Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαΐου 23, 2012


(νεοελληνικὴ ἀπόδοση)
Βλέπετε αὐτὴ τὴ κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐχάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Ἐπήγασε ἀπὸ θλίψη.
Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δὲ τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο.
Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποῦ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; Τὸ πέτυχε μὲ τὴ ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι᾿ αὐτόν, «ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτό του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλ. β´ 8-11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξωμε τὴ ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσωμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποῦ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ᾿ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιὰ μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμὸ (παράδειγμα), γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α´ Πέτρ. β´ 21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ᾿ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μιὰ ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατὶ τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σ᾿ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.
Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῷ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ᾿ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα». (Ἐφ. α´ 20).
Γιατί λοιπὸν στάθηκε στὸ μέσο τους κι᾿ ἔπειτα τοὺς συνόδευσε; «Τοὺς ἐξήγαγε, λέγει, ἔξω ἕως τὴ Βηθανία», ἀλλὰ «καὶ ἀφοῦ σήκωσε τὰ χέρια του, τοὺς εὐλόγησε». (Λουκ. κδ´ 50). Τὸ ἔκαμε γιὰ νὰ ἐπιδείξει τὸν ἑαυτό του ὁλόκληρο σῶο καὶ ἀβλαβῆ, γιὰ νὰ παρουσιάσει τὰ πόδια ὑγιῆ καὶ βαδίζοντα σταθερά, αὐτὰ ποὺ ὑπέστησαν τὰ τρυπήματα τῶν καρφιῶν, τὰ ὁμοίως ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καρφωμένα χέρια, τὴν ἴδια τη λογχισμένη πλευρά, ἂν ἔφεραν πάνω τους, τοὺς τύπους τῶν πληγῶν, πρὸς διαπίστωση τοῦ σωτηριώδους πάθους.
Ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι διὰ τοῦ «στάθηκε στὸ μέσο τῶν μαθητῶν» δεικνύεται καὶ τὸ ὅτι αὐτοὶ στηρίχθηκαν στὴ πίστη πρὸς αὐτόν, μὲ αὐτὴ τὴ φανέρωση καὶ εὐλογία του. Γιατὶ δὲν στάθηκε μόνο στὸ μέσο ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ στὸ μέσο της καρδιᾶς τοῦ καθενός, γιατὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὥρα οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου ἔγιναν σταθεροὶ καὶ ἀμετακίνητοι.
Στάθηκε λοιπὸν στὸ μέσο τους καὶ τοὺς λέγει, «εἰρήνη σὲ σᾶς», τούτη τὴ γλυκιὰ καὶ σημαντικὴ καὶ συνηθισμένη του προσφώνηση. Τὴν διπλῆ εἰρήνη, πρὸς τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γέννημα τῆς εὐσέβειας καὶ αὐτὴ ποὺ ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας. Καὶ καθὼς τοὺς εἶδε φοβισμένους καὶ ταραγμένους ἀπὸ τὴν ἀνέλπιστη καὶ παράδοξη θέα, γιατὶ νόμισαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα - φάντασμα, αὐτὸς τοὺς ἀνέφερε πάλι τοὺς διαλογισμοὺς τῆς καρδιᾶς των, καὶ ἀφοῦ ἔδειξε ὅτι εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος, πρότεινε τὴ διαβεβαίωση διὰ τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, ὄχι γιατὶ εἶχε ἀνάγκη τροφῆς, ἀλλὰ γιὰ ἐπιβεβαίωση τῆς ἀναστάσεώς του.
Ἔφαγε δὲ μέρος ψητοῦ ψαριοῦ καὶ μέλι ἀπὸ κηρύθρα, ποὺ εἶναι καὶ αὐτὰ σύμβολα τοῦ μυστηρίου του. Δηλαδὴ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἕνωσε στὸν ἑαυτό του καθ᾿ ὑπόσταση τὴ φύση μας, ποὺ σὰν ἰχθὺς κολυμποῦσε στὴν ὑγρότητα τοῦ ἡδονικοῦ καὶ ἐμπαθοῦς βίου, καὶ τὴν καθάρισε μὲ τὸ ἀπρόσιτο πῦρ τῆς Θεότητός του. Μὲ κηρύθρα δὲ μελισσιοῦ μοιάζει ἡ φύση μας γιατὶ κατέχει τὸ λογικὸ θησαυρὸ τοποθετημένο στὸ σῶμα σὰν μέλι στὴ κηρύθρα. Τρώγει ἀπὸ αὐτὰ εὐχαρίστως γιατὶ καθιστᾶ φαγητό του τὴ σωτηρία τοῦ καθενὸς ἀπὸ τοὺς μετέχοντας τῆς φύσεως. Δὲν τρώει ὁλόκληρο, ἀλλὰ μέρος «ἀπὸ κηρύθρα μέλι» ἐπειδὴ δὲν πίστευσαν ὅλοι καὶ δὲν τὸ παίρνει μόνος του, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπὸ τοὺς μαθητές, γιατὶ τοῦ φέρνουν μόνο τοὺς πιστεύοντες σ᾿ αὐτόν, χωρίζοντάς τους ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.
Κατόπιν τοὺς ὑπενθύμισε τοὺς λόγους του πρὶν τὸ πάθος, ποὺ ὅλοι πραγματοποιήθηκαν. Τοὺς ὑποσχέθηκε νὰ τοὺς στείλει τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τοὺς εἶπε νὰ καθίσουν στὴν Ἱερουσαλὴμ μέχρι νὰ λάβουν δύναμη ἀπὸ ψηλά. Μετὰ τὴ συζήτηση ὁ Κύριος τοὺς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδήγησε ἕως τὴ Βηθανία καὶ ἀφοῦ τοὺς εὐλόγησε, ὅπως ἀναφέραμε, ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀνυψώθηκε πρὸς τὸν οὐρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σὰν ὄχημα καὶ ἀνῆλθε ἐνδόξως στοὺς οὐρανούς, στὰ δεξιὰ τῆς μεγαλοσύνης τοῦ Πατρός, καθιστώντας ὁμόθρονο τὸ φύραμά μας.
Καθὼς οἱ Ἀπόστολοι δὲν σταματοῦσαν νὰ κοιτάζουν τὸν οὐρανό, μὲ τὴ φροντίδα τῶν ἀγγέλων πληροφοροῦνται ὅτι ἔτσι θὰ ἔλθει πάλι ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ «θὰ τὸν ἰδοῦν ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς, νὰ ἔρχεται πάνω στὶς νεφέλες τοῦ οὐρανοῦ». (Ματθ. κδ´ 30). Τότε οἱ μαθητὲς ἀφοῦ προσκύνησαν ἀπὸ τὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιών, ἀπὸ ὅπου ἀναλήφθηκε ὁ Κύριος, ἐπέστρεψαν στὴν Ἱερουσαλὴμ χαρούμενοι, αἰνώντας καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ καὶ ἀναμένοντες τὴν ἐπιδημία τοῦ θείου Πνεύματος.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος ἔζησε καὶ ἀπεβίωσε, ἀναστήθηκε καὶ ἀναλήφθηκε, ἔτσι κι᾿ ἐμεῖς ζοῦμε καὶ πεθαίνουμε καὶ θὰ ἀναστηθοῦμε ὅλοι. Τὴν ἀνάληψη ὅμως δὲν θὰ πετύχουμε ὅλοι, ἀλλὰ μόνο ἐκεῖνοι γιὰ τοὺς ὁποίους ζωὴ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ὁ θάνατος εἶναι κέρδος, ὅσοι πρὸ τοῦ θανάτου σταύρωσαν τὴν ἁμαρτία διὰ τῆς μετανοίας, μόνο αὐτοὶ θὰ ἀναληφθοῦν μετὰ τὴν κοινὴ ἀνάσταση σὲ νεφέλες πρὸς συνάντηση τοῦ Κυρίου στὸν ἀέρα. (Α´ Θεσ. δ´ 17).
Ἂς ἔρθουμε στὸ ὑπερῷο μας, στὸ νοῦ μας προσευχόμενοι, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν ἐπιδημία τοῦ Παρακλήτου καὶ νὰ προσκυνήσουμε Πατέρα καὶ Υἱὸ καὶ ἅγιο Πνεῦμα, τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο.

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Ο Κύριος «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού». Το γεγονός της Αναλήψεως του Κυρίου είναι το ορατό σημείο της συμφιλίωσης Θεού και ανθρώπου, αλλά και του δοξασμού της ανθρώπινης φύσης.Η καταλλαγή αυτή και ο δοξασμός του ανθρώπου επιτεύχθηκε με την ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού -με την οποία ο Θεός ένωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεία Του φύση  ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως- το επι γης έργο Του, τα εκούσια Του Πάθη, την ένδοξη Ανάστασή Του.Οι πολλαπλές εμφανίσεις του Θεανθρώπου,  μετά την Ανάστασή Του, σκοπό είχαν να πείσουν τους Μαθητές Του ότι, όντως, αναστήθηκε και να χαρίσει σε αυτούς την ειρήνη, τη χαρά και το φως της ανεσπέρου αυτής ημέρας. Στις Πράξεις των Αποστόλων (1:3), o αναστημένoς Ιησούς εμφανιζόταν στoυς Μαθητές Τoυ και τoυς «δίδασκε τα περί της Βασιλείας τoυ Θεoύ για σαράντα ημέρες».Την Πέμπτη της έκτης εβδoμάδας από την Ανάστασή Τoυ, o Χριστός, αφoύ ευλόγησε τoυς μαθητές Τoυ, αναλήφθηκε στoυς Ουρανούς (Λoυκ. 24, 50-51), στην περιoχή της Βηθανίας, έτσι ώστε την ημέρα της Πεντηκοστής να επιστρέψει εν Αγίω Πνεύματι, για να συνεχίσει, ως Εκκλησία πλέον, το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων. Η εν Αγίω Πνεύματι σωματική παρουσία του Κυρίου υπάρχει και θα υπάρχει συνεχώς, μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, όπου οι πιστοί μπορούν να ενωθούν μαζί Του. Ο Απ. Παύλος μας υπενθυμίζει με το λόγο του, ότι «έπειτα ημείς οι ζώντες οι περιλειπόμενοι άμα συν αυτοίς αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν Κυρίω εσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4: 17).Το γεγονός της Αναλήψεως αποτελεί ένα από τα βασικότερα δόγματα της Εκκλησίας μας και αναφέρεται στo Σύμβoλo της Πίστεως.  .Κατά το γεγονός της Αναλήψεως, πραγματοποιήθηκε στην πράξη η συμφιλίωση του Θεού με το ανθρώπινο γένος. Διαλύθηκε η παλιά έχθρα, τελείωσε ο μακροχρόνιος πόλεμος. Κι αυτό συνέβαινε έως τώρα, όχι επειδή μισούσε ο Θεός τον άνθρωπο, αλλά επειδή ο άνθρωπος επιδείκνυε αδιαφορία και αχαριστία. Και τώρα, η αλλαγή δεν έγινε εξαιτίας των δικών μας κατορθωμάτων ή επειδή αλλάξαμε στάση και συμπεριφορά, αλλά λόγω της απροσμέτρητης αγάπης και του ενδιαφέροντος του Θεού…Τώρα στην Ανάληψη, εμείς που δεν ήμασταν άξιοι να κατοικούμε στον παράδεισο, εμείς που στο τέλος καταντήσαμε να μην αξίζουμε να ζούμε εδώ στη γη, με αποτέλεσμα να γίνει ο κατακλυσμός και να χαθεί όλο το ανθρώπινο γένος εκτός της οικογένειας του Νώε, εμείς τώρα οι ανάξιοι ανεβαίνουμε στον ουρανό. Τα χερουβίμ, παλαιά, φυλάγανε τον παράδεισο για να μην μπούμε ξανά και τώρα εμείς τα υπερβαίνουμε. Η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο του Χριστού, έτυχε τιμής που δεν έτυχε η φύση των αγγέλων. Ο Θεός έγινε άνθρωπος. Δεν έγινε άγγελος. Ενώθηκε μόνο με την ανθρώπινη φύση. Και οι άγγελοι δεν ζηλεύουν, αντίθετα χαίρονται, διότι χαρά των αγγέλων είναι η προκοπή μας και πόνος τους η εξαθλίωσή μας.Για την αλλαγή αυτή οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Χριστό. Αυτός έγινε μεσίτης. Ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, αλλά αυτός ο ίδιος. Ο Θεός ήταν οργισμένος με μας και εμείς τον μισούσαμε. Και μας συμφιλίωσε ο Υιός Του. Πώς μας συμφιλίωσε; Δεχόμενος την τιμωρία που έπρεπε να επιβάλει σε μας. «Εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ., 3: 13). Δέχτηκε την τιμωρία του ουρανού, δέχτηκε και τις προσβολές των ανθρώπων. «Οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ’ εμέ» (Ψαλμ. 68:10) … Πολλές φορές μιλούμε για τη μεσιτεία της Παναγίας και των αγίων και ξεχνούμε ότι μεσίτης πάνω απ’ όλους τους αγίους είναι ο ίδιος Χριστός. Αυτός ως άνθρωπος συνεχώς μεσιτεύει για μας τους ελεεινούς αδελφούς Του. Όπως ακριβώς παίρνουμε κάτι από τη σοδειά μας και το προσφέρουμε στο Θεό για να τον ευχαριστήσουμε και να ευλογήσει όλη τη σοδειά μας, έτσι ακριβώς και ο Χριστός την ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε στη μήτρα της παρθένου Μαρίας την κάνει προσφορά στον Θεό, για να ευλογηθεί όλο το ανθρώπινο γένος…Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του», ο άνθρωπος δεν πρόσεξε και ωμοιώθη τοις κτήνεσι. Το να γίνει, δε, κάποιος σαν τα ζώα είναι σαν να έγινε χειρότερος από αυτά. Το να σέρνεται ένα φίδι είναι φυσικό, το να σέρνεται, όμως, ένας αετός είναι η εσχάτη κατάπτωση … Μερικές φορές, ο άνθρωπος γίνεται χειρότερος των ζώων. Έτσι ο Ησαΐας λέγει, «έγνω βους τον κτησάμενον, και όνος την φάτνη του κυρίου αυτού· Ισραήλ, δε, εμέ ουκ έγνω» (Ησαΐας 1: 3) … Για να μας συνετίσει ο Κύριός μας, βάζει διδασκάλους τα έντομα. «Πορεύθητι προς τον μύρμηγκα, και ζήλωσον τας οδούς αυτού» (Παροιμ. 6: 6) … Εμείς οι κατώτεροι των ζώων, τα παιδιά του διαβόλου, με την Ανάληψη του Χριστού γίναμε ανώτεροι και από τους αγγέλους. Αμήν

