Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012

Συναξαριστής της 12ης Νοεμβρίου


 Ιωάννου Ελεήμονος, Νείλου του Ασκητή, Νείλου οσίου του Μυροβλύτου, Μαρτίνου του Θαυματουργού, Αχία προφ., Αρσακίου, Μαρτίνου Επισκόπου, των Αγίων Αντώνιου, Ζεβίνα, Γερμανού, Νικηφόρου και Μαραθούς, Λέωντος Πατριάρχη, Σάββα Νεομάρτυρα, Νικόλα Νεομάρτυρα, Ιωάσαφ Επισκόπου.


 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμονας Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας 
«Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται» λέει ὁ Κύριος στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία.
Καὶ τὰ λόγια του αὐτὰ βρίσκουν πλήρη τὴν ἐφαρμογή τους στὸ ὑπεράξιο τέκνο τῆς Κύπρου μας, τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Ἐλεήμονα, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο τῆς μεγάλης πόλεως Ἀλεξανδρείας.
Φυσικὰ ἡ φιλανθρωπία εἶναι χαρακτηριστικὸ γνώρισμα ὅλων τῶν ἁγίων.
Γιατί, ἡ ἀρετὴ αὐτή, ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους εἶναι καὶ ἡ πιὸ τρανὴ πιστοποίηση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὸν μεγάλο μας Πατέρα, τὸν Θεό, ὅπως ξεκάθαρα τονίζει καὶ ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὅμως τὴν φιλανθρωπία τὴν ἔκαμε κύριο μέλημα τῆς ζωῆς του, ὥστε ἡ Ἐκκλησία μας νὰ τοῦ δώσει καὶ τὸ τιμητικὸ προσωνύμιο τοῦ Ἐλεήμονος.
Τὴν ζωὴ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ φιλανθρώπου, μιὰ ζωὴ ἀληθινὰ χαριτωμένη καὶ ρωμαλέα, θὰ ἐκθέσουμε στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.
Εἶναι τόσο διδακτική, μὰ καὶ τόσο ἐνδιαφέρουσα εἰδικὰ γιὰ τὴν ἐποχή μας, ποὺ εἶναι μία ἐποχὴ ἄκρατου ἀτομισμοῦ.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης γεννήθηκε στὴν Ἀμαθούντα.  Ἡ Ἀμαθοῦς, ἦταν ἡ σημερινὴ Παλαιὰ Λεμεσός. Ἡ τωρινὴ πόλη τῆς Λεμεσοῦ λεγόταν τότε Νεάπολις. Μὲ τὸν καιρὸ ἡ Νεάπολις ἔγινε ἡ κύρια πόλη τῆς περιοχῆς, ἡ γνωστὴ Λεμεσός, ἐνῶ ἡ ἀρχαία Ἀμαθοῦς ἔμεινε στὶς ἡμέρες μας ἕνας ἄμορφος ἀρχαιολογικὸς χῶρος. Ὅταν ὁ Ἰωάννης πέρασε τὸ κατώφλι τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας καὶ μπῆκε στὴ νεανική, οἱ γονεῖς του, μετὰ ἀπὸ ἀρκετὲς πιέσεις, τὸν ἔπεισαν, παρὰ τὸν βαθύ του πόθο νὰ ἀφιερωθεῖ σὲ ἔργα ὑψηλότερα, ἔργα ὑπηρεσίας τῆς Ἐκκλησίας, νὰ δεχθεῖ καὶ νὰ ἀναλάβει τὸν ζυγὸ τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς.
Οἱ γονεῖς του Ἐπιφάνιος καὶ Εὐκοσμία εἶχαν μεγάλη κοινωνικὴ θέση καὶ ἦταν ἄνθρωποι ἐνάρετοι. Ὁ πατέρας του ἦταν ὁ φημισμένος κυβερνήτης τῆς νήσου καὶ εἶχε μεγάλα διοικητικὰ χαρίσματα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ λαός του πολὺ τὸν ἐκτιμοῦσε καὶ τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸν σεβόταν. Ἡ μητέρα του πάλι διακρινόταν ὄχι μόνο γιὰ τὰ σωματικά της χαρίσματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ ψυχικά. Κοντὰ σ’ αὐτοὺς καὶ σ’ ἕνα περιβάλλον πλούσια χριστιανικὸ εἶδε τὸ φῶς τῆς ζωῆς καὶ μεγάλωσε τὸ εὐτυχισμένο παιδί.
Ἀμφότεροι οἱ γονεῖς ποτισμένοι μὲ τὰ νάματα τῆς πίστης τοῦ Χριστοῦ, φρόντισαν μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια ἀπ’ τὴν πρώτη στιγμὴ νὰ ἀναθρέψουν τὸν Ἰωάννη τους «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Καὶ τὸ πέτυχαν.
Οἱ τόσες φροντίδες τους γι’ αὐτὸν εἶχαν καὶ τοὺς ἀνάλογους καρπούς. Ἄλλωστε τὸ «ὁ ἐὰν σπείρει ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» εἶναι τοῦ Κυρίου μας διαβεβαίωση. Καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς ἔσπειραν στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ τους μὲ προσοχὴ καὶ προσευχὴ τὰ σπέρματα τῆς εὐσέβειας. Δικαιολογημένα στὸν κατάλληλο καιρὸ καμαρώνουν τοὺς ὄμορφους καρποὺς τῶν κόπων τους. Εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι οἱ γονεῖς. Θαυμαστὸς καὶ τιμημένος ὁ καρπός, τὸ παιδί τους.
Ὁ Ἰωάννης κοντὰ στοὺς γονεῖς του ἀπέκτησε μία μόρφωση ἀληθινὰ ἀξιόλογη. Ἀπὸ τὰ μαθήματά του πιὸ πολὺ ἀγαποῦσε καὶ μελετοῦσε τὰ ἱερὰ γράμματα. Μέσα στὶς σελίδες τῶν ἱερῶν βιβλίων ἐντρυφοῦσε γιὰ ὦρες κάθε μέρα. Μέσα σ’ αὐτὲς βρῆκε τὸν «πολύτιμον μαργαρίτην». Καὶ γιὰ τὸν μαργαρίτη αὐτὸν δὲν δίστασε νὰ θυσιάσει τὰ πάντα, γιὰ νὰ τὸν κάμει κτῆμά του ἀναφαίρετο. Καὶ τὸν ἔκαμε. Ἡ συνέχεια τῆς περιγραφῆς τῆς ζωῆς του θὰ μᾶς τὸ δείξει.
Ἡ ὑποχώρησά του αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε πράξη ἀδυναμίας. Τουναντίον ὑπῆρξε μία πράξη δυνάμεως. Ἦταν μία θυσία τοῦ ἑαυτοῦ του γιὰ τὴ χαρὰ ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν στὸν κόσμο. Γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν γονιῶν του.
Ἡ οἰκογενειακὴ ζωὴ τοῦ Ἁγίου μας ὑπῆρξε πρότυπος. Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ «ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» εἶχε θρονιαστεῖ στὸ σπίτι τους. Δυὸ ἀγγελούδια μὲ τὴν σειρά, δῶρα τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὰ ἦρθαν νὰ αὐξήσουν τὴν χαρὰ στὴν εὐλογημένη οἰκογένεια.
Ἡ ἀνέφελη ὅμως ζωὴ δὲν ἔχει κάτι τὸ μόνιμο στὸν κόσμο αὐτό. Ὁ γαλανὸς οὐρανὸς τῆς οἰκογενειακῆς εὐτυχίας συννέφιασε κάποια ἡμέρα. Πρῶτα ἡ σύζυγος καὶ ὕστερα τὰ δυὸ παιδιὰ ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τὸ δρεπάνι τοῦ θανάτου καὶ ἔφυγαν σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα. Στὸ σπίτι ποὺ βασίλευε τὸ γέλιο καὶ ἡ χαρά, ἔχει στήσει τώρα τὸ σκιάχτρο του ὁ πόνος καὶ ὁ σπαραγμός. Στὸ κτύπημα αὐτὸ τὸ βαρὺ καὶ ἀσήκωτο γιὰ πολλούς, ὁ Ἰωάννης ἔδειξε ὅλο τὸ ψυχικό του μεγαλεῖο. Τὰ λόγια του πολύαθλου Ἰὼβ «ὁ Κύριος ἔδωκεν, ὁ Κύριος ἀφείλετο… εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» στριφογυρίζουν συνέχεια στὸ νοῦ του.
Καὶ παρηγορεῖται. Καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεό. Καὶ παίρνει τὴν ἀπόφαση σταθερὰ καὶ ἡρωικὰ νὰ ἀφιερωθεῖ πιὰ ἀποκλειστικὰ στὴν διακονία τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἡ ἀπόφαση ἔγινε ἔργο.
Ἡ ἀγάπη καὶ τὸ ἐνδιαφέρον του στὴν σύντροφό του καὶ τὰ σαρκικά του παιδιὰ διοχετεύονται τώρα πλούσια στὴ μεγάλη «οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ», τὴν Ἐκκλησία. Οἱ πονεμένοι καὶ οἱ βασανισμένοι, οἱ χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά, οἱ φτωχοὶ καὶ ἀπόκληροι τῆς ζωῆς γίνονται πιὰ οἱ προστατευόμενοι τοῦ μεγάλου φιλάνθρωπου.
Ἡ φήμη του διαδίδεται παντοῦ. Τὸ παράδειγμά του φωτίζει τὶς καρδιές. Καὶ ἡ ἀγάπη του, ἡ ἀνιδιοτελὴς καὶ πλούσια ἀγάπη του, διδάσκει καὶ συγκινεῖ μικροὺς καὶ μεγάλους. Οἱ χριστιανοὶ καμαρώνουν. Καὶ οἱ εἰδωλολάτρες θαυμάζουν καὶ ζητοῦν νὰ τὸν γνωρίσουν καὶ νὰ τὸν ἀκούσουν.
Ὁ λύχνος ὅμως πρέπει νὰ τεθεῖ καὶ στὸν ἀνάλογο λυχνοστάτη. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἁπλώσει καὶ νὰ σκορπίσει τὸ φῶς του πλατύτερα. Καὶ ἡ εὐκαιρία δόθηκε.
Τὸν καιρὸ ἐκεῖνο ὁ πατριαρχικὸς θρόνος τῆς Ἀλεξανδρείας εἶχε χηρέψει. Πρόκριτοι καὶ λαὸς μὲ μία φωνὴ καλοῦν στὴν ἱστορικὴ θέση τὸν Ἰωάννη. Ὁ πατρίκιος Νικήτας, ἔπαρχος τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐξάδελφος τοῦ αὐτοκράτορος Ἡρακλείου, μεταφέρει σ’ αὐτὸν τὴν λαϊκὴ παράκληση. Ὁ αὐτοκράτορας συγκατατίθεται, ἀλλὰ καὶ κατατοπίζεται, πὼς γιὰ νὰ πεισθεῖ ὁ Ἰωάννης νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν προσφερόμενη θέση, πρέπει νὰ ἀντιληφθεῖ, πὼς ὁ βασιλιὰς στὴν περίπτωση αὐτὴ ἑρμηνεύει τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα.
Οἱ μικροὶ μόνο, βλέπετε, ἐπιδιώκουν καὶ κυνηγοῦν τὰ ἀξιώματα. Οἱ μεγάλοι, καὶ ὅταν τοὺς προσφέρονται, τὰ ἀφήνουν καὶ φεύγουν. Αὐτὸ ἴσχυσε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἰωάννου. Ὁ αὐτοκράτορας ὅμως εἶναι κατατοπισμένος καὶ ἀποφασισμένος «καὶ ἄκοντα πρὸς τὸν θρόνον ἀναγαγεὶν τὸν Ἰωάννην». Καὶ τὸ ἔκαμε.
Κάλεσε τὸν Ἰωάννη καὶ τοῦ ἀνήγγειλε τὴν ἐπιθυμία του. Καὶ ἀκόμη τὸν πιέζει ν’ ἀποδεχθεῖ τὸ ὑψηλὸ ἀξίωμα καὶ ὑπούργημα. Ὁ Ἰωάννης ἀντιστέκεται. Τὸ ἱερὸ ἔργο μὲ τὶς τόσες εὐθύνες τὸν συνέχει. Προβάλλει διάφορες ἀντιρρήσεις γιὰ νὰ ξεφύγει. Τελικὰ ὅμως ὑποχωρεῖ. Καὶ ὑποχωρεῖ γιατί αἰσθάνεται, πὼς ἡ ἀπαίτηση τοῦ βασιλιὰ καὶ ἡ θέληση τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι κάτι τὸ ἀνθρώπινο. Τὰ βλέπει σὰν ἕνα μήνυμα τοῦ οὐρανοῦ πρὸς αὐτόν.
