Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 10, 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΜΑΡΚ. 2, 1-12) ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


    Το σημερινό ευαγγέλιο αφηγείται την θεραπεία του παράλυτου, που οι φίλοι του
άνοιξαν την σκεπή, εκεί όπου βρισκόταν ο Χριστός, και άφησαν με σχοινιά τον
παράλυτο με το κρεβάτι του να κατέβει προς τον Κύριο.
    Αυτό το γεγονός εξιστορείται και από τον Ματθαίο, στο 9ο κεφάλαιο, εδάφια 1-8.
Πάνω σε αυτή την περικοπή, αναφερόμενος όμως και στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιον,
κήρυξε τα εξής ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
    «Ο μεν Ματθαίος λέει, ότι απλά τον έφεραν τον παραλυτικό, οι άλλοι δε
ευαγγελιστές προσθέτουν ότι τον κατέβασαν αφού άνοιξαν οπή στην στέγη. Και ότι
τοποθέτησαν τον ασθενή μπροστά στον Χριστό, χωρίς να πουν τίποτε, αλλά άφησαν
τα πάντα στην διάθεση του Χριστού. Μιλούσε η ενέργεια τους από μόνη τους.
    Και στην αρχή του έργου του ο Χριστός βεβαίως μετέβαινε από το ένα μέρος στο
άλλο, και δεν ζητούσε από αυτούς που τον πλησίαζαν τόσο μεγάλη πίστη, στην
προκειμένη όμως περίπτωση και ήρθαν κοντά του και εκδήλωσαν την πίστη τους.
Διότι λέει. «Όταν είδε την πίστη τους», δηλαδή την πίστη αυτών που χάλασαν την
στέγη. Γιατί δεν ζητάει σε όλες τις περιπτώσεις μόνο από τους ασθενείς πίστη,
όπως, π.χ., σε εκείνες τις περιπτώσεις που οι ασθενείς δεν έχουν τα λογικά τους ή
όταν έχουν χαμένες τις αισθήσεις τους σε άλλες περιπτώσεις εξ αιτίας της ασθένειάς
τους ή δεν μπορούν να έρθουν οι ίδιοι (πρβλ. Χαναναία ή τον υπηρέτη του
εκατόνταρχου). Σε αυτή όμως την περίπτωση είχε εκδηλωθεί μάλλον η πίστη του
ασθενούς, γιατί αλλιώς δεν θα δεχόταν να χαλαστεί η στέγη και να κατεβεί
κινδυνεύοντας, αν δεν πίστευε.
    Επειδή λοιπόν εκδήλωσε τόσο μεγάλη πίστη, ο Χριστός καθιστά φανερή και
τη δική του δύναμη με το να συγχωρεί τα αμαρτήματα με όλη του την εξουσία,
και αποδεικνύει έτσι με όλες αυτές τις ενέργειές του, ότι είναι ισότιμος με αυτόν που
τον γέννησε.
    Πρόσεξε όμως· Προηγουμένως το φανέρωσε αυτό με την διδασκαλία του, όταν
τους δίδαξε ότι έχει εξουσία, στην περίπτωση δηλαδή του λεπρού που είπε «θέλω να
καθαριστείς» (Ματθ. 8,3) ή του εθνικού εκατόνταρχου, όταν είπε «μόνο πες έναν
λόγο και θα θεραπευθεί ο δούλος μου» (8,8), οπότε τον θαύμασε και τον παίνεψε
περισσότερο από όλους· στην περίπτωση της θάλασσας, όταν αυτή ηρέμησε μόνο δια
του λόγου του (8,26)· μέσω των δαιμόνων, όταν διακήρυτταν αυτόν ως κριτή και
τους έδιωχνε με όλη την εξουσία του (8,28 κ. εξ.).
    Σε αυτή όμως την περίπτωση πάλι με άλλον πολύ πιο μεγάλο τρόπο αναγκάζει
τους ίδιους τους εχθρούς του να ομολογήσουν την ισοτιμία του προς τον Πατέρα
του και με το στόμα τους το καθιστά αυτό φανερό. Διότι ο ίδιος ο Κύριος
δείχνοντας την ταπείνωσή του (καθόσον τον περιέβαλε πολύ πλήθος ανθρώπων πουέφρασσε την είσοδο, και για αυτό τον κατέβασαν από την στέγη), δεν προχώρησε
αμέσως να θεραπεύσει το σώμα του ασθενούς που όλοι το έβλεπαν, αλλά λαμβάνει
την αφορμή από τους εχθρούς του. Και κατ' αρχήν θεράπευσε εκείνο που δεν ήταν
ορατό, δηλαδή την ψυχή, αφού συγχώρεσε τα αμαρτήματα, πράγμα που εκείνον μεν
τον έσωζε, σε αυτόν όμως δεν απέδιδε μεγάλη δόξα. Γιατί οι εχθροί του επειδή
ενοχλήθηκαν λόγω της πονηριάς τους και ήθελαν να τον καταγγείλουν, συνέλαβαν
ενάντια στην θέλησή τους να λάμψει περισσότερο το θαύμα που συντελέστηκε.
Καθόσον ο Κύριος, λόγω της ικανότητάς του να επινοεί μέσα, χρησιμοποίησε
τον φθόνο τους στο να καταστεί φανερό το θαύμα.
    Επειδή λοιπόν  δυσαρεστούνταν  και έλεγαν «Αυτός βλασφημεί»· «ποιος μπορεί
να συγχωρεί αμαρτίες, εκτός από τον Θεό», ας δούμε τι λέει αυτός. Μήπως τους
αφαίρεσε αυτή την σκέψη τους; όχι την δέχθηκε σαν σωστή. Αν και, βεβαίως, εάν δεν
ήταν ισότιμος με τον Πατέρα του, έπρεπε να πει. “Γιατί μου αποδίδετε δύναμη που
δεν μου ταιριάζει; απέχω εγώ πάρα πολύ από αυτή την δύναμη”. Όμως, τώρα, δεν
είπε τίποτα παρόμοιο· αντιθέτως όλα όσα συνέβησαν και τα επιβεβαίωσε και τα
επικύρωσε και με τους λόγους του και με την επιτέλεση του θαύματος. Διότι,
επειδή το να μιλάει κανείς ο ίδιος για τον εαυτό του φαίνεται ότι δυσαρεστούσε τους
ακροατές, επιβεβαιώνει μέσω της αντίληψης των άλλων ανθρώπων για τον εαυτό
του. Και βεβαιώθηκε μέσω τον φίλων του όταν είπε, «Θέλω, καθαρίσου», καθώς
επίσης και μέσω του, «Ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών βρήκα τόση μεγάλη πίστη», ενώ
μέσω των εχθρών του ως εξής. Επειδή δηλαδή είπαν οι εχθροί του, ότι κανείς δεν
μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες, παρά μόνο ο Θεός, πρόσθεσε· «Για να μάθετε δε, ότι ο
Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί επί της γης αμαρτίες, τότε λέει στον
παραλυτικό· Σήκω επάνω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στην οικία σου».
    Όχι όμως μόνο εδώ, αλλά και σε άλλη περίπτωση όταν του έλεγαν, «Δεν σε
λιθοβολούμε για κάποιο καλό έργο σου, αλλά εξ αιτίας της βλασφημίας σου και γιατί
ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό»· ούτε στην περίπτωση εκείνη
ανέτρεψε εκείνη την αντίληψη, αλλά και πάλι την επιβεβαίωσε λέγοντας· «Εάν
δεν πράττω τα έργα του Πατέρα μου, μη με πιστεύετε· εάν όμως τα πράττω, πιστέψτε
στα έργα μου, έστω και αν δεν πιστεύετε σε μένα».
    Εδώ όμως αποδεικνύει και άλλο σημείο της θεότητάς του και της ισοτιμίας του
προς τον Πατέρα του και μάλιστα όχι μικρό. Γιατί οι μεν εχθροί του έλεγαν, ότι μόνο
ο Θεός έχει δικαίωμα να συγχωρεί αμαρτίες, ο Κύριος όμως δεν συγχωρεί μόνο τα
αμαρτήματα, αλλά και πριν από αυτή του την ενέργεια φανερώνει και κάτι άλλο,
που ήταν γνώρισμα μόνο του Θεού, το ότι δηλαδή αποκαλύπτει τις απόκρυφες
σκέψεις της καρδιάς. Διότι δεν αποκάλυψε αυτό που σκεφτόταν. «Να, λοιπόν,
μερικοί από τους γραμματείς», λέει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, «είπαν μέσα τους·
Αυτός βλασφημεί. Και ο Ιησούς επειδή αντιλήφθηκε τις σκέψεις τους είπε· Γιατί
σκέφτεστε μέσα στις καρδιές σας πονηρά πράγματα;». Το ότι είναι γνώρισμα μόνο
του Θεού να γνωρίζει τις απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων, άκουσε τι λέει ο
προφήτης· «Εσύ είσαι ο μόνος από όλους που γνωρίζεις τις καρδιές» (Β΄ Παρ.
6,30)· και αλλού πάλι· «Ο Θεός που ερευνά τις καρδιές και τα νεφρά των
ανθρώπων» (Ψαλ. 7,10). Και ο Ιερεμίας λέει· «Ανεξερεύνητα είναι τα βάθη της
ανθρώπινης καρδιάς! Είναι τόσο απατηλή και αδιόρθωτη· ποιος μπορεί να τηγνωρίσει σε βάθος;» (Ιερ. 17,9)· και «Ο άνθρωπος θα δει μόνο το πρόσωπο, ενώ ο
Θεός την καρδιά» (Α΄ Βασ. 16,7). Και δια πολλών άλλων γραφικών χωρίων
μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι είναι μόνο γνώρισμα του Θεού να γνωρίζει την
σκέψη του ανθρώπου.
    Δείχνοντας λοιπόν ότι είναι Θεός και ισότιμος με αυτόν που τον γέννησε, αυτά
ακριβώς που σκεφτόταν μέσα τους (γιατί δεν εξέφρασαν αυτή την σκέψη τους,
επειδή φοβόταν την παρουσία του πλήθος του όχλου), τα αποκαλύπτει και τα
καθιστά φανερά, αποδεικνύοντας και σε αυτή την περίπτωση την μεγάλη καλοσύνη
του. Διότι, λέει, «Γιατί σκέφτεστε πονηρά μέσα στις καρδιές σας;». Αν έπρεπε
φυσικά να αγανακτήσει κάποιος, ο ασθενής έπρεπε να αγανακτήσει, επειδή είχε
εξαπατηθεί, και να πει· Ήρθα για να θεραπεύσω άλλο και εσύ επανορθώνεις άλλο;
γιατί από πού αποδεικνύεται ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες μου; Τώρα όμως εκείνος
δεν λέει τίποτα το παρόμοιο, αλλά παραδίδει τον εαυτό του στην εξουσία του
θεραπευτή του· αυτοί όμως επειδή είναι αισχροί και φθονεροί επιβουλεύονται τις
ευεργεσίες των άλλων. Για αυτό τους κατηγορεί μεν, αλλά το κάνει με όλη την
καλοσύνη του. Εάν δηλαδή, λέει, δεν πιστεύετε σε αυτό που είπα πρωτύτερα και
θεωρείτε απλά μεγάλο λόγο αυτό που λέχθηκε, ορίστε προσθέτω σε εκείνο και άλλα,
το ότι αποκαλύπτω τις απόκρυφες σκέψεις σας· και μετά από εκείνο άλλο πάλι. Ποιο
λοιπόν είναι αυτό; Το ότι θα καταστήσω υγιές το σώμα του παράλυτου.
    Και όταν μεν απευθύνθηκε προς τον παράλυτο δεν μίλησε με τρόπο που να
φανερώνει καθαρά την εξουσία του· γιατί δεν είπε, “Σου συγχωρώ τις αμαρτίες”,
αλλά, «Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Επειδή όμως εκείνοι τον
εξανάγκασαν, αποδεικνύει με πιο εμφανή τρόπο την εξουσία του, λέγοντας· «Για να
γνωρίσετε δε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί τις αμαρτίες στην
γη». Βλέπεις πόσο απείχε από του να μη θέλει να θεωρείται ισότιμος με τον Πατέρα
του; Διότι δεν είπε, ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει ανάγκη από άλλον ή ότι του έδωσε
εξουσία, αλλά ότι «έχει εξουσία». Και αυτό δεν το λέει από φιλοδοξία, αλλά, λέει,
“για να σας πείσω ότι δεν βλασφημώ εξισώνοντας τον εαυτό μου με τον Θεό”.
    Σε όλες τις περιπτώσεις δηλαδή θέλει να παρέχει σαφείς αποδείξεις που δεν
επιδέχονται αντιρρήσεις, όπως όταν λέει· «Πήγαινε και δείξε τον εαυτό σου στον
ιερέα» (Ματθ.8,4)· και την πεθερά του Πέτρου την παρουσιάζει να τον υπηρετεί
(8,15) και τους χοίρους επιτρέπει να πέσουν στον γκρεμνό (8,32).
    Έτσι λοιπόν και σε αυτή την περίπτωση, χρησιμοποιεί ως απόδειξη της
συγχώρεσης των αμαρτιών την θεραπεία του σώματος, και ως απόδειξη της
θεραπείας το ότι πήρε στα χέρια του το κρεβάτι, ώστε να μη θεωρηθεί ότι ήταν
φανταστικό δημιούργημα αυτό που συνέβη. Και δεν το κάνει αυτό προηγουμένως,
αλλά μόνο τότε όταν τους ρώτησε. Γιατί λέει· «Τι είναι ευκολώτερο· να πω,
Συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να πω, Πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στον οίκο
σου;». Αυτό που λέει σημαίνει το εξής· “Τι θεωρείτε ευκολώτερο, το να θεραπεύσω
ένα σώμα παράλυτο ή να συγχωρήσω τα αμαρτήματα της ψυχής; Είναι ολοφάνερο
ότι θεωρείτε ευκολώτερο να θεραπεύσω το σώμα. Γιατί όσο η ψυχή είναι ανώτερηαπό το σώμα, τόσο περισσότερο προτιμότερο είναι το να συγχωρηθούν τα
αμαρτήματα αυτού· επειδή όμως το μεν δεν φαίνεται, ενώ το άλλο φαίνεται, κάνω
το υποδεέστερο μεν αλλά οπωσδήποτε που είναι πιο εμφανές, ώστε μέσω αυτού
να αποδειχθεί και αυτό που είναι σπουδαιότερο και που δεν φαίνεται”,
αποκαλύπτοντας πλέον μέσω των έργων του αυτό που είχε λεχθεί από τον Ιωάννη,
ότι δηλαδή αυτός σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου.
    Αφού λοιπόν τον θεράπευσε τον στέλνει στο σπίτι του. Και έτσι πάλι αποδεικνύει
την ταπεινοφροσύνη του και ότι δεν ήταν φανταστικό αυτό που συνέβη· διότι αυτούς
που ήταν μάρτυρες της ασθένειας, αυτούς τους ίδιους χρησιμοποιεί και ως μάρτυρες
της υγείας του. Γιατί, λέει, εγώ ήθελα με το δικό σου πάθημα να θεραπεύσω και
αυτούς που παρουσιάζονται ως υγιείς, ενώ είναι πνευματικά ασθενείς, επειδή
όμως δεν θέλουν πήγαινε στο σπίτι σου για να διορθώσεις τους συγγενείς σου.
    Βλέπεις πώς αποδεικνύει ότι είναι δημιουργός και της ψυχής και των
σωμάτων; Θεραπεύει λοιπόν κάθε ενός στοιχείου την παράλυση και καθιστά φανερό
αυτό που δεν φαίνεται από αυτό που είναι φανερό, αλλά όμως αυτοί ακόμη σύρονται
πάνω στην γη. Διότι, λέει, «Όταν τα πλήθη είδαν όλα αυτά θαύμασαν και δόξασαν
τον Θεό που έδωσε τέτοιου είδους εξουσία στους ανθρώπους»· εμποδίζονταν
δηλαδή από την σάρκα τους να αντιληφθούν ότι ήταν Θεός.
    Αυτός όμως δεν τους επιτίμησε, αλλά συνέχισε μέσω των έργων του να τους
αφυπνίζει και να εξυψώνει το φρόνημά τους. Οπωσδήποτε, βέβαια, δεν ήταν μικρό
πράγμα το ότι θεωρούταν ανώτερος όλων των ανθρώπων και ότι έχει προέλευση από
τον Θεό. Γιατί εάν ήθελαν να πεισθούν απολύτως από αυτά, με την πάροδο του
χρόνου θα μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ήταν και Υιός του Θεού.
    Αλλά όμως δεν τα είχαν αντιληφθεί αυτά απολύτως και για αυτό δεν μπόρεσαν να
τον πλησιάσουν. Γιατί έλεγαν πάλι· «Αυτός ο άνθρωπος δεν προέρχεται από τον Θεό·
πώς είναι δυνατόν αυτός να είναι σταλμένος από τον Θεό;» (Ιω. 9,16). Και συνεχώς
αυτά σκεφτόταν, προβάλλοντας αυτά ως προφάσεις για τα δικά τους πάθη. Πράγμα
που πολλοί και σήμερα το κάνουν και θεωρώντας τον Θεό ως εκδικητή
ικανοποιούν τα δικά τους πάθη, ενώ θα έπρεπε να τα εξέταζαν όλα με επιείκεια.
Καθόσον ο Θεός των όλων, ενώ μπορεί να εξαποστείλει κεραυνό προς εκείνους που
τον βλασφημούν, εν τούτοις και ανατέλλει τον ήλιο και βρέχει και όλα τα άλλα τα
χορηγεί με αφθονία προς αυτούς. Αυτόν πρέπει και εμείς να μιμούμαστε και να
παρακαλάμε και να συμβουλεύουμε και να νουθετούμε με τρόπο ήπιο και χωρίς να
οργιζόμαστε ούτε να μεταβαλλόμαστε σε θηρία. Διότι ο Θεός δεν παθαίνει καμία
ζημιά από την βλασφημία σου, εάν θύμωνες, αλλά αυτός που βλασφημεί υφίσταται
και την ζημιά. Ώστε λοιπόν αναστέναξε, κλάψε ζωηρά, γιατί το πάθος σου είναι άξιο
δακρύων. Και αυτόν που πληγώθηκε τίποτε δεν μπορεί να τον θεραπεύσει
καλύτερα από την επιείκεια. Γιατί η επιείκεια είναι πιο δυνατή από οποιαδήποτε
πράξη βίας.
    Πρόσεξε λοιπόν πώς μας μιλάει ο ίδιος ο υβρισμένος Θεός τόσο στην Παλαιά όσο
και στην Καινή Διαθήκη. Στην μεν Παλαιά Διαθήκη λέει· «Λαέ μου, τι σου έκανα»(Μιχ. 6,3), ενώ στην Καινή Διαθήκη λέει· «Σαύλε, Σαύλε, γιατί με καταδιώκεις;
(Πρξ. 9,4)». Και ο Παύλος πάλι διατάσσει να διδάσκουμε τους αντιφρονούντες με
τρόπο ήπιο (Β΄ Τιμ. 2,25). Και οι μαθητές του Χριστού όταν κάποτε τον πλησίασαν
και του ζητούσαν να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό, τους επίπληξε πάρα πολύ και
είπε τα εξής· «Δεν γνωρίζετε ποιου πνεύματος είστε» (Λκ. 9,55). Αλλά και σε αυτή
την περίπτωση δεν είπε. “Αχρείοι και αγύρτες· φθονεροί και εχθροί της σωτηρίας των
ανθρώπων”, αλλά είπε · «Γιατί σκέφτεστε μέσα στις καρδιές σας πονηρά;».
    Πρέπει λοιπόν με επιείκεια να θεραπεύουμε τις ασθένειες. Διότι αυτός που
γίνεται καλύτερος από ανθρώπινο φόβο, γρήγορα πάλι θα επιστρέψει στην
πονηριά του. Για αυτό διέταξε να αφεθούν και τα ζιζάνια, για να δώσει ευκαιρία για
μετάνοια. Βέβαια, πολλοί από αυτούς μετάνιωσαν και έγιναν σπουδαίοι, ενώ
προηγουμένως ήταν φαύλοι, όπως π.χ. ο Παύλος, ο τελώνης, ο ληστής· καθόσον, ενώ
προηγουμένως ήταν αυτοί ζιζάνια έγιναν ώριμος σίτος. Γιατί ως προς μεν τα
σπέρματα αυτό είναι δύσκολο, ως προς την προαίρεση όμως είναι και ευάρμοστο
και εύκολο· διότι αυτή δεν δεσμεύεται από τους φυσικούς νόμους, αλλά έχει
τιμηθεί με την ελευθερία της εκλογής.
    Όταν λοιπόν δεις κάποιον που είναι εχθρός της αλήθειας, θεράπευσέ τον, φρόντισέ
τον, οδήγησέ τον στον δρόμο της αρετής, δείξε του άριστο βίο, δίδαξέ τον με λόγια
αδιάβλητα, δείξε του προστασία και κηδεμονία, χρησιμοποίησε κάθε μέσον προς
διόρθωση, έχοντας ως πρότυπα μιμήσεως τους άριστους από τους ιατρούς. Γιατί
ούτε εκείνοι θεραπεύουν με ένα μόνο τρόπο, αλλά όταν διαπιστώσουν ότι δεν
υποχωρεί η πληγή με το πρώτο φάρμακο που χρησιμοποίησαν, χρησιμοποιούν άλλο,
και μετά από αυτό πάλι άλλο· και άλλοτε μεν κάνουν εγχειρήσεις, άλλοτε δε βάζουν
επιδέσμους. Και εσύ λοιπόν, αφού γίνεις ιατρός των ψυχών, χρησιμοποίησε κάθε
μέσον θεραπείας, σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, για να λάβεις αμοιβή και για
την δική σου σωτηρία και για την ωφέλεια που χάρισες σε άλλους, κάνοντας όλα
προς δόξαν του Θεού και κατ' αυτόν τον τρόπο θα δοξάζεσαι και εσύ ο ίδιος.
Διότι, λέει· «Αυτούς που με δοξάζουν θα τους δοξάσω, και αυτοί που με περιφρονούν
θα τους περιφρονήσω» (Α΄ Βασ. 2,30).
    Όλα λοιπόν ας τα κάνουμε προς δόξαν του Θεού, για να πετύχουμε την μακάρια
εκείνη κληρονομιά, την οποία μακάρι όλοι μας να πετύχουμε με την χάρη και την
φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίον ανήκει η δόξα και η
δύναμη στους αιώνας των αιώνων. Αμήν»

