Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012

Άγιος Νεομάρτυς Αναστάσιος ο εκ Παραμυθίας.(18 Νοεμβρίου)



17ΝΟΕ

Ο Άγιος Μάρτυς Αναστάσιος γεννήθηκε στην Παραμυθιά της Θεσπρωτίας περί το έτος 1730. Ήταν τα χρόνια της σκληρής τουρκικής σκλαβιάς, και οι Έλληνες χριστιανοί υπέφεραν τα πάνδεινα. Εστερούντο την προσωπική τους ελευθερία και δεν όριζαν τίποτε, ούτε τα σπίτια τους, ούτε την περιουσία τους, ακόμη ούτε και τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τις συζύγους, τις αδελφές και τα παιδιά τους.
Η ψυχή του Αγίου ήταν γεμάτη από την φλόγα της πίστεως του Χριστού και την αγάπη προς την σκλαβωμένη πατρίδα. Έλπιζε βάσιμα ότι κάποτε ο Πανάγαθος Θεός, θα έβλεπε τον πόνο και θα άκουγε τις θερμές προσευχές των ραγιάδων και θα τους χάριζε την πολυπόθητη ελευθερία.  Ακόμη, κρατούσε μέσα στην ψυχή του, σαν ιερά εικονίσματα, τις μορφές των γονέων του και των αδελφών του, που προστάτευε από κάθε βεβήλωση των απίστων.
Μια μέρα, καθώς βγήκε έξω στα χωράφια με την αδελφή του και άλλους χριστιανούς, για να εργασθούν, βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε μια ομάδα νέων μουσουλμάνων με επικεφαλής τον γιο του πασά, Μουσά. Όταν είδαν την ωραιότατη αδελφή του Αναστασίου κατελήφθησαν από μεγάλο πειρασμό και όρμησαν να την αρπάξουν με την βία και να την κακοποιήσουν. Μόλις ο Άγιος είδε τις κινήσεις τους και διέγνωσε τις προθέσεις τους, όρμησε εναντίον τους, συνεπλάκη μαζύ τους και με την μεγάλη δύναμη που είχε, τους εμπόδισε και έδωσε την ευκαιρία στην αδελφή του να απομακρυνθή και να διαφύγη τον κίνδυνο. Την ενέργεια αυτή, την θεώρησαν πολύ προσβλητική οι Τούρκοι και γι’ αυτό κατέφυγαν στον πασά και του κατήγγειλαν το γεγονός τελείως παραποιημένο, ότι, δηλαδή, ο Αναστάσιος χωρίς αιτία τους επετέθη, τους εξύβρισε και τους εκτύπησε. Ακόμη, είπαν ψευδόμενοι, ότι σε κάποια στιγμή ο Αναστάσιος τους υποσχέθηκε να αλλάξη πίστη και να γίνη μωαμεθανός.
Ο πασάς, πατέρας του Μουσά, διατάζει αμέσως να συλλάβουν τον Αναστάσιο και να τον οδηγήσουν μπροστά του. Βλέποντας ένα λεβεντόκορμο και πανέξυπνο παλικάρι, το λυπήθηκε και δεν θέλησε να το βασανίση και να το θανάτωση, ελπίζοντας ότι μπορούσε να του αλλάξη την πίστη με διάφορα δελεάσματα και υποσχέσεις.Τον φυλακίζει λοιπόν προσωρινά και την άλλη μέρα διατάζει, να τον φέρουν μπροστά του για να τον ανακρίνη.
Με προσποιητή ηρεμία και ευγένεια προσπάθησε να κερδίση την εμπιστοσύνη του. «Κρίμα μπρε Αναστάση, εσύ ένα τέτοιο παλικάρι με δύναμη, εξυπνάδα και ομορφιά, να μένης στη θέση του ραγιά. Εσύ θα μπορούσες να γίνης μεγάλος άρχοντας, με μεγάλα αξιώματα, μὲ χρήματα καὶ απολαύσεις στο Σαράϊ. Ἐγώ, δεν στο κρύβω, σε συμπάθησα πολύ και θέλω να σε βοηθήσω και να σε αναδείξω τρανό πασά μιάν ημέρα.  Αρκεί και συ να το θέλης και να αλλάξης αυτές τις παλιὲς και καθυστερημένες ιδέες που έχεις. Να αφήσης την πίστη του Χριστού καὶ να ακολουθήσης την θρησκεία του μεγάλου μας προφήτη Μωάμεθ. Τότε θα σε ντύσω με μετάξια και θα σε στολίσω με χρυσαφικά. Και ο,τι ζητήσης στη ζωή σου, θα το έχης με το παραπάνω».
Αυτά και άλλα πολλά έλεγε και υποσχόταν ο πασάς στον Άγιο. Εκείνου όμως ο νους και η ψυχή ήταν ανεβασμένα στον ουρανό.  Και όσο ο πασάς του μιλούσε και του έταζε διάφορα, αυτός παρακαλούσε τον Χριστό να τον στήριξη και να τον αξιώση μέχρι το τέλος να ομολογήση την αγία χριστιανική πίστη μπροστά στον πασά και τους αλλόθρησκους.
Όταν ο πασάς τελείωσε τα ταξίματα και τις υποσχέσεις του, ο άγιος με θάρρος και γενναιότητα του απάντησε:  «Σε ευχαριστώ πασά μου για την καλή σου διάθεση και για όλα τα αγαθά, που υπόσχεσαι να μου δώσης. Εγώ όμως χριστιανός γεννήθηκα και χριστιανός θα πεθάνω. Και δεν αλλάζω την αγία πίστη του Χριστού μου με όλα τα αγαθά και τους θησαυρούς της γης».
Βλέποντας την γενναία και άκαμπτη στάση του μάρτυρα ο πασάς, διέταξε να τον φυλακίσουν και να τον βασανίζουν κάθε μέρα, μέχρι να αλλάξη γνώμη και να αρνηθή τον Χριστό. Ο μάρτυρας μέσα στην υγρή  και σκοτεινή φυλακή, αιμόφυρτος και καταπληγωμένος στο σώμα, προσευχόταν διαρκώς στον Κύριο, να τον ενισχύη στο μαρτύριό του μέχρι το τέλος, και ο Κύριος του έστελνε ενίσχυση και παρηγοριά με τους αγγέλους Του.
Ο γιος του πασά, ο Μουσάς, ήταν στο βάθος καλοπροαίρετος άνθρωπος και πολύ μετάνοιωσε, που έγινε αιτία να φθάση ο Άγιος στα χέρια του σκληρού πατέρα του. Ζητώντας κάποια εξιλέωση και ανακούφιση για την ψυχή του, απεφάσισε να πάη κρυφά μια μέρα στην φυλακή και να επισκεφθή τον Άγιο. Μπαίνοντας μέσα κρυφά και πολύ προσεκτικά για να μη τον δη και τον ακούση κανείς, βρέθηκε μπροστά σε ένα εξαίσιο θέαμα, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο για την συνέχεια της ζωής του. Βλέπει δυό ολόφωτους αγγέλους να στέκωνται κοντά στον μάρτυρα, να τον ενισχύουν και να τον παρηγορούν, και το πρόσωπο του Αγίου να λάμπη ολόφωτο.  Αυτή η οπτασία τον έκανε να καταλάβη, ότι κάτι πολύ σπουδαίο συμβαίνει με τους χριστιανούς, και ζήτησε από τον μάρτυρα να του εξηγήση. Ο Άγιος του εξήγησε την οπτασία. Του είπε ότι οι άγγελοι του Θεού συνοδεύουν πάντοτε και σε κάθε βήμα τους χριστιανούς και τους προστατεύουν. Ο Μουσάς εθαύμασε και εζήτησε από τον Αναστάσιο να του διδάξη την χριστιανική πίστη, και αυτός τον κατήχησε
Όταν, μετά από αρκετή αναμονή μέσα σε πολλά μαρτύρια, είδε ο πασάς, ότι ο Άγιος δεν πείθεται και δεν αλλάζει γνώμη, διέταξε την εκτέλεσή του με αποκεφαλισμό. Στέλνει λοιπόν ένα δήμιο στην φυλακή και αποκεφαλίζει τον άγιο μάρτυρα Αναστάσιο την 18ην Νοεμβρίου του έτους 1850, και εκθέτει το άγιο λείψανό του, απαγορεύοντας με ποινή θανάτου τον ενταφιασμό του. Οι χριστιανοί έβλεπαν το σώμα του μάρτυρα να μένη άσηπτο και φως από τον ουρανό να το λούζη την νύχτα.  Μια μέρα όμως εμφανίζεται ο Άγιος στον ύπνο του πασά και τον διατάσση να επιτρέψη τον ενταφιασμό του αγίου λειψάνου. Ο πασάς φοβήθηκε και διέταξε την ταφή του μαρτυρικού σώματος του Αγίου.  Τότε παραλαμβάνουν το άγιο σώμα οι μοναχοί και το ενταφιάζουν σε μοναστήρι κοντά στην πόλη.
Το μαρτύριο και ο θάνατος του Αγίου, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην συνέχεια της ζωής του Μουσά.  Ο ίδιος πηγαίνει στον τάφο του Αγίου και του ζητεί συγγνώμη. Και ο Άγιος, σε ενύπνιο, του αποκαλύπτει, ότι ο Θεός θα τον βοηθήση. Στην συνέχεια, λοιπόν, της ζωής του, μετανοεί, βαπτίζεται στην Βενετία και παίρνει το όνομα Δημήτριος. Ακολούθως γίνεται μοναχός στην Κέρκυρα και παίρνει το όνομα Δανιήλ, μεταβαίνει για υποθέσεις του στην Κωνσταντινούπολη, κατόπιν επιστρέφει στην Κέρκυρα, όπου και εκοιμήθη εν ειρήνη.
Η φωτεινή ζωή και η θυσία του αγίου Αναστασίου, οδήγησε τον Μουσά και πολλούς αλλόθρησκους στον Χριστό.  Και στήριξε την πίστη των ορθοδόξων ραγιάδων. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του Αγίου ενδόξου μάρτυρος Αναστασίου του εκ Παραμυθίας την 18ην Νοεμβρίου. Στην Παραμυθιά έχει οικοδομηθή προς τιμήν του μεγαλοπρεπής Ναός.
imparamythias

