Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Ο παπα- Ιάκωβος, ο παπα-Αντώνης, και ο παπα- Αλύπιος (Τατιάννα Γκορίτσεβα)


απόσπασμα από το βιβλίο:
Είναι επικίνδυνο να μιλάς για τον Θεό
Μετάφραση Μαρία Λαγουρού
ΤΗΝΟΣ
Ο παπα- Ιάκωβος
Οι στάρετς είναι πραγματικοί ιατροί. Δεν προφέρουν ποτέ μάταια λόγια στοργικά, δίνουν ένα φάρμακο, συχνά πικρό, αλλά πάντοτε αποτελεσματικό. Κανένας δεν φεύγει από έναν στάρετς, με απελπισία, ούτε με θλίψη. Φεύγει από κοντά του παρηγορημένος, μ’ ένα ακτινοβόλο και ξανανοιωμένο πρόσωπο.
Δεν είναι μόνον η πνευματική σοφία που επιδρά, αλλά και η δύναμη της προσευχής τους, η δύναμη της θετικής και άμεσης αγάπης που γίνεται αισθητή αμέσως από τον καθένα, όπως επίσης και η απεριόριστη εμπιστοσύνη που τους δίνει ο λαός. Χιλιάδες άνθρωποι στην Ρωσία ζουν με την ανάμνηση της συνομιλίας τους μ’ έναν στάρετς και με τις συμβουλές που τους έδωσε. Ο στάρετς είναι μια εικόνα του Θεού. Ακόμα και μια φορά να τον δη κανείς, καταλαβαίνει ότι δεν είναι πια δυνατόν να ζήσει όπως πριν, ότι εις το εξής ολόκληρη η ύπαρξη θα εκτιμάται σε σχέση μ’ αυτή την ομορφιά, μ’ αυτό το φως της χάριτος. Η αγιότητα στους στάρετς, γίνεται μια απαίτηση κι ένα κάλεσμα.
Η φίλη μου είπε μια φορά: «Εάν ο στάρετς Ιάκωβος είναι έτσι, τότε πως πρέπει να είναι ο Χριστός!»
Ένα τεράστιο πλήθος, ανθρώπων ακολουθούσε τον παπα-Ιάκωβο που λουζόταν από το φως της αγάπης όπου κι αν εμφανιζόταν. Το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η ταπείνωση; Ο στάρετς Ιάκωβος λέει συχνά για τον εαυτό του: «Είμαι ένα χαλάκι όπου οι άνθρωποι σκουπίζουν τα πόδια τους». Κι ακόμα: «Προσπαθώ συνέχεια να σκαρφαλώσω στον πάγκο και ξαναβρίσκομαι από κάτω. Αλλά ξαναπροσπαθώ, δεν κουράζομαι».
Ο παπα-Ιάκωβος είχε πολύ ευρύ πνεύμα. Εγώ κι άλλοι πιστοί διανοούμενοι, συνηθισμένοι να είμαστε ανεκτικοί και να μην εκπλησσόμεθα ποτέ με τίποτα, ξαφνιαστήκαμε από αυτήν την ευρύτητα των κρίσεων των στάρετς, που δεν έχει κανένα κοινό σημείο με το φιλελευθερισμό ούτε με την αδιαφορία. Μια τέτοια ευρύτητα απόψεων κι ένα τέλειο θάρρος ήταν φανερά το αποτέλεσμα της εσωτερικής ηρεμίας, της δυνάμεως και της εμπιστοσύνης στο Θεό.
Ο στάρετς ήταν πολύ οικτίρμων. Θυμάμαι πως μια φορά μετά την ακολουθία στην εκκλησία της κοιμήσεως, είχαμε σχηματίσει μια μεγάλη ουρά περιμένοντας να δεχτούμε την αγία του ευλογία και να του φιλήσουμε το χέρι. Εκείνη τη στιγμή μπήκε ένας άνδρας στην εκκλησία. Ήταν ένας γνωστός μου, που μόλις είχε έρθει στο Πετσόρι με το λεωφορείο. Εγώ ήξερα καλά τη δύσκολη ζωή του. Μόλις είχε τραβηχτεί από έναν κόσμο όπου άφηνε άλυτα δράματα στην οικογένεια του και στη δουλειά του. Το νέο και κουρασμένο πρόσωπο του Νικόλα είχε την έκφραση μιας καταστροφής. Έμοιαζε χαμένος. Μεγάλη ήταν η αντίθεση αυτού του προσώπου και των άλλων που ήσαν ήρεμοι και ειρηνικοί μετά από μια μεγάλη ακολουθία.
Ο Νικόλαος, αναποφάσιστος, πιάνει θέση στην άκρη της ουράς για να ζητήσει ευλογία από τον στάρετς, αλλά ο ίδιος ο στάρετς τον προσέχει αμέσως, τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει (είναι η πρώτη φορά που τον βλέπει), τον φιλά στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο λαιμό. Μόνον μια μητέρα μπορεί να χαϊδέψει έτσι ένα παιδί της που υποφέρει. Ο στάρετς ρωτά το Νικόλα από που ήρθε και πότε θα μπορέσει να περάσει για εξομολόγηση.
Όταν θυμάμαι αυτή τη σκηνή, η απαίδευτη καρδιά μου μου φαίνεται πέτρινη, χονδροειδής. Στη συνέχεια είχα, εγώ η ίδια την εμπειρία της αγάπης του στάρετς. Μετά από μια συνομιλία μαζί του αποκόμισα μια αίσθηση συμφιλιώσεως χωρίς όρια, με ολόκληρο τον κόσμο, με τους ανθρώπους, τα ζώα, τις πέτρες. Δεν είναι τυχαίο το ότι ονομάζουμε το Άγιο Πνεύμα Παράκλητο: που παρηγορεί. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ήταν μαζί μας το Άγιο Πνεύμα. Ο στάρετς μου μίλησε άμεσα και αυστηρά για τα ελαττώματα μου, για την ανυπομονησία μου, για την έλλειψη ωριμότητας, αλλά βγήκα από το εξομολογητήριο παρηγορημένη σαν να είχα βρεθεί στον παράδεισο. Άλλωστε δεν έκρυβε την πρόθεση του να με παρηγορήσει. Κατά τη διάρκεια της συζητήσεως μας πολλές φορές μου είπε: «Να πως μπορώ ακόμα να σε παρηγορήσω». Η αγάπη του ήταν συγχρόνως μεγαλειώδης, τρυφερή και τόσο δυνατή, που δεν φοβόμουν καθόλου να του τα πω όλα ειλικρινά.
Με τα λόγια έδινε την εντύπωση ότι στέκεται με σεβασμό μπροστά σε κάθε μικρό χορταράκι. Δεν έλεγε, «μήλο» αλλά «μηλαράκι»• ο ίδιος ήταν μια προσωπικότητα ανανεωμένη και πυρπολημένη γεμάτη από το Λόγο και από θείες ενέργειες.
Ο στάρετς Ιάκωβος δεν έκανε γενικές ερωτήσεις. Το πλησίασμα των ανθρώπων γι’ αυτόν ήταν αναγκαστικά άμεσο και συγκεκριμένο. «Κάθε άνθρωπος θα διανύσει τον δικό του δρόμο προς τον Θεό. Πρέπει να δώσεις στον καθένα σύμφωνα με τα μέτρα του», έλεγε.
Θυμάμαι που τον είδα να μιλά με μερικές γυναίκες που του ζητούσαν μια ευλογία για το γάμο τους. Στη σκληρή εποχή μας, το πρόβλημα των γάμων και των διαζυγίων έχει γίνει δραματικό. Σπάνιος είναι ο γάμος που μπορεί να θεωρηθεί ως πετυχημένος. Επίσης, οι μισοί γάμοι στη χώρα καταλήγουν σε διαζύγιο. Γι’ αυτόν το λόγο, οι στάρετς δεν δίνουν εύκολα την ευλογία τους για ένα γάμο. Σε μια από τις γυναίκες που του είχε ζητήσει την ευλογία του, ο πατήρ Ιάκωβος έκανε την εξής ερώτηση:
«Μπορείς να φέρεις στον κόσμο έναν άγιο; “Αν μπορείς τότε παντρέψου, διαφορετικά δεν σου δίνω την ευλογία μου».
Σε μιαν άλλη είπε:
«Είσαι μια μορφωμένη γυναίκα, η επιστήμη υπήρξε πάντα για σένα το ουσιωδέστερο πράγμα, από την άλλη μεριά ο γάμος ζητά πολλές θυσίες. Είσαι ικανή να θυσιάσεις τις επιστημονικές σου ασχολίες για ν’ αφιερώσεις το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου σου σε πράγματα βαρετά για σένα: το νοικοκυριό, τα ψώνια, το πλύσιμο; Κι αν έχεις παιδιά, θα πρέπει αναγκαστικά να κάνεις αυτήν τη θυσία. Σκέψου».
Κι έτσι μιλούσε στην κάθε μια μ’ έναν διαφορετικό τρόπο.
Σε νεοφώτιστους σαν κι εμάς, ο παπα-Ιάκωβος, του άρεσε να λέει: «Ετοιμαστείτε, για μια μεγάλη απόσταση, μη βιάζεστε». Συγχρόνως ήταν απαιτητικός αγρυπνούσε αυστηρά ώστε να υπάρχει μια πνευματική πρόοδος, και ώστε οι δυνάμεις των πνευματικών του παιδιών ν’ αυξάνονται μέρα με τη μέρα.
Ο παπα-Αντώνης
Ο παπα-Αντώνης είναι ένας εξορκιστής γνωστός σ’ όλη τη Ρωσία. Είναι αδύνατος, κοντός, με γκρίζα μαλλιά. Είναι ένας καλόγερος ακόμα εν δυνάμει που δεν έχει φτάσει τα εξήντα. Απ’ όλες τις γωνιές της χώρας έρχονται στο μοναστήρι για τους δαιμονισμένους και τους αρρώστους. Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση ότι στην καθημερινή ζωή οι δαιμονισμένοι δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους άλλους ανθρώπους. Αλλά στο μοναστήρι το χειρότερο και το καλύτερο αποκαλύπτονται. Στον κόσμο πολλές απ’ αυτές τις δυστυχισμένες γυναίκες (υπάρχουν επίσης και άνδρες, αλλά είναι λιγώτεροι) αισθάνονται ένα μόνιμο βάρος που τις καταπιέζει με ανυπόφορο τρόπο. Αυτό το αίσθημα τις σπρώχνει να βρουν την απελευθέρωση στα μοναστήρια. Μερικές στιγμές κατά τη διάρκεια της λειτουργίας στο μοναστήρι του Πετσόρι, ακούμε ουρλιαχτά: μερικοί βγάζουν κραυγές ζώων, άλλοι χτυπιούνται κατά γης, άλλοι πάλι, επιθετικοί, βλασφημούν. Δεν είναι εύκολο να τους οδηγήσουν για τη Θεία κοινωνία, χρειάζονται πολλοί για να τους συγκρατήσουν. Πάντα έμενα έκπληκτη από την απόλυτη ηρεμία του ιερέα που έδινε τη Θεία κοινωνία. Ενεργούσε σαν να είχε δύναμη, σαν ένας γιατρός και σαν ένας νικητής! Μετά τη Θεία κοινωνία οι δαιμονισμένοι, γενικά, ηρεμούσαν, τα πρόσωπά τους γινόντουσαν γλυκά και τρυφερά, πολλοί έκλαιγαν σιωπηλά.
Δυό φορές την εβδομάδα, ο παπα-Αντώνης οργανώνει μιαν ακολουθία για εξορκισμό. Η είσοδος είναι αυστηρά απαγορευμένη στους ξένους. Ο στάρετς διαβάζει για κάμποσες ώρες ειδικές προσευχές. Τότε είχε για βοηθό έναν νεαρό μοναχό, όλοι οι άλλοι ήταν άρρωστοι.
Στην αρχή, οι δαιμονισμένοι φωνάζουν, φτύνουν τον στάρετς, κυλιούνται κατά γης. Αλλά σιγά-σιγά μερικοί απ’ αυτούς ηρεμούν, άλλοι αρχίζουν να βοηθούν τον στάρετς, να βάζουν κεριά, να προσεύχονται μαζί του.
Τέτοιες ακολουθίες μπορούν να χαρακτηρισθούν σαν παράνομη λατρεία σύμφωνα με τους σοβιετικούς νόμους. Στην χώρα μας η εξάσκηση, κατά κάποιον τρόπο, θεραπευτικών μεθόδων που γίνονται χωρίς δίπλωμα, χωρίς ένα ιατρικό πιστοποιητικό τιμωρούνται αυστηρά.
Στο μοναστήρι, έλεγαν, ότι ο παπα-Αντώνης είχε φάει πολλές φορές ξύλο από αστυνομικούς που τον άφηναν σχεδόν ημιθανή. «Η εκδίκηση των δαιμόνων» έλεγε ο κόσμος. Μια φορά, συνέβηκε μπροστά στους άλλους μοναχούς. Ρώτησα έναν από τους αδελφούς «Γιατί δεν τον υπερασπιστήκατε;» Ο μοναχός μου απάντησε: «Ως μοναχός δεν μπορώ ν’ αναμιχθώ στα σχέδια του Θεού. Ο παπα-Αντώνης ήθελε να υποφέρει για τον Χριστό, ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο».
Ο παπα- Αλύπιος
Ο παπα-Αλύπιος συχνά καθόταν στο μπαλκόνι του ηγουμενείου. Είχε μια κάποια πλευρά ενός κατά Χριστόν σαλού. Είχε διάλογο με τους προσκυνητές χωρίς να κατεβαίνει από το μπαλκόνι του. Είχε το χάρισμα μιας καταπληκτικής διακρίσεως.
Μια νέα γυναίκα καλοντυμένη πλησίασε το μπαλκόνι με χαμηλωμένα μάτια.
«Δώστε μου την ευλογία σας, πάτερ Αλύπιε. Θέλω να γίνω μοναχή».
«Εσύ, μοναχή; Δεν σου δίνω την ευλογία μου. Και πρόσθεσε θυμωμένος: Πήγαινε να εργαστείς σαν νοσοκόμα στο νοσοκομείο θ’ αρχίσεις να πίνεις, θα μάθεις να ορκίζεσαι αλλά κάνοντας αυτή την δουλειά θα σωθείς ενώ μέσα στο μοναστήρι θα χαθείς. Δεν σου δίνω την ευλογία μου».
Συχνά ομάδες τουριστών επισκέπτονται το μοναστήρι. Βρίσκονται σε αναζήτηση καλλιτεχνικών μνημείων, εξωτισμού της μοναστικής ζωής. Οι επισκέπτες σχηματίζουν μικρές ομάδες αναποφάσιστες. Πολλοί απ’ αυτούς αισθάνονται ότι βρίσκονται σ’ έναν ξεχωριστό κόσμο που τους ενδιαφέρει, αλλά δεν ξέρουν πως να κινηθούν, πως να κοιτάξουν και να μιλήσουν σε τέτοιες ασυνήθιστες συνθήκες. Δίπλα στους μοναχούς με τις αρμονικές και πλαστικές κινήσεις, οι ξένοι φαίνονται χαμένοι και γελοίοι. Μερικοί απ’ αυτούς δείχνουν να ντρέπονται για την περιέργεια τους, άλλοι (είναι λίγοι) συμπεριφέρονται με προκλητικό τρόπο. Κυρίως ενοχλούνται από τους πρόσφατα μεταστραφέντες, όπως εγώ και η φίλη μου.
«Πως είναι δυνατόν νέες γυναίκες με πρόσωπα διανοουμένων, να βρίσκονται σ’ ένα μοναστήρι, να κάνουν τον σταυρό τους, να προσκυνούν τις εικόνες, να φοράνε μαντήλες, κι όλα αυτά στην εποχή κοσμογονικών εξελίξεων στην εποχή της επιστήμης! Είναι τελείως τρελλές».
Μερικοί επισκέπτες, οι πιο νευρικοί, φλέγονται από την επιθυμία να παλέψουν εναντίον αυτού του ναρκωτικού που λέγεται θρησκεία. Συνήθως οι μοναχοί περνούν από μπροστά τους χωρίς να τους απευθύνουν τον λόγο. Μόνον στον ηγούμενο του μοναστηριού τον παπα-Αλύπιο αρέσει να μιλά με τους άθεους.
«Δεν ντρέπεστε να κοιτάτε τον λαό κατάματα! φωνάζει μια από τις μαχητικές άθεες. Είσαστε παράσιτα, ζείτε εις βάρος του λαού. Από που βγαίνει το ψωμί που τρώτε;»
«Εμείς είμαστε ο λαός, απαντά ήσυχα ο παπα-Αλύπιος. Δεν μπορούν να μας ξεχωρίσουν από τον λαό. Για παράδειγμα δεκαπέντε από τους μοναχούς μας έχουν πολεμήσει. Άλλωστε κι εγώ είχα λάβει μέρος στον πόλεμο».
Βέβαια, ο παπα-Αλύπιος, δεν θέλησε να μπει σε λεπτομέρειες μπροστά σ’ αυτήν τη γυναίκα για να της πει ότι τώρα τα μοναστήρια δίνουν στο κράτος το εξήντα τοις εκατό των εσόδων τους. Πληρώνουν ένα φόρο, και το κράτος, χωρισμένο από την Εκκλησία, δεν μπορεί παρά να ζηλέψει την καλή οργάνωση της μοναστικής οικονομίας και της δουλειάς των μοναχών, που γίνεται με προσευχή• πολλές φορές η δουλειά μοιράζεται και σε προσκυνητές που συμμετέχουν με πολύ χαρά. Στην σημερινή Ρωσία που μαστίζεται από τη φτώχεια ολόκληρα χωριά τρέφονται από τις κουζίνες των μοναστηριών.
Ο παπα-Αλύπιος, ζωγράφος στα νεανικά του χρόνια, αγαπά πολύ τη δημιουργική νεολαία. Οι ειδωλολάτρες και οι σκεπτικιστές του χθες, οι ανατρεπτές των ηθικών κανόνων και κάθε εξουσίας, σήμερα προφέρουν τ’ όνομά του με χαμηλή φωνή, με σεβασμό.
πηγή

