Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

Ομιλία Αγίου Γενναδίου του Σχολαρίου, στην παραβολή του Ασώτου, και περί μετανοίας.


Ομιλία του Αγίου Γενναδίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Σχολαρίου, εις την παραβολήν του Ασώτου, και περί μετανοίας. 

Ο γογγυσμός των Φαρισαίων και των Γραμματέων για την επιείκεια προς τους τελώνες, οι οποίοι πρώτοι άρχισαν να πλησιάζουν τον Κύριόν μας με ευλάβεια και να απολαμβάνουν την διδασκαλία του, τους ιδίους τους αμαρτωλούς και τους τελώνες δεν τους ημπόδισε να προχωρήσουν στο συμφέρον τους, ούτε τους απεμάκρυνε από την τόσο καλή και ευτυχή εκείνην προσέγγιση. τους ωφέλησε μάλιστα, δίδοντάς τους αρκετές εγγυήσεις για την φιλανθρωπία με την οποίαν αντιμετωπίζει ο Θεός αυτούς που μετανοούν και επιστρέφουν σ’ αυτόν από τις πονηρίες τους. Παρεκίνησε δε και τον Κύριόν μας να παρηγορήση με μεγαλύτερον και πιο έντονον ζήλον εμάς, χάριν των οποίων εδιηγήθη και αυτές τις παραβολές. Διότι όχι μόνον τους τότε παρόντες αμαρτωλούς και τελώνες, αλλά βεβαίως και εμάς και ολους αυτούς που από τότε μέχρι τώρα προσέχουν με πίστη στους θείους του λόγους και θα προσέχουν μέχρι την συντέλεια, μας ψυχαγωγεί θαυμάσια με τις ελπίδες της φιλανθρωπίας του, αρκεί να προτιμήσωμε την δια της μετανοίας επιστροφή με κάθε δυνατόν τρόπο.

Και οι μεν «άγγελοι χαίρουσι επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι», όπως μας λέγει ο Δεσπότης, ο ιδικός μας και των αγγέλων. Οι δε Φαρισαίοι περιγελούσαν τον θείον λόγον, είχαν υποδουλωθή στην οίηση και την φιλαργυρία, και ήσαν συνηθισμένοι να οδηγούν μαζί τους στην απώλεια και στην διαφθοράν όσους εξηπατούντο από αυτούς, και τους έδιδαν προσοχή νομίζοντας ότι έχουν την δυνατότητα να ωφελήσουν και να σώσουν. Και αφού ούτε επείθοντο στον Δεσπότη μας, αλλά με κάθε τρόπο τον επηρέαζαν φανερά και του έστηναν ενέδρες, ούτε ήθελαν να προσέξουν στα γεγονότα από τα οποία κάθε ημέρα κηρύττεται φανερά η φιλανθρωπία του Θεού, έπρεπε τουλάχιστον να πιστεύουν στα βιβλία των οποίων εθεωρούντο ερμηνευταί προς τους άλλους. Μέσα σε αυτά όλες σχεδόν οι υποθέσεις δεικνύουν την συμπάθεια και τον οίκτο του Θεού προς εκείνους που μετανοούν, και την σφοδροτάτην ποινήν εναντίον αυτών που αμαρτάνουν αμετανόητα. Και από μύρια παραδείγματα αυτής της ουρανίου φιλανθρωπίας ήταν γεμάτος ο πριν από την θείαν οικονομία χρόνος, σαν από προδρόμους και προοίμια της μετά ταύτα σαφεστέρας και μεγαλυτέρας συμπαθείας που έδειξε.

Αλλά τώρα εμείς αφήνοντας την άλλη διδασκαλία του Σωτήρος, θα μιλήσωμε μόνο για την παραβολήν των δύο υιών, την οποία θα ακούσωμε σήμερα να διαβάζεται. Ήδη ο παραβολικός λόγος που χρησιμοποιούσε η θεία εύνοια προς χάριν των αμαρτωλών, και αφορούσε τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, είχεν εξαπλωθεί αρκετά, ανεφέρετο δε στο ότι απιστούσαν ακόμη και στα αυτονόητα, κλείνοντας επιμόνως τους οφθαλμούς των, ή και βλέποντας προσποιούντο ότι δεν βλέπουν. Εδικαίωναν τους εαυτούς των ενώπιον των ανθρώπων χωρίς να εντρέπωνται Εκείνον που γνωρίζει τα πάντα, και εγίνοντο φορτικοί στα πταίσματα των ομοδούλων ή και των αδελφών τους. Επίσης, όσους μεταξύ των ανθρώπων ήσαν πατέρες και έδειχναν φιλανθρωπία για τα παιδιά τους, συγχωρώντας την προηγουμένην αναίδειάν τους, έστω και αν ήταν πολυχρόνιος, και αρκούμενοι στο ότι επέστρεφαν και ομολογούσαν την αφροσύνη τους, τους επαινούσαν, μερικές φορές μάλιστα εμεσίτευαν υπέρ αυτών. Την φιλανθρωπίαν όμως του κοινού Δημιουργού και Πατρός των όλων την ηρνούντο. Σ’ εκείνους λοιπόν εδίδοντο γι’ αυτούς τους λόγους οι παραβολές, οι οποίες έπαιρναν αφορμές από τα καθημερινά και ανθρώπινα γεγονότα, και ήλεγχαν την απανθρωπίαν. Εμείς όμως δεν χρειαζόμεθα πλέον τις παραβολές, αφού έχουμε πιστεύσει κατ’ εξοχήν στους λόγους και στα έργα του Κυρίου, και μόνον από αυτά αντλούμε την ελπίδα της σωτηρίας. Διότι αυτό το καλό δεν το αποκτήσαμε μόνον από τα μαθήματα των θείων μυστηρίων που αυτός μας έδωσε, αλλά τον παρακολουθήσαμε να μας βεβαιώνη και με πολύ φανερά παραδείγματα, ότι αφού πρώτα έδιδε την άφεση των αμαρτιών, αμέσως μετά την επεβεβαίωνε σ’ αυτούς που την εδέχθησαν, και την εφανέρωνε προσθέτοντας την απαλλαγήν από τα σωματικά κακά, όπως έγινε στον παραλυτικόν και σε πολλούς άλλους. Αυτά λοιπόν, τιμώντας τον Δεσπότη, τον Πατέρα και Κηδεμόνα μας, θα τα εκθέσωμε απλώς, όχι για να επιβεβαιώσωμε την προς εμάς φιλανθρωπία του με παραβολές ή διηγήσεις, αφού αυτή είναι ανεκδιήγητος και νικά κάθε όγον, αλλά μόνον για να τον ευχαριστήσωμε, επειδή όχι μόνο την πραγματοποιεί αλλά και την φανερώνει σιωπηρώς, αυτήν που φανερώνεται κάθε ώρα με έργα απερίγραπτα.

Πατέρας λοιπόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού κατά φύσιν είναι ο Θεός που αιωνίως τον γεννά. Από αυτόν προήλθε κατά φύσιν και όχι απλώς με την βούλησιν όπως συνέβη με τα κτίσματα. Πατέρα δε εμείς οι άνθρωποι έχουμε έναν, δηλαδή μαζί και τον Θεόν Πατέρα και τον Θεάνθρωπον Υιόν. Επειδή είναι ένας Θεός και μία φύσις, είναι ένας και σχετικώς με εμάς, έστω και αν διακρίνωνται οι υποστάσεις τους. Επομένως ο καθένας τους είναι πατέρας μας, από την άποψη της διακρίσεως των προσώπων, και συγχρόνως ένας πατέρας μας είναι και οι τρείς, όπως είναι και ένας Θεός κατά την φύση. Ο δε Θεός είναι πατέρας μας κατά χάριν, όχι κατά φύσιν, επειδή είμεθα έργα της βουλήσεως, όχι της φύσεώς του. Και για όλα μεν τα έργα του είναι πατέρας ο Θεός, ιδιαιτέρως όμως για εμάς τους ανθρώπους, επειδή σ’ εμάς δίδει λογική, μας κάνει αυτεξουσίους, μας ορίζει άρχοντες όλης της κτίσεως. Μας συνδέει με το σώμα σαν με εργαλείο, μας δίδει δε την δυνατότητα να ανεβούμε με το πνεύμα μέχρι τον ουρανό. Προνοεί για μας χωρίς χρονικόν περιορισμόν, όχι μόνον για την πρόσκαιρον ύπαρξη και ζωή μας, αλλά και για να ζούμε αιωνίως, συναναστρεφόμενοι άμεσα μαζί του και απολαμβάνοντας τα εκεί αγαθά. Να είμεθα μακάριοι όπως αυτός, όχι με γηίνην ευτυχίαν αλλά με την μακαριότητα που δίδεται υπερφυώς. Ω, τι ανέκφραστος αγαθότης, που νικά κάθε νουν και κάθε λόγο! Ηνέχθη να είναι και πατέρας των έργων και των δούλων του, χρησιμοποιώντας για μας όλες τις πατρικές μεθόδους, χωρίς να παραλείπη τίποτε.

Η προαίρεσις των τοιούτων τέκνων από την αρχήν ακόμη έχει διαιρεθεί σε δύο, αν και η φύσις τους είναι μία. Ας εξαιρέσωμε όμως τώρα την πρώτην δυάδα των ανθρώπων, τότε που έγινε η σπορά της φύσεώς μας, επειδή εκείνοι δεν ήσαν αδελφοί, η δε δική τους υπόθεσις είναι διαφορετική, και αρμόζει σε άλλην ευκαιρία. Σ’ αυτόν τον λόγο θα ασχοληθούμε με εκείνους που εγεννήθησαν από αυτούς. Από τότε λοιπόν διηρέθη το ανθρώπινον γένος. Και ο Θεός προεγνώριζε μεν και προτιμούσε να μείνη αδιαίρετον, αλλά ήθελε να αφήση την χρήση των καλών που τους έδωσε περισσότερο στην προαίρεσή τους. Διότι δεν θα έπαιρνε πίσω την ελευθερία της γνώμης, το καλλίτερον από τα δώρα που τους είχε δώσει. Και εγνώριζε μεν ότι μία μερίδα των τέκνων του δεν θα χρησιμοποιήση καλώς αυτά που έλαβε” αλλά δεν ήθελε, επειδή είναι πανάγαθος, να δώση πρόφαση της φυγής από τον πατέρα, στερώντας τους από τα μέσα με τα οποία θα ημπορούσαν να ζήσουν καλά, όπως αρμόζει σε τέκνα. Γι’ αυτό εμοίρασε την περιουσία των αγαθών εξ ίσου στην καλλιτέρα και στην χειροτέρα μερίδα, πριν αποκαλυφθεί εμπράκτως η προαίρεσις του καθενός.