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ιβ' 16-21) Η παραβολή του άφρωνος πλουσίου. "Άφρων, ταύτη τή νυκτί τήν ψυχήν σου απαιτούσιν από σού, ά δε ητοίμασες τί νι έσται;"


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ιβ' 16-21)

                                             Η παραβολή του άφρωνος πλουσίου.
"Άφρων, ταύτη τή νυκτί τήν ψυχήν σου απαιτούσιν από σού,
ά δε ητοίμασες τί νι έσται;"
    Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε τη συμπεριφορά ενός πλουσίου ανθρώπου, του οποίου τα κτήματα καρποφόρησαν τόσο πολύ ώστε τον απασχολούσε το πρόβλημα πού θα συγκεντρώσει τα αγαθά του. Ενώ δηλαδή άλλοι άνθρωποι σκεπτόταν πώς θα εξοικονομήσουν τα προς το ζην, αυτός αντίθετα ανησυχούσε που δεν είχε πού να αποθηκεύσει τα αγαθά του. 
     Τα γεννήματα του ήταν τόσο πολλά ώστε λησμόνησε και τον ίδιο το Θεό στον Οποίον ούτε ευχαριστώ δεν είπε. Αλλά και τους φτωχούς και πάσχοντες συνανθρώπους του αγνόησε οι οποίοι είχαν ανάγκη βοήθειας. Η καρδιά του πλούσιου είχε αιχμαλωτισθεί στην ύλη ώστε τελικά ο άνθρωπος αποφάσισε να μεγαλώσει τις αποθήκες του και να αποθηκεύσει τα αγαθά του σ’ αυτές. 
      Αυτός θα ήταν πλέον ο μοναδικός σκοπός της ζωής του, δηλαδή χαμερπής, ζωώδης και κτηνώδης. Με αυτόν τον τρόπο όμως, επειδή κατέβασε τον εαυτό του στη θέση των άλογων ζώων, κόπηκε το νήμα της ζωής του, αφού δεν είχε πλέον κανένα ανώτερο σκοπό να επιτελέσει στη γη.
    Στην κατάσταση αυτή του πλουσίου πολλοί μπορεί να βρεθούν σε κάθε εποχή. Πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν την πολύτιμη ψυχή τους και συμπεριφέρονται σαν να είναι μόνο σάρκες. Το τέλος όμως των ανθρώπων αυτών θα είναι η απώλεια, όπως συνέβη και με τον πλούσιο της παραβολής. Και βέβαια ο πλούτος του δεν ήταν η αιτία της απώλειάς του, γιατί ο πλούτος βρισκόταν στη δική του εξουσία, δηλαδή να του κάνει καλή ή κακή χρήση. 
        Εάν έδειχνε ευγνωμοσύνη προς το Θεό και βοηθούσε τους έχοντες ανάγκη, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά και δε θα έφθανε σ’ αυτό το κατάντημα. Αυτός όμως έδειξε αχαριστία στο Θεό και ασπλαχνία στους ανθρώπους. Το κατάντημα του άφρονα πλουσίου έχουν όλοι εκείνοι που ακολουθούν το παράδειγμα του και στρέφουν την προσοχή τους μόνο στα υλικά αγαθά. Η επίγεια ζωή είναι ο χώρος όπου πρέπει να βασιλεύει η αγάπη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά και η αδελφική αλληλεγγύη, όπως είναι το θέλημα του Θεού.
     Όσοι επιθυμούν τη σωτηρία τους οφείλουν να πειθαρχούν στο θέλημα του Θεού και να αποφεύγουν το πάθος της πλεονεξίας το οποίο επιφέρει την οργή του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, όταν έχουμε διατροφές και σκεπάσματα, ας αρκούμαστε σ’ αυτά. Αλλά και οι πλούσιοι στον κόσμο αυτό δεν είναι καταδικασμένοι, επειδή είναι πλούσιοι, γιατί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο και για τον εαυτό τους, αλλά και για τους έχοντες ανάγκη. 
   Μπορούν να βοηθούν τους φτωχούς και ασθενείς με τη βεβαιότητα ότι η φιλανθρωπία τους θα ληφθεί από το Θεό ως θετικό στοιχείο κατά την ημέρα της κρίσεως. Ο Θεός είναι ελεήμων και δίνει χάρη και έλεος σε όσους ελεούν τους αδύνατους και τους   φτωχούς.
       Παράδειγμα πλούσιου ανθρώπου από την Παλαιά Διαθήκη είναι ο Ιώβ ο οποίος ζούσε στην Αυσίτιδα χώρα και ήταν «αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος». Ο Θεός τον είχε ευλογήσει και είχε επτά γιους και τρεις θυγατέρες, κτήματα, ζώα και πλούτη πολλά. Ήταν ευτυχής και δόξαζε το Θεό καθημερινά. Τα πλούτη του δεν τον έκαναν αχάριστο προς το Θεό ούτε σκληρό προς τους συνανθρώπους του. Αντίθετα ήταν άνθρωπος του Θεού και όλοι τον υπολόγιζαν και τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη. Αλλά και ο Αβραάμ τον οποίον οδήγησε ο Θεός στη γη της επαγγελίας και του χάρισε πλούτη πολλά, δεν φάνηκε αχάριστος στο Θεό. Το πρώτο του έργο μόλις έφθασε στη γη της επαγγελίας ήταν να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τον Πανάγαθο Θεό για τις ευεργεσίες Του. 

        Ο άφρων όμως πλούσιος δε θέλησε να   μιμηθεί τον Ιώβ και τον Αβραάμ. Κράτησε για τον εαυτό του όλο τον πλούτο που του χάρισε ο Θεός,τον οποίο και λησμόνησε, με αποτέλεσμα να χάσει την ψυχή του,ψυχή που του ζήτησε πίσω πια ο Θεός με τα λόγια που ακούσαμε στην αρχή: "Άφρων, ταύτη τή νυκτί τήν ψυχήν σου απαιτούσιν από σού, ά δε ητοίμασες τίνι έσται;"Βλάκα,του λέει ο Θεός,τι θα τα κάνεις όλα αυτά που απέκτησες...αφού σήμερα θα πεθάνεις; 
'Ας αποφύγουμε λοιπόν αδελφοί μου το παράδειγμα του άφρωνος πλουσίου και ας μοιάσουμε περισσότερο του Αβραάμ και του Ιώβ. 
Αμήν.

Κυριακή θ' Λουκά εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου



Πλούτη που δεν προέρχονται από επιχειρήσεις ή από αδικία αλλά από την εφορία των καρπών της γης. Και αυτά τα πλούτη δεν καθιστούν ευτυχισμένο τον πλούσιο.
Πάντοτε η εφορία των καρπών της γης είναι μεγάλη ευλογία, αλλά την ευλογία αυτή που την παρέχει ο Θεός μερικοί την δέχονται και την μεταχειρίζονται με τέτοιο τρόπο που όχι μόνον την κακοποιούν, την μετατρέπουν σε κατάρα, «εαυτών και αλλήλων».
Ο πλούσιος για τον οποίο μας μιλεί το σημερινό Ευαγγέλιο δέχεται πλούσια τα αγαθά του Θεού στην παραγωγή αμέτρητων καρπών και αντί να είναι ευχαριστημένος αγωνιά, «τι ποιήσω;» Τι να κάνω τα πλεονάζοντα αγαθά; Μια απάντηση δική μας είναι να φανεί ευεργετικός προς τον πλησίον, τους μη έχοντες. Η δική του απάντηση είναι διαφορετική. Θα χαλάσω τις παλιές αποθήκες μου, θα οικοδομήσω καινούριες μεγαλύτερες, θα φυλάξω τους καρπούς μου εκεί και θα πω στον εαυτό μου έχεις πολλά σε έτη πολλά. Ο πλούσιος αυτός δε βλέπει κανένα άλλο γύρω του, πάνω του και κοντά του, ούτε Θεό ούτε άνθρωπο. Ξέρετε ποιόν βλέπει; Μόνον τον εαυτό του. Απόλυτη θεοποίηση του εαυτού του. Την εφορία των καρπών της γης τη θεωρεί αποκλειστική δική του επιτυχία. Αρνείται την ευλογία του Θεού. Εξαρτά τα πάντα από το Θεό. Υψώνει επιδεικτικά το λάβαρο της αυτοσωτηρίας του. Αγνοεί όμως ότι η αυτοσωτηρία συμπορεύεται με την αυτοκαταστροφή.
Και τούτο γιατί η ευτυχία δε φυλακίζεται στις αποθήκες του πλούτου και των αγαθών της παραγωγής ακόμα και του πολιτισμού.
Υπάρχουν πολλά άλλα που μπορεί να στενοχωρήσουν τον παρακαθήμενο μπροστά από μια πλούσια τράπεζα. Κόπος και ασθένειες. Διενέξεις μετά προσφιλών προσώπων, γονέων, αδελφών. Ταραγμένη συνείδηση και ακόμα αιφνίδιος θάνατος παιδιών κ.λ.π.
Αγαθά που δε μπορούν να τα αναπληρώσουν όλα τα πλούτη του κόσμου.
«Άφρων», αφροσύνη μαζί με την συνυπάρχουσα αθεότητα και αντίθετα του «εις έτη πολλά», αυτή τη νύκτα πεθαίνεις. Αυτή τη νύκτα που ονειρεύεσαι ως νύκτα ευτυχίας με την ψευδαίσθηση ότι έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά, γίνεται νύκτα αγωνίας, τρόμου και θανάτου. «Την ψυχήν σου απαιτούσι». Η ψυχή σου δε σου ανήκει. Κόλαση, που τα χάνει όλα. Ποιος; Ο αμαρτωλός. Παράδεισος, που τα βρίσκει όλα. Ποιος; Ο άγιος. Η επιλογή κόλασης και παραδείσου βρίσκεται στο χέρι μας. Πολύ πιο δυναμικά και πιο αποτελεσματικά στο χέρι του πλουσίου. Εάν ο πλούτος γίνεται δεκτός ως ευλογία του Θεού, ως κατά Θεόν πλούτος, τότε η χρήση του οδηγεί στην πλήρωση του κατά Θεόν αρεστού. Δηλαδή χρησιμοποιούμε τα θεϊκά χαρίσματα όχι για ιδιοτελείς σκοπούς, αλλά προς ωφέλειαν του πλησίον. Όποιος μεριμνά και λειτουργεί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πλουτίζει σε έργα αγαθά, «΄Εξει δε και θησαυρόν ανέκλειπτον εν τοις ουρανοίς».
Ο πλούσιος του σημερινού ευαγγελίου δεν καταδικάζεται επειδή ήθελε να νοικοκυρέψει τα γεννήματά του, αλλά επειδή αρνήθηκε την πηγή της ζωής, που είναι μόνον ο Θεός.
Τα γεννήματα, τα λάδια και τα ξύδια, το στάρι και οι καρποί της γης, μπορεί να έχουν θερμίδες όμως δεν έχουν ζωή. Δεν παράγουν ζωή και δε δίνουν ζωή. Τη ζωή τη δίνει ο Θεός. Η άρνηση του Θεού είναι άρνηση της ζωής. Των αγίων ο χορός βρήκε την πηγή της ζωής το Θεό.
Αυτή είναι η μεγάλη προσδοκία μας. Να συμπορευτούμε με τους Αγίους. Να ζούμε την χαρά και την ευλογία των Αγίων μέσα στη φωτεινή και φωτόλουστη παρουσία του Κυρίου.
«Μετά πάντων των αγίων, πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Πρακτική και πορεία φρόνησης, ζωής και σωτηρίας. Να μη φτάσει ποτέ στα αυτιά μας αυτή η φοβερή φράση. «Άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσι».
πρωτ. Στυλιανός Θεοδωρογλάκης