Ανάσταση του Λαζάρου




Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.

Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ.ι΄, 38-40, Ιωαν.ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα. Λίγες μέρες πρό του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.
Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα.Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγές έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)
Η αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 μ.Χ. και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».

Το έτος 890μ.Χ. μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ .
Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.
Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.

Αυτή τη μέρα δεν γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.
πολυτίκιον χος α’.
Τ
ν κοινν νάστασιν πρ το σο πάθους πιστούμενος, κ νεκρν γειρας τν Λάζαρον Χριστ  Θεός· θεν κα μες ς ο παδες, τ τς νίκης σύμβολα φέροντες, σο τ νικητ το θανάτου βομεν· σανν ν τοςψίστοις, ελογημένος  ρχόμενος, ν νόματι Κυρίου.
τερον πολυτίκιον
Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάϊα και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!

Κοντ
άκιον χος β’. Τ νω ζητν.
 πάντων χαρά, Χριστς  λήθεια, τ φς  ζωή, το κόσμου  νάστασις, τος ν γ πεφανέρωται, τ ατο γαθότητι, κα γέγονε τύπος τςναστάσεως, τος πσι παρέχων θείαν φεσιν.

Μεγαλυν
άριον
γειρας Σωτήρ μου κ τν νεκρν, Λάζαρον σν φίλον, τετραήμερον ς Θεός· θεν ουδαίων, ξέστησαν ο δμοι, τς δόξης σου Σωτήρ μου, τμεγαλούργημα.

Ευαγγέλιο του Λαζάρου Κατά Ιωάννην (ια΄ 1-45)