Η μία λοιπόν μερίδα των ανθρώπων δεν απεμακρύνετο από τον Θεόν και Πατέρα, συναναστρέφετο συνεχώς μαζί του, τον υπηρετούσε και υπετάσσετο στους πατρικούς νόμους, όπως είναι το φυσικόν, και αρκείτο για όλα στην κρίση του Πατρός, χωρίς να απαιτή τίποτε. Εγνώριζε ότι και χωρίς να του ζητήση, εκείνος θα δώση και θα προσθέση περισσότερες και μεγαλύτερες δωρεές. Όλο το υπόλοιπο μέρος των ανθρώπων επέλεξε την εντελώς αντίθετη τακτική. Γι’ αυτό, το μέρος της ανθρωπότητος που παρέμεινε με τον Πατέρα και υπήκουε σε όλα, εύλογα δεν ήταν μόνον στην τάξη προγενέστερο και δικαίως ονομάζεται πρεσβύτερον, αλλά προπορεύεται του άλλου και σύμφωνα με τον Πατρικόν και Θείον σκοπό. Ενώ εκείνο που προετίμησε να ζη με ιδικόν του ρυθμό, και έμελλε γι’ αυτό να εκτοπισθή στην εσχάτην αθλιότητα, είναι και ονομάζεται και από τις δύο απόψεις νεώτερον. Διότι καινοτομούσε, ακυρώνοντας τον σκοπό που είχε γι’ αυτό ο Πατέρας, και εκινείτο από παιδαριώδη θελήματα.

Έτσι λοιπόν είχαν χωρισθή, και ο Πατέρας τους εδημιούργησε ολους ομοίως για να μείνουν μαζί του, να υπακούσουν σε όλα και να μην απομακρυνθούν, να προξενήσουν δε πολλήν δόξαν από αυτήν την συνετήν διαγωγήν, όχι μόνον στον εαυτόν τους άλλα και στον ίδιο τον Πατέρα.

Δύο δηλαδή είναι οι δρόμοι που σύμφωνα με το θέλημα του Πατρός και τις μεγάλες ελπίδες που προέρχονται από αυτό, οδηγούν στον ένα σκοπόν, στην άκρα μακαριότητα, οι οποίοι κατευθύνονται από αληθινήν πίστη και ήθη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής. Και αυτοί μεν που ηκολούθησαν τον δρόμο της πίστεως, οι οποίοι είναι και οι παλαιότεροι και ανήκουν στην μερίδα των πρεσβυτέρων, πρόσεχαν στον Θεόν και Πατέρα, και εδέχοντο την παιδαγωγία του, ενώ οι άλλοι που μετά τους παλαιούς εκείνους χρόνους επανεστάτησαν και απεστράφησαν τον Θεόν, ανήκαν στην μερίδα των νεωτέρων, και συνανεστρέφοντο με τους χοίρους. Διότι έχοντας εκπέσει εντελώς από τα θεία χαρίσματα με την καθημερινήν αύξηση αυτής της αποστροφής, και κατοικώντας τόπους εντελώς ερήμους από θείες επισκέψεις, αφού ζούσαν μακρυά από την Ιουδαία, η οποία διετρέφετο με την ποικίλη πρόνοιαν του Θεού, προσεκολλήθησαν πλέον στον πονηρόν, στον εχθρόν της ανθρωπίνης σωτηρίας, αυτόν που εξέβαλε πρώτον η πονηρία από την πατρικήν χώρα. Αυτός παρέδωσε το ευγενές εκείνο πλάσμα στην ζωήν και την τροφήν των χοίρων. Ή μάλλον αυτό λιμοκτονούσε περισσότερο και από τους χοίρους. Διότι οι μεν δαίμονες από τότε που απεστάτησαν, ετρέφοντο με την απώλεια του θείου πλάσματος. Το δε μέρος των ανθρώπων που συνανεστρέφετο μαζί τους είχε στερηθεί και από αυτήν την τροφή, και έτσι μάλλον έτρεφε τους δαίμονες παρά αυτό ετρέφετο από εκείνους. Και αυτοί μεν, υποκρινόμενοι ότι τρώγουν, ήσαν στην πραγματικότητα πεινασμένοι, ενώ ο άνθρωπος από κάθε άποψη λιμοκτονούσε.

Έτσι λοιπόν διπλή ήταν και η πίστις της δυάδος των τέκνων του Θεού. Ως προς δε τα ήθη, οι περισσότεροι ζούσαν πολύ άσχημα. Διότι και εκείνοι που επίστευαν σωστά, ήσαν με τα έργα απομακρυσμένοι από τον ουράνιον Πατέρα. Γι’ αυτό και εδέχοντο πολλές μαστιγώσεις, μάλλον δε μόνοι τους εταλαιπωρούντο με τις πληγές που τους έπρεπαν, αφού η πατρική κηδεμονία είχε αναχωρήσει πλέον από αυτούς. Εφ’ όσον με τα λόγια μεν επίστευαν σωστά, αλλά με τα έργα απιστούσαν παραβαίνοντας τους πατρικούς νόμους. Έτσι και οι υποτιθέμενοι ευσεβείς είχαν παραδοθεί σε διαφόρούς πειρασμούς, ενώ λίγοι ήσαν εκείνοι που μαζί με την πίστιν είχαν και την έμπρακτον ευλάβειαν. Ώστε τα τέκνα του Θεού είχαν χωρισθεί τότε σε δύο μέρη. Και εκείνοι μεν που ζούσαν με φρόνημα πρεσβυτέρου ήσαν ολίγοι, οι περισσότεροι δε ενεωτέριζαν.

Αυτά λοιπόν συνέβαιναν στους παλαιούς χρόνους. Ας ασχοληθούμε όμως τώρα για μεγαλυτέραν ωφέλεια, με τον μετά την Θείαν Οικονομίαν χρόνον, προς τον οποίον αρμόζει περισσότερο και η παραβολή. Διότι τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας ήσαν ανάπλασις, μετά την πρώτην εκείνη πλάση, και αναγέννησις μετά την γέννηση, και αρχή δευτέρας και τελειοτέρας ζωής. Γι’ αυτό και το φάρμακο της μετανοίας προηγουμένως ήταν πολύ ασταθές και υπέσχετο την σωτηρία, χωρίς όμως να σώζη. Έσπερνε, χωρίς όμως να καρποφορή. Και πολύ ολίγοι από τους τότε ευσεβείς το είχαν δοκιμάσει, δεν ημπορούσε δε ακόμη να απαλλάξη από την φυσικήν φθοράν η οποία προεκλήθη από την φυγή, και την απόκρυψη των πρωτοπλάστων από τον Πατέρα. Και γιατί πρέπει να απορουμε για τους κατά τα άλλα πιστούς, οι οποίοι ημάρταναν και μετανοούσαν, αφού και για εκείνους που εκτός από την πίστιν είχαν κατορθώσει και όλη την αρετή, είχε κλεισθή μετά από αυτά ο πατρικός οίκος και τους περίμενε ο ίδιος Αδης, όπως και τους διεφθαρμένους στην πίστη και την ζωή; Διότι η στέρησις αυτή της δυνατότητας ήταν ισχυροτέρα, όχι μόνον από την μετάνοια που ακολουθούσε τα πταίσματα, αλλά και από κάθε προσωπικήν αρετή.

Άνοιξε λοιπόν στα τέκνα Του την Βασιλεία των Ουρανών, και με την Θείαν Οικονομίαν ετοίμασε την αιωνίαν κληρονομίαν, αφού γι’ αυτό ήλθε και εταπεινώθη με πολλούς τρόπους, ακόμη και με τον θάνατο. Έτσι τους έκαμε πλέον, αδελφούς και συμμόρφους, όχι μόνον τέκνα του όπως πριν. Από εδώ και πέρα δεν είναι ούτε λέγονται πλέον ολοι οι άνθρωποι τέκνα του Θεού, αλλά μόνον όσοι εσφραγίσθησαν με την πίστη και το βάπτισμά του, και έγιναν μέτοχοι των άλλων χαρισμάτων που προήλθαν από την Θείαν Οίκονομία, και αυτούς αφορά. η διαιρεσις και το νόημα της παραβολής.

