Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

Κυριακή ΛΔ΄ Ἐπιστολῶν- Α΄ Κορινθ. στ΄ 12-20 «Η ΠΟΡΝΕΙΑ» «Φεύγετε τήν Πορνείαν». Ἀρχιμανδρίτης κ. Καλλίνικος Νικολάου


Ἡ πορνεία εἶναι τό θέμα πού διαπραγματεύεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀδελφοί μου. Κάτω ἀπό τήν λέξη πορνεία ἐννοῦνται ὅλα τά σαρκικά ἁμαρτήματα, πού διαπράττουν οἱ ἄνθρωποι ἔγγαμοι καί ἄγαμοι. Ὁ Θεός θέλει οἱ ἄνθρωποι πού πιστεύουν σ’ Αὐτόν νά ἀπέχουν ἀπό τίς πράξεις αὐτές, νά διατηροῦν τό σῶμα καί τήν ψυχή τους καθαρή χωρίς πορνικές ἐπιθυμίες καί πράξεις. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος συνιστᾶ καί προτρέπει τούς χριστιανούς : «φεύγετε τήν πορνείαν». Ἀφορμή γιά νά γράψει ὁ Ἀπόστολος ὅλα ὅσα ἀκούσαμε σήμερα ἔλαβε ἀπό τούς Κορινθίους, κοντά στούς ὁποίους, στή πόλη τους ἔζησε τρισήμισυ περίπου χρόνια. Τό ἀκόλαστο περιβάλλον τοῦ μεγάλου λιμανιοῦ τῆς Κορίνθου ἦταν μία φοβερή καί ἐπικίνδυνη ἀπειλή γιά τούς χριστιανούς. Γι’ αὐτό ἐπιτίθεται μέ δύναμη ἐναντίον ὅλων τῶν μορφῶν τοῦ κακοῦ. Γράφει: «οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοί οὔτε μαλακοί οὔτε μέθυσοι οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες Βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσουσι» (Α΄ Κορινθίους στ΄ 9). Συνιστᾶ ἀδιάκοπα τήν ἐγρήγορση ἀπέναντι στήν πορνεία, εἶναι ἰδιαίτερα αὐστηρός στά σαρκικά ἁμαρτήματα γιατί θέλει νά προστατέψει τούς χριστιανούς ἀπό τίς παρεκτροπές τῆς σάρκας.
Θά δοῦμε, λοιπόν, πολύ σύντομα τά ἐπιχειρήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιά νά ἀποφεύγουν οἱ χριστιανοί τήν πορνεία, ὅλες τίς ἁμαρτωλές καί ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίες καί πράξεις τῆς σάρκας.
1) Πρῶτ’ ἀπό ὅλα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύττει ὅτι: «πάντα μοι ἔξεστι, ἀλλ’ οὐκ ἐγώ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος». Τά λόγια αὐτά σημαίνουν: «Ὅλα εἶναι δυνατόν νά τά κάνω, ἀλλά δέν θά ἐπιτρέψω νά μέ ἐξουσιάζει κάποιος ἤ κάποια δύναμη».
Πολλοί ἄνθρωποι ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι δεῖγμα δυνάμεως νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά διαπράττει τίς σαρκικές ἁμαρτίες. Μάλιστα μερικοί νομίζουν, ὅτι μποροῦν καί νά καυχηθοῦν γι’ αὐτή τήν ζωή τῆς ἀκολασίας πού ζοῦν. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅμως μᾶς λέγει ἀκριβῶς τό ἀντίθετο ὅτι ὁ πόρνος δέν μεταχειρίζεται τήν τρυφήν ὡς ἐξουσιαστής καί κύριος αὐτῆς, ἀλλά εἶναι ὑπό τήν ἐξουσίαν, ὑπόδουλος στήν σαρκικήν ἠδονή. Ἐν ὅσῳ, λέγει, σύ εἶσαι ἄσωτος καί τρυφηλός δέν ἐξουσιάζεις ἐσύ τό σῶμα σου, ἀλλά αὐτό ἐξουσιάζει τήν θέλησή σου καί σέ ὁδηγεῖ στήν ἀκολασία.
Ὅποιος ἑπομένως ζεῖ ἀκόλαστα, βίον ἄσωτο καί πορνεύει αὐτός δέν εἶναι ἐλεύθερος εἶναι δοῦλος τῆς πορνείας καί τοῦ σαρκικοῦ πάθους. Ἐδῶ φαίνεται ἡ ἐξουσία πού ἔχει ἡ ἁμαρτία. Ὁ χριστιανός ὀφείλει νά μήν ὑποδουλώνεται, ἀλλά νά εἶναι ἐλεύθερος νά μπορεῖ νά ἀντισταθεῖ στίς ἀκάθαρτες καί βορβορώδεις ἐπιθυμίες τῆς σαρκός.
2) Τό δεύτερο ἐπιχείρημα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἶναι ὅτι ὁ Θεός δέν ἐδημιούργησε τό σῶμα γιά τήν πορνεία, ἀλλά γιά νά ἑνωθεῖ μαζί του : «Τό δέ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ ἀλλά τῷ Κυρίῳ».
Βλέπουμε τό ὑψηλό καί ἀνώτερο προορισμό τοῦ σώματός μας. Πλάσθηκε γιά νά ἑνωθεῖ μέ τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ κεφαλή του καί ἀντιστρόφως ὁ Κύριος διά τοῦτο ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἑνοῦται καί νά ἐπικάθηται στό σῶμα τοῦ χριστιανοῦ, ὡσάν κεφαλή του. Ἔτσι εἶναι ἀδικαιολόγητοι, ὅσοι παραδίδουν τόν ἑαυτό τους στήν πορνεία. Τό σῶμα πού τό ἐδημιούργησε ὁ Θεός δέ μᾶς τό ἔδωσε γιά νά πορνεύουμε, ἀλλά γιά νά τό ἁγιάζουμε καί νά τό καθαρίσουμε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Πῶς μποροῦν ὕστερα ἀπό αὐτά νά σταθοῦν ἰσχυρισμοί διάφοροι, ὅτι: «ἡ πορνεία εἶναι φυσική ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπου». Ὄχι ἀδελφοί. Αὐτή εἶναι διαβολική ἄποψη. Ἡ πορνεία καί κάθε σαρκική ἁμαρτία δέν εἶναι φυσική ἐκδήλωση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀποτέλεσμα ἐμπάθειας καί ἁμαρτωλῆς ἐπιθυμίας. Τό ἀντίθετο μάλιστα ἡ ἐγκράτεια καί ἡ καθαρότης προσιδιάζουν, ταιριάζουν στό σῶμα μας, ὅπως ἐγκρατής καί καθαρός ἦταν ὁ Χριστός μας, ὅπως εἶναι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι, ὅπως οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Τό σῶμα αὐτό ἔχει μέλλον. Θά τό ἀναστήσει ὁ Θεός διά τῆς δυνάμεώς του γιά νά ζήσει αἰώνια κοντά του. Ὅποιος ὅμως πορνεύει, σκοτώνει τό σῶμα του καί τοῦ στερεῖ τήν μοναδική χαρά νά ζήσει αἰώνια σέ κοινωνία μέ τόν Θεό.
3) Τρίτο ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι τό σῶμα μας εἶναι κομμάτι, μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Καί ἐρωτᾶ ὁ ἀπόστολος : «Ἄρα λοιπόν τά μέλη τοῦ Χριστοῦ θά τά κάμω μέλη πόρνης». Ὄχι ἀπαντᾶ. Ποῖος δέν θά φρίξει ἀπό τόν φόβο του ἀκούγοντας τόν λόγον αὐτόν: τό νά ἀποσπάσω δηλ. ἐγώ ἀπό τόν Χριστό τά μέλη του, καί νά τά κάνω μέλη τῆς πόρνης, νά τά χρησιμοποιήσω γιά τήν ἀκολασία; Εἶναι φοβερό καί νά τό σκέφτεται κανείς ὄχι νά τό ἐπιχειρεῖ. Γι’ αὐτό καταδικάζουν μόνοι τους τόν ἑαυτό τους σέ βαριές ποινές καί συνέπειες ὅσοι ἀπερίσκεπτα δέν ἀγωνίζονται κατά τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας.
Καί ἀκόμα ὁ ἀπόστολος μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι τό σῶμα μας εἶναι κατοικία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό θά πρέπει νά εἶναι καθαρό ἀπό κάθε ἁμαρτωλή ἐπιθυμία. Ὅπως ἡ Παναγία ἦταν ἄσπιλη καί ἀμόλυντη γιά νά κατοικήσει σ’ Αὐτήν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔτσι κι ἐμεῖς ὀφείλουμε νά διατηροῦμε ἄσπιλο καί ἀμόλυντο τό ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
4) Καί τό τελευταῖο ἀποστολικό ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι τά σώματα πού ἔχουμε ἀπό τόν Θεό δέν μᾶς ἀνήκουν, δέν εἶναι δικά μας γιά νά τά μεταχειριζόμαστε ὅπως θέλουμε, ἀλλά ἀνήκουν στόν Θεό. Πρέπει λοιπόν νά διαφυλαχθοῦν καθαρά καί νά ἀποδοθοῦν στό Θεό, χωρίς νά δεσμεύονται ἀπό τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη: «Οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε τιμῆς».
Τά σώματά μας, ἀγαπητοί μου, ἀνήκουν στό Χριστό. Αὐτός, μέ τό πολύτιμο καί πανάγιο αἷμα Του πού ἔχυσε πάνω στό σταυρό τά ἀγόρασε καί τά ἐλευθέρωσε ἀπό τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ θανάτου. Ἄς θυμηθοῦμε αὐτά πού ψάλλουμε μπροστά στό σταυρό τοῦ Κυρίου μας, τήν Μ. Παρασκευή «ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου, τῷ τιμίῳ Σου αἵματι». Σοῦ ἀνήκουμε, λέμε μέ κλάματα μπροστά στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Σοῦ ἀνήκουμε Κύριε, γιατί μᾶς ἀγόρασες ἀπό τήν ἁμαρτία. Πλήρωσες σύ ὁ ἀναμάρτητος γιά μᾶς.
Νά ἀκόμα ἕνας λόγος τόν ὁποῖο ὁ χριστιανός πρέπει νά ἀποφεύγει τήν πορνεία.
Ἀδελφοί μου.
Μέ τήν πορνεία ὁ ἄνθρωπος καταστρέφεται. Μέ τήν ἐγκράτεια σώζεται. Μέ τήν πορνεία δοξάζεται ὁ διάβολος. Μέ τήν ἐγκράτεια καί τήν σωφροσύνη δοξάζεται ὁ Θεός.
Γι’ αὐτό προτρέπει ὁ ἀπόστολος τούς χριστιανούς:
«Δοξάσατε τόν Θεόν φυλάσσοντας τό σῶμα σας καθαρό καί ἅγιο ἀπό κάθε ἁμαρτία. Δοξάσατε τόν Θεό φυλάσσοντας καθαρή τήν διάνοια σας ἀπό λογισμούς πορνείας καί ἀκαθαρσίας. Γιατί καί τά δύο καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀνήκουν στόν Θεό καί ὄχι στό διάβολο γιά νά τά μολύνει μέ τήν ἁμαρτία».  

