Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 26, 2012

Τὸ Πανάγιον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ -Κυριακή των Πατέρων της Α Οικουμενικής Συνόδου υπό του Σεβασμιωτάτου ΜητροπολίἘδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας κ.κ.Ἰωὴλ






«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις»

Τὸ ὄνομα ἐκφράζει τὴν ὑπόληψη, τὴ φήμη, τὴ δόξα. «Καὶ εὐλογήσω σε καὶ μεγαλυνῶ τὸ ὄνομά σου, καὶ ἔσῃ εὐλογητὸς" (Γεν. 12,2), εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ. Τὸν Ἐπίσκοπο Περγάμου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο τὸν ἐγκωμιάζει λέγοντας πὼς «κρατεῖς τὸ ὄνομά μου καὶ οὐκ ἠρνήσω τὴν πίστιν μου» (Ἀποκ. 2,13). Στὸν ἀγωνιστὴ ὁ Θεὸς θὰ τοῦ δώσει ψῆφο ποὺ θὰ εἶναι γραμμένο ὄνομα «καινὸν» (ὅπ. π. στίχ.17). Στὴν ἀρχιερατικὴ προσευχὴ τοῦ Κυρίου ἀκοῦμε πὼς ἀποκάλυψε τὸ ὄνομα τοῦ Πατέρα Του στοὺς ἀνθρώπους, ἢ λέγει: «ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω» (Ἰωάν. 17,26).



Ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ;

Ἕνας σύγχρονος θεολόγος γράφει πὼς μετὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Πεντηκοστὴ τὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ θὰ ἀποκαλυπτόταν πλήρως. Ἡ ἀρχιερατικὴ προσευχὴ εἶναι ἡ ἔνθεος ἀνάπτυξη τοῦ δόγματος τοῦ Τραδικου θεοῦ. Εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ζωαρχικῆς Τριάδος. Ἡ θεότητα ἔχει μία οὐσία καὶ τρία πρόσωπα, δηλ. τὸν ἀγέννητο Πατέρα, τὸν Υἱὸ ποὺ γεννᾶται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Χρονικῶς ὅμως δὲν ἔχουν διαφορὰ τὰ τρία Πρόσωπα. Στὸ πρόσωπο τοῦ Υἱοῦ φανερώθηκε καὶ ὁ Πατέρας. Ὁ Υἱὸς εἶναι σοφία, ὅσιος, ἄκακος, οἰκτίρμων, ἅγιος, ἀγαθός. «Ἐγνώσθη ταῦτα ὑπάρχων καὶ ὁ γεννήσας αὐτόν», δηλ. ἀποκαλύφθηκε πὼς αὐτὲς τὶς ἐνέργειες τὶς ἔχει κι ὁ Πατέρας ποὺ ὑπερφυῶς Τὸν γεννᾶ, λέγει κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ Ἰουδαῖοι γνώριζαν τὸ Θεό, ἀλλὰ δὲν Τὸν γνώριζαν ὡς Πατέρα, μᾶλλον ὡς Δημιουργὸ Τὸν γνώριζαν. Ὁ Υἱὸς φανέρωσε τὸν Πατέρα, καὶ μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὰ ἔργα ἔκανε τὸν ἑαυτὸ Του γνώριμο σὲ ὅλους. Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ Χριστὸς ἀπέδειξε τὸν ἑαυτὸ Του Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, παράλληλα καὶ «Πατέρα ἐκεῖνον συναπεδείκνυε», δηλ. φανέρωσε καὶ τὸν Πατέρα Του, γράφει ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος. Δοξάζεται ὁ Πατέρας διὰ τοῦ Υἱοῦ.



Οἱ πατέρες φανέρωσαν τὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ

Σήμερα γιορτάζουμε τὴν πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία διατράνωσε τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, δηλ. «Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος Ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισαν καὶ φύσιν», ὅπως λέγει τὸ γνωστὸ τροπάριο. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι ποὺ συναθροίσθηκαν στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἦσαν ἀγωνιστὲς καὶ ὁμολογητὲς τῆς πίστεως. Ἄλλοι εἶχαν ἀκρωτηριασθεῖ στοὺς διωγμοὺς ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς καὶ ἀνόμους βασιλεῖς. Σὲ ἄλλους εἶχαν κόψει τὰ νεῦρα, σὲ ἄλλους εἶχαν ἐξορύξει τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ σ’ ἄλλους εἶχαν ἀκρωτηριάσει ἄλλα μέλη τοῦ σώματος. Ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως πρὸς τὸ Χριστό. Αὐτὸ τὸ Πανάγιο ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ὑπερασπίσθηκαν μέχρις αἵματος καὶ ἐξορίας. Ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος, ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, λέγει πὼς πολέμησαν «τὸ χριστομάχον ἐργαστήριον» τοῦ Ἀρείου μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τους. Τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ποὺ ἔφεραν στὸ σῶμα τους, ἦταν γιὰ νὰ μὴ σβησθεῖ ἢ μωμηθεῖ τῆς Ἁγίας Τριάδος τὸ ὄνομα ποὺ μᾶς φανέρωσε ὁ Χριστός. Δὲν ἦταν ἁπλῶς σύνοδος Ἐπισκόπων, ἀλλὰ δῆμος μαρτύρων, θὰ λέγαμε τὸ προσωπικὸ ὀρθόδοξο ἦθος τους ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν πίστη στὰ ὀρθὰ δόγματα. Στὴ ζωὴ τους δόγμα καὶ ἦθος πήγαιναν μαζί.



Σήμερα καλλιεργεῖται ὁ δογματικὸς ἀποχρωματισμὸς

Σήμερα καλλιεργεῖται, ὅπως εἶπε ἕνας θεολόγος, ὁ δογματικὸς πιετισμὸς (εὐσεβισμός). Ἡ εὐσέβεια ὅλων τῶν Χριστιανῶν, ἀνεξαρτήτως ποῦ ἀνήκουν, δὲν ἐκπορεύεται ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς πίστεως. Δὲν ἔχουν τὰ βιώματα καὶ τὴν ἄσκηση καὶ τὴ ζωὴ τῆς σωστῆς πίστεως. Μάλιστα καλλιεργεῖται καὶ ἡ ἀντίληψη νὰ εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι κι ὅλα τὰ ἄλλα δὲν ἔχουν καὶ πολλὴ σημασία. Καλλιεργεῖται ἡ ἀτομικὴ ἠθικὴ κι ὄχι τὸ ὀρθόδοξο ἦθος ποὺ εἶναι συνδεδεμένο μὲ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεως. Τὸ πρωτεῖο τῆς ἀφηρημένης ἀγάπης εἰς βάρος τῶν δογμάτων. Διαφέρουμε ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς ὄχι τόσο σὲ ἀφηρημένες διατυπώσεις, ἀλλὰ στὴν ἔμπρακτη πίστη. Τὰ δόγματα κρύβουν τὴν ἀλήθεια τῆς προσωπικῆς μας σχέσεως μὲ τὸ Θεὸ μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰ ἀγνοοῦμε καὶ νὰ περιοριζόμαστε σ’ ἕνα τρόπο ζωῆς ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν βρεῖ καὶ σὲ πολλοὺς αἱρετικούς.



Ἀδελφοί μου,

Ὅποιος ἀποκόπτεται ἀπὸ τὴν ἄμπελο τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ζωντανός. Αὐτὴν τὴν οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὴ χάρη τοῦ Τριαδικοῦ θεοῦ νὰ ἐπιδιώξουμε, γιὰ νὰ εἴμαστε πάντα ζωντανοί.

Κυριακὴ τῶν Πατέρων Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος






«Αὐτά εἶπεν ὁ Ἰησοῦς καί ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε.Πάτερ, ἦλθεν ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».

1. «Αὐτός πού ἐφαρμόζει τάς ἐντολάς σου καί τάς διδάσκει», λέγει, «αὐτός θά ὀνομασθῇ μέγας εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,19). Καί πολύ εὔλογα· διότι τό νά φιλοσοφῇ κανείς μέ λόγια εἶναι εὔκολον, ἐνῷ τό νά παρουσιάζῃ μέ ἔργα αὐτά πού λέγει, εἶναι γνώρισμα ἀνθρώπου γενναίου καί μεγάλου. Διά τοῦτο καί ὁ Χριστός, ὁμιλῶν περί ἀνεξικακίας, ἀναφέρει τόν ἑαυτόν του, προτρέπων ἀπό αὐτόν νά λαμβάνωμεν τά παραδείγματα. Διά τοῦτο καί μετά ἀπό αὐτήν τήν παραίνεσιν, ἔρχεται εἰς τήν προσευχήν, διδάσκων ἡμᾶς κατά τάς δοκιμασίας, ἀφήνοντες κατά μέρος ὅλα, νά καταφεύγωμεν εἰς τόν Θεόν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Εἰς τόν κόσμον θά ἔχετε θλῖψιν» (Ἰω. 16,33), καί ἐνέβαλεν ἀνησυχίαν εἰς τάς ψυχάς των, μέ τήν προσευχήν ἀνιστᾷ πάλιν τό φρόνημά των· διότι μέχρι τότε τόν ἐπρόσεχαν ὡσάν ἄνθρωπον. Καί δι’ ἐκείνους κάμνει τά ἴδια, ὅπως ἀκριβῶς καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ Λαζάρου, καί λέγει τήν αἰτίαν, ὅτι δηλαδή «Τό εἶπα διά τό παρευρισκόμενον πλῆθος, διά νά πιστεύσουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες» (Ἰω. 11,42).

Ναί, λέγει· ἀλλά διά μέν τούς Ἰουδαίους ἐγίνοντο αὐτά πολύ εὔλογα, διά ποῖον λόγον ὅμως ἐγίνοντο καί διά τούς Μαθητάς; Καί διά τούς Μαθητάς ἐγίνοντο κατά πολύ φυσικόν λόγον· διότι αὐτοί, πού μετά ἀπό τόσα ἔλεγον, «Τώρα γνωρίζομεν ὅτι ὅλα τά γνωρίζεις» (Ἰω. 16,30), ἐχρειάζοντο περισσότερον ἀπό ὅλους τήν ἐπιβεβαίωσιν. Ἄλλωστε δέ οὔτε προσευχήν ὀνομάζει ὁ εὐαγγελιστής τό πρᾶγμα, ἀλλά τί λέγει; «Ἐσήκωσε τούς ὀφθαλμούς του εἰς τόν οὐρανόν», καί ἀποκαλεῖ αὐτό μᾶλλον συνομιλίαν μέ τόν Πατέρα. Ἐάν δέ εἰς ἄλλην περίπτωσιν τήν ὀνομάζῃ προσευχήν, καί δείχνει αὐτόν ἄλλοτε μέν νά γονατίζῃ, ἄλλοτε δέ νά ὑψώνῃ τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν, μή θορυβηθῇς· μέ αὐτά διδασκόμεθα τό ἀκατάπαυστον τῆς προσευχῆς, ὥστε καί ὅταν ἱστάμεθα νά βλέπωμεν ὄχι μόνον μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς σαρκός, ἀλλά καί τῆς διανοίας, καί διά νά γονατίζωμεν συντρίβοντες ἔτσι τή καρδίαν μας· διότι ἦλθεν ὁ Χριστός, ὄχι μόνον διά νά μᾶς δείξῃ τόν ἑαυτόν Του, ἀλλά καί νά μᾶς διδάξῃ τήν ἀνεκδιήγητον ἀρετήν. Αὐτός δέ πού διδάσκει πρέπει νά διδάσκῃ ὄχι μόνον μέ λόγια, ἀλλά καί μέ τά ἔργα. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τί λέγει ἐδῶ. «Πάτερ, ἦλθε ἡ ὥρα, δόξασε τόν Υἱόν σου, διά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ Υἱός σου».

