Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 12, 2012

Πρωτοπρ. Άγγελος Αγγελακόπουλος, Όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος – Περί Θεολογίας


πηγή


ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ - ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
Εν Πειραιεί                               πρωτοπρεσβ. Άγγελος  Αγγελακόπουλος
11-10-2012                     εφημέριος Ι.Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης                                             Πειραιώς
            Στις 12 Οκτωβρίου η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει τήν μνήμη του οσίου καί θεοφόρου πατρός ημών Συμεώνος του νέου Θεολόγου.
            Ο όσιος Συμεών ήκμασε στά τέλη του 10ου καί στίς αρχές του 11ου αιω. στήν Κων/λη. Γεννήθηκε τό 957 καί κοιμήθηκε τό 1035. Ήταν ηγούμενος της  Ιεράς Μονής του Στουδίου.
            Γιατί, όμως, ονομάσθηκε «νέος θεολόγος»; Ονομάσθηκε από τούς μαθητές του «νέος» γιά νά ξεχωρίζει από τούς παλαιούς θεολόγους˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο.
            Όπως είναι γνωστό η Ορθόδοξος Εκκλησία έδωσε τόν τίτλο «θεολόγος» καί αναγνωρίζει μόνο τρεις αγίους ως «θεολόγους»˙ τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο, τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο καί τόν σημερινό εορτάζοντα όσιο Συμεώνα τόν νέο Θεολόγο. Μόνο αυτοί οι τρεις είναι οι πιό γνήσιοι καί πιό αυθεντικοί θεολόγοι, μετά, βεβαίως, από τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο, τόν Χριστό. Γιατί, θεολόγος αποκαλείται αυτός πού έχει δει τόν Θεό Λόγο, πού έχει εμπειρία του Θεού Λόγου. Θεολόγος εν πρώτοις είναι ο θεόπτης, ο αυτόπτης καί αυτήκοος του Θεού Λόγου. Θεολογία είναι η θεοπτία.

