Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 26, 2012

Ορθοδοξία: Η Εκκλησία των Αγίων Πατέρων Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α Οικουμενικής Συνόδου -Παντελής Πάσχος


Ορθοδοξία: Η Εκκλησία των Αγίων Πατέρων
ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΟΛΛΗ σοφία και μεγάλη σύνεση στον τρόπο, με τον οποίον η αγία Εκκλησία μας καθόρισε τον εορταστικό κύκλο του εκκλησιαστικού λειτουργικού χρόνου. Κ’έχει πολύ βαθειά σημασία το γεγονός της συχνής υπομνήσεως, που κάνει η Εκκλησία στους πιστούς, με τις μνήμες ή τις Κυριακές των αγίων Πατέρων: θέλει δηλ. να μας δείξει αυτούς που αγωνίστηκαν κ’ έφτασαν μέχρι και το μαρτυρικό θάνατο, για να μείνει καθαρή κι αμόλυντη η πίστη των ορθοδόξων. Μας θυμίζει τους
μεγάλους πολέμους, μέσα στις ταραγμένες εποχές στη ζωή της Εκκλησίας, και τους αγώνες των Πατέρων, που, με τη χάρη του Θεού, πάντοτε καταλήγουν στη νίκη
της Ορθοδοξίας.
Αυτό είναι για μας μια ελπίδα, αλλά και μια μεγάλη κ’ επίσημη διάψευση των φόβων, των αγωνιών και ανησυχιών μας για το μέλλον της Ορθοδοξίας, που νομίζουμε πως οι αιρέσεις και οι πόλεμοι που κάθε μέρα αντιμετωπίζει -έσωθεν και έξωθέν- θα την εξαντλήσουν τάχα και θα την αφανίσουν. Οι γιορτές των αγίων Πατέρων μας δείχνουν, πως η Εκκλησία πέρασε πολύ πιο δύσκολες στιγμές απ’ τις σημερινές, αλλά με το να μείνει σταθερή στα ορθόδοξα δόγματα και στη γερή κι ασάλευτη πέτρα της Παραδόσεως στερεωμένη, νίκησε πάντοτε τους πολεμίους της, όποιοι κι αν ήταν αυτοί, κ’ έβγαινε ύστερ’ από κάθε μάχη πιο λαμπερή
και πιο φωτεινή και με περισσότερα κάστρα γύρω της, που οι Πατέρες έχτιζαν για να φυλάξουν τους αρίφνητους θησαυρούς της αγίας μας Ορθοδοξίας. Έτσι, με
τους αγώνες και τους πολέμους που αντιμετώπιζαν οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, απαντούσαν στους εχθρούς της Ορθοδοξίας μ’ ένα πλήθος συνοδικών κανόνων
και δογμάτων, που ερμηνεύουν αυθεντικά την Αγία Γραφή και θεμελιώνουν με το βίο και τη διδασκαλία τους την Παράδοση της Ορθοδοξίας, που είναι η ωραιότερη,
η αληθινώτερη και -παρόλες τις ποικιλίες και αποχρώσεις στη διδασκαλία των αγίων Πατέρων- η πιο πολύ σφιχτά ενωμένη, απ’ όλες τις παραδόσεις, με το πνεύμα
του Ευαγγελίου• γιατί η «συμφωνία» που υπάρχει μέσα στο θείο χορό των αγίων Πατέρων, και η οποία δείχνει τη βιωματική συνοχή της Εκκλησίας, είναι καρπός
και αποτέλεσμα του θείου φωτισμού και της χάριτος του Θεού.
Οι άγιοι Πατέρες, με το ορθό δόγμα της πίστεως και με την αγία ζωή τους, είχαν γίνει άξιοι των επιλάμψεων του αγίου Πνεύματος, το Οποίο κυρίως τους φώτιζε να ερμηνεύουν και να διδάσκουν ορθά το άγιο Ευαγγέλιο, και να το προσφέρουν, ανάλογα με την προσληπτικότητά μας, ως δόγμα, ως λόγο και ως ζωή. Να γιατί -πολύ εύστοχα- ονομάζεται η αγία Ορθοδοξία μας Εκκλησία των αγίων Πατέρων. «Διότι την υπερφυά παρουσίαν του αγ.Πνεύματος εντός της Εκκλησίας, διά των Πατέρων εμάθομεν. Την ερμηνείαν του Ευαγγελίου της χάριτος του Χριστού, οι Πατέρες έδωκαν εις τον κόσμον: Τι θα ήτο η Εκκλησία δίχως «τα πάγχρυσσα στόματα του Λόγου», τους «οπλίτας παρατάξεως Κυρίου», τα «oργανα του αγ. Πνεύματος»; Ίδετε τον κονιορτοποιήσαντα την Εκκλησίαν Προτεσταντισμόν. Καταμάθετε τας αντορθοδόξους καινοτομίας, τας αιρέσεις, τας υπερβολάς, την εγκοσμιότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, υποκαταστησάσης
την δι’ αγίου Πνεύματος πυριζομένην ακράδαντον αυθεντίαν των Πατέρων, διά των εξ υψηλοφροσύνης επίσφαλών ανθρωπίνων συλλογισμών (αλάθητον του Πάπα κ.λ.π.). Φοβήθητε την επιφαινομένην νόθευσιν του Ευαγγελίου εν τη Εκκλησία.
Αποτολμά ο λόγος να υποστηρίζη, ότι οι Άγιοι Πατέρες αποτελούν τα ασφαλή μέτρα της περί Θεού και ανθρώπων καθολικής και επί μέρους αληθείας. Αυτοί είναι οι οξυδερκείς της Εκκλησίας οφθαλμοί… oι απλανείς οδηγοί, οι φυσικοί ερμηνείς του Ευαγγελίου, ως θεωρίας και πράξεως» (Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Αθωνικά άν0η, σελ. 113).
Η Ορθόδοξος Εκκλησία μας στηρίζεται πάνω στην αγία Γραφή και στην ιερά Παράδοση, δηλ. στο Άγιον Ευαγγέλιο και στους αγίους Πατέρας. Όλος ο αγώνας των
τέκνων της Εκκλησίας ειναι να φτάσουν στη θείαν αλήθεια και σωτηρία της ψυχής τους, διά μέσου της αγιότητος, που διδάσκει το άγιο και ιερόν Ευαγγέλιο.
Γι’ αυτό κ’ ένας νεώτερος συγγραφέας λέγει για την Εκκλησία του Θεού, πώς «είναι οι κληθέντες άγιοι, η συνάθροισις των πιστών, των κληθέντων εις αγιότητα»
(Κορέσιος). Για να φτάσουμε, όμως, στη σώζουσα αλήθεια του Ευαγγελίου, χρειαζόμαστε ένα έμπειρον οδηγό• γιατί, κι αμαρτωλότητα πολλή έχει σκοτίσει τα πνευματικά μάτια μας, και η πείρα μας λείπει για πνευματικές πορείες τόσο φοβερές, και οι κίνδυνοι που μας περιμένουν σ’ αυτό το δρόμο είναι μεγάλοι και δυσκολοπολέμητοι.
Κι αυτός ο οδηγός δεν είναι άλλος απ’ την Παράδοση των Πατέρων της Ορθοδοξίας. Οι φωτεινότεροι οδηγοί της πορείας μας προς τη σωτηρία είναι οι άγιοι Πατέρες.
Έξω απ’ αυτούς καραδοκεί ο κίνδυνος των αιρέσεων. Ας μη μας κατηγορήσει εδώ κανείς, πως υπερτονίζουμε τη σημασία της Παραδόσεως εις βάρος της αγίας Γραφής.
Τα άκρα του Προτεσταντισμού και του Ρωμαιοκαθολικισμού δεν ανήκουν στις συνήθειες της Ορθοδοξίας, η οποία πλησιάζει τον απλό αλλά βαθύ και υψηλό σε σώζοντα νοήματα λόγο του Θεού, με την ταπείνωση και την αγιότητα των αγίων Πατέρων. Η Εκκλησία μας τάχει ενωμένα Ευαγγέλιο και Παράδοση. Ούτε Ευαγγέλιο θα υπήρχε, αν δεν μας τα διέσωζε η Παράδοση, και δεν το ερμήνευαν οι πνευματέμφοροι άγιοι Πατέρες• ούτε άγιοι Πατέρες μπορούν να νοηθούν δίχως τη θεωρία του Ευαγγελίου. Οι άγιοι Πατέρες είναι η πράξη του Ευαγγελίου. Μια πράξη, που ενώνει διά των μυστηρίων της σωτηρίας τη ζωή όλης της Εκκλησίας κάτω απ’ το σταυρό του Χριστού. «το γαρ της Εκκλησίας όνομα, λέγει ο θείος Χρυσόστομος, ου χωρισμού, αλλ’ ενώσεως και συμφωνίας εστίν όνομα». Αυτή η πράξη μας δείχνει πως η ορθή διδασκαλία είναι καρπός αγίας ζωής. Αν η θεολογία των Πατέρων ήταν μια απλή γνώση, δίχως τη βίωση του λόγου του Θεού, η θεολογία τους δεν θα διέφερε απ’ τις ευσεβείς φλυαρίες των αιρετικών. Γιατί κ’ οι αιρετικοί ήταν δεινοί στη μόρφωση και στη γνώση. Αλλά η εκτροπή τους απ’ την οδό της αγιότητος (στους πιο πολλούς,
τουλάχιστον, αυτή είναι η σπουδαιότερη αιτία), τους έρριξε σε σατανικές αιρέσεις και τους παρέσυρε έξω απ’ την Εκκλησία. Έξω, όμως, από τον αγιασμένο περίβολο
της Εκκλησίας, κατά την αρχαία ρήση του αγίου Κυπριανού, δεν υπάρχει σωτηρία – «extra ecclesiam nulla salus». Βγαίνοντας κανείς απ’ την Εκκλησία, για οποιοδήποτε
λόγο, είναι σα να παραδίδει τον εαυτό του στη δυναστεία του σατανά, όπως λέγει ο Μέγας Φώτιος: «οι γαρ των εκκλησιών εξωθούμενοι, έξω της θείας γινόμενοι
κηδεμονίας, υπό την βουλήν και δυναστείαν πίπτουσι του σατανά». Μ’ αυτούς τους αιρετικούς μοιάζουν κ’ εκείνοι, που για να δικαιολογήσουν την εγωϊστική
τους και σατανική φυγή από την Εκκλησία, ρίχνουν το βάρος στους λειτουργούς της Εκκλησίας, λέγοντας: «Με αυτόν τον ιερέα, και με αυτόν τον επίσκοπο, δεν
μπορώ να προσευχηθώ, σκανδαλίζομαι. Προτιμώ να κάμω την προσευχή μου στο σπίτι, στο χωράφι, στην αίθουσα ενός συλλόγου ή όπου αλλού, παρά να πάω στην Εκκλησία, που διακονείται από αυτά τα πρόσωπα…». Πόσο, αλήθεια, θα χαίρεται ο σατανάς, με κάτι τέτοιες δικαιολογίες των ευσεβοφρόνων πιστών!
Δεν είναι ο τόπος εδώ να εξηγήσουμε με λεπτομέρειες όλη την τακτική του σατανά σ’ αυτό τον πόλεμο τον εσωτερικό. Πρέπει όμως να πούμε, πως αυτοί οι τύποι,
πολλές φορές είναι πιο επικίνδυνοι από πολλούς αδιάφορους ή άθεους. Στις Πράξεις των Αποστόλων βρίσκεται μια σχετική ομιλία του Αποστόλου Παύλου, προς
τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Μιλήτου και της Εφέσου: «και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα, του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω
αυτών» (Πράξ. κ’ 30). «Δεν είναι ανάγκη, λέγει ένας σύγχρονος ποιμήν και εκκλησιαστικός συγγραφέας, να ονομάσωμεν αυτούς τους «εξ ημών αυτών», περί των
οποίων ομιλεί ο Απόστολος. Είναι όλοι ανεξαιρέτως όσοι θέτουν σκοπόν των «αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών» -να αποσπούν τους πιστούς και να τους σύρουν οπίσω των, να δημιουργούν συμπαθείας και προτιμήσεις γύρω από τα πρόσωπά των και να γίνωνται αρχηγοί κομμάτων εις την Εκκλησίαν. Οι αληθινοί ποιμένες δεν χωρίζουν τους πιστούς, και δεν προβάλλουν τον εαυτόν τους μεταξύ των πιστών, δεν τους κατατυραννούν ψυχικώς, και δεν δεσμεύουν την πνευματικήν των ελευθερίαν. Διότι αυτό συμβαίνει, με όσους κινούνται και δρουν έξω από την παράδοσιν και την τάξιν της Εκκλησίας• δημιουργούν ένα κύκλον εντος της Εκκλησίας, και εις το κέντρον του κύκλου τοποθετούν τον εαυτόν τους» («Οικοδομή» εβδομαδιαία, έτος Β’ άρ. 22, 29 Μαΐου 1960). Τους κινδύνους αυτούς φοβάται κι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν συμβουλεύει εκείνους που έχουν ελαττωμένη την εμπιστοσύνη τους προς τα πρόσωπα της Εκκλησίας και θέλουν ν’ απομακρυνθούν απ’ την ευλογημένη μάνδρα της: «μένε εις την Εκκλησίαν, λέγει, και ου προδίδοσαι υπό της Εκκλησίας• αν δε φύγης από Εκκλησίας, ουκ αιτία η Εκκλησία. Εάν μεν γαρ ης έσω, ο λύκος ουκ εισέρχεται• εάν δε εξέλθης έξω, θηριάλωτος γίνη• αλλ’ ου παρά την μάνδραν τούτο, αλλά παρά την σην μικροψυχίαν. Εκκλησίας γαρ ουδέν ίσον».
Πρέπει επίσης να προσέχουμε πολύ στη σύγχυση που δημιουργεί ο σατανάς με τις διαβολές του γύρω απ’ τό αιώνιο θέμα της Εκκλησίας και των φορέων της ιερωσύνης.
Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να έχουμε πάντοτε ιερείς ή επισκόπους του ύψους του Χρυσοστόμου ή του αγ. Ισιδώρου του Πηλουσιώτη. Αλλ’ αυτό δεν πρέπει να μας
απομακρύνει από την Εκκλησία. Αν μπορούμε, πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ή να μπούμε κ’ εμείς μέσα στο δοκιμαζόμενο σκάφος της Εκκλησίας και, με
τον άγιο βίο μας και την ορθή διδασκαλία, να διακονήσουμε το Ευαγγέλιο, και όχι να αποσπάσουμε μια μερίδα πιστών, τάχα για να εκδικηθούμε τον ιερέα ή τον επίσκοπο, και να φτιάξουμε δική μας Εκκλησία ή δικό μας σύλλογο, πράγμα πολύ συνηθισμένο σήμερα «της μόδας», όπως λέγει ο Παπαδιαμάντης κάπου: «θα ήτο
θρασύτης εκ μέρους μας, λέγει, αν ενομίζαμεν ότι έπρεπε να κάμωμεν ενταύθα λόγον περί τινων άλλων διακεκριμένων θεολόγων, οίτινες μετέφερον τας θρησκευτικάς συνάξεις εις μίαν αίθουσαν συλλόγου. Πολύ παράξενοι δεν είμεθα, και εννοούμεν κάλλιστα, ότι καθ’ ον τρόπον υπάρχουσι λ.χ. φωτογράφοι της μόδας, φραγκορράπται
της μόδας κ.λ.π., ούτως επόμενον είναι να υπάρχουσι και θεολόγοι της μόδας»! Αλλά σ’ ενα άλλο σημείο ο Παπαδιαμάντης ξεκαθαρίζει τη στάση των πιστών τέκνων
της Εκκλησίας -και απέναντι σ’ Εκείνη και απέναντι στους φορείς της ιερωσύνης- όταν απαντά στο «Λόγο» του Απ. Μακράκη: «Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των Επισκόπων της. Εάν δε τυχόν πολλοί τούτων είναι αμαρτωλοί, αρμοδία είναι να κρίνη μόνη η Εκκλησία και μόνον το άπειρον έλεος του Θεού ημείς πρέπει να επικαλούμεθα». Πρέπει, πραγματικά, να προσέχει πολύ o χριστιανός, γιατί ο σατανάς χρησιμοποιεί με καταπληκτική ευκολία και πονηριά και τα δεξιά και τ’ αριστερά όπλα, για να μας βγάλει απ’ το δρόμο της Εκκλησίας, κ’ ύστερα να μας παραδώσει «εις νουν αδόκιμον», να μας διχάσει
και από τους φίλους και ομοιδεάτες μας, και να μας ρίξει στην απώλεια.
***
Πρέπει, να υπογραμμίσουμε, με πολλή λύπη, μια νοσηρή κατάσταση που υπάρχει στους ορθοδόξους χριστιανούς της Εκκλησίας μας σήμερα, που αδιαφορούν για τα
δόγματα των Πατέρων και τη γραμμή της Ορθοδοξίας. Έτσι αφήνεται ελεύθερο το έδαφος σ’ ένα πλήθος καλοθελητών, που άλλοτε με το πρόσχημα της «φιλανθρωπίας»
του δολλαρίου και άλλοτε της «διδασκαλίας» του λόγου του Θεού, κάνουν θραύση μέσα στο ευσεβές ποίμνιο της Ορθοδοξίας. Αυτοί οι βαρείς λύκοι, που πολεμούν
την ενότητα της Εκκλησίας, έχουν πολλά ονόματα, αλλά τα πιο φοβερά είναι των «Χιλιαστών» («μαρτύρων του Ιεχωβά»), των «Ευαγγελικών», των «Αντβεντιστών»,
των παραλλαγμένων κάπως και μεταμορφωμένων Ρωμαιοκαθολικων κ.ά. Εμείς, βέβαια, δεν δίνουμε και πολλή σημασία, γιατί δεν υποψιαζόμαστε τι κινδύνους κρύβει η αλιεία αυτή εκ μέρους των αιρετικών στα νερά της Ορθοδοξίας, όπου τα «χωρικά ύδατα» δεν φυλάγονται όπως πρέπει από μας. Οι Πατέρες όμως λέγουν, πως η αίρεση είναι θάνατος και χωρισμός από το Θεό. Σ’ ένα βιβλίο παμπάλαιο της Ορθοδοξίας βρίσκεται τούτο το γεγονός, που αναφέρεται στον αββά Αγάθωνα.
Μερικοί ασκηταί, που άκουσαν τη φήμη του και τη μεγάλη διάκριση που είχε, πήγαν να τον επισκεφθούν. Θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται, τον ρώτησαν: «Εσύ
είσαι ο Αγάθων, που λένε πως είσαι πόρνος και υπερήφανος;» –«Nαι, αδελφοί μου, εγώ είμαι». -«Εσύ είσαι o Αγάθων ο φλύαρος και κατάλαλος;» -«Nαι, αδελφοί
μου, εγώ είμαι». «Εάν είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός;» Τότε ο Αγάθων αποκρίθηκε: «Όχι, δεν είμαι αιρετικός!» Οι ασκηταί τον ρώτησαν να τους πει, γιατί όσα
του έλεγαν πρώτα τα παραδέχονταν για τον εαυτό του, ενώ το λόγο τούτο, με την κατηγορία του αιρετικού, δεν τον βάσταξε; Κ’ εκείνος, ο γέροντας ο άγιος
και διακριτικός, τους απάντησε: «Τα πρώτα, εμαυτώ επιγράφω• όφελος γαρ έστι τη ψυχή μου. Το δε αιρετικός, χωρισμός εστι από του Θεού, και ου θέλω χωρισθήναι
από Θεού». Οι ασκηταί θαύμασαν την πνευματική σοφία της διακρίσεως του γέροντα, κ’ έφυγαν πνευματικά οικοδομημένοι.
***
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι το «πίον και τετυρωμένον όρος», που δεν έχει να φοβηθεί τιποτε από τις αιρέσεις και τους αιρετικούς. Όλα τα πράγματα της Εκκλησίας είναι σε μια ιερή ενότητα δεμένα, που δεν αφήνουν περιθώρια για λιποταξίες -στους πραγματικούς τουλάχιστον και συνειδητούς ορθοδόξους. «Έκλυτον γαρ ουδέν, ή υδαρές εν τη Εκκλησία λέγει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, αλλ’ έστι τα πάντα συνεσφιγμένα προς ευσέβειαν». Ο φόβος, όμως, είναι όταν οι αιρέσεις, που
μνημονεύσαμε, εκμεταλλεύονται τη δική μας αδράνεια ή αμαρτωλότητα. Κι αυτό γίνεται αιτία να αληθεύει ο λόγος του προφήτου: «το γαρ όνομα του Θεού δι’ υμάς
βλασφημείται». Γιατί, όσες γνώσεις κι αν έχουμε για την Ορθοδοξία και τους αγίους Πατέρας, δεν πρόκειται να μας ωφελήσουν σε τίποτε, αν δεν βιώσουμε οι
ίδιοι ό,τι εκείνοι πρώτα έζησαν κ’ ύστερα μας εδίδαξαν. «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ’ ο ποιών το
θέλημα του Πατρός μου του εν Ουρανοίς». Κ’ επειδή η φύση και o χαρακτήρας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, της Εκκλησίας των Πατέρων είναι ασκητικός, πρέπει με
άσκηση κ’ εμείς να μιμηθούμε το βίο τους, το κατά δύναμη, για να καταλάβουμε τη διδασκαλία τους ως το πιο μυστικό βάθος. Αυτό θα μας δώσει μια καινούργια δύναμη και θα σβήσει τη φλογισμένη δίψα μας. Αυτή την αλήθεια τονίζει και ο υμνογράφος, στην γ’ ωδή του Κανόνος της Κυριακής των Αγ. Πατέρων:
«Ανακαθαίρει θολερούς και βορβορώδεις χειμάρρους,
εκ πηγών του σωτηρίου αντλήσας, και διψώντα τον λαόν, τον του Χριστού κορέννυσι,
των διδαχών τοις ρείθροις, ο των Πατέρων κατάλογος».