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ «ΟΤΙ ΟΥΤΟΣ Ο ΥΙΟΣ ΜΟΥ ΝΕΚΡΟΣ ΗΝ ΚΑΙ ΑΝΕΖΗΣΕ ΚΑΙ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΗΝ ΚΑΙ ΕΥΡΕΘΗ» ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΛΕΡΟΥ, ΚΑΛΥΜΝΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΥΠΑΛΑΙΑΣ κ.κ. ΠΑΙΣΙΟΥ


  
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Ωραία και άκρως συγκινητική η σημερινή ευαγγελική περικοπή του Ασώτου υιού. Με την συγκινητική αυτή  παραβολή ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται να μας διδάξει ότι τα πάθη φέρνουν τον άνθρωπο μακριά από την θερμουργό αγκαλιά του Θεού Πατέρα.
Ο Θεός Πατέρας έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα αυτού και ομοίωση και τον έθεσε κυρίαρχο του Παραδείσου της τρυφής· δυστυχώς όμως ο άνθρωπος, «φθόνω διαβόλου απατηθείς της βρώσεως μετέσχε, των εντολών σου παραβάτης γεγονώς», βρέθηκε μακριά από την αγάπη και την Πατρική στοργή.
Αυτή η απομάκρυνση επέφερε τον σωματικό θάνατο, δηλαδή τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα: «διό πάλιν εις γήν εξ ης ελήφθη, κατεδίκασας επιστρέφειν», αλλά και το κυριότερο και θλιβερότερο, τον πνευματικό θάνατο, πού είναι ο χωρισμός του ανθρώπου  από τον Θεό.
Αυτή την  επανένωση του ανθρώπου με τον Θεό  Πατέρα εκουσίως ανέλαβε να την ενεργήσει ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο Οποίος έγινε άνθρωπος δια να ενώσει τον άνθρωπο με τον Θεό και να επαναφέρει τον άνθρωπο στην αρχαία μακαριότητα.
Χαρακτηριστική αλλά και επίκαιρος είναι η σημερινή παραβολή του ασώτου υιού. Ο άσωτος ζητώντας την ευτυχία του στις ηδονές και απολαύσεις αυτής της πρόσκαιρης και μάταιης ζωής εγκαταλείπει την πατρική εστία και  τις  πατρικές νουθεσίες, αξίες  και εντολές, και,  «απεδήμησεν εις χώραν μακράν».
Εκεί με το να ζεί άσωτη ζωή, συντρίβει τις πνευματικές και ηθικές δυνάμεις του με τα πάθη, και ενώ ζητούσε να βρεί την ευτυχία  μέσα στην άσωτη και όλως ξένη σε αυτόν κοινωνία, δυστυχώς περιέπεσε στην δυστυχία, την αθλιότητα, στην υλική και πνευματική πείνα και  φτώχεια. Να σε οποία αθλία κατάσταση περιήλθε ο ταλαίπωρος αυτός  νέος. Ενώ ήταν παιδί πλουσίου Πατέρα κατέληξε στο τέλος να γίνει χοιροβοσκός και τούτο ένεκα της αφροσύνης  του γιατί νόμισε ότι  είναι σε θέση  μόνος του να  ζήσει χωρίς  της   Πατρική επέμβαση.
Πολύ ορθά, λέγει ο  Προφητάναξ  Δαβίδ, «πάντες οι μακρύνοτες εαυτούς από σου, Κύριε, απολούνται, οι δε εκζητούντες σε ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού». Η δυστυχία, η αθλιότητα, η υλική και πνευματική πείνα, όλα αυτά γενούν την αμαρτία, και τα «οψώνια της αμαρτίας θάνατος εστίν», θάνατος πνευματικός.
Τα πάθη είναι οι σφοδρές επιθυμίες και αμαρτωλές  πράξεις του ανθρώπου, οι οποίες κυριεύουν και αιχμαλωτίζουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να βρίσκεται εκτός εαυτού.Τα πάθη, τα οποία κυριαρχούν τον άνθρωπο, και μάλιστα  τον νέο άνθρωπο, είναι πολλά και ποικίλα· φοβερά και όλως καταστρεπτικά.
Ο εγωισμός, ο φθόνος, η κενοδοξία, η οργή, το μίσος, η φιλοχρηματία, ο αθέμιτος πλουτισμός· πάντα ταύτα φθείρουν τον άνθρωπο και τον καθιστούν δούλο και ηθικά νεκρό, ως τον άσωτο υιό. «Ο ποιών την αμαρτίαν», λέγει Κύριος, «δούλος εστί της αμαρτίας».
Ο δούλος των παθών είναι τυφλός, δεν βλέπει τον ίσιο δρόμο, ο οποίος αν και είναι επίπονος στην αρχή, οδηγεί όμως τελικά τον άνθρωπο στο φώς, την ζωή, την αλήθεια, που είναι ο Χριστός.
Τα πάθη της αμαρτίας είναι φοβεροί τύραννοι και όλως απαίσιοι, οι οποίοι υποδουλώνουν το σώμα και την ψυχή μας και μας καθιστούν χειρότερους από τα άλογα ζώα και μας οδηγούν στην αθλιότητα, στην καταστροφή, στον πνευματικό θάνατο.
Πολλοί, δυστυχώς και από εμάς τους χριστιανούς,  δεν κάνουμε καλή χρήση της ελευθερίας που μας δώρισε ο Πλάστης και Δημιουργός μας, αλλά επιζητούμε πολλάκις απελευθέρωση, από τους νόμους και τους κανόνας τους οποίους έθεσε ο θεάνθρωπος Ιησούς και δίδαξαν οι θεηγόροι  απόστολοι και οι θεοφόροι της Εκκλησίας μας Πατέρες, και ζούμε ζωή ακατάστατη, ζωή  αμαρτωλή.
Ο άσωτος υιός «νεκρός ην και  ενέζησε  και απολωλός ήν και  ευρέθη». Νεκρός  ήταν σωματικά και  ηθικά, και εις εαυτόν ελθών» με  ειλικρινή  μετάνοια ανασταίνεται πνευματικά και ενδύεται παρά του  αγαθού Θεού  Πατρός καθαρή  την πρώτη  στολή.Ο άσωτος υιός, αφού διέρρηξε τους πατρικούς χαλινούς, βρέθηκε μακριά της πατρικής εστίας και έζησε άσωτο ζωή· και αφού  πείνασε, δίψασε, τα πάντα έχασε, τότε  μέσα στην δυστυχία του σκέφτηκε ξανά  τον πατέρα του, ήλθε σε επίγνωση των πράξεών του,  τότε σκέφτηκε τον  Πατέρα του, μετανόησε για το τι έκαμε,  ξαναγύρισε στην πατρική  εστία, στην  πατρική  αγκαλιά την πατρική.
Αγαπητοί μου, νέοι  και νέες, προσέχετε  προς Θεού, μη παρασύρεστε από τις σειρήνες του κόσμου του αιώνος τούτου, μη παρασύρεστε από τα φαινομενικά θέλγητρα της παγκοσμιοποιη-μένης αυτής εποχής, των απατηλών εξελίξεων· και  ας παραμείνει η αγνή ψυχή σας καθαρή, μακριά από τά οψώνια της αμαρτίας.
Τα πράγματα δυστυχώς όμως μαρτυρούν την αλήθεια, πόσοι και πόσοι νέοι και νέες και σήμερα βρίσκονται στην  πρότερη οικτρά  κατάσταση  του ασώτου υιού, και περιφέρονται, τοις δε  κακείσε, μη γνωρίζοντες πολλάκις τι θέλουν, τι επιζητούν, κακουχούμενοι και υστερούμενοι, των  αγαθών της ευγενούς και ωραίας αυτής  ζωής.
Η θεϊκή και φιλόστοργος αγκαλιά του Θεού Πατέρα αναμένει όλους, τους  νέους και όλες  τις νέες, ως τον άσωτο υιό, να σας αγκαλιάσει, να σας ζεστάνει από το αΐδιο και ανέσπερο Θαβώρειο φως και να σας περιλούσει με το Πανάγιο Πνεύμα, «το εκ του Πατρός εκπορευόμενον και εν Υιώ αναπαύμενον».
Και τότε, όλοι με καθαρή  την καρδιά, από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος, θα ακούσουμε, ως ο άσωτος υιός, παρά του Παντάνακτος Θεού την φωνή Του την λέγουσα: «ούτος ο υιός μου νεκρός ήν και ανέζησε, αμαρτωλός ήν και ευρέθη». ΑΜΗΝ. 
Ο Λ.Κ.Α.Π.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (ΛΟΥΚΑ ΙΕ΄ 11-32) Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
(ΛΟΥΚΑ ΙΕ΄ 11-32)