Με την έννοια αυτή οι πρώτοι θεολόγοι είναι οι άγιοι Απόστολοι, που είδαν, έζησαν και βίωσαν με τον Χριστό. Θεολόγος, κατά δεύτερον, είναι ο «επόμενος τοις αγίοις πατράσι», είναι αυτός που ακολουθεί πιστά και με πνεύμα ταπεινώσεως τους γνησίους και αυθεντικούς θεολόγους και θεόπτες, τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρες. Θεολόγος, επίσης, είναι καί όποιος προσεύχεται. «Ει προσεύχη, θεολόγος ει», λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Το Ορθοδόξως θεολογείν είναι το αλιευτικώς θεολογείν και όχι το αριστοτελικώς και φιλοσοφικώς θεολογείν, όπως συμβαίνει κατ’αρχήν στην αιρετική και εκπεσούσα Δύση, ιδίως στις αιρετικές παρασυναγωγές του Παπισμού και του Προτεσταντισμού, και κατά δεύτερον στην καθ’ημάς Ανατολή, ιδίως στους κόλπους της παναιρέσεως του συγκρητιστικού Οικουμενισμού. Θεολόγος δέν καθίσταται όποιος περνά μέ εξετάσεις στις Θεολογικές και Εκκλησιαστικές Σχολές και Ακαδημίες, φοιτά σ’αυτές καί παίρνει τό πτυχίο θεολογίας, το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό και ακόμη γίνεται πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός καθηγητής θεολογίας. Γιατί, όπως έχει αποδειχθεί πολλές φορές ιστορικά και αποδεικνύεται και μέχρι σήμερα, πολλοί απ’αυτούς τούς πτυχιούχους καί ακαδημαϊκούς θεολόγους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, κηρύττουν και πράττουν αντίθετα πράγματα πρός τήν Ορθόδοξη θεολογία και πίστη, το Ευαγγέλιο, την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες, τους Αγίους Πατέρες και την εν γένει Ορθόδοξη Παράδοση καί καταντούν αθεολόγητοι θεολόγοι ή καλύτερα θολολόγοι, σύμφωνα με τον Γέροντα Παΐσιο, καταντούν αντίχριστοι, άθεοι, αιρετικοί, οικουμενιστές, επειδή τούς λείπει ακριβώς αυτή η εμπειρική σχέση μέ τόν ίδιο τόν Θεό Λόγο. Επομένως, η θεολογία είναι πρωτίστως εν Χριστώ βίωμα καί εμπειρία καί όχι ξερές ακαδημαϊκές, γνωσιολογικές καί νοησιαρχικές σπουδές και γνώσεις. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σωστή, ορθόδοξη θεολογία καλλιεργήθηκε καί καλλιεργείται στά μοναστήρια (όσα απ’αυτά παραμένουν ορθόδοξα και δεν έχουν κλίνει γόνυ στον οικουμενισμό) καί ότι από’κει έβγαιναν καί βγαίνουν οι πραγματικοί θεολόγοι καί όχι από τίς σχολές.
            Ένας μεγάλος θεολόγος της περιόδου της Τουρκοκρατίας, ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος, στο βιβλίο του «Νέα Κλίμαξ»[1], ομιλώντας περί θεολογίας, καταθέτει τα εξής αξιοπρόσεκτα :
            «Γνωρίζω ότι το χάρισμα της ιεράς θεολογίας είναι το υψηλότερο και πλατύτερο απ’όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Γι’αυτό και τα σκεπάζει όλα, όπως η όρνις (η κότα) σκεπάζει τα νοσσία της (τα κοτοπουλάκια της), όπως έλεγε, παρομοιάζοντας το χάρισμα, ο όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης. Γι’αυτό και περισσότερο από τα άλλα χαρίσματα ελκύει και κεντά την καρδιά, την αγάπη και τον έρωτά της. Γιατί, όπως το υποκείμενο της θεολογίας είναι το πάντων ανώτατο και ερωτικώτατο, επειδή είναι αυτό το υπέρτατο όν και άκρον εφετόν, δηλ. ο άγιος Τριαδικός Θεός, έτσι και η περί αυτού θεολογία είναι η πάντων υπερτάτη και ερασμιωτάτη. Γι’ αυτό έτσι ορίζει την θεολογία ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον τρίτο λόγο του περί Τριάδος : «Θεολογία είναι τέχνη τεχνών και επιστήμη κατ’εξοχήν των επιστημών, της οποίας αρχή και υποκείμενο και τέλος είναι αυτός ο Θεός»[2]. Και εξηγεί στον πέμπτο λόγο του περί Τριάδος την αιτία : «Γιατί η θεολογία υπέρκειται κατ’ασύγκριτο λόγο της φιλοσοφίας και δεν υπόκειται σ’αυτή»[3].
            Στη συνέχεια ο Όσιος Νικόδημος μάς δίνει τις προϋποθέσεις του θεολογείν, μάς συμβουλεύει και μάς παρακινεί όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς : «Εάν, λοιπόν, κι εσύ, αγαπητέ, ποθείς να αποκτήσεις το χάρισμα αυτό, πρέπει να γνωρίζεις και να φυλάττεις τα ακόλουθα οκτώ πράγματα :
            Α) Πρέπει να φυλάττεις τις εντολές του Θεού και διά της πράξεως να ανεβαίνεις στη θεωρία, καθώς μάς συμβουλεύει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας[4].
            Β) Πρέπει να υποτάσσεις το σώμα και τα πάθη του σώματος και να καθαίρεις τις αισθήσεις του σώματος και της ψυχής. Προτού να καθάρεις τον εαυτό σου, δεν είναι ασφαλές για’σένα ούτε οικονομία ψυχών να λάβεις ούτε να θεολογείς, όπως παραινεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον πρώτο λόγο του περί θεολογίας : «Διά τούτο καθαρτέον εαυτόν πρώτον, είτα τω καθαρώ προσομιλητέον».  Εάν δεν έφθασες στην τελεία κάθαρση, αλλά ακόμη καθαίρεσαι, δεν ταιριάζει να θεολογείς : «Ου γαρ του παντός θεολογείν, αλλά των κεκαθαρμένων, ήγουν των καθαιρουμένων, το μετριώτατον». Λέει και ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος, ότι το τέλος της καθάρσεως είναι υπόθεση θεολογίας, αύξηση φόβου, αρχή αγάπης.
            Γ) Πρέπει να γνωρίζεις ότι η θεολογία είναι διττή : α) προηγουμένη και β)επομένη.                            α) Προηγουμένη θεολογία είναι αυτή, που διαλέγεται περί της υπάρξεως του Θεού. β) Επομένη θεολογία είναι αυτή, που συνάγει, που συμπεραίνει, από τη δημιουργία και την πρόνοια των κτισμάτων, ότι υπάρχει Θεός, που δημιούργησε τα πάντα και προνοεί γι’αυτά. Αλλά και ο Θεοφόρος Μάξιμος ο Ομολογητής[5] στη β΄ εκατοντάδα των θεολογικών κεφαλαίων διττή λέει ότι είναι η θεολογία : α) καταφατική και β) αποφατική. α) Καταφατική θεολογία ή κατάφαση είναι «η των όντων θέσις», δηλ. η απόδοση θετικών ιδιοτήτων στο Θεό, λόγω της αιτιώδους σχέσεώς Του με τον κόσμο. Η καταφατική θεολογία αναφέρεται στην προσιτή, καταληπτή και γνωστή όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι αγαθός, σοφός, παντοδύναμος, δίκαιος κ.λπ. β) Αποφατική θεολογία είναι απόδοση αποφατικών, αρνητικών ιδιοτήτων στο Θεό, με τα οποία διαφοροποιείται πλήρως από την κτιστή πραγματικότητα και μέσω των οποίων υπογραμμίζεται η υπεροχή του Θεού έναντι των κτιστών όντων. Η αποφατική θεολογία αναφέρεται στην απρόσιτη, ακατάληπτη και άγνωστη όψη του Θεού. Λέμε π.χ. ότι ο Θεός είναι άκτιστος, άναρχος, αόρατος, άχρονος, αΐδιος, ακατάληπτος, απρόσιτος, ανερμήνευτος, υπέρχρονος, υπερέκεινα κ.λπ. Η αποφατική θεολογία είναι υψηλότερη της καταφατικής. Ο Θεός, όμως, τελικώς, είναι υπεράνω, υπέρκειται τόσο της καταφατικής όσο και της αποφατικής θεολογίας. Και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης στο «Περί θείων ονομάτων»[6] έργο του σε δύο διαιρεί την θεολογία : α) σε ενωμένη και β) σεδιακεκριμένη. α) Ενωμένη θεολογία ονομάζεται τα φυσικά ιδιώματα της θείας ουσίας, που είναι κοινά σ’αυτή. Δηλ. το υπεράγαθο, το υπέρθεο, το υπερούσιο, το υπέρζωο, το υπέρσοφο, η αγνωσία, το παννόητον, η πάντων θέση, η πάντων αφαίρεση, το υπέρ κάθε θέση και αφαίρεση. Και όλα τα αιτιολογικά, δηλ. το αγαθό, το καλό, το όν, το ζωογόνο, το σοφό. Και όλα όσα προέρχονται από τις αγαθοπρεπείς δωρεές της Θεότητος, δηλ. η πάντων αγαθών αιτία. β) Διακεκριμένη θεολογία είναι τα υπερούσια ονόματα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, χωρίς να υπάρχει σ’αυτά καμμία αντιστροφή ή να εισάγεται κάποια κοινότητα. Διακεκριμένα είναι επίσης και τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Δηλ. το αγέννητο για τον Πατέρα, το γεννητό για τον Υιό και το εκπορευτό για το Άγιον Πνεύμα. Διακεκριμένη, επίσης, είναι η παντελής και αναλλοίωτη ύπαρξη του Ιησού.
            Δ) Πρέπει να διαβάζεις και να μελετάς την Παλαιά Γραφή και μάλιστα τη Νέα, γιατί η Αγία Γραφή θεολογία ονομάζεται σε πολλά μέρη από τον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ο ίδιος ο άγιος ονομάζει τους θείους Αποστόλους κυρίως θεολόγους. Μελέτησε επίσης την δογματική θεολογία, ιδίως του οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, την επιτομή των δογμάτων της πίστεως του κυρού Αθανασίου, την δογματική πανοπλία και τους θεολογικούς λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, του Μ. Βασιλείου, του οσίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, του οσίου Ιωσήφ του Βρυεννίου κ.ά.
            Ε)  Πρέπει να γνωρίζεις αυτό, που παραγγέλλει ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος στον πρώτο λόγο του περί Τριάδος[7] : «Πρέπει αυτός που θεολογεί πριν από κάθε άλλο πράγμα να γνωρίζει επιστημονικώς τους όρους των θείων ονομάτων και επισταμμένως την σημασία τους. Δηλ. τί σημαίνει Μονάδα στον Θεό και τί Τριάδα. Τί Πατήρ, τί Υιός, τί Πνεύμα. Τί Θεότητα, ουσία, φύση, μορφή και είδος, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ιδίωμα, υπόσταση, πρόσωπο, χαρακτήρας και άτομο, τα οποία όλα ένα και το αυτό δηλώνουν. Τί ενούσιο, τί ομοούσιο, τί ενυπόστατο κ.τ.λ.».
            ΣΤ) Πρέπει να γνωρίζεις τον Κανόνα, που παραδίδει ο ίδιος ο όσιος Ιωσήφ ο Βρυέννιος σ’αυτούς, που μελετούν τα θεολογικά βιβλία, λέγοντας στον έκτο λόγο του περί Τριάδος[8] : «Αυτοί, που ακούνε τις θεολογικές φωνές, αυτό προ πάντων θα πρέπει να λογίζονται, ότι στην θεία Τριάδα υπάρχει μία ουσία και τρείς υποστάσεις. Αυτός είναι ο ακριβής κανόνας για όσους ακούνε συνετώς τα θεολογικά (πράγματα). Ποτέ δεν πρέπει αυτά, που λέγονται εξαιρέτως για την θεία ουσία, να τα προσάπτουμε στις τρεις υποστάσεις, ούτε αυτά, που λέγονται για τις τρεις υποστάσεις, να νομίζουμε ιδίως ότι είναι κοινά και στη θεία φύση». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διακατέχει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ουσίας και υποστάσεως, φύσεως και προσώπου.
            Ζ) Εάν αγαπάς να θεολογείς, άκουσε τί σε διδάσκει ο θεοφόρος και θεολόγος όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, λέγοντας στο κζ΄ κεφ. της β΄ εκατοντάδος των περί αγάπης κεφαλαίων[9] : «Όταν πρόκειται να θεολογήσεις, μην αναζητήσεις τους λόγους περί της ακαταλήπτου ουσίας και φύσεως του Θεού. Αυτούς δεν πρόκειται να τους βρει ποτέ ανθρώπινος νους. Αλλά αναζήτησε τους λόγους περί των ενεργειών του Θεού, δηλ. τους λόγους περί αϊδιότητος, απειρίας, αοριστίας, αγαθότητος, σοφίας, δημιουργικής και προνοητικής δυνάμεως». Εδώ βεβαίως γίνεται λόγος περί της διακρίσεως, που διέπει την Ορθόδοξη Θεολογία, μεταξύ ακτίστου, αμεθέκτου θείας ουσίας και ακτίστων, μεθεκτών θείων ενεργειών.
            Η) και τελευταίο, φύλαττε για πάντα, δηλ. παρακάλεσε το Άγιον Πνεύμα, αδελφέ, να χαρίσει και σ’εσένα το δώρο της θεολογίας ή καλύτερα της θεοπτείας. Διότι, η θεολογία δίδεται εν Αγίω Πνεύματι. Γιατί, γνώριζε ότι σε όποιου ανθρώπου την καρδιά ενεργεί η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, αυτός ευθύς είναι θεολόγος απλανής και ασφαλέστατος. Αντιθέτως, σε όποιου ανθρώπου την καρδιά δεν ενεργεί το Άγιον Πνεύμα, αυτός όσα κι αν θεολογεί, είναι λόγοι που έρχονται έξωθεν, εξ ακοής και όχι από την καρδιά, που ενεργείται από το Άγιον Πνεύμα, όπως λέει και ο Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης, ο υψίνους εκείνος θεολόγος, στη Φιλοκαλία[10]. Εάν, λοιπόν, θεολογείς, ενεργούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δόξα και τιμή προσφέρεις στον Θεό.
