Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2012

Κυριακή ΙΓ’ Λουκά – Ο πλούσιος νέος

Ο πλούσιος νέος

Διάθεση θυσίας

Ο πλούσιος νέος είχε μεγάλα πνευματικά ενδιαφέροντα. Ήταν κι άρχοντας της Συναγωγής και είχε μεταφυσικές αναζητήσεις. Μόλις λοιπόν αντίκρισε τον Κύριο, Τον πλησίασε και με ισχυρό ενδιαφέρον Τον ρώτησε: Διδάσκαλε αγαθέ, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή; Κι ο Κύριος του απάντησε: Γιατί με ονομάζεις «αγαθό», αφού νομίζεις ότι είμαι ένας απλός άνθρωπος; Κανείς δεν είναι απολύτως αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός. Γνωρίζεις τις εντολές! Να μη μοιχεύσεις· να μη φονεύσεις· να μην κλέψεις· να μην ψευδομαρτυρήσεις· να τιμάς τον πατέρα σου και τη μητέρα σου. Εκείνος ξαφνιασμένος από την απροσδόκητη αυτή απάντηση είπε με απορία: Μα όλα αυτά τα φύλαξα από τα παιδικά μου χρόνια! Ένα σου λείπει ακόμη, ανταπάντησε ο Κύριος. Πούλησε την περιουσία σου, μοίρασέ την στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· κι έλα να με ακολουθήσεις. Αυτός όμως όταν το άκουσε αυτό, λυπήθηκε πολύ. Διότι ήταν πολύ πλούσιος και δεν ήθελε να αποχωρισθεί τα πλούτη του. Κι έφυγε από το Χριστό.
Πώς όμως αρνήθηκε την προτροπή του Κυρίου ο νέος αυτός, ο οποίος είχε τόσο μεγάλες πνευματικές αναζητήσεις; Είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την αιωνιότητα, κάτι που δεν έχουν οι πολλοί άνθρωποι, που ζουν μόνο για τις ηδονές και την ύλη. Ήθελε να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και γι’ αυτό από τα παιδικά του χρόνια αγωνιζόταν να τηρεί τις εντολές του Θεού. Κι έψαξε να βρει τον κατάλληλο διδάσκαλο για να πάρει απάντηση σ’ ένα τόσο σοβαρό θέμα. Διότι προσδοκούσε ότι ο Κύριος θα μπορούσε να τον οδηγήσει με ασφάλεια στην αιώνια ζωή. Περίμενε λοιπόν ν’ ακούσει κάτι ιδιαίτερο και ανώτερο από αυτά που έκανε. Όταν όμως πήρε την απάντηση αυτή, ξαφνιάστηκε. Αυτός είχε ζωή καθαρή, είχε πίστη, είχε αναζητήσεις, δεν είχε όμως αυτογνωσία και διάθεση θυσιαστικής υπακοής. Επιθυμούσε την άλλη ζωή, αλλά ήταν κυριευμένος από το φοβερό πάθος της φιλαργυρίας. Κι ενώ στην αρχή φάνηκε πρόθυμος να ακούσει τις οδηγίες του Κυρίου και να τις εφαρμόσει, στη συνέχεια όταν του τέθηκε το δίλημμα, ή ο Χριστός ή ο χρυσός, προτίμησε τα πλούτη του κι αρνήθηκε την αιώνια Βασιλεία.
Δεν αρκεί λοιπόν μόνο να πιστεύουμε και να ποθούμε την αιώνια ζωή. Δεν αρκεί να έχουμε πνευματικά ενδιαφέρονται και να ακούμε θρησκευτικές ομιλίες, δεν μας εξασφαλίζει το γεγονός ότι πολλοί έχουμε από τα παιδικά μας χρόνια τηρήσει κάποιες βασικές εντολές. Μπορεί κάποιο πάθος μας να αποβεί καταστροφικό για τη σωτηρία μας, εάν δεν έχουμε διάθεση υπακοής και θυσίας. Γι’ αυτό χρειάζεται να μάθουμε να υπακούμε στις εντολές του Θεού. Σε όλες κι όχι μόνο σ’ εκείνες που θέλουμε. Εάν θέλουμε να είμαστε γνήσιοι μαθητές του Χριστού, πρέπει να Τον ακολουθούμε όπου μας καλέσει, θυσιάζοντας τα πάντα γι’ Αυτόν, όσο κι αν αυτό μας φαίνεται δύσκολο ή ακατόρθωτο.

Με τη χάρη του Θεού

Όταν ο Χριστός είδε το νέο να φεύγει τόσο πολύ λυπημένος, είπε: Πόσο δύσκολα θα μπουν στη Βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν χρήματα! Είναι ευκολότερο μία καμήλα να περάσει από τη μικρή τρύπα που ανοίγει η βελόνα, παρά να μπει ένας πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού. Εκείνοι τότε που το άκουσαν αυτό, απόρησαν: Μα τότε ποιος μπορεί να σωθεί; Κι ο Κύριος απάντησε: Εκείνα που είναι αδύνατο να γίνουν με την ασθενική δύναμη του ανθρώπου, αυτά είναι κατορθωτά και δυνατά με τη Χάρη του Θεού.
Η Χάρις του Θεού λοιπόν κάνει δυνατά όχι μόνο τα δύσκολα αλλά και τα αδύνατα. Διότι μόνο με τη Χάρη του Θεού μπορεί ο πλούσιος να απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή του στα πλούτη του. Βέβαια και γενικότερα όλες οι προσκολλήσεις στα διάφορα πάθη που έχουν οι άνθρωποι μόνο με τη Χάρη του Θεού μπορούν να υπερνικηθούν. Ο Κύριος τονίζει όμως την προσκόλληση στον πλούτο, επειδή αυτή δημιουργεί πολύ μεγάλη εξάρτηση. Αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και τον κυριεύει. Τον ταυτίζει με την ύλη και τον σκληραίνει πολύ. Γι’ αυτό ο Κύριος μας εξηγεί ότι η απεξάρτηση από τα πλούτη είναι αδύνατη με τις φτωχές μας ανθρώπινες δυνάμεις και δυνατή μόνο με τη Χάρη του .
Γενικότερα όμως όλοι μας, σ’ όποιο πάθος κι αν έχουμε κάποια αδυναμία, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στο δρόμο προς τη Βασιλεία του Θεού χρειαζόμαστε όλοι μας τη Χάρη του Θεού. Μόνο με τις δικές μας δυνάμεις τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κανένα πάθος. Διότι η πνευματική ζωή είναι ζωή υπερφυσική, είναι θαύμα χάριτος του Θεού. Το να αποκολληθεί η καρδιά του ανθρώπου από την ύλη, τον κόσμο και τη σάρκα και να στραφεί προς το Θεό και τα ουράνια αποτελεί θαύμα της Χάριτος του Θεού. Η θεία Χάρις μας απαλλάσσει από τα πάθη μας, μας κινεί σε μετάνοια, μας καθαρίζει, μας αναγεννά, μας αγιάζει. Εμείς κάνουμε το ελάχιστο, προσφέρουμε τη διάθεσή μας, και το μεγάλο και ακατόρθωτο το εργάζεται η Χάρις του Θεού. Ας κάνουμε λοιπόν εμείς το ελάχιστο, για να μας προσφέρει ο Θεός το άπειρο, την παντοδύναμη Χάρη του.
Από το περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τ. 1989

Κυριακή ΙΓ Λουκά Ὁ πλούσιος νεανίας (Λουκ. ιη΄18-27) Anthony Bloom




Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ και τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ σήμερα πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ ἕναν ἄνθρωπο πλούσιο νὰ εἰσέλθει στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνοιχτὴ μόνο στοὺς ἀναγκεμένους, σ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι φτωχοί, ποὺ στεροῦνται τὰ πάντα στὴ γῆ; Ὄχι. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνοιχτὴ σὲ ὅλους ποὺ δὲν εἶναι σκλαβωμένοι στὰ πράγματα ποὺ κατέχουν. 

Ὅταν διαβάζουμε τὸν πρῶτο Μακαρισμὸ, «Εὐλογημένοι εἶναι οἱ φτωχοὶ στο πνεῦμα, διότι σ’ αὐτοὺς ἀνήκει ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», μᾶς δίνεται ἕνα κλειδὶ νὰ κατανοήσουμε τοῦτον τὸν λόγο : πτωχοὶ στὸ πνεῦμα εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ κατανόησαν ὅτι δὲν ἔχουν τὴν κυριότητα σὲ τίποτα ἀπ’ ὅσα κατέχουν. Εἴμαστε δημιούργημα τῆς Θεϊκῆς ἐνέργειας, ἔχουμε ἀγαπηθεῖ σὰν ὑπάρξεις· ἔχουμε προσφερθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἴμαστε σὲ κοινωνία μαζί Του στὴν ὁποία δὲν ἔχουμε καθόλου δικαιώματα. Ὅ,τι εἴμαστε, ὅ,τι κατέχουμε δὲν μᾶς ἀνήκει μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν ἔχουμε φτιάξει τοὺς ἑαυτούς μας, δὲν δημιουργήσαμε ὅ,τι φαίνεται, ὅ,τι μᾶς ἀνήκει – κάθε τι ποὺ εἴμαστε καὶ ποὺ ἔχουμε εἶναι ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τῶν ἀνθρώπων, καὶ τίποτα δὲν κατέχουμε ἐπειδὴ τὰ πάντα εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ τὸ χάνουμε τὴ στιγμὴ ποὺ θέλουμε νὰ τὸ κάνουμε κτῆμα μας και λέμε, «Εἶναι δικό μου».

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀληθινὰ ἡ βασιλεία ἐκείνων ποὺ γνωρίζουν ὅτι εἶναι ἀπέραντα πλούσιοι ἐπειδὴ μποροῦμε νὰ περιμένουμε τὰ πάντα ἀπὸ τὴν θεϊκὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη. Εἴμαστε πλούσιοι ἐπειδὴ δὲν κατέχουμε τίποτα, εἴμαστε πλούσιοι ἐπειδὴ τὰ πάντα μᾶς ἔχουν δοθεῖ· καὶ ἔτσι εἶναι δύσκολο γιὰ κάποιον ποὺ φαντάζεται ὅτι εἶναι πλούσιος δικαιωματικὰ νὰ ἀνήκει σὲ τοῦτο τὸ βασίλειο ὅπου τὸ κάθε τι εἶναι δεῖγμα ἀγάπης, καὶ ποὺ τίποτα δὲν μποροῦμε νὰ κατέχουμε, ποὺ ἔχει ἀφαιρεθεῖ ἀπὸ ἄλλους· ἐπειδὴ τὴ στιγμὴ ποὺ λέμε ὅτι κατέχουμε κάτι ποὺ δὲν μᾶς ἔχει δοθεῖ εἴτε ἀπὸ τὸν Θεὸ εἴτε ἀπὸ ἀνθρώπινη φροντίδα, τὸ ἀποκόβουμε ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴ στιγμὴ ποὺ ἀγκιστρωνόμαστε σὲ ὁτιδήποτε, γινόμαστε σκλάβοι του. 