Ας εξετάσωμε λοιπόν το δώρο της μετανοίας, έχοντας ενώπιόν μας τους δύο αυτούς υιούς του ωραίου και φιλανθρωποτάτου Πατρός, και χρησιμοποιώντας ως διδάσκαλον εκείνον που τους έδωσε. Από αυτούς λοιπόν τους δύο υιούς, εκείνος μεν που έχει πρεσβυτικόν φρόνημα, παραμένει μαζί με τον Πατέρα, οικονομεί καλώς τα αγαθά που έλαβε και προεκτείνει την επιθυμία και την προσπάθειά του προς τα μεγαλύτερα. Μοιράζει όλη την ζωήν του μεταξύ δύο καλών. Αφ’ ενός καρποφορεί για τον εαυτόν του και για τον Πατέρα με την επίπονον εξάσκηση των αγαθών έργων, αφ’ ετέρου στρέφεται προς το πρόσωπο του Πατρός με την θεωρία. Ο άλλος, υποδουλώνεται στη σάρκα και στις αισθήσεις, και με μίαν εντελώς παιδικήν ορμήν, απομακρύνεται από τον Πατέρα, διαβιώνει δε σε περιοχές τις οποίες ο Πατέρας δεν επιβλέπει, και οι οποίες χαρακτηρίζονται από τρόπον ζωής που δεν εναρμονίζεται με την θέλησή του. Εκεί σκορπίζει τον πλούτο των αγαθών που του εδόθη, σπαταλώντας τον για την εκπλήρωση των αλόγων του επιθυμιών. Ο Πατέρας του έδωσε τον ηγεμόνα νου, και αυτός τον υπεδούλωσε στα πάθη του. Του όρισε νόμο για να οικονομήση καλώς την ζωή του προς ευφροσύνην του ευεργέτου, και επίτευξη των μεγαλυτέρων αγαθών, αυτός όμως τον παρέβαινε και έτσι προκαλούσε συνεχώς τον Πατέρα. Του άνοιξε την ιδία την πύλη της αιωνίου ζωής με την πίστη και το βάπτισμα, και εκείνος με τις προσωπικές του αμαρτίες την έκλεισε πάλιν αθλίως. Σωρεία αμαρτιών εσύναξε στην ψυχή του, αντί του πλήθους των ασυγκρίτων εκείνων δωρεών. Αντί στον Πατέρα υποδουλώνεται στον εχθρό, και εκείνος τον κάνει χοιροβοσκό και ομοτράπεζο με τους χοίρους. Εζητούσε από την τροφή τους και δεν ημπορούσε ούτε αυτήν να έχη, ώστε και από τους ιδίους τους χοίρους έγινε χειρότερος και αθλιώτερος. Έτσι τιμούν οι δαίμονες εκείνους που υποδουλώνονται στα θελήματά τους. Αλλά όταν μετά πολύν χρόνον ήλθε στον εαυτόν του και συνησθάνθη την υπερβολήν των κακών, ομολόγησε μέσα στην ψυχή του αφ’ ενός την ευσπλαγχνία του Πατρός, και την μετάνοια την οποίαν η πατρική φιλανθρωπία αναγνωρίζει στα τέκνα ως πρώτον δικαίωμα, αφ’ ετέρου ότι το να απελπισθή για την συγχωρητικότητα του Πατρός, από απιστία στην αγαθότητά του και γι’ αυτό να απομακρυνθή οριστικώς από αυτόν, είναι αθεράπευτο κακό, και κορυφή των άλλων πταισμάτων. Επιστρέφει λοιπόν προς τον Πατέρα με μεγάλο θάρρος. Εξομολογείται την αμαρτία με πολλήν συντριβή, την οποία πρώτα ησθάνθη στην καρδία του, πριν προσέλθη στον Πατέρα, και έπειτα την εφανέρωσε με σχήμα και με γλώσσα. Δεν ζητεί πλέον την τάξη του υιού, αλλά θεωρεί μεγάλο δώρο να καταταγή με τους υπηρέτας, εάν βέβαια εκρίνετο άξιος και γι’ αυτό. Προτιμά με θέρμη, σε αντικατάσταση της ελευθερίας την οποίαν ανοήτως έχασε, να υπηρετή και να αντισταθμίζη την ασεβή εκείνην ραθυμία με τους κόπους της δουλείας. Εχρησιμοποίησε κακώς τα καλά που του εδόθησαν. Διότι τα κατηνάλωσε όταν δεν έπρεπε, και προς εκείνους τους οποίους δεν έπρεπε, και με τρόπο που δεν αρμόζει . Τώρα δε υποτάσσει πάλιν όλη την θέλησή του στις πατρικές εντολές, πράγμα το οποίον είναι έργον των μισθωτών.

Ο δε φιλανθρωπότατος Πατέρας, βλέποντάς τον από μακρυά να έρχεται, δεν αγανακτεί, δεν αποστρέφει το πρόσωπόν του, δεν στέλλει να τον διώξουν, δεν κλείνει τις πύλες, δεν τον αφήνει μεν να παρουσιασθή εμπρός του και μετά, πολύ δικαίως, να τον επιπλήξη, δεν τον επικρίνει για την αδοξία που φανερά προξένησε το παιδί του όχι μόνον στον εαυτόν του αλλά και στον Πατέρα, για τίποτε εντελώς δεν τον κατηγορεί, αλλά αμέσως επιβεβαιώνει και ενισχύει την ελπίδα που είχε εμφυτευθή στην ψυχή του παιδιού για την πατρικήν ευσπλαγχνία, και την επαληθεύει τρέχοντας να τον προϋπαντήση και να τον αγκαλιάση, και να ταπεινωθή κι αυτος μαζί με την ταπείνωση του παιδιού, και να δείξη με ασπασμό την πατρική του στοργή. Και ο μεν υιός, ενώ είδε τόσην επιείκεια, δεν αξιώνει ακόμη τον εαυτόν του να ονομασθή υιός του, ο δε Πατέρας του δίδει και τα γνωρίσματα της υότητος. Του φορά δηλαδή πάλι την πρώτην στολή του βαπτίσματος, από την οποίαν απεγυμνώθη με τις προσωπικές αμαρτίες, επειδή η μετάνοια έγινε γι’ αυτήν δεύτερον βάπτισμα. Σφραγίζει το χέρι με το δακτυλίδι, για να είναι του λοιπού απρόσιτος στους δαίμονες, αναγνωριζόμενος από μακρυά. Του ετοιμάζει υποδήματα για τον δρόμο της υπακοής, κάνοντάς τον πάλιν οδοιπόρο προς την σωτηρία. Τον αξιώνει της μυστηριώδους και πνευματικής τροφής, και τον κάνει σ’ αυτό το γεύμα ομοτράπεζόν του. Ω, τι μεγίστη συμπάθεια! τι φιλανθρωπία ανέκφραστος που νικά κάθε νουν και λόγο! Χαίρεται μ’ αυτήν και ο ουρανός, και οι δούλοι που παραστέκουν στον Πατέρα. Επειδή δούλοι του Θεού είναι και των αγγέλων οι τάξεις, αφού υπηρετούν στην διοίκησιν αυτού του σύμπαντος, και ιδιαιτέρως στην σωτηρία των ανθρώπων, που πραγματοποιούνται και τα δύο με την πρόνοια του Θεού. Και από το ένα μέρος χαίρονται μαζί του για την μετάνοια του αμαρτωλού, από δε το αλλο εκθειάζουν την ευμένεια του Δεσπότου και Πατρός, φανερώνοντας αυτήν την ηδονή με ψαλμούς και χορούς νοερούς.

Ο δε πρεσβύτερος αδελφός, αν μεν παρευρίσκετο εκεί από την αρχή, θα έχαιρε μαζί τους, θα συνέτρωγε και δεν θα δυσανασχετούσε, βλέποντας τόσην πίστη σ’ αυτόν που μετενόησε, καθώς και την γεμάτην αγαθές ελπίδες επιστροφή του, και ακούοντας την ομολογίαν του, στα οποία ηκολούθησε η ευσπλαγχνία του Πατρός. Αλλα επειδή τότε ήταν απησχολημένος με τα ιδικά του, ή μάλλον με τις πατρικές εντολές, ήλθε έξαφνα και αντίκρυσε το παράδοξον αυτό θέαμα. Και ήταν συγκρατημένος, όχι από φθόνο και οργήν, αλλά από έκπληξη για την τόσο μεγάλην εύνοια προς τον φυγάδα και άσωτο, και περισσότερον από όλα για το ότι το θαύμα ήταν τώρα μαζί τους. Αυτό ήταν και το τελευταίο δώρο προς εκείνον που μετενόησε, και έτσι έπρεπε να είναι. Τοποθετώντας λοιπόν την δικαιοσύνην του Πατρός απέναντι στην υπερβολήν της επιεικείας του, εθαύμαζε πολύ βλέποντας την πρώτη να ηττάται παραδόξως από την δευτέρα. Διότι αυτός ποτέ δεν έφθασε να έχη εμπειρία τοιαύτης φιλανθρωπίας, αν και πρόσεχε πάντοτε στα πατρικά θελήματα, και δεν είχε παραβή καμμίαν εντολή του, γεγονός για το οποίο και πολύ τον αγαπούσε ο Πατέρας, και αποσκοπούσε μόνον στην δικαιοσύνη του με την οποίαν αντιμετωπίζει αυτούς που τον υπηρετούν.

Τον πλησιάζει δε και αυτόν ο Πατέρας και τον πείθει, και αποκαλύπτοντας την φιλανθρωπίαν του λέγει: Εάν, παιδί μου, αυτός που έχασε ένα από τα εκατό πρόβατα που είχε, αφού ασφαλίσει καλά τα άλλα, τρέχει με αγωνία σε αναζήτηση του ενός, και όταν το εύρη το επαναφέρει και το συναριθμεί με τα άλλα πλημμυρισμένος από χαρά. Και αν κάποια γυναίκα που έχασε μία από τις δέκα δραχμές την αναζητεί με κάθε τρόπο, και χαίρεται όταν την εύρη. Και μάλιστα δεν αρκούνται να χαίρωνται μόνοι τους, αλλά καλούν και φίλους και γείτονες για να ευχαριστηθούν κι αυτοί μαζί τους για την εύρεσιν αυτών που είχαν απωλεσθή. Πώς εγώ, που είμαι Πατέρας, δεν θα ευφρανθώ πολύ δεχόμενος τον αδελφό σου που ξαναέζησε από την φοβεράν εκείνη νέκρωση, και ευρέθη μετά από την πολυχρόνιον απώλειάν του; Πόσο καλλίτεροι είστε εσείς τα παιδιά μου από τις δραχμές και τα πρόβατα;

Τόσον μεγάλο θαυμασμόν προξενεί ακόμη και στους πλέον οικείους η υπερβολή της πατρικής επιεικείας. Και θαυμάζουν όχι επειδή φθονούν αυτόν που παραδόξως έτυχε τόσον καλής αντιμετωπίσεως, αλλά επειδή καίονται από ζήλον και πόθο για τον Πατέρα, τον οποίον θεωρούν ότι προσεβλήθη και είναι αδικημένος. Ίσως δε ούτε με σχήματα και λόγους έδειξε αυτήν την απορία του ο πρεσβύτερος υιός, αλλά απορούσε μόνον με τον λογισμό του, και ο Πατέρας τον εθεράπευσε εμπνέοντας το φάρμακο στον νου του παιδιού του, και εκείνα που θα του ελεγε ο Πατέρας είπε και ο ίδιος στον εαυτόν του, εμπνευσμένος από τον Πατέρα. Από την στιγμήν εκείνην έχαιρε και απελάμβανε το τραπέζι ανυμνώντας την πατρικήν φιλανθρωπία. Διότι αν δεν γινόταν έτσι, σημαίνει ότι δεν θα ήταν πρεσβύτερος ούτε τηρητής των πατρικών εντολών, αλλά θα ήταν υποδουλωμένος στην οίηση και τον φθόνο και θα ημάρτανε πολύ χειρότερα από τον νεώτερο.

Πράγματι, το να βρούμε κάτι από αυτά που είχαμε χάσει, προξενεί πολλήν ευφροσύνην, έστω και αν τα περισσότερα είχαν διαφυλαχθεί. Επειδή για τα καλά που υπάρχουν χαιρόμεθα με την παρουσία τους, για δε τα χαμένα, όπως είναι φυσικό, πονούμε, και όταν τελικά ευρεθούν χαιρόμεθα γι’ αυτά διπλά, προσθέτοντας για την εύρεση στην προηγουμένην χαρά και δευτέραν, αυτήν που αντικατέστησε την λύπη. Αυτό αποτελεί απαράβατον νόμο και σοφήν υποκίνηση του Θεού προς την φύση.