Κυριακή Β΄νηστειών: Εξομολόγηση,το μυστήριον και λουτρόν των δακρύων του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λέρου κ Παισίου




«Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Πολυεύσπλαγχνος Κύριος λέγει στον
παραλυτικό: «παιδί μου, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» και συγχρόνως του
 λέγει: «σήκω επάνω και πήγαινε στο σπίτι σου».
Διπλή χαρά και αγαλλίαση δια τον ποτέ παράλυτο, δια τον δυστυχισμένο
 εκείνο άνθρωπο που, χρόνια επάνω στο κρεβάτι του πόνου και στην στρωμνή
 των κακώσεων, δεν μπορούσε να βρεί την ποθούμενη ανάπαυση του
ταλαιπωρημένου σώματός του.
Η αγάπη και η ανιδιοτελής προσφορά τεσσάρων ανθρώπων οδηγεί τον
 παράλυτο σε Εκείνον που γνωρίζει τα βάθη των καρδιών των ανθρώπων
, σε Εκείνον που ήλθε στην γή εξ’ ουρανών δια να ελευθερώσει το ανθρώπινο
 γένος από την αμαρτία.
Ο Ιατρός της ψυχής και του σώματος θεραπεύει τον παράλυτο και με τον Θείο
 και σωτήριο λόγο του τον αναγεννά πνευματικά και σωματικά και του παρέχει
 το δικαίωμα να επιστρέψει υγιής στο σπίτι του.
Το «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», προϋποθέτει μετάνοια και ειλικρινή
 εξομολόγηση, πράγμα το οποίο βλέπει κανείς στο πρόσωπο του παραλυτικού
 εκείνου ανθρώπου της Καπερναούμ.
Η εξομολόγηση, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι το μυστήριο εκείνο της Εκκλησίας μας,
 με το οποίο συγχωρούνται οι τυχόν αμαρτίες μας με την χάρη του Αγίου Πνεύματος,
που τις διαπράξαμε μετά τη Βάπτισή μας.
Το μυστήριο της εξομολόγησης είναι θεοσύστατο, το παρέδωσε αυτός ο Ιησούς
Χριστός, ο αιώνιος δομήτωρ της Εκκλησίας μας: «Αμήν, λέγω υμίν, όσα εάν δήσητε
 επί της γής, έσται δεδεμένα εν τω Ουρανώ και όσα εάν λύσητε επί της γής, έσται
λελυμένα εν τω Ουρανώ».
Η αληθινή εξομολόγηση σώζει τον άνθρωπο από την αμαρτία, η οποία αμαρτία είναι
 παράβαση και παρακοή του Θείου Νόμου και ριζώνει μέσα στην ψυχή του ανθρώπου
και την καταστρέφει, ως ο σκόρος το ρούχο και ο σκώληκας το φυτό.
Εάν δεν αποβάλει από μέσα του ο άνθρωπος την αμαρτία με το μυστήριο της 
εξομολόγησης, τότε χάνεται και απομακρύνεται από το έλεος και την ευσπλαχνία του
 Θεού Πατρός. Η συνεχής δε παρακοή του Θείου Νόμου γίνεται πλέον συνήθεια στον 
άνθρωπο και μάλιστα δύσκολα δύναται να απεμπλακεί και να ελευθερωθεί από τα
 δεσμά της αμαρτίας· γίνεται δούλος αυτής και «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος εστί»,
 θάνατος πνευματικός, πού είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό.
Ο άνθρωπος εκείνος που ειλικρινά μετανοεί, προσέρχεται, ανοίγει την καρδιά του και
με δάκρυα μετανοίας εναποθέτει το βάρος των αμαρτιών του στον Πνευματικό Πατέρα,
πού είναι ο αντιπρόσωπος του Θεού στην γή και παίρνει την άφεση, την συγχώρηση:
 «Παιδί μου, ο Θεός να σε συγχωρέσει», του λέγει ο Πνευματικός.
Έτσι, το Πνεύμα του Θεού ανοίγει την καρδιά του ταπεινώς εξομολογούμενου και του
παρέχει νέα πνευματική ζωή, τελεία αναμόρφωση. Το είναι του ολόκληρο
συγκλονίζεται και θερμαίνεται με την χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Ευλογία και συνάμα χαρά και αγαλλίαση δια τον εξομολογούμενο από την ώρα
 αυτή, κατά την οποίαν αναμορφώνεται ηθικά και μέσα του κυριαρχεί ηρεμία,
 βασιλεύει ο Χριστός, ο Σωτήρας και Λυτρωτής, διότι η αμαρτία νικήθηκε, έχασε
 την εξουσία της, απώλεσε την δύναμή της.
Με την ειλικρινή μετάνοια και εξομολόγηση ο άνθρωπος ελευθερώνεται από την
αμαρτία, γίνεται νέος άνθρωπος κατά Χριστόν και με την Θεία Χάρη και το άπειρο
 έλεος του Θεού Πατρός λαμβάνει, ως δώρο πολύτιμο, την ειρήνη της ψυχής του
 και την δύναμη να πράττει την αρετή, το καλό, το τέλειο, το αγαθό.
Όπως το δένδρο γνωρίζεται από το καρπό που προσφέρει, έτσι και η
αληθινή μετάνοια και εξομολόγηση καταφαίνεται από τα έργα και τις πράξεις
 του μετανοούντος.
Με το Μυστήριο της Μετανοίας και της Εξομολόγησης ο αληθώς εξομολογούμενος
 παίρνει γνώση και συναίσθηση της ηθικής κατάστασής του από τον πνευματικό
 του πατέρα και χαίρεται δι΄ αυτό πού πράττει, ως άνθρωπος πλέον ελεύθερος
από την αμαρτία.
Αγαπητοί μου αδελφοί,
Το μυστήριο της Εξομολόγησης είναι η πνευματική κολυμβήθρα του Σιλωάμ,
είναι η οικία εκείνη την οποία απεστέγασαν οι τέσσερις τραυματιοφορείς της
σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, προκειμένου ο παράλυτος να ακούσει υπό
 του Σωτήρος Χριστού το «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου, και σοι λέγω,
έγειρε και άρον τον κράββατόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου».
«Μετάνοια», λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «πάσης ψυχικής και σωματικής 
ασθενείας ιατρείον και σωτήριον φάρμακον».
Η κολυμβήθρα του Σιλωάμ και η οικία της Καπερναούμ δεν βρίσκονται μακριά
από εμάς και δεν είναι ανάγκη να δαπανήσουμε χρήματα, μια και σήμερα
υπάρχει πρόβλημα οικονομικό! Είναι πλησίον μας, αρκεί να επιδείξουμε
θέληση αγαθή και να συναισθανθούμε το βάρος των αμαρτιών μας.
«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς».
Ο Ετάζων καρδίας και νεφρούς, Κύριος, μας καλεί να μας θεραπεύσει από τις
 πληγές μας, να μας ανακουφίσει από το βάρος της αμαρτίας και να μας
απαλλάξει από τις κακίες μας.
Μας καλεί πάντοτε, ιδιαιτέρως τις άγιες αυτές ημέρες της Αγίας και
Μεγάλης Τεσσαρακοστής, να προστρέξουμε στον πνευματικό πατέρα
 μας και εν μετανοία και εξομολογήσει να εναποθέσουμε σ΄Αυτόν το βάρος
 των αμαρτιών μας, δια να λάβουμε παρά αυτού την άφεση και συγχώρηση.
Έτσι θα γνωρίσουμε και εμείς την ανόρθωση και ανακαίνιση της ψυχής και
του σώματός μας, πού είναι θείο δώρο και έτσι, υγιείς στην ψυχή και το
 σώμα θα διανύσουμε τον χρόνο της ζωής μας στον κόσμο αυτό ως τέκνα
φωτός.
Ας μην αναβάλουμε για το τέλος της ζωής μας την ιερά εξομολόγηση, διότι
 δεν γνωρίζουμε την ώρα του θανάτου μας, ο οποίος ως κλέπτης εν νυκτί
έρχεται. Μετά τον θάνατο δεν υπάρχει μετάνοια και διόρθωση. Μετά θάνατον
υπάρχει κρίση και ανταπόδοση.
Ας μην απελπιζόμαστε, εάν πράξαμε πολλές αμαρτίες. Ο Θεός Πατέρας
 μας, αγαθός, πολυεύσπλαχνος και οικτίρμων, θα συγχωρήσει δια του αίματος
 του Μονογενούς Υιού Αυτού όλες τις αμαρτίες μας· «έστιν ελπίς και μετά την
 αμαρτίαν, έστιν ίασις και μετά το έλκος», μας λέγει ο Μέγας Βασίλειος.
Ας προσέλθουμε, λοιπόν, τώρα πού υπάρχει καιρός μετανοίας στο λουτρό της
 Ιεράς Εξομολόγησης με συντετριμμένη την καρδιά και με ειλικρινή ταπείνωση
 ενώπιοι ενωπίω στον πνευματικό πατέρα μας.
Και έτσι, κάτω από το πετραχήλι του με λουτρό δακρύων και με ειλικρίνεια
 να εναποθέσουμε τις αμαρτίες μας, δια να ακούσουμε από τα χείλη του,
 εκείνο πού άκουσε και ο παράλυτος της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής
 από το αψευδές στόμα του Θεανθρώπου Ιησού: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι
αμαρτίαι σου, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει». ΑΜΗΝ.
Ο Λ.Κ.Α.Παΐσιος

