Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Η' ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ι΄ 25-37) "Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη"


πηγή


      Το ευαγγέλιο της Κυριακής 11ης Νοεμβρίου του 2012,που θα διαβαστεί από τους ιερείς μας στους Ορθόδοξους Ναούς όλης της οικουμένης περιέχει μια ερώτηση από έναν δάσκαλο του Θεϊκού νόμου εκείνης της εποχής στον Χριστό,που όμως είμαι σίγουρος ότι όλους μας απασχολεί:
"Διδάσκαλε τί πρέπει νά κάνω γιά νά κερδίσω τήν αἰώνια ζωή;" 
     Και ο Ιησούς του απαντά:Νομοδιδάσκαλος δεν είσαι,λοιπόν τί γράφει ὁ νόμος; Και εκείνος του απαντά αυτό που ξέρει καλύτερα από όλους:Νά ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου μέ ὅλη σου τήν ὕπαρξη καί τόν πλησίον
 σου ὡς τόν ἑαυτό σου.Ε λοιπόν καλά τα λές,τόν συμβουλεύει ὁ Ἰησοῦς, 
αὐτό νά κάνεις για να  κερδίσεις την αιώνια ζωή.
       Ο νομοδιδάσκαλος τότε για να μπερδέψει τον Ιησού,γιατί μάλλον 
αυτή ήταν η πρόθεση του από την αρχή,του κάνει μια άλλη ερώτηση 
εξίσου σημαντική με την προηγούμενη:
"Και ο πλησίον μου ποιός είναι;"
       Τότε αντί για απάντηση
 ο Ιησούς του αφηγείται μια 
παραβολή, που είναι και η 
απάντηση σε όλα αυτά τα 
ερωτηματικά μας: 
       Ἕνας ἄνθρωπος ἀπό 
τά Ἱεροσόλυμα πηγαίνοντας
 γιά τήν Ἱεριχῶ, ληστεύεται, 
κακοποιεῖται και ἐγκαταλείπεται 
αἱμόφυρτος. Σέ λίγο περνᾶ ἕνας 
Ἱερέας ὁ ὁποῖος ἀδιαφορεῖ γιά τόν τραυματισμένο, τό ἴδιο κάνει 
καί ἕνας Λευίτης. Ένας Σαμαρείτης ὅμως,πού περνᾶ από εκεί 
σταματά, περιποιεῖται τά τραύματα καί τόν ὁδηγεῖ στό πανδοχεῖο 
ὅπου πληρώνει γιά νά περιποιηθοῦν τόν τραυματισμένο ἀπό τούς
 ληστές καί συνεχίζει τόν δρόμο του.
    Εδώ ο Χριστός,καθόλου τυχαία νομίζω, χρησιμοποιεί αυτές 
τις τρεις διαφορετικές τάξεις ανθρώπων για να δείξει την αντίθεση 
μεταξύ των λόγων και έργων των ανθρώπων.Όπου ιερέα βάλτε…
ας πούμε εμένα, όπου Λευίτη βάλτε…έναν καθηγητή Πανεπιστημίου 
και όπου Σαμαρείτη,δεν ξέρω, βάλτε...όποιον νομίζετε εσείς τον πιο 
αμαρτωλό της εποχής μας. 
      Τελειώνοντας τήν διήγηση ὁ Ἰησοῦς ἐρωτᾶ: Ποιός ἀπό τούς τρεῖς
 ἐπιτέλεσε τό καθῆκον τοῦ πρός τόν πλησίον; καί ὁ νομοδιδάσκαλος
 ἀπαντᾶ:αὐτός πού τόν περιποιήθηκε. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: 
Πήγαινε λοιπόν νά κάνεις καί σύ τό ἴδιο. Νά βοηθᾶς κάθε ἄνθρωπο 
πού ἔχει ἀνάγκη.
     Όλοι οι άνθρωποι λοιπόν είναι οι "πλησίον" μας, όλους να τους 
βοηθούμαι με όλες μας τις δυνάμεις,και τότε η αιώνια ζωή θα είναι 
δική μας.
     Ἀδελφοί μου, ὁ Ἰησοῦς μας 
μέ αὐτό τό ἀριστούργημα τῆς
 παγκόσμιας λογοτεχνίας, τῆς 
παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη
 μας φανερώνει ἀλλά καί ταυτόχρονά
 μας δείχνει τόν δρόμο πού θέλει νά
 βαδίσουν ὅσοι τόν πιστεύουν καί 
τόν ἀγαποῦν. Εἶναι ὁ δρόμος τῆς
 ἀγάπης. Τῆς ἀγάπης ἐκείνης πού
 ἔχει σάν συστατικό της τό
 ξεπέρασμα
 ὁρίων, συνόρων καί διαχωριστικῶν πού πολλές φορές ἡ σκέψη
 μας βάζει,
 γιατί δέν βλέπει οὔτε φυλή, οὔτε χρῶμα, οὔτε γλώσσα ἀλλά μόνο 
ἀνθρώπινα πρόσωπα πού ἔχουν πληγές, οἱ ὁποῖες πρέπει νά
 γιατρευθοῦν. 
      Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι πέντε εἶναι τά γνωρίσματα 
αὐτῆς τῆς ἀγάπης τήν ὁποία μας ζητεῖ ὁ Κύριος καί πού για 
αυτήν μας δίνει αντίδωρο,τά ἀγαθά τῆς βασιλείας του.
      Τό πρῶτο ὁ αὐθορμητισμός της. Δέν περιμένει οὔτε προτροπές,
 οὔτε ἐξαναγκασμούς γιά νά ἐκδηλωθεῖ ἀλλά τρέχει αὐθόρμητα, μέ 
ἕνα πηγαῖο ἐνθουσιασμό γιά νά χαρίσει τήν δροσιά της καί τό ἄρωμά
 της.
      Αὐτός ὁ αὐθορμητισμός τήν κάνει νά γίνεταιἔμπρακτη, στοιχεῖο 
πού ἀποτελεῖ τό δεύτερο γνώρισμά της. Ἔτσι δέν περιορίζεται σέ λόγια
 κενά καί σέ κούφιες αἰσθηματολογίες συμπάθειας, ἀλλά πλένει 
στοργικά κάθε πληγή καί προσφέρει τά πάντα γιατί πιστεύει ὅτι 
αὐτό πρέπει νά κάνει, γι’ αὐτό καί εἶναι καί ἀνιδιοτελής, τό τρίτο 
γνώρισμά της.
      Δέν τήν κινεῖ κανένα συμφέρον, οὔτε ἐπιζητεῖ ἐπαίνους καί
 χειροκροτήματα καί οὔτε ζητᾶ λαξευτό καί μέ χρυσά γράμματα
 τό ὄνομά της πάνω σέ μάρμαρο. Τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά. Κάνει 
τά πάντα καλά, ἀθόρυβα καί ταπεινά, γί΄αὐτό καί εἶναι καί
ἡρωική, τό τέταρτο γνώρισμά της.
      Καί εἶναι ἡρωική γιατί χρειάζεται
 ἡρωισμός καί αὐταπάρνηση γιά νά
 νικήσει τήν λογική καί πολλές φορές 
καί τό ἔνστικτό της αὐτοσυντήρησης. 
Ἰδιαίτερα μάλιστα στή δική μας ἐποχή
 ὅπου ἡ λογική ἀποτελεῖ τίς βάσεις καί 
τό κίνητρο τῶν ἀνθρώπινων πράξεων.
       Ο Ι. Χρυσόστομος λέει ὅτι ἡ ἀγάπη
 αὐτή ὁμοιάζει μέ τό λιμάνι, πού δέχεται 
τούς ναυτικούς κάθε χώρας, κάθε φυλῆς
 καί χωρίς νά κάνει σέ κανένα ἐξαίρεση. 
Εἶναι δηλαδή παγκόσμια, τό πέμπτο 
γνωρισμά της ποῦ σημαίνει ὅτι ἀγκαλιάζει 
κάθε ἄνθρωπο, διότι 
«οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Έλλην…».
Ἄς δοῦμε ὅμως τό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ἀγάπης, με μια δική μας 
όμορφη ιστορία.
   Κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων πήγαινε στή πόλη γιά νά 
πουλήσει τά ἐργόχειρά του καί ἔτσι νά προμηθευτεῖ ψωμί γιά
 τή συντήρησή του. Κοντά στήν ἀγορά συναντᾶ ἕνα φτωχό 
καί ἀνάπηρο γέρο ὁ ὁποῖος μόλις τόν εἶδε τοῦ εἶπε: Γιά ὄνομα 
τοῦ Θεοῦ, ἀββᾶ, μή μέ ἀφήσεις κι ἐσύ ἀβοήθητο τόν δυστυχῆ. 
Πάρε μέ κοντά σου.
      ἀββᾶς τόν ἔβαλε νά καθίσει δίπλα του καί ἅπλωσε 
τά καλάθια του. Μόλις πούλησε τό πρῶτο τόν ρώτησε ὁ 
γέρος:Πόσα λεφτά πῆρες ἀββᾶ; (Τόσα)... τοῦ ἀπάντησε ὁ ὅσιος.
 Καλά εἶναι. Δέν μοῦ ἀγοράζεις ὅμως μία μικρή πίττα ἔτσι γιά νά 
δεῖς καλό, γιατί ἔχω νά φάω ἀπό χθές τό βράδυ; Καί ὁ Ὅσιος 
του ἁπαντά:μετά χαρᾶς, καί τοῦ ἐκπλήρωσε τήν ἐπιθυμία του.
     Σέ λίγο τοῦ ζήτησε φροῦτα,
 ὕστερα γλυκό. Ἔτσι σέ κάθε καλάθι 
πού πουλοῦσε, ξόδευε τά χρήματα 
χάριν τοῦ φτωχοῦ ἀναπήρου.
 Ἔδωσε ὅλα τά καλάθια ἀλλά καί ὅλα
 τά χρήματα, χωρίς νά μείνει τίποτα
 γιά τόν ἑαυτό του. 
Ἔτσι θά ἔμενε μία ἑβδομάδα χωρίς ψωμί. 
Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως.Σέ λίγο
 ἑτοιμάσθηκε νά φύγει.Φεύγεις; 
τοῦ λέει ὁ ἀνάπηρος.Ναί τελείωσα τή 
δουλειά μου.Ἔ, τώρα θά κάνεις ἀγάπη 
νά μέ πᾶς ὡς τό σταυροδρόμι καί ἀπό
 κεῖ φεύγεις γιά τήν ἔρημο, του λέει πάλι. 
  Κι τότε ὁ Ἀγάθων παρά τή κούρασή του, τόν φορτώθηκε 
στή πλάτη του καί τόν μετέφερε μέ πολύ δυσκολία.Ὅταν ὅμως
 ἔφθασαν στό σταυροδρόμι καί ἑτοιμάσθηκε νά ἀφήσει κάτω
 τόν ἀνάπηρον ἄκουσε μία γλυκεία φωνή νά τοῦ λέει:
 Εὐλογημένος νά εἶσαι Ἀγάθων ἀπό τόν Θεό καί στή γῆ καί 
στόν οὐρανό. Σήκωσε τά μάτια του νά δεῖ αὐτόν πού τοῦ μιλοῦσε. 
Ὁ ἀνάπηρος εἶχε γίνει ἄφαντος. Ἦταν ἕνας ἄγγελος σταλμένος 
ἀπό τόν Θεό νά δοκιμάσει τήν ἀγάπη του.
    Εὐλογημένος εἶναι λοιπόν ἀδελφοί μου ἀπό τόν Θεό ὅποιος
 ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, τό κάθε ἄνθρωπο καί αὐτή ἀκριβῶς ἡ
 εὐλογία θά πρέπει νά μᾶς προβληματίσει καί ὅπως ἀκριβῶς
 ὅταν ἔχουμε ἕνα γραμμάτιο τό ἐξοφλοῦμε ἔτσι πρέπει νά 
ἐξοφλήσουμε καί τό γραμμάτιο πού μας ἔδωσε ὁ Κύριος μέ 
τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη. Ναί ἡ ἀγάπη μας γιά 
τόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι γραμμάτιο πού πρέπει νά ἐξοφλήσουμε
 ὅσο ἀκόμα το έχουμε στα χέρια μας,όσο ἔχουμε καιρό,όσο ζούμε.
   