Τῷ καιρῷ ἐκεῖνῳ, ἦν ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς. Ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει. Ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ' ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι' αὐτῆς. Ἠγάπα δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον.
Ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας· ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν πάλιν. Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· ραββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ Ἰουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ; Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; Ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει· ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ. Ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν. Εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται. Εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει. Τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανε, καὶ χαίρω δι' ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ' ἄγωμεν πρὸς αὐτόν. Εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ' αὐτοῦ. Ἐλθὼν οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ.
Ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε, καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν. Ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο. Εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει. Ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου. Λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. Πιστεύεις τοῦτο; Λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος. Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε. Ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν. Οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ' ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα.
Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι οἱ ὄντες μετ' αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ. Ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός. Ἰησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν, καὶ εἶπε· ποῦ τεθείκατε αὐτόν; Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. Ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν· τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ; Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ' αὐτῷ.
Λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον. Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; Ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. Ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. Καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. 
Απόδοση στη νεοελληνική:
Τον καιρό ἐκείνο, ὑπῆρχε κάποιος ἀσθενὴς ὀνομαζόμενος Λάζαρος ἀπὸ τὴν Βηθανίαν, ἀπὸ τὸ χωριὸ τῆς Μαρίας καὶ τῆς ἀδελφῆς της Μάρθας. Αὐτὴ ἦτο ἡ Μαρία ποὺ ἄλειψε τὸν Κύριον μὲ μύρον καὶ ἐσφόγγισε τὰ πόδια του μὲ τὰ μαλλιά της, τῆς ὁποίας ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἦτο ἀσθενής. Ἔστειλαν λοιπὸν οἱ ἀδελφὲς πρὸς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπαν, «Κύριε, ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶς, εἶναι ἀσθενής». Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς, εἶπε, «Αὐτὴ ἡ ἀσθένεια δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς θάνατον ἀλλ’ εἶναι χάριν τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ δοξασθῇ δι’ αὐτῆς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Ὁ Ἰησοῦς ἀγαποῦσε τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφήν της καὶ τὸν Λάζαρον.
Ὅταν λοιπὸν ἄκουσε ὅτι ἀσθενεῖ, ἔμεινε τότε δύο ἡμέρες εἰς τὸν τόπον ὅπου εὑρίσκετο. Ἔπειτα εἶπε εἰς τοὺς μαθητάς, «Ἂς ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν». Λέγουν εἰς αὐτὸν οἱ μαθηταί, «Ραββί, πρὸ ὀλίγου οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦσαν νὰ σὲ λιθοβολήσουν καὶ πάλιν πηγαίνεις ἐκεῖ;». Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, «Δὲν εἶναι δώδεκα οἱ ὧρες τῆς ἡμέρας; Ἐὰν περπατῇ κανεὶς τὴν ἡμέραν, δὲν σκοντάφτει, διότι βλέπει τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου. Ἐὰν ὅμως περπατῇ τὴν νύχτα, σκοντάφτει, διότι τὸ φῶς δὲν εἶναι μαζί του». Αὐτὰ εἶπε καὶ κατόπιν συνέχισε, «Ὁ Λάζαρος ὁ φίλος μας ἔχει κοιμηθῆ, ἀλλὰ πηγαίνω νὰ τὸν ξυπνήσω». Τοῦ εἶπαν τότε οἱ μαθηταί του, «Κύριε, ἂν ἔχῃ κοιμηθῆ θὰ γίνῃ καλά». Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς εἶχε μιλήσει διὰ τὸν θάνατόν του, ἐκεῖνοι δὲ ἐνόμισαν ὅτι μιλεῖ διὰ τὸν φυσικὸν ὕπνον. Τότε τοὺς εἶπε ὁ Ἰησοῦς καθαρά, «Ὁ Λάζαρος ἐπέθανε, καὶ χαίρω ποὺ δὲν ἤμουν ἐκεῖ διότι θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλό σας γιὰ νὰ πιστέψετε· ἀλλ’ ἂς πᾶμε σ’ αὐτόν». Εἶπε τότε ὁ Θωμᾶς, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, εἰς τοὺς συμμαθητάς του, «Ἂς πᾶμε καὶ ἐμεῖς διὰ νὰ πεθάνωμε μαζί του». Ὅταν ἦλθε ὁ Ἰησοῦς, τὸν εὑρῆκε ἤδη ἐνταφιασμένον πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν.
Ἡ Βηθανία ἦτο πλησίον τῶν Ἱεροσολύμων περὶ τὰ δέκα πέντε στάδια. Καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν Μαρίαν διὰ νὰ τὰς παρηγορήσουν διὰ τὸν ἀδελφόν τους. Μόλις ἄκουσε ἡ Μάρθα ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ἐπῆγε νὰ τὸν προϋπαντήση, ἑνῷ ἡ Μαρία ἐκάθησε εἰς τὸ σπίτι. Εἶπε τότε ἡ Μάρθα εἰς τὸν Ἰησοῦν, «Κύριε, ἐὰν ἤσουνα ἐδῶ, δὲν θὰ πέθαινε ὁ ἀδελφός μου. Ἀλλὰ καὶ τώρα ξέρω ὅτι ὅσα ζητήσῃς ἀπὸ τὸν Θεόν, θὰ σοῦ τὰ δώσῃ ὁ Θεός». Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς, «Ὁ ἀδελφός σου θὰ ἀναστηθῇ». Ἡ Μάρθα τοῦ λέγει, «Ξέρω ὅτι θὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν ἀνάστασιν, τὴν ἐσχάτην ἡμέραν». Τότε ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε, «Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ὅποιος πιστεύει σὲ ἐμέ, καὶ ἂν πεθάνῃ, θὰ ζήσῃ, καὶ ὅποιος ζῆ καὶ πιστεύει σ’ ἐμέ, δὲν θὰ πεθάνῃ ποτέ. Τὸ πιστεύεις αὐτό;». Λέγει εἰς αὐτόν, «Ναί, Κύριε, ἐγὼ ἔχω πιστέψει ὅτι σὺ εἶσαι ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον». Ὅταν εἶπε αὐτά, ἔφυγε καὶ ἐφώναξε τὴν Μαρίαν τὴν ἀδελφήν της καὶ τῆς εἶπε μυστικά, «Ὁ διδάσκαλος εἶναι ἐδῶ καὶ σὲ φωνάζει». Ἐκείνη μόλις τὸ ἄκουσε, σηκώνεται γρήγορα καὶ ἔρχεται σ’ αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη ἔλθει εἰς τὸ χωριό, ἀλλ’ εὑρίσκετο εἰς τόπον ὅπου τὸν προϋπάντησε ἡ Μάρθα.
Οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μαζί της εἰς τὸ σπίτι καὶ τὴν παρηγοροῦσαν, ὅταν εἶδαν ὅτι ἡ Μαρία ἐσηκώθηκε γρήγορα καὶ ἐβγῆκε, τὴν ἀκολούθησαν καὶ ἔλεγαν, «Πηγαίνει εἰς τὸ μνημεῖον διὰ νὰ κλάψῃ ἐκεῖ». Ἦλθε λοιπὸν ἡ Μαρία ἐκεῖ ὅπου ἦτο ὁ Ἰησοῦς, καὶ μόλις τὸν εἶδε, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τοῦ εἶπε, «Κύριε, ἐὰν ἤσουνα ἐδῶ, δὲν θὰ πέθαινε ὁ ἀδελφός μου». Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὴν εἶδε νὰ κλαίῃ καὶ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ τὴν συνώδευαν νὰ κλαίουν ἐπίσης, ἀναστέναξε μέσα του καὶ ταράχθηκε καὶ εἶπε, «Ποῦ τὸν ἔχετε βάλει;». Τοῦ λέγουν, «Κύριε, ἔλα νὰ ἰδῇς». Ὁ Ἰησοῦς ἐδάκρυσε. Εἶπαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι, «Κύτταξε πόσον τὸν ἀγαποῦσε». Ἀλλὰ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶπαν, «Δὲν μποροῦσε αὐτός, ποὺ ἀνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, νὰ κάνῃ κάτι ὥστε νὰ μὴ πεθάνῃ ὁ Λάζαρος;». Ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ πάλιν ἀναστέναξε μέσα του, ὴλθε εἰς τὸ μνῆμα. Ἦτο δὲ τοῦτο σπήλαιον καὶ ἕνας λίθος ἦτο εἰς τὸ στόμιον.
Λέγει ὁ Ἰησοῦς, «Σηκῶστε τὸν λίθον». Ἡ Μάρθα, ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ λέγει, «Κύριε, τώρα θὰ μυρίζῃ ἄσχημα, διότι εἶναι ἡ τετάρτη ἡμέρα». Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Δὲν σοῦ εἶπα ὅτι ἐὰν πιστέψῃς θὰ ἰδῇς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;». Ἐσήκωσαν τότε τὸν λίθον ὅπου εὑρίσκετο ὁ νεκρός. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσήκωσε τὰ μάτια πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ εἶπε, «Πατέρα, σὲ εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἄκουσες. Ἐγὼ βέβαια ἤξερα ὅτι πάντοτε μὲ ἀκοῦς ἀλλὰ τὸ εἶπα διὰ τὸν λαὸν ποὺ παρευρίσκεται, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι σὺ μὲ ἔστειλες». Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνήν, «Λάζαρε, ἔλα ἔξω». Καὶ ἐβγῆκε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε πεθάνει, δεμένος τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μὲ λευκὲς ταινίες, καὶ τὸ πρόσωπόν του γύρω δεμένο μὲ μαντῆλι. Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς, «Λύστε τον καὶ ἀφῆστέ τον νὰ φύγῃ». Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν Μαρίαν καὶ εἶδαν τί ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστεψαν σ’ αὐτόν.

Συναξαριστής 7 Απριλίου 2012


Ὁ Ἅγιος Καλλιόπιος

 


Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παμφυλίας καὶ ἔζησε στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Ἔχασε τὸν πατέρα του πολὺ νωρίς, ἀλλὰ ἡ μητέρα του Θεόκλεια τὸν γαλούχησε μὲ τὰ ἱερὰ γράμματα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι, ὅταν ἄρχισε ὁ διωγμός, ὁ νεαρὸς Καλλιόπιος ὄχι μόνο δὲ φοβήθηκε, ἀλλὰ καὶ θαῤῥαλέα σήκωσε τὸ ἀνάστημά του ἀπέναντι στοὺς διῶκτες.

Κάποτε, ὁ ἔπαρχος Μάξιμος ἦλθε στὴν περιοχή του καὶ βασάνιζε καὶ σκότωνε πολλοὺς χριστιανούς. Ὁ Καλλιόπιος, μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ τόλμη ποὺ τὸν διέκρινε, παρουσιάστηκε μόνος του μπροστὰ στὸν ἔπαρχο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι θὰ δώσει λόγο στὸ Θεὸ γιὰ τὶς κακουργίες ποὺ διαπράττει ἐναντίον ἀθῴων ἀνθρώπων.

Ἀμέσως ὁ ἔπαρχος διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν, καὶ κατόπιν τὸν ἔκλεισαν στὴ φυλακή. Μετὰ ἀπὸ ὁρισμένο χρόνο, ὁ ἔπαρχος τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὸν ῥώτησε ἂν συνεχίζει νὰ πιστεύει στὸ Χριστό. Ὁ Καλλιόπιος, πάντα μὲ θάῤῥος, ἀπαντᾷ ὅτι ἐμμένει στὶς πεποιθήσεις του.

Τότε, πάρθηκε ἡ ἀπόφαση νὰ πεθάνει μὲ σταυρικὸ θάνατο. Αὐτὸ προκάλεσε μεγάλη χαρὰ στὸν Καλλιόπιο, διότι θὰ πέθαινε ὅπως καὶ ὁ Κύριος. Καὶ ἀντὶ νὰ τὸν πτοήσει αὐτὴ ἡ θανατικὴ καταδίκη, τὸν ἔκανε «περισσοτέρως τολμᾶν ἀφόβως τὸν λόγον λαλεῖν». Ἔκανε, δηλαδή, τὸν Καλλιόπιο, μὲ περισσότερη τόλμη νὰ ὁμολογεῖ ἄφοβα τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὸν σταύρωσαν κατὰ θεία σύμπτωση Μεγάλη Παρασκευή, καὶ ἄξια πῆρε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου.
Ἡ δὲ μητέρα τοῦ Θεόκλεια - κατὰ τὴν παράδοση - ἀφοῦ ἀγκάλιασε τὸ σῶμα τοῦ γιοῦ της, ἐπὶ τόπου ξεψύχησε καὶ αὐτή.

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκβλαστήσας ὡς ρόδον Μάρτυς ἀμάραντον, ἀθλητικῶς κατευφραίνεις τὴν Ἐκκλησίαν Χριστοῦ, τὴ εὐπνοία τῶν λαμπρῶν κατορθωμάτων σου, οὐ γὰρ παθῶν ζωοποιῶν, ἀνεδείχθης κοινωνός, νομίμως ἀνδραγαθήσας, ὦ Καλλιόπιε μάκαρ, ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Σωτῆρος ἠμῶν. 

 
Ὁ Ὅσιος Γεώργιος ἐπίσκοπος Μυτιλήνης

 


Ἔζησε στὰ χρόνια τῶν Εἰκονομάχων καὶ ἀνατράφηκε μὲ μεγάλη εὐσέβεια, καὶ ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία διακρίθηκε γιὰ τὴν μεγάλη του ταπεινοφροσύνη καὶ ἐλεημοσύνη. Τὰ καλά του λοιπὸν ἔργα, τὸν ἀνέδειξαν πνευματικὸ λύχνο.

Καὶ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, ποὺ ἀκολουθεῖ τὰ λόγια τοῦ Ἱδρυτῆ της, ἔβαλε τὸν πνευματικὸ αὐτὸ λύχνο ἐπάνω στὴ λυχνία, ποὺ στὴν περίσταση αὐτὴ ὑπῆρξε ἡ ἐπισκοπὴ τῆς Μυτιλήνης. Τὴν ἐκλογή του δικαίωσε, κατὰ τὸν πιὸ λαμπρὸ τρόπο. Ὅλες οἱ κινήσεις, φιλανθρωπική, φωτιστικὴ καὶ διδακτική, τὸν εἶχαν ἐπὶ κεφαλῆς.

