Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillet Lev Fr.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Gillet Lev Fr.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 21, 2015

Η Ανάληψη του Κυρίου: Η κατάκτηση των επουράνιων αγαθών


Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχα­λινής περιόδου, είναι σπάνιο να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα της Αναλήψεως. Ξέ­ρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις με­γαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως, μας φαίνεται σαν αναχώρηση, σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Οι μαθη­τές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε η λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως «υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης» (Λουκ. 24:36-53). Για­τί η Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς;
analipsiskatakt2
Καταρχάς, διότι η δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. Ολοκλήρω­σε το έργο που Του ανέθεσε ο Πατήρ, και προς Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δο­ξαστεί στον ουρανό. Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι σημαντικό­τερες για μας από την «αισθητή παρηγοριά» που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε με τη δική Του χαρά.
Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γεγονός ότι ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυ­τρωτικό έργο του Υιού. Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της απο­δοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό. Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντι­προσωπεύει τον καπνό του ολοκαυτώμα­τος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς τον Θεό. Η θυσία έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα, όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυ­σία Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκλη­ρώθηκε.
Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πα­τέρα. Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την αν­θρωπότητα. Κατακτούμε «μέσω πληρεξου­σίου» τα επουράνια αγαθά: «Όντας ημάς νεκρούς τοις παραπτώμασι… συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού». Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θέση στη Βασιλεία. Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.
Η Ανάληψη καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο παρούσα και επί­καιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνι­μη κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας. Κάτι σαν υστε­ρόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου, του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη. Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή μας δεν είναι παρά ο πρόλο­γος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό θα εί­ναι το κείμενο· και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη εικόνα, η γήινη ζωή μας είναι μια σήραγγα -στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- που ο­δηγεί σ’ ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο. Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μας τώρα. Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυ­τό που θα είναι στο μέλλον: «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε… α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν».
Στον Όρθρο της σημερινής εορτής ψάλλουμε: «Αγγελικώς οι εν κόσμω πανηγυρίσωμεν…». Πράγ­μα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσό­τερο τους αγγέλους, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από αυτά που γεύθηκαν αυ­τοί, όταν ο Υιός επέστρεψε εν δεξιά του Πατρός. Ας μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους, που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας: «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και απεκδεχόμεθα σωτήρα Κύριον Ιησούν Χριστόν». Η ζωή μας θα μεταμορφωνό­ταν, εάν, ήδη από τώρα, ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων εκείνων που αγαπούμε.
Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιη­σού, παρέμεναν πλήρεις ελπίδας, διότι ήξε­ραν ότι θα τους εδίδετο το Πνεύμα. Τους παρήγγειλε «από Ιερουσολύμων μη χωρίζεσθαι, αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός…». Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού, αλλά δεν έχει πάρει ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής. Ο Ιησούς φεύγο­ντας μάς σταθεροποιεί σε μια στάση, όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπι­στοσύνη προσμονής.
«Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν επέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.» Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως. Εάν ο Ιη­σούς απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν ε­μείς Τον προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανε­βαίνει, θα σηκωθούμε γεμάτοι με καινούρ­για δύναμη -καρπό της ευλογίας και της προσκύνησης- και θα επιστρέφουμε, όπως οι απόστολοι, «μετά χαράς μεγάλης».
( Lev Gillet, Πασχαλινή κατάνυξη, εκδ. Ακρίτας, σ. 124-128)

Παρασκευή, Απριλίου 24, 2015

« Εἰρήνην τὴν ἐµὴν δίδωµι ὑµῖν »

Gillet Lev Fr. ((1893- 1980))

Ὁ Λυτρωτὴς δίνει τὴν εἰρήνη του στούς µαθητὲς του τή στιγµή πού πρόκειται νά µπῆ στήν περιοχή τοῦ Πάθους του. Ἔχοντας µπροστὰ του τὴν τροµακτικὴ ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν ἄµεσο θάνατο µιλάει γιά τὴν εἰρήνη του καὶ µεταγγίζει τὴν εἰρήνη του. Ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τή στιγµή παραµένει ὁ κύριος τῆς εἰρήνης, ἡ δύναµή της δέν θὰ ἐγκαταλείψη τὸ µαθητή στίς µικρότερες θύελλες πού θ’ ἀντιµετώπιση.

«Ἐγὼ δὲ λέγω µὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ» (Ματθ. 5, 39). Λόγος σκανδαλώδης καὶ πολὺ παράξενος στά µάτια τῶν ἀνθρώπων — τῶν ἀνθρώπων γενικὰ κι ὄχι µόνο τῶν ἀπίστων. Τὸ ἀριστερὸ µάγουλο πού πρέπει νά στρέψωµε σ’ αὐτόν πού µᾶς ἐρράπισε τὸ δεξιό. Τὸ ἱµάτιο πού πρέπει ν’ ἀφήσουµε σ’ αὐτόν πού µᾶς πῆρε καὶ τὸ χιτώνα. Τὰ δύο µίλια πού πρέπει νά περιπατήσουµε µ’ ἐκεῖνον πού µᾶς ἀγγάρεψε ἕνα µίλι. Ἡ εὐλογία πού πρέπει νά δώσουµε στόν ἄλλο πού µᾶς καταράσθηκε. Τὶ ὑποδοχὴ βρίσκουν οἱ ἐντολὲς αὐτὲς µεταξὺ ἐκείνων πού θὰ ἔπρεπε πρῶτοι νά τὶς δεχθοῦν καί νά τὶς καταλάβουν; Ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης τοῦ ἐχθροῦ, τόσο στό πεδίο τῆς διεθνοῦς, ὅσο καὶ στό ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς ζωῆς, ἔχει ἄραγε ἐπαρκῶς ἐξερευνηθῆ; «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύµατος ἐστε...» (Λουκ. 9, 55).

Εὐαγγελικὴ «µή-ἀντιστάση». Ἡ ἐκλογὴ δέν ἔγκειται στό νά διαλέξουµε µεταξὺ τοῦ νά πολεµήσουµε καὶ νά µὴν πολεµήσουµε. Ἀλλὰ µεταξὺ τοῦ νά πολεµήσουµε καὶ τοῦ νά ὑποφέρουµε καὶ διὰ τοῦ πόνου νά νικήσουµε. Οἱ µάχες δηµιουργοῦν τὶς φαινοµενικὲς νίκες, ποὺ δέν εἶναι παρὰ αὐταπάτη καὶ µαταιότης, ἐφόσον ὑψίστη πραγµατικότης εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Ὁ πόνος τοῦ µὴ ἀντισταµένου ἀναγγέλλει καὶ τονίζει αὐτὴν τὴν ὑπέρτατη πραγµατικότητα τοῦ Ἰησοῦ. Τέτοια εἶναι ἡ πραγµατικὴ νίκη. «Ἱκανόν ἐστι» (Λουκ. 22, 38), λέει ὁ Ἰησοῦς, ὅταν οἱ µαθηταὶ του τοῦ παρουσιάζουν δύο µάχαιρες. Οἱ µαθηταὶ δέν εἶχαν καταλάβει τὸ νόηµα ἐκείνης τῆς ἄλλης φράσεως: «ὁ µὴ ἔχων (βαλάντιον) πωλησάτω τὸ ἱµάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγορασάτω µάχαιραν» (Λουκ. 22, 36). Ὁ Ἰησοῦς εἶχε θελήσει νά πῆ: Ὑπάρχουν ἐποχές πού πρέπει νά θυσιάσουµε ἀκόµη κι αὐτό πού φαίνεται τελείως ἀναγκαῖο. Γιά νά µπορέσουµε ἔτσι νά συγκεντρώσουµε τὴν ἐπαγρύπνησή µας στίς ἐφόδους τοῦ κακοῦ. Μὰ τόσο ἡ ἐπίθεση, ὅσο καὶ ἡ ὑπεράσπιση ἀνήκουν στόν κόσµο τοῦ πνεύµατος.