Η Ε Π Α Γ Ρ Υ Π Ν Η Σ Η Τ Ω Ν Π Ο Ι Μ Ε Ν Ω Ν-ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΠ. ΒΑΡΝΑΒΑ



«Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος.»  (Πράξ. κ΄ 28)
            Αὐτήν τήν Κυριακή, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία ὥρισε νά τιμοῦμε τή χορεία τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι συνῆλθαν στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας τό ἔτος 325 μ.Χ.  Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἦταν 318 τόν ἀριθμό καί  συγκεντρώθησαν κατόπιν συμβουλῆς καί προτροπῆς τοῦ αὐτοκράτορα Μεγάλου Κωνσταντίνου γιά νά ἀντιμετωπίσουν τήν αἵρεση τοῦ πρεσβυτέρου τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας Ἀρείου.  Ὁ Ἄρειος μέ τή διδασκαλία του ἀρνιόταν τή θεότητα τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
            Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μέ ἐπί κεφαλῆς ἅγιες καί ἐξέχουσες μορφές, ὅπως ὁ Ἅγιος Νικόλαος Ἀρχιεπίσκοπος Μύρων τῆς Λυκίας, ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Ἐπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἅγιος Σπυρίδων Ἐπίσκοπος Τριμυθοῦντος, ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας, ὁ διάκονος τοῦ Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιος ὁ Μέγας καί ἄλλοι διετύπωσαν μέ σθένος τήν ὀρθή πίστη καί τήν κατέγραψαν περιληπτικά στά πρῶτα ἑπτά ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, τοῦ γνωστοῦ ὡς«Πιστεύω».  Προφορικά δέ καί γραπτά ἀπέρριψαν τίς κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου καί ὑπεραμύνθησαν τῆς ὀρθῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
            Ὁ Ἄρειος ὡς γνωστό καί οἱ ὁμόφρονές του δέν ὑποχώρησαν καί δέν ὑπάκουσαν στίς ὑποδείξεις τῆς Ἐκκλησίας.  Ἔτσι ὁ Ἄρειος ἀπέθανε βυθισμένος μέσα στίς κακοδοξίες του.  Ἐπιβάλλεται νά εἰπωθεῖ ὅτι οἱ ὀπαδοί τοῦ Ἀρείου ταλαιπώρησαν τήν Ἐκκλησία γιά μεγάλο χρονικό διάστημα.  Μέχρι σήμερα οἱ κακοδοξίες τους προβάλονται ἀπό τούς Ἰεχωβάδες ἤ Χιλιαστές, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τή θεότητα τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου.
            Γιά τοῦτο τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας χρειάζεται νά ἐπαγρυπνοῦν καί νά ἀποφεύγουν νά δέχονται μαθήματα εὔκολα καί γρήγορα ἀπό ὁποιονδήποτε τούς πλησιάζει μέ σκοπό νά τούς θολώσει τήν πίστη καί νά τούς παρασύρει στίς κακοδοξίες καί τά ψεύδη, πού ἔχει σπείρει ὁ Σατανᾶς στό νοῦ καί τήν ψυχή του. 
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής συμβουλεύει τούς πιστούς ὡς ἑξῆς:«Ἀγαπητοί, μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον.»(Α΄ Ἰωαν. δ΄ 1)  Μέ ἁπλά λόγια:  Ἀγαπητοί μου, μήν ἐμπιστεύεστε ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι κατέχουν τό Πνεῦμα, ἀλλά δοκιμάζετέ τους γιά νά διαπιστώσετε ἄν το πνεῦμα, τό ὁποῖο ἔχουν προέρχεται ἀπό τό Θεό.  Γιατί πολλοί ψευδοπροφῆτες ἔχουν ξεχυθεῖ μέσα στόν κόσμο.
            Κατά τόν ἴδιο τρόπο μέσα στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα καί ὁ θεῖος Παῦλος συμβουλεύει τούς ἱερεῖς τῆς Ἐφέσου, τούς ὁποίους κάλεσε κοντά του στήν πόλη Μίλητο.  Τούς προτρέπει νά ἐπαγρυπνοῦν τόσο γιά τούς ἑαυτούς των ὅσο καί γιά τά ποίμνια, ὅπου τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς καταξίωσε νά ποιμαίνουν, νά διδάσκουν καί νά εὐλογοῦν ὡς πρεσβύτεροι.  Ὁ Κύριος ὡς κεφαλή καί Ἀρχηγός τῆς Ἐκκλησίας τήν ἔκαμε δική του μέ τό αἷμά του, τό ὁποῖο ἔχυσε στό σταυρό καί μέ τό ὁποῖο ὑπέγραψε τή νέα συμφωνία, τήν Καινή Διαθήκη, τόν Εὐαγγελικό Νόμο, μεταξύ Θεοῦ καί Νέου Ἰσραήλ, δηλαδή τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
            Μέσα στή ροή τῶν αἰώνων τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν ἐσωτερικοί καί ἐξωτερικοί ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι διέστρεψαν τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως καί ἐπεδίωξαν νά διαδόσουν τίς κακοδοξίες τους μέ πολλούς τρόπους.  Γιά τοῦτο ἡ ἐπαγρύπνηση τῶν ποιμένων καί ἡ προστασία τῶν πιστῶν καθίστανται ἀπαραίτητες.  Στόν Ἰησοῦ Χριστό πρέπει κάθε τιμή καί δόξα στούς αἰῶνες.  Εἴη τό ὄνομά Κυρίου εὐλογημένον, διά τῶν ἱκεσιῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.  Ἀμήν!