Κυριακή Β Νηστειών Η πίστη κάνει θαύματα! Πρώτα η ψυχή μας



Η είδηση κυκλοφόρησε αστραπιαία: ο Κύριος βρίσκεται σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ. Κι αμέσως έτρεξαν κοντά του τόσο πολλοί, ώστε γέμισε όλο το σπίτι και δεν χωρούσε πλέον κανείς άλλος εκεί. Ενώ όμως ο Κύριος δίδασκε το λαό, τέσσερις άνθρωποι μετέφεραν εκεί, πάνω σ’ ένα κρεβάτι, έναν παράλυτο. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον φέρουν μέσα στο σπίτι, ανέβηκαν στη στέγη του σπιτιού και την ξήλωσαν πάνω από το σημείο που βρισκόταν ο Κύριος. Κατόπιν κατέβασαν σιγά-σιγά το κρεβάτι. Και καθώς ο Κύριος είδε μπροστά του τον παράλυτο, διέγνωσε τη μεγάλη πίστη που είχε κι αυτός και οι άλλοι που τον μετέφεραν.
Διότι οι φίλοι του παραλύτου δεν θα έφερναν τον φίλο τους στον Χριστό, αν δεν είχαν μια τόσο μεγάλη και δυνατή πίστη. Και μάλιστα μετέφεραν τον φίλο τους με τόσες δυσκολίες και κόπους μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων. Χωρίς να υπολογίσουν τις αντιδράσεις του ιδιοκτήτη, έκαναν μία πράξη τόσο επικίνδυνη! Διότι η ανάβαση του παραλύτου στη στέγη του σπιτιού και η κάθοδός του από το άνοιγμα της στέγης ήταν δύσκολη επιχείρηση και είχε πολλούς κινδύνους. Αυτοί όμως δεν υπολόγισαν τίποτε, διότι είχαν μεγάλη πίστη. Τέτοια πίστη άλλωστε είχε κι ο παράλυτος, διότι δεν θα δεχόταν να τον μεταφέρουν με τον τρόπο αυτό, εάν δεν πίστευε ότι ο Ιησούς μπορούσε να τον κάνει καλά.
Και διδασκόμαστε έτσι πόσο μεγάλα θαύματα μπορεί να κάνει η θερμή και ακλόνητη πίστη. Μια τέτοια πίστη χρειαζόμαστε κι εμείς. Μια πίστη που δεν θα υπολογίζει εμπόδια, κινδύνους και συνέπειες, θα ξεπερνά τα όρια της περιορισμένης λογικής. Αυτή την πίστη που θα μεταμορφώνει τη ζωής μας και θα μας οδηγεί στην υπακοή του θείου θελήματος. Βέβαια η πίστη είναι θείο δώρο, ουράνιο χάρισμα, και η καλλιέργεια της πίστεως είναι έργο μιας ολόκληρης ζωής. Γι’ αυτό θα πρέπει να ζητούμε από τον άγιο Θεό με όλη τη θέρμη της καρδιάς μας να μας κάνει ανθρώπους πίστεως, για να παραθέτουμε τον εαυτό μας και τη ζωή μας ολόκληρη στα χέρια του παντοδυνάμου Θεού.


Καθώς ο Κύριος διέγνωσε αυτή τη μεγάλη πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Παιδί μου, σου έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες σου, οι οποίες είναι η αιτία της σωματικής παραλυσίας σου». Μόλις όμως άκουσαν τα λόγια του Κυρίου μας οι Φαρισαίοι, άρχισαν να σκέφτονται: Γιατί ο άνθρωπος αυτός ξεστομίζει τέτοιες βλασφημίες; Ποιος άλλος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός; Ο Κύριος όμως, που κατάλαβε της πονηρές σκέψεις τους, τους είπε: Γιατί έχετε τέτοιους κακούς λογισμούς; Τι είναι ευκολότερο, να πω στον παράλυτο «είναι συγχωρημένες οι αμαρτίες σου», ή να του πω, «πάρε στον ώμο σου το κρεβάτι σου και περπάτα»; Για να μάθετε λοιπόν ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία στη γη να συγχωρεί αμαρτίες, λέει στον παράλυτο: Σε σένα μιλώ, πάρε το κρεβάτι στον ώμο σου και πήγαινε στο σπίτι σου.
Και ο παράλυτος σηκώθηκε αμέσως, πήρε το κρεβάτι του και έφυγε από το σπίτι εκείνο. Τον είδαν όλοι με τα μάτια τους και έκπληκτοι δόξαζαν τον Θεό λέγοντας ότι ποτέ δεν είδαμε παράλυτο με μία προσταγή να σηκώνεται αμέσως και να περπατά.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Από την όλη διήγηση του θαύματος φαίνεται ξεκάθαρα ότι ο παράλυτος αυτός έπασχε από διπλή παραλυσία. Ήταν άρρωστος και στο σώμα και στην ψυχή. Οι πολλές αμαρτίες του είχαν παραλύσει και την ψυχή και το σώμα του. Και ο Κύριος ήθελε να λυτρώσει τον παράλυτο πρώτα από την παραλυσία της ψυχής του, που ήταν η αιτία της ασθενείας του.
Ο Κύριος βέβαια κάποιες φορές μπορεί να συγχωρεί τις αμαρτίες μας χωρίς να θεραπεύει τις ασθένειές μας. Ή και αντίθετα, να θεραπεύει τις ασθένειές μας χωρίς να συγχωρεί τις αμαρτίες μας, όταν εμείς μένουμε αμετανόητοι. Αλλά τότε ποια ωφέλεια μπορούμε να έχουμε όταν μείνει μέσα στην ψυχή μας το δηλητήριο της αμαρτίας; Αντίθετα, όταν με τη μετάνοια και ιερά Εξομολόγηση συμφιλιωθούμε με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν θεραπευθούν οι ασθένειές μας, αισθανόμαστε το φορτίο των ασθενειών μας πιο ελαφρό και κερδίζουμε αιώνια σωτηρία!
Μη λέμε λοιπόν «πάνω απ’ όλα η υγεία». Λάθος! Πάνω απ’ όλα η υγεία της ψυχής μας! Τι να το κάνεις να ζήσεις υγιής πολλά χρόνια και να υποφέρεις αιωνίως φρικτούς πόνους στην κόλαση; Εμείς βέβαια, όταν αρρωστήσει το σώμα μας, τρέχουμε στους καλύτερους γιατρούς, και καλά κάνουμε. Για την ψυχή μας όμως, που είναι συχνά άρρωστη, θα πρέπει να δείχνουμε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Να τρέχουμε τακτικά στο μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως. Εκεί ο γιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας θα μας προσφέρει την ίαση της ψυχής μας. Και εάν το κρίνει ωφέλιμο για μας, θα μας χαρίζει και την υγεία του σώματος. Εμείς πάντως ας το κατανοούμε, ας το εφαρμόζουμε και ας το λέμε: «πάνω απ’ όλα η υγεία… της ψυχής μας».

Από τα πρόσκαιρα στα αιώνια Κυριακή Β Νηστειών



Στο αποστολικό Ανάγνωσμα της Β’ Κυριακής των Νηστειών ο απόστολος Παύλος διατυπώνει επιγραμματικά ένα μεγάλο μυστήριο της πίστεώς μας: ότι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά είναι και ο προαιώνιος και αναλλοίωτος Θεός. Και τεκμηριώνει τη μεγάλη αυτή δογματική αλήθεια αναφέροντας ένα χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης που απευθύνεται στον Υιό του Θεού και λέει: Εσύ, Κύριε, στην αρχή της δημιουργίας θεμελίωσες τη γη στο ουράνιο στερέωμα, και «ἔργα τῶν χειρῶν σού εἰσιν οἱ οὐρανοί· αὐτοὶ ἀπολοῦνται, σὺ δὲ διαμένεις». Αυτοί θα εξαφανιστούν και το σχήμα τους θα αλλάξει. Εσύ όμως παραμένεις αμετάβλητος. Όλος ο κόσμος σαν ένδυμα θα παλιώσει, κι Εσύ θα τον περιτυλίξεις σαν ρούχο και θα γίνει καινούργιος. Εσύ όμως είσαι πάντοτε ο ίδιος και τα έτη σου θα είναι ατελείωτα. Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος εξηγεί ότι ο Κύριός μας είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τους αγγέλους, θέτοντας το εξής ερώτημα: Σε ποιον από τους αγγέλους έχει πει ποτέ ο Θεός Πατήρ: Κάθισε στα δεξιά μου, μέχρι να υποτάξω τους εχθρούς σου και να τους βάλω κάτω από τα πόδια σου; Σε κανένα. Μόνο στον Υιό του το είπε.
Διότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο προαιώνιος Υιός του Θεού. Είναι ο δημιουργός της κτίσεως. Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και όλη την οικουμένη. Όλα μέσα στην κτίση φθείρονται, γηράσκουν και χάνονται. Το σύμπαν ολόκληρο είναι υπόδουλο στη φθορά και οδηγείται προς το τέλος του. Αλλά και η ιστορία των ανθρώπων διαρκώς μεταβάλλεται. Βασιλείες και αυτοκρατορίες εμφανίζονται, ακμάζουν, παρακμάζουν και τελικά εξαφανίζονται. Όλα κάποτε τελειώνουν, και οι εγκόσμιες επιτυχίες σβήνουν. Οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη. Κι εμείς ολοένα αλλάζουμε, στον κόσμο αυτό όλοι είμαστε προσωρινοί. Ήμασταν παιδιά, μεγαλώσαμε, θα γεράσουμε, θα φύγουμε. Η ζωή μας κλίνει προς τη δύση της. Θα πεθάνουμε και το σώμα μας θα διαλυθεί στον τάφο. Αλλά μετά από τον μακρύ αυτόν ύπνο θα αναστηθούμε και θα εισέλθουμε στην αιώνια ζωή.
Ας μην αφήνουμε λοιπόν την καρδιά μας να προσκολλάται στα επίγεια και φθαρτά, που φεύγουν και χάνονται. Αλλά να ζούμε με τον πόθο και την αγάπη για τον ασυγκρίτως ανώτερο εκείνο κόσμο που θα ανατείλει, τον αιώνιο και άφθαρτο και αληθινό. Να ποθούμε τον ουρανό και τη Βασιλεία του Θεού. Εκεί να στρέφουμε τη σκέψη μας και τη ζωή μας, εκεί να είναι τα όνειρά μας και οι προσδοκίες μας. Και να είμαστε πάντοτε άγρυπνοι για να την κατακτήσουμε.