Ὁ ἴδιος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες, γιὰ νὰ στηρίξει τὸ φρόνημα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ νὰ κερδίσει τοὺς ἀποπλανηθέντες τῆς ἐπισκοπῆς του ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία. Οἱ ἀγῶνες του στέφθηκαν ἀπὸ ἐπιτυχία καὶ ὅταν πέθανε, τὸ ποίμνιό του τὸν τίμησε μέσα σὲ βαθὺ πένθος.

(Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 1η Φεβρουαρίου, μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τῶν τριῶν ἀδελφῶν του).

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, καρποφορήσας, ὡς θεόφυτος λειμὼν τὴν χάριν, Ἱεράρχα τῶν ἀρρήτων Γεώργιε, τᾶς τῶν ψυχῶν ἐγεώργησας αὔλακας, ὡς ἐπιπνοίας ἄθλου γεώργιον. Πάτερ Ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ’.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 

 
Ὁ Ἅγιος Ῥουφῖνος ὁ Διάκονος

 


Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἔσφαξαν μὲ μαχαῖρι. Ὅμως στὸν Λαυριωτικὸ Κώδικα 170, γιὰ τοὺς Ἁγίους Ῥουφῖνο, Ἀκυλίνα καὶ 200 μαρτύρων, ὑπάρχει τὸ ἑξῆς ὑπόμνημα:

Οὗτοι οἱ ἅγιοι ὑπῆρχον ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ παρανόμου Δεκίου (249-251) καὶ πάντες συναθροισθέντες ὁμοθυμαδὸν συνέθεντο ἀλλήλοις ἐμμένειν τὴν εἰς Χριστὸν πίστει· ἐν ἐκείνῳ δὲ τῷ καιρῷ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς στρατιώτας τοῦ συλλαβέσθαι τὸν ἅγιον Χριστοφόρον καὶ ἀπαγαγεῖν ἔμπροσθεν αὐτοῦ διὰ τὴν εἰς Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν ὁμολογίαν, καί, ἰδόντες τὰ θαυμάσια, ἃ ἐποίει ὁ ἅγιος, καὶ φοβερὰ τεράστια τῇ ἐπικλήσει τοῦ Χριστοῦ, ἀνεβόησαν ἅπαντες· «μέγας ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύομεν».

Ὁ μὲν βασιλεὺς τὸν ἅγιον Χριστοφόρον δούλοις αὐτοῦ ὑπὲρ ἐκείνης τῆς ἐν εἱρκτῇ ζοφώδει κατακλείσας, τούτους ἐπὶ βήματος ἐκέλευσεν ἄγεσθαι· καὶ ἐρωτήσας αὐτοὺς «τὶς ὑμᾶς κατηνάγκασεν, ἀνόσιοι, ταῦτα φθέγγεσθαι ἔμπροσθεν ἐμοῦ καὶ κηρύττειν ἐσταυρωμένον Θεόν»· οἱ δὲ ἀπεκρίναντο, μάλιστα ὁ ἅγιος Ῥουφίνος λέγων «ὑπὲρ τούτων ἁπάντων ἐγὼ ἀπολογοῦμαι σοι, ὅτι διὰ τὴν ἀποκειμένην βασιλείαν ἣν ἡτοιμάσατο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τοῖς ἐκλεκτοῖς δούλοις αὐτοῦ ὑπὲρ ἐκείνης τῆς ἀνεκλαλήτου χαρᾶς ἡμεῖς τῷ Χριστῷ πιστεύομεν καὶ ὁμολογοῦμεν».

Ταῦτα ὁ βασιλεὺς ἀκούσας τῷ θυμῷ ὑπερζέσας ἐκέλευσε ξίφει τὰς σάρκας αὐτῶν ἔμπροσθεν αὐτοῦ ὡς ἐν μακέλλῳ μεληδὸν κατακόψαι· καὶ οὕτως ἐτελειώθη αὐτῶν ἡ μαρτυρία καὶ τῶν ἐπηγγελμένων αἰωνίων ἀγαθῶν ἀπήλαυσαν, ἃ ἡτοίμασε δι᾿ αὐτούς».

 
Ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὴν ἔδεσαν ὀπισθάγκωνα καὶ ἔκαψαν τὴν κοιλιακή της χώρα.

 
Οἱ Ἅγιοι 200 Μάρτυρες οἱ ἐν Σινώπῃ

Ὅλοι μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

 
Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Νέος ὁ ἐν Καλύμνῳ (+ 1948)

 


Ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Νέος, κατὰ κόσμο Βασίλειος, γεννήθηκε τὸ ἔτος 1862 στὴν Ἡρακλείτσα τῆς περιφέρειας Ἀβδὶμ τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης ἀπὸ πτωχοὺς καὶ ἁπλοϊκοὺς γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴ Σμαραγδή.

Ὁ Βασίλειος μεγάλωσε ἔχοντας βαθιὰ πίστη καὶ μεγάλη εὐσέβεια καὶ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὴν ἄσκηση τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ὁ Βασίλειος διαπίστωνε καθημερινὰ ὅτι τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἀσκοῦσε δὲν ἦταν στὰ μέτρα του καὶ ποθοῦσε μία ἄλλη ζωή. Ἤθελε νὰ ζήσει μόνο γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὴν ὁδὸ τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἔτσι ἔλαβε πλέον τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφαση νὰ φύγει, ἐγκαταλείποντας τὰ ἐγκόσμια καὶ κάνοντας πράξη τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Κατευθύνεται στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Ἱερὰ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, ὅπου ἐπὶ δώδεκα ἔτη ζεῖ πλέον μὲ προσευχὴ καὶ αὐστηρὴ ἄσκηση.

Ἔντονη ἦταν καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Ὁσίου νὰ ἐπισκεφθεῖ τοὺς Ἁγίους Τόπους, τὴν ὁποία πραγματοποιεῖ ἀφοῦ πρῶτα διέρχεται ἀπὸ τὴν γενέτειρά του. Δέος τὸν καταλαμβάνει καθὼς ἀντικρίζει τὸν Πανάγιο Τάφο. Ἐλπίζοντας πάντα στὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, εἰσέρχεται στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Χοζεβᾶ, ὅπου ἔπειτα ἀπὸ τριετῆ ἐνάρετο βίο κείρεται μοναχὸς τὸ 1890 καὶ ἀργότερα, τὸ ἔτος 1894, ἀποστέλλεται ἀπὸ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς, Καλλίνικο, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, κοντὰ στὸν ἀρχιμανδρίτη Ἄνθιμο, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ἁγιογραφία. Τὸ 1902 χειροτονεῖται διάκονος καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος πρεσβύτερος. Διακονεῖ δὲ μέχρι τὸ ἔτος 1906 ὡς ἐφημέριος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅπου γνωρίζεται μὲ τὸν ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, τὸν μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε γιὰ τὸν Ἅγιο Σάββα στὸν Καλύμνιο φίλο του Γεράσιμο Ζερβό, πρὶν ἀκόμη ὁ Ἅγιος κοιμηθεῖ: «Νὰ ξέρεις, Γεράσιμε, ὅτι ὁ πατὴρ Σάββας εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος».

Τὸ ἔτος 1907 ἐπανέρχεται στὴ μονὴ Χοζεβᾶ, ὅπου διάγει βίο ἀσκητικὸ μὲ τέλεια ὑποταγὴ στοὺς ἀσκητικοὺς κανόνες, ἄκρα ταπείνωση, χαμαικοιτία, στέρηση παντὸς ὑλικοῦ ἀγαθοῦ, ἀκολουθώντας τὸ πατερικὸ «ὁ ἀκτήμων μοναχός, ὑψιπέτης ἀετός». Ἡ τροφή του ἦταν μία κουταλιὰ βρεγμένο σιτάρι καὶ νερὸ ἀπὸ τὸν ποταμό.

Τὸ ἔτος 1916 ἐπιστρέφει ὁριστικὰ στὴν Ἑλλάδα, μεταβαίνει στὴ νῆσο Πάτμο, ὅπου διαμένει δύο χρόνια καὶ ἱστορεῖ δύο εἰκόνες στὸ Καθολικὸ τῆς μονῆς. Ἔπειτα ἔρχεται στὴν Ἀθήνα, ὅπου πληροφορεῖται ὅτι τὸν ἀναζητεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Μεταβαίνει στὴν Αἴγινα καὶ διακονεῖ τὸν Ἅγιο μέχρι τὴν ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του. Ἡ συγκαταβίωση μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο συνέβαλε στὴν πνευματική του πρόοδο. Γνώρισε τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὴν παροιμιώδη ταπείνωσή του, τὴν ἁπλότητά του. Ἔζησε τὸ πρῶτο θαῦμα τοῦ Ἁγίου, ὅταν μετὰ τὴν κοίμησή του εἶδε τὸν Ἅγιο νὰ κλίνει τὴν κεφαλή του προκειμένου νὰ τοῦ φορέσει τὸ πετραχήλι του καὶ νὰ ἐπανέρχεται κατόπιν στὴν θέση της. Ἐπὶ τρεῖς συνεχεῖς ἡμέρες οἱ ἀδελφὲς τῆς μονῆς στὴν Αἴγινα ἄκουγαν συνομιλίες ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου, ὅταν δὲ πλησίασαν, εἶδαν ἐκεῖ τὸν Ὅσιο Σάββα νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Ὁ Ὅσιος ἔμεινε ἔγκλειστος στὸ κελί του γιὰ σαράντα ἡμέρες. Κατὰ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα ἐξῆλθε κρατώντας μία εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τὴν ὁποία ἐνεχείρησε στὴν ἡγουμένη μὲ τὴν ἐντολὴ νὰ τὴν τοποθετήσει στὸ προσκυνητάρι. Ἡ ἡγουμένη ἀπάντησε ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ γίνει, διότι ὁ Ἅγιος δὲν εἶχε ἀναγνωρισθεῖ ἐπίσημα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ μία τέτοια ἐνέργεια ἴσως νὰ ἔθετε τὴ μονὴ σὲ διωγμό. Τότε ὁ Ὅσιος Σάββας τῆς εἶπε ἐπιτακτικά: «Ὀφείλεις νὰ κάνεις ὑπακοή. Νὰ πάρεις τὴν εἰκόνα, νὰ τὴν βάλεις στὸ προσκυνητάρι καὶ τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ νὰ μὴν τὶς περιεργάζεσαι».