            Αυτές είναι, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, οι οκτώ προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν.
            Όσον αφορά την σημερινή εποχή μας, τις αποκαλυπτικές και έσχατες αυτές ημέρες, που ζούμε, είναι δυστύχημα και θλιβερό να διαπιστώνει κανείς ότι οι παραπάνω πνευματικές προϋποθέσεις του ορθοδόξως θεολογείν δεν τηρούνται από την πλειάδα των θεολόγων. Μόνο ένα ευσεβές λήμα τις διασώζει.
            Είναι απαραίτητο και αναγκαίο να κάνουμε την παρακάτω διάκριση : Να διακρίνουμε τούς παραδοσιακούς, πατερικούς, ορθοδόξους θεολόγους από τους εκσυγχρονιστές, μεταπατερικούς, οικουμενιστές θεολόγους. Οι παραδοσιακοί, πατερικοί, ορθόδοξοι θεολόγοι εκφράζουν την αληθινή, την όντως Ορθόδοξη Θεολογία, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην Αγία Γραφή, στο Ευαγγέλιο, στις άγιες Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους, στους Ιερούς Κανόνες, στα συγγράμματα των αγίων Πατέρων και την εν γένει Ιερά Παράδοση.  
Οι οικουμενιστές θεολόγοι εκφράζουν μία καινή (καινούργια-νεωτεριστική) και κενή (άδεια) θεολογία ή μάλλον ψευδοθεολογία, θολολογία των παθών τους. Προωθούν την παναίρεση του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού Οικουμενισμού, ο οποίος είναι η χειρότερη και μεγαλύτερη εκκλησιολογική αίρεση όλων των εποχών και ο τελευταίος πρόδρομος του Αντιχρίστου, διότι στόχο έχει να ενώσει όλες τις αιρέσεις και θρησκείες, σε μία παγκόσμια θρησκεία, ένα παγκόσμιο θεό, προσβάλλοντας την αποκλειστικότητα και τη μοναδικότητα της σωτηρίας, που κατέχει και παρέχει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξος Εκκλησία, και αδιαφορώντας για τις τεράστιες δογματικές και θεολογικές διαφορές.
Οι Οικουμενιστές θεολόγοι πρωτοστατούν στην αποστασία εκ της Πίστεως, στη νόθευση των ιερών μυστηρίων της Εκκλησίας και στην προδοσία των ιερών κανόνων. Συλλειτουργούν με τους αιρετικούς, διοργανώνουν διαχριστιανικές και διαθρησκειακές διασκέψεις, αναγνωρίζουν τους Παπικούς και τους Προτεστάντες ως μέλη κανονικών «Εκκλησιών», προσκαλούν τον Πάπα στις ορθόδοξες έδρες τους, διοργανώνουν συμπροσευχές με τον Πάπα, τον προσφωνούν «αγιώτατο αδελφό», τον υποδέχονται ως «ευλογημένο ερχόμενο», προσπαθούν να περιθωριοποιήσουν την Πατερική θεολογία και τους αγίους Πατέρες με τους θεολογικούς διαλόγους για το πρωτείο του Πάπα και με την καινοφανή αίρεση της μεταπατερικής, νεοπατερικής, συναφειακής «θεολογίας», νοθεύουν το ορθόδοξο μυστήριο της Βαπτίσεως, αναγνωρίζουν τα «μυστήρια» και την «ιερωσύνη» του Βατικανού, προχωρούν στην περιθωριοποίηση του ιερού ράσου και την απαλλαγή του κλήρου απ’ αυτό. Χωρίς ίχνος ντροπής αποδέχονται την χειροτονία των γυναικών, τις παστόρισσες και τις επισκοπίνες, οι οποίες αρκετές φορές είναι και ομοφυλόφιλοι, και παρακάθονται μαζί τους στο λεγόμενο «Π.Σ.Ε», το προωθημένο όργανο επιβολής του Οικουμενισμού, το οποίο μάλλον πρέπει να λέγεται Παγκόσμιο Συνονθύλευμα Αιρέσεων και Π.Σ.Ε.ύδους, όπως έγινε πρόσφατα, αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, στην Κρήτη, στην εκεί Οικουμενιστική Ακαδημία Κρήτης (ΟΑΚ).  
Διακηρύσσουν ότι «κατά βάθος μία εκκλησία ή ένα τέμενος (τζαμί) αποβλέπουν στην ίδια πνευματική καταξίωση», ότι το κοράνιο είναι «άγιο» και «σπουδαίο», το οποίο προσφέρουν ως δώρο, αντί της Αγίας Γραφής, ότι οι εβραϊκές συναγωγές είναι «τόποι λατρείας του Θεού» και είναι «ευλογημένες», ότι με τους Εβραίους, τους σταυρωτές του Κυρίου μας, μάς ενώνουν κοινά θεμέλια, οι Ιερές Γραφές, οι Πατριάρχες και οι Προφήτες, κ.ά. φοβερά και τραγικά και βλάσφημα.
Είναι δυστύχημα και πολύ οδυνηρό να διαπιστώνει κανείς ότι στη σημερινή εκκλησιαστική πραγματικότητα-κατάσταση, στο τωρινό εκκλησιαστικό γίγνεσθαι, σε καίριες ηγετικές εκκλησιαστικές θέσεις και αξιώματα κυριαρχούν οι οικουμενιστές θεολόγοι. Και δεν είναι καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι  ορθόδοξη θεολογία διέρχεται μια κρίση. Κρίση οικουμενιστική. Βρίσκεται υπό οικουμενιστική αιχμαλωσία, δεμένη με οικουμενιστικά δεσμά.
Πολλά λέγονται για την κατάργηση ή μη των Θεολογικών, εκκλησιαστικών Σχολών, των Ακαδημιών, το άνοιγμα της Σχολής της Χάλκης. Ποιος ο σκοπός όμως της υπάρξεώς τους, όταν η πλειάδα των καθηγητών τους, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, έχουν οικουμενιστική νοοτροπία και διδάσκουν στους φοιτητές ανοικτά πλέον τον οικουμενισμό; Ποια η προσφορά τους; Το να καυχώνται ότι βγάζουν οικουμενιστές θεολόγους; Προς τι το όφελος για την Ορθοδοξία, όταν η μία Σχολή ανακηρύττει τους αιρετικούς Μονοφυσίτες ως Ορθοδόξους ή όταν αρνείται την ορθόδοξη επιχειρηματολογία εναντίον της χειροτονίας των γυναικών; Ή όταν η μία Ακαδημία διδάσκει την μεταπατερική αίρεση, τη λειτουργική αναγέννηση-ανανέωση, τη μετάφραση των λειτουργικών μας κειμένων, την μετατροπή του κατηχητικού-ομολογιακού χαρακτήρος του μαθήματος των Θρησκευτικών σε θρησκειολογικό-μη ομολογιακό; Ή όταν η άλλη Ακαδημία φιλοξενεί μετά χαράς την συνέλευση της κεντρικής επιτροπής του Π.Σ.Ε.; Σε τίποτε δεν οφελούν, αλλά μάλλον ζημία γίνεται, με την ακολουθούσα-εφαρμοζόμενη τακτική. Δεν τασσόμαστε βεβαίως υπέρ της καταργήσεως των ανωτέρων σχολών και ακαδημιών, αλλά θεωρούμε επιτακτική ανάγκη την μεταμόρφωσή τους από κέντρα οικουμενισμού σε κέντρα όντως ορθόδοξης, πατερικής θεολογίας.  
            Τις παραπάνω, λοιπόν, οκτώ προϋποθέσεις, που μας ανέφερε ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ετήρησε και εφήρμοσε ο όσιος Συμεών και γι’αυτό ανεδείχθη αυθεντικός, γνήσιος και μέγας θεολόγος, θεόπτης.
            Ο όσιος Συμεών ονομάσθηκε «θεολόγος» εξαιτίας του βάθους της διδασκαλίας του. Γι’αυτό καί ο τύπος του ονόματος «Συμεών ο νέος Θεολόγος». Τό ότι αυτός μαζί μέ τούς άλλους δύο, τόν άγιο Ιωάννη τόν Θεολόγο καί τόν άγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο, μεταξύ όλων των άλλων εκκλησιαστικών ανδρών ονομάσθηκε Θεολόγος, είναι ενδεικτικό των τάσεών του. Όπως εκείνοι οι δύο, έτσι κι αυτός ομιλεί περί αγάπης, περί φωτός, περί αμέσου εμπειρίας του Θεού. Ο βιογράφος του, Νικήτας Στηθάτος, αναφέρει ότι θεολογούσε όπως ο ηγαπημένος άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος˙ «ως ο ηγαπημένος εθεολόγει».
            Στήν εποχή του οσίου Συμεώνος επικρατούσε η παρακάτω αίρεση. Πολλοί, ακόμη καί μοναχοί της μονής Στουδίου, αρνούνταν τήν δυνατότητα θεωρίας καί θεοπτίας. Ο αγγελικός βίος θεωρούνταν ως υπόθεση του μέλλοντος αιώνος καί η εξομοίωση μέ τούς παλαιούς πατέρες κρινόταν αδύνατη τώρα. Η μυστική οδός είχε λησμονηθεί από αιώνων. Σέ εποχή κατά τήν οποία από αιώνες είχε λησμονηθεί η παλαιότερη τάση γιά μυστική θεωρία του Θεού καί βασίλευε η τελετουργική τάξη, ο όσιος Συμεών ανέλαβε νέα πρωτοβουλία πρός αναζήτηση της εσωτερικής πνευματικής εμπειρίας. Δέν απέρριψε τά εξωτερικά μέσα της λατρείας ούτε περιφρόνησε τήν εκκλησιαστική οργάνωση, αλλά έδωσε τήν πρώτη θέση στήν προσωπική επαφή μέ τόν Θεό. 
            Κατά τόν όσιο Συμεώνα, αδυναμία υπάρχει μόνο γιά εκείνους, οι οποίοι δέν επιδιώκουν τήν θεωρία καί τήν θεοπτία. Αυτοί, ισχυριζόμενοι αδυναμία, κλείνουν τήν άνοδο πρός τόν Θεό, τήν οποία άνοιξε ο Χριστός καί είναι πάνω από κάθε αίρεση αιρετικοί. Ο όσιος Συμεών ζητούσε από τούς μοναχούς τήν πράξη, αλλά καί κάτι πέρα απ’αυτήν˙ τήν θεωρία. Απαιτούσε νά καταστούν θεωρητικοί.
            Τα έργα, τα συγγράμματα του οσίου Συμεώνος είναι ουκ ολίγα και μεγίστης σημασίας. Έχει γράψει α) κεφάλαια πρακτικά και θεολογικά εκατόν ένα, β) κεφάλαια γνωστικά και θεολογικά είκοσι πέντε, γ) κεφάλαια θεολογικά και πρακτικά εκατό, δ)κατηχήσεις,  ε) λόγους και στ) θείων ερώτων ύμνους.
            Σύμφωνα μέ τήν πνευματική διδασκαλία του, ο όσιος Συμεών διακρίνει τρία στάδια πνευματικής τελειώσεως, κατά τά οποία επικρατούν αντιστοίχως η πράξη,η γνώση καί η θεολογίαΠράξη είναι κυρίως ο αγώνας γιά τήν απόκτηση της απαθείας. Γνώση είναι ο αγώνας γιά τήν κατανόηση του θείου. Θεολογία είναι η θεωρία των θείων, γι’αυτό καί ο όσιος εναλλάσσει τίς λέξεις θεωρία καί θεολογία. Η θεολογία είναι τό ύψιστο στάδιο τελειώσεως.
            Ο όσιος Συμεών είναι ο ποιητής, ο συγγραφεύς της εβδόμης ευχής της ακολουθίας προ της Θείας Μεταλήψεως, που λέει «Από ρυπαρών χειλέων, από βλερυράς καρδίας, από ακαθάρτου γλώσσης, εκ ψυχής ερρυπωμένης…». Στην ευχή αυτή, που είναι γραμμένη σε στίχο πολιτικό, ο όσιος περιγράφει με ζοφερό τρόπο την κατάσταση της αμαρτωλότητος του ανθρώπου και παρακαλεί τον Θεό να δεχθεί την δέηση.
            Εκεί πού ο όσιος Συμεών πρωτοτυπεί είναι η περί φωτός διδασκαλία, στήν οποία ξεπέρασε τούς παλαιοτέρους. Στή διατύπωση των σκέψεών του σ’αυτό τό σημείο ξεκίνησε από δική του εμπειρία, τήν οποία δοκίμασε σέ νεαρή ηλικία. Περιγράφει κάποιον νεανία, πού στεκόταν στό δωμάτιό του, τήν στιγμή κατά τήν οποία φανερώθηκε άνωθεν πλουσίως θεία έλλαμψη καί γέμισε όλο τόν τόπο. Ο νεανίας τόσο μεταρσιώθηκε, ώστε λησμόνησε αν βρίσκεται στό σπίτι ή κάτω από στέγη. Έβλεπε μόνο φως καί δέν γνώριζε αν πατούσε στή γη. Δέν αισθανόταν ότι έχει σώμα, αλλά ενωμένος ολόκληρος μέ τό άυλο φως καί γενόμενος κι αυτός φως καί ξεχνώντας όλα τά του κόσμου, γέμισε από δάκρυα, ανέκφραστη χαρά καί αγαλλίαση. Έπειτα ανέβηκε στόν ουρανό καί είδε άλλο φως τρανότερο από τό προηγούμενο.
            Τά συγγράμματα του οσίου Συμεώνος περικλείουν σέ κάθε σχεδόν σελίδα τους τίς λέξεις φως, έλλαμψη καί τίς παρόμοιες. Αλλά ο όσιος Συμεών δέν διδάσκει ότιτελικός σκοπός της πνευματικής ανατάσεως είναι η θεωρία του φωτός. Κατ’αυτόν σκοπός είναι η συνάντηση του προσώπου του Χριστού, του οποίου τό σύμβολο είναι τό φως. Η ένωση μέ τόν Χριστό καί τόν Θεό είναι τό τέρμα της πνευματικής τελειώσεως.
            Η ένωση του θείου καί του ανθρωπίνου στοιχείου στόν Θεάνθρωπο Χριστό είναι γεγονός, τό οποίο επαναλαμβάνεται πάντοτε σέ κάθε άνθρωπο, πού επιδιώκει καί επιτυγχάνει τήν τελείωση. Ο άνθρωπος συλλαμβάνει τόν Λόγο του Θεού στήν καρδιά του, όπως τόν συνέλαβε η Παρθένος στήν κοιλία της. Έτσι ο Χριστός μορφώνεται μέσα του καί αυτός μορφώνεται στόν Θεό. Τά μέλη του είναι καί αυτά Χριστός.
            Τά ανωτέρω σημαίνουν ότι η πνευματική εμπειρία αρχίζει από τόν παρόντα ήδη κόσμο και ολοκληρώνεται, τελειώνεται στον όγδοο αιώνα, σε αντίθεση με τουςαιρετικούς Λουθηρανούς, που τοποθετούν τη θέωση μετά θάνατον. Σημαίνουν επίσης ότι η ανάσταση είναι παρούσα πραγματικότητα, είναι πνευματική ανάσταση καί πιό αξιόλογη από τήν ανάσταση των σωμάτων[11].
            Σήμερα, λοιπόν, πού εορτάζουμε τήν μνήμη του οσίου Συμεώνος, ας τόν ικετεύσουμε νά δώσει καί σ’εμάς λίγο από τό χάρισμα της θεολογίας καί θεωρίας του Θεού, νά μας αξιώσει νά περάσουμε επιτυχώς τά τρία στάδια της πνευματικής τελειώσεως, τήν πράξη, τήν γνώση καί τήν θεολογία, ώστε, μέ τήν θεωρία του φωτός, νά επιτύχουμε του σκοπού της πνευματικής ανατάσεως, πού δέν είναι άλλος από τήν συνάντηση του προσώπου του Χριστού καί τήν ένωσή μας μέ τόν Χριστό καί τόν Θεό. Αμήν!