Να προσέχουμε τους λόγους Του

Ο απόστολος Παύλος στη συνέχεια μας θέτει ενώπιον των ευθυνών μας. Αφού λοιπόν, λέει, ο Κύριός μας είναι ο προαιώνιος Θεός, «διά τοῦτο δεῖ περισσοτέρως ἡμᾶς προσέχειν τοῖς ἀκουσθεῖσι». Πρέπει περισσότερο να προσέχουμε σ’ αυτά που ακούσαμε και είναι λόγοι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Διότι εάν δεν προσέξουμε, διατρέχουμε τον κίνδυνο να παρασυρθούμε και να πέσουμε έξω. Και αλίμονό μας, αν μας συμβεί αυτό. Διότι, αν ο νόμος που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή διά μέσου των αγγέλων, αποδείχθηκε βέβαιος, και κάθε παράβασή του τιμωρήθηκε δίκαια, πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μία τόσο σπουδαία σωτηρία; Η σωτηρία αυτή αφού άρχισε να κηρύττεται από τον ίδιο τον Κύριο, μας παραδόθηκε από τους Αποστόλους, που την άκουσαν απευθείας από τον Κύριο.
Στο ιερό αυτό κείμενο ο Απόστολος Παύλος μας προειδοποιεί ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε τη σωτηρία μας, εάν δεν δείξουμε την ανάλογη προσοχή στις θείες αλήθειες που μας αποκάλυψε ο Κύριος. Κινδυνεύουμε να τις συνηθίσουμε και σιγά-σιγά να χάσουμε το δρόμο μας. Και τότε θα είμαστε αναπολόγητοι την ημέρα της Κρίσεως. Διότι δεν μπορούμε να παίζουμε με το νόμο του Θεού και να τον περιφρονούμε.
Γι’ αυτό ο θείος Απόστολος μας ζητά να δείξουμε σοβαρότητα και υπευθυνότητα απέναντι στο νόμο του Θεού. Να τον ακούμε με προσοχή και ενδιαφέρον. Πόσες φορές ακούμε στην εκκλησία το ιερό Ευαγγέλιο ή κάποιο κήρυγμα; Πόσες φορές διαβάζουμε στο σπίτι μας την Αγία Γραφή ή κάποιο πνευματικό βιβλίο! Κάθε φορά λοιπόν που ακούμε τον θείο λόγο, να κατανοούμε ότι είναι μεγίστης σπουδαιότητας. Και γι’ αυτό να τον ακούμε με πίστη και φόβο Θεού. Να τον μελετούμε συχνά και με προσοχή, συγκρατώντας τα θεία νοήματα στη μνήμη μας και στις καρδιές μας. Κι έτσι να ευθυγραμμίζουμε τη ζωή μας με το θείο νόμο. Για να μη χάσουμε την ψυχή μας, αλλά να κερδίσουμε τη σωτηρία μας και να αξιωθούμε να ζήσουμε κι εμείς μαζί με τον Κύριο στη Βασιλεία του αιωνίως.

ΣΧΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΝΗΣΤΕΙΩΝ, Γρηγορίου του Παλαμά, Μαρκος κεφ.2, στχ.1 - 12 ,π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας


ΣΧΕΣΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ

Η φράση του Χριστού «ἀφέωνταί σοι αἱ ἀμαρτίαι σου» απευθύνεται στον παράλυτο που του φέρνουν σε κάποιο σπίτι στην Καπερναούμ κατά το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.
Μας κάνει εντύπωση το γεγονός ότι αυτά τα λόγια τα απευθύνει σε έναν άνθρωπο σωματικά ασθενή. Αυτός ζητεί την γιατρειά του και ο Χριστός του προσφέρει την απαλλαγή από τις αμαρτίες. Νοιώθει περίεργα ο σύγχρονος άνθρωπος με τη σκέψη ότι υπάρχει σχέση ανάμεσα στην αμαρτία και την αρρώστια και διερωτάται ποια σχέση έχει η μια από την άλλη. Ακόμη βλέπουμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος χάνει όλο και περισσότερο την αίσθηση της αμαρτίας χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί μερικές πράξεις που τον εξυπηρετούν και είναι σύμφωνες με τις επιθυμίες του να θωρούνται σαν αμαρτίες. Οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στη δυσάρεστη πραγματικότητα της αμαρτίας και προτιμούν να την αναλύουνε δίνοντας της άλλα ονόματα. Ποιος δεν έχει ακούσει λόγου χάρη για την αγωνία και το άγχος στην εποχή μας; Είναι της μόδας πλέον οι χαρακτηρισμοί νευρωτικό, ψυχοπαθής κ.λ.π .
Οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι μάς δίνουν φοβερές περιγραφές της ανθρώπινης ψυχής ,στην οποία συσσωρεύονται ποικίλες πικρίες από την μη ομαλή ζωή και δημιουργούνται επιθυμίες εκδικήσεως , καταστροφών , μίσους κ.λ.π.
Όλα αυτά δεν είναι παρά απόδειξη και περιγραφή μιας καταστάσεως που η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ την χαρακτηρίζει με την λέξη αμαρτία.
Η ΑΓ. ΓΡΑΦΗ μας παρουσιάζει μια πολύ βαθιά σύλληψη της αποτυχίας των ανθρώπων , της αμαρτίας , και δεν την θεώρησαν σαν μια απλή παράβαση της θείας εντολής.
Θα ήταν πολύ παιδαριώδης μια τέτοια αντίληψη και δεν θα δικαιολογούσε την ενσάρκωση του Χριστού. Εάν ο Θεός γίνεται άνθρωπος μέσα στον κόσμο για να αναστηθεί ως Θεός, αυτό φανερώνει ότι η ζημία της ανθρωπότητας από την αμαρτία έχει μεγαλύτερη έκταση και τραγικότερες συνέπειες από ότι εκφράζουν οι λέξεις παράβαση και παράπτωμα .
Σε αυτό ακριβώς οφείλεται και το ελπιδοφόρο μήνυμα της ΑΓ. ΓΡΑΦΗΣ στο ότι από την αγωνία του μηδενός και από τον φόβο του θανάτου σώζει τον άνθρωπο ο θεός με τον σταυρό και την ανάσταση του Χριστού.
Να γιατί ο αρχηγός της ζωής Χριστός λέγει στον παράλυτο τα λόγια «ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Απαλλάσσοντας τον άρρωστο από την πηγή του κακού, την αμαρτία, τον ελευθερώνει από τις συνέπειές του. Αν τα ευαγγέλια μας αναφέρουν παρόμοια θαύματα είναι γατί θέλουν να μας παρουσιάσουν την καινούργια κατάσταση της λυτρώσεως που προσφέρει στον κόσμο ο Χριστός.
Η αισιοδοξία λοιπόν του χριστιανικού μηνύματος συνίσταται στο ότι είναι στραμμένο όχι στο παρελθόν αλλά στο μέλλον, όχι στο κακό που κυριάρχησε μέσα στον κόσμο αλλά στην σωτηρία που προσφέρεται σαν μια καινούργια δυνατότητα στον άνθρωπο.
Οπότε είναι ασυγχώρητος αυτός που προτιμά στα όρια του κακού και της αμαρτίας, ενώ του προσφέρεται η απεριόριστη αγάπη του Θεού μέσα στα μυστήρια της Εκκλησίας. 

Κυριακή Β Νηστειών - Αρχιμανδρίτης Κοσμάς Λαμπρινός





Άρθρο του αρχιμ. Κοσμά Λαμπρινού«Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»
Ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου, το Ευαγγελικό ανάγνωσμα που μας ανέγνωσε η αγία μας Εκκλησία, Β΄Κυριακή των Νηστειών, ημέρα που πανηγυρίζουμε τη μνήμη του αγ. Γρηγορίου, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά. Και μας το διάβασε για να μας οδηγήσει στην μετάνοια αφού ο Χριστός πρώτα θεράπευσε τη ψυχή του παραλύτου της περικοπής μας και έπειτα το σώμα του.
Πως όμως συνέβη τούτο; Τέσσερις σπλαγχνικοί άνθρωποι είδαν τον παράλυτο και αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να τον αφήσουν αβοήθητο. Πίστευαν ότι ο Χριστός μπορούσε να τον θεραπεύσει. Πολλοί έβλεπαν τον παράλυτο. Τον έβλεπαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τον έβλεπε κι όλος ο Ιουδαϊκός λαός. Τι έκαναν όμως; Τίποτα. Οι τέσσερις αυτοί άνθρωποι, άγνωστοι μεν σε μας, γνωστοί όμως στο Θεό, ήθελαν να μεταφέρουν τον παράλυτο στο Χριστό. Δεν περίμεναν να πάει ο Χριστός στο παράλυτο. Πως όμως; Σκέφτηκαν διάφορους τρόπους. Η αγάπη, αδελφοί μου, είναι εφευρετική. Έτσι βρήκαν τον τρόπο μεταφοράς του παραλύτου. Τον έβαλαν πάνω σε ένα φορείο και τον πήγαν στο σπίτι όπου δίδασκε κείνο τον καιρό ο Χριστός. Τότε όμως βρέθηκαν προ ενός άλλου προβλήματος. Στο σπίτι υπήρχε πλήθος λαού που δεν άνοιγε δρόμο να περάσει το φορείο με τον παράλυτο. Όλοι κρατούσαν σφικτά τις θέσεις τους. Το θέαμα του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου κανέναν απ’ αυτούς δεν συγκινεί. Θα περιμέναμε οι Γραμματείς και Φαρισαίοι που διάβαζαν το Νόμο να φανούν και εφαρμοστές του. Αλλά δεν τον εφάρμοζαν. Τότε, πως έβαλαν οι τέσσερις σπλαγχνικοί άνθρωποι τον παράλυτο στο σπίτι; Είπαμε ότι η αγάπη είναι εφευρετική. Και βρήκαν τον τρόπο. Ανέβηκαν στη σκεπή του σπιτιού, όπως γνωρίζουμε από το ευαγγελικό ανάγνωσμα, «απεστέγασαν την στέγη», όπως μας λέει ο άγ. Μάρκος, και κατέβασαν τον παράλυτο με σχοινί μπροστά στο Χριστό.
Κι ο Χριστός σταματώντας για λίγο την ομιλία του, βλέπει την πίστη των τεσσάρων αυτών ανθρώπων, των αχθοφόρων της αγάπης, και απευθύνεται προς τον παράλυτο λέγοντάς του: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Παιδί μου, του λέει, σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου.
Η πίστη των τεσσάρων αυτών ανθρώπων τους έκαναν να αγαπήσουν τον άγνωστο άνθρωπο γι’ αυτούς και να τον σώσουν οδηγώντας τον στο Χριστό.
Αλλά γιατί ο Χριστός να θεραπεύσει πρώτα την ψυχή του παραλύτου; Γιατί, όπως μας λέει ο απ. Παύλος, όλες οι ασθένειες οφείλονται στην αμαρτία. Γι’ αυτό και ο Χριστός; συγχώρεσε πρώτα τις αμαρτίες του. Οι Γραμματείς και Φαρισαίοι όμως, που ήταν γεμάτοι υποκρισία, έλεγαν μέσα τους ότι ο Χριστός είναι βλάσφημος. Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Μόνον ο Θεός. Πως τότε, έλεγαν μέσα τους, ο Χριστός λέει ότι μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες; Θεός είναι; Δεν καταλάβαιναν ότι μπροστά τους είχαν τον Υιό και Λόγο του Θεού. Αλλά ο Χριστός που διαβάζει και τις πιο κρυφές μας σκέψεις είπε: τι είναι πιο εύκολο σε μένα, να πω στον άνθρωπο αυτό σου συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να του πω «σήκω, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε υγιής στο σπίτι σου»; Για να δείτε πως είμαι Αληθινός Θεός λέει στον παράλυτο: παιδί μου σήκω υγιής και πήγαινε σπίτι σου.
Ναι, αδελφοί μου, εκείνο που έκανε το Χριστό να θεραπεύσει τον παράλυτο είναι τόσο η πίστη των τεσσάρων, όσο και η αγάπη τους.
Εμείς πως διδασκόμαστε από το παράδειγμα των τεσσάρων αυτών ανθρώπων; Και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι δυστυχισμένοι. Υπάρχουν άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι στα νοσοκομεία και σε άλλα ιδρύματα που χρειάζονται το λιγότερο ένα λόγο παρηγοριάς από μας. Γιατί ενδέχεται να υπάρχουν και άνθρωποι που δεν έχουν σταθερά πίστη και να λένε ότι όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά κι ο Θεός τους εγκατέλειψε. Μπορεί εμείς να μην είμαστε ο Χριστός και να θαυματουργούμε. Μπορεί να είμαστε οι άγιοι Απόστολοι που να κάνουμε θαύματα με τη δύναμη του Χριστού. Μπορούμε όμως να πούμε στους συνανθρώπους ένα καλό λόγο για να μην νιώθουν μόνοι στη ζωή.
Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που θέλουν να έρθουν εκκλησία αλλά δεν μπορούν γιατί δεν μπορούν να έρθουν μόνοι τους. Πρέπει κάποιος να τους μεταφέρει. Εμείς πηγαίνουμε στην αγορά, στο θέατρο, στο κινηματογράφο, στην πλατεία. Αλλά αυτοί δεν μπορούν γιατί χρειάζεται κάποιος να τους μεταφέρει. Κι άλλοι πάλι χρειάζεται να τους τονώσουμε την πίστη. Γιατί εκτός από την παραλυσία του σώματος είναι και η παραλυσία της ψυχής. Έτσι η αγάπη μας, αδελφοί, πρέπει να απλώνεται και να αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους.
Και επειδή μιλήσαμε για πίστη, και σήμερα εορτάζουμε την μνήμη του αγ. Γρηγορίου, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, του Παλαμά, που ήτο άνθρωπος πίστεως, αγάπης, ταπεινοφροσύνης και κάθε αρετής μας διδάσκει την αγάπη. Δεν πρέπει η προσευχή μας και η αγάπη μας να είναι μόνον για τους δικούς μας. Γιατί ο Χριστός δεν ήρθε για λίγους ανθρώπους. Δεν ήρθε για μια φυλή και ένα έθνος. Ήρθε για όλο τον κόσμο. Τώρα γίνεται από την Αμερική μια άδικη επίθεση προς το Ιράκ. Σκοτώνονται πάρα πολλοί αθώοι. Τι κι αν δεν είναι Χριστιανοί; Η καρδιά μας ως χριστιανοί πρέπει να αγαπά κάθε άνθρωπο στη γη μας. Ακόμα και τους ειδωλολάτρες και τους μωαμεθανούς.
Υπάρχουν άπιστοι που λένε ότι η πίστη του Χριστού χάθηκε. Λάθος! Όσο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την αρετή της αγάπης ως την μεγαλυτέρα στη ζωή τους η πίστη ζει και ο Χριστός είναι μέσα μας. Όταν εφαρμόζουμε το Ευαγγέλιο στη ζωή μας η πίστη του Χριστού είναι ζωντανή.
Αδελφοί μου! Ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, άγιος Γρηγόριος, εκτός του ότι πολέμησε τους αιρετικούς παπικούς, ζητά από το Θεό το φωτισμό Του. «Κύριε, λέει, φώτισόν μου το σκότος». Αυτός που ήταν φωτισμένος και είχε αγωνισθεί σ’ όλη τη ζωή του μέσα στις σπηλιές και τις ερήμους της Βεροίας λάμποντας εν τέλει ως φως μέσα στην μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη, ζητά το φωτισμό του Θεού. Εμείς ποιοι είμαστε αδελφοί, που πολλές φορές λέμε ότι δεν έχουμε αμαρτίες για να πάμε στον πνευματικό και να εξομολογηθούμε; Χρειαζόμαστε, αδελφοί μου, την Εξομολόγηση για να φωτίζουμε τη ψυχή μας και να καθαριζόμαστε ψυχικά.
Εύχομαι να είμαστε πιστοί και ευλαβείς χριστιανοί, άνθρωποι αγάπης και ελπίδος στο Θεό, για να κερδίσουμε μαζί με τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά και όλη τη χορεία των αγίων τη βασιλεία των ουρανών.

