Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2012

" Η Αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια..."



Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια, αμαρτίες, για να τους δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πώς μπορεί κάποιος να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ' όλα. Θα σας το πω μ' ένα παράδειγμα.

Ήταν ένας ασκητής κι είχε δυο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν
προοδεύουν κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού.

Περίμενε ένα σημάδι γι' αυτό απ' τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης που απείχε πολλές ώρες απ' τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ' το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε τ' απόγευμα.

Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογκητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:
-Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει,
ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει. Εσείς είστε δυο.
Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.
-Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία, έχουμε πάρει εντολή να ετοιμάσουμε.
-Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ' αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.
-Δεν μπορούμε! Τι να κάνουμε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.

Κι έφυγαν. Τ' απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε από τον ίδιο δρόμο.
Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:
-Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δε σε είδε κανείς;
-Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.

-Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! Του λέει.
-Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!
-Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ' αφήσω!
-Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.

-Θα σκύψω και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο, θα σε φθάσω.Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να
βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις μέρες θα φθάσω».

Καθώς όμως προχωρούσε άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει
και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε:
-Μ' έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη.


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Άγιος Αρέθας ο Μεγαλομάρτυρας και οι «σὺν αὐτῶ»



Άγιος Αρέθας ο Μεγαλομάρτυρας και οι «σὺν αὐτῶ»





Τμηθείς, Θεῷ προσῆξε Μάρτυς Ἀρέθας,
Πολλοὺς ὁμοίως Μάρτυρας τετμημένους.
Ἀρέθα εἰκάδι σὺν γνωστοῖσι τετάρτῃ τμήθης.
Βιογραφία
Ήταν ένας από τους προύχοντες της πόλεως Νεγράς στην Αιθιοπία επί εποχής Ιουστίνου (518 - 527 μ.Χ.), Ελεσβάαν του Χριστιανού βασιλιά της Αιθιοπίας και Δουναάν του Εβραίου βασιλιά της Ομηρίτιδος. Όταν ο βασιλιάς της Αιθιοπίας Ελεσβάαν καθυπέταξε τον Εβραίο βασιλιά Δουναάν, εγκατέστησε φρουρά στην πόλη. Τότε ο Εβραίος βασιλιάς επαναστάτησε, φόνευσε τους φύλακες και εκστράτευσε εναντίον της Νεγράς, την οποία και κατέλαβε σφάζοντας πολλούς Χριστιανούς. Μεταξύ αυτών και τον Αρέθα, ο οποίος, παρά τα γεράματα του, στήριζε τους Χριστιανούς και τους προέτρεπε στο μαρτύριο.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Εὐσεβεῖα ἐμπρέπων τὴ ἀθλήσει δεδόξασαι, τὴν τῶν Χριστοκτόνων κακίαν καθελῶν τὴ ἐνστάσει σου, διὸ καὶ προσενήνοχας Χριστῷ, Μαρτύρων ἀρραγῆ συνασπισμῶν, ὥσπερ θεῖος παιδοτρίβης καὶ ὁδηγός, Ἀρέθα παμμακάριστε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν Ἰάματα.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύvης πρόξεvος ἡμῖν ἐπέστη, ἡ φωσφόρος σήμερον, τῶν Ἀθλοφόρων ἑορτή, ἢv ἀvυμvοῦvτες δοξάζομεv, τὸν ἐv ὑψίστοις ὑπάρχοντα Κύριον.

Ὁ Οἶκος
Τὸν νοῦν μου φώτισον Χριστέ, τῇ αἴγλῃ τῶν ἀγώνων, Ἀρέθα τοῦ γενναίου, καὶ πάντων τῶν ἁγίων τῶν ἀθλησάντων σὺν αὐτῷ· πρῶτος γὰρ ἁπάντων ἀνεδείχθη ὁ στερρός, φαιδρῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν ἀθετούντων τὴν σάρκωσιν σου, τοῦ ὑπὲρ φύσιν σαρκωθέντος καὶ τεχθέντος, ἵνα ἡμᾶς λυτρώσῃς τῆς πλάνης, καὶ δείξῃς ἀπλανῶς τοῖς βουλομένοις διοδεύειν τὴν ὁδὸν τοῦ μαρτυρίου, ἣν οἱ Ἀθληταὶ ἐβάδισαν, σὲ ἀνυμνοῦντες τὸν ἐν ὑψίστοις ὑπάρχοντα Κύριον.

Αγία Σεβαστιανή



Αγία Σεβαστιανή


Σεβαστιανὴ τῇ τομῇ βλύζει γάλα,
Οὐχ αἷμα καὶ σάρξ ὥς περ οὖσα πρὸς ξίφος.
Βιογραφία
Η Αγία Σεβαστιανή καταγόταν από την πόλη Σεβαστή της Φρυγίας και διδάχτηκε τη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο, και πήρε τη θερμότητα και την ανδρεία του διδασκάλου της.

Η Αγία Σεβαστιανή έζησε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και χρησιμοποιούσε τη ζωή της κάθε μέρα για την αλήθεια του Ευαγγελίου (στη Μαρκιανούπολη της Θράκης). Πήγαινε σε σπίτια ειδωλολατρών και είλκυε πολλές γυναίκες απ' αυτούς στους κόλπους της Εκκλησίας. Συνελήφθη γι' αυτό επί αυτοκράτορας Δομετιανού και ηγεμόνος Σεργίου, κακοποιήθηκε και εξεδιώχθη από τον τόπο της.

Έφθασε στην Ηράκλεια της Θράκης όπου πάλι συνελήφθη, από τον ηγεμόνα Πομπηιανό, και φυλακίστηκε. Αλλά η γυναικεία της φύση, ντρόπιασε τους βασανιστές της. Οι υποσχέσεις δεν τη δελέασαν, οι απειλές δεν την έκαμψαν, και κάτω από βαριά μαρτύρια στάθηκε όρθια με όλη της τη γενναιοψυχία. Οι σάρκες της αγίας Σεβαστιανής σχίζονταν, αλλά τα χείλη, όπως και η καρδιά της, εξακολουθούσαν να υμνούν τον Χριστό. Τελικά, η μεγάλη αυτή αθλήτρια της Εκκλησίας μας, παρέδωσε τη ζωή της με τον δια αποκεφαλισμού θάνατο και ετάφη στη Ραιδεστό.

