Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαρτίου 30, 2012

Ἀπαγορεύτηκε στόν ἡγούμενο Ἐφραίμ νά… πάει στόν Πούτιν, ὅμως θά τόν ἐπισκεφτεῖ τό Πάσχα ὁ Ρῶσος πρόεδρος!



Στό γιον ρος τό Πάσχα  Πούτιν
 νεοεκλεγες Πρόεδρος τς Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν...ναμένεται νά πισκεφτε τήν λλάδα, καί εδικότερα τό γιονρος, τήν περίοδο το Πάσχα. Ο Ρσος πρόεδρος θά βρεθε στό ρωσικό μοναστήρι το θω, ν πολλοί ποστηρίζουν πώς μπορενά πισκεφθεί καί τό Βατοπαίδι, σέ μία νδειξη συμπαράστασης στόν προφυλακισμένο γούμενο φραίμ, τόν ποο εχε συναντήσει στή Ρωσία πρίν φυλακιστε στόν Κορυδαλλό.

Καί γιά νά μήν ξεχνμε…
 

Από τον Ακάθιστο Ύμνο -π. Γεώργιος Δορμπαράκης



Από τον Ακάθιστο  Ύμνο
Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
 ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος...᾽ Θά ἐπιχειρήσουμε νά προσεγγίσουμε τό πανάχραντο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μέσα ἀπό τόν εἰρμό τῆς πρώτης ὠδῆς τοῦ κανόνα τοῦ ᾽Ακαθίστου ῞Υμνου. Ὡς γνωστόν ἡ ἐκκλησιαστική ποίηση ἤδη ἀπό τόν 8ο μ.Χ. αἰ. καθιέρωσε ὡς τρόπο ἔκφρασης τό εἶδος πού λέγεται κανόνας καί πού ἀποτελεῖται ἀπό ἐννέα ὠδές. Κι ἡ κάθε ὠδή ξεκινάει μέ τόν εἰρμό, πού ὀνομάζεται ἔτσι, γιατί εἴρει, δηλ. συνδέει στόν τρόπο ψαλμωδίας καί τά ὑπόλοιπα τροπάρια τῆς ὠδῆς. Ὁ πρῶτος λοιπόν εἰρμός ἀναφέρει: ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος καί λόγον ἐρεύξομαι τῇ βασιλίδι Μητρί, καί ὀφθήσομαι φαιδρῶς πανηγυρίζων καί ἄσω γηθόμενος ταύτης τά θαύματα᾽. Δηλ. : Θά ἀνοίξω τό στόμα μου καί θά γεμίσει ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί θά πῶ λόγο γιά τή βασίλισσα Μητέρα, καί θά φανῶ φαιδρός πανηγυριστής καί θά τραγουδήσω μέ χαρά τά θαύματά της.

Ὁ ὑμνωδός μᾶς λέει ὅτι θά μιλήσει, θά φωνάξει γιά τήν Παναγία, πού εἶναι ἡ βασίλισσα Μητέρα. Στή θέση τοῦ ψαλμωδοῦ βρισκόμαστε ἀκριβῶς κι ἐμεῖς κάθε φορά πού συναζόμαστε γιά νά ψάλουμε τά Χαῖρε πρός αὐτήν.
Ὁ λόγος τοῦ ὑμνωδοῦ ἔτσι δέν εἶναι ἀτομικός του λόγος. Γίνεται λόγος ἐκκλησιαστικός, λόγος ὅλων μας. Τά συναισθήματα γιά τήν Παναγία ὠθοῦνται στήν καρδιά τοῦ ὑμνωδοῦ, ὅπως ὠθοῦνται γιά νά ἐκφραστοῦν καί σέ ὅλους τούς πιστούς. Τί θά πεῖ ὅμως γιά τήν Παναγία ὁ ὑμνωδός; Τί λόγο θά ἐκφράσει ἀπό τό στόμα του; ῎Αρα τί λόγο καλούμαστε κι ἐμεῖς νά ἔχουμε γιά τή Μεγάλη Μητέρα μας;
Ξεκαθαρίζει τά πράγματα ὁ ὑμνωδός:
(1) Ὁ λόγος του δέν θά εἶναι κάποιος πρόχειρος λόγος. Οἱ προχειρότητες ταιριάζουν γιά ἐκεῖνα τά πράγματα τοῦ κόσμου, πού εἶναι ἄνευ σημασίας.
(2) Οὔτε ὅμως μπορεῖ ὁ λόγος του νά εἶναι κάποιος ἀνθρώπινος στοχασμός, ἔστω καί σοφός. Μπροστά στήν Παναγία ὁ ἀνθρώπινος λόγος χάνει τήν ὅποια δύναμή του.
(3) Ὁ λόγος του, σημειώνει, θά εἶναι λόγος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. ῾᾽Ανοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται Πνεύματος᾽. Μόνον ὁ ἐμφορούμενος ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά δεῖ ὀρθά καί νά μιλήσει σωστά γιά τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Κατά κάποιο τρόπο πρέπει νά εἶναι κανείς στό ἐπίπεδο τοῦ προφήτη ἤ τοῦ ἀποστόλου, γιά νά μπορέσει νά μιλήσει γιά τήν Παναγία. Αὐτό συμβαίνει διότι ἡ Παναγία δέν εἶναι ἕνα ἁπλό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Χαριτώθηκε ἀπό τόν Θεό λόγω τῆς ἀπέραντης ὑπακοῆς της νά γίνει ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου, γι᾽ αὐτό καί μόνον ὅποιος ἔχει μετασκευασμένα ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα τά μάτια του μπορεῖ νά τήν θεωρήσει σωστά. ᾽Ισχύει τό ἴδιο μέ αὐτό πού συνέβη μέ τήν ᾽Ελισάβετ. Τήν εἶδε μετά τόν Εὐαγγελισμό μέ σωστό τρόπο, γιατί ῾ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καί ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καί εἶπε: Εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξί᾽. Μόνον λοιπόν ὁ ἐν Πνεύματι εὑρισκόμενος ἔχει ὀρθή θεώρηση τῆς Παναγίας.
῎Ετσι μπροστά σέ ᾽Εκείνην κρίνεται ἡ ποιότητα τῆς χριστιανικῆς μας συνειδήσεως, πού σημαίνει ἀποκαλυπτόμαστε ὀρθόδοξοι ἤ αἱρετικοί. Κι ἀκόμη περισσότερο: μπορεῖ νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἰουδαϊκή πιθανόν τοποθέτησή μας. Ἡ Παναγία δηλ. ἀποτελεῖ κριτήριο ὀρθοδοξίας. Κατά συνέπεια αὐτοί πού ὑβρίζουν τήν Παναγία, σάν τούς Γιεχωβάδες, βρίσκονται στή θέση τῶν ᾽Ιουδαίων: ἐκεῖνοι τήν ἔκριναν μέ τίς πιό ἀκατανόμαστες ὕβρεις. Αὐτοί πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι μιά ἁπλή γυναίκα, ὅπως ὅλες οἱ ἄλλες, φανερώνουν τήν αἵρεσή τους, σάν τούς αἱρετικούς Προτεστάντες. Αὐτοί πού ὑπερτιμοῦν ἀπό τήν ἄλλη τήν Παναγία ἀναβιβάζοντάς την στό ἐπίπεδο τῆς θεότητος, σάν τούς Ρωμαιοκαθολικούς, φανερώνουν τή δεξιά ἀπόκλιση τῆς πλάνης. Γιά τούς ᾽Ορθοδόξους ὅμως ἡ Παναγία εἶναι αὐτό πού δηλώνει τό ὄνομά της: Παν-αγία, δηλ. ὑπεράνω ὅλων τῶν ἁγίων, μά ἄνθρωπος. Γεμάτη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, χωρίς ὅμως νά ξεφεύγει ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια. Στό πρόσωπο τῆς Παναγίας βλέπουμε τήν ἀνθρώπινη προοπτική: νά θεωθοῦμε, ἐννοώντας ὡς θέωση τήν ἕνωσή μας μέ τόν Κύριο, παραμένοντας ὅμως πάντοτε ἄνθρωποι.
Κι ὁ ὑμνογράφος καταλήγει: σ᾽ αὐτήν τήν κατάσταση, πού τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μᾶς δίνει λόγο γιά νά μιλήσουμε γιά τήν Παναγία, χαιρόμαστε καί πανηγυρίζουμε. Δέν μποροῦμε νά θυμηθοῦμε τήν Παναγία καί νά μή φαιδρύνει ἡ ψυχή μας, νά μήν πλησθοῦμε εὐφροσύνης. Γιατί βλέπουμε σ᾽ Αὐτήν τήν περίσσεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Κι ἡ χάρη εἶναι πάντοτε χαρά. Μόνον ὁ διάβολος σκυθρωπάζει καί καίγεται ἀπό τήν ἀναφορά στήν Παναγία.
Οἱ συνάξεις μας κάθε φορά ἐπί τῇ μνήμῃ τῆς Παναγίας ἀποδεικνύουν ὅτι κι ἐμεῖς ἐμφορούμαστε ἀπό Πνεῦμα Θεοῦ. Λίγο ἤ πολύ ἡ χάρη τοῦ ἁγίου Πνεύματος μᾶς ἱκανώνει νά προσερχόμαστε τήν ᾽Εκκλησία καί νά ἀτενίζουμε τό πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Ἡ εὐθύνη μας εἶναι διπλή: νά κρατᾶμε τή χάρη αὐτή, δηλ. νά βρισκόμαστε σ᾽ ἐκείνη κάθε φορά τήν ἑτοιμότητα γιά νά τιμᾶμε τήν Παναγία, καί νά ἀγωνιζόμαστε νά τήν αὐξάνουμε. Καί διακράτηση καί αὔξηση τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, πού πλούσια εἶχε καί ἔχει ἡ Παναγία, σημαίνει: νά ὑποτασσόμαστε κάθε φορά στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τό ῾ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα Σου᾽ τῆς Παναγίας νά γίνεται καί ἡ δική μας ἀπάντηση στήν ὅποια πρόσκληση τοῦ Θεοῦ πού μᾶς ἀπευθύνει τήν κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας.