Καλή και έγκαιρη ἐξόφληση ἀδελφοί μου!!!

Κυριακή Η' Λουκά Του καλού Σαμαρείτου πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη


πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη
«πορεύου και συ ποίει ομοίως»
α. Μία από τις γνωστότερες παραβολές του Κυρίου, που διασώζεται μόνον από τον ευαγγελιστή Λουκά, περιέχει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Αφορμή για να την πει ο Κύριος έδωσε ένας νομοδιδάσκαλος, ένας δηλαδή Ιουδαίος θεολόγος, ο οποίος θέλοντας να Τον φέρει σε δύσκολη θέση – «εκπειράζων αυτόν» - Του έθεσε αφενός το θέμα του πώς κερδίζεται η αιώνιος ζωή, αφετέρου το θέμα ποιος είναι ο πλησίον του ανθρώπου, όταν αποκαλύφθηκε ότι ερώτησε κάτι που του ήταν ήδη γνωστό. Ο Κύριος δεν δυσανασχετεί και δεν παρεξηγείται με την «πονηριά» του θεολόγου. Του απαντά με τρόπο κανονικό και σοβαρό, οδηγώντας τον όμως στο σημείο συμφωνίας του με ό,τι ο Ίδιος έλεγε. Η τελική προτροπή Του μάλιστα προς αυτόν δεν του αφήνει κανένα περιθώριο αντίδρασης. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως».
 β. 1. Ο Κύριος καταρχάς καλεί σε κινητοποίηση τον νομοδιδάσκαλο, συνεπώς και κάθε άνθρωπο, προκειμένου να πορεύεται στη ζωή του κατά το πρότυπο του καλού Σαμαρείτη.
Η προτροπή Του δηλαδή δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή περιδίνησης μέσα στα δικά του πάθη. Ο εφησυχασμός και η αδράνεια δεν σχετίζονται με αυτό που συνιστά θέλημα του Θεού, διότι φανερώνουν καταστάσεις που αλλοιώνουν τη φυσιολογία του ανθρώπου, την κατ’ εικόνα Θεού δηλαδή δημιουργία του. Ο άνθρωπος είναι κίνηση, ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που δυστυχώς ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν στην παγίδα της στασιμότητάς τους και της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως δε των λογισμών τους. Σαν να λειτουργούν, με άλλα λόγια, μ’ έναν τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αδιάκοπα γύρω από το κέντρο του εαυτού τους. Ο Κύριος λοιπόν στο πρόσωπο του νομοδιδασκάλου καλεί όλους τους ανθρώπους σε πορεία προς τα εμπρός, χωρίς να στρέφονται προς τα οπίσω.
2. Η πορεία αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και άσκοπη. Δεν καταξιώνεται ο άνθρωπος απλώς με το να πορεύεται, αλλά να πορεύεται σωστά. Και το σωστά σημαίνει: κατά το πρότυπο που προβάλλει η παραβολή ως δικαιωμένο από τον Θεό τρόπο ζωής, δηλαδή του καλού Σαμαρείτη. «Πορεύου και συ ποίει ομοίως». Ομοίως όχι με τον τρόπο του ιερέα ή του λευίτη, των ιερωμένων του Ιουδαϊσμού, διότι ο τρόπος αυτός καταδικάστηκε και από τον ίδιο τον νομοδιδάσκαλο: είναι ο τρόπος του εγωισμού, της προτεραιότητας των προσωπικών συμφερόντων έναντι των πραγματικών αναγκών του συνανθρώπου, της προτεραιότητας ακόμη και μιας θρησκευτικής αποστολής έναντι του άλλου – δεν αρνείται κανείς ότι μπορεί οι συγκεκριμένοι ιερωμένοι να βρίσκονταν και σε μια τέτοια αποστολή. Το ομοίως λοιπόν είναι με τον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη. Αυτός είναι που επαινείται και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Και ποιο είναι το γνώρισμα της οδού αυτής; Όπως αναγκάζεται να το ομολογήσει και ο νομοδιδάσκαλος: «ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού». Σωστός δηλαδή τρόπος, που δικαιώνεται από τον Θεό είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Όπως τίθεται στην παραβολή, η αγάπη αυτή συνιστά μονόδρομο: έξω από την αγάπη ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους που τον απομακρύνουν από τη σχέση του με τον Θεό. Κι αυτό θα πει: για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’ αυτού».
3. Ο προσδιορισμός της αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ως της απόλυτης καθοριστικής προϋπόθεσης για την αιώνια ζωή, απαιτεί, κατά την παραβολή, τρεις διευκρινίσεις: (1) ο άλλος, ο πλησίον, δεν είναι ο άνθρωπος που ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο της Ιουδαϊκής εκδοχής: των Φαρισαίων για παράδειγμα που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους γνώστες του ιουδαϊκού νόμου, άρα έθεταν εκτός της έννοιας αυτής τους φτωχούς και αγραμμάτους, ή των Εσσαίων, που θεωρούσαν πλησίον μόνον τους ανήκοντες στην κοινότητά τους, ή ακόμη και των απλών Ιουδαίων, που απέρριπταν την έννοια του πλησίον για τους μη Ιουδαίους. Πλησίον, κατά το πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή κοινωνικής τάξεως, διότι ο ίδιος ο άνθρωπος που αγαπά γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου: από την παθητική διατύπωσή του - «τις εστί μου πλησίον;» - το θέτει με ενεργητική διάθεση – «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου. (2) Η αγάπη έτσι προς τον οποιονδήποτε συνάνθρωπο έχει το γνώρισμα της θυσίας. Μπροστά στην ανάγκη του άλλου, το θέλημα του Θεού απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια ίσως του χρόνου μας, της άνεσής μας και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά των χρημάτων μας, έγνοια διαρκή. Ό,τι δηλαδή επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος και με λόγο σαφή, εκτός των παραβολών: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού». Είναι η αγάπη που έζησε ο Ίδιος και που Τον ανέβασε στον Σταυρό, γεγονός που τονίζεται και από την αλληγορική ερμηνεία της παραβολής, σύμφωνα με την οποία ο Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός. (3) Αυτονοήτως, η αγάπη, με τα παραπάνω δεδομένα, δεν είναι θεωρία και λόγια, αλλά πράξη. «Ο ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού» λέει. Και: «πορεύου και συ π ο ί ε ι ομοίως». Όσο κανείς μένει σε λόγια, ακόμη και σε μία πραγματική καλή διάθεση, δεν έχει αγγίξει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς».
4. Η αγάπη όμως προς τον συνάνθρωπο που δικαιώνει αυτόν που την ασκεί, είναι, σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα, άμεσα συνδεδεμένη και με την αγάπη προς τον Θεό. Ο Κύριος χαρακτήρισε ορθή την απάντηση του νομοδιδασκάλου, όταν ανέφερε την πεμπτουσία του λόγου του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εξ όλης της καρδίας σου, εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Δηλαδή, η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Και ο Ίδιος έτσι τοποθέτησε τα πράγματα: «Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε», είπε. Κι επειδή η κύρια εντολή Του είναι το «αγαπάτε αλλήλους», άρα αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής ακολουθία της αγάπης, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος σημειώνει ότι «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του».
γ. Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη απαιτεί προς αποδοχή της γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Μελετώντας την βεβαιώνουμε δυστυχώς την πνευματική μας γύμνια. Διότι συνήθως τι διαπιστώνουμε στη ζωή των περισσοτέρων μας; Την ακολουθία ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει ως πρότυπο μάλλον τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη, παρά του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, κομματιάζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Η συμπεριφορά Του, όπως καταφαίνεται με κρυστάλλινο τρόπο στη συμπεριφορά του Σαμαρείτη, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, τουλάχιστον, όταν βλέπουμε τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε για την κατάντια μας; Πώς χωρίς έλεος προς τους άλλους, μπορούμε έστω και να ζητάμε το έλεος του Θεού για εμάς;