Kυριακή Θ΄Λουκά Αρνητής του Θεού.


 

Βλέπουμε στην περικοπή του Ευαγγελίου της Θ Κυριακής του Λουκά πολύ χαρακτηριστικά στην περίπτωση της παραβολής.  Άφρων πλούσιος. Έτσι παρέμεινε στην Γραφή και στην ιστορία.  Και είναι πραγματικά άφρων. Το επίθετο αυτό δεν το έδωσε άνθρωπος, αλλά  ο ίδιος ο Θεός. «Είπε δε αυτώ ο Θεός, Άφρων, ταύτη τη νυκτί  την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού». Όταν ο λόγος του Θεού χαρακτηρίζει ένα άτομο, ο χαρακτηρισμός  αυτός είναι σωστός. Αν οι άνθρωποι σε αποκαλέσουν άφρονα, ανόητο, άμυαλο, δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία. Σημασία έχει να μη σε ονομάσει ο Θεός. Και ο λόγος του Θεού στην Αγία Γραφή δύο ανθρώπους ονόμασε  άφρονας. Τον ένα, διότι είπε, δεν υπάρχει Θεός.  Τον άλλον, διότι είπε, δεν υπάρχει αγάπη. Όλα τα σκεπτόταν ο πλούσιος της παραβολής. Μόνο την αγάπη δεν σκεπτόταν, την αγάπη, που είναι η καλύτερη αποθήκη των αγαθών του Θεού. Στενοχωριόταν  ο άφρων πλούσιος, διότι δεν είχε τι να κάνει την πλούσια σοδειά του, που να τοποθετήσει τα αγαθά του, που να επενδύσει τα πλούτη του. Σκεπτόταν να γκρεμίσει τις παλιές του αποθήκες και κτίσει καινούργιες. Προγραμμάτιζε! Το πρόγραμμά του όμως έμεινε στο σχέδιο.  Δεν υλοποιήθηκε. Διότι μεσολάβησε το πρόγραμμα Εκείνου, τον οποίον αγνοούσε. Μεσολάβησε η επέμβαση του Θεού. Αν δεν συνεργήσουμε, ώστε η επέμβαση του Θεού να είναι ευεργετική, θα είναι τρομακτική.  Το νερό θέλει να ποτίσει τον κήπο σου, αν όμως εσύ δεν το αφήνεις, εκείνο συγκεντρώνεται σε   τεράστια ποσότητα, σπάει το φράκτη, και τότε γίνεται ορμητικός χείμαρρος, που καταστρέφει τα πάντα. Ο Θεός θέλει να επεμβαίνει ευεργετικά στην ζωή μας. Αν εμείς δεν Τον αφήνουμε, με την άγνοιά μας, με την άρνησή μας, με την απιστία μας, τότε θα έλθει ημέρα, που η ορμή του Θεού θα σπάσει το φράκτη της μακροθυμίας και θα ξεσπάσει τιμωρητικά. Κάτι τέτοιο συνέβη στην περίπτωση του άφρονος πλουσίου. Η ώρα του θανάτου έφθασε καταλυτικά. Τίποτε δεν μπορεί να κρατήσει ο ταλαίπωρος. Είχε πολλά κεκτημένα. Τώρα το μόνο κεκτημένο, που του απέμεινε, είναι η αιώνιος κόλασης. Άφρων  ο πλούσιος, διότι ουσιαστικά ήταν αρνητής του Θεού. δεν πίστευε στο Θεό. Που το βλέπουμε;  Την ευφορία της γης την θεωρεί δική του ευφορία. Αναφέρεται σε αυτήν την ευφορία η παραβολή: « Ανθρώπου τινός πλουσίου ευφόρησεν η χώρα». Θα μπορούσε να μην είχε ευφορήσει η χώρα. Η ευφορία της γης έρχεται από τον ουρανό, όχι από την γη. Ο πλούσιος βέβαια ποτέ δεν παρακάλεσε το Θεό για την ευφορία των καρπών. Αφού δεν πίστευε στην ύπαρξη του Θεού, πως τα Τον παρακαλούσε; Τότε γιατί του έδινε τέτοια ευφορία, τέτοια καρποφορία, ο Θεός;  Το θέμα δεν είναι αν δίνει ο Θεός.  Ο Θεός; Δίνει, είτε αξίζουμε, είτε όχι. Το θέμα είναι, αν εμείς παρακαλούμε το Θεό να δώσει. Και Τον παρακαλεί όποιος Τον  αναγνωρίζει. Και Τον αναγνωρίζει, όποιος Τον γνωρίζει. Ο άφρων πλούσιος καμία αναφορά δεν κάνει στο Θεό, στην πηγή της ευφορίας. Γιατί  «ευφόρησεν η χώρα»; Διότι δεν αφόρισε ο Θεός τελείως τον άνθρωπο. δεν τον ξέκοψε από την αγάπη του. Ευφόρησε η χώρα διότι ο Θεός έριξε τη βροχή. Θα μπορούσε να μη ρίξει καθόλου βροχή, να καταδικάσει τη γη και τους ανθρώπους της στη σκληρή τιμωρία, που λέγεται ανομβρία, όπως καταδίκασε κάποτε τον Ισραήλ, όταν έκλεισε τους ουρανούς και δεν έβρεξε τριάμισι χρόνια. Κάθε φορά, που ανοίγει ο ουρανός το φωτεινό του παράθυρο και στέλνει ο Θεός τις ακτίνες του ήλιου, Τον ευχαριστούμε; Λέμε, Σε ευχαριστώ Θεέ μου; Κάθε φορά που ανοίγει ο ουρανός τις δεξαμενές του και στέλνει ο Θεός τις σταγόνες της βροχής, λέμε Σε ευχαριστώ Θεέ μου; Όχι μόνο αυτό δεν λέμε, αλλά και βλασφημούμε το Θεό, τον Ευεργέτη μας. Πώς λοιπόν, να μη κλείσει κάποτε ο ουρανός με το κλειδί της ανομβρίας; Θα μπορούσε ο Θεός, αντί να ρίξει βροχή ευεργετική, να έριχνε φωτιά και θειάφι, όπως έριξε στα Σόδομα  και στα Γόμορρα. Μήπως εμείς είμαστε καλύτεροι από τους  Σοδομίτες; Ήταν καλύτερος από τους Σοδομίτες ο άφρων πλούσιος; Φαΐ, πιοτό, αγοροπωλησίες, συναλλαγές κτήματα, οικοδομές! Να τα ιδανικά του χωρίς Θεό μεταφυσική αγωνία ανθρώπου. Να τα ιδανικά του ταλαίπωρου πλουσίου. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά κείμενα εις έτη πολλά, αναπαύσου, φάγε, πίε, ευφραίνου». Αμήν