Πάλιν μᾶς δείχνει ὅτι δέν ἔρχεται εἰς τόν Σταυρόν χωρίς τήν θέλησίν Του. Διότι πῶς δέν θά ἤρχετο μέ τήν θέλησίν του αὐτός πού καί εὔχεται αὐτό νά συμβῇ καί δόξαν ὀνομάζει τό πρᾶγμα, ὄχι μόνον αὐτοῦ πού θά ἐσταυρώνετο, ἀλλά καί τοῦ Πατρός; Καί πράγματι ἔτσι ἔγινε· καθ’ ὅσον δέν ἐδοξάσθη μόνον ὁ Υἱός, ἀλλά καί ὁ Πατήρ· διότι πρίν ἀπό τόν σταυρόν οὔτε οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἐγνώριζον (διότι λέγει «Ὁ Ἰσραήλ δέν μέ ἐγνώρισεν» (Ἠσ. 1,3), μετά ὅμως τόν Σταυρόν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά Του. Ἔπειτα λέγει καί τόν τρόπον τῆς δόξης, καί πῶς θά τόν δοξάσῃ. «Σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν πού τοῦ ἔδωσες ἐπί ὅλων τόν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή χαθῇ κανείς ἀπό αὐτούς πού τοῦ ἔδωσες». Διότι τό νά εὐεργετῇ πάντοτε, ἀποτελεῖ δόξαν διά τόν Θεόν. Τί σημαίνει δέ «Καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ ἀρχήν δείχνει ὅτι τό κήρυγμά του δέν περιορίζεται μόνον μεταξύ τῶν Ἰουδαίων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καί εἰς ὅλην τήν οἰκουμένην καί προετοιμάζει τήν κλῆσιν τῶν ἐθνικῶν. Ἐπειδή δηλαδή εἶπεν, «Μή πηγαίνετε πρός τούς ἐθνικούς» (Ματθ. 10,5), πρόκειται εἰς τήν συνέχειαν νά εἰπῇ, «Πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19), δείχνει, ὅτι καί ὁ Πατήρ τό θέλει αὐτό· καθ’ ὅσον αὐτό ἐσκανδάλιζε πάρα πολύ τούς Ἰουδαίους, ἀλλά καί τούς μαθητάς· διότι οὔτε μετά ἀπό αὐτά ἠνείχοντο εὔκολα νά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς ἐθνικούς, μέχρι ὅτου ἔλαβον τήν διδασκαλίαν τοῦ Πνεύματος· καθ’ ὅσον δέν ἐγίνετο αὐτό μικρόν σκάνδαλον εἰς τούς Ἰουδαίους. Μετά λοιπόν τήν τόσον μεγάλην ἐπίδειξιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐλθών ὁ Πέτρος εἰς τά Ἰεροσόλυμα, μόλις κατώρθωσε νά διαφύγῃ τάς κατηγορίας, ὅταν ἀνέφερε τά σχετικά μέ τήν σινδόνα (Πράξ. κεφ.11). Τί σημαίνει δέ, «Ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν, θά ἐρωτήσωμεν τούς αἱρετικούς, ἔλαβεν αὐτήν τήν ἐξουσίαν; πρίν πλάσῃ αὐτούς ἤ ἀφοῦ τούς ἔπλασεν; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει μετά τήν Σταύρωσιν καί τήν Ἀνάστασιν. Τότε δηλαδή λέγει.«Μοῦ ἐδόθη κάθε ἐξουσία» (Ματθ. 28,18), «πηγαίνετε καί κάμετε μαθητάς μου ὅλα τά ἔθνη» (Ματθ. 28,19).

Τί λοιπόν; δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπί τῶν ἰδικῶν του ἔργων, ἀλλ̉ ἔδωσε μέν ἐξουσίαν εἰς αὐτούς, ὁ ἴδιος δέ μετά τό γεγονός αὐτό δέν εἶχεν ἐξουσίαν ἐπ’ αὐτῶν; (Καί ὅμως φαίνεται ὅλα αὐτός νά τά κάμνῃ καί κατά τήν παλαιάν ἐποχήν, ἄλλους μέν τιμωρῶν ἐπειδή ἡμάρτανον, ἄλλους ἐπιστρέφοντας νά τούς διορθώνῃ· διότι λέγει· «δέν θά κρύψω ἀπό τόν υἱόν μου Ἀβραάμ, αὐτό πού πρόκειται νά κάμω» (Γεν. 18,17), ἄλλους δέ ἐκτελοῦντας τάς ἐντολάς του νά τούς τιμᾷ)· ἔπειτα, τότε μέν εἶχεν ἐξουσίαν, μετά δέ τήν ἔχασε καί πάλιν τήν ξαναέλαβεν; Καί ποῖος δαίμων θά ἦτο δυνατόν νά εἰπῇ αὐτά; Ἐάν δέ εἶναι ἡ ἴδια ἐξουσία καί τότε καί τώρα (διότι λέγει. «Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Πατήρ ἀνιστᾷ τούς νεκρούς καί τούς ζωοποιεῖ, ἔτσι καί ὁ Υἱός του ζωοποιεῖ ὅποιους θέλει» (Ἰω. 5,21)· τί σημαίνει αὐτό πού ἐλέχθη; Ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη· διά νά μή νομίσουν λοιπόν αὐτό ὡς καινοτομίαν ἐπειδή ἔλεγε. «Δέν ἀπεστάλην δι’ ἄλλο τίποτε, παρά διά τά χαμένα πρόβατα τοῦ οἴκου Ἰσραήλ» (Ματθ. 5,24), δείχνει ὅτι αὐτό εἶναι ἐπιθυμητόν καί εἰς τόν Πατέρα. Ἐάν δέ τό λέγῃ αὐτό μέ πολύ ταπεινά λόγια, δέν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστον· διότι ἔτσι καί ἐκείνους ἐπαίδευε τότε καί τούς μετά ταῦτα, καί, ὅπως προανέφερα, πάντοτε μέ τήν ὑπερβολικήν χρῆσιν ταπεινῶν ἐκφράσεων ἔπειθε πάρα πολύ ὅτι τά λόγια Του αὐτά ἐλέγοντο ἀπό συγκατάβασιν.

2. Τί σημαίνει δέ «πάσης σαρκός»; Διότι, βέβαια, δέν ἐπίστευσαν ὅλοι. Καί ὅμως, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἀπό Αὐτόν, ὅλοι ἐπίστευσαν· ἄν δέ δέν ἐπρόσεχαν εἰς τά λεγόμενά Του, ἡ κατηγορία δέν ἀνήκει εἰς τόν διδάσκαλον, ἀλλ̉ εἰς ἐκείνους πού δέν ἐδέχθησαν τά λόγια του. «Ὥστε νά δώσῃ ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα ἀπό ἐκείνους πού τοῦ ἔδωσες». Ἐάν δέ καί ἐδῶ ὁμιλῇ ἀνθρωπινώτερα, μή θαυμάσῃς· διότι τό κάμνει αὐτό καί διά τούς λόγους πού ἔχομεν εἰπεῖ, καί διότι ἀποφεύγει πάντοτε ὁ Ἴδιος νά λέγῃ κάτι τό σπουδαῖον διά τόν ἑαυτόν Του, ἐπειδή αὐτό θά προσέκρουεν εἰς τήν σκέψιν τῶν ἀκροατῶν του, ἀφοῦ εἰς τήν ἀρχήν δέν ἐφαντάζοντο τίποτε τό ὑψηλόν περί αὐτοῦ. Ὁ Ἰωάννης λοιπόν, ὅταν ὁμιλῇ ἀπό μόνος του, δέν κάμνει τό ἴδιον, ἀλλά ἐκφράζεται κατά ὑψηλότερον τρόπον, λέγων τά ἑξῆς. «Ὅλα δι’ αὐτοῦ ἔγιναν, καί τίποτε δέν ἔγινε χωρίς αὐτόν» (Ἰω. 1,3), καί ὅτι «ἦτο ζωή» (Ἰω. 1,4), καί ὅτι «ἦτο φῶς» (Ἰω. 1,9), καί ὅτι «ἦλθεν εἰς τούς ἰδικούς του» (Ἰω.1,11)· ὄχι ὅτι δέν θά εἶχεν ἐξουσίαν, ἐάν δέν ἐλάμβανεν, ἀλλ̉ ὅτι καί εἰς ἄλλους ἔδωσεν «ἐξουσίαν νά γίνουν τέκνα τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. 1,12). Καί ὁ Παῦλος ὁμοίως τόν ὀνομάζει ἴσον μέ τόν Θεόν (Φιλιπ. 2,6). Αὐτός ὅμως παρακαλεῖ τόν Πατέρα ἀνθρωπινώτερον, λέγων τά ἑξῆς. «Διά νά δώσω ζωήν αἰώνιον εἰς τόν καθένα πού μοῦ ἔδωσες. Αὐτή δέ εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή, τό νά γνωρίσουν ἐσένα ὡς τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καθώς καί τόν Ἰησοῦν Χριστόν πού ἔστειλες εἰς τόν κόσμον». Τό «Μόνον ἀληθινόν Θεόν» τό λέγει πρός διάκρισιν ἀπό τούς μή πραγματικούς θεούς· καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο νά στείλῃ αὐτούς εἰς τά ἔθνη. Ἐάν ὅμως δέν τό δεχθοῦν μέ αὐτό καί μόνον ἀρνοῦνται τόν Υἱόν ὡς ἀληθινόν Θεόν, προχωροῦντες δέ ἔτσι θ’ ἀρνηθοῦν καί ὅτι εἶναι Θεός· καθ̉ ὅσον λέγει. «Δέν ζητεῖτε τήν τιμήν πού προέρχεται ἀπό τόν μόνον Θεόν» (Ἰω. 5,44).

Τί λοιπόν; Δέν εἶναι ὁ Υἱός Θεός; Ἐάν δέ ὁ Υἱός εἶναι Θεός καί ὀνομάζεται μόνος τοῦ Πατρός, εἶναι φανερόν ὅτι εἶναι καί ἀληθινός καί ὀνομάζεται μόνος ἀληθινός. Τί δέ; ὅταν ὁ Παῦλος λέγῃ, «Ἤ μόνος ἐγώ καί ὁ Βαρνάβας;» (Α´ Κορ. 14,6), ἆρά γε ἀρνεῖται τόν Βαρνάβαν; Καθόλου· διότι τό «μόνος» χρησιμοποιεῖται πρός διάκρισιν ἀπό ἄλλους. Ἐάν δέ δέν εἶναι ἀληθινός Θεός, πῶς εἶναι ἀλήθεια; (Ἰω. 14,6) διότι ἡ ἀλήθεια δέν διαφέρει τοῦ ἀληθινοῦ. Τί θά εἰποῦμεν ὅτι δέν εἶναι κἄν ἄνθρωπος; Κατά τόν ἴδιον τρόπον, ἐάν ὁ Υἱός δέν εἶναι ἀληθινός Θεός πῶς εἶναι Θεός; πῶς ἐμᾶς μᾶς κάμνει θεούς καί υἱούς, χωρίς νά εἶναι ἀληθής; Ἀλλά δι’ αὐτά ἐλέχθησαν εἰς ἐσᾶς λεπτομερέστερον εἰς ἄλλους λόγους, διά τοῦτο ἄς προχωρήσωμεν εἰς τήν συνέχειαν. «Ἐγώ σέ δόξασα ἐπάνω εἰς τήν γῆν». Καλῶς εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς»· διότι εἰς τόν οὐρανόν εἶχε δοξασθῆ, ἔχων καί εἰς τήν φύσιν Του τήν δόξαν καί προσκυνούμενος ὑπό τῶν Ἀγγέλων. Δέν ὁμιλεῖ λοιπόν δι’ ἐκείνην τήν δόξαν, πού εἶναι συνηνωμένη μέ τήν οὐσίαν Του (διότι ἐκείνην τήν δόξαν, καί ἄν ἀκόμη κανείς δέν τόν δοξάσῃ, ἐξακολουθεῖ νά τήν ἔχει πλήρη), ἀλλ̉ ὁμιλεῖ δι̉ αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν λατρείαν τῶν ἀνθρώπων. Ὥστε λοιπόν τό «δόξασόν με» ἔχει αὐτήν τήν σημασίαν.