Άγιος Σενώχ της Τουρώνης ο Ιαματικός

                                           

Άγιος Σενώχ της Τουρώνης ο ΙαματικόςΒιογραφία
Ματαιότης ματαιοτήτων, λέγει ο Εκκλησιαστής, τα πάντα ματαιότης (Εκκλ. α’ 2). Είναι αλήθεια λοιπόν πως όλα όσα γίνονται στον κόσμο είναι ματαιότης. Γι’ αυτό συμβαίνει καμιά φορά ώστε και άγιοι του Θεού, που δεν τους φλογίζει κανένα πάθος και καμία σαρκική επιθυμία και δεν τους προσβάλλει κανένας μολυσμός φιληδονίας, αλλά αποκρούουν τα τεχνάσματα του πονηρού ακόμη και από τον νου τους, να θεωρήσουν πως είναι απόλυτα δίκαιοι και να πέσουν γεμάτοι από την υπερηφάνεια της αλαζονικής αυτής πεποιθήσεως. Αυτούς που δεν κατάφερε να τους πλήξη η μάχαιρα των μεγάλων αμαρτημάτων, τους έπνιξε εύκολα ο λίγος καπνός της κενοδοξίας! Κάτι τέτοιο συνέβη και σ’ εκείνον, στον οποίο θα αναφερθούμε. Αυτός, μολονότι είχε λαμπρυνθεί με πολλές αρετές, θα είχε πέσει οπωσδήποτε στο βάραθρο της επάρσεως, αν δεν είχαν σπεύσει να τον νουθετήσουν πιστοί αδελφοί.

Ο όσιος Σενώχ (†24 Οκτωβρίου 576 μ.Χ.) ήταν Θεϊφαλός στην καταγωγή. Γεννήθηκε στην περιοχή του Πικταβίου που λεγόταν Θεϊφαλία. Πίστεψε στον Χριστό, έγινε κληρικός και ίδρυσε ένα μοναστήρι. Στην περιοχή της Τουρώνης βρήκε κάποια αρχαία ερείπια και έκτισε επάνω τους νέα οικοδομήματα. Εκεί βρήκε επίσης και έναν ναό, όπου λέγεται πως προσευχήθηκε ο επιφανής άγιός μας Μαρτίνος (βλέπε 12 Νοεμβρίου). Το επισκεύασε με μεγάλη φροντίδα, και αφού έστησε σ’ αυτό μία αγία Τράπεζα με ειδικό χώρο για να τοποθετηθούν λείψανα αγίων, κάλεσε τον επίσκοπο για να το εγκαινιάσει.

Πήγε λοιπόν ο μακάριος επίσκοπος Ευφρόνιος και μετά τον εγκαινιασμό της Αγίας Τραπέζης τον χειροτόνησε διάκονο. Όταν τελείωσε η Λειτουργία και θέλησαν να τοποθετήσουν την λειψανοθήκη στον καθορισμένο χώρο, διαπίστωσαν ότι ήταν μακρύτερη απ’ ό,τι έπρεπε και ήταν αδύνατο να χωρέσει. Τότε ο διάκονος γονάτισε και προσευχήθηκε μαζί με τον αρχιερέα και με δάκρυα και ικεσίες έλαβε αυτό που ζήτησε: Ω του θαύματος! Προς γενική κατάπληξι, ο χώρος διευρύνθηκε με θεία δύναμη, η λειψανοθήκη μίκρυνε, ώστε να χωρέσει εκεί άνετα.

Στον τόπο αυτό, μαζί με τρεις μοναχούς, ο όσιος υπηρετούσε με προθυμία τον Θεό και στην αρχή ζούσε με μεγάλη εγκράτεια στην τροφή και στο νερό. Τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο κόπος της εγκρατείας του αυξανόταν περισσότερο: έτρωγε μόνο ψωμί από κριθάρι κι έπινε μόνο νερό και μάλιστα όχι περισσότερο από τετρακόσια γραμμάρια από το καθένα την ημέρα. Ακόμη, υπέμενε το κρύο του χειμώνα ανυπόδητος και φορούσε σιδερένιες αλυσίδες στα χέρια, τα πόδια και τον λαιμό του. Αργότερα, για να ζήση αυστηρή ερημιτική ζωή, έφυγε από την θέα των αδελφών και κλείστηκε σ’ ένα μικρό κελί, όπου προσευχόταν με προθυμία ημέρα και νύκτα, με αγρυπνίες και δεήσεις, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του κανένα περισπασμό.

Συχνά οι πιστοί, από ευλάβεια, του έδιναν χρήματα, αλλά αυτός προτιμούσε να γεμίζει τα βαλάντια των φτωχών αντί να τα βάζει σε κρυψώνες, ενθυμούμενος τον λόγο του Κυρίου: Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης. όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών (Ματθ. ς’ 19 και 21). Ό,τι του έδιναν λοιπόν, το μοίραζε για τις ποικίλες ανάγκες των φτωχών, έχοντας τον νου του μόνο στον Θεό. Έτσι, κατά την διάρκεια της ζωής του ελευθέρωσε από τον ζυγό της δουλείας και το βάρος των χρεών περισσότερους από διακόσιους δυστυχείς.

Ήταν, όπως είπαμε, πολύ ασκητικός και είχε το χάρισμα να θεραπεύει τους αρρώστους. Καθώς όμως με την άσκηση προόδευε στην αγιότητα, άρχισε σιγά-σιγά να υπεισέρχεται η κενοδοξία. Όταν λοιπόν βγήκε από το κελί του, πήγε με πολλή υπεροψία να επισκεφθεί τους γονείς του στην περιοχή του Πικταβίου, που αναφέραμε πιο πάνω. Κατόπιν επέστρεψε φουσκωμένος από υπερηφάνεια και κοιτούσε να ικανοποιεί μόνο τον εαυτό του. Όταν όμως τον επιπλήξανε οι άλλοι μοναχοί και άκουσε όσα του είπανε για τους κενοδόξους, ότι εκδιώκονται από την βασιλεία του Θεού, καθαρίστηκε τελείως από την κενοδοξία και τόσο ταπείνωσε τον εαυτό του, ώστε δεν έμεινε μέσα του η παραμικρή ρίζα υπερηφάνειας, πράγμα που το ομολόγησε λέγοντας: «Τώρα νοιώθω την αλήθεια των λόγων του Αποστόλου ο καυχώμενος, εν Κυρίω καυχάσθω» (Α’ Κορ. α’ 31).

