Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2011

Ὁ Ἐκκλησιασμός

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος



Πρόλογος

Ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ ἡ συμμετοχὴ στὴ θεία λατρεία, προπαντὸς στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, ἀποτελοῦν γιὰ κάθε ζωντανὸ μέλος τῆς Ἐκκλησίας δυὸ πραγματικότητες ἀξεχώριστες. Ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς τὴ θεία Λειτουργία. Τὰ ὑπερῷα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ συνέχειά τους εἶναι οἱ ἱεροὶ ναοί, ἀποτελοῦν κατεξοχὴν τοὺς τόπους τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διανομῆς τῶν θείων χαρισμάτων. Ἡ «ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό» προσκαρτέρηση τῶν πιστῶν ἐκφράζει τὴν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ποὺ ἐδῶ καὶ τώρα προγεύεται τὰ ἀγαθά της βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ἀπηχοῦν καὶ οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Πενθέκτης Συνόδου (691), ὅταν παραγγέλλουν ν᾿ ἀποκόπτεται ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνος πού, χωρὶς σοβαρὸ λόγο, δὲν ἐκκλησιάζεται γιὰ τρεῖς συνεχεῖς Κυριακές.

Ὁ τακτικὸς ἐκκλησιασμὸς δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν πιστὸ μίαν ἁπλὴ συνήθεια, ἕνα τυπικὸ θρησκευτικὸ καθῆκον, μιὰ κοινωνικὴ ὑποχρέωση ἢ ἔστω μία ψυχολογικὴ διέξοδο ἀπὸ τὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ τῆς καθημερινότητος. Ἀντίθετα, μὲ τὴν προσέλευσή του στὸ ναὸ ἐκφράζει μίαν ὑπαρξιακή του ἀνάγκη. Τὴν ἀνάγκη νὰ ζήσει ἀληθινά, αὐθεντικά. Νὰ συναντήσει τὴν Πηγὴ τῆς ζωῆς του, τὸ Δημιουργό του, καὶ νὰ ἑνωθεῖ μαζί Του. Νὰ ἐκφράσει τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐλάβειά του στὴν Παναγία μας καὶ στοὺς Ἁγίους, τοῦ φίλους του Θεοῦ. Νὰ νιώσει δίπλα του τοὺς πνευματικούς του ἀδελφούς.

Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μεταλαβαίνει στὴ θεία Λειτουργία, τοῦ χαρίζουν αὐτὴ τὴν πληρότητα, τὸν κάνουν νὰ αἰσθάνεται «συμπολίτης τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖος του Θεοῦ». Ἔτσι, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὸ ναὸ μὲ τὴ δύναμη ν᾿ ἀντιμετωπίσει σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα καὶ μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς αἰώνιας ζωῆς τὴ φθαρτότητα τοῦ καθημερινοῦ του βίου.

Στὶς μέρες μας, ποὺ τὸ ψεύτικο καὶ ἀπατηλὸ περισσεύει καὶ ποὺ οἱ ἀνθρώπινες ἐλπίδες ἀπὸ παντοῦ διαψεύδονται, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ὀρθόδοξη λατρεία συνεχῶς αὐξάνεται, καθὼς πολλοὶ ἀνακαλύπτουν σ᾿ αὐτὴν τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Ὡστόσο, εἶναι ἀλήθεια, οἱ περισσότεροι ἀδελφοί μας ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὶς ἐκκλησίες μας...

Τὸ τεῦχος τοῦτο ἀποτελεῖ μία σύνθεση ἐκλεκτῶν ἀποσπασμάτων, σὲ ἐλεύθερη ἀπόδοση, ἀπὸ διάφορες ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (354-407), τοῦ μεγάλου ἱεράρχου, ποὺ συνέδεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ ζωή του μὲ τὴ θεία Λειτουργία. Διαβάζοντας κανεὶς τοὺς λόγους του, χαίρεται τὴ ζωντάνια τους, θαυμάζει τὴν ἐπικαιρότητά τους καὶ διαπιστώνει πὼς ὁ ἄνθρωπος στὸ βάθος τοῦ παραμένει ἀπαράλλακτος ὅλες τὶς ἐποχές.
Ἂς εὐχηθοῦμε, τὸ σπίτι τοῦ Θεοῦ, ὁ ἱερὸς ναός, νὰ γίνει καὶ δικό μας σπίτι, ἡ θεία Λειτουργία νὰ καταστεῖ τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ ἡ τράπεζα τῆς Εὐχαριστίας ν᾿ ἀποβεῖ γιὰ τὸν καθένα μας «ψυχοτρόφος καὶ ζωοποιός».

                                                                                                                                                         ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ



Λιμάνια πνευματικὰ οἱ ναοί

Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.
Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;

Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.




Γιατί δὲν ἐκκλησιάζεσαι;

Παρ᾿ ὅλα αὐτά, λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔρχονται στὴν ἐκκλησία. Τί θλιβερό! Στοὺς χοροὺς καὶ στὶς διασκεδάσεις τρέχουμε πρόθυμα. Τὶς ἀνοησίες τῶν τραγουδιστῶν τὶς ἀκοῦμε μὲ εὐχαρίστηση. Τὶς αἰσχρολογίες τῶν ἠθοποιῶν τὶς ἀπολαμβάνουμε γιὰ ὦρες, δίχως νὰ βαριόμαστε. Καὶ μόνο ὅταν μιλάει ὁ Θεός, χασμουριόμαστε, ξυνόμαστε καὶ ζαλιζόμαστε. Μὰ καὶ στὰ ἱπποδρόμια, μολονότι δὲν ὑπάρχει στέγη γιὰ νὰ προστατεύει τοὺς θεατὲς ἀπὸ τὴ βροχή, τρέχουν οἱ περισσότεροι σὰν μανιακοί, ἀκόμα κι ὅταν βρέχει ραγδαῖα, ἀκόμα κι ὅταν ὁ ἄνεμος σηκώνει τὰ πάντα. Δὲν λογαριάζουν οὔτε τὴν κακοκαιρία οὔτε τὸ κρύο οὔτε τὴν ἀπόσταση. Τίποτα δὲν τοὺς κρατάει στὰ σπίτια τους. Ὅταν, ὅμως, πρόκειται νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησία, τότε καὶ τὸ ψιλόβροχο τοὺς γίνεται ἐμπόδιο.

Κι ἂν τοὺς ρωτήσεις, ποιὸς εἶναι ὁ Ἀμὼς ἢ ὁ Ὀβδιού, πόσοι εἶναι οἱ προφῆτες ἢ οἱ ἀπόστολοι, δὲν μποροῦν ν᾿ ἀνοίξουν τὸ στόμα τους. Γιὰ τ᾿ ἄλογα, ὅμως, τοὺς τραγουδιστὲς καὶ τοὺς ἠθοποιοὺς μποροῦν σὲ πληροφορήσουν μὲ κάθε λεπτομέρεια. Εἶναι κατάσταση αὐτή;

Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, καὶ σχεδὸν κανένας δὲν παρουσιάζεται στὸ ναό. Φαίνεται πὼς ἡ ἀπόσταση παρασύρει τοὺς χριστιανοὺς στὴν ἀμέλεια· ἢ μᾶλλον ὄχι ἡ ἀπόσταση, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια μόνο τοὺς ἐμποδίζει. Γιατί, ὅπως τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγαθὴ προαίρεση καὶ ζῆλο νὰ κάνει κάτι, ἔτσι καὶ τὸν ἀμελῆ, τὸν ρᾴθυμο καὶ ἀναβλητικὸ ὅλα μποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν.

Οἱ μάρτυρες ἔχυσαν τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν Ἀλήθεια, κι ἐσὺ λογαριάζεις μία τόσο μικρὴ ἀπόσταση; Ἐκεῖνοι θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὸ Χριστό, κι ἐσὺ δὲν θέλεις οὔτε λίγο νὰ κοπιάσεις; Ὁ Κύριος πέθανε γιὰ χάρη σου, κι ἐσὺ Τὸν περιφρονεῖς; Γιορτάζουμε μνῆμες ἁγίων, κι ἐσὺ βαριέσαι νὰ ἔρθεις στὸ ναό, προτιμώντας νὰ κάθεσαι στὸ σπίτι σου; Καὶ ὅμως, πρέπει νὰ ἔρθεις, γιὰ νὰ δεῖς τὸ διάβολο νὰ νικιέται, τὸν ἅγιο νὰ νικάει, τὸ Θεὸ νὰ δοξάζεται καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ θριαμβεύει.

«Μὰ εἶμαι ἀμαρτωλός», λές, «καὶ δὲν τολμῶ ν᾿ ἀντικρύσω τὸν ἅγιο». Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσαι ἁμαρτωλός, ἔλα ἐδῶ, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος. Ἢ μήπως δὲν γνωρίζεις, ὅτι καὶ αὐτοὶ ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸ ἱερὸ θυσιαστήριο, ἔχουν διαπράξει ἁμαρτίες; Γι᾿ αὐτὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἱερεῖς ἀπὸ κάποια πάθη, ὥστε νὰ κατανοοῦν τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ νὰ συγχωροῦν τοὺς ἄλλους.

«Ἀφοῦ, ὅμως, δὲν τήρησα ὅσα ἄκουσα στὴν ἐκκλησία», θὰ μοῦ πεῖ κάποιος, «πῶς μπορῶ νὰ ἔρθω πάλι;». Ἔλα νὰ ξανακούσεις τὸν θεῖο λόγο. Καὶ προσπάθησε τώρα νὰ τὸν ἐφαρμόσεις. Ἂν βάλεις φάρμακο πάνω στὸ τραῦμα σου καὶ δὲν τὸ ἐπουλώσει τὴν ἴδια μέρα, δὲν θὰ ξαναβάλεις καὶ τὴν ἑπόμενη; Ἂν ὁ ξυλοκόπος, ποὺ θέλει νὰ κόψει μία βελανιδιά, δὲν κατορθώσει νὰ τὴ ρίξει μὲ τὴν πρώτη τσεκουριά, δὲν τὴ χτυπάει καὶ δεύτερη καὶ πέμπτη καὶ δέκατη φορά; Κάνε κι ἐσὺ τὸ ἴδιο.

Ἀλλά, θὰ μοῦ πεῖς, σ᾿ ἐμποδίζουν νὰ ἐκκλησιαστεῖς ἡ φτώχεια καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐργαστεῖς. Ὅμως δὲν εἶναι εὔλογη καὶ τούτη ἡ πρόφαση. Ἑφτὰ μέρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα. Αὐτὲς τὶς ἑφτὰ μέρες τὶς μοιράστηκε ὁ Θεὸς μαζί μας. Καὶ σ᾿ ἐμᾶς ἔδωσε ἕξι, ἐνῷ γιὰ τὸν ἑαυτό Του ἄφησε μία. Αὐτὴ τὴ μοναδικὴ μέρα, λοιπόν, δὲν δέχεσαι νὰ σταματήσεις τὶς ἐργασίες;

Καὶ γιατί λέω γιὰ ὁλόκληρη μέρα; Ἐκεῖνο ποὺ ἔκανε στὴν περίπτωση τῆς ἐλεημοσύνης ἡ χήρα του Εὐαγγελίου, τὸ ἴδιο κάνε κι ἐσὺ στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς μιᾶς μέρας. Ἔδωσε ἐκείνη δυὸ λεπτὰ καὶ πῆρε πολλὴ χάρη ἀπὸ τὸ Θεό. Δάνεισε κι ἐσὺ δυὸ ὧρες στὸ Θεό, πηγαίνοντας στὴν ἐκκλησία, καὶ θὰ φέρεις στὸ σπίτι σου κέρδη ἀμέτρητων ἡμερῶν. Ἂν ὅμως δὲν δέχεσαι νὰ κάνεις κάτι τέτοιο, σκέψου μήπως μ᾿ αὐτή σου τὴ στάση χάσεις κόπους πολλῶν ἐτῶν. Γιατὶ ὁ Θεός, ὅταν περιφρονεῖται, γνωρίζει νὰ σκορπίζει τὰ χρήματα ποὺ συγκεντρώνεις μὲ τὴν ἐργασία τῆς Κυριακῆς.

Μὰ κι ἂν ἀκόμα ἔβρισκες ὁλόκληρο θησαυροφυλάκιο γεμάτο ἀπὸ χρυσάφι καὶ ἐξ αἰτίας του ἀπουσίαζες ἀπὸ τὸ ναό, θὰ ἦταν πολὺ μεγαλύτερη ἡ ζημιά σου· καὶ τόσο μεγαλύτερη, ὅσο ἀνώτερα εἶναι τὰ πνευματικὰ ἀπὸ τὰ ὑλικά. Γιατί τὰ ὑλικὰ πράγματα, κι ἂν ἀκόμα εἶναι πολλὰ καὶ τρέχουν ἄφθονα ἀπὸ παντοῦ, δὲν τὰ παίρνουμε στὴν ἄλλη ζωή, δὲν μεταφέρονται μαζί μας στὸν οὐρανό, δὲν παρουσιάζονται στὸ φοβερὸ ἐκεῖνο βῆμα τοῦ Κυρίου. Ἀλλὰ πολλὲς φορές, καὶ πρὶν ἀκόμα πεθάνουμε, μᾶς ἐγκαταλείπουν. Ἀντίθετα, ὁ πνευματικὸς θησαυρὸς ποὺ ἀποκτοῦμε στὴν ἐκκλησία, εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετο καὶ μᾶς ἀκολουθεῖ παντοῦ.

«Ναί, ἀλλὰ μπορῶ», λέει κάποιος ἄλλος, «νὰ προσευχηθῶ καὶ στὸ σπίτι μου». Ἀπατᾷς τὸν ἑαυτό σου, ἄνθρωπε. Βεβαίως, εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχηθεῖς καὶ στὸ σπίτι σου· εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ προσευχηθεῖς ἔτσι, ὅπως προσεύχεσαι στὴν ἐκκλησία, ὅπου ὑπάρχει τὸ πλῆθος τῶν πατέρων καὶ ὅπου ὁμόφωνη κραυγὴ ἱκεσίας ἀναπέμπεται στὸ Θεό. Δὲν σὲ ἀκούει τόσο πολὺ ὁ Κύριος ὅταν Τὸν παρακαλεῖς μόνος σου, ὅσο ὅταν Τὸν παρακαλεῖς ἑνωμένος μὲ τοὺς ἀδελφούς σου. Γιατὶ στὴν ἐκκλησία ὑπάρχουν περισσότερες πνευματικὲς προϋποθέσεις ἀπ᾿ ὅσες στὸ σπίτι. Ὑπάρχουν ἡ ὁμόνοια, ἡ συμφωνία τῶν πιστῶν, ὁ σύνδεσμος τῆς ἀγάπης, οἱ εὐχὲς τῶν ἱερέων. Γι᾿ αὐτό, ἄλλωστε, οἱ ἱερεῖς προΐστανται τῶν ἀκολουθιῶν· γιὰ νὰ ἐνισχύονται μὲ τὶς δυνατότερες εὐχὲς τοὺς οἱ ἀσθενέστερες εὐχὲς τοῦ λαοῦ, κι ἔτσι ὅλες μαζὶ ν᾿ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανό.

Ὅταν προσευχόμαστε ὁ καθένας χωριστά, εἴμαστε ἀνίσχυροι· ὅταν ὅμως συγκεντρωνόμαστε ὅλοι μαζί, τότε γινόμαστε πιὸ δυνατοὶ καὶ ἑλκύουμε σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Κάποτε ὁ ἀπόστολος Πέτρος βρισκόταν ἁλυσοδεμένος στὴ φυλακή. Ἔγινε ὅμως θερμὴ προσευχὴ ἀπὸ τοὺς συναγμένους πιστούς, κι ἀμέσως ἐλευθερώθηκε. Τί θὰ μποροῦσε, ἑπομένως, νὰ εἶναι πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὴν κοινὴ προσευχή, ποῦ ὠφέλησε κι αὐτοὺς ἀκόμα τοὺς στύλους τῆς Ἐκκλησίας;




Ἡ προσέλευσή μας στὸ ναό

Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ σᾶς ἱκετεύω, ἂς προτιμᾶτε ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀσχολία καὶ φροντίδα τὸν ἐκκλησιασμό. Ἂς τρέχουμε πρόθυμα, ὅπου κι ἂν βρισκόμαστε, στὴν ἐκκλησία.

Προσέξτε, ὅμως, κανεὶς νὰ μὴν μπεῖ στὸν ἱερὸ αὐτὸ χῶρο, ἔχοντας βιοτικὲς φροντίδες ἢ περισπασμοὺς ἢ φόβους. Ἀλλὰ ἀφοῦ τ᾿ ἀφήσουμε ὅλα τοῦτα ἔξω, στὶς πύλες τοῦ ναοῦ, τότε ἂς περάσουμε μέσα. Γιατὶ ἐρχόμαστε στὰ ἀνάκτορα τῶν οὐρανῶν, πατᾶμε σὲ τόπους ποὺ ἀστράφτουν.

Ἂς διώξουμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας πρῶτα-πρῶτα τὴ μνησικακία, γιὰ νὰ μὴν κατακριθοῦμε, ὅταν παρουσιαστοῦμε μπροστὰ στὸ Θεὸ καὶ προσευχηθοῦμε λέγοντας: «Πάτερ ἡμῶν..., ἅφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοὶς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Διαφορετικά, πῶς θέλεις νὰ φανεῖ ὁ Δεσπότης Χριστὸς γλυκὸς καὶ πρᾶος ἀπέναντί σου, ἀφοῦ ἐσὺ γίνεσαι στὸν συνάνθρωπό σου σκληρὸς καὶ δὲν τὸν συγχωρεῖς; Πῶς θὰ μπορέσεις νὰ ὑψώσεις τὰ χέρια σου στὸν οὐρανό; Πῶς θὰ κινήσεις τὴ γλῶσσα σου σὲ λόγια προσευχῆς; Πῶς θὰ ζητήσεις συγγνώμη; Ἀκόμα κι ἂν θέλει ὁ Θεὸς νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου, δὲν Τὸν ἀφήνεις ἐσύ, ἐπειδὴ δὲν συγχωρεῖς τὸν πλησίον σου.


Ἡ ἀμφίεσή μας

Μὰ καὶ ἡ ἐνδυμασία μας στὸ ναὸ νὰ εἶναι καλὴ ἀπὸ κάθε πλευρά. Νὰ εἶναι κόσμια καὶ ὄχι ἐξεζητημένη. Γιατί τὸ κόσμιο εἶναι σεμνό, ἐνῷ τὸ ἐξεζητημένο εἶναι ἄσεμνο.
Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς παραγγέλλει καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει: «Θέλω νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο, σηκώνοντας πρὸς τὸν οὐρανὸ χέρια ὅσια, χωρὶς ὀργὴ καὶ δισταγμὸ ὀλιγοπιστίας. Ἐπίσης καὶ οἱ γυναῖκες νὰ προσεύχονται μὲ ἀμφίεση σεμνή, στολίζοντας τὸν ἑαυτό τους μὲ σεμνότητα καὶ σωφροσύνη, ὄχι μὲ περίτεχνες κομμώσεις καὶ χρυσὰ κοσμήματα ἢ μαργαριτάρια ἢ ἐνδύματα πολυτελῆ, ἀλλὰ μὲ ὅ,τι ταιριάζει στὶς γυναῖκες ποὺ λένε ὅτι σέβονται τὸ Θεό, δηλαδὴ μὲ καλὰ ἔργα» (Α´ Τιμ. 2:8-10). Ἄν, λοιπόν, ἀπαγορεύει στὶς γυναῖκες ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀπόδειξη πλούτου, πολὺ περισσότερο ἀπαγορεύει ὅσα κινοῦν τὴν περιέργεια, ὅπως τὰ φτιασίδια, τὸ βάψιμο τῶν ματιῶν, τὸ κουνιστὸ βάδισμα, τὰ παράξενα ροῦχα καὶ τὰ παρόμοια.