Καί διά μάθῃς ὅτι αὐτόν τόν τρόπον τῆς δόξης ἐννοεῖ, ἄκουσε τά ἐν συνεχείᾳ. «Τό ἔργον τό ἐτελείωσα πού μοῦ ἔδωσες νά κάνω»· μολονότι βέβαια ἀκόμη τό ἔργον του εὑρίσκετο εἰς τήν ἀρχήν, μᾶλλον δέ οὔτε εἰς τήν ἀρχήν. Πῶς λοιπόν λέγει, «ἐτελείωσα»; Ἤ ἐννοεῖ ὅτι ἔκαμα ὅ,τι ἐξηρτᾶτο ἀπό ἐμένα, ἤ ὀνομάζει ὡς νά ἔγινεν ἐκεῖνο πού ἐπρόκειτο νά γίνῃ ἤ αὐτό πού κυρίως ἠμποροῦμεν νά εἰποῦμεν, ὅτι τό πᾶν ἦτο πλέον τετελεσμένον, ἐφ’ ὅσον εἶχε τοποθετηθῆ ἡ ρίζα τῶν ἀγαθῶν, ἀπό τήν ὁποίαν ὁπωσδήποτε κατ̉ ἀνάγκην ἐπρόκειτο νά προέλθουν οἱ καρποί καί ὅτι θά ἦτο παρών καί συνηνωμένος μέ ἐκείνους πού θά ἤρχοντο εἰς τό μέλλον. Διά τοῦτο πάλιν λέγει μέ τρόπον συγκαταβατικόν. «Αὐτό πού μοῦ ἔδωσες». Διότι, ἐάν βέβαια ἐπερίμενε νά ἀκούσῃ καί νά μάθῃ, θά ἀπεῖχον αὐτά πολύ ἀπό τήν δόξαν του· τό ὅτι λοιπόν αὐτό τό ἔκαμε μέ τήν θέλησίν Του εἶναι φανερόν ἀπό πολλά. Ὅπως, ὅταν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι «τόσον πολύ μᾶς ἠγάπησεν, ὥστε νά παραδώσῃ τόν ἑαυτόν του πρός χάριν μας» (Ἐφ. 5,2), καί «ἐταπείνωσε τόν ἑαυτόν του, λαβών μορφήν δούλου» (Φιλιπ. 2,7), καί πάλιν· «Ὅπως ἀκριβῶς μέ ἠγάπησεν ὁ Πατήρ μου καί ἐγώ ἠγάπησα ἐσᾶς» (Ἰω. 5,9). «Δόξασέ με, Πάτερ, μέ τήν δόξαν ἐκείνην πού εἶχα πρίν ἀκόμη ὁ κόσμος ἔλθῃ εἰς τήν ὕπαρξιν». Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη ἡ δόξα; Ἔστω λοιπόν ὅτι πλησίον τῶν ἀνθρώπων πολύ εὔλογα ἦτο χωρίς δόξαν ἐξ αἰτίας τῆς ἐνδυμασίας Του, πῶς ζητεῖ νά δοξασθῇ πλησίον τοῦ Θεοῦ; Τί λοιπόν ἐννοεῖ ἐδῶ; Ἐδῶ ὁ λόγος γίνεται περί τοῦ ἔργου τῆς θείας οἰκονομίας· διότι ἀκόμη δέν εἶχε δοξασθῆ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις του οὔτε εἶχεν ἀπολαύσει ἀφθαρσίας, οὔτε εἶχε λάβει μέρος εἰς τόν βασιλικόν θρόνον. Διά τοῦτο δέν εἶπεν, «Ἐπί τῆς γῆς», ἀλλά «πλησίον σου».

3. Αὐτήν τήν δόξαν θά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς κατά τό ἰδικόν μας μέτρον, ἐάν εἴμεθα προσεκτικοί. Διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος λέγει. «Ἐάν βέβαια πάσχωμεν μαζί του, διά νά δοξασθῶμεν μαζί του» (Ρωμ. 8,17). Ἑπομένως εἶναι ἄξιοι μυρίων δακρύων ἐκεῖνοι πού, ἄν καί ὑπάρχει ἔμπροσθέν των τόση δόξα, ἐξ αἰτίας τῆς ὀκνηρίας των καί τῆς ἀδιαφορίας των προκαλοῦν κακά εἰς τόν ἑαυτόν των, καί, ἐάν δέν ὑπῆρχε γέεννα, θά ἦσαν ἀθλιώτεροι ἀπό ὅλους, καθ̉ ὅσον, ἐνῷ ἠμποροῦν νά βασιλεύσουν καί νά δοξασθοῦν μαζί μέ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ἀποστεροῦν τόν ἑαυτόν των ἀπό τόσα ἀγαθά· διότι, ἐάν ἐχρειάζετο νά κατασφαγοῦν, ἐάν ἐχρειάζετο νά ὑποστοῦν μυρίους θανάτους, ἐάν ἐχρειάζετο νά παραδώσουν ἀπείρους ψυχάς καί τόσα ἄλλα σώματα καθημερινῶς, δέν ἔπρεπε νά ὑποστοῦν ὅλα αὐτά χάριν τῆς τόσον μεγάλης δόξης; Τώρα ὅμως οὔτε τά χρήματα περιφρονοῦμεν, τά ὁποῖα ἀργότερον θά τά ἀποχωρισθοῦμεν καί χωρίς νά τό θέλωμεν· δέν περιφρονοῦμεν τά χρήματα, πού μᾶς περιβάλλουν μέ ἀμέρτητα κακά, καί πού μένουν ἐδῶ καί δέν εἶναι ἰδικά μας (διότι διαχειριζόμεθα ἐκεῖνα πού δέν εἶναι ἰδικά μας καί ἄν ἀκόμη τά ἔχωμεν ἀπό πατρικήν κληρονομίαν)· ὅταν ὅμως καί γέεννα ὑπάρχῃ καί σκώληξ αἰώνιος καί ἄσβεστον πῦρ καί τρυγμός τῶν ὀδόντων, εἰπέ μου, πῶς θά τά ὑποφέρωμεν αὐτά;

Μέχρι πότε θά εἴμεθα ἀπρόσεκτοι καί θά δαπανῶμεν τό πᾶν εἰς καθημερινάς διαμάχας καί φιλονεικίας καί λόγους ἀνωφελεῖς, τρέφοντες τήν γῆν, παχαίνοντας τό σῶμα, καί ἀδιαφοροῦντες διά τήν ψυχήν, διά μέν τά ἀναγκαῖα μή κάμνοντες κανένα λόγον, διά δέ τά περιττά καί ἀνώφελα δεικνύοντες πολλήν φροντίδα; Καί οἰκοδομοῦμεν μέν λαμπρούς τάφους καί ἀγοράζομεν πολυτελεῖς οἰκίας καί ἀκολουθούμεθα ἀπό ἀγέλας παντός εἴδους ὑπηρετῶν καί ἐπινοοῦμεν διαφόρους οἰκονόμους, ἀγρῶν, οἰκιῶν, διαχειριστάς χρημάτων καί καθιστῶντες ἄρχοντες ἀρχόντων, διά δέ τήν ψυχήν μας πού ἔχει μείνει τελείως ἔρημη δέν δείχνομεν καμμίαν φροντίδα. Καί ποῖο θά εἶναι τό τέλος αὐτῶν; δέν γεμίζομεν μίαν γαστέρα; Δέν ἐνδύομεν ἕνα σῶμα; διατί τόσος πολύς θόρυβος δι’ αὐτά τά πράγματα; Διατί τέλος πάντων ὅλα αὐτά καί διατί τήν ψυχήν πού ἐλάβομεν τήν κατασφαγιάζομεν, τήν κατασπαράσσομεν μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τάς φροντίδας, ἐπινοοῦντες φοβεράν δουλείαν διά τούς ἑαυτούς μας; Διότι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνάγκην ἀπό πολλά, εἶναι δοῦλος πολλῶν, καί ἄν ἀκόμη φαίνεται ὅτι εἶναι κυρίαρχος αὐτῶν. Διότι καί τῶν ὑπηρετῶν δοῦλος εἶναι ὁ κύριος καί δημιουργεῖ ἄλλον μεγαλύτερον τρόπον ὑπηρεσίας.καί κατ’ ἄλλον τρόπον δέ εἶναι δοῦλος, διότι δέν τολμᾷ χωρίς ἐκείνους νά μεταβῇ εἰς τήν ἀγοράν οὔτε εἰς τό λουτρόν, οὔτε εἰς τόν ἀγρόν, ἐνῷ αὐτοί πολλές φορές παντοῦ πηγαίνουν χωρίς τόν κύριόν των. Ἀλλ̉ ὁ θεωρούμενος ὅτι εἶναι κύριος, ἄν δέν εἶναι παρόντες οἱ δοῦλοι, δέν τολμᾷ νά βγῇ ἀπό τήν οἰκίαν, ἀλλά καί ἄν ἀκόμη συμβῇ νά βγῇ μόνος ἀπό τήν οἰκίαν, θεωρεῖ τόν ἑαυτόν του ὅτι εἶναι διά γέλια.

Ἴσως μερικοί μᾶς γελοῦν πού λέγομεν αὐτά, ἀλλ̉ ὅμως ἀκριβῶς δι’ αὐτό θά ἦσαν ἄξιοι μυρίων δακρύων· διότι διά νά διαπιστώσῃς ὅτι αὐτό εἶναι δουλεία, θά σέ ἐρωτοῦσα εὐχαρίστως· ἤθελες νά εἶχεις τήν ἀνάγκην ἐκείνην πού θά ἔθετε τήν τροφήν εἰς τό στόμα σου ἤ θά προσέφερε τό ποτήρι εἰς τά χείλη σου; Δέν θά ἐθεωροῦσες αὐτήν τήν ὑπηρεσίαν ἀξίαν δακρύων; Τί δέ, ἐάν ἐχρειάζεσο μερικούς διά νά σέ βαστάζουν διαρκῶς διά νά βαδίζῃς, δέν θά ἐθεωροῦσες ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τόν ἑαυτόν σου ἐλεεινόν καί ἀθλιώτερον ἀπό ὅλους; Λοιπόν καί τώρα τέτοιαι ἔπρεπε νά εἶναι οἱ διαθέσεις σου· διότι καθόλου δέν διαφέρει, εἴτε νά παθαίνει αὐτά κανείς ἀπό ἄλογα ζῶα εἴτε ἀπό ἀνθρώπους. Τί δέ, εἰπέ μου, δέν διαφέρουν ὡς πρός αὐτό οἱ ἄγγελοι ἀπό ἡμᾶς, τό ὅτι δηλαδή δέν ἔχουν τήν ἀνάγκην των ὅσων ἔχομεν ἡμεῖς; Λοιπόν, ὅσον ὀλιγωτέραν ἔχομεν τήν ἀνάγκην, τόσον περισσότερον πλησιάζομεν πρός ἐκείνους, ὅσον δέ περισσοτέραν, τόσον περισσότερον καταπίπτομεν εἰς αὐτόν τόν φθαρτόν βίον. Καί διά νά μάθῃς ὅτι αὐτά ἔχουν ἔτσι, ἐρώτησε τούς γέρους ποῖον βίον μακαρίζουν, ἐκεῖνον πού ἦσαν τότε ὑποδουλωμένοι εἰς αὐτόν ἤ ἐκεῖνον πού εἶναι σήμερα κυρίαρχοι αὐτοῦ; Διότι ἀκριβῶς δι’ αὐτό ἀνεφέραμεν ἐκείνους, ἐπειδή ἐκεῖνοι πού εἶναι μεθυσμένοι ἀπό τά τῆς νεότητος οὔτε κἄν γνωρίζουν τό ὑπερβολικόν μέγεθος τῆς δουλείας. Τί δέ, αὐτοί πού πάσχουν ἀπό πυρετόν μακαρίζουν τόν ἑαυτόν των, ὅταν αἰσθάνονται μεγάλην δίψαν καί πολλήν πεῖναν καί ἔχουν ἀνάγκην ἀπό πολλά ἄλλα ἤ ὅταν ἀποκτήσουν τήν ὑγείαν των καί ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν ἐπιθυμίαν; Βλέπεις ὅτι παντοῦ εἶναι ἐλεεινόν καί ξένον πρός τήν φιλοσοφίαν καί ἐπέκτασις τῆς δουλείας καί τῆς ἐπιθυμίας τό νά ἔχῃ κανείς ἀνάγκην ἀπό πολλά πράγματα;

