Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Κυριακή τῶν Βαΐων π.Γεώργιος Ρ.Ζουμης


ευλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ὁ Κύριος εἰσέρχεται σήμερα θριαμβευτικά στά Ἱεροσόλυμα. Πλῆθος κόσμου ξεχύθηκε στούς δρόμους, γιά νά τόν ὑποδεχθεῖ μέ κλαδιά ἀπό φοίνικες. Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, φώναζαν, ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ.
Τά βαΐα τῶν φοινίκων συμβόλιζαν τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ καί προμήνυαν τήν ἀνάστασή του. Ποιοί ἀποτελοῦσαν τά πλήθη; Μήπως οἱ ἄρχοντες, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀνωτέρας τάξεως; Μήπως οἱ μεγάλοι καί τρανοί τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Ὄχι. Ὁ ἁπλός λαός ἔτρεξε νά Τόν προϋπαντήσει καί μέ τρόπο πρόχειρο καί αὐθόρμητο ἐκδήλωνε τόν σεβασμό του καί τήν ἀναγνώρισή του πρός τόν Χριστό. Τόν ἐπευφημοῦσε ὡς βασιλέα καί ἐπίγειο ἄρχοντά του. Τόν ἀποκαλοῦσε εὐλογημένο καί ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ, δηλαδή Μεσσία. Φώναζαν, ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις, πού πάει νά πεῖ, σῶσε μας, σύ ὁ Ὕψιστος. Ἐπάνω σωτηρία, κάτω ἔρχεται φιλανθρωπία.
Στή γῆ πατοῦσαν, μά στόν οὐρανό βρίσκονταν. Σῶμα εἶχαν, ἀλλά μέ τούς ἀγγέλους ἦσαν ἀνακατεμένοι. Ἰουδαῖοι στό ὄνομα, χριστιανοί στήν πραγματικότητα. Ὅλο τό πλῆθος ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό πάνω ἔλαβε τήν μαρτυρία καί τόν φωτισμό. Πῶς ἀλλιῶς γνώριζε ὁ ὄχλος, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι βασιλιάς, ἀφοῦ δέν τόν ἔβλεπαν νά φοράει βασιλικό διάδημα; Δέν φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα, δέν τόν συνόδευε στρατιωτικό ἄγημα, δέν προηγεῖτο ἱππικό καί χρυσοποίκιλτα  ἅρματα. Πῶς τό κατάλαβαν; ἀπό ποῦ ἤξεραν, ὅτι εἶναι βασιλιάς;
Πάνω σ᾿ ἕνα φτωχικό καί ἄσημο γαϊδουράκι καθόταν, ξένο καί αὐτό. Μόνο δώδεκα μαθητές εἶχε μαζί του. Οἱ περισσότεροι ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι ψαράδες. Γνώριζαν ὅμως αὐτό πού λέει ἡ Γραφή: Τόν ὑπηρετοῦν μύριες μυριάδες ἀγγέλων καί τοῦ παραστέκουν χίλιες χιλιάδες ἀρχαγγέλων. Δέν ζητοῦσαν ἵππους καί ἅρματα. Ἤξεραν, ὅτι αὐτός εἶναι πού ἀνέλαβε στόν οὐρανό τόν προφήτη Ἠλία μέ πύρινο ἅρμα. Δέν ζητοῦσαν κανένα ὄχημα πορφυρόστρωτο. Γνώριζαν, ὅτι ἀναπαύεται στά Χερουβείμ καί στά Σεραφείμ. Ὅλα αὐτά τούς ἦταν γνωστά ἀπό τούς προφῆτες, ἀπό ἀποκάλυψη Θεοῦ. Τά γνώριζαν, γιατί μελετοῦσαν τήν Ἁγία Γραφή.

Μέχρι ἐδῶ ὅλα αὐτά καλά καί ἅγια. Ἐπαινετά καί πρέποντα. Ὅμως αὔριο, μετά λίγες ἡμέρες ὁ ἴδιος ὁ λαός θά ἀποδοκιμάσει τόν Διδάσκαλο. Θά τόν διώχνει ἀπό τήν ζωή του, θά τόν παραδώσει στό θάνατο. Αὐτόν τόν εὐεργέτη του, τόν τίμιο, τόν δίκαιο, τόν ἀθῶο. Θά ζητάει τήν σταυρική του καταδίκη.
Ποῦ εἶναι τά ὡσαννά καί οἱ ζητωκραυγές; Αὐτά τώρα λησμονήθηκαν, πετάχθηκαν στήν ἄκρη. Τώρα ὠρύονται  καί ἀγριεμένοι φωνάζουν σταυρωθήτω. Γιατί ὅλα αὐτά; Γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ γιά κάποιους ἦταν ἐνοχλητική. Οἱ ἄρχοντες, οἱ μεγάλοι καί ἰσχυροί ἔβαλαν σέ ἐνέργεια τό πονηρό σχέδιό τους. Μέ δημαγωγικό καί ὑποκριτικό τρόπο ἔπεισαν τόν λαό, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος εἶναι ἐπικίνδυνος γιά τόν τόπο.
Καί ὁ λαός παρασύρεται ἀπό αὐτούς. Ξέχασε τά θαύματα. Λησμόνησε τά θαυμάσια λόγια του. Ἔκλεισε τά μάτια του στά θαύματα καί στίς θεραπεῖες. Πλέον δέν ἀκούει καί δέν θυμᾶται οὔτε τίς δικές του προηγούμενες ζητωκραυγές. Ὁ πλεῖστος ὄχλος, οἱ περισσότεροι, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα στέκονται ἀπέναντι στόν Ἰησοῦ καί ζητοῦν τήν θανάτωσή του.
Καί νά σκεφθεῖ κανείς, ὅτι ὅλοι αὐτοί ἦσαν θρησκευόμενοι, πού ἦρθαν ἀπό διάφορα μέρη τοῦ Ἰσραήλ, ἀνέβηκαν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν στό ναό τοῦ Σολομῶντος καί νά γιορτάσουν τήν μεγάλη γιορτή τοῦ Ἑβραϊκοῦ Πάσχα. Πῆγαν νά λατρεύσουν τόν Θεό, ἀλλ᾿ ἔγιναν κακοῦργοι καί ἐγκληματίες. Ἔγιναν θεοκτόνοι. Ἐφόνευσαν τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, πρέπει νά μᾶς προβληματήσει, νά βάλει ὅλους μας σέ σκέψεις. Εὑρισκόμεθα πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα. Πολλοί χριστιανοί, τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, θά τρέξουν στούς Ναούς, θά γεμίσουν τίς Ἐκκλησίες. Μᾶς ἀπασχόλησε ποτέ τό θέμα, πῶς γιορτάζουμε καί τί κάνουμε τίς ἡμέρες αὐτές; Ὅσοι συναθροιζόμαστε στίς Ἐκκλησίες εἴμαστε μέ τόν Χριστό; Θά κάνουμε πολλές φορές τόν σταυρό μας, ὅπως καί ἄν τόν κάνουμε. Καταλαβαίνουμε τό νόημα τῆς σταυρώσεως; Θά συγκινηθοῦμε συναισθηματικά καί θά κλάψουμε γιά τόν Χριστό. Δέν εἶναι προτιμότερο νά κλάψουμε γιά τούς ἑαυτούς μας καί τίς δικές μας ἁμαρτίες; Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στίς γυναῖκες, πού ἔκλαιγαν ξοπίσω του, ὅταν ἀνέβαινε τόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ φορτωμένος τόν σταυρό. Γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ, γιά σᾶς νά κλαῖτε, ὄχι γιά μένα. Γιά τίς συμφορές, πού πρόκειται νά σᾶς βροῦν.
Θά ἀνάψουμε κεριά μικρά-μεγάλα, χρωματιστά, μά τίποτε δέν θά φωτίσει μέσα μας τά σκοτάδια καί τήν καταχνιά τῆς δικῆς μας ζωῆς καί ψυχῆς. Θά ἑτοιμάσουμε πλούσια τραπέζια καί θά καθήσουμε τριγύρω τους, γιά νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ. Αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά παρακαθήσουμε στό δικό Του τραπέζι, στήν Ἁγία Τράπεζα, στή Θεία Κοινωνία;
Τώρα τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα θά ἐκκλησιασθοῦμε πολλές φορές, μά ὅταν θά ἀκούσουμε "μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε", θά γυρίσουμε τήν πλάτη μας καί θά φύγουμε χωρίς νά μεταλάβουμε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Καί ἄν ἀκόμη κοινωνήσουμε, δέν θά τό κάνουμε ὅπως περιμένει ὁ Θεός, ἀλλά ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε, μέ ἄγρια καρδιά καί καθόλου καλή προετοιμασία.
 Γιατί σήμερα ὡσαννά καί αὔριο δέν θά διστάσουμε νά ταυτισθοῦμε μέ αὐτούς, πού φωνάζουν σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν; Ἴσως δέν τό ποῦμε στό Χριστό, μά τό ἴδιο εἶναι, θά τό ποῦμε σέ κάποιον συνάνθρωπό μας, στόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ. Παριστάνουμε τόν χριστιανό, μά δέν εἴμαστε. Ἀποκαλοῦμε τόν Χριστό Κύριο, ἀλλά δέν κάνουμε τό θέλημά Του. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο παράπονο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοί μου,
Ξεκινώντας τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα ὀφείλουμε νά συμφιλιωθοῦμε πρῶτα μέ τόν ἑαυτό μας καί κατόπιν μέ τούς ἄλλους. Μέ αὐτά πού κάνουμε δείχνουμε, ὅτι εἴμαστε ἐχθροί τοῦ ἑαυτοῦ μας. Εἶναι ἀνάγκη νά ξεκουράσουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τήν συγχώρηση στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως. Ἄν δέν κάνουμε, ὅσα πιό πάνω εἴπαμε, θά γιορτάσουμε κάποια γιορτή μέ ἔντονα θρησκευτικά καί λαογραφικά στοιχεῖα, πού γιά μερικές μέρες θά ἀποτελεῖ μιά ὄμορφη ἀνάμνηση. Θά ποῦμε, τί καλά περάσαμε! ἄντε καί τοῦ χρόνου. Αὐτό ὅμως θά εἶναι μιά φολκλορική γιορτή καί ὄχι Πάσχα Θεοῦ τό σωτήριον.
Θά ἤθελα πολύ αὐτό τό Πάσχα νά εἶναι γιά ὅλους μας πολύ διαφορετικό ἀπό ὅλα τά προηγούμενα. Νά εἶναι ὄντως Πάσχα. Ἕνα πέρασμα σέ καλύτερους κόσμους, σέ πιό πνευματική ζωή, στούς χώρους τῆς Ἐκκλησίας, στά μέτρα τοῦ Χριστοῦ. Νά πλησιάσουμε, νά πᾶμε κοντά, πολύ κοντά, κάτω ἀπό τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀφήσουμε τό πανάγιο Αἷμα Του νά τρέξει πάνω μας. Νά μᾶς ποτίσει, νά μᾶς χορτάσει, νά μᾶς καθαρίσει καί νά μᾶς ἁγιάσει.
Ἀδελφοί μου, Καλό Πάσχα, Καλή Ἀνάσταση δική μας. Ἀμήν.-




«Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὄχλος, ὅτι ἤκουσεν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον»

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπὶ τρία συναπτὰ ἔτη δίδαξε καὶ θαυματούργησε στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό.Ἔκανε μεγάλα σημεῖα καὶ θαύματα, ὅπως ἐπίσης ἀποκάλυψε καὶ σπουδαῖες διδασκαλίες.Ἕνας θεολόγος παρατήρησε πὼς κάθε χρόνο ἀνάμεσα στὰ θαύματα καὶ στὴ διδασκαλία του ξεχώριζε ἕνα σημεῖο. Π.χ. Τὸν πρῶτο χρόνο τὸ θαῦμα τοῦ Παραλυτικοῦ, ποὺ ἦταν ἄρρωστος 38 ὁλόκληρα χρόνια. Τὸ δεύτερο χρόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Τὸν τρίτο χρόνο καὶ μάλιστα λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος Του, ἢ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Ἐξ αἴτιας τοῦ τελευταίου βλέπουμε πολὺς κόσμος νὰ ὑποδέχεται τὸ Χριστὸ κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα· "...ἤκουσεν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον" (Ἰωάν. 12,18).


Πῶς εἰσῆλθε στὰ Ἱεροσόλυμα;

Οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν ὅτι μπῆκε καθισμένος πάνω σ’ ἕνα ταπεινὸ ζῶο, δηλ. σ’ ἕνα ὀνάριο. Κάθισε πάνω στὸ ὀνάριο, γιὰ νὰ διαλύσει τὴν εἰκόνα ἑνὸς φανταστικοῦ Μεσσία. Οἱ μαθητὲς κι ὁ κόσμος εἶχαν πλάσει γιὰ τὸν Κύριο μιὰν ἀντίληψη διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Βλέποντας τὰ ὑπερφυσικὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, νόμισαν πὼς βρῆκαν τὸν κατάλληλο γιὰ νὰ πολεμήσει τοὺς Ρωμαίους καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὸ Βασίλειο τοῦ Ἰσραὴλ στὴν παλαιά του δόξα. Οἱ προσδοκίες τους ἦταν πὼς ὁ Χριστὸς «αὐτὸς ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραὴλ» (Λουκ. 24,21). Μερικὲς φορὲς ἤθελαν νὰ τὸν ἀνακηρύξουν καὶ ἐπίσημα Βασιλέα (Ἰωάν. 6,15). Ἀπέναντι σ’ ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστὸς ἦταν αὐστηρός. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν ψωμὶ ὑλικό, ἐνῶ ὁ Χριστὸς τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὴ βρώση τὴ μένουσα (ὅπ.π. στίχ. 27). Ἤθελαν τὸ Χριστὸ μεγαλοπρεπῆ, ἰσχυρὸ καὶ ἀκατανίκητο, ἐνῶ ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στὴν εἴσοδό Του στὰ Ἱεροσόλυμα ταπεινός, πράος καὶ ἡσύχιος. Ἀντὶ γιὰ πολεμοχαρῆ ἡγέτη εἶδαν νὰ εἰσέρχεται ὁ μετριοπαθής. Ὁ Χριστὸς κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας ἔδειξε «ἄκραν μετριοπάθειαν», διδάσκοντας τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴν ὑπερηφανεύονται στοὺς ἐπαίνους καὶ νὰ μὴν ἐπιζητοῦν περισσότερα ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα.


Ἡ ἀντίδραση τοῦ κόσμου

Εἶναι ἀλήθεια πὼς δὲν ἀντέδρασαν ὅλοι μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ὁ "πλεῖστος ὄχλος" (Ματθ. 21,8), οἱ "πολλοὶ" (Μάρκ. 11,8), καὶ "ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν" (Λουκ. 19,37), δηλαδὴ ὅλοι, πῆραν κλαδιὰ φοινίκων καὶ ἔστρωσαν ροῦχα γιὰ νὰ περάσει ὁ Χριστός, καὶ ἐπευφημοῦσαν λέγοντας "εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου" (Ἰωάν. 12,13). Ἀκόμη καὶ μικρὰ παιδιὰ ἐπευφημοῦσαν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸ θεωρεῖ μέγιστο θαῦμα, γιατί ὁ ὄχλος καὶ οἱ ἀμαθεῖς, τὰ νήπια καὶ τὰ παιδιά, θεολογοῦσαν καὶ ἀναγνώριζαν τὸ Χριστὸ ὡς θεό. Ἐπευφημοῦσαν τὸ Χριστό, ὅπως οἱ ἄγγελοι τὸν Κύριο. Ἄλλη ὅμως ἦταν ἡ ἀντίδραση τῶν Φαρισσαίων. Μερικοὶ διαμαρτυρόντουσαν καὶ ἀπαιτοῦσαν νὰ σταματήσουν νὰ ἐγκωμιάζουν τὸ Χριστὸ οἱ μαθητὲς του (Λουκ. 19,39). Ἐπίσης, ἄλλοι δυσφόρησαν πάρα πολὺ μὲ τὸ θέαμα (Ἰωάν. 12,19). Ὁ λαὸς ἀντελήφθη τὴν ἀλήθεια καὶ οἱ ἄρχοντες θύμωναν καὶ δυστροποῦσαν.


Ἡ κοσμικὴ ἐξουσία

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν πρέπει ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ταγοὶ νὰ περιβληθοῦν τὴν κοσμικὴ ἐξουσία, δηλ. νὰ ἐκκοσμικευθοῦν. Μπορεῖ νὰ δρᾶ ἡ Ἐκκλησία μέσα στὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲ δραστηριοποιεῖται κοσμικά. Ἀκόμη καὶ τὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Χριστὸ κι ὄχι ἀπὸ βάσεις οὑμανιστικὲς καὶ κοσμικές. Δὲν εἶναι ντυμένη ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πορφύρα καὶ βύσσο, ἀλλὰ μὲ τὴν ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ. Δὲ διεκδικοῦμε θρόνους καὶ ἀξιώματα, ἀλλὰ τὴ ζωντανὴ ἐπαφή μας μὲ τὸ Χριστό. Πορεύεται ἡ Ἐκκλησία τὸ δρόμο τοῦ μαρτυρίου τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀποβλέπει πάντοτε στὸ πρόσωπό Του, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ μέσα στὸν κόσμο. Στὴν Ἐκκλησία δὲ γίνεται συνδυασμὸς κοσμικῆς ἐξουσίας καὶ ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Σκοπὸς της εἶναι νὰ συνάξει τὰ σκορπισμένα παιδιὰ τοῦ θεοῦ στὴ μάνδρα Του καὶ νὰ δείξει τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας μας. Εὐλογημένος, λοιπόν, ὁ ἐρχόμενος, ποὺ μᾶς ἄνοιξε τέτοιες προοπτικὲς σωτηρίας.