Ὁ Ἰησοῦς προχωρεῖ µπροστὰ πρὸς συνάντηση τῆς σπείρας πού ἐρχόταν νά τὸν συλλάβη «µετὰ φανῶν καὶ λαµπάδων καὶ ὅπλων» (Ἰωαν. 18, 3). Προχωρεῖ ἐλεύθερα, αὐθόρµητα πρὸς τὸ Πάθος του.

Ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει τὸ δοῦλο τοῦ ὁποίου ὁ Πέτρος εἶχε ἀποκόψει τὸ ἕνα αὐτί. Ὄχι µόνο δέν θέλει νά τὸν ὑπερασπισθοῦν οἱ µαθηταὶ του χρησιµοποιώντας βία — «ἐᾶτε ἕως τούτου» (Λουκ. 22, 51) λέει — ἀλλά καὶ θεραπεύει τὸ κακό πού εἶχε προκαλέσει ἡ µάχαιρα τοῦ Πέτρου. Εἶναι τὸ µόνο θαῦµα πού ἐνήργησε ὁ Ἰησοῦς κατὰ τή διάρκεια τοῦ Πάθους του.

Ἡ µή ἀντιστάση, τῆς ὁποίας ὁ Ἰησοῦς δίνει τὸ παράδειγµα, δέν εἶναι ἀποδοχὴ τοῦ κακοῦ ἤ καθαρή παθητικότης. Εἶναι θετικὴ ἀντίδραση. Ἀπάντηση τὴν ὁποία ἡ ἀγάπη, αὐτὴ ἡ ἀγάπη πού ἐνσαρκώνει ὁ Ἰησοῦς, ἀντιθέτει τίς ἐπιθέσεις τῶν κακῶν. Ὡς ἄµεσο ἀποτέλεσµα φαίνεται ἡ νίκη τοῦ κακοῦ. Μὰ στή µακρὰ συνέχεια ἡ δύναµη τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ πιὸ ἰσχυρή. Ἡ ἀνάσταση ἀκολούθησε τὸ Πάθος. Ἡ µή-ἀντιστάση τῶν µαρτύρων ἔκαµψε καὶ σαγήνευσε τοὺς διῶκτες. Τὸ αἷµα πού χύθηκε ἐξασφάλισε τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰρηνιστικὴ κινήση ἀδύναµη καὶ γεµάτη ἀοριστία; Ὄχι! Φλόγα πού καίει καὶ νικᾶ. Ἐὰν ὁ Ἰησοῦς στή Γεσθηµανῆ εἶχε ζητήσει ἀπὸ τὸν Πατέρα τή βοήθεια δώδεκα λεγεώνων ἀγγέλων, δέν θὰ ὑπῆρχε οὔτε Πάσχα οὔτε Πεντηκοστή.



Μετάφραση Δηµητρίου Τρακατέλλη, Ἀρχιεπισκόπου Ἀµερικῆς

Δευτέρα, Απριλίου 20, 2015

Πρὸς Ἐμμαούς


 


«...Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς ... Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς...»
(Λουκ. κδ΄, 13-15)

Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσωμε, νὰ ἐξετάσωμε καλύτερα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλον μαθητὴν καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.
Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπλησίαζεν ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστόν. Κάποιες φόρες, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστόν. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους• τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπον, ἀμέσως. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ ἰδικήν του πρωτοβουλίαν, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται εἰς τὸν δρόμον τους, εἰς τὴν πορείαν τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος ἐπὶ τοῦ «φρέατος (δηλαδὴ τοῦ πηγαδιοῦ) τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθη.
Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν μαθητῶν, ὁποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγισις εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπον, ἔμπροσθεν αὐτῶν· ὅτι δὲν ἐβάδιζε κατ’ ἀντίθετον κατεύθυνσιν, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησίν τους. Ἔτσι, οἱ μαθηταὶ δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποιαν ἀπόστασιν. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζων ὄπισθεν αὐτῶν εἰς κάποιαν ἀπόστασιν, τελικῶς ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς ἐπλησίασε. Ἀρχικῶς, ἐβάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθηταὶ ὅτι τοὺς συνώδευεν, ἕως ὅτου τοὺς ἐπλησίασε τόσον, ὅσον νὰ ἀκούη τὸν ἦχον τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς ἐπρόφθασε καί, ἐρχόμενος εἰς τὸ πλευρόν τους, ἔλαβεν εὐθὺς μέρος εἰς τὸν διάλογον, εἰς τὴν συζήτησιν ὁποὺ εἶχαν.
Ἡ προσέγγισίς Του δὲν ἦταν μόνον τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς ἐπλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσον τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων• καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπον ἀνάλογον ἐκείνου, ὁποὺ ἐπλησίασε τοὺς μαθητὰς κατὰ τὴν πορείαν τους πρὸς Ἐμμαούς.
Κάποιοι ἄνθρωποι συναντοῦν τὸν Ἰησοῦν «κατὰ πρόσωπον»• Τὸν γνωρίζουν ὀλίγον ἕως πολύ• γνωρίζουν πῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς Αὐτόν, καὶ ἔχουν μάθει νὰ ἀντιλαμβάνωνται πότε Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται πρὸς αὐτούς. Ὅμως σήμερα, διὰ τὸν περισσότερον κόσμον, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἄγνωστος. Ἔτσι, ὡς ἕνας ἄγνωστος λοιπόν, τοὺς πλησιάζει προφθάνοντάς τους καθ’ ὁδόν, ὅπως καὶ τοὺς μαθητὰς πρὸς Ἐμμαούς. Τοὺς πλησιάζει μὲ τέτοιον τρόπον, ὡς νὰ εἶναι κάποιος ἄγνωστος εἰς αὐτούς, ἀλλὰ ἄγνωστος συγγενής τους.
Συνήθως, σκεπτόμεθα τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δίχως νὰ ἔχωμε τὴν παραμικρὰν πρόθεσιν νὰ ἀναμείξωμε τὸν Χριστὸν εἰς τοὺς συλλογισμούς μας. Καὶ ἰδού, ὁποὺ ὁ Χριστὸς παρεμβάλλεται εἰς τὴν σκέψιν μας χωρὶς νὰ τὸ παρατηρήσωμε. Εἰσχωρεῖ εἰς τὸ νῆμα τῶν συλλογισμῶν μας, εἰς τὰ κύματα τῶν συναισθηματισμῶν μας. Δὲν γνωρίζομε πῶς εὑρέθη ἐκεῖ, ἀλλὰ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας καινούριος παράγων συμμετέχει εἰς τὴν δραστηριότητα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Εἴτε γνωρίζομεν εἴτε δὲν γνωρίζομε πῶς λέγεται ὁ παράγων αὐτός, μᾶς ἐπιβάλλεται· ἀκόμη καὶ ἂν ἀρνούμεθα νὰ δεχθοῦμε ὅσα μᾶς ὑποβάλλει, δὲν ἠμποροῦμε νὰ μὴ τὸν ὑπολογίσωμε.
Μία σκέψις ἢ μία αἴσθησις, ὁποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ἐμπνέει, ἀνοίγουν νέες προοπτικές. Οἱ μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαοὺς ἦσαν σκυθρωποὶ καὶ τεθλιμμένοι, ὅσην ὥραν εὑρίσκοντο ἀπορροφημένοι εἰς τὶς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμούς τους. Ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος εὑρέθῃ μεταξύ τους καὶ ἄρχισε τὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν, ὅλα ἔγιναν φωτεινά, ὅλα τὰ προβλήματα ἐλύθησαν, ὅλα εἰρήνευσαν. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ προηγουμένως ἐσυζητοῦσαν καὶ ἐπιχειρηματολογοῦσαν ἀτέρμονα, ἔπαυσαν τώρα. Ὅλες οἱ περιπλοκὲς ἐλύθησαν, ὅλοι οἱ λαβύρινθοι εὑρῆκαν διέξοδον, ἐμπρὸς εἰς τὴν ἤρεμον βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ μόνος διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ ἡμᾶς. Ὅλοι, κάποιες στιγμές, εἴμεθα προσκυνηταὶ πρὸς Ἐμμαούς, βαδίζοντες μέσα εἰς τὸ πνευματικὸν σκοτάδι τῆς νυκτός, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πίπτη, μὲ τὶς ἀμφιβολίες μας, τὰ ἄγχη μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἀντιζηλίες μας, τὶς διεκδικήσεις μας, τὴν νοησιαρχίαν μας, τὶς καχυποψίες μας, τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές μας συγκρούσεις. Ὅμως κάποιος, ὁποὺ μᾶς παρακολουθεῖ εἰς τὴν πορείαν τῆς ζωῆς μας, τρέχει, μᾶς προφθάνει, καὶ «συνεμπαίνει» εἰς τὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μας. Καὶ τότε, μία μεγάλη διαύγεια, μία μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότης εἰσβάλλει εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν σκέψιν μας• μία μεγάλη ἡσυχία κυριαρχεῖ εἰς τὴν ψυχήν μας. Δὲν γνωρίζομε ἴσως τὴν ὑπερτάτην ζωντανὴν παρουσίαν Αὐτοῦ, ὁποὺ διεβεβαίωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις, ἀλλά, ὅπως καὶ οἱ μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαούς, οἱ ὁποῖοι ἐπίεζαν τὸν Κύριον νὰ μὴ φύγη, ἀλλὰ νὰ μείνη μετ’ αὐτῶν, νὰ μείνη μαζί τους, ἡ ψυχή μας ὁλόκληρος κραυγάζει πρὸς τὸν ἄγνωστον αὐτὸν Παντοδύναμον: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»...
----------------
Τὸ παρὸν ἄρθρον μετεφράσθη ἐκ τοῦ γαλλικοῦ βιβλίου: Lev Gillet (†1980), «Le Visage de Lumière», σ. 215-218, ὑπό τινος ἱερομονάχου. 
Το είδαμε εδώ 

