Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 22, 2012

Ιερωμένοι: Χειροτονία από ανθρώπους ή από το Θεό;





ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
 
 ΛΟΓΟΣ 79ος, Απόσπασμα
 
  
    "...Αλλά και με όλον όπου
 δέν ιξεύρομεν το 
Μυστήριον της ενσάρκου 
οικονομίας του Χριστού, 
ουδέ γνωρίζομεν κατα 
 τα μυστήρια των χριστιανών, 
επιχειριζόμεθα χωρίς 
εντροπήν να διδάσκωμεν 
άλλους περί του φωτός 
της γνώσεως.
 Η γνώσις δέν είναι το φώς, 
αλλά το φώς είναι η γνώσις, 
επειδή και εν αυτώ τω φωτί 
και δι’ αυτού και εξ αυτού 
έγιναν τα πάντα. 
Του οποίου φωτός την θεωρίαν αρνούμενοι ημείς φανερώνομεν 
τον εαυτόν μας πώς ούτε εγεννηθήκαμεν ακόμι, ούτε 
ευγήκαμεν εις το άνωθεν φώς αμή όντες ακόμι έμβρυα 
μέσα εις την κοιλίαν, ή να ειπώ αληθέστερα νεκροτόκια 
αποβάλματα, αναβαίνομεν εις ιερατικά αξιώματα χωρίς
 εντροπήν, και το πλέον χειρότερον οι περισσότεροι 
με μεγάλην αθεοφοβίαν αγοράζομεν την ιερωσύνην
 με άσπρα, και ζητούμεν να προεστεύωμεν εις το 
βασιλικόν ποίμνιον, ημείς όπου δέν εγενήκαμεν 
ακόμι ουδέ αρνία και αυτά τα κάμνομεν όχι δια 
άλλο τί, πάρεξ δια να κάμνωμεν τα θελήματα μας.
     Έτζι ήσαν, αδελφοί, εξ αρχής οι Απόστολοι; 
Έτζι ήσαν οι διάδοχοι των Αποστόλων;
 Έτζι ήσαν οι θεοφόροι Πατέρες ημών, και διδάσκαλοι;
 Αλλοίμονον δια την φοβεράν τόλμην τούτων, ότι 
εκείνοι όπου αποβλέπουν μόνον εις τα άσπρα, 
δέν γίνονται μονάχα προδόται, και ιερόσυλοι
 εις τα εκκλησιαστικά πράγματα αμή κατατολμούσιν
 να εγγίξουν και αυτόν τον Θείον πλούτον ήγουν να
 πωλήσουν, και να αγοράσουν και αυτήν την χάριν
 του Αγίου Πνεύματος. Όθεν ουδέ αισχύνονται 
να λέγουν, εδικόν μας είναι το δεσμείν και λύειν,
 και το ελάβαμεν εις ταύτην την ζωήν άνωθεν απο
 τον Θεόν, ώ της αναισχυντίας δια να μή λέγω της 
εσχάτης παραφροσύνης.
      Ειπέ μου, σε παρακαλώ εσύ όπου λέγεις αυτά,
 δια ποίας σου αρετάς έλαβες αυτήν την εξουσίαν 
άνωθεν; Διατί άφησες όλα τα πάντα, και
 ακολούθησες τον Χριστόν; Διατί εκαταφρόνησες 
την δόξαν του κόσμου; Διατί έγινες ταπεινός τω 
Πνεύματι; Διατί επώλησες όλα σου τα υπάρχοντα, 
και τα εμοίρασες εις τους πτωχούς; 
Διατί απώλεσας την ψυχήν σου, ήγουν διατί ενέκρωσες 
αυτήν εις τον κόσμον, και δέν την ηύρες εις κανένα 
θέλημα της σαρκός; Αλλά των ιερέων (λέγουν) είναι 
εξουσία αυτή, το ιξεύρω και εγώ, πώς είναι των ιερέων, 
όμως δέν είναι απλώς όλων των ιερέων, αμή εκείνων όπου
 ιερουργούν το Ευαγγέλιον με Πνεύμα ταπεινώσεως,
 και πολιτεύονται μέ ακατηγόρητον καί ενάρετον πολιτείαν.
       Εκείνων όπου επαράστησαν προτήτερα τον εαυτό τους
 εις τον Κύριον, και έδειξαν πνευματικώς μέσα εις τον
 ναόν του σώματος τους την καθαράν τους λατρείαν, 
θυσίαν τελείαν, Αγίαν και ενάρετον εις τον Κύριον 
και εδέχθησαν εις το άνωθεν θυσιαστήριον, και 
επροσφέρθηκαν απο τον μεγάλον Αρχιερέα Χριστόν 
προσφορά τελεία εις τον Θεόν, και Πατέρα, και 
εμεταβάλθησαν, και ηλλοιώθησαν με την 
δύναμιν του Παναγίου Πνεύματος και 
εμεταμορφώθησαν εις τον Χριστόν τον
 αποθανόντα δι ημάς, και αναστάντα 
εν δόξη θεότητος.
      Εκείνων λέγω των ιερέων όπου μετανοούν, 
και πενθούν νύκτα, και ημέραν με τελείαν ταπείνωσιν,
 και παρακαλούν τον Θεόν μετά δακρύων, όχι μόνον 
δια τον εαυτό τους, αλλά και δια τους αδελφούς όπου
 έχουν εις την επίσκεψιν τους, και δια όλας τας Αγίας
 εκλησίας του Θεού όπου είναι εις τον κόσμον, 
και εκείνων όπου κλαίουν πολλά έμπροσθεν του Θεού, 
δια τα ξένα αμαρτήματα.
      Εκείνων όπου δέν μεταχειρίζονται τίποτε περισσότερον
 απο την αναγκαίαν τους τροφήν, και δέν 
επιτηδεύονται κανένα πράγμα δια θεραπείαν,
 η απόλαυσιν του σώματος, αλλά περιπατούν, καθώς
 είναι γεγραμμένον, εν Πνεύματι, και δέν κάμνουν 
καμμίαν επιθυμίαν σαρκός. Και πρός τούτοις ακόμι 
και εκείνων όπου δέν προτιμούν δια το δίκαιον, 
και δια την εντολήν του Θεού, μήτε πτωχόν, μήτε
 πλούσιον, μήτε άρχοντα, μήτε αρχόμενον, μήτε 
αυτόν τον ίδιον βασιλέα και δέν παραβλέπουν
 ουδέ παραβαίνουν την εντολήν του Θεού δια 
πρόφασιν ελεημοσύνης, ή δια δόσιν χαρισμάτων 
ή δια φόβον, ή αγάπην , ή διά άλλο  κανένα πράγμα 
ορατόν ή αόρατον. Των τοιούτων είναι το δεσμείν, 
και λύειν και ιερουργείν και διδάσκειν, και όχι
 εκείνων όπου λαμβάνουν μόνον απο τους 
ανθρώπους την ψήφον, και την χειροτονίαν 
«Ού γάρ αφ’εαυτού (λέγει) τις την τιμήν λαμβάνει 
αλλ’ απο Κυρίου καλούμενος». 
      Δέν είπεν εκείνος όπου λαμβάνει την ψήφον
 και χειροτονίαν απο ανθρώπους, αλλά εκείνος όπου
 επροωρίσθη, και επροχειρίσθη εις τούτο απο τον
 Θεόν, οτι εκείνοι όπου γίνονται απο ανθρώπους, 
και δια μεσιτείας ανθρώπων, είναι κλέπται, και λησταί,
 καθώς είπεν ο Κύριος. «Εγώ ειμί η Θύρα, πάντες 
όσοι ήλθον και έρχονται, ου δι εμού, αλλά 
αναβαίνουν αλλαχόθεν, κλέπται εισι και λησταί»   

Δ. Μή πλανάσθε λοιπόν αδελφοί μου, εκείνος όπου
 ευρίσκεται εις σκότος, είναι έξω απο την θύραν και 
εκείνος όπου φαίνεται πώς εμβήκεν, όμως δέν εμβήκε
 δια του φωτός, έξω είναι και αυτός απο την μάνδραν. 
Ότι ανίσως ο Χριστός είναι η θύρα, και το φώς του κόσμου,
 εξάπαντος η θύρα είναι φωτοειδής, και όχι απλώς θύρα
 μοναχά και εκείνος όπου εμβήκεν εις αυτήν ήλθε μέσα 
εις το φώς του κόσμου. Φώς δέ του κόσμου είναι 
ο Χριστός, όχι πώς βλέπεται αισθητώς, αλλ’ ότι θεωρείται
 νοερώς. Διότι ο αισθητός ούτος ήλιος φωτίζει τα σωματικά 
μάτια, όχι μόνον των ανθρώπων, αλλά και των αλόγων ζώων.
 Αμή ο Χριστός ο νοητός ήλιος όπου επεφάνη εις τον κόσμον
 φωτίζει μονάχα τας λογικάς ψυχάς, και ούδε αυτάς όλας
 ακρίτως και αναξίως ότι δέν είναι άψυχος, ή να ειπώ 
καλλίτερα άζωος, καθώς δέν είναι ουδέ κτίσμα, ή δούλος, 
διωρισμένος εις υπηρεσίαν άλλων, καθώς είναι ούτος 
ο αισθητός ήλιος όπου ανατέλλει επι δικαίους, και 
αδίκους πονηρούς τε, και αγαθούς. 

Σχόλιο: 
Η κατάσταση με τον κληρικαλισμό έχει φτάσει

στο απροχώρητο. Οι απαιτήσεις των

χειροτονημένων έχουν φτάσει στo 
απροχώρητο. Η μεγαλοστομία τους

και η κενολογία τους έχει φτάσει

στο απροχώρητο. Και Χριστιανικός

λαός δεν υπάρχει.

Έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο,

κινδυνεύουν οι μισθοί τους,

και κανείς Χριστιανός δεν καταλαβαίνει

την ταραχή και την οργή του

κληρικαλισμού εναντίον της πολιτικής

εξουσίας, ότι ουδεμία σχέση

έχει με την Εκκλησία.
Αμέθυστος
 
 Πηγή: amethystosbooks
 

Χριστιανισμὸς καὶ σοσιαλισμός Dostoyefsky Fyodor

Προσχέδιο - Δοκίμιο 


Στὸ σοσιαλισμὸ ὑπάρχουν μικροάτομα, ἐνῶ στὸ χριστιανισμὸ βρίσκεται ἡ πλήρης ἀνάπτυξη τοῦ προσώπου καὶ τοῦ θελήματός του. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἰδέα τῆς συλλογικῆς ἀνθρωπότητας, τῶν πάντων. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ συλλογικά, ὅπως στὶς πρῶτες πατριαρχικὲς κοινωνίες, γιὰ τὶς ὁποῖες διασώθηκαν κάποιες παραδόσεις, τότε ζεῖ ἄμεσα. 