Στὴν Αἴγινα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ μείνει, διότι προσέρχεται πολὺς κόσμος καὶ αὐτὸ κουράζει τὸν φιλήσυχο Ὅσιο. Μεταβαίνει στὴν Ἀθήνα καὶ κατόπιν στὴν Κάλυμνο, ὅπου μετὰ ἀπὸ περιπλάνηση στὶς μονὲς καὶ τὰ ἡσυχαστήρια τοῦ νησιοῦ, καταλήγει στὴ μονὴ τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἐκεῖ ἀρχίζει μία ἔντονη πνευματικὴ ζωή. Ἁγιογραφεῖ, τελεῖ τὰ Θεία Μυστήρια καὶ τὶς Ἱερὲς Ἀκολουθίες, ἐξομολογεῖ, διδάσκει διὰ τοῦ στόματος καὶ διὰ τοῦ παραδείγματός του καὶ βοηθάει χῆρες, ὀρφανὰ καὶ φτωχούς. Ἦταν ἐπιεικὴς καὶ εὔσπλαχνος μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, δὲν ἀνεχόταν ὅμως τὴν βλασφημία καὶ τὴν κατάκριση. Πολλὲς φορὲς δάκρυζε καὶ μὲ πόθο παρακαλοῦσε γιὰ τὴν μετάνοια τῶν πνευματικῶν του τέκνων, κατὰ δὲ τὴ Θεία Λειτουργία εἶχε τέλεια προσήλωση στὸ συντελούμενο μυστήριο. Ἀξιώθηκε τῆς εὐωδίας τοῦ σώματός του ἐν ζωῇ, καθὼς καὶ τὸ πέρασμά του ἦταν εὐῶδες, εὐωδία ἡ ὁποία θὰ ἐξέλθει καὶ ἀπὸ τὸ μνῆμα του μετὰ τὴν ἐκταφή του. Χρήματα δὲν κρατοῦσε ποτέ, ἡ ζωή του ἦταν μία συνεχὴς κατάσταση ἁγίας ὑπακοῆς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο συμπλήρωσε τὶς ἡμέρες τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, μὲ ἄκρα περισυλλογὴ καὶ ἱερὰ κατάνυξη, ἐνῷ λίγο πρὶν τὸ τέλος ἡ τελευταία φράση του ἦταν «Ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος». Ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἦταν ἡ βεβαίωση τῆς ἐν Χριστῷ πορείας του.

Μετὰ ἀπὸ δέκα ἔτη, ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων καὶ χαριτόβρυτων λειψάνων του, στὶς 7 Ἀπριλίου 1957, προεξάρχοντος τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Λέρου, Καλύμνου καὶ Ἀστυπαλαίας κυροῦ Ἰσιδώρου, ἐνώπιον πλήθους λαοῦ. Ἕνα πυκνὸ νέφος θείας εὐωδίας κάλυψε ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ καὶ τὸ νέο γιὰ τὸ θεϊκὸ σημεῖο ἔκανε ἀμέσως τὸ γύρο τοῦ νησιοῦ. Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου μεταφέρθηκε σὲ λάρνακα, στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου.

Ἡ ἐπίσημη ἁγιοποίηση τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Νέου ἔγινε διὰ Πατριαρχικῆς
Συνοδικῆς Πράξεως τῆς 19ης Φεβρουαρίου 1992.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Καλύμνου τὸ κλέος καὶ θεῖον ἔφορον, καὶ τῶν πάλαι Ὁσίων τὸν ἰσοστάσιον, εὐφημήσωμεν πιστοὶ Σάββαν τὸν Ὅσιον· ὅτι δεδόξασται λαμπρῶς, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, θαυμάτων τῇ ἐνεργείᾳ, καὶ διανέμει τοῖς πᾶσι, παρὰ Θεοῦ χάριν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Καλυμνίων ἡ νῆσος, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ· ἔσχε γὰρ, ὡς θεοδώρητον ὄντως πλοῦτον, σκῆνός σου, τὸ θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα, ᾧ προστρέχουσα ἐν πίστει, ῥῶσιν λαμβάνει, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Καλύμνου ὁ ἀρωγός, καὶ Δωδεκανήσου, λαμπαδοῦχος θεοφανής· χαίροις ὁ παρέχων, τοῖς πάσχουσι τὴν ῥῶσιν, ὦ Σάββα θεοφόρε, Ὁσίων σύσκηνε.

 
Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ Βυζάντιος

 


Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος, ὁ διδάσκαλος, καταγόταν ἀπὸ εὐσεβὲς γένος. Γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὰ λεγόμενα Ὑψωμάθεια, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Συναναστράφηκε στὴν πατρίδα του μὲ σοφοὺς ἄνδρες, ἦλθε στὴν Πάτμο, ὅπου μαθήτευσε κοντὰ στὸν πιὸ σοφὸ δάσκαλο τοῦ Γένους, τὸν Ὅσιο Μακάριο τὸν Καλογερά, στὴν περιώνυμη Πατμιάδα Σχολὴ καὶ ἀνέλαβε τὴν καθοδήγησή της μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ Ὁσίου Μακαρίου. Ἀφοῦ ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες, ἔγινε μοναχὸς στὴ βασιλικὴ καὶ πατριαρχικὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ Θεολόγου Ἰωάννου στὴν Πάτμο, στὴν ὁποία καὶ χειροτονήθηκε ἱερέας.

Πολιτεύθηκε μὲ ὅσιο καὶ καλὸ τρόπο, ὑπῆρξε ἄριστος παιδαγωγὸς τῶν νέων καὶ φώτισε τοὺς πάντες. Ἀφοῦ ἀρρώστησε ἀπὸ λιθίαση, ἀναχώρησε γιὰ τὴ Σμύρνη πρὸς θεραπεία τῆς ἀρρώστιας του. Ἐπειδὴ δὲν πέτυχε τὸν σκοπό του, πῆγε στὴν Κρήτη, ὅπου κοιμήθηκε ὁσιακῶς τὸ ἔτος 1770 καὶ τάφηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Παναγίας Τριάδος, τὴν ἐπονομαζόμενη τῶν Τζαγκαρόλων. Μόλις ἔμαθαν οἱ μοναχοὶ στὴν Πάτμο τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου κατέφθασαν μὲ πλοῖο στὴν Κρήτη, ζητώντας τὸ τίμιο λείψανό του. Ὅταν ἀρνήθηκαν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος νὰ ἀποδώσουν τὸν πολύτιμο θησαυρὸ «ὃν ἀπέστειλεν αὐτοῖς ὁ Θεός» ἔγινε ἀγρυπνία καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ χερουβικοῦ Ὕμνου ἐκόπη αὐτομάτως τὸ ἱερὸ δεξὶ χέρι τοῦ Ὁσίου, τὸ ὁποῖο ἔλαβαν καὶ μετέφεραν οἱ μοναχοὶ στὴν Πάτμο, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, ἀναβλύζοντας τὶς δωρεὲς τῆς χάριτος σὲ ὅσους προσέρχονται σὲ αὐτὴ μὲ πίστη.

Τὸ χαριτόβρυτο λείψανο τοῦ Ὁσίου ποὺ φυλασσόταν κάτω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τοῦ Καθολικοῦ τῆς σεβασμίας Μονῆς τῶν Τζαγκαρόλων, μαζὶ μὲ τὸ λείψανο τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀκακίου, ποὺ ἔζησε ὁσιακῶς στὴ Μονὴ καὶ τελειώθηκε ὁ βίος του σὲ αὐτήν, παραδόθηκε στὴ φωτιὰ ἀπὸ μιαροὺς Ἀγαρηνοὺς ποὺ ἐπέδραμαν ἐναντίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τὸ ἔτος 1720 καὶ τὴν ἔκαψαν. Χάθηκε ἔτσι ὁ σπουδαῖος αὐτὸς θησαυρὸς τῆς χάριτος.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶν διατελῶν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ διαλάμψας ἐν σοφίᾳ τῶν λόγων, πρὸς ἀπαθείας ἔφθασας ἀκρώρειαν, φαίνων ὥσπερ ἥλιος ἐν τοῖς πέρασι μάκαρ, πάντας τοὺς τιμῶντάς σε καταυγάζων θεόφρον, τῆς οὐρανίου δεῖξον χαρμονῆς, μετόχους Πάτερ Γεράσιμε Ὅσιε.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Γερασίμου σήμερον, τὴν θείαν μνήμην, ἐκτελοῦντες ἄσμασιν, ἀναβοήσωμεν πιστοί, Χριστὲ ὁ μόνος Θεὸς ἡμῶν, τοῦ Σοῦ Ὁσίου λιταῖς ἡμᾶς οἴκτειρον.

Ὁ Οἶκος 

Λόγε Θεοῦ, ὁ δι᾿ ἡμᾶς σαρκὶ φανεὶς ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ τὰ ἄῤῥητα καὶ φρικτὰ ὑπὲρ ἡμῶν τελέσας, χάριν τε τοῖς σοῖς δωρησάμενος ἱκέταις, βίον ἐν γῇ ἀγγελικὸν θαυμαστῶς διανύειν, καὶ λάμψεσιν αὐτοὺς κατακοσμήσας τεράτων φοβερούς τε τῶ ὄντι, τοῖς δαίμοσιν ἀναδειξάμενος. Ὁ αὐτὸς καὶ νῦν, τὸν σὸν θεράποντα Γεράσιμον τὸν ἀεισέβαστον θεϊκῶς ἐνισχῦσας, πᾶσαν τὴν ἰσχὺν καταβαλεῖν τοῦ βροτοκτόνου, καὶ ὡς ἥλιον τοῖς ἐνθέοις ἀγωνίσμασι διαλάμψαι οὗ τὴν ἐτήσιον ἐκτελοῦντες πανήγυριν, καταύγασον καὶ ἡμᾶς, τῶ φωτὶ τῆς σῆς ἐπιγνώσεως, κραυγάζοντάς σοι Οἰκτίρμον· Τοῦ Σοῦ Ὁσίου λιταῖς ἡμᾶς οἴκτειρον. 

 
Ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ὁ θαυματουργὸς (Ῥῶσος, + 1510)
 

Ὁ Ὅσιος Δανιήλ, κατὰ κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1459 – 1460 στὸ Περεγιασλάβλ – Ζελέσκϊυ τῆς Ρωσίας ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Κωνσταντίνο καὶ τὴν Θεοδοσία, ἡ ὁποία ἀργότερα ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Θέκλα. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία διδάχθηκε τὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας κοντὰ στὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς Νικίτσκϊυ τοῦ Περεγιασλάβλ, Ἰωνᾶ. Ἔγινε μοναχὸς στὴ μονὴ τοῦ Ὁσίου Παφνουτίου (Μπορόβσκι) καὶ τὴν πνευματική του ζωὴ καθοδήγησε ὁ Ἅγιος Λεύκιος τοῦ Βολοκολὰμσκ ποὺ τιμᾶται τὴν ἴδια ἡμέρα (7 Ἀπριλίου).

Ὅταν ὁ Ὅσιος Δανιὴλ ἐπέστρεψε στὴν γενέτειρά του, ἀφιέρωσε τὸν ἑαυτό του στοὺς φτωχοὺς καὶ τὸν ἐνταφιασμὸ τῶν ἀστέγων. Στὴ συνέχεια ἵδρυσε μονὴ κοντὰ στὸ κοιμητήριο τῆς πόλεως καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1540.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ, ἐπίσης, τὴν μνήμη του στὶς 28 Ἰουλίου καὶ στὶς 30 Δεκεμβρίου.

 

 
Ὁ Ὅσιος Λεύκιος ἐκ Ρωσίας

Ὁ Ὅσιος Λεύκιος ἦταν ἱδρυτὴς καὶ ἡγούμενος τῆς μονῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Βολοκολὰμσκ τῆς Ρωσίας, κοντὰ στὸν ποταμὸ Ρούζα. Κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1492. 