Διατί λοιπόν μέ τήν θέλησίν μας μεγαλώνομεν τήν ἀθλιότητα εἰς τόν ἑαυτόν μας; Διότι εἰπέ μου, ἐάν ἦτο δυνατόν νά κατοικῇς χωρίς στέγην καί τοίχους καί χωρίς νά βλάπτεσαι καθόλου, δέν θά ἐπροτιμοῦσες περισσότερον αὐτό; Διά ποῖον λόγον λοιπόν ἐπεκτείνεις τά γνωρίσματα τῆς ἀσθενείας; Δέν μακαρίζομεν δι’ αὐτό τόν Ἀδάμ, ἐπειδή δέν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό τίποτε, οὔτε ἀπό οἰκήματα, οὔτε ἀπό ἐνδύματα; Ναί, λέγει· ἀλλά τώρα εἴμεθα ὑπό τό κράτος τῆς ἀνάγκης. Διατί λοιπόν αὐξάνομεν τήν ἀνάγκην; Διότι, ἐάν πολλοί περικόπτουν πολλά καί ἀπό τά ἀναγαῖα (ἐννοῶ τούς δούλους, τά οἰκήματα καί τά χρήματα), ποίαν δικαιολογίαν θά ἠμπορούσαμεν νά ἔχωμεν, ὑπερβαίνοντες τήν ἀνάγκην; Μέ ὅσον περισσότερα περιβάλλεσαι, τόσον περισσότερον δουλικώτερος γίνεσαι· διότι ὅσον περισσότερα χρειάζεσαι, τόσον περισσότερον μειώνεις τήν ἐλευθερίαν σου· καθ̉ ὅσον ἡ μέν πλήρης ἐλευθερία συνίσταται εἰς τό νά μή ἔχωμεν καμμίαν ἀνάγκην, ἐνῷ ἐκείνη πού ἀκολουθεῖ αὐτήν συνίσταται εἰς τό νά ἔχωμεν τήν ἀνάγκην ὀλίγων πραγμάτων, τήν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἄγγελοι πρό πάντων καί οἱ μιμηταί αὐτῶν, ὅμως τό νά τό κατορθώσουν αὐτό ἄνθρωποι πού μένουν μέσα εἰς θνητόν σῶμα σκέψου πόσον μεγάλον ἔπαινον ἔχει αὐτό τό πρᾶγμα. Αὐτό ἔλεγε καί ὁ Παῦλος γράφων πρός τούς Κορινθίους.«Ἐγώ δέ σᾶς λυποῦμαι» (Α´ Κορ. 7,28), καί «Διά νά μή ὑποφέρουν αὐτοί εἰς τήν ζωήν» (Αὐτόθι). Διά τοῦτο ὀνομάζονται χρήματα, διά νά τά χρησιμοποιοῦμεν ὅπου χρειάζονται, ὄχι διά νά τά φυλάσσωμεν καί νά τά κρύπτωμεν μέσα εἰς τήν γῆν· διότι αὐτό δέν δείχνει ὅτι τά ἀπεκτήσαμεν, ἀλλ̉ ὅτι αὐτά ἀπέκτησαν ἡμᾶς· καθ’ ὅσον ἐάν πρόκειται αὐτό νά σκεπτώμεθα, πῶς αὐτά νά τά κάνωμεν πολλά καί ὄχι διά νά τά ἀπολαύσωμεν εἰς τά ἀναγκαῖα πράγματα, ἀνετράπη ἡ τάξις, καί ἐκεῖνα κατέκησαν ἡμᾶς καί ὄχι ἡμεῖς ἐκεῖνα.

Ἄς ἀπαλλαγῶμεν λοιπόν ἀπό αὐτήν τήν φοβεράν δουλείαν· καί ἄς γίνωμεν κάποτε ἐλεύθεροι. Διατί ἐπινοοῦμεν διά τούς ἑαυτούς μας ἀπείρους καί διαφόρων εἰδῶν δεσμούς; Δέν σοῦ ἀρκεῖ ὁ δεσμός τῆς φύσεως καί ἡ ἀνάγκη τῆς ζωῆς καί τό πλῆθος τῶν ἀπείρων πραγμάτων, ἀλλά πλέκεις καί ἄλλα δίκτυα διά τόν ἑαυτόν σου καί δένεις μέ αὐτά τά πόδια σου; Καί πότε θά σκεφθῇς καί θά φροντίσῃς, διά τόν οὐρανόν καί θά ἠμπορέσῃς νά ἀνεβῇς πρός τό ὕψος ἐκεῖνο; Πρέπει λοιπόν νά θελήσῃ κανείς, νά θελήσῃ νά κόψῃ αὐτά τά σχοινιά διά νά ἠμπορέσῃ νά φροντίσῃ διά τήν οὐράνιον πόλιν· τόσα πολλά ἄλλα ἐμπόδια ὑπάρχουν, πού διά νά τά νικήσωμεν ὅλα πρέπει νά ἀρκούμεθα εἰς τά ὀλίγα· διότι ἔτσι θά φροντίσωμεν καί διά τήν αἰώνιον ζωήν μέ τήν χάριν καί φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τόν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ (Ιωαν. Ιζ΄ 1-13) Υπό του Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚ. ΣΥΝΟΔΟΥ (Ιωαν. Ιζ΄ 1-13)

Η Ιερά Ευαγγελική περικοπή που θ’ ακούσουμε στους ναούς μας την Κυριακή των Αγίων Πατέρων, είναι συγκλονιστική και πολύ αποκαλυπτική.
Είναι ένα τμήμα από την μεγάλη αρχιερατική προσευχή, την οποία απευθύνει προς τον Πατέρα, ο Κύριος Ιησούς, κατά την μοναδική νύχτα του Μυστικού Δείπνου.
Ο Ιησούς Χρηστός, ως μέγας Αρχιερέας, αναφέρει προς τον Πατέρα την ολοκλήρωση του Λυτρωτικού του έργου.
Οπωσδήποτε, είναι ανάγκη να μελετήσει ο καθένας μόνος και μέσα σε ατμόσφαιρα πνευματικής κυρίως ησυχίας, το θαυμάσιο αυτό κείμενο. Στην προσευχή αυτή ο ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού, παρακαλεί τον Πατέρα να διαφυλάξει τους πιστούς ώστε να παραμένουν ενωμένοι μαζί Του και μεταξύ τους, όπως είναι ο Υιός με τον Πατέρα. «… Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδοκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (Ιωαν. Ιζ’ 11).
Λόγια άκρως αποκαλυπτικά που αποδεικνύουν εκτός των άλλων ότι η κορυφή της Χριστιανικής ζωής, δεν είναι παρά η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς του αδελφούς, η οποία βεβαίως προσφέρεται διά της χάριτος του Θεού.
Αλλ’ ας σταθούμε για λίγο στα λόγια αυτά του Λυτρωτού, και να δούμε πώς ακριβώς δέχονται τον λόγο αυτό, πώς τον ερμηνεύουν και πώς ζουν αυτή την πραγματικότητα οι άγιοι Απόστολοι και στην συνέχεια οι άγιοι πατέρες μας, οι οποίοι, λόγω της αποστολικής διαδοχής, διδαχής και εμπειρίας, καθίστανται και οι αυθεντικοί φορείς της ερμηνείας του λόγου του Θεού, μέσα στην ζωή της Εκκλησίας μας.
Όταν ο Χριστός λέει «ίνα ώσιν εν», για ποιους μιλάει; Για τους Αποστόλους, βεβαίως, κατ’ αρχάς, αλλά και για όλους τους πιστούς, έως το τέλος των αιώνων που θα πιστεύουν στην Θεότητα του Χριστού, και θα αποτελούν τα συνειδητά μέλη του Σώματός Του.
Παρακαλεί τον Πατέρα να γίνουν ένα «ίνα ώσιν εν»!
Ας προσέξουμε όμως. Δεν λέει «εις», δηλ. ένας, αλλά τονίζει την λέξη «εν», δηλ. να γίνουν όχι ένας αλλά ένα!
Πώς όμως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι «έν»; Την απάντηση μας την δίνουν οι Άγιοι Πατέρες οι οποίοι έχουν την εμπειρία του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος, αλλά και της θεώσεως!
Ο Πατήρ, Ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, είναι ενωμένοι εις «έν», σε ένα δηλαδή, κατά την δόξαν (ενέργειαν) και κατά την ουσίαν.
Κατά τις υποστάσεις όμως, δηλ. τα πρόσωπα, δεν ταυτίζονται.
Κάθε πρόσωπο, είναι διαφορετικό.