Η Ανάληψη του Κυρίου, εορτή χαράς και ελπίδας. ( +Ιωάννου Μ. Φουντούλη)


Ο Ευαγγελιστής Λουκάς

Με αδρές γραμμές ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει στο τέλος του Ευαγγελίου του και στην αρχή των Πράξεων των Αποστόλων, την τελευταία έμφάνιση του αναστάντος Κυρίου στους μαθητές Του. Όπως στα δύο αυτά βιβλία του ιερού Λουκά, έτσι η Ανάληψη του Κυρίου κατακλείει την ιστορία του επί γης βίου του Χριστού και ανοίγει την ιστορία των μαθητών της Εκκλησίας. Είναι με άλλα λόγια ό συνδετικός κρίκος, η μετάβαση από την μία φάση του σωτηριώδους έργου του Θεού στην άλλη. Το κλείσιμο της πρώτης σκηνής και το άνοιγμα της δευτέρας. Ακριβώς δε την τεσσαρακοστή από την ανάσταση ήμερα, αφού υμνήσαμε και δοξολογήσαμε μαζί με τους μαθητάς την δόξα του αναστάντος, αφού ζήσαμε επί 40 ήμερες στην χαρούμενη ατμόσφαιρα της παρουσίας Του, θα κληθούμε από την Εκκλησία να παραστούμε νοητά στο όρος των Ελαίων για να αποχαιρετίσωμε τον απερχόμενο Σωτήρα.

Δεν ξέρω αν όλοι μας βρέθηκαμε ποτέ σε ώρα λατρείας κατά την ήμερα της Αναλήψεως ή και σε οποιαδήποτε άλλη λειτουργική σύναξη μέσα στον υπέρλαμπρο ναό της Μεγάλης Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, την Αγία Σοφία. Τον μεγάλο τρούλλο της κοσμεί ένα θαυμαστό μωσαϊκό του Θ’ αιώνος. Στο κέντρο μέσα σε φωτεινή δόξα κάθεται ό Χριστός υποβασταζόμενος από δύο αγγέλους. Γύρω-γύρω μέσα σε ενα καταπληκτικό για την μεγαλοπρέπεια του τοπίο οι δώδεκα απόστολοι με την Θεοτόκο στην μέση βλέπουν με θάμβος προς τον ουρανό. Και δύο λευκοφόροι άγγελοι τους απευθύνουν τους λόγους των Πράξεων: «Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ούρανόν»; Νομίζεις πως και όλοι οι πιστοί κάτω από τον μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζί με τους αποστόλους και απολαμβάνουν το υπερφυές θέαμα. Τον Χριστό αναλαμβανόμενο, αλλά και διαρκώς μη χωριζόμενο. Διαρκώς βλέποντα από το βάθος του ουρανού μέσα στην αστραφτερή ολόχρυση δόξα Του και αδιάκοπα επαίροντα τα χέρια Του και ευλογούντα τους αποστόλους, την Εκκλησία Του. Και στην στάση, στην έκφραση, στις κινήσεις των αποστόλων του ψηφιδωτού διακρίνει κανείς όλα τα ανάμικτα αίσθήματα που ένοιωσαν εκείνοι κατά τη μεγάλη εκείνη στιγμή, αλλά και όλα τα αισθήματα πού πλημμυρίζουν τις καρδιές των πιστών που βλέπουν τη δόξα του αναλαμβανομένου. Γιατί ακριβώς η ανάληψη είναι το γεγονός – και η εορτή – των μεγάλων συναίσθηματων, της ποικιλίας των αντιθέσεων. Έτσι ακριβώς την βλέπει και η Εκκλησία στην ακολουθία της εορτής.
Και πρώτα κυριαρχεί ο τόνος της χαράς, της δόξης, του θριάμβου. Ο Κύριος τελειώνει το έργο της οικονομίας. Υψώνεται σαν νικητής και θριαμβευτής επάνω από τη γη που έσωσε, ο Πατήρ τον υποδέχεται, οι άγγελοι και οι άνθρωποι δοξολογούν τον νικητή, τον θριαμβευτή, τον Σωτήρα. Τον τόνο αυτόν της χαράς για την ένδοξο ανάληψη εκφράζει το πρώτο τροπάριο της εορτής, το πρώτο στιχηρό του εσπερινού, του πλ. β’ ήχου:
«Ο Κύριος ανελήφθη εις ουρανούς, ίνα πέμψη τον Παράκλητον τω κόσμω. Οι ουρανοί ητοίμασαν τον θρόνον αυτού, νεφέλαι την επίβασιν αυτού. Άγγελοι θαυμάζουσιν, άνθρωπον ορώντες υπεράνω αυτών. Ο Πατήρ εκδέχεται, ον εν κόλποις έχει συναΐδιον. Το Πνεύμα το άγιον κελεύει πάσι τοις αγγέλοις αυτού· Άρατε πύλας, οι άρχοντες ημών. Πάντα τα Εθνη, κροτήσατε χείρας· ότι ανέβη Χριστός, όπου ήν το πρότερον».
Η χαρά όμως αυτή δεν είναι μόνο χαρά για τη δόξα του Χριστού. Αλλά και χαρά για την σωτηρία του άνθρωπου. Γιατί ο Κύριος ανεβαίνοντας στους ουρανούς ανεβαίνει μαζί με το σώμα Του το ανθρώπινο, με την θεωθείσα σάρκα. Αυτήν ανεβάζει στον ουρανό και συγκαθίζει στα δεξιά του θρόνου του Θεού. Και έτσι γίνεται πρωτοπόρος του ανθρωπίνου γένους στη δόξα του ουρανού, όπως με την ανάστασή Του έγινε πρωτότοκος των νεκρών. Στους ώμους Του πήρε την πλανηθείσα ανθρωπίνη φύση και αναληφθείς την εθέωσε και «τω Θεώ και Πατρί προσήγαγε». Το θρίαμβο αυτό του ανθρώπου ψάλλει το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού του πλ. β’ ήχου:
«Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριος εν φωνή σάλπιγγος, του ανυψώσαι την πεσούσαν εικόνα του Αδάμ καί αποστείλαι Πνεύμα Παράκλητον, του αγιάσαι τας ψυχάς ημών».
Η χαρά όμως για την δόξα του Χριστού αναμειγνύεται με την λύπη για τον χωρισμό. Και τον θρήνο αυτόν των μαθητών παραστατικά ζωγραφεί το τέταρτο στιχηρό του εσπερινού του πλ. β’ ήχου:
«Κύριε, οι απόστολοι ως είδον σε εν νεφέλαις επαιρόμενον, οδυρμοίς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ, κατηφείας πληρούμενοι, θρηνούντες έλεγον: Δέσποτα, μη εάσης ημάς ορφανούς, ους δι΄ οίκτον ηγάπησας δούλους σου, ως εύσπλαγχνος· αλλ’ άποστειλον, ως υπέσχου ημίν, το πανάγιόν σου Πνεύμα, φωταγωγούν τας ψυχάς ημών».
Χαρά, λύπη, αλλά και ελπίδα. Ελπίδα ότι ο Κύριος δεν θα αφήσει ορφανούς τους αποστόλους και την Εκκλησία. Θα στείλει το Πνεύμα που υποσχέθηκε, τον Παράκλητο, για να μένει μαζί τους και μαζί μας, κατά την επαγγελία Του, μέχρι της συντέλειας του αιώνος. Ότι την ένδοξο Ανάληψη θα ακολουθήσει η δυναμική παρουσία του Χριστού στον κόσμο, όπως ψάλλει το πρώτο τροπάριο της λιτής του α’ ήχου:
«Ανελθών εις ουρανούς, όθεν και κατήλθες, μη εάσης ημάς ορφανούς, Κύριε· ελθέτω σου το Πνεύμα, φέρον ειρήνην τω κόσμω. Δείξον τοις υιοίς των ανθρώπων έργα δυνάμεως σου, Κύριε φιλάνθρωπε».
Είναι ενα μυστήριο η εορτή της Αναλήψεως. Μυστήριο, που το ζει η Εκκλησία όχι μόνο κατά την ημέρα που τελούμε την ανάμνησή του, αλλά καθημερινά, σε κάθε στιγμή της υπάρξεώς της. Που το ζει και κάθε πιστός στις ώρες που στρέφει τα μάτια του στον ουρανό αναζητώντας το Σωτήρα του. Τον βλέπει ανερχόμενον εις τον ουρανόν, καθήμενον εκ δεξιών του Πατρός στη δόξα της Θεότητος, όπως τον είδε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος. Αισθάνεται τα χέρια Του σηκωμένα να τον ευλογούν και τους λόγους Του να τον καθησυχάζουν. Τον ακούει να του μιλά για την παράκληση, για την παρηγορία του Παρακλήτου και για την εξ ύψους βοήθεια και να τον βεβαιώνει, ότι πάντοτε είναι και θα είναι μαζί του μέχρι της συντελείας του αιώνος. Παίρνει δύναμη και θάρρος αισθανόμενος τη διαρκή παρουσία Του, τη θαλπωρή της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και αποδύεται στον αγώνα της ζωής, πατώντας στην γη, αλλά ζητώντας τα άνω, φρονώντας τα άνω, έχοντας τον δείκτη του προσανατολισμού του στραμμένο προς τον ουρανό, όπου ο Χριστός «έστι εν δεξιά του Θεού καθήμενος», κατά τον Απόστολο Παύλο. Είναι ήδη πολίτης των ουρανών, αφού η κεφαλή του, ο Χριστός, βρίσκεται στους ουρανούς.
(Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη1971 σ. 115)