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΛΟΙ ΣΑΜΑΡΕΙΤΕΣ «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Λουκ. ι´ 25-37)


ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΛΟΙ ΣΑΜΑΡΕΙΤΕΣ
«Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»

(Λουκ. ι´ 25-37)

τοῦ περιοδ. «ΖΩΗ»,
ἀρ. τ. 4262, Νοέμβριος 2012

Στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

.          Ὁ ἱερέας καὶ ὁ λευΐτης ἔδειξαν μιὰ χαρακτηριστικὴ ἀδιαφορία γιὰ τὸν «πλησίον». Καὶ δυστυχῶς ἔχουν μυριάδες ὀπαδοὺς σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ κάθε κοινωνικὴ τάξη. Πλούσιοι, μὰ καὶ φτωχοί, ἄνθρωποι ποὺ κατέχουν ἀξιώματα, ἀλλὰ καὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, βλέπουν τὸν πόνο καὶ τὴν δυστυχία τῶν ἄλλων καὶ «ἀντιπαρέρχονται». Στὴν ἐποχή μας οἱ πολλοὶ κλείνονται στὸν ἑαυτό τους. Συχνὰ δὲν ξέρουν ποιὸς μένει δίπλα τους. Ἀπομονώνονται καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸν πόνο ἢ τὸ πρόβλημα ποὺ ἀπασχολεῖ τὸν «πλησίον» τους.

 Α) Ὁ Σαμαρείτης

.          Πόσο διαφορετικὰ ὅμως συμπεριφέρθηκε ὁ Σαμαρείτης τῆς σημερινῆς παραβολῆς! Μόλις βρέθηκε μπροστὰ στὸν μισοπεθαμένο συνάνθρωπό του, χωρὶς νὰ χάση λεπτό, τὸν πλησιάζει καὶ σκύβει ἐπάνω του. Εἶναι ξένος ὁ πληγωμένος καὶ ἄγνωστος. Καὶ μάλιστα Ἰουδαῖος. Θὰ μποροῦσε νὰ τὸν περιφρονήση καὶ νὰ χαρῆ γιὰ τὸ πάθημά του. Ὁ τόπος εἶναι ἔρημος. Οἱ ληστὲς ἴσως βρίσκονται ἀκόμα κάπου ἐκεῖ κοντά. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ πάθη κι αὐτὸς τὰ ἴδια…
.          Ὁ Σαμαρείτης δὲν ζητάει νὰ τὸν δοῦν οἱ ἄλλοι τὴν ὥρα τῆς φιλανθρωπίας του. Δὲν θέλει νὰ τὸν ἐπαινέσουν, νὰ τὸν προβάλλουν. Δὲν θὰ ἔδινε, φυσικά, λόγο σὲ κανέναν ἂν δὲν σταματοῦσε νὰ βοηθήση, ὅπως οἱ δύο προηγούμενοι. Ἀκόμα, δὲν ἀρκεῖται σὲ εὐχές καὶ ἔκφραση συμπαθείας. Οὔτε ὑπολογίζει τοὺς κόπους ἢ τὸν χρόνο ἢ τὴν ζημιὰ ἀπὸ τὴν καθυστέρηση τῶν ἐργασιῶν του, ἢ τὰ ἔξοδα. Ὅλα αὐτὰ τὰ λησμονεῖ. Μπροστά του εἶναι ὁ ἀδελφὸς ποὺ ἔχει ἀνάγκη βοηθείας. Σκύβει πονετικὰ ἐπάνω του, πλένει τὶς πληγές του μὲ κρασί, τὶς Ἁπαλύνει μὲ λάδι, τὶς δένει πρόχειρα καὶ τὸν μεταφέρει στὸ πανδοχεῖο, ὅπου καὶ πληρώνει.

 Β) Χρειάζονται καὶ σήμερα

.          Καλοὶ Σαμαρεῖτες χρειάζονται καὶ σήμερα. Οἱ πληγωμένοι ἀπὸ ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους ἐχθροὺς εἶναι πολλοί. Γύρω μας, ἴσως καὶ πολὺ κοντά μας, ὑπάρχουν «ἡμιθανεῖς» καὶ πληγωμένοι ἀπὸ τὴν κακία τοῦ κόσμου ἢ ποικίλες συμφορές. Δὲν ὑπάρχει σχεδὸν σπίτι ποὺ νὰ μὴν ἔχη κάποια δοκιμασία. Σὲ ὅλους αὐτοὺς ἂς δείξουμε τόση ἀγάπη, ὅση θέλουμε νὰ μᾶς δείχνουν οἱ ἄλλοι στὶς περιπτώσεις ποὺ βρισκόμασθε σὲ δυσκολίες. «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», μᾶς τονίζει ὁ Κύριος.
.          Ὁ νομικὸς ρώτησε πῶς θὰ κερδίση τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ ὁ Κύριος τὸν παρέπεμψε στὸν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης. Ἡ θρησκεία μας δὲν εἶναι θεωρία. Εἶναι ζωὴ καὶ δράση. Εἶναι θυσία στὸν βωμό τῆς ἀγάπης. «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», σημαίνει νὰ σκεπτώμασθε τοὺς ἄλλους ὅπως καὶ τὸν ἑαυτό μας! Ποὺ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε πρέπει νὰ ἀποσπασθοῦμε ἀπὸ τὰ δεσμά μας, τὶς ὑποθέσεις μας, τὸ συμφέρον μας. Ὁ θεόπνευστος λόγος τονίζει: «χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων». Δηλαδὴ νὰ ζοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὲ τὴν σκέψη τῆς δυστυχίας τους. Νὰ ὑποφέρουμε μὲ τὸν πόνο τους. Ἀλλὰ κι αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Δὲν φθάνει νὰ συγκινῆσαι μέχρι δακρύων μπροστὰ σὲ μιὰ συμφορά. Πρέπει νὰ πλησιάζης τὸν ἄλλο, τὸν «πλησίον» καὶ νὰ προσφέρης ὅ,τι μπορεῖς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάνης τὰ πάντα. Μπορεῖς ὅμως νὰ σπογγίσης μερικὰ δάκρυα, νὰ μαλακώσεις μερικὲς πληγές, νὰ παρηγορήσης μὲ τὴν παρουσία σου, νὰ παρακινήσης καὶ ἄλλους, νὰ προσευχηθῆς.
.          Ἡ ἀγάπη εἶναι προσφορὰ ποὺ πάντα ἔχει καλὸ ἀντίκτυπο καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἴδιους ποὺ τὴν προσφέρουμε. Ὠφελούμεθα πρῶτα ἐμεῖς ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας. Τὸ ἔργο τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη, ἡ πραγματοποίηση τῆς θείας ἐντολῆς «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», εἶναι ἔργο πραγματικὰ θεῖο. Δίνει βαθιὰ ἱκανοποίηση καὶ γεμίζει χαρὰ τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης.

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ι΄ 25-37) Ο καλός Σαμαρείτης



