Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

Γεώργιος Πατρώνος: "Κήρυγμα στην Κυριακή του Ασώτου"



Εισαγωγικά
Η παραβολή του ασώτου, που ακούσαμε σήμερα από
 το ευαγγελικό Ανάγνωσμα, θεωρείται, ως 
γνωστόν, από τα ωραιότερα κείμενα της παγκόσμιας
 φιλολογίας. 
Μας θυμίζει παράλληλα την κλασική διήγηση της περιπέτειας του Οδυσσέα από την
 ελληνική μυθολογία που απομακρύνεται από την Ιθάκη του για να ανδρωθεί και να
 γίνει σοφότερος από πριν. Πρόκειται για την αιώνια περιπέτεια του ανθρώπου, μέσα 
στο χρόνο και την ιστορία, να εγκαταλείπει πάντα, τη βεβαιότητα και την ασφάλεια,
 και να αναζητάει το ανέφικτο και το όνειρο, και στο τέλος σοφότερος απ' αυτή την 
περιπέτεια της ζωής του να επιστρέφει στην πατρώα οικία και στις βασιλικές του ρίζες,
 όπου τελικά και αναπαύεται.

Ο αιώνιος αυτός μύθος εκφράσθηκε τόσο γλαφυρά και ρεαλιστικά από τις δύο 
μεγάλες παραδόσεις της Μεσογείου, από την ποιητική έμπνευση της ελληνικής
 σοφίας και την αποκαλυπτική γραφίδα του ιουδαϊκού στοχασμού. Αξίζει, νομίζω,
 να προσεχθεί ιδιαίτερα η αγιογραφική παράδοση του ασώτου υιού, για να ξεδιπλωθεί 
μπροστά μας η γόνιμη περιπέτεια του ανθρώπου, που ενώ στην αρχή φαίνεται αρνητική
 στο τέλος παρουσιάζεται αναπόφευκτη και αναγκαία, ώστε ο άνθρωπος στις υπαρξιακές 
του αναζητήσεις να μη χαθεί αλλά να φτάσει στην επιθυμητή πνευματική του άνδρωση
 και ενηλικίωση.

1. Η αιώνια τάση των νέων για φυγή και ενηλικίωση
Η παραβολή του ασώτου κατ' αρχήν φαίνεται να επικεντρώνει την προσοχή στα 
αρνητικά αποτελέσματα της επανάστασης και φυγής του νεότερου υιού από την πατρική
 κηδεμονία. Ο νεότερος γιός της οικογενείας αισθάνεται να ασφυκτιά στην πατρογονική του γη
, να ενοχλείται από την παρουσία του πατέρα του και του πρεσβύτερου αδελφού του και
 να θέλει να απαλλαγεί από όλα εκείνα που τον έδεναν στο πατρικό σπίτι και τον έκαναν
 να αισθάνεται πάντα ότι είναι ο μικρότερος και ότι του επιβαλλόταν μια μόνιμη υπακοή
 και υποταγή.

Είναι ενδεικτική εδώ η απουσία της μητέρας ή κάποιας αδελφής. Η γυναίκα στην 
ιουδαϊκή παράδοση είναι σχεδόν πάντοτε απούσα ή σιωπούσα. Η γυναίκα ποτέ δεν κάνει 
επανάσταση. Η γυναίκα ποτέ δεν φεύγει. Η γυναίκα είναι η ρίζα, η παράδοση, η γη που 
γονιμοποιείται και τρέφει την ζωή. Ο κάθε γιος ποτέ δεν επαναστατεί ενάντια στη μητέρα 
του και δεν ξεκόβει από την πατρώα γη. Σε αυτήν πάντα επιστρέφει. Αυτή τον τρέφει. 
Το ίδιο συμβαίνει και στον Οδυσσέα της ελληνικής μυθολογίας. Η Ιθάκη του παραμένει 
το όνειρο και το όραμα της ζωής του, σε αυτήν και πάλι θα επιστρέψει για να σωθεί και 
να αναπαυθεί, άνδρας ώριμος πλέον.

Ο νεότερος γιος της παραβολής φεύγει, παίρνοντας μαζί του την πατρική περιουσία που 
του ανήκει, για να γνωρίσει άλλους λαούς και νέους κόσμους. Ο σκοπός αρχικά σωστός.
 Η φυγή έχει πολλές φορές μια θετική προοπτική. Εκεί, όμως, «εις χώραν μακράν,
 διεσκόρπισε την ουσίαν ζων ασώτως». Αυτό είναι το αναπάντεχο αλλά και το
 αναμενόμενο. Ο νέος τα βλέπει όλα θετικά στην αρχή. Το αρνητικό έρχεται α
ναπάντεχα, τον αιφνιδιάζει και είναι φορές που τον τσακίζει. Εκεί ακριβώς
 παίζεται το παιχνίδι της ζωής, στη θέληση και τη δύναμη να αντιδράσει θετικά,
 να έρθει «εις εαυτόν» και να πάρει τις σωστές αποφάσεις.

Μέσα σ' αυτή τη διαδικασία και την αλληλουχία των γεγονότων, της φυγής, της 
περιπέτειας, της γνώσης της ζωής, της απογαλάκτισης και της άνδρωσης, φτάνει 
κανείς σε ένα τέλος, αρκεί το τέλος να είναι η πατρική οικία και η Ιθάκη του. 
Εξάλλου, η πνευματική ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαρκής 
πνευματική περιπέτεια.

Οι νέοι πάντα φεύγουν. Η περιπέτεια είναι στο αίμα τους. Θέλουν να απομακρυνθούν από
 αυτό που ζουν και ξέρουν, να αναζητήσουν νέους κόσμους, να αποκτήσουν νέες 
εμπειρίες. Είναι αδιανόητο και αφύσικο να μην επιδιώξουν να αμφισβητήσουν το παρελθόν,
 να αποστασιοποιηθούν από την παράδοση των παλιότερων γενεών, να μην αναζητήσουν να
 φτιάξουν τον δικό τους κόσμο. Βέβαια σ' αυτή την προσπάθεια αναγκαίο είναι το ξόδεμα
 της πατρικής περιουσίας. Αυτό είναι το σύνηθες. Δεν υπάρχει περίπτωση που ένα νέο 
παιδί να μην χαρακτηρισθεί απείθαρχο, να μη μας αιφνιδιάσει με τις αποφάσεις του, να 
μην μας κάνει να πονέσουμε με τον αποχαιρετισμό του και τη φυγή του. Η ιστορία
 πάντα έτσι κινείται και διαμορφώνεται, με θετικές και αρνητικές αποφάσεις, με την
 υπακοή και την πειθαρχία του πρεσβύτερου υιού, με την επανάσταση και την «ασωτεία»
 του νεότερου. Αρκεί στον ορίζοντα να μη χαθεί η Ιθάκη.

2. Η προβληματική στάση του πρεσβύτερου υιού
Από την άλλη πλευρά έχουμε τη συμπεριφορά του πρεσβύτερου γιου. 
Στην παραβολή παρουσιάζεται να είναι αυτάρκης, να προβάλει την υπεροχή του έναντι
 του μικρότερου αδελφού, να υπερτονίζει την πιστότητά του και τη συνέπεια στα
 οικογενειακά καθήκοντά του. Σκοπός είναι να μειώσει την στάση και την θέση του 
μικρότερου αδελφού του και να διεκδικήσει υψηλή κληρονομιά, ως αμοιβή των 
πράξεών του και των αρετών του. Αυτή η εικόνα επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα 
σχεδόν πάντοτε.

Πάντοτε οι πρεσβύτεροι είναι καλύτεροι και αυτοί έχουν πάντα δίκιο. 
Ο πρεσβύτερος εκφράζει τον συνεπή θρησκευτικό άνθρωπο, τον πειθαρχημένο
 και δίκαιο, που η ζωή του αισθάνεται να καταξιώνεται εξαιτίας της περιπέτειας
 του ασώτου της παραβολής. Σχεδόν ο πρεσβύτερος φαίνεται να εύχεται την απώλεια 
του νεότερου. Η αρετή γι' αυτόν αποκτάει νόημα από την ύπαρξη του κακού. Γι' αυτό
 πολλές φορές με την αρνητική του στάση παρακινεί και ωθεί τον νεότερο στο
 δρόμο και στην περιπέτεια της ασωτίας.

Έτσι αιτιολογείται η δυσαρέσκειά του για την επιστροφή του ασώτου. Δεν χαίρεται
 την επιστροφή του χαμένου αδελφού, δεν επαινεί τη μετάνοιά του, γιατί ποτέ δεν την 
περίμενε και ποτέ δεν ευχόταν γι' αυτήν. Και τώρα που επέστρεψε ο μικρός αδελφός απέχει
 προκλητικά από τη χαρά και τις εκδηλώσεις της οικογενειακής γιορτής. Τώρα είναι 
απών αυτός στη πιο κρίσιμη στιγμή και παρών είναι ο άσωτος.

Η εικόνα αυτή μας θυμίζει και την αρνητική στάση του Φαρισαίου της προηγούμενης
 Κυριακής, του θρησκευτικού εκείνου «τέλειου» ανθρώπου, που προσπαθεί να εξουθενώσει 
με κάθε τρόπο κοινωνικά και θρησκευτικά τον αμαρτωλό τελώνη. Όπως όμως τότε 
δικαιώθηκε στο τέλος ο τελώνης από τον Θεό, έτσι και τώρα δικαιώνεται από τον
 πατέρα ο άσωτος υιός.

Φαίνεται πως ο πρεσβύτερος με τη στάση του και τη συμπεριφορά του, με τον
 περίεργο απαιτητικό του ρόλο, εξανάγκασε τελικά τον νεότερο αδελφό να απομακρυνθεί
 από το σπίτι τους με σκοπό να ιδιοποιηθεί και να κληρονομήσει την τεράστια πατρική 
περιουσία. Το κακό έχει πάντα την αιτιολογία του. Κανένας δεν γεννιέται άσωτος.
 Γίνεται άσωτος μέσα στους συσχετισμούς της ζωής.

3. Η τραγική εμπειρία της ζωής «εις χώραν μακράν»
Παραταύτα και ανεξαρτήτως των αιτίων της φυγής, η ζωή «εις χώραν μακράν» της 
πατρικής οικίας και παρουσίας έχει και την τραγική της όψη. Είναι μια πικρή εμπειρία 
με φοβερές πολλές φορές συνέπειες. Δεν είναι τόσο η κατασπατάληση της πατρικής
 «ουσίας», όσο η εμπειρία της νεανικής ασωτίας, που μπορεί να καταστρέψει μια ζωή.