 
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Τυφλός

Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητὸς ἀσκήτεψε θεοφιλῶς στὴ μονὴ Βάλαμο τῆς Φιλανδίας καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1905. 

 
Σύναξις Πάντων τῶν Σιναϊτῶν Ἁγίων
 

Το Σιναϊτικό Αγιολόγιο περιλαμβάνει σπουδαίες επώνυμες και ανώνυμες μορφές που έδρασαν τόσο κατά την περίοδο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Στο Αγιολόγιο αυτό περιλαμβάνονται εκείνοι για τους οποίους διατηρήθηκαν μαρτυρίες και βάσει αυτών αναγνωρίσθηκαν Άγιοι. Πρόκειται για εκατόν ογδόντα μία άγιες μορφές, των οποίων η μνήμη εορτάζεται συνολικά κατ΄ έτος την Τετάρτη της Διακαινησίμου, ημέρα αφιερωμένη στην «Σύναξη πάντων των Σιναϊτών Αγίων». Το Ησυχαστήριο μάλιστα της Τάρφας τιμάται στην εορτή της Συνάξεως των Σιναϊτών Αγίων.

Από τις μορφές αυτές έξι συνδέονται με την Παλαιά Διαθήκη και είναι κυρίως γνωστές από το βιβλίο της Εξόδου όπου περιγράφεται η φυγή των Εβραίων από την Αίγυπτο προς τη γη της Επαγγελίας. Οι υπόλοιπες μορφές συνδέονται με την περίοδο της Καινής Διαθήκης και έζησαν από τον 3ο αιώνα έως τις ημέρες μας.

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΛΛΙΟΠΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Τῌ Ζ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Καλλιοπίου καὶ τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Γεωργίου, 
Μητροπολίτου Μυτιλήνης.
Τῇ Ζ' τοῦ αὐτοῦ μηνός,
 Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Καλλιοπίου.

Καλλιόπιος ἔμπαλιν παγεὶς ξύλῳ,
Τὸν ὀρθίως παγέντα δοξάζει Λόγον.
Ζωὴν Καλλιόπιος ἀγήρω ἑβδόμῃ εὗρεν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γεωργίου, 
Ἐπισκόπου Μυτιλήνης.

Ἐχει Μυτιλήνη σε καὶ τεθνηκότα,
Ὡς ζῶντα, Γεώργιε, προστάτην μέγαν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Ῥουφίνου Διακόνου.

Σφαγῆς λογισθεὶς ὡς πρόβατον Ῥουφῖνος,
Σφάττει παλαιόν, τὸν διάβολον λύκον.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀκυλῖνα, τὰς χεῖρας εἰς τοὐπίσω
 δεσμευθεῖσα, καὶ τὴν κοιλίαν φλεχθεῖσα, τελειοῦται.

Ὀπισθόχειρα σχοινίοις στρεβλουμένην,
Ἐμπροσθίως φλέγουσι τὴν Ἀκυλῖναν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῶν Ἁγίων διακοσίων Μαρτύρων τῶν ἐν Σινώπῃ 
ξίφει τελειωθέντων.

Ἀνεῖλεν ἀνδρῶν εἰκάδας δέκα ξίφος,
Οἷς ἀνδρικὸς νοῦς, ἀνδρικὴ καὶ καρδία.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Λάμπρος Σκόντζος, Φθάσαντες πιστοί το σωτήριον Πάθος Χριστού του Θεού


πηγή

ukhmg.jpg
«ΦΘΑΣΑΝΤΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΘΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
(Εισαγωγικό σχόλιο στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα)
         Για μια ακόμα φορά, με τη χάρη του Θεού, οδεύουμε στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα, στην ιερότερη εορτολογική περίοδο του έτους. Για μια ακόμη φορά θα ακολουθήσουμε τα ίχνη του Νυμφίου της Εκκλησίας μας Χριστού και θα γίνουμε συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους Του. Σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, καλούμαστε όπως «συμπορευθώμεναυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμενδι΄αυτόν ταις του βίου ηδοναίς΄ ίνα και συζήσωμεναυτώ». Με αυτή την προϋπόθεση θα γίνουμε πραγματικοί κοινωνοί της Αναστάσεώς Του. Μόνο έτσι θα νοιώσουμε πραγματικά τη χαρά της Θείας Εγέρσεως.

      Η αφετηρία αυτής της τόσο σημαντικής εορτολογικής περιόδου είναι πανάρχαια και ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Η νηστεία και η πνευματική προετοιμασία των πιστών της αρχαίας Εκκλησίας είναι πιθανόν να έχει καθιερωθεί από τους ίδιους τους Αποστόλους, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου προς αυτούς: «Ελεύσονται δε ημέραι, όταν απαρθήαπ΄αυτών ο νυμφίος και τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ.9,15). Ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας (+264) μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδος τον 3ο αιώνα. Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η προσκυνήτρια Αιθερία (5ος αιώνας), η οποία στο περίφημο «Οδοιπορικό» της στους Αγίους Τόπους μας πληροφορεί πώς η ΙεροσολυμίτικηΕκκκλησία εόρταζε τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στα πρωτοχριστιανικά χρόνια.  
          Σύμφωνα με το ιερό Χρυσόστομο «Μεγάλην καλούμεν την Εβδομάδα, ουκ επειδή πλέον έχει το μήκος των ωρών΄ και γαρ εισί έτεραι πολλώμείζους ώρας έχουσαι΄ ουκ επειδή πλείους ημέρας έχει΄ και γαρ ο αυτός αριθμός και ταύτης και ταις άλλαιςπάσαις. Τίνος ουν ένεκεν μεγάληνταύτηνκαλούμεν; Μεγάλα τινά και απόρρητα τυγχάνει τα υπάρξαντα ημίν εν αυτή αγαθά. Εν γαρ ταύτη ο χρόνιος ελύθη πόλεμος, θάνατος εσβέσθη, κατάρα ανηρέθη, του διαβόλου η τυραννίςκατελύθη, τα σκεύη αυτού διερπάγη, Θεού καταλλαγή προς ανθρώπους γέγονεν» (Ομιλ.30, Εις Γένεσιν,P.G.53,273). 
       Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα σπουδαιότατο σταθμό πλουσίου πνευματικού ανεφοδιασμού των ψυχών μας. Η μνεία των ιερών γεγονότων μαζί με τις θεσπέσιες ακολουθίες των αγίων ημερών, δημιουργούν ατμόσφαιρα κατάνυξης και περισυλλογής. Τα Άγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού μας ελάχιστες ψυχές ανθρώπων αφήνουν ασυγκίνητες. Μόνο οι πωρωμένοι από την αμαρτία και το κακό ελάχιστοι άνθρωποι παραμένουν απαθείς τις άγιες αυτές ημέρες. Το μεγάλο πλήθος των ανθρώπων, οι οποίοι μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει αδιάφορους, αυτές τις άγιες ημέρες κατακλύζουν τους ναούς με τη «Σύνοψη» στο χέρι να σιγοψάλλουν μαζί με τους ψάλτες τους ύμνους των ιερών ακολουθιών.
       Πρέπει να επισημάνουμε σε αυτούς που δεν γνωρίζουν την εκκλησιαστική τάξη, πως η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει τη Μ. Εβδομάδα να τελείται ο Όρθρος της ημέρας το προηγούμενο βράδυ, π.χ. ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας τελείται το βράδυ της Κυριακής, ο Όρθρος της Μ. Τρίτης το βράδυ της Μ. Δευτέρας κ.ο.κ. Αυτό γίνεται για να μπορούν οι εργαζόμενοι πιστοί  να συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες.
       Η δομή της Μεγάλης Εβδομάδος είναι ακριβώς η αναπαράσταση της τελευταίας εβδομάδος της επί γης παρουσίας του Χριστού μας. Κάθε ημέρα «μνείαν ποιούμεθα», όπως αναφέρει το ιερό συναξάρι, κάποιου από εκείνα τα σωτήρια γεγονότα. Τη Μεγάλη Δευτέρα τιμάμε μια μεγάλη προσωπικότητα της Π.Δ. τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος είναι ο ίδιος, με τα άδικα παθήματά του, τύπος του
Χριστού  και επίσης ενθυμούμαστε το γεγονός της «ξηρανθείσης συκής» από τον Κύριο, ως ζωντανή προτροπή στους πιστούς για παραγωγή πνευματικών καρπών. Τη Μεγάλη Τρίτη ενθυμούμαστε τις διδακτικότατες παραβολές των Δέκα Παρθένων και των Ταλάντων, οι οποίες έχουν υψίστη σημασία για τη σωτηρία μας, υπενθυμίζοντάς μας την φοβερή και αδέκαστη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Την Μ. Τετάρτη τιμάμε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναικός, η οποία άλειψε με μύρο από ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου, λίγο πριν το Πάθος Του και ακόμα τη μέρα αυτή θυμόμαστε την προδοσία του άθλιου Ιούδα. Τη Μ. Πέμπτη εορτάζουμε τα σωτήρια γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, τον ιερό Νιπτήρα, την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου και την σύλληψη του Κυρίου. Την Μ. Παρασκευή προσκυνούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το Μ. Σάββατο τιμάμε τη θεόσωμο Ταφή του Κυρίου μας και την εις Άδου Κάθοδόν Του.
«Αι μνήμαι και τα γεγονότα των ημερών της Μ. Εβδομάδος, γράφει σύγχρονος λόγιος κληρικός, έχουν ορισθή κατά την ιστορικήν των σειράν, ώστε δι’ αυτών να δύνανται οι Χριστιανοί να παρακολουθούν, ως να είσαν παρόντες, πρώτον την πορείαν του Κυρίου προς το πάθος, έπειτα αυτό το πάθος και την ταφήν και τέλος την ανάστασίν του» (Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, έκδοσις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990, σελ.10).
     Οι άγιοι Πατέρες στόλισαν τη Μ. Εβδομάδα με υμνολογικό περιεχόμενο υψίστης ποιητικής και μουσικής αξίας. Οι μεγαλύτεροι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας, εμπνευσμένοι από το Θεό, με πίστη και ευλάβεια, συνέθεσαν για τη Μεγάλη Εβδομάδα ύμνους ύψιστης θεολογικής και αισθητικής αξίας.  Η υμνολογία της Μ. Εβδομάδος αποτελεί το απόγειο της παγκοσμίου ποιήσεως. Μεγάλοι μουσουργοί έντυσαν αυτούς με έξοχη μελωδία.  Ποια ανθρώπινη καρδιά δεν μένει ασυγκίνητη στο άκουσμα του κατανυκτικού τροπαρίου «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται», ή του άφθαστου δοξαστικού «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», η του συγκλονιστικού καθίσματος «Σήμερον Κρεμάται επί ξύλου», ή του περίφημου δοξαστικού «Εξέδυσάν με τα ιματιά μου» ή των μελωδικότατων εγκωμίων του Επιταφίου«Η Ζωή εν τάφω»;
      Η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί αυτές τις ημέρες να βιώσουμε με συντριβή και κατάνυξη τα άγια και σεπτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Καλούμαστε να γίνουμε συνειδητοί κοινωνοί των παθημάτων του Λυτρωτή μας, διότι έτσι θα νοιώσουμε το μέγεθος της θείας αγάπης και φιλανθρωπίας. Μόνο έτσι θα καταλάβουμε πως «ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίωελυτρώθημεν εκ της ματαίας αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίωαίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού» (Α΄Πέτρ.1,19-20). Η σωτηρία μας είναι αποτέλεσμα των Παθημάτων και της αδίκου Θυσίας του Κυρίου μας, καθ ότι «τας αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πετρ.2,24). Ο Χριστός «υπέρ πάντων απέθανεν … ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Ρωμ.5,15). Αυτό προϋποθέτει η βίωση από μέρους μας των σωτηρίων Παθημάτων του Λυτρωτή μας Χριστού να μην είναι τυπική ή μόνο συναισθηματική, αλλά πρέπει να είναι καθολική οντολογική μέθεξη των σωτηριωδών ενεργειών, οι οποίες απορρέουν από «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ.12,2).  