Τα κοινά στην Αγία Τριάδα είναι η ουσία και η φυσική ενέργεια της ουσίας (δηλ. η δόξα). Και κατά τι είναι «έν» ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, με το οποίο «έν» και εμείς θα γίνουμε ένα; Δηλ. και μεταξύ μας και με την Αγία Τριάδα; Ποιό θα είναι αυτό το κοινό γνώρισμα; Είναι το «έν» κατά την «δόξαν». Δηλ. κατά την κοινή ενέργεια των τριών προσώπων του Θεού!
Όπως ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι ένα κατά την δόξαν, διότι έχουν κοινή την δόξαν, έτσι κι εμείς θα γίνουμε «ένα», όταν όλοι μας μεθέξουμε αυτής της δόξας του Θεού. Όταν όλοι μας, ή όσοι καταστούν άξιοι, γίνουν μέτοχοι της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δηλ. του Ακτίστου Φωτός!
Διότι, όπως μας ερμηνεύουν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας, που έζησαν αυτές τις θείες καταστάσεις, όταν ένας άνθρωπος «δοξάζεται», τότε γίνεται κοινωνός της ακτίστου δόξης του Θεού, οπότε ενώνεται και με την Αγία Τριάδα αλλά και με όσους ομοδόξους συνανθρώπους του εκείνη τη στιγμή είναι ενωμένοι και εκείνοι, με την δόξα του Θεού!
Αυτή είναι η Πατερική και Ορθόδοξη ερμηνεία του συγκεκριμένου λόγου του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Όμως, όσοι έχουν αποκόψει την ζωή τους από το Σώμα του Χριστού, και την εμπειρία των Αγίων, είναι αδύνατον να κατανοήσουν και κυρίως να βιώσουν τις αλήθειες αυτές.
Ακριβώς στην πλάνη αυτή της αποκοπής από την ζωή της Εκκλησίας, έπεσε και ο αιρεσιάρχης Άρειος, με αποτέλεσμα να καταντήσει εκεί που κατάντησε, δηλ. ν’ αρνηθεί την Θεότητα του Λόγου. Να αρνηθεί το Ομοούσιον του Πατρός και του Υιού και να κηρύττει την βλασφημία ότι ο Λόγος είναι κτίσμα και δημιούργημα του Πατρός. Δηλ. ότι κάποτε δεν υπήρχε. Αυτό όμως αποτελεί φοβερή αίρεση με αποτέλεσμα να αδυνατεί ο άνθρωπος να έχει την λύτρωση και την σωτηρία του. Το πόσο δε ταλάνισε ολόκληρη την Εκκλησία αλλά και το Έθνος, και πόσες αστήρικτες ψυχές οδήγησε στην απώλεια ο δυσεβέστατος Άρειος, τούτο το διαπιστώνουμε και μέσα από την ίδια την ιστορική πραγματικότητα.
Επιβάλλεται επίσης, στην αναφορά μας αυτή, να προσθέσουμε και να τονίσουμε, ευλογημένοι αδελφοί, ότι οι Άγιοι Πατέρες μας, τόσο στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια της Βιθυνίας 325 μ.Χ.), όσο και στις μετέπειτα, βεβαίως Οικουμενικές Συνόδους, δεν εξέφρασαν και δεν παρουσίασαν μια νέα πίστη η οποία δεν υπήρχε δήθεν έως εκείνη τη στιγμή. Οι πατέρες και οι Οικουμενικές Σύνοδοι, δεν βελτιώνουν την πίστη. Δεν προσθέτουν δηλ.νέα πράγματα, νέες αλήθειες που δεν υπάρχουν εξ’ αρχής στην Εκκλησία από την ημέρα της Πεντηκοστής. Απλώς, την ήδη υπάρχουσα πίστη που μας αποκάλυψε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός άπαξ (Ιούδα 3), αυτήν ακριβώς την ίδια πίστη, κατά τις ανάγκες και τις περιστάσεις που προκύπτουν από τις αιρέσεις, την διευκρινίζουν και ταυτοχρόνως επιβεβαιώνουν την εμπειρία της Πεντηκοστής. Την εμπειρία του Αγίου Πνεύματος που βιώνουν οι ίδιοι ως θεούμενοι στο Σώμα της Εκκλησίας.
Ακριβώς δε επειδή οι Πατέρες είχαν αυτή την κοινή εμπειρία, είτε του φωτισμού, είτε της θεώσεως, γι’ αυτό και όλοι τους είχαν και φυσικά έχουν (όσοι βρίσκονται στις καταστάσεις αυτές) την ίδια αντίληψη για την αλήθεια και την αποκάλυψη του Θεού, και αποδίδουν όλοι τους την ίδια ερμηνεία στον λόγο του Θεού, αλλά ταυτοχρόνως συμφωνούν και στα βασικά δογματικά κείμενα των προηγουμένων Πατέρων της Εκκλησίας μας, αφού η εμπειρία είναι κοινή!
Αντιθέτως, όσοι αρνούνται την ζωή που προσφέρει το Άγιον Πνεύμα στο Σώμα του Χριστού (Ορθοδοξία), είναι αδύνατον να κατανοήσουν ορθά την Αγία Γραφή. (Τραγικό παράδειγμα, ο ίδιος ο Άρειος που καταδικάζεται από τους πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου). Μπορεί μεν όσοι αρνούνται  αυτή την  ευλογημένη και σωστική εμπειρία της Εκκλησίας μας,να κρατούν στα χέρια τους την Αγία Γραφή (αλήθεια, πού την βρήκαν και από πού την πήραν; Αναπάντητο ερώτημα για τους εκτός Εκκλησίας), όμως, παραμένει γι’ αυτούς ένα βιβλίο ανερμήνευτο και επτασφράγιστο. Γι’ αυτό και καταντούν στο να διαστρέφουν το περιεχόμενο της Γραφής και τελικώς να θέτουν τους εαυτούς τους εκτός της Κιβωτού της Σωτηρίας.
Είναι δε γνωστό ότι όσοι παρέμειναν εκτός Κιβωτού, τελικώς χάθηκαν, παρά τα χαρίσματα και τις ικανότητές τους.
Αγαπητοί μου. Οι Άγιοι Πατέρες της Α΄ Οικ. Συνόδου των οποίων την ιερά μνήμη εορτάζουμε, μας διασαλπίζουν από τα βάθη των αιώνων μια μεγάλη αλήθεια κι ένα σωτηριώδες μήνυμα. Και ποιο είναι αυτό; Να γίνουμε συνειδητά μέλη του Σώματος του Χριστού και να γνωρίσουμε  την Αγία μας Ορθοδοξία. Όχι μόνο θεωρητικά, αλλά κυρίως εμπειρικά, το οποίο σημαίνει, να αξιωθούμε διά της καθάρσεως και του Θείου φωτισμού, ο ουράνιος Πατέρας μας, να πραγματοποιήσει και σε μας το αίτημα της προσευχής του Κυρίου Ιησού Χριστού «Τήρησον αυτούς... ίνα ώσιν εν».
Και ας γνωρίζουμε ότι: «Όσοι ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της Εκκλησίας, τ’ ανεβαίνουν όχι για να αλλοιώσουν, αλλά για ν’ αλλοιωθούν. Όχι για να μεταβάλλουν, αλλά για να μεταβληθούν. Όχι για να αφομοιώσουν, αλλά για ν’ αφομοιωθούν και ν’ αγιαστούν». Γένοιτο. 
Αδελφοί, ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!