Μόνο εάν διαθέτει κανείς πέτρινη καρδιά δεν συγκινείται από την ευαγγελική περικοπή του Ασώτου υιού. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, με την απαράμιλλη θεόπνευστη γραφίδα του, μέσα στο ιερό κείμενο συμπυκνώνει και περιγράφει όλο το Ευαγγελικό μήνυμα.
Ο Άσωτος έζησε ακραίες καταστάσεις. Από την μια την ευλογία του σπιτιού, που όμως δεν είχε εκτιμήσει, παρά όταν το έχασε και το στερήθηκε, και από την άλλη την πίκρα της ξενιτείας που φέρνει η απομάκρυνση από τον «οίκον του Πατρός». Από την μια βίωσε την κακία των «φίλων», την αγριότητα και την βρωμιά των γουρουνιών μαζί με την βασανιστική πείνα, και από την άλλη, αφού πρώτα «εις εαυτόν ελθών» και αφού έλαβε την σωτήρια απόφαση «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», απόλαυσε την αμέριστη και γλυκιά συγχωρητική πατρική αγάπη. Την αγάπη δηλ. αυτή που λησμονεί τα πάντα, αμέσως μετά την οριστική επιστροφή και που κάνει τα πάντα, ώστε ο υιός να αποκατασταθεί στην δόξα της υιοθεσίας ως πραγματικό και γνήσιο τέκνο. Βίωσε δηλ. και τελειώθηκε στην «φυσιολογική» κατάσταση για την οποία και δημιουργήθηκε εξ’ αρχής ο άνθρωπος. Την αγάπη και την δόξα του Θεού!
Αλλ’ αδελφοί μου, αυτή την σωτήρια απόφαση της επιστροφής στο σπίτι του πατέρα, δεν την είχε ανάγκη μόνο εκείνος ο Άσωτος. Την έχουμε ανάγκη εμείς κι εμείς οι ίδιοι, διότι δεν είμαστε τίποτε άλλο, παρά άσωτοι. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Εάν τώρα, δεν έχουμε συναισθανθεί αυτή την πραγματικότητα, τότε η κατάσταση, ομολογουμένως, είναι περισσότερο τραγική απ΄όσο την φανταζόμαστε.
Βεβαίως, θα ισχυριστεί τώρα ενδεχομένως κανείς, ότι εμείς δεν πειράξαμε την περιουσία του πατέρα μας και δεν την δαπανήσαμε «ζώντας ασώτως». Αλλά, μόνο αυτό είναι ασωτία αγαπητοί; Μόνο τα τέκνα των πλουσίων έχουν την «δυνατότητα» να ζουν ασώτως; Ή μόνο στην υλική περιουσία μπορεί να τεθεί λόγος περί ασωτίας; Ένας κατά κόσμο πτωχός, δεν μπορεί να είναι άσωτος υιός; Και φυσικά μπορεί και παραμπορεί, και μάλιστα όταν επεκταθούμε στον λόγο του Θεού που αναφέρεται στα ψυχικά και πνευματικά πλούτη που έχει ο άνθρωπος διά των δωρεών και των ταλάντων που του έχουν χαριστεί, τότε φίλοι μου θα πρέπει εν ταπεινώσει και εκ μέσης καρδίας να αναφωνήσουμε «τις καθαρός από ρύπου»;
Ναι, το μόνο βέβαιο είναι ότι όλοι μας, είτε συνειδητά, είτε ασυνείδητα αρπάζουμε ως άσωτοι «το επιβάλλον μέρος της ουσίας» δηλ. ό,τι η αγαθότης του Θεού μας έχει δωρίσει και «φεύγουμε  εις χώραν μακράν». Μακριά από το θέλημα του Θεού, έστω και αν δεν φύγουμε ποτέ από την οικία του σπιτιού μας. Και είθε να το κατανοήσουμε αυτό, όσο το δυνατόν συντομότερα, ειδάλλως κινδυνεύουμε να έχουμε ακόμα χειρότερο κατάντημα. Να φτάσουμε δηλ. στο βάραθρο του πρεσβυτέρου υιού και να βιώνουμε την καταραμένη υπερηφάνεια και τον πλεγματικό εγωϊσμό των δήθεν τέκνων του Θεού, με ξεχειλισμένη την καρδιά από την ύλη της κακίας, η οποία τελικώς είναι και η χειρότερη μορφή ασωτίας.
Δεν χρειάζεται και πολύ να προσπαθήσουμε. Λίγο εάν εστιάσουμε τον φακό της συνειδήσεώς μας σ’ αυτή την καθημερινότητα, θα επισημάνουμε με μεγάλη ευκολία εκείνα τα παραστρατήματα, που αρκετές φορές υποσυνείδητα, δίχως καλά-καλά να το εννοήσουμε, μας απομακρύνουν από την αγάπη του Θεού. Μας φέρνουν ισχυρούς κραδασμούς και έχουμε το αίσθημα ότι οι σχέσεις μας μαζί Του, δεν είναι αυτές που θα έπρεπε. Όλοι λίγο έως πολύ, εάν προσέξουμε θα αισθανθούμε την δυσωδία των χοίρων (=των παθών και των δαιμόνων) και ως ζωντανοί οργανισμοί (=συνείδηση), θα αηδιάσουμε με τον εαυτόν μας και με την εκούσια εργασία μας στο χοιροστάσιο. Αλλά περισσότερο ακόμα θα οικτίρουμε τον εαυτόν μας διότι κάποιες φορές, αφήνουμε τον «μόσχο τον σιτευτό» και τρέχουμε να γευθούμε από τα ξυλοκέρατα των γουρουνιών δηλ. της αμαρτίας. Όντως, περισσότερο αηδιαστική περιγραφή δεν μπορεί να υπάρξει για το «πριγκιπόπουλο» του ουρανού που καταντά αιχμάλωτο στα νύχια του εχθρού και έρμαιο στην ανυπόφορη ατμόσφαιρα των ποικίλων παθών!
Είναι λοιπόν παραπάνω από βέβαιο ότι όλοι αισθανόμαστε την ανάγκη της επιστροφής προς αυτόν τον Πατέρα μας. Δεν έχει και τόση σημασία εάν το ομολογούμε ή όχι. Το γεγονός είναι ότι η ψυχή μας έχει απόλυτη ανάγκη την αποκατάσταση των ομαλών και ευλογημένων σχέσεων με τον στοργικό μας Πατέρα. Τον Κύριό μας και Θεό μας.
Όσο κι αν ορισμένοι δεν θέλουν να το παραδεχτούν (διότι ίσως ακόμα αντέχουν τη δυσωδία των αγριόχοιρων), όλοι μας, στο βάθος του είναι μας, νοσταλγούμε όσο ο,τιδήποτε άλλο, τον όμορφο και ζεστό και ευωδιαστό και κυρίως φωτεινό πατρικό μας οίκο. Απαξάπαντες έχουμε ανάγκη της «συμφωνίας και των χορών»! Και τούτο, ξέρετε, φίλοι μου, σε καμμία των περιπτώσεων δεν αποτελεί πολυτέλεια και «περιττά έξοδα». Η όμορφη Θεϊκή ατμόσφαιρα, είναι η μόνη φυσιολογική ατμόσφαιρα για τον άνθρωπο (και για το σώμα και την ψυχή). Είναι εκ των ων ουκ άνευ η ατμόσφαιρα του πατρικού μας σπιτιού, τόσο για την ίδια την ζωή μας, όσο και για την ψυχική μας ισορροπία. Ακριβώς αυτή η «στολή η πρώτη» και αυτός ο «μόσχος ο σιτευτός» είναι τα μόνα που μας προσφέρουν την ζωή που ποθούμε, δηλ. τη ζωή του Χριστού! Το δε «δακτύλιον εις την χείρα» αποτελεί τον αναγκαίο αρραβώνα της Βασιλείας των Ουρανών, που οπωσδήποτε θα πρέπει να κατέχουμε. Και τα «υποδήματα εις τους πόδας» τι είναι; Τα υποδήματα αυτά φανερώνουν την διάθεση που πρέπει να έχει ο μετανοημένος υιός στο να προσφέρει αγάπη και μήνυμα ειρήνης και αποκαταστάσεως στους πρώην και γιατί όχι και νυν «ασώτους υιούς»! Ποιος άλλος, αλήθεια, μπορεί να προσφέρει τέτοιο και τόσο πλουτισμό και αυτή την δόξα στον άσωτο, παρά ο ίδιος ο Πατέρας;
Όσο και αν ακούγεται υπερβολικό το «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», ο λόγος είναι αποκαλυπτικός και κάτι που, όχι μόνο επιβάλλεται όλο και συχνότερα να το σκεπτόμαστε, αλλά θα πρέπει να το κάνουμε ύμνο και τραγούδι! Να γίνει το άσμα που συνειδητά και υποσυνείδητα θα το μελωδεί η καρδιά μας και θα το συνοδεύει η κιθάρα των αγαθών λόγων και των ευλογημένων έργων. Δηλ. των έργων εκείνων που αποδεικνύουν την έμπρακτη μετάνοια. Και έμπρακτη μετάνοια, φυσικά είναι να επιστρέψουμε όχι από διαφορετικό, αλλά από τον ίδιο δρόμο από τον οποίον ανοήτως φύγαμε. Από τον ίδιο ακριβώς δρόμο, διότι εκεί καρτερικά μας περιμένει ο Πατέρας και λαχταρά την ευλογημένη στιγμή που θα πέσουμε στα πόδια του λέγοντας το «Πάτερ ήμαρτον» (μέσω του πνευματικού μας), και κυρίως που ο ίδιος θα πέσει (διά της συγχωρητικής ευχής του πνευματικού μας) «επί τον τράχηλον ημών»!
Αδελφοί μου, ο δρόμος είναι πλέον ορθάνοιχτος. Ουδένα κοπάδι αγριόχοιρων (δαιμόνων) και ουδεμία παρέα (φίλων) δύνανται να φράξουν την σωτήρια επιστροφή μας. Τα τυχόν εμπόδια που ίσως υπολογίζουμε, βρίσκονται κυρίως στον χώρο της φαντασίας μας. Ο Θεόπνευστος λόγος ηχεί ως αποκαλυπτική σάλπιγγα στα ώτα όλων ημών των συγχρόνων ασώτων υιών. Μη φοβού, «εγώ έμπροσθέν σου πορεύσομαι και όρη ομαλιώ, θύρας χαλκάς συντρίψω» (Ησαίας ΜΕ’ 2).
Οπωσδήποτε κάθε φορά, αλλά κυρίως τώρα, την ευλογημένη περίοδο του Τριωδίου, περίοδο περισυλλογής και εσωτερικής καθάρσεως και ειλικρινούς εξομολογήσεως, ας κάνουμε την ευλογημένη κίνηση της αγαπητικής επιστροφής μας προς τον Πατέρα.
Τα πάντα είναι έτοιμα και με λαχτάρα μας περιμένουν. Αρκεί να πούμε το ναι και να συντονίσουμε τα βήματά μας, στους χτύπους της αγάπης του Θεού.
Και ας μη λησμονούμε.
Άγιος, δεν είναι ο αναμάρτητος, αλλ’ αυτός που αγωνίζεται.
Ο «πίπτων και εγειρόμενος».
Αυτός που πέφτει χίλιες φορές, αλλά σηκώνεται χίλιες-μία.
Αυτός που τελικά βιώνει το «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου».
Αμήν.               
                       

π. Ιωήλ
Κόνιτσα.
Email: p.ioil@freemail.gr

Εμφάνιση του Αγίου Βλασίου του εξ Σκλαβαίνων στο γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη



Γέροντας Παΐσιος ο ΑγιορείτηςΟ Αρχιμανδρίτης π. Αυγουστίνος Κατσαμπίρης είχε επανειλημμένως παρακαλέσει τον Γέροντα να προσευχηθεί για να του εμφανιστεί ο νεοφανής Άγιος Βλάσιος ο εκ Σκλαβαίνων. Επιθυμούσε να γνωρίσει τα χαρακτηριστικά του για να τον αγιογραφήσουν.

Ήταν η 21η Ιανουαρίου 1980, Κυριακή του Ασώτου, προς Δευτέρα. Ο γέροντας ενώ προσευχόταν το βράδυ στο Κελλί του με κομποσχοίνι, βλέπει να παρουσιάζεται μπροστά του μέσα σε φως ένας Άγιος άγνωστος που φορούσε μανδύα καλογερικό. Δίπλα του στον τοίχο του Κελλιού του, πάνω από την σόμπα φαίνονταν ερείπια Μοναστηριού. Αισθανόταν απερίγραπτη χαρά και αγαλλίαση και σκεφτόταν «ποιος Άγιος είναι;». Τότε άκουσε φωνή από την Εκκλησία: «Είναι ο Άγιος Βλάσιος από τα Σκλάβαινα».1

Από ευγνωμοσύνη, για να ευχαριστήσει τον Άγιο για την τιμή που του έκανε, μετέβη στα Σκλάβαινα και προσκύνησε τα χαριτόβρυτα Λείψανα του. Ανταπέδωσε τρόπον τινά την επίσκεψη. Ο Γέροντας έδειξε μάλιστα από μακριά και το μέρος όπου παλιότερα ήταν κτισμένο το Μοναστήρι του Αγίου, επειδή νύχτωνε και δεν είχε χρόνο να πάει επί τόπου.

Αναφέρει ο κ. Απόστολος Παπαχρήστου: «Την εικοστή Μαΐου 1980 ο Γέροντας ήρθε στο σπίτι μου στο Αγρίνιο, με σκοπό να μεταβεί στα Σκλάβαινα Ξυρομέρου και να προσκυνήσει τα ιερά Λείψανα του Αγίου Βλασίου του εν Σκλαβαίνοις, μετά από αποκάλυψη του Αγίου στο Κελλί του. Έμεινε ένα βράδυ στο σπίτι μας και παρ’ ότι του στρώσαμε καθαρά λευκά σεντόνια, ο Γέροντας τα άφησε τελείως άθικτα. Όταν πήγε στα Σκλάβαινα, προσκύνησε με στρωτές μετάνοιες τον Άγιο και δίδαξε όλους γύρω του».