Σάββατο, Απριλίου 11, 2015

Ο Τάφος του Χριστού

Tο Μέγα Σάββατο η Εκκλησία στρέφει  την προσοχή της στον Τάφο του Κυρίου μας. Καμία ημέρα του λειτουργι­κού έτους δεν παρουσιάζει πιο σύνθετο χαρακτήρα από το Μέγα Σάββατο, καθώς η η­μέρα αυτή μετέχει ταυτοχρόνως και της θλίψεως των Παθών και της χαράς της Αναστάσεως. Η Εορτή του Πάσχα, που πλησιάζει ό­λο και περισσότερο, κατακτά τελικά το με­γαλύτερο κομμάτι του Μεγάλου Σαββάτου.
He is Risen
                Ας σταθούμε μερικές στιγμές δίπλα στον Τάφο του Κυρίου μας. Δύο αποσπάσματα από την Καινή Διαθήκη θα μας βοηθήσουν να πάρουμε το μήνυμα του Μεγάλου Σαββάτου. Το πρώτο μάς το δίνει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Κατακολουθήσασαι δε αι γυναίκες, αίτινες ήσαν συνεληλυθυίαι αυτώ εκ της Γαλιλαίας, εθεάσαντο το μνημείον και ως ετέθη το σώμα αυτού, υποστρέψασαι δε ητοίμασαν αρώματα και μύρα, και το μεν Σάββατον ησύχα­σαν κατά την εντολήν…». Στη ζωή κάθε μα­θητή του Ιησού υπάρχουν περίοδοι που ο Διδάσκαλος φαίνεται να έχει αποσυρθεί και να απουσιάζει. Είναι κατά κάποιο τρόπο στον τάφο. Οι γυναίκες της Γαλιλαίας μας υ­ποδεικνύουν ποια θα πρέπει να είναι η στά­ση μας αυτές τις στιγμές: είδαν τον τάφο, ή­ξεραν που ήταν ο Ιησούς. Και εμείς, ακόμη κι όταν ο Ιησούς μοιάζει να μην απαντά, α­κόμη κι αν παραμένει αόρατος, δεν θα πρέ­πει να αμφιβάλλουμε ότι είναι εδώ. Το βλέμμα μας πρέπει να παραμένει καρφω­μένο, αν όχι επάνω Του, τουλάχιστον προς τη δική Του κατεύθυνση. Οι γυναίκες δεν μένουν άπρακτες. Δεν λένε: «Τώρα πια δεν γίνεται τίποτε». Ετοίμασαν αρώματα για να αλείψουν το Σώμα Του. Συνεχίζουν να το τιμούν, ακόμη και τώρα που κείται χωρίς ζωή. Παρομοίως και κατά τις περιόδους που ο Ιησούς σιωπά και κρύβεται, ας μη σταματάμε να Τον έχουμε στο κέντρο της λατρείας μας. Ας ετοιμάσουμε μύρα -μύρα αγάπης και καλών έργων- για να προσφέ­ρουμε ήδη από τώρα στον Φίλο που δεν βλέπουμε αλλά όταν και πάλι μας χαρίσει την παρουσία Του, γιατί το ξέρουμε ότι αυ­τό θα συμβεί. Στις ετοιμασίες των γυναικών δεν υπάρχει ίχνος εκνευρισμού· τηρούν την αργία του Σαββάτου, ξεκουράζονται. Η πε­ρίοδος που ο Ιησούς είναι στον τάφο, είναι η μυστική, κρυμμένη περίοδος της ζωής μας κοντά Του, μαζί Του, ο χρόνος της ανα­μονής και της σιωπής. Το Μέγα Σάββατο εί­ναι η γιορτή των μυστικών Του φίλων που ο κόσμος αγνοεί και που εκείνοι δεν θέλουν να γίνουν γνωστοί, παρά μόνο στον Ίδιο.
Η ειρήνη του Μεγάλου Σαββάτου είναι στραμμένη προς το μεγάλο γεγονός του πρωινού της Κυριακής, προς τη δύναμη και τη χαρά της Αναστάσεως. Αλλά αυτή η ειρήνη πρέπει να διατηρηθεί: αυτές ακρι­βώς οι εξωτερικές προετοιμασίες για το Πάσχα εισβάλλουν και εμποδίζουν πολ­λούς από τους πιστούς να διατηρήσουν την ατμόσφαιρα της ησυχίας και της σιωπής.
Ας διαβάσουμε επίσης για άλλη μια φο­ρά τα λόγια του αποστόλου Παύλου προς τους Ρωμαίους: «Συνετάφημεν ουν αυτώ διά του βαπτίσματος εις τον θάνατον… Ούτω και ημείς λογίζεσθε εαυτούς νεκρούς μεν είναι τη αμαρτία ζώντας δε τω Θεώ εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών». (Ρωμ. 6:4, 11) Αν μπορούσα να πειστώ ότι έχω πεθάνει μαζί με τον Χριστό, έχω ταφεί μαζί με Αυτόν, η πνευματική μου ζωή θα γινόταν τόσο πιο απλή και τόσο πιο εύκολη. Σε κά­θε πειρασμό, σε καθετί που εκτρέπει την προσοχή μου από το ένα και μοναδικό «ού εστί χρεία» θα απαντούσα. «Τί να το κάνω; Έχω πεθάνει. Είμαι στον τάφο του Διδα­σκάλου μου.» Αντί να συζητώ και να μάχο­μαι με τη ζωή, θα είχα τοποθετηθεί εξαρχής α­πό την άλλη πλευρά (εννοείται ότι πρόκει­ται για τις αμαρτωλές επιθυμίες) και νεκρός για τον κόσμο της αμαρτίας, θα ζούσα πια μονίμως «εν Χριστώ». Πρόκειται εδώ για μια πνευματική τακτική τού να «συνθάπτομαι» με τον Κύριό μου, τακτική αποτελε­σματική και προσιτή υπό όλες τις συνθήκες.
(Lev Gillet, Πασχαλινή κατάνυξη, εκδ. Ακρίτας, σ.97-100)
πηγή

Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

«Εις τί η απώλεια αύτη;» (Μεγάλη Τετάρτη)

Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φυσιογνωμίες, δύο ψυχικές καταστάσεις, δύο πράξεις: μία γυναίκα έρχεται να αλείψει την κεφαλή του Ιησού με πανάκριβα μύρα κι ένας μαθητής, ο Ιούδας, προδίδει τον Διδάσκαλο. Αυτές οι δύο πράξεις δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, γιατί ο ίδιος μαθητής διαμαρτύρεται γι’ αυτή την ολοφάνερη σπατάλη.
Το γεγονός μάς το διηγείται το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (26: 6-16): «Του Ιησού γε­νομένου εν Βηθανία, εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου…». Οι μαθητές αγανάκτησαν. Γιατί τόση σπατάλη; Αυτό μπορούσε να πωληθεί και να δοθούν τα χρήματα στους φτωχούς. Ο Ιησούς απαντά επαινώντας την πράξη της γυναίκας: «Τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε». Κι αν άλειψε το μύρο στο σώμα μου, το έκανε ως προτύπωση του ενταφιασμού μου. Τότε ο Ιούδας έφυγε για να συναντήσει τους ιερείς. «Τί μοι θέλετε δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν;» Συμφώνησαν στα τριάντα αργύρια.
Ο Ιησούς επιδοκίμασε την πράξη της γυναίκας, καταρχάς μεν, επειδή προτύπωνε τον θάνατο και τον ενταφιασμό Του, και, εν συ­νεχεία, επειδή ήταν έκφραση μεγάλης αγάπης που νόμιμα απευθυνόταν προς Αυτόν που θα ήταν κοντά τους για λίγο μόνο ακόμη. Εμείς όμως μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι για τη δική μας ζωή από τα λόγια του Ιησού; Φαίνεται πως ναι. Αφενός, ο Ιησούς επαινεί τη σπατάλη της γυναίκας λόγω κάποιων πολύ συγκεκριμένων συγκυριών: σωματικά και ορατά θα είναι για πολύ λίγο ακόμη κοντά τους, και η ταφή Του πλησιάζει. Τώρα όμως που οι συγκυρίες αυτές δεν υφίστανται πια, το δικό μας καθήκον είναι διαφορετικό. Χωρίς να έχουμε αντίρρηση στο να τίθενται η ομορφιά και τα πλούτη στην υπηρεσία του Θεού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την κεφα­λή την τιμούμε στο πρόσωπο των μελών του σώματος της που υποφέρουν. Θα ήταν προσβολή προς τον Θεό να κτίζουμε πολυτελείς εκκλησίες, αφήνοντας τους φτωχούς να πεθαίνουν από την πείνα.
Αφετέρου, το περιστατικό στη Βηθανία έχει σημασία ευρύτερη από την προσφορά ενός δοχείου με πολύτιμο μύρο. Μπορούμε να προσφέρουμε πλουσιοπάροχα στον Ιησού, αφιερώνοντάς Του όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά αγαθά άυλα: μια ζωή προσευχής και άσκησης, κάποια θυσία ακριβή μα φαινομενικά άχρηστη. Ο κόσμος θα διαμαρτυρηθεί, όπως και οι μαθητές στη Βηθανία: προς τι τόση σπατάλη, τόση απώλεια; Μια κανονική ζωή αφιερωμένη στους ανθρώπους δεν θα ήταν πιο χρήσιμη; Και, όμως, αυτές οι «άχρηστες αξίες» παραμένουν η ραχοκοκαλιά κάθε αληθινά ζωντανής πίστης. Εάν τελικά έχουμε χρέος να στραφούμε προς τη χειροπιαστή ή κραυγαλέα απόγνωση των συνανθρώπων μας, έχουμε κάθε δικαίωμα, όσον αφορά τον εαυτό μας, να χύσουμε το αόρατο μύρο στην κεφαλή του Ιησού, να «χάσουμε» δηλαδή (και στην πραγματικότητα να κερδίσουμε) το καλύτερο κομμάτι της ζωής μας.
Η καρδιά μας είναι το πρώτο μυροδοχείο που πρέπει να σπάσει μπροστά Του και για χάρη Του. Η περίπτωση του Ιούδα είναι τόσο τρομερή και τόσο σκοτεινή που δεν τολμούμε να διεισδύσουμε σ’ αυτή και να την εξηγήσουμε. Ας κρατήσουμε όμως μια φράση από την ακολουθία του Νυμφίου της Μεγάλης Τρίτης: «…καπηλεύων ο δεινός Ιούδας την φιλόθεον χάριν…». Είναι δυνατόν να καπηλευτούμε τη χάρη, αφού πρώτα έχουμε γεμίσει από αυτή. Και πόσοι δεν είναι οι χριστιανοί που στη διάρκεια της ζωής τους έχουν πει στο κυρίαρχο πάθος τους -τη σάρκα, το χρήμα, το εγώ-: «είμαι έτοιμος να πουλήσω τον Ιησού. Πες μου τι θα μου προσφέρεις κι εγώ θα σου τον παραδώσω».
(Lev Gillet, «Πασχαλινή κατάνυξη», εκδ. Ακρίτας)

Τρίτη, Απριλίου 15, 2014

«Εις τί η απώλεια αύτη;» (Μεγάλη Τετάρτη)


Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φυσιογνωμίες, δύο ψυχικές καταστάσεις, δύο πράξεις: μία γυναίκα έρχεται να αλείψει την κεφαλή του Ιησού με πανάκριβα μύρα κι ένας μαθητής, ο Ιούδας, προδίδει τον Διδάσκαλο. Αυτές οι δύο πράξεις δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, γιατί ο ίδιος μαθητής διαμαρτύρεται γι’ αυτή την ολοφάνερη σπατάλη.
Το γεγονός μάς το διηγείται το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο (26: 6-16): «Του Ιησού γε­νομένου εν Βηθανία, εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθεν αυτώ γυνή αλάβαστρον μύρου έχουσα βαρυτίμου και κατέχεεν επί την κεφαλήν αυτού ανακειμένου…». Οι μαθητές αγανάκτησαν. Γιατί τόση σπατάλη; Αυτό μπορούσε να πωληθεί και να δοθούν τα χρήματα στους φτωχούς. Ο Ιησούς απαντά επαινώντας την πράξη της γυναίκας: «Τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε». Κι αν άλειψε το μύρο στο σώμα μου, το έκανε ως προτύπωση του ενταφιασμού μου. Τότε ο Ιούδας έφυγε για να συναντήσει τους ιερείς. «Τί μοι θέλετε δούναι, καγώ υμίν παραδώσω αυτόν;» Συμφώνησαν στα τριάντα αργύρια.
Ο Ιησούς επιδοκίμασε την πράξη της γυναίκας, καταρχάς μεν, επειδή προτύπωνε τον θάνατο και τον ενταφιασμό Του, και, εν συ­νεχεία, επειδή ήταν έκφραση μεγάλης αγάπης που νόμιμα απευθυνόταν προς Αυτόν που θα ήταν κοντά τους για λίγο μόνο ακόμη. Εμείς όμως μπορούμε να συμπεράνουμε κάτι για τη δική μας ζωή από τα λόγια του Ιησού; Φαίνεται πως ναι. Αφενός, ο Ιησούς επαινεί τη σπατάλη της γυναίκας λόγω κάποιων πολύ συγκεκριμένων συγκυριών: σωματικά και ορατά θα είναι για πολύ λίγο ακόμη κοντά τους, και η ταφή Του πλησιάζει. Τώρα όμως που οι συγκυρίες αυτές δεν υφίστανται πια, το δικό μας καθήκον είναι διαφορετικό. Χωρίς να έχουμε αντίρρηση στο να τίθενται η ομορφιά και τα πλούτη στην υπηρεσία του Θεού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την κεφα­λή την τιμούμε στο πρόσωπο των μελών του σώματος της που υποφέρουν. Θα ήταν προσβολή προς τον Θεό να κτίζουμε πολυτελείς εκκλησίες, αφήνοντας τους φτωχούς να πεθαίνουν από την πείνα.
Αφετέρου, το περιστατικό στη Βηθανία έχει σημασία ευρύτερη από την προσφορά ενός δοχείου με πολύτιμο μύρο. Μπορούμε να προσφέρουμε πλουσιοπάροχα στον Ιησού, αφιερώνοντάς Του όχι μόνο υλικά αγαθά, αλλά αγαθά άυλα: μια ζωή προσευχής και άσκησης, κάποια θυσία ακριβή μα φαινομενικά άχρηστη. Ο κόσμος θα διαμαρτυρηθεί, όπως και οι μαθητές στη Βηθανία: προς τι τόση σπατάλη, τόση απώλεια; Μια κανονική ζωή αφιερωμένη στους ανθρώπους δεν θα ήταν πιο χρήσιμη; Και, όμως, αυτές οι «άχρηστες αξίες» παραμένουν η ραχοκοκαλιά κάθε αληθινά ζωντανής πίστης. Εάν τελικά έχουμε χρέος να στραφούμε προς τη χειροπιαστή ή κραυγαλέα απόγνωση των συνανθρώπων μας, έχουμε κάθε δικαίωμα, όσον αφορά τον εαυτό μας, να χύσουμε το αόρατο μύρο στην κεφαλή του Ιησού, να «χάσουμε» δηλαδή (και στην πραγματικότητα να κερδίσουμε) το καλύτερο κομμάτι της ζωής μας.
Η καρδιά μας είναι το πρώτο μυροδοχείο που πρέπει να σπάσει μπροστά Του και για χάρη Του. Η περίπτωση του Ιούδα είναι τόσο τρομερή και τόσο σκοτεινή που δεν τολμούμε να διεισδύσουμε σ’ αυτή και να την εξηγήσουμε. Ας κρατήσουμε όμως μια φράση από την ακολουθία του Νυμφίου της Μεγάλης Τρίτης: «…καπηλεύων ο δεινός Ιούδας την φιλόθεον χάριν…». Είναι δυνατόν να καπηλευτούμε τη χάρη, αφού πρώτα έχουμε γεμίσει από αυτή. Και πόσοι δεν είναι οι χριστιανοί που στη διάρκεια της ζωής τους έχουν πει στο κυρίαρχο πάθος τους -τη σάρκα, το χρήμα, το εγώ-: «είμαι έτοιμος να πουλήσω τον Ιησού. Πες μου τι θα μου προσφέρεις κι εγώ θα σου τον παραδώσω».
(Lev Gillet, «Πασχαλινή κατάνυξη», εκδ. Ακρίτας)
πηγή

Δευτέρα, Ιουνίου 24, 2013

«Αγαπάς με»;



«Αγαπάς με;» (Ιωάν. κα΄, 15). Η ερώτηση που ετέθη από τον Ιησού στον Σίμωνα Πέτρο ισχύει και για τον καθένα μας. Είναι η ουσιαστική ερώτηση. Η απάντηση που θα δώσω προσδιορίζει τη σχέση μου με το Σωτήρα.
Θα τολμήσω να πω με τον Πέτρο: «Κύριε, Συ πάντα οίδας, Συ γινώσκεις ότι φιλώ Σε» (Ιωάν. κα΄, 17). Μα τόσο συχνά η ζωή μου, τα έργα μου, αναιρούν μια παρόμοια βεβαίωση.
   Να ομολογήσω ταπεινά ότι δεν έχω αυτήν την αγάπη; Να πω με απλότητα, ίσως και με ειλικρίνεια: «Όχι, Κύριε, δεν Σ’ αγαπώ»; Μια τέτοια όμως ριζική άρνηση δεν είναι σωστή. Διότι, ακόμη και στις χειρότερες πτώσεις μου, η ανάμνηση του Λυτρωτού, η μορφή Του, δεν σβήνουν εντελώς από την ψυχή μου. Δεν παύουν να με τραβούν. Περίπλοκη κατάσταση του αμαρτωλού, που ακόμη και στο βάθος της αθλιότητός του, κι όταν δεν έχει τη δύναμη να σπάσει τα δεσμά του, στρέφει με πόθο το κεφάλι προς τον Ιησού πλημμυρισμένος από τη νοσταλγία της ενώσεως μαζί Του.
   Η μόνη απάντηση που θα μπορούσα να δώσω είναι: «Κύριε, γνωρίζεις τα πάντα. Γνωρίζεις ότι θα ήθελα να σ’ αγαπώ. Δος μου την αγάπη Σου»…
 «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε» (Ιωάν. ιδ΄, 15). Τρομερή φράση. Με καταδικάζει. Το να τηρούμε το λόγο του Ιησού σημαίνει: να εφαρμόζουμε τα παραγγέλματά Του. Το νόημα της φράσεως, το νόημα το πιο φυσικό, θα ήταν: το δείγμα της αυθεντικής αγάπης για τον Ιησού είναι μια ζωή σύμφωνη με τα παραγγέλματά Του.
   Ένα άλλο νόημα (που δεν αποκλείει το προηγούμενο) είναι:Μόνο εκείνος που αγαπά τον Ιησού μπορεί να τηρήσει το λόγο του Ιησού. Η αγάπη που προηγείται της υπακοής, που είναι προϋπόθεση υπακοής. Η υπακοή διατηρεί και προφυλάσσει την αγάπη, της δίδει συνέχεια και ασφάλεια. Αλλά η πηγή της υπακοής, το νόημά της και η εσωτερική της δύναμη βρίσκεται στην αγάπη.
Κύριε Ιησού, πως μπορώ να Σε υπακούσω, αν δεν Σ’ αγαπώ; Μετάστρεψέ με πρώτα, φέρε με στην περιοχή της αγάπης Σου. Τότε θα μάθω να Σε υπακούω. Είμαι πολύ αδύνατος να τηρήσω το λόγο Σου, αν δεν με κρατήσει, αν δεν με βαστάξει η αγάπη Σου. Εάν η καρδιά μου δεν είναι γεμάτη από την αγάπη Σου, εύκολα θα μπορεί να μπει ο πειρασμός και να την κατακτήσει. Γι’ αυτό και Σε ικετεύω: Γέμισε την καρδιά μου όπως γεμίζουν ένα ποτήρι με νερό ως τα χείλη. Έτσι ώστε να είναι αδύνατο να χωρέσει έστω και μια ξένη σταγόνα. Μόνο η ελπίδα που έχω ότι θα μου δώσεις την αγάπη Σου με κάνει να μην απελπίζομαι. Να μη χάνω την ελπίδα μου ότι θα τηρήσω κάποια μέρα το λόγο Σου…
 … Στην αμαρτωλή γυναίκα συγχωρήθηκαν πολλά, διότι «ηγάπησεν πολύ»; Ή αγάπησε πολύ, διότι της συγχωρήθηκαν πολλά; Το ελληνικό κείμενο του Ευαγγελίου αφήνει περιθώρια και για τις δύο ερμηνείες. Και η μία και η άλλη εκφράζουν μια βαθιά αλήθεια. Η πρώτη τοποθετεί την άφεση σαν απάντηση στην αγάπη. (Φυσικά αποκρούομε μιαν έννοια αγάπης που θα ήταν πρόφαση, για να καλύψει κάθε παράβαση). Ακόμη και σ’ αυτή την πρώτη ερμηνεία η αγάπη που φέρνει την άφεση είναι ήδη μια χάρη, μια πρωτοβουλία του Χριστού. Στη δεύτερη ερμηνεία, όπου η συγχώρηση γεννά την αγάπη, η πρωτοβουλία του Κυρίου παραμένει απόλυτη: Προκαλεί την πρώτη κίνηση της μεταστροφής, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει συγχώρηση. Ακολουθεί η άφεση που καθιερώνει πια τη μεταστροφή. Και τέλος η αγάπη, απάντηση της ψυχής που δέχτηκε την άφεση. Αν αγαπούσα τον Ιησού στο μέτρο της αφέσεως που μου χάρισε, σίγουρα θα γινόμουν μια γιγάντια φωτιά αγάπης.
  «Μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιωάν. ιε΄, 9). Το κείμενο δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για τη δική μας αγάπη προς τον Ιησού, αλλά για την αγάπη του ίδιου του Ιησού. «Μείνατε στην αγάπη που είναι δική μου, στην αγάπη που με κινεί, στην αγάπη που εκφράζει όλη τη φύση μου». Μα η αγάπη του Ιησού είναι η πηγή και η δύναμη και της δικής μας αγάπης προς τον Ιησού.