Ο Κύριος επιτελούσε μέσω αυτού πολλά θαύματα στους αρρώστους, αλλά εκείνος έλεγε πως ήθελε να μείνει στο εξής έγκλειστος, ώστε να μην τον βλέπει άνθρωπος. Οι μοναχοί τον συμβουλεύσανε να μην υποβληθεί μονίμως σε τέτοιο εγκλεισμό, αλλά μόνο κατά το διάστημα από την κοίμηση του Αγίου Μαρτίνου μέχρι την εορτή των Χριστουγέννων και κατά την Τεσσαρακοστή προ του Πάσχα - οπότε και οι Πατέρες ορίζουν να ασκούνε μεγαλύτερη εγκράτεια - ενώ τον υπόλοιπο καιρό να θέτει τον εαυτό του στην διάθεση των αρρώστων. Άκουσε την συμβουλή τους και έκανε πρόθυμα υπακοή στα λόγια τους χωρίς αντιλογία.

Αφού λοιπόν αναφερθήκαμε σε κάποια γεγονότα της ζωής του, ερχόμαστε τώρα στα θαύματα, τα οποία μέσω αυτού ευδόκησε να επιτελέσει η θεία χάρις προς θεραπεία πολλών ασθενών. Κάποιος τυφλός, λεγόμενος Ποπούσιτος, προσέφυγε στον όσιο Σενώχ τον καιρό που ήταν ήδη πρεσβύτερος, και ζήτησε κάτι να φάει. Μόλις όμως το χέρι του αγίου ιερέως άγγισε τα μάτια του σχηματίζοντας το σημείο του σταυρού, ο τυφλός ξαναβρήκε αμέσως το φως του. Ένας άλλος νέος από το Πικτάβιο, που υπέφερε από την ίδια πάθηση, έμαθε για τα θαύματά του και τον παρεκάλεσε να του ξαναδώσει το χαμένο φως του. Εκείνος χωρίς καθυστέρηση επικαλέστηκε το όνομα του Χριστού και έκανε το σημείο του σταυρού στα μάτια του τυφλού. Αμέσως έτρεξε από αυτά λίγο αίμα και φάνηκε το φως. Μετά από είκοσι χρόνια, το φως της ημέρας έλαμψε στα σβησμένα μάτια του δύστυχου ανθρώπου.

Κάποια άλλη φορά έφεραν μπροστά του δύο νέους που υπέφεραν φοβερά σ’ όλα τα μέλη τους και ήταν κουβαριασμένοι σαν μπάλες. Μόλις τους άγγισε με το χέρι του, τα μέλη τους ίσιωσαν και μέσα σε μία ώρα θεράπευσε και τους δύο, ευεργετώντας τους με αυτό το διπλό θαύμα. Οδήγησαν πάλι μπροστά του ένα αγόρι και ένα κορίτσι που τα χέρια τους ήταν γυρισμένα ανάποδα. Ήταν η εορτή της Μεσοπεντηκοστής και είχε συρρεύσει πολύς κόσμος στην εκκλησία. Γι’ αυτό, όταν ικέτευσαν τον δούλο του Θεού να θεραπεύσει τα χέρια τους, εκείνος απέφευγε να το κάνη, λέγοντας ότι δεν είναι άξιος, ώστε μέσω αυτού ο Θεός να επιτελέσει τέτοια θαύματα στους ασθενείς. Τελικώς ενέδωσε στις παρακλήσεις όλων και πήρε τα χέρια των δύο ασθενών στα δικά του. Αμέσως τα δάχτυλά τους ίσιωσαν και τα δύο παιδιά έφυγαν θεραπευμένα. Ομοίως, κάποια γυναίκα, λεγομένη Μπεναΐα, ήρθε με τα μάτια κλειστά και έφυγε με τα ίδια αυτά μάτια φωτισμένα, αφού εκείνος τα άγγισε με το ιαματικό του χέρι.

Νομίζω επίσης πως δεν πρέπει να αποκρύψουμε το ότι συχνά το δηλητήριο των ερπετών έχανε τη δραστικότητά του μόνο με τον λόγο του. Πράγματι, δύο άνθρωποι πρησμένοι από δάγκωμα κάποιου ερπετού, ήρθαν και έπεσαν στα πόδια του και τον παρακαλούσαν να βγάλει με την αρετή του το θανατηφόρο δηλητήριο, που έχυσε στα μέλη τους το φαρμακερό ερπετό. Εκείνος προσευχήθηκε στον Κύριο, λέγοντας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, συ που δημιούργησες στην αρχή όλα τα στοιχεία του κόσμου και που ώρισες ώστε ο όφις, που εφθόνησε την τιμή του ανθρώπου, να είναι επικατάρατος (Γεν. γ’ 14), αφαίρεσε από το σώμα τούτων των δούλων σου το δηλητήριό του, για να θριαμβεύσουν αυτοί επάνω του και όχι εκείνος επάνω σ’ αυτούς». Λέγοντας αυτά, άγγισε όλα τα μέλη τους και αμέσως το πρήξιμο υποχώρησε και το δηλητήριο έχασε την θανατηφόρο δράσι του.