Ακολούθως ο Γέροντας παρήγγειλε την εικόνα του Αγίου Βλασίου στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στο Κορωπί Αττικής, αφού περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του Αγίου στην αγιογράφο μοναχή. Όταν έλαβε την εικόνα αναπαύθηκε, διότι απέδιδε ακριβώς τον Άγιο. «Φαίνεται ότι η αδελφή είχε ευλάβεια και την έκαμε με προσευχή και νηστεία», είπε.

Κάθε έτος, τιμούσε την μνήμη του Αγίου Βλασίου με αγρυπνία μόνος του στο Κελλί του. Τον εόρταζε, όχι στις 11 Φεβρουαρίου, που επικράτησε να εορτάζεται η μνήμη του, αλλά στις 19 Δεκεμβρίου, την ημέρα που μαρτύρησε.

1. Βλ. και Αρχιμ. Αυγουστίνου Κατσαμπίρη, «Ο Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος ο Ακαρνάν», Αθήναι 1990, σ. 52 – 55. Εσφαλμένως αναφέρεται ότι η εμφάνιση του Αγίου έγινε το έτος 1979, αντί του ορθού 1980, ενώ η ημερομηνία αναφέρεται με το νέο ημερολόγιο (3 Φεβρουαρίου).
Πηγή: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου, Ιερομονάχου Ισαάκ, Άγιο Όρος, 2004, σελ. 286-287

Περίοδος Τριωδίου- σκέψεις


Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος (Πρωτοσύγκελλος Ἱ. Μ. Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης)

…Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος κι ἡ κόλαση εἶναι ἐδῶ…
(λαϊκὸ τραγούδι)

(ἢ …ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ κατσίκια...)
(Τὸ εὐαγγέλιο)

Πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ παλαιότερα καὶ τώρα, ἀρνούμενοι μιὰ μεταφυσικὴ ἐκδοχὴ συνέχισης τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου σὲ κατάσταση Παραδείσου (τέλεια εὐδαιμονία) ἢ σὲ κατάσταση κολάσεως (ταλαιπωρία ἀπόλυτης μόνιμης μοναξιᾶς) καὶ θέλοντας νὰ «γελάσουν» μὲ τὶς λαϊκότροπες χαλκογραφίες ποὺ παρίσταναν τὴν κόλαση σὰν ἕνα «τόπο» φωτιᾶς καὶ μαρτυρίων σωματικῶν καὶ τὸν Παράδεισο σὰν ἕνα «κῆπο» μὲ φρεσκοκουρεμένο γκαζὸν γεμάτο ὄμορφα λουλούδια στὸν ὁποῖον περιδιάβαιναν ἀργόσχολοι χαζούληδες γεμάτοι...ἀρετές, ἰσχυρίζονται ὅτι τέτοια πράγματα εἶναι ἀνυπόστατα καὶ συνεπῶς «ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος κι ἡ κόλαση εἶναι ἐδῶ»!

Ἂς δοῦμε ὅμως… τὸ τραγούδι ἀναλυτικά!

Ὁ Χριστὸς στὸ 25ο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγελίου περιγράφει μὲ τρεῖς εἰκόνες τὴν σχέση τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό.

Στὴν εἰσαγωγικὴ καὶ πρώτη (κεφ. 25,1-13) μὲ τὴν γνωστὴ παραβολὴ τῶν Δέκα Παρθένων θέτει τὸ θέμα ὄχι τῆς θεωρητικῆς μόνον ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν συνάντηση μὲ τὸν Δημιουργὸ-Νυμφίο τους (ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου), ἀλλὰ καὶ τὸ θέμα τῆς οὐσιαστικῆς προετοιμασίας γι’ αὐτὴν τὴν συνάντηση (ἔλαιον...εἰς τὰ ἀγγεῖα). Δὲν φτάνει μόνον νὰ περιμένεις• χρειάζεται νὰ ἔχεις τὰ ἀναγκαῖα γι’ αὐτὴ τὴ συνάντηση, ὥστε νὰ μὴ ἀποδειχθεῖς...ἀνόητος (μωραὶ παρθένοι). Ἀρχικὴ λοιπὸν προϋπόθεση εἶναι νὰ εἶσαι στὴν ἑτοιμότητα τῆς ἀγάπης γιὰ μία...αἰφνίδια ἔκκληση-συνάντηση!

Στὴν δεύτερη εἰκόνα (κεφ. 25, 14-30) περιγράφεται τὸ μυστήριο τοῦ ἐκ Θεοῦ...γονιδιώματος, ἀφοῦ Αὐτὸς δίνει στὸν ἕνα «πέντε τάλαντα», στὸν δεύτερο «δύο τάλαντα» καὶ στὸν τρίτο «ἕνα τάλαντο». Κανεὶς δὲν ξέρει ἀπὸ ποῦ καὶ γιατί προέκυψαν σ’ αὐτὸν τὰ ὅποια προσόντα-τάλαντά του. Τὸ βάρος ἄλλωστε γιὰ τὸν Χριστὸ δὲν πέφτει στὸ πόσα ἔχεις ἀλλὰ στὸ τί τὰ κάνεις! Κι ἐδῶ ἔχουμε δύο στάσεις-ἀντιμετωπίσεις. Κάποιους ποὺ κοπιάζουν νὰ αὐξήσουν τὰ δοθέντα (τὰ πέντε-δέκα, τὰ δύο-τέσσερα) καὶ κάποιους ποὺ κλείνονται στὸν ἑαυτό τους καὶ θάβουν στὸ κλουβὶ τοῦ ἐγωϊσμοῦ τους τὴν δωρεά. Ἡ κατάληξη γιὰ τοὺς πρώτους εἶναι «εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου», ἐνῶ γιὰ τοὺς δεύτερους «τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον».

Καὶ ἐρχόμαστε στὴν καταληκτικὴ τρίτη εἰκόνα (κεφ. 25, 31-46) στὴν ὁποῖα τὸ πλαίσιο τῆς σχέσεως τίθεται δυναμικὰ καί... μονόπλευρα, «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» καὶ «ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ». Ὁ Χριστὸς ἔρχεται ὡς Ἥλιος ἀνατέλλων. Μία κίνηση ζωοποιοῦ δυναμισμοῦ ἀνεξάρτητου ἀπὸ τὶς ἐπιλογὲς καὶ ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κτισμάτων. Κάτω ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὸ φῶς τοῦ ἀληθινοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης Χριστοῦ «συναχθήσονται... πάντα τὰ ἔθνη».

Ὁ φυσικὸς ἥλιος μὲ τὴν παρουσία καὶ τὸ φῶς του ἀποσαφηνίζει ὅσα μέσα στὸ σκοτάδι ποὺ προηγεῖται εἶναι στὰ μυαλὰ καὶ στὰ μάτια πολλῶν ἀνθρώπων, σὲ μπέρδεμα καὶ παρανόηση. Καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ἔνδοξη παρουσία Του «ξεχωρίζει» τοὺς ἀνθρώπους «ὥσπερ ὁ ποιμὴν τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων». Δὲν φτιάχνει «πρόβατα» καὶ «ἐρίφια». Τὰ βρίσκει. Ἡ δική του παρουσία ἁπλῶς κάνει σαφῆ τὴν ποιοτική τους διαφορὰ καὶ αὐτὸ ποὺ μέχρι τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν σὲ σύγχυση, ἀσάφεια καὶ ἀνάμιξη (τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό, ὁ πόνος καὶ ἡ καλωσύνη, τὸ δάκρυ καὶ ἡ σκληρότητα, ὁ θάνατος καὶ ἡ εὐζωΐα γενικῶς τὸ σκάνδαλο τοῦ κόσμου μας) τώρα πλέον ἀποκτᾶ τὴν πραγματικὴ μόνιμη καὶ σαφῆ θέση του.

Αἰωνιότητα δὲν εἶναι κάτι• εἶναι ΚΑΠΟΙΟΣ. Εἶναι ὁ Χριστός. Ζωὴ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ μετὰ θάνατον ζωὴ εἶναι ἡ σχέση μαζί Του. Ὅμως ὑπάρχει σχέση ἀγάπης ἐξ ὁμοιότητος καὶ σχέση ἀπέχθειας ἀπὸ φιλαυτία. Ἐκεῖνος ἀγαπᾶ ὅλους μονίμως καὶ διαρκῶς μὲ τὴν ἴδια ἔνταση. Στὸ ἴδιο μέτρο καὶ τὴν Παναγία καὶ τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἡ ποιότητα τῆς σχέσης μας μαζί Του, ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς. Ἑξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θυσία μας νὰ ἀποκτήσουμε «ἔλαιον» στὰ ἀγγεῖα τῆς ὕπαρξής μας. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν κόπο μας νὰ διπλασιάσουμε τὸ «τάλαντο» ποὺ μᾶς ἔδωσε. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἀποκτήσαμε δουλεύοντας τὶς ἀρετὲς ποὺ μᾶς ὑπέδειξε τὸ θέλημά Του ὥστε νὰ ἔχουμε «μάθει» νὰ ἀγαπᾶμε. Ἐκεῖνος εἶναι ἀγάπη. Ἐμεῖς μιμούμενοι τὸν τρόπο καὶ τὶς ἐντολὲς Του ἀποκτᾶμε ἀγάπη καὶ ἔτσι Τοῦ μοιάζουμε. Γινόμαστε παιδιά Του. Ἡ συνάντησή μας μαζί Του εἶναι χαρὰ «ἀνεννόητος» (ποὺ δὲν τὴν χωράει, δηλαδή, ἀνθρώπινο μυαλό). Γίνεται ἡ σχέση Παράδεισος. Ὅμως ὅλος αὐτὸς ὁ κόπος ξεκινάει ἀπὸ ἐδῶ. «Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος...».

Καὶ στὶς δύο κατηγορίες-τοποθετήσεις τῶν ἀνθρώπων ὁ Χριστὸς ἀπευθύνει τὸ ἴδιο «ἐρωτηματολόγιο»: Νοιάστηκες τὸν πεινασμένο καὶ τὸν διψασμένο; Τὸν ξένο; Τὸν μετανάστη; Τὸν γυμνό; Τὸν ἄρρωστο; Τὸν φυλακισμένο; Στὰ πρόσωπα ὅλων αὐτῶν ὁ Χριστὸς «ταυτοποίησε» τὸν ἑαυτό Του. Ὅσοι εἶχαν δουλέψει στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν (νηστεία-ἐγκράτεια, ὄχι ὡς καταξιωτικὰ κατορθώματα ἀλλὰ ὡς τρόπο ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν φιλαυτία μετὰ τὰ ὁποῖα ἡ προσευχὴ γίνεται σχέση μετοχῆς στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ), εἶχαν βγεῖ στὴν ἁπλωσιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ εἶχαν ἀποκτήσει ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη• ἀνταποκρίθηκαν στὸ «ἐρωτηματολόγιο» τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν εὐτυχία καὶ τὴν χαρὰ τῆς συνάντησης μὲ γνώριμο πρόσωπο. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἔγινε αἰώνια καὶ μόνιμη πηγὴ αὔξουσας εὐτυχίας. Τὸ φῶς δὲν χορταίνεται!