Ἀκολουθεῖ ἔπειτα μία παροδικὴ περίοδος, ἡ περαιτέρω ἐξέλιξη, ποὺ εἶναι ὁ πολιτισμὸς (ὁ πολιτισμὸς εἶναι παροδικὴ μόνο φάση). Στὴν περαιτέρω αὐτὴ ἐξέλιξη παρουσιάζεται τὸ φαινόμενο -καινούριο γεγονὸς ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ξεφεύγει κανεὶς- κατὰ τὸ ὁποῖο ἀναπτύσσεται ἡ ἀτομικὴ συνείδηση, ἡ ἄρνηση τῶν ἄμεσων ἰδεῶν, ἐμπειριῶν καὶ γνώσεων (δηλ τῶν αὐθεντικῶν καὶ συλλογικῶν). Ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο, στὴν κατάσταση αὐτὴ τῆς γενικῆς γενετικῆς ἀναπτύξεώς του ἐτοποθετεῖτο σὲ ἐχθρικὴ καὶ ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὸν ἐξουσιαστικὸ συλλογικὸ νόμο τῶν πάντων. 

Γι' αὐτὸ καὶ πάντοτε ἔχανε τὴν πίστη του στὸ Θεό. Μὲ αὐτὸ τελείωναν ὅλοι οἱ πολιτισμοί. Στὴν Εὐρώπη π.χ ὅπου ἡ ἐξέλιξη τοῦ πολιτισμοῦ ἔφτασε μέχρι τὰ ἔσχατα ὅρια, δηλαδὴ μέχρι τὰ ἀκραῖα σύνορα τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἄτομου, ἡ πίστη στὸ Θεὸ χάθηκε μέσα στὸ ἄτομο. Αὐτὴ ἡ κατάσταση, δηλαδὴ ἡ διάσπαση τῶν μαζῶν σὲ ἄτομα, μὲ ἄλλα λόγια ὁ πολιτισμός, εἶναι μία κατάσταση ἄρρωστη. Περὶ αὐτοῦ μαρτυρεῖ τὸ χάσιμο τῆς ζωντανῆς Ἰδέας περὶ Θεοῦ. 

Ἄλλη μαρτυρία (ἀπόδειξη) ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀρρώστια, εἶναι τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος στὴν κατάσταση αὐτὴ αἰσθάνεται ἄσχημα, θλίβεται, χάνει τὴν πηγὴ τῆς «ζωντανῆς» ζωῆς, δὲν ἔχει τὴν ἄμεση αἴσθηση, ἐνῶ γνωρίζει τὰ πάντα καὶ συνειδητοποιεῖ τὰ πάντα. 

Ἐὰν στὸν ἄνθρωπο, στὴν κατάστασή του αὐτή, δὲν εἶχε ὑποδειχθεῖ ὁ σκοπός, μοῦ φαίνεται ὅτι θὰ τρελαινόταν, μαζὶ μὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα. Τοῦ ὑποδείχθηκε ὅμως ὁ Χριστὸς (κανένας ἄθεος, ποὺ ἀρνιόταν τὴ θεία καταγωγὴ τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀρνιόταν ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ ἰδανικό τῆς ἀνθρωπότητας. Τελευταία λέξη εἶναι ὁ Ρενάν. Αὐτὸ εἶναι σημαντικό). 

Σὲ τί συνίσταται ὁ νόμος τοῦ ἰδανικοῦ αὐτοῦ; Στὴν ἐπιστροφὴ στὴν ἀμεσότητα, στὴν κοινότητα, ἀλλὰ ἐπιστροφὴ ἐλεύθερη, καὶ μάλιστα ὄχι κατὰ τὴ θέληση, ὄχι κατὰ τὴ λογική, ὄχι κατὰ τὴ γνώση, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἄμεση, φοβερὰ δυνατή, ἀήττητη αἴσθηση ὅτι τοῦτο εἶναι ἐξαιρετικὰ καλό. 

Καὶ -περίεργο πράγμα!- ὁ ἄνθρωπος ἐπιστρέφει στὴν κοινὴ καὶ ἄμεση ζωή, ἄρα στὴ φυσικὴ κατάσταση. Πῶς ὅμως; Ὄχι ἀνταγωνιστικὰ ἀλλά, ἀντιθέτως, κατ' ἐξοχὴν ἔχουσα, ἠθελημένα καὶ συνειδητά. Εἶναι φανερὸ ὅτι αὐτὴ ἡ ὑψίστη αὐτεξουσιότητα εἶναι ταυτόχρονα καὶ ἡ ὕψιστη αὐταπάρνηση, ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος. Σ' αὐτὸ ἔγκειται τὸ θέλημά μου, στὸ νὰ μὴν ἔχω θέλημα, γιατί τὸ ἰδανικὸ εἶναι πανέμορφο. 

Σὲ τί ἔγκειται ὅμως τὸ ἰδανικό; Στὸ νὰ φθάσεις στὴν ἀνώτερη καὶ πλήρη δυνατότητα ἐπιγνώσεως καὶ ἀναπτύξεως, στὴν πλήρη γνώση τοῦ δικοῦ σου ἐγώ, καὶ τότε νὰ τὸ προσφέρεις αὐτὸ ἐθελοντικὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. 

Πράγματι, τί καλύτερο θὰ ἔκανε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ τὰ πάντα ἀπέκτησε, τὰ πάντα ἐγνώρισε καὶ ποὺ ἔγινε παντοδύναμος. Ἂν τὸν ἀφήσετε στὴν κατάσταση τὴ διασπασμένη, στὴν κατάσταση τοῦ ἰδιαίτερου ἄτομου, τότε δὲν θὰ ἔχετε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὴ γαστέρα. 

Οἱ σοσιαλιστὲς δὲν πᾶνε πιὸ πέρα ἀπὸ τὴ γαστέρα. Ἡ δική μας «Νέα Ρωσία» ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια αὐτὸ ἀκριβῶς κάνει, δηλαδὴ μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της τείνει νὰ ἀποδείξει ὅτι πέρα ἀπ' ὅλα αὐτὰ πέρα ἀπ’ ὅ,τι περιέχεται σ' αὐτὴ τὴ γαστέρα, δὲν ὑπάρχει τίποτα. Ἂς προσπαθήσουν νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Δὲν θὰ θελήσουν οὔτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Τὸ διατυμπανίζουν ὑπερήφανα: οἱ μπότες εἶναι καλύτερες ἀπὸ τὸν Σαίξπηρ, γιὰ τὴν ἀθανασία τῆς ψυχῆς εἶναι ντροπὴ καὶ νὰ μιλᾶμε ἀκόμα, κλπ. κλπ. 

Στὸ Χριστὸ ὅμως τί θὰ πετύχετε; Ὑπάρχει κάτι πολὺ πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὸ θεὸ-γαστέρα; Εἶναι τὸ νὰ εἶσαι κύριος καὶ ἐξουσιαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ σου, κύριος ἐπάνω στὸ δικό σου ἐγώ, τὸ νὰ θυσιάσεις τὸ ἐγώ, νὰ τὸ δώσεις σὲ ὅλους. Στὴν ἰδέα αὐτὴ ὑπάρχει κάτι τὰ ἀκαταμάχητα ὄμορφο, θαυμάσιο, ἀκατανίκητο, κι ἀκόμη ἀνεξήγητο. 

Ἀκριβῶς, ἀνεξήγητο. Ἐὰν ὁ σοσιαλιστὴς ἀρχίσει νὰ ἐξηγεῖ, θὰ πεῖ αὐτὸ συμβαίνει γιατί, ἂν φανταστεῖς ὅτι ὁ καθένας θὰ τὰ δώσει ὅλα, ἀκόμα καὶ τὸν ἑαυτό του, ἀκόμα καὶ τὸ ἐγώ του γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους, τότε αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχουν φτωχοὶ καὶ ὅλοι θὰ εἶναι φοβερὰ πλούσιοι. Καὶ ὅμως θὰ παραπλανήσει ὁ σοσιαλιστὴς χοντρά, ὠμὰ καὶ αἰσχρά. Διότι, ἂν πράγματι εἶναι ἔτσι, δηλαδὴ ὅτι ὅλοι θὰ γίνουν πλούσιοι, ὁ σοσιαλισμὸς σ' αὐτὸ καὶ σταματᾶ. Ἀλλὰ τοῦτο οὔτε μπορεῖ νὰ γίνει, γιατί ὁ σοσιαλιστὴς οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ δώσει κανεὶς ἑκούσια τὸν ἑαυτό του γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους. 

Κατὰ τὸ σοσιαλιστὴ αὐτὸ εἶναι ἀνήθικο. Ἐνῶ ἐὰν γίνει γιὰ κάποιο μισθό, γιὰ κάποια ἀνταμοιβή, ἔ, αὐτὸ εἶναι δυνατό, αὐτὸ εἶναι ἠθικό. Καὶ ὅμως, ὅλο τὸ πράγμα, ὅλη ἡ ἄπειρη ἄξια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἡ ὑπεροχὴ ἔναντι τοῦ σοσιαλισμοῦ σ’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται, στὸ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς (τὸ ἰδανικό), δίδοντάς τα ὅλα δὲν ζητᾶ τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του. 

Ἐπὶ πλέον αὐτὸς (ὁ Χριστιανὸς) εἶναι κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς ἀνταμοιβῆς, τὴ θεωρεῖ κάτι ἀνόητο καὶ ἄσκοπο. Καὶ τὸν μισθὸ θὰ τὸν δεχθεῖ μόνο ἀπὸ ἀγάπη σ' ἐκεῖνον ποὺ τὸν δίνει, ἢ μόνο γιατί αἰσθάνεται ὅτι μετὰ ἀπ' αὐτὸ θὰ ἀγαπήσει ἀκόμη πιὸ δυνατὸ τὸν διδόντα (Ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ, ἀσπασμὸς μ' ἐναγκαλισμό, πράσινα Βαΐα). 