Την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου κάποιος, καθώς πήγαινε στην εκκλησία, είδε ένα πλήθος αγρίων ζώων να καταστρέφει το κτήμα του. Άρχισε τότε να θρηνεί και να λέγει: «Αλλοίμονο μου! Οι κόποι μου όλης της χρονιάς πάνε χαμένοι. Τίποτε δεν θα απομείνει!» Και παίρνοντας ένα τσεκούρι, άρχισε να κόβει κλαδιά για να κλείσει μ’ αυτά το άνοιγμα του φράχτη. Ξαφνικά το χέρι του γύρισε άθελά του και σφηνώθηκε σ’ ένα κλαδί που κρατούσε απρόσεχτα. Μέσα στους πόνους και σέρνοντας πίσω του το κλαδί στο οποίο σφηνώθηκε το χέρι του, ο άνθρωπος αυτός πήγε λυπημένος στον όσιο και διηγήθηκε όσα του συνέβησαν. Εκείνος τότε αφού άλειψε το χέρι του με αγιασμένο λάδι, απομάκρυνε το κλαδί και τον θεράπευσε.

Ακόμη θεράπευσε πολλούς που υπέφεραν από δάγκωμα φιδιού και από το δηλητήριο των μολυσμένων πληγών τους, κάνοντας επάνω τους το σημείο του σταυρού. Σε άλλους επίσης, που βασανίζονταν από κάποιους αδυσώπητους δαίμονες, μόλις ακουμπούσε τα χέρια του επάνω τους φυγαδεύονταν οι δαίμονες και ανακτούσαν την διανοητική τους υγεία. Όλους αυτούς που θεράπευε με το χέρι του Θεού από διάφορες αρρώστιες, αν ήταν φτωχοί, τους έδινε με χαρά τροφή και ρούχα. Τόσο μεγάλη φροντίδα είχε για τους φτωχούς, ώστε ανέλαβε να τους κτίση γέφυρες στα ποτάμια, για να μη θρηνεί κανείς εξ αιτίας των πνιγμών που συνέβαιναν όταν αυτά ήταν πλημμυρισμένα.

Όταν ήταν πλέον περιβόητος στον λαό για τα θαύματά του, σε ηλικία σαράντα περίπου ετών, προσβλήθηκε από ελαφρό πυρετό που τον κράτησε στο κρεβάτι τρία χρόνια για να παραδώσει τελικά το πνεύμα του στο Θεό. Στην κηδεία συνέρρευσε πλήθος ανθρώπων που είχαν ευεργετηθεί από αυτόν, όπως αναφέραμε πιο πάνω -άλλοι είχαν λυτρωθεί από τον ζυγό της δουλείας, άλλοι είχαν απαλλαγεί από χρέη, άλλοι είχαν δεχθεί τροφή ή ενδύματα. Θρηνώντας τον, έλεγαν: «Σε ποιον μας αφήνεις, άγιε πάτερ;»

Αργότερα, όταν βρισκόταν στον τάφο, επιτελούσε συχνά μεγάλα θαύματα. Τριάντα ημέρες μετά την κοίμησή του και ενώ ετελείτο Θεία Λειτουργία στον τάφο του, ένας άρρωστος λεγόμενος Καϊδούλφος πλησίασε για να ζητήσεί ελεημοσύνη. Μόλις προσκύνησε το κάλυμμα που απλωνόταν στον τάφο, ανέκτησε την υγεία των ποδιών του. Έγιναν βέβαια και πολλά άλλα θαύματα εκεί, από τα οποία αναφέραμε τα πιο αξιομνημόνευτα.

Συναξαριστής 24 Οκτωβρίου 2012


Ὁ Ἅγιος Ἀρέθας ὁ Μεγαλομάρτυρας καὶ οἱ «σὺν αὐτῷ»
 

Ἔζησε τὸν 6ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς προύχοντες τῆς πόλης Νέγρας στὴν Αἰθιοπία.

Ὅταν ἀσπάσθηκε τὸ χριστιανισμό, διακρινόταν γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ τὶς πολλές του ἀγαθοεργίες. Κοντά του μαζεύτηκε ἕνας ὅμιλος ἀπὸ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ καθημερινό τους ἔργο εἶχαν τὴν διδασκαλία τοῦ θείου λόγου. Ἡ πρόοδος αὐτὴ τοῦ Εὐαγγελίου στὴν Ἐκκλησία τῆς Νέγρας, ἐξήγειρε τὸ φανατισμὸ τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ συνέλαβαν τὸν Ἀρέθα μὲ τοὺς συνεργάτες του.

Ὁ Ἀρέθας ἦταν τότε γέροντας. Οἱ ἐχθροί της πίστης τοῦ συνέστησαν νὰ λυπηθεῖ τὰ γεράματά του καὶ νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸ Χριστό. Τότε ὁ Ἀρέθας ἔδωσε γενναία ἀπάντηση: «Στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς μου, εἶπε, διέπραξα πολλὰ ἁμαρτήματα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ καθάρισε ἀπ᾿ αὐτὰ διὰ τῆς θυσίας Του καὶ μὲ τὴν πίστη μου πρὸς Αὐτόν. Καὶ ἀπὸ ἄνθρωπο ἀπώλειας μὲ ἔκανε κληρονόμο τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Τώρα μοῦ προσφέρει καὶ ἄλλη τιμή. Μοῦ δίνει τὴν εὐκαιρία, ἀπὸ τὴν σάρκα ἑνὸς γέροντα νὰ προβάλει ἀθλητής, ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος μποροῦν νὰ καταφρονήσουν κάθε ἄνομη ἀπειλὴ καὶ βία καὶ νὰ καταισχύνουν τοὺς δυνατούς της γῆς».

Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ ἐξαγρίωσε περισσότερο τοὺς δήμιούς του, ποὺ ἀμέσως ἀποκεφάλισαν τὸν Ἀρέθα με τοὺς συνεργάτες του.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Εὐσεβεῖα ἐμπρέπων τὴ ἀθλήσει δεδόξασαι, τὴν τῶν Χριστοκτόνων κακίαν καθελῶν τὴ ἐνστάσει σου, διὸ καὶ προσενήνοχας Χριστῷ, Μαρτύρων ἀρραγῆ συνασπισμῶν, ὥσπερ θεῖος παιδοτρίβης καὶ ὁδηγός, Ἀρέθα παμμακάριστε. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν Ἰάματα.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύvης πρόξεvος ἡμῖν ἐπέστη, ἡ φωσφόρος σήμερον, τῶν Ἀθλοφόρων ἑορτή, ἢv ἀvυμvοῦvτες δοξάζομεv, τὸν ἐv ὑψίστοις ὑπάρχοντα Κύριον.