Γι’ αυτό ούτε θα ήταν ανάγκη να ειπή ο Κύριός μας παρομοία παραβολήν, αφού είναι πολύ φανερά η θεία προς τα τέκνα φιλανθρωπία του, την οποίαν εσυνήθιζε θεοπρεπώς να χαρίζη αφειδώς στους αμαρτωλούς και στους τελώνες που προσήρχοντο τότε. Αλλά ήταν η αναίδεια των Φαρισαίων και των Γραμματέων ασφαλώς που οδήγησε σ’ αυτό, οι οποίοι, όπως είπα και πριν, εβλασφημούσαν ωμότατα τον Θεόν περισσότερο και από ό,τι τους επιγείους πατέρες, και ενώ οι ίδιοι έδειχναν φιλανθρωπία για τα τέκνα τους, ήθελαν μόνον ο Θεός να μνησικακή για τα ιδικά του, η άβυσσος της φιλανθρωπίας, το πέλαγος της αγαθότητος. Και χρησιμοποιούσαν αυτό το ψεύδος ως πρόφασιν, όχι μόνο για την απιστία τους προς τον Κύριόν μας, αλλά και για να κατασπαράζουν τους αδελφούς των, περιεργαζόμενοι και κρίνοντας πολύ αυστηρά τα άχυρα που είχαν στους οφθαλμούς των, ενώ δεν ησθάνοντο τις δοκούς που είχαν στους ιδικούς των, ή και τις εκάλυπταν με τα χρώματα της υποκρισίας.

Γιά να συμπληρώσωμε λοιπόν εδώ κλείνοντας τον λόγο για το προκείμενο θέμα, τα τέκνα του Θεού διακρίνονται σε δύο μέρη, όπως είπαμε, από τα οποία οι μεν είναι και λέγονται μακάριοι, ο ίδιος τους έδωσε αυτό το όνομα, δηλαδή με πρεσβυτικόν φρόνημα χρησιμοποιούν καλώς τις πατρικές ευεργεσίες, και για την φιλοπονία τους προκόπτουν και εδώ, αλλά και εκεί κληρονομούν την αιώνιον ζωή, συναναστρεφόμενοι άμεσα με τον Πατέρα και απολαμβάνοντας μαζί του με τρόπον υπερφυσικό την ευδαιμονία. Οι άλλοι είναι εκείνοι που απομακρύνονται προσωρινώς νεωτερίζοντας, και πολύ κακώς σκεπτόμενοι, κάνουν κατάχρησιν των πατρικών εντολών και των δώρων του Δεσπότου, παρεκλίνοντας προς την ζωήν των χοίρων. Αφού δε μετανοήσουν, επειδή έχει παραμείνει μέσα τους η σπίθα της αγάπης προς τον Πατέρα και δεν έχει σβήσει εντελώς, απολαμβάνουν πάλι την τάξη των υιών, όχι σύμφωνα με κάποιαν δικαιοσύνην, αλλά από οίκτο και φιλανθρωπία. Διότι η θερμή μετάνοιά τους έχει ως παρακίνηση και αφορμήν την πολλήν αγαθότητα, την σφοδροτάτην αγάπη και συγχωρητικότητα του Πατρός, ώστε να αποτελή καρπόν όχι μόνον φόβου αλλά και αγάπης. Γι’ αυτό και ονομάζονται ηλεημένοι. Και έτσι σώζεται η δυάδα των αδελφών, έτσι συνενώνεται όλο το πλήθος των αληθινών τέκνων του Θεού, σε μίαν ευτυχή και λαμπράν δυάδα.

Διότι εκείνοι που απιστούν και αρνούνται την δευτέρα και υπέρμετρο χάριν του Πατρός, η οποία έγινε με πρωτοφανή οικονομίαν, αχρηστεύουν την πίστη με άλλες κακοδοξίες, ή πιστεύουν μεν ορθά, αλλά παραμένουν χωρισμένοι οριστικώς από τους πατρικούς νόμους, διακινδυνεύοντας ματαίως την σωτηρία τους με την νεκρά και χωρίς έργα πίστη. Όλοι αυτοί απεδοκιμάσθησαν από την περιοχή και την ονομασία των υιών, αφού με την θέλησή τους απεστράφησαν τον Θεό και την κατάταξη μαζί με τους αδελφούς των. Γι’ αυτό άθλιοι και γυμνοί από κάθε αγαθόν, πορεύονται στην παρούσα ζωή, και πολύ περισσότερο στην μέλλουσα και αιώνιο, κατοικούν στον Άδη και υποφέρουν εκεί πικρά κατά τα έργα τους.

Ας ευχαριστήσωμε λοιπόν τον Πατέρα και Κύριόν μας, ο οποίος, για να αφήσωμε τώρα τα άλλα που ακούμε καθημερινώς, και εδώ μετρίως αναπτύξαμε, «ουχ ήλθε καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν». Και πολύ καλά έδειξε την πρόθεσή του αυτήν με τα έργα, όχι μόνον συγχωρώντας πόρνες και ληστάς και τελώνες που μετενόησαν, αλλά συγκαταλέγοντάς τους μαζί με τους καθαρούς. Αλλά και τον τρόπο της γνησίας μετανοίας μας περιέγραψεν ο ίδιος. Βάλε στον νού σου, λέγει, ποίων αγαθών εστερήθης, και για ποία κακά έγινες ένοχος. Μίσησε την αποστασίαν, η οποία σε οδήγησε στον φοβερό λιμό των αγαθών και στην συναναστροφή με τους χοίρους. Και ενώ άλλοι που είναι προικισμένοι με ολιγώτερα χαρίσματα, απολαμβάνουνν αυτά τα αγαθά και χορταίνουν από θείον πόθο, συ λιμοκτονείς αθλίως. Επίστρεψε με όλη την διάθεση της ψυχής σου στον αρχικόν τρόπο ζωής σου, τότε που συμβίωνες με τα αληθινά τέκνα του Θεού, και πρόσεχες στους θείους νόμους. Μη φοβηθείς την υπερβολήν των πταισμάτων, αλλά να σε ενθαρρύνη το μέγεθος της θείας ευσπλαγχνίας. Επίστρεψε γρήγορα πονώντας για τα εκούσια κακά, αλλά και ψυχαγωγούμενος από τις καλές ελπίδες. Γονάτιζε συνεχώς ενώπιον του Θεού με την καρδία και το σώμα. Ανακάλεσε με δάκρυα τον θείον οίκτον. Να παρακαλής ακατάπαυστα, ώστε να μην επιτρέψη ο Θεός να ξαναπέσης πλέον. Να είσαι έτοιμος να υπομείνης κάθε πληγήν από τον Θεόν με την οποία θα θεραπευθούν τα πταίσματά σου, και θα φύγης καθαρός από αυτήν την ζωή. Πλήγωνε και συ τον εαυτόν σου με όσην δύναμιν έχεις. Πίεζε το σώμα σου με την εγκράτειαν, ώστε να πλουτισθή το πνεύμα σου.

Θέλεις να προσθέσω και τα μεγαλύτερα; Αν μετά την αλλαγή σου εκπληρώσεις όλον τον θείο νόμο, να ονομάζης και να θεωρής τον εαυτόν σου αχρείον δούλον. Διότι έτσι ταπεινώνονται όσοι σκέπτονται σωστά, έστω και αν ευρίσκωνται σε συνεχή κοινωνία με τον Θεόν, έστω και αν δεν τους ελέγχει η συνείδησις ότι με κάποια πράξη τους έφυγαν φανερά από τον ορθόν δρόμο. Συ δε πώς θα καυχηθής μετά από όλα αυτά για κάποιο καλόν; Πρέπει να αποκρούης αμέσως με την ανάμνηση των προηγουμένων παρεκτροπών τον λογισμό της οιήσεως, και να εντρέπεσαι μάλλον για τα προηγούμενα κακά, παρά να υψηλοφρονής για τα πρόσφατα καλά. Μη προσέχης δε στις αμαρτίες των αδελφών παρά τόσον όσο να μήν αμαρτάνης με την επικοινωνία μαζί τους. Μη κρίνεις μέσα σου. Μη κατηγορής τους άλλους, μάλλον δε να προσεύχεσαι να δώση ο Θεός και σ’ εκείνους μετάνοια, διότι και σε σένα από αυτόν ήλθε αφανώς το καλόν της μετανοίας. Μη σκανδαλίζης κανέναν, ούτε από τους μικρότερους, και να προσπαθής ούτε καν αφορμή σκανδάλων να μη δίδης, διότι θα αναγκάσης τον Θεόν να αποστρέψη το πρόσωπό Του από σε, και πάλι θα ευρεθής κενός από χάρι. Να είσαι έτοιμος να πληγωθής από τους ανθρώπους και να υπομένης, όταν με κάθε τρόπο σε πληγώνουν. Διότι εκείνος που δικαιώνει τον εαυτόν του και αντιδρά σ’ αυτούς που τον λυπούν και τον πληγώνουν, χάνει το κέρδος που είχε από την μετάνοια. Να ανταποδίδης στους αδελφούς αγαθόν αντί κακού, ενθυμούμενος τον Θεόν, ο οποίος αντί των κακών που έκαμες, άνοιξε για σε την πύλη της μετανοίας. Ο δημιουργός για το χτίσμα, ο Κύριος για τον δούλον.

Με αυτούς και παρομοίους λόγους και λογισμούς ασχολούμενος όλην την ώρα, και εκπληρώνοντας τους άλλους νόμους των Ευαγγελίων, θα ελκύσης με αυτόν τον αγαθόν τρόπο τον Θείον οίκτο, για την αληθινήν μετάνοιά σου. Διότι χωρίς τοιαύτην μετάνοιαν είναι αδύνατον να έλθουν στην Βασιλείαν των Ουρανών ακόμη και εκείνοι που ζούν πολύ προσεκτικά, όχι μόνον εκείνοι που επιστρέφουν από πολύ αμαρτωλήν ζωήν. Επειδή όλοι οι άνθρωποι οφείλουν να μετανοήσουν, αφού κανείς δεν ημπορεί να είναι εντελώς απηλλαγμένος από ακαθαρσίαν. Εκείνοι δε που με τις αρετές έχουν πλησιάσει περισσότερο τον Θεόν, αυτοί και τις μικρότερες παρεκτροπές τις θεωρούν πολύ μεγάλες, και καλά κάνουν. Έτσι αποκτούν μεγάλην ταπείνωση, προκόπτουν ασφαλώς και προσεγγίζουν περισσότερο τον Θεόν. Όπως εκείνοι που αμελούν για τις μικρότερες και ούτε πονούν γι’ αυτές ούτε διορθώνουν τον εαυτόν τους, παραχωρεί ο Θεός και πίπτουν σε μεγαλύτερες.