(Από το βιβλίο «Ιησούς» του Λεβ Ζιλέ, σελίδα 71- 74)/πηγή / αντιγραφή

Δευτέρα, Μαρτίου 18, 2013

H είσοδος στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή (Αρχιμ. Λεβ Ζιλέ)


ΒΒΒΒΒΒ
Η  Δευτέρα που ακολουθεί την Κυριακή της Τυρινής είναι η πρώτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να ‘μαστε λοιπόν στην πορεία των σαράντα ημερών που μας προετοιμάζει για τον καιρό του Πάθους και την Ανάσταση.
Βασικό χαρακτηριστικό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η νηστεία. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ή να αντιμετωπίσουμε με ελαφρότητα τη νηστεία των τροφών. Οι πατέρες της Εκκλησίας και η συλλογική συνείδηση των πιστών έχουν τέλεια διακρίνει την πνευματική αξία, επανορθωτική και καθαρτική, της αποχής από ορισμένες τροφές. Θα ήταν όμως σοβαρό λάθος να περιορίσουμε τή νηστεία στη μία αυτή διάσταση. Η νηστεία του σώματος θα πρέπει να συνοδεύεται και από μία άλλη νηστεία.
Η τάξη της  Εκκλησίας των πρώτων αιώνων απαγόρευε κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή τη συζυγική σχέση, τη συμμετοχή σε γιορτές, την παρουσία των Χριστιανών σε θεάματα. Αυτή η τάξη  έχει αποδυναμωθεί και ίσως δεν παρουσιάζεται στους πιστούς με την ίδια αυστηρότητα, όπως κατά την εποχή των πατέρων.
Παραμένει όμως ακριβής ένδειξη του πνεύματος και της πρόθεσης της Εκκλησίας. Αυτή η πρόθεση συνίσταται στο να ασκηθούμε, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, σ’ έναν αυστηρότερο έλεγχο των σκέψεων, των λόγων και των πράξεών μας και να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στο Πρόσωπο και τις απαιτήσεις του Σωτήρος. Η φιλανθρωπία είναι και αυτή ένας τρόπος τήρησης της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τον οποίο θερμά συνιστούσαν οι πατέρες. Νηστεία ευάρεστη στον Θεό είναι ένα σύνολο από το οποίο δεν πρέπει να αποκόπτουμε τις εσωτερικές η εξωτερικές πτυχές του, αλλά του οποίου οι εσωτερικές πτυχές ει ναι οι σημαντικότερες.
Αξίζει ακόμη να αναφερθούμε στη θαυμάσια προσευχή η οποία αποδίδεται στον Άγιο Εφραίμ. Εδώ βρισκόμαστε πλέον μπροστά σ’ ένα ξεκάθαρο ξέσπασμα της ψυχής, σύντομο, νηφάλιο, θερμό. Συνοδευόμενη από μετάνοιες αυτή η προσευχή, απαγγέλλεται για πρώτη φορά το βράδυ της Κυριακής πριν από την Καθαρά Δευτέρα, κατά τη διάρκεια του Κατανυκτικού Εσπερινού.
Επαναλαμβάνεται στις περισσότερες Ακολουθίες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κυρίως στη Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων:
«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύ μα αργίας,περιεργείας, φιλαρχίας και αργολογίας μη μοι δως.Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονης και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναί, Κύριε  Βασιλεύ, δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου, ότι ευλογητός ει  εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.»
Η προσευχή αυτή συνοψίζει όλη την ουσία της πνευματικής ζωής. Ο χριστιανός που θα την επανα-λαμβάνει συνεχώς, που θα τρέφεται με αυτή κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, θα φοιτά στο πιο απλό και ταυτόχρονα στο πιο τέλειο σχολείο. Αν μάλιστα περιοριστεί στο νάεπαναλαμβάνει και να νιώθει τις πρώτες λέξεις
«Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου» , θα εισέλθει βαθιά στην πραγματικότητα της σχέσης ανάμεσα στον Θεό και στην ψυχή, στην ψυχή και στον Κύριό της.
Από το βιβλίο « Πασχαλινή κατάνυξη »