ΚΥΡΙΑΚΗ  Η΄  ΛΟΥΚΑ (Λκ. ι΄ 25-37) 
Τό ἐρώτημα πού τίθεται στό Χριστό στή σημερινή παραβολή, ἄν καί ὄχι μέ καθαρή καί ἀνιδιοτελῆ διάθεση, εἶναι: «Διδάσκαλε, τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;». Αὐτό πού ποθεῖ ὁ ἄνθρωπος, βαθιά μέσα στήν ὕπαρξή του, εἶναι ἡ ζωή. Καί μάλιστα ζωή χωρίς τέρμα, χωρίς ὅρια, χωρίς περιορισμούς, αἰώνια. Ἡ ἀπάντηση ἀπό τό θεῖο Διδάσκαλο εἶναι μία: ὁ δρόμος γιά τή ζωή ὀνομάζεται ἀγάπη. Καί γιά νά γίνει πιό σαφής τονίζει πώς ἡ ἀγάπη ἔχει διπλή κατεύθυνση, πρός τό Θεό καί πρός τόν πλησίον. Ἐπειδή ὅμως ὁ νομοδιδάσκαλος δέν δείχνει νά καταλαβαίνει τή γεμάτη νόημα σημασία τῆς θείας ἐντολῆς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός παραθέτει τήν ἐξήγησή της μέ τήν παραβολή τοῦ σπλαχνικοῦ Σαμαρείτη.
Πηγή :Ιερά Μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης
Συνήθως, ὅταν ἀκοῦμε τήν παραβολή, νομίζουμε πώς ὁ Χριστός ἤθελε μέ αὐτήν νά ψέξει τούς ἀναίσθητους ἱερεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης σέ ἀντιδιαστολή μέ τό φιλεύσπλαχνο λαό ἤ νά περιγράψει τή «σωστή» συμπεριφορά. Ὅμως ὁ Χριστός δέν ξεχνᾶ τό ἀρχικό ἐρώτημα καί ὁ σκοπός του εἶναι νά ἐξηγήσει στόν ἀποροῦντα νομικό, στό λαό τῆς ἐποχῆς ἀλλά καί σ’ ἐμᾶς σήμερα τό πῶς κανείς ἀγαπώντας ὁδηγεῖται στή ζωή.
Ὁ ἱερέας καί ὁ λευίτης «κατά συγκυρίαν», τυχαία δηλαδή, βρέθηκαν κοντά στόν τραυματισμένο συμπατριώτη τους, ἐνῶ ὁ Σαμαρείτης, ἕνας ξένος καί ἀλλόθρησκος, ἦλθε ἐπίτηδες στόν «ἐμπεσόντα εἰς τούς ληστᾶς» ἄνθρωπο. «Σαμαρείτης δέ τίς ὁδεύων, ἦλθε κατ’ αὐτόν». Ὁ δρόμος ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, τήν πόλη τοῦ Θεοῦ, πρός τήν Ἱεριχῶ εἶναι ὁ δρόμος τοῦ θανάτου, ὁδός κατηφορική καί ἐπικίνδυνη γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, πού συμβολίζει τό βίο μας ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ κατευθείαν στό θάνατο.
Ὁ σπλαχνικός Σαμαρείτης, ἀδελφοί, δέν εἶναι κανένας ἄλλος παρά μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ νομικός ζητάει ἐπεξηγήσεις, νόμους καί θεωρίες γιά τό πῶς μπορεῖ κανείς νά σωθεῖ. Ὁ Χριστός δείχνει τό πρόσωπο πού μᾶς σώζει καί εἶναι ὁ Ἴδιος. Ἔρχεται στόν καταπληγωμένο καί ἐξουθενωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν ἀρρώστια, τή φθορά καί τό θάνατο ἄνθρωπο καί τόν σπλαχνίζεται, τόν ἀγαπᾶ πραγματικά χωρίς νά σκέφτεται τόν ἑαυτό του, τήν ὥρα πού χάνει, τούς κινδύνους πού διατρέχει. Ἐπιχέει ἔλαιο καί οἶνο. Τό λάδι παραπέμπει στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καί στήν ἰδιότητα πού ἔχει νά βοηθάει τούς ἀθλητές πού ἀλείφονταν μ’ αὐτό νά ξεγλιστροῦν ἀπό τίς παγίδες τοῦ ἀντιπάλου, τοῦ διαβόλου. Ὁ οἶνος θυμίζει τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τήν ἐγκέντριση, συσσωμάτωση καί συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στό ζωοποιό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Τό πανδοχεῖο, τέλος, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τό νοσοκομεῖο δηλαδή ὅπου ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται, ἀνακαινίζεται, βρίσκει τήν ὑγεία του, σώζεται εἰς τό διηνεκές.
Ἐμεῖς σήμερα, ἀδελφοί μου, ἐνῶ λέμε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί, ὅτι πιστεύουμε στό Χριστό, στήν οὐσία τοῦ δίνουμε θέση Σαμαρείτη, δηλαδή ξένου καί ἀλλοεθνῆ. Πρῶτον γιατί δέν συναντιοῦνται οἱ δρόμοι μας. Ἀνεβαίνουμε γιά λίγο στά Ἱεροσόλυμα ἀλλά κατεβαίνουμε ἀμέσως τήν ὁδό τοῦ θανάτου πρός τήν Ἱεριχῶ. Πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, ἀκοῦμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τακτοποιοῦμε τίς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις, ἀλλά ἡ ζωή μας δέν εἶναι ἐκκλησιαστική. Στά ἔργα μας δέν δίνουμε θέση στόν πλησίον, στόν ἐλάχιστο ἀδελφό του Χριστοῦ γιά τόν ὁποῖο Αὐτός σταυρώθηκε. Ὅ,τι κάνουμε ἀποσκοπεῖ στήν ἐξασφάλιση τῆς ἀτομικότητάς μας μόνο. Θεωροῦμε τήν Ἐκκλησία ὄχι χῶρο συνάντησης μέ τό Θεό μέσω τῶν ἀδελφῶν, ἀλλά κατάστημα ἱκανοποίησης θρησκευτικῶν ἀναγκῶν. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο κοινωνίας μέ τό Θεό καί τό συνάνθρωπο, δέν διαποτίζει τή ζωή μας ἀλλά ἐκλαμβάνεται ὡς μία θρησκευτική ὑποχρέωση ἀνεξάρτητη καί ἄσχετη μέ τούς ἄλλους.
Δεύτερον, ὅσο κι ἄν θεωροῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός μας, στήν οὐσία εἰσπράττει τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπαξίωσή μας γιατί δέν τοῦ δίνουμε τή θέση πού τοῦ πρέπει στήν καρδιά μας γι’ αὐτό καί δέν μποροῦμε νά γίνουμε κι ἐμεῖς πλησίον. Ὁ Χριστός ἔρχεται συνέχεια σ’ ἐμᾶς γιά νά μᾶς βρεῖ καί νά γίνει πλησίον μας. Ἀπομένει ὅμως νά ἔρθουμε καί ἐμεῖς σέ ἐπίγνωση τῆς κατάστασής μας. Νά καταλάβουμε ὅτι βαδίζουμε τήν ὁδό τοῦ θανάτου, ὅτι εἴμαστε ἑτοιμοθάνατοι. Τότε θά νιώσουμε τήν ἀνάγκη τοῦ Χριστοῦ καί θά ἀνοιχτοῦμε σ’ Αὐτόν. Ἡ συνάντηση μέ τό Χριστό εἶναι ἀδύνατη γιά ἀνθρώπους πού ἐνῶ εἶναι ἄρρωστοι, πιστεύουν ὅτι εἶναι καλά.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τήν προσεχῆ Πέμπτη ἀρχίζει, σύν Θεῶ, ἡ τεσσαρακοστή νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁρίστηκε νά διαβάζεται ἡ παραβολή αὐτή στήν ἀρχή τῆς περιόδου πού μᾶς ὁδηγεῖ στά Χριστούγεννα. Τά Χριστούγεννα γιορτάζουμε τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός πῆρε πάνω του τήν ἀνθρώπινη φύση ὅπως ἔκανε καί στήν παραβολή μας ὁ καλός Σαμαρείτης «ἐπιβιβάσας δέ αὐτόν ἐπί τό ἴδιον κτῆνος».
Ὁ Χριστός ἀνέλαβε τήν τραυματισμένη καί ἑτοιμοθάνατη φύση μας γιά νά τή θεραπεύσει καί νά τήν ἀναστήσει. Στίς Μεγάλες Ὧρες τῶν Χριστουγέννων θά ἀκούσουμε τόν προφήτη νά λέει γιά τό Χριστό : «οὐ ἡ ἀρχή ἐγενήθη ἐπί τοῦ ὤμου αὐτοῦ». Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐξουσία του φαίνεται στό γεγονός ὅτι παίρνει στόν ὦμο του, στίς πλάτες του «τόν ἐμπεσόντα εἰς τούς ληστᾶς» ἄνθρωπο γιά νά τόν ὁδηγήσει στή Βασιλεία Του, στόν καινούργιο κόσμο τοῦ φωτός, τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς ἀθανασίας. Ἀμήν.

Κυριακή Η' Λουκά: Ερμηνεία του Ευαγγελίου και Ομιλία περί θείας ευσπλαγχνίας και των καταχρωμένων αυτής (Αρχιεπίσκοπος Αστραχάν και Σταυρουπόλεως Νικηφόρος Θεοτόκης)

(Λουκά 10, 25-37)

Η παραβολή του καλού Σαμαρείτου

Από την ερμηνεία:

- Ποιοί ονομάζονταν νομικοί στα χρόνια του Ιησού;

- Ο νομικός ρώτησε τον Ιησού από προσωπικό ενδιαφέρον ή ρωτάει άλλον λόγο;

- Γιατί ο Ιησούς ρωτάει τον Νομικό τί είναι γεγραμμέν ο στο νόμο;

- Ο νομικός αναγκάζεται να προβάλλει τα λόγια του νόμου.

- Αφού ο νομικός δεν επίστευε στον Ιησούν Χριστόν, γιατί ο Κύριος του είπε να αγαπά τον Θεόν και τον πλησίον του για να κληρονομήσει την αιώνιον ζωή;

- Γιατί ο νομικός ρωτάει τον Ιησούν για το ποιός είναι ο πλησίον; Αγνοούσε την απάντηση ο ίδιος; Τί απάντησε ο Ιησούς διδάσκοντας;

- Τί συμβολίζει ο άνθρωπος που λήστευσαν στην παραβολή; Τί συμβολίζουν οι ληστές; Τί συμβολίζουν οι πληγές στο σώμα του θύματος;

- Τί συμβολίζει ο ιερεύς της παραβολής και τί ο Λευίτης; Τί συμβολίζει το γεγονός ότι αυτοί προσπερνούν τον πάσχοντα και δεν τον θεραπεύουν; Τί συμβολίζεται στο πρόσωπο του Σαμαρείτη και τί στις ενέργειές του;

- Τί συμβολίζει το έλαιον και ο οίνος που έβαλε ο Σαμαρείτης στις πληγές του τραυματισμένου;

- Τί συμβολίζει το γεγονός της επιβίβασης του τραυματισμένου στο ζώο του Σαμαρείτη;

- Τί συμβολίζει το πανδοχείο και τί ο πανδοχέας;

- Τί συμβολίζουν τα δύο δηνάρια;

-Τί σημαίνει το γεγονός ότι ο Σαμαρείτης υπόσχεται να επιστρέψει, πληρώνοντας όσα παραπάνω έξοδα γίνουν για την θεραπεία του τραυματισμένου;


Από την ομιλία:
- Το μεγάλο βάρος των αμαρτημάτων του ανθρώπου και η ευσπλαγχνία και το έλεος του Θεού μετά την μετάνοιά μας.