Ασκητές μέσα στον κόσμο: Παπά Γιάννης ο εξορκιστής



 



Ἡ παράσταση μᾶς μεταφέρει ἔξω ἀπό τήν πόλη, σέ βράχους. Σ' ἕναν ἀπό αὐτούς, ὅπως συνήθιζαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἦταν λαξευμένο τό μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Δεσπόζει κι ἐδῶ ἡ μορφή τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουμε τή θλίψη του, ἀλλά μαντεύουμε καί τή θεότητά του. Τήν τελευταία προδίδουν, πρῶτο, ἡ μεγαλοπρεπής στάση του καί, δεύτερο, τό γεγονός ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι (τούς βλέπουμε στή δεξιά ὁμάδα τῶν προσώπων) κοιτάζουν τό Χριστό καί ὄχι τό Λάζαρο. Τό ἕνα χέρι τοῦ Κυρίου κρατάει εἰλητό καί τό ἄλλο μέ ἐκφραστική κίνηση ἐκτείνεται πρός τό Λάζαρο. Μέ τό πρόσταγμα τοῦ ὁ Λάζαρος ἀνασταίνεται. Ἕνας νέος ἀφαιρεῖ τίς ταινίες κι ἕνας ἄλλος σηκώνει τήν πλάκα τοῦ τάφου. Ἐντυπωσιακές οἱ ἀδελφές του Λαζάρου. Προσκυνοῦν τόν Κύριο ἔχοντας στά πρόσωπα τούς χαραγμένη τήν ἄφατη λύπη τους. Ὡραία παρατηρήθηκε, πώς «ὅλοι οἱ εἰκονιζόμενοι ἀποτελοῦν, ἁπλά καί μόνο, διαφορετικές ἀποχρώσεις καί ψυχολογικές διαβαθμίσεις τοῦ ἴδιου συναισθήματος, τῆς ἴδιας ψυχολογικῆς κατάστασης — τῆς βαθειᾶς εὐλάβειας μπροστά στό γεγονός: ἀπό τήν ἤρεμη κίνηση τῶν Ἀποστόλων ὡς τό γεμάτο αὐταπάρνηση ὀδυρμό τῆς Μαρίας» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 364).

Ἔτσι ἡ εἰκόνα μας ἐκτός ἀπό τό θεϊκό της στοιχεῖο ἔχει καί τό ἀνθρώπινο. Ἄλλες εἰκόνες, ὅπως τῆς Ἀναλήψεως, τῆς Ἀναστάσεως κ.α. ἔχουν κρυμμένο τό μυστήριό τους καί φανερό τό συμβολικό τους χαρακτήρα. Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι κατανοητά καί φανερά. Ὁ Οὐσπένσκη πού λέει αὐτά, συνοψίζει' «Ἡ εἰκόνα μεταδίδει τήν ἐξωτερική, φυσική πλευρά τοῦ θαύματος, κάνοντὰς την προσιτή στήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη καί ἔρευνα, ὅπως ὅταν τελέστηκε τό θαῦμα καί ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια».

Ἡ παράσταση συγκινεῖ μέ τά πρόσωπα τῶν Ἑβραίων πού ἔτρεξαν νά παρηγορήσουν τίς πονεμένες ἀδελφές του Λαζάρου. Γίνονται αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ θαύματος καί πολλοί «θεασάμενοι ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν».

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἔγερσης τοῦ Λαζάρου μᾶς προτρέπει νά θυμηθοῦμε τά βαρυσήμαντα λόγια του Κυρίου' «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνη, ζήσεται' καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνη εἰς τόν αἰώνα» (Ἴω. 11, 25-26).

Τό Πάσχα, τά ἐμβλήματα καί τά τεχνάσματα τῆς ἑταίρειας «Σκοπιά». Πρωτ. Βασιλείου Γεωργοπούλου


πηγή


Τό Πάσχα, τά ἐμβλήματα καί τά τεχνάσματα τῆς ἑταίρειας «Σκοπιά»

Πρωτ. Βασιλείου Ἀ. Γεωργοπούλου, Λέκτωρος Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ

Συνηθισμένη πρακτική καί τακτική τῆς ἑταιρείας Σκοπιά εἶναι ἡ ἀπόρριψη κάθε χριστιανικῆς ἑορτῆς ἤ ἡ κακοποίηση καί διαστρέβλωση τοῦ θεολογικοῦ περιεχομένου της.  Ἀπό τήν πρακτική αὐτή δέν ἐξαιρέθηκε οὔτε ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα, πού τήν ἀπέρριψαν καθώς ἀρνοῦνται τήν Ἀνάσταση τοῦ Χρι- στοῦ.
Ἀντιθέτως, οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ γιορτάζουν στή θέση τοῦ Πάσχα «τήν τήρηση τῆς Ἀνάμνησης τοῦ θανάτου τοῦ Ἰησοῦ»1. Ἡ Ἀνάμνηση τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ἑταιρεία Σκοπιά, «ἡ μόνη ἡμέρα κάθε χρόνο, πού πρέπει νά τηροῦν μέ εἰδικό τρόπο»3.
Γι᾽ αὐτό τό λόγο οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ γιορτάζουν πάντα τήν ἀνάμνηση κάθε χρόνο «τό βράδυ πού ἀντιστοιχεῖ στίς 14 Νισσάν τοῦ ἀρχαίου Ἰουδαϊκοῦ ἡμερολογίου» 4.

Τήν λεγόμενη ἀνάμνηση τή γιορτάζουν κυρίως στίς Αἴθουσες Βασιλείας ἤ καί σέ ἄλλους χώρους, π.χ. ξενοδοχεῖα, μετά τή δύση τοῦ ἡλίου.
Σέ κάθε χῶρο, πού συγκεντρώνονται, τοποθετοῦν ἕνα τραπέζι. Πάνω στό τραπέζι τοποθετοῦν ἄζυμο ψωμί, καθώς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Χριστός χρησιμοποίησε ἄζυμο ἄρτο καί κόκκινο κρασί. Τό ἄζυμο ψωμί καί τό κρασί θεωροῦνται ἁπλῶς σύμβολα τῆς θυσίας του καί στή χιλιαστική ὁρολογία ὀνομάζονται «ἐμβλήματα».
Προηγεῖται ὁμιλία σχετική μέ τό γεγονός. Στήν ὁμιλία ἐπαναλαμβάνονται οἱ χιλιαστικές πλάνες σχετικά μέ τήν προσέγγιση καί κατανόηση τῶν γεγονότων. Ὕστερα περιφέρονται τά ἐμβλήματα, πρῶτα τό ψωμί καί ὕστερα τό κρασί, μεταξύ τῶν παρόντων στή συνάθροιση.
Σχετικά, ἀκριβῶς μέ τό θέμα τῶν «ἐμβλημάτων», ἡ ἑταιρεία Σκοπιά, ἐδῶ καί πολλά χρόνια, στήν προσπάθειά της, νά διαχειριστεῖ ἀδιέξοδα, πού προκύπτουν ἀπό τίς κακοδοξίες της, ἐφαρμόζει ἕνα τέχνασμα. Ποιό εἶναι αὐτό;
Τά ἐμβλήματα μποροῦν νά τά πάρουν κατά τούς χιλιαστικούς ἰσχυρισμούς, μόνο ὅσοι ἀνήκουν στούς 144.000, πού θά ζήσουν στόν οὐρανό καί θά εἶναι συγκυβερνῆτες μαζί μέ τό Χριστό.
Αὐτοί, στή χιλιαστική ὁρολογία ἔχουν «οὐράνια ἐλπίδα» καί ὀνομάζονται «μικρό ποίμνιο»5.
Κανείς ἄλλος Μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ δέν ἐπιτρέπεται νά πάρει ἀπό τά ἐμβλήματα. Σέ ὅλους τούς ἄλλους Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, πού κατά τή χιλιαστική ὁρολογία ὀνομάζονται «πολύς ὄχλος ἤ μεγάλος πλῆθος», ἡ ἑταιρεία Σκοπιά τούς ὑπόσχεται ὅτι θά ἔχουν «ἐπίγεια ἐλπίδα».

Αὐτοί ἐάν μείνουν πιστοί στήν ἑταιρεία καί ἐργάζονται ἀόκνως νά ὑπηρετοῦν τούς σκοπούς της, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τούς ἰσχυρισμούς της, ἐκφράζουν τό θέλημα τοῦ Ἰεχωβᾶ, θά ζήσουν γιά χίλια χρόνια σ' ἕνα ἐπίγειο παράδεισο κάτω ἀπό θεοκρατική διακυβέρνηση.
Αὐτοί πού ὑποτίθεται ὅτι ἀνήκουν στούς 144.000, καί δικαιοῦνται νά παίρνουν τά ἐμβλήματα, λέγει ἡ ἑταιρεία Σκοπιά ἔχουν ἤδη ἐπιλεγεῖ. Ὁ ἀριθμός αὐτός ἔχει κλείσει, ἔχει ἤδη συμπληρωθεῖ6.

Πότε συμπληρώθηκε ὁ ἀριθμός; Τό 1935 ἀπαντᾶ ἡ Σκοπιά7. Μάλιστα στή Σκοπιά τῆς 15-32-1995 ἀναφέρεται χαρακτηριστικά «Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐκείνους, πού ἀνήκουν στο μικρό ποίμνιο καί βρίσκονται ἀκόμη στή γῆ διανύουν τώρα τή δεκαετία τῶν 70, τῶν 80, ἤ τῶν 90 ἐτῶν τῆς ἡλικίας τους. Μερικοί ἀπό αὐτούς ἔχουν περάσει τό 100ο ἔτος τῆς ζωῆς τους» (σ. 20).
Λαμβάνοντας ὑπόψη τίς ἡλικίες, πού ἦταν ἤδη τόσο μεγάλες τό 1995, καθώς περνοῦν τά χρόνια, φυσική ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ μείωση τοῦ ἀριθμοῦ κάθε χρόνο αὐτῶν, πού παίρνουν τά ἐμβλήματα. Συμβαίνει ὅμως κάτι τέτοιο; Ὄχι.
Γιά μία ἀκόμα φορά ἡ ἑταιρεία Σκοπιά καταφεύγει σέ τεχνάσματα σέ βάρος τῆς νοημοσύνης τῶν ἀνθρώπων, τῆς φυσικῆς τάξης τῶν πραγμάτων καί ἐπιπλέον ἀποδεικνύεται ἀντιφατική και ἀσυνεπής καί ὡς πρός τίς ψευδοδιδασκαλίες της. Πῶς φαίνεται αὐτό;
Ἀπό τό γεγονός, ὅτι κατά διαστήματα αὐξάνει, ἀντί νά μειώνει, τόν ἀριθμό τῶν συμμετεχόντων στά ἐμβλήματα. Ἔτσι βλέπουμε τό 1994 νά ἀναφέρουν ὅτι ἔλαβαν τά ἐμβλήματα 8.617 Χιλιαστές8, ἀντιθέτως τό 2000 ἀντί νά μειωθεῖ ὁ ἀριθμός αὐξάνεται καί γράφουν ὅτι τά ἔλαβαν 8.661 9.
Τό 2006 αὐξάνεται πάλι ὁ ἀριθμός καί γίνεται 8.758.