Θυμᾶμαι ὅταν ἤμουν νέος, ἕναν ἄνδρα νὰ μοῦ λέει: Δὲν καταλαβαίνετε ὅτι τὴ στιγμὴ ποὺ παίρνεις στὰ χέρια σου ἕνα νόμισμα και δεν εἶσαι προετοιμασμένος νὰ ἀνοίξεις τὸ χέρι σου γιὰ νὰ τὸ ἀφήσεις, δὲν χρησιμοποιεῖς σωστὰ τὸ χέρι σου, τὸ σῶμα σου, ἐπειδὴ ὅλη ἡ προσοχὴ σου θὰ ἐπικεντρώνεται στὸ νὰ μὴν χάσεις αὐτὸ τὸ νόμισμα, - τὰ ὑπόλοιπα θὰ ξεχαστοῦν. 

Εἴτε κρατᾶμε ἕνα χάλκινο νόμισμα, εἴτε νοιώθουμε πλούσιοι – διανοητικὰ, συναισθηματικὰ, ὑλικὰ, - εἴμαστε φυλακισμένοι, ἔχουμε χάσει τὴ χρήση ἑνὸς μέρους τοῦ σώματος μας, τοῦ μυαλοῦ μας, τῆς καρδιᾶς μας· δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε πιὰ ἐλεύθεροι, καὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι βασιλεία ἐλευθερίας.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλερὰ ἐπίσης, πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ κάποιον ποὺ ποτὲ δὲν τοῦ ἔχει λείψει τίποτα, ποὺ πάντοτε εἶχε περισσότερα ἀπὸ ὅσα χρειαζόταν, νὰ συνειδητοποιήσει τὴν φτώχεια ἤ τὴν ἀνάγκη κάποιου ἄλλου: φτώχεια ὑλικὴ, συναισθηματικὴ, διανοητικὴ ἤ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀνάγκη. Ἀπαιτεῖται ἀπὸ ἐμᾶς νὰ εἴμαστε προσεχτικοὶ στὶς κινήσεις τῆς καρδιᾶς ἄλλων ἀνθρώπων καὶ στὶς ἀνάγκες τους ὥστε νὰ ἀνταποκριθοῦμε σ’ αὐτὲς. 

Κάποιος εἶπε στὰ Ρωσικὰ: «Ἕνας ἱκανοποιημένος δὲν κατανοεῖ πλέον ἕναν πεινασμένο»· ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ πεῖ ὅτι εἴμαστε πεινασμένοι ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἄποψη; Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λὸγος ποὺ δὲν κατανοοῦμε τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων – τὶς ἀνάγκες ποὺ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ βρίσκονται ἐδῶ, ἤ αὐτὲς ποὺ ὑπάρχουν πέρα ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τῆς δικῆς μας ἐκκλησίας. 

Λοιπὸν, ἄς προβληματιστοῦμε πάνω σ’ αὐτὸ· φτώχεια δὲν σημαίνει ἔνδεια· σημαίνει ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση σὲ μιὰν αὐταπάτη ὅτι εἴμαστε αὐτάρκεις, δημιουργοὶ σ’ ὅ,τι εἴμαστε καὶ σὲ ὅ,τι κατέχουμε. Καὶ ἐπίσης ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ὑποδούλωση σ’ αὐτὸ ποὺ μᾶς δίνεται γιὰ νὰ γίνουμε γεωργοὶ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ἄς τὸ λάβουμε αὐτὸ ὑπόψιν μας· ἐπειδὴ ἄν τὸ μάθουμε, ἄν μάθουμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι εἴτε εἶναι πλούσιος, εἴτε πτωχὸς, εἶναι ἐξίσου πλούσιος ἐπειδὴ ὁ πλοῦτος του βρίσκεται στὸν Θεὸ καὶ στὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη, τότε θὰ μποροῦμε, εἴτε ἔχουμε ὑλικὰ πράγματα εἴτε ὄχι, νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι ἀπὸ αὐτὰ, καὶ νὰ ἀνήκουμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι τὸ Βασίλειο τῆς ἀμοιβαίας ἀγάπης, ἤ τῆς ἀλληλεγγύης, τῆς συμπόνοιας τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου γιὰ τὸν ἄλλον, ποὺ εἶναι τὸ Βασίλειο τῆς προσφορᾶς τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον σὲ ὅ,τι μᾶς δόθηκε δωρεάν. Ἀμήν.


Ἀπόδοση: www.agiazoni.gr

Κυριακὴ ΙΓ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιη΄ 18-27) + Μητροπολίτου Σερβιών και Κοζάνης Διονύσιος



 
28 Νοεμβρίου 1965


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Συνήθεια τὸ 'χει ἡ Ἐκκλησία μας νὰ μᾶς μιλάη συχνὰ πυκνὰ γιὰ τὰ ἴδια πράγματα. Εἶναι γιατί θέλει νὰ τὰ ἐντυπωθοῦμε καλὰ στὸ μυαλό μας καὶ νὰ τὰ προσέχουμε· ἤ νὰ τὰ φυλαγώμαστε, ὅταν εἶναι κακὰ ἤ νὰ τὰ ἐκτελοῦμε, ὅταν εἶναι καλά. Θέλοντας λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία μας νὰ μᾶς διδάξη πὼς πρέπει νὰ φυλαγώμαστε ἀπὸ τὴν φιλαργυρία καὶ τὴ φιλοχρηματία, μᾶς μιλάει καὶ σήμερα στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸν πλοῦτο. Ἂς ἀκούσουμε τὸ ἱερὸ κείμενο στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἕνας ἄνθρωπος ἐπλησίασε τὸν Ἰησοῦ, πειράζοντάς τον καὶ λέγοντας· Ἅγιε διδάσκαλε, τί ἂν κάμω θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνιο ζωή; Κι ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε· Γιατί μὲ λὲς ἅγιο; Κανένας δὲν εἶναι ἅγιος παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Τὶς ἐντολὲς τὶς ξερεις· μὴν πειράξης ξένη γυναίκα, μὴ σκοτώσης, μὴν κλέψης, μὴν πάρης ψεύτικο ὅρκο, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου. Κι ἐκεῖνος εἶπε· ὅλα ἐτοῦτα τὰ ἐτήρησα πιστὰ ἀπὸ τὰ μικρά μου χρόνια. Κι ὅταν ἄκουσε τοῦτα ὁ Ἰησοῦς, τοῦ εἶπε· ἒν' ἀκόμα σοῦ λείπει· ὅλα ὅσα ἔχεις πώλησέ τα καὶ μοίρασέ τα στοὺς φτωχούς, καὶ θὰ 'χης θησαυρὸ στὸν οὐρανό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθᾶς. Μὰ ἐκεῖνος, ὅταν ἄκουσε τοῦτα, ἔπεσε σὲ μεγάλη λύπη· γιατί ἦταν πάρα πολὺ πλούσιος. Ὅταν τὸν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ποὺ λυπήθηκε τόσο πολύ, εἶπε· πόσο δύσκολα ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα θὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ! Γιατί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάση μία καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα τῆς βελόνας παρὰ πλούσιος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τότε εἶπαν ἐκεῖνοι ποὺ τὸν ἄκουσαν· καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ; Κι ὁ Ἰησοῦς εἶπε· τὰ ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶπε πὼς εἶναι δύσκολο πράγμα πλούσιος ἄνθρωπος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶπε πὼς εἶναι ἀδύνατο, μὰ εἶπε πὼς εἶναι δύσκολο. Γιατί ὁ πλοῦτος εἶναι μεγάλο ἐμπόδιο καὶ πειρασμός· εἶν' ἕνας θεὸς ὁ πλοῦτος γιὰ κείνους ποὺ τὸν ἔχουν, ἕνας θεὸς ποὺ τὸν προσκυνοῦν καὶ τὸν λατρεύουν. Ὅλοι ποὺ ἀγαποῦν τὰ χρήματα, ὅλοι oἱ πλούσιοι λίγο πολὺ εἶναι εἰδωλολάτρες· λατρεύουνε τὸ εἴδωλό τους, τὸν ψεύτικο θεὸ ποὺ εἶναι ὁ πλοῦτος. Γιατί ἀληθινὰ εἴδωλο καὶ ψεύτικος Θεὸς εἶναι ὁ πλοῦτος· σήμερα εἶναι κι αὔριο δὲν εἶναι, σήμερα τὸν ἔχεις κι αὔριο φεύγει ἀπὸ τὰ χέρια σου. Ἐδῶ δὲ χρειάζεται πολλὴ θεωρία γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε, γιατί ἡ ζωὴ εἶναι γεμάτη ἀπὸ τέτοια παραδείγματα. Εἴδαμε πολλοὺς ποὺ εἶχαν πλοῦτο καὶ τὸν προσκυνοῦσαν καὶ τὸν λάτρευαν κι ἄξαφνα τοὺς ἔφυγε ὁ θεός τους κι ἔμειναν στὸ δρόμο. Γιατί ὁ πλοῦτος εἶναι καὶ ψεύτικος καὶ ἄπιστος θεός.