- Ακόμα κι αν η μετάνοια δεν είναι αυτοπροαίρετη, αλλά αναγκασμένη και βεβιασμένη (π.χ. από κάποια ασθένεια ή άλλη απειλή) και τότε η μετάνοια ισχύει. Ουδεμία αμαρτία νικά την ευσπλαγχνία του Θεού.

- Απέραντα είναι της ευσπλαγχνίας του Θεού τα όρια. Μια φωνή του ληστή στο σταυρό ήταν αρκετή για να λάβει την συγχώρηση από τον Κύριο.

- Ο Θεός είναι δίκαιος και εύσπλαγχνος. Ενεργεί η ευσπλαγχνία χωρίς να βλάπτεται η δικαιοσύνη Του.

- Πώς ενώ πέφτουμε στα ίδια αμαρτήματα, μπορούμε να ελπίζουμε στου δικαιοτάτου κριτού την συγχώρεση;

- Αυθάδης αυτός που περιμένει να μετανοήσει στο τέλος της ζωής του.

- Πώς συμβιβάζεται η δικαιοσύνη του Θεού με το γεγονός ότι μας συγχωρεί πολλές φορές την ίδια αμαρτία;

- Σε όλα τα παραδείγματα της Αγίας Γραφής θα συναντήσει κανείς την δικαιοσύνη του Θεού συμπεπλεγμένη με την ευσπλαγχνία Του. Ας μην καταχραζόμαστε την ευσπλαγχνία του Θεού γιατί θα βρεθούμε εμπρός στην δικαιοσύνη Του!

- Παράλογος και ισχυρογνώμων αυτός που απελπίζεται.

- Ο ευσεβής φοβάται περισσότερο την ευσπλαγχνία του Θεού παρά την δικαιοσύνη Του, γιατί γνωρίζει ότι αν παροργίσει την δικαιοσύνη καταφεύγει στην ευσπλαγχνία, εάν δε παροργίσει την ευσπλαχνία δεν θα έχει άλλο καταφύγιο!

ΤΙΣ ΕΣΤΙ ΜΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ; π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός




           Παρότι τα κριτήρια του ερωτήματος δεν ήταν άδολα, ο νομοδιδάσκαλος που πλησιάζει το Χριστό για να Τον δοκιμάσει, προκαλεί τον καθέναν από εμάς να προσπαθήσει να δώσει μαζί  με τον Κύριο την δική του απάντηση: «Τις εστί μου πλησίον;» (Λουκ. 10, 29). 
                 Ο Χριστός απαντά με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Δείχνει μέσα από αυτήν ότι για την Εκκλησία δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι πλησίον, αλλά και ότι ο καθένας μας καλείται να αποδείξει ότι θεωρεί τον άλλον πλησίον του «ποιήσας το έλεος μετ’ αυτού». Γιατί η έννοια του πλησίον δεν είναι θεωρία, ούτε ιδεολογία. Πηγάζει από την καρδιά μας, την ψυχή μας, την ισχύ μας, την διάνοιά μας και προϋποθέτει την μεταμόρφωση όλων αυτών των στοιχείων της ύπαρξής μας σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.
                Στην παραβολή καλός Σαμαρείτης είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος αγκαλιάζει τον τραυματισμένο από τους λογισμούς, τις πτώσεις του εγωκεντρισμού, την αμαρτία της αυτοθεοποίησης τον κάθε άνθρωπο. Δεν προσπερνά αδιάφορος, όπως οι τηρούντες τους νόμους, είτε αυτοί είναι θρησκευτικοί ταγοί είτε κάθε ιδεολογία και πολιτισμός που έχουν ως βάση «τους οικείους». Και η απόδειξη ότι ο Χριστός «ποιεί το έλεος μετ’ αυτού» είναι η φροντίδα των τραυμάτων με έλαιον και οίνον, δηλαδή με την προσωπική θυσία του Ιδίου του Χριστού, αλλά και με το γλυκασμό που το λάδι προκαλεί, την απόδειξη ότι ο Θεός συγχωρεί και ανακουφίζει τις πληγές και τις κάνουν να πονούνε λιγότερο. Η απόδειξη είναι η μεταφορά του τραυματισμένου στο πανδοχείο της Εκκλησίας. Είναι τα δηνάρια που καταβάλλει ο Κύριος, δηλαδή η παρακαταθήκη της αγάπης του οίνου και του ελαίου, που αφήνει στα μυστήρια της Εκκλησίας, ώστε ο τραυματισμένος άνθρωπος να γίνει καλά και η παραγγελία στον πανδοχέα, δηλαδή στον καθέναν που ζει τη ζωή της πίστης να είναι έτοιμος να προσδαπανήσει, δηλαδή να προσθέσει κι αυτός ό,τι χρειαστεί για τον πληγωμένο άνθρωπο. Η απόδειξη είναι ότι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων δεν θα λησμονήσει όσους Τον μιμηθούν, αλλά θα αποδώσει, όταν επανέλθει κατά τη Δευτέρα Παρουσία  στον καθέναν κατά τα έργα του.
                Πλησίον είναι ο άνθρωπος που ταξιδεύει από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Πλησίον είναι ο τραυματισμένος άνθρωπος, ο οποίος κείται αναίσθητος από τον πόνο και την κακία. Πλησίον είναι αυτός που δέχεται τη φροντίδα του Χριστού, χωρίς να μιλά. Και αμίλητος παραμένει καθόλη τη διάρκεια της παραβολής. Ούτε γίνεται αναφορά αν τελικά θεραπεύθηκε. Αν σηκώθηκε από την κλίνη της ασθενείας και  έκανε τελικά το ταξίδι του προς την Ιεριχώ. Ο Χριστός δεν ζητά από εμάς να υποχρεώσουμε τον άλλο να γίνει καλά, να τον σώσουμε αν δεν θέλει.  Ούτε θα μας ζητήσει λόγο αν ο πλησίον μας σώθηκε ή αν, παρά τις δικές μας προσπάθειες, εκείνος δεν ανένηψε ή αν ανένηψε ξαναπήγε στο δρόμο, όπου τον περιμένουν ληστές. Δεν είναι η αποτελεσματικότητα της θεραπείας που μετρά για τον Χριστό. Είναι η διάθεση να παλέψουμε. Δεν είναι «το ευχαριστώ» και η αποδοχή των πράξεών μας που περιμένει ο Χριστός. Άλλωστε ο τραυματισμένος άνθρωπος δεν μπορούσε να ευχαριστήσει τον Λυτρωτή του. Αυτό όμως δεν έκανε Εκείνον να αδιαφορήσει.
                Το ερώτημα «ποιος είναι πλησίον μου;» έρχεται έντονο και στη δική μας πραγματικότητα. Ιδίως στις μέρες μας δεν είναι αυτονόητα χριστιανική η απάντησή μας. Μάλλον μοιάζουμε περισσότερο με τον ιερέα και τον λευίτη ή, ακόμη χειρότερα, με τους ληστές της παραβολής. Οι τελευταίοι θεώρησαν ότι με την σωματική τους δύναμη ή με την δύναμη των όπλων τους μπορούσαν να εξουσιάσουν τον πλησίον τους. Έτσι, τον κλέβουν και τον τραυματίζουν και τον αφήνουν ημιθανή. Μοιάζουν σ’ αυτούς όλοι εκείνοι οι ιδεολογικοί, οικονομικοί, πολιτικοί και άλλοι άρχοντες, οι οποίοι κλέβουν τα στηρίγματα του ανθρώπου, τα αγαθά του, τις αξίες του, τις ελπίδες του, βρίσκοντάς τον να πορεύεται ανύποπτος στη ζωή του. Οι ιερείς και οι λευίτες, φοβισμένοι για τον εαυτό τους και την δική τους πορεία, αρνούνται να εκπληρώσουν το καθήκον τους, που δεν είναι απλώς να τελετουργούν ή να διατηρούν εξωτερικά ακέραιη την εικόνα των θεσμών που υπηρετούν, χωρίς να ενσκήπτουν στα ανθρώπινα τραύματα, ακόμη και με κίνδυνο της ίδιας τους της ακεραιότητας. Έτσι κλείνονται στον εαυτό τους, στην ξύλινη γλώσσα την οποία μιλούν και δεν μπορούν να δούνε τις βαθύτερες ανάγκες αυτού που είναι πληγωμένος. Ή, περιορίζουν τη φροντίδα τους, μόνο σ’ αυτούς που τους πλησιάζουν, στους «δικούς τους», χωρίς να είναι έτοιμοι να ανοιχτούν σε όλους, για να τους μεταφέρουν στο πανδοχείο της Εκκλησίας και να δώσουν στους τραυματισμένους την δυνατότητα να είναι υπεύθυνοι για όποιο δρόμο θα ακολουθήσουν.  
                Το χείριστο στην εποχή μας πάντως είναι ότι μέσα μας αρκετοί επιβραβεύουμε την βία των ληστών. Όντας στη δική μας ασφάλεια, είμαστε έτοιμοι να ισχυριστούμε ότι καλά να πάθει αυτός που έπεσε στα χέρια τους γιατί ταξίδευε μόνος του, γιατί είχε χρήματα επάνω του, γιατί δεν είχε όπλο να προστατεύσει τον εαυτό του. Αυτή τη βία όμως επιβραβεύουμε όταν αδιαφορούμε και για τα τραύματα των άλλων. Όταν κλεινόμαστε στο «εγώ»μας, στην «αυτάρκειά»μας, σ’ ένα αυτιστικό «εμείς», το οποίο δεν μπορεί να είναι ανοιχτό για τους μη όμοιους με εμάς. Όταν αποθεώνουμε τον ρατσισμό, πολιτικό και κοινωνικό και θρησκευτικό εναντίον όλων όσων δεν είναι σαν κι εμάς. Όταν είμαστε οπαδοί της καθαρότητας, όποιας μορφής: φυλετικής, ηθικής, θρησκευτικής, κοινωνικής. Όταν δεν σεβόμαστε την διαφορετικότητα του άλλου και δεν είμαστε ικανοί, αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, τουλάχιστον να σεβαστούμε και να προσευχηθούμε γι’ αυτόν που υποφέρει.
                «Ποιος είναι ο πλησίον μου;». Ο Χριστός απάντησε στο ερώτημα θυσιαζόμενος στο Σταυρό για τον κάθε άνθρωπο, όχι για να κάνει κήρυγμα, αλλά για να δείξει ότι η αληθινή αγάπη δεν περιμένει ανταπόδοση, αλλά γίνεται θυσία.  Και η θυσία δεν περιορίζεται στα υλικά, αλλά επεκτείνεται στα πάντα της ύπαρξης. Και δεν αρκεί να ζητούμε από τους άλλους να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Πρωτίστως χρειάζεται ο καθένας μας να κάνει αρχή στην πορεία μίμησης του Χριστού. Συγχωρώντας αυτόν που τον έβλαψε. Προσφέροντας σ’ αυτόν που συναντά στην πορεία της ζωής του. Προσευχόμενος. Κουβαλώντας με το «ίδιον κτήνος», δηλαδή με ό,τι έχει εύκαιρο από τα αγαθά του και τα χαρίσματα αυτόν που μπορεί στο πανδοχείο της Εκκλησίας. Για να ιαθεί με την χάρη των μυστηρίων από τα τραύματά του. Κι ας μην αναγνωρίσει ποτέ την ευλογία που θα πάρει, συνεχίζοντας τον δρόμο του στην Ιεριχώ του κόσμου τούτου, δηλαδή στην διαφθορά του εγωκεντρισμού και της αμαρτίας.