Ἐν πάςῃ περιπτώσει ὁ σοσιαλισμὸς ποτὲ πραγματικὰ δὲν ἔχει φθάσει μέχρι μιᾶς τέτοιας ἑρμηνείας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Σὲ κάτι τέτοιο φθάσανε μόνο μερικοὶ ἐκπρόσωποί του καὶ ὁρισμένοι ποιητὲς 

Ὅλη τὴ μέλλουσα βάση καὶ τὸ μέτρο (norma) τῆς κοινωνικῆς μυρμηγκοφωλιᾶς ὁ σοσιαλισμὸς τὴν τοποθετεῖ στὸ σκοπὸ ἐτοῦτο: στὴ γεμάτη γαστέρα. Καὶ γι' αὐτὰ τὸ σκοπὸ ὑπάρχουν τὰ αὐτονόητα καθήκοντα τῶν μυρμηγκιῶν. Καὶ ἀκόμη, ἡ μεγαλύτερη ἀνύψωση τοῦ ἠθικοῦ καὶ ἡ ὕψιστη ἐνθάρρυνση ποὺ μποροῦν νὰ προσφέρουν στὴν ἀνθρωπότητα ἔγκειται σ' αὐτό, στὸ νὰ πείσουν καὶ νὰ ἐνθαρρύνουν τοὺς προσηλύτους ὅτι οἱ ὑποχρεώσεις αὐτὲς εἶναι εὐχάριστες γιατί θὰ τὶς κάνουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, πρὸς τὸ δικό τους συμφέρον, γατὶ «ἡ ἐργασία εἶναι ἑλκυστική». 

Ὁ σοσιαλισμὸς ἔχει αὐτοαποκληθεῖ Χριστὸς καὶ ἰδεῶδες. Ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο λέει, ἂν σᾶς ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ μὴ πιστεύετε, (πρβλ. καὶ Ἀποκάλυψη σχετικὸ μὲ τὸν Ἀντίχριστο) 

Ὁ σοσιαλισμὸς εἶναι ἡ ἀνώτερη, ἡ ἔσχατη, μέχρι τελειότητας ἀνάπτυξη τοῦ ἄτομου, καὶ δὲν εἶναι τὸ μέτρο. Εἶναι ἡ ἐνσυνείδητη ἀνάπτυξη τῶν μεμονωμένων ἀτόμων στὸν ὕψιστο βαθμὸ εἶναι ἀκόμη ἡ ἀπόλυτη ἕνωση ἐν ὀνόματι τῆς ὀμορφιᾶς τοῦ ἰδανικοῦ! Πρέπει ὅμως νὰ φθάσει στὴν πεποίθηση -τόσο τὴ λογικὴ ὅσο καὶ τὴν αἰσθητή, δηλαδὴ τὴν ἀμεσώτατη αἴσθηση ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου- ὅτι ἡ ὕψιστη χρήση τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι νὰ τὸν θυσιάσουμε. 

Ἡ πατριαρχικὴ κατάσταση ἦταν ἡ πρωταρχικὴ κατάσταση. Ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἡ μεσαία, προσωρινὴ κατάσταση. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι τὸ τρίτο καὶ τελευταῖο στάδιο τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἐδῶ τελειώνει ἡ ἐξέλιξη (ἀνάπτυξη), ἐπιτυγχάνεται τὸ ἰδανικό. Ἑπομένως, σύμφωνα μὲ τὴ Λογικὴ τὴν ἴδια, στὴ φύση τὰ πάντα εἶναι μαθηματικῶς σωστά. Κι αὐτὸ δὲν σηκώνει οὔτε εἰρωνεία, οὔτε ὑποτίμηση. Ἄρα, ὑπάρχει ἡ αἰώνια ζωή. 

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος καὶ Ἀδελφόθεος




Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ ἄλλη γυναίκα, γι’ αὐτὸ ὀνομαζόταν ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου. Ἡ συγγενική του ὅμως σχέση μὲ τὸν Κύριο δὲν εἶναι ὁμόφωνα καθορισμένη. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔγινε πρῶτος ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων καὶ εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔγραψε τὴν πρώτη Θεία Λειτουργία τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Ἰάκωβος, λοιπόν, ποίμανε τὴν Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύμων μὲ δικαιοσύνη, μὲ γενναία στοργὴ καὶ στερεότητα στὴν πίστη. Αὐτὸ ὅμως, ἐξήγειρε τὴ μοχθηρία καὶ τὴν κακουργία τῶν Ἰουδαίων. Ἀφοῦ τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔριξαν πάνω ἀπὸ τὸ πτερύγιο τοῦ Ναοῦ, καὶ ἐνῷ ἀκόμα ἦταν ζωντανός, τὸν ἀποτελείωσαν μὲ ἄγριο κτύπημα ροπάλου στὸ κεφάλι.
Ἔργο τοῦ Ἰακώβου εἶναι καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐπιστολή του στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὴν ὁποία νὰ τί μας συμβουλεύει, σχετικὰ μὲ τὸ πὼς πρέπει νὰ χειριζόμαστε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Γίνεσθε ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς». Δηλαδὴ νὰ γίνεσθε ἐκτελεστὲς καὶ τηρητὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μόνο ἀκροατές. Καὶ νὰ μὴ ξεγελᾶτε τὸν ἑαυτό σας, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι ἀρκετὸ καὶ μόνον νὰ ἀκούει κανεὶς τὸ λόγο.
(Ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, φέρεται καὶ τὴν Κυριακὴ μετὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τοῦ Δαβὶδ τοῦ Προφήτου καὶ Ἰωσὴφ τοῦ μνήστορος, συνοδευόμενη μὲ τὸ ἀκόλουθο δίστοιχο: «Σὺ τέκτονος παῖς, ἀλλὰ ἀδελφὸς Κυρίου, τοῦ πάντα τεκτήναντος, ἐν λόγῳ, μάκαρ». Τελεῖται δὲ αὐτῷ ἡ Σύναξις ἐν τῷ σεπτῷ αὐτοῦ Ναῷ τὸ ὄντι ἔνδοθεν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοὶς Χαλκοπρατείοις. Πατμιακὸς κώδικας: 266).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὡς τοῦ Κυρίου Μαθητής, ἀνεδέξω δίκαιε τὸ Εὐαγγέλιον· ὡς Μάρτυς ἔχεις τὸ ἀπαράτρεπτον· τὴν παρρησίαν ὡς Ἀδελφόθεος· τὸ πρεσβεύειν ὡς Ἱεράρχης. Ἱκέτευε Χριστὸν τὸν Θεόν, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιοv. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.     
Ὁ τοῦ Πατρὸς μονογενὴς Θεὸς Λόγος, ἐπιδημήσας πρὸς ἡμᾶς ἐπ’ ἐσχάτων, τῶν ἡμερῶν Ἰάκωβε θεσπέσιε, πρῶτόν σε ἀνέδειξε, τῶν Ἱεροσολύμων, ποιμένα καὶ διδάσκαλον, καὶ πιστὸν οἰκονόμον, τῶν μυστηρίων τῶν πνευματικῶν. Ὅθεv σε πάντες τιμῶμεν Ἀπόστολε.

Μεγαλυνάριον.
Κλήσει ἀδελφόθεος πεφηνώς, Ἰάκωβε μάκαρ, τῶν ἀρρήτων μυσταγωγός, ἐν Σιὼν ἐδείχθης, καὶ πάθει σου τιμίῳ, τὸ ζωηφόρον πάθος, Χριστοῦ ἐδόξασας.

Τυπικόν της 23ης Ὄκτωβρίου 2012



Τρίτη: Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου 
καί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰγνατίου, 
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
 
Ἡ Ἀκολουθία κατά τήν ἐν τῷ Μηναίῳ τάξιν.
Ἀπόστολος: 
Τοῦ Ἀδελφοθέου· (Γαλ. α΄ 11-19),
 ζήτει τοῦτον τῇ Κυριακῇ κ΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν.
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· (Ματθ. ιγ΄ 54-58), 
ζήτει τοῦτο τῇ Δευτέρᾳ ζ΄ ἑβδομάδος Ματθαίου.
 

Παιδί μου, δός μου τὴν καρδιά σου





Ζητεῖ ὁ Κύριος τὰς καρδίας μας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἰδικαί του; Ἰδικαί του εἶναι. Διότι αὐτὸς μᾶς τὶς ἔδωκε. Δὲν μᾶς ἔπλασεν αὐτός; Καὶ δὲν ἔδωκεν εἰς τὸν καθένα μας ὅλα ὅσα ἔχει; Καὶ ὅπως ὁρίζει αὐτὸς τὰ πάντα, δὲν ὁρίζει λοιπὸν καὶ ἡμᾶς, καὶ δὲν ἔχει ἐξουσίαν καὶ δύναμιν, ὅταν θελήσῃ, μὲ ἕνα πάλιν λόγον νὰ μᾶς ἐκμηδενίσῃ καὶ νὰ μᾶς ἀφανίσῃ ὁλοτελῶς;

Ναί· ἔτσι εἶναι. Ἀλλὰ βλέπεις, ὅτι ὁ Ὕψιστος Θεὸς συγκαταβαίνει τόσον πολὺ εἰς τὴν μικρότητα τοῦ σκώληκος αὐτοῦ τῆς γῆς, ποὺ ὀνομάζεται ἄνθρωπος, ὥστε νὰ τοῦ λέγῃ: Ἰδικά μου εἶναι ὅλα. Καὶ τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸ κυρίαρχον θέλημά μου. Μὲ ὅλον δὲ ὅπου ὁρίζω καὶ σέ, ὅπως ὁρίζω ὅλα τὰ πλάσματά μου, σὲ ἀφίνω ἐλεύθερον. Καὶ μένει εἰς τὴν ἐξουσίαν σου καὶ εἰς τὴν διάθεσίν σου νὰ μοῦ δώσῃς ἢ νὰ μὴ μοῦ δώσῃς τὴν καρδίαν σου. Ἐγὼ σὲ ἀγαπῶ. Τόσον πολύ, ὥστε καὶ τὸν μονάκριβον Υἱόν μου παρέδωκα εἰς θάνατον διὰ σέ. Σὺ δὲν θὰ μὲ ἀγαπήσῃς; Καταδέχομαι νὰ ζητῶ τὴν καρδίαν σου. Δὲν θὰ μοῦ τὴν δώσῃς; Θὰ μοῦ τὴν ἀρνηθῇς; Εἰς τὴν ἐξουσίαν σου μένει. Δὲν σὲ ἀναγκάζω. Σοῦ τὴν ζητῶ, χωρὶς νὰ σὲ βιάζω.

Κύτταξε, ἀδελφέ μου, πόσον προνομιοῦχοι εἴμεθα! Ὁ Θεὸς ὁ ἄπειρος, ποὺ δὲν τοῦ λείπει τίποτε, ὁ ὁποῖος τὰ ἔχει ὅλα, ζητεῖ τὴν πτωχήν, τὴν ἀκάθαρτον, τὴν ρυπαρὰν καρδίαν μας! Μὲ ὅλην τὴν καρδίαν του ἕνας ἕκαστος Ἄγγελος τὸν λατρεύει καὶ τὸν ἀνυμνεῖ. Μὲ ὁλόκληρον τὴν ὕπαρξίν του εἶναι προσκολλημένος εἰς αὐτόν. Τὸ μεγαλεῖον δὲ καὶ ἡ ἁγιότης τοῦ Ὑψίστου ἔχει ἀπορροφήσει κάθε Ἄγγελον τόσον πολὺ καὶ τόσον βαθειά, ὥστε τίποτε ἄλλο δὲν τὸν ἀπασχολεῖ, παρὰ μόνον ὁ ὕμνος καὶ ἡ δοξολογία καὶ ἡ ἀπόλαυσις καὶ ὁ ἔρως τῆς ἀπείρου τοῦ Θεοῦ τελειότητος.