Εμφύτευσε και σε μας, Χριστέ Βασιλεύ, διάπυρον πόθον αληθινής μετανοίας, και χρησιμοποιώντας αυτήν ως αφορμήν, δείξε τον πατρικόν σου οίκτο για μας, και εκείνους που επιστρέφουν καλώς από πολλήν ασωτία, κατάταξέ τους μεταξύ των τέκνων σου, ότι σοί πρέπει δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν».

Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 459 και εξής.
Επιμέλεια κειμένου, Δημήτρης Δημουλάς.

Ἐκκλησία καὶ Διανόηση στὴν ἐποχή μας


Εἰρηναῖος Γαλανάκης (Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης πρ.Κισάμου καὶ Σελίνου)




Ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού μπῆκε στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας τόν 11ον αἰῶνα ἐπί Κωνσταντίνου τοῦ Μονομάχου καί καθιερώθηκε σάν ἑορτή τῶν Ἑλληνικῶν Γραμμάτων τό 1834, θέτει σήμερα μερικά ἐρωτηματικά, τόσο στήν ἴδια τήν Ἐκκλησία ὅσο καί στήν Παιδεία καί γενικότερα τήν σύγχρονη Ἑλληνική μας Διανόηση. Καί πρῶτα – πρῶτα ποιά στάση θά τηρήσει ἡ σημερινή Ἐκκλησία μπροστά σέ μιά Διανόηση πού ὅλο καί περισσότερο αὐτονομεῖται καί ἀποκόπτεται ἀπό κάθε μεταφυσική καί ἠθική ἀρχή;

Θά ἐπιχειρήσει ἡ Ἐκκλησία μιά νέα σύζευξη τῆς πίστης μέ τήν πολυδιάστατη γνώση (ἐπιστημονική- τεχνολογική κ.λ.π.) τοῦ σημερινοῦ κόσμου, ἤ θά παραμείνει ἀπομονωμένη στό παραδοσιακό της ὀχυρό; Θά ἐξαγιάσει ἡ Ἐκκλησία τά δημιουργήματα τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καί τῆς τεχνικῆς, δημιουργήματα τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, γιά νά τά ἐντάξει στό ἀρχικό κεφάλαιο τῆς Θείας δημιουργίας, ἤ θά τά ἀφήσει ἔξω ἀπό τήν ἁγιαστική της χάρη στήν ἐξουσία καί τήν διαστροφή τοῦ δαιμονισμοῦ; Θά ἁπλώσει ἡ Ἐκκλησία τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπό τήν «ἄβυσσο» τῆς σημερινῆς διανόησης γιά νά τήν κάμει «φῶς», ἤ θά τήν ἀφήσει νά πλανιέται σκότος σύγχυσης καί μηδενιστικῆς κουλτούρας στή ζωή ἀνθρώπων καί λαῶν; Θά ἐνσαρκώσει ἡ Ἐκκλησία δραστικότερα καί πρακτικότερα τό μήνυμα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου στίς κοινωνικές πραγματικότητες τοῦ σημερινοῦ κόσμου, ἤ θά τό ἀφήσει μόνο σάν μακρινή ἐσχατολογική ἐλπίδα;

Τά ἐρωτήματα αὐτά πρέπει νά ἀπασχολήσουν τήν Ἐκκλησία καί τή χριστιανική Διανόηση γενικά, γιατί μέσα σ’ αὐτά ὑπάρχουν θέματα καί προβλήματα πού ἔχουν σχέση μέ τό σημερινό ἀδιέξοδο καί τό μέλλον τῆς ἀνθρωπότητας.

Ἀπό τό ἄλλο μέρος ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν θέτει καί στήν σύγχρονη Διανόηση (καί μιλοῦμε ἐδῶ γιά τήν Ἑλληνική Διανόηση), μερικά ἄλλα ἐρωτηματικά:

Θά ἐξακολουθήσει ἡ ἑλληνική μας Διανόηση, ἀγνοώντας τήν Ἑλληνοχριστιανική της κληρονομιά, νά ἀπομονώνεται στό στυγνό ὀρθολογισμό τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνα καί στά μηδενιστικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς μας, ἤ θά ἀγκαλιάσει εὐρύτερες περιοχές τοῦ ἠθικοῦ κόσμου γιά νά δώσει μιά ἰσόρροπη ἀνάπτυξη στόν πνευματικό βίο τοῦ τόπου μας καί τοῦ Λαοῦ μας; Θά ἀπολιθωθεῖ ἡ Διανόησή μας στόν λαθεμένο δογματισμό «ἡ ἐπιστήμη γιά τήν ἐπιστήμη» καί «ἡ τέχνη γιά τήν τέχνη» γιά νά στρέψει τελικά τήν πρόοδό της ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ ἀνθρώπου, ἤ θά εὕρη τρόπους καί μεθόδους νά ἀνθρωποποιήσει τήν ἐπιστήμη καί τήν τεχνική τῆς ἐποχῆς μας;

Εἶναι ἆραγε ἀκίνδυνη ἡ αὐτοθέωση τοῦ ἀνθρώπου τῆς σημερινῆς Παιδείας καί εἶναι τάχα ἀσυμβίβαστη ἡ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν «θέωσή» του, ὅπως τήν ἐννοεῖ ἡ χριστιανική ἀποκάλυψη;

Γιατί ἡ σύγχρονη Παιδεία καί διανόησή μας, ἀγνοώντας τήν πνευματική (παγκόσμια) κρίση τῶν καιρῶν ρίχνει τό βάρος της μόνο στίς γλωσσικές καί μεθοδολογικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς καμιά ἀναφορά σέ βαθύτερες ἀναπλαστικές δυνάμεις πού ὁδηγοῦνε ἀνθρώπους καί πολιτισμούς νά ξεπερνοῦν τίς πτώσεις καί τίς κρίσεις των;

Γιατί καταργοῦμε στήν ἐποχή μας τίς κλασικές ἔννοιες καί λέξεις «πνευματικός βίος», «πνευματικές ἐκδηλώσεις» κ.λ.π., καί τίς ἀντικαθιστοῦμε μέ τά ἄχυρα καί τά σκύβαλα τῶν «πολιτιστικῶν ἐκδηλώσεων» πού προσφέρομε στό Λαό μας;

Θά βροῦμε ἆραγε ἕνα σύστημα Παιδείας πού πέρα ἀπό τή βαθμομανία, πέρα ἀπό τή θεσολογία καί τήν φτηνή πολιτικολογία, θά δίνει καί κάποιο νόημα στήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί θά προσφέρει μιά ἀγωγή πού θά βοηθᾶ τήν κοινωνική συμπεριφορά καί τήν πολιτική βούληση στήν λύση τῶν μεγάλων παγκόσμιων προβλημάτων;

Ἡ ἀπάντηση στά ἐρωτήματα αὐτά χρειάζεται, νομίζομε, μιά νέα πνευματική σύνθεση. Μιά νέα σύζευξη γνώσης καί ἀρετῆς, ὅπως ἔγινε μέ τήν ἑλληνική φιλοσοφία καί τήν χριστιανική ἠθική στήν ἐποχή τῶν οἰκουμερνικῶν Διδασκάλων. Μιά νέα «σάρκωση» τοῦ Χριστιανικοῦ Λόγου στόν πανανθρώπινο λόγο τῆς ἐποχῆς μας.

Δέν εἶναι ἀσυμβίβαστη, τό ἐπαναλαμβάνομε, ἡ ἀνέλιξη καί ἡ πορεία πού ζητεῖ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀπό τό μέλλον του, ὅπως τό ὁραματίζεται ἡ χριστιανική ἀποκάλυψη: «Ὁ Θεός καί ὁ ἄνθρωπος - λέγει ὁ Ὀρθόδοξος Θεολόγος Δημήτριος Στανιλοάε - δέν εἶναι χωρισμένοι καί πολύ περισσότερο δέν εἶναι ἀντίθετοι. Ὁ Θεός παραμένει πάντα μιά ζωντανή πηγή γιά τήν πλήρη ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου».


 

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΒΛΑΣΙΟΥ



Τῌ ΙΑ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βλασίου.
Τῇ ΙΑ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βλασίου, 
Ἀρχιεπισκόπου Σεβαστείας.
Λαιμὸν Βλάσιος ἐκκοπεὶς διὰ ξίφους,
Ἀλγοῦσι λαιμοῖς ῥευμάτων εἴργει βλάβας.
Ἑνδεκάτῃ Βλασίου τάμεν αὐχένα χαλκὸς ἀτειρής.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, οἱ Ἅγιοι δύο Παῖδες, οἱ συναθλήσαντες τῷ Ἁγίῳ Βλασίῳ,
 μετὰ τῶν ἑπτὰ γυναικῶν, ξίφει τελειοῦνται.
Βαβαὶ τοσαύτης παιδίων εὐθαρσίας!
Σπεύδουσιν ἄμφω, ποῖον ἐκτμηθῇ φθάσαν.
Κτείνει γυναῖκας ἑπτὰ σεπτὰς τὸ ξίφος,
Οὐ τῇ γυναικῶν συσχεθείσας δειλίᾳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς εὑρέσεως τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Ζαχαρίου τοῦ Προφήτου, 
τοῦ Πατρὸς τοῦ τιμίου Προδρόμου.
Φανεὶς ὁ νεκρὸς γῆθεν ὁ Ζαχαρίου,
Τοῖς ζῶσι πιστοῖς ἄφθονον βλύζει χάριν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη Θεοδώρας τῆς Βασιλίσσης, τῆς στερεωσάσης τὴν ὀρθοδοξίαν.
Θεοδώραν Ἄνασσαν εὐσεβεστάτην,
Χριστὸς Βασιλεὺς ἀξιοῖ θείου στέφους.

Ταῖς αὐτῶν Ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2012

Διάλογος δυο εμβρύων ή περί υπάρξεως του Θεού



- Και εσύ πιστεύεις ότι υπάρχει ζωή μετά τη γέννηση;

- Βέβαια. Μετά τη γέννηση κάτι ακολουθεί. Πιθανόν να βρισκόμαστε εδώ για να προετοιμαστούμε για κάτι που ακολουθεί.

- Τι βλακεία! Μετά τη γέννηση δεν ακολουθεί τίποτα. Εξάλλου πως θα είναι εκεί;

- Δεν ξέρω ακριβώς αλλά σίγουρα θα είναι πιο φωτεινά απ’ ότι εδώ. Ίσως να περπατάμε με δικά μας πόδια και να τρώμε με δικό μας στόμα.