Κυριακή θ΄ Λουκά π. Χρήστος Πιτυρίνης

evagelistis_loykas«Ἄφρον, ταῦτη τῇ νυκτι τῇ ψυχή σου ἀπαιτουσιν ἀπὸ σου. Ἅ δέ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;»
Ο Κύριός μας, αγαπητοί μου αδελφοί, περισσότερο απ’ όλες τις αμαρτίες απεχθάνεται την πλεονεξία. Γιατί, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία. Πράγματι! Όταν η αγάπη μας προς τα πλούτη είναι περισσότερη από την αγάπη των συνανθρώπων μας, και απ’ αυτόν το Θεό, είναι ή δεν είναι ειδωλολατρία; Σωστά, λοιπόν, ο Απόστολος των εθνών Παύλος ονομάζει την πλεονεξία ειδωλολατρία. Γι’ αυτό σήμερα στο ευαγγέλιο, βλέποντας ο Χριστός δυο αδελφούς να αντιμάχονται για να λύσουν ένα πρόβλημα οικονομικής φύσεως, θέμα δηλαδή υλικό, αναγκάστηκε να ρωτήσει.«Τίς μέ κατέστησε μεριστήν ἡ δικαστήν ἐφ’ ὑμᾶς;». Και αυτό γιατί ένας από τους δυο αδελφούς, που και αυτός κατά βάθος ήταν πλεονέκτης, ζήτησε από το Χριστό να γίνει δικαστής της διαφοράς τους. Ποιος με έκανε δικαστή ή μεριστή ανάμεσα στους ανθρώπους; ρωτά ο Χριστός.
Ο λόγος που έγινα άνθρωπος είναι να δώσω στον άνθρωπο το φως της Θείας μου διδασκαλίας και να τον απομακρύνω από την ειδωλολατρία. Και επειδή ο Κύριός μας, ως καρδιογνώστης, γνώριζε, όπως προείπα, ότι και τα δυο αδέλφια ήταν πλεονέκτες, θέλοντας να τους θεραπεύσει απ’ αυτό το πάθος τους είπε την παραβολή που ακούσαμε, την παραβολή του άφρωνος πλουσίου. Και λέει ο Κύριός μας τον άρχοντα αυτό της παραβολής άφρονα, δηλαδή ανόητο και άμυαλο, γιατί πραγματικά είναι τρέλα να είσαι μακριά από το Θεό. Είναι τρέλα να λες ότι όλα τα αγαθά που έχεις είναι δικά σου. Λέει το ευαγγέλιο στην παραβολή του άφρονος πλουσίου ότι μια χρονιά τα χωράφια του πλουσίου αυτού ανθρώπου είχαν γεμίσει με τόσους καρπούς με αποτέλεσμα να σκέπτεται που θα τα βάλει. Που να βάλω τα αγαθά μου; έλεγε. Δεν έχω τόσο μεγάλες αποθήκες. Και δεν είχε ύπνο. Ενώ πολλές φορές οι πτωχοί κοιμούνται ανέμελοι, αυτός δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Αλλά κάποτε, τέλος πάντων, βρήκε μια λύση. «Καθελῶν μου τᾶς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω», είπε. Θα γκρεμίσω τις παλιές μου αποθήκες και θα κάνω μεγαλύτερες. Πως όμως ο άνθρωπος αυτός ήταν τόσο σίγουρος ότι τα αγαθά που είχε ήταν δικά του; Λάθος έκανε! Είναι του Θεού. Ο άνθρωπος αυτός νόμιζε ότι όλα μπορούσε να τα κάνει χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Είχε ξεγράψει το Θεό από τη ζωή του. Κάτι τέτοιο όμως δεν κάνουν και πολλοί πλούσιοι της εποχής μας; Δεν λένε ότι οι επιχειρήσεις τους και οι περιουσίες τους είναι αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτούς; Όμως ο άγιος Αθανάσιος, διερωτώμενος γιατί να δίνει ο Θεός στον πλούσιο της παραβολής τόσο πλούτο, αφού γνώριζε πόσο άπληστος και πλεονέκτης ήταν, απαντά και λέει ότι ο Θεός ως «πολυεύσπλαγχνος καὶ οἰκτίρμων» δείχνει την μεγάλη του αγάπη ακόμα και στους πλεονέκτες πλουσίους.
Ο Θεός θέλει την μετάνοια του αμαρτωλού ανθρώπου. Αλλά, δυστυχώς, οι πλούσιοι ξεχνούν το Θεό και όλα τα θέλουν για τον εαυτό τους. Δεν δίνουν σημασία στον πόνο των συνανθρώπων τους. Αν και ακούνε το κλάμα των πτωχών, των χηρών και των ορφανών, εν τούτοις κάνουν πως δεν το ακούν. Στους πλουσίους που μιμούνται τη ζωή του άφρονα πλουσίου του ευαγγελίου οι πονεμένοι άνθρωποι δεν έχουν θέση. Και μαζί με τον άφρονα πλούσιο λένε: «ψυχή μου, ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά». Και λένε ότι η ψυχή έχει πολλά αγαθά που μπορεί να τα χρησιμοποιεί για πολλά χρόνια. Ποιος όμως έδωσε στον πλούσιο της παραβολής, αλλά και σε κάθε άλλον πλούσιο που έχει την ίδια νοοτροπία, το δικαίωμα να ελπίζει ότι θα ζει αιώνια; Είχε και έχουν υπογράψει συμβόλαιο με το Θεό; Όχι, βέβαια. Και αυτό αποδείχτηκε πολύ γρήγορα.
Το ίδιο και όλας βράδυ η δικαιοσύνη του Θεού έδωσε την απάντηση στο πλούσιο.«Ἄφρον, του λεει ταῦτη τῇ νυκτι τῇ ψυχή σου ἀπαιτουσιν ἀπὸ σου. Ἅ δέ ἠτοίμασας τίνι ἔσται;» Άμυαλε, λέει, είπες ότι έχεις πολλά αγαθά. Μπράβο σου, αλλά ο Θεός σου τα χάρισε. Είπες ότι βρήκες τρόπο να τα συνάξεις σε μεγάλες αποθήκες. Και οι πλούσιοι της εποχής μας βρίσκουν τρόπους να φυλάγουν τα χρήματά τους σε μεγάλες τράπεζες του εξωτερικού. Πολύ ωραία, λέει ο Κύριος. Όμως, δεν γνωρίζεις ότι το ίδιο κιόλας βράδυ, και όχι μετά από πολλά χρόνια, θα έρθει το τέλος της ζωής σου. Και θα έρθουν οι δαίμονες να παραλάβουν τη ψυχή σου και όχι οι άγγελοι. Οι δαίμονες θα’ ρθουν γιατί αυτούς διακονούσες τόσα χρόνια. Και όσα ετοίμασες σε ποιον θα μείνουν; Έτσι κάνουν οι άμυαλοι πλούσιοι κάθε εποχής. Έτσι κάνουν και οι πλούσιοι και της σημερινής εποχής. Αυτό όμως είναι τρέλα. Γιατί υπάρχει μια άλλη περιουσία, πνευματική, στην οποία πρέπει να προσβλέπει ο άνθρωπος. Το βλέμμα των χριστιανών πρέπει να είναι στραμμένο στον ουρανό. Να είναι στραμμένο στους ουρανούς όπου είναι οι άγιοι της Εκκλησίας και οι άγιοι άγγελοι και αρχάγγελοι.
Αν το βλέμμα μας είναι στραμμένο στον ουρανό ποτέ μας δεν θα αμαρτήσουμε με τη θέλησή μας. Και ποτέ μας δεν θα οδηγηθούμε στην πλεονεξία και φιλαργυρία «η οποία είναι ειδωλολατρεία», όπως μας λέει ο Απόστολος Παύλος. Αγαπητοί μου αδελφοί! Εύχομαι όλοι μας, να ακούσουμε τη φωνή του Θεού, να ζήσουμε όπως θέλει ο Θεός, να ζήσουμε ευσεβώς και εναρέτως. Και να μην είμαστε πλεονέκτες. Γιατί δυστυχώς, μπορεί να είμαστε πτωχοί, αλλά δεν παύουμε να σκεπτόμαστε τα πλούτη. Ο χριστιανός, όμως, όπως είπαμε νωρίτερα δεν πρέπει να σκέπτεται τα υλικά αγαθά περισσότερο από τα πνευματικά. Η ψυχή μας πρέπει να είναι ενωμένη με το Χριστό που είναι ο πλούσιος εν ελέει, όπως μας λέει πάλι ο Απόστολος Παύλος. Ο Χριστός πρέπει να είναι το παράδειγμα και το υπόδειγμα και εμάς και των παιδιών μας. Για να είναι η ζωή μας σύμφωνη με το θέλημα του Θεού σίγουρα η ζωή μας θα έχει πίστη. Μόνο αν ζούμε έτσι θα κατακτήσουμε τη βασιλεία του Θεού. Αμήν