π. Ιωήλ
                                                                                  Κόνιτσα     

ριακή των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας: Περίοδος αναδιοργανώσεως – Διοικητική αυτονομία και η θεωρία της Τρίτης Ρώμης



Ομ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών Βλάσιος Φειδάς
Η περίοδος αυτή της Ρωσικής Εκκλησίας χαρακτηρίζεται από τη σταδιακή de facto ανεξαρτητοποίηση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, μόνο ως προς την εκλογή μητροπολίτη Ρωσίας, αλλ’ όχι και ως προς την διοικητική της αναφορά. Η εκλογή κατά τη σχετική απόφαση της τοπικής συνόδου της Μόσχας (1459) θα μπορούσε να γίνεται «υπό του αγίου Πνεύματος, συμφώνως προς τους κανόνες των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, και κατά τη διαταγή του Κυρίου μας, του μεγάλου ηγεμόνα Βασιλείου Βασίλιεβιτς ». Η απόδοση στον ηγεμόνα ουσιαστικής εξουσίας στην διαδικασία εκλογής του μητροπολίτη δεν διέθετε τα αναγκαία κανονικά ή εθιμικά ερείσματα, αλλά επηρέασε βαθύτατα τις εφεξής σχέσεις του τσάρου με την εκάστοτε κεφαλή της Εκκλησίας της Ρωσίας. Ωστόσο, η απόφαση αυτή συμπίπτει όχι μόνο προς τη διαίρεση της μητροπόλεως σε μητρόπολη της Μόσχας και μητρόπολη του Κιέβου, αλλά και προς την εντυπωσιακή ανάπτυξη της δυνάμεως της Πολιτείας. Έτσι, ο μεγάλος Ηγεμόνας των Ρώσων, μετά την απελευθέρωση της Ρωσίας από τους Μογγόλους (1462) και την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Τούρκους (1453), εμφανιζόταν πλέον ως ο μόνος ορθόδοξος βασιλιάς και προστάτης των ομοπίστων του.
Πράγματι, οι ηγεμόνες της Μόσχας, μετά τη νίκη του Δημητρίου Ντόνσκοϊ στο Κουλίκοβο (1380), παρουσιάσθηκαν ως και οι μόνοι ηγεμόνες της Ρωσίας, οι οποίοι θα μπορούσαν να αναδιοργανώσουν και να αναπτύξουν το ρωσικό κράτος. Οι ηγεμόνες Ιβάν Γ΄(1462-1505) και Βασίλειος Γ΄ (1505-1533) πέτυχαν να υποτάξουν τις γειτονικές ηγεμονίες Ιαροσλάβ (1463), Ροστώβ (1474), Νόβγκοροντ (1478), Τβερ (1485), Βιάτκα, Πσκωφ (1510), Ριαζάν (1517), Νόβγκοροντ – Σέβερσκυ και Σταροντούμπ (1523). Έτσι ο Αλέξανδρος Γ΄ Ιαγγελόν, μετά από τους ατυχείς ρωσολιθουανικούς πολέμους (1492-1494, 1500- 1503, 1507, 1522), αναγκάσθηκε να παραχωρήση τις πόλεις Ντέσνα και Σόιγ (1503) και το Σμολένσκ (1522), ενώ ενωρίτερα αναγνώρισε στον Ιβάν Γ΄ τον τίτλο του ηγεμόνα «πασών» των Ρωσιών (1495). Η Χρυσή Ορδή των Ταρτάρων είχε ουσιαστικά διαλυθή από τις εσωτερικές της έριδες, αλλ’ ο νόμιμος χαν του Αστραχάν αναγκαζόταν πλέον να αμυνθή κατά των χαν της Κριμαίας, 5 ου Καζάν και του Κασσίμωφ, οι οποίοι ήσαν συνήθως σύμμαχοι της Μόσχας. Η τελευταία σπασμωδική προσπάθεια των Τατάρων να επιβάλουν στους Ρώσους την παλαιότερη φορολογία (1480) δεν είχε την αναγκαία στρατιωτική υποστήριξη και απέτυχε, ενώ η πλήρης εθνική ανεξαρτησία από κάθε ταταρική αξίωση επιβεβαιώθηκε οριστικώς.
Η συνειδητοποίηση της ανεξαρτησίας και η ανάπτυξη του Κράτους και η αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως των Ρώσων υπέθαλψαν έναν ιδιότυπο σωβινιστικό και θρησκευτικό φανατισμό. Η πτώση της Κωνσταντινουπόλεως και ο γάμος του τσάρου Ιβάν Γ΄ με τη Σοφία Παλαιολογίνα, ανεψιά του τελευταίου βασιλιά του Βυζαντίου (1472), τον οδήγησαν στην ιδέα ότι αυτός ήταν πλέον και ο νόμιμος κληρονόμος των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Στον θρησκευτικό τομέα η υπογραφή από τους εκπροσώπους της Μητρός Εκκλησίας της ενώσεως κατά τη σύνοδο Φερράρας -Φλωρεντίας (1438-1439) υπέθαλψε σκοπίμως την εσφαλμένη ιδέα, ότι δήθεν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξέπεσε από την ορθή πίστη, γι αυτό και η Μόσχα εμφανίσθηκε σε ορισμένους μοναστικούς κύκλους ως φύλακας της καθαρότητας της ορθόδοξης πίστεως ή ακόμη και, ως η νέα ελεύθερη απόρθητη πρωτεύουσα του ορθόδοξου χριστιανικού κόσμου. Έτσι, ο μητροπολίτης Ζωσιμάς λ.χ. με την συνήθη εκκλησιαστική αμετροέπεια αποκαλούσε τον τσάρο Ιβάν Γ΄ «νέο αυτοκράτορα (τσάρο) Κωνσταντίνον της Νέας Κωνσταντινουπόλεως», ήτοι της Μόσχας.
Οι ευνόητες αυτές πνευματικές ζυμώσεις μεταξύ ορισμένων μοναστικών ή και λόγιων κύκλων της Ρωσίας αναπτύχθηκαν βεβαίως κατ’ αναφορά προς την πολιτική ιδεολογία του Βυζαντίου, εντός της οποίας είχε γαλουχηθή ο πολιτικός και εκκλησιαστικός βίος της Ρωσίας. Βεβαίως, η παρακμή και η πτώση του Βυζαντίου προκάλεσε μια γενικότερη κρίση στην όλη πολιτική θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είχε ως άξονα τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία και τη χριστιανική πίστη. Η υποταγή στους Τούρκους όλων σχεδόν των ορθοδόξων λαών, πλην της Ρωσίας, η οποία μόλις απελευθερώθηκε τότε από την μογγολική κυριαρχία, άφησε μετέωρη την πολιτική θεολογία της Εκκλησίας και ανενεργή τη ρωμαϊκή ιδέα, αφού το οθωμανικό κράτος ως αλλόθρησκο δεν νομιμοποιούσε την οποιαδήποτε διεκδίκηση διαδοχής του Βυζαντίου. Συνεπώς, η Ρωσία θα μπορούσε να καλλιεργήση μόνο από απόψεως πολιτικής ανάλογες διεκδικήσεις, αλλά δεν διέθετε τις καθιερωμένες εκκλησιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες ήσαν αναγκαίες για την θεμελίωση της πολιτικής θεολογίας της αυτοκρατορικής ιδέας. Πράγματι, όχι μόνο δεν διέθετε κάποιον πατριαρχικό θρόνο ή εκκλησιαστική αυτοκεφαλία, αλλά υπαγόταν εκκλησιαστικώς υπό την κανονική διοικητική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Υπό το πνεύμα αυτό, κατανοείται πλήρως το γεγονός, ότι η λεγόμενη θεωρία της Τρίτης Ρώμης είχε πάντοτε ως πυρήνα κυρίως τον τσάρο και όχι την Εκκλησία της Ρωσίας, ενώ η Πρεσβυτέρα και η Νέα Ρώμη συνδύαζαν την απόλυτη έκφραση όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της εκκλησιαστικής εξουσίας. Εντούτοις η θεωρία αυτή καλλιεργήθηκε σε ορισμένους μοναστικούς κύκλους. Το ρωσικό Χρονικό, το οποίο εμφανίσθηκε το 1512 και είχε ως πηγή τον βυζαντινό χρονογράφο Κωνσταντίνο Μανασσή, τόνιζε χαρακτηριστικά ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453):« Ἐπειδή ὅλαι αἱ εὐσεβεῖς αὐτοκρατορίες τῆς Σερβίας, τῆς Βοσνίας, τῆς Ἀλβανίας και πολλῶν ἄλλων κατακτήθηκαν γιά τίς ἁμαρτίες μας καί κατά παραχώρηση τοῦ Θεοῦ ἐρημώθηκαν καί ἐδουλώθηκαν στούς ἀπίστους Τούρκους, ἡ δική μας ὅμως γῆ τῆς Ρωσίας μέ τό θεῖο ἔλεος καί μέ τίς προσευχές τῆς Πανάγνου Θεομήτορος καί πάντων τῶν θαυματουργῶν ἁγίων αὐξάνει, νεάζει και ἀναπτύσσεται . Εἴθε ὁ φιλεύσπλαχνος Χριστός νά τῆς ἐπιτρέψη νά αὐξάνη, νά ἀναπτύσσεται καί νά ἐκτείνεται αἰωνίως ».
Ο μοναχός του Πσκωφ Φιλόθεος συνδέθηκε αμεσώτερα με την ανάπτυξη της θεωρίας της Τρίτης Ρώμης: «Είμαι ένας χωρικός, εξέμαθα ανάγνωση και γραφή, αλλά δεν μελέτησα τις λεπτολογίες των Ελλήνων. Δεν ανέγνωσα τους ρήτορες ή τους αστρονόμους, δεν γεννήθηκα και στην Αθήνα και δεν συζήτησα με τους σοφούς φιλοσόφους, αλλ’ ανέγνωσα τα βιβλία της αγίας πίστεως». Εν τούτοις ο μοναχός Φιλόθεος, μιλώντας περί του ρωσικού κράτους και του τσάρου, τόνιζε ότι αυτός «είναι ο μόνος χριστιανός τσάρος σε όλη την Οικουμένη. Αυτός κρατεί τα ηνία όλων των ιερών Θρόνων (των πρεσβυγενών Πατριαρχείων)» της αγίας Οικουμενικής Εκκλησίας, η οποία αντί να ευρίσκεται στη Ρώμη ή στην Κωνσταντινούπολη, ευρίσκεται στην θεοφρούρητη πόλη της Μόσχας…». Συνεπώς, ο τσάρος και όχι η Εκκλησία της Μόσχας προβάλλεται ως το κύριο και αποκλειστικό έρεισμα της θεωρίας, αφού «…η ψυχή των Ρωμαίων είναι αιχμάλωτη του διαβόλου ένεκα των αζύμων, ενώ, καίτοι οι Αγαρηνοί κατέλαβαν την Ελληνική αυτοκρατορία, δεν διέφθειραν την πίστη και δεν ανάγκασαν τους Έλληνες να αποστατήσουν. Έτσι, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία είναι ακατάλυτη, διότι η ρωμαϊκή εξουσία είναι σύμβολο του Κυρίου». Πράγματι, ο μοναχός Φιλόθεος, σε επιστολή του προς τον τσάρο Βασίλειο Ιβάνοβιτς, τονίζει ότι «η αρχαία Ρώμη εξέπεσε στην αίρεση του Απολιναρισμού . Οι Αγαρηνοί έσπασαν τις θύρες της δευτέρας Ρώμης με τους πελέκεις τους, αλλ’ η Τρίτη Ρώμη, η σύγχρονη…λάμπει ως ο ήλιος». Στη συνέχεια ο ηγεμόνας τονίζει ότι «δύο Ρώμαι έπεσαν, η Τρίτη ίσταται ορθή και δεν θα υπάρξη τετάρτη».
Είναι προφανές ότι η διαμόρφωση της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» αναφέρεται κυρίως και αποκλειστικώς στην πολιτική και όχι βεβαίως στην εκκλησιαστική προοπτική της ρωμαϊκής ιδέας, γι αυτό και συνδέθηκε πάντοτε με τις ποικίλες αξιώσεις φιλοδόξων ηγεμόνων των ορθοδόξων λαών (Βουλγάρων, Σέρβων, Ρώσων κ.ά.) να μονιμοποιήσουν τις περιστασιακές διεκδικήσεις τους για την υποκατάσταση ή και τη διαδοχή του βυζαντινού αυτοκράτορα στην ηγεσία όλων των ορθοδόξων λαών τόσο πριν, όσο και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Η εκκλησιαστική προοπτική αγνοούσε το ανυπόστατο και το πλασματικό σχήμα «Πρώτη- Δευτέρα- Τρίτη Ρώμη» αντί του καθιερωμένου στην κανονική παράδοση και στη διαχρονική εκκλησιαστική πράξη σχήματος «Πρεσβυτέρα- Νέα Ρώμη», το οποίο παρέμεινε πάντοτε απαραβίαστο στις θεωρίες αυτές αφ’ ενός μεν γιατί ήταν θεωρητικώς και πρακτικώς αδύνατη η αμφισβήτησή του, αφού αυτή θα προσέκρουε σε αποφάσεις Οικουμενικών συνόδων και στην εκκλησιαστική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε γιατί καμμία από τις συγκεκριμένες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν διέθετε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μια τέτοια αξίωση. Πράγματι, η εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας υπήρξε περιφερειακό και δορυφορικό στοιχείο της πολιτικής προοπτικής, αφού δεν υπήρχε η απαραίτητη προϋπόθεση, το κριτήριο της πατριαρχικής οργανώσεως της Εκκλησίας του συγκεκριμένου λαού, η οποία ήταν αναγκαία για τη δική της θεωρητική θεμελίωση και όχι βεβαίως για την αμφισβήτηση ή την ανατροπή της καθιερωμένης στην Ορθόδοξη Εκκλησία κανονικής τάξεως. Υπό την έννοια αυτή, τόσο η κύρια πολιτική, όσο και η παρεπόμενη εκκλησιαστική προοπτική της νεοφανούς θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» λειτουργούσαν πάντοτε κατ’ αναφορά προς το Οικουμενικό πατριαρχείο και τα πρεσβυγενή πατριαρχεία της Ανατολής, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε λ.