Οὕτω πως καὶ ἡμεῖς. Τὀ ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα εὐγνώμονες εἰς τὸν Θεόν, ἀναγνωρίζεται ἀπὸ κάθε συνετὸν ἄνθρωπον. Ὡσαύτως καθένας ποὺ σκέπτεται λογικὰ καὶ χωρὶς προκατάληψιν, θὰ εὕρισκεν ἐξ ὁλοκλήρου δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον νὰ ἀποδίδῃ καὶ ὁ τόσον εὐεργετούμενος ἄνθρωπος εἰς τὸν εὐεργέτην του Θεὸν τὸν φόρον τῆς εὐχαριστίας του καὶ τῆς λατρείας του. Ἀλλὰ «τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων ὦν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;» ἐρωτᾷ ὁ ψαλμῳδός.

Τόσον πολὺ μᾶς ἀγαπᾷ ὁ Κύριος, ὥστε λόγῳ τῆς πρὸς ἡμᾶς ἀγάπης του καὶ στοργῆς του τὰς ἀναριθμήτους δωρεὰς καὶ εὐεργεσίας, ποὺ μᾶς παρέχει, μᾶς τὰς ἀνταποδίδει σἂν νὰ μᾶς τὰς χρεωστῇ καὶ σἂν νὰ εἶναι ὁφειλή του καὶ χρέος του πρὸς ἡμᾶς. Τί λοιπὸν θὰ τοῦ ἀνταποδώσωμεν καὶ ἡμεῖς; Ποίαν θυσίαν ἀναγνωρίσεως καὶ εὐχαριστίας, ποῖον δῶρον λατρείας καὶ προσκυνήσεως θὰ τοῦ προσφέρωμεν;

Ἰδού, τί λέγει ὁ ἴδιος διὰ στόματος τοῦ Δαβὶδ πρὸς τὸν ἐκλεκτὸν λαόν του, τοὺς Ἰσραηλίτας. Δὲν θὰ δεχθῶ, λέγει, «ἐκ τοῦ οἴκου σου μόσχους οὐδὲ ἐκ τῶν ποιμνίων σου» τράγους. Ὅλα εἶναι ἰδικά μου. «Ἐμά ἐστι πάντα τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ», καθὼς καὶ τὰ ἥμερα «κτήνη», ποὺ βόσκουν «ἐν τοῖς ὄρεσι καὶ οἱ βόες». Ὁλόκληρος «ἡ οἰκουμένη καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς» ἰδική μου εἶναι. Καὶ ἐπὶ πλέον μήπως ἔχω ἀνάγκην ἐγὼ νὰ φάγω κρέατα ταύρων ἢ νὰ πίω αἵματα τράγων; «Υἱέ μου, δός μου τὴν καρδίαν σου». Ὅ,τι ἅλλο καὶ ἂν μοῦ προσφέρῃς, δὲν εἶναι ἰδικόν σου. Ἀπὸ τὸ βασίλειόν μου καὶ ἀπὸ τὴν δημιουργίαν μου θὰ τὸ πάρῃς. Ἐκεῖνο, ποὺ ἐγὼ ὁ Πλάστης σου ἀφῆκα εἰς τὴν ἐξουσίαν σου καὶ τὸ ἀνεγνώρισα ὡς ἰδικόν σου, εἶναι ἡ καρδία σου. Αὐτὴν σοῦ ζητῶ. Δὲν θὰ μοῦ τὴν δώσῃς;

Σοῦ τὴν ζητῶ. Ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Ὅχι διότι θὰ προσθέσῃς κάτι εἰς τὴν δόξαν καὶ εἰς τὸ μεγαλεῖον μου μὲ τὴν δοξολογίαν καὶ τὴν λατρείαν, ποὺ θὰ ἀποδώσῃς εἰς ἐμέ. Χίλια καὶ μύρια καὶ ἀναρίθμητα στόματα, ἐὰν ἀπὸ συμφώνου ὅλα μαζῆ μὲ ἀνυμνήσουν, δὲν θὰ προσθέσουν τίποτε εἰς τὴν δόξαν μου. Ὅπως δὲν θὰ ἀφαιρέσῃ τίποτε ἀπὸ τὴν μακαριότητά μου ἡ ἀδιαφορία ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἢ ἡ καταφρόνησίς των ἢ καὶ ἡ ἀγνωμοσύνη των, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ ἀσέβειά των πρὸς ἐμέ. Αὐτούς, καὶ μόνον αὐτούς, θὰ βλάψῃ.

Ναί. Εἶναι γεγονός, ποὺ μόνον τυφλοὶ δὲν εἰμποροῦν νὰ τὸ ἵδουν, ὅτι ἐκεῖνος, ποὺ δὲν λατρεύει τὸν Θεὸν καὶ δὲν ἐκδηλώνει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς αὐτόν, μένει ἀναίσθητος πρὸ τοῦ μεγαλείου του καὶ τῆς ἀγαθότητός του. Μὲ τὴν ἀσυγχώρητον δὲ αὐτὴν ἀδιαφορίαν του ἀποξενοῦται βαθμηδὸν τελείως ἀπὸ τὸν Κύριον. Καὶ ἀποδεικνύεται ἀνάξιον δημιούργημά του, ὕπαρξις δυστυχής, ποὺ θὰ ἐγκαταλειφθῇ ἀπὸ τὸν οὐράνιον Πατέρα, διότι εἰς μάτην καὶ χωρὶς ἀποτέλεσμα δεικνύεται πρὸς αὐτὸν ἡ τόση ἀγαθότης καὶ πατρικὴ στοργὴ τοῦ Ὑψίστου. Τί λέγεις, λοιπόν, ἀναγνῶστα μοῦ; Ἀφοῦ ὁ Θεὸς μᾶς τὰς ζητεῖ, δὲν θὰ τοῦ δώσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς καρδίας μας;



Ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξον Λατρείαν μας
Παν. Ν. Τρεμπέλας
πηγή

Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής - Είδε την κακία του σατανά


Μη ξενίζεσαι, τέκνον μου. Έτσι είναι ο μοναχός. Ο βίος τού μοναχού είναι μαρτύριον διαρκές. Ο γλυκύς Ιησούς μέσα εις τας θλίψεις γνωρίζεται. Και μόλις θα τον ζητήσης, θα σου προβάλη τας θλίψεις.
Η αγάπη Του είναι μέσα στα βάσανα. Ολίγον μέλι σου δείχνει και από κάτω έχει κρύψει ολόκληρον αποθήκην πικρίας. Προηγείται το μέλι της χάριτος και ακολουθεί η πικρία των πειρασμών.
Όταν θελήση να σου στείλη τα βάσανα σε ειδοποιεί και ως αγγελιαφόρον σου στέλνει ανάλογον χάριν. Ως να σου λέγη: Γίνου έτοιμος! Να περιμένης πόθεν θα σε προσβάλη και θα χτυπήση ο εχθρός. Και
ούτως αρχίζει ο σος αγών και η πάλη.
Πρόσεχε, μη δειλιάσης. Μη ξενίζεσαι, όταν πέφτουν κανόνια, αλλά στήθι ανδρείως ως τού Χριστού στρατιώτης, ως δόκιμος αθλητής, ως γενναίος πολεμιστής. Διότι εδώ η παρούσα ζωή είναι στάδιον του
πολέμου. Εκείθεν θα είναι η ανάπαυσις. Εδώ εξορία, εκείθεν η αληθινή μας πατρίδα.
Δεν σε είπον και άλλην φοράν; Οκτώ έτη εις την αρχήν είχα μάχην φρικτήν μετά των δαιμόνων. Κάθε νύκτα λυσσώδης αγών και την ημέραν οι λογισμοί και τα πάθη. Ήρχοντο με σπαθιά, αξίνες,
μπαλτάδες και φτυάρια.
- Όλοι επάνω του! φώναζαν. Μαρτύριον ετραβούσα.
- Πρόφθασε, Παναγία μου! φώναζα- και άρπαζα ένα- και δος του εκτυπούσα στους άλλους έσπαζα τα χέρια μου στα ντουβάρια.
Και κατά τύχην ήλθε κάποιος γνωστός μας από τον κόσμον, να μας ιδή. Και την νύκτα τον έβαλα στο μικρό μου καλυβάκι να κοιμηθή. Και έρχονται οι δαίμονες, καθώς είχαν συνήθειαν εις εμένα, και τον
πιάνουν στο ξύλο, και βάζει κάτι φωνές! Έφριξεν ο άνθρωπος. Κόντευσε να τα χάση. Τρέχω ευθύς.
- Τι έχεις; τον λέγω.
- Οι δαίμονες, λέγει, παρ’ ολίγον με έπνιγαν! Με σκότωσαν στο ξύλο!
- Μη φοβείσαι, τον λέγω, εδικές μου ήταν αυτές και απόψε κατά λάθος τις έφαγες εσύ! Όμως μην ανησυχής. Τον είπα και άλλα τοιαύτα φαιδρά να τον ηρεμήσω. Άλλ’ εστάθη αδύνατον. Δεν ημπορούσε πλέον
να μείνη στον τόπον εκείνον του μαρτυρίου.
Έντρομος εκύτταζε δεξιά-αριστερά και παρεκάλει να φύγη. Νύχτα-μεσάνυχτα τον ωδήγησα στην Αγία Άννα και επέστρεψα.
Ήμεθα εις τον Άγιον Βασίλειον τότε.
Λοιπόν μετά οκτώ έτη τοιαύτα, από το ξύλον, όπου έδινα κάθε ημέραν στο σώμα μου δια τον πόλεμον της σαρκός, από την νηστείαν που έκαμα, αγρυπνίαν και λοιπά αγωνίσματα, έγινα πτώμα. Και έπεσα
ασθενής. Και απελπίσθηκα πλέον ότι δεν υπάρχει ελπίς να νικήσω τους δαίμονας και τα πάθη.
Και μίαν νύκτα όπως ήμουν καθήμενος άνοιξεν η θύρα. Εγώ σκυφτός ευχόμην νοερώς και δεν κύτταξα. Είπα ότι ο π. Αρσένιος άνοιξε. Κατόπιν αισθάνομαι κάτω μου ένα χέρι να με ερεθίζη προς ηδονήν.
Κυττάζω και βλέπω τον δαίμονα της πορνείας, τον ψωριάρη. Όρμησα επάνω του ωσάν σκύλος – τέτοια μανία τον είχα – και τον άρπαξα. Και στην αφήν μου αι τρίχες του ήσαν όπως του χοίρου. Και έγινεν
άφαντος. Εγέμισε βρώμα όλος ο τόπος. Και απ’ αυτήν την στιγμήν έφυγε μαζί του και ο πόλεμος της σαρκός. Και έγινα πλέον ως βρέφος σε μεγάλην απάθειαν.
Εκείνο το βράδυ μου έδειξεν ο Θεός την κακίαν τού Σατανά.
Ήμην πολύ υψηλά εις ένα ωραίον μέρος, και κάτωθεν μεγάλη πλατέα, και πλησίον η θάλασσα. Και είχαν στήσει οι Δαίμονες μυριάδες παγίδες. Και επερνούσαν οι μοναχοί- και πίπτοντας αι παγίδες άλλον
έπιαναν από το κεφάλι, άλλον από το πόδι, άλλον από το χέρι, από τα ρούχα, από όπου ήτον τρόπος τον καθένα. Ο δε βύθιος δράκων είχε το κεφάλι του έξω από την θάλασσαν και – βγάζων πυρ από το
στόμα του, μάτια και μύτη – έχαιρε και ηγάλλετο εις την πτώσιν των μοναχών. Εγώ δε βλέπων τον ύβριζα.
- Ω βύθιε δράκον! έλεγα. Δι’ αυτό μας απατάς και μας παγιδεύεις!
Και συνήλθα έχων χαράν και θλίψιν ομοίως. Χαράν, διότι είδον τες παγίδες του Διαβόλου. Θλίψιν δια την πτώσιν μας και τον κίνδυνον, όπου κινδυνεύομεν εφ’ όρου ζωής.
Έκτοτε ήλθα εις μεγάλην ειρήνην και προσευχήν. Αλλά δεν παύει αυτός. Εγύρισε κατ’ επάνω μου τους ανθρώπους. Δι’ αυτό σου τα γράφω, να κάμετε υπομονήν συ και οι λοιποί αδελφοί.
Είναι αγώνας εις αυτήν την ζωήν, αν θέλης να κερδίσης δεν είναι αστεία! Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμείς, όπου δεν μας ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχήν, όχι
σώμα.
Πλην μη λυπήσαι. Μη δειλιάς. Έχεις βοήθειαν. Εγώ σε βαστάζω. Σε είδα κατά αλήθειαν εχθές εις τον ύπνον μου, ανεβαίναμε μαζί προς τον Χριστόν. Λοιπόν, ανάστα και δράμε οπίσω μου.
Μόνον πρόσεχε, αφού είδες τες παγίδες των πονηρών και αλλοίμονον εις εκείνον που πιάσουν.
Εύκολα δεν ημπορεί από τα νύχια τους να ξεφύγη.
Βεβαίως δεν ημπορεί – όσον και αν το θέληση – ο Διάβολος μόνος να μας κολάση, εάν ημείς δεν συνεργήσαμεν στην κακίαν του άλλ’ ούτε πάλιν ο Θεός θέλει μόνος Του να μας σώση, εάν και ημείς δεν
γίνωμεν συνεργοί της Αυτού χάριτος εις την σωτηρίαν μας. Πάντοτε βοηθεί ο Θεός, πάντα προφθάνει, αλλά θέλει και ημείς να εργασθούμεν, να κάμωμεν εκείνο όπου ημπορούμεν.
Όθεν μη λέγης ότι δεν επρόκοψες, και διατί δεν επρόκοψες, και άλλα παρόμοια. Διότι η προκοπή δεν έγκειται εις μόνον τον άνθρωπον, καν θελήση, καν και πολύ κοπιάση. Η δύναμις του Θεού, η χάρις Του η
ευλογημένη, αυτή κάμνει το παν, όταν το εξ ημών λάβη. Αυτή σηκώνει τον πεσμένον, αυτή ανορθοί τον κατερραγμένον.
Αυτόν τον Θεόν και Σωτήρα ημών να παρακαλούμεν και ημείς εξ όλης καρδίας να έλθη να σφίξη τον παράλυτον, να εγείρη τον τετραήμερον Λάζαρον, να δώση οφθαλμούς εις τον τυφλόν, να θρέψη τον
πεινασμένον.
Πηγή: Από το βιβλίο «Έκφραση Μοναχικής Εμπειρίας»,
του μακαριστού γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή
egolpion.com