Κλίνει τὸν αὐχένα μὲ ταπείνωση καὶ παραδίδεται ἄνευ ὅρων στὴν τιμητικὴ κλήση ποὺ τοῦ γίνεται. Στὴν κλήση τοῦ Θεοῦ. Ὑποτάσσεται στὸ μήνυμα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ ἀναδεικνύεται γιὰ τὴν πόλη τοῦ Ἀλεξάνδρου, μὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο ἕνας ἄλλος Νεῖλος. Ἕνας Νεῖλος πνευματικός. Ἕνας Νεῖλος ποὺ ξεχύνει τὸ ρεῦμα τῆς ἀγάπης του πλούσια παντοῦ, γιὰ νὰ ποτίσει καὶ νὰ δροσίσει τὶς φλογισμένες ἀπὸ τὴ φτώχεια καρδιές. Κάτι περισσότερο.
Ὁ ποταμὸς ὁ Νεῖλος ἀρδεύει μόνο τὴν γῆ τῆς Αἰγύπτου. Ὁ πατριάρχης Ἰωάννης ξεχύνει ἄφθονα τὰ ἐλέη τῆς φιλανθρωπίας του καὶ πέραν ἀπὸ τὴ χώρα τῆς Αἰγύπτου. Γίνεται ποταμὸς ποὺ μεταδίδει τὴν ἀγάπη σὲ κάθε ὕπαρξη, ὅπου καὶ ἂν βρίσκεται.
Τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου ἱεράρχου μπορεῖ νὰ γεμίσει πολλές – πολλὲς σελίδες. Δὲν ὑπάρχει πτυχὴ ἀνέχειας καὶ δυστυχίας ποὺ νὰ μὴν ἀντιμετωπίστηκε μὲ ἀνιδιοτελὴ καὶ φλογερὴ ἀγάπη. Μόλις ἀνέβηκε στὸν θρόνο, ἡ πρώτη του πράξη ἦταν νὰ συγκαλέσει σὲ σύσκεψη τοὺς οἰκονόμους τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς καὶ ἀφοῦ τοὺς μίλησε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ποὺ ἕνας στοργικὸς πατέρας μιλάει στὰ παιδιά του, τοὺς ζήτησε, τί νομίζετε; Νὰ γυρίσουν ὅλη τὴν πόλη καὶ νὰ καταγράψουν μὲ τὸ ὄνομά τους «ὅλους τους κυρίους καὶ δεσπότας του». Κύριοι καὶ δεσπόται τοῦ Πατριάρχου ποιοὶ νομίζετε πῶς ἦταν; Τὴν ἐξήγηση δίνει ὁ ἴδιος.
— Ἐκείνους ποὺ σεῖς ἔχετε τὴ συνήθεια νὰ τοὺς ὀνομάζετε φτωχοὺς καὶ ζητιάνους, αὐτοὶ γιὰ μένα εἶναι «οἱ κύριοι καὶ δεσπόται» μου. Γιατί αὐτοὶ εἶναι ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κληρονομήσουμε τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἔτσι ὁ πονόψυχος ἱεράρχης ξεκινᾶ γιὰ τὸ μεγάλο ἔργο του. Μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀφοσιωμένων συνεργατῶν του, κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, μελετῶνται προσεκτικὰ τὰ διάφορα προβλήματα. Ὕστερα προγραμματίζεται ἡ ἐργασία. Ἀνοίγουν οἱ καρδιές. Ἀνοίγουν τὰ χέρια. Ἀνοίγουν τὰ ταμεῖα. Τὰ σχέδια ὑλοποιοῦνται.
Καὶ σὲ λίγο καιρὸ ἡ Ἀλεξάνδρεια γίνεται ἀγνώριστη. Νοσοκομεῖα, πτωχοκομεῖα, ξενῶνες γιὰ τοὺς περαστικούς, μαιευτήρια γιὰ τὶς ἄπορες μητέρες, ὀρφανοτροφεῖα γιὰ τὰ ὀρφανὰ καὶ ἀπροστάτευτα παιδιά, συσσίτια γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ ἕνα σωρὸ ἀλλὰ ἔργα ἀγάπης προβάλλονται παντοῦ. Ἡ φιλανθρωπία ὀργανώνεται ὑποδειγματικά.
Οἱ βοηθοὶ τοῦ Πατριάρχου δὲν εἶναι ὑπάλληλοι ποὺ πᾶνε νὰ μοιράσουν «βοηθήματα» γιὰ νὰ ξεφορτωθοῦν κάποιους ὀχληροὺς ἐπισκέπτες. Μὲ τὴν φωτισμένη καὶ ἐμπνευσμένη καθοδήγησή του, εἶναι ἕνας στρατός, ἕνας εἰρηνικὸς στρατὸς – στρατὸς ἀγάπης – ποὺ αὐθόρμητα καὶ ἐθελοντικὰ δίνει κάθε μέρα τὴν μάχη ἐνάντια στὸν πόνο καὶ τὴν δυστυχία.
Καὶ τοῦ στρατοῦ αὐτοῦ κινητήριος μοχλός, πρωτοστάτης καὶ καθοδηγητὴς ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ποὺ ξέρει νὰ θυσιάζει καθημερινὰ καὶ χρῆμα καὶ κόπο καὶ ἀνάπαυση γιὰ τὸ ποίμνιό του, τοὺς χριστιανούς του. Ὁ ποιμὴν ποὺ τίποτα ἄλλο δὲν βλέπει μπροστά του παρὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν «ὑπὲρ ὢν Χριστὸς ἀπέθανε».
Γι’ αὐτὸ καὶ περίπατός του, ξεκούρασμά του, ψυχαγωγία του εἶναι οἱ ἐπισκέψεις του στὰ πονεμένα παιδιά του καὶ ἡ παρουσία του ἐκεῖ ποὺ «ἐφιλοσοφεῖτο ὁ πόνος» καὶ ἡ ἀγάπη του εἶχε στήσει τρανὸ τὸ βασίλειό της.Καινούργιοι ναοί.
Ὀργάνωση τοῦ κηρύγματος. Οἱ φροντίδες τοῦ καλοῦ καὶ φλογεροῦ ποιμένος δὲν περιορίστηκαν μόνο στὴν ἀνακούφιση τῆς φτώχειας καὶ τῆς δυστυχίας. Πιὸ ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς ἀπὸ τὴν ἀνέχεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι «ὁ λιμὸς τοῦ ἀκοῦσαι λόγον Κυρίου» μὲ ὅλα τὰ ἐπακόλουθά του. Γιὰ τὴν θεραπεία καὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης μεριμνᾶ ὁ στοργικὸς πατέρας.
Κτίζει ναούς. Ὅταν ἀνέλαβε στὰ χέρια τὸ πηδάλιο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἀλεξανδρέων ὑπῆρχαν μόνον ἑπτὰ ναοί. Σὲ λίγο χρονικὸ διάστημα ὁ φλογερὸς ἱεράρχης τοὺς δεκαπλασίασε. Ἑβδομήντα ὀρθόδοξοι ναοὶ ἔχουν ὑψωθεῖ σὲ διάφορα μέρη τῆς ξακουστῆς πόλεως, ἀληθινὰ στολίδια καὶ λιμάνια παρηγοριᾶς καὶ σωτηρίας ψυχῶν.
Οἱ ναοὶ ἐπανδρώνονται ἀνάλογα. Εὐλαβεῖς καὶ ἀφοσιωμένοι ἱερεῖς ἀναλαμβάνουν τὴν διδασκαλία καὶ καθοδήγηση τῶν πιστῶν. Ἡ διαφώτιση προσφέρεται μὲ ζῆλο. Τὰ ζιζάνια τοῦ κακοῦ, τῶν αἱρέσεων καὶ τῆς ἁμαρτίας ξεριζώνονται τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ἡ ἀδικία τῶν δυνατῶν τῆς ἡμέρας καταπολεμεῖται. Τὰ πάντα διατίθενται μὲ σύστημα καὶ προσοχὴ γιὰ τὴ δημιουργία μιᾶς καινούργιας κοινωνίας. Μιᾶς κοινωνίας στὴν ὁποία νὰ βασιλεύει τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ.
Γιὰ τὴ δημιουργία αὐτῆς τῆς κοινωνίας ὁ φλογερὸς Πατριάρχης προσφέρει τὰ πάντα. «Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους». Νὰ τὸ σύνθημα τῆς ζωῆς του. Γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲν ξέρει νὰ κρατήσει, παρὰ ὅτι τοῦ ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ μία ζωὴ πολὺ ἁπλὴ καὶ φτωχική. Ἀσκητικὸ τὸ κελί του. Φτωχικὸ τὸ φαγητό του. Πρόχειρο τὸ στρῶμα του. Κοινὰ τὰ σκεπάσματά του. Τριμμένο τὸ ράσο του. Ὅτι καλὸ καὶ φανταχτερὸ τὸ μοιράζει στοὺς ἄλλους.
Κάποτε ἕνας πλούσιος ποὺ τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ καὶ εἶδε τὴν φτώχεια ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ κελὶ τοῦ φιλάνθρωπου Ἐπισκόπου, ἔσπευσε νὰ ἀγοράσει πολύτιμο πάπλωμα καὶ τοῦ τὸ πῆγε μὲ τὴν παράκληση νὰ τὸ κρατήσει καὶ νὰ προσεύχεται γι’ αὐτὸν κάθε φορά, ποὺ θὰ τὸ χρησιμοποιοῦσε. Ἡ λεπτὴ ψυχὴ τοῦ Πατριάρχου συγκινήθηκε ἀπὸ τὴν εὐγενικὴ καὶ πλούσια προσφορά.
Νὰ τὸ στείλει πίσω, δὲν τὸ θέλει. Ἡ καλοκάγαθη ψυχή του δὲν δέχεται νὰ λυπήσει τὸν πονετικὸ ἐκεῖνον ἄνθρωπο.
Τὸ κρατᾶ. Τὸ βράδυ δοκιμάζει νὰ τὸ χρησιμοποιήσει. Ξάπλωσε καὶ τὸ ἔριξε ἐπάνω του. Ἡ ζεστασιὰ ποὺ τοῦ προσφέρει δὲν τὸν ἀφήνει νὰ κλείσει μάτι. Ἡ σκέψη του στρέφεται συνέχεια στοὺς φτωχούς του. Μπροστά του παρελαύνουν ὅλες οἱ πονεμένες μορφές. Ἄγρυπνος σχεδὸν ὅλη τὴ νύχτα στριφογυρίζει στὸ κρεβάτι του.
Τὸ πρωὶ χωρὶς νὰ χάσει καιρό, παίρνει τὸ πάπλωμα καὶ τὸ στέλλει στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ πουληθεῖ. Κατὰ μία ἀγαθὴ σύμπτωση, ἀπὸ τὸ κατάστημα ποὺ ἦταν ἐκτεθειμένο τὸ πάπλωμα γιὰ πώληση, πέρασε ὁ καλὸς δωρητής. Τὸ εἶδε καὶ τὸ ἀναγνώρισε.
Ἀντελήφθηκε τὸν σκοπὸ τοῦ πονόψυχου πνευματικοῦ πατέρα. Ἀγοράζει καὶ πάλι τὸ σκέπασμα καὶ τὸ ξαναστέλνει στὸν Ἅγιο. Καὶ αὐτὸς πρόθυμα τὸ δέχεται τούτη τὴν φορά. Ὄχι γιὰ νὰ τὸ κρατήσει καὶ τὸ χρησιμοποιήσει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ πουλήσει καὶ τὰ χρήματα νὰ τὰ διαθέσει γιὰ τοὺς φτωχούς του.
Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πολύτιμο πάπλωμα στάλθηκε καὶ πάλι στὴν ἀγορά.
Ὁ πλούσιος δωρητὴς τὸ βλέπει, τὸ ἀγοράζει καὶ τὸ ξαναστέλνει γιὰ τρίτη φορὰ στὸν Πατριάρχη μὲ τὴν βαθιὰ παράκληση νὰ τὸ κρατήσει γιὰ νὰ μὴν κρυώνει τὴ νύχτα. Καὶ καλοκάγαθος ἱεράρχης τότε τοῦ ἁπαντὰ μὲ τὴν γνωστὴ χαριτωμένη διάθεσή του:
— «Γιὰ νὰ δοῦμε, ἀδελφέ μου, ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυό μας θὰ κουρασθεῖ καὶ θὰ παραιτηθεῖ πρῶτος. Σὺ νὰ τ’ ἀγοράζεις καὶ νὰ μοῦ τὸ στέλνεις ἢ ἐγὼ νὰ τὸ παίρνω καὶ νὰ τὸ πουλῶ».
Τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου μας τὸ βλέπουμε σ’ ὅλα τὰ κατορθώματα τῆς ἡρωικῆς ἀγάπης του. Μὰ ἡ περίπτωση τῆς ἁλώσεως τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων ἀπὸ τοὺς Πέρσες προβάλλει κατὰ ἕνα μοναδικὸ τρόπο τὸν πλοῦτο τῆς καλοσύνης τῆς ὑπέροχης ψυχῆς του καὶ τὴν ἀπίστευτη ἱκανότητά του νὰ ἀντιμετωπίζει καὶ νὰ λύει κατὰ τὸν πιὸ φυσικὸ τρόπο καὶ τὰ δυσκολότερα φιλανθρωπικὰ προβλήματα καὶ ἔργα.
Στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰώνα (614 μ.Χ.) ὁ βασιλιὰς τῶν Περσῶν Χοσρόης μὲ πολὺ στρατὸ πέρασε τὸν Εὐφράτη, κατέλαβε πόλεις καὶ χωριὰ καὶ ἔφτασε μπροστὰ στὴν Ἁγία Πόλη. Ἀπὸ ὅπου περνοῦν τὰ στρατεύματά του σκορποῦν παντοῦ τὴν ἐρήμωση καὶ τὴν καταστροφή. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ ἡ μανία τους ξέσπασε ἀσυγκράτητη ἦταν στὴν Ἱερουσαλήμ.
Ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ παραδόθηκε χωρὶς ἔλεος στὴν φωτιὰ καὶ τὸ μαχαίρι. Ἡ ἑβραϊκὴ κακία καὶ ἀναλγησία συμπλήρωσε τὸ ἔργο τοῦ ἐξολοθρεμοῦ. Χιλιάδες πιστοὶ φονεύθηκαν. Σαράντα τέσσερις μοναχοὶ τῆς ἱστορικῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Σάββα, «οἱ Ἁγιοσαββίτες» σφάχτηκαν σὰν ἀρνιά. Ὁ τάφος τοῦ Κυρίου καὶ ὁ περίπυστος ναὸς τῆς Ἀναστάσεως λεηλατήθηκαν καὶ παραδόθηκαν στὴ φωτιά. Τὰ ἱερὰ σκεύη μαζὶ μὲ τὸν Τίμιο Σταυρὸ ἁρπάχτηκαν ἀπὸ τὰ βέβηλα χέρια. Καὶ ὁ Πατριάρχης Ζαχαρίας αἰχμάλωτος σέρνεται στὴν ἐξορία.
Τὰ ἀπομεινάρια τῆς θλιβερῆς καταστροφῆς μὲ τὸν τρόμο ζωγραφισμένο στὸ πρόσωπό τους παίρνουν τὸν δρόμο τῆς προσφυγιᾶς μὲ σύντροφο τὸ δάκρυ καὶ τὸ κλάμα. Ποιὸς θὰ φροντίσει γι’ αὐτούς; Ποιὸς θὰ ἀναλάβει τὴν περίθαλψη καὶ τὴν φιλοξενία τους;
Ὁ ἐλεήμων Πατριάρχης. Ὁ στοργικὸς πατέρας. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ πνίγει τὸν ἀσήκωτο πόνο καὶ ρίχνεται μ’ ὅλη τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς του στὸ ἔργο. Ὀργανώνει συνεργεῖα καὶ κατὰ ἕνα τρόπο ἐκπληκτικὸ δέχεται τοὺς πρόσφυγες, τοὺς παρηγορεῖ, τοὺς ἐνισχύει, τοὺς τακτοποιεῖ. Κοντά του οἱ ναυαγοὶ αὐτοὶ τῆς ζωῆς βρῆκαν περίθαλψη, ἀγάπη, λιμάνι στοργῆς.
Ὁ μεγάλος μας ἱστορικὸς καὶ ἀκαδημαϊκὸς Κ. Ἄμαντος γιὰ τὴν δραστηριότητα αὐτὴ τοῦ Ἁγίου μας τονίζει: «Περιέθαλψε τοὺς πρόσφυγας κατὰ τρόπον μοναδικόν, ἄγνωστον μέχρι τότε εἰς τὴν ἱστορίαν».
Θαυμαστὴ ὑπῆρξε ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀγωνιστοῦ Πατριάρχη. Ὑπάκουος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἀπαρνήθηκε τὰ πάντα στὸν κόσμο αὐτό, γιὰ νὰ Τὸν ὑπηρετήσει.
Ὅσο καιρὸ ζοῦσε στὴ γῆ, ἡ ματιά του ἦταν προσηλωμένη στὸν οὐρανὸ καὶ γι’ αὐτὸν κτυποῦσε συνέχεια ἡ καρδιά του. Κίνητρό του σὲ ὅλα εἶχε τὴν βαθιὰ ἀγάπη του στὸν Θεὸ καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἀγάπη ἄρχισε τὴν ἀρχιερατεῖα του. Μὲ τὴν ἀγάπη τὴν φλογερὴ καὶ ἁγία, συμπληρώνει τὴν ζωή του καὶ παραδίδει τὴν ψυχή του στὸν Θεὸ στὸν τόπο ποὺ γεννήθηκε καὶ εἶδε τὸ φῶς γιὰ πρώτη φορά, στὴν Ἀμαθούντα τῆς Κύπρου.
Ὕστερα ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις τοῦ πατρικίου Νικήτα, ἐξάδελφου τοῦ αὐτοκράτορας, ὁ Ἅγιος μας δέχτηκε νὰ τὸν συνοδεύσει ὡς τὴν Πόλη, γιὰ νὰ προσφέρει τὶς εὐλογίες του στὸν αὐτοκράτορα ποὺ πολὺ τὶς ζητοῦσε.
Μὲ δάκρυα ἀποχαιρέτησε τ’ ἀγαπημένα παιδιά του, μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ξεκίνησε. Ὅταν ἔφτασαν στὴν Ρόδο, ἕνα ὅραμα τὸν καλεῖ στὴν Κύπρο. «Ἔλα, μὴν ἀργεῖς, τοῦ εἶπε ἕνας μεγαλόπρεπος καὶ φωτεινὸς ἄνδρας. Ἔλα! Ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων σὲ προσκαλεῖ».
Ὁ Ἅγιος ἀντιλήφθηκε. Δὲν ἦταν ἀνάγκη νὰ πολυβασανίσει τὸ μυαλό του. Τὸν καλοῦσε ὁ Κύριος. Φώναξε τὸν ἄρχοντα καὶ τοῦ φανέρωσε τὸ ὅραμα:
«Ἄρχοντά μου, τοῦ εἶπε. Σὺ θέλησες τὴν ἀναξιότητά μου νὰ παρουσιάσεις στὸν βασιλιὰ τῆς γῆς. Ὁ Βασιλιὰς τοῦ Οὐρανοῦ ὅμως δὲν τὸ θέλει. Μὲ προσκαλεῖ κοντά του».
Μὲ βαθιὰ συγκίνηση ὁ ἄρχοντας ἀποχαιρέτησε τὸν πνευματικό του πατέρα. Μὲ τιμὲς τὸν προπέμπει στὴν Κύπρο. Ἔξω ἀπὸ τὴν σημερινὴ Λεμεσὸ ἔγραψε τὴν διαθήκη του. Τὸ κείμενό της εἶναι σύντομο, μὰ πολὺ περιεκτικό. Σ’ αὐτὴν μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει:
«Σ’ εὐχαριστῶ, Κύριε καὶ Θεέ μου, γιατί μὲ ἀξίωσες, τὰ δῶρα ποὺ Σύ μοῦ ἔδωσες, νὰ σοῦ τὰ προσφέρω πίσω. Σ’ εὐχαριστῶ, ἀκόμη ποὺ ἄκουσες τὴν προσευχή μου καὶ στὴν κατοχή μου τώρα ποὺ πεθαίνω δὲν ἔμεινε παρὰ «ἕνα τρίτον νομίσματος», τὸ ὁποῖον προστάζω νὰ δοθεῖ στοὺς φτωχοὺς ἀδελφούς μου.
Ὅταν μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ἔγινα ἐπίσκοπος τῆς Ἀλεξανδρείας, βρῆκα στὰ ταμεῖα τῆς ἐπισκοπῆς μου ὀκτῶ χιλιάδες περίπου λίτρες χρυσοῦ. Μὲ τὶς γενναιόδωρες προσφορὲς φιλοχρίστων ἀνθρώπων, κατόρθωσα νὰ συγκεντρώσω ἀμύθητα ποσά. Τὰ ποσὰ αὐτά, ἐπειδὴ ἤξερα, πὼς εἶναι δῶρα τοῦ βασιλιὰ τῶν ὅλων, Χριστοῦ, τὰ ἐπέστρεψα μὲ ἐπιμέλεια καὶ προσοχὴ στὸν Θεό, στὸν ὁποῖο καὶ ἀνήκουν. Σ’ Αὐτὸν παραδίδω τώρα καὶ τὴν ψυχή μου».
Ὑπέροχα λόγια ἀληθινοῦ Ἁγίου. Σὲ λίγο ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀμαθοῦντος κήδεψαν τὸ ἅγιο λείψανο μὲ δάκρυα καὶ τιμὲς στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Τύχωνος.
Νὰ τί πέτυχε μία ἁγνὴ χριστιανικὴ καρδιά. Τὰ χρόνια θὰ ἐναλλάσσονται, μὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος θὰ μείνει πάντα ὁλοζώντανο καὶ φωτεινό, γιὰ νὰ διαλαλεῖ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τί μπορεῖ νὰ πετύχει στὴ ζωὴ ἕνας καὶ μόνον ἄνθρωπος, ὅταν αὐτὸς εἶναι γνήσιος χριστιανὸς «θείῳ ζήλῳ πεπυρωμένος».
Στὴν ἐποχὴ αὐτὴ τοῦ ὑλισμοῦ καὶ ἀτομισμοῦ θερμὴ ἂς ἀναβαίνει καθημερινὰ ἀπὸ κάθε χριστιανικὴ καρδιὰ ἡ προσευχή. Τὸ παράδειγμα τοῦ φλογεροῦ ἐπισκόπου νὰ βρεῖ καὶ σήμερα μιμητές. Πολλούς τῆς ἐλεημοσύνης ἐργάτες καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμονος γνήσιους μιμητές.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν τῇ ὑπομονῇ σου ἐκτήσω τὸν μισθόν σου Πάτερ Ὅσιε, ταῖς προσευχαῖς ἀδιαλείπτως ἐγκαρτερήσας, τοὺς πτωχοὺς ἀγαπήσας, καὶ τούτοις ἐπαρκέσας. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Ἰωάννη Ἐλεῆμον μακάριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὸν πλοῦτον τὸν σόν, ἐσκόρπισας τοῖς πένησι, καὶ τῶν οὐρανῶν, τὸν πλοῦτον νῦν ἀπείληφας, Ἰωάννη πάνσοφε· διὰ τοῦτο πάντες σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες τὴν μνήμην σου, τῆς ἐλεημοσύνης ὦ ἐπώνυμε.
Μεγαλυνάριον.
Ἐλεημοσύνης ὁ ποταμός, ὁ τῆς εὐσπλαγχνίας, διανέμων ἐπιρροάς, καὶ καταπιαίνων, ἀπόρων τὰς καρδίας, ὁ μέγας Ἰωάννης, ὑμνολογείσθω μοι.
Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητὴς
Γι’ αὐτὸν ἀναφέραμε στὸ βιογραφικὸ σημείωμα τοῦ γιοῦ του Θεοδούλου, ποὺ ἡ μνήμη του γιορτάζεται τὴν 14η Ἰανουαρίου.
Ἀλλὰ ὁ Σ. Εὐστρατιάδης στὸ Ἁγιολόγιό του γράφει καὶ τὰ ἑξῆς: «Οὗτος ἣν διάσημος ἐν λόγοις καὶ ἐν ἀξιώματι, ἔπαρχος Κωνσταντινουπόλεως καὶ εὐσεβέστατος, ζῶν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου (379 – 395) εἰκάζω μᾶλλον ἐπὶ Θεοδοσίου τοῦ Β’ (408 – 450), κατὰ δὲ τὸν Συναξαριστὴν Νικόδημου (οὐχὶ ὀρθῶς) ἐπὶ Μαυρικίου (582 – 602), συζευχθεῖς μετὰ γυναικὸς ἀπέκτησε τέκνα δύο, ἓν ἄρρεν καὶ ἓν θῆλυ, ἀλλὰ ἄσβεστον ζῆλον ἔχων πρὸς τὴν μοναχικὴν πολιτείαν, κατέπεισε τὴν σύζυγον αὐτοῦ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἦλθον εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἐκεῖ διεχωρίσθησαν ἀπ’ ἀλλήλων, καὶ ἡ μὲν γυνὴ ἔλαβε μεθ’ ἑαυτῆς τὸ θυγάτριον, ὁ δὲ Νεῖλος τὸν υἱὸν αὐτοῦ Θεόδουλον, μεθ’ οὗ ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος Σινᾶ πρὸς ἄσκησιν ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπιπεσόντες βάρβαροι ἀπήγαγαν μεταξὺ ἄλλων καὶ τὸν υἱὸν αὐτοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἔκλαιε καὶ ἐθρήνει πικρῶς (Ἀθβάδες τριάκοντα ὀκτὼ οἱ ἐν Σινᾷ, Ἰανουάρ. 14).
Εἰς τὴν ἐρημικὴν ἐκείνην ἀνάπαυσιν ἠσχολήθη εἰς συγγραφᾶς ἀσκητικῶν ἔργων, μαρτυρούντων τὴν σοφίαν αὐτοῦ καὶ τὸν πρὸς ἄσκησιν ἔρωτα. Ἐν νηστείαις καὶ προσευχαὶς διαβιώσας, ἐκοιμήθῃ ἐν εἰρήνῃ. Τὰ Ἱερὰ αὐτοῦ ὀστᾶ μετακομίσθησαν ὑπὸ τοῦ βασιλέως Ἰουστίνου (518 – 527) καὶ κατετέθησαν ἐν τῷ ναῷ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐν τῷ Ὀρφανοτροφείῳ κάτωθεν τοῦ θυσιαστηρίου. Ἂν τοῦτο ἀληθεύη, ἡ τοῦ Συναξαριστοῦ πληροφορία, ὅτι ἐπὶ Μαυρικίου ἤκμασε, δὲν στηρίζεται».
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφίας τῷ ἄνθρακι, ἀποκαθάρας τὸν νοῦν, τὸ νᾶμα ἐξέπιες, τῆς αἰωνίου ζωῆς, βιώσας ὡς ἄγγελος· ὅθεν ἀεὶ βλυσταίνεις, τὸ ἁλλόμενον ὕδωρ, πράξει καὶ θεωρίᾳ, καταρδεύων τὸν κόσμον. Διό σε ἀνευφημοῦμεν, Νεῖλε Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὰς φρυγανώδεις τῶν παθῶν τῶν ἐκ τοῦ σώματος