Οι λανθασμένες επιλογές, τα προσωπικά λάθη, είναι μια εμπειρία που βαθαίνουν τη ζωή
 και μας κάνουν σοφότερους, αν οδηγήσουν στη μετάνοια και στην επιστροφή. Αν όμως
 επιμείνουμε να ζούμε «εις χώραν μακράν» τότε οι αρνητικές συνέπειες είναι ραγδαίες
 και καταστροφικές. Η εικόνα του μικρότερου υιού στη χώρα της ασωτίας είναι φριχτή.
 «Διεσκόρπισε την ουσίαν αυτού ζων ασώτως» και κατά συνέπεια κινδυνεύει η ζωή του 
από τον «ισχυρόν λιμόν» που ενέσκυψε. Ξενιτεία δεν σημαίνει πλουτισμός, σημαίνει
 συνήθως «λιμός» στην πιο ουσιαστική υπαρξιακή έννοια. Βιώνει μια ζωή ατελέσφορη.
 Χάνει το κύρος και το όνομα που είχε, στερείται τα πάντα και υποδύεται τον χοιροβοσκό.
 Από κληρονόμος πλουσίου πατέρα επιθυμεί τώρα να γίνει ένας έσχατος μισθωτός.
 Γυμνός, ασθενής, συντετρημένος και περιφρονημένος, περιφέρει «εις χώραν
 μακράν» την αποτυχία του και την ασωτία του. Άλλη λύση δεν υπάρχει, ή
 ο επικείμενος θάνατος ή η επιστροφή.

Η παραβολή καταλήγει στην επιστροφή. Ο λόγος του Θεού ποτέ δεν είναι αρνητικός.
 Μέσα στα υπαρξιακά και ιστορικά αδιέξοδα προβάλλει η αχτίδα της πατρικής αγάπης.
 Αυτό είναι το σταθερό σημείο και το σταθερό δεδομένο της παραβολής. Από κει
 ξεκινάει η έξοδος, παρεμβαίνει η σκληρή εμπειρία της ασωτίας, και προβάλλει
 ως πρόκληση και πρόσκληση η αναγκαιότητα της επιστροφής. Ποτέ δεν μπορούμε να
 φαντασθούμε έναν Οδυσσέα που παραμένει παθολογικά στην ιστορική του περιπλάνηση. 
Η Οδύσσεια καταξιώνεται με την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη του, να καταπολεμήσει
 ως άνδρας πλέον τους μνηστήρες της γυναίκας του και της βασιλείας του. 
Ο άσωτος κινδυνεύει με θάνατο αν παραμείνει στην ξένη γη και χώρα, αν δεν
 επιστρέψει στην οικία του πατρός, στην πατρική αγκάλη.

Η παραβολή καταξιώνει τελικά τον άσωτο υιό. Δεν επαινείται ο πρεσβύτερος για τη στάση του,
 αλλά ο νεότερος για τις επιλογές του. Και αυτό είναι, πράγματι, ένα θρησκευτικό σκάνδαλο.
 Η επιβράβευση, ασφαλώς, δεν γίνεται για την επανάστασή του ή για την ασωτία του, αλλά για 
την μετάνοια και την επιστροφή του. Ο πρεσβύτερος τίθεται υπό κριτικήν όχι ασφαλώς
 για τη συνέπεια στις υποχρεώσεις του ή για την πιστότητά του στις οικογενειακές αρχές, 
αλλά για τη σκληροκαρδία του και για την έλλειψη κατανόησης και αγάπης προς τον αδελφό
 του.

Γι' αυτό η παραβολή επελέγη από την Εκκλησία να αναγιγνώσκεται κατά την περίοδο
 αυτή εν όψει της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και των γεγονότων του Πάσχα, ως πρόσκληση 
για μετάνοια και επιστροφή, κατά τον τύπο του ασώτου υιού. Τελικά όλοι μας είμαστε 
λίγο - πολύ άσωτοι, όλοι μας έχουμε κάνει τις επαναστάσεις μας και τις εξόδους μας, 
όλοι έχουμε την εμπειρία της προσωπικής πνευματικής μας περιπέτειας. Αυτό είναι 
δεδομένο. Το ζητούμενο είναι αν θα επιστρέψουμε και πάλι στη δικιά μας Ιθάκη και στη
 δική μας πατρογονική χώρα.

Επίλογος
Στην παραβολή του Κυρίου δεν αποσιωπάται, και αυτό ας το επισημάνουμε κάποια φορά, 
και να τονίσουμε μια σκληρή και ανομολόγητη πραγματικότητα, ότι δηλαδή ο άσωτος
 υιός δεν είναι πάντα το παιδί κάποιας διαλυμένης οικογένειας ή οικογένειας χαμηλής
 οικονομικής και κοινωνικής τάξης. Οι άσωτοι δεν είναι πάντοτε περιθωριακά 
παιδιά ή αλητάκια της φτωχογειτονιάς. Μπορεί να είναι και γόνοι
 αριστοκρατικών οικογενειών ή παιδιά θρησκευτικών και ενάρετων γονέων.
 Όπως συμβαίνει με την περίπτωση του ασώτου της παραβολής. Θα ήταν υποκρισία
 εάν πιστεύουμε το αντίθετο. Η κοινωνία μας ιδιαίτερα κραυγάζει για τις 
περιπτώσεις αυτές. Η ασωτία είναι σήμερα φαινόμενο μάλλον της
 υψηλής κοινωνίας, παρά των χαμηλών στρωμάτων, που τα παιδιά αυτά
 εργάζονται σκληρά για την επιβίωσή τους.

Ένα άλλο σημαντικό δίδαγμα που βγαίνει από την παραβολή αυτή είναι,
 ότι το ενδιαφέρον τελικά δεν επικεντρώνεται ούτε στην αποστασία ούτε στη 
μετάνοια και επιστροφή του ασώτου. Το μεγάλο μήνυμα βρίσκεται στο γεγονός της
 πατρικής αγάπης και στη δυνατότητα επιστροφής, αφού η πατρική οικία παραμένει 
ακόμη γι' αυτόν ανοιχτή. Η επιστροφή από τη χώρα της ασωτίας, από τη γη της
 Αιγύπτου και της Φαραωνικής δουλείας, δεν θα είχε νόημα εάν δεν υπήρχε δυνατότητα
 υποδοχής από τον πατέρα στη γη της Επαγγελίας. Όπως ο παλιός Ισραήλ εξέρχεται από την
 Αίγυπτο, πορεύεται μέσα στην περιπέτεια και τους πειρασμούς της ερήμου, αλλά υπάρχει η
 γη της επαγγελίας, έτσι και τώρα ο άσωτος υιός βρίσκει ανοιχτή την είσοδο της πατρικής
 οικίας. Και αυτό δεν πρέπει να θεωρείται πάντοτε δεδομένο.

Υπάρχει και η άλλη σκληρή πραγματικότητα. Συχνά οι επιστροφές δεν γίνονται 
αποδεκτές. Η πατρική οικία και αγκάλη είναι ερμητικά κλειστές και η μορφή
 της ασωτίας κορυφώνεται στην αποπομπή και στην τραγική απόρριψη. Πολλές 
φορές οι κοινωνίες, ιδιαίτερα οι ενάρετες, είναι κλειστές. Η αγκάλη του πατέρα της παραβολής,
 όμως, είναι ανοιχτή. Συνεχίζει να αγαπά, ελπίζει και προσμένει. Αυτό είναι το
 ζητούμενο και το θαυμαστό της παραβολής. Η αγάπη και η κατανόηση του πατέρα είναι
 πρόσκληση διαρκείας για επιστροφή. Η αγάπη και το έλεος του Θεού είναι από τα μεγάλα
 δεδομένα της ζωής. Αυτό που αναμένεται πλέον είναι η δικιά μας μετάνοια και επιστροφή.

-------------------------------------------------------
πηγή: Γ. Π. Πατρώνου, ομοτιμ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Κήρυγμα και Θεολογία», 
τ. Β΄, εκδ. Αποστολική Διακονία

Κυριακή του Ασώτου υπό του Αρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσά


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
(Λκ. ιε΄, 11-32)
Ἡ φυγὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ τῆς παραβολῆς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, σηματοδοτεῖ τὴν ἐπιθυμία τῆς ἀλλαγῆς καὶ τῆς μεταβολῆς. Καὶ ἡ ἐπιστροφή του στὸν Πατέρα ὑπογραμμίζει τὸ γεγονὸς τῆς ἀποτυχίας.
Ἐτοῦτος λοιπὸν ὁ νέος ἄνθρωπος ἐπιζητεῖ τὴν ἀλλαγή. Τὴν ἀλλαγὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς προστασίας καὶ ἀσφάλειας, στὴ ζωὴ τῆς ἀποστασίας καὶ τοῦ κινδύνου. Διαθέτει τὸν ἐαυτόν του πρὸς κατανάλωση σὲ χώρους καὶ τρόπους φθορᾶς καὶ πτώσεως. Καὶ τελικὰ τὸ προνόμιο τῆς ἐλευθερίας του, γίνεται ἐχέγγυο τῆς δουλείας του.
Ὁ ἄσωτος υἱὸς ἐπιθυμεῖ νὰ «γνωρίσει» τὴν ζωὴ καὶ νὰ γευτεῖ τοὺς χυμούς της. Δίχως πυξίδα καὶ τιμόνι. Νὰ ὁρμήσει καὶ ὅπου φτάσει κι ὅπου βγεῖ. Τὰ ἀναγκαία ὑλικὰ μέσα ἄλλωστε τὰ διαθέτει. Τὴν πατρικὴ περιουσία ποὺ κληρονόμησε. Γι᾿ αὐτὸ δὲν τὸν κρατάει κανεὶς νὰ ἀπολαύσει τὶς χάρες. Νὰ νοιώσει ὅτι ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ φροντίδα καὶ προστασία.
Δὲν τὴ χρειάζεται πιὰ τὴν πατρικὴ προστασία. Φτάνει ποὺ ἔχει τοὺς φίλους του, ποὺ τὸν συντροφεύουν καθημερινὰ στὰ γλέντια καὶ τὰ ξεφαντώματα. Αὐτοὶ εἶναι τώρα οἱ ἄνθρωποί του. Μ᾿ αὐτοὺς μοιράζεται τὰ ἀγαθά του. Σ᾿ αὐτοὺς ἐκμυστηρεύεται τὰ μυστικά του. Αὐτοὺς συμβουλεύεται κι αὐτοὺς ἀκολουθεῖ.
Ἐπειδὴ αὐτὴ ἦταν ἡ ἐπιθυμία του, γι᾿ αὐτὸ φεύγει ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἑστία ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ μακριά. «Ἐταξίδευσεν εἰς μέρος μακρινόν...» κατὰ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ποὺ σημαίνει πὼς ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ Θεό-Πατέρα καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ αὐτόν. Κατὰ δὲ τὸν ἱερὸν Αὐγουστίνο, «ἡ μακρινὴ χώρα σημαίνει ἐπιλησμοσύνην πλήρη του Θεοῦ».
Λησμόνησε τὸ Θεό-Πατέρα. Ἄφησε πίσω του κενὴ τὴν πατρικὴ ἀγκαλιά. Πέταξε στὴν ἄκρη τὴν ἀγάπη Του. Μάζεψε γρήγορα-γρήγορα τὰ ἀγαθά τοῦ πατέρα καὶ ἔφυγε ὡσὰν κυνηγημένος. Τὸν κυνηγάει τὸ σύνδρομο τῆς ἀσωτίας. Οἱ κακὲς σειρῆνες ἄλλωστε τὸν κωφεύουν μὲ τὰ γλυκὰ λόγια τους καὶ τοῦ κλείνουν τὰ μάτια νὰ μὴν ἰδεῖ τὴν ὀδύνη ποὺ κρύβεται στὸ τέλος αὐτῆς τῆς διαδρομῆς.
Καὶ τὸ τέλος δὲν ἄργησε νὰ ἔλθει. Οἱ χαρές, τὰ γλέντια καὶ οἱ ἀσωτεῖες τελείωσαν ὅταν τὰ ἀγαθά του στέρεψαν. Οἱ φίλοι, μὲ τοὺς ὁποίους σπατάλησε τὴ ζωή του, τώρα κι αὐτοὶ ἐξαφανίστηκαν. Δὲν εἶχαν πιὰ λόγο νὰ μείνουν μὲ ἕναν ἀπένταρο. Τὸν ἐγκατέλειψαν δίχως πολλὰ λόγια.
Μόνος, φτωχὸς καὶ πεινασμένος βρέθηκε ὁ νέος μας. Γιατί ἀκριβῶς, ὅπου δὲν καλλιεργεῖται τὸ σιτάρι τοῦ θείου φόβου, ἐκεῖ ὑπάρχει δυνατὸς λιμός, ὄχι τοῦ ἄρτου, μὰ τῆς κάθε ἀρετῆς. Ὅπου λοιπὸν ὑπάρχει εὐφορία κάθε κακοῦ, ἐκεῖ ὑπάρχει φτώχεια παντὸς καλοῦ, κατὰ τὸν σχολιαστὴ Ζιγαβηνό.
Ἐτοῦτος λοιπὸν ὁ ἄρχοντας, ὁ πλούσιος, ὁ ἀγαπημένος τοῦ Πατέρα, κατάντησε ὁ δοῦλος τῆς ἀσωτείας του. Ἀτίμασε τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο του. Ἐξευτέλισε τὴν ἀγάπη τοῦ πατέρα καὶ ξέντυσε τὴ ζωή του ἀπὸ τὴ στολὴ τῆς λαμπρότητάς Του. Τώρα βόσκει χοίρους. «Κατάπτωσις τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐσχάτη», γιατί τὸ ἔργο αὐτὸ γιὰ ἕναν Ἰουδαῖο εἶναι βδελυρὸ καὶ βέβηλο.
Μὰ μέσα στὴν κατάπτωση, μέσα στὸ χάος καὶ τὴ μέθη τῆς ἁμαρτίας, ἐπέρχεται ἡ ἀνάνηψη. Ἐπειδή, πράττοντας τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας ἦταν πάντα ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὡς ἄλογος καὶ ἀσύδοτος. Ἐνῶ ὅταν ἀναλογίζεται ποιὸς εἶναι καὶ ποὺ πορεύεται, «τότε γίνεται ἐν ἐαυτῷ».
Ἀφυπνίζεται καὶ ἀμέσως ἐγείρεται. Νὰ ἐπιστρέψει στὸν Πατέρα. Ἀπέτυχε στὴν φυγή του καὶ τώρα ἐπιθυμεῖ νὰ πετύχει στὴν ἐπιστροφή του. Ἐπειδὴ ἡ φυγὴ εἶναι εὔκολη, μὰ καταντάει ὀδυνηρὴ καὶ καταστροφικὴ στὸ τέλος. Ἐνῶ ἡ ἐπιστροφὴ δείχνει στὴν ἀρχὴ δύσκολη, μὰ τελικὰ γίνεται γεγονὸς εὐτυχίας καὶ μακαριότητας.
Ἡ ἐπιστροφὴ γίνεται ἐλκυστικότερη, γιατί ὑπάρχει ὁ Πατέρας ποὺ περιμένει. Θὰ τὸν συγχωρήσει καὶ θὰ τὸν τιμήσει, ἀφοῦ ἐτοῦτος ὁ ἄσωτος νέος ἦταν νεκρὸς καὶ ξανάζησε καὶ ἦταν χαμένος καὶ βρέθηκε. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ δυστυχῶς στὴν ἁμαρτία, βιώνει τὸ θάνατο καθημερινά, γιατί ἡ ἁμαρτία νεκρώνει κάθε προσπάθεια γιὰ πνευματικὴ ζωή.
Τελικὰ δὲ ἐκεῖνο τοῦ συμφιλιώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό-Πατέρα, ἐκεῖνο ποὺ μηδενίζει τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτωλότητα μὲ τὴ Θεϊκὴ ἁγιότητα, εἶναι τό, «Πατέρα, ἁμάρτησα στὸν οὐρανὸ κι ἐνώπιόν σου». Εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς συγνώμης γιὰ τὴν ἀτίμωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ μετάνοια γιὰ τὴν ἀποτυχία τῆς ἐπιλογῆς.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ ἐγχείρημα τοῦ ἀσώτου της παραβολῆς τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, ἀπέτυχε. Ἡ φυγὴ του πρὸς τὴν ἐλευθερία, μετατράπηκε σὲ ἐγκλωβισμὸ καὶ δουλεία ἐσχάτη. Ἡ ἀπώλεια δὲ τῆς πατρικῆς ἀγάπης, λειτούργησε καταλυτικά, ἀφήνοντας ἔκθετο τὸ νέο μας. Δίχως αὐτὴν τὴν ἀσφάλεια καὶ τὴν ἀσπίδα κατάντησε ἕρμαιο τῆς σφοδρῆς πολεμικῆς τοῦ διαβόλου.
Δὲν θὰ ἦταν λοιπὸν φρόνιμο καὶ ὠφέλιμο ἐμεῖς σήμερα νὰ ἐπαναλάβουμε αὐτὸ τὸ πείραμα τοῦ ἀσώτου. Μήτε νὰ δεχθοῦμε νὰ βιώσουμε τὴ δική του ὀδύνη καὶ καταστροφή. Μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ μᾶς γεμίζει σιγουριὰ τὸ γεγονὸς ὅσο ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴ δική του προστασία.

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


(Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου,
Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων)

Ἡ εὐαγγελική παραβολή

Ἡ εὐαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα εἶναι γνωστή σέ ὅλους μας ὡς παραβολή τοῦ Ἀσώτου.
Ἕνας ἄνθρωπος ἔχει δύο γιούς. Ὁ νεώτερος γιός ζητάει χωρίς περιστροφές ἀπό τόν πατέρα του τό μερίδιό του ἀπό τήν κληρονομιά.
Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό ἀποκομμένο ἀπό τό σύνολο τῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει. Τό κομμάτι αὐτό, ὅταν τό παίρνουμε δυναστικά, ἀντάρτικα, ὅπως καί ὅταν θέλουμε, δέν μᾶς ὁδηγεῖ στή ζωή, ἀλλά στήν ἀπόγνωση καί τήν καταστροφή.
Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀδυναμία, ἄν θέλετε, τοῦ νεώτερου γιοῦ, εἶναι ὅτι ὄντας ἀνώριμος δέν ἔχει φθάσει στό νά ξέρει, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πατέρα εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν οὐσία τοῦ υἱοῦ.
Καί ὁ πατέρας τοῦ δίνει τό κομμάτι, τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς περιουσίας, πού ζητάει. Εἶναι ἄρχοντας ἀγάπης. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνδιαφέρεται νά σώση τό παιδί του. Αὐτό βρίσκεται στό σκοπό τῆς ζωῆς του, εἶναι καταξίωση τοῦ εἶναι του. Δέν τόν ἐνδιαφέρει τί θά πῆ ὁ κόσμος, ὅπως ἐνδιαφέρει τόσο πολύ ἐμᾶς γιά τό πῶς θά χαρακτηρίσουν τό παιδί μας γιά τίς ἀστοχίες του, δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν θά χάση τό κῦρος του, ἄν παρουσιαστεῖ ὡς πατέρας ἀποτυχημένος, μέ παιδί πού ἀφήνει τό σπίτι καί φεύγει μακρυά. Ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πάει πιό μακριά ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νά πάει ἡ κρίση τοῦ κόσμου ἤ ἡ ἀνταρσία τοῦ γιοῦ του.
Γιά τόν λόγο αὐτό δέν τοῦ κάνει διδασκαλία μέ λόγια. Τώρα πρέπει νά τόν ἀφήσει νά περιπλανηθεῖ, νά πάθει, νά μάθει, νά δεῖ προσωπικά τό ψεῦδος καί τίς ἀνυπόστατες ἀπάτες.
Αὐτό ξέρει ὁ πατέρας, ὅτι εἶναι κάτι θανάσιμα ἐπικίνδυνο, ἀλλά δέν βλέπει ἄλλη λύση. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά τόν συντροφεύει πάντοτε μέ τήν ἀγάπη του, πού ὑπάρχει στό σπίτι, ἀλλά ἁπλώνεται παντοῦ. Δίνει ἀγωγή στό παιδί του ὑποφέροντας μυστικά ὁλόκληρος, βγαίνοντας στό σταυρό τῆς ἀναμονῆς.
Τό θέμα δέν εἶναι ὁ πατέρας νά κρατήσει διά τῆς βίας τόν γιό κοντά του, ἀλλά νά τοῦ δώση τή δυνατότητα, νά δημιουργήση τίς προϋποθέσεις, ὥστε ὁ ἴδιος μόνος του νά ἔλθει πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν πατέρα ὁρίζει τόν υἱό.
Καί ὁ ἄσωτος φεύγει. Πηγαίνει γιά νά ζήσει σέ μιά χώρα ξένη, ὅπου τά πάντα ξοδεύονται χωρίς νά ἀνανεώνονται. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μένει μόνος. Οἱ φίλοι του ἔμειναν κοντά του ὅσο κράτησαν τά πλούτη του. Ἀρχίζει νά ζεῖ τήν ἔκπτωση καί τήν ἐξαθλίωση. Καί ὅταν πηγαίνει νά ζητήσει βοήθεια τόν σπρώχνουν πιό χαμηλά. Τόν στέλνουν νά βόσκει χοίρους, νά ποιμάνει τά πάθη. Τόν κάνουν χοιροβοσκό. Τοῦ ἀρνοῦνται τή φύση του, τήν ἀνθρωπιά του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν εὐγένειά του. Τόν θεωροῦν ζῶο. 