Τετάρτη, Μαΐου 23, 2012

Η Ανάληψη του Κυρίου



Η Ανάληψη του Κυρίου. Εικόνα από της Μονής Μεταμορφώσεως Βοστώνης.
Εικόνα από της Μονή Μεταμορφώσεως Βοστώνης.
.
Εάν έχουμε ζήσει τη χαρά της Πασχαλινής περιόδου, είναι σπάνιο
 να μην νιώσουμε ένα σφίξιμο στην καρδιά, όταν έρχεται η μέρα 
της Αναλήψεως. Ξέρουμε πολύ καλά ότι είναι μία από τις μεναλύτερες 
γιορτές της Χριστιανοσύνης. Κι όμως , μας φαίνεται σαν αναχώρηση, 
σαν χωρισμός, ότι ο Κύριός μας δεν είναι πια παρών με τον ίδιο 
ακριβώς τρόπο. Οι μαθητές δεν αντέδρασαν έτσι. Θα μπορούσε 
\n λύπη να τους έχει καταβάλει, αυτοί όμως αντιθέτως» υπέστρεψαν
 εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλnς»(Λουκ. 24:36-53).
 Γ ιατί n Ανάληψη χαροποιεί τους χριστιανούς ;
Καταρχάς, διότι n δόξα του Κυρίου μας είναι πολύτιμη για μας. Η Ανάληψη επιστέφει την επίγεια αποστολή Του. 
Ολοκλήρωσε το έργο που Του ανάθεσε ο Πατήρ, και προς
 Αυτόν τείνει τώρα με όλο το είναι Του. Σε λίγο ο Πατέρας 
θα Τον υποδεχθεί, όπως αρμόζει στη νίκη που κέρδισε κατά 
της αμαρτίας και του θανάτου, μια νίκη που κατακτήθηκε 
με τόσο πόνο. Σε λίγο θα δοξαστεί στον ουρανό. 
Η δόξα και η επιθυμία του Κυρίου μας πρέπει να είναι
 σημαντικότερες για μας από την «αισθητή παρηγοριάς» 
που αντλούμε από την παρουσία Του. Ας μάθουμε να
 αγαπούμε τόσο τον Κύριό μας, ώστε να χαιρόμαστε 
με τη δική Του χαρά.
Στη συνέχεια, η Ανάληψη σηματοδοτεί το γενονός ότι 
ο Πατήρ αποδέχεται όλο το λυτρωτικό έργο του Υιού. 
Η Ανάσταση ήταν το πρώτο εκτυφλωτικό σημείο αυτής της 
αποδοχής. Η Πεντηκοστή θα είναι το τελικό.
 Η νεφέλη που σήμερα περιβάλλει τον Ιησού και 
ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό αντιπροσωπεύει τον καπνό 
του ολοκαυτώματος που ανεβαίνει από το θυσιαστήριο προς 
τον Θεό. Η θυσια έγινε δεκτή. Ο Πατήρ υποδέχεται το Θύμα,
 όπου κοντά Του θα συνεχίσει να προσφέρει αιωνίως τη θυσία
 Του. Το έργο της σωτηρίας μας ολοκληρώθηκε.
Ο Ιησούς δεν επιστρέφει μόνος στον Πατέρα. 
Είναι ο ασώματος Λόγος που κατέβηκε και έζησε μετά των 
ανθρώπων. Σήμερα είναι ο Λόγος που εγένετο Σαρξ, αληθινός
 Θεός και τέλειος άνθρωπος, που εισέρχεται στη βασιλεία των 
Ουρανών. Φέρνει μαζί Του την ανθρώπινη φύση την οποία είχε
 ενδυθεί. Ανοίγει τις πύλες της Βασιλείας για την ανθρωπότητα .
 Κατακτούμε « μέσω πληρεξουσίου» τα επουράνια αγαθά: 
«Όντας nμάς νεκρούς τοις παραπτώμασι … συνήγειρε και 
συνεκάθισεν εν τοίs έπουρανίοις εν Χριστώ ‘Ιησού» . 
Εάν είμαστε πιστοί, προόρισε για μας θεση στη Βασιλεία.
 Η παρουσία μας εκεί είναι αυτό που επιθυμεί και περιμένει.
Η Ανάληψη καθιστά για μας τη σκέψη του ουρανού περισσότερο
 παρούσα και επίκαιρη. Σκεπτόμαστε άραγε αρκετά τη μόνιμη 
κατοικία μας; Για τους περισσότερους χριστιανούς, η ουράνια
 ζωή είναι κάτι σαν συμπλήρωμα της επίγειας.
 Κάτι σαν υστερόγραφο, σαν το παράρτημα ενός βιβλίου,
 του οποίου το κυρίως κείμενο έχει γραφτεί στη γη.
 Το αντίθετο όμως είναι το αληθινό. Η επίγεια ζωή, μας δεν 
είναι παρά ο πρόλογος του βιβλίου. Η ζωή στον ουρανό
 θα είναι το κείμενο, και το κείμενο δεν θα έχει τέλος. 
Για να χρησιμοποιήσουμε μια άλλη εικόνα, η γήινη ζωή
 μας είναι μια σήραγγα-στενή, σκοτεινή και πολύ σύντομη- 
που οδηγεί σ΄ένα υπέροχο και ηλιόλουστο τοπίο.
 Σκεπτόμαστε πάρα πολύ αυτό που είναι η ζωή μαs τώρα .
 Δεν σκεπτόμαστε αρκετά αυτό που θα είναι στο μέλλον : 
« Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε… 
α ητοίμασεν ο Θεος τοις αγαπώσιν Αυτόν» .
 Στον ‘Ορθρο τns σημερινής εορτής ψάλλουμε:
 «Αγγελικώs οι έν κόσμω πανηνυρίσωμεν…».
 Πράγμα που σημαίνει, ας σκεπτόμαστε περισσότερο 
τουs αγγέλουs, ας προσπαθήσουμε να εισέλθουμε 
στα δικά τους αισθήματα, να γευθούμε κάτι από 
αυτά που γεύθηκαν αυτοί, όταν ο Υιός επέστρεψε
 εν δεξιά του Πατρός. Aς μεταφερθούμε πρώτα-πρώτα
 κοντά στην Υπεραγία Θεοτόκο και τουs αγίους, 
που θα είναι οι αληθινοί συμπολίτες μας:
 «Το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς ύπάρχει , εξ ου
 και απεκδεχόμεθα σωτήρα Κύριον Ιησού Χριστόν ».
 Η ζωή μας θα μεταμορφωνόταν, εάν, ήδη από τώρα, 
ρίχναμε την καρδιά μας στην αντίπερα όχθη, 
πέρα από αυτόν τον κόσμο, στη Βασιλεία, όπου βρίσκονται
 όχι μόνον τα αληθινά αγαθά μας, αλλά και τα αγαθά όλων
 εκείνων που αγαπούμε .
Οι μαθητές, αφού αποχωρίστηκαν τον Ιησού, παρέμεναν
 πλήρειs ελπίδας, διότι ήξεραν ότι θα τουs εδίδετο το Πνεύμα.
 Τους παρήγγειλε «άπο Ιεροσολύμων μη χωρίζεσθαι,
 αλλά περιμένειν την επαγγελίαν του πατρός…». 
Η νεφέλη περιβάλλει τον Ιησού ,αλλά δεν έχει πάρει 
ακόμη το χρώμα της φλόγας της Πεντηκοστής 
Ο Ιησούς φεύγοντας μας σταθεροποιεί σε μια στάση, 
όχι λύπης αλλά χαρούμενης και γεμάτης εμπιστοσύνη 
προσμονής .
«Και εγένετο εν τω ευλογείν αύτον αυτούς διέστη απ’ αυτών 
και άνεφερετο εις τον ούρανόν. Και αυτοί προσκυνήσαντες 
αυτόν επέστρεψαν εις Ιερoυσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.» 
Να τι θα έπρεπε να είναι για μας η γιορτή της Αναλήψεως.
 Εάν ο Ιησούs απομακρύνεται ευλογώντας, κι αν εμείς Τον 
προσκυνούμε γονατιστοί ενώ ανεβαίνει, θα σηκωθούμε
 γεμάτοι με καινούργια δύναμη-καρπό της ευλογίας και της 
προσκύνησης- και θα επιστρέψουμε, όπως οι απόστολοι,
 «μετά χαράς μεγάλης».

( Lev Gillet, (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας) 
ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΚΑΤΑΝΥΞΗ, Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα 2009, σ.124-128

: πηγή

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2012

Πρὸς Ἐμμαούς


Gillet Lev Fr. ((1893- 1980))

 


«...Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ ῾Ιερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα ᾿Εμμαούς ... Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ ᾿Ιησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς...»
(Λουκ. κδ΄, 13-15)