Ἐπαναστάσεις τμητικῶς Νεῖλε μακάριε
Ἐν ἀγρύπνῳ σου συνέκοψας ἱκεσίᾳ.
Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι, χαίροις Πάτερ παγκόσμιε.
Μεγαλυνάριον.
Τῆς φιλοσοφίας τὸν θησαυρόν, ἐκ τῆς πανολβίου, θησαυρίσας διαγωγῆς, λόγοις ψυχοτρόφοις, πλουτίζεις Πάτερ Νεῖλε, ψυχὰς Θεὸν πεινώσας, καθάπερ γέγραπται.
Ὁ Ὅσιος Νεῖλος ὁ Μυροβλύτης
Ὁ Ὅσιος Νεῖλος καταγόταν ἀπὸ τὸν Ἅγιο Πέτρο Κυνουρίας καὶ ἔζησε κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 17ου αἰῶνα μ.Χ. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία παρελήφθη ἀπὸ τὸν θεῖο του, ἱερομόναχο Μακάριο, στὴν ἐκεῖ ἱερὰ μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν καλουμένη τοῦ Μαλεβῆ, ὅπου καὶ ἀφοῦ ἐκπαιδεύθηκε μὲ θεοσέβεια, χειροτονήθηκε διάκονος. Ποθώντας ὅμως καὶ οἱ δυὸ ἀκόμη πιὸ ἀσκητικὸ βίο, μετέβησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου, ἀφοῦ γιὰ λίγο χρόνο ἀσκήτεψαν στὸ σπήλαιο ποὺ εἶχε ἀσκητέψει ὁ Ὅσιος Πέτρος ὁ Ἀθωνίτης († 12 Ἰουνίου), στὴ συνέχεια μετέβησαν σὲ ἔρημη ἔκταση κοντὰ στὴ Λαύρα τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, ἔκτισαν ναὸ τιμώμενο στὸ ὄνομα τῆς Ὑπαπαντῆς καὶ παρέμειναν ἐκεῖ ἀσκητεύοντας μὲ αὐστηρότητα.
Ἀργότερα ὁ Ὅσιος Νεῖλος, γιὰ μεγαλύτερη ἄσκηση, κατέφυγε σὲ σπήλαιο ποὺ βρισκόταν σὲ πολὺ ἀπόκρημνο βράχο, ὅπου, ἀφοῦ ἀνήγειρε μικρὸ ναό, παρέμεινε ἀσκούμενος καὶ νυχθημερὸν προσευχόμενος καθ’ ὅλο τὸν ὑπόλοιπο βίο αὐτοῦ.
Ὁ Ὅσιος Νεῖλος κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη στὶς 12 Νοεμβρίου τοῦ 1651 καὶ ἐνταφιάσθηκε πλησίον τοῦ σπηλαίου του. Μετὰ τὴν ὁσία ταφή του, μύρο εὐῶδες ἀνέβλυσε ἀπὸ τὸν τάφο του, ποὺ παρεῖχε τὴν ἴαση σὲ ὅσους ἀσθενεῖς προσέφευγαν ἐκεῖ μὲ πίστη.
Ἀργότερα, λόγω ἐδαφικῶν μεταβολῶν, ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου ἐξαφανίσθηκε καὶ παρέμεινε ἄγνωστος γιὰ πολλὰ χρόνια. Τὸ 1815, ὁ Ὅσιος Νεῖλος παρουσιάσθηκε σὲ κάποιον μοναχό, ποὺ ὀνομαζόταν Αἰχμάλωτος καὶ ἀφοῦ τοῦ προεῖπε πολλὰ μέλλοντα, στὴν συνέχεια τὸν πρόσταξε νὰ καταστήσει βατὴ τὸν ὁδὸ πρὸς τὸ σπήλαιό του, γιὰ νὰ μεταβαίνουν οἱ μοναχοὶ νὰ προσκυνοῦν καὶ νὰ λειτουργοῦν τὸ ναὸ ποὺ εἶχε ἱδρύσει. Ἀμέσως ὁ μοναχὸς Αἰχμάλωτος ἀνακοίνωσε στοὺς ὑπόλοιπους πατέρες ὅσα προστάχθηκαν ἀπὸ τὸν Ὅσιο, αὐτοὶ δὲ ἔσπευσαν μὲ προθυμία ὄχι μόνο νὰ διανοίξουν τὴν ὁδό, ἀλλὰ καὶ νὰ οἰκοδομήσουν νέο ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ Ὁσίου. Κατὰ τὴν ἐκσκαφὴ τῶν θεμελίων τοῦ ναοῦ, ἀνευρέθη ὁ τάφος του καὶ τὰ σεπτὰ λείψανά του, τὰ ὁποία ἀνέδιδαν ἄρρητη εὐωδία.
Ἡ κυρίως μνήμη του ἑορτάζεται τὴν 7η Μαΐου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν, Πάτερ ἐν Ἄθῳ, πόθῳ κρείττονι, ἠγωνισμένος, Μυροβλύτης θαυμαστὸς ἀναδέδειξαι· καὶ διασώζεις κινδύνων καὶ θλίψεων, τοὺς τῷ ἁγίῳ ναῷ σου προστρέχοντας. Νεῖλε Ὅσιε, Χριστὸς τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.
Ὡς ἐκκαθάρας σεαυτὸν πόνοις ἀσκήσεως
Τοῦ Παρακλήτου μυροθήκη ὤφθης ἔμψυχος
Καὶ θεράπων τοῦ Κυρίου ἡγιασμένος.
Ἀλλ’ ἀπαύστως καθικέτευε μακάριε,
Λυτρωθῆναι πειρασμῶν καὶ περιστάσεων
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Νεῖλε Πατὴρ ἡμῶν.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Μυροβλύτα Νεῖλε σοφέ, ἀσκήσεως ἄνθος, καὶ τοῦ Ἄθω κλέος σεπτόν· χαίροις τοῦ ναοῦ σου, εὐπρέπεια καὶ δόξα, καὶ θεῖος ἀντιλήπτωρ, τῶν εὐφημούντων σε.
Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος
Ὁ Ὅσιος Μαρτῖνος ἔζησε τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ. Καταγόταν ἀπὸ τὴ Σαβωρία τῆς Παννονίας. Ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία εἶχε ἀρχίσει τὴν κατήχηση στὸ λόγο τοῦ Κυρίου.
Στὰ 15 χρόνια του κατατάχθηκε στὸν στρατό, ὅπου ὑπηρέτησε τοὺς βασιλιάδες Κωνσταντῖνο καὶ Ἰουλιανό. Ὅταν βρέθηκε μὲ τὸ στράτευμα στὴν Ἀμιένη, συνάντησε ἕναν ζητιάνο ὁ ὁποῖος τοῦ ζήτησε ἐλεημοσύνη. Ὁ Ἅγιος ἔχοντας μόνο τὴν στολή του καὶ τὰ ὄπλα του, ἔβγαλε τὸν μανδύα του καὶ τοῦ τὸν ἔδωσε γιὰ νὰ ζεσταθεῖ. Τὴν ἑπόμενη νύχτα ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος στὸν ὕπνο του καὶ τοῦ εἶπε δείχνοντάς του τὸν μανδύα του: «Μαρτῖνε, ἂν καὶ κατηχούμενος ἀκόμη, μὲ ζέστανες δίνοντας στὸν ἐπαίτη τὸν μανδύα σου». Ὅταν βαπτίστηκε ὁ Μαρτῖνος πῆγε στὸν Ἅγιο Ἰλάριο, ἐπίσκοπο τῆς Ποατιὲρ τῆς Γαλλίας. Ἀφοῦ ἀπέκτησε τὴν κατάλληλη παιδεία, ἔγινε κληρικὸς καὶ στὴν συνέχεια ἐπίσκοπος στὴν Τούρ.
Διακρίθηκε γιὰ τὸν Ἅγιο βίο του καὶ τὶς σπουδαῖες ὑπηρεσίες ποὺ πρόσφερε στὸ ποίμνιό του. Φρόντισε γιὰ τὴν κατήχηση τῶν γύρω ἀνθρώπων. Ἦταν πολὺ ἀγαπητὸς γι’ αὐτὸ καὶ εἶχε ὀγδόντα μαθητές, τοὺς ὁποίους χρησιμοποιοῦσε στὰ ἔργα του καὶ στὴν διδασκαλία του.
Ἀρρώστησε στὸ χωριὸ Κάνδην, ὅπου καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο σὲ ἡλικία 81 ἐτῶν.
Ὁ Προφήτης Ἀχιᾶ
Ἔζησε ἐπὶ τῶν βασιλέων Σολομῶντος καὶ Ἱεροβοάμ, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Σηλώμ. Σ’ αὐτὸν ἀποδίδονται οἱ λόγοι, ποὺ «ἐλαλήθησαν ἐν ὀνόματι Κυρίου» πρὸς τὸν Σολομώντα, ὅταν ἔκτιζε τὸν ναὸ στὴν Ἱερουσαλήμ.
Τότε δηλαδὴ θὰ πραγματοποιοῦσε ὁ Θεὸς καὶ στὸ δικό του πρόσωπο, ὅσα εἶχε ἐξαγγείλει στὸν πατέρα του Δαβίδ, ὅταν βέβαια καὶ αὐτὸς θὰ βάδιζε στὰ διδάγματά Του καὶ ἐκτελοῦσε τὶς κρίσεις Του καὶ τηροῦσε ὅλες τὶς ἐντολές Του. Ὅταν ὅμως κάποτε ὁ Σολομῶν παρεξέκλινε τοῦ θεϊκοῦ δρόμου, διὰ τοῦ Ἀχιᾶ πάλι ὁ Κύριος γνωστοποίησε σ’ αὐτὸν ὅτι θὰ τὸν τιμωροῦσε κάνοντας κομμάτια τὴν βασιλεία του.
Κατόπιν ὁ προφήτης ἐστάλη στὸν Ἱεροβοάμ, τὸν γιὸ τῆς χήρας Σερουᾶ. Μόλις τὸν συνάντησε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ, τοῦ πῆρε τὸ καινούριο του ἱμάτιο καὶ τὸ ἔσχισε σὲ δώδεκα τεμάχια. Ὁ Ἱεροβοάμ, παρακολουθοῦσε ἔκπληκτος τὴν πράξη αὐτὴ τοῦ προφήτη. Αὐτὸς δέ, ἔδωσε σ’ αὐτὸν τὰ δέκα τεμάχια καὶ τοῦ εἶπε, ὅτι μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σολομώντα ἔτσι ὁ Θεὸς θὰ κομμάτιαζε τὴν βασιλεία του, γιὰ νὰ δώσει τὶς δέκα φυλὲς στὴν ἐξουσία τοῦ Ἱεροβοάμ.
Αὐτὰ ἀφοῦ προφήτευσε ὁ Ἀχιᾶ, πέθανε εἰρηνικὰ καὶ τὸν ἔθαψαν κοντὰ στὴ Βελανιδιὰ τοῦ Σιλώμ.
 Ὁ Ἅγιος Ἀρσάκιος ὁ Μάρτυρας
Μαρτύρησε διὰ ξίφους.
Οἱ Ἅγιοι Ἀντώνιος, Ζεβίνας, Γερμανός, Νικηφόρος καὶ Μαραθῶ οἱ Μάρτυρες
Ἔλαβαν ὅλοι τὰ μαρτυρικὰ στεφάνια στὰ χρόνια του Διοκλητιανοῦ.
Οἱ μὲν τέσσερις πρῶτοι ἀποκεφαλίστηκαν στὴν Καισαρεία, ἡ δὲ Μαραθῶ ἡ παρθένος στὴ Σκυθούπολη τῆς Κοίλης Συρίας, ὅπου τὴν ἔριξαν μέσα στὴ φωτιὰ καὶ κάηκε ζωντανή.
Ὁ Ἅγιος Λέων Πατριάρχης ΚωνσταντινουπόλεωςΕἶναι αὐτὸς ποὺ ἐπονομάστηκε Στυππής. Πατριάρχευσε στὰ χρόνια του βασιλιὰ Ἰωάννη Κομνηνοῦ τὰ ἔτη 1134 – 1143 κατὰ τὸν Μελέτιο (σελ. 17 τοῦ Γ’ τόμου).
Προηγουμένως ἦταν πρεσβύτερος καὶ οἰκονόμος τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ διαδέχτηκε στὸν πατριαρχικὸ θρόνο τὸν Ἰωάννη τὸν Ἀγαπητό.
Ἀφοῦ κυβέρνησε μὲ θεοπρέπεια τὸ ποίμνιό του, ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
Ὁ Ἅγιος Σάββας ὁ Νεομάρτυρας ὁ Σαμολαδᾶς ἐκ Νίγδης
Καταγόταν ἀπὸ τὴ Νίγδη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ μαρτύρησε γιὰ τὴν χριστιανικὴ πίστη στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 12 Νομεβρίου 1726 στὴν τοποθεσία Κουτσοὺκ Καραμάνι.
Ὁ λόγος τῆς συλλήψεώς του ὑπῆρξε ἄφθονος τῶν Τούρκων, διότι ὁ Ἅγιος εἶχε μὲ τὴν τίμια ἐργασία του, γίνει πολὺ πλούσιος καὶ ἤθελαν νὰ τοῦ ἁρπάξουν τὴν περιουσία.
Ὁ Ἅγιος Νικόλας ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ την Ἐνορία τῶν Ἕξι Μαρμάρων
Πολλὲς πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή του δὲν ἔχουμε.
Ὁ ἔνδοξος αὐτὸς Νεομάρτυρας τῆς χριστιανικῆς πίστης, μαρτύρησε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ τὴν εὐσέβειά του τὸ ἔτος 1732.
Ἡ μνήμη του καθιερώθηκε νὰ γιορτάζεται στὶς 12 Νοεμβρίου.
 Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ ὁ Ἐπίσκοπος
Δὲν ἔχουμε λεπτομέρειες γιὰ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου.
Πληροφορίες ἀπό Saint καί Μέγα Συναξαριστή