                  [1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Νέα Κλίμαξ, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη
                  1976, σσ. 332-335.
[2] ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ, Λόγος γ΄ περί Τριάδος.
[3] Του ιδίου, Λόγος ε΄ περί Τριάδος.
[4] ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος α΄ περί θεολογίας.
[5] ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Εκατοντάς β΄ των θεολογικών, κεφ. λθ΄.
[6] ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί θείων ονομάτων, κεφ. β΄.
[7] ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ, Λόγος α΄ περί Τριάδος.
[8] Του ιδίου, Λόγος στ΄ περί Τριάδος.
[9] ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Εκατοντάς β΄ περί αγάπης, κεφ. κζ΄.
[10] ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ, Φιλοκαλία, κεφ. πδ΄.
[11] ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ, «Συμεών ο Νέος Θεολόγος», ΘΗΕ    (Αθήναι      ) 537-545.

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο Βατοπαιδινός



 λογιώτατος μοναχός, διακρίθηκε ως θεολόγος, 
φιλόσοφος, συγγραφέας και ποιητής κατά το
 16ο αιώνα, υπήρξε «φωτιστής και 
αναμορφωτής του ρωσικοῦ έθνους».
Γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 από 
πλούσια, επιφανή και ευσεβή 
οικογένεια και ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης.
 Μετά τη βασική παιδεία στα σχολεία 
Άρτας και Κέρκυρας πήγε στην Ιταλία για 
ανώτερες σπουδές.
Ποθώντας να επιτύχει τον ύψιστο ανθρώπινο 
προορισμό, τη θέωση, αφού διαπίστωσε τη 
ματαιότητα κάθε επίγειας δόξας και σοφίας, 
αποφάσισε νά ἀφοσιωθεῖ στόν Κύριο και 
έγινε μοναχός στη Ι. Μ. Βατοπαιδίου. Εκεί ασκήθηκε περίπου 10 χρόνια 
και  απόκτησε τις υψηλές μοναχικές  αρετές ( υπακοής, εγκράτειας, ταπεινώσεως,
 ακτημοσύνης και της αγάπης). Με την ἀδιάλειπτη προσευχή ένωσε τη ψυχή 
του με το Θεό και έγινε κατοικία του Αγίου Πνεύματος.
  Στη πλούσια βιβλιοθήκη τῆς Μονῆς μελέτησε τα σπάνια βιβλία 
και χειρόγραφα και απόκτησε τη σοφία των προγενεστέρων οσίων.
Οι Πατέρες της Μονῆς του ανέθεταν εργασίες εκτός Μονής, της 
οποίες  χρησιμοποιοῦσε ως ευκαιρίες για να στηρίξει το λαό μας, 
που ήταν υπόδουλος στους Τούρκους. Το 1515 ο Τσάρος 
Βασίλειος Ιβάνοβιτς ζήτησε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και
 από τον «Πρῶτο» του Αγίου Ὀρους έμπειρο, λόγιο και ενάρετο
 μοναχό για να μεταφράσει εκκλησιαστικά κείμενα στη ρωσική 
γλώσσα και να διορθώσει λανθασμένες μεταφράσεις και
 αντιγραφές της Α. Γραφής και Πατερικών κειμένων.
 Ο κλήρος έπεσε στον επιφανή μοναχό Μάξιμο τον οποίον 
υποδέχθηκαν στη Μόσχα ο μητροπολίτης Βαρλαάμ 
και ο Τσάρος το 1516.
Ὁ Μάξιμος ανέπτυξε μεγάλο συγγραφικό, μεταφραστικό, 
διορθωτικό, ερμηνευτικό έργο και συμβουλευτικό έργο. 
Υπήρξε ο πρώτος μύστης των Ρώσων στην αρχαία ε
λληνική φιλοσοφία και φιλολογία., εισηγαγε την τυπογραφία, 
φρόντιζε να μορφώνει πλήθος ανθρώπων, πού έγιναν 
συνεχιστές του έργου του. Αναδείχθηκε όχι μόνον 
Ιεραπόστολος αλλά και εκπολιστιστής του ρωσικού λαού, 
που βρισκόταν σε κατάσταση αγραμματοσύνης
 και αμάθειας.
Τό ομολογιακό του έργο και η ιεραποστολική του δράση 
διάρκεσε για μια οκταετία. Του επιφύλασσε όμως βαρύ σταυρό. 
Λόγω ατασθαλιών πολιτικών και ορισμένων εκκλησιαστικών 
φορέων αναγκάσθηκε να διαμαρτυρηθεί και να ελέγξει κάποιους,
 με βάση τις ευαγγελικές αξίες. Ο Μάξιμος αντιμετώπισε την
 έχθρα του Τσάρου και του νέου μητροπολίτη της Ρωσίας 
Δανιήλ, που αγνοούσαν το ειλικρινές ενδιαφέρον του αγίου 
για τη σωτηρία τους και τη ευθυδρομία της Ρωσικής Εκκλησίας.
Καταδικάσθηκε, ως δήθεν αιρετικός, σε ισόβια φυλάκιση 
σιδηροδέσμιος, σε στέρηση της μεταλήψεως των θείων 
μυστηρίων, σε απομόνωση και απαγόρευση της επικοινωνίας
 με τους υπόλοιπους πιστούς, δεν του επιτρεπόταν η 
αλληλογραφία και η ανάγνωση βιβλίων.    
Στη φυλακή δύο σκληροί και απάνθρωποι δεσμοφύλακες
 τον βασάνιζαν για έξι χρόνια · όπως ο έγραφε  ο ίδιος
 «ετηρούμην εγκάθειρκτος εν δεσμοίς και εθανατούμην 
δια του ψύχους, του καπνού και της πείνης». 
Πολλές φορές ο Μάξιμος έπεφτε σε πλήρη απώλεια των 
αισθήσεων, μέχρι νεκρώσεως. 
Συνολικά διατέλεσε σε σιδηρά δεσμά δεκατέσσερα χρόνια
 (1525-1539)· το σύνολο δε του χρόνου της φυλακίσεώς
 του ήταν 26 χρόνια.
Ο άγιος Μάξιμος τα υπέφερε όλα με υπομονή, ἀνεξικακία
 και πραότητα λόγω της ταπείνωσεώς του.    
Η ὑπομονή του οφειλόταν στη θεία βοήθεια.  Άγγελος
, κατέβηκε στη φυλακή και πρόσφερε σ᾿ αυτόν το Σώμα 
και Αίμα του Κυρίου Ιησού. Μετά από αυτό το θαύμα μέσα 
σε θεία έξαρση σύνθεσε και έγραψε με κάρβουνο στο τ
οίχο της φυλακής Κανόνα στο Άγιο Πνεύμα. Ο Άγγέλος, 
που του εμφανίσθηκε τον προέτρεψε: 
«Μάξιμε, να κάνεις υπομονή εις τα ενταύθα δεινά δια 
να εκφύγεις τα δεινά της αιωνίου κολάσεως».
 Έτσι από θεία πληροφορία, απόκτησε πλήρη επίγνωση 
ότι εκπληρώνει το θείο θέλημα, και με μεγάλη  ταπείνωση 
πνεύματος, έβαλε στην καρδία του ότι αυτός είναι ὁ τελευταίος
 άνθρωπος πάνω στή γη, και ότι ο Κύριος επέτρεψε τα δεινά
 για να τον οδηγήσει στην πνευματική τελειότητα.
Κατα τη διαμονή του στη Μονή Οτρότς ἀπό τό 1531-1551 
δόθηκε με θεία νεύση, σχετική ελευθερία προς επικοινωνία, 
ενώ βρισκόταν στη φυλακή. Έτσι εξακολούθησε να μεταφράζει
 στη ρωσική γλώσσα ἱερά κείμενα, να συγγράφει αντιαιρετικά 
έργα χάριν προστασίας και διαφωτισμού του ρωσικού λαού και 
να παρηγορεί τους όσους Χριστιανούς τον επισκέπτονταν στήν
 φυλακή. 
Ο μητροπολίτης Μακάριος τον ἔλυσε από τον άδικο κανόνα 
της ακοινωνησίας (1543) που διάρκεσε 18 χρόνια.
Κατά διαστήματα παρακαλούσε θερμά να αφεθεί ελεύθερος,
 για να επιστρέψει στην πολυπόθητή του Μονή στον Άθωνα, 
δίχως όμως ανταπόκριση. Αιτήσεις για την απελευθέρωση του
 αγίου Μαξίμου υπέβαλαν προς τον Τσάρο οι πατριάρχες
 Κωνσταντινουπόλεως, Ἱεροσολύμων, Αλεξανδρείας 
καθώς και η Μονή Βατοπαιδίου.
Η επιστροφή του κρίθηκε επικίνδυνη από τον Τσάρο και την
 τότε Εκκλησία, γιατί γνώριζε όλα τα αρνητικά της πολιτικής
 και εκκλησιαστικης ζωής της Ρωσίας και φοβόντουσαν 
ότι θα τους εξέθετε στην κοινή γνώμη, επιπλέον δε ότι θα
 φανέρωνε και την κακία που εφαρμόστθηκε σ’αυτόν.
Το 1551 ο νέος Τσάρος, διάταξε να μεταφερθεί στην
 Λαύρα του Αγίου Σεργίου, διακόπτοντας την 
ποινή της φυλάκισεώς του.
Ο άγιος Μάξιμος, 86 ετών γέροντας καταβεβλημένος
 από τις κακουχίες της ισόβιας φυλάκισεώς του, 
στις 21 Ιανουαρίου του 1556, ημέρα που η Εκκλησία τιμά 
τον ομώνυμο και προστάτη του άγιο Μάξιμο τον 
Ομολογητή, και, στην Ι. Μ. Βατοπαίδιου οι πατέρες
 και αδελφοί του τιμούσαν κατα το έθος την εορτή της
 Παναγίας της Παραμυθίας, παρέδωσε το πνεύμα
 του στα χέρια του Κυρίου, για να τον αναπαύσει 
από τους κόπους και τους πόνους του.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο προέβη στον 
κανονισμό ως αγίου του Μαξίμου του Γραικοῦ το 1988. 
Τον ίδιο χρόνο κανονίσθηκε ως άγιος και από τη 
Ρωσική Ἐκκλησία. 
Η ανακομιδή του λειψάνου του έγινε στις 21 Ιουνίου 1996 (π. ἡμ.), 
ενώ η παράδοση μέρους των λειψάνων στην Ι. Μ. Βατοπαιδίου,
 έγινε στις 8 Ἰουλίου 1997 (π. ἡμ.). Οι εορτασμοί μετακομιδής
 του λειψάνου του στη Μ. Βατοπαιδίου έγιναν 
στις 14 Ἰουλίου 1997 (π. ἡμ.).
Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός, ε
λέησον ημάς. Αμήν
πηγή

Είναι αλήθεια ή ψέμα; Πείτε μου ότι είναι ψέμα...