Μὰ τί νὰ ἐννοοῦσε ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅταν ἔλεγε πὼς εἶναι δύσκολο πράγμα πλούσιος ἄνθρωπος νὰ μπῆ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ἐννοοῦσε βέβαια πὼς δύσκολα οἱ πλούσιοι θὰ μποῦνε στὸν παράδεισο, πὼς δύσκολα ὕστερ' ἀπὸ τὸ θάνατό τους θὰ βροῦνε ἀνάπαυση καὶ μακαριότητα. Ὅ,τι πόθησαν τὸ εἶχαν σὲ τούτη τὴ ζωή· ξώφλησαν λοιπὸν κι ἔφυγαν. Μὰ δὲν ἐννοοῦσε μόνο τοῦτο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὅταν ἔλεγε πὼς δύσκολα θὰ μπῆ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μόνο στὸν οὐρανό, εἶναι καὶ στὴ γῆ· μέσα μας καὶ ἀνάμεσα μας εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶπε κάποτε ὁ Χριστός. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀδελφοί μου, εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας καὶ σὲ τούτη τὴν Ἐκκλησία οἱ πιὸ πολλοὶ καὶ οἱ πιὸ καλοὶ χριστιανοὶ δὲν εἶναι οἱ πλούσιοι. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὸν πλοῦτο ξεγελιοῦνται καὶ θαρροῦν πὼς δὲν τοὺς χρειάζεται ἡ Ἐκκλησία, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· ἔχουν τὴ δική τους βασιλεία, ἔχουν τὸ δικό τους θεό. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύουν πὼς εἶναι γιὰ παρηγοριὰ τῶν φτωχῶν.

Κι ὅμως, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μεγάλη παρηγοριὰ καὶ τῶν πλουσίων, μιὰ ποὺ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ κιβωτὸς μέσα στὴν ὁποία σώζονται ὅλοι oi ἄνθρωποι. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ πλοῦτος τῶν πλουσίων ἐξαγιάζεται καὶ βρίσκει σκοπό. Κάποτε ὁ Χριστὸς ἔφτασε νὰ πῆ πὼς κι ὁ ἄδικος ἀκόμα πλοῦτος μπορεῖ νὰ βρῆ κάποιο δίκαιο σκοπό. Κάμετε φίλους, εἶπε, ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας. Οἱ πλούσιοι, ποὺ κι ἂν ἔχετε τὸ χριστιανικὸ ὄνομα, εἴσαστε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιατί ὁ πλοῦτος σᾶς δυσκολεύει τὴν εἴσοδο, ἐλᾶτε λοιπὸν στὴν Ἐκκλησία. Ἐδῶ εἶναι ἡ δικαιοσύνη ἐδῶ ἡ φιλανθρωπία, ἐδῶ ἡ ἀγάπη, ἐδῶ ἡ παρηγοριὰ γιὰ ὅλους· ἐδῶ ἡ φτώχεια βρίσκει ν' ἀκουμπήση κι ὁ πλοῦτος νὰ δικαιωθῆ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν πιστεύει στὸν πλοῦτο, πιστεύει στὸ Θεὸ· δὲν ἀγαπᾶ τὰ χρήματα, ἀγαπᾶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν καλεῖ καὶ τοὺς πλουσίους, νὰ πιστέψουν στὸ Θεὸ καὶ ν' ἀγαπήσουν τοὺς ἀνθρώπους. Ἂς τὸ θελήσουνε κι ἂς εἶναι δύσκολο· ἂς ἔρθουνε στὴν Ἐκκλησία κι ὁ Θεὸς θὰ βοηθήση. Ὅσα δὲν μποροῦν οἱ ἄνθρωποι, τὰ μπορεῖ ὁ Θεός.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί.

Εἴπαμε καὶ σήμερα ὅσα μπορέσαμε γιὰ τὸν πλοῦτο. Μὰ ἐτοῦτο τὸ θέμα εἶναι τόσο μεγάλο καὶ κατάντησε στὸν καιρὸ μας τόσο δύσκολο, ποὺ ὅσο νὰ μιλοῦμε δὲ σώνεται. Ἐμεῖς ἕνα πράγμα νὰ ξέρουμε, πὼς ἂν θέλουμε τὴ σωτηρία μας, ἡ σωτηρία μας δὲν εἶναι ὁ πλοῦτος μὰ ὁ Θεός. Ἂν δὲν εἴμαστε πλούσιοι, ἂς μὴν τὸ θαρροῦμε συμφορά· φτάνει νὰ 'χουμε τὸ καθημερινό μας. Κι ἂν εἴμαστε πλούσιοι, ἂς μὴν τὸ θαρροῦμε εὐτυχία, γιατί ὁ πλοῦτος εἶναι κίνδυνος. Ὅ,τι κι ἂν εἴμαστε, ἂς ἔχουμε πίστη καὶ ἀγάπη· πίστη στὸ Θεὸ κι ἀγάπη μεταξύ μας. Καὶ τότε θὰ ξέρουμε οἱ φτωχοὶ πῶς θὰ σηκώσουμε τὴ φτώχειά μας κι οἱ πλούσιοι πῶς θὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν πλοῦτο μας, γιὰ νὰ μποῦμε ὅλοι στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Κυριακή ΙΓ Λουκά -Πλοῦτος: Πρόκληση Ζωῆς (Λουκ. ιη΄18-27) Αρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης




 



Μπροστὰ σὲ μία βασικὴ πρόκληση τῆς ζωῆς μᾶς τοποθετεῖ ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ πλουσίου νέου. Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνατρεπτικὸς γι’ αὐτὸ καὶ ἀκούγεται ἰδιαίτερα σκληρός, καθὼς ζητᾶ τὴν ὑπέρβαση μιᾶς ἰσχυρῆς γήινης ἐξάρτησης: «Πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς (...) καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι»

Ἡ ἐπιδίωξη τοῦ πλούτου εἶναι κοινὸς σκοπὸς πολλῶν ἀνθρώπων, γιατί ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι τὸ θεμέλιό τῆς εὐημερίαs τους. Ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι σχετικό, σίγουρα δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε τὴ ζωὴ μαs χωρὶς τὸ χρῆμα, ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι τὸ μέσο μὲ τὸ ὁποῖο ἱκανοποιοῦμε βασισικὲς ἀνθρώπινεs ἀνάγκες. Ὅμως τὸ χρῆμα, ὅπωs καὶ τόσα ἄλλα πράγματα καὶ μεγέθη τῆς καθημερινότητάs μαs, εἶναι διφορούμενο, ἀμφιλεγόμενο καὶ δισήμαντο. Ἔχει θετικὴ ἀλλὰ καὶ ἀρνητικὴ σημασία. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πῶς στεκόμαστε ἀπέναντί του. Τὸ ἴδιο πράγμα γιὰ κάποιον μπορεῖ νὰ γίνει ἑστία κατάραs καὶ γιὰ ἄλλον πηγὴ ἁγιασμοῦ, γιὰ τὸ ἕναν αἴτια σωτηρίαs καὶ γιὰ τὸν ἄλλον ἀφορμὴ καταστροφῆς. Τὸ χρῆμα εἶναι ἀγαθό, ὅταν βελτιώνει τὴ ζωὴ μαs καὶ γίνεται μέσο ἀνακούφισης γιὰ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Μπορεῖ, ὅμως, νὰ γίνει ὀλέθριο πάθοs, ὅταν προσκολληθοῦμε σὲ αὐτὸ καὶ τὸ εἰδωλοποιήσουμε. Τότε τὸ χρῆμα γίνεται σκοπός, ἄμετρη καὶ ἄσβεστη ἐπιθυμία ποὺ μᾶς καταδυναστεύει.

Ἡ στάση καὶ ἢ συμπεριφορὰ τοῦ πλούσιου νέου τὸ ἐπιβεβαιώνει. Τὸ χρῆμα τὸν κρατοῦσε γερὰ δεμένο στὴ γῆ, παρὰ τὶς ὅποιες καλὲs του διαθέσεις καὶ τὶς πνευματικές του εὐαισθησίεs. Στὴν κρίσιμη, ὡστόσο, στιγμὴ ἔπρεπε νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὴ γήινη ἐξάρτησή του. Ἡ ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ ἦταν ἀπόλυτη. Ζητοῦσε κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ προβλεπόμενο τυπικὸ καθῆκον. Ἤθελε τὴν ὑπέρβαση, τὴν τελειότητα, τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία, τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴ θυσία, γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴ γνησιότητα τῆς πίστης του. Μᾶλλον, γιὰ νὰ συναισθανθεῖ ὁ ἴδιος τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν «ἐξάρτησή» του, γιατί ὁ Χριστὸς τὴ γνώριζε. Ὅμως ὁ νέος δὲν μπόρεσε νὰ ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὸ ὀχυρό τοῦ πλούτου. «Ἐλιπάνθη, ἐπαχύνθει, ἐπλατύνθει καὶ ἐγκατέλειπε τὸν Θεὸν» (Δευτ. 32,15). Καὶ τότε οἱ αὐταπάτες καὶ οἱ ψευδαισθήσεις του κατέρρευσαν, καθὼς ἀντιλήφθηκε ὅτι ἡ πίστη του ἦταν ἐπιφανειακή. Καὶ αὐτό, γιατί δὲν κάλυπτε οὔτε τὸ σύνολο τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξής του. Τὸ κέντρο τῆς ὕπαρξης καὶ τῆς ζωῆς του ἦταν τὸ ἐγώ του καὶ ὄχι ὁ Θεὸς ποὺ νόμιζε ὅτι πίστευε. Εἶχε τοποθετήσει στὴ θέση τοῦ Θεοῦ ἕνα δημιουργημένο ἀγαθό, τὸν πλοῦτο, καὶ ἔτσι, λατρεύοντας τὸ «ἀγαθό» του, λάτρευε τὸ ἐγώ του. Νὰ γιατί δὲν μποροῦσε νὰ δώσει τὸν πλοῦτο του, γιατί ἦταν σὰν νὰ ἔδινε τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό.