Ἡ ἐπιστροφή καί ἡ μετάνοια

Ὅμως, ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στή μακρινή χώρα φανέρωσε καί τό τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχή εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, σέ ποιόν νά καταφύγει, ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωή καί ἀνάσταση γιά ὅλους.
Καί ἀρχίζει νά μονολογεῖ: "Μπορεῖ νά τά ἔχασα ὅλα! Μπορεῖ νά χάθηκα κι ἐγώ. Κυριολεκτικά νά πέθανα. Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού δέν χάνεται, δέν πεθαίνει. Εἶναι ὁ πατέρας μου καί ἡ ἀγάπη του. Δέν σκέφτομαι τά παιδιά του - εἶμαι ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο - σκέφτομαι τούς ὑπηρέτες του, πῶς τούς φέρεται, πῶς τούς χορταίνει. Θά σηκωθῶ καί θά γυρίσω πίσω καί θά πῶ στόν πατέρα μου: Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Σέ σένα πού ἔχεις τέτοια ἀγάπη πού γεμίζει οὐρανό καί γῆ. Σέ σένα πού ἀκόμη ἐδῶ, στή μακρινή χώρα τῆς στέρησης καί τῆς κόλασης, μέ συνοδεύεις. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τήν υἱοθεσία. Αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία μου. Δέν εἶναι ἡ περιουσία σου πού σπατάλησα. Καθύβρισα τή μιά σχέση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα. Πάτερ ἥμαρτον".
Ξέρετε, εἶναι σχετικά εὔκολο νά παραδεχθῶ τά λάθη καί τά ἐλαττώματά μου, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀναγνωρίσω ξαφνικά πώς ἔχω προδώσει, πώς ἔχω χάσει τήν πνευματική μου, τήν ἀληθινή μου ὀμορφιά, πώς βρίσκομαι τόσο μακριά ἀπό τό ἀληθινό μου σπίτι.
Καί ὁ ἄσωτος παίρνει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Πρίν ἀκόμη φθάσει στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτα, πέφτει ὁλόκληρος στήν ἀγκαλιά του καί τόν καταφιλεῖ. Ἤδη ὁ γιός κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντηση. Ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ἦταν μαζί μέ τό παιδί του. Αὐτό τό ὁποῖο παρακαλῶ νά προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη λέξη τῆς ὁμολογίας του δέν εἶναι "συγχώρα με", ἀλλά "πατέρα". Εἶναι τό ὄνομα τοῦ πατέρα πού ἀνεβαίνει ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του καί τοῦ δίνει τό θάρρος νά ἐλπίζει.

Ἡ πατρική ἀγάπη

Ἐκείνη τή στιγμή ὁ ἄσωτος ὁμολογεῖ τό λάθος του καί σιωπᾶ. Δέν μπορεῖ νά συνεχίσει. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα πού τόν διαλύει. Καί τό λόγο παίρνει ὁ πατέρας πού μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ. Δέν λέει στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του. Οὔτε ἄν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε ὅταν ἔφυγε. Οὔτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Οὔτε τόν μαλώνει γιά νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του. Αὐτά δέ λέγονται. Διότι ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσης τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθειᾶς σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης πού παραλύει τή γλώσσα.
Ἔτσι νίκησε ἡ πατρική ἀγάπη τό θάνατο. Καί ἄναψε τούτη ἡ χαρά, τό πανηγύρι, πού ἐνδύεται καί πάλι ὁ γιός τήν στολή τήν πρώτη, καί φορᾶ τό δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας, καί θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός. 

Οἱ δικές μας ἐπιστροφές

Αὐτή ἡ ἐπιστροφή δέν μοιάζει μέ τίς δικές μας ἐπιστροφές ἤ τουλάχιστον αὐτές πού ἔχουμε στό μυαλό μας. Οἱ δικές μας εἶναι τοποθετημένες λίγο-πολύ σέ μιά νομικίστικη σχέση, σέ μιά ἀντίληψη πού καλλιεργεῖ μᾶλλον τίς συμφωνίες μεταξύ κυρίων πού δέν ἀθετοῦν τό λόγος τους, κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: Λοιπόν, πατέρα, νά τά συζητήσουμε, νά δοῦμε τά πράγματα ψύχραιμα. Νά δοῦμε σέ τίς φταῖς καί σέ τί φταίω. Νά βροῦμε ἕνα τρόπο συμβίωσης. Ὄχι ὅτι δέν μπορῶ νά ζήσω μακρυά ἀπό σένα. Μπορῶ, ἀλλά μιά καί εἶσαι πατέρας μου εἶπα νά γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά ἴδια.
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή εἶναι ἡ κόλαση τῆς λογικῆς καί τῆς δικαιοσύνης. Βλέπετε ὑπάρχει παραμονή στό σπίτι πού εἶναι περιπλάνηση σέ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει ἐπιστροφή πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπό τό σπίτι.
Δέν γνωρίζω πόση σχέση ἔχει ὁ καθένας μας μέ τόν πατέρα καί τό νεώτερο γιό. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι, ὅτι μποροῦμε νά γυρίσουμε στόν Πατέρα μας, γιατί ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐπικύρωση τῆς ἀξιοπρέπειάς μας, ἡ ἐπανεύρεση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας. Γι' αὐτό, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ, μᾶς λέγει: "Υἱέ μου δός μου τήν καρδιά σου. Ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ".

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


(Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου,
Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων)
Ἡ εὐαγγελική παραβολή
Ἡ εὐαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα εἶναι γνωστή σέ ὅλους μας ὡς παραβολή τοῦ Ἀσώτου.
Ἕνας ἄνθρωπος ἔχει δύο γιούς. Ὁ νεώτερος γιός ζητάει χωρίς περιστροφές ἀπό τόν πατέρα του τό μερίδιό του ἀπό τήν κληρονομιά.
Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό ἀποκομμένο ἀπό τό σύνολο τῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει. Τό κομμάτι αὐτό, ὅταν τό παίρνουμε δυναστικά, ἀντάρτικα, ὅπως καί ὅταν θέλουμε, δέν μᾶς ὁδηγεῖ στή ζωή, ἀλλά στήν ἀπόγνωση καί τήν καταστροφή.
Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀδυναμία, ἄν θέλετε, τοῦ νεώτερου γιοῦ, εἶναι ὅτι ὄντας ἀνώριμος δέν ἔχει φθάσει στό νά ξέρει, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πατέρα εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν οὐσία τοῦ υἱοῦ.
Καί ὁ πατέρας τοῦ δίνει τό κομμάτι, τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς περιουσίας, πού ζητάει. Εἶναι ἄρχοντας ἀγάπης. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνδιαφέρεται νά σώση τό παιδί του. Αὐτό βρίσκεται στό σκοπό τῆς ζωῆς του, εἶναι καταξίωση τοῦ εἶναι του. Δέν τόν ἐνδιαφέρει τί θά πῆ ὁ κόσμος, ὅπως ἐνδιαφέρει τόσο πολύ ἐμᾶς γιά τό πῶς θά χαρακτηρίσουν τό παιδί μας γιά τίς ἀστοχίες του, δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν θά χάση τό κῦρος του, ἄν παρουσιαστεῖ ὡς πατέρας ἀποτυχημένος, μέ παιδί πού ἀφήνει τό σπίτι καί φεύγει μακρυά. Ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πάει πιό μακριά ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νά πάει ἡ κρίση τοῦ κόσμου ἤ ἡ ἀνταρσία τοῦ γιοῦ του.
Γιά τόν λόγο αὐτό δέν τοῦ κάνει διδασκαλία μέ λόγια. Τώρα πρέπει νά τόν ἀφήσει νά περιπλανηθεῖ, νά πάθει, νά μάθει, νά δεῖ προσωπικά τό ψεῦδος καί τίς ἀνυπόστατες ἀπάτες.
Αὐτό ξέρει ὁ πατέρας, ὅτι εἶναι κάτι θανάσιμα ἐπικίνδυνο, ἀλλά δέν βλέπει ἄλλη λύση. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά τόν συντροφεύει πάντοτε μέ τήν ἀγάπη του, πού ὑπάρχει στό σπίτι, ἀλλά ἁπλώνεται παντοῦ. Δίνει ἀγωγή στό παιδί του ὑποφέροντας μυστικά ὁλόκληρος, βγαίνοντας στό σταυρό τῆς ἀναμονῆς.
Τό θέμα δέν εἶναι ὁ πατέρας νά κρατήσει διά τῆς βίας τόν γιό κοντά του, ἀλλά νά τοῦ δώση τή δυνατότητα, νά δημιουργήση τίς προϋποθέσεις, ὥστε ὁ ἴδιος μόνος του νά ἔλθει πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν πατέρα ὁρίζει τόν υἱό.
Καί ὁ ἄσωτος φεύγει. Πηγαίνει γιά νά ζήσει σέ μιά χώρα ξένη, ὅπου τά πάντα ξοδεύονται χωρίς νά ἀνανεώνονται. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μένει μόνος. Οἱ φίλοι του ἔμειναν κοντά του ὅσο κράτησαν τά πλούτη του. Ἀρχίζει νά ζεῖ τήν ἔκπτωση καί τήν ἐξαθλίωση. Καί ὅταν πηγαίνει νά ζητήσει βοήθεια τόν σπρώχνουν πιό χαμηλά. Τόν στέλνουν νά βόσκει χοίρους, νά ποιμάνει τά πάθη. Τόν κάνουν χοιροβοσκό. Τοῦ ἀρνοῦνται τή φύση του, τήν ἀνθρωπιά του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν εὐγένειά του. Τόν θεωροῦν ζῶο. 
Ἡ ἐπιστροφή καί ἡ μετάνοια
Ὅμως, ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στή μακρινή χώρα φανέρωσε καί τό τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχή εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, σέ ποιόν νά καταφύγει, ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωή καί ἀνάσταση γιά ὅλους.
Καί ἀρχίζει νά μονολογεῖ: "Μπορεῖ νά τά ἔχασα ὅλα! Μπορεῖ νά χάθηκα κι ἐγώ. Κυριολεκτικά νά πέθανα. Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού δέν χάνεται, δέν πεθαίνει. Εἶναι ὁ πατέρας μου καί ἡ ἀγάπη του. Δέν σκέφτομαι τά παιδιά του - εἶμαι ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο - σκέφτομαι τούς ὑπηρέτες του, πῶς τούς φέρεται, πῶς τούς χορταίνει. Θά σηκωθῶ καί θά γυρίσω πίσω καί θά πῶ στόν πατέρα μου: Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Σέ σένα πού ἔχεις τέτοια ἀγάπη πού γεμίζει οὐρανό καί γῆ. Σέ σένα πού ἀκόμη ἐδῶ, στή μακρινή χώρα τῆς στέρησης καί τῆς κόλασης, μέ συνοδεύεις. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τήν υἱοθεσία. Αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία μου. Δέν εἶναι ἡ περιουσία σου πού σπατάλησα. Καθύβρισα τή μιά σχέση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα. Πάτερ ἥμαρτον".
Ξέρετε, εἶναι σχετικά εὔκολο νά παραδεχθῶ τά λάθη καί τά ἐλαττώματά μου, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀναγνωρίσω ξαφνικά πώς ἔχω προδώσει, πώς ἔχω χάσει τήν πνευματική μου, τήν ἀληθινή μου ὀμορφιά, πώς βρίσκομαι τόσο μακριά ἀπό τό ἀληθινό μου σπίτι.
Καί ὁ ἄσωτος παίρνει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Πρίν ἀκόμη φθάσει στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτα, πέφτει ὁλόκληρος στήν ἀγκαλιά του καί τόν καταφιλεῖ. Ἤδη ὁ γιός κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντηση. Ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ἦταν μαζί μέ τό παιδί του. Αὐτό τό ὁποῖο παρακαλῶ νά προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη λέξη τῆς ὁμολογίας του δέν εἶναι "συγχώρα με", ἀλλά "πατέρα". Εἶναι τό ὄνομα τοῦ πατέρα πού ἀνεβαίνει ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του καί τοῦ δίνει τό θάρρος νά ἐλπίζει.
Ἡ πατρική ἀγάπη
Ἐκείνη τή στιγμή ὁ ἄσωτος ὁμολογεῖ τό λάθος του καί σιωπᾶ. Δέν μπορεῖ νά συνεχίσει. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα πού τόν διαλύει. Καί τό λόγο παίρνει ὁ πατέρας πού μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ. Δέν λέει στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του. Οὔτε ἄν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε ὅταν ἔφυγε. Οὔτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Οὔτε τόν μαλώνει γιά νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του. Αὐτά δέ λέγονται. Διότι ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσης τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθειᾶς σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης πού παραλύει τή γλώσσα.
Ἔτσι νίκησε ἡ πατρική ἀγάπη τό θάνατο. Καί ἄναψε τούτη ἡ χαρά, τό πανηγύρι, πού ἐνδύεται καί πάλι ὁ γιός τήν στολή τήν πρώτη, καί φορᾶ τό δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας, καί θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός. 
Οἱ δικές μας ἐπιστροφές
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή δέν μοιάζει μέ τίς δικές μας ἐπιστροφές ἤ τουλάχιστον αὐτές πού ἔχουμε στό μυαλό μας. Οἱ δικές μας εἶναι τοποθετημένες λίγο-πολύ σέ μιά νομικίστικη σχέση, σέ μιά ἀντίληψη πού καλλιεργεῖ μᾶλλον τίς συμφωνίες μεταξύ κυρίων πού δέν ἀθετοῦν τό λόγος τους, κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: Λοιπόν, πατέρα, νά τά συζητήσουμε, νά δοῦμε τά πράγματα ψύχραιμα. Νά δοῦμε σέ τίς φταῖς καί σέ τί φταίω. Νά βροῦμε ἕνα τρόπο συμβίωσης. Ὄχι ὅτι δέν μπορῶ νά ζήσω μακρυά ἀπό σένα. Μπορῶ, ἀλλά μιά καί εἶσαι πατέρας μου εἶπα νά γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά ἴδια.
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή εἶναι ἡ κόλαση τῆς λογικῆς καί τῆς δικαιοσύνης. Βλέπετε ὑπάρχει παραμονή στό σπίτι πού εἶναι περιπλάνηση σέ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει ἐπιστροφή πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπό τό σπίτι.
Δέν γνωρίζω πόση σχέση ἔχει ὁ καθένας μας μέ τόν πατέρα καί τό νεώτερο γιό. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι, ὅτι μποροῦμε νά γυρίσουμε στόν Πατέρα μας, γιατί ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐπικύρωση τῆς ἀξιοπρέπειάς μας, ἡ ἐπανεύρεση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας. Γι' αὐτό, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ, μᾶς λέγει: "Υἱέ μου δός μου τήν καρδιά σου. Ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ".