Ὅσοι κλείστηκαν στὴν αὐταπάτη τῆς ἐγωιστικῆς ἰδιοτελοῦς ἀγάπης γιὰ νὰ μὴ χάσουν καὶ θυσιάσουν καὶ κουραστοῦν, αὐτὴ ἡ αὐτοερωτικὴ τους τοποθέτηση τοὺς ἔκανε νὰ μὴ μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν Σταυρικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀντίθετα, ἡ παρουσία Του τοὺς ἐνοχλεῖ γιατί τὸν φαντάζονται καὶ Αὐτὸν ὡς κάποιον ποὺ κλέβει τὴν...στάχτη τῆς σβησμένης καὶ κρύας ἀγάπης τους γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Καὶ ἔτσι γίνεται γι’ αὐτοὺς ὁ Χριστὸς «ἀνέκφραστος ὀδύνη»! Κόλαση ἄπειρες φορὲς χειρότερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἡ ἀφέλεια τῶν λαϊκῶν λιθογραφιῶν περιέγραφε μὲ εἰκόνες φωτιᾶς καὶ δυσωδίας. Τὸ «πῦρ τὸ ἐξώτερον» γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει τὸ εὐαγγέλιο, εἶναι «φωτιὰ» ὑπαρξιακῆς αἰώνιας ταλαιπωρίας στὸν ἐγκλεισμὸ τῆς ἀπόλυτης μόνιμης μοναξιᾶς, ὅπως εἴπαμε, δὲν εἶναι… φοῦρνος. Ὅταν ὁ ἄλλος γιὰ μᾶς δὲν εἶναι παρὰ ἐκμεταλλεύσιμη εὐκαιρία (ἐπαγγελματικά, ἐρωτικά, κοινωνικὰ) τότε ἔχουμε πάρει τὸν δρόμο γιά... τὴν Κόλαση. Ὅπως ὁ Παράδεισος ἔτσι καὶ ἡ κόλαση, «εἶναι ἐδῶ»!

Κάθε πρωὶ βγαίνει ὁ ἥλιος γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἂν ἐγὼ ὅμως καταστρέψω τὰ μάτια μου μὲ τὰ χέρια μου, τὸ ὅτι δὲν θὰ τὸν βλέπω ἀκόμα καὶ ὅταν βγεῖ, παρὰ μόνον ὡς σκοτάδι, δὲν εἶναι ρύθμιση Ἐκείνου ἀλλὰ δική μου ἐπιλογή.

Ἡ ἁμαρτία καταστρέφει τὴν δυνατότητα μετοχῆς στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ διὰ τῆς ἁμαρτίας (ψυχικῆς ἢ σωματικῆς) ἐγκλωβιζόμαστε στὸν ἑαυτό μας. Ἡ ἁμαρτία δὲν εἶναι φόβος γιὰ ἡλικιωμένους μπροστὰ στὸ ἄγνωστο τοῦ θανάτου, ἀλλὰ ὑπαρξιακὴ ἀναπηρία ποὺ στερεῖ τὴν δυνατότητα ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο νὰ μπορεῖ νὰ γευτεῖ τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου.

Πλέον πρέπει νὰ διορθώσουμε τὸ λαϊκὸ τραγούδι: «Ἐδῶ ἀρχίζει ὁ Παράδεισος κι ἡ κόλαση ἐδῶ»! Ὁ Χριστὸς δὲν στέλνει κανένα στὴν κόλαση. Μόνοι μας διαλέγουμε νὰ ζήσουμε μακριά Του.


Ἀδελφοί μου,

Ἂς κάνουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά Του (ποὺ ἐμᾶς...ἑξασφαλίζει) κέντρο καὶ τρόπο τῆς ζωῆς μας.

Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ «καβούκι» τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ νὰ μάθουμε νὰ ἀγαπᾶμε.

Ἂς χαροῦμε μὲ τὴν μεγαλειώδη προοπτική τῆς συνάντησης μαζί Του. Βραχυπρόθεσμα στὸ Πάσχα ποὺ ἔρχεται. Μόνιμα, στὴν ἀγκαλιὰ Αὐτοῦ ὁ ὁποῖος εἶναι Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΖΩΝΤΩΝ.

Μὲ ἀγάπη καὶ εὐχὲς

ὁ ἐφημέριος σας

π. Θεοδόσιος

Αγια Θεοδωρα Η Βασιλισσα (815 - 867)


Θεοδώραν Ἄνασσαν εὐσεβεστάτην,
Χριστὸς Βασιλεὺς ἀξιοῖ θείου στέφους.
Βιογραφία
Η Αγία Θεοδώρα, η βασίλισσα, γεννήθηκε στην Έβεσσα της Παφλαγονίας, το 815 μ.Χ., από ευσεβείς γονείς, τον δρουγγάριο Μαρίνο και την ενάρετη Θεοκτίστη που διακρινόταν για την ευλάβειά της και την προσήλωσή της στην ορθόδοξη πίστη. Η Αγία είχε τρεις άλλες αδελφές, τη Σοφία, της Μαρία και την Ειρήνη και δύο αδελφούς, τον Βάρδα και τον Πετρωνά. Το έτος 830 μ.Χ. νυμφεύθηκε τον αυτοκράτορα Θεόφιλο (829 - 842 μ.Χ.), ο οποίος ήταν εικονομάχος. Παρά το εικονομαχικό κλίμα που επικρατούσε, η Θεοδώρα εξακολουθούσε να τιμά τις ιερές εικόνες και να τις φυλάσσει κρυφά στα δώματά της. Η μητέρα της, Θεοκτίστη, εγκατέλειψε τα ανάκτορα και αποσύρθηκε σε γυναικεία μονή, την οποία η ίδια είχε ιδρύσει.

Το 842 μ.Χ. ο Θεόφιλος πέθανε και η Αγία Θεοδώρα ανέλαβε την βασιλεία και την εποπτεία του ανήλικου υιού της Μιχαήλ, με συνεπιτρόπους τον αδελφό της Βάρδα, τον εκ του πατέρα της θείου της, που ήταν μάγιστρος και τον λογοθέτη Θεόκτιστο. Η πρώτη ενέργεια ήταν η απομάκρυνση του εικονομάχου Πατριάρχου Ιωάννου και η εκλογή του Αγίου Μεθοδίου (τιμάται 14 Ιουνίου). Η Σύνοδος, που συνήλθε στις 11 Μαρτίου του 843 μ.Χ., αποφάσισε την αναστήλωση των Αγίων εικόνων και ανόρθωσε την διδασκαλία της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη ετελέσθη την Α' Κυριακή των Νηστειών, στο ναό της Αγίας Σοφίας, που από τότε καθιερώθηκε ως Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Αλλά εκτός από το ζήτημα των εικόνων, την Αγία Θεοδώρα απασχόλησαν και άλλοι ποικίλοι εσωτερικοί και εξωτερικοί περισπασμοί, όπως οι επιδρομές των Αράβων στη Σικελία και Μικρά Ασία, οι επαναστάσεις των Σλάβων της Πελοποννήσου και των Παυλιανιτών της Μικράς Ασίας, οι εκστρατείες κατά των Αράβων της Κρήτης, της Συρίας και της Αιγύπτου, και οι περιπλοκές με τον ηγεμόνα των Βουλγάρων Βόγορι, τον οποίο οδήγησε στην Ορθοδοξία. Έτσι, εμπιστεύτηκε την ανατροφή του υιού της στον αδελφό της Βάρδα, ο οποίος, με σκοπό το δικό του συμφέρον, ενθάρρυνε και ενίσχυε κάθε ροπή του νεαρού βασιλέως προς την ακολασία. Η δολοφονία του λογοθέτου Νεοκτίστου κατέστησε τον αδελφό της Αγίας πανίσχυρο, ώστε να περιφρονεί και να απειλεί και την ίδια.

Αργότερα, ο ίδιος ο υιός της Αγίας, Μιχαήλ, και ο αδελφός της Βάρδας, διέταξαν τον εγκλεισμό της, μαζί με τις θυγατέρες της Άννα, Θέκλα, Αναστασία, Μαρία και Πουλχερία, στη Μονή Γαστριών, στην περιοχή των Υψομαθείων και την κουρά της ως μοναχής. Εκεί η Αγία Θεοδώρα αφοσιώθηκε στην προσευχή και στην άσκηση. Κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη το έτος 867 μ.Χ., το δε ιερό λείψανό της φυλάσσεται με ευλάβεια στο ναό της Παναγίας Σπηλαιωτίσσης στην Κέρκυρα.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Δωρεῶν τῶν ἐνθέων οὖσα ἐπώνυμος, τὴν Ἐκκλησίαν φαιδρύνεις βασιλικαὶς δωρεαίς, ὡς θεόγλυπτος εἰκὼν θείας φρονήσεως, τῶν γὰρ Εἰκόνων τῶν σεπτῶν, τὴν τιμὴν ὡς σχετικήν, ἐτράνωσας Θεοδώρα, τῶν Βασιλίδων ἄκρατης, τῶν Ὀρθοδόξων ἐγκαλλώπισμα.




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα
Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα
Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα
Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα
Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα
Αγία Θεοδώρα η Βασίλισσα

Άγιος Βλάσιος ο ιερομάρτυρας εξ Ακαρνανίας


Άγιος Βλάσιος ο ιερομάρτυρας εξ Ακαρνανίας






Βιογραφία
Ο Άγιος Βλάσιος ήταν ηγούμενος ή εφυσυχάζων επίσκοπος στην Ιερά Μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου που βρίσκονταν στην περιοχή των Σκλαβαίνων – Ζαβέρδας νυν Παλαίρου Αιτωλοακαρνανίας. Ετελειώθει με μαρτυρικό θάνατο από Αγαρηνούς πειρατές μαζί με πέντε συμμοναστες του και πλήθος χριστιανών λαϊκών αντρών γυναικών και παιδιών που αποτελούσαν ποίμνιο του, για την πίστη τους στο Χριστό. Τον αποκεφάλισαν αφού προηγουμένως κάρφωσαν αργά στο σώμα του πέντε καρφιά. Στην συνέχεια οι δήμιοι του προσπάθησαν να κάψουν το σώμα του αλλά αυτό δεν κάηκε. Οι διασωθέντες χριστιανοί που έφτασαν στο σημείο έθαψαν τον Άγιο Βλάσιο χωριστά από τους πέντε συμμαρτυρίσαντες συνασκητές του, τους οποίους ενταφίασαν μαζί σε κοινό τάφο. Τους υπόλοιπους χριστιανούς τους έθαψαν φύρδην μύγδην σε μεγαλύτερο ομαδικό. Το μαρτύριο τους έλαβε χώρα την 19η Δεκεμβρίου ημέρα Κυριακή. Σε πέτρινη επιγραφή που βρέθηκε στο σημείο του τάφου του αναφέρονταν το έτος 1006 μ.Χ. η οποία πιθανώς να προσδιορίζει και τον χρόνο του μαρτυρίου του.