Tό ἁγιογραφικό ἀνάγνωσμα της Δευτέρας 12-11-12.


Ἡ καθημερινή μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Χριστιανό. Ὅπως ὁ ἄρτος γιά τό σῶμα ἔτσι καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ γιά τήν ψυχή ἀποτελεῖ ζωτική ἀνάγκη. Ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ μόνο μέ ψωμί. ἀλλά καί μέ κάθε λόγο πού ἐκπορεύεται ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 4, 4): «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνο ζήσεται ἄνθρωπος ἀλλ’ ἐπί παντί ρήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ». Εἴθε καθημερινά νά μελετοῦμε τό λόγο Του καί νά τρέφουμε τήν ψυχή μας μ’ αὐτόν. Μαζί μέ τά Ἅγια Μυστήρια καί τόν Πνευματικό ἀγῶνα, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ συντηρεῖ ἀναμμένη τήν λαμπάδα τῆς πίστεως μέσα μας καί μᾶς καθιστᾶ ζωντανά κυτταρα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας. Σύν Θεῷ θά ἀναρτῶνται τά ἀναγνώσματα πού ἔχει ὁρίσει ἡ Ἁγία Μας Ἐκκλησία νά ἀναγινώσκονται καθημερινά ἀπό τούς Χριστιανούς γιά τό 2012. Κάνετε κλίκ πάνω στήν εἰκόνα καί μεγενθύνετε γιά νά διαβάσετε τό κείμενο.
Απόστολος: Προς Θεσσαλονικής Α΄ κεφ. α΄ 6 - 10
α΄ 6 - 10
Ευαγγέλιον: Κατά Λουκάν κεφ. Ιδ΄ 25 -  35
Ιδ΄ 25 - 35
Ευχαριστοῦμε τήν ἀδελφότητα Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ» γιά τήν ὁλοπρόθυμη ἄδεια χρήσης καί ἀναδημοσίευσης τοῦ κειμένου μετά τῆς συντόμου ἑρμηνείας, πού ἔχει ἐκπονήσει ὁ μακαριστός Θεολόγος Π. Τρεμπέλας.