πηγή

O Ακάθιστος Ύμνος. H Παναγία σώζει την πατρίδα (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)




Ό Ακάθιστος Ύμνος
Ή Παναγία σώζει την πατρίδα

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)
Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...» (ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ)

ΑΠΟΨΕ, αγαπητοί μου, πέμπτη (Ε') Παρασκευή των Νηστειών, σε όλους τους ναούς της Ορθοδοξίας ψάλλετε ολόκληρος ή ακολουθία των Χαιρετισμών.
Είναι δε οι Χαιρετισμοί ένα αριστούργημα της βυζαντινής ποιήσεως. Θαυμάζει κανείς σ' αυτό το κάλλος του λόγου, προ παντός όμως τη αγάπη προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Αγαπούσε την Παναγία ό ανώνυμος ποιητής. Και απόδειξης το πλήθος των χαρακτηρισμών. Όπως ή μάνα πού αγαπάει το παιδί της δεν το φωνάζει μόνο με τ' όνομα του —Γιώργο, Γιάννη, Κώστα—, αλλά το στολίζει με πλήθος εκφράσεις (άλλοτε το λέει λουλούδι, άλλοτε μπουμπούκι, άλλοτε χρυσό, άλλοτε άγγελο...), έτσι κ' εδώ ό εμπνευσμένος ποιητής ονομάζει την Παναγία με πλήθος εικόνες και παραδείγματα άπ' όλη τη φύση. Λέει στην Παναγία• Είσαι ή «γη της επαγγελίας» ή ρέουσα μέλι και γάλα, είσαι το «όρος» το αλατόμητον, είσαι ή «πέτρα» πού πότισε τους διψώντας την ζωήν, είσαι το «άστρο» το άδυτο, είσαι ή «αστραπή» πού καταλάμπει τάς ψυχάς, είσαι ή «βροντή» πού καταπλήττει τους εχθρούς, είσαι συ πού αναβλύζεις τον πολύρρυτον «ποταμόν», είσαι το «ρόδον» το αμάραντο, είσαι το ηδύπνοον «κρίνον», είσαι ή «στάμνας» με το μάννα, είσαι... Σε όλα βλέπει παρομοιώσεις της ύπεραγίας Θεοτόκου.

Εκείνο όμως πού ιδιαιτέρως συγκινεί εμάς τους Έλληνες Χριστιανούς, Είναι το κοντάκιο «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...», πού ακούσαμε απόψε κατ' επανάληψιν. Επάνω σ' αυτό θα κάνω λίγες σκέψεις.
«Τω υπερμάχω στρατηγώ». Εδώ παίρνει την εικόνα όχι πλέον από τη φύση, άλλ' από τη στρατιωτική ζωή, από πολέμους και στρατόπεδα, όπου στρατιώτες και αξιωματικοί μάχονται κατά των εχθρών. Είσαι στρατηγός, λέει, Παναγία μου, στρατηγός «υπέρμαχος», υπερτερείς δηλαδή στη μάχη, αναδεικνύεσαι ανωτέρα των εχθρών, νικάς και θριαμβεύεις.
Στρατηγός ή Παναγία. Μήπως αυτό είναι υπερβολή, ρητορικό σχήμα, τίτλος κενός όπως οι τίτλοι τόσων αξιωματούχων της γης; Όχι. Είναι ουσία, πραγματικότης. Όντως ή ύπεραγία Θεοτόκος ανεδείχθη δια μέσου των αιώνων υπέρμαχος στρατηγός του γένους μας. Αυτό βεβαιώνουν τα γεγονότα. • Ανοίγουμε την Ιστορία. Φθάνουμε στο έτος 626 μ.Χ.. Βρισκόμαστε στο Βυζάντιο, στην πόλη των ονείρων μας, την βασιλίδα των πόλεων, την Κωνσταντινούπολη Το έτος εκείνο ήτο κρίσιμο. Ό αυτοκράτωρ Ηράκλειος με το στρατό του αγωνιζόταν στα βάθη της Ασίας εναντίον των Περσών, πού είχαν αρπάξει τον τίμιο σταυρό από τα Ιεροσόλυμα. Εν τω μεταξύ ή Πόλις βρέθηκε σε δεινή δοκιμασία. Εχθροί από ανατολών, βορρά και νότου, Πέρσες και Αβαροι, πολιόρκησαν την πόλη στενότατα από ξηράς και από θαλάσσης. Οι ταλαίπωροι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς τον βασιλέα, χωρίς στρατό, με μια μικρά φρουρά έδιναν άνισο αγώνα. Ή πτώσης της Πόλεως εθεωρείτο βεβαία. Οι βάρβαροι έστειλαν μήνυμα στους Βυζαντινούς να παραδοθούν. Δεν υπάρχει, είπαν, για σας ελπίδα• μόνο αν γίνετε πουλιά να πετάξετε στον αέρα ή ψάρια να κολυμπήσετε στο Βόσπορο, θα σωθείτε.
Αυτά έλεγαν με υπερηφάνεια. Άλλα «άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε Θεός κελεύει». Τι έγινε; Κάτι υπερφυσικό, πού δέ' μπορεί να το συλλαβή ή ανθρώπινη σκέψις. Δέ' νίκησαν οι βάρβαροι• νίκησε ή μικρά φρουρά πού αγωνιζόταν στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως• ή μάλλον νίκησε ή ύπεραγία Θεοτόκος με το θαύμα πού έκανε και το βεβαιώνει ή Ιστορία. Τη νύχτα φύσηξε δυνατός άνεμος, σήκωσε κύματα και έπνιξε τα πλοία των βαρβάρων σανίδες μόνο επέπλεαν. Το πρωί, όταν οι εχθροί είδαν ότι ό στόλος τους κατεστράφη, έλυσαν την πολιορκία και έφυγαν.
Όλοι ομολόγησαν, ότι ή Παναγία έκανε το θαύμα. Από ευγνωμοσύνη συγκεντρώθηκαν στο ναό των Βλαχερνών και όρθιοι, όλη τη νύχτα, έψαλλαν τους Χαιρετισμούς και το «Τω ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια,.,».
• —Α, θα πει τώρα κάποιος κοροϊδεύοντας, αυτά «τω καιρώ εκείνο»...
Όχι. Ή Παναγία είναι ή ίδια. Δεν πιστεύετε στο θαύμα της Κωνσταντινουπόλεως; Θέλετε άλλο θαύμα; Ορίστε λοιπόν. Τι εορτάζουμε στις 25 Μαρτίου; Την εθνική μας εορτή. Ερωτώ• Είναι τυχαίο ότι οί προγονοί μας, οί ήρωες του 1821, επέλεξαν ως ήμερα εξεγέρσεως την ήμερα του ευαγγελισμού της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι στην Αγία Λαύρα οί αγωνιστές (ορκίστηκαν «ελευθερία ή θάνατος» κάτω από το λάβαρο της Θεοτόκου; Είναι τυχαίο ότι, το δεύτερο ή τρίτο έτος της επαναστάσεως, στην Τήνο, από ένα όραμα πού είδε μια μοναχή, βρήκαν τη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας, και ή ανεύρεση της εμψύχωσε το λαό μας; Είναι άσχετο το γεγονός ότι οί ήρωες του '21 προσηύχοντο στην Παναγία; Ιδιαιτέρως αγαπούσε την Παναγία Όπως Γέρος του Μοριά, Όπως Κολοκοτρώνης. Σε μια κρίσιμη στιγμή του αγώνος, μέσα στη γενική απογοήτευση, αυτός δεν απελπίστηκε. Μπήκε σ' ένα εξωκλήσι, άναψε λαμπάδα, γονάτισε, και προσευχήθηκε με δάκρυα. Και μετά, με αισιοδοξία, είπε «Ή Παναγία υπέγραψε την ελευθερία μας, και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή της».
Και όντως έγινε το θαύμα. Το 1821, λοιπόν, Είναι νέα απόδειξης της αγάπης πού τρέφει ό λαός μας προς την ύπεραγία Θεοτόκο. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 νέο θαύμα της Θεοτόκου. «Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...», έψαλλαν και οί ήρωες του '21.
• Aλλά ή Παναγία μας δεν σταματά εδώ έχουμε και άλλο νεώτερο θαύμα. Ποιο; Είναι θαύμα των ήμερων μας, το είδε ή δική μας γενεά. Όχι οί σημερινοί νέοι και τα παιδιά πού τρέφονται πλουσιοπάροχα και δεν ξέρουν Τι θα πει αυταπάρνησης και θυσία. Το είδαν οί ήρωες του 1940, οί στρατιώτες και αξιωματικοί μας, πού σαν αετοί ανέβηκαν στα βουνά και πολέμησαν τότε τους νέους βαρβάρους, την ισχυρά Ιταλική αυτοκρατορία.
Ό δικτάτωρ της 'Ρώμης εκαυχάτο και απειλούσε• Ελλάς, παραδόσου! έχω τόσα αεροπλάνα, πού τα φτερά τους θα σκιάσουν τον ήλιο (όπως και ό Ξέρξης απειλούσε τους μαχητός των Θερμοπυλών, ότι με το πλήθος των βελών του θα σκίαση τον ήλιο). Και Τι έγινε, νίκησε; Ούτε τ' αεροπλάνα Ούτε τίποτε άλλο υπερίσχυσε. Νίκησε ή μικρά Ελλάς. Πώς; Δεν θα σας το πω εγώ' ας μιλήσουν όσοι έχουν άσπρα μαλλιά (τους οποίους οί νέοι οφείλουν, όταν τους βλέπουν, ν' αποκαλύπτονται). Τι είδαν αυτοί; Δεν Είναι ψέμα• πάνω στα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου είδαν μια σκιά. Δεν ήταν φάντασμα. Ήταν ή ύπεραγία Θεοτόκος! Την είδαν τη νύχτα στρατιώτες, αξιωματικοί, πυροβολητές και εύζωνοι να εύλογη τα στρατεύματα μας. Και όπως είπε κάποιος ανταποκριτής, στο αλβανικό μέτωπο μία μόνο γυναικεία μορφή κυριαρχούσε- ή μορφή της Παναγίας. Εκεί κατελύθη ή θεωρία του Φρόιντ. Τα παιδιά της Ελλάδος δεν είχαν πλέον στο μυαλό τους έρωτας επίγειους- είχαν έναν ουράνιο έρωτα, τον έρωτα της πατρίδος, και στα οράματα τους έβλεπαν την ύπεραγία Θεοτόκο.
Ή Παναγία, λοιπόν, παραμένει ή ιδία. Το 626 θαύμα στην Κωνσταντινούπολη το 1821 θαύμα στην Ελλάδα, το 1940-41 νέο θαύμα στη Βόρειο Ήπειρο. Έτσι από τη μικρά αυτή ιστορική ανασκόπηση, φαίνεται ότι ό τίτλος «υπέρμαχος στρατηγός» δεν Είναι για την Παναγία μας τίτλος κενός περιεχομένου• Είναι μία πραγματικότης.
Λέγοντας αυτά, αγαπητοί μου, μη νομίσετε ότι είμεθα φιλοπόλεμοι. Όχι. Όσοι είδαμε τον πόλεμο σε όλη τη φρίκη του, δεν θέλουμε πόλεμο. Και στην Εκκλησία το σπουδαιότερο αίτημα μας Είναι «υπέρ της ειρήνης».
Άλλα ή ειρήνη δεν εξαρτάται μόνο από μας. Μας περιζώνουν εχθροί. Εάν λοιπόν νέοι βάρβαροι θελήσουν να περάσουν τα σύνορα μας, τότε οί Έλληνες, όλοι μαζί, θ' αναστήσουμε τους χρόνους της Κωνσταντινουπόλεως, το '21 και το '40, και θα δώσουμε το παρών για ν' αποκρούσουμε τον εχθρό.
Και πιστεύω ακράδαντος στο Θεό ότι, εάν εμείς ζούμε χριστιανικώς —θέτω τον όρο αυτόν—, θα νικήσουμε. Εάν σεβόμεθα τα ιερά και όσια, εάν αγαπούμε την Παναγία μας, τότε να είστε βέβαιοι ότι άγγελος Κυρίου θα φυλάει την πατρίδα μας, από Κερκύρας μέχρι Κρήτης και Κύπρου. Και θα μας δοθεί ένα ακόμη θαύμα, και πάλι θα ψάλλουμε με όλη την καρδιά μας « Τη ύπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...».
Επίσκοπος Αυγουστίνος.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΆΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΤΗΝ 2-4-1982 ΜΕ ΑΛΛΟ ΤΙΤΛΟ.

ΜΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΙΣ;



Μς παρακολουθον ο τηλεοράσεις;

.        Ἡ τελευταία σειρὰ τηλεοράσεων plasma καὶ HDTV ἐνδέχεται νὰ ἐπιτρέπουν σὲ χάκερ, ἀκόμα καὶ στὶς ἴδιες τὶς ἐταιρίες, νὰ παρακολουθοῦν τοὺς χρῆστες καὶ τὶς οἰκογένειές τους, καὶ νὰ συλλέγουν δεδομένα ἐξαιρετικὰ προσωπικῶν στιγμῶν.
.        Τὰ νέα μοντέλα διαθέτουν ἀρκετὲς ἀπὸ τὶς λειτουργίες ἑνὸς ἠλεκτρονικοῦ ὑπολογιστῆ, συμπεριλαμβανομένων μιᾶς ἐνσωματωμένης HD κάμερας, ἑνὸς μικροφώνου καὶ ἑνὸς λογισμικοῦ ἀναγνώρισης προσώπου καὶ ὁμιλίας. Αὐτὸ τὸ λογισμικὸ ἐπιτρέπει στὴ Samsung νὰ ἀναγνωρίζει τὸν ἑκάστοτε τηλεθεατή, ποὺ χρησιμοποιεῖ τηλεόραση τῆς ἑταιρίας.
.        Ὁ διευθυντὴς τῆς ἰστοσελίδας HD guru, Γκάρυ Μέρσον, ἰσχυρίζεται ὅτι ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν ὑπάρχει τρόπος ἀποσύνδεσης τῆς κάμερας καὶ τοῦ μικροφώνου ἀπὸ τὴν τηλεόραση, οἱ χρῆστες δὲν μποροῦν νὰ εἶναι 100% σίγουροι ὅτι ἡ Samsung, καὶ κάθε ἄλλη ἐταιρία, δὲν συλλέγει τὰ προσωπικὰ στοιχεῖα τοῦ κάθε χρήστη καὶ δὲν τὰ διαβιβάζει σὲ τρίτους. «Ὅταν πρόκειται γιὰ ἐνσωματωμένη κάμερα καὶ μικρόφωνο, δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ εἶσαι σίγουρος γιὰ τὸν ἂν λειτουργοῦν, ἀκόμα κι ὅταν κλείσει ἡ τηλεόραση», ἀναφέρει καταληκτικά.
.        Ὅταν ἡ Samsung κλήθηκε νὰ ἀπαντήσει στὶς ἀμφιβολίες ἀναφορικὰ μὲ τὴν πολιτική της γιὰ τὰ προσωπικὰ δεδομένα τῶν πελατῶν της, ἐκείνη δὲν ἀνταποκρίθηκε.

ΠΗΓΗ: Techit.g

Τυπικόν της 31ης Mαρτίου 2012



Σάββατον: Τοῦ Ἀκαθίστου.
 Τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος καί θαυματουργοῦ Ὑπατίου, 
Ἐπισκόπου Γαγγρῶν. 
Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Θεοφίλου καί τῶν σύν αὐτῷ.
 
Τῷ Σαββάτῳ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ ψαλμόν. Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον
 τῆς Θεοτόκου· «Τό προσταχθέν μυστικῶς...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκιον: 
Τῆς Θεοτόκου· «Τό προσταχθέν...», δίς.
Κάθισμα: 
Τῆς Θεοτόκου· «Ὁ μέγας Στρατηγός...» δίς, ζήτει τοῦτο μετά
 τήν γ΄ Στάσιν τῶν Οἴκων.
Ὁ Ν΄ Ψαλμός:
 (Χῦμα).
Κανών: 
Τῆς Θεοτόκου· «Ἀνοίξω τό στόμα μου...», μετά τῶν Εἱρμῶν αὐτοῦ, εἰς 6.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Μεσῴδιον Κάθισμα:
 Τῆς Θεοτόκου· «Ὁ μέγας Στρατηγός...», ἅπαξ.
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον-Οἶκος: 
Τῆς Θεοτόκου. Ψάλλεται τό Κοντάκιον· «Τῇ ὑπερμάχῳ...».
 Ὁ Ἱερεύς πρό τῆς Εἰκόνος τῆς Θεοτόκου φέρων ἐπιτραχήλιον
 καί φελώνιον ἀπαγγέλλει τόν Οἶκον· «Ἄγγελος πρωτοστάτης...».
Συναξάριον: 
Τῆς ἡμέρας καί τό Ὑπόμνημα τοῦ Τριῳδίου.
Καταβασίαι: 
«Ἀνοίξω τό στόμα μου...».
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς:
 «Ἅπας γηγενής...».
Ἐξαποστειλάριον:
 Τῆς Θεοτόκου· «Τό ἀπ’ αἰῶνος σήμερον...», δίς.
Αἶνοι: 
Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῆς Θεοτόκου· «Κεκρυμμένον μυστήριον...
 – Φωτοφόρον παλάτιον... – Γαβριήλ ὁ Ἀρχάγγελος...» 
εἰς 4, τό πρῶτον δίς.
Δόξα, Καί νῦν:
 Τό Ἰδιόμελον αὐτῶν· «Γλῶσσαν, ἥν οὐκ ἔγνω...».
Δοξολογία: 
Μεγάλη.
«Τό προσταχθέν μυστικῶς...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
«Τό προσταχθέν μυστικῶς...».
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν: 
«Δεῦτε προσκυνήσωμεν... ὁ ἐν ἁγίοις θαυμαστός...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκιον:
 Τῆς Θεοτόκου· «Τό προσταχθέν μυστικῶς...».
Κοντάκιον:
 Ὁμοίως· «Τῇ ὑπερμάχῳ...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος: 
Τῆς Θεοτόκου·«Εἶχεν ἡ πρώτη σκηνή...» (Ἑβρ. θ΄ 1-7), 
ζήτει τοῦτον τῇ 21ῃ Νοεμβρίου.
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· «Ἀναστᾶσα Μαριάμ...» (Λουκ. α΄ 39-49, 56), 
ζήτει τοῦτο τῇ 8ῃ Σεπτεμβρίου.
Καθεξῆς ἡ Θ. Λειτουργία Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Εἰς τό Ἐξαιρέτως: 
«Ἅπας γηγενής...».
Κοινωνικόν: 
«Ποτήριον σωτηρίου...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις.
 

Σ. Ράνσιμαν, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ποτὲ δὲν βαρέθηκε


Λαΐου Ἀγγελικὴ


 
Stevenson Runciman



Λαμπερὲς προσωπικότητες, ὅπως ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν, εἶναι σπάνιες. Ἀκόμη σπανιότερα τέτοιοι ἄνθρωποι γίνονται ἱστορικοί. Σπάνια,τέλος, ἀποσποῦν τὴν ἀγάπη καὶ τὸ σεβασμὸ ὄχι μόνο τῶν εἰδικῶν του κλάδου τους, ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐρέος κοινοῦ, καὶ δὴ σὲ ξένη χώρα. Στὴν Ἑλλάδα,ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν ἦταν πολὺ ἀγαπητός, καὶ γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους Ράνσιμαν σημαίνει Βυζάντιο. Αὐτὸ ἔχει τὴ σημασία του στὴ χώρα μας, γιατί οὔτε τὸ Βυζάντιο εἶναι ἀπὸ ὅλους ἀποδεκτὸ ὡς μία σημαντικὴ περίοδος στὴν ἱστορία τοῦ ἑλληνισμοῦ, οὔτε ἡ ἱστορία γενικὰ ἔχει πιὰ τὴν αἴγλη ποὺ τὴν περιέβαλε, καὶ τὴ διδακτικὴ ἱκανότητα ποὺ τῆς ἀπέδιδαν στὸ παρελθόν. Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν ὅμως ἔσπασε τὰ πολλαπλὰ φράγματα.