Τὸ πάθος τοῦ πλουτισμοῦ

Ἡ παθιασμένη ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἀπόκτηση καὶ τὴν κατοχὴ ὅλο καὶ περισσότερων ἀγαθῶν δὲν γνωρίζει διαχωριστικὲς γραμμὲς καὶ σύνορα θρησκευόμενων ἢ ἀδιάφορων ἀνθρώπων. Εἶναι πάθος καί, ὅπως κάθε πάθος, ἀναφέρεται στὸν κάθε ἄνθρωπο, γιατί εἶναι σύμπτωμα τῆς πεσμένηs ἀπὸ τὴν ἁμαρτία κοινῆς ἀνθρώπινης φύσης μας. Αὐτὴ ἡ τάση, λοιπόν, τοῦ ἀνθρώπου γιὰ πλουτισμὸ ὑποδηλώνει ὄχι μόνο ὑπέρμετρο ἐγωισμό, ἀλλὰ καὶ αἰσθήματα ἀνασφάλειας, ἀβεβαιότητας καὶ φοβίας. Ὁ ἀνθρωποs ἰσχυρίζεται ὅτι τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο, ἡ ζωὴ ἀπρόβλεπτη καὶ ἡ ὕπαρξή του παροδικὴ καὶ εὔθραυστη. Ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τὰ ἐγκόσμια ἀγαθὰ μοιάζουν νὰ εἶναι τὰ μοναδικὰ στηρίγματα ποὺ τοῦ προσφέρουν σιγουριὰ καὶ ἀσφάλεια. Εἶναι προτεραιότητεs ζωῆς, ποὺ ἀξίζουν, γιατί τὸν ἐξασφαλίζουν. Αὐτό, βέβαια, εἶναι μιὰ ἀπατηλὴ ἐντύπωση καὶ μιὰ ἐσφαλμένη κατεύθυνση τῆς ζωῆς μαs. Ὁ Χριστός μᾶς τὸ λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ ἐξάρτησή μαs ἀπὸ τὸ χρῆμα εἶναι εἰδωλολατρία ποὺ μᾶς κατευθύνει, μᾶς ὑποτάσσει καί, τελικά, μᾶς καταδυναστεύει.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ λόγος καὶ ἡ χάρη τοῦ Χριστοῦ δὲν κρίνουν καὶ δὲν καταδικάζουν ἐκεῖνο ἢ τὸ ἄλλο. Ὅπου αὐτὸ τὸ λέμε καὶ τὸ καταλαβαίνουμε ἔτσι, εἶναι γιὰ νὰ βοηθήσουμε καὶ νὰ βοηθηθοῦμε. Τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς δείχνει τὴν τελειότητα, ποὺ ἔγκειται στὴν ὑπέρβαση τῶν ἐγκόσμιων ἀγαθῶν, πραγμάτων καὶ σχημάτων. Αὐτὸ μοιάζει νὰ εἶναι ἕναs ἀνέφικτος ἰδεώδηs στόxοs. Καὶ τότε καλούμαστε νὰ ταπεινωνόμαστε γιὰ νὰ ζοῦμε ἰσορροπημένα καὶ νὰ δίνουμε στὰ ἀγαθά, στὰ πράγματα καὶ στὰ σχήματα τοῦ κόσμου τὴ σχετικὴ ἀξία ποὺ ἔχουν. Νὰ ἀνακαλύπτουμε τὴν ἀπόλυτη ἀξία τῆς ζωῆς μας, τὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ προέρχεται καὶ καταλήγει σὲ Αὐτόν. Ἀμήν.

Κυριακὴ ΙΓ’ Λουκᾶ Ὁλοκληρωμένοι ἢ μισοὶ χριστιανοί; (Λουκ. 18, 18-27)



Εἶναι συμπαθὴς ἡ περίπτωση τοῦ Ἰουδαίου ἄρχοντα ποὺ ἔχοντας τηρήσει ἀπὸ τὴ νεότητά του ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ρωτάει τὸν Ἰησοῦ, τί τοῦ μένει ἀκόμη νὰ κάνει γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνιότητα. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ τί κρατᾶ συνήθως τὸν ἄνθρωπο γερὰ δεμένο στὴ γῆ, τοῦ ἀπαντᾶ: « Ἕνα σοῦ λείπει ἀκόμη, πούλησε τὴν περιουσία σου καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς· ἔτσι θὰ ἔχεις θησαυροὺς στὸν οὐρανό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις στὸ δύσκολο δρόμο τοῦ σταυροῦ».

Δὲν χωράει ἀμφιβολία ὅτι ὁ Ἰουδαῖος αὐτὸς ἄρχοντας ἦταν εὐσεβὴς ἄνθρωπος, ἐφ’ ὅσον τηροῦσε τὸ Νόμο κι εἶχε μέσα του τὴν ἐπιθυμία τῆς τελειότητας. Ὁ Νόμος ὅμως τῆς Π. Διαθήκης καταλήγει, ὁλοκληρώνεται καὶ κορυφώνεται στὸ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει τὴν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Κι ἡ ἀπαίτηση αὐτὴ δὲν συνίσταται μόνο στὴν τήρηση τῶν βασικῶν ἐντολῶν ἀλλὰ στὴν πλήρη ἀποδέσμευση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου ἀπὸ ὅ,τι τὸν κρατᾶ κολλημένο στὸ χῶμα ἀφ’ ἑνὸς καὶ στὸ ὁλοκληρωτικὸ δέσιμό του στὸ Θεό, ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ στάση τοῦ πλούσιου αὐτοῦ Ἰουδαίου ποὺ λυπήθηκε βαθύτατα γιὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἔφυγε μὴ μπορώντας νὰ τὴν ἀκολουθήσει, δείχνει πόσο δύσκολο εἶναι νὰ δοθεῖ κανεὶς ὁλοκληρωτικὰ στὸ Θεό. Κι ἀκόμη μαρτυρεῖ πόσο εὔκολο εἶναι νὰ δημιουργεῖ μιὰ ψεύτικη ἱκανοποίηση μέσα στὴν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, ἱκανοποίηση ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν τήρηση ὁρισμένων, ἔστω βασικῶν ἐντολῶν.

Πιστεύει κανεὶς πολὺ γρήγορα ὅτι ξόφλησε τοὺς λογαριασμούς του μὲ τὸ Θεὸ μὲ τὸ νὰ τηρήσει μερικὲς τυπικὲς διατάξεις, μὲ τὸ νὰ ἀκολουθήσει κανονικὰ ὅλες τὶς νηστεῖες, μὲ τὸ νὰ ἐκκλησιάζεται πυκνά, μὲ τὸ νὰ μὴν εἶναι παραβάτης τῶν βασικῶν ἐντολῶν. Σὲ μιὰ κρίσιμη ὅμως στιγμὴ τῆς ζωῆς του ποὺ καλεῖται νὰ διαλέξει ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στὰ χρήματά του, ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στὴν κοινωνικὴ ἢ ἐπαγγελματικὴ θέση του, ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ στοὺς ἐπίγειους δεσμούς του, δὲν θυσιάζει τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ γιὰ τὸ Θεό, ἀποδείχνοντας ἔτσι ὅτι ἡ θρησκευτικότητά του καλύπτει ἕνα μόνο μέρος τῆς ζωῆς του, αὐτὸ ποὺ φαίνεται ἐξωτερικά, κι ὄχι τὸ σύνολό της, κι ὄχι ὅλο τὸ βάθος της· ὅτι συνίσταται στὴν ἀνώδυνη τήρηση ἐντολῶν κι ὄχι στὴν ὀδυνηρὴ ὑποταγὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου στὴν ἀπόλυτη ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς δὲν κατηγορεῖ τὸν εὐσεβῆ συνομιλητή του γιὰ ὅ,τι ἔκανε, ἀλλὰ γιὰ ὅ,τι παρέλειψε νὰ κάνει· δὲν τὸν κατακρίνει γιὰ τὶς ἀρετές του, ἀλλὰ γιατί βλέπει ὅτι αὐτὲς δὲν ἐντάσσονται στὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμό του στὸ Θεὸ κι εἶναι μεμονωμένες ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του, ἄν καὶ- κατὰ πάντα- σωστὲς καὶ ἀξιέπαινες. Βλέπει ἀκόμη ὅτι ἡ θρησκευτικότητά του δὲν συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴ ζωὴ του μέσα στὴν κοινωνία· ὅτι ὁ δρόμος ποὺ τὸν φέρνει στὸ Θεὸ δὲν περνάει μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία τῶν ἀδελφῶν καὶ δὲν διασταυρώνεται μὲ τοὺς δρόμους τῶν συνανθρώπων του. Εἶναι ἕνας μονόδρομος ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἱκανοποίηση μέσα στὴ συνείδησή του, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἱκανοποίηση τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος δὲν δέχεται συμβιβασμούς, ὑποκρισίες καὶ ψευτιές.

Στὴν περικοπὴ μᾶς ὑπογραμμίζονται τρεῖς κυρίως ἀλήθειες: 

1) Ὁ Θεός, ὅπως ἀποκαλύπτεται στὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔχει ἀπόλυτη ἀπαίτηση ἀπ’ ὅλους, χωρὶς συμβιβασμοὺς καὶ μονόπλευρες ἐκδηλώσεις· ζητάει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο κι ὄχι μόνο μερικὲς θρησκευτικὲς ἐκδηλώσεις, μερικὲς ἀρετές του, μερικὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν του. 

2) Ἐκεῖνο ποὺ ἐμποδίζει τὸ ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσκόλληση στὸν ἐπίγειο θησαυρισμό. 

3) Αὐτὸ ποὺ φαίνεται δύσκολο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, νὰ εἶναι δηλ. ὄχι μερικὰ ἀλλὰ ὁλοκληρωτικὰ δοσμένος στὸ Θεό, γίνεται εὔκολο μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ βίωση καὶ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς χάρης μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἐὰν «τὰ ἀδύνατα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ γιὰ τὸ Θεό», τότε ἂς μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸ Θεὸ εἶναι πράγμα ἀκατόρθωτο καὶ ἀπραγματοποίητο.

Ἡ κλῆσις τοῦ νεανίσκου (Λουκ. ιη΄18-27) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος



 


 Ὁ Κύριος κατὰ τὴν εὐλογίαν τῶν παιδιῶν εὑρίσκετο εἴς τινα οἰκίαν ἐν Περαίᾳ. «Ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν» ἐξελθόντος δηλαδὴ Αὐτοῦ ἐκ τῆς οἰκίας ταύτης καὶ βαδίζοντος πρὸς Ἱεροσόλυμα (1) «προσδραμὼν» τρέξας πρὸς Αὐτὸν «προσελθὼν» καὶ πλησιάσας «εἷς νεανίσκος καὶ γονυπετήσας αὐτῷ ἠρώτα λέγων˙ Διδάσκαλε ἀγαθὲ τί ποιήσω» τί νὰ κάμω «ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» ἵνα ἀποκτήσω τὴν αἰώνιον ζωήν; Ὁ προσελθὼν οὗτος νεανίσκος ἦτο «ἄρχων» ἐπίσημός τις λόγῳ κοινωνικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἢ λόγῳ τοῦ πλούτου του. Προσέρχεται μετὰ ζήλου ὡς φαίνεται ἐκ τῶν λέξεων «προσδραμὼν» καὶ «γονυπετήσας».

Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ˙ «Tί μὲ ἐρωτᾷς περὶ τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τί λέγεις ἀγαθόν; Οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰμὴ εἷς ὁ Θεός». Ὁ Κύριος δὲν ἀρνεῖται, ὅτι εἶναι Θεός, διότι δὲν λέγει «δὲν εἶμαι ἀγαθός», ἀλλὰ διορθώνει ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τοῦ νεανίσκου, τὴν ἑξῆς: Ὁ νεανίσκος βλέπων τὸν Χριστὸν ὡς ἁπλοῦν ἄνθρωπον καὶ διδάσκαλον ὀνομάζει αὐτὸν «ἀγαθὸν» καὶ ταυτοχρόνως ζητεῖ ἀπὸ Αὐτὸν τί «ἀγαθὸν» πρέπει νὰ πράξῃ, ἵνα εὕρη τὴν «αἰώνιον ζωὴν» τὴν εὐτυχίαν του. Ὁ νεανίσκος δηλαδὴ ὀνομάζων διὰ τῆς αὐτῆς λέξεως «ἀγαθὸς» τὸν ὡς ἄνθρωπον νομιζόμενον ὑπ' αὐτοῦ Ἰησοῦν καὶ τὴν ὑψίστην ἐντολήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτύχῃ τὴν αἰώνιον ζωήν, συγχέει ἄνθρωπον καὶ Θεὸν καὶ νομίζει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ δώσῃ τὴν εὐτυχίαν εἰς ἄλλον ἄνθρωπον. Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: Ἡ εὐτυχία δὲν πηγάζει ἀπὸ ἄνθρωπον, ὅπως μὲ νομίζεις. Ἡ «αἰώνιος ζωὴ» εἶναι ἡ ἐν τῷ Θεῷ εὐτυχία. Αὕτη ὡς τοιαύτη ἔχει πηγὴν τὸν Θεόν.

Ὁ Κύριος οὕτω κατευθύνας τὸν νεανίσκον λέγει: «εἰ θέλεις εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν» ἂν θέλῃς νὰ ἀποκτήσῃς τὴν μακαριότητα «τήρει τὰς ἐντολάς». Αἱ θεῖαι ἐντολαὶ εἶναι ἔκφρασις τοῦ θείου θελήματος, ἑπομένως εἶναι ἀγαθαί, εἶναι τὸ ὕψιστον ἀγαθόν, τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εὕρῃς τὴν «αἰώνιον ζωὴν» τὴν εὐτυχίαν σου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Ἑβραϊκὸς Νόμος εἶχε διατυπωθῆ ὑπὸ τῶν Γραμματέων καὶ Ραββίνων εἰς 613 ἐντολάς, ὁ νεανίσκος ἀπαντᾷ˙ «ποίας» ἐντολὰς ἀπὸ ὅλας αὐτὰς πρέπει νὰ τηρῶ κατὰ προτίμησιν; Ὁ Κύριος ἀπαντᾷ: Οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτόν σου. Ὁ νεανίσκος νομίσας, ὅτι τοῦ ὑπελείπετο ἔργον τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμε διὰ τῶν πολλῶν χρημάτων τοῦ ἀπαντᾶ. «Ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου» αὐτὰ τὰ ἔκαμα ἀπὸ μικρὸ παιδί˙ «τί ἔτι ὑστερῶ;» τί ὑπολείπεται, ἵνα τέλειος γίνω; Πράγματι ὁ νεανίσκος ἦτο εἰλικρινὴς καὶ εἶχε φυλάξει αὐτὰ ἔστω κατὰ τὸν πρὸ Χριστοῦ βαθμὸν ἐκ νεότητος αὐτοῦ, διότι κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Μᾶρκον «ὁ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ» παρατηρήσας αὐτὸν συμπαθῶς «ἠγάπησεν αὐτὸν» τὸν ἐξετίμησεν.

Ὁ Κύριος «εἶπεν αὐτῷ˙ ἕν σοι ὑστερεῖ» ἓν πρᾶγμα σοῦ λείπει˙ «εἰ θέλεις τέλειος εἶναι» ἐὰν θέλῃς, νὰ γίνῃς τέλειος «ὕπαγε, πώλησον τὰ ὑπάρχοντα, δὸς πτωχοῖς» δῶσε αὐτὰ ἐλεημοσύνην εἰς τοὺς πτωχοὺς «καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν Οὐρανῷ» καὶ θὰ ἀποκτήσῃς Οὐράνιον θησαυρόν, ἀμοιβὴν πλουσίαν δηλαδὴ μετὰ θάνατον. Δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ πλήρης πτωχεία, διότι τοιαύτην εἶχον καὶ πρὸ Χριστοῦ φιλόσοφοί τινες. Πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν Χριστόν. Διὰ τοῦτο λέγει ὁ Κύριος: «δεῦρο, ἀκολούθει μοι» ἔλα κοντά μου. Ἡ κλῆσις αὕτη εἶναι οὐχὶ γενικὴ δι' ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ εἰδικὴ διὰ τὸν νεανίσκον. Ὁ Κύριος συνιστᾷ τοιαύτην αὐταπάρνησιν εἰς τὸν νεανίσκον, διότι οὗτος ἦτο πλεονέκτης καὶ ἤθελε νὰ γίνῃ ἄνθρωπος τέλειος. Ἡ πλεονεξία του ἀλλὰ καὶ ἡ κατὰ βάθος ἀγαθότης του φαίνεται ἐκ τῶν ἑξῆς: «ἀκούσας ὁ νεανίσκος τὸν λόγον» τοῦτον τοῦ Κυρίου δὲν ὠργίσθη, ἀλλὰ «στυγνάσας, σκυθρωπάσας ἀπῆλθε περίλυπος λυπούμενος» ἔφυγε λυπημένος «ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα» ἦτο πολὺ πλούσιος «ἔχων κτήματα πολλὰ» λέγουν οἱ Εὐαγγελισταί. Μεγάλος πειρασμὸς εἶναι ὁ πλοῦτος, διότι ἐνέκρωσε τὴν ἀγαθὴν διάθεσιν τοῦ ζηλωτοῦ νεανίσκου!

«Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον» λυπηθεὶς ἐκ τούτου καὶ «περιβλεψάμενος» ἰδὼν γύρω Του, ἵνα διεγείρῃ τὴν προσοχὴν τῶν παρισταμένων, λέγει εἰς τοὺς μαθητάς Του: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ, «ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται» δυσκόλως πλούσιος θὰ εἰσέλθῃ «εἰς τὴν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» καὶ κατὰ τὸν Μᾶρκον ἀκριβέστερον «πὼς δύσκολόν ἐστι τοὺς πεποιθότας ἐπὶ χρήμασιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν!» Πόσον δύσκολον εἶναι ἡ εἴσοδος τῶν πλουσίων εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν! Ὅσοι πιστεύουν εἰς τὰ χρήματα, δὲν εἶναι πολῖται τοῦ Οὐρανοῦ! Ὁ Κύριος προσθέτει πόσον δύσκολον εἶναι αὐτὸ καὶ λέγει: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν». Κάμηλος ἐνταῦθα εἶναι τὸ ζῷον ἡ κάμηλος ἢ ἡ κάμιλος τὸ καραβόσχοινον. Κάμηλος εἶναι ὁ πλούσιος μὲ τὰ πολλά του λεπτὰ διὰ τὸν ὄγκον καὶ τὸ ξένον φορτίον του, ὅμοια πρὸς τὸ τῆς καμήλου. «Τρυμαλιὰ ραφίδος» τρύπα βελόνης εἶναι ὁ στενὸς δρόμος τοῦ πλουσίου διὰ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἶναι ἀδύνατον ἡ φορτωμένη κάμηλος νὰ διέλθῃ διὰ τῆς ὀπῆς τῆς βελόνης, κατὰ παρόμοιον τρόπον εἶναι ἀδύνατον οἱ πλεονέκται πλούσιοι ἄνευ μετανοίας διὰ τῆς θείας βοηθείας νὰ εἰσέλθωσι διὰ τῆς στενῆς ὁδοῦ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, διότι τὰ καθήκοντα τῶν πλουσίων εἶναι περισσότερα καὶ δυσκολώτερον ἐκτελοῦνται.

Οἱ παρευρισκόμενοι ἐκεῖ ἄνθρωποι καὶ «μαθηταὶ ἀκούσαντες ἐθαμβοῦντο» ἐξεπλήσσοντο, διότι ἐνόμιζον τὸν πολὺν πλοῦτον ὡς δεῖγμα θείας εὐνοίας καὶ ὄχι ὡς πειρασμόν. Οὗτοι «περισσῶς ἐξεπλήσσοντο» ὑπερβολικὰ ἠπόρουν «λέγοντες πρὸς ἑαυτοὺς» μεταξύ των «καὶ τίς δύναται σωθῆναι;» τίς δύναται νὰ σωθῇ, ἀφοῦ ἄλλοι εἶναι πλούσιοι, ἄλλοι ἀγαποῦν τὸν πλοῦτον. Ὁ Κύριος «ἐμβλέψας» μὲ προσοχὴν δηλαδὴ παρατηρήσας «εἶπεν αὐτοῖς» ἀπήντησεν εἰς αὐτούς: «Παρ' ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ τῷ Θεῷ πάντα δυνατά». Τόση εἶναι ἡ δύναμις τοῦ πλούτου, ὥστε μόνον ὁ Θεὸς δύναται νὰ μᾶς ἀποσπάσῃ ἀπὸ αὐτόν, ἂν θελήσωμεν καὶ ἡμεῖς.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπαντᾷ: «Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθησαμέν σοι• τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» ποία ἡ ἀμοιβή μας; Ποῖα πάντα ἀφῆκεν ὁ Πέτρος; Δίκτυα, πλοῖον, κάλαμον! Ζητεῖ μισθόν! Ὁ Κύριος ἀμείβει καὶ τὴν ὀλίγην αὐταπάρνησιν. «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς˙ ἀμὴν λέγω ὑμῖν» σᾶς δηλῶ «ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκαλουθήσαντές μοι» ὅτι σεῖς οἱ ἀκόλουθοί Μου « ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθήσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ». «Παλιγγενεσία» εἶναι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν κατὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κόσμου. Δώδεκα φυλαί, τὰς ὁποίας θὰ κρίνωσιν οἱ Ἀπόστολοι καθήμενοι ὡς δικασταί, εἶναι ὄχι μόνον οἱ κατὰ σάρκα, ἀλλὰ καὶ οἱ κατὰ πνεῦμα ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, Ἰουδαῖοι καὶ Χριστιανοί, θὰ δικάσωσι δὲ οἱ Ἀπόστολοι διὰ τοῦ βίου των σιωπηρῶς, διότι ἐφήρμοσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι ἠμέλησαν.