Τί λές, γυναῖκα; Ἔρχεσαι στὸ ναὸ νὰ προσευχηθεῖς, καὶ στολίζεσαι μὲ χρυσαφικὰ καὶ χτενίζεσαι ἐπιτηδευμένα; Μήπως ᾖρθες γιὰ νὰ χορέψεις; Μήπως γιὰ νὰ λάβεις μέρος σὲ γαμήλια γιορτή; Ἐκεῖ ἔχουν θέση τὰ χρυσαφικὰ καὶ οἱ πολυτέλειες· ἐδῶ δὲν χρειάζεται τίποτα ἀπ᾿ αὐτά. Ἦρθες νὰ παρακαλέσεις τὸ Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου. Τί στολίζεις, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου; Αὐτὴ ἡ ἐμφάνιση δὲν εἶναι γυναίκας ποὺ ἱκετεύει. Πῶς μπορεῖς νὰ στενάξεις, πῶς μπορεῖς νὰ δακρύσεις, πῶς μπορεῖς νὰ προσευχηθεῖς μὲ θέρμη, ἔχοντας τέτοια ἀμφίεση; Θέλεις νὰ φαίνεσαι εὐπρεπής; Φόρεσε τὸ Χριστὸ καὶ ὄχι τὸ χρυσό. Ντύσου τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φιλανθρωπία, τὴ σωφροσύνη, τὴν ταπεινοφροσύνη. Αὐτὰ ἀξίζουν περισσότερο ἀπ᾿ ὅλο τὸ χρυσάφι. Αὐτὰ καὶ τὴν ὡραία τὴν κάνουν ὡραιότερη καὶ τὴν ἄσχημη τὴν ὀμορφαίνουν. Νὰ ξέρεις, γυναῖκα, πώς, ὅταν στολιστεῖς πολύ, γίνεσαι πιὸ αἰσχρὴ κι ἀπὸ τὴ γυμνή, γιατὶ ἔχεις ἀποβάλει πιὰ τὴν κοσμιότητα.



Προσοχὴ καὶ προσευχή

Ἀλλὰ καὶ ἡ διαγωγή μας, ὅσο βρισκόμαστε μέσα στὸ ναό, ἂς εἶναι ἡ πρέπουσα, ὅπως ἁρμόζει σὲ ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται μπροστὰ στὸ Θεό. Νὰ μὴν ἀσχολούμαστε μὲ ἄσκοπες συζητήσεις, μὰ νὰ στεκόμαστε μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ προσοχὴ καὶ προθυμία, μὲ τὸ βλέμμα στραμμένο στὴ γῆ καὶ τὴν ψυχὴ ὑψωμένη στὸν οὐρανό.

Γιατὶ ἔρχονται πολλοὶ στὴν ἐκκλησία, ἐπαναλαμβάνουν μηχανικὰ ψαλμοὺς καὶ εὐχές, καὶ φεύγουν, δίχως νὰ ξέρουν τί εἶπαν. Τὰ χείλη κινοῦνται, ἀλλὰ τ᾿ αὐτιὰ δὲν ἀκοῦνε. Ἐσὺ δὲν ἀκοῦς τὴν προσευχή σου, καὶ θέλεις νὰ σὲ εἰσακούσει ὁ Θεός; Γονάτισα, λες· ἀλλὰ ὁ νοῦς σου πετοῦσε μακριά. Τὸ σῶμα σου ἦταν μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ ἡ ψυχή σου ἔξω. Τὸ στόμα ἔλεγε τὴν προσευχὴ καὶ ὁ νοῦς μετροῦσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφὲς μὲ φίλους. Κι ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατὶ ὁ διάβολος εἶναι πονηρός· ξέρει πὼς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς κερδίζουμε πολλά, γι᾿ αὐτὸ τότε ἐπιτίθεται μὲ μεγαλύτερη σφοδρότητα. Ἄλλες φορὲς εἴμαστε ξαπλωμένοι στὸ κρεβάτι, καὶ τίποτα δὲν σκεφτόμαστε· ᾔρθαμε ὅμως στὴν ἐκκλησία νὰ προσευχηθοῦμε, καὶ ὁ διάβολος μᾶς ἔβαλε ἕνα σωρὸ λογισμούς, ὥστε καθόλου νὰ μὴν ὠφεληθοῦμε.

Ἄν, ἀλήθεια, ὁ Θεός σου ζητήσει λόγο γιὰ τὴν ἀδιαφορία ἢ καὶ τὴν ἀσέβεια ποῦ δείχνεις στὶς λατρευτικὲς συνάξεις, τί θὰ κάνεις; Νά, τὴν ὥρα ποὺ Αὐτὸς σοῦ μιλάει, ἐσύ, ἀντὶ νὰ προσεύχεσαι, ἔχεις πιάσει κουβέντα μὲ τὸν διπλανό σου γιὰ πράγματα ἀνώφελα. Καὶ ὅλα τ᾿ ἄλλα ἁμαρτήματά μας ἂν παραβλέψει ὁ Θεός, τοῦτο φτάνει γιὰ νὰ στερηθοῦμε τὴ σωτηρία. Μὴν τὸ θεωρεῖς μικρὸ παράπτωμα. Γιὰ νὰ καταλάβεις, τὴ βαρύτητά του, σκέψου τί γίνεται στὴν ἀνάλογη περίπτωση τῶν ἀνθρώπων. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι συζητᾷς μ᾿ ἕνα ἐπίσημο πρόσωπο ἢ μ᾿ ἕναν ἐγκάρδιο φίλο σου. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνος σοῦ μιλάει, ἐσὺ γυρίζεις ἀδιάφορα τὸ κεφάλι σου καὶ ἀρχίζεις νὰ κουβεντιάζεις μὲ κάποιον ἄλλο. Δὲν θὰ προσβληθεῖ ὁ συνομιλητής σου ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπρέπειά σου; Δὲν θὰ θυμώσει; Δὲν θὰ σοῦ ζητήσει τὸ λόγο;

Ἀλίμονο! Βρίσκεσαι στὴ θεία Λειτουργία, κι ἐνῷ τὸ βασιλικὸ τραπέζι εἶναι ἑτοιμασμένο, ἐνῷ ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται γιὰ χάρη σου, ἐνῷ ὁ ἱερέας ἀγωνίζεται γιὰ τὴ σωτηρία σου, ἐσὺ ἀδιαφορεῖς. Τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφεὶμ σκεπάζουν τὰ πρόσωπά τους ἀπὸ δέος καὶ ὅλες οἱ οὐράνιες δυνάμεις μαζὶ μὲ τὸν ἱερέα παρακαλοῦν τὸ Θεὸ γιὰ σένα, τὴ στιγμὴ ποὺ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἡ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ χύνεται ἀπὸ τὴν ἄχραντη πλευρά Του μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο, τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ συνείδησή σου, ἄραγε, δὲν σὲ ἐλέγχει γιὰ τὴν ἀπροσεξία σου; Σκέψου, ἄνθρωπέ μου, μπροστὰ σὲ Ποιὸν στέκεσαι τὴν ὥρα τῆς φρικτῆς μυσταγωγίας καὶ μαζὶ μὲ ποιοὺς – μὲ τὰ Χερουβείμ, μὲ τὰ Σεραφείμ, μὲ ὅλες τὶς οὐράνιες δυνάμεις. Ἀναλογίσου μαζὶ μὲ ποιοὺς ψάλλεις καὶ προσεύχεσαι. Εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ συνέλθεις, ὅταν θυμηθεῖς ὅτι, ἐνῷ ἔχεις ὑλικὸ σῶμα, ἀξιώνεσαι νὰ ὑμνεῖς τὸν Κύριό της κτίσεως μαζὶ μὲ τοὺς ἀσώματους ἀγγέλους.

Μὴ συμμετέχεις, λοιπόν, στὴν ἱερὴ ἐκείνη ὑμνῳδία μὲ ἀδιαφορία. Μὴν ἔχεις στὸ νοῦ σου βιοτικὲς σκέψεις. Διῶξε κάθε γήινο λογισμὸ καὶ ἀνέβα νοερὰ στὸν οὐρανό, κοντὰ στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Πέταξε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τὸν τρισάγιο ὕμνο στὴν Παναγία Τριάδα.


Ἡ θεία Κοινωνία

Καὶ σὰν ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς θείας Κοινωνίας καὶ πρόκειται νὰ πλησιάσεις τὴν ἁγία Τράπεζα, πίστευε ἀκλόνητα πὼς ἐκεῖ εἶναι παρὼν ὁ Χριστός, ὁ Βασιλιὰς τῶν ὅλων. Ὅταν δεῖς τὸν ἱερέα νὰ σοῦ προσφέρει τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, μὴ νομίσεις ὅτι ὁ ἱερέας τὸ κάνει αὐτό, ἀλλὰ πίστευε ὅτι τὸ χέρι ποὺ ἁπλώνεται εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ λάμπρυνε μὲ τὴν παρουσία Τοῦ τὴν τράπεζα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, Αὐτὸς καὶ τώρα διακοσμεῖ τὴν Τράπεζα τῆς θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικὰ καὶ ἐξετάζει τοῦ καθενὸς τὴν προαίρεση καὶ παρατηρεῖ ποιὸς πλησιάζει μὲ εὐλάβεια ταιριαστὴ στὸ ἅγιο Μυστήριο, ποιὸς μὲ πονηρὴ συνείδηση, μὲ σκέψεις βρωμερὲς καὶ ἀκάθαρτες, μὲ πράξεις μολυσμένες. Ἀναλογίσου, λοιπόν, κι ἐσὺ ποιὸ ἐλάττωμά σου διόρθωσες, ποιὰν ἀρετὴ κατόρθωσες, ποιὰν ἁμαρτία ἔσβησες μὲ τὴν ἐξομολόγηση, σὲ τί ἔγινες καλύτερος. Ἂν ἡ συνείδησή σου σὲ πληροφορεῖ ὅτι φρόντισες ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἐπούλωση τῶν ψυχικῶν σου τραυμάτων, ἂν ἔκανες κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴ νηστεία, κοινώνησε μὲ φόβο Θεοῦ. Ἀλλιῶς, μεῖνε μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Καὶ ὅταν καθαριστεῖς ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, τότε νὰ πλησιάσεις.

Νὰ προσέρχεστε, λοιπόν, στὴ θεία Κοινωνία μὲ φόβο καὶ τρόμο, μὲ συνείδηση καθαρή, μὲ νηστεία καὶ προσευχή. Χωρὶς νὰ θορυβεῖτε, χωρὶς νὰ ποδοπατᾶτε καὶ νὰ σπρώχνετε τοὺς διπλανούς σας. Γιατί αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴ μεγαλύτερη τρέλα καὶ τὴ χειρότερη περιφρόνηση τῶν θείων Μυστηρίων.

Πές μου, ἄνθρωπε, γιατὶ κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σὲ πιέζει τάχα ἡ ἀνάγκη νὰ κάνεις τὶς δουλειές σου; Καὶ σοῦ περνάει ἄραγε, τὴν ὥρα ποῦ πᾶς νὰ κοινωνήσεις, ἡ σκέψη ὅτι ἔχεις δουλειές; Ἔχεις μήπως τὴν αἴσθηση ὅτι εἶσαι πάνω στὴ γῆ; Νομίζεις ὅτι βρίσκεσαι μαζὶ μὲ ἀνθρώπους καὶ ὄχι μὲ τοὺς χοροὺς τῶν ἀγγέλων; Μὰ κάτι τέτοιο εἶναι δεῖγμα πέτρινης καρδιᾶς...


Κάθε πότε νὰ κοινωνοῦμε;

Ὑπάρχει κι ἕνα ἄλλο θέμα: Πολλοὶ κοινωνοῦν μία φορὰ τὸ χρόνο, ἄλλοι δυὸ φορές, ἄλλοι περισσότερες. Ποιοὺς ἀπ᾿ αὐτοὺς θὰ ἐπιδοκιμάσουμε; Ὅσους μιὰ φορά, ὅσους πολλὲς ἢ ὅσους λίγες φορὲς μεταλαβαίνουν; Οὔτε τοὺς μία οὔτε τὶς πολλὲς οὔτε τοὺς λίγες, μὰ ἐκείνους ποὺ πλησιάζουν στὸ ἅγιο Ποτήριο μὲ καρδιὰ ἁγνή, μὲ βίο ἀνεπίληπτο. Αὐτοὶ ἂς κοινωνοῦν πάντα. Οἱ ἄλλοι, οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, ἂς μένουν μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄχραντα Μυστήρια, γιατί ἀλλιῶς κρῖμα καὶ καταδίκη, ἑτοιμάζουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Ὁ ἅγιος ἀπόστολος λέει: «Ὅποιος τρώει τὸν ἄρτο καὶ πίνει τὸ ποτήριο τοῦ Κυρίου μὲ τρόπο ἀνάξιο, γίνεται ἔνοχος ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα καὶ στὸ αἷμα τοῦ Κυρίου, προκαλώντας τὴν καταδίκη του» (Α´ Κορ. 11:27, 29). Θὰ τιμωρηθεῖ, δηλαδή, τόσο αὐστηρά, ὅσο καὶ οἱ σταυρωτὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κι ἐκεῖνοι ἔγιναν ἔνοχοι ἁμαρτήματος ἀπέναντι στὸ σῶμα Του.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ἔχουν φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο περιφρονήσεως τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ὥστε, ἐνῷ εἶναι γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητες κακίες καὶ δὲν διορθώνουν καθόλου τὸν ἑαυτό τους, κοινωνοῦν στὶς γιορτὲς ἀπροετοίμαστοι. Μὴ γνωρίζοντας ὅτι προϋπόθεση τῆς θείας Κοινωνίας δὲν εἶναι ἡ γιορτή, ἀλλά, καθὼς εἴπαμε, ἡ καθαρὴ συνείδηση. Καὶ ὅπως αὐτὸς ποὺ δὲν αἰσθάνεται κανένα κακὸ στὴ συνείδησή του, πρέπει καθημερινὰ νὰ προσέρχεται στὴ θεία Κοινωνία, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ εἶναι φορτωμένος ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετανοεῖ, πρέπει νὰ μὴν κοινωνεῖ οὔτε στὴ γιορτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς παρακαλῶ ὅλους νὰ μὴν πλησιάζετε στὰ θεῖα Μυστήρια ἔτσι ἀπροετοίμαστοι κι ἐπειδὴ τὸ ἀπαιτεῖ ἡ γιορτή, ἀλλά, ἂν κάποτε ἀποφασίσετε νὰ λάβετε μέρος στὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ κοινωνήσετε, νὰ καθαρίζετε καλὰ τὸν ἑαυτό σας, ἀπὸ πολλὲς μέρες πρίν, μὲ τὴ μετάνοια, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴ φροντίδα γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα.


Παραμονὴ ὡς τὴν ἀπόλυση

Ἦρθες, λοιπόν, στὴν ἐκκλησία καὶ ἀξιώθηκες νὰ συναντήσεις τὸ Χριστό; Μὴ φύγεις, ἂν δὲν τελειώσει ἡ ἀκολουθία. Ἂν φύγεις πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόλυση, εἶσαι ἔνοχος ὅσο κι ἕνας δραπέτης. Πηγαίνεις στὸ θέατρο καί, ἂν δὲν τελειώσει ἡ παράσταση, δὲν φεύγεις.

Μπαίνεις στὴν ἐκκλησία, στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου, καὶ γυρίζεις τὴν πλάτη στὰ ἄχραντα Μυστήρια; Φοβήσου τουλάχιστον ἐκεῖνον ποὺ εἶπε: «Ὅποιος καταφρονεῖ τὸ Θεό, θὰ καταφρονηθεῖ ἀπ᾿ Αὐτόν» (Πρβλ. Παροιμ. 13:13).

Τί κάνεις, ἄνθρωπε; Ἐνῷ ὁ Χριστὸς εἶναι παρών, οἱ ἄγγελοί Του παραστέκονται, οἱ ἀδελφοί σου κοινωνοῦν ἀκόμα, ἐσὺ τοὺς ἐγκαταλείπεις καὶ φεύγεις; Ὁ Χριστός σου προσφέρει τὴν ἁγία σάρκα Του, κι ἐσὺ δὲν περιμένεις λίγο, γιὰ νὰ Τὸν εὐχαριστήσεις ἔστω μὲ τὰ λόγια; Ὅταν παρακάθεσαι σὲ δεῖπνο, δὲν τολμᾷς νὰ φύγεις, ἔστω κι ἂν ἔχεις χορτάσει, τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ φίλοι σου κάθονται ἀκόμα στὸ τραπέζι. Καὶ τώρα ποὺ τελοῦνται τὰ φρικτὰ Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ, τ᾿ ἀφήνεις ὅλα στὴ μέση καὶ φεύγεις;

Θέλετε νὰ σᾶς πῶ τίνος τὸ ἔργο κάνουν ὅσοι φεύγουν πρὶν τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία καὶ δὲν συμμετέχουν ἔτσι στὶς τελευταῖες εὐχαριστήριες εὐχές; Ἴσως εἶναι βαρὺ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πῶ, μὰ πρέπει νὰ τὸ πῶ. Ὅταν ὁ Ἰούδας πῆρε μέρος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ, ἐνῷ ὅλοι ἦταν καθισμένοι στὸ τραπέζι, αὐτὸς σηκώθηκε πρὶν ἀπὸ τοὺς ἄλλους κι ἔφυγε. Ἐκεῖνον, λοιπόν, τὸν Ἰούδα μιμοῦνται... Ἂν δὲν ἔφευγε τότε ἐκεῖνος, δὲν θὰ γινόταν προδότης, δὲν θὰ χανόταν. Ἂν δὲν ξεχώριζε τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ποίμνιο, δὲν θὰ τὸν ἔβρισκε μόνο του ὁ λύκος, γιὰ νὰ τὸν φάει.



Μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ

Ἐμεῖς ἂς ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία σὰν λιοντάρια ποὺ βγάζουν φωτιά, ἔχοντας γίνει φοβεροὶ ἀκόμα καὶ στὸ διάβολο. Γιατὶ τὸ ἅγιο αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ κοινωνοῦμε, ποτίζει τὴν ψυχή μας καὶ τῆς δίνει μεγάλη δύναμη. Ὅταν τὸ μεταλαβαίνουμε ἄξια, διώχνει τοὺς δαίμονες μακριὰ καὶ φέρνει κοντά μας τοὺς ἀγγέλους καὶ τὸν Κύριο τῶν ἀγγέλων. Αὐτὸ τὸ αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας, μ᾿ αὐτὸ λούζεται ἡ ψυχή, μ᾿ αὐτὸ στολίζεται. Αὐτὸ τὸ αἷμα κάνει τὸ νοῦ μας λαμπρότερο ἀπὸ τὴ φωτιά, αὐτὸ κάνει τὴν ψυχή μας λαμπρότερη ἀπὸ τὸ χρυσάφι.