Ἡ προσωπικότητά του καὶ ἡ πλούσια καὶ ἰδιόρρυθμη ζωὴ του τὸν ἔκαναν ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη γνωριμία ἐντυπωσίαζε καὶ προκαλοῦσε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ συνομιλητῆ του. Τὸν θυμᾶμαι σὲ μία σκηνὴ ποὺ θὰ μοῦ μείνει ἀξέχαστη. Ἔτυχε νὰ βρισκόμαστε μαζί, ἐπισκέπτες σὲ ἕνα ἀμερικανικὸ πανεπιστήμιο κάπου στὸ γεωγραφικὸ κέντρο τῆς Ἀμερικῆς. Οἱ φοιτητὲς ποὺ ἄκουγαν τὶς διαλέξεις μας ἦταν ὅλοι προπτυχιακοί, ἔξυπνα παιδιά, ἀλλὰ μὲ ἐλάχιστες γνώσεις περὶ Βυζαντίου. Ὁ Ράνσιμαν τοὺς μάγεψε. Θυμᾶμαι νὰ κάθονται στὸ πάτωμα, γύρω ἀπὸ τὴν καρέκλα του, καὶ νὰ κρέμονται ἀπὸ τὸ στόμα του, μαγεμένοι ἀπὸ τὶς ἱστορίες ποὺ τοὺς ἔλεγε γιὰ τὸ Βυζάντιο, γιὰ τὰ Βαλκάνια, γιὰ τὴν Ἱστορία. Εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ συναρπάσει κανεὶς ἕνα τέτοιο ἀκροατήριο μὲ τέτοια θέματα.

Ὅταν πέθανε ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν, οἱ νεκρολογίες ποὺ δημοσιεύθηκαν τόσο στὶς ἑλληνικὲς ὅσο καὶ στὶς ἀγγλικὲς ἐφημερίδες ἀνέφεραν, μεταξὺ ἄλλων, τὴν ἀριστοκρατική του καταγωγὴ καὶ τὶς ἐπαφὲς του ὄχι μόνο μὲ τὶς βασιλικὲς οἰκογένειες εὐρωπαϊκῶν κρατῶν ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν τελευταῖο αὐτοκράτορα τῆς Κίνας, μὲ τὸν ὁποῖο ἔπαιζε ντουέτα στὸ πιάνο. Μίλησαν γιὰ τὶς σχέσεις του μὲ ὁλόκληρη τὴν ἀνώτερη τάξη τῆς Ἀγγλίας -τὴν κοινωνικὴ καὶ τὴν ἀκαδημαϊκὴ- καὶ τὴ γνωριμία του μὲ προσωπικότητες ὅπως ὁ Τζὸν Μ. Κέυνς ἢ ὁ Γκάι Μπέρτζες. Ἔγραψαν, ἀκόμη, γιὰ τὰ ταξίδια του καὶ γιὰ τὴ σχεδὸν ἀπίστευτη σύμπτωση, ἂν ἦταν σύμπτωση, νὰ βρίσκεται σὲ διάφορες χῶρες σὲ στιγμὲς ὅπου διαδραματίζονταν ἐπικίνδυνα ἀλλά, φυσικά, σημαντικὰ γεγονότα: στὴν Κίνα τὸ 1924, ὅταν ἡ χώρα βρισκόταν σὲ ἐμφύλιο πόλεμο. Τὸ 1940 στὴ Σόφια, ὅπου κατέληξε μετὰ ἀπὸ μακρὺ ταξίδι (Λονδίνο-Κέιπ Τάουν-Κάιρο, Βουλγαρία) καὶ ὅπου ἔμεινε ὡς τὴ στιγμὴ ποὺ ἔφθασαν οἱ Γερμανοί, τὸν Μάρτιο τοῦ 1941. Στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου δίδαξε Βυζαντινὴ Ἱστορία καὶ Τέχνη ἀπὸ τὸ 1942 ὡς τὸ 1945. καὶ ὅπου ἐθεωρεῖτο πράκτορας τῶν Ἄγγλων. Στὴν Ἀθήνα, ἀπὸ τὸ 1945 ὡς τὸ 1947, ὡς διευθυντὴς τοῦ Βρετανικοῦ Συμβουλίου καὶ μέλος τῆς δυναμικῆς τριανδρίας Ράνσιμαν, Ὄσμπερτ Λάνκαστερ (στὴν πρεσβεία) καὶ Πάτρικ Λὴ Φέρμορ (στὸ Βρετανικὸ Ἰνστιτοῦτο). Γιὰ ὅλες αὐτὲς τὶς στιγμὲς μιᾶς ζωῆς ποὺ ἦταν γεμάτη περιπέτειες εἶχε νὰ πεῖ ἱστορίες ποὺ μάγευαν τὸν συνομιλητή του.

Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος ποὺ ἀναφέρθηκα στὸ συγκεκριμένο κομμάτι τῆς ζωῆς του. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἡ ζωή του καὶ ἡ ἐπιστήμη του ἦταν στενὰ συνδεδεμένες σὲ μίαν ὡραία καὶ δημιουργικὴ ἁρμονία. Ἐνδιαφερόταν βαθιὰ γιὰ κάθε τί ἀνθρώπινο, ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργίας μέχρι τὶς διεργασίες τῆς ἀνθρώπινης συναναστροφῆς. Ἀπὸ τὶς ἰδέες καὶ ἀξίες τοῦ πνεύματος μέχρι τὴν καθημερινὴ ζωή. Ζοῦσε τὴ ζωὴ ὡς ἱστορικὸς καὶ ἡ ἱστορία ποὺ συνέγραφε ἦταν ζωντανή, καὶ γραμμένη πάντα μὲ βαθὺ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐποχὴ καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὴ δημιούργησαν. Ἕνας ἄλλος μεγάλος μεσαιωνολόγος τοῦ 20οῦ αἰώνα, ὁ Ἀνρὶ Πιρέν, ἔλεγε:«J'aime l'histoire parce que j'aime la vie». Νομίζω ὅτι αὐτὸ περιγράφει ἀκριβῶς τὸν Στῆβεν Ράνσιμαν. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποῦ ποτὲ δὲν βαρέθηκε στὴ ζωή του. Καὶ αὐτὴ ἡ ζωντάνια χαρακτήριζε τόσο τὴν κουβέντα του ὅσο καὶ τὶς διαλέξεις του καὶ τὸ γράψιμό του. Τὸ εἶπε,ἄλλωστε, καὶ ὁ ἴδιος σὲ μίαν ἐνδιαφέρουσα συνέντευξή του στὸ New Yorker: «Πάντα ἀγαποῦσα τὶς ἱστορίες καὶ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πάντα μοῦ ἄρεσε νὰ προσπαθῶ νὰ καταλάβω τὶς ὡραῖες ἱστορίες τοῦ παρελθόντος».

Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταίους μεγάλους ἱστορικούς τῆς ἀφηγηματικῆς σχολῆς. Ἡ ἱστορία, γιὰ τὸν Ράνσιμαν, εἶναι ἡ ἀφήγηση σημαντικῶν γεγονότων, σημαντικῶν θεσμῶν καὶ σημαντικῶν ἀνθρώπων ποὺ ἄλλαξαν τὴν ἀνθρώπινη μοίρα, μὲ σκοπὸ τὴ βαθύτερη κατανόηση τῆς ἀνθρωπότητας. Τὰ θέματα ποὺ διάλεγε ἦταν μεγάλα: ἡ Ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ὑπὸ ὀθωμανικὴ κατοχή, ὁ βυζαντινὸς πολιτισμός, ἡ ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν -ἀπὸ τὴν κατάληψη τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τὸν Ὀμάρ, τὸ 638, ὡς τὴν πτώση τοῦ βασιλείου τῆς Ἄκρας τὸ 1291. Σίγουρα, καθοριστικὲς στιγμὲς στὴν ἱστορία τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἐγγὺς Ἀνατολῆς. Τὰ ἐπεξεργαζόταν μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὸ σκοπὸ νὰ συγγράψει τὴν ἱστορία μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ ἀκρίβεια. Διάβαζε ὅλες τὶς πηγὲς χρησιμοποιώντας, γιὰ τὴν Ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν,γιὰ πρώτη φορὰ ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ -πηγὲς βυζαντινές, δυτικοευρωπαϊκές, ἀραβικές, ἀρμενικές, συριακές. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἱστορικὸς νὰ πνίγεται σὲ λεπτομέρειες ἢ νὰ περιορίζεται σ' αὐτές. Στὰ μεγάλα ἔργα τοῦ Ράνσιμαν ἡ ἀφήγηση τῶν γεγονότων εἶναι λεπτομερής. Ὅμως, ποτὲ δὲν χάνεται μέσα στὴ λεπτομέρεια ὁ ἱστορικός, δουλειὰ καὶ καθῆκον τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ συνθέτει: νὰ βλέπει, πέρα ἀπὸ τὰ συγκεκριμένα γεγονότα, τὴ μεγάλη καὶ πολυσύνθετη εἰκόνα,τὶς ρίζες της στὸ παρελθόν, τὴ σημασία της γιὰ τὸ μέλλον.

Ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία, ἡ ἱστορία τοῦ Ἡροδότου καὶ τοῦ Θουκυδίδη, δὲν ἦταν τῆς μόδας στὴ διεθνῆ Ἱστοριογραφία ἐπὶ πολλὲς δεκαετίες μετὰ τὸν πόλεμο. Ἄλλες ἱστορικὲς σχολές, ἡ σχολὴ τῶν Annales, ἡ οἰκονομικὴ σχολὴ μὲ μία βραχύβια παρέκκλιση στὴν οἰκονομετρία, ἡ στρουκτουραλιστικὴ σχολή, ἡ ἀποδομητικὴ σχολὴ ἦταν πολὺ περισσότερο στὴ μόδα. Μόνο σχετικὰ πρόσφατα ἔχουν ἀρχίσει οἱ ἱστορικοὶ νὰ ἐπανέρχονται στὴν ἀφηγηματικὴ ἱστορία, ποὺ σιγὰ σιγὰ ἀποκτᾶ πάλι ἐνδιαφέρον, θὰ δοῦμε μὲ τί ἀποτελέσματα. Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν γνώριζε τὰ νέα ρεύματα, ὅμως ὁ ἴδιος παρέμενε πιστὸς στὸ εἶδος τῆς Ἱστορίας ποὺ θεωροῦσε τὸ πιὸ ἀποτελεσματικό.