Κατόπιν ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γενικώτερον καὶ λέγει: «Οὐδείς ἐστιν, ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς» οὐχὶ δι' ἄλλον λόγον, ἀλλὰ «ἕνεκεν ἐμοῦ» πρὸς χάριν Μου «καὶ ἕνεκεν τοῦ Εὐαγγελίου, ἐὰν μὴ λάβῃ» ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς θὰ λάβῃ «ἑκατονταπλασίονα» ἑκατὸν φορὰς περισσότερα «νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ» εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον «οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ πατέρα καὶ μητέρα καὶ τέκνα καὶ ἀγρούς», θὰ λάβῃ δὲ ταῦτα καὶ ἐδῶ «μετὰ διωγμῶν» ἐν μέσῳ διωγμῶν «καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ» εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν θὰ λάβῃ «ζωὴν αἰώνιον» αἰώνιον μακαριότητα. Ἡ ἀμοιβὴ θὰ εἶναι ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, διότι ὁ πιστὸς θὰ εὕρῃ 100 φορὰς περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν. Ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς πνευματικοὺς θὰ εὕρῃ ὁ πιστὸς πολλοὺς τόσον ἐδῶ ὅσον καὶ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν. Παρ’ ὅλους τοὺς διωγμοὺς θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη ἀμοιβὴ ὄχι μόνον εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Καὶ οἱ διωγμοὶ μνημονεύονται ὡς δωρεά, διότι «ἡμῖν ἐχαρίσθη οὐ μόνον εἰς Αὐτὸν πιστεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ Αὐτοῦ πάσχειν» κατὰ τὸν Ἀπόστολον Παῦλον. Φιλιπ. 1,29.

Ὁ Κύριος θέλων νὰ τονίσῃ, ὅτι ὁ κληθεὶς πιστὸς πρέπει νὰ παραμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν πίστιν του, διότι δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναί τις μεγαλύτερος εἰς τὴν θέσιν ἢ τὰ χρόνια, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγνώρισε τὸν Χριστόν, μικρότερος ὅμως εἰς τὴν πίστιν λέγει: « Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι». Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι μεγαλύτερος, δὲν ἕπεται, ὅτι εἶναι καὶ καλλίτερος. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι κληρονομική. Ὁ Νεανίσκος ἦτο πρῶτος ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Φιλάργυρος ὅμως ὢν καὶ μὴ ὑπακούσας εἰς τὴν κλῆσιν ἔγινε τελευταῖος. Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν τελευταῖοι ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως. Ὑπακούσαντες ὅμως καὶ τὰ πάντα ἀφήσαντες, ἔγιναν πρῶτοι.


Θέμα : Τὸ ψεῦδος — Ἀλήθεια.

Μία ἐκ τῶν ἄλλων ἐντολῶν, τὰς ὁποίας συνέστησεν ὁ Κύριος εἰς τὸν νεανίσκον, εἶναι καὶ τὸ «μὴ ψευδομαρτυρήσῃς» δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν ψέμματα. Δὲν ὑπάρχει χειροτέρα καὶ περισσότερον διαδεδομένη ἀσθένεια ἀπὸ τὸ ψεῦδος. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἀναγκαιότερον φάρμακον ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Ἂς ἴδωμεν καὶ τὰ δύο.

Α.' Ψ ε ῦ δ ο ς . Τοῦτο ἔχει ποικίλας μορφάς. Εἶναι ἁπλοῦν, διπλοῦν, πολλαπλοῦν. Ἁπλοῦν εἶναι ὅταν ἄλλα λέγουν τὰ χείλη καὶ ἄλλα ἡ καρδία. Διπλοῦν εἶναι ἡ διπλοπροσωπία ἤτοι ἄλλα λέγομεν ἐμπρὸς ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ ἄλλα ὄπισθέν του. Πολλαπλοῦν εἶναι, ὅταν διὰ τὸ ἴδιον πρόσωπον ἄλλο λέγεις εἰς τὸν Α καὶ ἄλλο εἰς τὸν Β. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ πρῶτον.

Ἁπλοῦν ψεῦδος. Ἄλλα ἤκουσες καὶ ἄλλα λέγεις. Ἄλλα εἶδες καὶ ἄλλα μαρτυρεῖς. Ἄλλα πράττεις καὶ ἄλλα περισσότερα καλὰ καὶ ὀλιγώτερα κακὰ ὁμολογεῖς. Ἄλλα πιστεύεις μέσα σου καὶ ἄλλα ὑπάρχουν εἰς τὰ χείλη σου. Ἐπάνω εἰς τὸν θυμόν σου ἢ εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν σου ποσάκις δὲν εἶπες ψέμματα; Κατὰ τὴν ἀκατάσχετη φλυαρίαν σου διηγούμενος διάφορα γεγονότα πόσες φορὲς δὲν προέβης εἰς διαφόρους ἐκδόσεις ἐπηυξημένας, διὰ νὰ ἀπόδειξῃς, ὅτι ἔχεις πνεῦμα καὶ νὰ προκαλέσῃς τὰ γέλια; Ἐπάνω εἰς τὸ ὑλικόν σου συμφέρον ποσάκις δὲν ἐψεύσθης, διὰ νὰ μὴ χάσῃς τὸν πελάτην σου; Ἐπάνω εἰς τὸν ἐγωισμόν σου ποσάκις δὲν ἐψεύσθης, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς κάτι σωστὸν τὸ ὁποῖον θὰ σοῦ ἔδιδε ταπεινὸν φρόνημα, συντριβήν; Χειρότερον ὅμως εἶναι τὸ ψεῦδος εἰς τὴν διπλοπροσωπίαν.

Ἡ διπλοπροσωπία. Εἶσθε μία παρέα καὶ ὡς θέμα συζητήσεως ἔχετε πρόσωπόν τι ἀπόν. Λέγονται κατ' αὐτοῦ τὰ ἐξ ἁμάξης. Ἐμφανίζεται τὸ πρόσωπον αὐτό; Ἀρχίζουν οἱ λιβανισμοί του! Εἶσθε μία παρέα ἀπὸ φίλους ἢ φίλες. Τὰ λόγια σας εἶναι ἀμοιβαῖα θυμιάματα. Φεύγει ἓν μέλος τῆς παρέας. Ἀρχίζουν τὰ ξομπλιάσματα. Πόθεν τοῦτο; Τὸ πρόσωπον τοῦ κρινομένου εἶναι σπαθὶ μαγικό, χειρότερον ἀπὸ τὴν ἰδικήν σου γλῶσσαν. Σοῦ μεταμορφώνει τὰ πάντα. Σὲ κάμνει μικρὸ παιδί, ὥστε νὰ τὸν θυμιᾷς, ὅταν εἶναι ἐμπρός σου, ἐνῷ λέγεις ὅσα παίρνει ἡ σκοῦπα, ὅταν εἶναι ἀπόν. Γίνεσαι γουστέρα ὅταν εἶναι ἐνώπιόν σου καὶ λεοντάρι, ὅταν εἶναι μακράν σου. Ἡ διπλοπροσωπία σὲ μεταβάλλει εὐκολώτατα διὰ τῶν ψευδολογιῶν σου ἀπὸ γουστέρα εἰς λεοντάρι καὶ ἀπὸ λεοντάρι εἰς γουστέρα. Τὸ ψεῦδος σὲ κάμνει κατὰ τὴν διπλοπροσωπίαν σου δειλὸν καὶ φλύαρον. Ἀλλὰ καὶ ἡ δειλία σου καὶ ἡ φλυαρία σου σὲ σπρώχνουν εἰς τὴν διπλοπροσωπίαν αὐτήν. Σὲ ὁδηγεῖ ἡ δειλία σου εἰς τὸ ψεῦδος, διότι δὲν τολμᾷς νὰ εἴπῃς ἐνώπιόν του τὴν ἀλήθειαν. Σὲ ὠθεῖ ἡ φλυαρία σου νὰ ψεύδεσαι, διότι δὲν μπορεῖς νὰ συγκράτησῃς τὴν γλῶσσαν σου. Καλά! δὲν σέβεσαι τὴν ἀπουσίαν τοῦ κρινομένου, δὲν σέβεσαι τὴν παρουσίαν του, ἀναλογιζόμενος τί εἶπες, ὅταν ἦτο ἀπὼν καὶ τί λέγεις τώρα; Δὲν σέβεσαι τουλάχιστον τὸν ἑαυτόν σου ; Χειροτέρα ὅμως καὶ ἀπὸ τὴν διπλοπροσωπίαν εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ ψεύδους τῆς πολυπροσωπίας.

Ἡ Π ο λ υ π ρ ο σ ω π ί α. Διὰ τὸ ἴδιον πρόσωπον ἄλλα λέγομεν ἐνώπιόν του, ἄλλα εἰς ἄλλον τινὰ καὶ διαφορετικὰ εἰς τρίτον. Εἶσαι ὑφιστάμενος καὶ ἔχεις τὸν προϊστάμενόν σου. Ἄλλα λέγεις ἐνώπιόν του, ἄλλα λέγεις εἰς συνάδελφόν σου φιλικῶς διακείμενον πρὸς αὐτὸν καὶ ἄλλα εἰς ἄλλον, ὁ ὁποῖος διάκειται ἐχθρικῶς πρὸς αὐτόν. Σοῦ ἀρέσει νὰ συμφωνῇς μὲ ὅλους πλὴν τοῦ ἑαυτοῦ σου. Οἱ τοιοῦτοι λέγονται πολιτικάντες. Κοροϊδεύουν ὅλους. Ὁμοιάζουν σὰν τοὺς ἀράπηδες τῶν καπνοδόχων, οἱ ὁποῖοι στρέφονται πρὸς τὴν ἑκάστοτε διεύθυνσιν τῶν ἀνέμων. Καπνὸν ἔχουν μέσα τους, παφιλένιοι εἶναι ἀπ' ἔξω, ἀράπηδες εἶναι μέσα καὶ ἔξω!