χ. όχι μόνο κατά την κρίση του πατριάρχη Ρωσίας Νίκωνα (1666), αλλά και κατά την κατάργηση του πατριαρχείου της Ρωσίας (1720) μετά από το σχετικό αίτημα του τσάρου Μ. Πέτρου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Είναι ευνόητο ότι για την προβολή των όποιων διεκδικήσεων της θεωρίας της Τρίτης Ρώμης αναγκαίες προϋποθέσεις ήσαν αφ’ ενός η κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφ’ ετέρου δε η έκπτωση του Οικουμενικού πατριαρχείου στην αίρεση, επειδή μόνο έτσι θα παρεκάμπτοντο οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες για την προώθηση της ιδέας. Η προϋπόθεση όμως της εκπτώσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αίρεση δεν μπορούσε να επαληθευθή αντικειμενικά, αφού η Εκκλησία της Ρωσίας υπαγόταν επίσημα και αστασίαστα υπό την άμεση πνευματική εποπτεία του, γι αυτό και οι ιδέες των μοναχών, καίτοι δεν βρήκαν επίσημη εκκλησιαστική έκφραση, δεν δυσαρεστούσαν τους τσάρους της Ρωσίας. Το ζήτημα βεβαίως παρέμενε ανοικτό και προκαλούσε συζητήσεις στους μοναστικούς κύκλους, ενώ τροφοδοτούσε συνεχώς τόσο την κατά του Οικουμενικού πατριαρχείου πολεμική, όσο και το νοσηρό πνεύμα ενός άκρατου συντηρητισμού ή και μιας ανθελληνικής μισαλλοδοξίας ορισμένων μοναστικών τάσεων, όπως θα δούμε στην περίπτωση Μάξιμου του Γραικού. Η θεωρία λοιπόν της «Τρίτης Ρώμης», όπως διατυπώθηκε ανεπίσημα στα ανωτέρω κύρια και σε άλλα σχετικά κείμενα, εκφράζει τόσο την αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως της Ρωσίας, όσο και την επίδρασή της στην ορθόδοξη αυτοσυνειδησία της. Εν τούτοις, η θεωρία δεν βρήκε ευρεία απήχηση στην πίστη του λαού και στην πράξη της Εκκλησία της Ρωσίας, επειδή και το ρωσικό κράτος δεν είχε ακόμη διαμορφώσει μία δική του αυτοδύναμη θρησκευτική αυτοσυνειδησία (1) .
Αναμφιβόλως, η θεωρία αυτή απετέλεσε το υπόβαθρο της ρωσικής υπερηφάνειας, ενώ και άλλες παράλληλες παραδόσεις παρουσιάζουν ανάλογο πνεύμα, όπως λ. χ. η παράδοση για την εικόνα της Παναγίας του Τιχβίν, η οποία, κατά το σχετικό θρύλο, φιλοτεχνήθηκε με εντολή του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού, απεστάλη από αυτόν στη Ρώμη κατά την περίοδο της Εικονομαχίας (727-843), αλλά μετά εκατό τριάντα έτη επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και εξήντα έτη πριν την πτώση της μετέβη κατά θαυμαστό τρόπο στο Τιχβίν . Σχετική είναι και η ρωσική παράδοση για την λευκή Μίτρα ( belui Klobuk ) ή επανωκαλύμμαυχο η οποία αποτελεί μια σλαβική τροποποίηση της ψευδο – Κωνσταντινείου δωρεάς. Η λευκή μίτρα δόθηκε κατά την παράδοση στον πάπα Σίλβεστρο, λόγω όμως της αιρέσεως του Απολιναρισμού, στην οποία περιέπεσε ο βασιλιάς Μ. Κάρολος και ο πάπας Φορμόσος, μετέβη κατά θαυμαστό τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, ο Οικουμενικός πατριάρχης Φιλόθεος διέταξε, συμφώνως προς την παράδοση αυτή, να μεταφερθή στο Νόβγκοροντ, λέγοντας: «Στην Τρίτη Ρώμη, η οποία είναι η Ρωσία, απαστράπτει η χάρη του αγίου Πνεύματος. Γνώριζε, ω Φιλόθεε, ότι όλες οι χριστιανικές αυτοκρατορίες φθάνουν στο τέλος τους και ενώνονται μεταξύ τους στη μόνη αυτοκρατορία της Ρωσίας…Ο Κύριος θα ανυψώση τον ρώσο Τσάρο υπεράνω όλων των εθνών και πολλοί τσάροι των άλλων εθνών θα υποταγούν στην αυτοκρατορία του. Το πατριαρχικό αξίωμα θα μεταφερθή στη συνέχεια από την αυτοκρατορική αυτή πόλη στη ρωσική γη για να τεθή υπό την εξουσία της και η χώρα θα κληθή αγία Ρωσία». Είναι ευνόητο ότι οι εσχατολογικές αυτές παραδόσεις αφ’ ενός μεν κλόνιζαν τη συνείδηση για την πιστότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ορθοδοξία, αφ’ ετέρου δε έτρεφαν τα οράματα των Ρώσων εθνικιστών, αλλ’ οπωσδήποτε δεν θα μπορούσαν να προβληθούν ή να υποστηριχθούν κι επίσημα. Ο Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός (1533-1584) στέφθηκε τσάρος από τον μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο στις 16 Ιανουαρίου 1547 κατά το βυζαντινό πρότυπο των σχετικών τελετών, εν τούτοις η στέψη του επικυρώθηκε το 1561 από τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάσαφ, συμφώνως προς την καθιερωμένη βυζαντινή παράδοση.
Είναι όμως πολύ χαρακτηριστικό ότι το όλο σχήμα της θεωρίας έχει θεμελιωθή σε εσφαλμένα και πλασματικά κριτήρια, επειδή στην κανονική παράδοση υπάρχει μόνο το θεωρητικό σχήμα «Πρεσβυτέρα-Νέα Ρώμη», ενώ είναι τελείως άγνωστο το σχήμα «Πρώτη-Δευτέρα Ρώμη». Το πρώτο σχήμα κλείνει τον όλο κύκλο της νόμιμης εξελικτικής διαδοχής της συγκεκριμένης πολιτικής θεωρίας, επειδή με τη «Νέα Ρώμη» ολοκληρώνεται η όλη θεωρητική της εξέλιξη. Αντιθέτως, με το δεύτερο σχήμα η εισαγόμενη πλασματική διαδοχή είναι απεριόριστη, αλλά δεν έχει οποιαδήποτε θεμελίωση στην πολιτική θεωρία ή την κανονική συνείδηση της Εκκλησίας. Το πρώτο σχήμα απορρέει από τα κανονικά πρεσβεία τιμής των πατριαρχικών θρόνων, ενώ το δεύτερο εισάγει την κατανόηση της ιδέας της Τρίτης Ρώμης σε μια μονοσήμαντη πολιτική προοπτική, ήτοι έξω από τις καθιερωμένες αρχές της κανονικής παραδόσεως. Υπό το πνεύμα αυτό, η ιδέα αυτή δεν υπήρξε ποτέ επίσημη ή παραδεκτή εκκλησιαστική πρόταση, γι αυτό και συζητήθηκε ποτέ επίσημα από την Εκκλησία ή και από την Πολιτεία της Ρωσίας. Αντιθέτως, μετά την ανακήρυξη της Ρωσίας σε Πατριαρχείο (1589) παρέμεινε πάντοτε ισχυρή η πνευματική της εξάρτηση από τον Οικουμενικό θρόνο, ενώ η πρωτοβουλία του Μ. Πέτρου για την κατάργηση του Πατριαρχείου Ρωσίας (1720) υποδηλώνει την περιορισμένη απήχηση της θεωρίας περί Τρίτης Ρώμης και σε αυτή ακόμη τη Ρωσία, καίτοι είχε συνδεθή ειδικότερα προς την αυτοκρατορική ιδέα του τσαρικού θεσμού. Βεβαίως, οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των διαφόρων τάσεων του πανσλαβισμού του ΙΘ΄ αιώνα ενέταξαν στην διαλεκτική του και την εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας με διάφορες αντιφατικές προτάσεις, σε περίπτωση διαλύσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (μεταφορά Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα ή στην Πετρούπολη, επιβολή ρώσου Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη κ.λπ.), αλλά μετά από τη διαλεκτική αυτή συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα η ουτοπία των πανσλαβιστικών αυτών οραμάτων.
(1) Είναι προφανές ότι η διαμόρφωση της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» αναφερόταν κυρίως και αποκλειστικώς στην πολιτική και όχι στην εκκλησιαστική προοπτική της ρωμαϊκής ιδέας και συνδέθηκε πάντοτε με τις ποικίλες αξιώσεις φιλοδόξων ηγεμόνων των ορθοδόξων λαών (Βουλγάρων, Σέρβων, Ρώσων κ.ά.) να νομιμοποιήσουν τις περιστασιακές διεκδικήσεις τους για την υποκατάσταση ή και τη διαδοχή του βυζαντινού αυτοκράτορα στην ηγεσία όλων των ορθοδόξων λαών τόσο πριν, όσο και μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453). Η εκκλησιαστική προοπτική του καθιερωμένου του καθιερωμένου στην κανονική παράδοση και στην διαχρονική εκκλησιαστική πράξη σχήματος (Πρεσβυτέρα και Νέα Ρώμη) απέμεινε πάντοτε απαραβίαστο στις θεωρίες αυτές αφ’ ενός μεν γιατί ήταν θεωρητικώς και πρακτικώς αδύνατη η αμφισβήτησή του, αφού θα προσέκρουε σε αποφάσεις Οικουμενικών συνόδων και στην εκκλησιαστική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε γιατί καμμία από τις συγκεκριμένες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν διέθετε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για μία τέτοια αξίωση. Πράγματι, στις θεωρίες αυτές η εκκλησιαστική προοπτική υπήρξε πάντοτε περιφερειακό και δορυφορικό στοιχείο της πολιτικής προοπτικής, η οποία είχε ανάγκη της πατριαρχικής οργανώσεως της Εκκλησίας του συγκεκριμένου λαού για τη δική της θεωρητική θεμελίωση και όχι βεβαίως για την αμφισβήτηση ή την ανατροπή της καθιερωμένης στην Ορθόδοξη Εκκλησία κανονικής τάξεως. Υπό την έννοια αυτή, τόσο η κύρια πολιτική, όσο και η παρεπόμενη εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» λειτουργούσαν πάντοτε κατ’ αναφορά προς το Οικουμενικό πατριαρχείο και τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε λόγου χάρη όχι μόνο κατά την κρίση του Πατριάρχη Ρωσίας Νίκωνα (1666) αλλά και κατά την κατάργηση του πατριαρχείου Ρωσίας (1720) μετά από σχετικό αίτημα του τσάρου Μ. Πέτρου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Βεβαίως, οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των διαφόρων τάσεων του Πανσλαβισμού του ΙΘ΄ αιώνα ενέταξαν στην διαλεκτική τους και την εκκλησιαστική προοπτική της θεωρίας με διάφορες αντιφατικές προτάσεις σε περίπτωση διαλύσεως της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (μεταφορά Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Μόσχα ή την Πετρούπολη, επιβολή Ρώσου Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη κ. λπ .) αλλά μέσα από τη διαλεκτική αυτή συνειδητοποιήθηκε πληρέστερα η ουτοπία των πανσλαβιστικών οραμάτων.
Περί της θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης» βλ. Lure Ja S ., O Vozniknovenii teorii » Moskva – Tretii Rim «, » Trud ê Otdela Drevnerusskoi Literatur ê institute russkoi literatur ê «, Moskva 1910. Kirilov I. O. Moskva Tretii Rim . S. Peterburg 1914. Smurlo E., Tretii Rim, εν » Enčiklopeditseskil Slovar «, v. 33a, 789-791. Schrader Hildergard, Moscau das dritte Rom, Studien sur Geschichte der politischen Theorien in der slavischen Welt I) Osteuropäische Studien, hrsg.vom Osteuropäische Seminar der hamburgischen Universität, Hamburg 1929. Belpaire Th. (Dom), Moscou, troisième Rome (á propos d’un ouvrage récent), «  Irenikon  », v. 4 (1932), p. 169-175. Zernov N., Moscow the Third Rome, London 1937. Čaev N. S. » Moskva – Tretii Rim » v političeskoi praktike moskovskogo pravitel’stva XVI veka, Moskva 1945. Tambora Angelo, La teoria politico- religiosa de » Mosca -Terza Roma» nei secoli XVII-XIX : Sopravivenza e linee di svolgimento, (= Dea Roma alla Terza Roma. Roma- Constantinopoli-Mosca ), Napoli 1983. Pachuto Vladimir T., Mosca – Terza Roma (= Da Roma alla Terza Roma- Constantinopoli – Mosca ), Napoli 1983.
Πηγή: Βλασίου Ιω. Φειδά, Ιστορία της Εκκλησίας της Ρωσίας από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα, 
εκδ. Αποστολικής Διακονίας, εκδ. Ε΄, Αθήνα 2005, σελ. 212-221.