Κυριακή του Ασώτου Οι γονείς και τα παιδιά

Ο Ι   Γ Ο Ν Ε Ι Σ   Κ Α Ι   Τ Α   Π Α Ι Δ Ι Α

«καί εἶπεν  νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί·  πάτερδός μοι τό ἐπιβάλλον μέροςτῆς οὐσίαςκαί διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον                           (Λουκ. ιε΄ 12)

                        Ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ, ἀγαπητοί ἀδελφοί, τήν ὁποία ἀκοῦμε σήμερα στίς ἐκκλησίες, μεταξύ ἄλλων φέρνει ἐνώπιόν μας μιά ὁλοζώντανη εἰκόνα τῆς σύγχρονης οἰκογένειας.  Οἱ πιό πολλές οἰκογένειες, ζώντας μέσα στήν ἀγωνία καί τό ἄγχος, τά ὁποῖα διέπουν τό σύγχρονο τρόπο ζωῆς, περιορίζονται ἴσως στό νά φέρουν στόν κόσμο δύο παιδιά.  Στή συνέχεια ὅλη τους ἡ ἰκμάδα καταδαπανᾶται καί ἀναλίσκεται στό νά τά μεγαλώσουν καί νά τά φροντίσουν ἔτσι, ὥστε νά μήν τούς λείψει τίποτε.  Νά μή στερηθοῦν κάτι στό φαγητό, τό ντύσιμο καί τίς σπουδές τους. 

                        Τί γίνεται ὅμως στό κεφάλαιο τῆς πνευματικῆς καί θρησκευτικῆς τους προόδου, προκοπῆς καί ἀνέλιξης;  Δυστυχῶς αὐτά δέ θεωροῦνται ἀπό ὅλους ὡς προτεραιότητα.  Στίς πιό πολλές περιπτώσεις ἡ ὅλη φροντίδα περιορίζεται στόν ὑλικό καί ἐξωτερικό τομέα.  Σύνθημά τους ἔχουν αὐτά τά ὁποῖα ἔλεγαν οἱ Ἐπικούριοι στήν ἀρχαία Ἑλλάδα τῆς εἰδωλολατρίας: «Φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν.»  (Α΄ Κορ. ιε΄ 32)  Ἡ κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὅμως, φέρει ἀθάνατη ψυχή, ἡ ὁποία τρέφεται καί ἀναπαύεται μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν προσευχή καί τή θεία Κοινωνία.

                        Τά παιδιά δέ μέ τή σειρά τους μαθαίνουν νά ἔχουν ἀτελείωτες ἀπαιτήσεις.  Μέσα στή σκέψη τῶν παιδιῶν βασιλεύει ἡ προπέτεια, τά δικαιώματα καί τί τούς προσφέρει ὁ νόμος τῆς πολιτείας.  Δέν ἀφήνουν περιθώρια γιά νά λειτουργήσει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ.  Τό βρίσκουν δύσκολο νά ἀποποιηθοῦν τῶν δικαιωμάτων τους καί νά προβοῦν σέ θυσίες, γιά χάρη τῶν συνανθρώπων τους.  Θέλουν λένε νά ζήσουν τή ζωή τους.  Νά γνωρίσουν τόν κόσμο.  Ξοδεύουν ὅσο πιό πολλά μποροῦν.  Δέ σκέπτονται ὅτι ἡ ζωή αὐτή πάνω στή γῆ εἶναι προσωρινή καί ἐφήμερη.  Παράλληλα δέ ἡ ζωή ἔχει ἀρκετούς περιορισμούς καί συνοδεύεται ἀπό πολλούς κινδύνους καί πειρασμούς.  Ἐπιπρόσθετα δέν κατανοοῦν ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι τόσο γλυκιά ὅσο φαίνονται τά δελεάσματά της καί ὅτι δέν εἶναι δυνατό νά παίζουν μαζί της. 

                        Ἄν δέ ἐπιθυμοῦν νά ἀποκτήσουν οἰκογένεια, αὐτό πρέπει νά τό πραγματοποιήσουν στήν κατάλληλη ὥρα.  Γιά νά μπορέσουν νά ἀντιμετωπίσουν τά οἰκονομικά βάρη τῆς οἰκογένειας, χρειάζεται νά προετοιμαστοῦν ἀνάλογα καί νά ἀποταμιεύσουν ἔγκαιρα.  Γιά νά φέρουν παιδιά στόν κόσμο πρέπει νά προβοῦν σ’ αὐτό πρίν προχωρήσει ἡ ἡλικία τους, ὥστε νά ὑπάρχουν περιθώρια χρόνου νά χαροῦν τά παιδιά τους, καί ἐκεῖνα μέ τή σειρά τους νά χαροῦν τούς γονεῖς τους.  Ἀπαιτεῖται καιρός γιά νά μπορέσουν νά πραγματοποιήσουν κατά τό δυνατό τίς ὑποχρεώσεις καί τά ὄνειρά τους.

                        Κακά τά ψέματα.  Ὅταν τά ὡραῖα καί θαλερά νιάτα κατασπαταλοῦν τίς δυνάμεις τους στίς διασκεδάσεις καί τήν ἄσωτη ζωή, δέ μένει κέφι καί ὄρεξη γιά οἰκογένεια καί ὑποχρεώσεις.  Ὅταν χαραγμένοι ἀπό ριτίδες μπαίνουν στήν οἰκογένεια, τότε εἶναι ὥρα γιά νά γηροκομηθοῦν.  Τά δέ περιθώρια νά φέρουν παιδιά στόν κόσμο, ἄν δέν ἔχουν ἐκλείψει ἕνεκα τῶν καταχρήσεων καί τῆς προχωρημένης ἡλικίας, σίγουρα ἔχουν ἐλαττωθεῖ σημαντικά.

                        Τό ποτό, τά ναρκωτικά, τά ξενύχτια, ὁ ἁμαρτωλός τρόπος ζωῆς καί οἱ ὑπόλοιπες καταχρήσεις, ἀφήνουν πίσω τους συντρίμια,  ραγισμένες καρδιές καί λεκιασμένες ψυχές.  Αὐτή περίπου ὑπῆρξε ἡ ζωή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ τῆς παραβολῆς τοῦ εὐαγγελίου.  Εὐτυχῶς ὅμως ὁ ἄσωτος εἶχε μέσα του ὑποδομή.  Εἶχε ἀναμνήσεις τῆς πριγκιπικῆς του ζωῆς.  Γιά τοῦτο ὅταν ἔφθασε στόν πάτο, σκέφθηκε, ἀποφάσισε καί εἶπε: «ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου καί ἐρῶ αὐτῷ·  πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου·  οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου·  ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.» (Λουκ. ιε΄ 18-19)

3
                        Οἱ νεανικές ὑπάρξεις ἕνεκα ἀπειρίας εἶναι εὐάλωτες καί εὐμετάβολες ἀπό πρόχειρους ὑπολογισμούς, ἀπό τούς πειρασμούς, ἀπό λανθασμένες ἰδέες καί καθίστανται ἕρμαια στά χέρια καί τούς σκοπούς τῶν διαφόρων καιροσκόπων καί ραδιούργων.  Για τοῦτο ἡ οἰκογένεια, τό σχολεῖο καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀνάγκη νά συστρατευθοῦν καί νά ἐπαγρυπνοῦν γιά νά ὁδηγοῦν τή νέα γενεά στόν ὀρθό δρόμο, μακριά ἀπό τίς παγῖδες τῆς ἁμαρτίας καί μακριά ἀπό τούς σκοπέλους τῆς ζωῆς.