Κυριακή Θ' Λουκά – Η παραβολή του άφρονος πλουσίου, π. Περικλής Ρίπισης





Θέλοντας ο Κύριος να δείξει πόσο ολέθριο είναι το πάθος της
πλεονεξίας είπε την παρακάτω Παραβολή: Κάποιου πλουσίου ανθρώπου τα
εκτεταμένα χωράφια απέδωσαν πλούσια παραγωγή. Κι αντί ο πλούσιος αυτός
να χαρεί και να ευχαριστήσει το Θεό για την πλούσια σοδειά, κυριεύθηκε
από έγνοιες και συλλογισμούς: Τι να κάνω; Πού να μαζέψω τους καρπούς που
μου περισσεύουν; Έχασε την ειρήνη του, έχασε και τον ύπνο του.
Επιτέλους κάποτε βρήκε τη λύση: Αυτό θα κάνω! Θα γκρεμίσω τις αποθήκες
μου και θα οικοδομήσω μεγαλύτερες. Και θα μαζέψω εκεί όλα τα αγαθά μου.
Κι ύστερα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά και σου φθάνουν
για πολλά χρόνια. Μη σκοτίζεσαι πλέον για τίποτε. Τώρα πλέον ήρθε η ώρα
να χαρείς με φαγοπότια και διασκεδάσεις.
Ο δύστυχος! Νόμιζε ότι θα ευτυχήσει με τα πλούτη! Δεν μπορούσε να
καταλάβει ότι αυτά δεν κάνουν τον άνθρωπο ευτυχισμένο. Άλλωστε ο ίδιος
ζούσε τη δυστυχία και μόνο με τη σκέψη των πολλών αγαθών, πριν ακόμη τα
συγκεντρώσει και τα αποθηκεύσει. Δεν μπορούσε να χαρεί τίποτε, διότι η
πλεονεξία του τον ταλαιπωρούσε και τον βασάνιζε. Ήθελε να κρατήσει όλους
τους καρπούς για τον εαυτό του. Κι επειδή δεν μπορούσε να το κατορθώσει
αυτό, βυθιζόταν σε εναγώνιες σκέψεις. Θα μπορούσε βέβαια να γίνει
ευτυχισμένος, εάν έπαιρνε μία γενναία απόφαση. Να δωρίσει τα αγαθά που
του περίσσευαν στους φτωχούς, να χορτάσει τα πεινασμένα τους στόματα,
και να ευχαριστήσει το Θεό που του δώρισε μια τέτοια ευφορία και
δυνατότητα φιλανθρωπίας. Αλλά επειδή σκοτίσθηκε από την πλεονεξία
κατάντησε δυστυχισμένος κι άρρωστος.
Τι κερδίζουμε λοιπόν από την προσκόλληση στα περιττά αγαθά μας;
Ανάπαυση δεν κερδίζουμε. Ανήσυχες και βασανιστικές φροντίδες μας
αιχμαλωτίζουν. Όσο περισσότερα αποκτούμε, τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε
σε συλλογισμούς και ανησυχίες: πώς θα διατηρήσουμε αυτά που αποκτήσαμε,
πώς θα προσθέσουμε κι άλλα. Και συμβαίνει να χάνουμε συχνά και τον ύπνο
μας με τις εναγώνιες σκέψεις μας. Τα θέλουμε όλα δικά μας για να τα
απολαμβάνουμε μόνο εμείς, νομίζοντας ότι όσα έχουμε είναι όλα δικά μας.
Και πολύ περισσότερο δεν θέλουμε να καταλάβουμε ότι η ψυχή μας δεν
χορταίνει με τα υλικά αγαθά. Η ψυχή ως πνευματική οντότητα ζει και
ευτυχεί μόνο με ουράνια, πνευματικά αγαθά. Η αφθονία των υλικών αγαθών,
των φαγητών, των διασκεδάσεων δεν μας κάνουν ευτυχισμένους. Κι έπειτα
στη ζωή υπάρχουν προβλήματα που δεν λύνονται με το χρήμα, αρρώστιες και
θλίψεις, πειρασμοί και εντάσεις, οικογενειακά και άλλα προβλήματα που
αφαιρούν συχνά κάθε χαρά και ειρήνη. Μη γελιόμαστε λοιπόν. Ας
συνειδητοποιήσουμε ότι τα αγαθά που δίνουν ανάπαυση και ευτυχία
προέρχονται από τον ουρανό κι εκεί καταλήγουν. Αυτά να αναζητούμε κι
αυτά να επιδιώκουμε.
Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως περίμενε ο πλούσιος. Πριν ακόμη
προφθάσει να πει στην ψυχή του τα όσα σχεδίαζε, του μίλησε πρώτα ο Θεός:
Άμυαλε άνθρωπε! Τη νύχτα αυτή, που την ονειρευόσουν ως νύχτα ευτυχίας,
απαίσιοι δαίμονες ζητούν να πάρουν την ψυχή σου, σε λίγο θα πεθάνεις. Κι
όλα αυτά που αποθήκευσες, σε ποιον θα ανήκουν; Κι ο Κύριος έκλεισε την
Παραβολή λέγοντας: Τέτοιο τέλος θα έχει κι όποιος μαζεύει μόνο για τον
εαυτό του τα υλικά αγαθά και δεν αποταμιεύει θησαυρούς στον ουρανό με τα
έργα της αγάπης. Θα καταλήξει την τελευταία μέρα ή νύχτα της ζωής του
στην αιώνια νύχτα της κολάσεως.
Διότι όσοι είναι προσκολλημένοι στα υλικά αγαθά, την ώρα του θανάτους
τους εισέρχονται σε μία νύχτα φοβερή και ατελείωτη. Εγκαταλείπουν πίσω
τους όλα εκείνα για τα οποία μόχθησαν και με πολλές αγωνιώδεις φροντίδες
συγκέντρωσαν και απέρχονται πάμφτωχοι, άδειοι από καλά έργα κι απ' τη
χάρη του Θεού. Σκοτάδι απογνώσεως απλώνεται γύρω τους καθώς
παραλαμβάνουν την ψυχή τους οι σκοτεινοί δαίμονες.

Κυριακή Θ Ματθαίου Ο θησαυρίζων ευατώ Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού



Δεν είναι τυχαία η επιμονή της Εκκλησίας μας στο να επιλέγει να διαβάζονται περικοπές από το Ευαγγέλιο που αναφέρονται στη διδασκαλία του Χριστού σε σχέση με τον πλούτο και το χρήμα. Ο Κύριός μας δεν σκεφτόταν χρησιμοθηρικά. Δεν απευθυνόταν μόνο σ’ αυτούς που είχε απέναντί του, οι οποίοι, το πιο πιθανόν, ήταν φτωχοί, αλλά στόχευε να δείξει ποιος είναι ο δρόμος της Βασιλείας του Θεού και ποια τα εμπόδια σ’ αυτόν. Ο πλούτος είναι ένα απ’ αυτά. Αφορμή της παραβολή του άφρονα πλούσιου, μετά την παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου, ήταν η διαμάχη δύο αδελφών σχετικά με τη διανομή της πατρικής κληρονομιάς, την οποία ήθελαν να αναθέσουν στο Χριστό. Ο Κύριος όμως, αφού τους τόνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν δικαστής, προτρέπει τόσο τους ίδιους όσο και το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο να αποφεύγουν κάθε είδος πλεονεξίας. Και για να τους βοηθήσει να καταλάβουν τι ακριβώς εννοούσε, τους αφηγείται την παραβολή του άφρονα πλούσιου (Λουκ. 12, 13-21).
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ρήσεις του Κυρίου είναι αυτή που κλείνει την παραβολή του άφρονα πλούσιου. «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ και μη εις Θεόν πλουτών». Αυτά παθαίνει όποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυρούς για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει με ό,τι θέλει ο Θεός. Ο λόγος αυτός δείχνει ακριβώς την αιτία για την οποία τόσο ο Χριστός όσο και η Εκκλησία επιμένουν στο ότι ο πλούτος κάθε μορφής αποτελεί εμπόδιο για τη Βασιλεία του Θεού, για να είναι κάποιος αληθινός χριστιανός. Δεν γίνεται αναφορά στην ελεημοσύνη και τη φιλανθρωπία. Ο Χριστός επιμένει στη συγκέντρωση θησαυρών για ατομική χρήση και κατοχή και στην αντίθεση με τον κατά Θεόν πλουτισμό.
Τι σημαίνει όμως αυτό το αντιθετικό ζεύγος;
Ο άφρων πλούσιος είναι το παράδειγμα του θησαυρίζοντος εαυτώ. Χαρακτηριστικά αυτού του θησαυρίσματος ήταν η έγνοια για τα αγαθά, για την αποθήκευσή τους και για την χρήση τους με σκοπό την φιληδονία. Ο άφρων πλούσιος δεν σκέφτηκε ότι η ευφορία της γης δεν ήλθε ως αποτέλεσμα μόνο κάποιου δικού του κόπου, αλλά ως ευλογία του Θεού. Δεν σκέφτηκε λοιπόν να ευχαριστήσει το Θεό για τις δωρεές που έλαβε. Παράλληλα, δεν υπολόγισε ότι η αποθήκευση των αγαθών δεν ήταν αυτή που θα του έδινε νόημα και χαρά στη ζωή του, αλλά θα τον έκλεινε στον εαυτό του και στην αυτάρκειά του, με αποτέλεσμα ό,τι είχε να το κρατούσε για τον ίδιο. Μέριμνες όμως φέρνει η διατήρηση των πλούτου. Άγχος, σχέδια, προγράμματα. Όμως η ζωή δεν μπορεί να προχωρήσει στα ουσιώδη της, αν ο άνθρωπος είναι παραδομένος στην διατήρηση, διαχείριση και αποθήκευση των αγαθών του. Ταυτίζεται με αυτά και δεν έχει έγνοια ούτε για τον συνάνθρωπό του, αλλά ούτε και να χτίσει σχέσεις αγάπης με δικούς του, φίλους και συγγενείς. Ο πλούτος καθιστά τον άνθρωπο μοναχικό. Δεν σκέφτηκε λοιπόν ο πλούσιος να μοιραστεί τη χαρά για την ευφορία της γης του, αλλά σκέφτηκε πώς θα την κρατήσει μόνο για τον εαυτό του. Τέλος, ο πλούσιος επέλεξε να εγκλωβιστεί στο εγώ του κατευθύνοντας την πορεία του στο τρίπτυχο «φάγε, πίε, ευφραίνου». Η ζωή του δεν είχε κανένα άλλο ενδιαφέρον. Κανένα πνευματικό και ψυχικό προσανατολισμό. Ο εαυτός του στηρίχτηκε στην ύλη. Το νόημα της ζωής ήταν να απολαύσει τα αγαθά του. Δεν υπολόγισε όμως ότι υπάρχει ο θάνατος, που αναιρεί κάθε τέτοιο σχέδιο μόνιμου υλιστικού προσανατολισμού. Έτσι ο ίδιος έχασε τη δυνατότητα να δει τον κόσμο μέσα από ένα άλλο πρίσμα, αυτό της υπέρβασης του χρόνου και του θανάτου, αυτό της αγάπης που δίνει άλλο περιεχόμενο και άλλη χαρά στον άνθρωπο.
Θησαύρισε για τον εαυτό του ο άφρων πλούσιος. Πίστεψε ότι η αυτάρκεια των αγαθών του ήταν αποτέλεσμα της εύνοιας της «τύχης», του κόπου του, της ίδιας της ζωής. Παραδόθηκε στις μέριμνες πώς να επενδύσει τα κέρδη του. Ταύτισε τη χαρά με την ηδονή. Από τη ζωή του απουσίαζε εντελώς ο πλησίον. Η χαρά του να μοιράζεται κανείς. Η χαρά της ευχαριστίας στο Θεό. Και έτσι, με το θάνατό του, όσα ετοίμασε έπαψαν να του ανήκουν και έμειναν χωρίς κάτοχο. Αυτό συμβαίνει και με όσους δεν βλέπουν ότι ο αληθινός θησαυρός είναι να δοξολογούμε το Θεό για ό,τι μας δίνεται. Να λειτουργούμε ως διαχειριστές και ως οικονόμοι της χάριτός του, είτε πρόκειται για υλικά είτε πρόκειται για άλλα αγαθά, χαρίσματα, γνώσεις, επιτυχίες, αποδοχή από τους άλλους. Και παράλληλα, αντί να παραδινόμαστε στην φιλήδονο αμαρτία, να βλέπουμε την ανάγκη να μοιραστούμε με τον πλησίον μας στο μέτρο του εφικτού κάθε τι το οποίο μας δόθηκε.
Η στάση του πλουσίου δεν ήταν απλώς μια επιλογή ανάμεσα στον πλούτο για τον εαυτό του και στον πλούτο κατά Θεόν. Ήρθε ως αποτέλεσμα της ψυχικής του, της υπαρξιακής του κατάστασης. Ο Χριστός μας λέει ότι ήταν πλεονέκτης. Ήταν διψασμένος όχι για αγάπη και για χαρά, όχι για Θεό και πλησίον, αλλά για την ατομική του εξασφάλιση. Η καρδιά του ήταν δοσμένη στον εαυτό του. Και στον καιρό του πειρασμού παρέδωσε την ψυχή του στην πλεονεξία του. Σταδιακά νικιέται ο άνθρωπος. Σταδιακά χτίζεται η λογική της υποταγής στο πνεύμα του πειρασμού, στην αυτάρκεια, στον θησαυρό εαυτώ.
Όπως σε κάθε παραβολή, ο Χριστός αφήνει τον καθένα μας να κρίνει ο ίδιος με ποιον ταυτίζεται. Έτσι, παραμένει ανοιχτός ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας μας θα πλουτίσει εις Θεόν. Θα γίνει με αντίθετη στάση ως προς αυτή του πλούσιου; Θα γίνει με την δοξολογία του Θεού και την εμπιστοσύνη στην ευλογία του να είμαστε διαχειριστές τόσο των αγαθών όσο και της χάριτος; Θα γίνει με την ελεημοσύνη; Με την προσευχή που γίνεται αγάπη; Με την συμπαράσταση σ’ αυτόν που πεινά, διψά, είναι ξένος, είναι γυμνός, είναι στη φυλακή, είναι ασθενής; Με την υπέρβαση της αυτάρκειας και τη νίκη κατά της πλεονεξίας, μέσα από τη σχέση με το Θεό και τον πλησίον;
Κάποτε ο πειρασμός φέρνει μπροστά στα πόδια του Μεγάλου Αντωνίου, εκεί που βάδιζε στην έρημο, ένα μεγάλο, αστραφτερό, ασημένιο δίσκο. Ο Μέγας Αντώνιος κοντοστέκεται για λίγο και λέγει: «Από πού βρέθηκε δίσκος στην έρημο; Εδώ ούτε δρόμος ούτε μονοπάτι, ούτε ίχνος περάσματος φαίνεται πουθενά. Αλλά και εάν έπεσε κάποιου ανθρώπου, δεν θα τον άκουγε; Δεν θα γύριζε λοιπόν να τον πάρει; Δική σου τέχνη είναι τούτο διάβολε! είπε ο Άγιος. Θέλεις να με εμπαίξεις. Χάρισμα σου λοιπόν. Πάρε τον δίσκο μαζί σου στην απώλεια, στο σκοτάδι της Κολάσεως, του φρικτού βασιλείου σου». Μόλις όμως, είπε αυτά ο όσιος, ο δίσκος έγινε άφαντος! Ο δαίμονας είχε νικηθεί. Σε λίγο θα συναντήσει άφθονο χρυσάφι, που άστραφτε και γυάλιζε με τη λάμψη του. Ο άγιος το προσπερνά, ενθυμούμενος τον λόγο της Γραφής «Πλούτος, εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν» (Ψαλμ. 61, 12). Ακόμη κι αν δείτε μπροστά σας τον πλούτο να ρέει άφθονος, μην αφήνετε την καρδιά σας να προσκολληθεί σ’ αυτόν. Όπου είναι ο θησαυρός μας, εκεί και η καρδιά μας.