 πηγή

Ο Θεός ως "πυρ" και "φως" Η Χριστιανική θέση για τον Παράδεισο και την Κόλαση



Κάποιοι στη Δύση, πιστεύουν σε έναν θεό σαδιστή, που βασανίζει τους ανθρώπους αιώνια σε μια κόλαση. Οι Χριστιανοί όμως στην Ανατολή, πάντοτε γνώριζαν τη σημασία τών αναφορών τής Αγίας Γραφής για την κόλαση και για τον Παράδεισο. Ποτέ δεν πίστεψαν σε έναν σαδιστή Θεό. Και πράγματι, οι άγιοι Πατέρες, μας λένε ότι ο Θεός είναι και Παράδεισος και Κόλαση, ανάλογα με τη δικαιοσύνη τού καθενός. Γιατί ο Θεός τους αγαπάει όλους, και όλους θα τους αγκαλιάσει. Όμως δεν θα τον βιώσουν όλοι ως φως. Κάποιοι δεν θα αντέχουν την αγάπη και θα κολάζονται, γιατί έμαθαν μόνο να μισούν.
Όταν μιλάμε για τον Θεό ως φως και φωτιά ταυτόχρονα, συχνά μας ρωτάνε όσοι ανήκουν σε Προτεσταντικές θρησκείες: "Πού το βρήκατε αυτό στην Αγία Γραφή;" Και ενώ βλέπουν ότι πράγματι, ο Θεός δεν είναι δυνατόν να βασανίζει τους ανθρώπους αιώνια, από την άλλη ζητούν Αγιογραφικά εδάφια για να πεισθούν.
Εμείς βέβαια ως Χριστιανοί, δεν θεωρούμε απαραίτητο αυτά που πιστεύουμε να βρίσκονται κατ' ανάγκην στην Αγία Γραφή. Όμως για χάρη τους, θα τους το δείξουμε, και από την ίδια την Αγία Γραφή. Έτσι, όχι μόνο θα μπορούν να εγκαταλείψουν άφοβα τη Δυτική βλάσφημη άποψη ενός σαδιστή θεού, αλλά θα δουν ότι αυτά που λέει η Ορθόδοξη Εκκλησία τού Κυρίου, είναι πάντοτε αλήθεια.
Ας αρχίσουμε από τον Ησαϊα.
Ησαϊας 33/λγ΄ 11-16: «…Οι αμαρτωλοί εν Σιών θέλουσι τρομάξει. Τρόμος θέλει καταλάβει τους υποκριτάς, … Τις μεταξύ ημών θέλει κατοικήσει μετά του κατατρώγοντος πυρός; Τις μεταξύ ημών θέλει κατοικήσει μετά των αιωνίων καύσεων;… Ο περιπατών εν δικαιοσύνη… ούτος θέλει κατοικήσει εν τοις υψηλοίς»
Προσέξτε ποιος θα κατοικήσει στις αιώνιες καύσεις!!! Όχι μόνο οι άδικοι, αλλά και οι δίκαιοι! Βλέπετε ότι είναι ο ίδιος τόπος; Και τον τόπο που οι αμαρτωλοί τον φοβούνται, οι δίκαιοι τον θεωρούν «υψηλή κατοικία», τιμητική.
Και τι είναι το "κατατρώγων πυρ"; Θα μας πει
Εβραίους 12/ιβ΄ 29: "και γαρ ο Θεός ημών πυρ καταναλίσκον"Ο ίδιος Θεός όμως που είναι "πυρ", για άλλους είναι "φως". Πάλι ο Ησαϊας γράφει γι' αυτό:Ησαϊας 60/ξ΄ 17-20: «Αντί χαλκού θέλω φέρει χρυσίον, και αντί σιδήρου θέλω φέρει αργύριον. Και αντί ξύλου χαλκόν, και αντί λίθων σίδηρον. Και θέλω καταστήσει τους αρχηγούς σου ειρήνην, και τους επιστάτας σου δικαιοσύνην... δεν θέλει είσθαι πλέον εν σοι ο ήλιος φως τής ημέρας, ουδέ η σελήνη δια τής λάμψεως αυτής θέλει σε φωτίζει. Αλλ' ο Κύριος θέλει είσθαι εις σε Φως αιώνιον, και ο Θεός σου η δόξα σου... διότιο Κύριος θέλει είσθαι το αιώνιόν σου φως". Και η λεξη: "δόξα", σημαίνει λαμπρότης. Όπως φαίνεται στο εδάφιο Α΄ Κορινθίους 15/ιε΄ 41: "Άλλη δόξα ηλίου και άλλη δόξα σελήνης και άλλη δόξα αστέρων. Αστήρ γαρ αστέρος διαφέρει εν δόξη". Στο εδάφιο όμως τού Ησαϊα που αναφέραμε, γράφει κάτι για υλικά. Παρατηρούμε ότι ο Θεός λέει ότι θα αντικαταστήσει τα κατώτερα και άσημα υλικά, με άλλα, πολυτιμότερα, λαμπρότερα και πιο πυρίμαχα. Τι εννοεί; Ας το δούμε αυτό πιο καθαρά από τον απόστολο Παύλο.
Α΄ Κορινθίους 3/γ΄ 12-15: "Ει δε τις εποικοδομεί επί τον θεμέλιον τούτον, χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους, ξύλα, χόρτον, καλάμη, εκάστου το έργον φανερόν γενήσεται η γαρ ημέρα δηλώσει ότι εν πυρί αποκαλύπτεται και εκάστου το έργον όποιον εστίν το πυρ δοκιμάσει. Ει τινος το έργον μένει, ό εποικοδόμησεν, μισθόν λήψεται. Ει τινός το έργον κατακαήσεται, ζημιωθήσεται. Αυτός δε σωθήσεται, ούτως δε, ως δια πυρός".
Είναι σημαντικό ότι παρομοιάζονται εδώ τα έργα τού καθενός με διάφορα υλικά. Τα καλά έργα, παρομοιάζονται με πυρίμαχα και πολύτιμα υλικά, που δεν καίγονται. Αντιθέτως, τα κακά έργα, παρομοιάζονται με καύσιμα υλικά. Τότε λοιπόν, το πυρ τής Χάριτος τού Θεού, θα κάψει τα έργα εκείνα που δεν άξιζαν, και αυτός που τα έπραξε, θα ζημιωθεί, γιατί δεν θα έχει να επιδείξει τίποτα που να αξίζει. Είναι όμως σημαντικό, ότι είτε καλά, είτε κακά έργα, όλοι, καλοί και κακοί, θα περάσουν από το ίδιο αυτό δοκιμαστικό Πυρ.
Στο Ζαχαρίας 13/ιγ΄ 9, αναφέρει ότι με τη φωτιά καθαρίζει το πολύτιμο μέταλλο. Εδώ η φωτιά δεν κατακαίει, αλλά καθαρίζει και φωτίζει. Γιατί το μέταλλο όταν το πυρώνεις, γίνεται κι αυτό φως, και λάμπει όπως η φωτιά. Το ξύλο όμως μαυρίζει και κατακαίεται: "Και θέλω περάσει το τρίτον δια πυρός. Και θέλω καθαρίσει αυτούς, ως καθαρίζεται το αργύριον, και θέλω δοκιμάσει αυτούς, ως δοκιμάζεται το χρυσίον..."
Ομοίως και στο παρακάτω εδάφιο, φανερώνεται ότι δίκαιοι και άδικοι, θα περάσουν μέσα από την ίδια φλόγα, αλλά ενώ οι άπιστοι θα νιώσουν τη φωτιά, οι δίκαιοι από το ίδιο αυτό πυρ τού "προσώπου τού Κυρίου, και από τη λαμπρότητά Του" (γιατί "δόξα" σημαίνει "λάμπρότητα"), θα νιώσουν άνεση:
Β΄ Θεσσαλονικείς 1/α΄ 7-9: "και υμίν τοις θλιβομένοις άνεσιν μεθ’ ημών, εν τη αποκαλύψει του Κυρίου Ιησού απ’ ουρανού, μετ’ αγγέλων δυνάμεως αυτού εν πυρί φλογός, δίδοντος εκδίκησιν τοις μη ειδόσιν Θεόν και τοις μη υπακούουσιν τω ευαγγελίω του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, οίτινες δίκην τίσουσιν όλεθρον αιώνιον, από προσώπου του Κυρίου και από της δόξης τής ισχύος αυτού".
Στην Αποκάλυψη, διαβάζουμε για τον Ποταμό τής Χάριτος τού Θεού που εκπορεύεται από τον θρόνο τού Θεού, και αποτελεί αναψυχή ύδατος ζωής για τους δικαίους:
Αποκάλυψις 22/κβ΄ 1,2: "και έδειξέν μοι ποταμόν καθαρόν ύδατος ζωής, λαμπρόν ως κρύσταλλον εκπορευόμενον εκ τού θρόνου τού Θεού και τού Αρνίου. Εν μέσω της πλατείας αυτής και του ποταμού, εντεύθεν και εντεύθεν, ξύλον ζωής ποιούν καρπούς δώδεκα, κατά μήνα έκαστον αποδιδούς τον καρπόν αυτού, και τα φύλλα τού ξύλου εις θεραπείαν τών εθνών".
Όμως αυτός ο ίδιος ποταμός, από τον Δανιήλ περιγράφεται ως "φωτιά":
Δανιήλ 7/ζ΄ 10: «Ποταμός πυρός εξήρχετο και διεχέετο απ’ έμπροσθεν αυτού...»
Πράγματι, εδώ περιγράφεται η διαφορά αντίληψης τής Χάριτος τού Θεού, από τους δικαίους στην πρώτη περιγραφή, και από τους αδίκους στη δεύτερη.
Γιατί κατά τον Ψαλμωδό, το πυρ τού Κυρίου, καταδιαιρείται από τον Κύριο, σε καυστική και φωτιστική ενέργεια, ανάλογα με τα έργα τού δοκιμαζομένου:
Ψαλμός 28/κη΄ 9: «Φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» (Κατά το Ο΄ ).
Ψαλμός 29/κθ΄ 7: «Η φωνή του Κυρίου καταδιαιρεί τας φλόγας του πυρός» (Κατά το Μασσοριτικό).
Στο χέρι μας λοιπόν είναι, το αν θα βιώσουμε την ημέρα εκείνη την Χάρη τού Θεού ως "πυρ" ή ως "φως". Η επιλογή είναι δική μας.