Έχει γραφή ότι, όταν κυκλοφορήση ή παράσταση µέ το φίδι νά τρώη τήν ουρά του, θά σηµαίνη ότι οι Εβραίοι θά έχουν καταλάβει όλον τον κόσµο



Φωτογραφία: Γέροντα, και οι σούστες πού ράβουν στά ροϋχα πουλιούνται πάνω σε κάτι χαρτιά πού έχουν τον αριθµό 666.- Βρε τον διάβολο! Στις πιστωτικές κάρτες το έχουν βάλει από καιρό. Τώρα και στις σούστες! Πολλοί το 666 το βάζουν σάν φίρµα, γιά νά προτιµούν τα δικάτους προϊόντα. Ό ένας νά ύποστηρίζη τον άλλο. ∆ηλαδή το 666 νά παίρνη το666. Έχει γραφή ότι, όταν κυκλοφορήση ή παράσταση µέ το φίδι νά τρώη τήν ουρά του, θά σηµαίνη ότι οι Εβραίοι θά έχουν καταλάβει όλον τον κόσµο. Τώρα το έχουν βάλει σέ µερικά χαρτονοµίσµατα. Το 666, τί Κίνα, τί Ινδία έχει πιάσει!- Πώς ξέρουν καί βάζουν αυτόν τον αριθµό, Γέροντα;

 Ερµηνεία εις τήν Άποκάλυψιν τοϋ Αγίου Αποστόλου καί Εύαγγελιστοϋ Ιωάννου του Θεολόγου,
- 'Ήξερε ό Ευαγγελιστής Ιωάννης τί θά κάνη ό διάβολος, όπως καί οι Προφήτες προφήτευσαν ότι θά πωλήσουν τον Χριστό γιά
 
«τριάκοντα αργύρια»
 
οτι θάΤον ποτίσουν ξίδι
 
, θά διαµερίσουν τά ίµάτιά Του
 
. Πριν άπό δύο χιλιάδες χρόνια έγραψε στην Αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι θά σφραγίζωνται µέ τοναριθµό 666.
 
«Ό έχων νουν ψηφισάτω τον αριθµόν τον θηρίου- αριθµός γαρ ανθρώπου εστί- καί ό αριθµός αύτου χξς΄»
 
ο 666 γιά τους Εβραίους είναι σύµ-βολο οικονοµίας. Οι Εβραίοι, όπως αναφέρεται στην Παλαιά ∆ιαθήκη, επέβαλαν µιά συγκεκριµένη φορολογία στά έθνη πού υποδούλωσαν µέ διάφορους πολέµους. Ή ετήσια φορολογία ήταν 666 τάλαντα χρυσού
Τώρα, γιά νά υποτάξουν όλον τόν κόσµο, βάζουν πάλι αυτόν τόν παλιό φορολογικό αριθµό, πού συνδέεται µέ τό ένδοξο παρελθόν τους. Γι' αυτό δεν θέλουν νά τον αντικαταστήσουν µέ άλλον αριθµό. Το 666 δηλαδή είναι το σύµβολο του µαµωνά. Τό πήραν από τά σταθµάτου χρυσού - δεν ήξεραν αυτό πού αναφέρει ό Άγιος Ιωάννης στην Αποκάλυψη -,άλλα δέν παύει νά είναι µαµωνάς. Τό Ευαγγέλιο όµως λέει «ή Χριστό ή µαµωνά».

«Ου δύνασθε Θεω δουλεύειν καί µαµωνά»

ΓΕΡΟΝΤΑΣ  ΠΑΙΣΙΟΣ  ΛΟΓΟΙ  ΒΓέροντα, και οι σούστες 
πού ράβουν στά ροϋχα 
πουλιούνται πάνω σε
 κάτι χαρτιά πού έχουν 
τον αριθµό 666.
- Βρε τον διάβολο! 
Στις πιστωτικές κάρτες 
το έχουν βάλει από
 καιρό. 
Τώρα και στις σούστες! 
Πολλοί το 666 το βάζουν 
σάν φίρµα, γιά νά
 προτιµούν τα δικάτους
 προϊόντα.
 Ό ένας νά ύποστηρίζη τον
 άλλο. ∆ηλαδή το 666 νά 
παίρνη το666.
Έχει γραφή ότι, 
όταν κυκλοφορήση 
ή παράσταση µέ το φίδι 
νά τρώη τήν ουρά του, θά σηµαίνη ότι οι Εβραίοι θά έχουν καταλάβει 
όλον τον κόσµο. Τ
ώρα το έχουν βάλει σέ µερικά χαρτονοµίσµατα. 
Το 666, τί Κίνα, τί Ινδία έχει πιάσει!
- Πώς ξέρουν καί βάζουν αυτόν τον αριθµό, Γέροντα;

Ερµηνεία εις τήν Άποκάλυψιν τοϋ Αγίου Αποστόλου
 καί Εύαγγελιστοϋ Ιωάννου του Θεολόγου,
- 'Ήξερε ό Ευαγγελιστής Ιωάννης τί θά κάνη ό διάβολος, 
όπως καί οι Προφήτες προφήτευσαν 
ότι θά πωλήσουν τον Χριστό γιά
«τριάκοντα αργύρια»

οτι θάΤον ποτίσουν ξίδι
 

, θά διαµερίσουν τά ίµάτιά Του


. Πριν άπό δύο χιλιάδες χρόνια έγραψε στην Αποκάλυψη 
ότι οι άνθρωποι θά σφραγίζωνται µέ τοναριθµό 666.
«Ό έχων νουν ψηφισάτω τον αριθµόν τον θηρίου- αριθµός
 γαρ ανθρώπου εστί- καί ό αριθµός αύτου χξς΄»
ο 666 γιά τους Εβραίους είναι σύµ-βολο οικονοµίας.
 
Οι Εβραίοι, όπως αναφέρεται στην Παλαιά ∆ιαθήκη, επέβαλαν µιά 
συγκεκριµένη φορολογία στά έθνη πού υποδούλωσαν µέ διάφορους
 πολέµους. Ή ετήσια φορολογία ήταν 666 τάλαντα χρυσού
Τώρα, γιά νά υποτάξουν όλον τόν κόσµο, βάζουν πάλι αυτόν 
τόν παλιό φορολογικό αριθµό, πού συνδέεται µέ τό ένδοξο παρελθόν
 τους. Γι' αυτό δεν θέλουν νά τον αντικαταστήσουν µέ άλλον αριθµό.
 Το 666 δηλαδή είναι το σύµβολο του µαµωνά. 
Τό πήραν από τά σταθµάτου χρυσού - δεν ήξεραν αυτό πού 
αναφέρει ό Άγιος Ιωάννης στην Αποκάλυψη -,
άλλα δέν παύει νά είναι µαµωνάς. Τ

ό Ευαγγέλιο όµως λέει «ή Χριστό ή µαµωνά».