Ὁ Οἶκος 
Τὸν νοῦν μου φώτισον Χριστέ, τῇ αἴγλῃ τῶν ἀγώνων, Ἀρέθα τοῦ γενναίου, καὶ πάντων τῶν ἁγίων τῶν ἀθλησάντων σὺν αὐτῷ· πρῶτος γὰρ ἁπάντων ἀνεδείχθη ὁ στερρός, φαιδρῶς παραταξάμενος κατὰ τῶν ἀθετούντων τὴν σάρκωσιν σου, τοῦ ὑπὲρ φύσιν σαρκωθέντος καὶ τεχθέντος, ἵνα ἡμᾶς λυτρώσῃς τῆς πλάνης, καὶ δείξῃς ἀπλανῶς τοῖς βουλομένοις διοδεύειν τὴν ὁδὸν τοῦ μαρτυρίου, ἣν οἱ Ἀθληταὶ ἐβάδισαν, σὲ ἀνυμνοῦντες τὸν ἐν ὑψίστοις ὑπάρχοντα Κύριον.

 
Ἡ Ἁγία γυναίκα καὶ τὸ ἅγιο βρέφος της

Μαρτύρησαν μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἀρέθα. Τὸ βρέφος τῆς Ἁγίας αὐτῆς γυναίκας τὸ ἔριξαν στὴ φωτιὰ καὶ βλέποντας αὐτό, ἔριξε καὶ τὸν ἑαυτό της ἡ ἴδια στὴ φωτιά παρὰ τὶς κολακεῖες τῶν βασανιστῶν της.

 
Ἡ Ἁγία Σεβαστιανή
 

Καταγόταν ἀπὸ τὴν πόλη Σεβαστὴ τῆς Φρυγίας, διδάχτηκε τὴ χριστιανικὴ πίστη ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, καὶ πῆρε τὴν θερμότητα καὶ τὴν ἀνδρεία τοῦ διδασκάλου της.

Ἡ ἁγία Σεβαστιανὴ ἔζησε τὸν 1ο αἰῶνα μ.Χ. καὶ ἀφιέρωνε τὴ ζωή της κάθε μέρα στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου (στὴ Μαρκιανούπολη τῆς Θρᾴκης). Πήγαινε σὲ σπίτια εἰδωλολατρῶν καὶ εἵλκυε πολλὲς γυναῖκες στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας.

Συνελήφθη γι᾿ αὐτὸ ἐπὶ αὐτοκράτορος Δομετιανοῦ καὶ ἡγεμόνος Σεργίου, κακοποιήθηκε καὶ ἐξεδιώχθη ἀπὸ τὸν τόπο της. Ἔφθασε στὴν Ἡράκλεια τῆς Θρᾴκης ὅπου πάλι συνελήφθη, ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Πομπηιανό, καὶ φυλακίστηκε.

Ἀλλὰ παρόλη τὴ γυναικεία της φύση ντρόπιασε τοὺς βασανιστές της. Οἱ ὑποσχέσεις δὲν τὴν δελέασαν, οἱ ἀπειλὲς δὲν τὴν ἔκαμψαν, καὶ κάτω ἀπὸ βαριὰ μαρτύρια στάθηκε ὄρθια μὲ ὅλη της τὴν γενναιοψυχία. Οἱ σάρκες τῆς ἁγίας Σεβαστιανῆς σχίζονταν, ἀλλὰ τὰ χείλη, ὅπως καὶ ἡ καρδιά της, ἐξακολουθοῦσαν νὰ ὑμνοῦν τὸν Χριστό.

Τελικά, ἡ μεγάλη αὐτὴ ἀθλήτρια τῆς Ἐκκλησίας μας, παρέδωσε τὴ ζωή της μὲ τὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο καὶ ἐτάφη στὴ Ῥαιδεστό.

 
Ὁ Ἅγιος Πρόκλος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

(Βλέπε βιογραφία του 20 Νοεμβρίου, ὅπου ἡ κυρίως μνήμη του).

 
Οἱ Ἅγιοι Μᾶρκος, Σωτηρίχος καὶ Οὐαλεντίνος

Οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀσία. Συνελήφθησαν ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες, ἐπειδὴ ἦταν Χριστιανοὶ καὶ τοὺς ἔσυραν πάνω σὲ αἰχμηρὲς πέτρες μέχρι θανάτου. Τὰ δὲ ἅγια λείψανά τους μετακομίστηκαν ἀπὸ τὴν Ἀσία στὴ Θάσο, ὅπου μέχρι σήμερα βρίσκονται.

 
Ὁ Ἅγιος Ἀκάκιος ὁ Πρεσβύτερος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

 
Ὁ Ἅγιος Νέρδων

Μαρτύρησε διὰ πυρός.


Ὁ Ὅσιος Ἀρέθας «ὁ ἐν τῷ Σπηλαίῳ» (Ρῶσος)

Ή ο από δέκα αιώνων Καθολικισμός περιέπεσεν εις αιρέσεις, ή δεν έχει αιρέσεις οπότε η Εκκλησία μας πλανάται επί δέκα αιώνας.


πηγή


“Έτι δεόμεθα υπέρ του Αγιωτάτου Επισκόπου 
και Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου..…”, 
εάν τούτο, δεν δύναται να κριθή ως βλασφημία και προδοσία
 ή αίρεσις και κακοδοξία, τότε, που θα πρέπη να θεμελιωθή
 η δογματικώς σωτηριολογική υπόστασις της απολύτου 
και βεβαίας μοναδικότητος της Αγίας ημών Πίστεως, 
ως η Ορθόδοξος Αγία Μήτηρ ημών Εκκλησία τοσούτον 
ασφαλώς και αναλλοιώτως τούτο διακηρύσσει και 
επαγγέλεται διαχρονικώς; 

" O Παγερός Αέρας..."


 












« Όταν σκουριάσουν οι καμπάνες,
 όταν κλείσουν ερμητικά οι Εκκλησιές, 
όταν χορταριάσουν οι τάφοι των
 πατέρων μας, 
των προγόνων μας, 
των Αγίων μας, 
των ηρώων μας...