Προσελκύστε, λοιπόν, τοὺς ἀδελφούς μας στὴν ἐκκλησία, προτρέψτε τοὺς πλανημένους, συμβουλέψτε τους ὄχι μόνο μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μὲ ἔργα. Κι ἂν ἀκόμα τίποτα δὲν πεῖς, ἀλλὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν ἱερὴ σύναξη, δείχνοντας στοὺς ἀπόντες – καὶ μὲ τὴν ἐμφάνιση καὶ μὲ τὸ βλέμμα καὶ μὲ τὴ φωνὴ καὶ μὲ τὸ βάδισμα καὶ μ᾿ ὅλη σου τὴ σεμνότητα – τί κέρδος ποὺ ἀποκόμισες ἀπὸ τὸ ναό, αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ παραίνεση καὶ συμβουλή. Γιατὶ ἔτσι πρέπει νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ναό, σὰν ἀπὸ τὰ ἱερὰ ἄδυτα, σὰν νὰ κατεβαίνουμε ἀπὸ τοὺς ἴδιους τους οὐρανούς. Δίδαξε ὅσους δὲν ἐκκλησιάζονται ὅτι ἔψαλες μαζὶ μὲ τὰ Σεραφείμ, ὅτι ἀνήκεις στὴν οὐράνια πολιτεία, ὅτι συναντήθηκες μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μίλησες μαζί Του. Ἂν ἔτσι ζοῦμε τὴ θεία Λειτουργία, δὲν θὰ χρειαστεῖ νὰ ποῦμε τίποτα στοὺς ἀπόντες.
Ἀλλὰ βλέποντας ἐκεῖνοι τὴ δική μας ὠφέλεια, θὰ νιώσουν τὴ δική τους ζημιὰ καὶ θὰ τρέξουν γρήγορα στὴν ἐκκλησία, γιὰ ν᾿ ἀπολαύσουν τὰ ἴδια ἀγαθά, μὲ τὴ χάρη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸν ὁποῖο, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αἰώνια ἀνήκει ἡ δόξα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2011

Τὸ ἆσμα τῆς δασκάλας

Mistral Gabriela



Κύριε, Σὺ ποὺ δίδαξες, συγχώρα με ποὺ διδάσκω, ποὺ φέρνω τ' ὄνομα τῆς δασκάλας ποὺ Σὺ ἔφερες στὴ γῆ!

Δός μου τὴ μοναδικὴ ἀγάπη τοῦ σχολειοῦ μου, ὥστε οὔτε τὸ κάμα τῆς ὀμορφιᾶς νὰ μπορεῖ νὰ τῆς κλέψει τὴν τρυφερότητα τῆς κάθε στιγμῆς.

Κάνε μου, Κύριε, παντοτινὴ τὴ ζέση καὶ διαβατικὴ τὴν ἀπογοήτευση. Ξερίζωσε ἀπὸ μένα, τὴν ἀκάθαρτη αὐτὴ ἐπιθυμία δικαιοσύνης ποὺ μὲ ταράζει ἀκόμη, τὴν στενόκαρδη ὑποκίνηση διαμαρτυρίας ποὺ ἀνεβαίνει ἀπὸ μένα ὅταν μὲ πληγώνουν. Νὰ μὴ μὲ πονᾶ ἡ ἀκατανοησία, νὰ μὴ μὲ θλίβει ἡ λησμοσύνη αὐτῶν ποὺ δίδαξα.

Δόσμου νἄμαι μητέρα περισσότερο ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς μητέρες, γιὰ νὰ μπορέσω ν' ἀγαπῶ καὶ νὰ προστατεύω ὅ,τι δὲν εἶναι σάρκα ἀπὸ τὴ σάρκα μου. Δόσμου νὰ πετύχω νὰ τεχνουργήσω μὲ μιὰ ἀπ' τὶς μαθήτριές μου τὸν τέλειο στίχο καὶ νὰ Σοῦ ἀφήσω χαραγμένη σ' αὐτὴ τὴν πιὸ διαπεραστική μου μελωδία, ὅταν τὰ χείλη μου δὲν τραγουδᾶνε πιά.

Δεῖξε μου τὸ Εὐαγγέλιό Σου δυνατὸ στὴν ἐποχή μου, γιὰ νὰ μὴ λιποταχτήσω ἀπὸ τὴ μάχη τῆς κάθε μέρας καὶ τῆς κάθε ὥρας γι' αὐτό.

Φώτισε τὸ σχολειό μου μὲ τὴ λάμψη ποὺ τύλιγε τὴν ὁμάδα τῶν ξυπόλυτων παιδιῶν Σου.

Κάνε με ρωμαλέα ἀκόμα καὶ στὴ γυναικεία μου ἀδυναμία, τῆς φτωχῆς γυναίκας. Δόσμου νὰ περιφρονήσω κάθε δύναμη ποὺ δὲν εἶναι καθαρή, κάθε πίεση ποὺ δὲν εἶναι ἡ πίεση τοῦ θερμοῦ Σου θελήματος στὴ ζωή μου.



Φίλε, συνόδεψε με, στήριξε με! Πολλὲς φορὲς ἄλλον δὲ θάχω στὸ πλευρό μου παρὰ Ἐσένα. Ὅταν γίνει ἡ διδαχή μου πιὸ ἁγνὴ καὶ πιὸ φλογερὴ ἡ ἀλήθειά μου, θὰ μείνω μακριὰ ἀπ' τοὺς θνητούς. Ἀλλὰ τότε Σὺ θὰ μὲ σφίξεις στὴν καρδιά Σου ἐπάνω, αὐτὴ τὴν καρδιὰ ποὺ τόσα ξέρει ἀπὸ μοναξιὰ κι ἐγκατάλειψη. Καὶ τότε ἐγὼ δὲ θὰ γυρέψω παρὰ μονάχα στὸ δικό Σου βλέμμα τὴ γλυκύτητα τῶν δοκιμασιῶν.

Δόσμου ἁπλότητα καὶ βάθος: γλύτωσὲ με ἀπὸ τὸ νἄμαι περίπλοκη καὶ χυδαία στὸ καθημερινό μου μάθημα.

Δόσμου νὰ ὑψώνω τὰ μάτια τοῦ στήθους μου τὰ πληγωμένα ὅταν μπαίνω κάθε μέρα στὸ σχολειό μου. Νὰ μὴ φέρνω στὸ τραπέζι τῆς δουλειᾶς μου τὶς ὑλικὲς μικρολαχτάρες μου, τοὺς πενιχροὺς καημοὺς τῆς κάθε μέρας.

Ἀλάφρωσε τὸ χέρι μου στὴν τιμωρία, γλύκανέ το περισσότερο στὸ χάδι. Ἂς μαλώσω πονεμένα γιὰ νὰ ξέρω ὅτι διόρθωσα ἀγαπώντας!

Κάνε νὰ γίνει πνεῦμα τὸ σχολειό μου ἀπὸ τοῦβλα. Νὰ τυλίξει ἡ πυρκαγιὰ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ μου τὴ φτωχική του αὐλή, τὴ γυμνή του αἴθουσα. Νἄναι ἡ καρδιά μου γι' αὐτὸ περισσότερο κολώνα καὶ ἡ καλή μου θέληση περισσότερο χρυσάφι ἀπ' τὰ πλούσια σχολειά.

Θύμησέ μου, τέλος, ἀπὸ τὴν ὠχρότητα τοῦ πίνακα τοῦ Βελάθκεθ ὅτι τὸ νὰ διδάσκει καὶ ν' ἀγαπάει ἔντονα κανεὶς σ' αὐτὴ τὴ Γῆ, σημαίνει νὰ φτάσει στὴν ἔσχατη μέρα μὲ τὴν κονταριὰ τοῦ Λογγίνου στὴν καρδιὰ ὁλόφλογος ἀπὸ ἀγάπη

Πάτρα: Πληθαίνουν καθημερινά οι φτωχοί που προστρέχουν στην τοπική Εκκλησία

Μέσα σε τέσσερα χρόνια η Μητρόπολη έχει διαθέσει διπλάσια ποσά για την ενίσχυση των οικονομικά αδυνάτων

Καθημερινά αυξάνονται οι φτωχοί στην Πάτρα που προστρέχουν για βοήθεια στην τοπική Εκκλησία. Χαρακτηριστικά της δεινής κατάστασης είναι τα στοιχεία που έδωσε η Μητρόπολη Πατρών για το έργο του Φιλόπτωχου Ταμείου της.
Σύμφωνα με αυτά το Ταμείο διέθεσε το 2010 διπλάσια ποσά για την ενίσχυση των απόρων της Πάτρας, σε σύγκριση με τα ποσά που διέθεσε το 2006.
Συγκεκριμένα, το 2010 διατέθηκαν περίπου 1,7 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση των απόρων, ενώ το 2006 το αντίστοιχο ποσό ήταν 831.000 ευρώ.
Τα παραπάνω στοιχεία παρουσιάστηκαν σε ειδική εκδήλωση  στο πλαίσιο του Φόρουμ Ανάπτυξης

Χειροτονητήριος λόγος τοῦ Σιγκαπούρης Κωνσταντίνου

Κωνσταντῖνος Τσίλης (Μητροπολίτης Σιγκαπούρης)



«Ὅταν ἡ ἀγάπη σέ καλεῖ, ἀκολούθησέ την, μόλο πού τά μονοπάτια της εἶναι τραχιά κι ἀπότομα.
Κι ὅταν τά φτερά της σέ ἀγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο πού τό σπαθί πού εἶναι κρυμμένο ἀνάμεσα στίς φτεροῦγες της μπορεῖ νά σέ πληγώσει.
Κι ὅταν σοῦ μιλήσει, πίστεψέ την, μόλο πού ἡ φωνή της μπορεῖ νά διασκορπίσει τά ὄνειρά σου σάν τό βοριά πού ἐρημώνει τόν κῆπο.
Γιατί ὅπως ἡ ἀγάπη σέ στεφανώνει ἔτσι καί θά σέ σταυρώσει.
Σέ δεμάτια σταριοῦ σέ μαζεύει κοντά της, σέ ἀλωνίζει γιά νά σέ ξεσταχιάσει, σέ κοσκινίζει γιά νά σέ λευτερώσει ἀπό τά φλούδια σου, σέ ἀλέθει γιά νά σέ λευκάνει, σέ ζυμώνει ὥσπου νά γίνεις ἀπαλός.
Καί μετά σέ παραδίνει στήν ἱερή φωτιά της γιά νά γίνεις ἱερό ψωμί γιά τοῦ Θεοῦ τό Ἅγιο Δεῖπνο» (Khalil Gibran)


Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,
Σεπτή τῆς Ἱεραρχῶν χορεία,
Σεβαστοί Πατέρες καί ἀδελφοί καί ἄπαντες οἱ ἀγαπητοί συμπροσευχόμενοι Χριστιανοί,
Αὐτή τήν ἱερή στιγμή πού ἴσταμαι ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ Θυσιαστηρίου, προσμένοντας νά λάβω τήν ἀποστολική χάρη τῆς Ἀρχιερωσύνης καί νά καταστῶ Ἐπίσκοπος καί Ποιμένας, προεστώς τῆς Εὐχαριστίας, ἀλλά καί διάκονος καί ποδηγέτης τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ πού παροικεῖ στήν Σιγκαπούρη, ἐπέλεξα νά ἐκφράσω τά συναισθήματά μου μέ τούς στίχους τοῦ μεγάλου Λιβανέζου ποιητή πού προέταξα.

Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὅλη ἡ ταπεινή ἱερατική διακονία μου στήν Ἄπω Ἀνατολή ἀλλά καί ἡ παρουσία μου σήμερα ἐδῶ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κλήσεως τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης.

Πρίν ἀπό 13 χρόνια ἡ δημοσιογραφική περιέργεια ὁδήγησε τά βήματά μου στά βάθη τῆς Ἀσίας. Γνώρισα ἀπό κοντά τό ἔργο τῆς ἱεραποστολικῆς Μητροπόλεως Χόνγκ Κόνγκ καί Ἄπω Ἀνατολῆς. Ἡ ἀρχική περιέργεια μετατράπηκε σέ θαυμασμό. Ὁ θαυμασμός γρήγορα ἔγινε μαγνήτης πού μέ τραβοῦσε ξανά καί ξανά νά ἐπισκέπτομαι τό Ὀρφανοτροφεῖο στήν Καλκούτα τῆς Ἰνδίας, τά συσσίτια στή Μανίλα τῶν Φιλιππίνων, τήν εὐχαριστιακή Κοινότητα τοῦ Χόνγκ Κόνγκ, καί νά προσφέρω ἐθελοντική ἐργασία. Μέ τόν καιρό συνειδητοποίησα ὅτι αὐτές οἱ ἐπισκέψεις δέν ἦταν τίποτα ἄλλο παρά τό κάλεσμα τῆς Ἀγάπης στό τραχύ κι ἀπότομο μονοπάτι τῆς ἱεραποστολῆς.

Ἕνα ἀπόγευμα κτύπησε τό τηλέφωνο καί ἀπό τήν ἄλλη ἄκρη ἄκουσα μέ περισσή ἔκπληξη τά λόγια τοῦ τότε Μητροπολίτη Χόνγκ Κόνγκ κ. Νικήτα νά μοῦ λέγει: Ἔρχομαι στήν Ἑλλάδα. Προετοιμάσου γιά χειροτονία. Ἡ ἀρχική ἔκπληξη καί οἱ τυχόν ἀμφιβολίες ξεπεράστηκαν ἀπό τήν σκέψη ὅτι ἔτσι ἁπλή καί σαφής εἶναι ἡ κλήση τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης. Ὅταν ἡ σαρκωμένη καί σταυρωμένη Ἀγάπη σέ καλεῖ νά τήν διακονήσεις δέν ἐπιδίδεται σέ πολυπράγμονες συζητήσεις καί ἀναλύσεις ἀλλά, έλέξεις «Ἀκολούθει μοι». Δέν προσπάθησε νά τούς ἀναλύσει διεξοδικά καί νά διαφημίσει τό περιεχόμενο καί τά ὠφέλη τῆς κλήσεως. Μέ εὐθύτητα καί σαφήνεια τούς ἀπηύθηνε τήν κλήση. Κι αὐτοί χωρίς πολυπραγμοσύνη ἀλλά μέ ταπείνωση κι ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη παρέδωσαν τόν ἑαυτό τους στό θεϊκό κάλεσμα.

«Ὅταν ἡ Ἀγάπη σέ καλεῖ, ἀκολούθησέ την». Δέν χωρεῖ ἄλλη σκέψη οὔτε κι ἀργοπορία. Ἔκλινα τήν κεφαλή καί παραδόθηκα ὁλοκληρωτικά. Ἀποδέχθηκα εὐλαβικά τό μεγάλο χάρισμα τῆς ἱερωσύνης καί ὑπό τήν σκέπη τοῦ Ὠμοφορίου τοῦ Ἐπισκόπου μου ἐντάχθηκα ἐνεργά στούς ἐργάτες τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Χόνγκ Κόνγκ καί Ἄπω Ἀνατολῆς. Πολύ γρήγορα διεπίστωσα ὅτι ἡ ἱερατική διακονία σέ Κοινότητες πού μετροῦν μόλις λίγα ἔτη χριστιανικῆς ζωῆς καί παρουσίας εἶναι μία πρωτόγνωρη ἐμπειρία. Ἐκεῖ καταρρέουν ὅλα ὅσα μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα νόμιζες ὡς αὐτονόητα. Μέ τά μάτια σου βλέπεις νά συμβαίνουν καταστάσεις καί γεγονότα πού μέχρι τότε ἀποτελοῦσαν ἀντικείμενο εὐχάριστης μελέτης ἀπό τό ἱερό βιβλίο τῶν Πράξεων ταῶν Ἀποστόλων.


Ἐκεῖ, στήν Ἄπω Ἀνατολή, συνάντησα τήν Ἐκκλησία πού προσεγγίζει τόν ἄνθρωπο μέ ἀπλότητα καί τοῦ μεταδίδει τήν πνοή τῆς ἄπειρης Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εἶδα τήν Ἐκκλησία πού δέ μιλάει ἀπό ἀπόσταση καί ἀπό ὑπερυψωμένο βάθρο ἐξουσίας. Εἶδα τήν Ἐκκλησία πού στέκεται πλάί στόν πικραμένο ἤ στόν προβληματισμένο ἀδελφό, ἀκούει τούς στεναγμούς τῆς ψυχής καί ἀνταποκρίνεται ἁπλά, στοργικά χύνοντας στίς πληγές «ἔλαιον καί οἶνον» καί ἀνορθώνοντας «τάς παρειμένας χεῖρας καί τά παραλελυμένα γόνατα».

Ἐκεῖ διηκόνησα τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία παρά τήν ὑλική πτωχεία της, εἶναι ζωντανή, ἀποκαλυπτική καί ὁδηγητική. Ἱκανή νά ἐκφέρει πρός κάθε κατεύθυνση «λόγο ἀληθείας» καί γνωρίζει νά διαλέγεται, ἀδελφικά καί ταπεινά μέ τόν κάθε ἄνθρωπο μακριά ἀπό κάθε εἴδους ἀγκυλώσεις.

Θεωρῶ θαυμαστό τό γεγονός ὅτι στά πέρατα τοῦ κόσμου, στό ἀπώτατο ἄκρο τῆς Ἀσιατικῆς Ἠπείρου, δημιουργήθηκαν, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, Ὀρθόδοξες Κοινότητες οἱ ὁποῖες ἀνεξάρτητα ἀπό τό νεαρό τῆς ὑπάρξεώς τους, τή διαφορετική γλῶσσα καί τήν ἰδιόμορφη ἐθνική καί πολιτιστική κουλτούρα τους, διασώζουν μέ αὐθεντικότητα τήν παρακαταθήκη πού ἔλαβαν ἀπό τήν Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόεως: τή Χριστιανική ἀγάπη, τή Σταυρωμένη Ἀγάπη, πού ἔχει τά χέρια της πάντοτε ἀνοιγμένη ἀγκαλιά γιά νά συναγάγει τά ἔθνη καί τούς λαούς σέ θαυμαστή ἑνότητα καί σχέση μέ τόν Ἐπουράνιο Πατέρα μας.

Τά χρόνια κύλησαν μέ πνευματικές χαρές ἀλλά καί στενοχώριες καί ἀγχώδη προβλήματα καί ἀπαιτητικό καθημερινό ἀγῶνα. Ἡ ἀγάπη ὅπως σέ στεφανώνει ἔτσι καί σέ σταυρώνει. Σέ ἁλωνίζει. Σέ ξεσταχιάζει. Σέ κοσκινίζει. Γιά νά σέ λευτερώσει ἀπό τά φλούδια του, δηλαδή ἀπό τίς ἀστοχίες σου, ἀπ’ ὅτι σέ κρατᾶ προσκολλημένο στά μάτια καί στά γήϊνα.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά τήν πρώτη κλήση, ἡ θεϊκή Ἀγάπη ἦλθε καί πάλι γιά νά τυλίξει τήν ἁμαρτωλή καί χοϊκή ὕπαρξή μου μέ τήν ἱερή της φλόγα καί νά μοῦ ἀπευθύνει μία νέα κλήση. Θέλει νά μέ ἐνδύσει μέ τήν ἀποστολική χάρη τῆς Ἀρχιερωσύνης καί μέ καλεῖ ἀπό τήν θέση τοῦ Ἐπισκόπου πλέον νά κυβερνήσω τή νοητή κιβωτό τῆς τοπικῆς ἱεραποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Σιγκαπούρης μέσα στή θάλασσα καί στήν τρικυμία τοῦ κόσμου. Δέν εἶχα ποτέ σκεφθεῖ ἤ ἐπιζητήσει ἀξιώματα καί ἀνώτερα χαρίσματα. Πάντοτε ἤμουν εὐγνώμων γιατί ὁ Θεός παρέβλεπε τήν ἀναξιότητά μου καί μοῦ ἐπέτρεπε νά τόν διακονῶ ὡς πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας Του. Τώρα ζητᾶ ἀπείρως περισσότερα.