Σιγά σιγά χάνεται και σκεπάζεται από την λήθη του χρόνου το μαρτύριο και η ιστορικότητα του Αγίου Βλασίου και των συν αυτώ αλλά και όλων των γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα. Αγνοείται παντελώς η οντότητα του μεγάλου αυτού αγίου. Μόνο στις διηγήσεις της προφορικής παραδόσεως αναφέρεται η σφαγή που έλαβε χώρα, σε απροσδιόριστο παρελθοντικό χρόνο. Εκείθε και η ονομασία της περιοχής από Κιάφα σε «Σκλάβαινα» (περιοχή που υπέστη σκλαβια- αιχμαλωσία). Χάνεται κάθε ιστορική ή και μορφολογική ένδειξη της ύπαρξης του Αγίου για 900 και πλέον χρόνια. Όλα τα σκέπασε το σκότος της λησμονιάς. Αν και το όλο ιστορικό χάθηκε στα βάθη των αιώνων αν και τίποτα δεν καταμαρτυρούσε για τα γεγονότα των Σκλαβαίνων, αν και ο τόπος είχε αλλάξει ριζικά από μορφολογικής αλλά και πληθυσμιακής πλευράς, το θείο δώρο της Αγάπης του Θεού προς το σύγχρονο άνθρωπο αναδύεται ως θείο φως από το φάσμα των σκοτεινών 900 και πλέον χρόνων. Ευδοκείτε έτσι από το έτος 1915 μ.Χ. και εξής αρχίζουν να συμβαίνουν ανεξήγητα αλλά και θαυμαστά γεγονότα στην περιοχή των Σκλαβαίνων. Πολλοί από τους κατοίκους της περιοχής αρχίζουν να βλέπουν σε όνειρα κάποιον επιβλητικό και ιεροπρεπή ρασοφόρο, ο οποίος να τους έλεγε «Είμαι ο Άγιος Βλάσιος. Να σκάψετε στο σημείο αυτό και να βγάλετε τα λείψανα μου» και τους έδειχνε το συγκεκριμένο τόπο. Σημειωτέων ότι επί του σημείου του τάφου τίποτα δεν δήλωνε την ύπαρξη του. Πάνω από αυτό και εν αγνοία, είχαν κατασκευαστεί ποιμνιοστάσια και στάβλιζαν στο σημείο πρόβατα. Οι κάτοικοι μη μπορώντας να εξηγήσουν το γεγονός των εμφανίσεων αυτών του ιερέα, κατασκεύασαν ένα πέτρινο εικονοστάσι αφιερωμένο στον Άγιο Βλάσιο επίσκοπο Σεβαστείας (βλέπείδια ημέρα), στο σημείο που τους έδειχνε ο άγιος. Δεν επιχείρησαν όμως ποτέ να σκάψουν είτε από δυσπιστία είτε από τον φόβο της απογοήτευσης. Οι εμφανίσεις όμως του Αγίου άρχισαν να γίνονται πιο επίμονες και επιτακτικές με αποδέκτες πολλούς περισσότερους κατοίκους της περιοχής. Αλλά και πάλι δεν προχωρούσαν στο έργο της εκταφής του αγνώστου τάφου.

Κατά το έτος 1923 μ.Χ. ο Πανάγαθος Θεός ευδόκησε ώστε να δοξαστεί και επί της γης ο ένδοξος ιερομάρτυρας Του Βλάσιος. Και αυτό με την θαυμαστή δια ζώσης φανέρωση του, στην μακαριστή πλέον γερόντισσα Ευφροσύνη Κατσαρά. Μια απλή γνήσια και ευσεβή πολύτεκνη γυναίκα χήρα η οποία λάτρευε τον Θεό με την ίδια την ζωή της. Ήταν η νύκτα της 23η Αυγούστου του έτος 1923 μ.Χ. κατά την οποία η Ευφροσύνη φρόντιζε την ετοιμοθάνατη κόρη της η οποία έπασχε από τυφοειδή πυρετό. Ξαφνικά εν τω μέσω της νυκτός αφού ακούστηκε δυνατός κρότος άνοιξαν τα πορτοπαράθυρα της οικίας και εκτυφλωτικό φως εισήλθε εντός αυτής. Από υπερκόσμια αυτή λάμψη περιβάλλονταν κάποιος επιβλητικός ιερέας, ενδεδυμένος άπασα την ιερατική στολή ο οποίος κρατούσε στο χέρι ποιμαντική ράβδο. Τα χαρακτηριστικά του τα διέκρινε με κάθε λεπτομέρεια η γερόντισσα Ευφροσύνη ενώ η κόρης της αντιλαμβάνονταν μόνο την εκτυφλωτική λάμψη. Ο άγιος ιερέας απευθυνόμενος στην Ευφροσύνη της είπε ότι είναι ο Άγιος Βλάσιος και της ζήτησε να τον ακολούθησε για να της υποδείξει το ακριβές σημείο του τάφου του προκειμένου να ενεργήσει για την εκταφή του. Σαστισμένη η γερόντισσα από το γεγονός που ζούσε προέβελε στον Άγιο τον δισταγμό της λόγω της ασθένειας της κόρης της. Ο Άγιος τότε αφού έβγαλε κάποιον εγκόλπιο σταυρό σταύρωσε την ετοιμοθάνατη κόρη της και της ζήτησε ξανά να τον ακολουθήσει. Όπως κι έγινε. Μέσα στο αποπνικτικό σκοτάδι η Ευφροσύνη ακολούθησε το φωτοβόλο Άγιο Βλάσιο, ο οποίος την οδήγησε στο σημείο που είχαν χτίσει το προσκυνητάρι. Εκεί με την ράβδο που κρατούσε χάραξε ένα κύκλο στο χώμα, υποδυκνείοντας το σημείο που θα ‘πρεπε να σκάψουν για να βγάλουν τα άγια και χαριτόβρυτα λείψανα του. Στην συνέχεια ο Άγιος αφού επέστρεψε την Ευφροσύνη στο σπίτι της εξαφανίστηκε. Εκεί η γερόντισσα βρήκε την κόρη της πολύ καλύτερα και θεραπευμένη.

Από την επομένη ημέρα κιόλας άρχισε τις ενέργειες για να γίνει η ανακομιδή των λειψάνων. Όλοι όμως την αντιμετώπιζαν με κάποια δυσπιστία και επιφύλαξη. Αρωγός όμως των προσπαθειών της αυτών ήταν ο Άγιος Βλάσιος που την καθοδηγούσε , αλλά και που εμφανίζονταν και σε άλλα άτομα προκειμένου να γίνει αυτή πιστευτή. Πράγματι οι προσπάθειες της απέδωσαν και άρχισαν οι εργασίες της ανακομιδής με πολλές επιφυλάξεις και μεγάλη ένταση.

Την τρίτη ημέρα των εργασιών κι ενώ για πολλοστή φορά ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν η σκαπάνη χτύπησε σε μια πέτρινη πλάκα. Ρίγη συγκίνησης και δέος κατέλαβαν τους παρευρισκομένους. όταν έβγαλαν την επιτάφια πλάκα μια ουράνια ευωδία ξεχύθηκε και απλώθηκε στην ατμόσφαιρα. Όλοι βρίσκονταν επί του τάφου, εντός του οποίου βρίσκονταν τα λείψανα του Αγίου Βλασίου και τα οποία τόσα χρόνια πριν σε ενύπνια τους ζητούσε να βγάλουν από την γη. Εντός του τάφου και επί των ιερών λειψάνων ευρέθηκαν ένας εγκόλπιος βαρύτατος σιδερένιος σταυρός και τα πέντε καρφιά του μαρτυρίου του.

Αφού περισυνέλλεξε η Ευφροσύνη τα ιερά λείψανα σύμφωνα με τις οδηγίες του Αγίου άρχισε να ενεργεί τα δέοντα για την ανέγερση του ιερού του Ναού και την αγιογράφηση της ιεράς του Εικόνας.

Επίσης, ο Άγιος Βλάσιος έκανε δύο εμφανίσεις, μία σε όραμα στον ευσεβέστατο αείμνηστο Αρχιμ. Αρσένιο Τσαταλιό την 6-12-1978 μ.Χ. και μία άλλη στον ευλαβέστατο μοναχό Παΐσιο τον Αγιορείτη στο Άγιο Όρος το 1980 μ.Χ. (βλέπεεδώ περισσότερες λεπτομέρειες για το γεγονός).

Από την εμφάνιση του Αγίου μέχρι σήμερα άπειρες είναι οι θαυμαστές επεμβάσεις και οι εμφανίσεις του και τα πολλά θαύματα του στα πέρατα της οικουμένης. Ο Θεός χαρίτωσε τον μεγαλομάρτυρα και ιερομάρτυρα Βλάσιο και τους συναθλητές του κι επί της γης, όπως και αυτοί πριν από 900 περίπου χρόνια έδωσαν το πολυτιμότερο ως χοϊκοί την ίδια τους την ζωή. Κέρδισαν όμως μέρος την Ενδόξου Ουράνιας Βασιλείας. Ουράνια Βασιλεία είθε της οποίας δια Πρεσβειών του Αγίου ιερομάρτυρος Βλασίου του Ακαρνάνος και των συν Αυτώ να γίνουμε άπαντες μέτοχοι.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ’.
Νέος ήλιος, ημίν εφάνης, ει και ‘ηθλησας, τοις πάλαι χρόνοις, τη φανερώσει των θείων λειψάνων σου, ιερομάρτυς Πατήρ ημών Βλάσιε, και καταυγάζεις ημάς θείαις χάρισιν∙ όθεν πρέσβευε, Κυρίω τω σε δοξάσαντι δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις των Οσίων κλέος σεπτόν, χαίροις ιερέων και Μαρτύρων ο κοινωνός, χαίροις των Σκλαβαίνων, ο θείος πολιούχος, Ιερομάρτυς χαίρε, Κυρίου Βλάσιε.


Ο άγιος Βλάσιος




Βιογραφία
Ο Άγιος Βλάσιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορος Λικινίου 
(308 - 323 μ.Χ.). Σπούδασε ιατρική αλλά προσέφερε χωρίς
 χρήματα τις υπηρεσίες του, ως φιλανθρωπία, στους πάσχοντες και
 ασθενείς. Εκτός από την ιατρική βοήθεια χορηγούσε δωρεάν στους 
ασθενείς τα φάρμακα και τους έδινε τα έξοδα νοσηλείας τους.
 Η φιλανθρωπική δραστηριότητα εκαλλιεργείτο στην ψυχή του
 από την αγάπη προς τον Θεό και τη μελέτη της Αγίας Γραφής.
 Η Εκκλησία τον δέχθηκε στις τάξεις του ιερού κλήρου και τον
 εξέλεξε Επίσκοπο Σεβαστείας.
Επί της βασιλείας του Λικινίου, ο έπαρχος Αγρικόλας τον
 συνέλαβε και τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια.
 Οι στρατιώτες, αφού τον μαστίγωσαν ανηλεώς με ραβδιά,
 τον κρέμασαν από ξύλο και στην συνέχεια τον οδήγησαν δεμένο
 στην φυλακή. Έπειτα τον έριξαν στο βυθό μιας λίμνης. 
Όμως ο Άγιος, μετά την θαυματουργική του επέμβαση του Θεού,
 διασώθηκε. Εξοργισθέντες τότε οι εχθροί της πίστεως τον
 αποκεφάλισαν το 316 μ.Χ.. Έτσι, ο Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος
 έλαβε από τον Κύριο της δόξας το στέφανο του μαρτυρίου.