... τότε θα τα ξεράνει ο παγερός αέρας
 του πνευματικού θανάτου, 

και θα σβήσουμε ως ψυχή και ως Έθνος ».
(Ιερός Χρυσόστομος) 
πηγή

Η σημαία στο μπαλκόνι μ΄ έφερε στο σπίτι!

Του Μόσχου Εμμανουήλ ΛαγκουβάρδουΤα παιδικά μου χρόνια τ΄ αξέχαστα τά΄ ζησα στο σπίτι μας στο χωριό. Στο σπίτι από όπου με απέσπασε η πόλη για να ζήσω στο διαμέρισμα που ποτέ δεν το ένιωσα ως σπίτι μου. Από τότε που η οικογένειά μου έφυγε απ΄ το χωριό κι ήρθε στην πόλη για να ζήσουμε στο διαμέρισμα έχω να νιώσω τη γλυκιά εκείνη αίσθηση που ένιωθα κάθε φορά που επέστρεφα στο σπίτι. Με τίποτε δεν μπορώ να τη συγκρίνω τη χαρά που ένιωθα όταν επέστρεφα στο σπίτι με τη βεβαιότητα ότι είναι το δικό μου σπίτι που μένει εκεί για μένα περιμένοντας να γυρίσω κοντά του.

Το μυστήριο της αγάπης είναι ότι τα αισθήματα είναι αμοιβαία. Το σπίτι μου είχε ψυχή και μου ανταπέδιδε την αγάπη μου. Δεν θέλω να θυμάμαι την πίκρα που ένιωσα αποσπασμένος μια ολόκληρη ζωή από τις ρίζες μου. Δε θέλω να βλέπω τα δάκρυα των πραγμάτων που μάταια περιμένουν το γυρισμό μας, που διασώζουν στη μνήμη τη φωνή μας, τη ματιά μας, την παρουσία μας, όταν ενθυμούμαστε το σπίτι μας, το δρόμο, τα αγαπημένα μας πρόσωπα...

Η σημαία στο μπαλκόνι μ΄ έφερε στο σπίτι. Ένιωσα πάλι πως είμαι εδώ, παρών, με τη χαρά ότι αυτό εκεί το μπαλκόνι με τη σημαία ανάμεσα στις απρόσωπες πολυκατοικίες είναι το σπίτι του Μόσχου. Η σημαία μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων σε μια πόλη νεκρή. Θυμίζει τη χαρά των μαθητών του Κυρίου, όταν άκουσαν τα λόγια αυτά από τα πράγχρυσα χείλη του Ιησού, "μή χαίρεστε που στο όνομά μου και οι δαίμονες υπακούουν, να χαίρεστε που τα ονόματά σας είναι γραμμένα στο βιβλίο της ζωής".

Αυτό σημαίνει για μένα η σημαία στο μπαλκόνι, τη χαρά που τα ονόματά μας είναι γραμμένα στο βιβλίο της ζωής. Η σημαία, ένα εξαίσιο προσκλητήριο ζωής. Είσαι άραγε έτοιμος να πεις παρών στο δικό σου προσκλητήριο; 

Ύψωσε τη σημαία στο μπαλκόνι σου.

 Ψηλά τα λάβαρα!
πηγη

Διαφωνώ με τη Χρυσή Αυγή αλλά την επαινώ για τη διαμαρτυρία της κατά της βλάσφημης θεατρικής παράστασης Corpus Christi Τι αναφέρει σε νέα επιστολή του ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως Ιερεμίας