Ἡ χώρα τῶν θαυμάτων -Αρχιμανδρίτης Βαρνάβας Λαμπρόπουλος





Σχετικά πρόσφατα ξαναμεταφέρθηκε στήν μεγάλη ὀθόνη τό κλασικό ἔργο τοῦ Λούις Κάρολ «Ἡ Ἀλίκη στήν χώρα τῶν θαυμάτων». Μιλώντας γιά τήν ταινία ὁ σκηνοθέτης της, Τίμ Μπάρτον, εἶπε ἀνάμεσα στά ἄλλα καί τά ἑξῆς ἐνδιαφέροντα:

«Τό ‘ταξίδι’ τῆς Ἀλίκης εἶναι ἕνα ταξίδι, πού ὅλοι πρέπει νά κάνουμε. Ἡ ‘Χώρα τῶν Θαυμάτων’ βρίσκεται μέσα μας, καί μᾶς περιμένει νά τήν ἀνακαλύψουμε. Πρόκειται γιά ἕνα ταξίδι ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ: ‘Ποιός εἶμαι; Ποῦ πηγαίνω; Τί πραγματικά θέλω;’ Καί σ’ αὐτό τό ταξίδι χρειαζόμαστε ὅλο καί περισσότερο ΦΩΣ! Κανείς δέν μπορεῖ νά παριστάνει ὅτι δῆθεν ὅλα μέσα του εἶναι φωτεινά. Ὅποιος ἰσχυρίζεται κάτι τέτοιο, καί ἐπιμένει, εἶναι ἐπικίνδυνος! Ἀποτελεῖ ... κινούμενη ὡρολογιακή βόμβα, πού κάποτε θά ἐκραγῆ!

»Ἀντίθετα, ὅποιος καταλαβαίνει τό σκοτάδι πού κουβαλάει μέσα του, μοῦ φαίνεται πιό ΑΓΝΟΣ καί πιό ΥΓΙΗΣ!...»
 
* * *

Τήν Δευτέρα Κυριακή τῶν Νηστειῶν γιορτάζουμε τήν μνήμη ἑνός ὄντως ΥΓΙΟΥΣ καί ΑΓΝΟΥ ἀνθρώπου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἦταν ἕνα πολύ δυνατό καί κοφτερό μυαλό. Καί τό ἀξιοποίησε, κοπιάζοντας νά ἀποκτήσει τήν πιό συγκροτημένη μόρφωση – γιά τά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του. Ἔπαιζε στά δάχτυλα ὅλη τήν κλασσική ἑλληνική γραμματεία. Καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε κάποτε σέ μιά φιλοσοφική συζήτηση μπροστά στόν αὐτοκράτορα, ἕνας τόσο μεγάλος σοφός, ὁ Θεόδωρος Μετοχίτης ἐνθουσιάστηκε μέ τήν σοφία τοῦ νεαροῦ τότε Γρηγορίου, καί ξέσπασε μέ τά λόγια: «Ἄν ἦταν ἐδῶ ὁ Ἀριστοτέλης, θά σέ ἐπαινοῦσε καί θά σέ καμάρωνε!»...

Ὅμως, τά μυαλά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου δέν ... πῆραν ἀέρα! Ἤξερε ὅτι ἡ κατά κόσμον σοφία, ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι, ἐλάχιστα φωτίζει τόν ἄνθρωπο, γιά νά βρῆ τό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς. Χρειάζεται μιά ἄλλη πηγή Φωτός, γιά νά φωτίσει τά ἐσωτερικά μας σκοτάδια. Χρειάζεται τό Ἀληθινό Φῶς τοῦ Χριστοῦ!

Γι’ αὐτό, ὅταν πῆγε νά ἀσκηθῆ στό Ἅγιον Ὄρος, ἡ συνεχής προσευχή του ἦταν: «Κύριε, φώτισόν μου τό σκότος! Φώτισόν μου τό σκότος!» Μέ αὐτή τήν προσευχή του ἀναγνώριζε ὅτι, παρ’ ὅλη τήν τεράστια μόρφωσή του, «κουβαλοῦσε μέσα του σκοτάδι»! Καί διακήρυττε ὅτι:

στήν ἀληθινή αὐτογνωσία, φτάνουμε ΜΟΝΟ μέ τό ΦΩΣ τοῦ Χριστοῦ·

τήν «Χώρα τῶν Θαυμάτων», πού κρύβουμε μέσα μας, μποροῦμε νά τήν ἀνακαλύψουμε ΜΟΝΟ μέ τό ΦΩΣ τοῦ Χριστοῦ·

τό πιό μεγάλο ΘΑΥΜΑ, πού μποροῦμε νά ζήσουμε μέσα μας, εἶναι ὁ ΦΩΤΙΣΜΟΣ τοῦ Χριστοῦ·

τελικά ὁ ἄνθρωπος γίνεται ΑΛΗΘΙΝΟΣ, ΑΓΝΟΣ καί ΥΓΙΗΣ, ὅταν καταλάβει ὅτι δέν εἶναι αὐτόφωτος ἀλλά ΕΤΕΡΟΦΩΤΟΣ!
 
* * *

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, βέβαια, δέν ἀρκέστηκε σέ ὡραῖες διακηρύξεις καί διαπιστώσεις. Ἔδειξε στήν πράξη, μέ τήν συνεπῆ ἀσκητική του ζωή καί τήν ὑπακοή του στόν Χριστό, ὅτι:

1. χρειάζεται καί τό ... δικό μας τό «χεράκι», γιά νά γυρίσει ὁ «διακόπτης» καί νά ἀνάψει τό Φῶς τοῦ Θεοῦ μέσα μας·

2. πρέπει νά μή φοβόμαστε νά ἀνοίξουμε τά «παράθυρα», γιά νά μπῆ μέσα μας τό ΦΩΣ τό ΑΛΗΘΙΝΟ, ὅσο κι ἄν δείξει βρώμικο καί ἀκατάστατο τό «δωμάτιο» τῆς ψυχῆς μας·

3. ἀξίζει νά κουραστοῦμε λιγάκι στό καθάρισμα τοῦ «δωματίου» μας, καί νά συνεχίσουμε μέ τήν διαρκῆ ΜΕΤΑΝΟΙΑ νά τό κρατᾶμε καθαρό, ὥστε νά χαιρόμαστε πάντοτε τό ΦΩΣ τοῦ Χριστοῦ νά πλημμυρίζει τήν ζωή μας.

Μόνον ἔτσι θά ἀπολαμβάνουμε τήν Ἀληθινή Χώρα τῶν Θαυμάτων, πού εἶναι ἡ ΟΛΟΦΩΤΗ ἁγία μας Ἐκκλησία.

Ἁμαρτία καὶ ἀρρώστεια- Λύτρωση καὶ θεραπεία Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης



«Τέκνον ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ στὸν παραλυτικό τῆς Καπερναοὺμ συνδέει τὴν ἀρρώστια μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὴ συγχώρηση μὲ τὴ θεραπεία. Γι' αὐτὸ ὁ Χριστὸς πρῶτα θεραπεύει τὸ κέντρο καὶ τὴ ρίζα τῆς ἀρρώστιας, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτία καὶ στὴ συνέχεια προσφέρει τὴ σωματικὴ θεραπεία. Αὐτὴ ἡ θεραπεία εἶναι ἡ ἀπόδειξη ὅτι «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐξουσίαν ἔχει ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας». Ἂν δὲν ὑπάρχει μία τέτοια σχέση καὶ συνάφεια μεταξύ τῆς συγχώρησης καὶ τῆς θεραπείας, τότε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ παραμένουν ἀκατανόητα, μετέωρα καὶ χωρὶς συνοχή. Ὁ Χριστὸς κηρύττει ὡς νικητὴς τῆς ἁμαρτίας, αἴρει καὶ παραμερίζει τὸ βάρος της καὶ θεραπεύει τὰ συμπτώματά της, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἡ ἀρρώστια.


Χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ ἐπιστήμη

Ὅμως ὅλα αὐτὰ ἀκούγονται παράδοξα καὶ προκαλοῦν τὴ λογική τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἀντίθετα μὲ τὸ ἐπιστημονικό του κοσμοείδωλο. Σὲ κανένα ἰατρικὸ βιβλίο δὲν φαίνεται ἡ σχέση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια, οὔτε βέβαια τῆς θεραπείας μὲ τὴ σωτηρία. Ὡστόσο κανεὶς γιατρὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ ὅτι ἡ ἁμαρτία, ὡς καταπάτηση τῶν νόμων τῆς ζωῆς καὶ τῶν ὁρίων τῆς φύσεως, ἀποτελεῖ ξένο σῶμα στὸν ὀργανισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι βάρος τὸ ὁποῖο πιέζει τὴν ψυχή, ἀμβλύνει τὴν ἀντοχή της καὶ ὁδηγεῖ στὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ἀσθένεια καὶ μέσα ἀπ' αὐτὴ στὸ βιολογικὸ θάνατο. Συμπεραίνει λοιπὸν κανεὶς ὅτι τὸ φυσικὸ κακὸ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἠθικό, ποὺ εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν πόνων καὶ τῶν θλίψεων τοῦ κόσμου.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν ἐξετάζει τὰ ἐξωτερικὰ αἴτια ποὺ προκαλοῦν μία ἀσθένεια. Δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὰ βιολογικὰ αἴτια καὶ τοὺς ἰατρικοὺς τρόπους θεραπείας, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται νὰ ἐρευνᾶ ἡ ἐπιστήμη βελτιώνοντας τὴ φυσικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πίστη δὲν ὑποκαθιστᾶ τὴν ἐπιστήμη, οὔτε ἡ ἐπιστήμη καταργεῖ τὴν πίστη, γι' αὐτὸ καὶ στὴν πραγματικότητα δὲν συγκρούονται ποτέ. Ὅταν καὶ οἱ δύο λειτουργοῦν σωστά, βοηθοῦν τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνορθώνεται ἀπὸ τὴν πτώση. Ἡ ἐπιστήμη, ὡς δυνατότητα τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔχει βέβαια κάποια ὅρια. Ὅμως πέρα καὶ πάνω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὅρια ἀρχίζει ὁ ἀπέραντος χῶρος τῆς πίστεως. Ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ἐμβαθύνει στὴ ρίζα τοῦ πόνου, τῆς ἀρρώστιας καὶ τοῦ θανάτου ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ διατάραξη τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Ἐδῶ βρίσκεται ἡ ἀπάντηση στὸ πῶς προῆλθε τὸ κακὸ στὸν κόσμο καὶ στὸ πῶς μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ὀντολογικά.



Ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὴν ἀρρώστια καὶ τὴ θεραπεία

Ὁ Χριστὸς δὲν μιλᾶ πουθενὰ γιὰ τὴν οὐσία τῆς ἁμαρτίας, τὴν προϋποθέτει ὅμως στὸ κήρυγμά του σὰν μιὰ φοβερὴ καθημερινὴ πραγματικότητα ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐπικράτηση τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὅσο διαρκεῖ ὁ σημερινὸς κόσμος, ἡ ἀνθρωπότητα θὰ συνεχίζει νὰ ὑφίσταται τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, μία ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι καὶ ἡ ἀσθένεια. Ἡ ἁμαρτία γίνεται πρόξενος θλιβερῶν συνεπειῶν γιὰ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως. Ὅλοι γνωρίζουμε πόσο συχνὰ δοκιμάζεται ἡ ζωή μας ἀπὸ τὸ ἄγχος, τὴν ἀγωνία, τὸ φόβο, τὴν ἀνασφάλεια, τὴν ἐσωτερικὴ διάσπαση καὶ διάσταση• μία πνευματικὴ καὶ σωματικὴ κατάσταση ἀρρώστιας καὶ φθορᾶς. Μόνο μέσα σ' αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ κατανοοῦμε τὴν ἐσωτερικὴ σχέση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

Ὁ Χριστός, καθὼς συναντᾶ τὸν ἄνθρωπο, ζεῖ τὰ δεινὰ καὶ τὴν τραγωδία ποὺ προκαλεῖ τὸ κακὸ στὴ ζωή του. Μὲ τὴ διδασκαλία καὶ τὰ θαύματά Του τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θεραπεύει ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Τοῦ προσφέρει τὴ δυνατότητα νὰ ὑπερνικήσει τὸ κακὸ ποὺ εἶναι ριζωμένο μέσα του καὶ ἀποτυπώνεται γύρω του. Ἡ θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου συνυπάρχουν στὸ ἔργο καὶ τὴν ἀποστολὴ τοῦ Κυρίου. Ἡ σώζουσα δύναμη τῆς πίστεως καὶ ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ διοχετεύεται στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ μεταμορφώνει.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἡ ἀρρώστια παραμένει μία μεταπτωτικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Γι' αὐτὸ καὶ κάθε θεραπεία, εἴτε εἶναι καρπὸς τῆς θαυματουργικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εἴτε εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐπιστήμης, εἶναι μία νίκη τοῦ ἀνθρώπου ἐνάντια στὴ φθορά. Ἕνα ἀκόμη βῆμα, γιὰ νὰ παραταθεῖ τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς πάνω στὸ θάνατο μέχρι τὴν ὁριστικὴ ἐκμηδένισή του μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση στὴν αἰωνιότητα. Ἀμήν

Ἡ θεραπεία τοῦ Παραλύτου ἐν Καπερναούμ ,Ἀρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος





(Ματθ. 9,1-8. Μάρκ. 2.1-12. Λουκ.. 5,17-26)

Ὁ Κύριος συνεκρούσθη ἐν Ἱερουσαλήμ μετά τῆς ἱερατικῆς τάξεως πρώτην φοράν κατά τό πρῶτον Πάσχα τοῦ δημοσίου Του βίου καί κατόπιν ἐν τῇ ὑπαίθρῳ χώρᾳ τῆς Ἰουδαίας μετά τῶν Φαρισαίων, ὅτε εὑρίσκετο ἐν τῇ Αἰνών μετά τῶν μαθητῶν Του πλησίον τοῦ Ἰορδάνου. Ἡ θεραπεία ὅμως τοῦ παραλυτικοῦ ἐν Καπερναούμ καί ἡ κλῆσις τοῦ Λευΐ θά παράσχωσιν εἰς τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους τήν ποθητήν τῶν εὐκαιρίαν νά συγκρουσθῶσι καί ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ μέ τόν Ἰησοῦν. Αὕτη ἔγινεν οὕτως.