Η Σύναξή του ετελείτο στο Μαρτύριό του, το οποίο
 βρισκόταν κοντά στο Μαρτύριο του Αγίου Αποστόλου 
Φιλίππου.
Ο άγιος Βλάσιος εορτάζει στις 11 Φεβρουαρίου.




πηγή: εδώ

Συναξαριστής 11 Φεβρουαρίου


Ὁ Ἅγιος Βλάσιος, ἐπίσκοπος Σεβαστείας

 
 


Ὁ Ἅγιος αὐτὸς ἔζησε τὸν 4ο αἰῶνα. Σπούδασε τὴν ἰατρικὴ καὶ οἱ γνώσεις ποὺ πῆρε ἀπ᾿ αὐτὴ συνετέλεσαν νὰ ἐνισχυθεῖ ἡ πίστη του. Διότι στὴ μελέτη τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος, τοῦ θαυμάσιου αὐτοῦ ζωντανοῦ ὀργανισμοῦ, ἔβλεπε ἀναρίθμητα καὶ καταπληκτικὰ δείγματα σοφίας. Θὰ ἦταν παραφροσύνη νὰ τὰ ἀποδώσει στὴν τύχη. Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν τὸν παντοδύναμο καὶ πάνσοφο Δημιουργό.

Ὁ Βλάσιος, λοιπόν, ἦταν ἄριστος ἐπιστήμονας καὶ σοφὸς στὸ μυαλό. Ὅμως αὐτὸ δὲ φθάνει, καὶ ῥωτάει ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Τὶς σοφὸς καὶ ἐπιστήμων ἐν ὑμῖν; δειξάτω ἐκ τῆς καλῆς ἀναστροφῆς τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πραΰτητι σοφίας». Δηλαδή, ποιὸς ἀπό σας εἶναι σοφὸς καὶ φωτισμένος; Ὅποιος εἶναι, ἂς τὸ δείξει ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα τῆς καλῆς του ζωῆς καὶ μὲ πραότητα, ποὺ δίνει στὸν ἄνθρωπο ἡ ἀληθινὴ σοφία. Καὶ ὁ Βλάσιος τὸ ἔδειξε.

Τὴν ἐπιστήμη του δὲν τὴν ἔκανε ἐπάγγελμα, ἀλλὰ ἀγαθοεργία. Πήγαινε στὰ σπίτα τῶν φτωχῶν ἀσθενῶν, ποὺ θεράπευε καὶ φρόντιζε μὲ κάθε τρόπο. Συγχρόνως ὅμως, μελετοῦσε ἀδιάκοπα καὶ τὴν Ἁγία Γραφή. Ὅλη του ἡ καλὴ ἐργασία ἔφερε τὸν Βλάσιο στὶς τάξεις τοῦ κλήρου καὶ τὸν ἀνέδειξε ἐπίσκοπο Σεβαστείας. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, χρησιμοποιεῖ περισσότερο τὴν ἐπιστήμη του γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, μὲ ἔργα καὶ διδασκαλία. Τελικά, βασανίζεται σκληρὰ ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀγρικόλα καὶ ἀποκεφαλίζεται. Συνδύασε, ἔτσι, στὴ ζωή του ἁρμονικότατα, πίστη καὶ ἐπιστήμη.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμως βλαστήσας, ὡς δένδρον εὔκαρπον, ἱεράρχα Κυρίου Βλάσιε ἔνδοξε, μαρτυρίου τοὺς καρποὺς κόσμῳ προήγαγες καὶ θαυμάτων δωρεάς ἀναβλύζεις δαψιλῶς, ὡς θεῖος ἱερομάρτυς τοῖς καταφεύγουσι πάτερ τῇ ἀντιλήψει τῆς πρεσβείας σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος πλ. δ’.
Καί τρόπων μέτοχος, καί θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τήν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Βλάσιε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ὁ θεῖος βλαστός, τό ἄνθος τό ἀμάραντον, ἀμπέλου Χριστοῦ, τό κλῆμα τό πολύφορον, θεοφόρε Βλάσιε, τούς ἐν πίστει τιμῶντας τήν μνήμην σου, εὐφροσύνης πλήρωσον τῆς σῆς, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Κάθισμα 
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Ἐκβλαστήσας ὡς δένδρον πανευθαλές, ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου Ἱερουργέ, πολλοὺς κατεφύτευσας, πρὸς τὴν γῆν τὴν σωτήριον, καὶ ὡς κριὸς ποιμνίου, καλῶς ἡγησάμενος, δεσμευθεὶς ἐσφάγης, θυσία γενόμενος, τῷ δι' εὐσπλαγχνίαν, ὡς ἀρνίον σφαγέντι, καὶ χαίρων ἀνέδραμες, πρὸς αὐτὸν Πάτερ Βλάσιε. Διὰ τοῦτο βοῶμέν σοι· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.


 

 
Οἱ Ἅγιοι Δύο Παῖδες

Ἦταν συναθλητὲς τοῦ Ἁγίου Βλασίου καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


 

 
Οἱ Ἁγίες Ἑπτὰ Γυναῖκες

Αὐτὲς ἀκολούθησαν τὸν Ἅγιο Βλάσιο στὸ μαρτύριο, καὶ μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


 

 
Εὕρεσις Λειψάνου Προφήτου Ζαχαρία πατέρα τοῦ Προδρόμου

Βρέθηκε στὰ χρόνια του Θεοδοσίου τοῦ νέου τὸ 409, στὸ χωριὸ Κοφὰρ τῆς Ἐλευθερουπόλεως στὴν Παλαιστίνη, ἀπὸ κάποιο ἄνθρωπο ποὺ ὀνομαζόταν Καλήμερος.

Φοροῦσε λευκὸ ἔνδυμα, μίτρα χρυσὴ στὸ κεφάλι καὶ σανδάλια χρυσὰ στὰ πόδια ὅπως βρισκόταν στὸ θυσιαστήριο, ὅταν λειτουργοῦσε στὸν Θεό, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Δοσίθεος στὴ Δωδεκάβιβλο. Τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Προφήτου Ζαχαρία βρίσκεται τώρα στὴν Ἰταλία, ὅπως λέει ὁ Ἱεροσολύμων Νεκτάριος στὸ ἔργο του περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντιῤῥήσεως.

(Ὁρισμένοι Συναξαριστὲς ἀναφέρουν, ὅτι μαζὶ μὲ τὴν προαναφερθεῖσα εὕρεση τῶν λειψάνων τοῦ προφ. Ζαχαρία, ἑορτάζουμε καὶ τὴν εὕρεση λειψάνων τοῦ Ἰωσήφ, γιοῦ τοῦ Ἰακώβ. Κατὰ πόσο ὅμως αὐτὸ ἀνταποκρίνεται στὴν πραγματικότητα δὲν γνωρίζουμε).


 

 
Ἡ Ἁγία Θεοδώρα ἡ Αὐγούστα

 


Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἔβεσσα τῆς Παφλαγονίας, νωρὶς ὅμως ἡ οἰκογένειά της ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Μαρῖνος καὶ κατεῖχε τὸ βαθμό του δρουγγαρίου. Ἡ δὲ μητέρα της Θεοκτίστη, διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβειά της καὶ τὴν ἔνθερμη προσήλωση πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ ἐργάστηκε νὰ μεταδώσει καὶ στὰ παιδιά της.

Ἡ Θεοδώρα εἶχε πέντε ἀδέλφια. Τὴ Σοφία, τὴν Μαρία, τὴν Εἰρήνη, τὸ Βάρδα καὶ τὸν Πέτρωνα. Τὸ 830 παντρεύτηκε τὸν βασιλιὰ Θεόφιλο, μετὰ τὸ γνωστὸ ἐπεισόδιο αὐτοῦ μὲ τὴν Κασσιανή. Ὅταν τὸ 842 πέθανε ὁ Θεόφιλος, ποὺ ἦταν εἰκονομάχος, τὴν βασιλεία ἀνέλαβε ἡ Θεοδώρα διότι ὁ γιός της Μιχαὴλ ἦταν πολὺ μικρός. Ἀμέσως τότε συνεκάλεσε Σύνοδο, ποὺ ἀποφάσισε τὴν ἀναστήλωση τῶν ἁγίων εἰκόνων.

Δυστυχῶς ὅμως ἀργότερα, ὁ γιός της καὶ ὁ ἀδελφός της Βάρδας, διέταξαν τὸν ἄλλο ἀδελφό της Πέτρωνα νὰ κλείσει τὴν ἴδια μὲ τὶς θυγατέρες της ἀναγκαστικὰ στὴ Μονὴ Γαστρίων. Ἐκεῖ ἡ Θεοδώρα ἀφοσιώθηκε ἀποκλειστικὰ στὰ θεῖα καὶ ἐργάστηκε, νὰ παρηγορήσει τὶς θυγατέρες της, στρέφοντας ὅλη τὴν ψυχή τους στὴ χριστιανικὴ εὐσέβεια, τὴν μόνη ἄγκυρα τῶν ψυχῶν μέσα στὴν κοσμικὴ ἀστάθεια καὶ ματαιότητα. Τὸ δὲ λείψανο τῆς Θεοδώρας βρίσκεται σήμερα στὴν Κέρκυρα, στὸ ναὸ τῆς Θεοτόκου Σπηλαιωτίσσης.

 


Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Δωρεῶν τῶν ἐνθέων οὖσα ἐπώνυμος, τὴν Ἐκκλησίαν φαιδρύνεις βασιλικαῖς δωρεαῖς, ὡς θεόγλυπτος εἰκὼν θείας φρονήσεως· τῶν γὰρ Εἰκόνων τῶν σεπτῶν, τὴν τιμὴν ὡς σχετικήν, ἐτράνωσας Θεοδώρα, τῶν Βασιλίδων ἀκρότης, τῶν Ὀρθοδόξων ἐγκαλλώπισμα.

Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς καλλονὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ εὐπρέπειαν
Καὶ Βασιλίδων χαρακτῆρα καὶ διάδημα
Ἀνυμνοῦμέν σε, θεόστεπτε Θεοδώρα.
Σὺ γὰρ ὤφθης τῶν Εἰκόνων ἀναστήλωσις
Καὶ τελείας τῆς αἱρέσεως καθαίρεσις·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Ἄνασσα πάντιμε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Θεοδώρα πανευκλεής· χαίροις εὐσεβείας, ἀνακήρυξις ἀληθής· χαίροις παρρησίαν, ἐν Θεῷ κεκτημένη, Αὐγούστα καὶ Ὁσία ἀειμακάριστε.


 

 
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴν Σερβία

 


Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Κράτοβα τῆς Σερβίας καὶ ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, τὸν Δημήτριο καὶ τὴν Σάῤῥα. Ἀπὸ ἕξι χρονῶν ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τῶν Ἱερῶν Γραφῶν καὶ ἀργότερα ἔμαθε τὴν τέχνη τοῦ χρυσοχόου. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του, φοβήθηκε μήπως, λόγω τῆς ὡραιότητάς του, τὸν πάρει στὴν αὐλή του ὁ ἀκόλαστος Σουλτάνος Βαγιαζὴτ ὁ Β´ (1418-1512), καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦλθε στὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας, ὅπου κατοικοῦσε στὸ σπίτι ἑνὸς Ἱερέα ὀνομαζόμενου Πέτρου.