                        Ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία ὁ Θεός Πατέρας ἀντιμετώπισε τόσο τόν ἄσωτο ὅσο καί τό μεγαλύτερο καί σκληρόκαρδο υἱό ἀποτελεῖ τόν κατάλληλο ὁδοδείχτη, ὁ ὁποῖος ἕλκει κοντά τόν πλανεμένο ἄνθρωπο καί τόν ὁδηγεῖ στή σωτηρία.  Ἀμήν!

Κυριακή του Ασώτου εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής


«Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν ἀλλ’οὐκ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος». Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ δὲν συμφέρουν ὅλα· ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιαστῶ ἀπὸ κανέναν.
Ἀδελφοί, σὲ μία ἐποχὴ ποὺ οἱ ἄνθρωποι λατρεύανε ἀκόμα καὶ δημοσίως τὴν ἀκολασία καὶ τὴν ἀσέλγεια, ἀκούστηκε ἀπὸ τὸν κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων τὸ σάλπισμα γιὰ μία καινούργια ἠθικὴ ζωή. Ἡ ἀνομία ποὺ γιὰ χρόνια πολλὰ εἶχε γίνει νόμος, τώρα ἀνατρέπεται καὶ διδάσκεται ἡ πρωτόγνωρη διδασκαλία τῆς ἐγκράτειας, τῆς ἀρετῆς, τῆς ἁγνότητας. Καὶ πόση ἀξία ἔχουν οἱ ἀρετὲς τῆς ἐγκρατείας, τῆς ἁγνότητας, τῆς αὐτοκυριαρχίας, λίγο εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ τονίσουμε, ἰδιαίτερα σήμερα ποὺ ἡ ἐποχή μας ἔγινε ἐποχὴ ταραχῆς καὶ ἐρειπίων.
Πόση ἀξία ἔχει ἡ θεογνωσία καὶ ὁ εὐαγγελισμός μας σήμερα, μία περίοδο κατὰ τὴν ὁποία ἀπὸ μεγάλη μερίδα τοῦ κόσμου μας ἀπουσιάζει ὁ Θεός, λείπει ἡ πληροφόρηση γιὰ τὸ ἅγιο θέλημά του, λείπει ἡ ὀρθὴ κρίση, ἡ σωστὴ κατεύθυνση, μόλις εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ θυμίσουμε. Ὅλοι μας γνωρίζουμε ὅτι μᾶς λείπει ἡ ὀρθὴ κρίση, ἡ σωστὴ κατεύθυνση καὶ κυριαρχοῦν ἰδέες ἀρρωστημένες καὶ βασιλεύει ἀφάνταστη ἐπιπολαιότητα. Μήπως ξεχνοῦμε ὅτι θεωροῦμε τὴν ἀνηθικότητα ὡς ἀνωτερότητα καὶ τὴν ἐξαχρείωση ὡς δῆθεν πολιτισμό; Ναί· «Πάντα μοι ἔξεστι, ἀλλ’οὐ πάντα συμφέρει»· κρῖμα γιὰ μᾶς ὅτι «ἐξουσιασθήκαμε» ὑπὸ τῶν παθῶν μας. Κρῖμα γιὰ μᾶς, γιατὶ παραδώσαμε τὸ σῶμα μας, ποὺ ἀποτελεῖ «ναὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Α΄Κορ. 6, 19) ποὺ εἶναι «ναὸς Θεοῦ ζῶντος» (Β’ Κόρ. 6-16), τὸ σῶμα μας ποὺ θεωρεῖται ἐπὶ τῆς γῆς μέλος Χριστοῦ, αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ φθαρτὸ ποὺ θὰ ἐνδυθῆ ἀφθαρσία καὶ ὡς θνητὸ θὰ ἐνδυθῆ ἀθανασία, τὸ παραδώσαμε στὴν φθορά, τὴν ἡδονή, τὴν ἁμαρτία, τὴν ἀκολασία καὶ τὸ ἐξουθενώσαμε.
Ἀδελφοί μου, τὸ σῶμα μας ὑποχρεούμεθα νὰ τὸ διαφυλάξουμε ὡς πανάκριβο καὶ σπάνιο καλλιτέχνημα. Νὰ τὸ διατηροῦμε καθαρό, ἀμόλυντο, ἅγιο, νὰ τὸ προσφέρουμε στὸν Θεὸ ὡς ὄργανο καὶ σκεῦος ἀρετῆς κατὰ τὸ παύλειο λόγιον: «Παραστῆσαι τὰ σώματα ἡμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ» (Ρωμ. 12, 1).
Τιμὴ ἐπιφυλάσσει στὸ σῶμα μας ἡ χριστιανικὴ διδασκαλία, φροντίδα καὶ ἐνδιαφέρον, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ διαφθείρων τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, τὸ σῶμα δηλαδή, τιμωρεῖται μὲ βαρειὰ ποινή. (Α΄ Κόρ. 3-16, 17) Κρῖμα γιὰ μᾶς, ἀδελφοί, γιατὶ λερώσαμε τὴν καρδιά μας καὶ συνεπῶς ὅλα τὰ ἔργα μας εἶναι μολυσμένα. Καὶ ἔργα μολυσμένα εἶναι τὰ ἔργα τῆς σάρκας, δηλαδὴ «μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια», πράξεις τὶς ὁποῖες οἱ ταῦτα «πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν» (Γαλ. 5, 19-21), ἀφοῦ «τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος», θάνατος τοῦ σώματος, θάνατος καὶ τῆς ψυχῆς, φίλοι μου.
Ὁ Θεός, ἡ πατρίδα, ἡ σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ὑγεία, ἡ μεταφυσική μας προσδοκία, μᾶς καλοῦν νὰ διαφυλάξουμε μὲ κάθε θυσία τὴν ἁγνότητα τῆς καρδιᾶς μας. Νὰ κρατήσουμε ἀπόρθητο τὸ κάστρο τῆς ψυχῆς μας. Νὰ κλείσουμε τὰ αὐτιά μας στὶς σειρῆνες τοῦ κακοῦ. Νὰ ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια μας τὸ σύνθημα τοῦ Παύλου «σεαυτὸν τήρει ἁγνόν» (Α΄ Τιμοθ. 5-22), κυρίως ὅμως τὸ λόγιόν του «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ’οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν ἀλλ’οὐκ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.


Κυριακή του Ασώτου υπό του Αρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσά


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
(Λουκ. ιε΄,11-32)
Στὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ διατυπωθεῖ γιὰ τὸ πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ σωτηρία μας, λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψη τὴ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, θὰ λέγαμε ἁπλᾶ πὼς στηρίζεται ἐπάνω στὴν μετάνοια καὶ τὴν ἀγάπη. Στὴν μετάνοια, ποὺ εἶναι δικό μας ἔργο, καὶ στὴν ἀγάπη, ποὺ εἶναι ἡ κορυφαία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ.

Καὶ γιὰ τὰ δύο ἐτοῦτα σπουδαῖα πράγματα ὁμιλεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο. Δηλαδὴ γιὰ τὸν νέο ἄνθρωπο, ποὺ ξεκινάει νὰ ζήσει μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ ἑστία· γιὰ τὶς ταλαιπωρίες του, ποὺ ἦλθαν μετὰ τὰ γλέντια καὶ τὰ ξεφαντώματα, καθὼς ἡ περιουσία του εἶχε ἐξανεμιστεῖ· γιὰ τὸ κατάντημά του.

Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς βρίσκει τὸ κουράγιο νὰ μαζέψει τὰ κομμάτια τῆς ψυχῆς του· νὰ συναισθανθεῖ τὸ λάθος του· ν᾿ ἀναπολήσει τὴν πατρικὴ ἀγκαλιά· νὰ μετανοήσει γιὰ τὸ λάθος του καὶ νὰ ξεκινήσει γιὰ τὸ γυρισμό.
Ἐτοῦτος λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος, συναισθανόμενος τὸ ὀλέθριο σφάλμα του καὶ μετανοώντας, βρῆκε τὴ λύση στὸ γυρισμό. Μ᾿ αὐτὴ δὲ τὴν ἐπιστροφὴ ξανακέρδισε τὴν ἀγάπη τοῦ Πατέρα, ποὺ τοῦ παρέχει τὴ σωτηρία καὶ τὴ διάσωσή του.

Στὸν κόσμο μας σήμερα, συνεχῶς περιπλανῶνται οἱ διάφοροι ἄσωτοι. Κι αὐτοὶ δὲν εἶναι ξένοι καὶ ἄγνωστοι σ᾿ ἐμᾶς. Εἴμαστε ἐμεῖς, ποὺ συνεχῶς προσπαθοῦμε νὰ φεύγουμε μακριὰ ἀπὸ τὴν προστασία καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ποῦ πᾶμε ὅμως, τὸ ξέρουμε; Ὄχι!Μονάχα βλέπουμε τὴ φυγὴ ὡσὰν λύση καὶ μάλιστα εὐχάριστη. Πόσο ἀνόητα καὶ ἐπιπόλαια σκεπτόμαστε, γιατὶ δὲν ὑποπτευόμαστε πὼς πίσω ἀπὸ τὴν παροδικὴ καὶ ἐπίπλαστη εὐχαρίστηση, κρύβεται ἡ ὀδύνη καὶ ἡ πτώση.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο δὲ εὑρισκόμενοι, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐμφιλοχωρήσει ἡ ἀπόγνωση. Καὶ τότε ἀναστέλλονται οἱ ὑγιεῖς ἠθικὲς δυνάμεις ποὺ ἐσωτερικὰ δημιουργοῦν τὴν ἀπαραίτητη δυναμικὴ γιὰ σωτήριες ἀποφάσεις.

Καὶ τότε προβάλλουν οἱ δῆθεν ἀντιρρήσεις, βουνὰ πελώρια μπροστά μας, ποὺ κρύβουν τὸ φῶς καὶ σκοτεινιάζουν τὴν ἐλπίδα. Ποῦ πᾶς τώρα, γιὰ σένα δὲν ὑπάρχει λύση. Τὸ δικό σου κατάντημα καὶ τὰ βαριὰ παραπτώματά σου ὁ Θεὸς δὲν θὰ σοῦ τὰ συγχωρήσει· θὰ σὲ ἀπορρίψει ὡς ἁμαρτωλό!