Κάποτε εἴς τι χωρίον δύο ἀντίδικοι μετέβησαν εἰς τὸν οἰκεῖον εἰρηνοδίκην πρὸς ἐκδίκασιν τῆς διαφορᾶς των. Καὶ οἱ δύο ἀντίδικοι, ἀλλὰ χωριστὰ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον ἀνέφερον τὰς ἀπόψεις των καὶ κατέθετε ἕκαστος εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην τὸ σχετικὸν φιλοδώρημα. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀκούσας τὸν πρῶτον καὶ ἰδὼν τὸ γενναῖον φιλοδώρημά του εἶπεν εἰς αὐτόν: Ἔχεις δίκαιον. Μετ' ὀλίγον ἔρχεται ὁ δεύτερος ἀντίδικος κομίζων καὶ αὐτὸς γενναῖον φιλοδώρημα. Ἐκθέτει τὴν ἄποψίν του. Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀπαντᾷ καὶ εἰς αὐτόν: Ἔχεις δίκαιον. Ἡ παροῦσα τότε γυναῖκα του ἐρωτᾷ τὸν Εἰρηνοδίκην, ποιός ἐκ τῶν δύο ἔχει δίκαιον; Ὁ Εἰρηνοδίκης ἀπαντᾷ : Καὶ σὺ ἔχεις δίκαιον! Κωμικὸν εἶναι τὸ παράδειγμα; Τέτοια εἶναι καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολυπρόσωποι. Πόσοι ἐκ τῶν μειδιασάντων δὲν θὰ εἶναι ἔνοχοι; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ μειδίαμα ἂν ἦτο δάκρυ, θὰ ἦτο καταλληλότερον διὰ τὸν λυτρωμόν μας. Ποῖον τὸ φάρμακον; Ἡ ἀλήθεια!

Β'. Ἡ Ἀ λ ή θ ε ι α. Μερικοὶ νομίζουν, ὅτι διὰ νὰ εἴπουν τὴν ἀλήθειαν πρέπει νὰ ὑβρίσουν. Ὄχι. Ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά, ὄχι ὅμως καὶ ὕβρις. Διὰ τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγαπῶν τὴν ἀλήθειαν βοηθήματός τινος καὶ τοῦτο εἶναι ἡ εὐγένεια, ἵνα γίνῃ δεκτή. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχῃ δύο πράγματα: θάρρος καὶ εὐγένειαν. Θάρρος διὰ νὰ λεχθῇ καὶ φανῇ, εὐγένειαν διὰ νὰ εἰσακουσθῇ.

Θάρρος! Μεγάλο θάρρος μέχρι ἀγῶνος χρειάζεται ἐπάνω εἰς τὸν θυμόν σου καὶ εἰς τὸν ἐνθουσιασμόν σου, νὰ εἶσαι ἀκριβὴς εἰς τὰ λόγια σου καὶ εἰλικρινὴς εἰς τὸν ἄλλον, νὰ εὕρῃς καὶ νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν. Μεγάλο θάρρος μέχρι ἀγῶνος χρειάζεσαι, ὅταν ἀπὸ τὴν παρέαν ἀνάβῃ ἡ φλυαρία καὶ πρόκειται νὰ θέσῃς χαλινόν τινα ἀληθείας εἰς τὴν γλῶσσαν σου. Μεγάλον θάρρος μέχρι αὐτοθυσίας χρειάζεσαι νὰ εἴπῃς εἰς τὸν πελάτην σου, πότε θὰ εἶναι ἕτοιμον τὸ παραγγελθὲν φόρεμα ἢ ἔπιπλον. Μέγα θάρρος χρειάζεται νὰ λέγῃς εἰς τὸν φίλον σου τὴν ἀλήθειαν. Μεγαλύτερον ὅμως θάρρος χρειάζεσαι, ὄχι μόνον ὅταν δὲν λέγῃς ψέμματα, ἀλλὰ καὶ ὅταν διευκολύνῃς τοὺς ἄλλους νὰ μὴ σοῦ λέγουν ψέμματα. Τοῦτο θὰ γίνῃ, ὅταν δὲν σοῦ κακοφαίνεται, διότι σοῦ λέγουν τὴν ἀλήθειαν, ὅταν δὲν σοῦ ἀρέσουν αἱ κολακεῖαι. Τὸ νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν, εἶναι θάρρος, ἀλλὰ πολλάκις καὶ ἐγωισμός. Τὸ νὰ σοῦ εἴπουν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ τὴν δεχθῇς καὶ μάλιστα, ὅταν διευκολύνῃς τοὺς ἄλλους πρὸς τοῦτο, εἶναι μεγαλύτερον θάρρος, διότι εἶναι καὶ ταπείνωσις.

Εὐγένεια! Ἀλλὰ τὸ γλύκασμα τῆς ἀληθείας εἶναι ἡ εὐγένεια. Πόσην ἀλήθειαν καὶ εὐγένειαν πραγματικὴν ἔχεις, ὅταν λέγῃς εἰς τὸν πελάτην σου πότε ἀκριβῶς θὰ εἶναι ἕτοιμη ἡ παραγγελία του! Πόσην εὐγένειαν ἔχεις, ὅταν δὲν ἔχῃς φλυαρίαν, ἀλλὰ ὀλίγα καὶ σωστὰ λόγια! Πόση εὐγένεια εἶναι, ὅταν ἤρεμος ἀπὸ θυμὸν καὶ ὑπερβολικὸν ἐνθουσιασμόν, λέγῃς τὴν ἀλήθειαν! Πόσην εὐγένειαν καὶ θάρρος ἔχει ἡ σιωπή σου, ἵνα μὴ εἴπῃς ψευδῆ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύεις. Ὅταν σιωπᾷς, διὰ νὰ μὴ εἴπῃς ψέμματα, πόσον θάρρος, ἀλλὰ καὶ εὐγένειαν ἔχεις! Ὅταν ἐρωτώμενος διὰ ἕνα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζεις, ἀπαντᾷς δὲν ξέρω, πόσον θάρρος καὶ εὐγένειαν δεικνύεις! Πόσον θάρρος καὶ εὐγένειαν δεικνύεις, ὅταν δὲν φαίνεσαι διπρόσωπος, ἀλλὰ σιωπᾷς ἢ μὲ τρόπον εὐγενῆ λέγεις εἰς τὸν φίλον σου τὴν πραγματικήν σου γνώμην! Πόσην εὐγένειαν ἔχεις, ὅταν δὲν εἶσαι πολυπρόσωπος, ὅταν δὲν θέλῃς νὰ κοροϊδεύῃς τοὺς ἄλλους συμφωνῶν δῆθεν μὲ ὅλους! Εὐγένεια καὶ θάρρος δεικνύεις, ὅταν φροντίζῃς νὰ εὑρίσκῃς τρόπους γλυκεῖς διὰ νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν. Οὔτε θράσος, ὥστε νὰ ὑβρίζῃς, οὔτε δειλία, ὥστε νὰ μὴ λέγῃς τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ θάρρος καὶ εὐγένειαν.

Κλασσικὸν παράδειγμα θάρρους καὶ εὐγενείας πρὸς τὴν ἀλήθειαν εἶναι τὸ κάτωθι. Ὁ Διόνυσος, ὁ τύραννος τῶν Συρακουσῶν, ἐπεδεικνύετο ὡς ποιητής. Ἡμέραν τινὰ ἐκάλεσε τὸν ποιητὴν Φιλόξενον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀπαγγέλλει τὸ ποίημά του καὶ ζητεῖ τὴν γνώμην του. Ὁ ποιητὴς ὁμολογεῖ ὅτι τὸ ποίημα δὲν ἀξίζει. Ὁ ποιητὴς φυλακίζεται εἰς τὰς «Λατομίας», ὑγρὰς φυλακὰς ἐντὸς βράχου τινός. Μετὰ καιρὸν καλεῖται ὑπὸ τοῦ ἰδίου Τυράννου ὁ εἰς τὰς φυλακὰς εὑρισκόμενος. Φιλόξενος καὶ εἰς ἔνδειξιν δῆθεν ἐκτιμήσεως παραθέτει εἰς αὐτὸν πλουσίαν τράπεζαν. Κατὰ ταύτην ὁ Τύραννος πάλιν ἀπαγγέλλει ποίημά του καὶ ζητεῖ τὴν γνώμην τοῦ ποιητοῦ Φιλοξένου. Ὁ Φιλόξενος ἐγείρεται διὰ νὰ φύγῃ. Ὁ Τύραννος τὸν ἐρωτᾷ, ποὺ πηγαίνει. Ἐκεῖνος ἀπαντᾷ. Εἰς τὰς Λατομίας. Οἱ παριστάμενοι ἐγέλασαν. Πόσην εὐγένειαν καὶ ἀλήθειαν ἔδειξεν ὁ Φιλόξενος! Ἐπροτίμησε νὰ φυλακισθῇ παρὰ νὰ μὴ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν. Πόσον θάρρος! Πηγαίνει μόνος του εἰς φυλακὴν σιωπῶν. Πόση εὐγένεια! Ἂς ἔχωμεν θάρρος μέχρι αὐτοθυσίας, εὐγένειαν μέχρι σιωπῆς. Ἰδοὺ ἡ ποικιλία καὶ εὐκολία τοῦ ψεύδους, ἡ δυσκολία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀληθείας. Ἂς λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν.

Στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης (Γαλ.γ' 23-δ' 5) +Μητροπολίτου Σερβιών και Κοζάνης Διονυσίου


Στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης (Γαλ.γ' 23-δ' 5)


α' .Ὁ Ἀπόστολος ποὺ διαβάστηκε σήμερα εἶναι περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Σὲ κάποια περασμένη ὁμιλία εἶπα γιὰ τοὺς Γαλάτες καὶ γιὰ τὴν ἐπιστολὴ ποὺ τοὺς ἔγραψε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γι’ αὐτὸ καὶ κρίνω πὼς δὲν θὰ πρέπει τώρα νὰ ξαναπῶ τὰ ἴδια. Ἀρχίζω λοιπὸν πρῶτα νὰ ἐξηγῶ στὴ γλώσσα μας τὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπή. Αὐτὴ τὴ μέθοδο ἀκολουθοῦμε πάντα· ἐξηγοῦμε πρῶτα γλωσσικὰ τὸ ἱερὸ κείμενο, κι ὕστερα ἑρμηνεύομε καὶ ἀναπτύσσομε ὅσο μποροῦμε τὰ νοήματα τοῦ θεόπνευστου λόγου. Ὁ Ἀπόστολος μιλάει γιὰ τὸ νόμο καὶ γιὰ τὴν πίστη· τί ἦταν ὁ νόμος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους πρὶν ἀπὸ τὸ Χριστό, καὶ τί εἶναι ἡ πίστη τώρα ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός.