1. Θέλω, αγαπητοί μου χριστιανοί, πάλι να γράψω γι᾽ αυτό το επαίσχυντο και βλάσφημο έργο, που το λένε Corpus Christi. Και το θεωρώ ως ανάγκη να γράψω, γιατί ως να μου φαίνεται ότι φύγαμε από το θέμα και το πάμε αλλού.
Το θέμα μας είναι να πονέσουμε και να κλάψουμε γι᾽ αυτό το μόλυσμα που έγινε στην Ορθόδοξη πατρίδα μας, την Ελλάδα, την χώρα των αγίων και των ηρώων.
Και το θέμα μας είναι πάλι να παρακαλέσουμε με δάκρυα την Παναγία Δέσποινα για να ικετεύσει τον Κύριο μην έλθει η οργή Του κατεπάνω μας, γιατί ανεχθήκαμε αδιαμαρτύρητα να συμβεί στις ημέρες μας τέτοιο κακό, χειρότερο από τα προηγούμενα. Και για να μην με παρεξηγήσουν οι «θεολογούντες» της «νεοπατερικής θεολογίας», ως «οργή Θεού» που είπα, εννοώ την άρση της θείας Χάριτος, γιατί ο Θεός δεν παύει ποτέ να είναι αγάπη. Η λεγομένη «οργή Θεού» είναι η άλλη πλευρά της αγάπης Του!
2. Εμμένω σταθερά στην πίστη, την οποία ήδη διετύπωσα, ότι το βλάσφημο αυτό έργο, που αποτελεί σημείο των καιρών, έπρεπε να δεχθεί την δυναμική αντίδραση και την πολεμική κλήρου και λαού, την οποία εξέφρασαν ολίγοι μόνον ευσεβείς χριστιανοί.
Ως αρχιερεύς Χριστού εύχομαι πλούσια την ευλογία του Θεού στις οικογένειες αυτών που διαμαρτυρήθηκαν φανερά κατά του αισχίστου αυτού έργου και ας καταλογίσει ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός την ομολογία τους αυτή την Ημέραν της Κρίσεως προς σωτηρίαν τους. Ο Κύριος επαινεί τον άγγελο της Εκκλησίας της Εφέσου για την αρετή του ότι «ου δύνη βαστάσαι κακούς» (Αποκ. 2,2). Και ως «κακοί» στο χωρίο αυτό της Αποκαλύψεως εννοούνται οι αιρετικοί και οι βλάσφημοι.
3. Αλλά κάτι άλλο θέλω να πω: Έφυγε το θέμα από τον πόνο και την αγανάκτηση κατά του αισχρού έργου και από την μετάνοιά μας που πρέπει να δείξουμε όλοι μας για την εμφάνισή του και ο λόγος εστράφη προς την «Χρυσή Αυγή». Είναι ανάγκη να γράψω περί αυτού, γιατί και εγώ κατηγορήθηκα από μερικούς για τον έπαινό μου προς τους διαμαρτυρηθέντας, επειδή μεταξύ αυτών ήταν και Χρυσαυγίτες.
Κατά πρώτον θέλω να πω ότι δεν το εγνώριζα αυτό εγώ, γιατί – ας το πω – δεν βλέπω τηλεόραση, ούτε γνωρίζω να χειρίζομαι ίντερνετ, ούτε και ακούω συστηματικά ειδήσεις. Δεύτερον, η Χρυσή Αυγή αποτελεί πολιτικό κόμμα και με πολλή ειλικρίνεια λέγω – όπως το γνωρίζουν αυτό οι ακροατές των κηρυγμάτων μου – ότι δεν ταυτίζομαι με κανένα πολιτικό κόμμα, γιατί αυτά έχουν λάθη, ως ανθρώπινα δημιουργήματα που είναι.
Δέχομαι όμως τα κόμματα ως ιδεολογίες, γι᾽ αυτό και τα σέβομαι. Αλλά μισώ και αποστρέφομαι το κόμμα εκείνο που το σύστημά του έχει είτε αθεΐα είτε βία. Ομοίως από την μελέτη μου στην Αγία Γραφή και μάλιστα στην Παλαιά Διαθήκη δέχομαι την παγκοσμιότητα του Θεού, όπως την εκήρυτταν από παλαιά οι Προφήτες (ιδιαίτερα ο άγνωστος συγγραφεύς του βιβλίου του Ιωνά), οι οποίοι χαρίζουν στην ταλαίπωρη ανθρωπότητα παγκόσμια την μορφή του Λυτρωτού Μεσσία. Επομένως δεν δέχομαι την κακοδοξία ότι ο Θεός είναι της Ελλάδος μόνο και τα άλλα έθνη είναι περιφρονημένα. Η Παναγία μας ήταν Εβραιοπούλα!
4. Πιστεύω ότι κατά του αισχίστου έργου Corpus Christi έπρεπε να κατέλθουν προς διαμαρτυρία όλα τα πολιτικά κόμματα της πατρίδας μας. Γιατί να διαμαρτυρηθούν και να κατεβούν στο πεζοδρόμιο μόνο μέλη της Χρυσής Αυγής και όχι οπαδοί και άλλων πολιτικών κομμάτων; Όλοι, ακόμη και οι ποδοσφαιρικές ομάδες – που το λέγει ο λόγος! – έπρεπε να εμφανιστούν για διαμαρτυρία.
Ώστε λοιπόν για το θέμα της Χρυσής Αυγής, όπως τουλάχιστον το εννοώ εγώ, έπρεπε να πει αυτός που διαφωνεί προς το κόμμα αυτό: Διαφωνώ ιδεολογικά με την Χρυσή Αυγή. Δεν δέχομαι την γραμμή της. Όμως μπράβο της, γιατί στο βλάσφημο κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού έργο που παίχτηκε, αυτοί μόνον παρουσιάστηκαν να διαμαρτυρηθούν εντόνως. Γιατί απουσίασαν τα άλλα κόμματα; Γιατί δεν πήγε και ο δικός μου υπουργός που ψήφισα;
5. Αδελφοί μου, τα χρόνια μας είναι δύσκολα, είναι χρόνια που προφήτευσε η Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι εχθροί του Χριστού και της Εκκλησίας ανέβηκαν στα μπαλκόνια και φωνάζουν με ηχηρά μεγάφωνα, η αμαρτία βραβεύεται, όπως το πολυκέφαλο θηρίο της Αποκαλύψεως παρουσιάζεται στεφανωμένο.
Σ᾽ αυτά τα δύσκολα χρόνια πρέπει να ζητάμε από τον Χριστό να μας θερμάνει την πίστη μας και την αγάπη μας σ᾽ Αυτόν και ακόμη να μας δώσει και πόθο μαρτυρίου. Ναι, τα συμβαίνοντα στην εποχή μας πράγματα θα μας οδηγήσουν αύριο σε μαρτύριο. Ας αυξήσουμε λοιπόν την προσευχή στην Παναγία μας,ας αγωνιζόμαστε να τηρούμε το πανάγιο θέλημα του Χριστού, ας μελετούμε την Αγία Γραφή, την διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας και τους βίους των Αγίων μας, για να ρυθμίζουμε και ημείς ανάλογα την ζωή μας στους αποκαλυπτικούς αυτούς καιρούς που ζούμε.
Πάντως, από όσα διαβάζω στα ιερά Συναξάρια, οι άγιοι ήταν ομολογητές και διαμαρτύρονταν για τα ακουόμενα και εμφανιζόμενα στην εποχή τους βλάσφημα κατά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και εκείνα τα βλάσφημα ήταν πολύ ολιγότερο βλάσφημα από αυτό το βρώμικο έργο, που το λένε Corpus Christi.

Συντάκτης: Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως Ιερεμίας
Πηγή: ΑΚΤΕ-ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Φύλακα Άγγελε, φύλαξε με