Τὸ πόσο λάθος εἶναι ὁλόκληρη αὐτὴ ἡ σκέψη καὶ πόσο ταυτόχρονα ἐπικίνδυνη, τὸ βλέπουμε στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ νέος αὐτὸς ἄνθρωπος μέσα στὴν πτώση του, ξεπερνώντας τὰ ἐμπόδια τῆς ἄγονης λογικῆς, βρῆκε τὴ λύση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

Ὁ τρόπος αὐτὸς γιὰ ὅλους μας εἶναι καὶ ἐφικτὸς καὶ ἀνοικτός. Ἀρκεῖ νὰ κάνουμε τὸ πρῶτο δικό μας βῆμα. Ἕνα βῆμα μικρὸ καὶ δειλὸ δικό μας, πολλαπλάσια τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ! Ξεκίνημα δικό μας γιὰ τὸ γυρισμό, ἀνοικτὴ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀντάμωση!

Ἐκεῖνο ὅμως ποῦ κάνει αὐτὴ τὴν ἀντάμωση οὐσιαστική, εἶναι ἡ δική μας ὁμολογία τοῦ σφάλματος διὰ τοῦ «ἥμαρτον». Γιὰ ν᾿ ἀκουστεῖ στὴ συνέχεια ὁ θεϊκὸς λόγος τῆς συγγνώμης· «Παιδί μου συγχωροῦνται τὰ λάθη σου!».

Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες εἰσερχόμαστε στὴ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ, στὴν περίοδο τῆς νηστείας, τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς. Γι᾿ αὐτὸ ἑτοιμάζοντάς μας ἡ Ἐκκλησία, μᾶς προβάλλει αὐτὲς τὶς Κυριακὲς κατάλληλα Εὐαγγελικὰ κείμενα ποὺ ὁμιλοῦν ἀκριβῶς γι᾿ αὐτές.

Ἔχουμε λοιπὸν μπροστά μας ἀρκετὸ χρόνο νὰ σκεφτοῦμε μιλώντας στὸν ἑαυτό μας. Θὰ διαπιστώσουμε τότε τὰ λάθη μας, τὶς ἁμαρτίες μας καὶ τὶς πτώσεις μας. Αὐτὰ ὅλα τὰ κακὰ καὶ ὀλέθρια, ποὺ προσβάλλουν τὸ Θεὸ καὶ ἀπαξιώνουν τὴν ἀγάπη Του.

Τί πρέπει ἐμεῖς νὰ κάνουμε, ὡσὰν παιδιά Του; Ξεκινώντας ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, ποὺ εἶναι ἀπέραντη καὶ ἀξόδευτη, νὰ μετανοιώνουμε, νὰ ζητήσουμε συγγνώμη, καταθέτοντας ὅλο τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας στὸ μυστήριο τῆς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως μὲ ταπείνωση καὶ βαθειὰ συναίσθηση γιὰ τὸ χάλι μας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ ἄσωτος υἱὸς εἶναι ὁ δικός μας ἄνθρωπος, ἴσως ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Ποὺ φεύγει μὲ ἀγωνία νὰ ζήσει τὴ ζωή του· ποὺ βιώνει «τὶς χαρές», οἱ ὁποῖες τελικὰ γίνονται βρόγχος καὶ τὸν πνίγουν. Ποὺ ὅμως συγκλονισμένος καὶ μετανοιωμένος γυρνᾶ στὸν Πατέρα, γιατὶ τελικὰ ἡ ἀγάπη Του τὸν κέρδισε.

Ἐμεῖς, ἂν καθημερινὰ βιώνουμε ὅλη ἐτούτη τὴ διαδρομὴ τοῦ ἀσώτου· ἂν διερχόμαστε μέσα ἀπὸ τὶς ὀδυνηρὲς ἐμπειρίες, τότε μὴ μείνουμε μόνο σ᾿ αὐτές. Νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς τὸ ἑπόμενο βῆμα, παίρνοντας τὸ δρόμο γιὰ τὸ σωτήριο γυρισμό.

Θὰ δώσουμε χαρὰ στὸ Θεὸ Πατέρα καὶ στὸν ἑαυτό μας τὴν εὐκαιρία νὰ νοιώσει γιὰ πάντα τὴν ἀληθινὴ εὐτυχία.

Κυριακή του Ασώτου π. Χερουβείμ Βελέντζας


Λουκ. 15, 11-32


Από την περασμένη Κυριακή έχουμε εισέλθει στην κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, και η αγία μας Εκκλησία τις τρεις Κυριακές που προηγούνται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μας προετοιμάζει προβάλλοντας τις τρεις μεγάλες αρετές που συνιστούν την πνευματική μας ζωή. Την περασμένη Κυριακή, μέσα από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, είδαμε τη σημασία της ταπεινώσεως. Σήμερα, με την παραβολή του Ασώτου υιού, τονίζεται η σημασία της μετανοίας, ενώ την ερχόμενη Κυριακή θα μας υπομνήσει το μεγαλείο της αγάπης και της φιλανθρωπίας.
Η παραβολή του Ασώτου, γνωστή και προσφιλής σε όλους μας, αναφέρεται στον μικρότερο από δυο αδελφούς, που ζήτησε από τον πατέρα του το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και αναχώρησε να βρει την τύχη του. Επί μακρό χρονικό διάστημα διασκέδαζε σπαταλώντας την περιουσία, και κάποια στιγμή, όταν έμεινε φτωχός, εγκαταλείφθηκε από τους “φίλους” του και κατέληξε να βόσκει χοίρους προκειμένου να μην πεθάνει από την πείνα. Τότε αναλογίστηκε το λάθος που έκανε και πήρε την απόφαση να επιστρέψει μετανιωμένος στον πατέρα του, ελπίζοντας να του δώσει μια θέση ανάμεσα στους δούλους του. “Πατέρα μου, αμάρτησα στο Θεό και σε σένα”, του είπε, “και δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι γιος σου. Σε παρακαλώ να με δεχτείς σαν ένα δούλο σου”. Ο πατέρας του όχι μόνο τον δέχτηκε, αλλά τον αποκατέστησε ως υιό του και έδωσε εντολή στους υπηρέτες του να ετοιμάσουν γιορτή για την επιστροφή του και να σφάξουν “τον μόσχο τον σιτευτό”. Όταν επέστρεψε ο μεγαλύτερος γιος στο σπίτι και έμαθε για τη γιορτή, δυσανασχέτησε που ο πατέρας του δέχτηκε με τέτοιο τρόπο τον αμαρτωλό και άσωτο υιό. Και ο πατέρας του απαντά ότι ήταν επιβεβλημένη η χαρά και όχι η επίπληξη ή η τιμωρία, γιατί ο υιός του ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και ευρέθη.
Με την παραβολή αυτή, όπως και με εκείνη της χαμένης δραχμής που ο ευαγγελιστής Λουκάς προτάσσει της σημερινής, ο Χριστός μας δείχνει αλλά και μας υπενθυμίζει τη μεγάλη σημασία της μετανοίας και της συγγνώμης. Έχει παγιωθεί, δυστυχώς, μέσα μας η εντύπωση πως άμα κάνουμε κάποιο λάθος, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πρώτα. Αυτή η ιδέα όχι μόνο έχει κυριεύσει τη σκέψη μας, αλλά καθορίζει και τη ζωή μας σε τέτοιο βαθμό που εγκλωβιζόμαστε και δεν μπορούμε να κάνουμε βήματα πνευματικής προόδου: θεωρούμε από τη μια τις αμαρτίες μας ανυπέρβλητες και ασυγχώρητες, και από την άλλη αδυνατούμε να συγχωρήσουμε όσους τυχόν μας έχουν βλάψει.
Ο Χριστός όμως σήμερα, μέσα από την παραβολή αυτή, μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει αμαρτία που μπορεί να υπερβεί την άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού. Η ειλικρινής μετάνοια, η χωρίς δικαιολογίες και ωραιοποιήσεις, αυτή που συνοδεύεται με ταπείνωση και συντριβή καρδιάς, ελκύει τη συγγνώμη και την αγάπη του Θεού πριν καλά -καλά βγει από τα χείλη μας. Είδαμε πώς ο πατέρας, μόλις είδε από μακριά τον γιο του να έρχεται, δεν περίμενε αλλά έσπευσε να τον αγκαλιάσει. Είδαμε ότι δεν τον ρώτησε τίποτα, ότι δεν τον επιτίμησε, αλλά τον δέχτηκε πίσω με χαρά. Η μετάνοια, όταν δεν είναι απλά ένα αίσθημα μεταμέλειας αλλά αποτελεί κίνηση επιστροφής στην αγάπη του Θεού και απόφαση εγκατάλειψης της αμαρτίας, έχει τη δύναμη να αναστήσει τη νεκρωμένη από τα πάθη καρδιά μας, να μεταμορφώσει τη ζωή μας, να διαγράψει όλα εκείνα τα λάθη μας που μας βαραίνουν και φαντάζουν ανυπέρβλητα.
Ναι, υπάρχει η δυνατότητα της επιστροφής, της διαγραφής των λαθών μας, της αποκατάστασης της κοινωνίας της αγάπης με τον θεό και με τον συνάνθρωπό μας. Και αν από τον καθένα μας, ως αμαρτωλό, είναι σημαντική και απαραίτητη η μετάνοια, άλλο τόσο σπουδαία και απαραίτητη είναι και η συγγνώμη. Η συγγνώμη είναι η απάντηση προς τον μετανοούντα, και τις περισσότερες φορές προέρχεται από τον Θεό. Είναι όμως και άλλες πλείστες φορές, που καλούμαστε εμείς να ασκήσουμε την αγάπη και τη συγγνώμη προς εκείνους που μας έχουν βλάψει. Και εκεί φαίνεται αν όντως έχουμε μέσα μας αγάπη, αν όντως έχουμε πραγματικά μετανοήσει και αν έχουμε γευτεί τους καρπούς της αγάπης και της συγγνώμης του ίδιου του Θεού.
Αλήθεια, πώς μπορούμε να ζητάμε από τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας, όταν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε τη διάθεση να παραβλέψουμε τα λάθη των αδελφών μας; πώς ζητάμε από τον θεό να μας δεχτεί κοντά Του, όταν η καρδιά μας είναι ξένη και ψυχρή για τους ανθρώπους που ενδεχομένως αγαπάμε αλλά δεν συγχωρούμε; Συχνά λέμε στους άλλους “σε συγχωρώ, αλλά δεν ξεχνώ αυτό που μου έκανες”. Αυτό δυστυχώς είναι πλάνη, γιατί δεν μπορεί να υπάρχει συγχώρεση με σκιές και κηλίδες, όπως δεν θα ήταν χαρά το δείπνο της παραβολής, αν έμενε ο υιός με τα βρώμικα και κουρελιασμένα του ρούχα. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν μια παρωδία συγγνώμης, αν όχι εξουθένωση, περιφρόνηση και εξευτελισμός του αμαρτωλού γιου. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούμε να λέμε ότι έχουμε συγχωρέσει κάποιον, αν συνεχίζουμε να τον αντιμετωπίζουμε ως αμαρτωλό και βδελυρό. Είναι βέβαια δύσκολο, και είναι δύσκολο γιατί αποτελεί ένα άθλημα αγάπης.
Ας μη ξεχνάμε όμως ότι ουδέποτε ο Χριστός στάθηκε στην αμαρτία, ουδέποτε κατέκρινε κανένα, αλά αντιθέτως τόνισε τη σημασία και το μεγαλείο της μετάνοιας και τη χαρά που αυτή προξενεί, λέγοντάς μας μεταξύ άλλων ότι “αληθινά, γίνεται μεγάλη χαρά στον ουρανό για έναν άνθρωπο που μετανοεί, παρά για ενενήντα εννέα δίκαιους που δεν έχουν ανάγκη μετανοίας” (Λουκ. 25, 7).