Ὅταν ἠ ἀγάπη σέ καλεῖ, ἀκολούθησέ την. Τί νόημα ἔχει νά πολυπραγμονεῖς καί νά προσπαθεῖς νά ἑρμηνεύσεις τά κρίματα τοῦ Θεοῦ; Καί πάλι δέν χωρεῖ δεύτερη σκέψη. Παραδίδομαι στήν θέληση καί τό ἄπειρο ἔλεος τῆς θεϊκῆς Ἀγάπης. «Κύριε, σύ εἶ ἡ ὑπομονή μου, ἡ ἐλπίς μου ἐν νεότητός μου, ἐπί σέ ἐπεστηρίχθην ἀπό γαστρός ἐκ κοιλίας μητρός μου. Σύ μου εἶ σκεπαστής. Ἐν Σοί ἡ ὕμνησίς μου διά παντός».

Γνωρίζω ὅτι πρόκειται νά βαδίσω σέ δύσκολα καί τραχειά μονοπάτια. Ἡ διακονία τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι θυσιαστική καί ἐξόχως ὑπεύθυνη. Ὁ Ἐπίσκοπος συνεχίζει τό ἔργο τῶν Ἀποστόλων. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ ἐμπιστεύεται τήν χειροτονία αὐτῶν πού θά ποιμάνουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Προϊσταται τῆς Εὐχαριστίας, κηρύττει ἔργῳ καί λόγῳ τό Εὐαγγέλιο, μεταμορφώνει τό ποίμνιό του σέ «ἅλας τῆς γῆς», γίνεται μέ τή ζωή του «λύχνος φωτίζων πᾶσι τοῖς ἐν τῃ οἰκία». Κάθε ἔργο τοῦ Ἐπισκόπου, ποιμαντικό, κοινωνικό, φιλανθρωπικό, ἱεραποστολικό ἤ ἀσκητικό συντείνει πρός ἕνα καί μοναδικό σκοπό, στήν ἐπιστροφή στήν χάρη καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Γνωρίζω ἐπίσης ὅτι στή νέα μου διακονία στήν ἱεραποστολική Μητρόπολη Σιγκαπούρης ἔχω νά ἀντιμετωπίσω καί πολλούς πειρασμούς καί δοκιμασίες. Ἡ ἱεραποστολική διακονία δέν ἔχει σχέση μέ τίς γυαλιστερές καί ἐξωτικές φωτογραφίες ἤ τίς συγκινητικές ἱστορίες ἀλλά κρύβει πολλά δάκρυα, σκληρό κι ἐπίπονο ἀγῶνα, ἐξευτελισμούς καί κινδύνους. Ἀπαιτεῖ διάκριση καί περισσή σύνεση. Ἀντοχή στίς παγίδες τοῦ πονηροῦ ἀλλά καί στά προσκόμματα πού δυστυχῶς δημιουργοῦν κάποιοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τόν χῶρο τῆς ἱεραποστολῆς ὡς τόπο ἀνταγωνισμοῦ, δυναμιτίζοντας μέ τήν ὑπεροψία τους καί τίς ἀσύνετες ἐνέργειές τους τήν ἑνότητα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀλλά καί τήν δυναμική τοῦ Ὀρθοδόξου κηρύγματος πρός τά Ἔθνη.

Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα,

Ἐτούτη τήν ἱερή ὥρα ὀφείλω νά εὐχαριστήσω καί νά δοξολογήσω τόν ἐν Τριάδι προσκυνούμενον Θεόν ὑπέρ ὧν πνευματικῶν δωρεῶν ἀπολαμβάνω σήμερον. Δόξαν ἀναπέμπτω τῳ Πανοικτίρμονι Θεῳ γιά τίς πρός ἐμέ εὐεργεσίες Του, κυρίως διότι μέ ἀξιώνει νά διακονήσω τήν Ἁγίαν Μητέρα καί Μεγάλην Ἐκκλησίαν ὡς Ἐπίσκοπος ἱεραποστολικῆς Μητροπόλεώς της. Αὐτοῦ δέομαι ἐκ βάθους καρδίας νά φωτίζει τό νοῦ, νά συνετίζει τήν διάνοια, νά ταπεινώνει τήν καρδία, νά ἀγνίζει τίς διαθέσεις τῆς ψυχῆς καί νά εὐλογεῖ τήν Ἀρχιερατική μου διακονία.

Ἔνδακρυς προσφέρω τήν εὐχαριστία καί τήν ἄπειρη εὐγνωμοσύνη μου πρός τήν Ὑπεραγία Θεοτόκου, τήν προστάτιδα καί εὐεργέτιδα τῆς ἀναξιότητός μου, ἡ ὁποία ἀγκάλιασε κι εὐλόγησε ὑπερεκπερισσοῦ τήν ὅλη διακονία μου καί σήμερα μέ ἀξιώνει στόν δικό της περικαλλέστατο ἱστορικό Ναό, τόν Καθεδρικό Ναό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὡς Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης, ὑπό τήν δική της κραταιά σκέπη νά λάβω τό μέγα χάρισμα τῆς Ἀρχιερωσύνης.

Μετά τόν Θεόν καί τήν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἐπιτρέψτε μου, Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, νά ἀπευθύνω πρός Ὑμᾶς, τόν σεπτόν Ἀρχιποίμενα τῆς ὑπ’ οὐρανόν Ἐκκλησίας, τήν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην τῆς καρδίας μου. Γιά μένα δέν εἶσθε μόνον ὁ Δεσπότης κι ὁ Αὐθέντης ἀλλά κι ὁ στοργικός Πνευματικός Πατέρας. Ἡ συνετή καρδία σας, ἡ σοφία, ἡ ποιμαντική δεξιοτεχνία, τό λειτουργικό σας ἦθος καί πάνω ἀπ’ ὅλα ἡ ἁπλότητά σας, τό χαμόγελό σας καί ἡ σπάνια ἀρχοντιά τῆς ψυχῆς σας, σᾶς καθιστοῦν ὑπόδειγμα ἀληθινοῦ ποιμένος, διδακτικώτατο παράδειγμα γιά τούς ποιμένες καί πατέρες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἡ πιστότητά σας στήν ἀποστολική εὐθύνη καί τήν οἰκονομική ἀποστολή σας διδάσκει καί στήν ταπεινότητά μου τόν τρόπο τῆς μεταλαμπαδεύσεως τοῦ ἱλαροῦ φωτός τῆς γλυκείας μορφῆς τοῦ ἐσταυρωμένου Θεανθρώπου καί τοῦ ἀνεσπέρου φωτός τῆς Ἀναστάσεώς Του στούς ἐν σκότει καί σκιᾶ θανάτου εὐρισκομένους λαούς τῆς Ἀσίας. Ὑπόσχομαι Παναγιώτατε ὅτι θά ἀγωνισθῶ νά ἀνταποκριθῶ στίς προσδοκίες σας, πάντοτε ἀκολουθώντας τό δικό σας φωτεινό παράδειγμα.

Θέλω νά εὐχαριστήσω ἐκ βάθους ψυχῆς ὅλους τούς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς πού ἁπαρτίζουν τήν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί μέ ἐτίμησαν, ἐκλεγοντάς με Μητροπολίτη Σιγκαπούρης. Τούς διαβεβαιῶ ὅτι δέν θά διαψεύσω, σύν Θεῶ, τήν ἐμπιστοσύνη τους καί τήν πρός ἐμέ ἀγάπη καί τιμή.


Εὐχαριστῶ τούς Ἁγίους Ἀρχιερεῖς ὅσους παρίστανται ἐδῶ τούτη τήν ἱερή ὥρα. Ἰδιαιτέρως δε τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σάμου καί Ἱκαρίας κ. Εὐσέβιο, ὁ ὁποῖος μέ πολλή ἀγάπη συμπαραστέκεται στόν καθημερινό ἱεραποστολικό ἀγῶνα τόσον τῆς ταπεινότητός μου ὄσον καί τοῦ κατά σάρκα ἀδελφοῦ μου Μητροπολίτου Χόνγκ Κόνγκ κ. Νεκταρίου.

Ἐκφράζω τήν εὐγνωμοσύνη μου στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δαρδανελλίων κ. Νικήτα, ὁ ὁποῖος μέ εἰσήγαγε στήν ἱερωσύνη καί μοῦ ἔδωσε τήν δυνατότητα νά ἐργασθῶ ἱεραποστολικά στήν Ἄπω Ἀνατολή.

Εὐχαριστῶ ὅλους τούς κληρικούς ὅσους σήμερα συμπροσεύχονται σέ τούτη τήν Εὐχαριστιακή Σύναξη. Ἰδιαιτέρως δε τούς Πανοσιολογιωτάτους Ἀρχιμανδρίτες Μελχισεδέκ, Ἠγούμενο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νικολάου Βαρςῶν, καί Ἐπιφάνιο, Πρωτοσύγκελο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, γιά τήν ὑπερβάλλουσαν πρός ἐμέ ἀγάπην τους καί τήν πολύτιμη συμπαράστασή τους.

Ἄπειρη εὐγνωμοσύνη καί βαθύτατο σεβασμό ἀπευθύνω στόν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Ἀνανία Κουστένη, ὁ ὁποῖος πάντοτε στέκεται δίπλα μου καί μέ περισσή ἀγάπη στηρίζει, διδάσκει καί παρηγορεῖ τήν ψυχή μου.

Μνημονεύω μέ περισσό σεβασμό τούς Καθηγητές μου στήν Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστική Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, στό Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας Ἀθηνῶν, καί στό Θεολογικό Τμῆμα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Δέν εἶναι δυνατόν νά μήν μνημονεύσω καί νά μήν ἐκφράσω τήν εὐγνωμοσύνη τῆς καρδίας μου πρός τήν Κοινότητα τοῦ Χόνγκ Κόνγκ, πρός τούς Κληρικούς καί ὅλους τούς συνεργάτες στό ἱεραποστολικό καί φιλανθρωπικό ἔργο πού σήμερα θερμῶς προσεύχονται γιά τήν ταπεινότητά μου. Τήν ἀγάπη καί τήν ἐμπιστοσύνη τους τήν ἔχω πάντοτε φυλαγμένη στήν καρδιά μου ὡς πολύτιμο φυλακτό.


Χρέος ἐπιτακτικό καί καθῆκον ἐπιβεβλημένο εἶναι αὐτήν τήν ἱερή ὥρα νά ἐκφράσω τήν εὐγνωμοσύνη μου στούς κατά σάρκα γονεῖς μου, οἱ ὁποῖοι μέ ζῆλο καί σοφία καλλιέργησαν τήν εὐσέβεια στήν ψυχή μου. Σέ αὐτούς ὀφείλουμε, ἡ ταπεινότης μου κι ὁ ἀδελφός μου, τό εὐ ζῆν τῆς κατά Χριστόν ζωῆς. Ἡ θεϊκή Ἀγάπη τούς κάλεσε νά πράξουν μία μέγιστη πράξη θυσίας: Νά δώσουν καί τά δύο τους παιδιά στήν διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀφέθηκαν μέ πίστη καί περισσή προθυμία στό θεϊκό κάλεσμα. Στάθηκαν μέ κάθε μέσο καί μέ κάθε τρόπο δίπλα στά παιδιά τους. Καί ὁ Θεός τίμησε τήν προσφορά τους καί τούς ἔδωσε μεγάλες πνευματικές χαρές. Χάρηκαν τήν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία τοῦ πρώτου τους γιοῦ καί σήμερα συμμετέχουν μέ ψυχική εὐφροσύνη στήν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονία τοῦ δεύτερου γιοῦ τους. Ἡ μεγάλη πνευματική χαρά αὐτῆς τῆς ὥρας τούς ἀνήκει διότι εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ στήν θυσιαστική τους προσφορά καί στόν ἔνδακρυ ἀγῶνα τους νά φανοῦν τά παιδιά τους ἀντάξια τῆς ἱεραποστολικῆς κλήσεως καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Εὐλογημένοι γονεῖς ἀπολαύστε σήμερα τήν χαρά τῶν παιδιῶν σας καί σκιρτήσατε γιά τήν μεγάλη δωρεά! Ἡ δική μου προσευχητική προσφορά στό ἱερό Θυσιαστήριο θά εἶναι τό ἀντίδωρο τῆς ἀγάπης μου πρός αὐτούς, μέ τήν διάπυρη πάντοτε εὐχή ὁ Κύριος νά τούς ἁγιάζει, νά τούς εὐλογεῖ καί νά ἀναπαύει μέ τή χάρη Του τίς εὐλαβικές καρδιές τους.

Ἄφησα τελευταῖο τόν κατά σάρκα ἀδελφό μου Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χόνγκ Κόνγκ κ. Νεκτάριο. Τόν μνημονεύω μέ ἰδιαίτερη συγκίνηση διότι μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός τήν μεγάλη εὐλογία νά διακονήσω κοντά του καί μαζί μέ μία γνώμη καί ψυχή νά ἐργασθοῦμε ἱεραποστολικά. Τοῦ ὀφείλω ἄπειρη εὐγνωμοσύνη διότι πάντοτε μοῦ συμπαραστάθηκε μέ ἀγάπη καί ὑπομονή. Ἀγωνίζεται μέ αὐταπάρνηση, ἀνιδιοτέλια καί ζῆλο γιά τήν ἐξάπλωση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου. Τόν διαβεβαιῶ πώς πάντοτε θά εἶμαι δίπλα του, συνδιάκονος στόν καλό ἀγῶνα τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν πού μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Θεός.

«Καί τά νῦν, Παναγιώτατε Πάτερ καί Δέσποτα, παρατίθεμα ἐμαυτόν καί ἄπαντα τά κατ’ ἐμέ τῳ Θεῶ καί τῳ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ.»

Εὐχηθεῖτε θερμῶς ὥστε ποτέ νά μήν προδώσω τό ἀποστολικό χάρισμα τῆς Ἀρχιερωσύνης. Εὐχηθεῖτε καί ἐκζητῶ πρός τοῦτο καί τίς πρεσβεῖες τῆς Ὑπερευλογημένης Ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς ὁποίας σήμερα τά ἱερά Εἰσόδια χαρμοσύνως ἑορτάζουμε καί τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου καί Ἰσαποστόλου καί κτίτορος τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων, τοῦ ὁποίου τό ὄνομα ἀναξίως φέρω, ὥστε τό ἱερό Ὠμόφορο, τό ὁποῖο τά τίμια Πατριαρχικά χέρια σας θά μέ ἐνδύσουν, ὅταν ἔλθει ἡ εὐλογημένη ὥρα πού θά ὁρίσει ὁ Κύριος, νά τοῦ τό παραδώσω λευκό, ἀρωματισμένο μέ τά δάκρυα τῆς προσευχῆς καί τῆς θυσιαστικῆς διακονίας.

Θέλω νά διαβεβαιώσω ὅτι θά προσπαθήσω νά κάνω πράξη γιά τόν λαό, πού ἡ Ἐκκλησία μοῦ ἐμπιστεύεται νά ποιμάνω, τά λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος: «Πάρε τόν λαό σου ἀπό τό χέρι. Πέρασέ τον μέσα ἀπό τήν ἔρημο. Ὅταν τόν δεῖς νά φλέγεται ἀπό τήν ἐσωτερική του φλόγα, δρόσισέ τον ἀνοίγοντάς του πηγή ὕδατος δακρύων μέ τό ξύλο, δηλαδή μέ τήν σταύρωση τῆς σαρκός σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις. Πολέμησε μαζί του τά ἐχθρικά ἔθνη τῶν δαιμόνων καί τῶν πειρασμῶν καί καῦσε τα μέ τό πῦρ τῆς πίστεως πρός τόν Κύριο. Φθάσε στόν Ἰορδάνη, χώρισε τόν λαό σου σέ τμήματα μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ καί διαίρεσε τά ὕδατα τοῦ κόσμου μέ τά δάκρυα τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα, νεκρώνοντας τά πάθη, ἀλλά καί μέ τά δάκρυα τῆς ἀγάπης, πού προέρχονται ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί σταθεροποίησέ τα στά μάτια τοῦ λαοῦ σου. Καί ἀνέβα μαζί του στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, βλέποντας τόν Χριστό, τό Θεό τῆς εἰρήνης. Ἑνώσου μαζί μέ τόν λαό σου μέ τήν ἀγάπη. Ἡ δε ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός».

Ἀμήν

Ο άγιος απόστολος Φιλήμων και οι συν αυτώ (22 Νοεμβρίου)


undefined
Ο άγιος απόστολος Φιλήμων και οι συν αυτώ (22 Νοεμβρίου)
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο άγιος Φιλήμων, όπως και οι σήμερα μαζί του εορταζόμενοι άγιοι απόστολοι Απφία (σύζυγος μάλλον του Φιλήμονος), Άρχιππος (ίσως υιός του Φιλήμονος και της Απφίας)  και Ονήσιμος (δούλος του Φιλήμονος, που δραπέτευσε και τον έστειλε πίσω ως χριστιανό όμως ο απόστολος Παύλος),  έζησαν επί της βασιλείας του Νέρωνος και υπήρξαν μαθητές του αποστόλου Παύλου. Μαρτύρησαν στην πόλη των Κολοσσών της Φρυγίας, κοντά στη Λαοδίκεια. Όταν δηλαδή οι ειδωλολάτρες εόρταζαν την Άρτεμη στο ναό της στις Κολοσσές, οι απόστολοι αυτοί δοξολογούσαν τον Θεό στην αγιοτάτη Εκκλησία, μαζί με άλλους χριστιανούς. Από έφοδο που έκαναν οι ειδωλολάτρες εκεί, οι χριστιανοί υποχώρησαν και κρύφτηκαν, έμειναν όμως οι απόστολοι μόνοι τους, μαζί με την Απφία που ήταν και αυτή πιστή χριστιανή, γιατί ποθούσαν το κατά Χριστόν μαρτύριο. Συνελήφθησαν λοιπόν και οδηγήθηκαν στον Ανδροκλέα, τον ηγεμόνα Εφέσου. Κτυπώνται λοιπόν  από αυτόν, και επειδή δεν πείσθηκαν να θυσιάσουν στο είδωλο που ονομαζόταν Μηνάς, ρίχνονται μέσα σε βόθρο μέχρι τη μέση τους. Στην κατάσταση αυτή λιθοβολούνται, αφού προηγουμένως κατατρυπήθηκαν από παιδιά με βελόνες».