Μια φορά, στη Ρωσία ένα ορφανό αγοράκι μεγάλωνε με τη γιαγιά του. 
Η γιαγιά του εντελώς αγράμματη γυναίκα, δεν ήξερε καμιά προσευχή αλλά τον έμαθε μόνο να λέει: «Φύλακα άγγελε, φύλαξέ με».
Έτσι το παιδί συνήθισε πάντα να λέει αυτή την προσευχούλα. Πρωΐ και βράδυ και παντού όπου βρισκόταν. Το παιδί μεγάλωσε, υπηρέτησε στο Αυτοκρατορικό ναυτικό και όταν απολύθηκε με τα χρήματα της αποζημίωσης ξεκίνησε για τα μέρη του. Ωστόσο καθόταν αρκετά μακρυά από την θάλασσα και έπρεπε να περάσει μέσα από δάση.
Στη Ρωσία υπάρχουν κατά διαστήματα πανδοχεία που επιδοτούνται από το κράτος για να προσφέρουν κατάλυμα στους οδοιπόρους και ταξιδιώτες. Υποχρεωτικά. Αλλιώς τιμωρούνται.
Ο απολυμένος ναύτης αναγκάστηκε να ζητήσει καταφύγιο σε μια τέτοια καλύβα που την φύλαγαν ένας γέρος με μια γρηά.
Διστακτικά κτύπησε την πόρτα αλλά από μέσα άκουσε βρισιές και βλασφήμιες, αντί να τον ανοίξουν ως ώφειλαν.
— Φύγε, του φώναξαν, δεν υπάρχει κατάλυμα για σένα. Τράβα πιο κάτω.
— Σας παρακαλώ ανοίξτε μου παρακάλεσε 
το παιδί. Δείξτε Λίγη καλωσύνη. Η νύχτα απόψε είναι πολλή άγρια και φοβάμαι. Θα με φάνε οι λύκοι και τα άγρια θηρία.
— Διώξτον διώξτον, φώναζε η γρηά στο γέρο. Δεν θέλω απόψε ξένους εδώ.
— Σας παρακαλώ επέμενε και πάλι το παιδί...
Τότε ο γέρος άνοιξε λίγο την πόρτα, ξεπροβαλε ένα πολύ άγριο μούτρο, ενώ τα χνώτα του μύριζαν άφθονο οινόπνευμα. Αλλά και γενικά από μέσα αναδιδόταν μπόχα από μυρωδιά ποτού.
— Τι θέλεις, ξανάπε ο γέρος άγρια, για να φύγει.
— Σας παρακαλώ, είπε και πάλι το παιδί. Μη με διώχνετε. Είναι άγρια η νύχτα. Εν ανάγκη και να πληρώσω. Έχω λεφτά. Ορίστε.
Κι έβγαλε τα λεφτά. Αθώο παιδί. Ο γέρος μόλις άκουσε για λεφτά γούρλωσε τα μάπα.
— Είπες λεφτά; έκανε. Και που τα βρήκες εσύ τα λεφτά;
Το παιδί εντελώς αθώο του έδειξε τα λεφτά του.
— Να ορίστε έχω λεφτά. Τώρα απολύθηκα και έχω...
Ο γέρος όταν είδε τα λεφτά άνοιξε την πόρτα.
Άντε πέρνα, του είπε.
Εν τω μεταξύ η γρηά όλο και φώναζε από μέσα μεθυσμένη να τον ξαποστείλει από κεί που ήρθε.
Πω-πω! κακία, σκέφτηκε το παιδί. Είπα να περάσω μια νύχια και κάνουν έτσι. Πού να τους έλεγα ότι θέλω να μείνω κανένα χρόνο!
Τον πέταξαν σε μια γωνιά στο σκοτεινό δωμάτιο και πήγαν να συνεχίσουν την κραιπάλη τους. Ο νέος φοβήθηκε πολύ τα πρόσωπά τους, μετάνοιωσε αλλά τώρα ήταν ήδη πολύ αργά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Είπε την προσευχούλα που την έμαθε η γιαγιά του «φύλακα άγγελε, φύλαγέ με» και όπως ήταν ψόφιος από την κούραση τον πήρε γρήγορα ο ύπνος. Αλλά ξαγρυπνούσαν οι άγγελοι του! Τί μεγάλο πράγμα! Διότι μόλις πέρασε λίγη ώρα και κατάλαβαν ο γέρος με τη γρηά ότι τον πήρε ο ύπνος, ανοίγει σιγά-σιγά ο γέρος την πόρτα, και μπαίνει μέσα. Στο μισόφως φάνηκε να κρατάει ένα τσεκούρι στο χέρι και σιγά- σιγά πηγαίνει πάνω απ' το Κεφάλι του παιδιού, να το σκοτώσει.
- Τελείωνε γρήγορα, φώναξε αχνά η γρηά. Πριν προλάβει να ξυπνήσει κατέβασέ το! Μια κι έξω σου λέω.
Κι όμως σαν να σκούντησε κάποιος το παιδί άνοιξε τα μάπα του. Τι νά δει! Ο γέρος έτοιμος να του κατεβάσει το τσεκούρι στο κεφάλι. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε!
Και ξαφνικά εκείνη τη στιγμή κάποιος χτύπησε την εξώπορτα. Τραντάχτηκε όλο το σπίτη. Τάκα, τάκα, τάκα...
— Αστυνομία, ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα... Τάκα, τάκα, τάκα και τα χτυπήματα όλο και πλήθαιναν.
— Ανοίξτε γρήγορα! Αστυνομία! Θα σπάσουμε την πόρτα. Κάντε γρήγορα, Αστυνομία....
Γέρος και γρηά τάχασαν. Ο γέρος έκρυψε γρήγορα το τσεκούρι κάτω από το κρεβάτι κα έπεσε στα πόδια του ναύτη και τον εκλιπαρούσε να μην πει τίποτα στην αστυνομία. Να μην τον προδώσει. Ενώ η γρηά έκαμνε κάτι σαστισμένα κι έλεγε:
— Ναι, ναι, τώρα, τώρα αμέσως, μια στιγμή... θ' ανοίξω...
— Ανοίξτε, ανοίξτε γρήγορα έκανε πάλι απ' έξω η φωνή. Τελείωσε η υπομονή μας, γρήγορα...
— Σε παρακαλώ, μην με προδίδεις, έλεγε ο γέρος.
— Εγώ, τόλμησε να κάνει το παιδί... δεν...όχι...
Με το που πήγε ο γέρος προς την εξώπορτα, ο νέος ανοίγει το παράθυρο και πηδάει απ' έξω και το σκάζει. Ισόγειο βλέπετε, ήταν το σπιτάκι. Πήγε πίσω από κάτι θάμνους και τι να δει! Ούτε αστυνομία, ούτε άλογα, ούτε τίποτα.
Όλα τα είχαν κάνει οι Άγγελοι που τους είχε επικαλεστεί τόσες φορές για να τον φυλάγουν. Και φύλαγαν. 

πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...