Ὅσο περνοῦν τά χρόνια, ὅπως βλέπουμε στά βιβλία τοῦ Ἔτους, πού ἐκδίδει ἡ ἑταιρεία, ὁ ἀριθμός ὅσων λαμβάνουν τά ἐμβλήματα, αὐξάνει ἀκόμα περισσότερο. Τό 2007 ὁ ἀριθμός γίνεται 9.105, τό 2008 ὁ ἀριθμός γίνεται 9.986, τό 2009 ὁ ἀριθμός γίνεται 10.857, ἐνῶ τό 2010 ὁ ἀριθμός γίνεται 11.202!
Καί οἱ διαβεβαιώσεις τῆς Σκοπιᾶς ὅτι οἱ περισσότεροι εἶναι προχωρημένης ἡλικίας, ὅτι ὁ ἀριθμός εἶναι ἤδη κλειστός, ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι ἡ φυσική συνέπεια τῶν πραγμάτων εἶναι ὁ ἀριθμός νά μειώνεται;
Αὐτά δέν τήν ἀπασχολοῦν τήν Σκοπιά. Σημασία γιʼ αὐτή ἔχει μόνο νά αὐξάνεται ἡ πώληση τῶν προϊόντων της, αὐτό δηλαδή, πού τό χαρακτηρίζει ἁγνή λατρεία τοῦ Ἰεχωβᾶ.
Ἐν προκειμένῳ ὅμως ἔχει ἐφαρμογή ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «ἐκ τοῦ στόματός σου κρινῶ σε πονη- ρέ δοῦλε» (Λουκ.19, 22 ).

Ὑποσημειώσεις:

1. Βλ. Ξύπνα, Μάρτιος 2006, ἐξώφυλλο.

2. Βλ. Σκοπιά 15-2-2006, σ.16. Ξύπνα, Μάρτιος 2006, ἐξώφυλλο.

3. Βλ. Γνώση, πού ὁδηγεῖ στήν Αἰώνια Ζωή, ἐκδ. Μ.τ.Ι,1995, σ. 127.

4. Βλ. Γνώση, πού ὁδηγεῖ στήν Αἰώνια Ζωή, ἐκδ. Μ.τ.Ι 1995, σ. 127. Πρβλ. Σκοπιά 15-2-1985.

5. Βλ. Σκοπιά 15-4-1995, σ.31. Σκοπιά 15-12-2004, σ.30. K.Hutten, Seher- Grübler- Enthusiasten, 196610, σσ. 102.

6. Βλ. Σκοπιά 15-4-1995, σ.31.

7. Βλ. Σκοπιά 15-6-1992, σ. 23. Σκοπιά 15-4-1995, σ.19. R. Hauth, Kleiner Sekten - Katechismus, 20047, σσ. 108- 110.

8. Βλ. Σκοπιά 1-11995, σ.15.

9. Βλ. Σκοπιά 1-1-2001, σ.21. R. Hauth, Κleiner Sekten -Katechismus, 20047, σσ. 99 – 104.

10. Βλ. Σκοπιά 15-12-2005, σ.22

Ορθόδοξος Τύπος ἀρ. τεύχους 1922  6 Ἀπριλίου 2012

Λάμπρος Σκόντζος, «Πορεύομαι ίνα ξυπνήσω αυτόν» (Θεολογικό σχόλιο στο Σάββατο του Λαζάρου)




«ΠΟΡΕΥΟΜΑΙ ΙΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ ΑΥΤΟΝ»
(Θεολογικό σχόλιο στο Σάββατο του Λαζάρου)
        Το Σάββατο της ΣΤ΄ Εβδομάδος των Νηστειών η Αγία μας Εκκλησία όρισε να εορτάζουμε την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Διότι, πρώτον το μεγάλο και θαυμαστό αυτό γεγονός συμπίπτει χρονικά με την είσοδο του Κυρίου μας στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ. Και δεύτερον, ότι το γεγονός της εκ νεκρών αναστάσεως του φίλου του Κυρίου είναι μια τρανή απόδειξη ότι ο Χριστός μας είναι ο κύριος της ζωής και του θανάτου, ότι αυτός που ανάστησε από τους νεκρούς το Λάζαρο θα αναστήσει και τον Εαυτό του, αφού θα σκυλέψει τον Άδη και θα  νικήσει τον θάνατο!
       Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Λάζαρος με τις αδελφές του Μάρθα και Μαρία, που κατοικούσαν στην κώμη Βηθανία, είχαν εγκάρδιες φιλικές σχέσεις με τον Κύριο. Φαίνεται ότι πολλές φορές είχαν την ύψιστη τιμή και χαρά να δεχτούν και να φιλοξενήσουν το Χριστό στον ευλογημένο οίκο τους  (Λουκ.10,38-42).

      Ξαφνικά ο Λάζαρος ασθένησε βαριά. Οι δυο αδερφές έστειλαν μήνυμα στον Ιησού ότι ο αγαπημένος Του φίλος  ο Λάζαρος αρρώστησε. Ο Χριστός διαβεβαίωσε τους απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια ούκέστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν.11,4). Όμως ο Λάζαρος πέθανε και ετάφη σε σπηλώδες μνημείο, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές συνήθειες. Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον τόπο που βρισκόταν πήρε τους μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία κατευθύνθηκε στη Βηθανία, παρ’ όλο ότι οι μαθητές Του τον προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο να τον λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι. Καθ’ οδόν  τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται΄ αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. Είπονουν οι μαθηταί αυτού΄ Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται. Ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού΄ εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει. Τότε ουνείπεναυτοίς ο Ιησούς παρρησία΄ Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι’ ημάς, ίνα πιστεύητε, ότι ουκ ήμην εκεί» (Ιωάν.11,12-15).
        Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται στην βυθισμένη στο πένθος Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα: «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωάν.11,24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται΄ και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26). Μετά ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του σπηλαίου. Τότε η Μαρία τον προειδοποίησε: «Κύριε, ήδη όζει΄ τεταρταίος γαρ εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν του Θεού;» (Ιωάν.11,40). Αφού κύλησαν το λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις ΄ αλλά δια τον όχλον τον παρεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.11,41). Κατόπιν φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω». Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή να τον λύσουν και να περπατήσει.    
        Το μεγάλο αυτό γεγονός έκανε πολλούς να πιστέψουν στο Χριστό. Κάποιοι άλλοι έτρεξαν στους Φαρισαίους και ανήγγειλαν το θαύμα. Οι σκληρόκαρδοι και υποκριτές εκείνοι άνθρωποι, μαζί με το ιουδαϊκό ιερατείο, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν και δεν πίστεψαν στα θαύμα και τη δύναμη του Ιησού, αλλά σκληρύνθηκαν έτι περισσότερο οι καρδιές τους. Ο αρχιερέας Καϊάφας είπε το εξής καταπληκτικό: «Υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται» και σχολιάζει ο ιερός ευαγγελιστής: «Τούτο δε αφ’ εαυτού ουκ είπεν, αλλά αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς αποθνήσκειν υπέρ του έθνους, και ουχ υπέρ του έθνους μόνον, αλλ’ ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένασυναγάγη εις εν» (Ιωάν.11:49-52). 
        Η ανάσταση του Λαζάρου είναι το μεγαλύτερο θαύμα του Κυρίου. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έσπευσε αμέσως με την είδηση του θανάτου του φίλου Του, αλλά πήγε στη Βηθανία ύστερα από τέσσερις ημέρες για να φανεί το μέγεθος του μεγάλου θαύματος και της υπέρτατης δυνάμεως του Θεού. Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει πως «Έμεινεν, ίνα αποπνεύση (ο Λάζαρος) και ταφή, ίνα μηδείςέχη λέγειν ούπωτλευτήσαντα αυτόν ανέστησεν΄ ότι κάρος ην, ότι έκλυσιςήν, ότι καταγωγή ήν και ου θάνατος» (παρά Π. Τρεμπέλα Υπόμνημα εις το κατά ΙωάννηνΕυαγγέλιον, Αθήναι 1969,σελ.401). Αν και ο νεκρός άρχισε να αποσυντίθενται ο Χριστός τον ανάστησε, φανερώνοντας το μεγαλείο της θείας δυνάμεώς Του. Είναι ο κύριος της ζωής, διότι είναι ο ίδιος η ζωή. Κανένας ποτέ δεν τόλμησε να ισχυριστεί αυτό που φανέρωσε στη Μάρθα «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιωάν.11,25).
        Αυτή η διαβεβαίωση ότι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι η πηγή της ζωής και η μακάρια ανάστασή μας είναι η μεγάλη μας παρηγοριά και η άρρητη δύναμη που μας κάνει να υπερνικάμε όλες τις αντιξοότητες της επίγειας ζωής μας. Χάρη σ’ Αυτόν δεν θα  πεθάνουμε ποτέ, έστω και αν το φθαρτό σώμα μας αποτεθεί στη γη και αποσυντεθεί. Αυτό είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός, το οποίο δεν έχει ουδεμία οντολογική επίπτωση για μας τους πιστούς του Χριστού. Η ψυχή μας θα εξακολουθεί να ζει και χωρίς το σώμα μας, μια ζωή ασύγκριτα ανώτερη από την επίγεια. Αλλά όχι για πάντα μόνη της, διότι «έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και οι ακούσαντεςζήσονται» (Ιωάν.5,25). Τα σώματά μας θα ζήσουν και θα ενωθούν και πάλι με τα πνεύματά μας για να μην ξαναχωρίσουν ποτέ πια, αλλά να ζουν αιώνια την όντως ζωή και να συνδοξάζονται με το Χριστό.
         Το μέγα θαύμα της Αναστάσεως του Λαζάρου δείχνει ξεκάθαρα ότι όπως ο Χριστός ανάστησε με γοερή φωνή Του εκείνον, κατά τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει και μας. Με τη δική Του ανάσταση νίκησε κατά κράτος το θάνατο. Δια της Αναστάσεως του Χριστού «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄Κορ.15,26), διακηρύττει πανηγυρικά ο απόστολος Παύλος.
        Η μεγάλη αυτή εορτή λειτουργεί ως πνευματική ανάταση στις ψυχές ημών των πιστών, οι οποίοι συν-οδοιπορούμε με τον Κύριο προς το εκούσιο πάθος και το σταυρικό Του θάνατο. Αυτό το αποδίδει θαυμάσια το ιερό τροπάριο της εορτής: «Την κοινήνανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον Χριστέ ο Θεός΄ όθεν και ημείς ως οι παίδες, τα νίκης σύμβολα φέροντες σοι το νικητή του θανάτου βοώμεν΄ Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου».

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...