Κείμενο: Ν. Μ.

Απλές σκέψεις εκκλησιολογικής συνέπειας... Αν ο Παπισμός ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού, τότε... π. Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος Εφημέριος Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών


Υποστηρίζεται στο χώρο της Οικουμενικής Κινήσεως ότι ο Παπισμός ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού, ότι είναι μία από τις Τοπικές Εκκλησίες που όλες μαζί συγκροτούν την Εκκλησία, τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού. Συνέπεια της αντιλήψεως αυτής είναι η πεποίθηση ότι ο Πάπας έχει πλήρη ιεροσύνη με αδιάκοπη Αποστολική Διαδοχή, είναι κανονικός Επίσκοπος, διάδοχος του Απ. Πέτρου και τελεί απολύτως έγκυρα μυστήρια που προσφέρουν την αυτή σώζουσα Θ. Χάρη που παρέχεται και δια των Μυστηρίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Καρπός της αντιλήψεως αυτής είναι η περί «αδελφών Εκκλησιών» συζήτηση και η απόφαση της Ζ΄ Συνελεύσεως της Ολομελείας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρ/Καθολικών στο Balamand την 17-24.6.1993, γνωστή ως ‘συμφωνία Balamand’: «Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν του – ομολογία της αποστολικής πίστεως, μετοχή εις τα αυτά μυστήρια, κυρίως εις την μίαν ιερωσύνην την τελούσαν την μίαν θυσίαν του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων – δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία μιας των ημετέρων Εκκλησιών. Είναι σαφές ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός».
Τι σημαίνει όμως «εκκλησία»; Η λέξη είναι εξαιρετικά πολυσήμαντη. Αρχικά αναφερόταν στην απλή λαϊκή συνέλευση (πχ. «εκκλησία του δήμου»). Αργότερα περιορίστηκε και σήμερα χρησιμοποιείται αποκλειστικά σε θρησκευτικά πλαίσια προσδιορίζοντας κάποιες κοινότητες χριστιανικές (πχ. προτεσταντικές εκκλησίες) ή ακόμα και μη χριστιανικές (εκκλησία των Μορμόνων), ή τέλος και κοινότητες που χρησιμοποιούν τη θρησκευτικότητα ως προσωπείο (πχ. εκκλησία της Σαϋεντολογίας, εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Επίσης, υπό τον όρο «εκκλησία» πολλές φορές εννοείται ο κλήρος, ή το σύνολο των θεσμών που ανήκουν στην εκκλησιαστική ζωή, ή ακόμα και οι ίδιες οι ακολουθίες.
Όμως στην αμιγώς θεολογική γλώσσα, στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία, με τον όρο «Εκκλησία» προσδιορίζεται αποκλειστικά και μόνο το ίδιο το Σώμα του Σαρκωθέντος Θεού Λόγου, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Ακριβώς την ίδια σημασία έχει η λέξη Εκκλησία όταν συνοδεύεται από το επίθετο ‘Τοπική’, για να προσδιορίσει την σε συγκεκριμένο τόπο φανέρωση της Μίας Εκκλησίας του Χριστού. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε την πλήρη και ουσιαστική ταύτιση της Τοπικής με την Καθολική Εκκλησία και ό,τι ισχύει για το μέρος (την Τοπική Εκκλησία), ισχύει και για το καθ’ όλον («την κατά την οικουμένην Εκκλησίαν») και το αντίστροφο.
Συνεπώς, όταν χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία» είναι απαραίτητο να διευκρινίζουμε με ποια έννοια. Σε μία συζήτηση όπου προσεγγίζουμε γεγονότα από ιστορικής, νομικής, κοινωνιολογικής κοκ πλευράς γίνεται ασφαλώς και η ανάλογη χρήση του όρου «εκκλησία», οπότε αναφερόμαστε σε απλή θρησκευτική κοινότητα ή θρησκευτική συνάθροιση, η οποία πόρρω απέχει από την αυστηρή θεολογική της έννοια. Υπό αυτή την έννοια έχουμε εκατοντάδες εκκλησίες, που καλύπτουν ένα μεγάλο τμήμα της θρησκευτικής έκφρασης και οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση είναι προφανές ότι δεν υπάρχει κανένα κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας κοινότητος ως ‘εκκλησία’, αλλά προέχει ο αυτοπροσδιορισμός της: η κάθε κοινότητα, ή ομάδα είναι ‘εκκλησία’, επειδή έτσι θέλει και αυτοχαρακτηρίζεται.
Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά όταν αναφερόμαστε στον όρο «Εκκλησία» από θεολογικής πλευράς. Στην Ορθόδοξη Θεολογία ο όρος «Εκκλησία» είναι αυστηρά μονοσήμαντος. Προσδιορίζεται – όπως αναφέρθηκε – αποκλειστικά και μόνο το Σώμα του Χριστού, το οποίο έχει ως κεφαλή Του τον ίδιο το Χριστό. τίποτα λιγότερο, αλλά και τίποτα περισσότερο! Κάθε τι το οποίο ανήκει σε αυτό το Θεανθρώπινο Σώμα είναι Εκκλησία, ό,τι δεν ανήκει σε Αυτό, δεν είναι Εκκλησία! Από αυτή τη βασική και θεμελιώδη θεολογική αρχή, ότι η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, δηλ. ο ίδιος ο Χριστός, προέρχονται και οι βασικές ιδιότητες της Εκκλησίας:
  • Μία, διότι δε νοείται τεμαχισμός ή διχασμός στο άχραντο Σώμα του Χριστού,
  • Αγία, διότι είναι η Πανάμωμος Νύμφη του Λυτρωτού, την οποία ο ίδιος ο Κύριος παρέστησε «εαυτώ ένδοξον… μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων αλλ’ ίνα ή αγία και άμωμος» (Εφεσ. 5, 27). Μάλιστα η κάθαρση αυτή έγινε με το Άχραντο Δεσποτικό Του Αίμα.
  • Καθολική, διότι, όντας «ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας», είναι ο αποκλειστικός εκφραστής της καθολικής Αλήθειας και η προοπτική της εκτείνεται σε ολόκληρη τη δημιουργία και
  • Αποστολική, διότι είναι ο αποκλειστικός φορέας της Αποστολικής Διδαχής και της Αποστολικής Διαδοχής, τις οποίες και διασώζει και μεταδίδει μέσα στους αιώνες.
Με βάση τα ανωτέρω:
α) Είναι προφανές ότι από θεολογικής απόψεως η ύπαρξη πολλών Εκκλησιών είναι εντελώς αδιανόητη, εκτός εάν αναφερόμαστε στις Τοπικές Εκκλησίες, τις κατά τόπους φανερώσεις της Μίας Εκκλησίας του Χριστού.
β) Δε νοείται στην Εκκλησία το οποιοδήποτε ψεγάδι ή λάθος. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία κατέχει και κηρύττει την πληρότητα της Θ. Αποκαλύψεως, την παραδεδομένη Αποστολική Διδαχή, δηλ. την Αλήθεια. Είναι εντελώς αδιανόητο το παραμικρό λάθος σε θέματα πίστεως. Τα μέλη της Εκκλησίας ασφαλώς και μπορεί να σφάλλουν. ποτέ όμως η Εκκλησία δε μπορεί να διατυπώσει ως δόγμα πίστεως υποχρεωτικό για τη σωτηρία, το οποίο αργότερα να… ανακαλέσει ως εσφαλμένο. Η ύπαρξη λανθασμένης διδασκαλίας, εσφαλμένου δόγματος, ακυρώνει τις βασικές ιδιότητές Της:
§  παύει η Εκκλησία να είναι Αγία – ως «έχουσα σπίλον ή ρυτίδα» ψευδοδιδασκαλίας .
§  παύει η Εκκλησία να είναι Καθολική – ως μη κατέχουσα το πλήρωμα της Αληθείας.
§  παύει η Εκκλησία να είναι Αποστολική – διότι πλέον δεν κατέχει και δεν μεταδίδει την ανόθευτη Αποστολική Διδαχή, αλλά ψευδοδιδασκαλίες.
γ) Η Αποστολική Διδαχή, δηλ. η πίστη και διδασκαλία της Εκκλησίας, δεν επιδέχεται εκ μέρους των πιστών αμφισβήτηση ή άρνηση. Όποιος, ανεξάρτητα με το βαθμό που έχει, συνειδητά και συστηματικά αρνείται το οποιοδήποτε δόγμα πίστεως της Εκκλησίας δεν μπορεί να παραμένει μέλος Της. H Εκκλησία εκφράζεται αλαθήτως στις Οικουμενικές Συνόδους. Η Σύνοδος που θα χαρακτηριστεί από την Εκκλησία του Χριστού ως «Οικουμενική» είναι ταυτόχρονα σε θέματα πίστεως αλάθητη. Είναι εντελώς αδιανόητη για ένα πιστό η άρνηση των δογματικών αποφάσεων μιας Οικουμενικής Συνόδου. Αν συμβεί αυτό, ο πιστός αυτός δεν μπορεί να παραμείνει μέλος της Εκκλησίας.