Κυριακὴ τῶν Βαΐων,Μητροπολίτης Sourozh Aντώνιος




Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σήμερα, τὴν ἡμέρα τῶν Βαΐων στεκόμαστε μὲ δέος καὶ θαυμασμὸ μπροστὰ σ’ αὐτὸ ποὺ συνέβη, στὸ πῶς οἱ Ἰουδαῖοι δὲν μπόρεσαν νὰ συναντήσουν τὸν Χριστό, γιατί τὸν συνάντησαν μὲ τὴν φαντασία ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἕνας ἔνδοξος βασιλιὰς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀναλάβει τὴν ἐξουσία τώρα μὲ κάθε ἰσχύ, νὰ ἐπικρατήσει καὶ νὰ καταρρίψει τοὺς ἀλλόθρησκους, τοὺς Ρωμαίους ποὺ εἶχαν κατακτήσει τὴν χώρα τους, καὶ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπανιδρύσει ἕνα Βασίλειο, ἕνα ἐπὶ γῆς βασίλειο τοῦ Ἰσραήλ. Ξέρουμε ὅτι Ἐκεῖνος δὲν ἦρθε γι’ αὐτό, ἦρθε γιὰ νὰ ἱδρύσει ἕνα Βασίλειο ποὺ δὲν θὰ ἔχει τέλος, ἕνα βασίλειο αἰώνιο, ἕνα Βασίλειο ποὺ δὲν θὰ εἶναι ἀνοιχτὸ σ’ ἕνα ἔθνος, ἀλλὰ σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ἕνα βασίλειο ποὺ θὰ βασιζόταν στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Μ. Ἑβδομάδα εἶναι ἀπ’ τὴν ἀρχὴ ὥς τὸ τέλος μία περίοδος τρομερῆς σύγχυσης. Οἱ Ἰουδαῖοι συναντοῦν τὸν Χριστὸ στὶς πύλες τῆς Ἱερουσαλὴμ ἐπειδὴ περιμένουν ἀπὸ Ἐκεῖνον ἕναν θριαμβευτὴ στρατιωτικὸ ἡγέτη, ἀλλὰ Ἐκεῖνος θὰ ἔρθει γιὰ νὰ πλύνει τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του, νὰ δώσει τὴν ζωή Του γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ὄχι γιὰ νὰ κατακτήσει μὲ βία καὶ δύναμη. Κι αὐτοί, οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ποὺ Τὸν πλησίαζαν φωνάζοντας « Ὡσαννά, Υἱὲ Δαυὶδ» σὲ λίγες μέρες θὰ φωνάξουν «Σταυρωθήτω, σταυρωθήτω» ἐπειδὴ πρόδωσε τὶς προσδοκίες τους. Αὐτοὶ προσδοκοῦσαν ἕναν ἐπίγειο νικητὴ καὶ αὐτὸς ποὺ βλέπουν εἶναι ἕνας νικημένος βασιλιάς. Τὸν μισοῦν γιὰ τὴν ματαίωση ὅλων τῶν ἐλπίδων τους.

Αὐτὸ δὲν εἶναι τόσο ξένο γιὰ μᾶς στὶς μέρες μας. Πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπομακρύνονται μὲ ἔχθρα ἀπὸ τὸν Χριστὸ γιατί τοὺς ἀπογοήτευσε στὴν μία ἢ στὴν ἄλλη ἐλπίδα τους. Θυμᾶμαι μία γυναίκα ποὺ ἦταν πιστὴ ὅλη τὴν ζωή της, καὶ ὅταν ὁ ἐγγονὸς της πέθανε- ἕνα μικρὸ ἀγόρι- μοῦ εἶπε: «Δὲν πιστεύω πιὰ στὸν Θεὸ· πῶς μπόρεσε νὰ μοῦ πάρει τὸν ἐγγονό μου;». Κι ἐγὼ τῆς εἶπα: «Ἄλλα πιστεύατε, ἐνῶ πέθαιναν χιλιάδες, μυριάδες ἄνθρωποι…» Μὲ κοίταξε καὶ μοῦ εἶπε: «Μὰ γιατί ἔγινε αὐτὸ σὲ μένα; Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει, αὐτὰ δὲν ἦταν παιδιά μου».

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ συμβαίνει καὶ σὲ μᾶς σὲ μικρότερο βαθμὸ τόσο συχνὰ ποὺ ἀμφιταλαντευόμαστε στὴν πίστη μας, στὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό, ὅταν κάτι ποὺ περιμένουμε ἀπὸ Ἐκεῖνον νὰ κάνει γιά μᾶς, δὲν γίνεται, ὅταν Ἐκεῖνος δὲν γίνεται ὁ Ὑπάκουος ὑπηρέτης μας, κι ὅταν προβάλλουμε τὴν ἐπιθυμία μας, Ἐκεῖνος δὲν λέει «Ἀμὴν» καὶ δὲν τὴν πραγματοποιεῖ. Ἄρα δὲν εἴμαστε τόσο ξένοι ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ συνάντησαν τὸν Χριστὸ στὶς πύλες τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ μετὰ στράφηκαν μακριά Του.

Καὶ τώρα, μπαίνουμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα. Πῶς ἀντικρίζουμε αὐτὰ τὰ γεγονότα; Νομίζω πὼς ὀφείλουμε νὰ μποῦμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα ὄχι σὰν θεατές, ὄχι ἁπλὰ διαβάζοντας τὰ σχετικὰ ἀποσπάσματα τοῦ Εὐαγγελίου, πρέπει νὰ μποῦμε σὰν νὰ εἴμαστε μέτοχοι τῶν γεγονότων, ἀλήθεια, διαβάζουμε γι’ αὐτά, ἀλλὰ θάπρεπε νὰ μπερδευτοῦμε μὲ τὸ πλῆθος ποὺ περιβάλλει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ρωτήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας: «ποῦ βρίσκομαι μέσα σ΄αὐτὸ τὸ πλῆθος; Εἶμαι ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ λένε: «Ὡσαννά, Υἱὲ Δαυίδ»; Εἶμαι μήπως ἀπ’ τοὺς περιθωριακοὺς ποὺ κραυγάζουν «Σταύρωσον αὐτόν»; Εἶμαι κάποιος ἀπ’ τοὺς μαθητὲς ποὺ πίστευαν μέχρι τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἔσχατος κίνδυνος φάνηκε νὰ ἔρχεται; Θυμάστε ὅτι στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ τρεῖς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς εἶχαν ἐπιλεγεῖ γιὰ νὰ Τοῦ συμπαρασταθοῦν στὶς ὧρες τῆς ὑπέρτατης ἀγωνίας Του, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαναν, ἦταν κουρασμένοι, εἶχαν χάσει τὸ θάρρος τους κι ἀποκοιμήθηκαν. Τρεῖς φορὲς ἦρθε σ’ αὐτούς, τρεῖς φορὲς ἦταν μακρυά Του.

Δὲν συναντᾶμε τὸν Χριστὸ κάτω ἀπ’ τὶς ἴδιες συνθῆκες, ἀλλὰ συναντᾶμε τόσους ἀνθρώπους ποὺ εἶναι σὲ ἀγωνία, ὄχι μόνο γιατί πεθαίνουν σωματικά, …κι αὐτὸ συμβαίνει σὲ φίλους, σὲ συγγενεῖς, σὲ ἀνθρώπους γύρω μας ποὺ ἀγωνιοῦν μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο. Εἴμαστε ζωντανοί, γεμάτοι ἐνδιαφέρον γι’ αὐτούς, ἕτοιμοι νὰ τοὺς βοηθήσουμε, στεκόμαστε δίπλα τους, ἢ ἀποκοιμιόμαστε, ποὺ σημαίνει ἀποσυρόμαστε, γυρνᾶμε τὴν πλάτη, τοὺς ἀφήνουμε σὲ ἀγωνία, στὸν φόβο, στὴν ἀθλιότητά τους; Καὶ δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τὸν Ἰούδα, γιατί κανένας μας δὲν ἔχει πρόθεση νὰ προδώσει τὸν Χριστὸ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἀλλὰ δὲν τὸν προδίδουμε ὅταν ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὶς ἐντολές Του; Ὅταν λέει: «Σᾶς δίνω παράδειγμα, ν’ ἀκολουθήσετε..» κι ἐμεῖς κουνᾶμε τὰ κεφάλια μας καὶ λέμε: «Ὄχι θέλω μόνο ν’ ἀκολουθήσω τὶς ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς μου.» Ἂς σκεφτοῦμε τὸν Πέτρο, τὸν δυνατότερο, ἐκεῖνον ποὺ μποροῦσε νὰ μιλᾶ ἐκ μέρους τῶν ὑπολοίπων, ὅταν ἔφθασε νὰ ριψοκινδυνεύσει τὴ ζωή του, ἢ μᾶλλον ὄχι τὴν ζωή του, ἁπλὰ ν’ ἀπορριφθεῖ, γιατί κανεὶς δὲν θέλησε νὰ τὸν σκοτώσει, ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ τρεῖς φορές.

Ἐμεῖς τί κάνουμε, ὅταν ἔχουμε τέτοια πρόκληση, ὅταν κινδυνεύουμε νὰ μᾶς κοροϊδέψουν, νὰ γελοιοποιθοῦμε, νὰ μᾶς ἀπομονώσουν φίλοι καὶ γνωστοὶ ποὺ σηκώνουν τοὺς ὤμους καὶ λένε: «Ἄ, Χριστιανός; Καὶ πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός, πιστεύεις στὸ Εὐαγγέλιό Του, πιστεύεις ὅτι θὰ εἶναι στὸ πλάι σου; Πόσο συχνά…! Ὤ, ἂς μὴν ποῦμε: «Δὲν εἶμαι…» ἀλλὰ ἂς ποῦμε: «Ναί, εἶναι δόξα μου, κι ἂν θέλεις νὰ Τὸν σταυρώσεις, ἂν θέλεις νὰ Τὸν ἀπορρίψεις, ἀπόρριψε κι ἐμένα ἐπίσης ἐπειδὴ ἐπιλέγω νὰ σταθῶ στὸ πλευρό Του, εἶμαι μαθητὴς Του ἀκόμα κι ἂν μὲ ἀπορρίψουν, ἀκόμα καὶ ἂν δὲν μοῦ ἐπιτρέψεις νὰ μπῶ στὸ σπίτι σου ξανά».