Ὁ Ἱερέας αὐτὸς τοῦ ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ μάθει ἄριστα τὰ Ἱερὰ γράμματα. Ἐφαρμόζοντας ὁ Γεώργιος αὐτὰ ποὺ ἔμαθε, ἔγινε ὑπόδειγμα χρηστοῦ καὶ ἐναρέτου νέου. Οἱ Τοῦρκοι λόγω τῆς μεγάλης προκοπῆς τοῦ Γεωργίου, προσπάθησαν νὰ τὸν ἐξισλαμίσουν μέσῳ ἑνὸς ἔμπειρου μουσουλμάνου διδασκάλου.

Τότε ὁ Γεώργιος βρῆκε τὴν εὐκαιρία, μὲ μακρὲς θρησκευτικὲς συζητήσεις, νὰ ἀποδείξει ὅτι ἡ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία εἶναι ἡ χριστιανικὴ καὶ νὰ ἐλέγξει συγχρόνως σὰν ψεύτικη τὴν μουσουλμανικὴ θρησκεία. Ἀμέσως τότε ὁδηγήθηκε στὸν κριτή, ποὺ ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν ὀμορφιά του. Παρὰ τὶς κολακεῖες καὶ τὶς ὑποσχέσεις τοῦ κριτῆ, ὁ Γεώργιος παρέμεινε σταθερὸς στὴν πατρῴα πίστη.

Γι᾿ αὐτὸ παραδόθηκε δέσμιος με πολλὰ βασανιστήρια στὴ φυλακή. Ἐκεῖ τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Ἱερέας Πέτρος, ποὺ τοῦ εἶπε λόγια ἐνθαῤῥυντικά. Ἔπειτα πάλι ὁδηγήθηκε στὸν κριτή, καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ μπροστὰ σὲ πλῆθος τούρκικου ὄχλου. Ὁ κριτὴς ὑποσχέθηκε νὰ υἱοθετήσει τὸν Γεώργιο καὶ νὰ τὸν κάνει μέτοχο ὅλου τοῦ πλούτου του, ἂν αὐτὸς ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό.

Ἀλλ᾿ ὁ μάρτυρας μὲ τόλμη ἤλεγξε καὶ πάλι τὸν μουσουλμανισμὸ καὶ ὁμολόγησε τὴν ἀγάπη του στὸν Χριστό. Τότε παραδόθηκε στὸ ἐξαγριωμένο πλῆθος, ποὺ τὸν ἔσερνε ἁλυσοδεμένο στοὺς δρόμους τῆς πόλης. Στὸ τέλος τὸν ἔκαψαν ζωντανὸ στὶς 11-2-1515 στὴ Σόφια τῆς Βουλγαρίας.

Ἀπολυτίκιον. 
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, ἀνακηρύξας, τὴν τοῦ Κτίσαντος, οἰκονομίαν, ἀθλητικῶς ἠγωνίσω Γεώργιε· καὶ τοῦ πυρὸς ἐνεγκὼν τὴν κατάφλεξιν, καταδροσίζεις ἡμᾶς θείαις χάρισι. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Χριστοῦ τῇ χάριτι, ἡ θεηγόρος σου γλῶσσα, φθεγγομένη ἔνδοξε, ὥσπερ θεόφθογγος σάλπιγξ, ἤχησε τῆς εὐσεβείας τὰ μεγαλεῖα, λύσασα, τῶν παρανόμων τὰς μυθουργίας· διὰ τοῦτο τῷ Κυρίῳ, ὡλοκαυτώθης Μάρτυς Γεώργιε.

Μεγαλυνάριον.
Τὸν νέον ὁπλίτην τοῦ Ἰησοῦ, τὸν σοφίᾳ λόγων, καταπλήξαντα τὸν ἐχθρόν, καὶ προσενεχθέντα, Κυρίῳ ὡς θυσίαν, Γεώργιον συμφώνως ἀνευφημήσωμεν.


 

 
Ὁ Ἅγιος Βλάσιος ὁ Ἀκαρνάνας

Ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυρας Βλάσιος καταγόταν ἀπὸ χωριὸ τῆς Ἀκαρνανίας, πιθανότατα ἀπὸ τὸ χωριὸ Σκλάβαινα, ὅπου βρέθηκε ὁ τάφος του μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά του τὸ 1923. Στὶς ἐμφανίσεις του ἔλεγε: «Εἶμαι Ἀκαρνάν. Εἶμαι ὁ Ἅγιος Βλάσιος ἀπὸ τὰ Σκλάβαινα» κ.ἄ. Σύμφωνα μὲ τὴν χρονολογία (1006), ποὺ βρέθηκε μέσα στὸν τάφο του, πρέπει νὰ ἔζησε στὸ τέλος τοῦ 10ου αἰῶνα καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου.

Μόνασε σὰν Ἡγούμενος στὴν Ἱερὰ Μονὴ Εἰσοδίων τῆς Παναγίας, στὴν παλιὰ Κιάφα -Σκλάβαινα τῆς Ἀκαρνανίας τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου. Ὑπέστη μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τοὺς ἀγαρηνοὺς πειρατές, μαζὶ μὲ τοὺς πέντε συμμοναστές του, δυὸ Ἱερομόναχους καὶ τρεῖς μοναχούς, καθὼς καὶ μὲ πολλοὺς ἄλλους χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς.

Τὴ ζωή του, τὸν μαρτυρικό του θάνατο καὶ τὸν τάφο του, ἀπεκάλυψε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Βλάσιος σὲ πολλοὺς Κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς κυρίως στὴν εὐσεβέστατη καὶ ἀείμνηστη Γερόντισα Εὐφροσύνη Σ. Κατσαρᾶ ἀπὸ τὰ Σκλάβαινα, μὲ ὀφθαλμοφανεῖς ἐμφανίσεις του.

Πρόσφατα ὁ ἅγιος Βλάσιος ἔκανε δυὸ ἐμφανίσεις, μία σὲ ὅραμα στὸν εὐσεβέστατο ἀείμνηστο Ἀρχιμ. Ἀρσένιο Τσαταλιὸ τὴν 6-12-1978 καὶ μία ἄλλη σὲ εὐλαβέστατο μοναχὸ Ἁγιορείτη στὸ Ἅγιον Ὄρος τὴν 3-2-1980.


 

 
Ἀνάμνηση θαύματος ἀπὸ τὴν Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου στὴν Πάργα Νικοπόλεως (1603)

 

 
Ὁ Ὅσιος Γαβριήλ ὁ Βασιλεὺς (+ 1138)

 


Ὁ Ἅγιος Γαβριὴλ (Βσεβολόδος Μστισλάβιτς), υἱὸς τοῦ μεγάλου Ρώσου ἡγεμόνος, ἐπὶ πολλὰ ἔτη καταπολέμησε, ὡς Πρίγκιπας τοῦ Νόβγκοροντ, τὶς διαμάχες μεταξὺ τῶν διαφόρων Ρώσων ἡγεμόνων. Μετὰ τὴν κοίμηση αὐτοῦ, τὸ ἔτος 1138 μ.Χ., ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τὸν ἀνακήρυξε Ἅγιο καὶ θαυματουργὸ τὸ ἔτος 1549.


 

 
Ὁ Ὅσιος Δημήτριος ἐκ Ρωσίας

 


Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τοῦ Πριλοὺκ γεννήθηκε στὴν περιοχὴ Περεγιασλὰβ Ζαλέσκ τῆς Ρωσίας κατὰ τὸν 14ο αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ οἰκογένεια πλούσια καὶ εὐσεβῆ. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἵδρυσε μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Νικόλαο.

Τὸ ἔτος 1354 ὁ Ἅγιος Δημήτριος συναντήθηκε μὰ τὸν Ἅγιο Σέργιο τοῦ Ραντονέζ, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στὸ Περεγιασλὰβ γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν Μητροπολίτη Ἀθανάσιο. Ἀπὸ τότε οἱ δύο Ἅγιοι συνδέθηκαν διὰ φιλίας.

Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ἐξαπλώθηκε τόσο πολύ, ὥστε ὁ μέγας πρίγκιπας Δημήτριος Ἰωάννοβιτς τοῦ ζήτησε νὰ γίνει Πνευματικὸς Πατέρας τῶν τέκνων του.

Ὅμως ὁ Ἅγιος ἐπιθυμοῦσε τὴ μοναχικὴ ἡσυχία. Ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τοῦ Ἁγίου Σεργίου ἀποσύρεται σὲ ἀπομακρυσμένο τόπο καὶ ἐγκαθίσταται βόρεια μὲ τὸν μαθητή του Παχώμιο.

Στὰ δάση τῆς περιοχῆς Βολογκντά, κοντὰ στὸν ποταμὸ Βελίκα, ἔκτισε τὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ θέσει τὰ θεμέλια γιὰ τὴν ἀνέγερση μονῆς. Ὅμως οἱ ντόπιοι, μὲ τὸν φόβο ὅτι τὰ χωράφια τῆς περιοχῆς θὰ γίνονταν μοναστηριακὴ περιουσία, ἀντέδρασαν καὶ ζήτησαν ἀπὸ τοὺς δύο μοναχοὺς νὰ ἀποχωρήσουν. Ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ θέλουν νὰ ἐπιβαρύνουν κανένα μὲ τὴν παρουσία τους, μὲ πικρία ἀπεχώρησαν.

Ὁ Ὅσιος Δημήτριος τότε συνέστησε τὴν πρώτη κοινοβιακὴ μονὴ στὸ ρωσικὸ βορρά. Τὸ ἔτος 1372, μὲ τὴν πολύτιμη βοήθεια τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς, ἀποπερατώθηκε ὁ ξύλινος καθεδρικὸς ναὸς τοῦ Σωτῆρος καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου ἄρχισε νὰ προσελκύει μαθητὲς καὶ μοναχοὺς ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς γενέτειράς του.

Στὴ νέα μοναστικὴ κοινότητα ὁ Ὅσιος συνδύαζε τὴν προσευχὴ μὲ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση καὶ νηστεία, ἀλλὰ καὶ τὴν φιλανθρωπία. Φρόντιζε γιὰ τὸ συσσίτιο τῶν πεινώντων, φιλοξενοῦσε ἀστέγους, βοηθοῦσε τοὺς πτωχούς, παρηγοροῦσε τοὺς θλιμμένους καὶ συμβούλευε πνευματικὰ ὅσους προσέτρεχαν καὶ ζητοῦσαν τὸν Κύριο. Τὶς δωρεὲς τῶν πιστῶν πρὸς τὴ μονή, τὶς δεχόταν μὲ διάκριση καὶ προσοχὴ καὶ τὰ διαχειριζόταν μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ δὲν προκαλοῦσε, ἀφοῦ πρόσεχε ἰδιαίτερα νὰ μὴν καλλιεργεῖται στὴν καρδιὰ τῶν μοναχῶν κοσμικὸ φρόνημα.
Ὁ Ἅγιος Θεὸς τὸν προίκισε μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως. Ἀφοῦ ἔζησε τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου του θεοφιλῶς καὶ θεαρέστως, ὁ Ὅσιος Δημήτριος κοιμήθηκε σὲ βαθὺ γῆρας τὸ ἔτος 1392.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...