Ὁ Κύριος μετά τήν ἐπάνοδόν Του ἐκ τῆς χώρας τῶν Γερ-γεσηνῶν κατά τόν Ματθαῖον ἤ μετά τήν πρώτην μεγάλην περιοδείαν ἀνά τήν Γαλιλαίαν καί ἑπομένως μετά τήν θεραπείαν τοῦ λεπροῦ κατά τόν Μᾶρκον καί Λουκᾶν—τό δεύτερον πιθανώτερον—«εἰσῆλθεν εἰς Καπερναούμ δι' ἡμερῶν καί ἠκούσθη, ὅτι εἰς οἶκον ἐστί»• ἔρχεται εἰς Καπερναούμ κρυφίως ὅπου ἔμεινεν ἡμέρας τινας χωρίς νά γίνῃ ἀντιληπτός ὑπό τοῦ λαοῦ καί εἰσέρχεται εἴς τινα οἶκον, ἴσως τοῦ Πέτρου. Ἡ κρυφή αὕτη εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ εἰς Καπερναούμ σκοπεῖ, ὡς φαίνεται, τήν διόρθωσιν τῶν παρά τήν θέλησίν Του παρά τοῖς Ἰουδαίοις διά τῆς ἀδιακρισίας τοῦ λεπροῦ ἐξαφθεισῶν πολιτικῶν Μεσσιακῶν ἰδεῶν. Ἀλλά δέν ἠδυνήθη νά διαφύγῃ καί ἐκεῖ τήν προσοχήν τοῦ λαοῦ ὁ Ἰησοῦς, οὔτε δέ καί ἦτο πρέπον νά διατηρῇ Ἑαυτόν πάντοτε ἐν ἀφανείᾳ, ἀφοῦ ὁ σκοπός Αὐτοῦ ἦτο ἡ δημοσία ἀποπεράτωσις τοῦ ἔργου Του. Ἐκεῖ λοιπόν μετά τινας ἡμέρας ἐγένετο γνωστός. «Συνήχθησαν πολλοί» ἄνθρωποι «ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδέ τά πρός τήν θύραν» ἦτο τόσος ὁ συνωστισμός, ὥστε ὄχι μόνον ἐντός τῆς οἰκίας δέν ὑπῆρχε χῶρος κενός ἀλλά οὔτε καί εἰς τήν θύραν «καί ἐλάλει αὐτοῖς τόν λόγον» ἐκήρυττε τόν λόγον τοῦ Θεοῦ. Μεταξύ τῶν ἀκροατῶν, οἵτινες εἶχον πληρώσει ὅλον τόν χῶρον τοῦ ἰσογείου καί πτωχικοῦ σπιτιοῦ ἦσαν «καθήμενοι Φαρισαῖοι καί νομοδιδάσκαλοι, οἵ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς Γαλιλαίας καί Ἰουδαίας καί Ἱερουσαλήμ» οἱ «Νομοδιδάσκαλοι» ἤτοι Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ἦλθον ἐκ πολλῶν πόλεων τῆς Γαλιλαίας, Ἰουδαίας καί Ἱερουσαλήμ.Ὁ σκοπός τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν ἑπομένων, ἦτο νά εὕρωσιν εὐκαιρίαν νά κατηγορήσωσι τόν Ἰησοῦν.

Ἐνῶ λοιπόν ὁ Κύριος ἐκήρυττε καί «δύναμις Κυρίου ἦν εἰς τό ἰᾶσθαι αὐτούς» καί δύναμις τοῦ Θεοῦ ἦτο ἡ ὁποία ἐθεράπευε τούς ἀσθενεῖς, ὁ δέ λαός συνωστίζετο νά ἀκούσῃ Αὐτόν, αἴφνης «ἔρχονται πρός Αὐτόν, παραλυτικόν φέροντες, αἰρόμενον ὑπό τεσσάρων». Φέρεται ἄνθρωπος παραλυτικός ἐπί φορείου ὑπό τεσσάρων ἀνθρώπων. Οἱ τέσσαρες οὗτοι ἄνδρες ἐζήτησαν κατ' ἀρχάς «εἰσενεγκεῖν καί θεῖναι ἐνώπιον Αὐτοῦ» νά εἰσέλθουν εἰς τόν οἶκον καί νά τοποθετήσουν τόν παράλυτον εἰς τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ «καί μή εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτόν» μή εὑρόντες διά ποίας ὁδοῦ νά εἰσαγάγωσιν αὐτόν ἕνεκεν τοῦ συνωστισμοῦ τοῦ ὄχλου, ἀνεβίβασαν αὐτόν διά τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος τῆς φερούσης εἰς τό δῶμα εἰς τό κοινῶς λιακωτό. Ἡ στέγη δηλαδή εἰς τά σπίτια τῆς Παλαιστίνης τότε ἦτο ἐπίπεδος κατεσκευασμένη μέ κλάδους ἤ καλάμια καί ἕνα στρῶμα λάσπης. Ἐνιαχοῦ και ἐνίοτε ἔφερεν αὕτη καί κεραμίδια, ὡς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει• «ἀναβάντες ἐπί τό δῶμα ἀπεστέγασαν τήν στέγην καί ἐξορύξαντες, διά τῶν κεράμων χαλῶσι τόν κράββατον, ὅπου ὁ παραλυτικός κατέκειτο˙ καθῆκαν αὐτόν σύν τῷ κλινιδίῳ εἰς τό μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ. Ἀναβιβάσαντες δηλαδή οἱ τέσσαρες τόν παράλυτον ἐπί τοῦ δώματος τῆς ὀροφῆς καί ἐπισημάναντες ἐκ τῆς φωνῆς τοῦ κηρύττοντος, κάτωθεν ποίου μέρους τῆς στέγης εὑρίσκεται ὁ λαλῶν Ἰησοῦς, ἀπεστέγασαν τό μέρος ἐκεῖνο τῆς στέγης τόσον, ὅσον θά ἐχρειάζετο νά διέλθῃ τό ξυλοκράβατον, ἐπί τοῦ ὁποίου εὑρίσκετο ἀκίνητος ὁ παράλυτος. Μετά ταῦτα κατεβίβασαν διά τῆς ὀπῆς ταύτης τόν ἀσθενῆ ἐμπρός εἰς τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν τεσσάρων αὐτῶν φορέων τοῦ κραββάτου καί ἡ συγκατάθεσις τοῦ παραλυτικοῦ εἰς τοῦτο δεικνύουσι πίστιν πρός τόν Σωτῆρα θερμήν καί ἡ ἀνταμοιβή δέν θά βραδύνῃ νά δοθῇ εἰς αὐτούς ὑπό τοῦ Σωτῆρος.

Ὁ Κύριος ἰδών τήν πίστιν τοῦ παραλυτικοῦ καί τῶν βασταζόντων, οἱ ὁποῖοι ὑπεβλήθησαν εἰς τόν κόπον τῆς διά τῆς στέγης καταβιβάσεως τοῦ ἀσθενοῦντος εἰς τά πόδια Του, καί διαγνώσας τήν ἠθικήν αἰτίαν τῆς παραλυσίας καί τήν δειλίαν τοῦ προκειμένου παραλυτικοῦ, ἄν θά συγχωρηθῇ διά τάς ἁμαρτίας του, συγχωρεῖ ἐν πρώτοις τήν ρίζαν τοῦ κακοῦ ἐκείνου, τήν ἁμαρτίαν λέγων: «Θάρσει τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Θάρρος, τέκνον μου! Συγχωροῦνται αἱ ἁμαρτίαι σου. Εἰς τό ἄκουσμα τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ παραλυτικοῦ «Ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καί διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν», μερικοί ἐντόπιοι Γραμματεῖς καί Ἱεροσολυμῖται Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐκεῖ, ἐσκανδαλίσθησαν καί ἤρχισαν νά σκέπτωνται περί τοῦ Ἰησοῦ «τίς ἐστίν οὗτος, ὅς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ¨ἁμαρτίας, εἰ μή μόνος ὁ Θεός;». Τίς εἶναι οὗτος, ὁ ὁποῖος βλασφημεῖ ὡς ἀφαιρῶν τό δικαίωμα τοῦ συγχωρεῖν ἁμαρτίαις ἀπό τόν Θεόν, εἰς τόν ὁποῖον μόνον ἀνήκει, καί ἴδιον ποιῶν αὐτό; Τήν σκέψιν των αὐτήν δέν ἐτόλμησαν βεβαίως νά ἐκφράσωσι καί δημοσίᾳ, διότι τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ ἐβάρυνεν εἰς τάς συνειδήσεις τῶν ἀκροατῶν λόγῳ τῶν προηγουμένων θαυμάτων Του.

Ὁ Κύριος ὅμως «ἐπιγνούς τῷ πνεύματι αὐτοῦ» ἀναγνώσας διά τοῦ ἰδίου πνεύματος, μόνος του, τάς πονηράς αὐτῶν σκέψεις, ὡς Θεός πού ἦτο, καί ἀποδεικνύων διά τῆς γνώσεως ταύτης τοῦ ἐσωτερικοῦ των κόσμου, ὅτι εἶναι καρδιογνώστης Θεός ἅμα δέ ἐλέγχων τήν κακίαν των λέγει εἰς αὐτούς˙ «τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» διατί σκέπτεσθε σκέψεις πονηράς διά τό ἄτομόν Μου; «Τί ἐστί εὐκοπώτερον» τί εἶναι εὐκολώ-τερον νά εἴπω; «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι ἤ εἰπεῖν ἔγειρον ἆρον τόν κραββατόν σου και περιπάτει;» Βεβαίως εὔκολα καί δύσκολα ἀμφότερα. Εὔκολα μέν, ἄν περιορισθῶμεν εἰς τό«εἰπεῖν», δύσκολα ὅμως ἄν ἀποβλέψωμεν εἰς τά γεγονότα εἰς τήν πραγματοποίησιν. Τό πρῶτον ἀσφαλῶς δι’ ἕνα ἀπατεῶνα εἶναι εὐκολώτερον, διότι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν ὡς ἀόρατος εἶναι καί ἀνεξέλεγκτος. Ἐνῷ ὅμως τό δεύτερον, ἡ θεραπεία τοῦ παραλύτου δύναται νά ἐλεγχθῇ διά τῆς πραγματοποιήσεως ἤ μή. Ὥστε ἄν ἐγώ εἶμαι δυνατός εἰς τό δεύτερον, τό ὁρατόν, εἰς τήν ἀποκατάσταοιν δηλαδή τῆς ὑγείας τοῦ προκειμένου παραλυτικοῦ, θά εἶμαι ἀξιόπιστος καί διά τό πρῶτον, τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν, διά τήν ὁποίαν σκανδαλίζεσθε. Ὁ Κύριος ἀναμένει ἐπί τι χρονικόν διάστημα ἀπάντησιν ἀπό τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους. Ἀλλά οὗτοι σιωπῶσιν ἐκπλαγέντες ἴσως ἐκ τῆς διαγνώσεως τοῦ ψυχικοῦ των κόσμου ὑπό τοῦ Ἰησοῦ.

Κατόπιν ἀπευθύνεται πάλιν πρός αὐτούς καί λέγει˙ «ἵνα δέ εἰδῆτε, ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπί τῆς γῆς ἁμαρτίας, λέγει τῷ παραλυτικῷ˙ Σοί λέγω, ἔγειραι καί ἆρον τόν κράββατόν σου καί ὕπαγε εἰς τόν οἶκον σου». Διά νά μάθετε, ὅτι ἐγώ ὡς Υἱός ἀνθρώπου ἔχω λάβει τήν ἐξουσίαν (ὡς Θεός τήν ἔχω) τοῦ νά συγχωρῶ ἁμαρτίας ἐπί τῆς γῆς - μετά τήν ἀνάστασιν ἔλαβεν ἐξουσίαν ἐπί γῆς καί οὐρανοῦ - λέγει τῷ παραλυτικῷ ἔγειρε, λάβε τόν κραββατόν σου καί περιπάτει˙ «παραχρῆμα ἀναστάς ἐνώπιον αὐτῶν, ἄρας ἐφ’ ᾧ κατέκειτο, ἀπῆλθεν εἰς τόν οἶκον αὐτοῦ, δοξάζων τόν Θεόν». Πάραυτα ὁ παράλυτος ἔγινεν ὑγιής καί λαβών τόν κραββατόν ἐπ' ὤμων ὡς σημεῖον τοῦ θαύματος μετέβη εἰς τόν οἶκον του διελθών διά τοῦ πλήθους ὑμνῶν τόν Θεόν. Τοῦτο ἀπεστόμωσε χωρίς νά πείσῃ ὅμως τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους. Εἰς τόν λαόν δέ ἔκαμε μεγάλην,ὡς ἦτο ἑπόμενον κατάπληξιν, ὥστε «ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας» ἐξεπλάγησαν ὅλοι «καί ἐδόξαζον τόν Θεόν καί ἐπλήσθησαν φόβου, ἐδόξαζον τόν Θεόν καί ἐφοβήθησαν πολύ «λέγοντες, ὅτι εἴδομεν παράδοξα σήμερον». Παράδοξα ἀπίστευτα πράγματα εἴδομεν σήμερον. «Οὕτως οὐδέποτε εἴδομεν». Τοιαῦτα πράγματα οὐδέποτε εἴδομεν.