«Ου δύνασθε Θεω δουλεύειν καί µαµωνά»
 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΛΟΓΟΙ Β

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης,Ιερομόναχος Μηνάς Βατοπεδινός (1892-1981)


Ο κατά κόσμον Θεοφάνης του Δημητρίου γεννήθηκε στην Κιουτάχεια της Μικράς Ασίας το 1892. Το 1903 προσήλθε προς μονασμό στο Βατοπεδινό Κελλί των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στο οποίο μόνασαν και οι κατά σάρκα αδελφοί του, μοναχοί Γαβριήλ και Χαράλαμπος. Εκάρη μοναχός το 1909 και μετονομάσθηκε Μηνάς. Το 1916 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1924 πρεσβύτερος και κατεστάθη Πνευματικός.
Διετέλεσε για δεκαετίες Πνευματικός της μονής Βατοπεδίου. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους πατέρες, γιατί ήταν πολύ διακριτικός Πνευματικός. Στο τέλος της ζωής του γηροκομήθηκε από τους Βατοπεδινούς πατέρες. Ανεπαύθη εν Κυρίω το έτος 1981.
Στο οστεοφυλάκιο της μονής φυλάγονται τα οστά του, τα οποία είναι κατακίτρινα, ως το κεχριμπάρι. Για τον εν λόγω Πνευματικό μιλούσε πάντοτε εγκωμιαστικά ο μακαριστός ιερομόναχος Ευδόκιμος ο Πνευματικός († 2002), που συνέχισε και αυτός το έργο του με πολλή διάκριση, υπομονή και αγάπη.
Πηγές–Βιβλιογραφία:
Πληροφορίες μας δόθηκαν από τον μοναχό Ιωσήφ Βατοπεδινό, τον οποίο και ευχαριστούμε.
Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Β΄ – 1956-1983, Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011

Αναστασία Ασκήτρια Κυράς


Η παράδοσις αναφέρει ότι η Εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου της «Κυράς των Αγγέλων» ωκοδομήθη δαπάναις της αρχοντικής οικογενείας του Καποδίστρια Βαρλαάμ. Λέγεται ότι οι δύο παίδες του ευγενούς Καποδίστρια Βαρλαάμ επήγαν κάποτε προς άγραν ιχθύων. Συνέβη τότε μεγάλη θαλασσοταραχή ώστε εκινδύνευσεν η ζωή των. Τότε κατέφυγον εις την ιεράν εργασίαν την οποίαν είχον μάθει από το ευσεβές οικογενειακόν αυτών περιβάλλον, ήτοι την προσευχήν. Δακρύοντες απηύθυνον ικεσίας εις την Δέσποιναν του κόσμου, υποσχόμενοι ότι με τα μερίδια της περιουσίας των θα έκτιζον εις έκαστος από μίαν Έκκλησίαν εις την χάριν Της.
Ούτω και περί τα μέσα του 17ου μ.Χ. αιώνος εκτίσθη η Εκκλησία της Παναγίας της Κυράς και ολίγον αργότερα εις τα 1700 η Εκκλησία της Παναγίας εις την περιοχήν Αρκουδίλα, η οποία έκτοτε φέρει ονομασίαν η «Παναγία του Αρκουδίλα». Γεωγραφικώς και οι δύο ούτοι ευκτήριοι οίκοι περιλαμβάνονται εις τον Δήμον των Λευκιμμαίων. Η δε Παναγία Κυρά έδωκε και το όνομά της εις την περιφέρειαν ήτις έκτοτε καλείται ΚΥΡΑ.
Εις την κόγχην του ιερού βήματος εξωτερικώς διαβάζομεν την εξής επιγραφήν: «Η ζωήν εκ ζωής προς ζωήν, ζωήν ημίν δώρησαι, ΙΧΝΣΤ (=1656)». Αύτη πιθανόν να είναι και η χρονολογία κτίσεως ή ανοικοδομήσεως του ναού.
Την κόγχην αυτήν εσωτερικώς κοσμούν η Πλατυτέρα και οι Ιεράρχαι ενώ εις την κόγχην της προθέσεως είναι αγιογραφημένη η Άκρα Ταπείνωσις. Από την παλαιότητα των εξαίρετων αυτών τοιχογραφιών συμπεραίνομεν ότι πρέπει να είναι σύγχρονοι με την περίοδον ανεγέρσεως του ναού.
Εις τα μέσα του 18ου αιώνος ο «Γενικός Προβλεπτής Θαλάσσης» Αυγουστίνος Σαγρέδος (1752-1755) εκδίδει διάταγμα περί απογραφής των ιερών ναών και των μονών της νήσου. Το κοπιώδες αυτό έργον ανέλαβεν τον Απρίλιον του 1753 ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρις όστις μετά την καταγραφήν των ναών του Πενταχώρου του «Λευχίμου» (= Λευκίμμης) απέστειλε «διά το μάκρος του τόπου» επιτροπήν υπό τους πρωτοπαπά Λευχίμου Ιζέππο Σαμοΐλη, ιερέα Ιωάννη Τζαουσόπουλο και ιερογραμματέα του Γεώργιο Πολυμάρκη διά να καταγράψωσι τα εξωκκλήσια της περιφερείας.
Εκείνοι ήρξαντο της υπηρεσίας των από του Αγίου Αθανασίου (Μπούκα), της Υπεραγίας Θεοτόκου Σκοπιωτίσσης (Ζέλη), του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Νικολάου «εις τράπεζαν» (Τσιούρη) και του Σωτήρος Χριστού (Παντοκράτορος Τσιούρη).
Εν συνεχεία φθάσαντες εις την Κυράν κατέγραψαν εις την ιδίαν γλώσσαν περιγραφής τα εξής: «Ομοίως απήλθον εις την μονήν της Υπεραγίας Θεοτόκου επιλεγόμενης Κοκκινάδας γιους της εμπαρουνίας Δονά Μινότο και άλλων διαφόρων. Εφημέριος παπά Νικόλαος Βλάσης, παπάς Στάθης Βλάσης και παπάς Ανδρέας / Παγιάτης. Η αυτή Μονή είναι εις την περιοχήν των Αγίων Θεοδώρων. / Εις την οποίαν λείπει το κατασάρκη με τους Ευαγγελιστάς εις την Τράπεζαν / και δύο καντιλιέριδες. Έχει ποτίριον, δισκάριον, αστερίσκον και λαβίδα / όλα αργυρά, η λόγχη ατζαλένια. Ευαγγέλιον και λειτουργία και αντιμίνσιο και τα αναγκαία ιερά και βιβλία, έξω από την αποκαθήλωσιν εις τον αέρα. Έχει εντράδα αρκετή μα δεν ηξεύρουν να / ειπούν την ποσώτητα αυτής. Έχει εμπόλιαις δύο, και θυμιατόν μπρούτζινο / και πέντε καντήλια μπρούτζινα».
Από το πολύ εύγλωττον αυτό κείμενον πληροφορούμεθα κατ’ αρχάς την πάλαιαν ονομασίαν της Μονής, η οποία ήτο Παναγία της Κοκκινάδας και η οποία συν τω χρόνω εξέλιπεν. Καίτοι ήτο ναός, απλούς ευκτήριος οίκος του ιδιοκτήτου της, ονομάζεται μονή κατά συνήθειαν της εποχής. Ανήκε εις την Βαρωνίαν Δονά Μινότο και τα εισοδήματά της ήσαν υψηλά.
Εις το σημείον τούτο οφείλομεν να επισημάνω μεν ότι προϊόντος του χρόνου εξέλιπεν η ονομασία «Κοκκινάδα» και επεκράτησε η ονομασία «Κυρά» και μάλιστα όχι αυθαιρέτως. Εικάζεται ότι το όνομα αναφέρεται εις υπαρκτόν πρόσωπον, εις ιδιοκτήτριαν τινά της περιοχής. Εις αυτήν ίσως να οφείλεται το τοπωνύμιον «Κγιρά» το οποίον βλέπομεν αναγραφόμενοι εις το κτηματολόγιον του ναου της Υ.Θ.Οδηγητρίας Λευκίμμης. Σχετικώς διαβάζομεν τα εξής: «Αφιέροσε ο π(οτε) Ματίος Βούλγαρης στην άνοθεν μονήν μίαν ελεά σουβλολιά, διά τον τάφον όπου τον έθαψα μέσα ήστην άνοθεν μονήν, πλησίον της κιράς. Αφιέροσε εις τι(ν) άνοθεν μονή ο π(οτε) παπά Δούλος Κουτρούλης τέσσερης ριζάρια ελιές σουβλολιές όπου έχι ανταμός με την μονήν της Κυρίας Θεοτόκου της θαυματουργίς χωρίον των Αναπλάδων πλησίον το αμπέλη του Γιάνι Κουλούρη του π(ότε) Σπίρου…».
Άλλοι θεωρούν ότι Κυρία τις Ρά με την περιουσίαν της έκτισε την Μονήν ενώ η αδελφή της Κυρίας Ρα έκτισε την Μονήν της Παναγίας εις τον Αρκουδίλα.
Εκτός από τον ιερόν ναόν, προϊόντος του χρόνου, εκτίσθησαν πολλά οικήματα εις τα οποία κατέφευγον και εύρισκον αναψυχήν τινά και φιλοξενίαν ικανός αριθμός ασθενών. Υποθέτομεν ότι εις τι κελλίον ελειτούργει μόνιμον λοιμοκαθαρτήριον (lazzaretto) καθ’ όσον εις όλην την περιφέρειαν υφίσταντο τοιαύτα λοιμοκαθαρτήρια, λόγω της ενσκηψάσης «πανούκλας του Μαραθιά» κατά τον χειμώνα του 1815-1816 ενώ παραλλήλως, εγένοντο ομαδικαί ταφαί των θυμάτων της λοιμικής αυτής ασθενείας.
Κατά τους χρόνους τους οποίους η Κέρκυρα ευρίσκετο υπό αγγλικήν κατοχήν, οι Άγγλοι διέταξαν ίνα καώσι -πλην της Εκκλησίας- όλα τα κτίρια της Μονής. Μετ’ ολίγον η Εκκλησία ήρχισε να ερημώνη και ο περιβάλλων αυτήν χώρος εγένετο αδιάβατος εκ της πυκνής βλαστήσεως και της εμφανίσεως ικανού αριθμού όφεων.
Η περιοχή κατά το 1932 ευρέθη να είναι ιδιόκτητος με τελευταίαν ιδιοκτήτην-διαχειριστήν την Ελένην Μοναστηριώτου «Κουλούρα» ή «Αθανάτσαινα». Το επόμενον έτος ήτο έτος σταθμός διά την ιστορίαν του ιερού σκηνώματος διότι χάριτι και βουλήσει θεϊκή προσέρχεται ίνα μονάση εδώ η Λευκιμμιώτισσα μοναχή Αναστασία Βλάχου-«Κολομπόνη».Η αγία αύτη ψυχή εγένετο σκεύος εκλογής του Κυρίου διότι ανεκαίνισεν εκ βάθρων τον ιερόν χώρον και ενεθρόνισεν εις αυτόν εκ νέου την θαυματουργόν εικόνα της Παναγίας της Κοκκινάδας η οποία διά λόγους ασφαλείας φυλάσσεται νυν εις τον Ιερόν Ναόν Αγίων Θεοδώρων Λευκίμμης.
Η πάνσεπτος και χαριτόβρυτος Ιερά Εικών της Υπεραγίας Θεοτόκου «Κυράς των Αγγέλων» την οποίαν προσκυνούμεν σήμερον ευρίσκεται ένθρονος εις το εικονοστάσιον του ναού της Μονής, δεξιά από την βόρειον πύλην του ιερού βήματος. Παλαιότερον ήτο αργυρο-επένδυτος. Ακολουθεί τον αγιογραφικόν τύπον της Παναγίας της Οδηγητρίας την οποίαν στέφουν με κορώνα δύο Άγγελοι. Προέρχεται δε από ιερατικής τινά οικογένειαν της νήσου των Παξών. Απεθησαυρίσθη εις την Μονήν άμα τη εγκαταστάσει της Γεροντίσσης Αναστασίας.
Βιβλιογραφική Πηγή
* Α.Ν.Κ.
* Καπαδόχου Χρ. Δημητρίου, «Ναοί και Μοναστήρια Κερκύρας -Παξών και Οθωνών στα μέσα τον ΙΗ’ αιώνα», Αθήνα 1994, σ. 114.
* Τσίτσα Χ. Αθανασίου, πρωτοπρεσβυτέρου, «Ο λοιμός τον Χειμώνα 1815-1816 στην Κέρκυρα (η πανούκλα τον Μαραθιά)», Κέρκυρα 1990, σ. 19.
* Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, 7ος τόμος. Ιωάννης – Κώνστ., Αθηναι 1964, σσ. 508-514.
* Μεταλληνού Γεωργίου Πρωτοπρεσβυτέρου, Ομοτίμου Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακου Πανεπιστημίου Αθηνών «Η Εκκλησία της Κερκύρας στην Ιστορία και τό Παρόν» εν http://www.imcorFu.gr/istoria.htm).
* Παπαγεωργίου Σπύρου, «Εκκλησιαστική Ιστορία της Κερκύρας», Αθηναι 1920.
* Σουρτζίνου Χ. Γιώργη, Κέρκυρα, ταξίδι στο χρόνο, Ίστορική-λαογραψική εταιρεία Κερκύρας, Κέρκυρα Ίούλιος 1998, σσ. 113-115.
* Γαστεράτου Γεωργίου, Παναγία η Κοκκινάδα, εν Κερκυραϊκή Μήδεια, Μάρτιος 2006, σ. 7.
* Μαρτυρίαι μοναζουσών.
Κατά τους λόγους των προσκυνητών η Ιερά Μονή της Κυράς των Αγγέλων είναι το καύχημα και η ελπίδα της Νοτίου Κερκύρας.
Ευρίσκεται εκτισμένη επί μικρού λόφου και εις απόστασαν ενός μόνο χιλιομέτρου από τον Δήμον Λευκίμμης εις τον οποίον ανήκει, ενώ τεσσαράκοντα επτά χιλιόμετρα την χωρίζουν από την πόλιν της Κερκύρας. Περικλείεται από τείχος και περιβάλλεται από πυκνήν βλάστησιν την οποίαν αποτελούν εβδομήκοντα ελαίαι, πεντήκοντα εσπεριδοειδή, φυρικιαί και άμπελοι.
Το Καθολικόν της Μονής είναι μία απλή Βασιλική με ενσωματωμένα εξωτερικά τόξα.
Σπαράγματα τοιχογραφιών του 17ου και 18ου αιώνος βρίσκομεν εις την κόγχην του Ιερού Βήματος (Κυρία των Αγγέλων και Ιεράρχαι) και εις την κόγχην της Προθέσεως (Άκρα ταπείνωσις).
Ο ναός υπέστη την φθοράν του χρόνου και κατέρρευσεν μετά την ενσκήψασαν επιδημίαν της πανώλους. Εις τον Ιερόν χώρον εφύοντο βάτα και πουρνάρια έως της ελεύσεως της Γεροντίσσης Αναστασίας (1933).
Εις τον νότιον εσωτερικόν τοίχον του ναού ευρίσκεται το προσκυνητάριον με την Εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ενώ εις τον βόρειον εκείνο με την θαυματουργόν Εικόνα της Θείας Αναλήψεως του Κυρίου (ιστορικόν κειμήλιον).
Εις την βόρειον πλευράν του Καθολικού ευρίσκεται το διώροφον κτίριον της Μονής. Εις το Ισόγειον ευρίσκονται το αρχονταρίκιον, η τραπεζαρία, η κουζίνα, η αποθήκη οίνου και ελαίου και βοηθητικοί τίνες χώροι. Εις τον άνω όροφον τα κελλία των μοναζουσών και ο ξενών.
Έναντι της νοτίου πλευράς του Καθολικού ευρίσκεται το μέγα κτίριον το οποίον ήτο αποθήκη.
Εις το τέλος του κτιρίου αυτού ευρίσκεται το κοιμητήριον της Ιεράς Μονής.
Ακολουθεί το παραδοσιακόν Κερκυραϊκόν κωδωνοστάσιον με τους τρεις γλυκοήχους κώδωνάς του.
Μετά την σιδερένια θύραν, ολίγον δεξιώτερον ευρίσκεται και το πηγάδιον βάθους 131/2 μέτρων με άφθονον ύδωρ.
Οι είκοσι μοναχοί οίτινες εγκατεβίουν κατά την εποχήν της πανώλους έθαψαν το πηγάδιον διά να μη μολυνθή το ύδωρ και μετά το επανήνοιξαν οι χωρικοί.
Εις τον ανατολικόν τοίχον του ναού ευρίσκονται δύο τάφοι δωρητών της Μονής οι οποίοι ενεταφιάσθησαν εκεί συμφώνως προς παλαιόν έθιμον.
Γραπταί αποδείξεις διά ιστορικά συμβάντα εις την Μονήν δεν υπάρχουν διότι οι Άγγλοι διέταξαν το κάψιμον της Μονής μετά την πάροδον της πανώλους.
Πηγή: Ιερομόναχος Δημητρίος Καββαδίας, Κέρκυρα 2012