Ἂς σκεφτοῦμε τὸ πλῆθος στὸν Γολγοθά. Ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἦταν ὄργανα στὴν καταδίκη Του, Τὸν περιγέλασαν, εἶχαν πάρει τὴν νίκη τους, τουλάχιστον ἔτσι νόμιζαν. Ἀκόμα ὑπῆρχαν οἱ στρατιῶτες, οἱ στρατιῶτες ποὺ Τὸν Σταύρωσαν• εἶχαν σταυρώσει ἀμέτρητους ἀκόμα ἀνθρώπους, ἔκαναν τὴν δουλειά τους. Δὲν τοὺς ἔνοιαζε ποιὸν σταύρωναν. Κι ὁ Χριστὸς προσευχόταν γι’ αὐτούς: «Συγχώρησε τοὺς Πατέρα, δὲν ξέρουν τί κάνουν…» Δὲν σταυρωνόμαστε μὲν μὲ φυσικὸ τρόπο, ἀλλὰ λέμε: «Συγχώρησε Πατέρα μου, ὅλους αὐτοὺς ποὺ μᾶς προσβάλλουν, μᾶς ἀπορρίπτουν, ποὺ σκοτώνουν τὴν χαρὰ καὶ σκοτεινιάζουν τὶς ζωές μας..» Τὸ κάνουμε; Ὄχι δὲν τὸ κάνουμε. Ἀναγνωρίζουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας σ’ αὐτοὺς τοὺς σταυρωτές;

Καὶ ἔπειτα ὑπῆρχε ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ποὺ κατέκλυσαν τὴν πόλη γιὰ νὰ δοῦν ἕναν ἄνθρωπο νὰ πεθαίνει, μὲ μία τρελλὴ περιέργεια, ποὺ πιέζει τόσους ἀπὸ μᾶς νὰ γινόμαστε περίεργοι, γιὰ ὅσους ὑποφέρουν, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἀγωνιοῦν. Θὰ πεῖτε, δὲν συμβαίνει; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας, πῶς βλέπετε τηλεόραση, πόσο παθιασμένα βλέπετε τὰ ὅσα τρομερὰ συμβαίνουν στὴν Σομαλία, στὸ Σουδάν, στὴν Βοσνία καὶ ὅποια ἄλλη χώρα. Τὰ βλέπετε μὲ ραγισμένη καρδιά; Εἶναι ὅτι δὲν μπορεῖτε νὰ ὑπομείνετε τὸν τρόμο, ἀλλὰ στρέφεστε στὸν Θεὸ μὲ προσευχή, καὶ δίνετε, δίνετε γενναιόδωρα ὅ,τι μπορεῖτε γιὰ νὰ περιοριστεῖ ἡ πείνα καὶ ἡ μιζέρια; Ἔτσι εἶναι; Ὄχι, εἴμαστε οἱ ἴδιοι ποὺ πῆγαν στὸν Γολγοθὰ γιὰ νὰ δοῦν κάποιον νὰ πεθαίνει. Περιέργεια, ἐνδιαφέρον; Ναί, ἀλίμονο.

Ὑπῆρχαν ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦλθαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι Ἐκεῖνος θὰ πεθάνει• ἐπειδὴ ὅταν Ἐκεῖνος πεθάνει στὸν Σταυρό, ἐκεῖνοι θὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ τὸ τρομερὸ μήνυμα ποὺ Ἐκεῖνος φέρνει• ὅτι ὀφείλουμε νὰ ἀγαπᾶμε τὸν ἄλλο, ἔτσι ποὺ νά εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ νὰ πεθάνουμε γι’ αὐτόν. Αὐτὸ τὸ μήνυμα τῆς σταυρωμένης, θυσιαστικῆς ἀγάπης, θὰ μποροῦσε νὰ καταργηθεῖ διαπαντός, καὶ γιὰ ὅλους. Κι ἂν Ἐκεῖνος ποὺ τὸ κηρύττει, πεθάνει, θὰ ἀποδειχθεῖ ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἕνας ψευδοπροφήτης, ἕνας ψεύτης.

Κι ἀκόμα, ὑπῆρχαν κι ἐκεῖνοι ποὺ ἦρθαν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ κατέβει ἀπὸ τὸν Σταυρό, κι ὅτι τότε θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι πιστοὶ χωρὶς ρίσκο, θὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν «μερίδα» τῶν νικητῶν. Δὲν τοὺς μοιάζουμε τόσο συχνά;

Κι ἔπειτα τὸ σημεῖο ποὺ πολὺ δύσκολα τολμᾶμε ν ἀντικρύσουμε τὴν Μητέρα τοῦ θυσιαζόμενου Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ, σιωπηλή, προσφέροντας τὸν θάνατό Του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπινου γένους, σιωπηλά, σβήνοντας μαζί Του, ὥρα τὴν ὥρα, καὶ ὁ μαθητὴς ποὺ γνώριζε μὲ τὸν νεανικὸ τρόπο, πῶς ν’ ἀγαπᾶ τὸν Κύριό του, στεκόμενος μὲ φόβο, κοιτάζοντας τὸν Κύριό του νὰ πεθαίνει καὶ τὴν Μητέρα ν’ ἀγωνιᾶ. Νοιώθουμε ἔτσι ὅταν διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο, νοιώθουμε τὴν ἀγωνία στοὺς ἀνθρώπους γύρω μας;

Ἂς μποῦμε στὴν Μ. Ἑβδομάδα μὲ σκοπὸ ὄχι νὰ εἴμαστε θεατὲς ὅσων συμβαίνουν, ἂς μπερδευτοῦμε μὲ τὸ πλῆθος καὶ σὲ κάθε βῆμα ἂς ρωτᾶμε τὸν ἑαυτό μας: ποιὸς εἶμαι μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πλῆθος; Εἶμαι ἡ Μητέρα; Εἶμαι ὁ μαθητής; Εἶμαι ἕνας ἀπὸ τοὺς σταυρωτές; Καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ φθάσουμε στὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης μαζὶ μ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἦταν πραγματικὰ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάσταση• ὅταν ἡ ἀπελπισία εἶχε φύγει, ἦρθε ἡ νέα ἐλπίδα, ὁ Θεὸς εἶχε νικήσει. Ἀμήν.



Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο

Palm Sunday
4 April 1993

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

Today, in the day of Palms we stand in awe and amazement before what is happening in a way in which the Jews of Jerusalem could not meet Christ because they met Him imagining that He was the glorious king who would now take over all power, conquer and reject the heathen, the Romans who were occupying their country, that He would re-establish a kingdom, an earthly kingdom of Israel. We know that He had not come for that, He had come to establish a Kingdom that will have no end, a Kingdom of eternity, and the Kingdom that was not open only to one nation but was open to all nations, and the Kingdom that was to be founded on the life and on the death of Jesus Christ, the Son of God become the Son of man.

And Holy Week is from one end to another a time of tragic confusion. The Jews meet Christ at the gates of Jerusalem because they expect of Him a triumphant military leader, and He comes to serve, to wash the feet of His disciples, to give His life for the people but not to conquer by force, by power. And the same people who meet Him shouting, “Hosanna to the Son of David!” in a few days will shout, “Crucify Him, crucify Him!” because He has betrayed their expectations. They expected an earthly victory and what they see is a defeated king. They hate Him for the disappointment of all their hopes.

And this is not so alien to us in our days. How many are those people who have turn away in hatred from Christ because He has disappointed one hope or another. I remember a woman who had been a believer for all her life and whose grandson died, a little boy, and she said to me, “I don’t believe in God anymore. How could He take my grandson?” And I said to her, “But you believed in God while thousands and thousands and millions of people died.” And she looked at me and said, “Yes, but what did that do to me? I didn’t care, they were not my children.” This is something that happens to us in a small degree so often that we waver in our faith and in our faithfulness to God when something which we expect Him to do for us is not done, when He is not an obedient servant, when we proclaim our will, He does not say, “Amen,” and does not do it. So it is not so alien that we are from those who met Christ at the gates of Jerusalem and then turned away from Him.

But we are entering now in Holy Week. How can we face the events? I think we must enter into Holy Week not as observers, not reading the passages of the Gospel which are relevant, we must enter into Holy Week as though we were participants of the events, indeed read of them but then mix in the crowd that surrounds Christ and ask ourselves, Who am I in this crowd? Am I one of those who said, ‘Hosanna to the Son of David!’? And am I now on the fringe of saying, ‘Crucify him’? Am I one of the disciples who were faithful until the moments of ultimate danger came upon them? You remember that in the Garden of Gethsemane three disciples had been singled out for Christ to support Him at the hour of His supreme agony, and they did not, they were tired, they were desponded and they fell asleep. Three times He came to them for support, three times they were away from Him.

We do not meet Christ in the same circumstances but we meet so many people who are in agony, not only dying physically, and that also happens to our friends, our relatives, people around us, but are in agony of terror one way or another. Are we there awake, alive, attentive to them, ready to help them out, and if we can’t help, to be with them, to stand by them or do we fall asleep, that is, contract out, turn away, leave them in their agony, their fear, their misery. And again I am not speaking of Judas because no-one of us is aware of betraying Christ in such a way, but don’t we betray Christ when we turn away from all His commandments? When He says, “I give you an example for you to follow,” and we shake our heads and say, “No, I will simply follow the devices of my own heart.” But think of Peter, apparently the strongest, the one who spoke time and again in the name of others, when it came to risking his life, not his life, to be rejected simply, because no-one was about to kill him, he denied Christ three times.

What do we do when we are challenged in the same way, when we are in danger of being mocked and ridiculed and put aside by our friends or our acquaintances who shrug their shoulders and say, “A Christian? And you believe in that? And you believe that Christ was God, and you believe in His Gospel, and you are on His side?” How often? O, we don’t say, “No, we are not,” but do we say, “Yes, it is my glory, and if you want to crucify Him, if you want to reject Him, reject me too because I choose to stand by Him, I am His disciple, even if I am to be rejected, even if you don’t let me into your house anymore.”

And think of the crowd on Calvary. There were people who had been instrumental in His condemnation, they mocked Him, they had won their victory, so they thought at least. And then there were the soldiers, the soldiers who crucified Him, they had crucified innumerable other people, they were doing their job. It didn’t matter to them whom they crucified. And yet Christ prayed for them, “Forgive them, Father, they don’t know what they are doing.” We are not being crucified physically, but do we say, “Forgive, Father, those who offend us, who humiliate us, who reject us, those who kill our joy and darken our life in us.” Do we do that? No, we don’t. So we must recognise ourselves in them also.