- Σαχλαμάρες! Δε γίνεται να περπατήσεις. Και να τρως από το στόμα μου φαίνεται γελοίο! Αφού εμείς τρεφόμαστε από τον ομφάλιο λώρο. Να σου πω κάτι ακόμα; Πρέπει ν’ αποκλείσουμε τη ζωή μετά τη γέννηση, αφού ήδη ο ομφάλιος λώρος είναι πολύ κοντός.

- Όχι, όχι. Κάτι θα υπάρχει σίγουρα. Πιθανόν διαφορετικό απ’ ότι έχουμε συνηθίσει εδώ.

- Μα από εκεί δε γύρισε κανείς. Με τη γέννηση η ζωή πολύ απλά τελειώνει. Εξ’ άλλου η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από ένα διαρκές στρίμωγμα στο σκοτάδι.

- Εγώ δεν ξέρω ακριβώς πως θα είναι εάν γεννηθούμε, αλλά σίγουρα θα βρούμε τη ΜΗΤΕΡΑ και εκείνη θα μας φροντίσει.

- Τη μητέρα; Εσύ πιστεύεις στη μητέρα. Κατ’ εσένα που θα μπορούσε να βρίσκεται;

- Οπουδήποτε, γύρω μας. Αφού ζούμε εν αυτή και δι’ αυτής. Χωρίς εκείνη δεν θα υπήρχαμε καθόλου.

- Εγώ δεν το πιστεύω! Εγώ δεν είδα ποτέ καμία μητέρα γι’ αυτό δεν υπάρχει.

- Ναι, αλλά καμιά φορά, όταν ησυχάζουμε, την ακούμε πως τραγουδάει, αισθανόμαστε πως παρηγορεί τον κόσμο γύρω μας. Εγώ πιστεύω ότι εκεί έξω μας περιμένει η αληθινή ζωή!

Νέος ύμνος της αγάπης


Η δύναμη χωρίς την αγάπη σε κάνει επιθετικό.
Η τιμή χωρίς την αγάπη σε κάνει ψηλομύτη.
Το καθήκον χωρίς την αγάπη σε κάνει κακόκεφο.
Η ευθύνη χωρίς την αγάπη σε κάνει αδίστακτο.
Η δικαιοσύνη χωρίς την αγάπη σε κάνει σκληρό.
Η αλήθεια χωρίς την αγάπη σε κάνει κριτικό.
Η ανατροφή χωρίς την αγάπη σε κάνει ατίθασο.
Η εξυπνάδα χωρίς την αγάπη σε κάνει πονηρό.
Η ευγένεια χωρίς την αγάπη σε κάνει υποκριτή.
Η τάξη χωρίς την αγάπη σε κάνει σχολαστικό.
Η γνώση χωρίς την αγάπη σε κάνει τυραννικό.
Η περιουσία χωρίς την αγάπη σε κάνει τσιγκούνη.
Η πίστη χωρίς την αγάπη σε κάνει φανατικό.
Αλίμονο σε κείνους που τσιγκουνεύονται την αγάπη.



Αξίζει, λοιπόν, να αναλογισθούμε σοβαρά,
τι είδους ζωή βιώνουμε,
κι αν μπορούμε ή όχι
να αγαπήσουμε.

ΤΟ ΣΘΕΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΟΠΑΡΑΔΟΤΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ





Είναι κάποιοι άνθρωποι στην Ιστορία του κόσμου και της Εκκλησίας, οι οποίοι έχουν κάτι παραπάνω από όλους εμάς. Ξεχωρίζουν για την πίστη και το σθένος της. Μία πίστη πατροπαράδοτη. Μία πίστη που πηγάζει από τη σχέση τους με το Χριστό και αναβαπτίζεται στις περιστάσεις της ζωής. Μία πίστη που δίνει δύναμη και αντοχή ώστε να ξεπεράσουν τις δυσκολίες του κόσμου και της ζωής. Μία πίστη που τους κάνει να ζούνε το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού.
Αυτό το σθένος της πατροπαραδότου πίστεως έζησε και η Αγία Θεοδώρα η Αυγούστα. Αυτό το σθένος, το οποίο την κατέστησε μέλος του χορού των αγίων γυναικών που εδόξασαν όχι μόνο την φύση τους, δηλαδή τη δωρεά του Θεού κατά τη δημιουργία του ανθρώπου, αλλά και απέδειξαν τη χριστιανική τους ιδιότητα όχι με λόγια μόνο, αλλά με έργα. Όχι μόνο στις χαρές, αλλά και στις δυσκολίες της ζωής. Αίροντας το σταυρό τους, είτε έζησαν το γάμο είτε την παρθενία. Είτε υπακούοντας σε άνδρες σκληρούς είτε στην κίνηση για υπέρβαση της φύσεως, στην αδελφότητα του μονήρους βίου και νικώντας το ίδιον θέλημα. Και είναι η πίστη μία δύναμη καρδιακή, η οποία κάνει τον άνθρωπο να δίδει υπόσταση στα ελπιζόμενα και να καθιστά πραγματικότητες αυτά που δεν βλέπονται δια των οφθαλμών του σώματος, εν τω χρόνω. Αυτά που οι άλλοι δεν έχουν τη δυνατότητα ή την θέληση να δούνε, οι πιστές γυναίκες τα ζούνε δια των πνευματικών τους οφθαλμών και μας αφήνουν τον εαυτό τους υπόδειγμα αυτής της πίστεως που μας χρειάζεται και στη δική μας ζωή.
Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πίστεως της Αγίας Θεοδώρας, που της έδωσαν το σθένος να αντέξει στις δοκιμασίες της ζωής;
Είναι πρώτον η πίστη ότι υπάρχει ο Θεός και μάλιστα εν τη Εκκλησία, ως Τριαδικός. Για να γίνει αυτό κατορθωτό, χρειάζεται να υπάρξει ένα ξεδιάλεγμα των παραστάσεων και των εμπειριών που έχουμε οι άνθρωποι στη ζωή μας. Χρειάζεται να αποβάλουμε όλους τους άλλους θεούς, που απειλούν να καταφάγουν τον αληθινό Θεό από τη ζωή μας και την ύπαρξή μας. Να αποβάλουμε αυτά που βλέπουμε και απορούμε για την δύναμή τους. Την φύση και τον κόσμο. Την δύναμη της γνώσεως. Το σφρίγος της νεότητος. Την δόξα με την οποία οι άλλοι μας περιβάλλουν. Την αίσθηση της παντοδυναμίας. Τα δικαιώματά μας. Αλλά και να αποβάλουμε αυτά που γεννά ο νους και η καρδιά μας. Την αμφιβολία της κρίσης που ο πεπερασμένος νους μας διατυπώνει για την ύπαρξη του Θεού, ιδίως όταν Εκείνος δεν μας βοηθά σε περιπτώσεις δυσκολιών και δοκιμασιών. Δεν μας δίδει κατά την καρδία και κατά την επιθυμία μας, αλλά μας αφήνει να ταλαιπωρούμαστε και να δοκιμαζόμαστε. Όπως επίσης και στην απορία μπροστά στο θάνατο και το μετά από αυτόν. Μόνο η πίστη ότι υπάρχει Θεός και μάλιστα Τριαδικός, μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να προχωρήσει σε έναν άλλο τρόπο ζωής.
Είναι δεύτερον η επίγνωση ότι εντός της υπάρχει η εικόνα του Θεού. Ότι δεν είναι ένα πρόσωπο γέννημα ανθρώπων, δηλαδή έλλογων ζώων, που έχουν απλώς αρχή και τέλος, αλλά εικόνα Χριστού, στην οποία ο άνθρωπος βάζει την σωματική- σαρκική διάσταση της υπάρξεως και ο Θεός εν Αγίω Πνεύματι την πνευματική- ψυχική. Ο άνθρωπος βάζει το έξωθεν, βάζει τα φυσικά και σωματικά όργανα, βάζει τις αισθήσεις, βάζει τον εγκέφαλο και την καρδιά, και ο Θεός βάζει την αγάπη, την ελευθερία, το λογικό, την αναζήτηση, την δίψα για αθανασία. Και όποιος νιώθει ότι είναι εικόνα Θεού, αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται « εν τιμή ων». Συνήκει και δεν παρασυμβάλλεται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις, δεν ομοιούται αυτοίς. Αυτό σημαίνει ότι δεν εξαντλεί το νόημα της ζωής του στη σάρκα, στα εδώ. Βλέπει παραπέρα, στην προοπτική της δίψας για το Θεό, αναζητά το Θεό παντού στον κόσμο και τη ζωή του, επιδιώκει να γίνει κοινωνός θείας φύσεως.
Τέλος, είναι τρίτον η επίγνωση ότι πλάσθηκε για να ομοιωθεί η εικόνα της με τον Θεό. Δεν αρκείται στα αγαθά αυτού του κόσμου. Δεν αρκείται στην δόξα και την τιμή που μπορεί να απολαμβάνει από τους άλλους. Δεν αρκείται στο να δημιουργήσει στον χρόνο του κόσμου. Εργάζεται και πνευματικά, για να μπορέσει να ζήσει υπέρ τον χρόνον και τον κόσμον, όταν έρθει η ώρα του βιολογικού τέλους της υπάρξεως. Και αυτή η εργασία συνίσταται στην τήρηση των εντολών του Ευαγγελίου, στην βίωση της αγάπης, στον περιορισμό των δικαιωμάτων χάριν των άλλων, στην στροφή της ελπίδας στο Θεό και στην αναζήτηση της αιωνιότητας σε κάθε πράξη και έργο.
Αυτή η πίστη στην Αγία διδάχθηκε από την οικογένειά της. Είναι η πατροπαράδοτη εκείνη ευλογία την οποία δεν την παρέλαβε απλώς, έχτισε πάνω σ’ αυτήν και το απέδειξε αυτό δια της προσφοράς της στην διάσωση και αναστήλωση των ιερών εικόνων και την παρέδωσε ως δωρεά πολύτιμη και στις επόμενες γενεές. Αυτή η πίστη την κατέστησε αθάνατη στη ζωή της Εκκλησίας και έδωσε τη δυνατότητα στο Θεό να παράσχει την ευλογία της αφθαρσίας στο ιερό της λείψανο. Αυτή η πίστη αποτελεί για τον καθέναν από εμάς όπλο να μιμηθούμε και να προχωρήσουμε μ’ αυτήν, όχι παραθεωρώντας την πραγματικότητα της ζωής, αλλά μη υποτασσόμενοι σ’ αυτήν και νικώντας την απελπισία που οι σταυροί εξ αιτίας των αμαρτιών μας γεννούνε, ιδίως στις ημέρες μας, οπότε και δεν υπάρχουν αληθινοί ηγέτες πίστεως και ελπίδος, αλλά μονάχα διαχειριστές κρίσεων, χωρίς Θεό και αιωνιότητα στην προοπτική της ζωής τους.
Με την αγία ως πρότυπο ας προχωρήσουμε λοιπόν στη ζωή μας και την πατροπαράδοτη πίστη μας ας την έχουμε ως προσωπικό μας στήριγμα για να επιβιώσουμε κατά Θεόν