Η Ανάληψη του Κυρίου - π.Χρήστος Πιτυρίνης

analipsis
Η εορτή της Αναλήψεως, σαράντα ημέρες μετά την Ανάσταση, σηματοδοτεί το τέλος της επίγειας παρουσίας του Κυρίου μας και την άνοδό Του στους ουρανούς, πλησίον του Θεού και Πατρός. Ο Χριστός όμως δεν επιστρέφει από εκεί που ξεκίνησε πριν την Σάρκωσή Του, ως Θεός μόνο. Πλέον, ανεβάζει στους ουρανούς την ανθρώπινη φύση και ξαναδίδει στον άνθρωπο αυτό που του έλειπε: την δυνατότητα συνεχούς κοινωνίας με το Θεό, τη δυνατότητα υπερβάσεως της αμαρτίας και του θανάτου, τη δυνατότητα της σωτηρίας, της θεώσεως και της λυτρώσεως. Και αυτή η σωτηρία δεν υπάρχει πλέον ως προσδοκία ή ως επιθυμία, αλλά ως βεβαιότητα.
Τούτο αποτυπώνεται στις τελευταίες φράσεις του Απολυτικίου που ψάλλουμε στην εορτή: «βεβαιωθέντων αὐτῶν – τῶν μαθητῶν- διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου». Επί σαράντα ημέρες ο Αναστημένος Κύριος εμφανίζεται στους μαθητές Του. Συνομιλεί μ’ αυτούς. Συντρώγει. Επιλύει τις τελευταίες απορίες τους. Ποιεί σημεία. Τους φανερώνει την αγάπη Του. Τους καλεί να αναμένουν τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Τους υπόσχεται ότι δεν θα τους αφήσει ορφανούς.
Τους δίδει πλέον την βεβαιότητα ότι όχι μόνο επάτησε τον θάνατο, αλλά και ότι προετοιμάζει για τον καθένα την κοινή Βασιλεία. Ότι όχι μόνο θα αναστηθούμε, αλλά και θα ζήσουμε σε κοινωνία με το Θεό. Γιατί το νόημα της υπάρξεώς μας δεν είναι απλώς το να ζήσουμε αιώνια.
Αλλά το να ζήσουμε αιώνια με το Θεό και μαζί Του, μέσα στην Εκκλησία. Και αυτό επιτυγχάνεται από αυτήν εδώ τη ζωή και όχι όταν πεθάνουμε. Ο Κύριός μας επισφραγίζει την Ανάσταση, την διδασκαλία Του, τις υποσχέσεις Του με την Ανάληψή Του. Συνοδευόμενος από τους Αγγέλους, εν νεφέλη φωτεινή, ανεβαίνει εις ουρανούς. Δείχνει στους μαθητές Του, αλλά και σε κάθε χριστιανό ότι τα πάντα γι’ Αυτόν είναι δυνατά. Το επίγειο έργο Του ετελείωσε. Το αφήνει τώρα παρακαταθήκη στους μαθητές, αλλά και σε όλους εμάς που πιστεύουμε σ’ Αυτόν.
Και Εκείνος μας περιμένει, έχοντας δώσει στον καθένα την δυνατότητα να νικήσει την φύση του, να ανεβούμε πνευματικά εις ύψος νοητόν, σε κοινωνία και σχέση μαζί Του, να αφήσουμε την όποια προσκόλληση στην καθημερινότητα της ζωή μας και να ζητήσουμε και την δική μας ανάληψη πλησίον Του. Όχι αποκόπτοντας τον εαυτό μας από τη ζωή μας, αλλά δίδοντάς της άλλο νόημα.
Αυτό το διαφορετικό νόημα είναι βεβαιότητα για την Εκκλησία μας. Δεν είναι υπόθεση, ούτε ιδέα. Δεν είναι απλή πίστη, ούτε θρησκευτική εκδήλωση. Είμαστε βέβαιοι ότι ο Κύριός μας αναστήθηκε και ανελήφθη εις ουρανούς. Είμαστε βέβαιοι ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού και ο Λυτρωτής του κόσμου. Είμαστε βέβαιοι ότι η ανθρώπινη φύση μας απέκτησε άλλες δυνατότητες. Ότι μπορούμε να είμαστε μαζί με το Θεό. Και αντλούμε αυτή τη βεβαιότητα μέσα από τρεις δρόμους.
Ο πρώτος είναι η ίδια η διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην Καινή Διαθήκη, αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια των αιώνων. Οι Απόστολοι υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της Αναλήψεως του Κυρίου. Τον ψηλάφησαν μετά την Ανάστασή Του. Τον άκουσαν να τους ομιλεί. Τον είδαν να πορεύεται μαζί Τους. Και είχαν την ευλογία να τον δούνε τη στιγμή που έφευγε από κοντά τους εν δόξη. Όχι απλά και ταπεινά όπως ήρθε. Αλλά μέσα στο Φως και την μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στο Θεό. Και αυτή η μαρτυρία της Αναλήψεως διαπότισε τη ζωή της Εκκλησίας ανά τους αιώνες. Η βεβαιότητα μεταδόθηκε από γενεά σε γενεά. Και συνδυάσθηκε με την προσδοκία της οριστικής επανόδου εν τη Αναστάσει των νεκρών και εν τη ζωή του μέλλοντος αιώνος.
Ο δεύτερος δρόμος είναι η παρουσία των Αγίων μας. Οι Άγιοι, καθόλη την διάρκεια της Ιστορίας, αποδεικνύουν τις νέες δυνατότητες της ανθρωπίνης φύσεως, όταν κοινωνεί με τον Θεό. Ο Άγιος μπορεί και υπερβαίνει τα πάθη του, παραιτείται από τα δικαιώματά του, ακόμη και από την ίδια του τη ζωή, πρόθυμος να υποστεί τα φρικτότερα μαρτύρια, αγαπά και τους εχθρούς του, ειρηνεύει εν τη καρδία του, χαίρεται κάθε στιγμή της υπάρξεώς του, θαυματουργεί χάρις στην κοινωνία με το Θεό, γίνεται Φως και δόξα για όλο τον κόσμο. Είναι άνθρωπος. Είναι όμως ταυτοχρόνως και κοινωνός της θείας φύσεως. Και επειδή ουδέποτε οι άγιοι θα εκλείψουν, η βεβαιότητα της Αναλήψεως θα δίδει δύναμη στον καθέναν μας να ακολουθεί αυτόν τον δρόμο.
Ο τρίτος δρόμος είναι η ευλογία που μας δίδεται στη ζωή της Εκκλησίας μας. Όχι μόνο η ανθρώπινη φύση, αλλά και κάθε τι το υλικό μέσα στην Εκκλησία μας, αγιάζεται και ανεβαίνει προσφερόμενο στο Θεό. Το ψωμί και το κρασί, το κερί και το λιβάνι, τα χρώματα των εικόνων, το νερό και το λάδι, οι καρποί και τα γεννήματα της γης, ευλογούνται μέσα στα μυστήρια και τις ακολουθίες και μας υπενθυμίζουν ότι είναι δικά Του, ότι χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να επιτύχουμε πραγματικά τίποτα, γιατί μόνο η σχέση μας μαζί Του δίδει νόημα στη ζωή μας. Η ύλη δεν θα παύσει να είναι ύλη. Ακόμη όμως και αυτή θυμίζει τις δυνατότητες της φύσεώς μας να είναι πλησίον του Θεού.
Ο κόσμος μας εξακολουθεί να πορεύεται με άλλες βεβαιότητες. Έχει εμπιστοσύνη στην εξουσία, την τεχνολογία, το χρήμα, την γνώση, την αναζήτηση της ηδονής. Ενίοτε περιφρονεί τις βεβαιότητες της πίστεώς μας, θεωρώντας τες ξεπερασμένες για την εποχή μας. Διαπιστώνουμε όμως ότι οι ανθρώπινες βεβαιότητες κρατούν μέχρι του τάφου. Μπροστά στον πόνο, την αρρώστια και τον θάνατο, κάθε βεβαιότητα συντρίβεται και φανερώνεται γυμνή, καθότι κρατά την ανθρώπινη φύση καθηλωμένη στα πεπερασμένα όρια της φθαρτότητας.
Η βεβαιότητα της πίστεως ανεβάζει τον άνθρωπο εις ουρανούς. Δίδει δόξα, τιμή και ελπίδα στον πιστό. Προσφέρει γνήσια χαρά, που αγιάζει τη ζωή μας. Και δια της σχέσεως με τον Αναληφθέντα Κύριό μας εν τη Εκκλησία, επαναφέρει το «ἀρχαῖον κάλλος» στην φύση μας. Δεν είμαστε μόνοι μας. Δεν καταλήγει η ζωή μας στον θάνατο. Μπορούμε να νικήσουμε την ματαιότητα και την φθαρτότητα. Ο ίδιος ο Κύριός μας, δια της Αναλήψεώς Του, μας δίδει αυτή την βεβαιότητα. Και η ευλογία βιώνεται κάθε φορά που η Εκκλησία μας τελεί τα μυστήρια της, εορτάζει τους Αγίους της, υπενθυμίζει τον λόγο του Κυρίου στο Ευαγγέλιο. Αυτή την βεβαιότητα ουδείς την εγκρέμισε στους αιώνες. Και κάθε φορά που ο καθένας μας τη ζει, ανέρχεται πλησίον του Θεού. Δια του Αναληφθέντος Κυρίου μας.

Η Ανάληψη του Κυρίου



Η Ανάληψη του Κυρίου. Εικόνα από της Μονής Μεταμορφώσεως Βοστώνης.
Εικόνα από της Μονή Μεταμορφώσεως Βοστώνης.
.
Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχαλινής περιόδου, είναι σπάνιο
 να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα 
της Αναλήψεως. Ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις μεναλύτερες 
γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως , μας φαίνεται σαν αναχώρηση, 
σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο 
ακριβώς τρόπο. Οι μαθητές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε 
\n λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως» υπέστρεψαν
 εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλnς»(Λουκ. 24:36-53).
 Γ ιατί n Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς ;
Καταρχάς, διότι n δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. 
Ολοκλήρωσε το έργο που Του ανάθεσε ο Πατήρ, και προς
 Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας 
θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά 
της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε 
με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δοξαστεί στον ουρανό. 
Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι
 σημαντικότερες για μας από την «αισθητή παρηγοριάς» 
που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να
 αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε 
με τη δική Του χαρά.
Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γενονός ότι 
ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυτρωτικό έργο του Υιού. 
Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της 
αποδοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό.
 Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και 
ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντιπροσωπεύει τον καπνό 
του ολοκαυτώματος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς 
τον Θεό. Η θυσια έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα,
 όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυσία
 Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκληρώθηκε.
Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πατέρα. 
Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των 
ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός
 Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των 
Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε
 ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την ανθρωπότητα .
 Κατακτούμε « μέσω πληρεξουσίου» τα επουράνια αγαθά: 
«Όντας nμάς νεκρούς τοις παραπτώμασι … συνήγειρε και 
συνεκάθισεν εν τοίs έπουρανίοις εν Χριστώ ‘Ιησού» . 
Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θεση στη Βασιλεία.
 Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.
Η Ανάληψη καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο
 παρούσα και επίκαιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνιμη 
κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια
 ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας.
 Κάτι σαν υστερόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου,
 του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη.
 Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή, μας δεν 
είναι παρά ο πρόλογος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό
 θα είναι το κείμενο, και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. 
Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη εικόνα, η γήινη ζωή
 μας είναι μια σήραγγα-στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- 
που οδηγεί σ΄ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο.
 Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μαs τώρα .
 Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυτό που θα είναι στο μέλλον : 
« Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε… 
α ητοίμασεν ο Θεος τοις αγαπώσιν Αυτόν» .
 Στον ‘Ορθρο τns σημερινής εορτής ψάλλουμε:
 «Αγγελικώs οι έν κόσμω πανηνυρίσωμεν…».
 Πράγμα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσότερο 
τουs αγγέλουs, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε 
στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από 
αυτά που γεύθηκαν αυτοί, όταν ο Υιός επέστρεψε
 εν δεξιά του Πατρός. Aς μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα
 κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τουs αγίους, 
που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας:
 «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς ύπάρχει , εξ ου
 και απεκδεχόμεθα σωτήρα Κύριον Ιησού Χριστόν ».
 Η ζωή μας θα μεταμορφωνόταν, εάν, ήδη από τώρα, 
ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, 
πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται
 όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων
 εκείνων που αγαπούμε .
Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιησού, παρέμεναν
 πλήρειs ελπίδας, διότι ήξεραν ότι θα τουs εδίδετο το Πνεύμα.
 Τους παρήγγειλε «άπο Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι,
 αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός…». 
Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού ,αλλά δεν έχει πάρει 
ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής 
Ο Ιησούς φεύγοντας μας σταθεροποιεί σε μια στάση, 
όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη 
προσμονής .
«Και εγένετο εν τω ευλογείν αύτον αυτούς διέστη απ’ αυτών 
και άνεφερετο εις τον ούρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες 
αυτόν επέστρεψαν εις Ιερoυσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.» 
Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως.
 Εάν ο Ιησούs απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν εμείς Τον 
προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανεβαίνει, θα σηκωθούμε
 γεμάτοι με καινούργια δύναμη-καρπό της ευλογίας και της 
προσκύνησης- και θα επιστρέψουμε, όπως οι απόστολοι,
 «μετά χαράς μεγάλης».