And then there was a crowd of people who had poured out to the city to see a man die, the fierce curiosity that pushes so many of us to be curious when suffering, agony comes upon people. You will say, it doesn’t happen? Ask yourself how you look at television and how eagerly, hungrily you look at the horrors that befall Somalia, the Sudan, Bosnia and every other country. Is it with a broken heart? Is it that you can not endure the horror and turn in prayer to God and then give, give, give generously all you can give for hunger and misery to be alleviated? Is it? No, we are the same people who came out on Calvary to see a man die. Curiosity, interest? Yes, alas.

And then there were those who had come with the hope that He will die because if He died on the cross, then they were free from this terrifying, horrible message He had brought that we must love one another to the point of being ready to die for each other. That message of the crucified, sacrificial love could be rejected once and for all if He who preached it, died, and it was proved that He was a false prophet, a liar.

And then there were those who had come in the hope that He will come down from the cross, and then they could be believers without any risk, they would have joint the victorious party. Aren’t we like that so often?

And then there is a point to which we hardly should dare turn our eyes – the Mother of the Incarnate Son of God, the Mother of Jesus silent, offering His death for the salvation of mankind, silent and dying with Him hour after hour; and the disciple who knew in a youthful way how to love his master, standing by in horror, seeing his Master die and the Mother in agony. Are we like this when we read the Gospel, are we like this when we see the agony of men around us?

Let us therefore enter in this Holy Week in order not to be observers of what happened then, let us enter into it mixed with the crowd and at every step ask ourselves, who am I in this crowd? Am I the Mother? Am I the disciple? Am I one of the crucifiers? And so forth. And then we will be able to meet the day of the Resurrection together with those to whom it was life and resurrection indeed, when despair had gone, new hope had come, God had conquered. Amen.

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα Αρχιμαδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης


Εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους ὅτι ἡ μεγαλειώδης εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα ἀποτελεῖ προανάκρουσμα τῆς θριαμβευτικῆς νίκης τῆς Ἀναστάσεώς Του. Προαναγγελία τοῦ θριάμβου τῆς ζωῆς πάνω στὸ θάνατο. Στὴ σημερινὴ γιορτὴ καλούμαστε νὰ ἀνακαλύψουμε τὸ βαθύτερο νόημα τῆς λυτρωτικῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Τὰ εὐαγγέλια τονίζουν τὴ μεσσιανικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ. Πρώτη φορὰ ὁ Χριστὸς μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα μ' αὐτὸ τὸν τρόπο. Πρώτη φορὰ ἀποδέχθηκε τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὶς ἐπευφημίες τοῦ λαοῦ, τὴ δημόσια ἐπιδοκιμασία καὶ ἀναγνώριση. Καὶ αὐτὸ γιατί γνώριζε πόσο θολὰ καὶ ἐπιφανειακὰ εἶναι συνήθως τὰ αἰσθήματα τοῦ κόσμου. Πόσο ἀσταθὴς καὶ εὐμετάβλητη εἶναι ἡ ψυχολογία τῆς μάζας. Πόσο εὔκολα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσωπική μας ζωὴ τὸ «ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» ἐξελίσσεται καὶ μεταβάλλεται σὲ «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτὸν» (Ἰω. 19,15). Μία χαρακτηριστικὴ καὶ ἀντιπροσωπευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων ποὺ πρέπει νὰ μᾶς συνετίζει.

Μέσα στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας κάθε χρόνο θυμόμαστε καὶ γιορτάζουμε αὐτὸ τὸ γεγονός. Καθὼς ψάλλουμε τὸ «σήμερον ὁ Χριστὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν», συνδέουμε τὸ χθὲς τῆς ἱστορίας ποὺ πέρασε μὲ τὸ σήμερα τῆς καθημερινότητας ποὺ ζοῦμε. Ἐπαναλαμβάνουμε τὰ ἴδια τροπάρια καὶ ἀναγνώσματα, τὶς ἴδιες ἀκολουθίες καὶ τελετές. Καὶ ὅμως τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ πνευματικό τους μήνυμα μᾶς ἀγγίζει καὶ μᾶς συγκινεῖ πάντοτε. Ἔχουμε ἀνάγκη νὰ γινόμαστε μάρτυρες τῆς ὀδύνης τῶν παθῶν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ μέτοχοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεώς Του. Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τὸ ἅγιο καὶ βαθὺ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, ποὺ ὑπερβαίνει κάθε τόπο καὶ χρόνο.


Τὸ νόημα τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ

Ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Χριστὸς «ἐπείγεται τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι». Σ' αὐτὴ τὴν πορεία μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ βασιλεία Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνουμε πολίτες της. Ὁ Χριστὸς μιλᾶ γιὰ ἐνίσχυση καὶ ὑπομονὴ στὶς θλίψεις, γιὰ εἰρήνη καὶ ἐλπίδα. Μᾶς λέει γιὰ τὸν ἀγώνα τῆς ἁγιότητας μὲ τιμιότητα καὶ ταπείνωση, μὲ κόπο καὶ θυσία. Ἀπογοητεύει, βέβαια, τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς Του καὶ τοὺς σημερινούς, ποὺ τὸν ἔβλεπαν καὶ τὸν βλέπουν ὠφελιμιστικά. Ἀπογυμνώνει κάθε θρησκευτικὴ πίστη ποὺ στοχεύει στὴν ὑπεροχή, τὴν κοσμικὴ δύναμη, τὴν ἐπιτυχία, τὴν ἐκπλήρωση τῶν ὅποιων ὀνείρων εὐτυχίας. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ ὁτιδήποτε γήινο καὶ ἐγκόσμιο. Ὅπως τότε παρεξηγήθηκε, ἔτσι καὶ σήμερα διαστρεβλώνεται στὴν ἐσφαλμένη σκέψη καὶ πρακτικὴ κάποιων χριστιανῶν. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔχει ἐγκαθιδρυθεῖ μυστηριακὰ στὴν Ἐκκλησία, κρυμμένη στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν μελῶν Tnς, ποὺ περιμένουν τὴ φανέρωσή της.


«Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»

«...Ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν• Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμεvος ἐν ὀνόματι Κυρίου...». Καθὼς ψάλλουμε τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς, ἐπιβεβαιώνουμε τὴν ὁμολογία τῆς πίστης μας ὅτι ἑνωμένοι μὲ τὸν Χριστό, ἔστω καὶ ἂν πεθάνουμε, δὲν θὰ χαθοῦμε, ἀλλὰ θὰ ζήσουμε στὸ φῶς τῆς Ἀνάστασής Του. Ἀναγνωρίζουμε ὅτι ὁ Σωτήρας Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ἀποδεχόμαστε ὅτι ὁ θάνατός Του εἶναι ἀπόδειξη καὶ φανέρωση τῆς κυριότητάς Του. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει «διὰ τοῦτο Αὐτὸν βασιλέα καλῶ, ἐπειδὴ βλέπω Αὐτὸν σταυρούμενον• βασιλέας γὰρ ἐστιν τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνήσκειν».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ζοῦμε σ' ἕναν κόσμο ποὺ γκρεμίζει τὰ χριστιανικὰ θεμέλια του πολιτισμοῦ. Μία ἐποχὴ ποὺ προδίδει τὶς χριστιανικὲς ρίζες καὶ ἀρχές. Κυβερνήσεις, πολιτικοοικονομικὰ συστήματα καὶ μέσα ἐνημέρωσης στὴ θρησκευτική τους ἀδιαφορία καὶ οὐδετερότητα θέλουν τὴν ἀποχριστιανοποίηση τῆς κοινωνίας. Ἀγωνίζονται γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία τους. Ἀνταγωνίζονται γιὰ νὰ αὐξήσουν τὴν ἐπιρροή τους. Συγκρούονται σφοδρὰ γιὰ νὰ προωθήσουν τὰ συμφέροντά τους. Ἡ πίστη ἀμφισβητεῖται, ἐμπαίζεται καὶ παραμερίζεται. Αὐτὸ δὲν εἶναι σημεῖο τῶν καιρῶν μας, ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς φοβίζει καὶ νὰ μᾶς ἀπογοητεύει. Εἶναι βαθιὰ κατανόηση τῆς φύσης τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου σὲ σχέση μὲ τὸν διαχρονικὸ ἀγώνα τῆς πίστης. Οἱ πανίσχυρες καὶ διαπλεκόμενες «βασιλεῖες τοῦ κόσμου» δὲν ἄφηναν ποτὲ καὶ δὲν ἀφήνουν καὶ σήμερα τόπο γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ἔχει τὸν δικό Του παράδοξο καὶ μυστηριώδη τρόπο νὰ ἐνεργεῖ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἀνυποψίαστος ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει τοὺς πιστοὺς ποὺ καὶ σήμερα διακηρύττουν στὶς κάθε εἴδους βασιλεῖες τῆς ἐποχῆς μας «ὡσαννά, ζεῖ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ στὶς καρδιές μας». Ἀμήν.

Τὰ σύμβολα τῆς νίκης Αρχιμανδρίτης Νίκων Κουστίδης


Νίκων Κουτσίδης (Ἀρχιμανδρίτης)


Ἦταν παλιά ἔθιμο νά ὑποδέχονται τούς νικητές στρατηλάτες μέ τιμές, κρατώντας στά χέρια τους κλάδους φοινίκων. Γιατί ἡ νίκη τους ἐσήμαινε σωτηρία τοῦ λαοῦ ἀπό ἐξανδραποδισμό καί δουλεία. Μέ τόν ἴδιο τρόπο, σάν νικητή στρατηλάτη, ὑποδέχθηκε ὁ λαός τῶν Ἑβραίων τόν Χριστό. Γιατί ὅμως;
* * *

Λίγες ἡμέρες πρίν, ὁ Χριστός ἀνάστησε τόν Λάζαρο. Τόν ἀνάστησε, ἐνῶ ἦταν τέσσερες ἡμέρες στόν τάφο! Ἔδειξε ἔτσι, ὅτι ἦταν κύριος καί τοῦ θανάτου. Καί ὅτι εἶχε ἐξουσία καί νεκρῶν καί ζώντων. Καί τό μεγάλο θαῦμα μαθεύτηκε. Καί ὅλος ὁ λαός πῆρε στά χέρια του τά βαΐα (=τά φύλλα) τῶν φοινίκων «καί ἐξῆλθεν εἰς ὑπάντησιν αὐτοῦ».