Ορθοδοξία και Σοφία. (Αρχιμ. Εφραίμ, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου)


Η σοφία είναι ιδιότητα του θείου. Εξάλλου με αυτήν ο Θεός δημιούργησε όλη την κτίση. Ακόμη και αυτήν την στιγμή με σοφία, δύναμη και αγάπη διατηρεί ο Θεός τον κόσμο.
Η κακία δεν είναι δημιούργημα του Θεού. Όλοι οι φυσικοί νόμοι δείχνουν πως με απερίγραπτη ακρίβεια συνεργάζονται, για να υπάρχει στη γη μας η ζωή. Αν ο Θεός ήταν δημιουργός της κακίας, τότε η κακία του θα ήταν ταυτόχρονα παντοδύναμη και τα αποτελέσματα αυτής της κακίας θα ήταν εμφανή, με το να καταστρέφει ό,τι δημιουργεί, και αυτή του η κακία να είναι η χαρά και η ηδονή του. Όμως αντίθετα εμείς διαπιστώνουμε ότι όλοι οι φυσικοί νόμοι που έχουν τεθεί, λειτουργούν «λίαν καλώς», και μόνον οι τεχνικές παρεμβάσεις του ανθρώπου, εξαιτίας της ασοφίας του, καταστρέφουν τη φύση προς τιμωρία του.
Ο άνθρωπος, ως εικόνα του Θεού, είναι το μόνο δημιούργημα, που έχει τη δυνατότητα να κατανοεί τους φυσικούς νόμους, που διέπουν την κτίση, διά της λογικής και της σοφίας. Μπορεί να καθορίζει τις σχέσεις του με την κτίση και το φυσικό περιβάλλον, διότι από τον ίδιο τον Δημιουργό του δόθηκε η εντολή να εξουσιάζει πάνω σε όλα τα κτίσματα της αισθητής δημιουργίας.
Η ανυπέρβλητη σοφία, με την οποία δημιουργήθηκε το σύμπαν, με τους μοναδικούς φυσικούς νόμους που το διέπουν, προκαλεί εκστατική διάθεση δοξολογίας προς το Θείον, όχι μόνον στους απλοϊκούς πιστούς, αλλά και στους ίδιους τους επιστήμονες που το μελετούν, όπως τον Αϊνστάιν, ο οποίος, μετά την εκπληκτική ανακάλυψη του νόμου της μετατροπής της ύλης σε ενέργεια, αναφώνησε: «είναι αδύνατον να μην υπάρχει Θεός». Την μεγαλύτερη σοφία – αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ανθρωποπρεπή αυτή έκφραση για το Θείον – χρησιμοποίησε ο Θεός στην κατασκευή του ανθρώπου. Ενώ για όλη την κτίση χρησιμοποίησε μόνο το λόγο, αφού όπως λέει η Γραφή, «είπε και εγεννήθησαν, ενετείλατο και εκτίσθησαν» (Ψαλ. 32,9), για τον άνθρωπο μόνο έδειξε από την αρχή την ιδιαίτερη αγάπη και ευαισθησία Του. Μαζί με τα υπόλοιπα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είπε: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» (Γέν. ι,26). Οπότε μετά την δημιουργία του άνθρωπου και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος εσκίρτησαν από πνευματική ευχαρίστηση, όταν είδαν το δημιούργημα να είναι ένα αντίτυπο του Προτύπου, ένας μικρός θεός. Απ’ όλη τη δημιουργία μόνος ο άνθρωπος μπορεί αυτόβουλα, εκούσια να εννοήσει, να θαυμάσει, να δοξολογήσει, να ευχαριστήσει την παντοδύναμη Σοφία του Θεού και να γίνει μέτοχος και κοινωνός των θείων δωρεών της ακτίστου Χάριτός Του.
Στα ανθρώπινα δεδομένα η σοφία εκφράζεται σε διαφόρους τομείς, όπως στο σχεδιασμό, στην επιτυχία προγραμμάτων με συγκεκριμένους στόχους και στο διορατικό βάθος του χειρισμού των διαφόρων υποθέσεων. Τα προηγούμενα βρίσκονται σε οριζόντιο επίπεδο και θα έλεγε κανείς γήινο.
Είναι όμως και ένας άλλος τομέας, όπου η σοφία χρειάζεται πολύ περισσότερο, ο τομέας των ιδιαιτέρων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Οι σχέσεις αυτές μεταξύ των ανθρώπων ξεκινούν από τη γη και έχουν μία κάθετη προοπτική, η οποία ανάλογα με το χειρισμό ή οδηγεί τους ανθρώπους πολύ υψηλά ως τους υπερβατικούς αόρατους πνευματικούς χώρους ενώσεως με το Θείο ή πολύ χαμηλά στον ατομισμό, στη μόνωση, στην πνευματική αίσθηση του άγχους που είναι πρόγευση της κολάσεως.
Η σοφία του Θεού έχει ήδη εκφραστεί μέσα στο γενικό σχέδιο της δημιουργίας του κόσμου με υπερφυή και πολλές φορές ακατάληπτο τρόπο. Έχει τοποθετήσει τους στόχους της Δημιουργίας, που είναι η παραγωγή, ή αν θέλετε η δημιουργία «τεχνητών θεών». Η σοφία Του εκφράστηκε διά της αγάπης σε μία ασύγκριτη κατασκευή, την κατασκευή του ανθρώπου.
Υπερφυής και ακατάληπτος είναι ο τρόπος της δημιουργίας του σύμπαντος. Σε πολλά πράγματα η ανθρώπινη επιστήμη και ο πειραματισμός δίνει απαντήσεις, όμως αυτό δεν απασχολεί τον Δημιουργό Θεό.
Για τον Κύριο, ο λόγος της δημιουργίας, δηλαδή η σκοπιμότητά της, είναι σαφώς η δημιουργία θεών, ως έκφραση της υπερφυσικής Του αγαθότητας, που τον αναγκάζει, κατά κάποιο τρόπο, να εξέλθει από τον εαυτό Του και να επιθυμεί να μεταδώσει από τις απερίγραπτες αρετές και ιδιότητές Του στους ανθρώπους, που έχουν την δυνατότητα, αλλά και επιθυμούν να του μοιάσουν στο χαρακτήρα.
Σε αυτό το σημείο, ο ίδιος ο Θεός συνέλαβε ένα υπερφυές σχέδιο, που είναι και θα παραμείνει ακατανόητο στους αιώνες, θα δημιουργεί πάντοτε έκπληξη και θαυμασμό σε όσους εννοούν μεν το σχέδιο, το γεγονός και την αγαθότητα που το προήγαγε, αδυνατούν όμως να εννοήσουν τον τρόπο ή το πως υλοποιήθηκε.
Ο Θεός Λόγος σχεδίασε και πραγματοποίησε την ενανθρώπησή Του με υπερφυή και μυστηριώδη τρόπο για τη λογική του ανθρώπου. Εμφανίστηκε ανάμεσά μας ως άνθρωπος -πρότυπο για μίμηση- οδηγός για τις σχέσεις που οδηγούν στην ανάβαση, ενυπόστατο φως αθανασίας για τους θνητούς, ζωντανή αλήθεια, όπου μπορεί να καθρεφτίζεται κάθε ανθρώπινο πρόσωπο και να βλέπει πόσο προσεγγίζει το σκοπό της δημιουργίας του και της υπάρξεώς του ή πόσο απέχει από αυτόν. Η αλήθεια πλέον για κάθε έναν άνθρωπο δεν είναι ιδέα ή έννοια, δεν είναι αυτόβουλος προοπτική, που τη χαράζει κανείς όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, αλλά είναι πρόσωπο, το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εξάλλου ο Κύριος είναι ο μόνος που τόλμησε να πει «εγώ ειμί η αλήθεια» (Ιω.14,6).

(Αρχιμ. Εφραίμ Βατοπαιδινού, Καθηγουμένου Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου, «Αθωνική παρουσία», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 20, Άγ. Όρος 2012, σ. 277-281.- αποσπάσματα-)

Παρασκευή, Μαΐου 25, 2012

ΣΟΣ!!! ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΠΛΟΓΚ, ΠΟΥ Ο ΑΚΗΣ ΛΕΕΙ, ΟΤΙ ΘΑ ΤΑ ΑΡΠΑΖΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΥΣ ΦΤΙΑΞΟΥΝ ΤΗ ΜΟΣΤΡΑ...



Ο Άκης Τσοχατζόπουλος προχωρήσει μάλιστα και σε ιδιωτικό συμφωνητικό για την παροχή επικοινωνιακής υποστήριξης.

« Η μηνιαία αμοιβή μας ( εμένα και του συνεργάτη μου) θα ανέρχεται στο ποσό των 15.000 ευρώ το μήνα καθαρά, ήτοι για 18μηνη συνεργασία 270.000 ευρώ» αναφέρει σε επιστολή που του απέστειλε κάποιο άτομο με το όνομα Νίκος.
 «Το χρονικό πλαίσιο προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος μας δηλαδή η αποκατάσταση σου, θεωρούμε ότι είναι 18 μήνες», επισημαίνεται μάλιστα στην επιστολή στην οποία παράλληλα, προσδιορίζεται το 30% ως προκαταβολή. . Στο ποσό αυτό πάντως, δεν περιλαμβάνονται, όπως προκύπτει από το δακτυλογραφημένο κείμενο του πρώην υπουργού, οι δύο δημοσκοπήσεις αξίας 8.000 ευρώ και οι δύο.

Στο ίδιο σημείωμα συμπεριλαμβάνονται προτάσεις με ονόματα εντύπων και ΜΜΕ, στα οποία θα υπάρξουν παρεμβάσεις αν και εφόσον τηρηθεί η συμφωνία.

Πρόκειται για τα εξής:

Aδέσμευτος Τύπος
Αξία
Ποντίκι
Βραδινή
Λόγος
Παρασκευή+13,
Kαρφί
Παρασκήνιο
Παρόν
Εξπρές
Ναυτεμπορική
Δημοκρατία
Ελεύθερος Τύπος

Επίσης:

http://www.press-gr.blogspot.com
http://www.citypress-gr.blogspot.com
http://www.tro-ma-ktiko.blogspot.com
http://www.zooomnews.gr
http://www.tsiliadoros.blogspot.com
http://www.kripsinos.blogspot.com
http://www.taxalia.blogspot.com
http://www.newsbomb.gr
http://www.newscode.gr
http://www.voria.gr( το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη)
http://www.i-reporter.blogspot.com
http://www.greece-salonika.blogspot.com 


πηγη

Παρασκευή 25 Μαΐου 1453



πηγή
Ήταν Παρασκευή όπως και σήμερα, 25 Μαΐου πριν 559 χρόνια όταν ο λαός στην Βασιλεύουσα ξεκίνησε για την λιτάνευση της...
θαυματουργής εικόνας Παναγίας της Οδηγήτριας.
Η ύστατη αγωνία, η ύστατη ικεσία την ίδια ώρα που τα αιμοβόρα στίφη της Ανατολής βομβάρδιζαν τα τείχη του θανάτου.
Την ώρα της λιτάνευσης η εικόνα κινήθηκε μόνη της και έπεσε κάτω. Με φόβο Θεού ο λαός της Κωνσταντινούπολης δοκίμασε να την σηκώσει, αλλά η εικόνα έγινε ασήκωτη και δεν μπορούσε κανείς να την μετακινήσει.
Όταν μετά από ώρα κατάφεραν να την σηκώσουν, άρχισε καταρρακτώδη βροχή που παρέσυρε μέχρι και πέτρες από τα διαλυμένα τείχη. Η λιτάνευση σταμάτησε και οι πρόγονοί μας κοιτώντας με φρίκη τους δρόμους να έχουν μετατραπεί σε ποτάμια, την καταρρακτώδη βροχή, και τους κεραυνούς πάνω από τον ουρανό της Βασιλεύουσας, κατάλαβαν ότι το τέλος είναι κοντά...
Αιωνία τους η μνήμη

Ομιλία του Γέροντα Εφραίμ στους προσκυνητές της Ι.Μ. Βατοπαιδίου


πηγή

Ο Γέροντας Εφραίμ μιλάει για την σωστή αντιμετώπιση της κρίσης από 
τον ελληνικό λαό και τους στενούς δεσμούς της Ορθοδοξίας με την Ελλάδα.
 Κάνει λόγο για "δυσκολίες που θα περάσουμε, αλλά δεν θα πρέπει να
 απογοητευτούμε και να δειλιάσουμε" μπροστά σ' αυτές.

Ευχή στον Φύλακα Άγγελο

πηγή

Άγιε άγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής, και ταλαιπόρου

 μου ζωής, μή εγκαταλίπης με τον αμαρτώλόν, μηδέ αποστής

 απ' εμού δια την ακρασίαν μου, μή δώης χώραν τω πονηρό 

δαιμόνι, κατακυριεύσαι μου τη καταδυναστεία του θνητού τούτου 

σώματος, κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου,

 και οδήγησον με εις οδόν σωτηρίας. Ναί, άγιε Άγγελε του Θεού,

 ο φύλαξ και σκεπατής της αθλίας μου ψυχής και του 

σώματος, πάντα μοι συγχώρησον, όσα σοι έθλιψα πάσας τας 

ημέρας της ζωής μου, και ει τι ήμαρτον την σήμερον ημέραν,

 σκέπασον με εν τη παρούση νυκτί, και διαφύλαξον με απο 

πάσης επηρείας του αντικειμένου, ινα μή εν τίνι αμαρτήματι
παροργίσω τον Θεόν, και πρέσβευε υπέρ εμού προς τον Κύριον,

 του επιστηρίξαι με εν τω φόβω αυτού, και άξιον αναδείξη

 με δούλον της Αυτού αγαθότητος. Αμήν.

ΚΟΛΠΑ ΦΙΛΙΑΣ Ἢ ΜΕΓΑΛΟΚΑΡΔΙΑ;


.           Θὰ ἦταν πολὺ ἀξιοπρόσεκτη ἡ ἀποκρυπτογράφηση τῶν μυχίων σκέψεων τοῦ Πατριάρχου Ρωσίας βλέποντας στὴν ἐπίσημη ἑλλαδικὴ συνοδεία νὰ συμπεριλαμβάνεται μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων μηνῶν διετύπωνε τὰ ἑξῆς τιμητικά: «Στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ, ὅπου ψήθηκα, δὲν ἔμαθα τίποτα ἀπὸ τὰἀρβανίτικα κόλπα τῆς ἀφιλίας, τῆς ἰδιοτέλειας καὶ τῆς διπλῆς προσωπικότητας», στρεφόμενος προσωπικῶς ἐναντίον τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἐκκλησίας!
.          Ἐκκλησιαστικὲς παραδοξότητες: Κόλπα φιλίας μὲ τοὺς πρώην (;) «ἀφίλους καὶ ἰδιοτελεῖς»» ἢ τὸ μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς μεγαλοκαρδίας;
.         Μακάρι τὸ τελευταῖο!

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...