Η Α Ι Ω Ν Ι Α Κ Α Ι Α Λ Η Θ Ι Ν Η Ζ Ω Η -ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΠ. ΒΑΡΝΑΒΑ


«αὕτη ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκουσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν.» (Ἰωαν. ιζ΄ 3)
Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί ἀδελφοί, πλάσθηκε ἀπό τό Θεό καί τοποθετήθηκε μέσα στόν Παράδεισο. Ὁ Παράδεισος εἶναι λέξη περσική καί σημαίνει περιβόλι, κῆπος. Ἐκεῖ γνώριζε ὁ ἄνθρωπος τό Δημιουργό του, τόν ἔβλεπε καί συνομιλοῦσε μαζί του, γιατί τά μάτια του τά φυσικά καί τά πνευματικά ἦταν ἀκόμη καθαρά καί ἁπλά. Ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ στούς πρωτοπλάστους Ἀδάμ καί Εὔα ἦταν «ἐργάζεσθαι καί φυλάσσειν» (Γεν. ) τόν Παράδεισο. Ἡ ἐργασία στήν πρώτη της μορφή ἦταν χαρά καί ἀπόλαυση καί ὄχι ἀναγκαία γιά νά ἐξασφαλίζουν οἱ πρωτόπλαστοι τά πρός τό ζῆν. Ἐπιπρόσθετα ὑπῆρχε ἀνάγκη νά προσέχουν καί νά ἐπαγρυπνοῦν, γιατί ὑπῆρχε κίνδυνος νά χάσουν τόν Παράδεισο. Ἡ ἀπειρία ὅμως τῶν Πρωτοπλάστων νά πολεμοῦν καί νά ἀντιμετωπίζουν νικηφόρα τόν Ἀντικείμενο, τό διάβολο καί Σατανᾶ, τούς ἔρριξε στήν πλάνη, ὥστε παρέβησαν τή θεία ἐντολή καί ἔτσι ἐγεύθησαν τούς καρπούς τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Ἀπό τότε ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τήν ἄμεση ἐπικοινωνία μέ τόν Πλάστη του. Ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ἀλήθεια καί τό φῶς. Ἔπεσε στήν πλάνη καί τό σκοτάδι. Ἀναζητεῖ ὅμως τό Θεό μεταξύ τῶν ψευτοθεῶν καί λατρεύει τά διάφορα εἴδωλα. Ζεῖ μέσα στό φόβο τοῦ θανάτου καί τίς πλεκτάνες τῆς μαγείας καί τοῦ ψεύδους. Ὁ Θεός ἐσπλαχνίσθη ὅμως τό πλάσμα του καί ἐκτός ἀπό τίς διάφορες μονάδες τῶν κατά καιρούς φωτισμένων ἀνθρώπων, θέλησε νά ἀποκαλύψει τόν ἑαυτό του στό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐκλέγει, λοιπόν, τόν ἰουδαϊκό λαό, τόν περιούσιο λαό τοῦ Θεοῦ καί τόν ὁδηγεῖ στή γνώση τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπό τά σπλάχνα τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ στή συνέχεια γεννιέται ὁ Μεσσίας, ὁ Σωτήρας καί Λυτρωτῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀφοῦ ὁ Ἴδιος ἔκαμε ἐπίσημη ἔναρξη τοῦ σωτηριολογικοῦ του ἔργου μέ τή βάπτισή του στόν Ἰορδάνη ποταμό, δίδαξε, θαυματούργησε, παρηγόρησε καί θεράπευσε πολλούς ἀνθρώπους, μέσα στήν τριετῆ διάρκεια τῆς δράσεως του στή γῆ. Ἀκολούθησαν ἡ Μεταμόρφωση, τά Πάθη, ἡ Σταύρωση, ἡ Ταφή, ἡ Ἀνάσταση, ἡ Ἀνάληψη καί ἡ Κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα φώτισε τούς Μαθητές ὥστε νά ἐνθυμηθοῦν, νά κατανοήσουν καί νά κηρύξουν ὅσα ἔζησαν, ἄκουσαν καί εἶδαν κατά τή διάρκεια τῆς μαθητείας τους. Στή συνέχεια οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι προετοίμασαν καί χειροτόνησαν τούς δικούς τους διαδόχους, οἱ ὁποῖοι συνέχισαν τήν ἀποστολική δράση καί τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας ἀνά τά πέρατα τοῦ κόσμου. Μέσα στή ροή ὅμως τῶν αἰώνων ὑπῆρξαν καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι «κρίμασιν οἷς Κύριος οἶδε» ἐγκατέλειψαν τήν πίστη, δόλωσαν τήν πίστη, κατέστησαν ἐχθροί τῆς πίστεως καί πολέμησαν μέ σφοδρότητα καί ἐχθρότητα τήν πίστη. Μεταξύ αὐτῶν κατατάσσεται καί ὁ αἱρεσιάρχης Ἄρειος. Ἦταν κληρικός τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀλεξανδρείας. Μέ τή διδασκαλία του ἀρνήθηκε τή θεότητα τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Οἱ συμβουλές ἀπό μέρους τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας δέν εἰσακούσθησαν γιατί μέσα στήν ψυχή τοῦ πλανεμένου Ἀρείου βασίλευε ὁ ἐγωισμός. Ἀκολούθησε, λοιπόν, ἡ Πρώτη Οἰκουμενική Σύνοδος τό 325 μ.Χ. στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τήν ὁποία συγκάλεσε ὁ Μ. Κωνσταντῖνος κατόπιν συμβουλῆς τοῦ Ὁσίου Κορδούης. Ἔλαβαν μέρος 318 θεοφόροι Πατέρες, μεταξύ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν οἱ Ἅγιες μορφές τοῦ Μητροφάνη Κωνσταντινουπόλεως, Ἁγίου Νικολάου Μύρων τῆς Λυκίας, Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Ἀλεξανδρείας, Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἁγίου Σπυρίδωνος Τριμυθοῦντος καί ἄλλων. Ὅλοι οἱ ὀρθοφρονοῦντες στά τῆς πίστεως ἔχουν ὀρθή γνώση καί βίωμα γιά τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ζοῦν καί βιώνουν ἀπό τή ζωή αὐτήν τή ζωή τῆς αἰωνιότητος, τή ζωή τοῦ Παραδείσου. Ὁ ἀσφαλής χῶρος ὅπου κάποιος διδάσκεται ὀρθά γιά τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Ἀμήν!

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ - Ιωάν. 17, 1-13 π. ΓΕΡΑΣΙΜΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ

ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ Η ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ 

Η σημερινή γιορτή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ( 325 μ.Χ.) μας δίνει αφορμή να προσεγγίσουμε ένα από τα πιο παρεξηγημένα θέματα. Πρόκειται για το θέμα της αυθεντίας της πίστεως από τους μεγάλους Αγίους της Εκκλησίας μας. Μέχρι ποίου σημείου μπορούμε ν’ αλλάξουμε την έκφραση της πίστεως χωρίς να τη νοθεύσουμε; Τι σημαίνουν για μας οι Άγιοι Πατέρες; Γιατί να μένουμε σ’ όσα μας είπαν εκείνοι; 


Για να δοθεί μια σωστή απάντηση πρέπει προηγουμένως να δούμε τι είναι κατά την Εκκλησία οι Πατέρες. Πατέρες είναι οι μεγάλοι εκκλησιαστικοί δάσκαλοι, που εξέφρασαν σωστά την πίστη της Εκκλησίας και την εφήρμοσαν στη ζωή τους. Μ’ άλλα λόγια δύο είναι τα γνωρίσματα των Πατέρων: η αγιότητα και το ορθόδοξο φρόνημα. 

Όταν κάνουμε λόγο για αγιότητα συνήθως το μυαλό μας πηγαίνει στα θαύματα η στο μαρτύριο. Αυτό μέχρι ενός σημείου είναι σωστό. Η αγιότητα όμως είναι κάτι ευρύτερο. Είναι ο καθημερινός αγώνας για τη βίωση του καινούργιου κόσμου του Θεού. Είναι ο καθημερινός αγώνας για την αγάπη, την ελπίδα, για τη σωτηρία του κόσμου. Ο άγιος είναι μάρτυρας έστω κι’ αν δεν φαίνεται το μαρτύριο του. Γιατί μαρτύριο είναι ο καθημερινός αγώνας κατά του παλαιού ανθρώπου, του εγωϊσμού και των παθών. Είναι ακόμη ένας συνεχές θαύμα η ζωή ενός αγίου, έστω κι’ αν δεν προκαλεί τον θαυμασμό των άλλων. Γιατί πραγματικό θαύμα είναι η αναγέννηση ενός ανθρώπου. Είναι θαύμα η ένωση του με τον Χριστό δια των αγίων μυστηρίων. Είναι θαύμα η καθημερινή προσευχή για τον κόσμο για τους φίλους και τους εχθρούς. 

Αυτή την θαυμαστή και μαρτυρική αγιότητα είχαν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Κοντά σ’ αυτή όμως έδειξαν και μια άλλη πτυχή της χριστιανικής ζωής. Την δυνατότητα να εκφράσουν σωστά την πίστη της Εκκλησίας με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. 

Αυτό το τελευταίο είναι που ξεχωρίζει τους Πατέρες. Σε στιγμές κρίσιμες για την Εκκλησία, όταν οι αιρετικοί αμφισβήτησαν την Αλήθεια της Εκκλησίας, οι Πατέρες υπερασπίσθηκαν την πίστη και την διατύπωσαν στις Συνόδους και στα συγγράμματα τους με πληρότητα και σαφήνεια. Δεν είπαν καινούργια πράγματα. Απλώς διατύπωσαν με τον καλύτερο τρόπο την πίστη της Εκκλησίας. Δεν ήταν «θεωρητικοί» που αναθεωρούν και προσαρμόζουν στις ανάγκες την αρχική θεωρία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει στην Εκκλησία, γιατί θα σήμαινε απώλεια της ταυτότητας της. Η Αλήθεια δεν αλλάζει κατά εποχές και τις γνώμες των ανθρώπων. Γιατί η Αλήθεια είναι η αποκάλυψη του Θεού με την ενσάρκωση ρου Λόγου Του. Αυτή η Αλήθεια δεν αλλάζει. 

Αυτόν λοιπόν τον αναλλοίωτο χαρακτήρα της Αλήθειας τόνισαν οι Πατέρες, όταν κάποιοι αιρετικοί προσπάθησαν να προσαρμόσουν στα ανθρώπινα μέτρα την χριστιανική διδασκαλία. Κριτήριο τους δεν ήταν η ανθρώπινη σοφία, έστω κι’ αν την κατείχαν. Προτίμησαν να μείνουν σχεδόν μόνοι τους, αλλά πιστοί στο Ευαγγέλιο χωρίς να φοβηθούν ταλαιπωρίες, εξορίες και διωγμούς. Ούτε επεδίωξαν τη φιλία των ισχυρών της γης. Γιατί η ορθοδοξία, η σωστή και ακέραιη πίστη δεν βασίζεται στα πρόσκαιρα κριτήρια των δυνατών της γης. 

Τελικά οι Πατέρες είναι οι επώνυμοι εκκλησιαστικοί ηγέτες που εξέφρασαν σωστά όλους τους ανώνυμους πιστούς. Είναι οι λίγοι εκείνοι που μίλησαν στο όνομα των πολλών. Αυτοί που εκφράζουν το φρόνημα και το ήθος της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας. Είναι δηλ. οι εκφραστές και οι φορείς της Παραδόσεως. 

Πολλοί έχουν αντιρρήσεις στο άκουσμα της παραδόσεως και ηχεί παράξενα στ’ αυτιά του ανθρώπου του 21ου αιώνα, γιατί νομίζουν ότι αναφέρεται στο χθες. Η παράδοση όμως δεν είναι μουσειακό κατάλοιπο μιας άλλης εποχής. Αν ήταν κάτι τέτοιο, η Εκκλησία θα ανήκε στο παρελθόν. Η Εκκλησία όμως δεν είναι κάτι τέτοιο. Είναι η ζωντανή συνείδηση της Εκκλησίας και ταυτίζεται με την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας. Είναι η συνέχεια της πορείας του λαού του Θεού μέσα στον κόσμο. Ξέρουμε ότι υπάρχομε σήμερα, γιατί είμαστε βέβαιοι ότι είμαστε εμείς οι ίδιοι που υπήρχαμε χθες. Κι’ αυτό δεν είναι υπόθεση μνήμης, αλλά ταυτότητα συνειδήσεως. 

Οπότε όταν κατανοούμε έτσι την παράδοση καταλαβαίνουμε γιατί δεν μπορεί ν’ αλλάζει. Γιατί αν άλλαζε, δεν θα ήταν παράδοση. 

Εξ άλλου στις Συνόδους και στα συγγράμματα των Πατέρων στη λειτουργική σύναξη και στην καθημερινή χριστιανική ζωή το «δρών πρόσωπον» είναι ο Παράκλητος. Αυτός κατευθύνει την Εκκλησία μέσα στην ιστορία μέσα από την ανθρώπινες μικρότητες και τα πάθη «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν». Η φωνή Του είναι η παράδοση. Το κήρυγμα Του απηχούν οι Πατέρες. Την μαρτυρία Του ακούει η Εκκλησία, όταν βέβαια μένει πιστή στην Αλήθεια. 

Άρα, δεν είναι οπισθοδρόμηση στο παρελθόν η εμμονή μας στην Παράδοση. Αποδοχή της σημαίνει βεβαιότητα για τη ταυτότητα μας. Τιμή στους Πατέρες σημαίνει αναγνώριση της πίστεως μας μέσα στην πληρότητα της διδασκαλίας τους. Κι’ ακόμη αποδοχή της Παραδόσεως σημαίνει την καθοδήγηση μας από το Άγιο Πνεύμα. 

Αυτό το τελευταίο σημαίνει μια συνεχή εγρήγορση και έναν αδιάκοπο αγώνα στο σήμερα. Σημαίνει, ότι συνεχίζουμε σήμερα να μαρτυρούμε τη χριστιανική πίστη όπως έκαναν οι Πατέρες στην εποχή τους. Με τα δικά μας σύγχρονα όργανα παίζουμε την ίδια αρμονία της ορθοδοξίας και της αγιότητας, όπως δείχνει καθημερινά το Άγιο Πνεύμα. Με άλλα λόγια είμαστε υπεύθυνοι για τη συνέχιση της χριστιανικής πορείας μέσα στον σημερινό κόσμο. 

Βέβαια δεν είναι εύκολη υπόθεση να αγωνίζεσαι καθημερινά για τον εαυτό σου, για τους άλλους, για ολόκληρο τον κόσμο. 

Χρειάζονται πολλές θυσίες. Ο δρόμος δεν είναι πάντα ομαλός. 

Η ζωή των Πατέρων το δείχνει καθαρά. Η αγιότητα περνά από δύσβατα μονοπάτια και η ορθοδοξία συναντά πολλά εμπόδια. 

Αλλά ποιος είπε ότι η χριστιανική ζωή είναι για τους στενόκαρδους ; Ο χριστιανισμός δεν είναι για ολιγόπιστους αλλά για ανθρώπους με ψυχικό μεγαλείο. «Οὐ πεισμονῆς τό ἔργον ἀλλά μεγέθους ἐστίν ὁ χριστιανισμός».

π.Γ.Στ.