Πανηγύριζε τήν νίκη τοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ θανάτου: τοῦ ἐχθροῦ ὅλων τῶν ἀνθρώπων.

Τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου ἦταν σαφές. Ἐκεῖνος πού μπορεῖ καί ἀνασταίνει ἕνα νεκρό τετραήμερο, μπορεῖ νά ἀναστήσει καί ἕνα πεθαμένο πρίν ἀπό χίλια χρόνια. Τό μήνυμα αὐτό ἔχει διατυπωθῆ μέ πολλῆ σαφήνεια στό τροπάριο: «Τήν κοινήν ἀνάστασιν πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός».

Τότε ἐνίκησε τόν θάνατο δίνοντας σέ μᾶς πιστοποίηση τῆς δυνάμεώς Του, γιά τό τί μπορεῖ νά κάμει καί τί θά κάμει ἀργότερα, τήν ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Δέν σταμάτησε τότε τόν θάνατο ὁ Χριστός. Τότε ὁ Χριστός ἔδωκε πιστοποίηση καί ἐλπίδα: ὅτι μιά ἡμέρα θά τόν καταργήσει. Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἡ ἐλπίδα αὐτή δέν ἦταν μιά ἐλπίδα κούφια. Εἶναι μιά σιγουριά!

Κρατώντας στά χέρια «τά τῆς νίκης σύμβολα, τούς κλάδους τῶν δένδρων καί τά βαΐα τῶν φοινίκων, οἱ κάτοικοι τῆς Ἱερουσαλήμ τήν Ἀνάστασιν προεμήνυσαν». Ἔδειξαν σέ μᾶς, ὅτι ἡ ἀνάσταση εἶναι νίκη καί θρίαμβος.
* * *

Τά βαΐα τῶν φοινίκων, εἶναι σύμβολα καί μιᾶς ἄλλης νίκης. Πολύ πιό σπουδαίας ἀπό τήν νίκη τοῦ σωματικοῦ θανάτου. Εἶναι ἡ νίκη ἐναντίον τοῦ θανάτου τῆς ψυχῆς· πού εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἀνάσταση ψυχῆς ἡ νίκη τῆς ἁμαρτίας. Θάνατος ψυχῆς εἶναι ζωή καί νοοτροπία ἀντίθετη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ζωή τῆς ψυχῆς εἶναι ζωή σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ· ζωή μέ ἔργα καί αἰσθήματα καλά· ζωή μέ ἀγάπη.
* * *

Ἄς προσπαθήσωμε, λοιπόν, καί ἐμεῖς, διανύοντας τήν περίοδο αὐτή, πού ἔχει κέντρο της τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, «μετά κλάδων νοητῶς καί κεκαθαρμένοι τάς ψυχάς, νά ἀνευφημοῦμεν ὡς οἱ παῖδες, τόν Χριστόν», τόν νικητή τοῦ θανάτου καί ἐλευθερωτή τῶν ψυχῶν μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (Ιωάν. ΙΒ΄ 1-18) ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΗΛ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΟΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
(Ιωάν. ΙΒ΄ 1-18)

Για μια ακόμα φορά, η ανέκφραστη αγάπη του Θεού, μας αξιώνει να ακούσουμε και να ζήσουμε τα γεγονότα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος. Από την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ, σ΄ όλους τους ναούς μας, θα ακούγεται ο συγκλονιστικός ύμνος: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται…».
Βεβαίως, όπως βλέπουμε στην Ευαγγελική περικοπή, οι Ιουδαίοι, με τους κλάδους των φοινίκων στα χέρια, έτρεξαν με ενθουσιασμό να υποδεχθούν τον Κύριο Ιησού στα Ιεροσόλυμα. «Και έκραζον ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν. ΙΒ΄ 13). Δηλ. Δόξα και τιμή σε Αυτόν που υποδεχόμαστε. Ευλογημένος και δοξασμένος να είναι αυτός, που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο ως αντιπρόσωπός του. Αυτός είναι ο ένδοξος βασιλεύς του Ισραήλ, που τόσο καιρό περιμέναμε.
Έτσι, τη στιγμή εκείνη πραγματοποιήθηκε αυτό που αιώνες πριν είχε προφητεύσει ο προφήτης Ζαχαρίας: «Μη φοβού, θύγατερ Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλου όνου» (Ιωάν. ΙΒ΄ 15). Δηλ. Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, κόρη του όρους Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται, όχι ως τύραννος και κατακτητής επάνω σε ίππο ή σε άρμα πολεμικό, αλλά καθήμενος επάνω σε πουλάρι όνου.
Ας εμβαθύνουμε όμως για λίγο στον θαυμαστό αυτόν προφητικό λόγο.
Ο Προφ. Ζαχαρίας, ο οποίος γεννήθηκε στην Βαβυλώνα κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας, στο Θ΄κεφάλαιο του βιβλίου του κάνει λόγο περί του θριάμβου της βασιλείας του Θεού.
Στους πρώτους οκτώ στίχους, βλέπει την νέα γη της επαγγελίας. Μοναδικές δηλ. και καταπληκτικές οράσεις!..., ενώ στους στίχους εννέα και δέκα, βλέπει τον ελευθερωτή Βασιλιά! Ξαφνικά ο ορίζοντας της σκέψεώς του, ευρύνεται όλως παραδόξως, ώστε εκ των στενών ορίων της Παλαιστίνης, μεταπηδά στην Μεσσιανική πραγματικότητα της παγκοσμίου ειρήνης, και μπροστά του εμφανίζεται ο Βασιλέας, ο οποίος θα έλθει ειρηνικός και ταπεινός. Το γεγονός άλλωστε ότι ο Μεσσίας Χριστός είναι αυτός ο «Βασιλεύς», γίνεται πλέον φανερό και πραγματικότητα, από την θριαμβευτική είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα.
Ο Βασιλέας Χριστός είναι ο απόλυτος και κυρίαρχος άρχοντας ουρανού και γης!
Ο Θεός Πατήρ, τον κατέστησε Βασιλέα «Επί Σιών όρος το άγιον αυτού». Η αναμονή αιώνων ολοκλήρων της ελεύσεώς του, από τον Ισραήλ αλλά και ολόκληρο τον κόσμο «πάντα τα έθνη», έχει πλέον λήξει. Το «πλήρωμα του χρόνου» ήρθε. Και τώρα «ιδού έρχεται», βρίσκεται «επί θύραις»! «Έρχεταί σοι». Έρχεται σε σένα Σιών. Ο Προφ. Ζαχαρίας, βλέπει εναργώς τον Θεό Λόγο που θα σαρκωθεί και θα γίνει εν χρόνω άνθρωπος. Θα έλθει «εις τα ίδια», στην χώρα η οποία ως γη της επαγγελίας ήταν ξεχωρισμένη προ πολλού από τον Θεό ως ιδιαιτέρως δική του. Γι΄αυτό λοιπόν «χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ», και ετοιμάσου να τον υποδεχθείς με το «Ωσαννά»!
Ήδη λοιπόν η προφητεία αφού θραύει τα στενά Ιουδαϊκά όρια, μας μεταφέρει εντός του Σώματος του Χριστού, δηλ. της Εκκλησίας Του! Δεν περιορίζεται σε κάποιο έθνος ο Μεσσίας, αλλά ελευθερώνει ως Βασιλιάς όλους τους ανθρώπους που είναι υποδουλωμένοι στην αμαρτία, στον διάβολο και στον θάνατο. (Εννοείται ότι ελευθερώνει όσους θέλουν να ελευθερωθούν και αποδέχονται την Θεότητά Του και άρα την ελευθερία Του).
Η προφητεία τώρα παρουσιάζει δυναμικά το βασιλικό αξίωμα του Χριστού, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα τόσο με το Αρχιερατικό, όσο και με το Προφητικό του αξίωμα!
Οπωσδήποτε η μεγαλοπρεπής περιγραφή του Μεσσία, τον καθιστά κατεξοχήν αξιαγάπητο στα συνειδητά μέλη της Εκκλησίας του. Είναι το πρόσωπο που λαχταρούμε και αγαπούμε. Είναι αυτός που προσδοκούμε αργά ή γρήγορα να βρεθούμε κοντά του. Στην Βασιλεία του, της οποίας «ουκ έσται τέλος».
Και πάλι κατα το Ιερό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μεσσίας Χριστός είναι α) Δίκαιος β)Σώζων γ)Πραΰς!
Είναι ο κατεξοχήν πράος και ταπεινός από την αρχή έως το τέλος. Ο ίδιος άλλωστε το διακήρυξε ξεκάθαρα «…πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία» (Ματθ. ΙΑ΄29). Και ακριβώς επειδή είναι ταπεινός και απλούς και πράος, παρόλο ότι είναι «Ο Βασιλεύς», γι΄αυτό, εισερχόμενος στην πόλη του, δεν εισέρχεται καθήμενος σε μεγαλοπρεπή ίππον ή σε κάποιο πολεμικό άρμα, όπως δηλαδή συνήθιζαν οι άρχοντες και οι βασιλείς τον καιρό εκείνο ή και σήμερα, με διαφορετικά βεβαίως μέσα, αλλά έρχεται επάνω «επί υποζύγιον και πώλον νέον». Επάνω δηλ. σε ζώο που χαρακτηρίζεται για την ευτέλεια, την αργοπορία στις κινήσεις του και ικανό να παρέχει μόνο υπηρεσία μεταφορική. Έρχεται σ΄ένα ζώο που χρησιμοποιείτο από τις λαϊκές τάξεις. Από του πτωχούς και ταπεινούς. Ήλθε ο Κύριος στην Ιερουσαλήμ, καθήμενος «επί πώλου όνου», επάνω στον οποίον είχαν απλώσει τα πτωχά ενδύματά τους οι πτωχοί και απλοϊκοί μαθητές του.
Αλλ΄ ας μη λησμονούμε ότι ο Κύριος όταν ήλθε στη γη «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών» (Φιλιπ. Β΄ 7) και έζησε μέσα στην εσχάτη πτωχεία! Και το σημαντικότερο, η βασιλεία του «Βασιλέως» Χριστού, δεν είναι εκ του κόσμου τούτου!
Αγαπητοί μου. Ο Ιουδαϊκός λαός, ο τόσο άστατος, μέσα σε όλη την έκταση της ιστορίας του, υποδέχθηκε τον βασιλέα των βασιλευόντων, Κύριον Ιησούν με το «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Δυστυχώς για τον λαό αυτό, μετά από λίγες ημέρες, παρασυρόμενος από το σαπισμένο θρησκευτικό του κατεστημένο, φώναζε «άρον άρον στάυρωσον αυτόν» (Ιωάν. ΙΘ΄15), και το ακόμα χειρότερο «το αίμα αυτού εφ΄ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. ΚΖ΄ 25)! (Γεγονός δηλ. που πραγματοποιείται σε κάθε εποχή... αρκεί κανείς να θέλει να βλέπει κατάματα την ιστορική πραγματικότητα).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κι εμείς, από σήμερα υποδεχόμαστε με τα βαΐα των κλάδων στα χέρια (δηλ. τα καλά και θεάρεστα έργα) τον Κύριο ο οποίος έρχεται «ίνα σταυρωθή».
Ας προσέξουμε  όμως μήπως παρασυρθούμε στις επιλογές της ζωής μας (από τα μικρότερα έως και τα μεγαλύτερα), και καταντήσουμε αρνητές της Θεότητός του με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην ζωή μας, διότι, «αδύνατον γαρ τους άπαξ φωτισθέντας γευσαμένους της δωρεάς της επουρανίου και μετόχους γενηθέντας Πνεύματος Αγίου και καλόν γευσαμένους Θεού ρήμα δυνάμεις τε μέλλοντος αιώνος, και παραπεσόντας, πάλιν ανακαινίζειν εις μετάνοιαν, ανασταυρούντας εαυτοίς τον υιόν του Θεού και παραδειγματίζοντας» (Εβρ. ΣΤ΄4-6). Δηλ. Είναι αδύνατο εκείνους, που μια φορά βαπτίστηκαν, και γεύθηκαν την δωρεά την επουράνια, και έγιναν μέτοχοι Πνεύματος Αγίου, και απήλαυσαν τον ωραίο λόγο του Θεού και τα θαύματα του νέου κόσμου που έμελλε να έρθει (διά του Μεσσίου), και παρ΄όλα αυτά εξέπεσαν, είναι αδύνατον (μετά την ανακαίνιση διά του βαπτίσματος) να τους ανακαινίσει κανείς πάλι διά μετανοίας, ανθρώπους που ξανασταυρώνουν όσον εξαρτάται απ΄αυτούς και διαπομπεύουν τον Υιόν του Θεού.
Αδελφοί μου. Καλή και ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα.
Είθε το Θείον δράμα που θα ζήσουμε μέσω των ιερών ακολουθιών στους ναούς μας, να συγκλονίσει την ύπαρξή μας, και ο «πράος και ταπεινός Βασιλεύς Ιησούς» να μας αξιώσει και της ενδόξου Αναστάσεώς Του!
Αμήν.                                                  π. Ιωήλ.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