Δύο αινιγματικά παράδοξα υπάρχουν στην ακολουθία του αγίου Φιλήμονος και των συν αυτώ αποστόλων, ποίημα του αγίου Ιωσήφ του υμνογράφου. Πρώτον, το παράδοξο της ιστορικής ανακολουθίας, δεδομένου ότι, ενώ οι απόστολοι αυτοί προσήλθαν στην πίστη του Χριστού από τον απόστολο Παύλο, συνεπώς αρκετά χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου,  ο άγιος υμνογράφος τους παρουσιάζει  ως «αυτόπτας του Λόγου και μύστας των θαυμάτων αυτού», ανήκοντας μάλιστα στους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου («και Μαθηταίς συντάξαντος Εβδομήκοντα»)∙ δεύτερον, το παράδοξο της πλήρους απουσίας αναφοράς στην επιστολή του αποστόλου Παύλου «Προς Φιλήμονα»: δεν φαίνεται λογικό η ακολουθία να έχει ως «αντικείμενο» κυρίως τον άγιο Φιλήμονα και να ελλείπει το πιο γνωστό ιερό κείμενο γι’ αυτόν, η συγκεκριμένη επιστολή που του απηύθυνε ο άγιος Παύλος. Λογική εξήγηση επί των παραδόξων αυτών δεν μπορούμε να δώσουμε, δεν βοηθά δε σ’ αυτό και η ίδια η ακολουθία. Το μόνο που μπορούμε να πούμε ως προς το δεύτερο παράδοξο είναι ίσως η απόλυτη προτεραιότητα που δίνει ο άγιος Ιωσήφ στην ιεραποστολική δραστηριότητα του αποστόλου Φιλήμονος, στη δράση του ως κήρυκα του λόγου του Θεού, στη μέχρι θυσίας προσπάθειά του να ευαγγελισθεί τους ανθρώπους. Να υποθέσουμε ως προς το πρώτο ότι επίτηδες υποβαθμίζει τα ιστορικά στοιχεία, για να τονίσει την αμεσότητα σχέσης και των αποστόλων αυτών με τον ίδιο τον Κύριο – κάτι παρόμοιο ίσως με αυτό που κάνει η αγιογραφία, η οποία βλέπει παροντικά όλα τα γεγονότα, έστω κι αν είναι του παρελθόντος ή του μέλλοντος;
Εκείνο πάντως που είναι αδιαμφισβήτητο στην ακολουθία είναι το γεγονός ότι όντως το κύριο  μέλημα του υμνογράφου φαίνεται να είναι η κηρυκτική δράση των αποστόλων, και μάλιστα του αγίου Φιλήμονος. Επιμένει στη δύναμη των λόγων του, οι οποίοι  άρδευσαν τις καρδιές των ανθρώπων, ώστε να καρποφορήσουν ουράνια νοήματα («ρείθροις των σων λόγων, καρδίας κατήρδευσας και γεωργείν ουράνια, μάκαρ, νοήματα παρεσκεύασας πίστει, απόστολε Φιλήμον). Και τα ουράνια αυτά νοήματα δεν ήταν ασφαλώς άλλα από αυτά που οδηγούσαν τον πλανεμένο άνθρωπο στον δρόμο του ουρανού: την αγάπη για τον Χριστό. («Τας ουρανίους οδούς τοις πλανηθείσι χαλεπώς έδειξας, ως απλανής οδηγός, Φιλήμον, και μόνην την οδόν, Χριστόν αγαπήσαι, οσίως ωδήγησας»).    Τι συγκεκριμένα εκήρυσσε  ο απόστολος Φιλήμων, κατά τον ποιητή, ώστε να έχει τέτοια δύναμη ο λόγος του; Μα, ασφαλώς ό,τι αποτελεί διαχρονικό κήρυγμα της Εκκλησίας: την προβολή των Παθών του Χριστού και της Αναστάσεώς Του. «Τα πάθη του Χριστού και την ανάστασιν κηρύττων, ανέστησας ως εκ τάφου απιστίας και νεκρώσεως τους ανθρώπους, Φιλήμον αξιάγαστε». (Κήρυττες τα πάθη του Χριστού και την Ανάστασή Του, Φιλήμον αξιοθαύμαστε, γι’ αυτό και ανέστησες σαν από τάφο της απιστίας και της νέκρωσης τους ανθρώπους). Δεν θα ήμασταν εκτός πραγματικότητας αν ισχυριζόμασταν ότι στο σημείο αυτό έχουμε μία «αδιόρατη» προβολή του αποστόλου Παύλου ως διδασκάλου του Φιλήμονος: ο απόστολος Παύλος είναι ο κατεξοχήν «ζωγράφος» του κηρύγματος της Εκκλησίας, ως εξαγγελίας των Παθών και της Αναστάσεώς Του.
Ο άγιος Ιωσήφ όμως δεν μένει μόνον στο έργο του αγίου Φιλήμονος ως ευαγγελιστή των ανθρώπων. Αν ο λόγος του ήταν σαν λυχνάρι φωτεινό που άναβε το φως στις σβησμένες από την πλάνη καρδιές των ανθρώπων («Λόγον ως λύχνον φαεινόν επανάπτοντα τη ση καρδία φέρων, τους το πριν εσβεσμένους και εν σκοτία πολλή κειμένους αγνωσίας»), ήταν διότι ο ίδιος αγάπησε πολύ τον Κύριο, που πρώτος Αυτός μας αγάπησε («φιλήσας Χριστόν, τον φιλήσαντα βροτούς δι’ ευσπλαγχνίαν»), και διότι βεβαίως, όπως και οι άλλοι απόστολοι, αγωνίστηκε στο να καθαρίσει το οπτικό της ψυχής του και να γίνει έτσι θεόπτης. Κι είναι αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να μιλά για αγάπη προς τον Χριστό, έχοντας ρυπαρή καρδιά. Η αγάπη σ’  Εκείνον φυτρώνει σε έδαφος που έχει αποκαθαρθεί από τα ζιζάνια των παθών. «Νοός το οπτικόν ανακαθάραντες, της θείας ετύχετε θεοπτίας, και καρδίας επεστρέψατε πλανωμένας, προς γνώσιν, ιερώτατοι».

Ακολουθείν

Από την ΘεοκρατίαστηνΠαγκοσμιοποίησι




του Αιδεσιμ. Βασίλειου Βολουδάκη


Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατε, Θεοφιλέστατοι,
Σεβαστοί Πατέρες,
Χριστός Ανέστη!

Με συναίσθηση ευθύνης για την τιμητική ανάθεση της εισηγήσεως στο παρόν Ιερατικό Συνέδριο θα προσπαθήσω να καταθέσω μόνο κάποιες άπλες σκέψεις-προβληματισμούς σχετικά με την πορεία πού ακολουθεί ο κόσμος μας, δεδομένου ότι ο χρόνος πού έχω στη διάθεση μου δεν επιτρέπει διεξοδική διαπραγμάτευση του θέματος.


Για την Παγκοσμιοποίηση έχουν γραφεί ήδη πολλά. Πάρα πολλά. Και γράφονται συνεχώς. Έχει γίνει της μόδας ή, για να εκφρασθούμε πιο σωστά, προπαγανδίζεται από πολλούς ως η τελειότερη έκφραση του ανθρώπινου πολιτισμού.
Παρά τις όποιες αντιρρήσεις, παρά τις όποιες αντιδράσεις και τους ενδοιασμούς, η προπαγάνδα υπέρ της Παγκοσμιοποίησης κάμπτει συνεχώς τις ψυχικές αντιστάσεις των ανθρώπων και διαμορφώνει νοοτροπίες και συνειδήσεις κατάλληλες για να την δεχθούν ως την φυσική -και γιατί και όχι επιθυμητή- εξέλιξη της ιστορίας του κόσμου.
H αξιολόγηση του ρεύματος που λέγεται Παγκοσμιοποίηση εξαρτάται από τα μάτια, πού διαθέτει ό καθένας, και επειδή «νους ορά και νους ακούει», όταν λέμε μάτια, εννοούμε τον νουν με τον όποιο ό κάθε άνθρωπος βλέπει, αντιλαμβάνεται, αισθάνεται και αποφασίζει.


H ιδέα της Παγκοσμιοποίησης δεν είναι καινούργια


Ως Ορθόδοξοι πιστοί και, μάλιστα, Κληρικοί δεν θα πρέπει να κάνουμε το τραγικό λάθος να εμπιστευθούμε ό καθένας μας το μυαλό του και τις περιορισμένες δυνατότητες του στην προσέγγιση του παγκοσμίου αυτού φαινομένου, γιατί «ημείς νουν Χριστού έχομεν» δια της Εκκλησίας και δεν μας συμφέρει να τον ανταλλάξουμε ούτε με όλα τα σοφά μυαλά της υφηλίου. Γιατί, πράγματι, δεν υπάρχει ισάξιο αντάλλαγμα με τον «νουν Χριστού» όχι μόνο στον κόσμο μας αλλά ούτε σε όλους τους κόσμους, ορατούς και αόρατους!

Για τους ορθοδόξους πιστούς ή ιδέα της Παγκοσμιοποίησης δεν είναι καινούργια. Είναι και πάρα πολύ παλιά, και κλεμένη. Την έκλεψαν από τον Θεό, την παραποίησαν, την κακοποίησαν και την ψιθύρισαν στους Πρωτοπλάστους πολύ νωρίς, γι' αυτό και πολύ νωρίς τους "σακάτεψαν"! Και αυτό το "σακάτεμα" θα ήταν οριστικό και αμετάκλητο αν ο Ίδιος ο Θεός δεν έπαιρνε επάνω Του την ανθρώπινη φύση μας να την χειρισθή με τέλειο τρόπο και να την επαναλειτουργήση ως «τέλειον άνθρωπον».

Η απάτη έγκειτο στο ότι οι παραδείσιοι παραχαράκτες εισηγήθηκαν στους Πρωτοπλάστους ότι μπορούν να τους εξασφαλίσουν όλα αυτά που τους υποσχέθηκε ό Θεός, χωρίς τους περιορισμούς του Θεού, αλλά και με απόλυτη ασυδοσία. Οι Πρωτόπλαστοι "έχαψαν" το παραμύθι, ότι ο Θεός ήταν το εμπόδιο της ευτυχίας τους(!) και ή συνέχεια είναι γνωστή, όπως και τα επακόλουθα της. Από τότε εμείς οι άνθρωποι γεννιώμαστε όχι μόνο «κατ' εικόνα Θεού» αλλά και «κατά την ιδέαν και κατά την εικόνα» (Γεν. 5, 3) των γονέων μας, όπως και τα παιδιά του Αδάμ, γι' αυτό και είμαστε πολύ επιρρεπείς στο να "χάβουμε" τα παραμύθια πού μας σερβίρουν, όπως ακριβώς τα "έχαψαν" και οι Πρωτόπλαστοι!

Θεοκρατία σημαίνει να αρχή ο Θεός

Πολλοί, ίσως, σκεφθήκατε ήδη πώς βρίσκομαι εκτός θέματος, έφ' όσον το θέμα μου είναι «Από την Θεοκρατία στην Παγκοσμιοποίηση» και ο λόγος μου βρίσκεται ακόμα στους Πρωτοπλάστους και δεν λέει να πάη στη γνωστή μας Θεοκρατία.
Αυτό το σκεφθήκατε γιατί, ακούγοντας περί Θεοκρατίας, ο νους σας πήγε στα ιστορικά καθεστώτα, στα όποια η "θρησκεία" επικρατούσε σε όλους ανεξαιρέτως τους τομείς της ανθρώπινης ζωής, με τρόπο πού οι άνθρωποι να βλασφημούν τον Θεό βλέποντας τους εκπροσώπους Του. Ας θυμηθούμε την Αγία Γραφή: «Δι' υμών βλασφημείται το Ονομα μου εν τοις έθνεσιν».

Το τραγικό με μας τους συγχρόνους είναι πώς έχουμε μπλέξει τόσο πολύ το μυαλό μας και έχουμε κατακερματίσει τη λογική μας βάζοντας ηγεμόνα της το πάθος και τις προκαταλήψεις μας, ώστε αλλοιώνουμε και την σημαντική των λέξεων, πού είναι ή τελευταία μας ελπίδα για να συνεννοηθούμε. Έτσι, "χαλαλίζουμε" με ευκολία λέξεις σημαντικές, αποδίδοντας τις σε ανθρώπους καταχραστές και καταστάσεις καταπιεστικές και Βάρβαρες, και τις απογυμνώνουμε από το πραγματικό τους περιεχόμενο και νόημα. Όπως, π.χ., "χαλαλίσαμε" την όντως δημοκρατική λέξη Βασιλεύς, που σημαίνει βάση του λάου, σε ανθρώπους πού έζησαν με αλαζονεία και έκαναν κατάχρηση εξουσίας και υιοθετήσαμε τη λέξη Πρόεδρος, πού ουσιαστικά δεν σημαίνει τίποτα, αφού ή Δημοκρατία δεν είναι έδρα για να κάθεται κανείς μπροστά της, έτσι "χαλαλίζουμε" και τη λέξη Θεοκρατία, στους θεομπαίχτες και καταπιεστές των λαών, πού καπηλεύθηκαν και καπηλεύονται τον Θεό για τα εγκλήματα τους.
Όμως, ή εισήγηση μου, μιλώντας για Θεοκρατία εννοεί την αβίαστη αποδοχή της κυριαρχίας του θελήματος του Θεού στην ψυχή, στον νου και στη ζωή των ανθρώπων.

Αυτή ή κυριαρχία του Θεού κράτησε πολύ λίγο μέσα στον Παράδεισο, πολύ λιγότερο σε επίγεια καθεστώτα, όπως στις μέρες του άγιωτάτου Βασιλέως και Ισαποστόλου Μεγάλου Κωνσταντίνου, και δεν έχουμε πλέον καμμιά, μα καμμιά, ελπίδα να επικράτηση στη γη, παρά μόνο στον αριθμό των πραγματικών πιστών της Εκκλησίας, πού είναι ήδη μικρός και πού ο Χριστός τον προσδιώρισε για το μέλλον με τρόπο, πού δεν αφήνει περιθώρια για ρομαντισμούς και οράματα: Μεταξύ δύο ή τριών!

Μπορεί κάποιοι να πιστεύουν σε μια μακρόχρονη επικράτηση του Θεού στη γη, μέσα από πολιτικά καθεστώτα, αλλά εμείς ξέρουμε, πώς αυτοί, πού το πιστεύουν, ή πιπιλάνε το δάχτυλο τους ή φτιάχνουν μια περίφημη καριέρα γήινης δόξας, κοροϊδεύοντας συγχρόνως τον εαυτό τους και τους άλλους ότι καταπιάνονται και ασχολούνται με τάχα πνευματικά θέματα.

Ωστόσο, όσοι πιστεύουμε στο Ευαγγέλιο δεν πρέπει να αντιδρούμε στην έννοια της θεοκρατίας, ούτε να συστρατευόμαστε με κείνους πού ακούνε τη λέξη και συνειρμικά ό νους τους πηγαίνει στους Ταλιμπάν και στον Χομεϊνί, γιατί ό Χριστός μας θέλει ολόκληρους και δεν περιορίζεται μόνο στο να εποπτεύη και να καθοδηγή την θρησκευτικότητα μας αλλά θέλει να του εμπιστευθούμε ολόκληρη την καρδιά μας και όλες τις δραστηριότητες μας και τις πτυχές της ζωής μας. Ο Χριστός είναι Εκείνος για τον Όποιον, από την στιγμή της συλλήψεως Του στην κοιλία της Παναγίας μας, πληροφορηθήκαμε ότι όχι μόνο «έσται μέγας και υιός Υψίστου κληθήσεται» αλλά και ότι «δώσει αυτώ Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαυίδ του πατρός αυτού, και βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της Βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος».(Λουκ. 1, 32-33)
Πληροφορηθήκαμε, δηλαδή, ότι ο Χριστός όχι μόνο είναι Άρχων των ψυχών μας αλλά και Άρχων όλων των επιγείων δραστηριοτήτων μας, γιατί οι επίγειες δραστηριότητες ετοιμάζουν τον άνθρωπο για την αιώνια ζωή ή τον ατιμάζουν αιώνια.

Ο ορός, λοιπόν, Θεοκρατία πρέπει να εκφράζη τουλάχιστον όλους εκείνους τους ανθρώπους πού πιστεύουν στον Θεό και συγκεκριμένα, ως προς την Πατρίδα μας, πρέπει να εκφράζη όλους εκείνους πού ομολογούν ότι ο Χριστός είναι «Εις της Αγίας Τριάδος», Θεός Αληθινός, Παντοδύναμος και Πάνσοφος, γιατί είναι λογική συνέπεια αυτής της παραδοχής το να θέλης να κράτη, να αρχή Αυτός ο Θεός στη ζωή σου. Υπάρχει, άραγε, νουνεχής άνθρωπος πού ενώ θεωρητικά δέχεται ότι δεν υπάρχει τελειότητα πέραν αυτής, πού ορίζει ο Θεός, στην πράξη να υπηρέτη και να ενεργή πολιτικές πού είναι αμοραλιστικές επινοήσεις ανθρώπων;

Το ερώτημα αυτό περιμένει τη σωστή απάντηση από όλους μας, γιατί μέχρι σήμερα τα πράγματα στον χριστιανικό χώρο είναι συγκεχυμένα και επικίνδυνα. Γιατί δεν υπάρχει πιο επικίνδυνος από εκείνον πού ασχολείται με τον Θεό αρρωστημένα!
Μέχρι σήμερα οι Ρωμαιοκαθολικοί απαντούν στο ερώτημα ντύνοντας με ιερατικά άμφια την πολιτική εξουσία, και, δείχνοντας το Βατικανό, με τον "αλάθητο" άνθρωπο στη θέση του Θεού, προσπαθούν μέσω αυτού να επιβάλλουν στους ανθρώπους «το Κράτος του Θεού»! ΟΙ Προτεστάντες απαντούν, αντιδρώντες λανθασμένα στον ένα "αλάθητο" άνθρωπο και έτσι «επεξέτειναν τον παπικό θεσμό μέχρι της τελευταίας προτεσταντικής καλύβης», διδάσκοντες τους ανθρώπους να ταυτίζουν την Αλήθεια με τις προσωπικές τους απόψεις!

Εμείς, πάλι, οι νεοέλληνες Ορθόδοξοι, έχοντας χάσει τον "μπούσουλα" με τη θεωρία των «διακριτών ρόλων» ξεχάσαμε ότι όχι μόνο η Καινή αλλά και η Παλαιά Διαθήκη ανήκει στην Εκκλησία, ότι δεν έχει καταργηθεί από τον Χριστό -κάθε άλλο- και ότι αυτή περιλαμβάνει λεπτομερείς οδηγίες του Θεού για την διευθέτηση των βιωτικών αναγκών και για την επίλυση των ανθρωπίνων προβλημάτων και άρα, όχι απλώς επιτρέπεται αλλά και οφείλει η Εκκλησία να παρεμβαίνη, όταν η ζωή των ανθρώπων νοθεύεται, οι συναλλαγές τους είναι φαύλες και αλλοιώνονται τα φρονήματα τους. Αυτή την πρακτική μας έδειξαν ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι άγιοι Πατέρες μας.

Στο ερώτημα, πού θέσαμε, πρέπει να απαντήσουν και οι πολιτικοί, όσοι τουλάχιστον ισχυρίζονται ότι είναι χριστιανοί, γιατί αυτοί είναι εκείνοι πού, αντί της Θεοκρατίας, επιλέγουν την Παγκοσμιοποίηση για να συμπλεύσουν με εκείνους, πού όχι μόνο δεν πιστεύουν στον Θεό αλλά και πού το πιστεύω τους είναι πώς ο Θεός και οι οδηγίες Του εμποδίζουν τους ανθρώπους να ενωθούν μεταξύ τους σε μια παγκόσμια οικογένεια αλληλεγγύης και αγάπης!

Δηλαδή, οι χριστιανοί πολιτικοί πρέπει να μας εξηγήσουν πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν μεν ότι ο Θεός είναι Πάνσοφος και χωρίς Αυτόν δεν μπορεί να γίνη τίποτα απολύτως -αυτό είπε ο Χριστός-και παρά ταύτα συστρατεύονται με εκείνους πού πιστεύουν ότι τα πάντα θα τα πετύχουν μόνο όταν ο Θεός φυγή από τη μέση και γίνη κριτήριο των πάντων ό άνθρωπος, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό πιστεύω; Έκτος αν αυτός είναι ο ορισμός του παραλογισμού ή ο ορισμός της υποκρισίας!