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ ΕΚ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ


ΚΥΡΙΑΚΗ  Θ΄  ΛΟΥΚΑ
(Λκ. ιβ΄ 16-21)
Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε γιὰ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρο. Στὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἀκούσαμε τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου. «Κάποιου πλούσιου ἀνθρώπου τὰ χωράφια ἔδωσαν ἄφθονη σοδειά. Τότε ἐκεῖνος σκεφτόταν κι ἔλεγε: “τὶ νὰ κάνω; Δὲν ἔχω μέρος νὰ συγκεντρώσω τὰ γεννήματά μου. Ἀλλὰ νὰ τὶ θὰ κάνω”, εἶπε. “Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες γιὰ νὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλη τὴ σοδειά μου καὶ τ᾽ ἀγαθά μου. Μετὰ θὰ πῶ στὸν ἑαυτό μου: τώρα ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, ποὺ ἀρκοῦν γιὰ χρόνια πολλά· ξεκουράσου, τρῶγε, πίνε, διασκέδαζε”. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Θεός: “Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύχτα θὰ παραδώσεις τὴ ζωή σου. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν”; Αὐτὰ παθαίνει ὅποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυροὺς καὶ δὲν πλουτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ ὅ,τι θέλει ὁ Θεός». Ἀφοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, πρόσθεσε μὲ ἔμφαση: «Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἀκούει ἄς τὰ ἀκούει».
Θέμα τῆς παραβολῆς, ὅπως ἀκούσαμε εἶναι ὁ πλοῦτος, ἡ μεγάλη θεότητα τοῦ κόσμου. Θὰ λέγαμε καλύτερα πὼς τὸ θέμα τῆς παραβολῆς δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος, ἀλλὰ ἡ λατρεία τοῦ πλούτου, ἡ προσκόλληση τοῦ ἀνθρώπου σ” αὐτόν. Εἶναι τὸ σημεῖο στὸ ὁποῖο συναντιοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί. Οἱ πλούσιοι δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὸν πλοῦτο ποὺ κατέχουν καὶ οἱ φτωχοὶ ἀγωνίζονται νὰ τὸν   ἀποκτήσουν. Ὁ Χριστὸς βέβαια δὲν κάνει ἁπλὰ ἕνα κοινωνικὸ κήρυγμα γιὰ νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο. Ὁ Χριστὸς ὅταν ἀναφέρεται στὸν πλοῦτο τὸν ξεπερνάει ἐντελῶς, ἔχει μιὰ ἀπόλυτη ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου. Οὔτε τὰ καταδικάζει, οὔτε τὰ δικαιώνει. Μιλάει μόνο γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο σχετίζεται ὁ ἄνθρωπος μ” αὐτὰ καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει ἀπ” αὐτά.
Στὴ σημερινὴ παραβολὴ λοιπὸν τοῦ ἄφρονα πλουσίου ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μιλάει γιὰ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἀφροσύνη ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἐξάλλου ὁ Χριστὸς ὅταν ἀναφέρεται στὰ πράγματα δὲν μιλάει γι” αὐτὰ ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο σὲ σχέση μ” αὐτά. Θέλει τὸν ἄνθρωπο κύριο καὶ διαχειριστή τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι δοῦλο τους.
Ἡ παραβολὴ εἶναι παρμένη ἀπὸ τὴν καθημερινότητα τῆς Γαλιλαίας. Ἕνας ἄνθρωπος, πλούσιος ἤδη, βλέπει τὴ γῆ του νὰ εὐφορεῖ. Ὅχι κάποια κτήματά του ἀλλὰ ὅλη ἡ χώρα του ἀφθονοῦσε ἀπὸ σιτάρι καὶ ἄλλα ἀγαθά. Στὴ διήγηση τοῦ Χριστοῦ δὲν γίνεται κανένας ὑπαινιγμός γιὰ τὸν μέχρι τώρα κόπο τοῦ πλούσιου γαιοκτήμονα γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπέκτησε. Οἱ ἀκροατὲς τοῦ Χριστοῦ γνώριζαν καλὰ ὅτι στὴ Γαλιλαία αὐτοὶ ποὺ κατέχουν τὴ γῆ ἔμεναν στὶς πόλεις καὶ τὰ κτήματά τους τὰ δούλευαν ἀντὶ ἐλάχιστης ἀμοιβῆς ἐργάτες. Καὶ στὴ γεωργία τίποτα δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀστάθμητους παράγοντες, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ ἐλέγξει. Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς μας λοιπὸν φαίνεται νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ ὄχι καὶ τόσο ἀναμενόμενη εὐφορία καὶ δὲν εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένος.
Ἡ πρώτη ἀντίδρασή του δὲν εἶναι νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεό, οὔτε νὰ προσφέρει στὸ Ναό τὰ πρῶτα γεννήματα, οὔτε ἡ ἐλεημοσύνη τῶν φτωχῶν, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο. Προτοῦ κἄν θερίσει διαλέγεται μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀποφεύγοντας ἀκόμα καὶ τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς φίλους του. Δὲν σκέφτεται νὰ κοινωνήσει ὄχι μόνο τὰ ἀγαθά του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὶς ἔγνοιες του. Διερωτᾶται λοιπὸν «τὶ ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω…». Ἕνα ἐρώτημα ποὺ συνήθως ἀκούγεται ἀπὸ τὰ χείλη τῶν φτωχῶν. Τοῦ ἀνήκει ἡ χώρα, ἀλλὰ συνειδητοποιεῖ ὅτι δὲν ἔχει τόσες ἀποθῆκες ὥστε νὰ συγκεντρώσει τὸν πλοῦτο του.
Ὅπως εἴπαμε στὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο συναντῶνται καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί. Κι ὅπως μᾶς λέει ἡ παραβολή μας δὲν διακρίνονται εὔκολα τὰ ὅρια τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας. Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες πλούσιος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει, ἀλλὰ ἐκεῖνος αἰσθάνεται πληρότητα καὶ νιώθει πλούσιος κοινωνώντας αὐτὰ ποὺ ἔχει. Καὶ φτωχὸς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ πάντα αἰσθάνεται στέρηση καὶ στενοχώρια καὶ δὲν κοινωνεῖ τίποτε ἀπ” ὅ,τι ἔχει. Κι ἄν θὰ θέλαμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὰ ὅρια τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας θὰ λέγαμε πὼς εἶναι ἡ αὐτάρκεια καὶ ἡ κοινωνία ἀπέναντι στὴν πλεονεξία καὶ τὸν ἀτομισμό καὶ τὴν ἀκοινωνησία.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, νὰ θεωρεῖ πὼς ὅ,τι κατακτᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του μπορεῖ νὰ γεμίσει τὴν ὕπαρξή του, νὰ ἱκανοποιήσει τὴ δίψα του γιὰ ζωή, γιὰ πληρότητα, γιὰ εὐφροσύνη, γιὰ ἀθανασία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς μας θεωρεῖ πὼς ἡ συγκέντρωση ἀγαθῶν καὶ πλούτου μποροῦν νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν εὐφροσύνη καὶ μακροζωία, «ψυχή μου ἔχεις πολλὰ ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά, ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ἐξαρτᾶ τὴ ζωή του καὶ τὴν ὕπαρξή του ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ χρήση τῶν ἀγαθῶν καὶ τοῦ κόσμου.
Ἡ ἀτομικὴ ὅμως εὐημερία καὶ ὁ καταναλωτισμὸς δὲν εἶναι εὐτυχία. Ἡ ζωὴ δὲ διεκδικεῖται ἀτομικά, «ἡ ζωὴ εἶναι σύνολο ἐνεργούμενων σχέσεων». Ζεῖ μόνον ὅ,τι σχετίζεται, ὅ,τι δηλαδὴ ἐπικοινωνεῖ καὶ ἐνεργεῖ πρὸς τὸ περιβάλλον. Καὶ ζεῖ ὅσο διαρκεῖ αὐτὴ ἡ σχέση. Ἡ διάσπαση, ἡ διακοπὴ ἐπικοινωνίας εἶναι θάνατος. Γι αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς χαρακτηρίζει τὸν πλούσιο ἄφρονα. Γιατὶ μόνος του βυθίστηκε στὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου, τὸ ἄγχος καὶ ἡ σύγχυση γιὰ τὴ συγκέντρωση τοῦ πλούτου του τὸν ὁδηγεῖ στὸ θάνατο.
Καὶ σήμερα, ὅπως καὶ κάθε ἐποχή, ὁ κόσμος περνάει κρίση. Τὸ αἴτιο τῆς κρίσης πάντα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι πίστεψαν πὼς γιὰ νὰ ζήσουν φτάνει νὰ ἔχουν ἀφθονία ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθά. Τὸ νόημα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀφθονία καὶ ὁ πλουτισμὸς ἄσχετα μὲ τὸ ἄν ἑκατομμύρια ἄνθρωποι πεθαίνουν ἀπὸ τὴν ἀνέχεια καὶ τὴν πεῖνα.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πρὶν τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου εἶπε ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀφθονία τῶν ὑπαρχόντων του. Τὰ ἀγαθὰ δηλαδὴ εἶναι γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι ὅμως οὔτε ὁ σκοπὸς οὔτε πολὺ περισσότερο ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ κλείσουμε τὸ σημερινὸ κήρυγμα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν ἄφρονα τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ καὶ στὸν κάθε πλεονέκτη καὶ ἄφρονα πλούσιο ποὺ θησαυρίζει ἀχόρταγα καὶ θαρρεῖ πὼς μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος μέσα στὶς γεμᾶτες ἀποθῆκες του: «Ἅ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται»; Αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ μείνουν; Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λκ. ιβ΄ 16-21)



Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε γιὰ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ σήμερα εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρο. Στὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἀκούσαμε τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου. «Κάποιου πλούσιου ἀνθρώπου τὰ χωράφια ἔδωσαν ἄφθονη σοδειά. Τότε ἐκεῖνος σκεφτόταν κι ἔλεγε: “τὶ νὰ κάνω; Δὲν ἔχω μέρος νὰ συγκεντρώσω τὰ γεννήματά μου. Ἀλλὰ νὰ τὶ θὰ κάνω”, εἶπε. “Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω μεγαλύτερες γιὰ νὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλη τὴ σοδειά μου καὶ τ᾽ ἀγαθά μου. Μετὰ θὰ πῶ στὸν ἑαυτό μου: τώρα ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, ποὺ ἀρκοῦν γιὰ χρόνια πολλά· ξεκουράσου, τρῶγε, πίνε, διασκέδαζε”. Τότε τοῦ εἶπε ὁ Θεός: “Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύχτα θὰ παραδώσεις τὴ ζωή σου. Αὐτὰ λοιπὸν ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν”; Αὐτὰ παθαίνει ὅποιος μαζεύει πρόσκαιρους θησαυροὺς καὶ δὲν πλουτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ ὅ,τι θέλει ὁ Θεός». Ἀφοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, πρόσθεσε μὲ ἔμφαση: «Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾽ ἀκούει ἄς τὰ ἀκούει».
Θέμα τῆς παραβολῆς, ὅπως ἀκούσαμε εἶναι ὁ πλοῦτος, ἡ μεγάλη θεότητα τοῦ κόσμου. Θὰ λέγαμε καλύτερα πὼς τὸ θέμα τῆς παραβολῆς δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος, ἀλλὰ ἡ λατρεία τοῦ πλούτου, ἡ προσκόλληση τοῦ ἀνθρώπου σ” αὐτόν. Εἶναι τὸ σημεῖο στὸ ὁποῖο συναντιοῦνται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί. Οἱ πλούσιοι δὲν θέλουν νὰ χάσουν τὸν πλοῦτο ποὺ κατέχουν καὶ οἱ φτωχοὶ ἀγωνίζονται νὰ τὸν   ἀποκτήσουν. Ὁ Χριστὸς βέβαια δὲν κάνει ἁπλὰ ἕνα κοινωνικὸ κήρυγμα γιὰ νὰ μοιράσει τὸν πλοῦτο. Ὁ Χριστὸς ὅταν ἀναφέρεται στὸν πλοῦτο τὸν ξεπερνάει ἐντελῶς, ἔχει μιὰ ἀπόλυτη ἀνεξαρτησία ἀπέναντι στὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου. Οὔτε τὰ καταδικάζει, οὔτε τὰ δικαιώνει. Μιλάει μόνο γιὰ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο σχετίζεται ὁ ἄνθρωπος μ” αὐτὰ καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει ἀπ” αὐτά.
Στὴ σημερινὴ παραβολὴ λοιπὸν τοῦ ἄφρονα πλουσίου ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μιλάει γιὰ τὴν πλεονεξία καὶ τὴν ἀφροσύνη ἑνὸς ἀνθρώπου. Ἐξάλλου ὁ Χριστὸς ὅταν ἀναφέρεται στὰ πράγματα δὲν μιλάει γι” αὐτὰ ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο σὲ σχέση μ” αὐτά. Θέλει τὸν ἄνθρωπο κύριο καὶ διαχειριστή τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι δοῦλο τους.
Ἡ παραβολὴ εἶναι παρμένη ἀπὸ τὴν καθημερινότητα τῆς Γαλιλαίας. Ἕνας ἄνθρωπος, πλούσιος ἤδη, βλέπει τὴ γῆ του νὰ εὐφορεῖ. Ὅχι κάποια κτήματά του ἀλλὰ ὅλη ἡ χώρα του ἀφθονοῦσε ἀπὸ σιτάρι καὶ ἄλλα ἀγαθά. Στὴ διήγηση τοῦ Χριστοῦ δὲν γίνεται κανένας ὑπαινιγμός γιὰ τὸν μέχρι τώρα κόπο τοῦ πλούσιου γαιοκτήμονα γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἀπέκτησε. Οἱ ἀκροατὲς τοῦ Χριστοῦ γνώριζαν καλὰ ὅτι στὴ Γαλιλαία αὐτοὶ ποὺ κατέχουν τὴ γῆ ἔμεναν στὶς πόλεις καὶ τὰ κτήματά τους τὰ δούλευαν ἀντὶ ἐλάχιστης ἀμοιβῆς ἐργάτες. Καὶ στὴ γεωργία τίποτα δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀστάθμητους παράγοντες, ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μποροῦσε νὰ ἐλέγξει. Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς μας λοιπὸν φαίνεται νὰ βρίσκεται σὲ μιὰ ὄχι καὶ τόσο ἀναμενόμενη εὐφορία καὶ δὲν εἶναι κατάλληλα προετοιμασμένος.
Ἡ πρώτη ἀντίδρασή του δὲν εἶναι νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεό, οὔτε νὰ προσφέρει στὸ Ναό τὰ πρῶτα γεννήματα, οὔτε ἡ ἐλεημοσύνη τῶν φτωχῶν, σύμφωνα μὲ τὸ νόμο. Προτοῦ κἄν θερίσει διαλέγεται μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀποφεύγοντας ἀκόμα καὶ τὴν οἰκογένειά του καὶ τοὺς φίλους του. Δὲν σκέφτεται νὰ κοινωνήσει ὄχι μόνο τὰ ἀγαθά του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὶς ἔγνοιες του. Διερωτᾶται λοιπὸν «τὶ ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω…». Ἕνα ἐρώτημα ποὺ συνήθως ἀκούγεται ἀπὸ τὰ χείλη τῶν φτωχῶν. Τοῦ ἀνήκει ἡ χώρα, ἀλλὰ συνειδητοποιεῖ ὅτι δὲν ἔχει τόσες ἀποθῆκες ὥστε νὰ συγκεντρώσει τὸν πλοῦτο του.
Ὅπως εἴπαμε στὴν προσκόλληση στὸν πλοῦτο συναντῶνται καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ φτωχοί. Κι ὅπως μᾶς λέει ἡ παραβολή μας δὲν διακρίνονται εὔκολα τὰ ὅρια τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας. Σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες πλούσιος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔχει, ἀλλὰ ἐκεῖνος αἰσθάνεται πληρότητα καὶ νιώθει πλούσιος κοινωνώντας αὐτὰ ποὺ ἔχει. Καὶ φτωχὸς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ἔχει, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ πάντα αἰσθάνεται στέρηση καὶ στενοχώρια καὶ δὲν κοινωνεῖ τίποτε ἀπ” ὅ,τι ἔχει. Κι ἄν θὰ θέλαμε νὰ μιλήσουμε γιὰ τὰ ὅρια τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας θὰ λέγαμε πὼς εἶναι ἡ αὐτάρκεια καὶ ἡ κοινωνία ἀπέναντι στὴν πλεονεξία καὶ τὸν ἀτομισμό καὶ τὴν ἀκοινωνησία.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀνθρώπου, νὰ θεωρεῖ πὼς ὅ,τι κατακτᾶ γιὰ τὸν ἑαυτό του μπορεῖ νὰ γεμίσει τὴν ὕπαρξή του, νὰ ἱκανοποιήσει τὴ δίψα του γιὰ ζωή, γιὰ πληρότητα, γιὰ εὐφροσύνη, γιὰ ἀθανασία. Ὁ ἄνθρωπος τῆς παραβολῆς μας θεωρεῖ πὼς ἡ συγκέντρωση ἀγαθῶν καὶ πλούτου μποροῦν νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν εὐφροσύνη καὶ μακροζωία, «ψυχή μου ἔχεις πολλὰ ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά, ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Ἐξαρτᾶ τὴ ζωή του καὶ τὴν ὕπαρξή του ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ χρήση τῶν ἀγαθῶν καὶ τοῦ κόσμου.
Ἡ ἀτομικὴ ὅμως εὐημερία καὶ ὁ καταναλωτισμὸς δὲν εἶναι εὐτυχία. Ἡ ζωὴ δὲ διεκδικεῖται ἀτομικά, «ἡ ζωὴ εἶναι σύνολο ἐνεργούμενων σχέσεων». Ζεῖ μόνον ὅ,τι σχετίζεται, ὅ,τι δηλαδὴ ἐπικοινωνεῖ καὶ ἐνεργεῖ πρὸς τὸ περιβάλλον. Καὶ ζεῖ ὅσο διαρκεῖ αὐτὴ ἡ σχέση. Ἡ διάσπαση, ἡ διακοπὴ ἐπικοινωνίας εἶναι θάνατος. Γι αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς χαρακτηρίζει τὸν πλούσιο ἄφρονα. Γιατὶ μόνος του βυθίστηκε στὸ σκοτάδι τοῦ θανάτου, τὸ ἄγχος καὶ ἡ σύγχυση γιὰ τὴ συγκέντρωση τοῦ πλούτου του τὸν ὁδηγεῖ στὸ θάνατο.
Καὶ σήμερα, ὅπως καὶ κάθε ἐποχή, ὁ κόσμος περνάει κρίση. Τὸ αἴτιο τῆς κρίσης πάντα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι πίστεψαν πὼς γιὰ νὰ ζήσουν φτάνει νὰ ἔχουν ἀφθονία ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθά. Τὸ νόημα καὶ ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀφθονία καὶ ὁ πλουτισμὸς ἄσχετα μὲ τὸ ἄν ἑκατομμύρια ἄνθρωποι πεθαίνουν ἀπὸ τὴν ἀνέχεια καὶ τὴν πεῖνα.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πρὶν τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονα πλουσίου εἶπε ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀφθονία τῶν ὑπαρχόντων του. Τὰ ἀγαθὰ δηλαδὴ εἶναι γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν εἶναι ὅμως οὔτε ὁ σκοπὸς οὔτε πολὺ περισσότερο ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου. Θὰ κλείσουμε τὸ σημερινὸ κήρυγμα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸν ἄφρονα τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ καὶ στὸν κάθε πλεονέκτη καὶ ἄφρονα πλούσιο ποὺ θησαυρίζει ἀχόρταγα καὶ θαρρεῖ πὼς μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος μέσα στὶς γεμᾶτες ἀποθῆκες του: «Ἅ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται»; Αὐτὰ ποὺ ἑτοίμασες σὲ ποιὸν θὰ μείνουν; Ἀμήν.