( Lev Gillet, (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) 
ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΚΑΤΑΝΥΞΗ, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα 2009, σ.124-128

: πηγή

Δεσπόζει τῶν ὅλων. Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


πηγή


Δεσπόζει τῶν ὅλων
Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε μεγάλη ἑορτή· εἶνε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, ἡ τελευταία δεσποτικὴ ἑορτή. Ὁ Χριστός, ἀφοῦ μὲ τὴ γέννησί του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία ἦλθε ἀπὸ τὰ οὐράνια ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, τώρα ἐπιστρέφει πάλι ἐκεῖ ὅπου ἦταν προ τοῦ νὰ ἔλθῃ.
Ἡ Ἀνάληψις κλείνει ἕνα κύκλο· εἶνε τὸ ἐπισφράγισμα τῆς θείας οἰκονομίας, ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας μας.
Μὲ τὴν ἀνάληψί του ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ νίκησε κάτω στὸν ᾅδη τὸ θάνατο, κι ἀφοῦ προσκυνήθηκε πάνω στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, τώρα δοξάζεται καὶ ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους του.
Συνεπῶς αὐτὸς δεσπόζει τῶν ὅλων, εἶνε ὁ Κύριος τῶν πάντων. Στὸν 23ο ψαλμό, χίλια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, ὁ προφήτης Δαυῒδ προφητεύει αὐτὴ τὴν θριαμβευτικὴ ἐπιστροφὴ τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ.
Ἂς ἀκούσουμε σήμερα τὰ προφητικά του λόγια· ἀναφέρονται στὴ σημερινὴ ἑορτή, ἀναφέρονται ὅμως καὶ στὴ δική μας συμμετοχὴ στὸ κοσμοσωτήριο αὐτὸ γεγονός.

* * * 

Μετὰ τὸν θάνατο, ἀγαπητοί μου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ἀκολούθησε ἡ ταφή. Καὶ μετὰ τὴν τριήμερο ταφὴ ἀκολούθησε ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασις, καὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ ἔγινε ἡ ἔνδοξος ἀνάληψίς του στοὺς οὐρανούς.
Τότε οἱ ἅγιοι ἄγγελοι –οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλη σίας δὲν ἦταν γνῶσται μέχρι λεπτομερειῶν τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας–, ὅταν εἶδαν τὸν ἄνθρωπο Χριστὸ ν᾽ ἀνεβαίνῃ στὰ ἐπουράνια, δέχθηκαν τὴν προσταγὴ «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης», ἀνοῖξτε τὶς πύλες νὰ εἰσέλθῃ ὁ Βασιλεύς.
Μὲ ἀπορία ρωτοῦσαν· «Τίς ἐστιν οὗ τος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;», ποιός εἶνε αὐτός;
Κι ἄκουσαν τὴν ἀπάντησι ποὺ ἐπαναλάμβανε τὴν προσ ταγή· «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».
Οἱ ἄγγελοι ρώτησαν πάλι «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;» καὶ πῆραν πάλι τὴν ἀπάντησι «Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης» (Ψαλμ. 23,7-10).
Ἡ Ἀνάληψις συνδέεται μὲ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου. Ἀποτελεῖ τὸν θρίαμβο τοῦ νικητοῦ Βασιλέως, ποὺ ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος μετὰ τὴ μεγάλη μάχη ποὺ ἔδωσε κατὰ τοῦ θανάτου, τοῦ ᾅδου καὶ τοῦ κοσμοκράτορος διαβόλου.
 Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ σημασία τῆς Ἀναλήψεως εἶνε πολὺ μεγάλη. Κατ᾽ αὐτήν, στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὑψώνεται καὶ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, γίνεται συγ κάθεδρος τῆς Θεότητος.
Κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο ἄνοιξε ἡ ὁδὸς τῆς θεώσεως γιὰ τοὺς θνητούς. Στὸ ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ μπορεῖ νὰ φθάνῃ στὸ «καθ᾽ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26)· θεοῦται κατὰ χάριν, δοξάζεται ὡς υἱὸς τοῦ αἰωνίου Βασιλέως, συμβασιλεύει μαζί του.
Ἡ φωνὴ ὅμως «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;» ἀκούστηκε ὄχι μόνο στὰ ἐπουράνια ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως, ἀλλὰ καὶ στὰ καταχθόνια τὴν ἡμέρα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾅδη. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν ἐκεῖ, βλέποντας τὸ Νικητὴ τοῦ θανά του νὰ συντρίβῃ τὶς ἁλυσίδες τῶν δεσμίων, ἀποροῦσαν καὶ ἔλεγαν· «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;».

Γι᾽ αὐτὸ σὲ πολλὲς ἐνορίες μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ προτοῦ νὰ μποῦν στὸ ναὸ ὁ ἱερεὺς σταματᾷ ἐμπρὸς στὶς κλεισμένες θύρες καὶ προστάζει· «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».
Κάποιος μέσα ἀπὸ τὸ ναὸ ρωτάει· «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;». Καὶ ὁ ἱε- ρεὺς κρατώντας τὸν ἐπιτάφιο ἀπαντᾷ ἐπαναλαμβάνοντας τὴν προσταγή· «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέ μῳ.
Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης». Μέσα ἀπὸ τὸ ναὸ ξανακούγεται ἡ ἐρώτησι «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;»· ὁ ἱερεὺς ἀπαντᾷ πάλι «Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης» καὶ σπρώχνοντας τὴν θύρα ἀνοίγει καὶ μπαίνει μὲ τὸν ἐπιτάφιο, κι ἀκολουθοῦν ὅλοι.
Ἀλλὰ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀκούγεται ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἀρχιερεὺς τελεῖ ἐγκαίνια νέου ναοῦ. Κατὰ τὴν εἰδικὴ ἀκολουθία, μετὰ τὴν τρίτη περιφορὰ γύρω ἀπὸ τὸ ναό, κρατώντας τὰ ἅγια λείψανα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἐμπρὸς στὴν κλεισμένη θύρα τοῦ ναοῦ ποὺ ἐγκαινιάζεται λέει· «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχον τες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».
Κάποιος ἀπὸ μέσα ρωτάει «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δό ξης;» καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ἀπαντᾷ «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ, Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δό ξης».
Καὶ ἀνοίγοντας τὴν πύλη μπαίνει στὸ ναὸ ἀκολουθούμενος ἀπὸ ὅλους. Ἡ εἴσοδος αὐτὴ εἰκονίζει τὴν εἴσοδο τοῦ βασιλέως Χριστοῦ στὸ ναό. Τέλος οἱ στίχοι αὐτοὶ τοῦ 23ου ψαλμοῦ ἀπαγγέλλονται καὶ ἀπὸ τὸν κάθε πιστὸ ὅταν πρόκειται νὰ κοινωνήσῃ, στὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως.
Διότι κ᾽ ἐκεῖ, μὲ τὴν προσέλευσι τοῦ Χριστιανοῦ στὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, γίνεται μία εἴσοδος τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ σὲ ἕναν ἄλλο ναὸ ἐξ ἴσου ἱερὸ καὶ ἅγιο· εἶνε ὁ ναὸς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς κάθε πιστοῦ.
Στὴν ἀκολουθία αὐτὴ ὁ μέλλων νὰ προσέλθῃ στὴν θεία κοινωνία λέει μὲ συναίσθησι· «Τὰς ἀνομίας μου πάριδε, Κύριε, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς, καὶ τὴν καρδίαν μου καθάρισον, ναὸν αὐτὴν ποιῶν τοῦ ἀχράντου σου σώ- ματος καὶ αἵματος…» (τροπ.).
«Οὐκ εἰμὶ ἱκανός, Δέσποτα Κύριε, ἵνα εἰσέλθῃς ὑπὸ τὴν στέ γην τῆς ψυχῆς μου... Κελεύεις, ἀναπετάσω τὰς πύλας, ἃς σὺ μόνος ἐδημιούργησας, καὶ εἰσ - έρχει μετὰ φιλανθρωπίας, ὡς πέφυκας...» (εὐχ. Δ΄).
Καὶ κατὰ τὴν Εὐχαριστία μετὰ τὴν μετάληψι προσφωνεῖ τὸν Χριστὸ βασιλέα· «Δέσποτα Χριστὲ ὁ Θεός, Βασιλεῦ τῶν αἰώνων καὶ δημιουργὲ τῶν ἁπάντων, εὐχαριστῶ σοι...».

* * * 
Ἕνας νεώτερος καλὸς ἑρμηνευτὴς τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἀγαπητοί μου, δίνοντας μεταφορικὴ καὶ πνευματικὴ ἑρμηνεία στὸν 23ο ψαλμὸ καὶ συσχετίζοντάς τον μὲ τὸν λόγο τῆς Ἀποκαλύψεως «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω…» (Ἀπ. 3,20), παρατηρεῖ, ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων καὶ Κύριος τῆς δόξης, στέκεται καὶ μυστικὰ ἔξω ὄχι πλέον ἀπὸ τὸ ναὸ ἀλλ᾽ ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου καὶ χτυπάει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς του.
Ζητάει νὰ μπῇ σ᾽ αὐτήν, γιὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ κράτος τῆς βασιλείας του, νὰ διώξῃ ἀπὸ ᾽κεῖ τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους ―ποὺ ἐπικρατεῖ δυστυχῶς στὶς περισσότερες καρδιές―, καὶ νὰ βασιλεύσῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων.
Κάθε ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ εἶνε ἕνας πνευματικὸς ναός, τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ καταλύσῃ ἡ κακία τῶν ἀντιχρίστων. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ γκρεμίζουν μόνο χειροποίητους ναούς.
Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη ὑπο- θέσουμε, ὅτι ὁ διάβολος μὲ τὰ ὄργανά του κατορθώσῃ κάποτε νὰ γκρεμίσῃ ὅλους τοὺς ναοὺς ποὺ χτίζουν οἱ Χριστιανοί, καὶ πάλι ὁ Χριστός, ὡς κραταιὸς καὶ αἰώνιος βασιλεὺς τῶν καρδιῶν, θὰ βασιλεύῃ στοὺς πνευματικοὺς ναούς, ποὺ εἶνε οἱ καρδιὲς τῶν πιστῶν.
 Χαρὰ δὲ καὶ ἀγαλλίασις ἐπικρατεῖ στὶς καρδιὲς αὐτὲς ποὺ ἔχουν μέσα τους τὸν βασιλέα Χριστό, ἔστω καὶ ἂν στεροῦνται τὸν πλοῦτο καὶ τὰ μεγαλεῖα τῶν βασιλέων τοῦ κόσμου τούτου.
Καὶ ὅσο μὲν διαρκεῖ ἀκόμη ἡ παροῦσα ζωή, ὁ Χριστός, ἐπειδὴ σέβεται τὴν ἐλευθερία τῶν λογικῶν του πλασμάτων, εἶνε βασιλεὺς ἐκείνων μόνο ποὺ ἐλεύθερα τὸν πιστεύουν, τοῦ ἀνοίγουν τὴν θύρα τῆς καρδιᾶς τους καὶ τὸν δέχονται νὰ ἐνθρονισθῇ σ᾽ αὐτήν.
Τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς δευτέρας παρουσίας του καὶ καθ᾽ ὅλη τὴν ἐν συνεχείᾳ αἰωνιότητα ὁ Χριστὸς θὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ ὅλους. Θὰ εἶνε παγκόσμιος βασιλεύς. Ὅλοι τότε θὰ πέσουν καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν.
Τότε ἐνώπιον αὐτοῦ «πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2,10-11). Καὶ τότε οἱ μὲν Ἡρῷδες καὶ Ἄννες καὶ Καϊάφες καὶ διῶκτες καὶ ἀρνηταὶ καὶ προδότες καὶ καθένας ποὺ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο στάθηκε ψυχρὸς ἢ καὶ ἀντιστάθηκε σ᾽ αὐτὸν καὶ στὴν Ἐκκλησία του, θὰ τρέμουν σὰν φύλλα φθινοπωρινά.
Οἱ φωνὲς ὅμως τῶν μυριάδων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἑνωμένες μὲ τὶς φωνὲς τῶν σεσωσμένων, ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημα «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;», θὰ λένε· «Κύριος τῶν δυνά μεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Τμῆμα ἄρθρου, τὸ ὁποῖο ἐδημοσιεύθη στὴν καθαρεύουσα στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1994. Μεταγλώττισις καὶ ἀναπλήρωσις 20-4-2012.