Φωτογραφίες από τη συμπροσευχή Πάπα Βενέδικτου, Πατριάρχη Βαρθολομαίου και Rowan Williams για τα 50 χρόνια από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο.

  
Βατικανό -Πλατεία Αγίου Πέτρου - 50 χρόνια από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο.(Φωτογραφίες photo.va)


  

   πηγή:www.aktines.blogspot.gr
 
 
ΘΕΡΜΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ: Κάποιος ας κάνει τον κόπο να με πείσει ότι όλος αυτός ο"παραλογισμός", είναι η "προσπάθεια" και ο"αγώνας" της Ορθοδοξίας να διδάξει στους παπικούς την αλήθεια... ΚΡΙΜΑ..

“Από το δικό μου, κυρία!”- Υπέρ αναμνήσεως μιας υπέροχης δασκάλας! (της Λότης Πέτροβιτς)


πηγή


Το παρακάτω κείμενο αφιερώνεται στους δασκάλους εκείνους που δεν σταματούν να αναλώνονται, να πεθαίνουν συναισθηματικά, να αδειάζουν κυριολεκτικά όλο το μέσα τους για χάρη των μαθητών τους. Σ΄ αυτούς που δεν υπολογίζουν κόπους ούτε και λογαριάζουν αν ο μισθός είναι λίγος και δε φτάνει, που δεν δειλιάζουν ούτε φοβούνται να εκτεθούν. Μην τους ψάχνετε σε μουσεία, βρίσκονται ανάμεσά σας …
***************************************************************
“Από το δικό μου, κυρία!”
Υπέρ αναμνήσεως μιας υπέροχης δασκάλας!
(της Λότης Πέτροβιτς)
“….. Το Δεκέμβρη του 1943, αρχή ενός ακόμα χειμώνα πείνας και παγωνιάς, άχνισε κάτι ζεστό ξαφνικά στην αυλή του σχολείου μας. ‘Ηταν ένα μεγάλο καζάνι και μέσα είχε συσσίτιο για τα παιδιά. Γύρισα στο σπίτι περήφανη, κρατώντας με προσοχή ένα τενεκεδάκι γεμάτο σούπα πηχτή. «Γιατί δεν την έτρωγες στο σχολείο, καρδούλα μου;» λαχτάρισε η μάνα μου. «Αν σου χυνόταν στο δρόμο;» «Θα φάτε λίγη σούπα κι εσείς, αλλιώς δεν τρώω καθόλου», δήλωσα ορθά κοφτά. «Το ίδιο κι εγώ», φώναξε ο Μάνος, ο αδερφός μου. Κι έτσι γινόταν από κείνη τη μέρα σε κάθε συσσίτιο που κουβαλούσαμε οι δυο μας από το σχολείο. Η σούπα ερχόταν τακτικά, πάντα η ίδια, άνοστη και πηχτή.
‘Ωσπου μια μέρα, μας μοίρασαν κάτι ξεχωριστό. Μπήκαμε στη γραμμή και μας έβαλαν στα τενεκεδάκια κάτι σα μέλι, αλλά σκούρο κοκκινωπό. “Γλυκόζη” το είπαν. Βουτούσαν τα παιδιά το δάχτυλο στη γλυκόζη, το έγλειφαν με απόλαυση και γελούσαν ευτυχισμένα, πειράζονταν μεταξύ τους. ΄Ενα μεσημέρι, γυρίζοντας ο αδερφός μου από το σχολείο, δεν ήθελε να βάλει μπουκιά στο στόμα του – ούτε από τη σούπα ούτε από τη γλυκόζη. Ταραγμένος φαινόταν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. «Τι συμβαίνει παιδί μου;» ανησύχησε η μαμά. Εκείνος δεν έβγαζε λέξη. Κι όσο δε μιλούσε, τόσο επέμενε η μάνα μου να μάθει, τόσο μεγάλωνε και η δική μας η περιέργεια. Με τα πολλά, αποφάσισε τελικά να μιλήσει. Κι αυτό που μας είπε γράφτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα.
Στην αυλή για το συσσίτιο βρισκόταν με της τάξης του τα παιδιά. «Σκαρώνουμε κάτι;» άκουσε έναν από τους συμμαθητές του– “πειραχτήρης” ήταν το παρατσούκλι του – να ψιθυρίζει στον διπλανό, μόλις πήρε τη γλυκόζη στο τενεκεδάκι του. Ο άλλος έγνεψε “ναι”. Τότε ο πειραχτήρης κάτι του είπε στ’ αυτί, κρυφογέλασαν οι δυο τους πονηρά κι εξαφανίστηκαν στη στιγμή. Σε λίγο χτύπησε το κουδούνι να μπούνε στην τάξη. Πρώτα έμπαιναν τα κορίτσια. ‘Υστερα τ’ αγόρια. Τελευταία η δασκάλα, που κόντευε να μην ξεχωρίζει από τα παιδιά, έτσι που είχε απομείνει πετσί και κόκαλο. Καταλάβαινες πως ήταν μεγάλη από τα μάτια της μόνο, που τα σκοτείνιαζαν ολόγυρα δυο μαύροι κύκλοι. ‘Οταν μπαίνανε όλοι στην τάξη, έκλεινε την πόρτα, μετρούσε τα παιδιά σειρά σειρά, έλεγε «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» κι αρχίζανε αμέσως το μάθημα. Το «εντάξει, φρόνιμα τώρα, μην ακούσω μιλιά» τη φορά εκείνη δεν το είπε. Ούτε να τους μετρήσει την είδανε. Κοντά στην πόρτα της τάξης στεκόταν σκυφτή, σαν να ψαχούλευε κάτι. «Μα τι κάνει η κυρία εκεί;» ρώτησε παραξενεμένος ο Μάνος που δεν καλόβλεπε, τα περισσότερα παιδιά ήταν όρθια ακόμα. «Πασαλείψαμε το χερούλι με γλυκόζη», χασκογέλασε από δίπλα ο πειραχτήρης, «για να κολλήσουν τα χέρια της να γελάσουμε!» Δε γελάσανε. Καθίσανε τελικά στα θρανία τους και δε μιλούσε κανείς. Βλέπανε τη δασκάλα τους τώρα όλοι βουβοί, σαστισμένοι… Είχε σκύψει κι έγλειφε με λαχτάρα μια το χερούλι της πόρτας, μια την παλάμη της… ‘Υστερα γύρισε και τους κοίταξε με παράπονο. Στα μάγουλά της έτρεχαν δάκρυα. «Μην τη σπαταλάτε τη γλυκόζη, χρυσά μου, για τ’ όνομα του Θεού!», είπε ξέπνοα. «Σας τη δώσαμε όλη, ούτε μια σταγονίτσα δεν κρατήσαμε εμείς οι δάσκαλοι, για να τη φάτε να δυναμώσετε εσείς τα παιδιά. Μην τη σπαταλάτε, σας παρακαλώ, είναι κρίμα! Είν’ αμαρτία!» Την πήραν πάλι τα δάκρυα. Κι έκλαιγε, έκλαιγε…
Μαζευτήκαν όλοι τριγύρω της. Μονάχα ο πειραχτήρης έμεινε στο θρανίο του με το κεφάλι κατεβασμένο. Οι άλλοι σπρώχνονταν ποιος πρώτα να την αγκαλιάσει, ποιος να της πρωτοπεί «από το δικό μου, από το δικό μου, κυρία, να πάρετε λίγο!»
Ούτ’ ένα τενεκεδάκι δεν άγγιξε η δασκάλα. Μόνο έκλαιγε, έκλαιγε… “
(Απόσπασμα από το βιβλίο “Ο καιρός της σοκολάτας”)
Synodoipor

ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΠΡΟΒΟΥ, ΤΑΡΑΧΟΥ ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ

Τῌ ΙΒ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πρόβου, Ταράχου, καὶ Ἀνδρονίκου.


Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Πρόβου,

 Ταράχου, καὶ Ἀνδρονίκου.

Ξίφει Τάραχος, Ἀνδρόνικος καὶ Πρόβος,
Ἤραντο νίκην, γῆν προβάντες ταράχου.
Τμήθη δωδεκάτῃ, Πρόβος, Ἀνδρόνικος, Τάραχός τε.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς Ἁγίας Καλλινίκου Μάρτυρος Δομνίνης.

Μέλη Δομνῖνα καὶ περ ἐξαρθρουμένη,
Οὐκ ἦν ἀληθῆ πίστιν ἐξαρνουμένη.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἀναστασίας τῆς Παρθένου.

Οἱ Ἅγιοι ἑβδομήκοντα Μάρτυρες, ξίφει τελειοῦνται.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος, Ἐπίσκοπος Ἐφέσου ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Αἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Μαλεφθᾶ, Ἀνθία καὶ οἱ Μάρτυρες, Ἰουβεντῖνος,

 Μάξιμος, Δωρόθεος καὶ Διόδωρος, ξίφει καὶ πυρὶ τελειοῦνται.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, Ἐπίσκοπος Δαμασκοῦ ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 11, 2012

ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ ΤΟΥΣ


τοῦ δρα Θεοχάρη Μιχ. Προβατάκη


        Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς στούς ἀπηνεῖς διωγμούς τῶν ἀλλο­πίστων ἀντιτάσσει διαχρονικά τό αἰώνιο τρόπαιο, πού δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό θαῦμα τοῦ ἡρωισμοῦ τῶν Νεομαρτύρων τῆς πίστεώς μας. Τήν περίοδο μάλιστα τῆς Τουρκοκρατίας ἡ ὀρθόδοξη χριστιανική πίστη μας καταυγάζεται ἀπό νέφος Νεομαρτύρων πού ἔχυσαν τό αἷμα τους μόνο καί μόνο γιά τή χριστιανική πίστη καί τήν ἑλληνική πατρίδα τους. Τά ὁλοκαυτώματα τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων συνέθεσαν τή θεία καί ἡδύμολπο ἁρμονία τῆς ἁγιότητος καί τοῦ ἡρωισμοῦ. Τό θεῖο δένδρο τῆς Ἐκκλησίας καρποφορεῖ σέ κάθε ἐποχή καί μάλιστα στά χρόνια τῆς σκλαβιᾶς (1453-1821), ὅταν καί ἀπέδωσε «καρπόν εἰς ζωήν αἰώνιον». Ἡ νύμφη μάλιστα τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία περιεβλήθη τούς χρόνους ἐκείνους, ὅπως καί σήμερα περιβάλλεται, ὡς «πορφύραν καί βύσσον» τό αἷμα τῶν χιλιάδων νεοφανῶν Μαρτύρων τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας. Καί τά πάμφωτα αὐτά νέφη τῶν θείων καί καλλινίκων Νεομαρτύρων τῆς Ὀρθοδοξίας καταλάμπουν τό πνευματικό στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας ὡς«καλῶς ἀθλήσαντες καί στεφανωθέντες». Κατέγραψαν δηλαδή μέ τήν ἀθάνατη ἐποποιία τοῦ μαρτυρίου τους τίς ὡραιότερες σελίδες τῆς ζώσας Ἐκκλησίας.
       Οἱ Νεομάρτυρες ἑπομένως τῆς Ὀρθοδοξίας μας, πού εἶναι ἡ ζῶσα καί πρόσφατη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ ἀδιαφιλονίκητη μαρτυρία τῆς Ἁγίας Τριάδας στόν κόσμο, ἀποτελοῦν τήν εὐλογημένη μερίδα τῶν εὐαρεστησάντων τόν Κύριο, εἴτε μέ τούς ἀκαταμάχητους ἀγῶνες τους εἴτε μέ τή θυσία τοῦ αἵματός τους, εἴτε μέ τή χριστιανική ὀρθόδοξη βιοτή τους πρός δόξα τοῦ «ἐσφαγμένου ἀρνίου». Ἡ παρουσία τους ἑπομένως στήν καθημερινή ζωή μας καί ἡ ἀνατροφή μας μέ τό μαρτύριό τους καί τήν ὀρθόδοξη χριστιανική βιοτή μᾶς ἀποτελοῦν ἀφυπνιστικό σάλπισμα καί διαχρονική πηγή ἔμπνευσης στό δρόμο τῆς σωτηρίας, ἀλλά καί αὐτοῦ τοῦ μαρτυρίου, ἐάν παραστεῖ ἀνάγκη.
       Μεταξύ λοιπόν τῶν ἁγίων της Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας εἶναι καί οἱ χιλιάδες τῶν Νεομαρτύρων πού ἔχυσαν τό αἷμα τους ἀπό τό 1453 πού ἁλώθηκε ἡ Κωνσταντινούπολη ὥς τό 1838 καί πού ὁ ἀριθμός τους εἶναι ἀνεξακρίβωτος. Δοκιμασμένοι σκληρά «ὡς χρυσός ἐν χωνευτηρίῳ» ἔλαμψαν μέ τή γενναία ὁμολογία τους καί τά ἀπάνθρωπα βασανιστήρια πού δέχτηκαν μέ πραότητα καί καρτερία. Μέ ἁγιότητα καί μέ σοφία ἀναδείχθηκαν ὁ καθένας ἀπό αὐτούς στύλος καί ἑδραίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας, πρόμαχος τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων καί μεγάλα ἀναστήματα τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας.
      Οἱ Νεομάρτυρες λοιπόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἔγιναν μέ τή μαρτυρία τους καί τό μαρτύριό τους φωτοδόχες λαμπάδες, κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος καί πρωτοπόρος ὁμολογητής τῆς ἀληθινῆς πίστεώς μας.
      Ἰδιαίτερα μάλιστα οἱ ἁπλοί καί ταπεινοί αὐτοί Ἕλληνες, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους ἦσαν νέοι, ἀμούστακα παιδιά καί σεμνές καί ἐνάρετες κορασίδες, λόγω τῆς μεγάλης καί θερμῆς τους πίστης καί τῆς χρηστῆς πολιτείας τους, πῆραν μετά τή μαρτυρία τους τό χάρισμα τῶν θαυματουργικῶν ἰάσεων, ὥστε νά ἀναδειχθοῦν πολλοί ἀπό αὐτούς ὑπέρμαχοι ἰατροί τῶν ἀσθενούντων, ὑπερα­σπι­στές τῶν φτωχῶν καί τῶν ἀνημπόρων, ἐνδυναμωτές τῶν καταφρονουμένων καί καταφυγή ἐκείνων τούς ὁποίους ἡ ἀνθρώπινη ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νά βοηθήσει καί νά θεραπεύσει. Καί ἦσαν ἁπλοί στό φρόνημα, ἁπλοί στήν ἔνδυση, ἁπλοί καί ἀταλάντευτοι στήν ὁμολογία, ταπεινοί στή σκέψη καί τήν ἔκφραση καί γίγαντες στήν πίστη τους καί τά φρικτά βασανιστήριά τους, γιά ἐκεῖνο πού πίστευαν καί ἐκεῖνο πού φρονοῦσαν. Γιά τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό ἀπέβησαν νεοφα­νεῖς ἀστέρες καί ἀθλητές τοῦ Χριστοῦ, στρατιῶτες ἀήττητοι, καταλάμποντας μέ τίς ἀκτίνες τοῦ μαρτυρίου τους καί τήν πληθώρα τῶν θαυμάτων τους τό πλήρωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Πολλοί ἀπό αὐτούς φοροῦσαν τοπικές ἑλληνικές παραδοσιακές ἁπλές στολές καί μέ αὐτές ὁδηγήθηκαν στό μαρτύριο. Μέ τή φουστανέλα ἤ τήν κρητική βράκα, μέ τήν πουκαμίσα ἤ τό χιτώνα καί ἀκόμη μέ τό ἁπλό ἱμάτιο νά πορποῦται μπροστά στό λαιμό, ἤ τέλος μέ τό κοντοβράκι καί τό ματογέλεκο. Ἔτσι μπόρεσαν καί φύλαξαν τήν πίστη τους καί τήν ἐλευθερία τους, καταφρόνησαν τόν πλοῦτο πού τούς δόθηκε, ἀψήφησαν τή δόξα, ἀγνόησαν τίς ἡδονές ὅπως καί κάθε ἄλλη σωματική ἀπόλαυση καί παρέδωσαν πρόθυμοι τόν ἑαυτό τους στό θάνατο.
      Οἱ γενναῖοι λοιπόν αὐτοί Νεομάρτυρες ποθοῦσαν τά οὐράνια ἀγαθά καί ζητοῦσαν νά στερεωθεῖ ἡ πίστη τους μέσα στήν ψυχή τους. Γι’ αὐτό ἔτρεχαν οἱ μακάριοι στό μαρτύριο, λογίζοντας τά βάσανά τους ὡς ξεφαντώματα, τίς φυλακές ὡς παλάτια, τά δεσμά ὡς χρυσά στολίδια, τήν ἀτιμία ὡς τιμή, τίς θλίψεις ὡς ἀνάπαυση, τή φλόγα τῆς φωτιᾶς ὡς δροσισμό καί ἀνάψυξη, τό μαχαίρι ὡς παιχνίδι καί τό σκληρό θάνατο ὡς ζωή αἰώνιο.
      Καί ὅλα αὐτά ἔγιναν τούς πέντε τελευταίους αἰῶνες, γιά νά ἀποβοῦν οἱ νεοφανεῖς Μάρτυρες δόξα καί καύχημα τῆς Ἐκκλησίας, παράδειγμα ὑπομονῆς καί ἐπιμονῆς στήν ὀρθόδοξη πίστη, θάρρος στήν καθημερινότητα, παραίνηση στό μαρτύριο καί τέλος, γιά νά μένουν ἀναπολόγητοι οἱ ἀλλόπιστοι κατά τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
      Οἱ Νεομάρτυρες λοιπόν αὐτοί θά μπορούσαμε συνοπτικά νά σημειώσουμε ὅτι, ἄν καί ἀνήκουν στό συνήθη τύπο τῶν χριστιανῶν, παρουσίαζαν ἀκέραιο χαρακτήρα, ἐκκλησιαστικό φρόνημα, πίστη σταθερή στόν Τριαδικό Θεό καί ἰδίως στό Χριστό, τόν ὁποῖο ἰδιαίτερα τιμοῦσαν καί ἀγαποῦσαν. Ἐπεδείκνυαν ἀξιο­θαύ­μαστη εὐψυχία τόσο κατά τή διάρκεια τῶν ἐξαντλητικῶν ἀνακρίσεων ἐνώ­πιον τῶν ἀνακριτῶν τους, ὅσο καί καρτερικότητα κατά τή διάρκεια τῶν σκληρῶν βασανιστηρίων τους, τά ὁποῖα προκαλοῦσαν τό θαυμασμό τῶν λοιπῶν χριστια­νῶν. Ἡ παρρησία καί ἡ σταθερότητα αὐτή τῶν Νεομαρτύρων προέρχεται βασικά ἀπό τή βαθιά καί ἀκλόνητη πίστη τους στό Χριστό. Γιατί θεωροῦσαν ὅτι ἡ πίστη τους στό Χριστό, γιά τήν ὁποία ὁδηγοῦντο στό μαρτύριο, ἦταν τό σπουδαιότερο καί πλουσιότερο ἀγαθό καί ὅτι ἡ ὑψίστη τιμή παρρησίας καί σταθερότητας τῆς πίστεώς τους ἦταν ἡ περιφρόνηση πού ἐπεδείκνυαν γιά τό μαρτύριό τους καί ἡ προσδοκία ἀποκτήσεως τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἀρκετοί ἀπό τούς Νεομάρτυρες μετά τό μαρτυρικό τους θάνατο τιμήθηκαν ὡς ἅγιοι ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἐπειδή ὄχι μόνον ὁμολόγησαν τόν ἀληθινό Θεό ἀλλά καί θαύματα ἔκαναν καί κάνουν, ἐνισχύοντας τούς πιστούς ὀρθοδόξους χριστιανούς.
     Λόγω ἀκριβῶς τῆς ὁμολογίας τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τῆς προσφορᾶς τοῦ αἵματός τους χάριν τοῦ Χριστοῦ, τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων ἔχει ὁμολογιακό χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Οἱ Νεομάρτυρες τῆς πίστεως περιφρόνησαν τή φιλία τοῦ κόσμου τούτου, ἔγιναν μισητοί ἀκόμη καί ἀπό τούς οἰκείους τους γιά νά ἀκολουθήσουν τήν μαρτυρική πορεία, πού τούς ὁδήγησε στό θάνατο γιά νά κερδίσουν τό Χριστό, σύμφωνα μέ τό «πάντες οἱ μαρτυρήσαντες ἐτελειώθησαν διά τῆς εἰς Χριστόν πίστεως καί ἐβάστασαν τόν ὀνειδισμόν τοῦ Χριστοῦ». Ἐξάλλου, ὁ ἱερός ὑμνογράφος, θαυμάζοντας τό μαρτύριο τῶν Νεομαρτύρων γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἀναφωνεῖ· «οὐ διωγμός, οὐ λιμός, οὐ γυμνότης, οὐ κίνδυνος, οὐδέ θάνατος ὅλους τούς θείους ἀθλοφόρους τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ διεχώρισεν», ἐφόσον ὅλοι «οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται».