Κυριακή των Αγίων πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου: Λόγος εις τους οσίους 318 θεοφόρους Πατέρες και εις τον Κωνσταντίνον τον ευσεβέστατον Βασιλέα (πρεσβύτερος Γρηγόριος Καισαρείας)



Επειδή ο Απόστολος μας συμβουλεύει να υπακούωμε στους προεστώτας, φίλε του Θεού, ξεχνώντας κι εγώ την αδυναμία μου και παραβλέποντας το ακαλλές του λόγου μου, υπήκουσα στον τίμιο Πατέρα, ο οποίος μου ανέθεσε να συγγράψω με συντομία περί της Συνόδου των Αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ Πατέρων που έγινε στη Νίκαια, και να την παραδώσω στην υπ’ αυτόν αγιοτάτην Εκκλησία της Νικαίας, ώστε να έχη στην διάθεσή της γραπτή την διήγηση της πνευματικής αγωνίας εκείνων των οποίων είχε απολαύσει και την σωματική παρουσία. Και όσα μεν κατά την δύναμή μου θα αναφέρω εγώ, συγκρινόμενα με το μεγαλείο της εναρέτου πολιτείας των Πατέρων, ομοιάζουν θα έλεγα με σταγόνα στον ωκεανό. Της ιδικής τους δε τελειότητος έργο είναι το να μη δίδουν τόση σημασία στον τρόπο της εκφράσεως, αλλά να μας τιμήσουν με την συμπάθειά τους αναλόγως με την προθυμία της υπακοής.


Όταν εβασίλευσαν στην Ρώμη ασεβώς ο Μαξιμιανός, ο Λικίνιος και ο Μαξέντιος, πολλούς πιστούς Χριστιανούς, οι οποίοι ηρνήθησαν να θυσιάσουν στους δαίμονες, υπέβαλαν σε βασανιστήρια και θάνατον, ευρήκαν δε δικαίως και αυτοί τέλος αντάξιο της ειδωλομανίας τους. Τότε ανέτειλε παραδόξως από την Δύση, σαν φωστήρας, ο φιλοχριστότατος Κωνσταντίνος, ο αρχηγός της Ορθοδόξου πολιτείας και πρόβολος της αμώμου πίστεως. Αυτός, συγχρόνως με την μεταφορά της έδρας του από την Δύση στην Ανατολή, δέχεται στην ψυχή πλούσιο τον θείο φωτισμό. Και χρίοντας τoν νου του με την ευσέβεια, αναλαμβάνει τoν πρώτο αγώνα κατά του διαβόλου: εκδίδει κατά τόπους προγράμματα για ελευθερία στους Χριστιανούς: λύνει την κατήφεια που είχαν προξενήσει στους πιστούς οι άνομοι, καταστρέφει τα σεβάσματα των ειδώλων, γνωστοποιεί την ανυπαρξία του ψεύδους, φανερώνει το κήρυγμα της αληθείας, αποδίδει τιμές και ενθαρρύνει όσους ετίμησαν τoν Κύριο. Θεραπεύει σώματα πιστών κακοποιημένα από τις μαστιγώσεις. Τιμωρούνται τέλος και εξορίζονται όσοι λατρεύουν τους δαίμονες. Ήταν δυνατόν να ιδής τότε τους πιστούς που απηλλάγησαν από τους διωγμούς και εκείνους που συνήλθαν από την δαιμονική πλάνη, όλους μαζί να δοξολογούν τoν Κύριο με παρρησία, ομοιάζοντας με αγγελικήν χοροστασία.

Εχαίρετο λοιπόν ο πιστότατος βασιλεύς για την καθημερινήν αύξηση των Χριστιανών, αντιλαμβανόμενος ότι όλα αυτά οφείλονται σε θείαν ενέργεια, η οποία προσείλκυσε σε λίγο χρόνο τους υπηκόους του στην επίγνωση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τι ήταν δε αυτό που ήλθε και προσετέθη στα προηγούμενα; Ενώ τα γύρω έθνη προηγουμένως συνεχώς επαναστατούσαν, αθετώντας τις συμφωνίες με τους πριν απ’ αυτόν βασιλείς, τους οποίους δεν άφηναν σε ησυχία και οι φονικές εμφύλιες εξεγέρσεις, από τότε που ο Κωνσταντίνος ανεδείχθη από τoν Σωτήρα μας Χριστό βασιλεύς όλου του Κράτους, αμέσως σαν από κοινό πρόσταγμα, τα δεινά των εθνών υπεχώρησαν και οι υπήκοοι ησπάσθησαν την ειρήνη.

Ο μισόκαλος όμως εχθρός δεν ημπορούσε να υποφέρη ούτε αυτή την πρόοδο των ανθρώπων προς την επίγνωση της αληθείας. Αλλά όπως παλαιά εφθόνησε την άλυπο ζωή των πρωτοπλάστων και διά μέσου του όφεως έσπειρε στην ακοή την παρακοή της εντολής, έτσι και τότε, σπαράζοντας από την επιστροφή των πρώην ειδωλολατρών προς τoν Θεόν, αποστέλλει σε κάποιον πνεύμα πύθωνος. Αυτός δε ήταν ο Άρειος, χριστιανός στο όνομα και μάλιστα πρεσβύτερος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Του είχε ανατεθή, ως μη ώφειλε, η εξήγησις των Θείων Γραφών. Είχε καταληφθεί όμως από κενοδοξία και φιλαργυρία, τα όπλα αυτά του διαβόλου. Και βλέποντας ότι μετά τoν Πέτρο, τoν νικηφόρον ιερομάρτυρα και ισαπόστολο αρχιερέα, και τον διάδοχό του Αχιλλά, την προεδρεία της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων ανέλαβε ο υπέρμαχος των αποστολικών δογμάτων και πάναγνος ιεράρχης Αλέξανδρος, άρχισε να εξωτερικεύη τις εμετικές βασκανίες που σαν δηλητηριώδης δράκοντας έκρυβε στην καρδία του. Και κατά μεν του ιδίου του Αλεξάνδρου δεν ήταν ικανός να αυθαδιάση, επειδή ο Αλέξανδρος ήταν άμεμπτος και αμέτοχος από κάθε κακία, σύμφωνα με την μαρτυρία του Κυρίου για τον Ιώβ. Τι μηχανεύεται λοιπόν ο αλιτήριος; Οπλίζεται εναντίον των δογμάτων εκείνου του οσίου, ώστε να τον συκοφαντήση διά μέσου αυτών. Και έτσι «τίθησιν επί τον ουρανόν το στόμα αυτού και λαλεί κατά του Υψίστου αδικίαν». Ενώ ο όσιος Αλέξανδρος ωμολογούσε σαφώς τον Υιόν ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα, αντιθέτως, ο φρενοβλαβής Άρειος παραληρούσε περί του Υιού ότι είναι κτίσμα και δημιούργημα και ότι κάποτε δεν υπήρχε, και άλλα ασεβέστερα τα οποία όντως το μόνο που αξίζουν είναι να σιωπηθούν και να λησμονηθούν. Βλέποντας λοιπόν ο θεσπέσιος Αλέξανδρος ότι σαν επιδημική νόσος διαδίδεται το κακό, και είχε προσβάλει εκτός από την Αίγυπτο και τις γειτονικές Θηβαϊδα και Λιβύη, εφοβείτο μην επεκταθή σε όλο το σώμα των πιστών. Αφού μετά από πολλές κατά πρόσωπο παραινέσεις με τις οποίες συμβούλευε πατρικώς τον ατίθασο, μετά από πολλούς και ποικίλους ελέγχους από τις άγιες Γραφές, για τους οποίους σεμνύνεται και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, είδε ότι ο ασεβής διακατέχεται ακόμη από την σκοτεινή του πλάνη, καταφεύγει στον υβριζόμενο από εκείνον Ιησούν Χριστόν, καλώντας τον σε βοήθεια του πιστού λαού του εναντίον του θεομάχου εγχειρήματος. Με νηστεία, αγρυπνία και δάκρυα ζητεί την συμμαχία του αρχηγού της αληθείας. Ενώ δε ο ασεβής όλο και περισσότερον εξηγριώνετο και λογομαχούσε, προσκαλεί ο Αλέξανδρος περισσοτέρους συνεργάτες για να αντιμετωπίσουν τoν κίνδυνο και στέλνει γράμματα προς τους κατά τόπους επισκόπους, μηνύοντας τα τερατώδη κινήματα της καρδίας του Αρείου κατά της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό ασφαλίζει μεν εκ των προτέρων τις ακοές τους, ώστε να μην παρασυρθούν μερικοί και πέσουν στο βάραθρο των φρονημάτων του Αρείου, σπεύδει δε να τα γνωστοποιήση χωρίς αναβολή και στον ένδοξον αυτοκράτορα. Μόλις έμαθε αυτά ο καλλίνικος βασιλεύς, σαν να εκτυπήθη από κεντρί με το λυπηρό και αναπάντεχο νέο που άκουσε, και στέλνει αμέσως και συγκαλεί με επίσημα έγγραφα από όλη την επικράτεια όσους επισκόπους διατίθενται να συγκεντρωθούν στην Νίκαια, την πρωτεύουσα της Βιθυνίας, για να εξετάσουν το θέμα, να φανερώσουν την αληθινή πίστη, να αφορίσουν δε και να αφανίσουν εντελώς την δαιμονικήν αίρεση των κακοδόξων.

Αφού λοιπόν προηγήθησαν όλα αυτά, ποίους επισκόπους είχε το ζωοποιό πνεύμα προετοιμάσει να ευρεθούν εκείνον τον καιρό και από ποίαν επαρχία προήρχετο ο καθένας, ημπορούν αυτοί που ερευνούν με ενδιαφέρον να τα διαβάσουν στον συνοδικό τόμο.

Οι άγιοι Πατέρες, λοιπόν, σαν εργατικές μέλισσες, αναχωρώντας ο καθένας από την Εκκλησία του σαν από ανθισμένο κήπο, έφθασαν στο συμβολοποιό τόπο της Νικαίας. Ο δε θείος Κωνσταντίνος, ακούγοντας ότι πλησιάζει η ιερά και στους αγγέλους σεβαστή παρουσία των αγίων Πατέρων, τους υποδέχεται με τις τιμές που αρμόζουν, και αφού έστειλε κάποιους από την ιερά Σύγκλητο να τους υποδεχθούν από τα προπύλαια ακόμη, τους περιποιείται και τους εξασφαλίζει με επιτηδειότητα τα χρειώδη, ώστε να είναι απερίσπαστοι. Όταν δε έμαθε πως οι Πατέρες είχαν τακτοποιηθή, ακριβώς τότε παρουσιάζεται και αυτός στην Νίκαια, αφού απομακρύνεται προηγουμένως από τους εξωτερικούς θορύβους, για να έχη νηφάλιο λογισμό, όπως αρμόζει σε θεία πράγματα που αφορούν στην σωτηρία των ψυχών, και έρχεται να συναντηθή και να συνομιλήση με το σύστημα των αγίων Πατέρων. Είναι γνωστόν ότι μερικοί από αυτούς διέπρεπαν με αποστολικά χαρίσματα, άλλοι δε «τα στίγματα του Χριστού εν τω σώματι αυτών εβάσταζον», από τα οποία θα αναφέρω μερικά, για να πληροφορηθούν και να ωφεληθούν ψυχικώς οι αναγνώστες.

Ο όσιος, λοιπόν Ιάκωβος, ο πρόεδρος της Εκκλησίας των Νισσιβηνών, πολλούς ελευθέρωσε από νοσήματα. Διαβεβαιώνουν δε ότι ανέστησε και νεκρούς. Ο επίσκοπος της Νεοκαισαρείας, ο όσιος Παύλος, είχε γίνει παίγνιο της μανίας του Λικινίου, ο οποίος του έκοψε τα γεννητικά όργανα. Ο αιγύπτιος Παφνούτιος, άνδρας σημειοφόρος, και άλλοι πολλοί από αυτούς τους αγίους, είχεν εξορυγμένους τους οφθαλμούς, άλλοι κομμένα τα χέρια, άλλοι είχαν τα χέρια και τα πόδια κατεστραμμένα, επειδή τους είχαν δέσει με ωμά νεύρα από ζώα. Ο αντίπαλος δε των αγαθών, βλέποντας στην γη τον ουράνιον αυτόν χορό των αγίων, δεν τους άφησε απειράστους από το κεντρί του. Αλλά όπως μεταξύ των Αποστόλων του Κυρίου κατέστησε προδότη τον Ιούδα, έτσι και μέσα στον θίασο των αγίων έφερε άλλους λύκους αραβικούς, καλυμμένους με δέρμα προβάτων. Εννοώ τoν Μηνόφαντα από την Έφεσο, τoν Πατρόφιλο από την Σκυθόπολι και τoν Θεωνά από την Μαρμαρική, μαζί με άλλους ολίγους μαθητάς της αφροσύνης του Αρείου, για τους οποίους θα ομιλήσωμε στα επόμενα. Επειδή δε το θέμα που είχε προκύψει απαιτούσε συζήτησιν, ώστε να αποσαφηνισθή η αλήθεια, και έψαχναν να εύρουν έναν τόπο κατάλληλο γι’ αυτόν τoν σκοπό, ξεχωρίζει ο ένδοξος βασιλεύς από το παλάτι που υπήρχε εκεί, ένα πολύ μεγάλο κτίριο, τον οφθαλμό θα ελέγαμε των βασιλικών κοιτώνων, η ομορφιά και η κοσμιότης του οποίου με την σκέπη των οσίων Πατέρων εχει διατηρηθή μέχρι των ημερών μας. Αυτό το διέθεσε σαν απαρχή και προσφορά του βασιλείου προς την αγία Σύνοδο, και διατάζει να τοποθετηθούν ισάριθμα με τους Πατέρες έδρανα, φροντίζοντας για την ανάπαυση των γηρατειών και τιμώντας την ιερωσύνη τους. Αφού εισήλθαν λοιπόν αυτοί και έλαβαν τις θέσεις τους, παρουσιάζεται και ο ένδοξος βασιλεύς. Όχι με σοβαροφανές, υπεροπτικό και βασιλικόν ύφος, αλλά με βλέμμα συνεσταλμένο και ήρεμο βηματισμό. Καθώς συναντά τους αγίους τους ασπάζεται και συνομιλεί μαζί τους ευχαρίστως, εκδηλώνοντας το άνθος της επιεικίας του, με ένα πράο χαμόγελο, και αποκαλύπτοντας, στις συστάσεις που γίνονται με τους αγίους, την λαμπρότητα της ψυχής του. Φανερώνει δε την υψηλή προς τους Πατέρες συγκατάβασή του, το χαμηλό κάθισμα στο οποίο εκάθισε σε σχέση με τα έδρανα των επισκόπων.