Δεσπόζει τῶν ὅλων. Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως. (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης


Δεσπόζει τῶν ὅλων
Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως


(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Καντιώτης

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε μεγάλη ἑορτή· εἶνε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως, ἡ τελευταία δεσποτικὴ ἑορτή. Ὁ Χριστός, ἀφοῦ μὲ τὴ γέννησί του ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία ἦλθε ἀπὸ τὰ οὐράνια ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, τώρα ἐπιστρέφει πάλι ἐκεῖ ὅπου ἦταν προ τοῦ νὰ ἔλθῃ.
Ἡ Ἀνάληψις κλείνει ἕνα κύκλο· εἶνε τὸ ἐπισφράγισμα τῆς θείας οἰκονομίας, ἡ ὁλοκλήρωσις τοῦ ἔργου τῆς σωτηρίας μας.
Μὲ τὴν ἀνάληψί του ὁ Κύριός μας, ἀφοῦ νίκησε κάτω στὸν ᾅδη τὸ θάνατο, κι ἀφοῦ προσκυνήθηκε πάνω στὴ γῆ ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, τώρα δοξάζεται καὶ ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους του.
Συνεπῶς αὐτὸς δεσπόζει τῶν ὅλων, εἶνε ὁ Κύριος τῶν πάντων. Στὸν 23ο ψαλμό, χίλια χρόνια πρὸ Χριστοῦ, ὁ προφήτης Δαυῒδ προφητεύει αὐτὴ τὴν θριαμβευτικὴ ἐπιστροφὴ τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ.
Ἂς ἀκούσουμε σήμερα τὰ προφητικά του λόγια· ἀναφέρονται στὴ σημερινὴ ἑορτή, ἀναφέρονται ὅμως καὶ στὴ δική μας συμμετοχὴ στὸ κοσμοσωτήριο αὐτὸ γεγονός.

* * * 

Μετὰ τὸν θάνατο, ἀγαπητοί μου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τὴ Μεγάλη Παρασκευὴ ἀκολούθησε ἡ ταφή. Καὶ μετὰ τὴν τριήμερο ταφὴ ἀκολούθησε ἡ ἐκ νεκρῶν ἀνάστασις, καὶ σαράντα ἡμέρες μετὰ ἔγινε ἡ ἔνδοξος ἀνάληψίς του στοὺς οὐρανούς.
Τότε οἱ ἅγιοι ἄγγελοι –οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλη σίας δὲν ἦταν γνῶσται μέχρι λεπτομερειῶν τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας–, ὅταν εἶδαν τὸν ἄνθρωπο Χριστὸ ν᾽ ἀνεβαίνῃ στὰ ἐπουράνια, δέχθηκαν τὴν προσταγὴ «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης», ἀνοῖξτε τὶς πύλες νὰ εἰσέλθῃ ὁ Βασιλεύς.
Μὲ ἀπορία ρωτοῦσαν· «Τίς ἐστιν οὗ τος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;», ποιός εἶνε αὐτός;
Κι ἄκουσαν τὴν ἀπάντησι ποὺ ἐπαναλάμβανε τὴν προσ ταγή· «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».
Οἱ ἄγγελοι ρώτησαν πάλι «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;» καὶ πῆραν πάλι τὴν ἀπάντησι «Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης» (Ψαλμ. 23,7-10).
Ἡ Ἀνάληψις συνδέεται μὲ τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου. Ἀποτελεῖ τὸν θρίαμβο τοῦ νικητοῦ Βασιλέως, ποὺ ἐπιστρέφει τροπαιοῦχος μετὰ τὴ μεγάλη μάχη ποὺ ἔδωσε κατὰ τοῦ θανάτου, τοῦ ᾅδου καὶ τοῦ κοσμοκράτορος διαβόλου.
 Ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἡ σημασία τῆς Ἀναλήψεως εἶνε πολὺ μεγάλη. Κατ᾽ αὐτήν, στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὑψώνεται καὶ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, γίνεται συγ κάθεδρος τῆς Θεότητος.
Κατ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο ἄνοιξε ἡ ὁδὸς τῆς θεώσεως γιὰ τοὺς θνητούς. Στὸ ἑξῆς ὁ ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ μπορεῖ νὰ φθάνῃ στὸ «καθ᾽ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1,26)· θεοῦται κατὰ χάριν, δοξάζεται ὡς υἱὸς τοῦ αἰωνίου Βασιλέως, συμβασιλεύει μαζί του.
Ἡ φωνὴ ὅμως «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;» ἀκούστηκε ὄχι μόνο στὰ ἐπουράνια ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως, ἀλλὰ καὶ στὰ καταχθόνια τὴν ἡμέρα τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στὸν ᾅδη. Αὐτοὶ ποὺ ἦταν ἐκεῖ, βλέποντας τὸ Νικητὴ τοῦ θανά του νὰ συντρίβῃ τὶς ἁλυσίδες τῶν δεσμίων, ἀποροῦσαν καὶ ἔλεγαν· «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;».

Γι᾽ αὐτὸ σὲ πολλὲς ἐνορίες μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου τὸ βράδυ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς καὶ προτοῦ νὰ μποῦν στὸ ναὸ ὁ ἱερεὺς σταματᾷ ἐμπρὸς στὶς κλεισμένες θύρες καὶ προστάζει· «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».
Κάποιος μέσα ἀπὸ τὸ ναὸ ρωτάει· «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;». Καὶ ὁ ἱε- ρεὺς κρατώντας τὸν ἐπιτάφιο ἀπαντᾷ ἐπαναλαμβάνοντας τὴν προσταγή· «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέ μῳ.
Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης». Μέσα ἀπὸ τὸ ναὸ ξανακούγεται ἡ ἐρώτησι «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;»· ὁ ἱερεὺς ἀπαντᾷ πάλι «Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης» καὶ σπρώχνοντας τὴν θύρα ἀνοίγει καὶ μπαίνει μὲ τὸν ἐπιτάφιο, κι ἀκολουθοῦν ὅλοι.
Ἀλλὰ ἡ φωνὴ αὐτὴ ἐξακολουθεῖ ν᾽ ἀκούγεται ἐπὶ τῆς γῆς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κάθε φορὰ ποὺ ὁ ἀρχιερεὺς τελεῖ ἐγκαίνια νέου ναοῦ. Κατὰ τὴν εἰδικὴ ἀκολουθία, μετὰ τὴν τρίτη περιφορὰ γύρω ἀπὸ τὸ ναό, κρατώντας τὰ ἅγια λείψανα τῶν μαρτύρων τῆς πίστεως ἐμπρὸς στὴν κλεισμένη θύρα τοῦ ναοῦ ποὺ ἐγκαινιάζεται λέει· «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχον τες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».
Κάποιος ἀπὸ μέσα ρωτάει «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δό ξης;» καὶ ὁ ἀρχιερεὺς ἀπαντᾷ «Κύριος κραταιὸς καὶ δυνατός, Κύριος δυνατὸς ἐν πολέμῳ, Κύριος τῶν δυνάμεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δό ξης».
Καὶ ἀνοίγοντας τὴν πύλη μπαίνει στὸ ναὸ ἀκολουθούμενος ἀπὸ ὅλους. Ἡ εἴσοδος αὐτὴ εἰκονίζει τὴν εἴσοδο τοῦ βασιλέως Χριστοῦ στὸ ναό. Τέλος οἱ στίχοι αὐτοὶ τοῦ 23ου ψαλμοῦ ἀπαγγέλλονται καὶ ἀπὸ τὸν κάθε πιστὸ ὅταν πρόκειται νὰ κοινωνήσῃ, στὴν ἀκολουθία τῆς Θείας Μεταλήψεως.
Διότι κ᾽ ἐκεῖ, μὲ τὴν προσέλευσι τοῦ Χριστιανοῦ στὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας, γίνεται μία εἴσοδος τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ σὲ ἕναν ἄλλο ναὸ ἐξ ἴσου ἱερὸ καὶ ἅγιο· εἶνε ὁ ναὸς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς κάθε πιστοῦ.
Στὴν ἀκολουθία αὐτὴ ὁ μέλλων νὰ προσέλθῃ στὴν θεία κοινωνία λέει μὲ συναίσθησι· «Τὰς ἀνομίας μου πάριδε, Κύριε, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς, καὶ τὴν καρδίαν μου καθάρισον, ναὸν αὐτὴν ποιῶν τοῦ ἀχράντου σου σώ- ματος καὶ αἵματος…» (τροπ.).
«Οὐκ εἰμὶ ἱκανός, Δέσποτα Κύριε, ἵνα εἰσέλθῃς ὑπὸ τὴν στέ γην τῆς ψυχῆς μου... Κελεύεις, ἀναπετάσω τὰς πύλας, ἃς σὺ μόνος ἐδημιούργησας, καὶ εἰσ - έρχει μετὰ φιλανθρωπίας, ὡς πέφυκας...» (εὐχ. Δ΄).
Καὶ κατὰ τὴν Εὐχαριστία μετὰ τὴν μετάληψι προσφωνεῖ τὸν Χριστὸ βασιλέα· «Δέσποτα Χριστὲ ὁ Θεός, Βασιλεῦ τῶν αἰώνων καὶ δημιουργὲ τῶν ἁπάντων, εὐχαριστῶ σοι...».

* * * 
Ἕνας νεώτερος καλὸς ἑρμηνευτὴς τῆς ἁγίας Γραφῆς, ἀγαπητοί μου, δίνοντας μεταφορικὴ καὶ πνευματικὴ ἑρμηνεία στὸν 23ο ψαλμὸ καὶ συσχετίζοντάς τον μὲ τὸν λόγο τῆς Ἀποκαλύψεως «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω…» (Ἀπ. 3,20), παρατηρεῖ, ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων καὶ Κύριος τῆς δόξης, στέκεται καὶ μυστικὰ ἔξω ὄχι πλέον ἀπὸ τὸ ναὸ ἀλλ᾽ ἀπὸ τὴν καρδιὰ κάθε ἀνθρώπου καὶ χτυπάει τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς του.
Ζητάει νὰ μπῇ σ᾽ αὐτήν, γιὰ νὰ ἐγκαταστήσῃ μέσα στὸν ἄνθρωπο τὸ κράτος τῆς βασιλείας του, νὰ διώξῃ ἀπὸ ᾽κεῖ τὸν ἄρχοντα τοῦ σκότους ―ποὺ ἐπικρατεῖ δυστυχῶς στὶς περισσότερες καρδιές―, καὶ νὰ βασιλεύσῃ εἰς αἰῶνας αἰώνων.
Κάθε ἄνθρωπος ποὺ πιστεύει στὸ Χριστὸ εἶνε ἕνας πνευματικὸς ναός, τὸν ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ καταλύσῃ ἡ κακία τῶν ἀντιχρίστων. Αὐτοὶ μποροῦν νὰ γκρεμίζουν μόνο χειροποίητους ναούς.
Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη ὑπο- θέσουμε, ὅτι ὁ διάβολος μὲ τὰ ὄργανά του κατορθώσῃ κάποτε νὰ γκρεμίσῃ ὅλους τοὺς ναοὺς ποὺ χτίζουν οἱ Χριστιανοί, καὶ πάλι ὁ Χριστός, ὡς κραταιὸς καὶ αἰώνιος βασιλεὺς τῶν καρδιῶν, θὰ βασιλεύῃ στοὺς πνευματικοὺς ναούς, ποὺ εἶνε οἱ καρδιὲς τῶν πιστῶν.
 Χαρὰ δὲ καὶ ἀγαλλίασις ἐπικρατεῖ στὶς καρδιὲς αὐτὲς ποὺ ἔχουν μέσα τους τὸν βασιλέα Χριστό, ἔστω καὶ ἂν στεροῦνται τὸν πλοῦτο καὶ τὰ μεγαλεῖα τῶν βασιλέων τοῦ κόσμου τούτου.
Καὶ ὅσο μὲν διαρκεῖ ἀκόμη ἡ παροῦσα ζωή, ὁ Χριστός, ἐπειδὴ σέβεται τὴν ἐλευθερία τῶν λογικῶν του πλασμάτων, εἶνε βασιλεὺς ἐκείνων μόνο ποὺ ἐλεύθερα τὸν πιστεύουν, τοῦ ἀνοίγουν τὴν θύρα τῆς καρδιᾶς τους καὶ τὸν δέχονται νὰ ἐνθρονισθῇ σ᾽ αὐτήν.
Τὴν ἡμέρα ὅμως τῆς δευτέρας παρουσίας του καὶ καθ᾽ ὅλη τὴν ἐν συνεχείᾳ αἰωνιότητα ὁ Χριστὸς θὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ ὅλους. Θὰ εἶνε παγκόσμιος βασιλεύς. Ὅλοι τότε θὰ πέσουν καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν.
Τότε ἐνώπιον αὐτοῦ «πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός» (Φιλ. 2,10-11). Καὶ τότε οἱ μὲν Ἡρῷδες καὶ Ἄννες καὶ Καϊάφες καὶ διῶκτες καὶ ἀρνηταὶ καὶ προδότες καὶ καθένας ποὺ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο στάθηκε ψυχρὸς ἢ καὶ ἀντιστάθηκε σ᾽ αὐτὸν καὶ στὴν Ἐκκλησία του, θὰ τρέμουν σὰν φύλλα φθινοπωρινά.
Οἱ φωνὲς ὅμως τῶν μυριάδων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, ἑνωμένες μὲ τὶς φωνὲς τῶν σεσωσμένων, ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημα «Τίς ἐστιν οὗτος ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης;», θὰ λένε· «Κύριος τῶν δυνά μεων, αὐτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Τμῆμα ἄρθρου, τὸ ὁποῖο ἐδημοσιεύθη στὴν καθαρεύουσα στὸ περιοδικὸ «Χριστιανικὴ Σπίθα» τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1994. Μεταγλώττισις καὶ ἀναπλήρωσις 20-4-2012.