είσαι εσύ; Μαχητής τοϋ Χριστού ή µαχητήςτού πειρασµού; {Γερ .Παισιος}



είσαι εσύ; Μαχητής τοϋ Χριστού ή µαχητής
τού πειρασµού;


Ειπε σε κάποιον µιά φορά: «Τί είσαι εσύ;
 Μαχητής τοϋ Χριστού ή µαχητήςτού 
πειρασµού; Ξέρεις πώς υπάρχουν και
 µαχητές τού πειρασµού;».
 ΌΧριστιανός δέν πρέπει νά είναι φανατικός,...
 άλλα νά έχη αγάπη γιά όλους τουςανθρώπους. 
Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά νά
 είναι, κάνει κακό.Γνώρισα έναν συγγραφέα
 πού είχε ευλάβεια πολλή, άλλα µιλούσε στους
κοσµικούς. µέ µιά γλώσσα ωµή, πού προχωρούσε 
Όµως σε βάθος, και τουςτράνταζε.
 Μιά φορά µου λέει: «Σε µιά συγκέντρωση είπα 
αυτό και αυτό σέ µιάκυρία». Άλλα µέ τον τρόπο
 πού της τό είπε, την είχε σακατέψει. 
Την πρόσβαλεµπροστά σέ όλους.
 «Κοίταξε, τού λέω, εσύ πετάς στους 
άλλους χρυσά στεφάνιαµέ διαµαντόπετρες, έτσι όµως πού τά πετάς, 
σακατεύεις κεφάλια, Όχι µόνονευαίσθητα άλλα καί γερά». Ας µην
 πετροβολάµε τους ανθρώπους... χριστιανικά. Όποιος ελέγχει µπροστά 
σέ άλλους κάποιον πού αµάρτησε ή µιλάει µέ εµπάθεια γιά κάποιο πρόσωπο,
 αυτός δέν κινείται άπό τό Πνεύµα τού Θεού·κινείται άπό άλλο πνεύµα. 
Ό τρόπος της Εκκλησίας είναι ή αγάπη- διαφέρει άπότόν τρόπο των νοµικών.
 Ή Εκκλησία βλέπει τά πάντα µέ µακροθυµία καικοιτάζει νά βοηθήση τόν 
καθέναν, ο,τι καί άν έχη κάνει, όσο αµαρτωλός καί άνείναι.


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΛΟΓΟΙ Β

Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΙΣΧΥΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ




Διαβάσαμε αυτές τις ημέρες το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου, Mark Roche, ανταποκριτή της εφημερίδας Le Monde στο Σίτυ του Λονδίνου, Η Τράπεζα ή πώς η Goldman Sachs κυβερνά τον κόσμο (Μεταίχμιο 2010). Είναι ένα βιβλίο, το οποίο, χωρίς να μπει κανείς στην αλήθεια των λεπτομερειών του (έλαβε πάντως το βραβείο για το καλύτερο βιβλίο για την Οικονομία το 2010),αν και, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν έχουν διαψευσθεί, δείχνει με κυνικό τω όντι τρόπο το πώς οι λαοί έχουν γίνει αθύρματα των οικονομικά ισχυρών της γης. Ότι παράγοντες, οι οποίοι αντλούν νομιμότητα όχι από τη θέληση των λαών που υποτίθεται ότι δημοκρατικά επιλέγουν εκείνους που επιθυμούν να τους διακυβερνήσουν, αλλά από τη δύναμη του χρήματος, από την σύγκρουση και των ανταγωνισμό των συμφερόντων, από την επιθυμία περισσότερου πλουτισμού, από τη διάθεση εξόντωσης των ανταγωνιστών τους, από την ανηθικότητα της νομιμοφανούς εξαπάτησης των ανθρώπων, στην ουσία όχι απλώς κυβερνούν τον κόσμο, αλλά στήνουν κρίσεις, προκειμένου να πλουτίσουν ακόμη περισσότερο, χωρίς να ενδιαφέρονται για « το αίμα» των ανθρώπων και των λαών.
Το απεχθές αυτό πρόσωπο του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο, με πυλώνες του τον καταναλωτισμό, δηλαδή τον συνεχή εκμαυλισμό των ανθρώπινων συνειδήσεων, προκειμένου να οδηγηθούν στην ταύτιση της ευτυχίας με την ικανοποίηση συνήθως κατασκευασμένων αναγκών, και την παγκοσμιοποίηση, η οποία δίνει την εντύπωση ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την πρόοδο, παρεκτός από τον έλεγχο της ελευθερίας του νου και της καρδιάς, μας κάνει να βλέπουμε με άλλο μάτι τις διαπραγματεύσεις, τις απαιτήσεις, τον φασισμό με τον οποίο τα όργανα αυτού του συστήματος (Τρόικα) και οι πάτρωνές τους σε πολιτικό επίπεδο (Γερμανία και Γαλλία φανερά, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και άλλοι Ισχυροί αφανώς) δε διστάζουν να γυρίσουν την πατρίδα μας, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αδύναμους κρίκους (Ρουμανία, Πορτογαλία, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία), στο βιοτικό επίπεδο της δεκαετίας του ‘ 30 του προηγούμενου αιώνα, μόνο και μόνο για να τιμωρήσουν τους απείθαρχους και ψεύτες, στην ουσία όμως για να ελέγξουν πλήρως τις όποιες πλουτοπαραγωγικές πηγές αυτοί έχουν.
Θαυμάζουμε την φαρισαϊκή υποκρισία των πατρώνων, οι οποίοι δεν ντρέπονται να κάνουν μαθήματα περί ηθικής.
Όταν συνειδητά έσπρωξαν την Ελλάδα στον καταναλωτισμό, δανείζοντάς μας χωρίς μέτρο και χρηματοδοτώντας έργα, Ολυμπιάδες, ανάπτυξη χωρίς παραγωγή, παρασιτισμό, διάλυση αγροτικής παραγωγής μέσω των επιδοτήσεων, διαφθορά και διαπλοκή, μόνο και μόνο για να χρηματοδοτείται η ανάπτυξη της δικής τους οικονομίας (αυτός που λάμβανε δάνεια αγόραζε τα δικά τους προϊόντα, χτίζοντας ελλείμματα στη δική του οικονομία και πλεονάσματα στη δική τους), τώρα καμώνονται πως δεν ήξεραν τίποτε για τους «κακούς» Έλληνες.
Όταν συνειδητά δωροδοκούσαν ανάξιους πολιτικούς, χρησιμοποιώντας και το σύστημα των ΜΜΕ ως μέσο πίεσης, για να ελέγξουν στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως οι τηλεπικοινωνίες και οι μεταφορές, η αγορά του αυτοκινήτου, τώρα καμώνονται πως οι Έλληνες μόνοι τους «τα έφαγαν» .
Όταν τραπεζίτες – μέλη της Goldman Sachs, όπως ο Μόντι, γίνονται πρωθυπουργοί σε χώρες (Ιταλία) και αναλαμβάνουν την διοίκηση θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ντράγκι), ή οργανώνουν τεχνάσματα μέσω των οποίων χώρες όπως η Ελλάδα κρύβουν τα ελλείμματά τους για να ενταχθούν στο Ευρώ (όπως έγινε το 2001) ή εργάζονται για την εξαγορά απανταχού της γης εθνικών βιομηχανιών από πολυεθνικούς κολοσσούς, τώρα προσποιούνται ότι οι λαοί θα πρέπει να καταναλώνουν λιγότερα από όσα παράγουν, για να μπορούν να δίνουν τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού τους όχι στο δρόμο της ανάπτυξης και της προόδου τους, αλλά στα τοκοχρεολύσια των δανείων, που οι τράπεζες και οι Ισχυροί πολιτικά έδωσαν, για να τους στερήσουν την ελευθερία και την εθνική κυριαρχία. Όταν έχεις στερήσει από έναν λαό το δικαίωμα να διαχειρίζεται την περιουσία του, μετά τον κατηγορείς και από πάνω ότι δεν έχει να πληρώσει τα χρέη του, αλλά πρέπει να στερηθεί χωρίς ελπίδα.
Θαυμάζουμε τα μαθήματα προτεσταντικής ηθικής τα οποία οι Ισχυροί της Ευρώπης και του κόσμου δίνουν στους λαούς. Νομίζουν ότι ο Θεός «ευλόγησε» τους λαούς τους να είναι οι Ισχυροί και να ρυθμίζουν τις τύχες των άλλων και βαφτίζουν «Ευρωπαϊκή Ένωση» έναν κόσμο πολλών ταχυτήτων, εκμετάλλευσης και αλαζονείας. Μόνο που ξεχνούν, στη λογική που κινούνται, ότι η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ύβρις και ότι « Ο Θεός υπερηφάνοις αντιτάσσεται».
Ξεπερνούν τις δυνατότητες κατανόησης και αντίστασης των καθημερινών ανθρώπων τα συμφέροντα των Ισχυρών και η οργάνωσή τους. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να εγκαταλείπουμε το φρόνημα της άρνησης να αποδεχθούμε ως σωστές και άξιες « ων επράξαμεν» τις τιμωρίες που μας επιβάλλονται. Πέρα από την ευσπλαχνία του Θεού, την οποί τελωνικά οφείλουμε να αναζητήσουμε, χρειάζεται και η αυτοκριτική μας και, ταυτόχρονα, η μετάνοια και αλλαγή μας.
Αυτοκριτική, διότι παραδοθήκαμε άνευ όρων σε μία δοτή ταυτότητα καταναλωτισμού και παγκοσμιοποίησης. Αυτό σημαίνει ότι υιοθετήσαμε στην πράξη αξίες, τις οποίες δεν αποδεχθήκαμε μεν στην καρδιά μας, κι αυτό φαίνεται από την αλληλεγγύη προς τους πιο αδύνατους, την οποία δείχνουμε έμπρακτα ως κοινωνία αυτό τον καιρό της κρίσης, αλλά και από το θυμό τον οποίο έχουμε και προς όσους μας διακυβέρνησαν, αλλά και προς τους εαυτούς μας για όσα ανεχθήκαμε και εφαρμόσαμε « χωρίς περίσκεψη και αιδώ» .
Αυτοκριτική, διότι αφήσαμε την παιδεία των νέων παραδομένη σε νοοτροπίες υλιστικές, σε οράματα κοινωνίας πολιτών, σε θρίαμβο δικαιωμάτων, αφήσαμε να πεθάνουν κείμενα ζωής, όπως τα έργα των αρχαίων, αλλά και της Γραφής και των Πατέρων μας, και νομίσαμε ότι το νόημα της παιδείας εξαντλείται στο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού, στις αμοιβές των εκπαιδευτικών και στις ασκήσεις επαναστατικής γυμναστικής των καταλήψεων και όχι στην κοινότητα, στο διάλογο, το σμίλεμα του χαρακτήρα, την αλήθεια, την ευθύνη και για τους άλλους, τον υγιή πατριωτισμό.
Αυτοκριτική, διότι ως εκκλησιαστικοί άνθρωποι, αλλά και πιστοί αφήσαμε την Ιστορία στα χέρια άλλων και νομίσαμε ότι η πίστη είναι καλή μόνο για το θάνατο και τη Δευτέρα Παρουσία, χωρίς να οργανώσουμε ενορίες, κατήχηση, λατρεία, διακονία που να μιλά στο σήμερα και στις υπαρξιακές και κοινωνικές ανάγκες του ανθρώπου. Με μία στείρα εμμονή όχι στο πνεύμα, αλλά στο γράμμα της παράδοσης, και έναν δημοσιοϋπαλληλισμό, αρνηθήκαμε να παρακολουθήσουμε την εποχή μας, εξαντλήσαμε τον προβληματισμό μας στο πόσα θα δώσουμε ως ελεημοσύνη και όχι στο πώς θα θρέψουμε με τον Λόγο του Θεού και την αλήθεια της Αγάπης τους ανθρώπους. Με την ιδέα ότι μόνο αν παραμείνουμε κολλημένοι σε έναν ψευτοαναχωρητικό πνεύμα, θα είμαστε γνήσιοι χριστιανοί και θα αποφύγουμε την εκκοσμίκευση, αφήσαμε τον κόσμο χωρίς ελπίδα. Δε θελήσαμε να ρισκάρουμε, μη τυχόν και σκανδαλίσουμε κατεστημένες δομές και μονολιθικές αντιλήψεις, ενώ η πραγματικότητα είναι ότι δε λειτουργήσαμε ως ηγέτες του λαού του Θεού, αλλά ως δράκα που αναπαράγει τις κλειστές δομές ενός συστήματος που δεν είναι αυτό που ο Χριστός θέλει. Κι έτσι πέσαμε και πέφτουμε στην παγίδα της υποκρισίας, την οποία δε θέλουμε να βλέπουμε στους άλλους.
Δεν αρκεί όμως η αυτοκριτική. Άλλωστε, η υποκρισία των Ισχυρών το έχει αποφασίσει. Θα σωθούν με τις λιγότερες δυνατές απώλειες οι ίδιοι και οι υπόλοιποι θα πληρώσουν το κόστος του αρχοντοχωριατισμού τους. Η ελπίδα έγκειται στο να ξαναχτίσουμε την ταυτότητά μας, τον πολιτισμό μας, το ατομικό και συλλογικό μας Εγώ στη λογική όχι μόνο της επιβίωσης, αλλά και της δημιουργίας, βασισμένοι στην αγάπη, στην αλληλεγγύη, την προσφορά. Να φωνάξουμε όλους αυτούς που καμώνονται ότι είναι οι οικονομικά ισχυροί εντός της πατρίδας μας και να τους θέσουμε προ των ευθυνών τους. Όλους αυτούς που μετέφεραν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό για να σώσουν τον εαυτούλη τους και να εξαγοράσουν αντί πινακίου φακής ό,τι απομείνει από τα ράκη της πατρίδας, όλους αυτούς που τολμούν την ώρα της κρίσης να συνεχίζουν αμέριμνοι τη νομή του κράτους, να διορίζουν, να αμείβονται με παχυλούς μισθούς, να γελούν με την κατάντια της χώρας μας και να τολμήσουμε να τους καταδικάσουμε δημόσια. Όλους αυτούς που εξυπηρετούν οργανωμένα συμφέροντα, κηρύσσοντας αλλότριες ιδέες και εμμένοντας σε έναν πολιτισμό που κατέρρευσε, με την αίσθηση ότι αν διαλυθούμε κοινωνικά, κάποια στιγμή θα μπορέσουμε να ξανακαταναλώσουμε όπως πριν, και να αρνηθούμε να τους διαβάσουμε, να υιοθετήσουμε τους λόγους τους, να τους χαρακτηρίσουμε « προοδευτικούς» και « κοσμοπολίτες». Και μέσα στη φτώχεια την υλική που ήδη ξεκίνησε, να κάνουμε το περίσσευμα ή το υστέρημά μας αυτό που θα αναπληρώσει αυτό που λείπει εντελώς από εκείνον που δυσκολεύεται πιο πολύ από εμάς.
Αν η Εκκλησία και οι επίσκοποί μας έδειχναν στην πράξη ότι δεν θα αρκεσθούν σε μία φιλανθρωπική υπερδραστηριότητα, αλλά θα επαναφέρουν στην αποστολή της χριστιανικής ζωής την έγνοια για ξύπνημα τόσο της πνευματικής, όσο και της κοινωνικής παιδείας, την έγνοια όχι μόνο για την αποτίναξη των παθών, αλλά και την διακονία στο παρόν και την Ιστορία, πολλοί θα έβρισκαν τους ηγέτες που σήμερα επί ματαίω αναζητούν. Πάντως, όλοι κρινόμαστε πλέον, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Και οι αστοχίες, που έγκεινται κυρίως στην ενασχόληση μόνο με τα του οίκου μας (δημόσιες σχέσεις, εκλογές, επισκέψεις, παρασκήνια) έπαψαν να ενδιαφέρουν το λαό προ πολλού. Όσοι αγωνίζονται, περιμένουν κάτι να αλλάξει. Όχι γιατί θα σταματήσουν να αγωνίζονται. Αλλά γιατί η ευθύνη όλων πλέον έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις. Κι εκεί μετριέται το χάρισμα, η αγάπη και η αυταπάρνηση.
πηγή