Παγκοσμιοποίηση: πνευματικό πρόβλημα


Βεβαίως τα πράγματα δεν παρουσιάζονται στους ανθρώπους τόσο ωμά και ξεκάθαρα, αλλά συσκοτίζονται παγκοσμίως με επιμέλεια ώστε, «εί δυνατόν, να παραπλανηθούν και οι εκλεκτοί» και να πιστέψουν ότι ή Παγκοσμιοποίηση δεν είναι ή συνέχεια και ή εξέλιξη της αιώνιας ανταρσίας και πάλης των «πνευματικών της πονηρίας» με τον Θεό, άλλ' ότι είναι κάτι το καινούργιο, κάτι σπουδαίο, συμβιβαστικό των αντιθέσεων μεταξύ των λαών, μια πνευματική πρόοδος, πού, επί τέλους, Βάζει στην άκρη τον σκοταδισμό της Εκκλησίας με τους μύθους για τους Αγγέλους και τους δαίμονες και απελευθερώνει το ανθρώπινο πνεύμα (Αυτό υπονοείται στο Σύνταγμα της Παγκοσμιοποίησης με τον εξοβελισμό του Χριστιανισμού), ώστε το ανθρώπινο πνεύμα ελεύθερο να γίνη αυτοθεός, χωρίς καμμιά ανάγκη από κανέναν, σύμφωνα με το συνοδευτικό της ταφής της ψυχής και του πνεύματος: «Λεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λεύτερος»]
Πολλοί, μάλιστα, επιχειρούν να προσδώσουν στην Παγκοσμιοποίηση μόνο χαρακτήρα οικονομικό, χωρίς, όμως, και αυτοί να αποκρύπτουν ότι το φαινόμενο αυτό προετοιμαζόταν από πολλούς αιώνες και δεν είναι μια ιδέα πού συνελήφθη στην εποχή μας.
Αυτό λέει πολλά...
Το τελευταίο τεύχος του Μαρτίου 2006 του περιοδικού ΤΙΜΕ ανάγει τις αρχές της Παγκοσμιοποίησης στο έτος 1295, όταν ο Μarco Ρolo έφθασε μέχρι την Κίνα και άνοιξε τους δρόμους του εμπορίου.

Όμως η ιστορική πραγματικότητα μαρτυρεί ότι οι πολιτικοί δεν αρκέσθηκαν στο εμπόριο αλλά χρησιμοποίησαν και "θρησκευτική" και πολιτική βία για να αλλάξουν τη νοοτροπία και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Τί ήσαν, άραγε, οι Αποικίες των Δυτικών στην Ανατολή και στην Αφρική; Ήσαν μόνο οικονομικά συμφέροντα η βιαία αλλοίωση των φρονημάτων των ανθρώπων προς την κατεύθυνση πού αυτοί επιθυμούσαν; Τώρα -αφού αφαίρεσαν τις ψυχές από τους ανθρώπους και τους αντικατέστησαν την «σάρκινην καρδίαν με λιθίνην»- τους αφαίρεσαν τις αλυσίδες, τους προώθησαν παντού και τους προετοιμάζουν ακόμη και για Προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών!(Σημ.: Τότε πού εγράφη ήταν απραγματοποίητο. Σήμερα η Αμερική έχει έγχρωμο Πρόεδρο.) Τώρα πια έγιναν «εις εξ αυτών». Ίσια και όμοια! Τώρα είναι και αυτοί μέλη του Συστήματος!

Δεν είναι, λοιπόν, τελικά, εμπορική και οικονομική ή μορφή πού παίρνει ή Παγκοσμιοποίηση στην εποχή μας. Θα μου επιτρέψετε, μάλιστα, να πω ότι κάθε άλλο παρά εμπορικά και οικονομικά αποτελέσματα προσφέρει στον κοσμάκη και ούτε, βέβαια, πρόκειται να του τα προσφέρη και στο μέλλον! Κατήντησε πια αυτή η παγκόσμια προσδοκία οικονομικής ανάκαμψης ...μεταφυσικό γεγονός(ϊ),
το όποιο προσδοκούμε να πραγματοποιηθή μετά τη Λεύτερα Παρουσία! Καλείται ο άνθρωπος να άνταλλάξη κυριολεκτικά τα φώτα της ψυχής και της συνειδήσεως του με στιγμιαίες λάμψεις βεγγαλικών, του στραγγίζουν την ψυχή από τις τελευταίες σταγόνες της ανθρωπιάς και τον αφήνουν οικονομικά στην "ψάθα". Όποιος έχει αντίρρηση, ας ρίξη μια ματιά στο Βιβλίο ΝΟ LOGO της Ναόμι Κλάϊν, που έχει χαρακτηρισθεί ως «το μανιφέστο της αντιπαγκοσμιοποίησης», και από τις σελίδες του αποκαλύπτονται οι μέθοδοι των Πολυεθνικών με σκοπό να «υπεξαιρέσουν και να οικειοποιηθούν το χρόνο, το φυσικό περιβάλλον και τις ίδιες τις ζωές των εργαζομένων»!

Ξεχάσαμε, φαίνεται, πώς θα έλθη εποχή, που θα πουλάνε οι άνθρωποι ακόμη και την ψυχή τους για το φαγητό και το αποτέλεσμα θα είναι και το χάσιμο της ψυχής και μια φούσκα φαντασίας αντί για φαγητό! Ξεχάσαμε πώς και τα υλικά αγαθά έχουν Αφεντικό τον Κύριο της Λοξής και γι' αυτό δεν θα πεινάση ποτέ ο άνθρωπος του Θεού, γιατί ο χορτασμός που ευφραίνει τον άνθρωπο δεν εξαρτάται από την ποσότητα του φαγητού αλλά από την ποσότητα της ευλογίας, πού συνοδεύει το φαγητό. Έτσι θα μένη με απραγματοποίητα οράματα και επιθυμίες αυτός πού δεν διάβασε και δεν πίστεψε στο «μη πεποίθατε έπ' άρχοντας, επί υιούς ανθρώπων οίς ουκ εστί σωτηρία» και ότι «επικατάρατος ο άνθρωπος όστις στήση την ελπίδα του έπ' άνθρωπον».

Ας διδαχθούν από την Ιστορία, όσοι δεν πιστεύουν πια στην Αγία Γραφή, ότι τα οικονομικά προβλήματα είναι κατ' εξοχήν πνευματικά. Ο Διοκλητιανός, ο μεγαλύτερος "φορομπήχτης" όλων των εποχών, δεν κατάφερε τίποτα, παρ' εκτός του να χρεωκοπήση την Αυτοκρατορία, αφού άρπαζε, μαζί με τους φόρους, και την ανθρωπιά των υπηκόων του. Αντίθετα, ο Μέγας άγιος Κωνσταντίνος, θέτοντας ως βάση το Ιερό Ευαγγέλιο στη ζωή της Αυτοκρατορίας, έκοψε χρυσά νομίσματα, πού η ισχύς τους κράτησε χίλια χρόνια! Αυτό και μόνο λέει πάρα πολλά, γιατί αποτελεί μοναδικό -με ασύγκριτη διαφορά- οικονομικό φαινόμενο στην ιστορία του κόσμου!

Η Παγκοσμιοποίηση υποκαθιστά τον Θεό!

Το κήρυγμα της Παγκοσμιοποίησης έχει επηρεάσει και αρκετούς ανθρώπους της Εκκλησίας και τους έχει ωθήσει να πιστέψουν ότι, τελικά, πρόκειται για ένα φαινόμενο αξιοποιήσιμο, αρκεί κανείς να πέραση μέσα άπ' αυτό τα μηνύματα της Ορθοδοξίας. Όμως, «συλλέγουσιν από ακανθών σταφυλήν και από τριβόλων σύκα;» (Ματθ.7,16)

Η Παγκοσμιοποίηση διαφέρει από τις προηγούμενες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας γιατί προσπαθεί ωμά και απροκάλυπτα να επιτυχή αυτό πού ό Θεός με τις παρεμβάσεις του εμποδίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια. Από τον Πύργο της Βαβέλ μέχρι σήμερα. Εμποδίζει, δηλαδή, ό Θεός το ανακάτεμα και τη σύχγυση της Αλήθειας με το ψέμμα, χωρίζοντας λαούς, ενώ αυτό το σύστημα, με τον άκρατο και, ουσιαστικά, απάνθρωπο ανθρωποκεντρισμό του επιχειρεί να ένωση τους λαούς με το ψέμμα και για να το πετύχη αλλοιώνει τα πνευματικά, τα ουράνια και τα κάνει "χώμα". Με ό,τι πνευματικό του Θεού ασχολείται το μολύνει, το νοθεύει, το αλλοιώνει, το ισοπεδώνει, το κάνει ίσια και όμοια με τα χωματένια. Πασχίζει να πείση τους ανθρώπους πώς, τελικά, «το καλό και το κακό είναι ένα»!

Η συσκότιση των πραγμάτων συνεχίζεται με τα κατά τόπους και καιρούς "καμουφλάζ" της Παγκοσμιοποίησης, και έτσι στερείται ό πολύς κόσμος της δυνατότητας να άντιληφθή ότι ή Παγκοσμιοποίηση τελικά στοχεύει στο να ύποκαταστήση τον Θεό και την Εκκλησία Του, με το να δίνη υποσχέσεις, πού είναι φύσει αδύνατον να υλοποίηση, δηλαδή με το να κηρύττη ότι θα ένωση όλη την ανθρωπότητα, όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως θρησκείας, εθνικότητος, φυλής ή κοινωνικού στρώματος.

Η Πολιτεία Φορέας της Παγκοσμιοποίησης

Ακόμη και στην Πατρίδα μας επιχειρείται εδώ και πολλές δεκαετίες αυτή η υποκατάσταση. Με το νεώτερο δε "ευφυολόγημα" των «διακριτών ρόλων» μεταξύ Εκκλησίας και του φορέα της Παγκοσμιοποίησης, πού είναι η Πολιτεία, κρύβεται με πολλή τέχνη και μαεστρία η αδιάκριτη εφόρμηση των στοιχείων του κόσμου στην περιοχή του Θεού.
Τί άραγε σημαίνει «διακριτοί ρόλοι», όταν, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, κυριαρχικός είναι πλέον ο ρόλος της Πολιτείας και όχι όπως ώρισε ο «εν βασιλεύσι Απόστολος» Μ. Κωνσταντίνος, ότι η Εκκλησία μέσα στο κράτος ως ψυχή και η Πολιτεία ως το σώμα, πρέπει η μεν να μεριμνά περί των εντός του άνθρωπου αναγκών, η δε Πολιτεία να μεριμνά για τις βιωτικές ανάγκες του;

Είναι διακριτοί οι ρόλοι όταν η Πολιτεία με το επιχείρημα ότι οι υπήκοοι της Πατρίδος μας δεν είναι όλοι Ορθόδοξοι χριστιανοί, προγραμματίζει το εκπαιδευτικό και πολιτιστικό σύστημα της χώρας μας σαν να είμαστε όλοι αλλόθρησκοι ή άθρησκοι και εξισώνει τη μειοψηφία με την πλειοψηφία;
Είναι διακριτοί οι ρόλοι όταν η Πολιτεία νομοθετεί πλειστάκις σαφώς αντίθετα με το Ιερό Ευαγγέλιο και όταν οι λειτουργοί της Εκκλησίας διδάσκουν την Αλήθεια στο λαό κατηγορούνται ότι πολιτικολογούν και αντιπολιτεύονται;
Είναι διακριτοί οι ρόλοι όταν η Πολιτεία αποφαίνεται και μάλιστα με απόλυτο τρόπο σε πνευματικά θέματα, σαν να την ψήφισαν οι άνθρωποι ως οδηγό της ψυχής και της ζωής τους και όχι μόνο και μόνο για να τους λύση τα βιωτικά προβλήματα, τα όποια σε μεγάλο Βαθμό τα αφήνει άλυτα, για να μην ειπούμε ότι πολλά από αυτά τα προξενεί εκείνη;
Ως προς την αλλοπρόσαλη σύνθεση του πληθυσμού της Πατρίδος μας, πού την τελευταία εικοσιπενταετία έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο, δεν έχει μερίδιο η Πολιτεία;

Κανείς ποτέ δεν μας εξήγησε το πώς μια χώρα, μέσα σε εκατόν εβδομήντα χρόνια από τον αυτοπροσδιορισμό της στο Σύνταγμά της με την παραδοχή και ομολογία της ότι μόνο «πάντες οι πιστεύοντες εις Χριστόν εισίν Έλληνες», χωρίς κανείς τότε να διαμαρτυρηθή -άρα δεν υπήρχε- έφθασε στο σημείο να εκτρέφη και να μοσχοπληρώνει νεογενίτσαρους για να εξοβελίσουν την Πίστη στον Χριστό, να πείσουν τους ανθρώπους ότι είναι μύθος πώς η Εκκλησία βοήθησε και στήριξε αποφασιστικά τους ανθρώπους κατά την Τουρκοκρατία και να παραχαράξουν την ιστορική πραγματικότητα μέχρι σημείου αρνήσεως και αυτής της υπάρξεως των Κρυφών Σχολειών;

Δεν έφθασε άραγε η χώρα μας σ' αυτό το σημείο μετά από μακροχρόνια ανελέητη προπαγάνδα και μεθοδευμένη Πολιτειακή συμπεριφορά;
Στη μεθοδευμένη Πολιτειακή συμπεριφορά εντάσσεται και η κατά καιρούς, με το πρόσχημα της Πολιτειακής ανωμαλίας, προώθηση σε ύπατα εκκλησιαστικά αξιώματα προτιμουμένων και ελεγχομένων από την Πολιτεία Κληρικών, οι όποιοι καταρράκωσαν το κύρος της Εκκλησίας και έκαναν να «βλασφημήται το Ονομα του Θεού εν τοις έθνεσιν».

Μακροχρόνια η διάσταση της Πολιτείας με την Εκκλησία

Έτσι φαντάζει σαν εξοργιστικό αστείο ή συζήτηση που γίνεται στις μέρες μας για επικείμενο χωρισμό Εκκλησίας και Πολιτείας, αφού όλοι μας πια ξέρουμε σ' αυτόν τον τόπο ότι ουσιαστικά ή Πολιτεία είναι εδώ και δεκαετίες σε διάσταση με την Εκκλησία, απλώς δεν της εκδίδει το Διαζευκτήριο, γιατί προτιμάει να την διαφεντεύη και να την χρησιμοποιή. Επιφυλάσσεται δε να της δώση και το Διαζύγιο, όταν αποχρωματισθούν λίγο ακόμη οι "Ελληνες και τακτοποιηθούν -προς το συμφέρον της Πολιτείας πάντα- και οι περιουσιακές διαφορές.

Όλοι πια γνωρίζουμε ότι το πολιτικό μας σύστημα έχει προ πολλού χωρισθή από την Εκκλησία και το πνεύμα Της και έχουν διατηρηθεί απλώς οι αγιασμοί, τα εγκαινια και οι Ορκωμοσίες, τελετές, πού όπως γίνονται, ουσιαστικά δεν λένε τίποτα.
Βεβαίως υπάρχουν αρκετές προσωπικές διαφοροποιήσεις πιστών πολιτευτών, αλλά και αυτές χάνονται μέσα στους κομματικούς σχεδιασμούς και στις επιδιώξεις τους.
Ο χωρισμός της Πολιτείας από την Εκκλησία φαίνεται κραυγαλέα και από τη θέση, πού η Πολιτεία έχει ορίσει στο Πρωτόκολλο της για τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τις επίσημες εκδηλώσεις. Την θέση, πίσω από τους υπασπιστές του Προέδρου της Δημοκρατίας και στην ίδια ευθεία με την λοιπή πολιτική ηγεσία. Αυτή είναι η αξιολόγηση της Πολιτείας για τον πνευματικό ηγέτη της Πατρίδος μας, τον πνευματικό ηγέτη και όλου του πολιτικού κόσμου, έφ' όσον -όπως τουλάχιστον οι ίδιοι ισχυρίζονται και πολλές φορές διαλαλούν- είναι Ορθόδοξοι χριστιανοί!
Αν συγκρίνουμε το ήθος της σημερινής Πολιτείας με το ήθος του αγίου Αυτοκράτορας Κωνσταντίνου, τότε θα τον δοξάσουμε και θα τον προσκυνήσουμε για άλλη μια φορά.

Ο Μ. Κωνσταντίνος ως Αυτοκράτορας είχε εξουσία ζωής και θανάτου στην Αυτοκρατορία και, παρά ταύτα, κάθισε σ' ένα απλό σκαμνί μέσα στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, αρνούμενος να καθίση σε θρόνο, και με κόκκινα τα μάγουλα από συστολή και σεβασμό προς τους Πατέρας της Συνόδου είπε ότι ή θέση του είναι δίπλα στους επισκόπους και όχι υπεράνω αυτών, προσθέτοντας, χαρακτηριστικά, ότι «εγώ είμαι εις εξ υμών Επίσκοπος αλλά των εκτός της Εκκλησίας»! Αυτή όντως είναι η πραγματική και ασύγκριτη σεμνότητα και ταπεινότητα!

Μεγάλη ευθύνη έχουμε εμείς οι Κληρικοί

Βεβαίως, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την επέκταση της ισοπεδωτικής Παγκοσμιοποίησης έχουμε εμείς οι Κληρικοί και πρέπει να κάνουμε και την αυτοκριτική μας και την αυτοκάθαρσή μας, γιατί, κατά τον σπουδαίο εκκλησιαστικό άνδρα, μακαριστόν π. Επιφάνιον Θεοδωρόπουλον, «η καθαρότητα του κλήρου» «είναι η μόνη αποτελεσματική Ιεραποστολή»!
Πέραν του ήθους μας, πού πρέπει να είναι και να φαίνεται ήθος Χριστού, ώστε να παρακινούνται οι άνθρωποι στην εν Χριστώ ζωή από τη συμπεριφορά μας και όχι μόνο από τα λόγια μας, πρέπει να αποβάλλουμε κάθε στοιχείο κοσμικής εξουσίας από την άσκηση του πνευματικού μας λειτουργήματος.
Είναι εκτροπή και αίρεση όταν το πολίτευμα των χριστιανών συγχέεται με πολιτικές στρατηγικές. Είναι εκτροπή, αίρεση και παραφροσύνη να συμπεριφέρονται οι Επίσκοποι ως τοποτηρητές του αυτοκράτορας και οι Πρεσβύτεροι ως κατεξουσιαστές των συνειδήσεων και της ζωής των ανθρώπων.

Το πολίτευμα μας δεν είναι πολίτευμα επίγειο αλλά «εν ουρανοίς υπάρχει» και γι' αυτό έχουμε χρέος να δείξουμε έμπρακτα στους ανθρώπους τη διαφορά, την αβυσσαλέα διαφορά μεταξύ κοσμικο-πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας.
Στην Εκκλησία δια του Χριστού «εδόθη πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης», και αυτό οφείλουμε να το φανερώνουμε στους ανθρώπους με άλλον τρόπο και όχι με αυτόν πού γνωρίζουν από τους κοσμικούς άρχοντες. Να αποδείξουμε ότι αύτη η εξουσία του Χριστού δεν τους αιχμαλωτίζει, ούτε τους υποδουλώνει, ούτε τους κάνει υποχείρια μας, αλλά τους οδηγεί έξω από τους περιορισμούς της ανθρώπινης στενοκαρδίας, τους οδηγεί σε έξω-ουσία, έξω από την ουσία-φύση του πεπτωκοτος ανθρώπου και τους αξιώνει να γίνουν μέτοχοι «άλλης βιωτής, της αιωνίου απαρχή».
«Πολλά πταίομεν άπαντες» κραυγάζει ο δικαιότατος άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος και συμπεριλαμβάνει τον εαυτόν του σ' αυτήν την ομολογία, πόσω μάλλον πρέπει να σκύψουμε το κεφάλι όλοι εμείς, πού πραγματικά φταίμε. Αρχιερείς, Ιερείς, Άρχοντες και αρχόμενοι.