Πρωτότυπο κείμενο από Απλά & Ορθόδοξα - π. Χερουβείμ Βελέτζας: http://xerouveim.blogspot.com/2010/01/31-1-2010.html#ixzz1m1UUwJxZ

ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ




(Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Βασιλείου,
Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων)
Ἡ εὐαγγελική παραβολή πού διαβάζεται σήμερα εἶναι γνωστή σέ ὅλους μας ὡς παραβολή τοῦ Ἀσώτου.
Ἕνας ἄνθρωπος ἔχει δύο γιούς. Ὁ νεώτερος γιός ζητάει χωρίς περιστροφές ἀπό τόν πατέρα του τό μερίδιό του ἀπό τήν κληρονομιά.
Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό ἀποκομμένο ἀπό τό σύνολο τῆς ἀλήθειας τῆς ζωῆς τοῦ πατέρα δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει. Τό κομμάτι αὐτό, ὅταν τό παίρνουμε δυναστικά, ἀντάρτικα, ὅπως καί ὅταν θέλουμε, δέν μᾶς ὁδηγεῖ στή ζωή, ἀλλά στήν ἀπόγνωση καί τήν καταστροφή.
Πηγή:Αποστολική Διακονία 
Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀδυναμία, ἄν θέλετε, τοῦ νεώτερου γιοῦ, εἶναι ὅτι ὄντας ἀνώριμος δέν ἔχει φθάσει στό νά ξέρει, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πατέρα εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν οὐσία τοῦ υἱοῦ.
Καί ὁ πατέρας τοῦ δίνει τό κομμάτι, τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς περιουσίας, πού ζητάει. Εἶναι ἄρχοντας ἀγάπης. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό του. Ἐνδιαφέρεται νά σώση τό παιδί του. Αὐτό βρίσκεται στό σκοπό τῆς ζωῆς του, εἶναι καταξίωση τοῦ εἶναι του. Δέν τόν ἐνδιαφέρει τί θά πῆ ὁ κόσμος, ὅπως ἐνδιαφέρει τόσο πολύ ἐμᾶς γιά τό πῶς θά χαρακτηρίσουν τό παιδί μας γιά τίς ἀστοχίες του, δέν τόν ἐνδιαφέρει ἄν θά χάση τό κῦρος του, ἄν παρουσιαστεῖ ὡς πατέρας ἀποτυχημένος, μέ παιδί πού ἀφήνει τό σπίτι καί φεύγει μακρυά. Ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πάει πιό μακριά ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νά πάει ἡ κρίση τοῦ κόσμου ἤ ἡ ἀνταρσία τοῦ γιοῦ του.
Γιά τόν λόγο αὐτό δέν τοῦ κάνει διδασκαλία μέ λόγια. Τώρα πρέπει νά τόν ἀφήσει νά περιπλανηθεῖ, νά πάθει, νά μάθει, νά δεῖ προσωπικά τό ψεῦδος καί τίς ἀνυπόστατες ἀπάτες.
Αὐτό ξέρει ὁ πατέρας, ὅτι εἶναι κάτι θανάσιμα ἐπικίνδυνο, ἀλλά δέν βλέπει ἄλλη λύση. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά τόν συντροφεύει πάντοτε μέ τήν ἀγάπη του, πού ὑπάρχει στό σπίτι, ἀλλά ἁπλώνεται παντοῦ. Δίνει ἀγωγή στό παιδί του ὑποφέροντας μυστικά ὁλόκληρος, βγαίνοντας στό σταυρό τῆς ἀναμονῆς.
Τό θέμα δέν εἶναι ὁ πατέρας νά κρατήσει διά τῆς βίας τόν γιό κοντά του, ἀλλά νά τοῦ δώση τή δυνατότητα, νά δημιουργήση τίς προϋποθέσεις, ὥστε ὁ ἴδιος μόνος του νά ἔλθει πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν πατέρα ὁρίζει τόν υἱό.
Καί ὁ ἄσωτος φεύγει. Πηγαίνει γιά νά ζήσει σέ μιά χώρα ξένη, ὅπου τά πάντα ξοδεύονται χωρίς νά ἀνανεώνονται. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μένει μόνος. Οἱ φίλοι του ἔμειναν κοντά του ὅσο κράτησαν τά πλούτη του. Ἀρχίζει νά ζεῖ τήν ἔκπτωση καί τήν ἐξαθλίωση. Καί ὅταν πηγαίνει νά ζητήσει βοήθεια τόν σπρώχνουν πιό χαμηλά. Τόν στέλνουν νά βόσκει χοίρους, νά ποιμάνει τά πάθη. Τόν κάνουν χοιροβοσκό. Τοῦ ἀρνοῦνται τή φύση του, τήν ἀνθρωπιά του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν εὐγένειά του. Τόν θεωροῦν ζῶο.  
Ὅμως, ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στή μακρινή χώρα φανέρωσε καί τό τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχή εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, σέ ποιόν νά καταφύγει, ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωή καί ἀνάσταση γιά ὅλους.
Καί ἀρχίζει νά μονολογεῖ: "Μπορεῖ νά τά ἔχασα ὅλα! Μπορεῖ νά χάθηκα κι ἐγώ. Κυριολεκτικά νά πέθανα. Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού δέν χάνεται, δέν πεθαίνει. Εἶναι ὁ πατέρας μου καί ἡ ἀγάπη του. Δέν σκέφτομαι τά παιδιά του - εἶμαι ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο - σκέφτομαι τούς ὑπηρέτες του, πῶς τούς φέρεται, πῶς τούς χορταίνει. Θά σηκωθῶ καί θά γυρίσω πίσω καί θά πῶ στόν πατέρα μου: Ἁμάρτησα στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Σέ σένα πού ἔχεις τέτοια ἀγάπη πού γεμίζει οὐρανό καί γῆ. Σέ σένα πού ἀκόμη ἐδῶ, στή μακρινή χώρα τῆς στέρησης καί τῆς κόλασης, μέ συνοδεύεις. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τήν υἱοθεσία. Αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία μου. Δέν εἶναι ἡ περιουσία σου πού σπατάλησα. Καθύβρισα τή μιά σχέση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα. Πάτερ ἥμαρτον".
Ξέρετε, εἶναι σχετικά εὔκολο νά παραδεχθῶ τά λάθη καί τά ἐλαττώματά μου, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀναγνωρίσω ξαφνικά πώς ἔχω προδώσει, πώς ἔχω χάσει τήν πνευματική μου, τήν ἀληθινή μου ὀμορφιά, πώς βρίσκομαι τόσο μακριά ἀπό τό ἀληθινό μου σπίτι.
Καί ὁ ἄσωτος παίρνει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Πρίν ἀκόμη φθάσει στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτα, πέφτει ὁλόκληρος στήν ἀγκαλιά του καί τόν καταφιλεῖ. Ἤδη ὁ γιός κατάλαβε, πῆρε τήν ἀπάντηση. Ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ἦταν μαζί μέ τό παιδί του. Αὐτό τό ὁποῖο παρακαλῶ νά προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη λέξη τῆς ὁμολογίας του δέν εἶναι "συγχώρα με", ἀλλά "πατέρα". Εἶναι τό ὄνομα τοῦ πατέρα πού ἀνεβαίνει ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του καί τοῦ δίνει τό θάρρος νά ἐλπίζει.
Ἐκείνη τή στιγμή ὁ ἄσωτος ὁμολογεῖ τό λάθος του καί σιωπᾶ. Δέν μπορεῖ νά συνεχίσει. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα πού τόν διαλύει. Καί τό λόγο παίρνει ὁ πατέρας πού μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ. Δέν λέει στό παιδί του γιά τόν ἑαυτό του. Οὔτε ἄν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε ὅταν ἔφυγε. Οὔτε πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Οὔτε τόν μαλώνει γιά νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του. Αὐτά δέ λέγονται. Διότι ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσης τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθειᾶς σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης πού παραλύει τή γλώσσα.
Ἔτσι νίκησε ἡ πατρική ἀγάπη τό θάνατο. Καί ἄναψε τούτη ἡ χαρά, τό πανηγύρι, πού ἐνδύεται καί πάλι ὁ γιός τήν στολή τήν πρώτη, καί φορᾶ τό δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας, καί θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός.  
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή δέν μοιάζει μέ τίς δικές μας ἐπιστροφές ἤ τουλάχιστον αὐτές πού ἔχουμε στό μυαλό μας. Οἱ δικές μας εἶναι τοποθετημένες λίγο-πολύ σέ μιά νομικίστικη σχέση, σέ μιά ἀντίληψη πού καλλιεργεῖ μᾶλλον τίς συμφωνίες μεταξύ κυρίων πού δέν ἀθετοῦν τό λόγος τους, κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: Λοιπόν, πατέρα, νά τά συζητήσουμε, νά δοῦμε τά πράγματα ψύχραιμα. Νά δοῦμε σέ τίς φταῖς καί σέ τί φταίω. Νά βροῦμε ἕνα τρόπο συμβίωσης. Ὄχι ὅτι δέν μπορῶ νά ζήσω μακρυά ἀπό σένα. Μπορῶ, ἀλλά μιά καί εἶσαι πατέρας μου εἶπα νά γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά ἴδια.
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή εἶναι ἡ κόλαση τῆς λογικῆς καί τῆς δικαιοσύνης. Βλέπετε ὑπάρχει παραμονή στό σπίτι πού εἶναι περιπλάνηση σέ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει ἐπιστροφή πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπό τό σπίτι.
Δέν γνωρίζω πόση σχέση ἔχει ὁ καθένας μας μέ τόν πατέρα καί τό νεώτερο γιό. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι, ὅτι μποροῦμε νά γυρίσουμε στόν Πατέρα μας, γιατί ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐπικύρωση τῆς ἀξιοπρέπειάς μας, ἡ ἐπανεύρεση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας. Γι' αὐτό, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ, μᾶς λέγει: "Υἱέ μου δός μου τήν καρδιά σου. Ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ".

Οἱ δικές μας ἐπιστροφές

Ἡ πατρική ἀγάπη

Ἡ ἐπιστροφή καί ἡ μετάνοια

Ἡ εὐαγγελική παραβολή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...