Όταν, λοιπόν, οι όσιοι και ο θεοσεβής βασιλεύς εκάθισαν, ο Ευστάθιος Αντιοχείας, καθώς σε τούτον ανέθεσε η αγία Σύνοδος να απευθυνθή προς τoν βασιλέα, είπε: «Ευχαριστούμε τoν Θεό, ένδοξε βασιλεύ, με τoν οποίο κι εμείς και συ έχουμε συνταχθή. Εκείνος με την μεσολάβησή σου κατήργησε την πλάνη των ειδώλων, με αποτέλεσμα να επικρατήση η ευθυμία στους ελευθέρους πλέον πιστούς. Έπαυσαν οι κνίσσες από τα ζώα που εκαίγοντο προς χάριν των δαιμόνων. Κατελύθησαν της ελληνικής πολυθεϊας τα σεβάσματα. Απομακρύνεται το σκότος της αγνωσίας. Η οικουμένη φωτίζεται από το φως της Θεογνωσίας. Ο Πατήρ δοξολογείται, ο Υιός συμπροσκυνείται, το Πνεύμα το Άγιον αναγγέλλεται. Τριάς ομοούσιος κηρύττεται, μία Θεότης σε τρία πρόσωπα και υποστάσεις. Αυτή είναι που στερεώνει, βασιλεύ, την εξουσία της ευσεβείας σου. Διαφύλαξέ μας την απαραβίαστον. Κανένας αιρετικός προσπαθώντας να εισχωρήση ύπουλα στην Εκκλησία να μην αφαιρέση κάτι από την Τριάδα υποτιμώντας αυτό. Ο Άρειος, που το όνομά του θυμίζει την μανία του πολέμου, είναι ο αίτιος του λόγου και όλης της συνελεύσεως. Ο οποίος, δεν γνωρίζουμε πώς, συγκαταλεγόμενος στο πρεσβυτέριο της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων, μας διέφευγε ότι ήταν ξένος από την διδασκαλία των τρισμακαρίων Προφητών και Αποστόλων. Διότι δεν εντρέπεται να αποστερή τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Πατρός από την ομοουσιότητα με τον Πατέρα, και σπεύδει ο κτιστολάτρης να συναριθμήση τον Κτίστη με την κτίση. Αυτόν να έπειθες, αυτοκράτορ, να αλλάξη φρόνημα και να μην εναντιώνεται στην αποστολική διδασκαλία ή, εάν επιμείνη στις ασέβειες της κακοδοξίας από την οποίαν έχει κυριευθή, να τον εξηφάνιζες από του Χριστού και την ιδική μας έπαυλη. Για να μην πέσουν οι ψυχές των απλουστέρων θύματα της ομιχλώδους ωραιολογίας του».

Ο δε εκλαμπρότατος Βασιλεύς Κωνσταντίνος, συμβάλλοντας από την αρχή στην Σύνοδο με την θερμότητα της πίστεως και απευθύνοντας στους Πατέρες λόγους ειρηνικούς ως φιλοπάτωρ υιός, είπε: «Εμπρός, πατέρες, με κάθε επιμέλεια να μελετήσωμε την οριοθέτηση και αποσαφήνιση της αληθείας μέσα από τις προφητικές προρρήσεις και τις αποστολικές παραδόσεις, μακρυά από κάθε μισαδελφία και κακοδοξία. Διότι θα ήταν φοβερό, μετά την κατάλυση της πολυθέου ασεβείας και τον εξαναγκασμό των εχθρών σε υποταγή, την κατάπαυση δε των εμφυλίων πολέμων, να πολεμούνε μεταξύ μας οι πιστοί όχι με ξίφη, αλλά με δόγματα. Και να προσπαθούμε την ευαγγελικήν διδασκαλία, η οποία είναι απλή και άτεχνος, αφού βασίζεται στην δύναμη των έργων και όχι των λόγων, να την ανατρέψωμε ασχολούμενοι με αυτήν διανοητικώς και αναζητώντας ρητορικά σχήματα. Ας επιληφθούμε λοιπόν της συζητήσεως αναθέτοντας την αποκάλυψη της αλήθειας για το θέμα που μας απασχολεί στον Θεό και Πατέρα και στον Μονογενή Υιό του Πατρός και στο Ζωοποιόν Πνεύμα. Κι εμείς πρόθυμα θα είμεθα εδώ στην διάθεσή σας συμμετέχοντας στους αγώνες σας, εως ότου αποκαλυφθή εντελώς η αλήθεια. Επειδή πιστεύουμε πως θα ευτυχήσωμε να έχωμε και την επιφοίτηση του Ζωοποιού Πνεύματος, με την οποία θα βεβαιωθή η σωτήριος πίστις μας, απηλλαγμένη από κάθε αιρετικήν κακοδοξία και θεωρία και αμέτοχος από κάθε πονηράν ως προς το Θείον έννοια».

Προχωρεί λοιπόν το πλήθος των ονομαστών αυτών Πατέρων, στην εξέταση και αποσαφήνιση της Ορθοδόξου πίστεως με ομόνοια, ενδυναμούμενοι από το Ζωοποιό Πνεύμα που κατοικούσε μέσα τους. Και βάζοντας στο στόχαστρο τον Άρειο, του επιτίθενται με πολλές μαρτυρίες της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης για το ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, τον αφορίζουν από την υγιή πίστη και την Αγίαν Εκκλησία, και τον υποβάλλουν σε ανάθεμα μαζί με τα έργα που είχε γράψει και με τα κηρύγματά του.

Έτσι αποκλείοντας από όλες τις κατευθύνσεις την είσοδο κάθε αιρετικής κακοδοξίας, συνθέτουν όλοι μαζί, το πράγματι Θείον Σύμβολον, καταργώντας με κάθε άρθρο το ανάλογο αιρετικόν φρόνημα, ώστε να γίνουν σε όλους φανερά όσα απεφασίσθησαν στην Σύνοδο του παλατίου. Υπελείπετο τώρα να συζητήσουν το θέμα του εορτασμού της κυρίας των ημερών, ο οποίος ετελείτο από τον καθένα σε διαφορετικήν ημέρα. Άλλοι την εόρταζαν στην αρχή της αγίας Τεσσαρακοστής, άλλοι στα μέσα του αγώνος της εγκρατείας και άλλοι κάποιαν άλλην ημέρα επιτελούσαν την ανάμνηση της σωτηριώδους Αναστάσεως. Και έτσι την ίδια ώρα άλλοι εσκληραγωγούντο με μετάνοια, με δάκρυα και νηστείες, και άλλοι επανηγύριζαν τα Δεσποτικά νικητήρια με τα οποία κατελύθη ο Άδης, κατηργήθη ο θάνατος, ανέστη ο Αδάμ και ο Σατανάς εδεσμεύθη. Και για το θέμα αυτό με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος οι Θεοφόροι Πατέρες, εθέσπισαν μαζί με τον ένδοξο Κωνσταντίνο, η αγία ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας να εορτάζεται κοινώς από όλο το γένος των Χριστιανών. Με τον τρόπον αυτόν εκανόνισαν, ώστε σε όλη την Εκκλησία, ως μία οικογένεια, να υπάρχη κοινός χρόνος εγκρατείας και προσευχής, καθώς επίσης και χαράς και πανηγυρισμού. Επίσης εξέδωσαν θείους κανόνες και για άλλα εκκλησιαστικά ζητήματα, οι οποίοι μαζί με τα προηγούμενα απετέλεσαν τον τόμο της Ορθοδοξίας.

Μετά από αυτά έγινε πρότασις από τον ένδοξο βασιλέα να επικυρωθή ο τόμος με τις υπογραφές καθενός από τους Πατέρες. Μετά λοιπόν από την έκθεση και την δημοσία ανάγνωση του τόμου, έγινε ένα αξιομνημόνευτο θαύμα προς καύχηση όσων επίστευσαν, προς εντροπή δε των αντιφρονουντων. Δύο, δηλαδή, από τους οσίους επισκόπους, ο Χρύσανθος και ο Μουσώνιος, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη υπογράψει τον τόμο, συνέβη από πρόνοια Θεού να φύγουν από την ζωήν αυτή. Οι θεοφόροι λοιπόν πατέρες, αφού ήλθαν στον τόπον όπου είχαν τοποθετηθή τα λείψανα, σαν να ευρίσκωνται μαζί τους και να υπακούουν στα λόγια τους, είπαν: «Ω πατέρες και αδελφοί», «τον καλόν αγώνα ηγωνίσθητε». μαζί μας «τον δρόμον τετελέκατε, την πίστιν τετηρήκατε». Εάν λοιπόν κρίνετε ως θεάρεστα αυτά που εγράφησαν στον τόμο και μάλιστα τώρα που έχετε καθαρωτέρα αντίληψη των πραγμάτων, τι σας εμποδίζει να υπογράψετε και σεις, σύμφωνα με τoν νόμο, μαζί μας; Αφού είπαν αυτά οι Πατέρες και ετοποθέτησαν τoν τόμο σφραγισμένο κοντά στα λείψανα των οσίων, αφιερώνουν όλη εκείνη την νύκτα σε άγρυπνον προσευχή. Ερχόμενοι δε την επαύριον εμπρός στις σορούς, κι ενώ οι σφραγίδες ήσαν άθικτες, εξεδίπλωσαν τoν άγιον τόμο, ευρήκαν δε μέσα και τις υπογραφές των δύο οσίων επισκόπων. Όπως ομολογούν όλοι χωρίς δισταγμό, ακόμη και αλλόθρησκοι, στην χορείαν εκείνη των οσίων πατέρων, παρευρίσκετο και συνεργούσε η ομοούσιος Τριάς.

Αλλά κάτι που παρελείψαμε στα προηγούμενα είναι ότι, ενώ η θεομάχος βλασφημία ηλέγχετο από την αγία Σύνοδο, ένας ειδωλολάτρης φιλόσοφος προσπαθούσε όχι με φιλαλήθειαν, αλλά φιλονεικώντας, να υπερασπισθή την κακοδοξία του Αρείου. Τότε, αφού με τους συλλογισμούς του φιλοσόφου ανεπτερώθησαν ο Μηνόφαντος, ο Πατρόφιλος και ο Θεωνάς μαζί με τους άλλους για στους οποίους είπαμε παραπάνω, εφανέρωσαν την αποκρουστική δυσωδία της Αρειανικής πληγής τους, και με θρασύτητα συμπαρεστέκοντο στον φιλόσοφον εναντίον της αληθείας. Αλλά ο αλιεύς των αλιέων και Σωτήρ του διώκτου, κάνει πάλι κάτι αντάξιο των τεραστίων θαυματουργιών του: καταργεί, με τρόπο θαυμαστό την εριστικότητα των προτάσεων του φιλοσόφου, αναγκάζοντάς τον να σιωπήση, και χειροτονεί αντίπαλο του συνηγόρου της ελληνικής αθεϊας και της αιρετικής βλασφημίας, κάποιον από τους αγίους, ο οποίος ήταν στολισμένος όχι με την κοσμική σοφία, αλλά με την αγγελική πολιτεία. Αυτός, επαναλαμβάνοντας τους λόγους με τους οποίους ο Κύριος ηπείλησε τους δαίμονες και την θάλασσα, απευθύνεται στον φιλόσοφο λέγοντας «Σιώπα, πεφίμωσο», και με τους λόγους αυτούς αποδεικνύει άλογο τον πολύλογο, ώστε με την αφωνία που τον κατέλαβε ξαφνικά, να προσέλθη με τρόμο και δέος στον χορό των αγίων, ζητώντας την λύση του δεσμού και την δωρεά του αγίου βαπτίσματος. Με αυτόν τον τρόπον ο Κύριος των θαυμασίων εκάλεσε στην σωτηρία τoν φιλόσοφο μαζί με όλη την οικογένειά του, και τον χθεσινό κατήγορο της Ορθοδοξίας τον ανέδειξε συνήγορο της αληθείας. Τούτο το θαύμα τόσην έκπληξη προεκάλεσε στους περί τον Μηνόφαντα, ώστε, καθώς λέγουν, απεφάσισαν με την θέλησή τους να συναινέσουν με την αγία Σύνοδο στoν αναθεματισμό του ασεβούς Αρείου και των δογμάτων του. Όμως, κατόπιν, όπως οι κύνες, επέστρεψαν επί το ίδιον εξέραμα. Όταν δε η αγία Σύνοδος των τριακοσίων δέκα οκτώ αγίων Πατέρων εξεπλήρωσε τον σκοπό για τον οποίο συνηθροίσθη, και οι άγιοι επείγοντο να επιστρέψουν, ο ευσεβής Κωνσταντίνος τους εκάλεσε σε κοινήν τράπεζα και τους απηύθυνε λόγους συμβουλευτικούς, εθεράπευσε δε και τις ανάγκες των Εκκλησιών τους, χαρίζοντας σε κάθε τόπο συσσίτια για τα νοσοκομεία και τα πτωχοτροφεία τους, και τους απεχαιρέτησε με αυτά τα λόγια: «Βλέπετε την λατρεία που προσφέρω στoν Θεόν» με τις ιδικές σας κατηχήσεις, και πως ολοπρόθυμα έχω κατεργασθή την κατάλυση των ειδώλων και εφρόντισα να διαδοθή παντού η πίστις των Χριστιανών, ώστε να μη μας μείνη καμμία άλλη θρησκευτική δοξασία παρά μόνο των Χριστιανών, οι οποίοι προσκυνούν και ασπάζονται την αγία και ομοούσιο Τριάδα. Αυτήν σας παραδίδω σήμερα ακεραία. Θα είναι της ιδικής σας προσευχής και μελέτης η διά της βοηθείας του Κυρίου καθημερινή εξύψωσις και επαύξησίς της».