Κέρκυρα, 11 Νοεμβρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ι΄ 25-37)Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης



Τό ἐρώτημα πού τίθεται στό Χριστό στή σημερινή παραβολή, ἄν καί ὄχι μέ καθαρή καί ἀνιδιοτελῆ διάθεση, εἶναι: «Διδάσκαλε, τί πρέπει νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;». Αὐτό πού ποθεῖ ὁ ἄνθρωπος, βαθιά μέσα στήν ὕπαρξή του, εἶναι ἡ ζωή. Καί μάλιστα ζωή χωρίς τέρμα, χωρίς ὅρια, χωρίς περιορισμούς, αἰώνια. Ἡ ἀπάντηση ἀπό τό θεῖο Διδάσκαλο εἶναι μία: ὁ δρόμος γιά τή ζωή ὀνομάζεται ἀγάπη. Καί γιά νά γίνει πιό σαφής τονίζει πώς ἡ ἀγάπη ἔχει διπλή κατεύθυνση, πρός τό Θεό καί πρός τόν πλησίον. Ἐπειδή ὅμως ὁ νομοδιδάσκαλος δέν δείχνει νά καταλαβαίνει τή γεμάτη νόημα σημασία τῆς θείας ἐντολῆς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός παραθέτει τήν ἐξήγησή της μέ τήν παραβολή τοῦ σπλαχνικοῦ Σαμαρείτη.
Συνήθως, ὅταν ἀκοῦμε τήν παραβολή, νομίζουμε πώς ὁ Χριστός ἤθελε μέ αὐτήν νά ψέξει τούς ἀναίσθητους ἱερεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης σέ ἀντιδιαστολή μέ τό φιλεύσπλαχνο λαό ἤ νά περιγράψει τή «σωστή» συμπεριφορά. Ὅμως ὁ Χριστός δέν ξεχνᾶ τό ἀρχικό ἐρώτημα καί ὁ σκοπός του εἶναι νά ἐξηγήσει στόν ἀποροῦντα νομικό, στό λαό τῆς ἐποχῆς ἀλλά καί σ’ ἐμᾶς σήμερα τό πῶς κανείς ἀγαπώντας ὁδηγεῖται στή ζωή.
Ὁ ἱερέας καί ὁ λευίτης «κατά συγκυρίαν», τυχαία δηλαδή, βρέθηκαν κοντά στόν τραυματισμένο συμπατριώτη τους, ἐνῶ ὁ Σαμαρείτης, ἕνας ξένος καί ἀλλόθρησκος, ἦλθε ἐπίτηδες στόν «ἐμπεσόντα εἰς τούς ληστᾶς» ἄνθρωπο. «Σαμαρείτης δέ τίς ὁδεύων, ἦλθε κατ’ αὐτόν». Ὁ δρόμος ἀπό τά Ἱεροσόλυμα, τήν πόλη τοῦ Θεοῦ, πρός τήν Ἱεριχῶ εἶναι ὁ δρόμος τοῦ θανάτου, ὁδός κατηφορική καί ἐπικίνδυνη γιά τήν ἐποχή ἐκείνη, πού συμβολίζει τό βίο μας ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ κατευθείαν στό θάνατο.
Ὁ σπλαχνικός Σαμαρείτης, ἀδελφοί, δέν εἶναι κανένας ἄλλος παρά μόνο ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ νομικός ζητάει ἐπεξηγήσεις, νόμους καί θεωρίες γιά τό πῶς μπορεῖ κανείς νά σωθεῖ. Ὁ Χριστός δείχνει τό πρόσωπο πού μᾶς σώζει καί εἶναι ὁ Ἴδιος. Ἔρχεται στόν καταπληγωμένο καί ἐξουθενωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία, τήν ἀρρώστια, τή φθορά καί τό θάνατο ἄνθρωπο καί τόν σπλαχνίζεται, τόν ἀγαπᾶ πραγματικά χωρίς νά σκέφτεται τόν ἑαυτό του, τήν ὥρα πού χάνει, τούς κινδύνους πού διατρέχει. Ἐπιχέει ἔλαιο καί οἶνο. Τό λάδι παραπέμπει στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καί στήν ἰδιότητα πού ἔχει νά βοηθάει τούς ἀθλητές πού ἀλείφονταν μ’ αὐτό νά ξεγλιστροῦν ἀπό τίς παγίδες τοῦ ἀντιπάλου, τοῦ διαβόλου. Ὁ οἶνος θυμίζει τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τήν ἐγκέντριση, συσσωμάτωση καί συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στό ζωοποιό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Τό πανδοχεῖο, τέλος, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τό νοσοκομεῖο δηλαδή ὅπου ὁ ἄνθρωπος καθαρίζεται, ἀνακαινίζεται, βρίσκει τήν ὑγεία του, σώζεται εἰς τό διηνεκές.
Ἐμεῖς σήμερα, ἀδελφοί μου, ἐνῶ λέμε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί, ὅτι πιστεύουμε στό Χριστό, στήν οὐσία τοῦ δίνουμε θέση Σαμαρείτη, δηλαδή ξένου καί ἀλλοεθνῆ. Πρῶτον γιατί δέν συναντιοῦνται οἱ δρόμοι μας. Ἀνεβαίνουμε γιά λίγο στά Ἱεροσόλυμα ἀλλά κατεβαίνουμε ἀμέσως τήν ὁδό τοῦ θανάτου πρός τήν Ἱεριχῶ. Πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, ἀκοῦμε τό λόγο τοῦ Θεοῦ, τακτοποιοῦμε τίς θρησκευτικές μας ὑποχρεώσεις, ἀλλά ἡ ζωή μας δέν εἶναι ἐκκλησιαστική. Στά ἔργα μας δέν δίνουμε θέση στόν πλησίον, στόν ἐλάχιστο ἀδελφό του Χριστοῦ γιά τόν ὁποῖο Αὐτός σταυρώθηκε. Ὅ,τι κάνουμε ἀποσκοπεῖ στήν ἐξασφάλιση τῆς ἀτομικότητάς μας μόνο. Θεωροῦμε τήν Ἐκκλησία ὄχι χῶρο συνάντησης μέ τό Θεό μέσω τῶν ἀδελφῶν, ἀλλά κατάστημα ἱκανοποίησης θρησκευτικῶν ἀναγκῶν. Ἡ Θεία Εὐχαριστία, τό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο κοινωνίας μέ τό Θεό καί τό συνάνθρωπο, δέν διαποτίζει τή ζωή μας ἀλλά ἐκλαμβάνεται ὡς μία θρησκευτική ὑποχρέωση ἀνεξάρτητη καί ἄσχετη μέ τούς ἄλλους.
Δεύτερον, ὅσο κι ἄν θεωροῦμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός μας, στήν οὐσία εἰσπράττει τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπαξίωσή μας γιατί δέν τοῦ δίνουμε τή θέση πού τοῦ πρέπει στήν καρδιά μας γι’ αὐτό καί δέν μποροῦμε νά γίνουμε κι ἐμεῖς πλησίον. Ὁ Χριστός ἔρχεται συνέχεια σ’ ἐμᾶς γιά νά μᾶς βρεῖ καί νά γίνει πλησίον μας. Ἀπομένει ὅμως νά ἔρθουμε καί ἐμεῖς σέ ἐπίγνωση τῆς κατάστασής μας. Νά καταλάβουμε ὅτι βαδίζουμε τήν ὁδό τοῦ θανάτου, ὅτι εἴμαστε ἑτοιμοθάνατοι. Τότε θά νιώσουμε τήν ἀνάγκη τοῦ Χριστοῦ καί θά ἀνοιχτοῦμε σ’ Αὐτόν. Ἡ συνάντηση μέ τό Χριστό εἶναι ἀδύνατη γιά ἀνθρώπους πού ἐνῶ εἶναι ἄρρωστοι, πιστεύουν ὅτι εἶναι καλά.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τήν προσεχῆ Πέμπτη ἀρχίζει, σύν Θεῶ, ἡ τεσσαρακοστή νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁρίστηκε νά διαβάζεται ἡ παραβολή αὐτή στήν ἀρχή τῆς περιόδου πού μᾶς ὁδηγεῖ στά Χριστούγεννα. Τά Χριστούγεννα γιορτάζουμε τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, τό γεγονός ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεός πῆρε πάνω του τήν ἀνθρώπινη φύση ὅπως ἔκανε καί στήν παραβολή μας ὁ καλός Σαμαρείτης «ἐπιβιβάσας δέ αὐτόν ἐπί τό ἴδιον κτῆνος».
Ὁ Χριστός ἀνέλαβε τήν τραυματισμένη καί ἑτοιμοθάνατη φύση μας γιά νά τή θεραπεύσει καί νά τήν ἀναστήσει. Στίς Μεγάλες Ὧρες τῶν Χριστουγέννων θά ἀκούσουμε τόν προφήτη νά λέει γιά τό Χριστό : «οὐ ἡ ἀρχή ἐγενήθη ἐπί τοῦ ὤμου αὐτοῦ». Ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐξουσία του φαίνεται στό γεγονός ὅτι παίρνει στόν ὦμο του, στίς πλάτες του «τόν ἐμπεσόντα εἰς τούς ληστᾶς» ἄνθρωπο γιά νά τόν ὁδηγήσει στή Βασιλεία Του, στόν καινούργιο κόσμο τοῦ φωτός, τῆς ἀφθαρσίας καί τῆς ἀθανασίας. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Κυριακή Η Λουκά Ο Καλός Σαμαρείτης Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος


„Σήμερα κι εμείς περάσαμε όλο το πρωί στην παρουσία του Θεού, εκεί, όπου είναι παρών. Ακούσαμε πώς η φωνή Του μας μίλησε για την αγάπη. … Σε λίγο θα φύγουμε από το ναό. … Θα φύγουμε από εδώ, σκεφτόμενοι όλα όσα έχουμε ακούσει και μάθει σήμερα, συγκινημένοι και χαρούμενοι και θα προσπεράσουμε καθέναν που θα βρεθεί στο δρόμο μας, γιατί φοβόμαστε ότι τα προβλήματά τους μπορούν να μας στερούν την ησυχία ή να οδηγήσουν το νου και την καρδιά μας μακριά από το θαύμα της συνάντησης με τον Θεό, από την παρουσία Του? Αν φερθούμε έτσι, τότε λίγο έχουμε καταλάβει (ή ίσως καθόλου) το Ευαγγέλιο, τον Χριστό και τον Θεό.“ – από μια ομιλία του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούροζ (Μπλουμ) για την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη 
Θέλω να προσέξετε δυο ή τρία πράγματα από την παραβολή του σημερινού Ευαγγελίου. Εκεί λέγεται ότι κάποιος άνθρωπος πήγε από τα Ιεροσόλυμα στην Ιεριχώ. Στην Παλαιά Διαθήκη η Ιερουσαλήμ ήταν ο τόπος, όπου ζεί ο Θεός, όπου προσκυνήθηκε, όπου Του προσεύχονταν οι άνθρωποι. Εκείνος ο άνθρωπος ήταν στο δρόμο κάτω στην κοιλάδα. Από το βουνό, με θέα στον ουρανό, κατέβηκε εκεί, όπου περνάει η απλή ανθρώπινη ζωή.
Σ΄αυτό το δρόμο τον έπιασαν ληστές, πήρανε τα ρούχα του, τον χτύπησαν και τον άφησαν μισοπεθαμένο στο δρόμο. Πέρασαν τρεις άνθρωποι, ο ένας μετά τον άλλο. Και οι τρείς ήρθαν από εκεί, όπου ζει ο Θεός. Και οι τρεις προσκύνησαν τον Θεό και έκαναν τις προσευχές τους. Οι δύο από τους τρεις προσπέρασαν τον πληγωμένο. Στο Ευαγγέλιο λέγεται καθαρά, ότι ο ιερέας απλά τον προσπέρασε χωρίς να του δώσει σημασία. Ήταν ένας άνθρωπος καλά εξασφαλισμένος. Δεν μπορεί να τον αγγίξει - έτσι τουλάχιστον νόμιζε- η ανθρώπινη ανάγκη. Δεν έιχε καταλάβει τίποτα από τις προσευχές που διάβαζε προς το Θεό, ο οποίος είναι η ίδια η Αγάπη. Μετά προσπέρασε ο επόμενος, ένας λευίτης, δηλαδή ένας άνθρωπος που γνωρίζει την Αγία Γραφή, αλλά, όπως φαίνεται, δεν γνώρισε τον Θεό. Πλησίασε το μισοπεθαμένο, τον κοίταξε μια στιγμή και μετά συνέχισε τον δρόμο του. Ο νους του ήταν απασχολημένος με ψηλότερα πράγματα από μια ανθρώπινη ζωή ή το πάθος ενός ανθρώπου.
Και τέλος πάντων ήρθε ένας άνθρωπος που τον περιφρονούσαν οι εβραίοι απλά για την ύπαρξή του. Όχι εξαιτίας κάποιων προσωπικών, ηθικών ή άλλων αδυναμίων, αλλά απλά γιατί ήταν Σαμαρείτης – ένας απόβλητος. Αυτός σταμάτησε, όταν είδε τον πληγωμένο, γιατί ήξερε τί σημαίνει να είσαι απόβλητος, να είσαι μόνος, πώς νιώθεις όταν σε προσπερνάνε με περιφρόνηση. Έσκυψε επάνω στον πληγωμένο και έκανε ό,τι μπορούσε για να ανακουφίσει τον πόνο του. Τον έφερε σ΄ένα ήσυχο μέρος, όπου μπορεί να αναρρώσει. Όλα τα έξοδα τα ανέλαβε αυτός. Όχι μόνο τα έξοδα για τον πανδοχέα, για να φροντίζει τον πληγωμένο, αλλά ξόδεψε το δικό του καιρό, την δική του φροντίδα και τη δική του καρδιά. Τον φρόντισε με όλους αυτούς  τους δυνατούς τρόπους, με τους οποίους και εμείς μπορούμε να φροντίζουμε τους ανθρώπους γύρω μας.
Σήμερα κι εμείς περάσαμε όλο το πρωί στην παρουσία του Θεού, εκεί, όπου είναι παρών. Ακούσαμε πώς η φωνή Του μας μίλησε για την αγάπη. Ομολογήσαμε ότι πιστεύουμε σ΄αυτό το Θεό, ο οποίος είναι η ίδια η αγάπη, τον Θεό που παρέδωσε στο θάνατο τον Μονογενή Του Υιό για να μπορεί ο καθένας από μας – όχι μόνο σαν ομάδα, όλοι μαζί, αλλά ο καθένας από μας – να αποκτήσει την σωτηρία. Σε λίγο θα φύγουμε από το ναό. Στη διάρκεια της ερχόμενης βδομάδας, ή μέχρι να ρθούμε ξανά στην εκκλησία, θα συναντήσουμε πολλούς ανθρώπους. Θα τους φερθούμε όπως ο ιερέας ή ο λευίτης στην παραβολή? Θα φύγουμε από εδώ, σκεφτόμενοι όλα όσα έχουμε ακούσει και μάθει σήμερα, συγκινημένοι και χαρούμενοι και θα προσπεράσουμε καθέναν που θα βρεθεί στο δρόμο μας, γιατί φοβόμαστε ότι τα προβλήματά τους μπορούν να μας στερούν την ησυχία ή να οδηγήσουν το νου και την καρδιά μας μακριά από το θαύμα της συνάντησης με τον Θεό, από την παρουσία Του? Αν φερθούμε έτσι, τότε λίγο έχουμε καταλάβει (ή ίσως καθόλου) το Ευαγγέλιο, τον Χριστό και τον Θεό.
Και αν αναρωτηθούμε, όπως ο νεαρός ή ο νομοδιδάσκαλος: „Ποιός είναι ο πλησίον μου?“, η απάντηση του Χριστού είναι απλή: Αυτός, για τον οποίον πρέπει να είμαι πρόθυμος να παραμερίσω τα βαθιά συναισθήματα στην καρδιά μου και τις ψηλότερες σκέψεις, είναι ο καθένας. Κάθε άνθρωπος που χρειάζεται την  βοήθειά σου, σε κάθε επίπεδο, έστω να του δώσεις απλά λίγο φαϊ ή ένα μέρος να κοιμηθεί, έστω να τον ακούσεις προσεκτικά ή να τον φροντίσεις θερμά ή να είσαι απλά φιλικός μαζί του.
Αν όμως, κάποια μέρα (αυτή η μέρα μπορεί να μην έρθει ποτέ, αλλά μπορεί να έρθει και κάθε στιγμή) απαιτηθεί από μας κάτι πιο μεγάλο, τότε πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να αγαπάμε τον πλησίον μας, όπως μας το μαθαίνει ο Χριστός: πρόθυμοι να δώσουμε τη ζωή μας γι ᾽αυτόν. Το να δίνει κανείς τη ζωή του δεν σημαίνει να πεθάνει, αλλά να δώσει κάθε μέρα την φροντίδα σε όλους όσοι την χρειάζονται. Οι λυπημένοι χρειάζονται παρηγορία, οι χαμένοι στήριγμα, οι πεινασμένοι φαγητό, οι άστεγοι ρούχα, οι μπερδεμένοι μια λέξη που προέρχεται από εκείνη την πίστη, την οποία αντλούμε εδώ στην Εκκλησία και η οποία είναι η ζωή μας.
Ας φύγουμε από εδώ έχοντας στο νου μας αυτή την παραβολή. Όχι σαν ένα από τα πιο όμορφα διηγήματα που μας είπε ο Χριστός, αλλά σαν την άμεση όδο στην οποία μας καλεί ο Χριστός. Η παραβολή μας μαθαίνει πώς πρέπει να φερόμαστε ο ένας στον άλλον, τί προσεκτικά πρέπει να κοιτάζουμε γύρω μας, ξέροντας, ότι και μια μικρή τρυφερή κίνηση, μια θερμή λέξη, μια προσεκτική χειρονομία μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου που ζει μέσα στη μοναξιά. Ας μας βοηθήσει ο Θεός να γίνουμε όμοιοι του Καλού Σαμαρείτη σε κάθε επίπεδο της ζωής και σε σχέση με όλους τους ανθρώπους.
Αμήν