Ἀπολυτίκιον
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος,
ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός·
ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες,
τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες,
σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν·
Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις,
εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.


Στιχηρὰ Ἰδιόμελα
Ὁ συνάναρχος καὶ συναΐδιος Υἱός, καὶ Λόγος τοῦ Πατρός,
ἐπὶ πώλου ἀλόγου, ἦλθε σήμερον καθεζόμενος
ἐπὶ τὴν πόλιν Ἱερουσαλήμ,
ὃν τὰ Χερουβὶμ μετὰ δέους ἀτενίσαι οὐ δύνανται.
Παῖδες ἀνευφήμησαν, μετὰ βαΐων καὶ κλάδων,
τὸν αἶνον μυστικῶς ἀναμέλποντες.
Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις,
τῷ ἐλθόντι σῶσαι ἐκ πλάνης, ἄπαν τὸ γένος ἡμῶν.


Η ευαγγελική περικοπή που περιγράφει την Είσοδο στα Ιεροσόλυμα:
κατά Ιωάννην, κεφάλαιο ιβ, 12-18.

Απόσπασμα από τον Λόγο ΙΖ΄ του Β΄ τόμου των απάντων του αγίου Μαξίμου του Γραικού.


Απόσπασμα από τον Λόγο ΙΖ΄  του Β΄ τόμου των απάντων του αγίου Μαξίμου του Γραικού.
Αφού διάβασα πολλά και διάφορα βιβλία- τόσο χριστιανικά όσο και θύραθεν σοφών- και έλαβα από εκεί αρκετό ψυχικό όφελος, το σημαντικότερο είναι ότι διδάχθηκα πως, όσες αρετές διαθέτουμε εμείς οι άνθρωποι, κάθε αρχή και κάθε εξουσία που έχουμε, δότης και ρυθμιστής είναι ο Κύριος και Δημιουργός των πάντων. Αυτό κατανόησα: «Πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστι καταβαίνον από του πατρός των φώτων». Άλλο είναι η «δόσις αγαθή» και άλλο το «δώρημα τέλειον». Η «δόσις αγαθή» είναι οι αρετές της ψυχής, όπως ο νους, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη, η πραότητα και η ταπεινοφροσύνη καθώς και όσα αγαθά μας δίδει η υψίστη αγαθοσύνη του Θεού, τα οποία είναι απαραίτητα, για να ζούμε και μάλιστα για να ζούμε καλά. Το «δώρημα τέλειον» πάλι είναι αυτό, το οποίο δίδεται άνωθεν άφθονα στους τελείους¨ τα διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που τελειοποιεί, ισχυροποιεί και διατηρεί μέχρι τέλους τα προαναφερθέντα φυσικά αγαθά της ψυχής.
Η βασιλεία και η ιερωσύνη, που κοσμούνται και περιφράσσονται με την ομολογία της ευσεβούς ορθοδόξου πίστεως, είναι δύο μέγιστα, άριστα και τελειότατα αγαθά που δίδονται στους ευσεβείς άνωθεν εξαιτίας της θείας φιλανθρωπίας και αγαθοσύνης. Η ιερωσύνη, για να εξαγιάζονται και να φωτίζονται οι πιστοί άνθρωποι ώστε να αποκτούν την θεοφίλητη σωτηρία και να σώζονται μέσω της πίστεως και της αγάπης προς τον Ύψιστο, εκτελώντας επιμελώς τις θείες εντολές· και η βασιλεία, για να περιφρορούνται και να ζουν φυλασσόμενοι και ασφαλείς, χωρίς τον φόβο εισβολών από αλλοεθνείς, με ορθοδόξους βασιλείς που μάχονται πάντα εναντίον των εχθρών, διασφαλίζοντας στου υπηκόους του ήσυχη και ατάραχη ζωή. Αφού είναι όντως έτσι, όπως ομολογούν όλοι οι ορθόδοξοι και θεόπνευστοι πατέρες και διδάσκαλοι, τότε ας σιωπήσουν οι αμαθείς και ας μην εκστομίζουν εναντίον μας βλασφημίες οι ομοφρονούντες των Γερμανών που τηρούν χαλδαιϊκές και αιγυπτιακές παραδόσεις και λένε και κηρύττουν ότι η Τύχη δια του κύκλου της κινήσεως των άστρων άλλους ανεβάζει σε διαφόρους βαθμούς της εξουσίας και αρχής, ενώ άλλους κατεβάζει από εκεί και παραδίδει σε μεγάλες κακοπάθειες και ατιμώσεις. Ας διδαχθούν μαζί με τον θεόπνευστο προφήτη και βασιλέα Δαυίδ να λέγουν: «Είπα τοις παρανομούσιν¨μη παρανομείτε, και τοις αμαρτάνουσιν· μη υψούτε κέρας…. Ότι ο Θεός κριτής εστιν, τούτον ταπεινοί και τούτον υψοί».
Η δικαία και ορθή φρόνηση και διδασκαλία έχει ως εξής: Ο ίδιος ο δίκαιος Κριτής, ο οποίος προνοεί και προγνωρίζει τι χρειάζονται όλα τα δημιουργήματά Του, άλλον δε ταπεινώνει δια των ανεξιχνίαστων βουλών Του, που μόνος Αυτός γνωρίζει, όχι η μυθική Τύχη, ούτε ο ζωδιακός κύκλος ή η εμφάνιση των άστρων και των πλανητών. Σε άλλο χωρίο ο ίδιος ο θεόπνευστος βασιλεύς θεολογεί ακόμη σαφέστερα λέγοντας: «Τίς ως Κύριος ο Θεός ημών ο εν υψηλοίς κατοικών και τα ταπεινά εφορών εν τω ουρανώ και εν τη γη; Ο εγείρων από γης πτωχόν και από κοπρίας ανυψών πένητα». Γιατί; «Του καθίσαι αυτόν μετά αρχόντων, μετά αρχόντων λαού αυτού».
Ας ακούσουμε προσεκτικά και την μακαρία προφήτιδα Άννα και ας εντυπώσουμε αυθεντικώς στον νου μας την άμωμη και θεόπνευστη φρόνησή της μιλώντας με σαφήνεια και σφραγίζοντας τα φλύαρα στόματα των Γερμανών που ακολουθούν το λατινικό δόγμα και προσπαθούν να διοχετεύσουν την πλάνη τους στην σκέψη των ορθοδόξων. Ας ακούσουμε προσεκτικά τι λέγει αυτή η μακαρία προφήτιδα, η οποία φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα και δεν μιλά σαν τους Χαλδαίους που συσκοτίσθηκαν και εξαπατήθηκαν από το δαιμονικό πνεύμα. «Μη καυχάσθε και μη λαλείτε υψηλά, μη εξελθέτω μεγαλορρημοσύνη…». Προσθέτει δε: «Κύριος θανατοί και ζωογονεί, κατάγει εις άδου και ανάγει· Κύριος πτωχίζει και πλουτίζει, ταπεινοί και ανυψοί· ανιστά από γης πένητα και από κοπρίας εγείρει πτωχόν». Γιατί; «Καθίσαι μετά δυναστών λαών και θρόνον δόξης κατακληρονομών αυτοίς». Βλέπετε να υπάρχει σε αυτά τα σεβαστά λόγια κάτι σχετικό περί Τύχης ή τροχού που δια της κινήσεως των άστρων και των πλανητών ανυψώνει ή κατακρημνίζει; Τί έχουν να πουν τώρα, όσοι ισχυρίζονται ότι η κίνηση των άστρων γίνεται αιτία πλούτου, δόξας ή ηγεμονικού αξιώματος για ορισμένους και πενίας, αίσχους ή ακραίας ατιμώσεως για ορισμένους άλλους; Άρα, όχι από τα άστρα, τον ζωδιακό κύκλο ή τους πλανήτες, αλλά από τον ίδιον τον Δημιουργό «από του πατρός των φώτων» κατεβαίνει «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον» σε όσους είναι άξιοι αυτού του δωρήματος και αυτής της Χάριτος.
Για αυτό θα βρούμε αρκετές αποδείξεις, αν με ευπρέπεια και φιλαλήθεια ερευνήσουμε στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Σημείωση : Η βιβλιοπαρουσίαση του Β΄ τόμου των απάντων του αγίου Μαξίμου του Γραικού βρίσκεται στη δ/νση : http://fdathanasiou.wordpress.com/2012/04/03/%CE%BF-%CE%B2%CE%84-%CF%84%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B1%CE%BE%CE%AF%CE%BC%CE%BF/