Ἀξίζει πράγματι νὰ μελετήσωμε, νὰ ἐξετάσωμε καλύτερα τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐπλησίασε τὸν Κλεόπα καὶ τὸν ἄλλον μαθητὴν καθ’ ὁδὸν πρὸς Ἐμμαούς.
Τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια περιγράφουν πολλοὺς τρόπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐπλησίαζεν ὁ Χριστὸς τοὺς ἀνθρώπους, ἢ οἱ ἄνθρωποι ἔσπευδαν νὰ πλησιάσουν τὸν Χριστόν. Κάποιες φόρες, οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν πρὸς τὸν Χριστόν. Κάποιες ἄλλες, ὁ Χριστὸς πηγαίνει πρὸς τοὺς ἀνθρώπους• τοὺς πλησιάζει κατὰ πρόσωπον, ἀμέσως. Ἄλλοτε, ὁ Χριστὸς προχωρεῖ μὲ ἰδικήν του πρωτοβουλίαν, εἰσέρχεται, παρεμβάλλεται εἰς τὸν δρόμον τους, εἰς τὴν πορείαν τῆς ζωῆς τους, καὶ τοὺς περιμένει. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς, καθήμενος ἐπὶ τοῦ «φρέατος (δηλαδὴ τοῦ πηγαδιοῦ) τοῦ Ἰακὼβ» προσκαρτεροῦσε, ἀνέμενε τὴν Σαμαρείτιδα νὰ ἔλθη.
Εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν μαθητῶν, ὁποὺ «ἐπορεύοντο εἰς Ἐμμαούς», ἡ προσέγγισις εἶναι διαφορετική. Ἡ περικοπὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου δίδει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ Κύριος δὲν ἦλθε νὰ τοὺς πλησιάση κατὰ πρόσωπον, ἔμπροσθεν αὐτῶν· ὅτι δὲν ἐβάδιζε κατ’ ἀντίθετον κατεύθυνσιν, ὥστε νὰ ἔλθη πρὸς συνάντησίν τους. Ἔτσι, οἱ μαθηταὶ δὲν τὸν εἶδαν νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς ἀπὸ κάποιαν ἀπόστασιν. Φαίνεται σαφῶς ὅτι ὁ Χριστός, βαδίζων ὄπισθεν αὐτῶν εἰς κάποιαν ἀπόστασιν, τελικῶς ἐπετάχυνε τὸ βῆμα του καὶ τοὺς ἐπλησίασε. Ἀρχικῶς, ἐβάδιζε δίχως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ μαθηταὶ ὅτι τοὺς συνώδευεν, ἕως ὅτου τοὺς ἐπλησίασε τόσον, ὅσον νὰ ἀκούη τὸν ἦχον τῆς συνομιλίας τους. Τέλος, τοὺς ἐπρόφθασε καί, ἐρχόμενος εἰς τὸ πλευρόν τους, ἔλαβεν εὐθὺς μέρος εἰς τὸν διάλογον, εἰς τὴν συζήτησιν ὁποὺ εἶχαν.
Ἡ προσέγγισίς Του δὲν ἦταν μόνον τοπική, ἀλλὰ καὶ πνευματική. Ὅπως τοὺς ἐπλησίαζε, ὁ Ἰησοῦς ἀντελήφθη ὅτι ἦσαν «σκυθρωποί», θλιμμένοι δηλαδὴ καὶ στενοχωρημένοι. Νομίζω ὅτι, τὶς περισσότερες φορές, ὁ Χριστὸς πλησιάζει ὄχι τόσον τὰ σώματα ἀλλὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων• καὶ τὶς πλησιάζει μὲ ἕνα τρόπον ἀνάλογον ἐκείνου, ὁποὺ ἐπλησίασε τοὺς μαθητὰς κατὰ τὴν πορείαν τους πρὸς Ἐμμαούς.
Κάποιοι ἄνθρωποι συναντοῦν τὸν Ἰησοῦν «κατὰ πρόσωπον»• Τὸν γνωρίζουν ὀλίγον ἕως πολύ• γνωρίζουν πῶς νὰ ἀπευθυνθοῦν πρὸς Αὐτόν, καὶ ἔχουν μάθει νὰ ἀντιλαμβάνωνται πότε Ἐκεῖνος ἀπευθύνεται πρὸς αὐτούς. Ὅμως σήμερα, διὰ τὸν περισσότερον κόσμον, ὁ Χριστὸς εἶναι ἕνας ἄγνωστος. Ἔτσι, ὡς ἕνας ἄγνωστος λοιπόν, τοὺς πλησιάζει προφθάνοντάς τους καθ’ ὁδόν, ὅπως καὶ τοὺς μαθητὰς πρὸς Ἐμμαούς. Τοὺς πλησιάζει μὲ τέτοιον τρόπον, ὡς νὰ εἶναι κάποιος ἄγνωστος εἰς αὐτούς, ἀλλὰ ἄγνωστος συγγενής τους.
Συνήθως, σκεπτόμεθα τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δίχως νὰ ἔχωμε τὴν παραμικρὰν πρόθεσιν νὰ ἀναμείξωμε τὸν Χριστὸν εἰς τοὺς συλλογισμούς μας. Καὶ ἰδού, ὁποὺ ὁ Χριστὸς παρεμβάλλεται εἰς τὴν σκέψιν μας χωρὶς νὰ τὸ παρατηρήσωμε. Εἰσχωρεῖ εἰς τὸ νῆμα τῶν συλλογισμῶν μας, εἰς τὰ κύματα τῶν συναισθηματισμῶν μας. Δὲν γνωρίζομε πῶς εὑρέθη ἐκεῖ, ἀλλὰ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας καινούριος παράγων συμμετέχει εἰς τὴν δραστηριότητα τῆς ψυχῆς μας, τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Εἴτε γνωρίζομεν εἴτε δὲν γνωρίζομε πῶς λέγεται ὁ παράγων αὐτός, μᾶς ἐπιβάλλεται· ἀκόμη καὶ ἂν ἀρνούμεθα νὰ δεχθοῦμε ὅσα μᾶς ὑποβάλλει, δὲν ἠμποροῦμε νὰ μὴ τὸν ὑπολογίσωμε.
Μία σκέψις ἢ μία αἴσθησις, ὁποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ἐμπνέει, ἀνοίγουν νέες προοπτικές. Οἱ μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαοὺς ἦσαν σκυθρωποὶ καὶ τεθλιμμένοι, ὅσην ὥραν εὑρίσκοντο ἀπορροφημένοι εἰς τὶς σκέψεις καὶ τοὺς συλλογισμούς τους. Ὅμως, ὅταν ὁ Κύριος εὑρέθῃ μεταξύ τους καὶ ἄρχισε τὴν ἑρμηνείαν τῶν Γραφῶν, ὅλα ἔγιναν φωτεινά, ὅλα τὰ προβλήματα ἐλύθησαν, ὅλα εἰρήνευσαν. Ἐκεῖνοι, ὁποὺ προηγουμένως ἐσυζητοῦσαν καὶ ἐπιχειρηματολογοῦσαν ἀτέρμονα, ἔπαυσαν τώρα. Ὅλες οἱ περιπλοκὲς ἐλύθησαν, ὅλοι οἱ λαβύρινθοι εὑρῆκαν διέξοδον, ἐμπρὸς εἰς τὴν ἤρεμον βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ μόνος διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ μὲ ἡμᾶς. Ὅλοι, κάποιες στιγμές, εἴμεθα προσκυνηταὶ πρὸς Ἐμμαούς, βαδίζοντες μέσα εἰς τὸ πνευματικὸν σκοτάδι τῆς νυκτός, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πίπτη, μὲ τὶς ἀμφιβολίες μας, τὰ ἄγχη μας, τὶς ἀγωνίες μας, τὶς ἀντιζηλίες μας, τὶς διεκδικήσεις μας, τὴν νοησιαρχίαν μας, τὶς καχυποψίες μας, τὶς ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικές μας συγκρούσεις. Ὅμως κάποιος, ὁποὺ μᾶς παρακολουθεῖ εἰς τὴν πορείαν τῆς ζωῆς μας, τρέχει, μᾶς προφθάνει, καὶ «συνεμπαίνει» εἰς τὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματά μας. Καὶ τότε, μία μεγάλη διαύγεια, μία μεγάλη σαφήνεια καὶ καθαρότης εἰσβάλλει εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν σκέψιν μας• μία μεγάλη ἡσυχία κυριαρχεῖ εἰς τὴν ψυχήν μας. Δὲν γνωρίζομε ἴσως τὴν ὑπερτάτην ζωντανὴν παρουσίαν Αὐτοῦ, ὁποὺ διεβεβαίωσε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἀνάστασις, ἀλλά, ὅπως καὶ οἱ μαθηταὶ πρὸς Ἐμμαούς, οἱ ὁποῖοι ἐπίεζαν τὸν Κύριον νὰ μὴ φύγη, ἀλλὰ νὰ μείνη μετ’ αὐτῶν, νὰ μείνη μαζί τους, ἡ ψυχή μας ὁλόκληρος κραυγάζει πρὸς τὸν ἄγνωστον αὐτὸν Παντοδύναμον: «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν»...
----------------
Τὸ παρὸν ἄρθρον μετεφράσθη ἐκ τοῦ γαλλικοῦ βιβλίου: Lev Gillet (†1980), «Le Visage de Lumière», σ. 215-218, ὑπό τινος ἱερομονάχου. 

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...