Αφού είπε αυτά και άλλα παρόμοια, βλέποντας δε άλλους από αυτούς χωρίς οφθαλμούς, άλλους με παραλυμένα χέρια, άλλους κυρτωμένους από τους πολλούς ξυλοδαρμούς και άλλους να έχουν υποστή το μαρτύριο της αποκοπής των γεννητικών οργάνων και μαθαίνοντας ότι αυτά τους έμειναν από τα κτυπήματα που υπέστησαν κατά τους διωγμούς, τους οποίους είχαν καρτερικά υπομείνει ομολογώντας τον Χριστό, κατενύγη πολύ και εξεδήλωσε εμπράκτως την ευλάβειά του. Προσκυνούσε τα σημάδια από τις πληγές των αθλοφόρων, ησπάζετο τα παραλυμένα μέλη τους. Στα κατεστραμμένα μέλη ήγγιζε άλλοτε τα μέλη του ιδικού του σώματος, άλλοτε την βασιλικήν πορφύρα, πιστεύοντας ότι με αυτόν τoν τρόπον αγιάζεται. Και στους εξωρυγμένους οφθαλμούς έφερνε τις κόρες των ιδικών του οφθαλμών για να φωτισθούν από εκεί οι οφθαλμοί της ψυχής του. Αφού με αυτό τον τρόπον ησπάσθη τους αγίους, εξεκίνησε πάλι για την νέα Ρώμη, αναγγέλλοντας εκεί το ορθό κήρυγμα της πίστεως. Οι δε πανάγιοι Πατέρες αντήμειψαν τον μεγαλειότατο με ευχαριστίες και ευλογίες, με τις οποίες ηύχοντο για την ειρήνη και την ενίσχυση της βασιλείας, την ενότητα των επισκόπων και την ταπείνωση των εχθρών. Αναχωρώντας δε από την Νίκαια ανταπέδωσαν την φιλοξενία με την οποία τους είχαν διακονήσει προσευχόμενοι για ενίσχυση και στερέωση όλων όσων τους διηκόνησαν. Αυτό το μαρτυρεί και το θαυμαστόν σημείο που έγινε εκείνη την ώρα. Καθώς επρόκειτο την τελευταίαν ημέρα να αναπέμψουν προσευχές στον Σωτήρα των όλων για την επάνοδο στις βάσεις τους και την σωτηρία της πόλεως που τους υπεδέχθη, συνέβη στον χώρον εκείνο της ανατολικής εισόδου, που λέγεται «μεσόμφαλο», και γύρω από τον οποίο εστέκετο η χορεία των αγίων, να αναβλύσουν πηγές από λάδι, εκεί στην μέση της αψίδος. Η πηγή αυτή φαίνεται μέχρι σήμερα, δεικνύοντας τους καρπούς των τότε προσευχών.

Η φήμη που έχει η Νίκαια μέχρι σήμερα οφείλεται στους τριακοσίους δέκα οκτώ πατέρες που ετίμησαν την Σύνοδον αυτή. Τεκμηριώνει δε και την αγωνία και πρόνοιά τους για την πόλιν αυτή και το παράδοξο θαύμα που έγινε στην γενεά μας. Οι Ασσύριοι εκδηλώνοντας την αχαριστία τους επέδραμαν κατά της βασιλείας των Ρωμαίων, από την οποία παλαιότερα είχαν σωθή. Και ενώ τα είχαν αφανίσει όλα με βαρβαρικήν αγριότητα, αυτή η πόλις της Νικαίας έμεινε σώα από κάθε βαβυλωνιακή επήρεια. Καμμία βλάβη ανδρών, γυναικών ή παιδιών δεν έγινε με την φωτιά ή με τα ξίφη, αν και πολλές φορές έκαναν επίθεση κρυφά και φανερά. Λέγεται μάλιστα ότι ο άθλιος ταξίαρχος του στρατού τους, χωρίς καμμίαν εντροπή, επεχείρησε να επιτεθή εναντίον του ναού των Αγίων αυτών, να ορμήση μέσα και να εκτελέση τις αποκρουστικές βδελυγμίες της μαγείας του. Απειλήθη όμως πικρά την νύκτα με κάποιο όραμα, και την ημέρα με φοβερισμούς που μόνον αυτός αντελαμβάνετο. Αυτό μετέβαλλε τον αλιτήριο, ώστε τον μεν ναό, ή μάλλον Αυτόν που κατοικούσε στον ναό, τον Χριστό και αληθινό Θεό μας, να τιμήση και να τον εξιλεώση ανάβοντας λαμπάδες, χάριν δε αυτού του γεγονότος να αποκλείση την είσοδο της αγίας Εκκλησίας για όλον τον Βαβυλωνιακό στρατό. Έδειξε μάλιστα παράδοξον ημερότητα και στους διακονητάς του ναού, που δεν συγκρίνεται με την πρώην βαρβαρική θρασύτητά του, η οποία έγινε αιτία να σωθούν και πολλοί από τους αλλοδαπούς. Επειδή από τότε, εάν συνελάμβαναν κάποιον αιχμάλωτο, μία απλή προσποίησις, ότι κατάγεται από την Νίκαια, αρκούσε για να ανατρέψη τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεξε από αυτούς.

Αυτά είναι τα χαρίσματα της φιλοξενίας των Πατέρων, τα οποία ημπορούν να παραστήσουν στους αιώνες που έρχονται την φροντίδα τους για την Νίκαια. Αυτοί, ωσάν διαυγείς ποταμοί, ξεκινώντας από την πηγή της Νικαίας, διηρέθησαν πορευόμενοι ο καθένας στο ποίμνιό του, και μεταφέροντας εκεί τον καρπό της ιεράς αποδημίας τους, το σωτήριο του κόσμου Σύμβολον. Και ηξιώθησαν να κοιμηθούν μακαρίως σε προχωρημένο γήρας, αφού κατελάμπρυναν τον δρόμο της επιγείου ζωής τους με την προκοπή τους στην αρετή. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός και φιλόδουλος ευεργέτης «ο δοξάζων τους δοξάζοντας αυτόν» ηξίωσε και τις ψυχές τους να απολαύσουν τα αγαθά που είναι αποθησαυρισμένα στους ουρανούς, δεν άφησε όμως αστεφάνωτα και τα πάναγνα σώματά τους, αλλά τους ετίμησε και διά μέσου αυτών, με κάποιο παράδοξο θαύμα ως λειτουργούς ιδικούς του. Διότι επέτρεψε ο θάνατός τους να επέλθη τόσον ειρηνικά, όπως ο φυσικός ύπνος. Στην συνέχεια δε, και μέχρι τώρα, τα σώματα των Πατέρων αυτών, τα οποία είχαν δεχθή την Θεία Χάρη, να μείνουν στην επαρχία του καθενός αδιάλυτα. Πολλοί είναι εκείνοι που μαρτυρούν το γεγονός, οι οποίοι τους είδαν «ιδίοις όμμασι», σαν να κοιμώνται μέσα στις λάρνακές τους που ανοίγονται κατά καιρούς, και τους προσεκύνησαν. Είμεθα δε και εμείς αψευδείς μάρτυρες αυτού του θεάματος. Έχουμε ασπασθή το λείψανο του Ισαγγέλου Λεοντίου, του τότε προέδρου της Εκκλησίας των Καισαρέων, ο οποίος πολλούς ιδρώτες έχυσε για την πίστη και πριν από την παρουσία του στην Σύνοδο της Νικαίας. Πολλοί μάρτυρες και αθλοφόροι ανεδείχθησαν από αυτόν παλεύοντας εναντίον του νοητού αντιπάλου. Πολλοί επίσης, χρησιμοποιώντας την ζωή του ως διδάσκαλο, έγιναν πολίτες του ουρανού. Ένας από αυτούς είναι ο μεγάλος αθλοφόρος Γρηγόριος, ο φωτιστής της Αρμενίας, ο οποίος ευρήκε τα λείψανα των αγίων μαρτύρων Ριψιμίας και Γαϊανής (εορτάζονται στις 30 Σεπτεμβρίου), και αφού ενίκησε πρώτα τον ακόλαστο Τηριδάτη, τον οδήγησε έπειτα στην πίστη. Αυτού το τίμιο λείψανο είδαν και πολλοί μαζί μ’ εμάς ότι δεν είχε χάσει ούτε τις τρίχες ούτε τους όνυχες, ευωδίαζε δε ολόκληρο. Και μην απιστήση γι’ αυτά κανείς. Επειδή τοιαύτα είναι τα δώρα της Χάριτος, και μεγαλύτερα ακόμη, προς καύχηση των πιστών και έπαινο των Εκκλησιών, προς δόξαν Χριστού του Θεού ημών, μετά του οποίου τω Πατρί δόξα και τω Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.


(9ος - 10ος αιών, Migne P.G. τομ. 111, στ. 420. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 93 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Ἀναμένοντας τὸν Παράκλητο Anthony Metropolitan of Sourozh




Βρισκόμαστε στὴν περίοδο ἀνάμεσα στὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάληψης τοῦ Κυρίου καὶ τὴ γιορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας κι ἔτσι θὰ ἤθελα νὰ πῶ κάτι σχετικὸ καὶ μὲ τὶς δύο.

Ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέει στὸ 53ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του (Ἠσ. 53.4) ὅτι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας πληγώθηκε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅτι ἐπωμίστηκε τὶς ἀδυναμίες μας, ὅτι οἱ μώλωπές Του μᾶς ἔχουν θεραπεύσει. Ὅταν σκεφτόμαστε τὸν ἀναστημένο Χριστὸ νὰ ἐμφανίζεται στοὺς μαθητές Του καὶ νὰ τοὺς δίνει νὰ ἀγγίξουν τὰ χέρια Του, νὰ προσκαλεῖ τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ νὰ ἐξετάσει τὴν πραγματικότητα καὶ τὸ βάθος τῶν πληγῶν πάνω στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὴν πλευρά Του, τείνουμε νὰ ξεχάσουμε ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ κατὰ τὴν Ἀνάληψή Του ἔφερε στὴ σάρκα Του τὶς πληγὲς ποὺ Τοῦ προκάλεσαν οἱ ἁμαρτίες μας - ὅτι μὲ τρόπο ἀκατάληπτο ὁ Χριστός, ὄχι μόνο ὕστερα ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση ἀλλὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψη καὶ τὴν ἔνδοξη ἐνθρόνισή Του στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα φέρει στὴν ἀνθρώπινη σάρκα Του τὰ τραύματα ποὺ Τοῦ κατάφερε ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Ἐξακολουθεῖ νὰ μεταφέρει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένειά μας στοὺς ὤμους Του καὶ τόσο ἡ Ἀνάσταση ὅσο καὶ οἱ φρικώδεις μέρες τοῦ Πάθους εἶναι τώρα, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, τυλιγμένες, ἀποθεμένες μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Ἁγίας, Ἀκατάληπτης, Μεγάλης Τριάδας. Ὅλες οἱ ὀδύνες τοῦ κόσμου, ὅλη ἡ ἁμαρτία, οἱ θλίψεις, ἡ φρίκη του, βάρυναν τὸ Χριστὸ κι Ἐκεῖνος δὲν τὶς πέταξε οὔτε μὲ τὴν Ἀνάσταση, οὔτε μὲ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του. Ὁ Χριστὸς παραμένει «τὸ ἀρνίον τὸ ἐσφαγμένον πρὸ καταβολῆς κόσμου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας».

Ὅταν τὴ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴ μέρα ποὺ γιορτάζουμε ὡς τὴ μέρα τῆς Ἁγίας Τριάδας, στέλνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Του στοὺς μαθητές Του, τοὺς Ἀποστόλους Του, τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, Τὸ στέλνει μὲ τρόπο διττό. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ζωντανό, παλλόμενο, μαρτυρικό, λαβωμένο στοὺς αἰῶνες, τὸ «βαστάζον τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Γαλ.17) τὸ «ἀνταναπληροῦν τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1.24)· ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ «κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», τὸ «μελιζόμενον ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας». Κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα αὐτό, ὅσο ἀνάξιοι κι ἂν εἴμαστε, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἀνήκουμε στὸ Χριστό, ἐπειδὴ εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία, μετέχουμε στὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται σ' ἐμᾶς διότι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἁμαρτωλοί, καὶ γι' αὐτὸ μόνο ἡ θεϊκὴ ἰσχὺς μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει.

Ὀφείλουμε νὰ προετοιμαστοῦμε μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ γιὰ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς. Θὰ ἔλθουμε βέβαια μὲ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, ἂς ἔλθουμε ὅμως ἐντελῶς ἀνοικτοί, μὲ ὅλο τὸν ἔνθεο πόθο μας, πεινασμένοι καὶ διψασμένοι γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου ποὺ θὰ δώσει ζωὴ στὶς ψυχές μας, ποὺ θ' ἀλλάξει τὴ ζωή μας, ποὺ θὰ γεμίσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο χωρίζει μέσα μας τὸ θεοειδὲς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀκόμα ἀνήκει στὴ φθορά, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ θάνατο.

Ἂς περάσουμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα συγκεντρωμένα, ἂς τὴν περάσουμε μέσα στὴν ἀναμονὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὥστε ὅταν θὰ ψάλλουμε μαζὶ τὴν ἐπίκληση πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐλθέ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», αὐτὰ νὰ μὴν εἶναι λόγια ποὺ θὰ ποῦμε ἀπὸ συνήθεια ἀλλὰ τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ πόθου μας γιὰ τὸ Θεό, τῆς ἀγάπης μας, τὸ ἄνοιγμά μας μπροστά Του, παρόμοιο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς στὴν ἀγάπη καὶ τὴ χαρά. Θὰ μπορέσουμε τότε, παρ' ὅλη τὴν ἀσθένεια καὶ ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε γιὰ μίαν ἀκόμη φορά, μὲ καινούριο τρόπο, ἕνα νέο μέτρο τῆς χάρης ἐκείνης ποὺ μᾶς κάνει πιὸ κοντινοὺς καὶ πιὸ ἀγαπητοὺς στὸ Θεό, τὸ Θεὸ Ἐκεῖνο ὁ ὁποῖος μπῆκε στὴ δόξα μὲ τὴ σάρκα ποὺ φέρει ἀγιάτρευτα τὰ τραύματα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μας, ἀγιάτρευτα ἐφ' ὅσον ἡ ἁμαρτία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει. Πόσο θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεός μας! Μὲ πόση εὐγνωμοσύνη δὲν πρέπει νὰ Τὸν σκεφτόμαστε! Μᾶς ἀγαπᾶ παρ' ὅλη τὴν ἀπιστία μας, τὴν ἄσχημη ζωή μας· πάντα πιστεύει, πάντα δύναται, πάντα ἐλπίζει· μὲ τὴ δύναμή Του μπορεῖ νὰ μᾶς χαρίσει τὰ πάντα, φτάνει ἐμεῖς νὰ Τοῦ δώσουμε τὸ δικαίωμα, τὴν ἐξουσία, τὴν εὐκαιρία νὰ δράσει ἐλεύθερα. Ἂς προετοιμαστοῦμε εὐλαβικὰ γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ' ἐμᾶς.

Η αγία μας Εκκλησία τιμά σήμερα τους τριακοσίους δέκα και οκτώ θεοφόρους Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι αντιστάθηκαν γενναία στις βλάσφημες αιρετικές δοξασίες του Αρείου· και διεκήρυξαν περίτρανα ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «Θεός αληθινός, ομοούσιος τω Πατρί». Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας έχει επιλεγεί γι’ αυτήν ακριβώς τη θριαμβευτική νίκη της Ορθοδόξου Πίστεως.