Ἡ καλὴ ἀφηγηματικὴ ἱστορία ἔχει ὁρισμένες προδιαγραφές, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ ἤδη ἀνέφερα, δηλαδὴ τὴ βαθιὰ γνώση τῶν πηγῶν καὶ τῶν γεγονότων. Ἀπαιτεῖ ἀφηγηματικὸ ταλέντο καὶ ὡραία γλώσσα. Στὴν ἀγγλικὴ ἱστοριογραφικὴ παράδοση, μεγάλοι ἱστορικοὶ ποὺ ἔγραφαν ὡραία, γλαφυρὰ καὶ λόγια ἀγγλικὰ ὑπῆρξαν ἀρκετοί. Γιὰ τὸ Βυζάντιο καὶ τὴ γνώση τῶν Ἀγγλοσαξόνων περὶ αὐτοῦ ἦταν δυστύχημα ποὺ ὁ Ἔντουαρντ Γκίμπον, ὁ ὁποῖος ἀπεχθανόταν βαθύτατα τὸ Βυζάντιο, ἦταν μεγάλος στιλίστας ποὺ χειριζόταν τὴν ἀγγλικὴ γλώσσα σχεδὸν σὰν μουσικὸ ὄργανο. Ἔτσι, τὸ ἔργο του «Ἡ παρακμὴ καὶ ἡ πτώση τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας» ἔγινε κλασικό, διαβάστηκε ἀπὸ περίπου ὅλους τους ἀγγλόφωνους λογίους καὶ διαμόρφωσε μίαν ἀρνητικὴ εἰκόνα γιὰ τὴ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Εἶναι μία εἰκόνα ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ σαγηνεύει -παρ' ὅλο ποὺ εἶναι ἀπολύτως ξεπερασμένη ἐπιστημονικὰ- γιατί εἶναι γραμμένη σὲ θαυμάσια ἀγγλικά. Ἀντίστοιχα, μεγάλο εὐτύχημα γιὰ τὴν ἱστορία τοῦ Βυζαντίου ὑπῆρξε τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν ἦταν καὶ αὐτὸς συγγραφέας ποὺ ἔγραφε μὲ κομψότητα λόγου καὶ γλαφυρότητα. Ὁ Ράνσιμαν ἀνήκει στὴ σχολὴ τῶν ἱστορικῶν ποὺ θεωροῦν τὴν ἱστορία ὄχι μόνον ἐπιστήμη ἀλλὰ καὶ τέχνη, καὶ χειρίζονται τὴ γλώσσα μὲ δύναμη καὶ χάρη. Τὸν ἔχω ἀποκαλέσει ἀντὶ-Γκίμπον,γιατί ἔχει ἀφήσει κείμενα ἀξέχαστα, ποὺ μὲ τὴ σίγουρη πένα τοῦ ταλαντούχου συγγραφέα ἀποτυπώνουν στὴ συνείδηση τοῦ ἀναγνώστη εἰκόνες ἐντελῶς διαφορετικὲς ἀπὸ τοῦ Γκίμπον. Ἡ Ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν εἶναι ἕνα ἀριστούργημα τῆς ἀφηγηματικῆς γραφῆς, ἐφάμιλλο τῶν καλύτερων Ἱστορικῶν κειμένων στὴν ἀγγλικὴ γλώσσα. Ὁ ἴδιος ἀναγνώριζε τὴ σημασία τῆς καλῆς γραφῆς, καὶ ἔλεγε ὅτι ὅταν συνέθετε ἕνα κείμενο, τὸ διάβαζε μουρμουριστά, γιὰ νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι ὁ ρυθμὸς τῆς γλώσσας ἦταν σωστὸς καὶ τὸ κείμενο ἔρρεε. Ἴσως εἶναι κακία νὰ προσθέσω ἐδῶ ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους ποὺ ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία γνώρισε ὕφεση εἶναι ἀκριβῶς τὸ ὅτι οἱ ἱστορικοὶ μὲ εὐρεία παιδεία καὶ μὲ βαθιὰ γνώση τῶν σπουδαίων λογοτεχνικῶν κειμένων ἔχουν λιγοστέψει.

Ἔγραφε, λοιπόν, ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν μὲ μία γλαφυρότητα ποὺ ἔκανε τὰ βιβλία του εὐχάριστα στὴν ἀνάγνωση. Συγχρόνως,ἦταν ἀπὸ τοὺς ἱστορικούς του Βυζαντίου ποὺ ἀγαποῦσαν καὶ σεβόντουσαν τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιστημονικῆς τους ἐνασχόλησης. Δυστυχῶς, ἡ ἀγγλοσαξονικὴ σχολὴ τῶν βυζαντινολόγων ἔχει νὰ ἐπιδείξει σοβαροὺς ἐπιστήμονες, μὲ τίτλους καὶ μὲ πειστικότητα, οἱ ὁποῖοι μισοῦσαν τὸ Βυζάντιο -εἴτε ἐπειδὴ τὸ ἔβλεπαν σκοταδιστικό, εἴτε ἐπειδὴ θεωροῦσαν τὴ θρησκεία ἀρνητικὸ φαινόμενο, εἴτε γιατί τὸ Βυζάντιο δὲν ἦταν ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα ἤ, ἀντιστρόφως, ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Ἂς μὴν προσθέσω ἐδῶ καὶ τὰ ἁμαρτήματα τῆς «φιλελεύθερης» ἱστοριογραφίας, καὶ ἂς ἀναφερθῶ μόνο ἀκροθιγῶς στὸ γεγονὸς ὅτι καὶ στὴ νεότερη Ἑλλάδα ὑπάρχει μία βαθύτατα ἀρνητικὴ θεώρηση τοῦ Βυζαντίου, ὄχι ἀπὸ τοὺς εἰδικούς, ἀλλὰ ἀπὸ σημαντικὸ μέρος τοῦ μορφωμένου κοινοῦ.

Ὁ Ράνσιμαν, ἀντίθετα, καταλάβαινε πολὺ καλὰ τὸ Βυζάντιο. Τὸ θεωροῦσε τὴν πιὸ πολιτισμένη καὶ φωτισμένη κοινωνία τοῦ Μεσαίωνα καί, κατὰ τὴ γνώμη μου, εἶχε δίκιο. Ἦταν ἐπίσης ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους μὴ Ἕλληνες ἱστορικοὺς ποὺ ἔβλεπαν στὸ Βυζάντιο τὴ μεσαιωνικὴ φάση τοῦ ἑλληνισμοῦ -ὅπως ἄλλωστε ἔβλεπε καὶ τὴ συνέχεια μὲ τὸν ἑλληνισμὸ ὑπὸ ὀθωμανικὴ κατοχή. Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγάλη συμβολή του στὴν ἱστοριογραφία τοῦ Βυζαντίου. Ἦταν ἕνας ἱστορικὸς ἄμεμπτος ἀπὸ τὴ δυτικοευρωπαϊκὴ σκοπιά, διότι δὲν ἦταν Ἕλληνας καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κατηγορηθεῖ γιὰ ἑλληνοκεντρισμό. Συγχρόνως ἦταν ἱστορικὸς μὲ βαθιὰ γνώση τῶν πηγῶν, ὁ ὁποῖος ἔγραψε γιὰ τὸ Βυζάντιο μὲ ἀγάπη καὶ ἐκτίμηση, σὲ μία γλώσσα σαγηνευτική. Τὰ βιβλία του ἀνατυπώνονται καὶ διαβάζονται μὲ εὐχαρίστηση ἀπὸ τοὺς φοιτητές, τοὺς εἰδικοὺς καὶ τὸ κοινό. Καὶ αὐτὸ εἶναι μία συμβολὴ σπουδαία, ποὺ ἔχει ἀντέξει στὸ χρόνο.

Δὲν ἀναφέρθηκα στὸ σπουδαιότερο ἔργο τοῦ Στῆβεν Ράνσιμαν,τὴν «Ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν». Ἔχω μιλήσει ἐπανειλημμένα γι' αὐτό, κι ἔτσι θεώρησα ὅτι ἀλλοῦ ἔπρεπε νὰ ἑστιάσω τὴ σύντομη παρουσίασή μου. Δὲν μπορεῖ, ὅμως, νὰ μείνει ἀμνημόνευτο αὐτὸ τὸ μεγαλόπνοο ἔργο, τὸ ὁποῖο γιὰ πρώτη φορὰ παρουσίασε τὶς Σταυροφορίες ὡς μία κοσμοϊστορικὴ συνάντηση καὶ σύγκρουση τριῶν κόσμων -τοῦ βυζαντινοῦ, τοῦ ἰσλαμικοῦ καὶ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ὁ Ράνσιμαν κατανόησε τὴ σημασία τῶν Σταυροφοριῶν ὡς ἑνὸς διεθνοῦς κινήματος ποὺ κατέληξε στὴν καταστροφὴ τοῦ σπουδαιότερου μεσαιωνικοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ πολιτισμοῦ τῶν Χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν, ὅπως λέει ὁ ἴδιος, τὰ κύρια θύματα. Εἶναι ἀπὸ τοὺς λίγους δυτικοευρωπαίους μελετητὲς τῶν Σταυροφοριῶν ποὺ καταδίκασε τὸ κίνημα σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς. Τὸ καταδίκασε «ὡς μία μακρόχρονη πράξη μισαλλοδοξίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ, ποὺ συνιστᾶ ἁμαρτία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Εἶδα μὲ ἐνδιαφέρον ὅτι ἡ νεκρολογία στοὺς “Times” τοῦ Λονδίνου βρίσκει στὰ λόγια αὐτά, μὲ τὰ ὁποῖα καταλήγει ἡ Ἱστορία τῶν Σταυροφοριῶν, ἕνα εἶδος αὐτοτιμωρίας, αὐτομαστιγώματος τῆς Δύσης. Πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ἐτυμηγορία τοῦ Ἱστορικοῦ γιὰ τὶς Σταυροφορίες βρῆκε τὸ στόχο της καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνοχλεῖ.