«Οἱ ὄχλοι ἐφοβήθησαν». Φόβος δέ θρησκευτικός προερχόμενος ἐκ τῆς συγχωρήσεως ἁμαρτιῶν καί ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς ἁμαρτωλῆς των καταστάσεως ἐμπρός εἰς τήν ἐνσάρκωσιν τῆς θείας δικαιοσύνης κατέλαβε τόν λαόν. Ὁ φόβος ὅμως αὐτός δέν ἦτο μόνος, συνωδεύετο καί ὑπό δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. «Και ἐδόξασαν τόν Θεόν τόν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις». Καί ἐδόξασαν τόν Θεόν, διότι ἔδωκε τοιαύτην δύναμιν εἰς ἄνθρωπον, τόν Ἰησοῦν.


Θέμα: Ὁ Κύριος εἶναι φῶς, ἔλεγχος, θεραπεία

Τρεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, μετά τῶν «ὁποίων ἔρχεται εἰς ἐπαφήν ὁ Χριστός κατά τό Εὐαγγέλιον τοῦ παραλυτικοῦ. Εἶναι ὁ λαός, τόν ὁποῖον διδάσκει, οἱ Φαρισαῖοι τούς ὁποίους ἐλέγχει καί ὁ παράλυτος, τόν ὁποῖον θεραπεύει. Καί εἰς τούς τρεῖς αὐτούς ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τόν ἑαυτόν τους κατά τρεῖς διαφόρους τρόπους, διότι τόν μεν λαόν φωτίζει, τούς δέ Φαρισαίους ἐλέγχει, τόν δέ παραλυτικόν θεραπεύει. Ἄς ἴδωμεν τό φῶς, τόν ἔλεγχον και τήν θεραπείαν τοῦ Κυρίου καί κατόπιν τόν ἑαυτόν μας ὑπό τά τρία αὐτά πράγματα:

Αον˙ Ὁ Χριστός κατά τήν Εὐαγγελικήν περικοπήν. Τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου πρός τόν λαόν δεν ἦτο κήρυγμα ἀστρονομικόν ψυχολογικόν ἤ ἄλλο τι ἱκανοποιοῦν τήν γνῶσιν. Ὁ Κύριος δια τοῦ κηρύγματός Του ὡδήγει τούς ἀκροατάς Του εἰς συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ των. Εἰς συναίσθησιν τοῦ ἑαυτοῦ των ὁδηγεῖ καί ὁ ἔλεγχος πρός τούς Φαρισαίους. «Τί διαλογισμοί ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» λέγει ὁ Κύριος πρός τούς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ἐσκέπτοντο βλασφήμους σκέψεις κατά τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός ἐλέγχων τάς πονηράς σκέψεις τῶν Φαρισαίων ἀποκαλύπτει αὐτάς. Μέ τήν ἀποκάλυψιν αὐτῶν κάμνει τάς σκέψεις ταύτας περισσότερον αἰσθητάς εἰς τούς Φαρισαίους.

Ὁ Κύριος δέν φωτίζει μόνον διά τοῦ λόγου Του καί δέν ἐλέγχει μόνον τούς Φαρισαίους, ἀλλά θεραπεύει καί τόν παραλυτικόν. Καί ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἕνα ξεσκέπασμα τοῦ ἑαυτοῦ του εἰς τά μάτια τοῦ ἰδίου καί εἰς τά μάτια τῶν ἄλλων. Τό ξεσκέπασμα αὐτό γίνεται κατά τόν ἑξῆς τρόπον. Ὁ παράλυτος, οἱ Φαρισαῖοι καί ὁ κόσμος ἐνόμιζον, ὅτι ὁ παράλυτος ἦτο ἀσθενής μόνον σωματικῶς. Ὁ Κύριος ὅμως λέγων εἰς αὐτόν ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι πρῶτον καί ἔπειτα ἆρον τόν κράββατόν σου καί περιπάτει, δεικνύει, ὅτι ὁ παράλυτος δέν ἦτο ἀσθενής μόνον κατά τό σῶμα. Ἐκτός αὐτοῦ θεραπεύων πρῶτον τήν ἁμαρτίαν καί ἔπειτα τήν παραλυσίαν δεικνύει, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ αἰτία τῆς παραλυσίας ἡ δέ παραλυσία εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἁμαρτίας. Τήν διπλήν νόσον τοῦ παραλυτικοῦ καί τήν προτεραιότητα τῆς ψυχικῆς νόσου ἀπό τήν σωματικήν ἠγνόουν ὄχι μόνον ὁ λαός καί οἱ Φαρισαῖοι ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ παραλυτικός. Ὁ Κύριος ὅμως τώρα διά τῆς θεραπείας ξεδιπλώνει τό νόσημα τοῦ παραλυτικοῦ εἰς τά μάτια ὅλων.

Καί οἱ τρεῖς οὗτοι τρόποι, διά τῶν ὁποίων ὁ Κύριος ξεδιπλώνει τάς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ἔχουσι μεγάλην σχέσιν μεταξύ των. Τό φῶς δηλαδή τοῦ κηρύγματός Του πρός τόν λαόν εἶναι ταυτοχρόνως ἔλεγχος καί θεραπεία. Ὁ ἔλεγχός Του πρός τούς Φαρισαίους εἶναι ταυτοχρόνως φῶς καί θεραπεία. Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἐπίσης ταυτοχρόνως φῶς καί ἔλεγχος. Φῶς μέν, διότι δεικνύει τήν σχέσιν ψυχικῆς καί σωματικῆς νόσου, εἶναι δέ καί ἔλεγχος, διότι φαίνεται, ὄτι ἐκ τῶν ¨ἁμαρτιῶν του ἔγινε παράλυτος.


Βον'. Ὁ Χριστός εἰς τήν ζωήν μας. Πόσα διδάγματα ! Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι καί δι' ἡμᾶς φῶς, ἔλεγχος καί θεραπεία καί ἰδού πῶς. Καί ἡμεῖς ἐντοπίζομεν τό κακόν πρός τά ἔξω. Νεῦρα, ἰδιοσυγκρασία, κοινωνία, πρόγονοι καί αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Θεός προβάλλονται ὡς φορεῖς τοῦ κακοῦ μας. Θυμώνω, διότι ἔχω νεῦρα, λέγει τις. Ἔχω νεῦρα, διότι εἶμαι ζωηρός, ἔχω ἰδιοσυγκρασίαν αἱματώδη λέγουν ἄλλοι. Εἶμαι κακός, διότι μέ ἀναγκάζει τό περιβάλλον. Ὁ ἀδελφός, ὁ ἐξάδελφος, ὁ ἀνεψιός, ὁ συνάδελφος, ὁ προϊστάμενος μέ ἀναγκάζουν νά εἶμαι κακός. Κλέπτω, ὁρκίζομαι, ὀργίζομαι κατακρίνω, διότι ἡ κοινωνία ἐχάλασεν ἰσχυρίζεταί τις. Πλήν αὐτῶν οἱ γονεῖς μου, ὁ πάππος μου, ἡ μάμη μου, οἱ πρόγονοί μου μοῦ μετέδωκαν τό κακόν πού ἔχω, δέν πταίω ἐγώ δικαιολογοῦνται τινές. Αὐτή εἶναι ἡ φύτρα μου ἡ ρίζα μου. Ἄλλοι ὅμως προχωροῦν ἀκόμη μακρύτερα καί λέγουσι. Διατί ὁ Θεός νά μᾶς δημιουργήσῃ κατ' αὐτόν τόν τρόπον; Ἰδού οἱ νέοι Φαρισαῖοι καί παράλυτοι.

Ὁ λόγος ὅμως τοῦ Κυρίου εἴδομεν, ὅτι εἶναι φῶς ἔλεγχος καί θεραπεία, διότι ἐνετόπισε τό κακόν τοῦ παραλυτικοῦ, τῶν Φαρισαίων ἐντός αὐτῶν. Καί πράγματι! Τό κακόν εἶναι μέσα μας καί ὄχι ἔξω καί ἰδού πῶς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι κακοί, ὑπάρχει κληρονομική διάθεσις ὀλεθρία, ὑπάρχει Σατανάς. Εἶναι δέ τόσον τό ἐκτός ἡμῶν κακόν μεγάλον, ὥστε ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει αὐτό κοσμοκράτορα τοῦ αἰώνος τούτου. Παρ' ὅλα ὅμως αὐτά μένει μέσα μας ἕνα περιθώριον μικρόν ἤ μέγα ἀναλόγως τοῦ ἀτόμου, εἰς τό ὁποῖον κινεῖται ἐλευθέρως ὁ ἄνθρωπος καί εἶναι ὑπεύθυνος διά τάς πράξεις του. Μέ τήν ἐλευθερίαν ταύτην ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀνώτερος τῶν ζῴων.

Καί ἑπομένως σύ, ὁ ὁποῖος προφασίζεσαι ὅτι τά νεῦρα σου εἶναι ἡ αἰτία τοῦ θυμοῦ σου, διατί δεν φροντίζεις μέ τήν θέλησίν σου καί τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ νά κατηρεμήσῃς; Ὑπῆρξαν ἄνθρωποι εὑερέθιστοι, οἱ ὁποῖοι διά τῆς θελήσεως των ἔγιναν ἀγνώριστοι. Λέγεις, ὅτι πταίει ἡ κοινωνία, εἰς τήν ὁποῖαν ζῇς. Ἀπάτη ! Κοινωνία εἶσαι σύ καί ἐγώ. Ἐάν αὐτό τό εἴπωμεν ὅλοι μας, ὅτι δηλαδή πταίει ἡ κοινωνία, ποῖος θά εἶναι τό θῦμα, καί ποῖος ὁ δράστης; Ποῖος πταίει, ὥστε ἐγώ νά εἶμαι θῦμα, ἀφοῦ καί ἐγώ εἶμαι μέλος τῆς κοινωνίας; Λέγεις πταίει ἡ κληρονομικότης. Ποῖος ὅμως ἐφυλακίσθη, διότι ὁ πάππος του ἦτο διαρρήκτης; Τέλος θέτεις τά πάντα ὡς αἴτιον τοῦ κακοῦ εἰς τόν Θεόν. Πόση ἀναίδεια!

Ὁ Χριστός ὅμως εἶναι φῶς, ἔλεγχος καί θεραπεία μέ τό κήρυγμά Του, σέ φωτίζει, δεν πταίουν τά νεῦρα σου ἀλλά τά πάθη σου. Δέν πταίει ἡ κοινωνία ἀπό τήν ὁποῖαν ἐπηρεάζεσαι, ἀλλά πταίεις σύ, διότι δέν ἐπηρεάζεις τόν κύκλον τῆς κοινωνίας σου.Ὁ Κύριος σέ φωτίζει, ὅτι ὅσην κληρονομικότητα καί ἐάν ἔχῃς, ἔχει τόσην δύναμιν ὁ Χριστός, ὥστε ἀπό τό ἀγκάθι δύναται νά ἐξέλθῃ ρόδον, ἀπό γονεῖς κακούς δύναται νά ἐξέλθῃ καλόν τέκνον. Ἔχει τόσον φῶς ὁ Χριστός, ὥστε λέγει εἰς σέ ὅ,τι εἶπε καί εἰς τούς Φαρισαίους «ἵνα τί διαλογισμοί ἀναβαίνουσι ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;» Διατί δηλαδή σκέπτεσαι κακά ἐναντίον ὅλων τῶν ἄλλων καί τόσον πολύ κολακεύεις τόν ἑαυτόν σου;

Ταῦτα πάντα δέν εἶναι μόνον φῶτα εἶναι ἔλεγχος καί θεραπεία. Ὅταν λέγῃς, ὅτι πταίουν τά νεῦρα σου, ἄρα πταίει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σου ἔδωσε τά νεῦρα! Ὅταν λέγῃς, ὅτι ὅλοι οἱ ἀλλοι πταίουν, νεῦρα, περιβάλλον καί αὐτός ἀκόμη ὁ Θεός, δέν πταίεις ὅμως σύ, δέν ἀντιλαμβάνεσαι, ὅτι εἶσαι πωρωμένος ἄνθρωπος; Ὅταν λέγῃς, ὅτι εἶναι ἡ φύτρα σου κακή καί δέν δύνασαι νά γίνῃς καλός, δέν καταλαβαίνεις, ὅτι ὁμολογεῖς, ὅτι εἶσαι ἀνεπίδεκτος προόδου; Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερα διά σέ αὐτοκαταδίκη, χειροτέρα πνευματική ἀγχόνη ! Ὁ ἔλεγχος αὐτός θά σοῦ γίνη σωτήριος. Θά πόνεσῃς, ὅταν ἀκούσῃς ὅτι εἶσαι ἔνοχος καί ὅτι τό κακόν εἶναι μέσα σου. Θά ἱδρώσης, ὅταν ἀποφασίσῃς νά νικήσῃς τό ἐξωτερικόν καί ἐσωτερικόν κακόν μέ τήν θέλησίν σου. Ὅταν ὅμως πονέσης καί ἱδρώσῃς, τότε μόνον θά θεραπευθῇς. Θεραπεία χωρίς ἔλεγχον καί πόνον δέν εἶναι δυνατόν νά γίνῃ. Ἑπομένως ἰδού πῶς ὁ λόγος τοῦ Κυρίου εἶναι φῶς ἔλεγχος καί θεραπεία εἰς τόν λαόν εἰς τούς Φαρισαίους εἰς τόν παράλυτον καί εἰς ἡμᾶς τούς σημερινούς Φαρισαίους καί παραλύτους.