Ἡ Ἔγερσις τοῦ Λαζάρου - Περιγραφή τῆς εἰκόνας


Γκότσης Χρῆστος


 



Ἡ παράσταση μᾶς μεταφέρει ἔξω ἀπό τήν πόλη, σέ βράχους. Σ' ἕναν ἀπό αὐτούς, ὅπως συνήθιζαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἦταν λαξευμένο τό μνῆμα τοῦ Λαζάρου. Δεσπόζει κι ἐδῶ ἡ μορφή τοῦ Χριστοῦ. Βλέπουμε τή θλίψη του, ἀλλά μαντεύουμε καί τή θεότητά του. Τήν τελευταία προδίδουν, πρῶτο, ἡ μεγαλοπρεπής στάση του καί, δεύτερο, τό γεγονός ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι (τούς βλέπουμε στή δεξιά ὁμάδα τῶν προσώπων) κοιτάζουν τό Χριστό καί ὄχι τό Λάζαρο. Τό ἕνα χέρι τοῦ Κυρίου κρατάει εἰλητό καί τό ἄλλο μέ ἐκφραστική κίνηση ἐκτείνεται πρός τό Λάζαρο. Μέ τό πρόσταγμα τοῦ ὁ Λάζαρος ἀνασταίνεται. Ἕνας νέος ἀφαιρεῖ τίς ταινίες κι ἕνας ἄλλος σηκώνει τήν πλάκα τοῦ τάφου. Ἐντυπωσιακές οἱ ἀδελφές του Λαζάρου. Προσκυνοῦν τόν Κύριο ἔχοντας στά πρόσωπα τούς χαραγμένη τήν ἄφατη λύπη τους. Ὡραία παρατηρήθηκε, πώς «ὅλοι οἱ εἰκονιζόμενοι ἀποτελοῦν, ἁπλά καί μόνο, διαφορετικές ἀποχρώσεις καί ψυχολογικές διαβαθμίσεις τοῦ ἴδιου συναισθήματος, τῆς ἴδιας ψυχολογικῆς κατάστασης — τῆς βαθειᾶς εὐλάβειας μπροστά στό γεγονός: ἀπό τήν ἤρεμη κίνηση τῶν Ἀποστόλων ὡς τό γεμάτο αὐταπάρνηση ὀδυρμό τῆς Μαρίας» (Εἰκόνες τῆς κρητικῆς τέχνης... σ. 364).

Ἔτσι ἡ εἰκόνα μας ἐκτός ἀπό τό θεϊκό της στοιχεῖο ἔχει καί τό ἀνθρώπινο. Ἄλλες εἰκόνες, ὅπως τῆς Ἀναλήψεως, τῆς Ἀναστάσεως κ.α. ἔχουν κρυμμένο τό μυστήριό τους καί φανερό τό συμβολικό τους χαρακτήρα. Ἐδῶ τά πράγματα εἶναι κατανοητά καί φανερά. Ὁ Οὐσπένσκη πού λέει αὐτά, συνοψίζει' «Ἡ εἰκόνα μεταδίδει τήν ἐξωτερική, φυσική πλευρά τοῦ θαύματος, κάνοντὰς την προσιτή στήν ἀνθρώπινη ἀντίληψη καί ἔρευνα, ὅπως ὅταν τελέστηκε τό θαῦμα καί ὅπως ἀκριβῶς ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια».

Ἡ παράσταση συγκινεῖ μέ τά πρόσωπα τῶν Ἑβραίων πού ἔτρεξαν νά παρηγορήσουν τίς πονεμένες ἀδελφές του Λαζάρου. Γίνονται αὐτόπτες μάρτυρες τοῦ θαύματος καί πολλοί «θεασάμενοι ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν».

Ἡ εἰκόνα τῆς Ἔγερσης τοῦ Λαζάρου μᾶς προτρέπει νά θυμηθοῦμε τά βαρυσήμαντα λόγια του Κυρίου' «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνη, ζήσεται' καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή ἀποθάνη εἰς τόν αἰώνα» (Ἴω. 11, 25-26).

Θαύματα του πατρός Ιωάννου της Κροστάνδης



   Μας έλεγε, ο κ. Ηλιάσεβιτς, Ρώσος υπάλληλος, για τον πατέρα Ιωάννη της Κροστάνδης τα εξής:
«Μπροστά στα μάτια μου ο Ιωάννης θεράπευσε μία φρενοβλαβή γυναίκα. Όσο ο π. Ιωάννης ντυνόταν για τη Λειτουργία, η φρενοβλαβής γυναίκα ξέφυγε απ’ εκείνους που την έφεραν στην εκκλησία κρατώντάς την κι άρχισε να τρέχει ανάμεσα στον κόσμο φωνάζοντας. Ο π. Ιωάννης βγήκε στον άμβωνα και διέταξε τη γυναίκα: “Βγες έξω αμέσως!” Η γυναίκα αντί να βγει άρχισε να πλησιάζει τον π. Ιωάννη κι όλο και πιο δυνατά να ουρλιάζει. “Βγες έξω!” της είπε ο δούλος του Θεού. Κι η φρενοβλαβής πήδησε κοντά του και τον χτύπησε στο κεφάλι με το χέρι της. Σα να μη συνέβη τίποτα ο π. Ιωάννης στεκόταν ήρεμα και φώναζε: “Βγες έξω απ’ αυτήν!”. Η γυναίκα φώναξε κι έπεσε. Όταν τη σήκωσαν, ο π. Ιωάννης τη διέταξε να κάνει το σταυρό της. Με μεγάλη δυσκολία εκείνη σήκωσε το δεξί της χέρι και έκανε το σταυρό της όπως μπόρεσε. Τη διέταξε να κάνει το σταυρό της άλλη μια φορά και ακόμα μια φορά. μέχρι που θεραπευμένη και κουρασμένη η γυναίκα άρχισε κανονικά και καθαρά να κάνει το σταυρό της. Το δαιμόνιο την άφησε, κι εκείνη ήρεμα στεκόταν σ’ όλη τή Λειτουργία έως το τέλος. Αυτό το είδα με τα μάτια μου και βλέποντας τέτοιο θαύμα ανατρίχιασα από φόβο».
Ο π. Ιωάννης εμφανιζόταν από μακριά όπως ο Άγιος Νικόλαος και βοηθούσε τους ανθρώπους. Εγώ ήξερα ένα συνταγματάρχη στον Καύκασο, ο οποίος μου έλεγε πως ο ίδιος όταν ήταν υπολοχαγός είχε τρελαθεί και πως τον είχαν δέσει με αλυσίδες σ’ ένα δοκάρι του σπιτιού του. Δεν ξέρει ποιός απευθύνθηκε στον π. Ιωάννη για να προσευχηθεί για εκείνον, αλλά θυμάται καλά ότι ένα πρωί όσο όλοι κοιμόντουσαν στάθηκε μπροστά του ο π. Ιωάννης με το δισκοπότηρο και τον κοινώνησε. Μόλις, λέει, πήρα τη μετάληψη ήρθα στα λογικά μου κι άρχισα να φωνάζω να με λύσουν.

(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Εμμανουήλ», εκδ. Χρόες.)

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...