Οι λύκοι

Ο απόστολος Παύλος προχωρεί στα παράλια της Μικράς Ασίας με προορισμό την Ιερουσαλήμ. Για να μην αργοπορήσει παρακάμπτει την Έφεσο και κάνει μια μικρή στάση στη Μίλητο, διότι βιάζεται να βρεθεί την ημέρα της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα. Από τη Μίλητο στέλνει ανθρώπους στην Έφεσο και καλεί τους πρεσβυτέρους της τοπικής Εκκλησίας να έλθουν να τον συναντήσουν εκεί. Κι όταν αυτοί έφθασαν κοντά του, τους έδωσε πολύ σημαντικές ποιμαντικές οδηγίες: Γνωρίζετε καλά, τους είπε, πώς συμπεριφέρθηκα μαζί σας από την πρώτη ημέρα που βρέθηκα στη Μικρά Ασία και σ’ όλο το χρονικό διάστημα της παραμονής μου. Προσέχετε λοιπόν τον εαυτό σας, πώς θα συμπεριφέρεσθε και τι θα διδάσκετε. Προσέχετε και όλο το πνευματικό σας ποίμνιο, στο οποίο το Άγιο Πνεύμα σας τοποθέτησε επισκόπους για να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Θεού. Αυτήν την Εκκλησία ο Κύριος την έσωσε και την έκαμε κτήμα του με το δικό του αίμα. Προσέχετε, διότι μετά την αναχώρησή μου θα εισβάλουν ανάμεσά σας ψευδοδιδάσκαλοι που σαν άγριοι και σκληροί λύκοι αλύπητα θα διασπαράζουν το ποίμνιο αφανίζοντας τις ψυχές των λογικών προβάτων. Αλλά κι από σας τους ίδιους θα παρουσιασθούν άνθρωποι που θα διδάσκουν πλανεμένες διδασκαλίες, για να αποσπούν τους μαθητές από τον ίσιο δρόμο της αλήθειας και να τους παρασύρουν πίσω τους.
Μέσα σ’ αυτόν τον λόγο του ο απόστολος Παύλος διαζωγραφίζει την πιο φοβερή μάστιγα της Εκκλησίας, τους αιρετικούς ψευδοδιδασκάλους. Και τους χαρακτηρίζει «λύκους βαρείς», αδίστακτους. Γιατί όμως τους δίνει έναν τέτοιο χαρακτηρισμό; Βέβαια ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι δικός του αλλά του ίδιου του Κυρίου. Ο Κύριος ονόμασε πρώτος τους αιρετικούς ψευδοδιδασκάλους ως προβατόσχημους αρπακτικούς λύκους. Ο θείος Παύλος αναφέρει επιπλέον ότι οι λύκοι αυτοί είναι σκληροί και αδίστακτοι. Γιατί όμως τους χαρακτηρίζει έτσι; Για να τονίσει τη σκληρότητά τους. Για να φανερώσει ότι θα είναι ικανότατοι στην υποκρισία και στην πονηρία. Έτσι θέλει να προειδοποιήσει και προφυλάξει τους πιστούς κάθε εποχής. Γι’ αυτό και λέγει ότι οι αιρετικοί θα παρουσιάζονται ως εξαιρετικοί ποιμένες της Εκκλησίας, που θα ενδιαφέρονται δήθεν για την αλήθεια. Θα κρύβουν όμως μέσα τους με μεγάλη υποκρισία και ψεύδος. Έτσι θα κάνουν μεγάλη ζημιά στο ποίμνιο. Θα το διαρπάζουν και θα το οδηγούν στην καταστροφή. Γι’ αυτό ακριβώς θα είναι πολύ επικίνδυνοι, πιο επικίνδυνοι από τους εξωτερικούς δεδηλωμένους εχθρούς της Εκκλησίας. Διότι οι αιρετικοί πολέμησαν και πολεμούν την Εκκλησία μέσα από τα σπλάχνα της. Δεν φανερώνονται από την αρχή. Σταδιακά και εν ονόματι δήθεν της αληθείας διαιρούν την Εκκλησία. Προκαλούν σύγχυση, διαίρεση, καταστροφή σε ανυποψίαστες ψυχές.
Αγίων Πατέρων Α' Οικουμενικής Συνόδου

Οι ποιμένες

Στην συνέχεια ο απόστολος Παύλος δίνει στους πρεσβυτέρους της Εφέσου οδηγίες για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν τους αιρετικούς. Τους λέει: Να είστε άγρυπνοι έχοντας ως παράδειγμα εμένα. Να θυμάστε ότι επί τρία χρόνια συνεχώς νύχτα και ημέρα δεν σταμάτησα με δάκρυα να νουθετώ τον καθένα σας ξεχωριστά. Και τώρα σας εμπιστεύομαι στον Θεό. Ποτέ δεν επιδίωξα ασήμι και χρυσάφι ή ιματισμό. Εσείς οι ίδιοι γνωρίζετε ότι για τις ανάγκες τις δικές μου και των συνοδών μου υπηρέτησαν αυτά τα ροζιασμένα μου χέρια. Με κάθε τρόπο σας έδωσα παράδειγμα, ότι πρέπει να εργάζεσθε έτσι σκληρά για να προλαβαίνετε κάθε σκανδαλισμό των ασθενών αδελφών. Αλλά και να θυμάσθε αυτό που είπε ο Κύριος, ότι «είναι καλύτερο να δίνει κανείς παρά να παίρνει». Κι αφού τα είπε αυτά, γονάτισε και προσευχήθηκε μαζί με όλους αυτούς.
Οι οδηγίες που δίνει λοιπόν ο άγιος Απόστολος έχουν δύο κατευθύνσεις: η μία αφορά την άγρυπνη προσοχή που πρέπει να δείχνουν προς τους αιρετικούς, και η άλλη αφορά το δικό τους παράδειγμα.
Θα περίμενε ίσως κανείς να τονίσει περισσότερο την πρώτη περίπτωση. Όμως επιμένει περισσότερο στο καλό παράδειγμα. Τους ζητά να είναι υποδείγματα πίστεως και ζωής. Να είναι αφιλάργυροι και ανιδιοτελείς. Να θυσιάζονται για το ποίμνιό τους. Να εργάζονται ακούραστα.
Μέσα απ’ όλα αυτά κατανοούμε ότι οι αιρετικοί δεν αντιμετωπίζονται μόνο με την ορθόδοξη διδασκαλία, αλλά και με την ορθόδοξη και αγία βιοτή. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ιδιαιτέρως για την εποχή μας. Διότι μας διδάσκει ότι δεν φθάνει μόνο να αποκηρύσσουμε τους αιρετικούς και να καυχιόμαστε ότι έχουμε την αλήθεια της πίστεως. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο να κάνουμε οι Ορθόδοξοι πιστοί είναι να έχουμε ζωή αγιότητας, ζωή πνευματική και υποδειγματική.
Έτσι θα βοηθηθούν ώστε να μετανοήσουν κάποιοι που παρασύρθηκαν. Έτσι θα ελκυσθούν προς την πίστη οι υπόλοιποι. Έτσι θα αλλάξει ουσιαστικά ο κόσμος.
«Ο Σωτήρ», αριθ. 2001

Ενωμένοι μαζί Του-Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου


Η πραγματική δόξα

Στο ιερό Ευαγγέλιο της Κυριακής των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ακούμε ένα τμήμα της λεγομένης αρχιερατικής προσευχής του Κυρίου μας· μιας προσευχής συγκλονιστικής που έκανε ο Κύριος μπροστά στους μαθητές του τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ. Εκεί στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μετά το Μυστικό Δείπνο ο Κύριος, αφού ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, είπε:
Πάτερ, ήλθε η ώρα να θυσιασθώ για τη σωτηρία του κόσμου. Δέξου τη θυσία μου αυτή και δόξασε τον Υιό σου, για να Σε δοξάσει και ο Υιός σου· για να λυτρώσει όσους πίστεψαν σ’ Αυτόν και να τους προσφέρει την αιώνια ζωή. Και αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι πιστοί Εσένα τον μόνο αληθινό Θεό και εμένα που με έστειλες στον κόσμο. Εγώ Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία που θα προσφέρω σε λίγο πάνω στο σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω. Και τώρα που θα φύγω από τον κόσμο αυτό, δόξασέ με και ως άνθρωπο εσύ, Πάτερ, με την δόξα την οποία είχα κοντά σου πριν να δημιουργηθεί ο κόσμος.
Μέσα στη συγκλονιστική αυτή αρχιερατική προσευχή ακούμε τον Κύριο πολλές φορές να μιλάει για τη δόξα του. Σε ποια όμως δόξα αναφέρεται; Όσο κι αν μας φαίνεται παράξενο, ο Κύριος αναφέρεται στη δόξα της σταυρικής του θυσίας που θα ακολουθήσει. Βέβαια ο Κύριος δοξάστηκε και με τα εκπληκτικά θαύματά του, με την αγία ζωή του, με την απαράμιλλη διδασκαλία του, με την Ανάστασή του και την Ανάληψή του.
Όμως η μεγαλύτερη δόξα του Κυρίου μας δεν πραγματοποιήθηκε σ’ αυτές τις στιγμές του θριάμβου, αλλά στις τραγικότερες και πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής του. Ο Κύριός μας ανήλθε στην κορυφή του μεγαλείου του όταν ανυψώθηκε στην κορυφή του Γολγοθά και αποκάλυψε στους ανθρώπους το ανυπέρβλητο ύψος της αρετής του. Μιας αρετής που ακτινοβόλησε στον ουρανό, στη γη και τα καταχθόνια. Διότι ο Κύριός μας πάνω στο σταυρό αποκάλυψε στο μεγαλύτερο βαθμό την τέλεια αγάπη του για τα πλάσματά του. Εκεί στην τρομερή αγωνία του Πάθους έδειξε τη βασιλική του μεγαλειότητα. Με ανεξικακία και υπομονή δοκίμασε όχι μόνο τους αφόρητους πόνους του μαρτυρίου, αλλά και σήκωσε με εγκαρτέρηση το αβάστακτο βάρος των αμαρτιών μας. Ο σταυρός του έγινε το υψηλότερο βήμα της ανθρωπότητας, που διακηρύττει μία δόξα άφθαστη.
Σε τέτοιου είδους δόξα όμως ο Κύριος καλεί και όλους εμάς. Διότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε πλασμένοι για τη δόξα. Δυστυχώς όμως αναζητούμε την καταξίωσή μας σε λάθος δρόμο: στη ματαιότητα, στα τάλαντα, στην εξουσία, στην αναγνώριση. Αυτή όμως η κοσμική καταξίωση είναι ψεύτικη, φευγαλέα. Η αληθινή δόξα βρίσκεται στο δρόμο της θυσίας, στην κοινωνία των παθημάτων του Κυρίου μας. Υψωνόμαστε όταν θυσιαζόμαστε· όταν υπομένουμε πειρασμούς, περιφρονήσεις, συκοφαντίες, αδικίες· όταν ξέρουμε να συγχωρούμε και να ευεργετούμε· όταν σταυρώνουμε καθημερινά τον εαυτό μας και τα πάθη του.

Η ενότητα των πιστών

Στην συνέχεια της αρχιερατικής του προσευχής ο Κύριος προσεύχεται για τους μαθητές του και για όλους του πιστούς. Πάτερ άγιε, λέει, εγώ φανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους που μου εμπιστεύθηκες. Απεκάλυψα σ’ αυτούς τις αλήθειες που μου έδωσες. Και αυτοί δέχθηκαν τον λόγο σου και πίστεψαν ότι όλα όσα έχω από Σένα προέρχονται και ότι εγώ από Σένα γεννήθηκα. Τη στιγμή αυτή Σε παρακαλώ για εκείνους που μου έδωσες. Εγώ δεν θα είμαι πλέον σωματικώς στον κόσμο. Αυτοί όμως θα είναι. Όσο ήμουν μαζί τους τους φύλαξα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική σου δύναμη, ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους. Να είναι ενωμένοι, όπως κι εμείς είμαστε ένα.
Στο δεύτερο αυτό τμήμα της αρχιερατικής προσευχής του ο Κύριος προσεύχεται για όλους τους μαθητές του, ώστε να έχουν μεταξύ τους ενότητα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία του Κυρίου κατά τη συγκλονιστική αυτή ώρα. Να μένουμε όλοι οι πιστοί ενωμένοι μαζί του και μεταξύ μας μέσα στην αγία του Εκκλησία. Και γιατί το επιθυμεί αυτό ο Κύριος τόσο πολύ; Διότι γνώριζε ότι οι αιρετικοί ως λύκοι άγριοι θα ορμήσουν να καταπληγώσουν το σώμα της και θα το κομματιάσουν. Και προσεύχεται για την ενότητα των πιστών, διότι γνωρίζει ότι όταν οι Χριστιανοί χάσουν την ενότητα της πίστεως, χάνουν και τη Χάρη του Θεού, συγκεκριμένα ότι όλοι οι αιρετικοί, Παπικοί, Προτεστάντες και τόσοι άλλοι, δεν είναι μέλη της μίας αγίας Εκκλησίας, και γι’ αυτό δεν έχουν τη Χάρη του Θεού, δεν έχουν πραγματικά Μυστήρια, δεν ανήκουν στην Εκκλησία, αλλά είναι αιρετικές ομάδες. Όλοι αυτοί έχουν απομακρυνθεί από τον Χριστό και την αλήθεια του. Και δεν μπορούν να φθάσουν στον αγιασμό και στη θέωση έξω από τη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία.
Την αλήθεια αυτή τη γνώριζαν πολύ καλά οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Γι’ αυτό και πολέμησαν δυναμικά τον αιρεσιάρχη Άρειο. Διότι κατανοούσαν ότι όποιος δεν είναι ενωμένος με την Εκκλησία, είναι στην πλάνη, είναι στο σκοτάδι, είναι επικίνδυνος. Αυτή την παρακαταθήκη άφησαν και σε μας: να μένουμε άρρηκτα ενωμένοι με τον Χριστό μας και την Εκκλησία του. Διότι ή είσαι ενωμένος με τον Χριστό και ανήκεις στη μία αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία ή είσαι αιρετικός, οπότε είσαι εκτός της Εκκλησίας. Ξεκάθαρα πράγματα!