Ὁ Ράνσιμαν ἔλεγε ὅτι, ὅταν πρωτοῆρθε στὴν Ἑλλάδα, τὸ Βυζάντιο ἦταν μία παραμελημένη ἐποχή. Τὸ ἔργο του ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσία του, ἡ φιλία του μὲ τόσους ἕλληνες λογίους, λογοτέχνες καὶ ἱστορικούς, ἡ πειστικότητα τοῦ λόγου του, ὁ ἐνθουσιασμός του γιὰ τὸ Βυζάντιο ἔπαιξαν σημαντικὸ ρόλο στὴ διαμόρφωση ἑνὸς σοβαρότερου ἐνδιαφέροντος γιὰ τὴ μεγαλειώδη αὐτὴν ἐποχὴ τόσο στὴν Ἑλλάδα ὅσο καὶ στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη καὶ τὴ Βόρεια Ἀμερική.

Οἱ πέτρες Φώτης Κόντογλου





 


 
Πρώτη σύσταση, στερνὸ ἀπομεινάρι τῆς γῆς

 

Πέτρες! Τί εἶναι οἱ πέτρες; Πέτρες! Δηλαδή, τίποτα! Ποιὸς δίνει σημασία σ᾿ αὐτές; Ποιὸς χάνει τὸν καιρό του μὲ τὶς πέτρες; Δὲν ἀξίζει τὸν κόπο μηδὲ νὰ μιλήσει κανένας γι᾿ αὐτές. Εἶναι τὰ πιὸ καταφρονεμένα πράγματα τῆς πλάσης.

Ὡστόσο, μοῦ φαίνεται, πὼς αὐτὲς οἱ τιποτένιες πέτρες θ᾿ ἀπομείνουνε μονάχα, ὅποτε χαλάσει ὁ κόσμος καὶ λείψει κάθε ζωὴ ἀπάνω στὴ γῆ. Αὐτὲς εἶναι ἡ πρώτη σύσταση τοῦ κόσμου, κι αὐτὲς θά ῾ναι τὸ τελευταῖο ἀπομεινάρι του. Δὲν κουνιοῦνται ἀπὸ τὸν τόπο τους, δὲν μιλᾶνε. Μὰ θαρρῶ πὼς ἀκοῦνε καὶ πὼς βλέπουνε. Μᾶς βλέπουνε ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κι ὅσα κάνουμε, ἀκοῦνε ὅσα λέμε ἐμεῖς οἱ λιγόζωοι, οἱ ψευτο-κανωμένοι, καὶ μᾶς ἐλεεινολογᾶνε γιὰ τὴν ἀνοησία μας, πὼς τάχα θὰ κυριέψουμε τὸν κόσμο! Οἱ πέτρες ποὺ πατοῦσε ἀπάνω τους ὁ Ἀχιλλέας κι ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος θὰ κρυφογελούσανε μὲ τὴ ματαιοδοξία τους, γιατὶ ξέρανε πὼς θὰ σβήσουνε πολὺ γρήγορα, σὰν καπνός, κι αὐτοί, κι οἱ αὐτοκρατορίες τους, κ᾿ οἱ δόξες τους, σὲ καιρὸ ποὺ αὐτὲς θὰ στεκόντανε ἀκατάλυτες, ὅπως καὶ θὰ βρίσκουνται ὡς τὰ σήμερα σὲ κάποια μεριά. Ἀπὸ τότε τὶς πατήσανε χιλιάδες ἄνθρωποι, δίχως νὰ τὶς δώσουνε καμμιὰ προσοχή, κι ὅλοι τους γινήκανε κουρνιαχτός, σὰν νὰ μὴν ᾔρθανε ποτὲς στὸν κόσμο.

Πολλὲς φορὲς κάθουμαι καὶ κοιτάζω τὶς πέτρες ποὺ τυχαίνει νὰ βρίσκουνται μπροστά μου, καὶ μοῦ φαίνεται πὼς μὲ κοιτάζουνε καὶ κεῖνες μὲ κάποια μυστηριώδη μάτια ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ πὼς κρυφοκουβεντιάζουνε μεταξύ τους καὶ πὼς κρυφογελοῦνε γιὰ τὴν κουταμάρα μας νὰ φανταζόμαστε μεγάλα καὶ τρανὰ πράγματα, νὰ βγάζουμε ὁ ἕνας τ᾿ ἀλλουνοῦ τὰ μάτια καὶ νὰ τὶς στοιβιάζουμε, αὐτὲς τὶς πέτρες ποὺ μᾶς περιγελᾶνε, τὴ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, ἢ νὰ τὶς πελεκᾶμε γιὰ νὰ κάνουμε ἀγάλματα καὶ ταφόπετρες, γιὰ νὰ τὶς βάλουμε ἀπάνω στὴν κοιλιά μας ἅμα πεθάνουμε! Ἀνατριχιάζω ὧρες-ὧρες, γιατὶ νοιώθω καθαρὰ τὰ γέλια ποὺ κάνουνε κρυφὰ οἱ πέτρες γιὰ τὴν κουταμάρα μας.
 

*
 
Ἀπὸ μικρὸς ἀγαποῦσα νὰ μαζεύω βότσαλα στὴν ἀκροθαλασσιά. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη τὴν ἔχω ἀκόμα. Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες ἕνα βράδυ, βρέθηκα κοντὰ στὴν ἀγαπημένη μου τὴ θάλασσα, σὲ μιὰ βορεινὴ ἀκρογιαλιά. Ὁ ἥλιος ἔγερνε στὸ βασίλεμα. Φυσοῦσε λίγο βοριαδάκι, καὶ τὰ κύματα ἔρχονταν ἥμερα ἀπὸ τὸ πέλαγο κι ἀφρίζανε ἀπάνω στὰ χαλίκια. Ἔγινα ἄλλος ἄνθρωπος ἄμα ἄκουσα τὸ ροχαλητὸ τοῦ νεροῦ, ποὺ μὲ νανούρισε ἀπὸ τὴν κούνια μου. Πῆρα τὸ γιαλό-γιαλό, καὶ τράβηξα κατὰ κεῖ ποὺ ἔβγαινε ἕνας κάβος κ᾿ ἔκλεινε ὁ κόρφος.

Ἀντίκρυ θαμποφαινόντανε, μέσα στὴ ἄχνα της θάλασσας, τὰ βουνὰ τῆς Εὔβοιας. Κατὰ τὸν γραῖγο, ξεχώριζε καθαρὰ ἡ στεριά, μ᾿ ἕναν ἄλλο κάβο, πέρα ἀπὸ τὸν Μαραθῶνα. Παραμέσα στὴ στεριά, βορεινότερα ἀπὸ κεῖ ποὺ στεκόμουνα, μαυρίζανε τὰ ἄγρια μυτερὰ βουνά, ποὺ ξεπετιοῦνται ἀπὸ τὴν Πεντέλη σὰν δυναμάρια. Ὅσο ἥμερο εἶναι αὐτὸ τὸ βουνὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη μπάντα, ποὺ κοιτάζει κατὰ τὴν Ἀθήνα, τόσο ἄγριο καὶ θυμωμένο εἶναι ἀπὸ τούτη τὴ μεριά, ἀπὸ τὰ βορεινά, σὰν νὰ φοβερίζει τὸ μπουγάζι ποὺ ἔβγαλε τοὺς Πέρσες γιὰ νὰ τὸ πατήσουν, πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια.

Περπατοῦσα, λοιπόν, γιαλὸ-γιαλὸ καὶ μάζευα πέτρες. Εἶχε χρωματιστὰ χαλίκια λογῆς-λογῆς, μὰ ἡ θάλασσα τὰ ξέπλυνε κι ἀνάβανε τὰ γλυκὰ χρώματα ποὺ εἴχανε. Τὰ κύματα ἀφρίζανε δίπλα μου, βγάζοντας τὴ μυστικὴ βουή τους, ποὺ εἶναι ἡ αἰώνια ἀνασαμιὰ τῆς θάλασσας, κι ἐγὼ ἔσκυβα κάθε τόσο κι ἔπαιρνα ἕνα χρωματιστὸ λιθάρι, κι ἀφοῦ τὸ κοίταζα καλά, τὸ ἔχωνα στὴν τσέπη μου, σὰ νά ῾τανε κανένα ρουμπίνι ἢ ζουμπρούτι. Κάθε τόσο, κάθιζα χάμω καὶ κοίταζα, μιὰ κατὰ τὰ πέλαγο, μιὰ τὸν θησαυρὸ ποὺ πατοῦσα, τὶς δροσερόχρωμες κεῖνες πέτρες ποὺ στολίζανε τὸ σύνορο τῆς θάλασσας. Ὅπως μὲ χώριζε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς πολιτείας κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες της τὸ βογγητὸ τῆς θάλασσας, γεμίζοντας τ᾿ αὐτιά μου μὲ τὰ μυστικὸ καὶ βαρὺ ἴσο του, τὸ ἴδιο καὶ τὰ χαλίκια μὲ κάνανε νὰ ξεχάσω κάθε τι πολύπλοκο καὶ μάταιο ποὺ κάνει ὁ ἄνθρωπος.
 

*
 
Μάζεψα κάμποσα βότσαλα καὶ τὰ πῆγα σ᾿ ἕνα μέρος καὶ τὰ φύλαξα. Ὕστερα ξαναγύρισα καὶ μάζεψα κι ἄλλα. Τί ἔμορφα κ᾿ ἐκφραστικὰ χρώματα ποὺ εἴχανε τὰ χαλίκια! «Οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλλετο ὡς ἓν τούτων». Τί παράξενα κόκκινα, κεραμιδιά, βυσσινιά, τριανταφυλλιά, σταχτιὰ λογιῶν-λογιῶν, κίτρινα, ἀσπροκίτρινα, πορτοκαλλιά, μελιά, πρασινογάλαζα, λαδιά, μαῦρα, πρασινόμαυρα!

Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, ἔφερνα στὸν νοῦ μου τὰ μικρά μου χρόνια, κι ὅσα ἔγραψα τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα μοναχὸς στὸ νησί μου; «Μάζευα ὅ,τι εὕρισκα στὴν ἀκροθαλασσιά, ἕναν κόσμο κοχύλια καὶ τσόφλια, εἴτε χρωματιστὲς πέτρες. Ὅλα αὐτὰ τὰ στόλιζα ἐκεῖ μέσα. Μοῦ ῾καναν μιὰ βαθειὰ ἐντύπωση, ὅσο τίποτα στὸν κόσμο... Ἔστεκα ὧρες καὶ τὰ κοίταζα, σηκωνόμουν κ᾿ ἔβλεπα ἀπὸ τὸ παραθυράκι τὰ βουνὰ καὶ τὴ θάλασσα». Κι ἀλλοῦ ἔγραφα: «Μιὰ ἄσπρη πέτρα ἀπάνω στὸν ἄμμο, ἕνα κομμάτι ξύλο ποὺ κείτεται στ᾿ ἀκρογιάλι, τραβοῦν τὴν προσοχή μου. Τὰ πιὸ ἀσήμαντα πράγματα, ἐδῶ μοῦ φαίνονται γεμάτα ἀπὸ ἐνδιαφέρον... Βλέπω τὰ πράγματα ἴσια, χωρὶς ἡ ἐντύπωση νὰ βλαφτεῖ ἀπ᾿ ὅ,τι ἔμαθα νὰ καταλαβαίνω ὡς τώρα, λέγοντας αὐτὰ τὰ δυὸ λόγια: Νερὰ καὶ γῆς. Ἐδῶ κἂν δὲν ὑπάρχουν πλέον ὀνόματα, παρὰ τὰ ἴδια τὰ πράγματα πέφτουν ἀπάνω στὴν ψυχή μου ἀπ᾿ τὸ βάρος τους, ἄγρια κι ἀδιάφορα...».

Καὶ ὅμως, πόσο ἀγαπημένες μοῦ εἶναι αὐτὲς οἱ πέτρες ποὺ μάζεψα! Κείτουνται ἐκεῖ χάμω, σωρός, καὶ κανένας δὲν τὶς βλέπει, κανένας δὲν καταδέχεται νὰ τὶς δεῖ. Κ᾿ ἐγώ, σὰν νὰ εἶμαι ὁ μόνος πό ῾χει μάτια γιὰ νὰ δεῖ τὴ μυστηριώδη ἐμορφιά τους.

Σάν γύρισα στὸ σπίτι μου, τὶς ἔβαλα μέσα σ᾿ ἕνα τάσι, μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες ποὺ εἶχα μαζέψει ἄλλη φορά, κι ἔχυσα μέσα νερὸ γιὰ νὰ μὴν ξεραθοῦνε καὶ ξεθωριάσουν.

«Ἄχ! Τίποτα μέσα στὴν κάμαρα δὲν ἤτανε τόσο ἔμορφο, σὰν καὶ κεῖνες τὶς πέτρες, μήτε οἱ ζωγραφιές, μήτε τὰ κανάτια, μήτε τὸ παλιὸ κιλίμι ποὺ εἶναι στρωμένο χάμω. Ἀληθινὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι εἰπωμένα ὄχι μονάχα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γιὰ ὅλα τὰ κτίσματα: «Ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν, ὑψωθήσεται».

ΠΑΝΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙΣ ΑΓΑΘΗ... (ΥΜΝΟΙ ΣΤΗ ΘΕΟΤΟΚΟ ΜΑΣ)



Πάντων προστατεύεις Αγαθή,
των καταφευγόντων εν πίστει τη κραταιά σου χειρί.
άλλην γαρ ουκ έχομεν, αμαρτωλοί προς Θεόν,
εν κινδύνοις και θλίψεσιν, αεί μεσιτείαν,
οι κατακαμπτόμενοι, υπό πταισμάτων πολλών,
Μήτερ του Θεού του Υψίστου. όθεν σοι προσπίπτομεν.
ρύσαι, πάσης περιστάσεως τους δούλους σου.

Δέσποινα, πρόσδεξε τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσε ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.



Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Εκ παντοίων κινδύνων τούς δούλους σου φύλαττε, ευλογημένη Θεοτόκε, ίνα σε δοξάζωμεν, τήν ελπίδα τών ψυχών ημών.

Τη πρεσβεία, Κύριε, πάντων των Αγίων και της Θεοτόκου την σην ειρήνην δος ημίν και ελέησον ημάς ως μόνος οικτίρμων.

Δι' ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.
Αμήν.


Επιμέλεια: Κυριάκος Διαμαντόπουλος
πηγή agioritikovima.

 αντιγραφή από...

Μοναχός Σεραφείμ, Ο Οικουμενισμός


πηγή

Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ
του Μοναχοῦ Σεραφεὶμ
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἐπειδὴ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, χαρακτηρίζεται ἀπὸ διαχρονικὴ καὶ παγκόσμια ἑνότητα δογματικῆς Πίστεως. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτός [ὁ ἴδιος], καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας»[1], ἀναλλοίωτος, καὶ ἑνώνει ἐν Ἑαυτῷ τὴν ἀνθρωπότητα, «ἐν ἑνὶ σώματι, εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην»[2], καθ’ ὅσον αὐτὴ ἐνσωματώνεται στὴν Ἐκκλησία. Ἔτσι στὴν Ἐκκλησία ἰσχύει πάντοτε ταυτότητα (ὁμοιομορφία) στὴν Πίστη καὶ τὴ βαπτισματικὴ ἔνταξη σ’ αὐτήν: «εἶς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα»[3]...


Τὸ ἐκκλησιολογικὸ αὐτὸ δόγμα τῆς Ἐκκλησίας, σταθερῶς καὶ διαχρονικῶς διακηρυσσόμενο, πλήττεται στὴ θεωρία καὶ τὴν πράξη ἀπὸ τὴν παρέκκλιση καὶ καινοτομία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος στὸ βαθμὸ ποὺ προωθεῖται συνειδητῶς καὶ ἐπιμόνως, ἀποτελεῖ ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ αἵρεση.

Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ἡ διδασκαλία καὶ δραστηριότητα γιὰ τὴν - κακῶ τῷ τρόπῳ - συγκολλητικὴ καὶ πλασματικὴ ἐξωτερικὴ ἕνωση τῶν Ὀρθοδόξων καὶ λοιπῶν «χριστιανῶν», ρωμαιοκαθολικῶν (παπικῶν), προτεσταντῶν καὶ μονοφυσιτῶν-μονοθελητῶν· ἀναπτύχθηκε στὸ πλαίσιο τῆς «οἰκουμενικῆς κινήσεως» καί, σὲ μεγάλο μέρος του, περὶ τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε.) καὶ διασπᾶ τὴν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τῶν μέσων τοῦ 20οῦ αἰῶνος ἑνιαία τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκκλησιολογία, τὴν περὶ Ἐκκλησίας διδασκαλία.

Βασικὲς ὀρθόδοξες ἐκκλησιολογικὲς ἀρχὲς
Συνοψίζοντας βασικὲς παραμέτρους τῆς ἐκκλησιαστικῆς, τῆς ὀρθόδοξης, ἐκκλησιολογίας, καταθέτουμε τρεῖς βασικὲς ἀρχές της · (α) τὴν ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, (β) τὴν τελειότητα («καθολικότητα») τῆς δογματικῆς Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἑνότητά της ἱστορικῶς καὶ γεωγραφικῶς καὶ (γ) τὴν καθολικῶς ἀποδεκτὴ πεποίθηση τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ἡ συνειδητὴ εἰσαγωγὴ καὶ τῆς παραμικρῆς «ἑτεροδοξίας» (δογματικῆς διαφοροποιήσεως) ἀποτελεῖ αἵρεση ποὺ ἀποκλείει τὴ δυνατότητα τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας.

Α. Τὸ ἀξίωμα τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας “extra Ecclesiam nulla salus” («ἐκτὸς Ἐκκλησίας οὐδεμία σωτηρία»), ποὺ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἁγίους Κυπριανὸ Καρχηδόνος, Βασίλειο τὸν Μέγα, Φιρμιλιανὸ Καισαρείας, Κύριλλο Ἀλεξανδρείας κ.ἄ., τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους καὶ ὅλη τὴ διαχρονικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, σημαίνει ὅτι μόνον τὰ ἱερὰ Μυστήρια καὶ δόγματα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ σωτηρία. Ἡ Ἐκκλησία μας χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἐσωτερικὴ ἑνότητα Πίστεως, Λατρείας καὶ διοικήσεως καὶ τὴν «ἀποστολικὴ διαδοχή», δηλαδὴ τὴν ἱστορικὴ προέλευση ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ἐκκλησία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἑνότητα Πίστεως μὲ ἐκείνην. Τὰ σχίσματα (οἱ λόγῳ διοικητικῶν διενέξεων ἀποχωρήσεις ἀπὸ τὴν Ἑκκλησία) καὶ οἱ αἱρέσεις ἀποκόπτουνἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ σωτηρία.

Β. Ἡ ἑνότητα Πίστεως τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ, μολονότι ἐπιτρέπει ἐν μέρει στὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τελετουργική, ἐθιμική, γλωσσική, μουσικὴ καὶ ἄλλη ποικιλομορφία, ὅμως δὲν ἐπιτρέπει καὶ τὴν «διαφορετικότητα» τῶν δογμάτων τῆς Πίστεως, διότι καθὼς «ὁ Χριστὸς οὐ μεμέρισται»[4] ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία εἶναι «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία»[5] .