Να συνειδητοποιήσουμε ότι «το τέλος εγγίζει» για τον καθένα μας και ότι στον τάφο μας θα πάρουμε μόνο την περιουσία της ψυχής μας. Δέν έχουμε περιθώρια να παριστάνουμε τους πρίγκηπες του λάου, ούτε ωφελεί. Δέν είμαστε μικρά παιδιά για να μας χαροποιούν τα ξυλοκέρατα του κόσμου. Η Παγκοσμιοποίηση εξαπλώνεται σαν οδοστρωτήρας, όπως προσφυέστατα έχει πει ό Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος μας. Οπωσδήποτε δεν μπορούμε να της ματαιώσουμε την πορεία, ούτε ανθρωπίνως να την αναχαιτίσουμε. Ωστόσο μπορούμε να της κλείσουμε την πόρτα της ψυχής μας και την πόρτα της οικογενείας μας.

Αν συνεργασθούμε περισσότεροι και μας αξίωση ό Θεός να αποκτήσουμε συναντίληψη, τότε τα αποτελέσματα θα πολλαπλασιασθούν, γιατί καμμιά θεωρία στην εποχή μας δεν κάνει εντύπωση πια στην κουρασμένη και απογοητευμένη ανθρωπότητα παρά μόνο το ήθος Χριστού, ζωντανεμένο στην συμπεριφορά των πιστών μαθητών Του.
* * *

Σάς κούρασα με την ατελή προσπάθεια μου να πω πολλά πράγματα σε λίγη ώρα. Ήταν, όμως, πράγματι δύσκολο να εκφρασθή ο πόθος μου για επικράτηση περισσότερης λογικής, της μόνης αποτελεσματικής αντιστάσεως κατά του αρχιτέκτονας της Παγκοσμιοποίησης, του «φθορέος των φρενών» αλλά και προϋπόθεση για την προσέγγιση της Θεολογίας, πού είναι το "κλειδί" για την επίλυση όλων των προβλημάτων, εγκόσμιων και υπερκοσμίων!

Ίσως σε κάποιους φάνηκαν «μωρία» οι απόψεις μου. Όμως προσπάθησα, όσο μπόρεσα, να "αντιγράφω" τα «μωρά του κόσμου», τους «μωρούς δια Χριστόν». Γνωρίζω ότι αυτή η «μωρία» είναι αντίθετη με ό,τι θεωρείται στην εποχή μας σοφό. Άλλα πιστεύω, με όλη μου την ψυχή πιστεύω, ότι τα «μωρά τον κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή και εξουθενημένα εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά», και γι' αυτό, παρά τις όποιες ατέλειες της δικής μου "αντιγραφής", «οι μωροί δια Χριστόν» ήταν, είναι και θα είναι η μόνη μας ελπίδα!

«Κρίση οικονομική ή Κρίση του Θεού;»

του Μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ
Aκολουθεί η ενδιαφέρουσα εισήγηση του Μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ στην ημερίδα του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο, 19 Νοεμβρίου, στο Πνευματικό Κέντρο Παναγίας Μπεντεβή, παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ειρηναίου:

Σεβασμιώτατε,
Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί,
Κύριε Πρόεδρε του Παγκρητίου Συνδέσμου Θεολόγων,
Αγαπητοί συνάδελφοι Θεολόγοι!
Κατ’ αρχήν ευχαριστώ θερμοτατα τον Σύνδεσμό σας για την ευγενή πρόσκληση να είμαι σήμερα ανάμεσά σας ως ομιλητής, καθώς και τον Σεβ. Αρχιεπίσκοπο Κρήτης και πνευματικό πατέρα όλων μας κ. Ειρηναίο για την προφρόνως και ευγενώς, όπως πάντα, παρασχεθείσα ευλογία του, τόσο για να λειτουργήσω στα όρια της θεοσώστου Επαρχίας του, όσο και για να σας μιλήσω. Είμαι δέσμιος της αγάπης όλων σας! Θα προσπαθήσω να δώσω, όσο μπορώ, μια απάντηση στο ερώτημα:

«Κρίση οικονομική ή Κρίση του Θεού;»

1. Στις ζοφερές ημέρες μας όλοι μιλούμε για την «Κρίση» που ενέσκηψε και μας ταλανίζει, τόσο εδώ στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη και σε άλλες χώρες του κόσμου. Πέντε μέχρι στιγμής ευρωπαίοι πρωθυπουργοί κατέρρευσαν άδοξα μέσα στη δίνη αυτής της κρίσης. Χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με το φάσμα της οικονομικής καταστροφής, της ανεργίας και της φτώχειας, ενώ πολλοί έχουν κιόλας φτάσει στο απονενοημένο διάβημα. Ήδη μιλούν για εκατοντάδες αυτοκτονίες την τελευταία διετία στην πατρίδα μας, άμεσα συναρτημένες με την περιλάλητη κρίση.

Τα ΜΜΕ συνήθως τις αποσιωπούν και από μια έποψη ίσως καλώς πράττουν. Οι μισθοσυντήρητοι και οι συνταξιούχοι του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα είδαν το μισθό και τη σύνταξή τους να περιορίζεται άγρια. Οι υπεύθυνοι διαχειριστές της ζωής και του μέλλοντός μας συμπεριφέρονται σαν μαθητευόμενοι μάγοι, λαμβάνουν σπασμωδικές αποφάσεις, φάσκουν και αντιφάσκουν, σήμερα αποφασίζουν κάτι και αύριο το αναιρούν, υπόσχονται, αυτοδιαψεύδονται και τραυματίζουν καθημερινά το ηθικό και την αξιοπρέπειά μας. Οι φόροι και τα τέλη έρχονται σαν καταιγίδα, αυξάνονται συνέχεια με γεωμετρική πρόοδο και εισπράττονται εκβιαστικά, χωρίς μάλιστα να λαμβάνεται κάποια μέριμνα για δίκαιη κατανομή τους. «Το κράτος διεκδικεί συνέχεια τα δάκρυα και το αίμα μας», όπως σωστά παρατήρησε σε εγκύκλιό του ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος, «χωρίς καμμιά ελπίδα και εγγύηση», ενώ «προσφέρει στο λαό πολύ λιγότερα απ’ όσα του απαιτεί» (Εγκύκλ. 63/30-9-2011).

Το περίφημο «κοινωνικό κράτος» όπως το γνωρίζαμε αρχίζει να συρρικνώνεται ταχύτατα και να αποσύρρεται από το προσκήνιο. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κυριολεκτικά «ισοπεδωθήκαμε στο μηδέν της περιουσίας μας και στο τίποτα της αξιοπρεπείας μας» (ενθ’ ανωτ.). Η κατάθλιψη, το πονηρό πνεύμα της λύπης, όπως την ονομάζει ο Άγιος Κασσιανός ο Ρωμαίος, είναι κατόπιν τούτων η ευρύτατα ενδημούσα νόσος και στον τόπο μας, και μάλιστα στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ η κατανάλωση των σχετικών ψυχοφαρμάκων έχει αυξηθή δραματικά. Οι ειδήσεις, του εσωτερικού και του εξωτερικού, που βομβαρδίζουν κάθε ώρα τ’ αφτιά μας και τα μάτια μας, προξενούν όχι ανησυχία, αλλά κυριολεκτικά πανικό! Ένα δαιμονικό γαϊτανάκι οικονομικής και κοινωνικής καταρρεύσεως ξετυλίγεται στην Ευρώπη, στην Αμερική και σ’ άλλες χώρες της σφαίρας, στο οποίο η μικρή Ελλάς έχει, δυστυχώς, κεντρικό ρόλο. Οι πολιτικοί, που ήκιστα αδίκως, θεωρούνται ανεπαρκείς, αναξιόπιστοι και κυριολεκτικά «χαλασοχώρηδες» κατά Παπαδιαμάντην, συγκεντρώνουν πάνω τους την μήνιν και τα πυρά των αγανακτισμένων και απελπισμένων. Θυμηθήτε τα γεγονότα της 28ης Οκτωβρίου. Κύματα αγανακτισμένων πολιτών κάθε ηλικίας, κοινωνικής τάξεως και μορφωτικού επιπέδου, κατακλύζουν τις πλατείες και των ελληνικών πόλεων, όπως και των μεγαλουπόλεων του εξωτερικού, διαμαρτυρομένων έντονα για τη διάχυτη δυστυχία. Συλλαλητήρια επί συλλαλητηρίων και διαδηλώσεις επί διαδηλώσεων διοργανώνονται για να υψώσουν διάτορη φωνή απογνώσεως. Η κρατική εξουσία τους δειχνει άγρια τα δόντια της. Η διανόηση κάνει τις αναλύσεις και τις εκκλήσεις της σε διάφορους τόνους, αλλά δεν καταφέρνει να ξορκίσει τη σύγχυση. Τα εκκλησιαστικά συσσίτια των απόρων που διοργανώνουν αξιέπαινα πολλές ενορίες μας, αποτελούν τη μόνη, συχνά, ελπίδα για να αντιμετωπίσουν το φάσμα της πείνας ολοένα και περισσότεροι συνάνθρωποι, αξιοπρεπείς μέχρι χθες νοικοκύρηδες. Οι άστεγοι πολλαπλασιάζονται συνεχώς και μάλιστα εν καιρώ χειμώνος.

Οι περισσότεροι που κυκλοφορούν στους δρόμους συμπεριφέρονται νευρωτικά, είναι έτοιμοι να εκραγούν η δείχνουν αφηρημένοι, με τον νου να ταξιδεύει αλλού. Στις συζητήσεις, ακόμη και των απλουστέρων στο καφενείο η στο χωριό, μπήκαν νέοι όροι όπως: Μνημόνιο, Μεσοπρόθεσμο, Goldman Sachs, οίκοι αξιολόγησης, σπρέντς, ασφάλιστρα κινδύνου, επιτόκια, ΔΝΤ, Ευρωζώνη, Τρόϊκα, διάθεση ομολόγων, δημοσιονομική εξυγίανση, εκταμίευση της δόσης κ.α.π. Όλοι κουβεντιάζουν για το αν το Μνημόνιο είναι στην πραγματικότητα το Μνημόσυνο της Ελλάδος όπως την ξέραμε. Αν το Μεσοπρόθεσμο είναι απλώς προοίμιο πολλών άλλων μεταμεσοπροθέσμων και μακροπροθέσμων στραγγαλιστικών μέτρων που σαν οδοστρωτήρες θα περάσουν πάνω από τον ταλαίπωρο λαό μας. Αν θα πρέπει να μείνουμε στο ευρώ η να επιστρέψουμε στη σεμνή δραχμούλα μας. Αν αξίζει να παραμένουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση η να αποχωρήσουμε. Αν αντέχει το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τεκτονικό σεισμό που το σείει (Ιταλία, Πορτογαλλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ισλανδία κ.λπ. κ.λπ.), η αν θα καταρρεύσει καταπλακώνοντάς μας όλους κάτω από τα ερείπιά του.

Αν η Αμερική, η Ρωσία η η Κίνα μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της καταστάσεως. Όλοι γίνονται αυτοχειροτόνητοι οικονομικοί και κοινωνικοί αναλυτές και διεθνολόγοι και αποφαίνονται ανάλογα. Πολλοί αναζητούν ήδη μια χώρα για να μεταναστεύσουν, και μάλιστα νέοι, που βλέπουν εδώ τα φτερά τους και τα όνειρά τους τραγικά ψαλλιδισμένα και ασφυκτιούν. Στην Κύπρο έχουν κιόλας κατευθυνθή πολλοί, στις διάφορες δυτικοευρωπαϊκές χώρες άλλοι, αρκετοί αναζητούν καλλίτερες συνθήκες στη γείτονα Τουρκία, ενώ πάρα πολλοί αναζητούν τους γνωστούς παλαιότερους μεταναστευτικούς «παραδείσους» της Αυστραλίας και της Αμερικής. Ασφαλώς δεν πρόκειται για ανειδίκευτους χειρώνακτες αλλά συχνά για ανθρώπους με πανεπιστημιακά πτυχία, με γλώσσες, με διδακτορικά κ.τ.τ. Κατάσταση γενικώς σουρρεαλιστική, τραγική, θρήνου και οιμωγής άξια, κυριολεκτικά δαιμονική. Αυτά είναι γνωστά σε όλους. Και όλοι αναζητούν τη ρίζα του μεγάλου κακού στην πριν από δυόμιση χρόνια κατάρρευση της Lehman Brothers στη Νέα Υόρκη και στις περιπέτειες (και αθλιότητες) των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της Wall Street, με τα λεγόμενα «Golden Boys» να επισύρρουν στις κεφαλές τους τα αναθέματα των θυμάτων από κάθε γωνιά της γης. Θεωρούν ότι εδώ, στους άπληστους μεγαλοτραπεζίτες και στα μοχλευμένα λογιστικά τους κεφάλαια, στο αμέτρητο «χρήμα -αέρα», στα λιμνάζοντα ομόλογα (η αγορά ομολόγων είναι σε αξία πέντε φορές μεγαλύτερη από όλο το Ακαθάριστο Ετήσιο Προϊόν της υφηλίου, ενώ η αγορά των διεθνών παραγώγων είναι δώδεκα φορές μεγαλύτερη από το παγκόσμιο ΑΕΠ!), στις χρηματιστηριακές «φούσκες», βρίσκεται η γενεσιουργός αιτία της καταστάσεως που βιώνουμε. Και βέβαια κανείς εχέφρων δεν θα υποστηρίξει ότι τα άδηλα εκείνα και κρύφια μυστήρια και τα θλιβερά γεγονότα στην πέραν των Γαδήρων υπερδύναμη είναι άσχετα με τα σημερινά δικά μας οξύτατα προβλήματα.

Όπως άλλωστε δεν είναι άσχετα και κάποια άλλα, όπως το λίγο παλαιότερο «Κραχ» του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών του 1999, όταν εκατό περίπου δισεκατομμύρια ευρώ άλλαξαν απότομα χέρια, με αποτέλεσμα χιλιάδες μικροεπενδυτές να θρηνούν μέχρι σήμερα τις οικονομίες μιας ζωής, το εφάπαξ των γηρατειών τους η όσα αφρόνως δανείσθηκαν από τις Τράπεζες για να «παίξουν» στο Χρηματιστήριο επ’ ελπίδι ευκόλου και υψηλού κέρδους. Βεβαίως κάποιοι άλλοι εθησαύρισαν απ’ εκείνο το απότομο ξεφούσκωμα και είναι κρίμα που δεν βρέθηκε μέχρι σήμερα μια σοβαρή κυβέρνηση με αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσει τους ταχυδακτυλουργούς εκείνους της απάτης κυριολεκτικά ως «πλουτίσαντας επί Κατοχής». Κάποιοι, με όχι εντελώς αβάσιμη καχυποψία, αναζητούν πίσω από τις καλοσφαλισμένες πόρτες ιδιοτύπων διεθνών λεσχών όπως η λεγόμενη Τριμερής Επιτροπή (The Trilateral Commission) η η Λέσχη Bilderberg, τα γενεσιουργά αίτια της παγκόσμιας Κρίσεως. Άλλοι μέμφονται την Κομμισιόν της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, την ακαμψία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος η την επιθυμία της Γερμανίας για μια Γερμανική Ευρώπη. Άλλοι στοχοποιούν φορολογικούς παραδείσους όπως τα Cayman Islands της Καραϊβικής με τις υπεράκτιες εταιρίες, το Λιχτενστάϊν και την Ελβετία με το απόλυτο τραπεζικό απόρρητο (τελευταίως αυτό έχει ξεπερασθή, αλλά η Ελλάδα μένει ένοχα αδιάφορη!), όπου φυγαδεύεται το μαύρο χρήμα, προϊόν οικονομικού (τουλάχιστον!) εγκλήματος.

Άλλοι κατηγορούν μεγάλες διεθνείς εταιρίες που εξυπηρετούν τεράστια συμφέροντα (όρα και Siemens) και τους εντόπιους πράκτορές τους, που και όταν αποκαλύπτεται ο καταλυτικός ρόλος τους εξασφαλίζουν την ασυλία τους στα όρια της μητέρας-πατρίδας της εταιρίας. Δεν είμαι ειδικός για να εκφέρω γνώμη, χωρίς τούτο να σημαίνει και ότι είμαι κρετίνος η ότι δεν έχω τις υποψίες μου. Οπωσδήποτε όμως θα είμασταν πολύ μακρυά από την αλήθεια αν δεν αναζητούσαμε ταπεινά ευθύνες και από μας τους ίδιους. «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες». Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Μεσογαίας Νικόλαος: «Σίγουρα και η δική μας ευθύνη ως λαού δεν είναι καθόλου μικρή. Συμφωνήσαμε με τις μικρονοϊκές πολιτικές επιλογές και τις κάναμε συνήθειες και νοοτροπία μας. Η ανειλικρίνεια, η αδιαφορία, το βόλεμα, το εύκολο κέρδος, η προσβολή των θεσμών, η ύβρις κατά της πίστης και της παράδοσής μας, η ασέβεια κατά του κράτους και των νόμων, οι αλόγιστες διεκδικήσεις, αποτέλεσαν κομμάτια της ζωής του νεοέλληνα που δεν μας τιμούν καθόλου… Το δικό μας μερίδιο ευθύνης για το σημερινό μας κατάντημα δεν είναι ευκαταφρόνητο.» (ενθ’ ανωτ.).

Είμαστε βουτηγμένοι σε ηθική και πνευματική κρίση! Έχουμε απομακρυνθή από την ευθεία όδό του Χριστού! Αυτή είναι μια οδυνηρή όσο και αναμφισβήτητη πραγματικότητα!

2. Η σημερινή Κρίση, αγαπητοί μου, όπως επιγραμματικά την περιγράψαμε, δεν είναι βεβαίως η πρώτη που βιώνει η άνθρωπότητα. Είναι πολύ χρήσιμο να θυμούμαστε ότι πριν από ογδόντα χρόνια ο κόσμος είχε ζήσει τη «Μαύρη Τρίτη», δηλαδή την 29η Οκτωβρίου 1929, όταν μ’ ένα τρομερό «Κραχ» του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης ξέσπασε η Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, «The Great Depression», που έφερε την πείνα και την εξαθλίωση σε δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον κόσμο. Περίπου δέκα χιλιάδες τράπεζες τινάχθηκαν στον αέρα, εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τις καταθέσεις τους, τις επιχειρήσεις τους, τα υποθηκευμένα λόγω δανείων σπίτια και περιουσίες τους. Μεγάλες επιχειρήσεις διαλύθηκαν, τα εργοστάσια έκλεισαν, η βιομηχανία και το εμπόριο έγιναν συντρίμμια, ενώ κατά σύμπτωση ενέσκηψε και μια μεγάλη περίοδος ξηρασίας στις Η.Π.Α., που κράτησε ως το 1930, κι εκαθηλωσε στο ναδίρ και την αγροτική παραγωγή. Πρώην εκατομμυριούχοι, επιχειρηματίες, βιομήχανοι κ.τ.τ. βρέθηκαν ξαφνικά να πουλούν μήλα και μολύβια σε καροτσάκια μικροπωλητού στους δρόμους για να επιβιώσουν. Άνθρωποι άρχισαν να αυτοκτονούν πηδώντας από τα ψηλά κτίρια. Μόνο στις Η.Π.Α. το ένα τρίτο του λαού βρέθηκε πολύ κάτω από το συμβατικό όριο της φτώχειας. Σε άλλες χώρες τα πράγματα υπήρξαν χειρότερα.