ΤΟ ΙΣΛΑΜ ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΥΛΩΝ !!!



ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ "ΤΡΟΠΑΙΟ" ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΤΩΜΑΤΑ 600 ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΠΟΥ ΚΑΗΚΑΝ ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΣΤΗΝ ΝΙΓΗΡΙΑ ΑΠΟ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΥΣ ...........


Τα Χριστούγεννα που μας πέρασαν, έγινε ένα έγκλημα φρικτό, στο οποίο τα ΜΜΕ ελάχιστη έκταση έδωσαν.
Αυτό το μένος εναντίον των χριστιανών θέλουν οι "αντιρατσιστές" της αριστεράς να μεταφέρουν και στην Ελλάδα, όπου η συντριπτική πλειοψηφία του λαού είναι χριστιανοί.
Να θυμίσω μόνο στους "ανθρωπιστές" φίλους μας, πως ο φανατισμένος μουσουλμάνος δε θα κάνει διάκριση, όταν αποφασίσει να σφάξει και να κάψει. Δε θα ρωτήσει τον περαστικό αριστερό "ανθρωπιστή", αν είναι χριστιανός... 
Από Αθηνά Παπαδοπούλου
 O ΚΑΙΡΟΣ ΓΑΡ ΕΓΓΥΣ
Ελληνορθόδοξος Παλμός

Οί άνθρωποι πού έχουν λεπτή ψυχή, πολύ φιλότιµο καί είναι ευαίσθητοι,χρειάζεται νά προσέξουν



     
 
  Οί άνθρωποι πού έχουν λεπτή ψυχή,
πολύ φιλότιµο καί είναι ευαίσθητοι
,χρειάζεται νά      προσέξουν

, γιατί βάζει καί ό διάβολος τήν ουρά του
 καί τουςκάνει πιό ευαίσθητους, καί µπορεί
 νά φθάσουν στην µελαγχολία ή ακόµη
 - Θεόςφυλάξοι - καί στην αυ...τοκτονία. 
Ό διάβολος, ένώ εµάς τους ανθρώπους
 μαςβάζει νά πηγαίνουµε κόντρα στον
 πλησίον µας καί νά µαλώνουµε, ό ιδιος
 ποτέδέν πάει κόντρα. Τόν αµελή τόν κάνει
 πιό αµελή· τόν αναπαύει µέ τόν λογισµό:
«Τό κεφάλι σου πονάει, είσαι αδιάθετος· δέν πειράζει καί άν δέν σηκωθής
 γιάπροσευχή». Τόν ευλαβή τόν κάνει πιό ευλαβή, γιά νά τόν ρίξη στην
υπερηφάνεια, ή τόν σπρώχνει νά άγωνισθή περισσότερο άπό τις δυνάµεις του,
ώστε νά άποκάµη καί νά άφήση µετά όλα τά πνευµατικά του όπλα καί νά
παραδοθή ό πρώην πολύ αγωνιστής. Τόν σκληρόκαρδο τόν κάνει πιό
σκληρόκαρδο, τόν ευαίσθητο υπερευαίσθητο
.Καί βλέπεις πόσοι άνθρωποι, άλλοι γιατί έχουν κάποια ευαισθησία καίάλλοι
 γιατί έχουν κλονισθή τά νεύρα τους, ταλαιπωρούνται µέ αϋπνίες καίπαίρνουν
 χάπια ή βασανίζονται καί χαραµίζονται στά νοσοκοµεία. Σπάνια νάδής σήµερα
 άνθρωπο ισορροπηµένο. Έγιναν µπαταρίες οί άνθρωποι. Οίπερισσότεροι είναι
 σάν νά έχουν ηλεκτρισµό. Όσοι µάλιστα δέν εξοµολογούνται,δέχονται επιδράσεις
 δαιµονικές· έχουν έναν δαιµονικό µαγνητισµό, γιατί όδιάβολος έχει εξουσία 
επάνω τους. Λίγοι άνθρωποι, εϊτε αγόρια εϊτε κοπέλες εϊτεηλικιωµένοι είναι,
 έχουν ένα βλέµµα γαλήνιο.
∆αιµονισµός! Ξέρεις τί θά πή δαι-µονισµός; Νά µήν µπορής νά συνεννοηθής
 µέ τόν κόσµο 
 
 
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...