Κυριακή των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου


Ἕνα ἐρώτημα θὰ μπορούσαμε νὰ θέσουμε σήμερα στὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, γιὰ τὸ πῶς στερεώθηκε ἡ ἀληθινὴ πίστη στὸ Χριστό. Καὶ θὰ παίρναμε τὴν ἀπάντηση, πὼς ἡ ἀληθινὴ πίστη στερεώθηκε μὲ τὸ αἷμα τῶν ἀναρίθμητων Μαρτύρων· μὲ τὴ διδασκαλία τῶν Θεοφόρων Πατέρων καὶ μὲ τὶς ἀδιάλειπτες προσευχὲς τῶν Ἀσκητῶν τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ ἅγιοι ἄνθρωποι μὲ τὸν ὁσιακὸ βίο τους, ἔβαλαν τὴν σφραγίδα τους στὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν κατάκτηση τῆς ἀληθινῆς πίστεως. Γι’ ἀυτὸ εὐγνωμονοῦσα ἡ Ἐκκλησία, τοὺς τιμάει καὶ καυχᾶται γι’ αὐτούς. Ἀφοῦ πρῶτος ὁ Χριστὸς τοὺς τίμησε καὶ τοὺς στεφάνωσε μὲ τὸ στεφάνι τῆς δόξης γιὰ τὴν μαρτυρία καὶ τὴν ὁμολογία τους.
Μὰ καὶ ἐμεῖς καθημερινὰ τοὺς τιμοῦμε καὶ τοὺς ἑορτάζουμε μὲ ἑορτὲς καὶ πανηγύρια καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ εἶναι συνεχῶς μαζί μας. Νὰ εἶναι οἱ φίλοι, οἱ σύντροφοι καὶ οἱ συνοδοιπόροι στὸν ἀγώνα μας γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη. Ὡς φίλοι δὲ τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἅγιοι ἐπιθυμοῦμε νὰ εἶναι καὶ φίλοι δικοί μας, ἀφοῦ καὶ ἐμεῖς εἴμαστε φίλοι Του.
Ἐτούτοι οἱ Ἅγιοι κατανόησαν ὀρθῶς τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔτσι τὸν ἑρμήνευσαν. Βίωσαν αὐτὲς τὶς οὐράνιες ἀλήθειες καὶ ἡ ἁγία ζωή τους ἐπιβεβαίωσε καθημερινὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη τους. Τέλος οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας σφράγισαν μὲ τὸ αἷμα τους, τὴ θυσία τους, τὰ μαρτύρια καὶ τὸ θάνατο, τὶς ἀλήθειες τοῦ λόγου τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία δὲ ὡς κιβωτὸς τῆς ἀληθείας, εἶναι συνεπῶς καὶ ἡ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας μας. Γιατὶ ἐκεῖ μέσα ὅλοι μας σωζόμαστε, ὅπως ἔγινε τότε μὲ τὴν κιβωτὸ τοῦ Νῶε. Περισσότερο ὅμως στοὺς δύσκολους καὶ κατακλυσμιαίους ἀπὸ τὴν κακότητα, τὴ διαφθορὰ καὶ τὴν ἁμαρτία, καιρούς μας, ὀφείλουμε νὰ ζοῦμε μέσα στὸ πνευματικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὑπακούουμε στὸ λόγο της. Ὅσοι βρίσκονται μέσα, σώζονται· ὅσοι εἶναι ἀπ’ ἔξω, πᾶνε χαμένοι.
Μὰ λέγοντας πὼς ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία μας,νὰ διατηροῦμε ἀκέραιη τὴν Ὀρθοδοξία καὶ νὰ διαφυλάσσουμε  τὴν πίστη μας, τὶ ἆρα γε ἐννοοῦμε; Τὶ θέλουμε νὰ ποῦμε;
Θέλουμε νὰ ποῦμε καὶ νὰ ὑπογραμμίσουμε πὼς ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ὀφείλουμε «νὰ ’χουμε ἀνάμεσά μας ἀγάπη, ἐκείνη τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ Χριστός. Νὰ μὴ λείπουμε ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία καὶ νὰ ’χουμε σεβασμὸ καὶ ὑπακοὴ στοὺς ἱερεῖς μας. Νὰ ἐξομολογούμαστε καὶ νὰ κοινωνοῦμε. Νὰ μὴν πειράζουμε ξένο πρᾶγμα, νὰ μὴν ζημιώνουμε τὸ γείτονά μας. Νὰ μὴν κακολογοῦμε τοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ εἶναι ἀδελφοί μας καὶ νὰ μὴ βλασφημοῦμε τὸ Θεό, ποὺ εἶναι ὁ στοργικὸς καὶ πολυεύσπλαγχνος πατέρας μας».
Μ᾿ ὅλα ἐτοῦτα τὰ μικρὰ καὶ καθημερινὰ πράγματα κερδίζουμε τὴ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μ᾿ ἐτοῦτα τὰ ἁπλᾶ λέμε ὅτι βρισκόμαστε μέσα στὸν πνευματικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Τότε εἴμαστε οἱ πραγματικοὶ ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ κι Αὐτὸς θὰ μένει γιὰ πάντα μαζί μας.
Ἐπειδὴ δὲ ἐπιθυμοῦμε νὰ εἴμαστε μὲ τὸν Χριστό, γι᾿ αὐτὸ ἐπιδιώκουμε νὰ εἴμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία Του. Καὶ δὲν ἐπιθυμοῦμε νὰ μένουμε ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, γιατὶ τότε ἀσφαλῶς θὰ εἴμαστε μὲ τὸ διάβολο.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔγνοια μας πάντα πρέπει νὰ εἶναι, νὰ εἴμαστε μέσα στὸν πνευματικὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ διασφαλίζουμε τὴ σωτηρία τῆς ὑπάρξεώς μας. Κι τοῦτο ἀκριβῶς νὰ εἶναι τὸ συνεχὲς αἴτημα τῆς προσευχῆς μας πρὸς τὸ Χριστό.Καὶ ἐὰν ἐπιθυμοῦμε νὰ ἑορτάζουμε καὶ νὰ τιμοῦμε τοὺς θεοφόρους Πατέρες, ποὺ ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὴν ὀρθὴ καὶ ἀληθινὴ πίστη, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅπως ἐκεῖνοι, διέμειναν στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, βίωσαν τὴν κοινωνία τῆς ἀγάπης της καὶ ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὴν ἑνότητά της.
Εἰδεμή, ἀγνοώντας ἐτούτη τὴν πραγματικότητα, κινδυνεύουμε νὰ μοιάσουμε τοῦ Ἰούδα, ποὺ ξέκοψε ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν πρόδωσε· ἔτσι δὲ ἀπωλέσθηκε. Μιὰ τέτοια ὅμως πορεία θὰ εἶναι τὸ δρᾶμα μας· δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτρέψουμε γιατὶ δὲν μᾶς ἀξίζει.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου


.
«Πάτερ ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, δόξασόν σου τόν υἱόν ἴνα καί υἱός σέ δοξάσει»
Νά ποῦμε ἀπαρχῆς ὅτι ἡ ὥρα, οἱ χρόνοι καί οἱ καιροί ἀφοροῦν τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο. Γιά τό Θεό δέ μετροῦν οἱ ὧρες. Ὁ Θεός βρίσκεται πάνω ἀπό τούς χρόνους καί τούς καιρούς. Καί ἀκόμα νά ποῦμε ὅτι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ συντριβή τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ. Ἡ δέ αἰώνια ζωή εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ πού μεταδίδεται σέ μας τούς ἀνθρώπους καί μποροῦμε ἔτσι νά γνωρίζουμε τό Θεό. Ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιά τοῦτο ὁ Θεός δοξάζει τό Χριστό κατά τήν ὥρα τῶν παθημάτων μέ πολλούς τρόπους, π.χ. ὅταν ἦλθαν νά τόν συλλάβουν χωρίς νά τό θέλουν γυρίζουν πίσω καί πέφτουν στό ἔδαφος. Ὁ Ἰούδας μετά ἀπό λίγο διακηρύττει τήν ἀθωότητά του Ἰησοῦ καί αὐτοκτονεῖ. Ἡ γυναίκα τοῦ Πιλάτου προσπαθεῖ νά ἀφυπνίσει τή συνείδηση τοῦ συζύγου της. Ὁ ἥλιος σκοτίζεται. Ἐξάλλου πάνω στό σταυρό ὁ Χριστός συντρίβει γιά πάντα τό Σατανᾶ καί τό θάνατο. Ὁ Χριστός δέν ἐπιζητᾶ τή δόξα γιά τόν ἑαυτό τοῦ ἀλλά γιά τό Θεό. Γιά τοῦτο ὀφείλουμε, σέ κάθε περίσταση νά ζητοῦμε ἀπό τό Θεό ὅτι εἶναι πρός δόξαν Θεοῦ ὄχι γιά νά ἱκανοποιοῦμε τή δική μας δοξομανία, τή δική μας μεγαλομανία, τό δικό μας ἐγωκεντρισμό.
Ὁ Χριστός δοξάζει τό Θεό Πατέρα τόσο ὅσο μεταδίδει τήν αἰώνια ζωή στούς πιστούς δήλ. νά κάνει τούς ἀνθρώπους κοινωνούς τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστός ἁγιάζει τή ζωή καί φέρνει στό κόσμο τήν πνευματική ζωή ἀπό τήν ὁποία φυτρώνει καί ἀναπτύσσεται ἡ αἰωνία, μακαρία ζωή τοῦ Θεοῦ. Ὁ Παράδεισος ἀρχίζει ἀπό τούτη τή ζωή καί ὁλοκληρώνεται στή μέλλουσα ὅποτε ὁ Χριστός θά δοξάσει αὐτούς. Αὐτή εἶναι ἡ δόξα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἡ γνώση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Γνώση ὄχι ἐπιφανειακή, ἐγκεφαλική, βιτρίνας ἀλλά γνώση βιωματική: « Γνῶντες Θεοῦ μᾶλλον δέ γνωσθέντες ὑπό τοῦ Θεοῦ» Ι. Δαμασκηνός.
Αὐτή ἡ γνώση τῆς συμβίωσής μας μέ τό Θεό εἶναι ἡ αἰώνια ζωή πού ἐπιζητοῦμε ὅλοι μας καί παρακαλοῦμε νά ἀποκτήσουμε.
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ καί ἡ γνώση τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ἴδια ἔφ΄ὅσον εἶναι γνώση ἐν Ἁγίω Πνεύματι. Δέν μποροῦμε μέ ἄλλο τρόπο ἤ μέ ἄλλο μέσο νά φτάσουμε τή θεογνωσία. Αὐτό τό ἐπιχειροῦν οἱ αἱρετικοί καί τό ἀποτέλεσμα τό γνωρίζουμε. Εἶναι ἡ πλάνη, ἡ ἀποτυχία, ἡ σύγχυση, ἡ δυστυχία, τό βάσανο, τό κακό, ὁ θάνατος.
Ὁ Χριστός δέν ἦλθε στό κόσμο νά ζήσει καί νά περάσει μέ ἄνεση καί καλοπέραση ἀλλά ἦλθε « ἴνα διέλθει εὐεργετῶν καί ἴνα πληρώσει πάσαν δικαιοσύνην». Αὐτό σέ προέκτασή μας ἀφορᾶ γιατί δείχνει τή δική μας εὐθύνη γιά ὅτι κάνουμε στή ζωή μας. Ἄν πράγματι πληροῦμε ἔργον Θεοῦ ἤ τά δώσουμε ὅλα γιά τή δική μας ἀποκλειστική ἱκανοποίηση.
Ἄν δεχτοῦμε ὅτι ἔχουμε μία ἀποστολή στή ζωή μας Θεόσδοτη, τό ἐρώτημα γιά μᾶς εἶναι πολύ ἁπλό καί πολύ ἐνδιαφέρον: Πόσον θεϊκά ζοῦμε γιά νά ἔχουμε ἐλπίδα ὅτι θά συνεχίσουμε μαζί Του καί στήν οὐράνια ζωή.
Τό ἅγιο Εὐαγγέλιο συνολικά ἀναφέρεται στήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Ἰησοῦ στόν κῆπο τῶν ἐλαιών λίγο πρίν τό πάθος Του καί ἀφορᾶ συνολικά τό ἔργο Του, τήν ἀποστολή Του, τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο.
Νοιάζεται γιά ὅλα ἐκτός γιά τόν ἑαυτό Του.
Ἡ μετάβαση πρός τό Θεό εἶναι γεγονός χαρᾶς καί ἀγαλλίασης. Ὁ Χριστός πληροφορεῖ τούς μαθητές Του γιά τήν ἐπιστροφή τοῦ πρός τόν Θεό πατέρα Του γιά νά τούς καταστήσει τῆς δικῆς Του χαρᾶς καί ζωῆς.
Ὁ Ἅγιος εὐαγγελικός λόγος, λόγος πνοῆς καί ζωῆς εἶναι ταυτόχρονα καί λόγος χαρᾶς καί ἀγαλλίασης, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀγάπη μας καί εἴμαστε ἡ ἀγάπη του καί εἶναι ἡ ζωή μας.
Ὁ Ἅγιος εὐαγγελικός λόγος συνδέεται καί μέ τούς Ἅγιους Πατέρες πού συγκρότησαν τήν πρώτη οἰκουμενική σύνοδο καί ἀναγνώρισαν καί διακήρυξαν χωρίς καμία ἐπιφύλαξη τή Θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «Θεοῦ ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα πρό πάντων τῶν αἰώνων».
Ὅλο τό ἅγιο εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς εἶναι ἕνας ὕμνος τῆς Θεότητας τοῦ Ἰησοῦ ὁ ὁποῖος πορεύεται στό Σταυρό καί τό Θάνατο ὄχι κατά τρόπο δραματικό ὡς τά θύματα τῆς ἀρχαίας τραγωδίας ἀλλά ὅπως ζήσαμε καί πρωτύτερα μετά χαρᾶς μεγάλης, γιατί ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι δρόμος χαρᾶς καί ζωῆς, πανηγύρεως καί ἑορτῆς, δόξας καί τιμῆς, ἀναγνώρισης καί καταξίωσης τοῦ ἀνθρώπου ὡς αὐτό πού εἶναι ἀπό τή δημιουργία του, παιδί τοῦ Θεοῦ ἀγαπημένο.
Πρωτ. Στυλιανός Θεοδωρογλάκης

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...