     Οἱ χιλιάδες ἑπομένως Νεομάρτυρες μέ τό μαρτύριό τους ἀπέδειξαν ἔμπρα­κτα τήν τελεία πίστη καί ἀγάπη τους στόν Τριαδικό Θεό, καί μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου τους εὐαρέστησαν τό Χριστό, ἐξέπληξαν τούς ἀγγέλους, εὔφραναν τούς ἁγίους, ἐταπείνωσαν τούς δαίμονες, ἐλύπησαν τούς ἀλλοπίστους, παρηγόρησαν τούς ἐν θλίψει ἀδελφούς, ἐχαροποίησαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ὁποία στερεώθηκε μέ τό αἷμα τους καί γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία στεφανώνει καί τιμᾶ τή μνήμη τους, κατά τόν Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη. Καί γι’ αὐτό τά ἱερά λείψανά τους τοποθετοῦνται στά ἱερά θυσιαστήρια – Ἅγιες Τράπεζες – καί πού χωρίς αὐτά δέν ἐγκαινιάζεται ἱερός ναός.
     Ἡ πίστη στό Χριστό ἀποτελεῖ τό βασικό λόγο τοῦ μαρτυρίου, πού χορη­γεῖ­ται ὡς προνόμιο στούς ἐκλεκτούς καί ἀποτελεῖ τήν ὑψηλότερη ἔκφραση τῆς ὑπακοῆς στό Θεό· ὁ Μάρτυρας ζεῖ τό μαρτύριο ὡς καθημερινό βίωμα, παραδίδοντας τόν ἑαυτό του στό θάνατο γιά τό Χριστό. Ὁ μαρτυρικός θάνατος τοῦ Νεομάρτυρα εἶναι ἡ ἐπισφράγιση καί ἡ μεγαλειώδης ἔκφραση τοῦ ἀναίμακτου μαρτυρίου· γιά τήν ἀγάπη καί τήν πίστη του στό Χριστό ὑπομένει χαίρων «δεσμωτήρια καί δεσμά καί συκοφαντίας καί ἐξορίας καί ἄλλας ταλαιπωρίας ἁπάσας». Ὁ μαρτυρικός θάνατος ἀναβιβάζει τόν Μάρτυρα στό ἀγγελικό ἀξίω­μα, ἀνοίγει τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ στήν ἔνδοξη τελείωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
     Τό μαρτύριο τοῦ κάθε Μάρτυρα προϋποθέτει ἀπαρασάλευτη ἔμμονη στήν ὀρθόδοξη πίστη, θαρραλέα ὁμολογία ἐνώπιον τῶν διωκτῶν καί διαπρύσια διακήρυξη τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ, γιά νά ἔχει ἐφαρμογή ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «ὁ μάρτυς μου ὁ πιστός».
     Κατά τήν πατερική θεολογία, συνεπῶς, τό μαρτύριο ἐμπνέεται ἀπό τή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου οἱ Μάρτυρες καταφρονοῦν τό θάνατο. Μετά τό σταυρικό θάνατο τοῦ Ἀρχιμάρτυρα Χριστοῦ ἀναδεικνύονται μυριάδες μαρτύρων τῆς πίστεώς τους σ’ Αὐτόν. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία ψάλλει«παθῶν ἑκουσίως, Μαρτύρων θεία στρατεύματα, πίστει, ἐναθλεῖν παρεσκεύασεν».
    Οἱ χριστιανοί Μάρτυρες, στοιχοῦντες στή θεία ἐντολή θυσιάζονται καί χωρίς νά προβάλλουν ἄμυνα ἐναντίον τῶν διωκτῶν τους ὁμολογοῦν «ἕνεκά Σου θανατούμεθα, ὅλην τήν ἡμέραν, ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς».
     Ἔτσι οἱ μάρτυρες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως προσφέρουν τή ζωή τους ὑπέρ τῆς «καλῆς ὁμολογίας», ἀκολουθοῦντες τό παράδειγμα τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος πρῶτα «ἐμαρτύρησε τήν καλήν ὁμολογίαν», τήν ὁποία διεκήρυξε πρίν ἀπό τή σταυρική θυσία καί αὐτή ἦταν ὅτι ἦλθε στόν κόσμο γιά νά «μαρτυρήσῃ τῇ ἀληθείᾳ».
      Ἡ «καλή ὁμολογία» τῶν Μαρτύρων γιά τήν ἐν Χριστῷ ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια ἐμπεριέχεται στήν ὁμολογιακή φράση «χριστιανός εἰμι», πού σήμαινε σταθερή πίστη στό Χριστό καί ἀμετακίνητη ἐμμονή στά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, εἶχε δέ ὡς ἀποτέλεσμα τόν «ἐν φόνῳ μαχαίρας» θάνατο.
      Ἀπό τή θεολογία τοῦ μαρτυρίου συνάγεται ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ἀληθινός μάρτυρας χωρίς τή συνεχῆ «καλή ὁμολογία»· ἡ ζωή τοῦ πραγματικοῦ πιστοῦ εἶναι μία συνεχόμενη μεγάλη ὁμολογιακή πορεία, πού ἴσως συχνά καταλήγει στό μαρτύριο τοῦ αἵματος.
     Κατά τούς μεταγενέστερους μάλιστα χρόνους, ἡ ὁμολογία «χριστιανός εἰμι» ἀποδίδεται ἀπό τούς Νεομάρτυρες μέ ἀνάλογη φράση «Ἐγώ χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θέλω νά πεθάνω». Στίς δελεαστικές προτάσεις τῶν ἀντί­χρι­στων Μωαμεθανῶν, οἱ Νεομάρτυρες ἀκολουθοῦσαν τούς ἀθλητές τῶν κατακομ­βῶν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί ἐπαναλάμβαναν τή γνώριμη ἀπαίτηση «τόν Ἰησοῦ μου θέλω». «Ἐγώ τόν Ἰησοῦ μου δέν τόν ἀρνοῦμαι, χριστιανός γεννήθηκα, χριστιανός θέλω νά πεθάνω… Χριστιανός, χριστιανός, χριστιανός». Οἱ Μάρτυρες ἐνώπιον τῶν διωκτῶν τους δέν ἀναφέρονταν οὔτε στό ἀξίωμά τους οὔτε στίς γνώσεις καί τή σοφία τους· δέν πρόβαλαν ἀντίσταση στή βία τῶν διωκτῶν τους, ἐστέκοντο ἄοπλοι ἀπέναντί τους καί δέν ἱκανοποιοῦσαν καμία περιέργεια τῶν ἀνακριτῶν τους. Ἔμεναν σταθεροί στήν ὁμολογία τους ἀποβλέποντες στήν οὐ­ρά­νιο πορεία τους, ἐπιδιώκοντας «τό βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως». Ἔδιναν στερεότυπα τήν ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ ὁμολογία «χριστιανός εἰμι» καί ἀποδεικνύονταν μεγαλοφωνότατοι κήρυκες τῆς πίστεως μέ τήν προσφορά τοῦ αἵματός τους. 
      Ἡ θυσία τῶν Νεομαρτύρων γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη ἀποτελεῖ δίδαγμα γιά ὅλους τους μεταγενέστερους καί σύγχρονους Ἕλληνες. Ἰδιαίτερα σήμερα προβάλλεται ἄμεση ἡ ἀνάγκη νά ἀναφανοῦν καί ἀναφερθοῦν νεοφανεῖς καλλίνικοι μάρτυρες τῆς Ὀρθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦντες τήν ὁδό τῆς τελειώσεως τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ ἀναδεικνύονται «ἄγγελοι» καί «πάρεδροι Χριστοῦ»καί «θείας φύσεως κοινωνοί».
     Μέ τό τίμιο ἐξάλλου αἷμα τῶν Μαρτύρων καί τῶν Νεομαρτύρων στερεώνεται ἡ Ἐκκλησία τῆς Ὀρθοδοξίας, πού εἶναι γεμάτη ἀπό τά μεγάλα καί θαυμαστά θαύματά τους. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας δοξάζει, τιμᾶ καί γεραίρει τούς Νεομάρτυρες, δοξολογεῖ τόν Κύριο μέ ψαλμούς, ὕμνους καί ὠδές  πνευματικέςκαί οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί ἐνδυναμώνονται ἀπό τό μαρτύριό τους.
     Ἡ ψυχική ἐξάλλου μεταβολή τῶν Νεομαρτύρων πρός τό μαρτύριο εἶναι μοναδική στήν παγκόσμια ἱστορία, ἀφοῦ ἁπλά χωριατόπαιδα οἱ περισσότεροι ὀρθώνουν περίτρανα τήν πίστη τους, γίνονται κήρυκες τοῦ Χριστοῦ μέ τό ἡρωικό φρόνημά τους καί ὁδηγοῦν σταθερά τά βήματά τους στό μαρτύριο. Δέν φοβοῦν­ται, δέν ὀπισθοχωροῦν, βλέπουν μόνο μπροστά τους τόν Ἰησοῦ, πού θαυμα­τουργεῖ ἀπό εὔσπλαχνη ἀγαθότητα καί συμπαθῆ ἀγάπη. Τόν βλέπουν νά χρησι­μοποιεῖ ἁπλά μέσα, ἕνα νεῦμα, ἕνα λόγο, μιά χειρονομία, μιά ἐπαφή, μιά ἁπλή ἔκφραση τῆς θέλησής Του, μιά προσταγή. Ἐνεργοῦσε χωρίς ἐξωτερικά μέσα παρά μόνο μέ τό λόγο. Καί μόνο μιά στιγμή. Καί τό γνωρίζουν αὐτό οἱ Νεομάρτυρες, ὅτι δηλαδή ὁ Χριστός θεράπευε λεπρούς, παραλυτικούς, κωφάλαλους ἐκ γενετῆς, πού οὔτε καί σήμερα ἀπό τή σημερινή ἐπιστήμη μποροῦν νά θεραπευ­θοῦν. Κι ἀκόμη πιστεύουν σ’ Ἐκεῖνον πού κυβερνᾶ τά στοιχεῖα τῆς φύσης, πολλαπλασιάζει τούς πέντε ἄρτους, μεταβάλλει τό νερό σέ κρασί, καταπαύει τό σάλο τῶν κυμάτων, κατευνάζει τούς ἀνέμους, στερεοποιεῖ κάτω ἀπό τά πόδια του τή θάλασσα καί περπατεῖ σ’ αὐτή, καί ἀκόμη αὐτός ὁ θάνατος ἀφήνει τή λεία του καί φεύγει (κόρη Ἰαείρου, Λάζαρος κ.ἄ.). Τέλος ὁ ἴδιος συλλαμβάνεται, σταυρώνεται, κηδεύεται καί σέ τρεῖς ἡμέρες ἀνασταίνεται ἐκ νεκρῶν, στοιχεῖα ἀκρά­δαντα καί ἀδιάσειστα πού βεβαιώνουν τή θεία Του φύση καί δύναμη καί στή θεία Του ὑπόσταση.
     Καί οἱ Νεομάρτυρες Ἐκεῖνον ἀκολουθοῦν, Ἐκεῖνον πιστεύουν, Ἐκεῖνον μαρτυροῦν, Ἐκεῖνον λατρεύουν, Ἐκεῖνον ἔχουν στήν καρδιά τους καί Ἐκεῖνος τούς ὁδηγεῖ ἐπειδή Τόν ἀγάπησαν πολύ καί ἔγιναν μέτοχοι τοῦ μυστηρίου Του. Γι’ αὐτό καί τά ἱερά λείψανά τους, πού εἶναι πολυτιμότερα λίθων πολυτελῶν, ἀναθάλλουν ὡς βοτάνη εὔκαρπος ὁπουδήποτε καί νά βρίσκονται και ἀποτί­θεν­ται ὡς θησαυρός τιμαλφέστατος, πλουτίζοντας πενία ψυχῶν καί ὡς ἄκος θεραπεύονται πληγές ἀνίατες. Καί ἀκόμη ἡ προσκυνηματική τους παρουσία καί οἱ εὐωδίες διατρανώνουν τήν ἐνοικοῦσα σ’ αὐτά θεία χάρη ἀφενός καί ἀφετέρου τή μαρτυρία τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, γεγονός πού βεβαιώνει ἀπόλυτα ἡ ζωηφόρος τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Ἀνάσταση.
     Αὐτό λοιπόν τό μυστήριο καί αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, ὅπως καί τά μαρτύρια τῶν Νεομαρτύρων μας, ἄς ὁδηγοῦν καί τά δικά μας βήματα.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