Πρωτοπρ. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης, Καθαρή καρδιά και φωτισμένος νους




Καθαρή καρδιά και φωτισμένος νους
Γράφει ο π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Πριν από μερικά χρόνια, σε περιοδικό λόγου και τέχνης της Θεσσαλονίκης γράφτηκε ότι ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς είναι άγιος της "άρχουσας τάξης", επειδή τάχα υπερασπίσθηκε τους ευγενείς κατά την επανάσταση των ζηλωτών του 14ου αιώνα. 
Υποστηρίχθηκε επίσης ότι "για την πολιτεία του αυτή οι λαϊκές μάζες δεν τίμησαν ισάξια με άλλους αγίους της πόλης, όπως τον άγιο Δημήτριο, τον Γρηγόριο Παλαμά που δεν πέρασε στη λαϊκή λατρεία".
β) Η άποψη αυτή υπεραπλουστεύει τα πράγματα και αφήνει αιχμές για παραπλανητικές εντυπώσεις. Διαφορετική γνώμη θα σχηματίσει ο νηφάλιος μελετητής της ζωής και του συγγραφικού του έργου. Εξάλλου, οι άγιοι μιμούνται τη ζωή του Χριστού, ο οποίος θυσιάσθηκε για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Έτσι και ο άγιος Γρηγόριος, που αγωνίσθηκε για την πνευματική καλλιέργεια και ειρήνευση του λαού του, αναδείχθηκε οικουμενικός διδάσκαλος και κήρυκας της αλήθειας, που ανήκει σε όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας.
γ) Για την αναίρεση της παραπάνω κατηγορίας, αρκεί μόνο η παράθεση κάποιων αποσπασμάτων από ομιλία που εκφωνήθηκε στη Θεσσαλονίκη, κατά την πολυτάραχη εκείνη εποχή στα πρώτα έτη της αρχιερατείας του. Καυτηριάζοντας ο άγιος Γρηγόριος την κοινωνική αδικία, την υπέρογκη φορολογία και τη μισανθρωπία των ισχυρών της εποχής του φθάνει να τους παρομοιάζει με αιμοβόρα σκυλιά και άγρια γουρούνια, που αρπάζουν την περιουσία των αδυνάτων.
δ) Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από την 63η Ομιλία: "Καταντήσαμε να μην καταφέρνουμε σχεδόν τίποτε άλλο, εκτός από το να φθείρουμε ο ένας τον άλλο και να βλάπτουμε τους φτωχοτέρους μας. Οι εξουσιαστές αυξάνουν ακόμη περισσότερο την καταπίεση των φτωχών, επιβάλλοντας βαρύτερους φόρους στους εργάτες. Γι' αυτό υψώνουν οι φτωχοί τη φωνή τους ενάντια σε σας που κατέχετε την εξουσία, γιατί δεν μπορούν να υποφέρουν την άσπλαχνη και μισάνθρωπη διάθεση των φοροεισπρακτόρων και τη συνεχή βία και αδικία που προέρχεται από σας που είσθε ισχυρότεροί τους". Και καταλήγει ότι "και μέχρι μοναχών έφθασε της επικεχυμένης αδικίας το ρείθρον".
ε) Όμως, ο άγιος Γρηγόριος είναι γνωστός, όχι τόσο για την κοινωνική του διδασκαλία, η οποία είναι όντως πρωτοποριακή, αλλά για την ησυχαστική και νηπτική διάσταση του έργου του. Ανέλαβε να υπερασπισθεί τους ησυχαστές μοναχούς, τους οποίους κατηγορούσε ο Βαρλαάμ Καλαβρός στηριζόμενος σε αφηρημένες φιλοσοφικές ιδέες. Έτσι συντάσσοντας τις Τριάδες, ένα βαθύ θεολογικό σύγγραμμα, διασαφηνίζει την ορθόδοξη πίστη για την αμαρτία, τη σάρκωση, τη λύτρωση, την αξία της άσκησης, τη χάρη της προσευχής και των ιερών μυστηρίων. Σημαντική είναι η θέση του για τη διάκριση αμέθεκτης ουσίας και αιώνιων δημιουργικών και προνοιακών ενεργειών στο Θεό.
στ) Το έργο του, που στηρίζεται στην προγενέστερη χριστιανική παράδοση, έγινε συνοδικώς αποδεκτό από την Εκκλησία που τον κατέταξε στη χορεία των μεγάλων διδασκάλων της. Ο Θεός για τον άγιο Γρηγόριο δεν είναι αφηρη- μένη έννοια ή φιλοσοφική ιδέα, αλλά πρόσωπο ζων που καλεί σε κοινωνία, για να θεώσει τον άνθρωπο. Έτσι, η άσκηση και η προσευχή αποτελούν θετική απάντηση στη Θεία πρόσκληση και συμβάλλουν στην άνθιση της χάρης του αγίου Βαπτίσματος. Με τη χάρη της προσευχής αποκαλύπτεται η "εντός ημών βασιλεία" (Λουκ. 17, 21) και ο "κρυπτός της καρδίας άνθρωπος" (Α' Πέτρ. 3, 4).
ζ) Ο σύγχρονος άνθρωπος διακρίνεται για τη μεγάλη εξωστρέφεια, την υπέρμετρη κινητικότητα, την έντονη δραστηριότητα, αλλά και την επιφανειακή κριτική των πάντων. Παράλληλα, στον εκκλησιαστικό χώρο προβάλλεται ο κοινωνικός χαρακτήρας της εν Χριστώ ζωής και μάλλον υποτιμάται η ησυχαστική, ασκητική και νηπτική της διάσταση. Όμως, οποιαδήποτε κοινωνική δράση και προσφορά για να είναι επιτυχής, χρειάζεται εσωτερική ησυχία, καθαρή καρδιά και φωτισμένο νου. Ανάλογα αι- σθητήρια απαιτούνται για να αξιολογεί κάποιος καθαρά τη σύγχρονη πραγματικότητα, αλλά και την παρουσία των αγίων στη ζωή των ανθρώπων.
Μακεδονία 11/11/2012

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...