Στρατειές ατέλειωτες οι άνεργοι, οι νεόπτωχοι, οι πεινασμένοι, οι απελπισμένοι σε όλο τον δυτικό κόσμο, ήταν ένα θαυμάσιο άλλοθι για τους μπολσεβίκους και κομμουνιστές της Σοβιετικής Ενώσεως ν’ αναθεματίζουν το κεφάλαιο (όχι το βιβλίο του Μαρξ!) και τον καπιταλισμό, καλώντας τους «προλετάριους» όλης της γης να ενωθούν κάτω από την «μπαντιέρα ρόσα τριονφερά» για ν’ απολαύσουν τον επαγγελλόμενο ερυθρό παράδεισο. Ήταν επίσης ένα θαυμάσιο άλλοθι για παρανοϊκούς αρχολίπαρους και σπουδαρχίδες δημοπίθηκους, όπως κάποιος Αδόλφος Χίτλερ, για να ξεσηκώσουν τις πανικόβλητες μάζες, να τις φανατίσουν και να στήσουν σκοτεινά ολοκληρωτικά καθεστώτα που θα έβαφαν στο αίμα όλη την υφήλιο με τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Εάν λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν αφ’ ενός μεν το γεγονός ότι η ιστορία προχωρεί σαν σπιράλ και κάποτε μερικά φαινόμενά της επαναλαμβάνονται, αφ’ ετέρου δε ότι η οικονομία σήμερα είναι πολύ περισσότερο παγκοσμιοποιημένη απ ?τι το 1929, το Κραχ του έτους εκείνου, που εκράτησε μια ολόκληρη δεκαετία και κατέληξε μέσα στον ωκεανό αίματος του Β Παγκοσμίου Πολέμου, μόνο αίσια σημεία δεν φανερώνει στον ορίζοντα των καιρών μας.

3. Αλλ’ ας έλθουμε τώρα στην έννοια της λέξεως «Κρίση», με την οποία χαρακτηρίζουμε τη σύγχρονη οδυνηρή συγκυρία. Τη χρησιμοποπιούμε σήμερα με την ιατρική έννοια του όρου: Δηλαδή ως απότομη και οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων μιας παθογένειας, με προφανείς κινδύνους. Ασφαλώς υπάρχουν και άλλες έννοιες του όρου, όπως: Γνώμη, εκτίμηση, αποτίμηση, εκλογή, επιλογή, προτίμηση, δοκιμή δεξιότητας η δύναμης, έκβαση η αποτέλεσμα μιας υποθέσεως, ενός γεγονότος κ.λπ. Υπάρχει όμως και η δικανική έννοια: Δίκη, δικαστική απόφαση! Και βεβαίως, στη συνάφεια αυτή υπάρχει και ο Κριτής, επίγειος η Θείος. Η τελευταία αυτή σημασία φρονώ ταπεινά ότι τεροιάζει περισσότερο στα δεδομένα που μας απασχολούν.
Μας είχε διδάξει ενωρίτατα και πολύ καθαρά ο Θεός ότι: «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου… ουκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού. Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα, όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω και όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. ου προσκυνήσεις αυτοίς ουδέ μη λατρεύσης αυτοίς» (Έξοδ. Κ 1-5). Μας είχε εκ νέου προειδοποιήσει: «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν. η γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, η ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά» (Ματθ. Στ 24). Η λέξη μαμωνάς είναι αραμαϊκή και σημαίνει κέρδος (συνηθέστερα ανέντιμο), λύτρα, δωροδοκία, αποζημίωση, πάντοτε με μια αίσθηση αναξιοπρέπειας και τινος ηθικά επιλήψιμου. Παραπέρα δηλώνει τον υλικό πλούτο και την αρρωστημένη προσκόλληση σ’ αυτόν. Σημαίνει τελικά πλεονεξία, την οποία ο Απόστολος Παύλος απερίφραστα εχαρακτήρισε ως ειδωλολατρία (Κολ. Γ 5).

Η πλεονεξία παραγκωνίζει τον Θεό δίνοντας προτεραιότητα στα υλικά αγαθά, ωσάν αυτά να μπορούν να στηρίξουν την ελπίδα του ανθρώπου για ζωή. Ο πλεονέκτης προσκολλάται αρρωστημένα στα υλικά αγαθά, αφοσιώνεται στην απόκτηση, την αύξηση η διατήρησή τους και ξεχνά ολότελα τον τροφοδότη και ζωοδότη Θεό. Η ύλη έγινε η θρησκεία του, ο χαμοθεός του, αυτήν εμπιστεύεται, δηλαδή πιστεύει, γι’ αυτήν κάνει τα πάντα. «Ο αγαπών αργύριον, ούτως ως αγαπάν ώφειλε Κύριον τον Θεόν εξ όλης της ψυχής», λέει ο Μέγας Βασίλειος, «ο τοιούτος αντί του δεουλεύειν τω Κυρίω, δουλεύει τω μαμωνά, το τω Θεώ οφειλόμενον της αγάπης μέτρον επί το αργύριον μεταθείς. Δια τούτο γίνεται η πλεονεξία ειδωλολατρία επειδάν τα τω Κυρίω προσφερόμενα δώρα επί τα γήϊνα μετενέγκη» (Εις τον Προφ. Ησαΐαν, κεφ. 1, PG 30, 212 CD). Δυστυχώς στην εποχή μας θα ακουόταν εξαιρετικά επίκαιρος ο λόγος του προ ολίγων ημερών εορτάσαντος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου: «Οι πολλοί περί την των χρημάτων μαίνονται συλλογήν και τον Θεόν μισήσαντες αγαπώσι τον μαμωνάν» (Περί Κατανύξεως Α , ΕΠΕ 28, 634).

Η λατρεία του μαμωνά είναι η μεγάλη αμαρτία των ημερών μας! Τι άλλο μαρτυρεί η λύσσα με τις ατέλειωτες επενδύσεις, τα χρηματιστήρια, τις μετοχές, τα χαρτοφυλάκια, τα ρέπος, τα ομόλογα, τις ρευστοποιήσεις, τα θαλασσοδάνεια, τις μεγαλοπιστώσεις, τα συναλλαγματικά παιγνίδια, την ακαριαία παρακολούθηση των διεθνών αγορών, των επιτοκίων, των συναλλαγών, της τιμής του χρυσού, του σκαμπανεβάσματος των αξιών κ.τ.τ.; Όποιος έχει όμματα πνευματικά βλέπει ότι μπροστά μας «έστηκεν εικών χρυσή, η του μαμωνά τυραννίς», όπως θάλεγε και πάλι ο θείος Χρυσόστομος (Κατά Ματθαίον Α , ΕΠΕ 9, 154). Εικόνα Ναβουχοδονοσώρειος εν πεδίω Δεηρά, την οποία «έκνοον πρόσταγμα τυράννου δυσεβούς» καλεί επίμονα σε διαρκή προσκύνηση. Και όποιος έχει «ώτα ακούειν», μέσα από τα πολυμέσα, την τηλεόραση, το διαδίκτυο, τον τύπο, το ραδιόφωνο κ.λπ., ακούει τον πονηρό κήρυκα με διάτορη φωνή να εντέλλεται: «Υμίν λέγεται, λαοί, φυλαί, γλώσσαι• η αν ώρα ακούσητε της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες προσκυνείτε τη εικόνι τη χρυσή η έστησεν Ναβουχοδονόσωρ ο βασιλεύς» (Δαν. Γ 4-5).

Οι περισσότεροι ενέδοσαν «και εγένετο ότε ήκουσαν οι λαοί της φωνής της σάλπιγγος, σύριγγός τε και κιθάρας, σαμβύκης και ψαλτηρίου και συμφωνίας και παντός γένους μουσικών, πίπτοντες πάντες οι λαοί, φυλαί, γλώσσαι προσεκύνουν τη εικόνι τη χρυσή, η έστησε Ναβουχοδονόσωρ ο βασιλεύς» (Δαν. Γ , 7) στη Wall Street, στα Χρηματιστήρια, στις Τράπεζες, στα ανταλλακτήρια, στα σαράφικα, στα αεριτζήδικα της Νέας Υόρκης, της Αθήνας, του Λονδίνου, του Τόκυο, του Χονγκ-Κονγκ, του Πεκίνου, των Βρυξελλών, της Φραγκφούρτης, του Παρισιού κ.λπ. Ελάχιστοι είναι με τη μερίδα των αγίων Τριών Παίδων! Οι περισσότεροι προτίμησαν την εικόνα τη χρυσή, τον μαμωνά. Άλλοι ενεργώς και δημοσία και γυμνή τη κεφαλή και άλλοι υποκαρδίως, ρίχνοντας κρυφά προς το μέρος της το θυμίαμα της επιθυμίας.

Οι πάντες, σχεδόν, «φιλαργυρίαν νοσούντες, την πάντων κακών αιτίαν» (Γρηγ. Παλαμάς: ομιλ. ΛΘ ?ν Λιτή, ΕΠΕ 10, 500-502), «εματαιώθησαν εν τοις διαλογισμοίς αυτών και εσκοτίσθη η ασύνετος αυτών καρδία• φάσκοντες είναι σοφοί εμωράνθησαν, και ήλλαξαν την δόξαν του αφθάρτου Θεού» (Ρωμ α , 22-23) – μετήλλαξαν δηλ. την λατρεία του μόνου αληθινού Θεού μ’ εκείνην του ειδώλου της απάτης του πλούτου, της ύλης, του χοός. Παραδόθηκαν «εις νουν αδόκιμον» και όχι μόνο συμπεριφέρθηκαν όπως πιο πριν με επώδυνη ειλικρίνεια μας διεζωγράφισε ο Μητροπολίτης Μεσογαίας, αλλά διέπραξαν και το άκρον άωτον της αμαρτίας, δηλ. την ειδωλολατρία! Δεν στοχάσθηκαν τουλάχιστον πως η ύλη, ο πλούτος, το συνάλλαγμα, είναι «ολιγοχρόνιον κτήμα• αγνώμων οικέτης, αιμοβόρος και ανδροφόνος• ποταμίων ρευμάτων μιμείται φύσιν» (Ιω. Χρυσόστομος: Εις το «Μη φοβού όταν πλουτήση άνθρωπος», Α , ΕΠΕ 8Α, 276-278) η εκείνο που τόσο όμορφα λέει με ηδυσμένο ποιητικό λόγο ο Θεολόγος Γρηγόριος: «Τα δε χρήματα παίζει πλανώντα την φιλόπλουτον νόσον, άλλοις επ’ άλλω προσγελάν πεφυκότα, πόρνης απίστου τον τρόπον μιμούμενα, πολλούς εραστάς ποικίλως μωκωμένης, συνόντα, και φεύγοντα, και κολλώμενα, τούτοις, εκείνοις, ουδενί δε γνησίως. Το γαρ βέβαιον ουκ έχει πλούτου φύσις, λάβροις θαλάσσης κύμασιν εικασμένη, κυρτουμένοις, πίπτουσιν αστάτω φορά» (Έπη εις ετέρους Η , Προς Σέλευκον, ΕΠΕ 11, 136-138). Ήδη η πόρνη εκείνη τους ξεγέλασε, ο θησαυρός έφυγε από τα χέρια τους, κατακρήμνισε τα όνειρά τους, διέλυσε τα σχέδιά τους, ετσάκισε τα φτερά τους κι έφερε τόση δυστυχία στην ανθρωπότητα! «Ο πεποιθώς επί πλούτω ούτος πεσείται» {Παροιμ. Ια , 28), έλεγε η Γραφή, αλλά ποιός άκουε;

Και τώρα, οι προστιθέντες καρδίαν στον ρέοντα πλούτο (Ψαλμ. Ξα 11), δηλαδή «οι την εικόνα προσκυνήσαντες, όψονται το πυρ αυτοίς θηρίου χαλεπώτερον παντός επιπηδών και καθέλκον ένδον» (Ιω. Χρυσόστομος: Κατά Ματθαίον Α , ενθ’ ανωτ.). Μόνο που στο πυρ αυτό μαζί με τα ξερά καίγονται ήδη και τα χλωρά. Μαζί με τους χρυσολάτρες, τους παραδόπιστους, τους χαμοθεόδουλους, εκείνους που για χάρη του μπεζαχτά αδίκησαν πολλούς, επάτησαν επί πτωμάτων, ευτέλισαν θεσμούς, απομύζησαν την ικμάδα λαών και χωρών ολοκλήρων, υφίστανται τις συνέπειες της μεγάλης αμαρτίας και πολλοί λιγότερο υπεύθυνοι, και κάποιοι λίγοι ανεύθυνοι. Κρίση! Συμφορά!...

Θα μου επιτρέψετε στο σημείο αυτό να δανειστώ τα φώτα ενός συγχρόνου Αγίου, του Επισκόπου Ζίτσης και Αχρίδος Νικολάου Βελιμίροβιτς (+1956), του «Νέου Χρυσοστόμου» της Σερβικής Εκκλησίας, ο οποίος έζησε την Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση του 1929. Κάποιος ιερέας Κόναν του έγραψε ρωτώντας τον από που προερχόταν η κρίση εκείνη και τι εσήμαινε αυτή. Του απάντησε, μεταξύ άλλων: «Η ‘crisis’ [κρίση] είναι ελληνική λέξη και σημαίνει ‘δίκη’… Έως τώρα οι ευρωπαϊκοί λαοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη ‘δίκη’, αντί για τη λέξη ‘κρίση’, όποτε και να τους εύρισκε κάποια συμφορά. Τώρα η καινούργια λέξη αντικατέστησε την παλιά, και το κατανοητό έγινε ακατανόητο. Όταν γινόταν ξηρασία, πλημμύρα, πόλεμος η έπεφτε επιδημία, όταν έρριχνε χαλάζι, γίνονταν σεισμοί, πνιγμοί και άλλες συμφορές, λέγανε: ‘Θεία δίκη’! Και αυτό σημαίνει: κρίση μέσα από ξηρασίες, κρίση μέσα από πλημμύρες, μέσα από πολέμους, μέσα από επιδημίες κ.λπ. Και τη σημερινή χρηματικο-οικονομική δυσκολία ο λαός την θεωρεί ως Θεία δίκη, όμως δεν λέει η δίκη αλλά η κρίση. Έτσι ώστε η δυσκολία να πολλαπλασιάζεται με το να γίνεται ακατανόητη! Εφόσον όσο ονομαζόταν με την κατανοητή λέξη ‘δίκη’, ήταν γνωστή και η αιτία, λόγω της οποίας ήρθε η δυσκολία, ήταν γνωστός και ο Δικαστής, ο Οποίος επέτρεψε την δυσκολία, ήταν γνωστός και ο σκοπός της επιτρεπόμενης δυσκολίας. Μόλις όμως χρησιμοποιήθηκε η λέξη ‘κρίση’, λέξη ακαταλαβίστικη σε όλους, κανείς δεν ξέρει πια να εξηγήσει ούτε για ποιό λόγο, ούτε από Ποιόν, ούτε ως προς τι; Μόνο σ’ αυτό διαφέρει η τωρινή κρίση από τις κρίσεις που προέρχονται από την ξηρασία η την πλημμύρα η τον πόλεμο η την επιδημία η τους πνιγμούς η κάποιους άλλους πειρασμούς. Με ρωτάς για την αιτία της τωρινής κρίσης, η της τωρινής Θείας δίκης! Η αιτία είναι πάντοτε η ίδια. Η αιτία για τις ξηρασίες, τις πλημμύρες, τις επιδημίες και άλλα μαστιγώματα της γενιάς των ανθρώπων, είναι η αιτία και για την τωρινή κρίση.

Η αποστασία των ανθρώπων από τον Θεό! Με την αμαρτία της Θεο-αποστασίας, οι άνθρωποι προκάλεσαν αυτή την κρίση, και ο Θεός την επέτρεψε, ώστε να ξυπνήσει τους ανθρώπους, να τους κάνει ενσυνείδητους, πνευματικούς, και να τους γυρίσει προς Εκείνον. Στις μοντέρνες αμαρτίες – μοντέρνα και η κρίση. Και όντως ο Θεός χρησιμοποίησε μοντέρνα μέσα ώστε να το συνειδητοποιήσουν οι μοντέρνοι άνθρωποι: χτύπησε τις τράπεζες, τα χρηματιστήρια, τις οικονομίες, το συνάλλαγμα των χρημάτων. Ανακάτωσε τα τραπέζια στις συναλλαγές σ’ όλο τον κόσμο, όπως κάποτε στο ναό των Ιεροσολύμων. Προξένησε πρωτόγνωρο πανικό μεταξύ εμπόρων και αυτών που ανταλλάσσουν το χρήμα. Προκάλεσε σύγχυση και φόβο. Όλα αυτά τα έκανε για να ξυπνήσουν τα υπερήφανα κεφαλάκια των σοφών της Ευρώπης και της Αμερικής, για να έλθουν εις εαυτούς και να πνευματικοποιηθούν. Και από την άνεση και το αγκυροβόλημα στα λιμάνια της υλικής σιγουριάς να θυμηθούμε τις ψυχές μας, να αναγνωρίσουμε τις ανομίες μας και να προσκυνήσουμε τον Ύψιστο Θεό, τον Ζώντα Θεό» (Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται. Αθ. 2008, σσ. 33-35).

Νομίζω ότι ο Άγιος τα λέει κατά γράμμα και σ’ εμάς για τη σημερινή κρίση. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία. Έτσι είναι ακριβώς! Κι όπως ο θείος Γρηγόριος ο Παλαμάς θα επέλεγε: «Δια ταύτα και τα τοιαύτα παιδευόμεθα, και έτι παιδευθησόμεθα». Ναι, θ’ ακολουθήσουν κι άλλα, «την μεν γαρ των επηρειών λύσιν ποθούμεν τε και ζητούμεν, τοις δε πταίσμασι δι’ α παιδευόμεθα και προστίθεμεν» (Ομιλία ΛΘ ?ν Λιτή, ΕΠΕ 10, σσ. 500-502). Δυστυχώς δεν φαίνεται μετάνοια στον ορίζοντα, παρά το ότι αντικειμενικά, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτή είναι η μόνη λύση. Η Θεία δίκη, λοιπόν, θα συνεχίζεται.

Μέχρι πότε; Πάλι θα ζητήσω από τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς την απάντηση: «Όσο το πνεύμα των ανθρώπων παραμείνει δίχως αλλαγή. Ώσπου οι υπερήφανοι υπαίτιοι αυτής της κρίσης να παραιτηθούν μπροστά στον Παντοδύναμο. Ώσπου οι άνθρωποι και οι λαοί να θυμηθούν την ακαταλαβίστικη λέξη ‘crisis’, να τη μεταφράσουν στη γλώσσα τους, ώστε με αναστεναγμό και μετάνοια να φωνάξουν: «η Θεία δίκη»! (ενθ. ανωτ., σσ. 35-36). Εύχομαι η μέρα αυτή να μην αργήσει! Σας ευχαριστώ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...