Ὀφειλομένη ἀπάντησις πρός «θεράποντας τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας»* του μητροπολίτου Κυθήρων κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ


Ο Σφαγιασθεις απανθρωπως υπο των Αγριανθρωπων Ληστοσυμμοριτων Σερβων ρασοφορων, Αγιωτατος Επισκοπος ΑΡΤΕΜΙΟΣ ο απλους και Ανυποδητος, "Το μήλον της εριδος", των δεσποτοκολακων, ανθρωπαρεσκων και κακοδοξων, λεγομενων καθηγητων θεολογων (ο Θεος να τους καμη!) της Ουνιτικης Θεολογικης Σχολης Θεσσαλονικης (θεολογικον τμημα), εναντιον του οποιου γιουρουσικα, αναισχυντως, μανιωδως και ελεεινως καταφερονται.


Ὀφειλομένη  ἀπάντησις
πρός «θεράποντας τῆς Ἱερᾶς Ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας»*



του μητροπολίτου Κυθήρων κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ




Ἐν μέσῃ Μεγ. Τεσσαρακοστῇ ὅμιλος 28 ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν καί Καθηγητριῶν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ἀπευθύνεται ἐναγωνίως εἰς τόν Μακαριώτατον Πρόεδρον καί τά Μέλη τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἐκφράζει σοβαράς ἀνησυχίας, διότι«ὁρισμένα μέλη της (σ.σ. τά ὁποῖα ἐν συνεχείᾳ κατονομάζει καί ἀφοροῦν εἴς τε τό πρόσωπον τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ.Σεραφείμ καί εἰς τήν ταπεινότητά μου) προβαίνουν σέ πράξεις, πού ὑποσκάπτουν ὄχι μόνον τήν πορεία αὐτῶν τῶν διαλόγων, ἀλλά, ἀκόμη, καί αὐτήν τήν διορθόδοξο ἑνότητα δημιουργώντας προϋποθέσεις σχίσματος, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.


 Ἡ ἀνησυχία μας ἑδράζεται στό γεγονός ὅτι ἡ Ἱερά Σύνοδος ἕως στιγμῆς δέν ἤλεγξε τά μέλη της, Ἱεράρχες, γιά τήν ἄτοπη καί ἀντισυνοδική συμπεριφορά τους».
Καί, προϊούσης τῆς ἐπιστολῆς, γράφονται τά ἀκόλουθα διά τόν ὑποφαινόμενον Ἐπίσκοπον : «Συνῳδά πρός τόν Μητροπολίτη Πειραιῶς, καί ὁ συνώνυμός του, Σεβ. Μητροπολίτης Κυθήρων, καταφέρεται, ὅπως καί ὁ πρῶτος, ἐναντίον τοῦ Πατριαρχείου Σερβίας κατηγορώντας το γιά κακοδικία (χάριν συμφερόντων ἤ ἀπωλείας τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως) στήν περίπτωση τοῦ καθῃρημένου πρώην Ράσκας, μοναχοῦ Ἀρτεμίου, τόν ὁποῖο, μάλιστα, ἀμφότεροι οἱ προαναφερθέντες ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος χαρακτηρίζουν «κανονικό Ἐπίσκοπο», «ὁμολογητή» καί «ἅγιο». Τά ἐρωτήματα πού ἀναφύονται, ἐν προκειμένῳ, εἶναι προφανῆ: Ὑφίσταται, Μακαριώτατε, κοινωνία τῶν ὡς ἄνω Μητροπολιτῶν τῆς ἑλλαδικῆς διοικήσεως μέ ἕναν ἐγνωσμένα σχισματικό πρώην Ἐπίσκοπο; Ἀρνεῖται ἡ Ἱ. Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τήν δικαιοδοσία καί τήν κρίση τῶν συνοδικῶν ὀργάνων τῆς ἀδελφῆς Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας; Θεωροῦμε κανονικῶς καί ἐκκλησιολογικῶς ἀπαράδεκτο Ἐπίσκοποι ἀλλοτρίας Αὐτοκεφάλου διοικήσεως νά συνάπτουν κανονική κοινωνία μέ σχισματικούς, οἱ ὁποῖοι δροῦν εἰς βάρος τῆς τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας».


Εἰς τά ὡς ἄνω ἀποσπάσματα τῆς ἐν θέματι ἐπιστολῆς τῶν ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν -τριῶν, τά ὁποῖα ἀφοροῦν καί εἰς τό πρόσωπόν μου, ἐγκαλοῦμαι, μετά τοῦ ἁγίου Πειραιῶς, διά δύο τινα˙ α) διά «πράξεις, πού ὑποσκάπτουν ὄχι μόνον τήν πορεία αὐτῶν τῶν διαλόγων, ἀλλά, ἀκόμη καί αὐτήν τήν διορθόδοξον ἑνότητα δημιουργώντας προϋποθέσεις σχίσματος, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» καί β) δι᾿ ἀνάμειξιν εἰς κανονικήν ὑπόθεσιν τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριαρχείου Σερβίας καί σύναψιν «κανονικῆς κοινωνίας μέ σχισματικούς».


Καί, ἐπειδή αἱ αἰτιάσεις τῶν ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν -τριῶν εἶναι προφανῶς βαρεῖαι, ἐπαχθεῖς καί ἥκιστα τιμητικαί - λίαν προσβλητικαί δι' Ὀρθόδοξον Ἐπίσκοπον, θεωρῶ ὡς ἐπιτακτικήν τήν ὑποχρέωσίν μου νά παράσχω τάς ὀφειλομένας καί ἐπιβαλλομένας ἐξηγήσεις, διότι, τοιουτοτρόπως, ἀδίκως διασύρεται ἡ ἐπισκοπική τιμή καί ἰδιότης μου.


Χωρῶ, λοιπόν, σύν Θεῷ εἰς τήν ἀνασκευήν τῶν ἀνερείστων εἰς βάρος μου κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατόν, παραμένουσαι ἀναντίκρουστοι, νά ἐπῃρεάσουν καί σκανδαλίσουν τούς μή εἰδότας τήν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος. Ἄλλωστε εἶναι γνωστή ἐκ τοῦ «Γεροντικοῦ» ἡ ἄμεσος ἀντίδρασις τοῦ Μοναχοῦ Ὁσίου Ἀγάθωνος, ὅταν, δοκιμάζοντες αὐτόν, τοῦ ἀπέδωκαν σκοπίμως τήν κατηγορίαν τοῦ αἱρετικοῦ, ἐνῷ προηγουμένως ἐπεδείκνυε ἀδιαφορίαν, δι' ἄλλας ἀνυποστάτους κατηγορίας (π.χ. ἀμέλειαν, ἀνηθικότητα βίου κ.λπ.).


Ὡς πρός τήν πρώτην κατηγορίαν ἔχω νά ἀντείπω τά ἑξῆς :


1.                 Οὐδεμία γραπτή ἤ προφορική μου μαρτυρία ὑφίσταται, ἡ ὁποία τάσσεται κατά τῶν διαχριστιανικῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων διαλόγων. Βασική μου, ὅμως, θέσις, ὡς καί παντός ὀρθοδόξου πιστοῦ, εἶναι ὅτι οἱ ἐν θέματι διάλογοι δέν πρέπει νά εἶναι ἀπροϋπόθετοι, δηλ. χωρίς τάς ἀναγκαίας καί ἀπαραιτήτους θεολογικάς προϋποθέσεις, ὅπερ συμμερίζεται ἀπολύτως καί ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἑλλαδική Ἐκκλησία. Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι δέον νά εἶναι τίμιοιεἰλικρινεῖς καί ἀληθινοί. Διό θεωροῦνται ἐπιβεβλημέναι ἡ ταχεῖα κατάργησις τῆς Οὐνίας, ἡ ἄμεσος ἀνάκλησις τῆς δηλώσεως τοῦ σημερινοῦ πάπα Βενεδίκτου τοῦ 16ου ὅτι ἡ καθ' ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τυγχάνει ἐλλειματική, διότι δέν ἀναγνωρίζει τό παπικόν πρωτεῖον καί ἡ ἐν καιρῷ ἀναίρεσις ὅλων τῶν κακοδοξιῶν, αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καί πεπλανημένων δοξασιῶν τῶν ἑτεροδόξων (π.χ. θεωρία τῶν κλάδων, θεωρία περί δύο πνευμόνων, θεωρία ὅτι ἐκτός Ἐκκλησίας ὑπάρχει Ἐκκλησία, θεωρία περί διῃρημένης Ἐκκλησίας καί τῆς μή ὑπάρξεως μετά τό σχῖσμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ' ἐχούσης ἀνάγκην «συγκολλήσεως» τῶν ἀπεσχισθέντων τμημάτων τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν διά νά ἔχωμεν δῆθεν τήν Μίαν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν κ.ἄ.).


Ὅταν ἕνας Ἐπίσκοπος, τεταγμένος ἀπό Θεοῦ ἐπί σκοπόν, ἐπισημαίνει τήν ὕπαρξιν τῶν ὡς ἄνω θεολογικῶν προϋποθέσεων καί τήν ἀπάρνησιν τῶν κακοδοξιῶν, αἱρετικῶν διδασκαλιῶν καί πεπλανημένων δοξασιῶν- «ἑτεροδιδασκαλιῶν», ὑποσκάπτει τήν πορείαν τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων καί «αὐτήν τήν διορθόδοξο ἑνότητα δημιουργώντας προϋποθέσεις σχίσματος, ἐντός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»; ἤ καθηκόντως κράζει˙«στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετά φόβου, πρόσχωμεν»; Τά σχίσματα προκαλοῦνται ὄχι ἐκ τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως, ἀλλ' ἐκ τῆς ὠμῆς καί ἀπροκαλύπτου παραβιάσεως καί καταπατήσεως τῶν Ἱερῶν Κανόνων, καί


2. Ὡς Συνοδικόν μέλος τῆς τρεχούσης Συνοδικῆς περιόδου, διά τά θέματα αὐτά ἔδωκα ἐξηγήσεις ἐνώπιον τῆς Δ.Ι.Σ. ἐξ ἀφορμῆς τῆς πρό τοῦ Πάσχα ἀφιχθείσης σχετικῆς ἐπιστολῆς τοῦ Παναγ.Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.Βαρθολομαίου, ἡ ὁποία, κυρίως, ἀφεώρα εἰς τό πρόσωπον τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Πειραιῶς κ.Σεραφείμ, τό διηυρημένον Συνοδικόν, τό ὁποῖον ἐξεφώνησε κατά τήν Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τάς ἀντιοικουμενιστικάς κινήσεις του.
Ὁ Μακ.Πρόεδρος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Συνοδικοί σαφῶς ἐτοποθετήθημεν ἐπί τῶν θιγομένων θεμάτων τῆς Πατριαρχικῆς ἐπιστολῆς καί τά τηρηθέντα πρακτικά δύνανται νά μαρτυρήσουν περί αὐτοῦ, ἀλλά καί αὐτή ἡ Συνοδική ἀπάντησις, ἡ ὁποία διαπέμπεται κατ' αὐτάς εἰς τόν Παναγιώτατον. Καί πιστεύω ὅτι ἀμφότερα ταῦτα θά ἀπαμβλύνουν τήν ἀνησυχίαν τῶν ἐλλογιμωτάτων κκ.Καθηγητῶν  -τριῶν ἐκ τοῦ ὅτι μέχρι πρότινος «ἡ Ἱερά Σύνοδος δέν ἤλεγξε τά μέλη της, Ἱεράρχες, γιά τήν ἄτοπη καί ἀντισυνοδική συμπεριφορά τους».