Διδακτικώτατον παράδειγμα, κατά τό ὁποῖον φαίνεται πῶς ὁ Χριστός εἶναι φῶς, ἔλεγχος και θεραπεία τῆς ψυχῆς μας εἶναι τό κάτω γεγονός. Τό 1050 μ. χ. ὁ Λανφράγκ ἦτο σπουδαστής τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν περίφημος, παρημέλει ὅμως τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του. Ἡμέραν τινά διήρχετο δάσος τι καί ἔπεσεν εἰς χεῖρας λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔδεσαν τάς χεῖρας του ὄπισθεν καί τά μάτια διά παχέος ὑφάσματος καί ἀφῄρεσαν ὅ,τι χρήματα εἶχε, τόν ἀφῆκαν μέ δεμένα μάτια καί χέρια καί ἔφυγον. Εἰς τήν στενοχωρίαν του αὐτήν ὁ Λανφράγκ ἐπεκαλέσθη τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποῖα δέν ἄργησε νά ἔλθῃ. Ἐκεῖ πλησίον ὑπῆρχε Μοναστήριον. Ὁ Λανφράγκ πίπτει εἰς τά ὄμματα τῶν Μοναχῶν, οἱ, ὁποῖοι πλησιάζουσι, λύουσι χεῖρας καί ὀφθαλμούς καί ὀδηγοῦσιν αὐτόν εἰς τό Μοναστήριον. Ἐκεῖ βλέπει τόν ἡγούμενον νά κτίζῃ τόν φοῦρνον τῆς Μονῆς μόνος του. Συγκινεῖται, γίνεται μοναχός καί ἐξελίσσεται εἰς τόν περίφημον Ἀρχιεπίσκοπον τῆς Κανταβρυγίας. Ὁ ἔλεγχος τῶν λῃστῶν ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ὅταν ἦσαν δεμένα μέ τό παχύ πανί, ὥστε νά ἴδῃ τό φῶς, τόν Θεόν καί νά θεραπευθῇ ἡ ἀμέλειά του, ὅταν ὡδηγήθη εἰς τό Μοναστήριον.

Ἄs φωτισθῶμεν, ἄς ἐλεγχθῶμεν ἀπό τόν λόγον τοῦ Κυρίου, ἵνα θεραπευθῶμεν. Ἀμήν.

Κυριακὴ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ-Antony Metropolitan of Sourozh






Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ψαλμούς, διαβάζουμε τὰ παρακάτω: Ἐκεῖνοι ποὺ ἔσπειραν μὲ δάκρυα στὰ μάτια, θὰ θερίσουν μὲ χαρά.. Ἐὰν στὴ διάρκεια τῶν ἑβδομάδων ποὺ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα εἴδαμε κάθε τι ἄσχημο καὶ ἀνάξιο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας νὰ καθρεφτίζεται στὶς παραβολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐὰν σταθήκαμε ἐνώπιον τῆς κρίσης τῆς συνείδησής μας καὶ τοῦ Θεοῦ, τότε πραγματικὰ ἔχουμε σπείρει μὲ δάκρυα τὸν δρόμο γιὰ τὴν σωτηρία μας. Καὶ ὅμως ὑπάρχει ἀκόμα χρόνος ἐπειδὴ ἀκόμα καὶ ὅταν εἰσερχόμαστε στὴν περίοδο τοῦ θερισμοῦ, ὁ Θεὸς μᾶς δίνει παράταση· καθὼς προχωροῦμε προοδευτικὰ πρὸς τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὴν Ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, μποροῦμε ἀκόμα, κάθε στιγμή, μὲ πρόσωπο πρὸς τὴν νίκη τοῦ Θεοῦ, νὰ στραφοῦμε σὲ Ἐκεῖνον μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ μὲ συντετριμμένη καρδιά, καὶ νὰ ποῦμε: «Κύριε, ἴσως εἶμαι ὁ ἐργάτης τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, ἀλλὰ δέξου με ὅπως ὑποσχέθηκες!»

Τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα γιορτάσαμε τῆς γιορτὴ τοῦ Θριάμβου τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ ἐκκλησία διακήρυξε ὅτι εἶναι σωστὸ νὰ ἁγιογραφοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἦταν μία δήλωση σὲ σχέση μὲ τὴν τέχνη, ἦταν μία βαθιὰ θεολογικὴ διακήρυξη τῆς Ἐνσάρκωσης. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς εἶπε ὅτι δὲν μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἀντιπροσωπευθεῖ ἀπὸ καμία εἰκόνα, ἐπειδὴ εἶναι ἕνα ἀπύθμενο μυστήριο· δὲν εἶχε κἄν ὄνομα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μυστηριῶδες ὄνομα ποὺ μόνο ὁ Ἀρχιερέας γνωρίζει. Ἀλλὰ στὴν Καινὴ Διαθήκη μάθαμε καὶ γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία μας ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, ὅτι ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας ἔχει ὑποταχθεῖ καὶ εἶναι ἀκόμα ὑποταγμένη γιὰ πάντα στὴν ἀνθρώπινη σάρκα· καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔχει ἀνθρώπινο ὄνομα: Ἰησοῦς καὶ ἔχει ἀνθρώπινο πρόσωπο ποὺ μποροῦν νὰ ἀναπαραστήσουν οἱ εἰκόνες. Ἑπομένως ἡ εἰκόνα εἶναι μία διακήρυξη τῆς βεβαιότητάς μας ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος· καὶ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἐπιτύχει μία ἔσχατη, ἔνδοξη, τραγικὴ ἑνότητα μέ μᾶς, νὰ γίνει ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ γίνουμε ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά Του. Καὶ ἔτσι θὰ μπορούσαμε ἤδη τὴν περασμένη ἑβδομάδα νὰ χαροῦμε· καὶ νὰ γιατί μία ἑβδομάδα πρίν, ὅταν προετοιμαζόμασταν νὰ συναντήσουμε αὐτὸ τὸ θαῦμα, αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς Ἐνσάρκωσης, διακριτικά, μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲν μποροῦν σχεδὸν τὰ αὐτιά μας νὰ συλλάβουν, ἡ Ἐκκλησία ἔψαλλε τὸν κανόνα τοῦ Πάσχα: Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν! - ἐπειδὴ δὲν πρόκειται γιὰ μία ὑπόσχεση γιὰ τὸ μέλλον, εἶναι μία βεβαιότητα τοῦ παρόντος, ποὺ μᾶς ἀνοίγετε σὰν μιὰ πόρτα νὰ εἰσέλθουμε μέσω τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θύρας ὅπως καλεῖ τὸν ἑαυτό Του, στὴν αἰωνιότητα.

Καὶ σήμερα θυμόμαστε τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ἑνὸς ἀπὸ τοὺς μεγάλους Ἁγίους τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ ὁποῖος διακήρυξε, μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν καὶ ὅλων τῶν πιστῶν, ὅτι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἕνα κτιστὸ Δῶρο – εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἑνώνει μὲ τὸν ἑαυτό Του ὥστε νὰ μᾶς διαπνέει ἡ παρουσία Του, ὥστε σταδιακά, ἐὰν μοναχὰ τὸν δεχτοῦμε, ἂν Τοῦ ἀνοιχτοῦμε, νὰ γίνουμε διάφανοι ἢ τουλάχιστον σχεδὸν διάφανοι στὸ φῶς Του, ὥστε νὰ γίνουμε ἀρχικὰ καὶ ὁλοένα πιὸ πολὺ μέτοχοι τῆς Θεϊκῆς Του φύσης.

Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὰ μία ὑπόσχεση· εἶναι μία βεβαιότητα ποὺ ἔχουμε ἐπειδὴ αὐτὸ συνέβη σὲ χιλιάδες ἀνθρώπους ἄνδρες καὶ γυναῖκες ποὺ προσκυνοῦμε ὡς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ: ἔγιναν μέτοχοι τῆς Θεϊκῆς φύσεως, εἶναι γιὰ μᾶς μία ἀποκάλυψη καὶ μία βεβαιότητα γιὰ ὅ,τι καλούμαστε νὰ εἴμαστε καὶ νὰ γίνουμε.

Καὶ σήμερα ἕνα ἀκόμα βῆμα μᾶς ὁδηγεῖ στὴν χαρά, στὴν δόξα τοῦ Πάσχα. Σὲ μία ἑβδομάδα θὰ ὑμνήσουμε τὸν Σταυρὸ- τὸν Σταυρὸ ποὺ ἦταν τρόμος γιὰ τοὺς ἐγκληματίες, καὶ ἔχει γίνει τώρα σημεῖο νίκης καὶ σωτηρίας, διότι γιὰ μᾶς ἡ ἀγάπη τοῦ Σταυροῦ δὲν ἔχει μέτρο, δὲν ἔχει ὅρια, εἶναι τόσο βαθιὰ ὅσο ὁ Θεός, ἀγκαλιάζει τὰ πάντα ὅπως ὁ Θεός, καὶ εἶναι πράγματι τόσο τραγικὰ νικηφόρα ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι τὸ ἴδιο τραγικὸς καὶ νικηφόρος, ποὺ προκαλεῖ δέος, ποὺ ἀκτινοβολεῖ τὸ ἤρεμο, εὐφρόσυνο φῶς ποὺ ψάλλουμε στὸν Ἑσπερινό.

Ἂς ἑτοιμαστοῦμε νὰ συναντήσουμε τοῦτο τὸ γεγονός, τὸ ὅραμα τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸ προσέξουμε, καὶ νὰ δοῦμε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο τῆς Θεϊκῆς ἀγάπης, μία νέα δυνατὴ βεβαιότητα τῆς σωτηρίας μας· καὶ ὅταν ὁ χορὸς ψάλλει τούτη τὴ φορὰ πιὸ δυνατὰ τὸν κανόνα τῆς Ἀνάστασης, ἂς κατανοήσουμε ὅτι βῆμα – βῆμα ὁ Θεὸς μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μία νίκη ποὺ Ἐκεῖνος ἔχει κερδίσει, καὶ ποὺ θέλει νὰ μοιραστεῖ μαζί μας.

Καὶ τότε θὰ προχωρήσουμε· θὰ ἀκούσουμε τὸν Ἅγιο ποὺ μᾶς διδάσκει πῶς νὰ δεχτοῦμε τὴν χάρη ποὺ προσφέρει ὁ Θεός, πῶς νὰ γίνουμε ἀντάξιοί Του· καὶ μὲ ἕνα ἀκόμα βῆμα – θὰ δοῦμε τὴν νίκη τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπο τῆς Ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ θὰ φθάσουμε στὸ κατώφλι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας. Ἀλλὰ ἂς θυμηθοῦμε ὅτι βρισκόμαστε τώρα σὲ μία νέα περίοδο, μία ἐποχὴ ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτεται, ποὺ καλούμαστε νὰ τὴν ἐνδυθοῦμε, νὰ ἀνταποκριθοῦμε σ’ αὐτὴν μὲ εὐγνωμοσύνη, μία εὐγνωμοσύνη ποὺ θὰ μᾶς μεταμορφώσει σὲ νέους ἀνθρώπους- καὶ νὰ ἀνταποκριθοῦμε ἐπίσης μὲ χαρά! Καὶ μία χαρὰ γεμάτη ἀπὸ δάκρυα σὲ ἀπάντηση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μία χαρὰ ποὺ εἶναι μία ἀξιόπιστη ἀπάντηση στὴν Θεϊκὴ ἀγάπη. Ἀμήν!


Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο


Saint Gregory Palamas Sunday
11 March 1990

In the Name of the Father, the Son, and the Holy Ghost.

In one of the Psalms we can read the following words: Those who have sown with tears will reap with joy... If in the course of weeks of preparation we have seen all that is ugly and unworthy in us mirrored in the parables, if we have stood before the judgement of our conscience and of our God, then we have truly sown in tears our own salvation. And yet, there is still time because even when we enter into the time of the harvest, God gives us a respite; as we progress towards the Kingdom of God, towards the Day of the Resurrection, we still can, at every moment, against the background of salvation, in the face of the victory of God, turn to Him with gratitude and yet, brokenheartedness, and say, ‘No, Lord! I am perhaps the worker of the eleventh hour, but receive me as Thou promised to do!’

Last week we have kept the day of the Triumph of Orthodoxy, the day when the Church proclaimed that it was legitimate and right to paint icons of Christ; it was not a declaration about art, it was a deeply theological proclamation of the Incarnation. The Old Testament said to us that God cannot be represented by any image because He was unbottomed mystery; He had even no Name except the mysterious name which only the High Priest know. But in the New Testament we have learned, and we know from experience that God has become Man, that the fullness of the Godhead has abided and is still abiding forever in the flesh; and therefore God has a human name: Jesus, and He has got a human face that can be represented in icons. An icon is therefore a proclamation of our certainty that God has become man; and He has become man to achieve ultimate, tragic and glorious solidarity with us, to be one of us that we may be one of the children of God. He has become man that we may become gods, as the Scripture tells us. And so, we could last week already rejoice; and this is why, a week before, when we were already preparing to meet this miracle, this wonder of the Incarnation, softly, in an almost inaudible way, the Church was singing the canon of Easter: Christ is risen from the dead! — because it is not a promise for the future, it is a certainty of the present, open to us like a door for us to enter through Christ, the Door as He calls Himself, into eternity.

And today we remember the name of Saint Gregory Palamas, one of the great Saints of Orthodoxy, who against heresy and doubt, proclaimed, from within the experience of the ascetics and of all believers, proclaimed that the grace of God is not a created Gift — it is God Himself, communicating Himself to us so that we are pervaded by His presence, that we gradually, if we only receive Him, open ourselves to Him, become transparent or at least translucent to His light, that we become incipiently and ever increasingly partakers of the Divine nature.

This is not simply a promise; this is a certainty which we have because this has happened to thousands and thousands of those men and women whom we venerate as the Saints of God: they have become partakers of the Divine nature, they are to us a revelation and certainty of what we are called to be and become.

And today one step more brings us into the joy, the glory of Easter. In a week’s time we will sing the Cross — the Cross which was a terror for the criminals, and has become now a sign of victory and salvation, because it is to us the sign that God’s love has no measure, no limits, is as deep as God is deep, all-embracing as God is all-embracing, and indeed, as tragically victorious as God is both tragic and victorious, awe-inspiring, and shining the quiet, joyful light which we sing in Vespers.

Let us then make ourselves ready to meet this event, the vision of the Cross, look at it, and see in it the sign of the Divine love, a new certainty of our possible salvation; and when the choir sings this time more loudly the canon of the Resurrection, let us realise that step by step God leads us into a victory which He has won, and which He wants to share with us.

And then we will move on; we will listen to the Saint who teaches us how to receive the grace which God is offering, how to become worthy of Him; and a step more — and we will see the victory of God in Saint Mary of Egypt and come to the threshold of Holy Weak. But let us remember that we are now in the time of newness, a time when God's victory is been revealed to us, that we are called to be enfolded by it, to respond to it by gratitude, a gratitude that will make us into new people — and also with joy! And joy full of tears in response to the love of God, and a joy which is a responsible answer to the Divine love. Amen!

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...