δ) Η απόλυτη αναίρεση της Εκκλησίας είναι η αίρεση, δηλ. η συνειδητή άρνηση της καθολικότητας της Αλήθειας. Γι’ αυτό Εκκλησία και αίρεση είναι δύο έννοιες απολύτως ασυμβίβαστες: Η Εκκλησία εκφράζει την καθολικότητα. η αίρεση είναι η άρνησή της. Η Εκκλησία είναι το φως. η αίρεση το σκοτάδι. Η Εκκλησία είναι η σωτηρίαη αίρεση η απώλεια. Η Εκκλησία είναι η θεοσέβεια. η αίρεση είναι αθεΐα. Η Εκκλησία είναι η ευθεία οδός. η αίρεση η «στρεβλότης». Η Εκκλησία είναι ο ίδιος ο Χριστός.η αίρεση ο αντίχριστος. Η Εκκλησία είναι η Αλήθεια του Χριστού. η αίρεση η δαιμονική πλάνη.
Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων χρησιμοποιούν για την αίρεση πολύ σκληρές εκφράσεις για να καταδειχθεί το πόσο φρικτή και απαίσια κατάσταση είναι. Μεταξύ άλλων χαρακτηρίζεται ως «φαυλότης φέρουσα τον όλεθρον», «ελεεινή πλάνη» στην οποία «κατεδέθησαν» οι αιρετικοί, «μεμιασμένη κοινωνία», «ρίζα πικρίας», «μίασμα γέγονε τη καθολική Εκκλησία, η των χριστιανοκατηγόρων αίρεσις». Επίσης, η αίρεση «εγκαταλείπουσα» αμέσως ή εμμέσως «τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού» καταντά «κεκρυμμένη ειδωλολατρία» και αθεΐα και γι’ αυτό ο ακολουθών αυτή «του χριστιανικού καταλόγου, ως αλλότριος εξωθείσθω και εκπιπέπτω».
Μετά τις πιο πάνω απλές και από όλους αποδεκτές γενικές εκκλησιολογικές αρχές, ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το κεντρικό ερώτημα: «Μπορούμε ως Ορθόδοξοι Χριστιανοί να χαρακτηρίζουμε την σημερινή υπό τον Πάπα Ρώμης χριστιανική κοινότητα ως Εκκλησία του Χριστού; [Ο όρος Εκκλησία δε χρησιμοποιείται συμβατικά, αλλά με την αμιγώς θεολογική του έννοια]. Αν η απάντηση είναι θετική, ότι πράγματι ανήκει στην Εκκλησία του Χριστού μαζί με την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως την πρώτη χιλιετία προ του Σχίσματος, ποιες οι αναπόφευκτες εκκλησιολογικές συνέπειες αυτής της παραδοχής;
Νομίζω ότι αν αποδεχθούμε τους Λατίνους ως Εκκλησία του Χριστού, τότε για να έχουμε στοιχειώδη εκκλησιολογική συνέπεια,είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι:
1.    Το σύνολο των δογμάτων που πρεσβεύουν είναι αληθές. Κατά συνέπεια, δε νοείται η παραμικρή αμφισβήτηση της παπικής διδασκαλίας και πίστης, ούτε και των παπικών δογμάτων περί πρωτείου και αλαθήτου. Όποιος εμμένει στην άρνηση έστω και ενός δόγματος πίστεως αντιστρατεύεται την αποστολική διδαχή και καθίσταται παραχρήμα αιρετικός και άξιος αναθέματος.
2.    Οι υπό του Παπισμού καθορισθείσες μετά την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, 14 «Οικουμενικές» Σύνοδοι έχουν ερμηνεύσει αλαθήτως την ευαγγελική αλήθεια, αλαθήτως έχουν εκφράσει την αποστολική διδαχή και οι δογματικοί τους όροι συνιστούν υποχρεωτικά για όλους τους Χριστιανούς δόγματα πίστεως άκρως απαραίτητα για τη σωτηρία. Συνεπώς, οι αποφάσεις των «Οικουμενικών» αυτών Συνόδων πρέπει να γίνουν και από μας τους Ορθοδόξους πλήρως αποδεκτές. Να υπενθυμίσουμε ότι στις 14 παπικές «Οικουμενικές» Συνόδους μεταξύ άλλων εντάσσονται:
a.    Οι ενωτικές σύνοδοι της Λυών (1274) και της Φεράρας-Φλωρεντίας (1438/39). Πρακτικά για μας τους Ορθοδόξους σημαίνει ότι οφείλουμε να τιμούμε ως Άγιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη Βέκκο που συμμορφώθηκε και αγωνίστηκε να επιβάλλει τη δογματική απόφαση της Συνόδου της Λυώνος και όχι τους Αγιορείτες Οσιομάρτυρες που αντιστάθηκαν μέχρις αίματος και την πολέμησαν! Οφείλουμε να τιμούμε ως Αγίους τους Ισίδωρο Κιέβου και Βησσαρίωνα Νικαίας που αποσκίρτησαν στον παπισμό γινόμενοι Καρδινάλιοι, αποδέχθηκαν και συμμορφώθηκαν με τη δογματική απόφαση της «Οικουμενικής» Συνόδου της Φλωρεντίας και όχι τον Μάρκο τον Ευγενικό που αντιστάθηκε και την πολέμησε μέχρι τέλους! Είναι απόδειξη, τουλάχιστον, εκκλησιολογικής σχιζοφρένειας να θεωρούμε τον Παπισμό ως Εκκλησία και ταυτόχρονα να τιμούμε ως Άγιο τον Μάρκο τον Ευγενικό!
b.    Η Α΄ Βατικανή Σύνοδος (1869/70), η οποία καθόρισε ως δόγματα πίστεως υποχρεωτικά για τη σωτηρία: α) το πρωτείο του Απ. Πέτρου επί των άλλων Αποστόλων, β) το πρωτείο εξουσίας του Πάπα Ρώμης εφ’ όλης της Εκκλησίας, και γ) το αλάθητο του Πάπα, όταν αυτός αποφαίνεται ex cathedra. Τυχόν αμφισβήτηση ή άρνηση των δογμάτων αυτών επισύρει τα τέσσερα “anathema sint” (= ανάθεμα έστω) της «Οικουμενικής» αυτής Συνόδου. Χρήση των αποφάσεων αυτών έγινε με την καταδίκη του σύγχρονου μεγάλου Ρ/Καθολικού ΘεολόγουHans Küngo οποίος αρνήθηκε το παπικό αλάθητο!
3.    Αν ο Παπισμός είναι Εκκλησία του Χριστού τότε – ω! τότε… – όλοι οι μετά το σχίσμα Ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, οι Άγιοι, οι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι... βλάσφημοι! Διότι είναι φρικτή, φοβερά φρικτή βλασφημία, να χαρακτηρίζεται η Εκκλησία, δηλ. η άσπιλος Νύμφη του Χριστού μας, ως αίρεση, ως δαιμονική επινόηση! Να υπενθυμίσουμε ότι σε αυτή τη φρικτή βλασφημία έχουν περιπέσει όλοι – ανεξαιρέτως όλοι – οι Άγιοι της Ορθοδόξου Εκκλησίας που έχουν ασχοληθεί με τις παπικές διδασκαλίες και όλοι ομοφώνως έχουν αποφανθεί ότι ο Παπισμός είναι αίρεση! Μεταξύ άλλων: Μ. Φώτιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς, Αγ. Συμεών Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, Αγ. Μάρκος ΕυγενικόςΑγ. Νικόδημος Αγιορείτης, Αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός, Αγ. Νεκτάριος κ.ά. Μάλιστα ο Αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς λέει τα εξής φοβερά: «Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις: του Αδάμ, του Ιούδα, του Πάπα… το δόγμα περί αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις αλλά παναίρεσις... είναι αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού»!
Είναι εντελώς αδιανόητο να αποδέχομαι τον Παπισμό ως Εκκλησία του Χριστού και ταυτόχρονα να τιμώ τους ανωτέρω ως Αγίους που τον χαρακτήρισαν ως αίρεση!
4.    Το ίδιο ισχύει και για τις μετά το σχίσμα Τοπικές Συνόδους της Ανατολής που καταδικάζουν τις αιρετικές διδασκαλίες του Παπισμού. Και αυτές πρέπει να καταδικαστούν ως… βλάσφημες! Μεταξύ άλλων:
1.         Σύνοδος 879, εν Κωνσταντινουπόλει (Η΄ Οικουμενική Σύνοδος): αιρετική πλάνη η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως.
2.         Σύνοδος 1170, εν Κωνσταντινουπόλει: «βουλήν κατεβάλοντο, ίνα τελείως αποκόψωσι τελείω χωρισμώ τον Πάπα και πάντας τους συν αυτώ... ούτε αυτούς τελείω αναθεματισμώ παρέδωσαν, καθώς και τας λοιπάς αιρέσεις... φήσαντες το Αποστολικόν “αιρετικόν άνθρωπον μετά πρώτην και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού, ειδώς ότι εξέστραπτε ο τοιούτος και αμαρτάνει ων αυτοκατάκρητος”».
3.         Σύνοδος 1450, εν Κωνσταντινουπόλει (τελευταία Σύνοδος στον Ι. Ν. Αγ. Σοφίας): καταδίκη της ενωτικής Συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας και των αιρετικών διδασκαλιών των Λατίνων.