Καί ὡς πρός τήν δευτέραν κατηγορίαν ἔχω νά δώσω τάς ἀκολούθους ἐξηγήσεις :


1.                 Δέν κατεφέρθην, οὔτε κατηγόρησα διά κακοδικίαν τό Πατριαρχεῖον Σερβίας, ἀλλ᾿ ἐπεσήμανα τήν ἔλλειψιν κανονικῆς δίκης εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ καθαιρεθέντος Ἐπισκόπου Ράσκας καί Πριζρένης Ἀρτεμίου.
Ἀντιγράφω, εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λεγομένων, ἀπόσπασμα τῆς ὑπ' ἀριθ.28/14-1-2011 ἐπιστολῆς μου πρός τόν Μακαριώτατον Πατριάρχην Σερβίας κ.Εἰρηναῖον, Πρόεδρον τῆς Πατριαρχικῆς Ἱ.Συνόδου :
«Ἐν συνοχῇ καρδίας καί μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ προάγομαι ὡς ὁ ἐλαχιστότερος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων, διά τῆς Ἱερᾶς ἡμῶν Συνόδου, νά ὑποβάλω πρός Ὑμᾶς καί τήν περί Ὑμᾶς Ἱεράν Πατριαρχικήν Σύνοδον τήν ἀκόλουθον θερμοτάτην ἔκκλησιν, μηδόλως προτιθέμενος νά ὑπεισέλθω εἰς τά interna corporis, οὐδέ νά ἀναμειχθῶ εἰς τά ἐσωτερικά τῆς καθ' Ὑμᾶς Ἁγιωτάτης κατά Σερβίαν Ἐκκλησίας. Ἁπλῶς καί μόνον, ἀναφερόμενος εἰς τήν πρόσφατον ἔκπτωσιν ἐκ τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Θρόνου τῆς Ἱερᾶς Ἐπισκοπῆς Ράσκας καί Πριζρένης τοῦ Πανιερωτάτου Ἐπισκόπου κ.Ἀρτεμίου καί τήν ἐν συνεχείᾳ καθαίρεσιν αὐτοῦ ἀπό τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος καί ἐξαγορευόμενος ταπεινῶς τήν βαθεῖαν λύπην καί ὀδύνην τῆς καρδίας μου διά τά γενόμενα, δίχα τῆς ὑπό τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας προβλεπομένης κανονικῆς διαδικασίας (ἀπαγγελία κανονικοῦ παραπτώματος, ἀνακριτική διαδικασία, παροχή ἐξηγήσεων, εἰσαγωγή εἰς δίκην, κανονική δίκη, ἀπολογία καί καταδίκη ἐρειδομένη εἰς τήν παράβασιν συγκεκριμένων Ἱερῶν Κανόνων ἤ πολιτειακῶν νόμων), παρακαλῶ καί ἱκετεύω τήν Μακαριότητα καί τήν Σεβασμιότητα ἤ Πανιερότητα Ὑμῶν ὅπως, «ἐκθέμενοι φιλανθρωποτέραν ψῆφον», κατά τούς Ἱερούς Κανόνας, εὐαρεστηθῆτε καί στέρξητε εἰς ἀναψηλάφησιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ καθαιρεθέντος Ἱεράρχου, προκειμένου ὅπως τηρηθῇ ἡ κατά τά ὡς ἄνω ὁριζομένη ἱεροκανονική διαδικασία, ἥτις καί ἐναρμονίζεται εἰς τήν ἀπ' αἰώνων ἁγίαν ἡμῶν Ὀρθόδοξον Παράδοσιν.


Μακαριώτατε, Ἅγιοι Συνοδικοί,
                   Δέν θεωρῶ ἐμαυτόν ἁρμόδιον νά ὑποδείξῃ εἰς Ὑμᾶς τάς σχετικάς ἐπιταγάς τοῦ Εὐαγγελικοῦ Νόμου καί τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς κατ' Ἀνατολάς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, εἰς ἥν ἀπό κοινοῦ ἀνήκομεν. Δέν ἐπιτρέπω εἰς τόν ἑαυτόν μου νά κρίνῃ ἤ ἐπικρίνῃ τά πρό καί ἄχρι τῆς γενομένης καταδίκης τοῦ εἰς ὅν ἐπεβλήθη ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν Ἀδελφοῦ μας Ἀρτεμίου. Εἶναι σοβαρότατα θέματα, ἀφορῶντα εἰς τήν εὐθύνην καί τήν θείῳ δικαίῳ ὀρθήν ἀντιμετώπισιν τῆς καθ' Ὑμᾶς Ἁγιωτάτης Αὐτοκεφάλου Σερβικῆς Ἐκκλησίας. Δέν δύναμαι, ὅμως, ὡς Ἐπίσκοπος μέν τῆς μικροτέρας Μητροπολιτικῆς Ἐπαρχίας, ἀλλ' ἐν ταὐτῷ καί τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νά μή ἐπισημάνω εὐλαβῶς τήν προδήλως ζημιογόνον ὑπέρβασιν τῶν σχετικῶν ἱεροκανονικῶν διατάξεων καί τῆς κανονικῆς τάξεως, οὐδέ νά ἀποκρύψω τό ἀποκυηθέν συνειδησιακόν μου πρόβλημα ἐκ τῶν  συμβεβηκότων τῷ οὕτω πως καταδικασθέντι συνεπισκόπῳ μου, μεθ' οὗ δέν προϋπῆρξε ἤ ὑπάρχει γνωριμία τις ἤ ἐπικοινωνία καί ἐπαφή. Δέν μοῦ εἶναι δυνατόν, προσέτι, νά ἀποσιωπήσω τήν προαίσθησιν τοῦ φόβου προκλήσεως ἑνός νέου σχίσματος εἰς τούς κόλπους τῆς Ἁγιωτάτης Ὑμῶν Ἐκκλησίας, τό ὁποῖον, κατά τόν Ἱερόν Χρυσόστομον «οὐδέ αἷμα μαρτυρίου δύναται νά ἀποπλύνῃ»˙ γίνεται εὐκόλως καί ἀπογίνεται οὐ ῥαδίως. Καί, τέλος, δέν δύναμαι νά παραβλέψω καί νά μή ἐπισημάνω προσηκόντως τά ὀλέθρια ἀποτελέσματα καί τά ἀνεπούλωτα εἰσέτι τραύματα, τά προελθόντα ἐκ τῆς ἐπιβολῆς ἀντικανονικῶν νόμων τῆς περιόδου τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ - δικτατορικοῦ καθεστῶτος (1967-1974) εἰς τήν Ἑλλαδικήν ἡμῶν Ἐκκλησίαν, ὡς ἦσαν ὁ Α.Ν. 214/1968 καί αἱ Συντακτικαί πράξεις 3 καί 7/1974, ἐξ ὧν  ἐπί 40ετίαν περίπου δέν ἔπαυσε νά ταλανίζεται καί σήμερον ἡ Ἐκκλησία τῆς χώρας μας».


 Βαθυσεβάστως ὑπέβαλα, ὡς διαπιστώνει πᾶς τις, θερμοτάτην ἔκκλησιν ὅπως ἡ Ἱερά Πατριαρχική Σύνοδος, «ἐκθεμένη φιλανθρωποτέραν ψῆφον», εὐαρεστηθῇ καί στέρξῃ εἰς ἀναψηλάφησιν τῆς ἐν θέματι ὑποθέσεως. Αὐτό δέν συνιστᾶ καταφοράν ἤ ἀπαγγελίαν κατηγορίας διά κακοδικίαν. Τό ταπεινόν αἴτημά μου ἦτο νά ὑπάρξῃ κανονική δίκη μεθ' ὅλων τῶν προϋποθέσεων, τάς ὁποίας ὁρίζει τό κοινόν δι' ἅπαντας τούς Ὀρθοδόξους Κανονικόν Δίκαιον, καί οὐδέν πλέον.


Ὅταν δέ ἡ μετά διακρίσεως γενομένη παρέμβασίς μου αὐτή παρεθεωρήθη δέν ἠκολούθησε «ἄτοπη καί ἀντισυνοδική συμπεριφορά μου». Κατέθεσα ἁρμοδίως τόν ἐπισκοπικόν μου λογισμόν καί ἡ οἰκεία Πατριαρχική Σύνοδος ἐπωμίσθη ἐξ ὁλοκλήρου τήν εὐθύνην αὐτῆς. Δέν ἐκάλεσα εἰς τήν Ἐπαρχίαν μου τόν διά τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν ἀποβληθέντα ἐκ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἄνευ τῆς κανονικῆς διαδικασίας, Ἐπίσκοπον, οὔτε συμμετεῖχα, παρ' ὅτι ἐκλήθην, εἰς γενομένας ἐντός τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου συνάξεις, παρόντος ἐκείνου, διά νά μή θεωρηθῇ τοῦτο σύμπηξις παρασυναγωγῆς.


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ μέγας ἠδικημένος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἀδίκως καθαιρεθείς ὑπό ληστρικῆς συνόδου καί ἀκολουθήσας «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν» τόν δρόμον τῆς ἐξορίας, ἐρωτηθείς ὑπό Ἐπισκόπων - πνευματικῶν του τέκνων διά τήν στάσιν τήν ὁποίαν ἔπρεπε νά τηρήσουν μετά τήν ἄδικον καί ἀντικανονικήν του καθαίρεσιν ἀπήντησε ἐμπνευσμένως : θά κοινωνήσετε μετά τοῦ διαδόχου μου πρός ἀποφυγήν σχίσματος, ἀλλά δέν θά ὑπογράψετε τήν καταδίκην μου, διότι εἶναι ἄδικος. Αὐτήν τήν τακτικήν ἀκολουθῶν, ἔχω μέν τήν πεποίθησίν μου, ὅπως πᾶς τις εὐσυνείδητος καί ἀκριβοδίκαιος δικαστής ἀποκτᾷ εἰς ἑκάστην περίπτωσιν τήν δικανικήν του πεποίθησιν, περί τῶν γενομένων ἀντικανονικῶν πράξεων, ἀλλ' αἱ εὐθύναι ἀνήκουν εἰς τήν ἁρμοδίαν Ἐκκλησιαστικήν Ἀρχήν. Εἰς παρομοίαν περίπτωσιν, καθ' ἥν 12 Μητροπολῖται τῆς Ἑλλαδικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας ἀπεμακρύνθησαν, δυνάμει τῶν ὑπ' ἀριθ. 3 καί 7 συντακτικῶν πράξεων τοῦ δικτατορικοῦ καθεστῶτος, ἐν ἔτει 1974, ἄνευ κατηγορίας, κανονικῆς δίκης καί ἀπολογίας, ὡς προελέχθη, ἐκ τῆς διαποιμάνσεως τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων αὐτῶν, ὁ ἐπιφανής Κανονολόγος ἀείμνηστος Ἀρχιμανδρίτης π.Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος (πνευματικός πατήρ τοῦ ἀειμνήστου Καθηγητοῦ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου Κωνσταντίνου Μουρατίδου, ὁ ὁποῖος ἀνεγνώριζε τήν ἀξίαν του ὡς σπουδαίου Κανονολόγου, παρ' ὅτι δέν εἶχε τήν ἰδιότητα τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Διδασκάλου) ἐγνωμοδότησε ὅτι, διά τόν ὡς ἄνω λόγον, οἱ ἐν θέματι Μητροπολῖται παρά τά ἀντικανονικῶς γενόμενα, οὐδέποτε ἀπεστερήθησαν τῆς ἰδιότητος τοῦ Κανονικοῦ Μητροπολίτου.