H Β΄Βατικανη συνοδος διδασκει την ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑ







Πρωτος θιασωτης της ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣ 
ο Αρχιαιρεσιαρχης Βαρθολομαιος
 
Γιατι ουδεις κληρικος δεν τον καταγγελει ως ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣΤΗ;


Γιατι το Αγιον Ορος σιωπα, προδιδοντας την Ορθοδοξια;

====================


Έχουν οι θρησκείες τον ίδιο Θεό 
και κοινές ηθικές αξίες;


Ας δούμε τώρα μία από τις θεμελιακές θέσεις, που προβάλλουν όσοι οργανώνουν, συμμετέχουν, και υποστηρίζουν τις διαθρησκειακές συναντήσεις και τους διαθρησκειακούς διάλογους. 


Σύμφωνα με αυτή σε όλες τις θρησκείες υπάρχουν θετικά στοιχεία• οι τρεις μάλιστα μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ πιστεύουν στον ίδιο Θεό.

Αυτό διακηρύσσεται urbi et orbi. 


Άρχισε να καλλιεργείται και να διδάσκεται από τη Β' Βατικάνειο Σύνοδο (1962-1965) (Γράφει η σύνοδος στη διακήρυξη Nostra Aetate, για τις σχέσεις της Εκκλησίας προς τις μη χριστιανικές κοινότητες: 


«Με εκτίμηση ατενίζει η Εκκλησία και τους Μουσουλμάνους, οι οποίοι λατρεύουν τον ένα και μοναδικό Θεό, τον ζώντα..., τον εύσπλαχνο και παντοδύναμο, τον δημιουργό ουρανού και γης, που μίλησε στους ανθρώπους. 


Αυτοί προσπαθούν να υποταχθούν μ' όλη τους την ψυχή ακόμη και στις κρυμμένες Του βουλές, όπως είχε υποταχθεί στο Θεό και ο Αβραάμ, στον οποίο ευχαρίστως αναφέρεται η ισλαμική πίστη. 
Τον Ιησού, μολονότι δεν τον αναγνωρίζουν ως Θεό, τον σέβονται ως προφήτη, και τιμούν την μητέρα του Παρθένο Μαρία, την οποία και επικαλούνται κάποτε με ευλάβεια. 


Επί πλέον περιμένουν την ημέρα της κρίσης, για την οποία ο Θεός θα αναστήσει όλους τους ανθρώπους και θα τους ανταποδώσει. 


Γι' αυτό αποδίδουν σημασία στη ηθική στάση ζωής και εκφράζουν το σεβασμό τους στο Θεό ιδιαίτερα με προσευχή, ελεημοσύνη και νηστεία». 

Βλ. Διατάγματα Β' Συνόδου Βατικανού, τεύχος 7, έκδ. «Γραφείου Καλού Τύπου», Αθήνα, σελ. 43-44), να προωθείται δε και να εφαρμόζεται από τον σημερινό πάπα Ιωάννη Παύλο Β', ο οποίος ετόλμησε πριν από δεκαπέντε χρόνια, στην Ασίζη πάλι (1986), στην Α' εν Ασίζη πανθρησκειακή σύνοδο, να συγκαλέσει την πρώτη πανθρησκειακή συνάντηση, οπού συμπροσευχήθηκαν στον ίδιο ψεύτικο Θεό όλοι οι εκεί συμπαραστάντες ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι.


Το Βατικανό και τον πάπα ακολούθησαν στη συνέχεια το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Βλ. σχετικά Γ. Λαιμοπούλου, «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και διαθρησκειακός Διάλογος. 


Ενημερωτικό σημείωμα, με ιδιαίτερη αναφορά στις σχέσεις με το Ισλάμ», «Καθ' Οδόν» 1992, Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος, τεύχος 3, σελ. 43-57) και δικοί μας εκκλησιαστικοί ηγέτες.

Φθάσαμε στο σημείο να εκδίδουμε γραμματόσημα, πάνω στα οποία παρίστανται καθήμενοι, κατά τον τύπο της Αγίας Τριάδος στη φιλοξενία του Αβραάμ, ένας Χριστιανός κληρικός, ένας Εβραίος ραβίνος, και ένας Μουσουλμάνος χότζας, η νέα αυτή βλάσφημη πανθρησκειακή τριάδα, όπως επίσης και στο να προσφέρουμε ως δώρο σε κοινή καλαίσθητα εκτυπωμένη κασετίνα τα τρία «Ιερά» βιβλία, την εβραϊκή Βίβλο, το Ευαγγέλιο και το Κοράνιο. 


Αυτό αποτελεί μείξιν άμικτον, και κοινωνίαν του φωτός προς το σκότος.

Γιατί όχι μόνον ως προς το Κοράνιο, άλλα και ως προς την εβραϊκή Βίβλο, αν αυτή ιδωθεί και ερμηνευθεί χωρίς Χριστό, υπό το φως όχι του Ευαγγελίου αλλά της παραδόσεως των Γραμματέων και Φαρισαίων, που εσταύρωσαν τον Χριστό, ανήκει και αυτή στο σκότος, εφαρμόζονται και σ' αυτήν τα αυστηρά «ουαί», που είπε ο Χριστός προς τους Εβραίους νομοδιδασκάλους, οι οποίοι ενώ προς αυτούς πρώτα ήλθε το φως, εν τούτοις παρέμειναν στο σκοτάδι. 
«Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβαν... και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν» (Ιω. 1,5 και 1,11).

π. Θεοδωρος Ζησης

«Οι Έλληνες αποζητούν τη γαλήνη στον Άθω: Μονάζοντας μέσα στην κρίση»

.Εν μέσω οικονομικής κρίσης ολοένα και αυξάνεται η δημοφιλία του Αγίου Όρους σύμφωνα με τον ανταποκριτή του γερμανικού περιοδικού Spiegel.

Ο δημοσιογράφος τονίζει πως σε αυτές τις δύσκολες ημέρες πολλοί Έλληνες ψάχνουν να βρουν την γαλήνη στον Άθω.

«Το όρος Άθως προσελκύει ορθόδοξους προσκυνητές για αιώνες, όμως η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση του αριθμού των επισκεπτών που αναζητούν ηρεμία και γαλήνη εκεί», σημειώνει ο Ντάνιελ Στάινβορθ, στέλεχος του γερμανικού περιοδικού και ειδικός στα θέματα της ευρύτερης περιοχής. 

Στο κείμενο με τίτλο «Οι Έλληνες αποζητούν τη γαλήνη στον Άθω: Μονάζοντας μέσα στην κρίση», περιγράφει την ζωή σε έναν χώρο που τον χαρακτηρίζει ως ότι πιο κοντινό στον Παράδεισο.

Κάνει λόγο για «άρωμα» Μεσαίωνα σε μία κοινοβιακή κοινότητα η οποία έχει ιστορία άνω των 1.000 ετών και αυτόν τον καιρό το βρίσκουν ελκυστικό όλοι όσοι αντιμετωπίζουν προβλήματα και θέλουν να ανακουφιστούν από την αφόρητη πίεση της κοινωνίας και την οικονομική κρίση που έχει πλήξει την Ελλάδα.

Εντύπωση στον αρθρογράφο κάνει ο σπαρτιατικός τρόπος ζωής όπως τον χαρακτηρίζει, ο αποκλεισμός των γυναικών. 

Εντυπωσιάζεται από το «σήμαντρο» και άλλες ιδιοτυπίες της μοναστικής ζωής, ενώ αναφέρται και σε έναν Έλληνα επιχειρηματία που προσπαθεί να «βρει τον εαυτό του, συλλογιζόμενος μακριά από τον υλικό κόσμο». Ένας Ρουμάνος μάλιστα που επισκέπτεται συχνά το Άγιον Όρος το χαρακτηρίζει «ότι πιο κοντινό στον Παράδεισο».

Ο αρθρογράφος μεταξύ άλλων μένει έκπληκτος από την μνημόνευση των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, την χρήση του Ιουλιανού ημερολογίου, αλλά και το ανέμισμα της σημαίας με το βυζαντινό δικέφαλο αετό δίπλα στην ελληνική.

Όπως γράφει, ο αυξημένος αριθμός όσων επισκέπτονται τον Άθω δείχνει πως πρόκειται για ένα μέρος ηρεμίας και αποκοπής από τις δυσκολίες. Πλέον, όπως σημειώνεται, όποιος εξασφαλίσει το πολυπόθητο «διαβατήριο» εισόδου και διαμονής στο «περιβόλι της Παναγίας», θεωρείται τυχερός. Το «απόλυτα ειρηνικό σκηνικό» αιτιολογεί αυτή τη διαπίστωση.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...