Κυριακή H΄ Λουκά - Το άπλωμα της αγάπης εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου



 
(Λουκ. ι΄25-35)                                (Εφεσ.β΄4-10)
Το άπλωμα της αγάπης
«Τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»
Η δυνατότητα αρμονικής συνύπαρξης με τους άλλους ανθρώπους στους ορίζοντες της αληθινής αγάπης, είναι ένα διαχρονικό θέμα, το οποίο έρχεται στην επιφάνεια και στις μέρες μας. Το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης υπαγορεύει μάλιστα ν’ αγγίξει κάποιος το ζήτημα όχι επιφανειακά αλλά ουσιαστικά. Γιατί δίνει απαντήσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η αληθινή κοινωνία και επικοινωνία των ανθρώπων. Η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη που προβάλλει το Ευαγγέλιο δίνει με σαφήνεια τις πιο αυθεντικές κατευθύνσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, μέσα από την τόσο ζωντανή αυτή παραβολή που έδωσε ο Κύριος, δίνεται απάντηση στο ερώτημα όχι μόνο στο ποιος είναι ο πλησίον μας αλλά κυρίως στο πώς εμείς ο καθένας από εμάς μπορεί να γίνει πλησίον για όλους τους άλλους.

Συχνότητες στείρας τυπολατρίας
Αφορμή για την παραβολή αυτή στάθηκε η απορία του νομικού απέναντι στον Ιησού για την αιώνια ζωή. Εφάρμοζε όλες τις εντολές του Θεού, αλλά όμως έμενε στους τύπους και δεν τολμούσε να εισχωρήσει στην ουσία, απ’ όπου θα ξεπρόβαλλε η αυθεντικότητα της αγάπης. 
Ο οδοιπόρος της παραβολής έπεσε σε ενέδρα ληστών. Τον εγκατέλειψαν άσπλαχνα μισοπεθαμένο μετά από την κακοποίησή του σ’ ένα ερημικό μέρος. Έτυχε να περνά από την περιοχή ένας ιερέας που υπηρετούσε στο ναό του Σολομώντος. Αντιλήφθηκε τον άνθρωπο εκείνο στην κατάντια που βρισκόταν, αλλά τον προσπέρασε αδιάφορος χωρίς να το βοηθήσει. Στη συνέχεια πέρασε και ένας λευϊτης από την περιοχή. Ήταν και αυτός λειτουργός του Νόμου και του Ναού. Τον είδε μισοπεθαμένο και εγκαταλειμμένο αλλά τον αντιπαρήλθε. Συνέχισε την πορεία του χωρίς να ευαισθητοποιηθεί. Στην περίπτωσή τους, ο ιερέας και ο λευϊτης επέλεξαν την προσκόλληση σε τύπους.
Σαμαρειτικό άνοιγμα
Η παραβολή μάς «προσγειώνει» στον τρίτο οδοιπόρο, ακριβώς για να μάς «απογειώσει» στους αιθέρες των κορυφογραμμών της αγάπης. Ένας Σαμαρείτης, λοιπόν, που ήταν εθνικός και θρησκευτικός εχθρός των Ισραηλιτών, είδε τον πληγωμένο. Παρά το γεγονός ότι ήταν Ιουδαίος δεν τον αντιπαρήλθε, δεν προσπέρασε αδιάφορα. Τον πλησίασε, τού έπλυνε τις πληγές με λάδι και κρασί, τις έδεσε, τον ανέβασε στο ζώο του, τον οδήγησε σ’ ένα κοντινό πανδοχείο και φρόντισε μέχρι τέλους για την κατάσταση του πληγωμένου. Η αγάπη που επέδειξε στην περίπτωση ο Σαμαρείτης ήταν αυθεντική και αληθινή. Και μάλιστα προς ένα άνθρωπο, ο οποίος σύμφωνα με τις τότε κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις, ήταν εχθρός του.
Το μεγαλείο της θεϊκής αγάπης
Η αγάπη του Σαμαρείτη παραπέμπει σαφώς στην αγάπη του Θεού. Η αγάπη αυτή αποκαλύφθηκε με την σταυρική του θυσία για να σώσει τον άνθρωπο. Απ’ αυτή την άποψη έχουμε και τη συμβολική ερμηνεία της παραβολής: ο καλός Σαμαρείτης είναι ο Χριστός. Αυτός που έπεσε στην ενέδρα των ληστών είναι ο άνθρωπος που κατασπαράσσεται από την αμαρτία που τον εγκαταλείπει «ημιθανή». Το πανδοχείο είναι η Εκκλησία, που ξεπροβάλλει ως η κιβωτός της σωτηρίας και της θεραπεία μας. Το λάδι και το κρασί είναι τα μυστήρια της μητέρας μας Εκκλησίας. Τα δύο δηνάρια, με τα οποία ο καλός Σαμαρείτης πλήρωσε το πανδοχείο, είναι η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Ο καλός Σαμαρείτης, ο Ιησούς Χριστός, αποκαλύπτει ότι η αγάπη του ανθρώπου δεν πρέπει να έχει όρια και περιορισμούς αλλά να απλώνεται χωρίς προϋποθέσεις προς όλους τους ανθρώπους. Είναι η αγάπη εκείνη που σώζει, γιατί πραγματικά κατήργησε το θάνατο και πρόσφερε στον άνθρωπο την αιώνια ζωή.
Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, στην οποία βλέπουμε ότι ο άνθρωπος κυριαρχείται από ένα πνεύμα απανθρωπισμού και αδιαφορίας για τον πλησίον του, η αγάπη, όπως αυτή αποκαλύπτεται αυθεντικά από τον ίδιο τον Κύριο, παραμένει το μοναδικό κριτήριο για ν’ απεμπλακούμε από τις όποιες κρίσεις αλλά κυρίως για να αφήσουμε τον εαυτό μας να λάμπει ως  «εικόνα του Θεού», με όλη την αρχοντιά που συνεπάγεται αυτό. Η αγάπη σ’ αυτή τη μορφή είναι η ουσία της ζωής, το θεμέλιο της Εκκλησίας, η οποία κατά τον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο ξεπροβάλλει ως ενότητα πίστης και αγάπης. Η πίστη και η ελπίδα διδάσκουν τον άνθρωπο να μην υποδουλώνεται στα υλικά αγαθά. Από την πλευρά της η αγάπη, όπως διαβεβαιώνει ο Διάδοχος Φωτικής, ενώνει την ψυχή με τις αρετές του Θεού.
Αγαπητοί αδελφοί, σε μια εποχή, η οποία αφήνει τον άνθρωπο να αισθάνεται μεγάλη αβεβαιότητα και ανασφάλεια, σε μια εποχή που ο άνθρωπος βιώνει αλλεπάλληλες διαψεύσεις από τα στηρίγματα που ο ίδιος έβαλε στη ζωή του, η αγάπη του Θεού είναι εκείνη που σώζει τον κόσμο. Αυτή όμως η αγάπη θέλει έκφραση. Καλούμαστε να την εκφράζουμε καθημερινά, να ακτινοβολεί μέσα από την ύπαρξή μας, από την οποία να αναδύεται η ελπίδα. Αυτό σημαίνει ότι η στροφή μας προς τον άλλο δεν πρέπει να μένει στη θεωρία και σε κούφια λόγια αλλά να μετουσιώνεται σε κίνηση που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξή μας και να αποκαλύπτεται ως συμφιλίωση, συγχώρεση, αποδοχή, ευγένεια, καλοσύνη, αμοιβαιότητα, πραότητα, αληθινή αγάπη.
Χριστάκης Ευθσταθίου (Θεολόγος) - Εκκλησία Κύπρου

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...