Συνελόντ' εἰπεῖν, ταπεινῶς φρονῶ ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, πέρα τῆς ὑπαγωγῆς αὐτοῦ εἰς τήν οἰκείαν Ἱεράν Σύνοδον, ἡ ὁποία εἶναι δι' αὐτόν ἡ Ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστική Ἀρχή, ἀνήκει ἐν ταὐτῷ καί εἰς τήν καθόλου Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν καί ἔχει λόγον διά τά θεολογικά, δογματικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ἀφορῶντα εἰς Αὐτήν. Δι᾿ αὐτόν τόν λόγον εἰς τήν ὀψέποτε συγκληθησομένην Οἰκουμενικήν ἤ Πανορθόδοξον Σύνοδον συμμετέχει ἀπαραιτήτως ὡς διαποιμαίνων Ὀρθόδοξον ποίμνιον. Ἡ ἀναφορά του εἰς τά θέματα αὐτά δέν θεωρεῖται παρέμβασις εἰς τά ἐσωτερικά ἄλλης Ὁμοδόξου Ἐκκλησίας (μετά τῆς ὁποίας, ὅμως, καί μεθ' ὅλων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν κοινόν εἶναι τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον, κοινή ἡ θεολογική καί ἐκκλησιαστική παράδοσις, κοινόν τό Ἱερόν Πηδάλιον τῶν Θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, κοινή ἡ δογματική διδασκαλία, κοινή ἡ Ἱερά καί ἡ Πατερική παράδοσις).


Τό ὀρθόδοξον πλήρωμα ἀναμένει ἀπό τούς σεβαστούς  Πανεπιστημιακούς διδασκάλους τήν ἐπιβαλλομένην εὐαισθησίαν εἰς τά κανονικά - ἐκκλησιολογικά καί δογματικά θέματα, τά ὁποῖα ἀναφύονται, ὅπως τά ζητήματα τῆς «μεταπατερικῆς» καλουμένης θεολογίας, τῆς μετανεωτερικότητας, τῆς συμμετοχῆς ἐν ὥρᾳ Θείας Λατρείας ἑτεροδόξων (Ρωμαιοκαθολικοῦ καί Ἀρμενίου κληρικοῦ ἐνδεδυμένων τά ἱερατικά των ἄμφια καί διερχομένων διά τῆς Ὡραίας Πύλης τοῦ ἐν Φαναρίῳ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ κατά τόν Μέγαν Πατριαρχικόν Ἑσπερινόν τῆς Ἀγάπης, Πάσχα 2012 καί ἀναγνωσάντων τό Ἱερόν Εὐαγγέλιον εἰς τήν γλῶσσαν των), ἀκοινωνήτων ὄντων, κατά τήν ἠπιωτέραν ἔκφρασιν τοῦ 10ουἈποστολικοῦ Κανόνος, τῆς συμμετοχῆς Ὀρθοδόξων Προκαθημένων κατά τήν «Παγκόσμια Ἡμέρα προσευχῆς τῶν Θρησκειῶν γιά τήν εἰρήνη», παρόντος τοῦ Πάπα καί τῶν ἀρχηγῶν ὅλων τῶν θρησκειῶν (καί ἐκπροσώπων θρησκειῶν βουντού, δηλ. μαγείας), ὅλων αὐτῶν ὡς «Προσκυνητῶν τῆς ἀληθείας καί τῆς εἰρήνης», κρατούντων ὅλων ἀπό μίαν ἀναμμένην κανδήλαν εἰς Ἀσίζην τῆς Ἰταλίαν (Ὀκτώβριος 2011) κ.λπ., κ.λπ.


Θεάρεστον θά ἦτο, πάντως,  νά μή παρέχῃ κανείς πράγματα εἰς τούς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, λοιπούς Κληρικούς, Μοναχούς καί λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι χωρίς καμμία σκοπιμότητα, ἀλλ᾿ ὡς κατενώπιον Θεοῦ, ἐν καθαρᾷ συνειδήσει, ἀγωνίζονται ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τῆς ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, παρά τάς τυχόν ἀνθρωπίνας ἐλλείψεις καί ἀδυναμίας πού ἔχουν καί ἐκεῖνοι. Οἱ καιροί, τούς ὁποίους διερχόμεθα εἶναι λίαν χαλεποί καί ἀποκαλυπτικοί. Πρόσχωμεν!
------------------------------------------------


Τούς Ἐλλογιμωτάτους κκ.Εὐαγγελίαν Ἀμοιρίδου, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν, Χρῆστον Ἀραμπατζῆν, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Χαράλαμπον Ἀτματζίδην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν,Διονύσιον Βαλαῆν, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Πέτρον Βασιλειάδην, Καθηγητήν, Μόσχον Γκουτζιούδην, Λέκτορα, Ἠλίαν Εὐαγγέλου, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Ἀγγελικήν Ζιάκα, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν, Φώτιον Ἰωαννίδην, Ἀναπληρωτήν Καθηγητήν, Δημήτριον Καϊμάκην, Καθηγητήν, Ἰωάννην Καραβιδόπουλον, Ὁμότιμον Καθηγητήν, Ἄνναν Κόλτσιου - Νικήτα, Ἀναπληρώτριαν Καθηγήτριαν, Δήμητραν Κούκουρα, Καθηγήτριαν, Ἀντωνίαν Κυριατζῆν, Λέκτορα, Μιλτιάδην Κωνσταντίνου, Καθηγητήν, Νικόλαον Μαγγιῶρον, Ἐπίκουρον Καθηγητήν,Γεώργιον Μαρτζέλον, Καθηγητήν, Βασιλικήν Μητροπούλου, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν,Ἰωάννην Μούρτζιον, Ἀναπληρωτήν Καθηγητήν, Παναγιώτην Παχῆν, Καθηγητήν, Ἰωάννην Πέτρου, Καθηγητήν, Παναγιώτην Σκαλτσῆν, Ἀναπληρωτήν Καθηγητήν, π. Ἰωάννην Σκιαδαρέσην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Χρυσόστομον Σταμούλην, Καθηγητήν, Χρῆστον Τσιρώνην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Στυλιανόν Τσομπανίδην, Ἐπίκουρον Καθηγητήν,Παναγιώτην Ὑφαντῆν, Ἐπίκουρον Καθηγητήν, Γλυκερίαν Χατζούλη, Ἐπίκουρον Καθηγήτριαν


πηγή

Σμηναγός Κωνσταντίνος Ηλιάκης. (23 Μαΐου 2006), 6 χρόνια από την τραγική απώλεια


πηγή


Στις 23 Μαΐου 2006, στο πλαίσιο επιχειρησιακών ετοιμοτήτων αεροσκαφών επιφυλακής, προγραμματίστηκε από την 115 Πτέρυγα Μάχης /343Μοίρα, ζεύγος αεροσκαφών F-16C block 52+ με χαρακτηριστικά κλήσης “STAR 550″, με Νο1 τον Σμηναγό (Ι) Κωνσταντίνο Ηλιάκη και τον Υποσμηναγό (Ι) Πρόδρομο Κολτσίκογλου ως Νο2 του σχηματισμού σε ετοιμότητα 60 λεπτών.
Τα αεροσκάφη του σχηματισμού, που από τις 09.35 είχαν μεταπέσει σε ετοιμότητα των 5 λεπτών, απογειώθηκαν με διαδικασία scramble από το Α/Δ της 115 ΠΜ στη Σούδα στις 12.06, κατόπιν εντολής του Εθνικού Κέντρου Αεροπορικών Επιχειρήσεων (ΕΚΑΕ) και κατευθύνθηκαν προς την περιοχή της Καρπάθου για αναγνώριση τουρκικού σχηματισμού αεροσκαφών.

Η απογείωση έγινε όταν τα τουρκικά αεροσκάφη βρίσκονταν σε απόσταση 40 ν.μ. βόρεια – βορειοανατολικά της Ρόδου εντός του FIR Αθηνών. Στις 12.37 τα δύο ελληνικά F-16C Block 52+ απέκτησαν οπτική επαφή με τον τουρκικό σχηματισμό που αποτελούνταν από αεροσκάφος τακτικής αναγνώρισης RF-4E Phantom II της 113 Μοίρας Isik (“Φως”) που εδρεύει στην 1η Βάση Αεριωθουμένων (1st AJU) στο Εσκισεχίρ και δύο οπλισμένα μαχητικά F-16C της 192 Μοίρας με κωδικό κλήσης Kaplan (“Τίγρης”) της 9ης Βάσης Αεριωθουμένων (9th AJU) που εδρεύει στην αεροπορική βάση Μπαλικεσίρ. 
Ο σχηματισμός είχε απογειωθεί από το προκεχωρημένη βάση του Νταλαμάν πλησίον της Αλικαρνασσού με τα τα ραντάρ της Κρήτης να έχουν εντοπίσει την μεταστάθμευση των τουρκικών μαχητικών από την προηγούμενη ημέρα. Ο τουρκικός σχηματισμός εκτελούσε αποστολή επιθετικής αναγνώρισης της Ανατολικής Κρήτης, περιοχής στην οποία είναι ανεπτυγμένα τα αντιαεροπορικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς S-300 PMU1 της Πολεμικής Αεροπορίας.

Σε απόσταση 8 ν.μ. ανατολικά της Καρπάθου, εντός του Εθνικού Εναέριου Χώρου και σε ύψος 27.000 ποδών, το ελληνικό Νο1 με χειριστή τον Σμηναγό (Ι) Κων/νο Ηλιάκη (F-16C Block52+ με serial number 514) δέχεται εντολή από το 3ο Κέντρο Ελέγχου Περιοχής (ΚΕΠ) να προχωρήσει στη διαδικασία αναγνώρισης του προπορευόμενου RF-4E.
To τουρκικό Νο1 με χειριστή τον υποσμηναγό Halil Ibrahim Ozdemir (F-16C Block 50 με s/n 93-0684) πραγματοποιεί επικίνδυνο, βίαιο ελιγμό (barrel roll) σε απόσταση εντός των 1000 ποδών από το ελληνικό αεροσκάφος για αποτροπή της προσέγγισής του τελευταίου στο τουρκικό RF-4E με αποτέλεσμα την πρόσκρουση και εν συνεχεία έκρηξη, από την οποία επήλθε ο θάνατος του Έλληνα Ιπταμένου ενώ ο Τούρκος χειριστής εγκατέλειψε επιτυχώς. Το ελληνικό Νο2 λαμβάνει διαταγή να απομακρυνθεί άμεσα από την περιοχή.

Στις 12.47 το Εθνικό Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου ανιχνεύει σήμα εγκατάλειψης F-16, ειδοποιεί το Εθνικό Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΕΚΣΕΔ) και δίνει εντολή να απογειωθούν δύο ελικόπτερα AS-322C1 Super Puma από Ρόδο και Ηράκλειο. Στις 13.04 αεροσκάφος C-130H της 356ΜΤΜ / 112ΠΜ εξοπλισμένο με συλλογές διάσωσης απογειώνεται από το Α/Δ Ελευσίνας. Παράλληλα οι Ένοπλες Δυνάμεις μεταπίπτουν σε πολεμική ετοιμότητα καθώς εκδίδεται στρατιωτικό σήμα κατ΄εντολή Α/ΓΕΕΘΑ για εφαρμογή των μέτρων «ΗΡΑΚΛΗΣ».

Στις 13.45 καταφθάνει στη περιοχή το ελληνικό Ε/Π από τη Ρόδο και ο Τούρκος χειριστής επιβιβάζεται στο παραπλέον φορτηγό πλοίο GAS CENTURY σημαίας Παναμά με αριθμό νηολογίου S/N IMO 9249685 για να μην περισυλλεγεί από Έλληνες διασώστες.
Στις 14.29 ο τότε Α/ΓΕΕΘΑ Π. Χηνοφώτης εκδίδει από το ΕΘΚΕΠΙΧ την ακόλουθη διαταγή: “Εντολή Α/ΓΕΕΘΑ για παράδοση τούρκου πιλότου στο τουρκικό πλήρωμα έρευνας-διάσωσης με τρόπο όμως ώστε να φανεί ότι η παράδοση έγινε από την ελληνική προς τη τουρκική πλευρά.Η παράδοση να καταγραφεί από κάμερα“.
strategyreports.wordpress.com
ellinika-ftera.blogspot.com

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...