Γ. Ἡ ἑτεροδοξία-αἵρεση, ὡς εἰσαγωγὴ νεωτερισμῶν στὴ δογματικὴ πίστη, ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, διότι καταστρέφει τὴ θεραπευτικὴ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μέθοδο τῆς Ἐκκλησίας (θεολογία καὶ ἄσκηση) καὶ διότι ὁ Θεὸς δὲν ἐπευλογεῖ τὸ ψεῦδος οὔτε ἑνώνεται μὲ αὐτό. Κατὰ τὴ χαρακτηριστικὴ φράση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «ὅποιος δὲν πιστεύει ὅπως πιστεύει ἡ Παράδοση τῆς Καθολικῆς [δηλ. τῆς Ὀρθοδόξου] Ἐκκλησίας εἶναι ἄπιστος»[6], καθὼς δὲ διαπιστώνει ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὸν ζ΄ ἱ. Κανόνα της, μόνον ὅσοι αἱρετικοὶ ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὴν αἵρεση «προστίθενται στὴ μερίδα τῶν σῳζομένων». Γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση κανεὶς ἑτερόδοξος (ρωμαιοκαθολικός, προτεστάντης, μονοθελήτης κ.λπ.) δὲν εἶναι οὔτε δύναται νὰ ὀνομάζεται κυριολεκτικῶς «χριστιανός» οὔτε ἡ αἱρετικὴ κοινότητα «ἐκκλησία».

Ἡ ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμὸ νόθευση τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας

Ὁ Οἰκουμενισμός, ἐκκινώντας ἀπὸ προσπάθειες προσεγγίσεως τῶν «χριστιανῶν» σὲ πρακτικὰ θέματα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ἐξελίχθηκε σὲ προσπάθεια ἐξωτερικῆς συγκολλήσεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς λοιπὲς «ὁμολογίες», χωρὶς τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ ἐκεῖνες τῆς μόνης ἀναλλοίωτης καὶ παραδοσιακῆς, τῆς ὀρθόδοξης, διδασκαλίας, ἀλλὰ μέσῳ ἐλαχιστοποιήσεως τῆς σημασίας («μινιμαλισμοῦ»), τῆς ἀποσιωπήσεως καὶ παρερμηνείας τῶν ἱ. δογμάτων ἀπὸ ὅλες τὶς διαλεγόμενες πλευρές. Ἐκκινώντας στὶς ἀρχὲς τοῦ 20οῦ αἰ., ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ οἱ αἱρετικοὶ (ἑτερόδοξοι ) ὀνομάστηκαν σὲ ἐπίσημα ὀρθόδοξα ἐκκλησιαστικὰ κείμενα «Ἐκκλησίες» (τὸ 1903 καὶ κυρίως τὸ 1920), ἡ δογματικὴ παρέκκλιση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μεταξὺ ἄλλων φοβερῶν πτώσεων ὁδήγησε σταδιακῶς στὴν ἀπὸ μέρους ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων Κληρικῶν καὶ θεολόγων (α) ἄρση τῆς ἀκοινωνησίας μὲ τοὺς παπικούς («ἄρση τῶν ἀναθεμάτων») τὸ 1965, (β) μερικὴ ἀποδοχὴ τῶν ἑτεροδόξων τελετῶν βαπτίσματος, εὐχαριστίας καὶ ἱερωσύνης («Κείμενον Β.Ε.Μ.», Λίμα τοῦ Περοῦ 1982, (γ) διαπίστωση δῆθεν χριστολογικῆς συμφωνίας μὲ τοὺς μονοφυσίτες-μονοθελῆτες (Β΄Κοινή Δήλωση, Chambésy 1990) - ἡ ὁποία σημαίνει τὴν ἀπόρριψη τῆς συμπαγοῦς ὀρθοδόξου χριστολογίας 15 αἰώνων, Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ πληθύος Ἁγίων Πατέρων, (ε) διαπίστωση ὅτι ὁ παπισμὸς εἶναι ὄχι αἵρεση, ἀλλὰ «ἀδελφὴ Ἐκκλησία» μὲ ἔγκυρα μυστήρια (Κείμενον Balamand 1993) κ.ἄ. Χειρότερο ὅλων εἶναι (στ) τὸ ἐκκλησιολογικὸ κείμενο τῆς Θ΄ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε (Βραζιλία, 2006) · ἐκεῖ ἡ πλειονότης τῶν ὀρθοδόξων ἐκπροσώπων ἀρνήθηκε ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τὶς ὁποῖες ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἐκεῖνες τῆς «Μιᾶς» (δηλ. σὲ ἑνότητα πίστεως) καὶ τῆς «Καθολικῆς», ἐπειδὴ συμφώνησαν ὅτι κανένα μέλος τοῦ Π.Σ.Ε. δὲν ἀποτελεῖ καθ’ ἑαυτὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία (§6) καὶ ὅτι εἶναι θεμιτὴ ἡ ὕπαρξη ποικιλίας δογμάτων ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας (§5). Αὐτὸ εἶναι ποὺ λίγο ἀργότερα οἱ οἰκουμενιστὲς ὀνόμασαν «ἑνότητα μέσα στὴ (δογματικὴ) διαφορετικότητα» , “unity in diversity”, ἔνα σύνθημα παρμένο ἀπὸ τὰ βουδιστικὰ κινήματα τῆς New Age, δηλαδὴ μιὰ «περιεκτικότητα» (“comprehensiveness”) ἀντίθετη μὲ τὴν ἁγιοπατερικὴ «ἀποκλειστικότητα» (“exclusiveness”).

Στὰ πλαίσια τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως οἱ ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων οἰκουμενιστὲς ἔχουν ἐγγράφως δεσμευθεῖ νὰ μὴ καλοῦν τοὺς ἑτεροδόξους στὴν Ἐκκλησία καὶ ἔτσι διαψεύδεται ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ συμμετοχή μας ἐκεῖ ἀποσκοπεῖ στὴν ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας· ἀντιθέτως δέ, μὲ τὴν ἐπίσημη ἀποδοχὴ ἑτεροδόξων θέσεων, ἀποπροσανατολίζονται οἱ ἑτερόδοξοι ὡς πρὸς τὸ ἀληθινὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Τὶς τελευταῖες δεκαετίες ὁ Οἰκουμενισμὸς προσέλαβε καὶ «διαθρησκειακὸ» χαρακτῆρα τονίζοντας τὴν δῆθεν κοινὴ πίστη ὅλων τῶν μονοθεϊστικῶν (καὶ λοιπῶν) θρησκειῶν στὸν ἴδιο Θεό, κατὰ κατάφωρη ἀθέτηση τοῦ Εὐαγγελίου («πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν Υἱὸν οὐδὲ τὸν Πατέρα ἔχει»[7]).

Ἡ ἐκλαΐκευση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ προωθεῖται μὲ τὶς πυκνὲς λειτουργικές, ἀκαδημαϊκὲς-θεολογικὲς, ποιμαντικὲς καὶ κοινωνικὲς ἐπαφές μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, κυρίως μὲ τὶς συμπροσευχὲς σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, μὲ τοὺς μεικτοὺς γάμους καὶ τὸν ἤδη προαναγγελμένο σχεδιασμὸ τῶν ὀρθοδόξων οἰκουμενιστῶν νὰ ἐξαλείψουν ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Λατρεία ὅσα σημεῖα προσβάλλουν αἱρέσεις ἢ ἄλλες θρησκεῖες, ὥστε νὰ ἐξοικειωθεῖ μὲ τὴν ἑτεροδοξία καὶ τὸ ἁπλὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα (ἀφοῦ δῆθεν «ὅλοι στὸν ἴδιο Χριστὸ / Θεὸ πιστεύουμε...»).

Δὲν ἀρνεῖται ὁ Οἰκουμενισμὸς ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἀναλλοίωτη ἢ ἡ πιὸ παραδοσιακή, ἡ πιό συνεπής, ἡ πιὸ λειτουργικῶς ὄμορφη καὶ κατανυκτική κ.ο.κ. Μέμφεται ὅμως τὴν αὐτοσυνειδησία της ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς σωτηρίας.

Ὁ οἰκουμενιστικὸς σχετικισμός, τὸ ἀπόσταγμα τῶν οἰκουμενιστικῶν διδασκαλιῶν, εἰσάγεται καὶ ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μὲ ὅ,τι μπορεῖ αὐτὸ νὰ σημαίνει γιὰ μιὰ «ὀρθόδοξη» ζωὴ στὴν ὁποία ὁ καθεὶς θὰ δύναται κατὰ βούληση νὰ εἰσάγει ἑτερόδοξα καὶ νὰ ἀφαιρεῖ ὀρθόδοξα στοιχεῖα, γι αὐτὸ καὶ ἐπικρίθηκε αὐστηρῶς ἀπ’ ὅλους τοὺς συγχρόνους ἁγίους Γέροντες. Ὅπως προειδοποίησε ὁ μακαριστὸς π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος, ἡ μεγάλη ἀντι-αιρετικὴ ἰδιοφυΐα τῆς ἐποχῆς μας, πρόθεση τῆς Νέας Ἐποχῆς «δὲν εἶναι νὰ ἀδειάσουν οἱ ἐκκλησίες, ἀλλά νὰ γεμίσουν μὲ ἀνθρώπους ποὺ θὰ ἔχουν ἀλλοιωμένο φρόνημα».

Στὸ σύνθημα τῆς Νέας Ἐποχῆς καὶ Τάξεως Πραγμάτων «ἕνας Θεός, πολλὲς θρησκεῖες» ὁ Οἰκουμενισμός καταφάσκει, μὲ ἀνυπακοὴ πρὸς τὴν Καινὴ Διαθήκη: «ναί· ἕνας Χριστός, πολλὲς πίστεις, πολλὰ βαπτίσματα».
______________________________________
[1]. Πρὸς Ἑβραίους 13, 8
[2]. Πρβλ. Πρὸς Ἐφεσίους 2, 15.16
[3]. Πρὸς Ἐφεσίους 4, 5
[4]. Πρβλ. Α΄Πρὸς Κορινθίους 1, 13
[5]. Πράξεις 4, 32
[6]. Αγιου Ιωαννου Δαμασκηνου, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, 4, 10 (83), PG 94, 1128A.
[7]. Α’ Ἰωάννου 2, 23

ΕΡΩ
Τεύχος 9
Ιανουάριος - Μάρτιος 2012

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...