Κυριακή θ Λουκά «ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου


E-mailΕκτύπωσηPDF
holy_bibleΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
Ἀριθμός 6
Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012
Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιβ΄16-21)
«ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου»
Ἀφροσύνη καί ὑλοφροσύνη, ἀδελφοί μου, εἶναι τά γνωρίσματα, πού χαρακτηρίζουν τόν πλούσιο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς. Ἕνα τραγικό λάθος στό πρόγραμμα τῆς ζωῆς του, ἦταν ἀρκετό, γιά νά τοῦ στοιχίσῃ τήν ἀποτυχία του. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, πού καλεῖται ἀπό τόν Θεόν «ἄφρων», ἀπερίσκεπτος, ἀνόητος. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου καί ποιά ἡ ὑλοφροσύνη του;
Α΄. Ὁ Θεός, στοργικός Πατέρας καί Προνοητής ἠθέλησε νά δώσῃ πρωτοφανῆ εὐφορίαν, ἐκείνη τή χρονιά, στά κτήματα τοῦ πλουσίου. Τόση μεγάλη, πού κατά τίς προβλέψεις τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἀπεκλείετο ἡ συγκομιδή τῶν καρπῶν μέσα στίς ὑπάρχουσες ἀποθῆκες. Καί ἀπ’ αὐτή τή διαπίστωση γεννήθηκε μέσα στό μυαλό του ἡ ἀπορία: «Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τούς καρπούς μου;». Εἶναι τό ἐρώτημα, πού βασανίζει τή σκέψη καί τυραννεῖ τήν καρδιά τοῦ πλουσίου πλεονέκτη. Ἔτσι, ἀφοῦ ταλαιπώρησε τό μυαλό του μέρες ὁλόκληρες, ἀφοῦ ἔχασε τόν ὕπνο του νύκτες ἀρκετές, βρῆκε ἤ νόμισε πώς βρῆκε τή λύση: «Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω, καί συνάξω ἐκεῖ πάντα τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου». Μά ποῦ εὑρίσκεται ἡ ἀφροσύνη τοῦ πλουσίου; θά μποροῦσε νά ἐρωτήσῃ κανείς. Καθένας, στή θέση του, τό ἴδιο δέ θά ἔκανε; Καί ὅμως! ὁ πλούσιος ἀπεδείχθη ἄφρων γιά τούς ἑξῆς λόγους:
α) Ἀγνόησε τόν Θεόν. Ἐλησμόνησε τήν βασικήν ἀλήθειαν, ὅτι δέν ἦταν ἰδιοκτήτης, ἀλλά οἰκονόμος καί διαχειριστής τῆς περιουσίας, πού τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός. Γι’αὐτό καί ξέχασε, πώς Ἐκεῖνος εἶναι πάντοτε «ὁ διδούς υἱετούς καί καιρούς καρποφόρους» (Πρ. ιδ΄ 17).
β) Ἐλησμόνησε τήν ψυχή. Ἐφρόντισε γιά τήν καλοπέραση τοῦ σώματος σάν νά ἐπρόκειτο νά ζήσῃ χίλια χρόνια. ὅμως «οὐχί ἡ ψυχή πλεῖον ἐστί τῆς τροφῆς;» (Ματθ. στ΄25).
γ) Ἀδιαφόρησε, ἀδικαιολόγητα, γιά τόν πόνο καί τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων του. «Πλήν τά ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην» (Λουκ. ια΄41) φωνάζει ὁ Κύριος. ὅλα αὐτά ὅμως ἦσαν γιά τόν πλούσιο ἕνας ἄλλος ἄγνωστος καί ἀσυμπαθής κόσμος.
Β΄. Τή ζωή τοῦ πλουσίου κυβερνοῦσε ὁ ὑλισμός καί μάλιστα στή χειρότερή του μορφή. Ἀκούσαμε ποιό ἦταν τό πρόγραμμά του; «Ψυχή...ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου». Μ’ αὐτές τίς τέσσερεις λέξεις φανερώνεται ὅλο του τό πιστεύω καί διαγράφεται, ὡς τίς λεπτομέρειες σχεδόν, ὅλη ἡ ζωή του. Ἀναπαύου! Ἔχεις ἐξασφαλίσει τά πάντα. Ἀρκετά μόχθησες. Τώρα ἀναπαύου. Τά ἀγαθά, πού συσσώρευσες, εἶναι πολλά καί σίγουρα. Δέν ἔχεις πλέον ἀνάγκη. «Ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά». Ἄς φωνάζει ἡ Ἁγία Γραφή: «Ἴθι πρός τόν μύρμηκα, ὦ ὀκνηρέ, καί ζήλωσον...καί γενοῦ ἐκείνου σοφώτερος»(Παρ. στ΄ 6). Δέν βαρυέσαι! Φάγε! Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς. Ζῆς, γιά νά τρῶς! Δέν τρῶς, γιά νά ζῇς. Ὅμως «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος...»(Ματθ. δ΄ 4). Ταλαίπωρε πλούσιε! Πίε! Αὐτό, δυστυχῶς, ἦταν τό κέντρον τῆς φροντίδας του. Καθαρός ἐπικούριος. «Φάγωμεν καί πίωμεν ۠ αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν». Εὐφραίνου! Ἀλλά ποιά εὐφροσύνη μπορεῖ νά σοῦ δώσῃ, ἀνόητε ἄνθρωπε, τό φαγητό καί τό ποτό, ὅταν μένουν ἀνικανοποίητες οἱ βαθύτερες ἀνάγκες τῆς ψυχῆς σου; Καί ἔπειτα; Ὅλα τελειώνουν ἐδῶ; Νά, ὅμως, πού τή νύχτα ἐκείνη, κατά τήν ὁποία νόμισες πώς ἔλυσες τό πρόβλημά σου, ἀκούεται κατηγορηματικά καί ἀμετάκλητα ἡ ἀπόφαση τοῦ Αἰωνίου «τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ». Ἄφρον, τήν μαύρη αὐτή ψυχή, πού σκέφθηκε σάν νά ἦταν δούλη στούς δαίμονες, τώρα αὐτοί οἱ δαίμονες σοῦ τήν ζητοῦν. Ἦλθεν ἡ ὥρα σου. Ἑτοιμάσου νά φύγῃς. Καί ἡ εἰρωνεία: Αὐτά ὅλα πού ἑτοίμασες σέ ποιόν θά τά ἀφήσης;».
Ἀδελφοί μου! Τό συμπέρασμα ἀπ’ ὅλην αὐτή τήν ἱστορία βγαίνει ἀβίαστα καί εὔκολα. Ἄλλωστε τό διετύπωσεν ὁ Κύριός μας τόσο καθαρά:«Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Αὐτά παθαίνει ὅποιος θησαυρίζει ἐδῶ κάτω στή γῆ, μόνο γιά τόν ἑαυτό του, χωρίς νά χρησιμοποιῇ τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ γιά τό καλό τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καί γιά τόν πλουτισμό τῆς ψυχῆς του. Ἄς μή φθάσωμε ποτέ σ’αὐτό τό κατάντημα. Γένοιτο!

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...