4.         Σύνοδος 1722, εν Κωνσταντινουπόλει: «να αποδιώχνετε το ψεύδος... να απέχετε μακριά από τις καινοτομίες και τους νεωτερισμούς των Λατίνων, οι οποίοι δεν άφησαν κανένα δόγμα και μυστήριο και παράδοση της Εκκλησίας που να μην το φθείρουν και το νοθεύσουν».
5.         Σύνοδος 1838 εν Κωνσταντινουπόλει: «να προφυλάξωμεν τα γνήσια τέκνα της Ανατολικής Εκκλησίας από τας βλασφημίας του Παπισμού... τα βάραθρα των αιρέσεων και τους ψυχοφθόρους κρημνούς της παπικής πλάνης των... ίνα γνωρίσητε όσον το διάφορον ημών των Ορθοδόξων από των Κατόλικων, ίνα μη απατάσθε από του λοιπού από τα σοφίσματα και καινοφωνίας των ψυχοφθόρων τούτων αιρετικών... της ματαιόφρονος και σατανικής τούτων αιρέσεως».
6.         Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, 1848: «από αυτές τις αιρέσεις που διαδόθηκαν σε μεγάλο μέρος της οικουμένης, για τους λόγους που γνωρίζει ο Κύριος, ήταν κάποτε ο Αρειανισμός. Σήμερα είναι και ο Παπισμός... (το filioque) είναι αίρεση και αυτή που την πιστεύουν αιρετικοί... γι’ αυτό και η μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ακολουθώντας τα ίχνη των αγίων Πατέρων, ανατολικών και δυτικών, κήρυξε και παλαιά επί των Πατέρων μας, και αποφαίνεται πάλι σήμερα συνοδικώς... ότι είναι αίρεση και οι οπαδοί του αιρετικοί... Επίσης οι συνάξεις που συγκροτούνται από αυτούς είναι αιρετικές και κάθε κοινωνία πνευματική των Ορθοδόξων τέκνων... με αυτούς είναι αντικανονική, όπως ορίζει ο ζ΄ κανόνας της Γ΄ Οικ. Συνόδου».
7.         Σύνοδος 1895, εν Κωνσταντινουπόλει: «υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές που αφορούν στα θεοπαράδοτα δόγματα της πίστεώς μας και στο θεοσύστατο κανονικό πολίτευμα της διοικήσεως των Εκκλησιών... Η Παπική Εκκλησία... όχι μόνο αρνείται να επανέλθει στους Κανόνες και τους όρους των Οικουμενικών Συνόδων, αλλά στο τέλος του 19ου αι. ευρύνοντας το υφιστάμενο χάσμα, επισήμως ανακήρυξε και αλάθητο... Η σημερινή Ρωμαϊκήείναι Εκκλησία των καινοτομιών, της νοθεύσεως των συγγραμμάτων των Πατέρων, της παρερμηνείας της Γραφής και των όρων των Οικουμενικών Συνόδων. Γι’ αυτό ευλόγως και δικαίως αποκηρύχθηκε και αποκηρύσσεται εφ’ όσον μένει στην πλάνη της».
Από τις ανωτέρω απλές σκέψεις είναι προφανές ότι αν εμείς οι Ορθόδοξοι αποδεχόμαστε τη Ρ/Καθολική Κοινότητα ως Εκκλησία του Χριστού (εν τη θεολογική εννοία) οφείλουμε να είμαστε συνεπείς με αυτή την εκκλησιολογία και να τροποποιήσουμε αναλόγως τις πεποιθήσεις και τις ενέργειές μας! Ειδάλλως παίζουμε εν ου παικτοίς ή στην καλύτερη περίπτωση κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους, εντός, εκτός και επί τα αυτά!
Ενστάσεις:
α) Θα μπορούσε όμως κάποιος να αντιλέξει: ο παπισμός έχει πολλά στοιχεία εκκλησιαστικότητας (το μεγαλύτερο μέρος της δογματικής και ηθικής διδασκαλίας, της ιεραρχίας, της λατρείας κοκ). δεν επαρκούν αυτά για να τον θεωρήσουμε Εκκλησία;μήπως θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως σχετικώς Εκκλησία του Χριστού; Ασφαλώς όχι! διότι δεν αρκούν λίγα ή πολλά ή τα περισσότερα στοιχεία εκκλησιαστικότητας, γιατί η Εκκλησία ταυτίζεται με την πληρότητα και καθολικότητα. Η παραμικρή έλλειψη αλήθειας την ακυρώνει. η ελαχίστη ύπαρξη πλάνης τη νοθεύει. Άλλωστε, ο θεόπνευστος αποστολικός λόγος είναι κατηγορηματικός: «όστις όλον τον νόμον τηρήση, πταίση δε εν ενί γέγονε πάντων ένοχος» (Ιακ. 2, 10).
β) Τι θα γίνουν τα εκατομμύρια των Καθολικών. θα καταδικασθούν από το Θεό στην κόλαση και θα σωθούν μόνο οι Ορθόδοξοι; Το έλεος του Θεού δεν φτάνει στους ανθρώπους αυτούς; Στο ερώτημα αυτό οφείλεται αναλυτικότερη απάντηση:
 Η Ορθόδοξη Θεολογία δεν είναι ένα ιδεολογικό σύστημα που έχει απαντήσεις για οποιαδήποτε θεολογικο-φιλοσοφικο-υπαρξιακό ερώτημα. Μπορεί να αποφαίνεται μόνο για τα θέματα τα οποία έχει φανερώσει η Αποκάλυψη του Θεού και σε όποιο βαθμό Αυτή τα έχει αποκαλύψει! Για τα υπόλοιπα οφείλουμε να σιωπούμε, τιμώντας τα μυστήρια που ο Θεός θέλησε να κρατήσει για τον Εαυτό Του! Σε αντίθετη περίπτωση οδηγούμαστε σε σχολαστικισμό ή και σε βλασφημία θεωρώντας το όποιο ιδεολόγημά μας διδασκαλία και λόγο Θεού! Αυτό βέβαια δεν απαγορεύει τη δική μας συμβολή στην εμβάθυνση στην «άπαξ παραδοθείσα πίστιν τοις αγίοις» (Ιουδ. 4) ή τη δική μας αναζήτηση απαντήσεως στις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου. Αντιθέτως μάλιστα αυτό συνιστά ιερή διακονία στο Σώμα του Χριστού, υπό μία προϋπόθεση: η διακονία αυτή να εδράζεται στην μέχρι τώρα εκκλησιαστική εμπειρία και παράδοση και να γίνεται αποδεκτή από τη σημερινή εκκλησιαστική συνείδηση. Από τον κίνδυνο της παρεκκλίσεως από την «άπαξ παραδοθείσα πίστιν» μας προφυλάσσει η Χάρις του Θεού, όταν εμείς ταπεινά την επιζητούμε και δεχόμαστε να διατυπώσουμε όχι τις δικές μας «εξυπνάδες», αλλά ό,τι ο Θεός διά των Αγίων Του θέλησε να μας αποκαλύψει… Έτσι στο ανωτέρω ερώτημα νομίζω ότι η απάντηση είναι μία: το πώς θα κρίνει ο Θεός τους Ορθοδόξους ή τους ετεροδόξους και τους αλλοθρήσκους είναι δική Του ευθύνη και δική Του... μέριμνα!Δεν μας έχει αποκαλύψει τίποτα και ως εκ τούτου δεν δικαιούμαστε όχι μόνο να μιλάμε, αλλά ούτε και να σκεφτόμαστε για λογαριασμό Του, αν δεν θέλουμε να καταντήσουμε βλάσφημοι! Εύστοχα έχει επισημανθεί ότι δεν γνωρίζουμε ποιοςάνθρωπος σώζεται, αλλά το πώς ο άνθρωπος σώζεται (π. Γ. Μεταλληνός). Εμείς οφείλουμε να εγκαταλείψουμε εαυτούς και αλλήλους – όλους τους ανθρώπους, ολόκληρο τον κόσμο – στην αγάπη και το άπειρο έλεός Του! Είναι τυχαίο άραγε ένα από τα μεγαλύτερα θεολογικά πνεύματα, ο μεγάλος Ωριγένης αναζητώντας και ασχολούμενος με παρόμοια θέματα για τα οποία η Θ. Αποκάλυψη σιωπά, έπεσε σε πλάνη;
Ας προσέξουμε όμως κάτι ακόμα: Προτύπωση της Εκκλησίας του Χριστού ήταν ο αρχαίος Ισραήλ, που ήταν «ο Λαός του Θεού». Αυτό δε σήμαινε όμως ότι η αγάπη, το έλεος και η ευσπλαχνία του Θεού περιοριζόταν μόνο σε αυτόν και όχι στα άλλα έθνη. Το προφητικό κήρυγμα είναι σαφέστατο, με χαρακτηριστική περίπτωση τη σωτηρία της Νινευή. Το ότι η αγάπη του Θεού σκέπασε τη Νινευή δε σημαίνει ότι και οι Νινευίτες εντάχθηκαν στο λαό του Θεού, τον Ισραήλ. Παρόμοιο περιστατικό έχουμε και στις Πράξεις (κεφ. 10) με τον αλλοεθνή Κορνήλιο στον οποίο η Θ. Χάρις πλούσια χορηγήθηκε. αυτό όμως δεν αρκούσεδεν τον κατέστησε και αυτομάτως μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, του Νέου Ισραήλ, αλλά τον προετοίμασε για να βαπτισθεί και έτσι να γίνει μέλος της Εκκλησίας! Συνεπώς η Χάρις του Θεού και η Αγάπη Του και το Έλεός Του δεν περιορίζονται, αλλά εκτείνονται σε ολόκληρη τη δημιουργία, η οποία προσκαλείται να γίνει Εκκλησία του Χριστού, αποδεχόμενη την πληρότητα της αποκαλυφθείσης Αλήθειας, τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού.
Πάτρα, 31 Μαρτίου 2012
πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...