Μὰ ἂς ἀκούσουμε τὰ λόγια του ἁγίου Παύλου· «Ἀδελφοί, πρὶν νὰ 'ρθη ἡ πίστη μᾶς φύλαγε καὶ μᾶς προστάτευε ὁ νόμος κι ἤμαστε κλεισμένοι μέσα στὸ νόμο, περιμένοντας νὰ φανερωθῆ ἡ πίστη. Ὁ νόμος λοιπὸν ἦταν σὲ μᾶς παιδαγωγός, ὥσπου νὰ 'ρθη ὁ Χριστός, γιὰ νὰ δικαιωθοῦμε τότε μὲ τὴν πίστη. Ἀλλὰ τώρα ποὺ ἦρθε ἡ πίστη, δὲν εἴμαστε πιὰ στὰ χέρια παιδαγωγοῦ, ἐπειδὴ σὰν πιστοὶ εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ· γιατί ὅσοι βαπτισθήκατε στὸ Χριστό, ντυθήκατε τὸ Χριστό. Δὲν ὑπάρχει Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλληνας, δὲν ὑπάρχει δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος, δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναίκα, γιατί ὅλοι ἐσεῖς εἴσαστε ἕνας ἄνθρωπος στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»1.


β'. Ὁ νόμος, γιὰ τὸν ὁποῖο πολὺς λόγος γίνεται στὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Παύλου, ὁ νόμος λοιπὸν εἶναι ἡ Παλαιὰ Διαθήκη, ἡ συμφωνία καὶ ἡ συνθήκη, ποὺ ἔκαμε παλιὰ ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Μέσα σὲ ὅσα ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα τῆς πτώσεως, στοὺς πρωτοπλάστους καὶ τὰ ἀνανέωσε ὕστερα στοὺς Πατριάρχες καὶ στοὺς Προφῆτες, μέσα στὴν παλιὰ ἐκείνη συνθήκη, ξεχωρίζει ὁ νόμος· ὄχι μόνο ὁ ἠθικός, δηλαδὴ οἱ δέκα ἐντολές, ἀλλὰ καὶ ὁ τελετουργικός, ὅλες οἱ διατάξεις ποὺ ἀναφέρονται στὶς θυσίες καὶ γενικὰ στὴ λατρεία. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἦσαν ὅ,τι ὁ Θεὸς εἶχε νὰ κάμη γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶχαν μία προπαρασκευαστικὴ σημασία καὶ ὁ σκοπὸς τους ἦταν παιδαγωγικός· ἦσαν ἡ ρίζα καὶ ἡ βάση ἀπάνω στὴν ὁποία θὰ στηριζότανε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ὁ νόμος ἦταν ἕνας ἅγιος τρόπος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ φυλαχτοῦν καὶ νὰ προστατευτοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμα δὲ καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦν, γιὰ νὰ δεχτοῦν τὴν πίστη καὶ τὴ χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σὰν παροιμία καὶ σὰν ἀξίωμα ἔμεινε στὴ συνείδηση καὶ στὸ στόμα τῶν ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου ὅτι «ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστὸν» (2). Μὲ τὸ νόμο ὁ Θεὸς χειραγώγησε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἑτοίμασε νὰ δεχτοῦν τὸ Χριστό. Αὐτὸ θὰ πῆ πὼς τὸ Εὐαγγέλιο τῆς χάρης εἶναι συνέχεια στὸ νόμο τῆς δικαιοσύνης, πὼς ἡ Καινὴ Διαθήκη εἶναι συμπλήρωση καὶ ἐκπλήρωση τῆς Παλαιᾶς. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὅταν εἶπε πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κατάργηση τὸ νόμο, δηλαδὴ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν συμπλήρωση. Τίποτα δὲν καταργεῖται στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πάντα τὸ παλιὸ εἶναι μέσα στὸ νέο, σὰν ὁ σπόρος μέσα στὸ φυτὸ καὶ σὰν ἡ ρίζα στὸ δέντρο.


γ'. Ὅταν ἦρθε ἡ πίστη, ὅταν «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (3), τότε ὁ νόμος, χωρὶς νὰ καταργηθῆ, ἔμεινε πίσω καὶ παραχώρησε τὴ θέση του στὴ νέα πραγματικότητα· αὐτὸ θὰ πῆ τὸ «ἐγένετο», ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴ χάρη καὶ τὴν ἀλήθεια, πραγμάτωσε μία νέα κατάσταση στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία. Τώρα δὲν χρειαζότανε πιὰ παιδαγωγός, τώρα οἱ ἄνθρωποι εἶδαν νὰ ἐκπληρώνωνται ὅσα ἐπροτύπωνε ὁ νόμος καὶ ἐπρόβλεπαν οἱ Προφῆτες. Τώρα, μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, στὸ θεανθρώπινό του πρόσωπο καὶ στὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο, οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Τώρα οἱ πιστοὶ μὲ τὸ βάπτισμα, ὄχι ἁπλῶς πῆραν τὴν προσωνυμία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ σὰν ἕνα παλιὸ ἱμάτιο ξεφόρεσαν τὸν πρῶτο ἑαυτό τους καὶ ντύθηκαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ἀκούσαμε ἀκριβῶς σὲ τοῦτο τὸ σημεῖο τὰ πολὺ γνωστὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου, ποὺ τὰ πῆρε ἡ Ἐκκλησία καὶ τὰ ἔκαμε ὕμνο στὶς μεγάλες Δεσποτικὲς ἐορτές· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (4).


δ'. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ Ἀποστόλου κορυφώνεται στὴ μεγάλη διακήρυξη, ποὺ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο καὶ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Εἶναι ἡ διακήρυξη, ποὺ σπάζει τὰ δεσμὰ ὅλων τῶν διακρίσεων μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Τώρα δὲν ὑπάρχουν ξεχωριστὰ λαοὶ καὶ φυλές, δὲν ὑπάρχουν κοινωνικὲς τάξεις, δὲν ὑπάρχουν ξεχωριστὰ ὁ ἄνδρας καὶ ἡ γυναίκα, γιατί ὅλοι, μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, εἴμαστε ἕνας ἄνθρωπος.


ε'. Ἄλλο κήρυγμα ἀληθινῆς ἐλευθερίας καὶ ἰσότητας, μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ κατοικοῦν σ’ ὅλο τὸν πλανήτη τῆς γῆς, σὰν τὸ κήρυγμα τοῦτο τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀκούστηκε οὔτε ὑπάρχει. Οἱ αἰῶνες τὸ ἐπαναλαμβάνουν σὲ διάφορες γλῶσσες, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν λαῶν καὶ οἱ κοινωνικοὶ ἀναμορφωτὲς τὸ οἰκειοποιοῦνται καὶ τὸ ἐξαγγέλλουν παραλλαγμένο γιὰ δικό τους κήρυγμα. Ὅμως αὐτὴ εἶναι ἡ διακήρυξη καὶ ἡ ἐξαγγελία τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸ πνευματοκίνητο στόμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου.

«Δὲν ὑπάρχει Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλληνας, δὲν ὑπάρχει δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος, δὲν ὑπάρχει ἄνδρας καὶ γυναίκα» (5), γιατί ὅλοι οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἴμαστε ἕνας ἄνθρωπος. Ποιὸς μπορεῖ νὰ ψάλη τώρα ἐπάξια τὸν ὕμνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς διακηρύξεως, μὰ καὶ ποιὸς νὰ κλάψη γοερὰ καὶ νὰ θρηνήση, γιατί χίλιες φορὲς μέχρι τώρα οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ καὶ οἱ κοινωνίες ἐπρόδωσαν τὴν πίστη τους καὶ ρήμαξαν τὸ πρόσωπο τῆς γῆς μὲ τυραννίες, μὲ δουλεμπόρια, μὲ πολέμους, μὲ κατακτήσεις, μὲ ἐπαναστάσεις; Ὅλα αὐτὰ μέσα σὲ εἴκοσι αἰῶνες ἔγιναν ἀπὸ τοὺς χριστιανικοὺς λαούς, κι ἀπὸ κείνους ποὺ τάχα ἀρνιοῦνται τὴ χριστιανική τους καταγωγὴ καὶ πολεμοῦν τώρα τὴ μητέρα τους Ἐκκλησία.


ς'. Μὰ ἂς προχωρήσουμε τώρα πιὸ κάτω στὴν ἐξήγηση τῆς σημερινῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς. Ὅσα θὰ πῆ στὴ συνέχεια ὁ Ἀπόστολος εἶναι τὸ συμπέρασμα σὲ ὅσα εἶπε παραπάνω. «Ἂν λοιπὸν ἐσεῖς εἴσαστε ἄνθρωποι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴσαστε ἄρα ἀπόγονοι καὶ κληρονόμοι τοῦ Ἀβραάμ, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ. Λέω λοιπὸν πὼς ὅσον καιρὸ ὁ κληρονόμος εἶναι μικρὸ παιδί, δὲν ἔχει καμμιὰ διαφορὰ ἀπὸ τὸ δοῦλο, ἂν καὶ ὅλη ἡ πατρικὴ περιουσία εἶναι δική του, ἀλλὰ κηδεμονεύεται ἀπὸ ἐπιτρόπους καὶ διαχειριστές, ὡς τὴν ὥρα ποὺ προσδιώρισε ὁ πατέρας. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐμεῖς, ὅταν ἤμαστε ἀνήλικοι, ἤμαστε ὑποταγμένοι στὶς συνθῆκες τοῦ ἐδῶ κόσμου, ὅταν ὅμως συμπληρώθηκε ὁ καιρός, τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν υἱό του, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος ἀπὸ μία γυναίκα καὶ ὑποτάχτηκε στὸ νόμο, γιὰ νὰ ἐλευθέρωση ἐκείνους ποὺ ἦσαν δοῦλοι στὸ νόμο καὶ γιὰ νὰ ξαναγίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ» (6).


ζ'. Δὲν μπορεῖτε, μὰ δὲν μπορεῖτε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νὰ καταλάβετε τί αἰσθάνεται καὶ ζῆ ἐκεῖνος ποὺ κηρύττει τὸ θεῖο λόγο. Δὲν θέλω νὰ πῶ οὔτε γιὰ τὴ χαρὰ οὔτε γιὰ τὸ φόβο ποὺ ἔχει ὁ ἱερὸς διδάσκαλος, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ κάνη τὴν πολὺ μεγάλη τιμὴ νὰ εἶναι ἑρμηνευτὴς καὶ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς ἀνθρώπους.

Μὰ θέλω νὰ πῶ γιὰ τὴ λύπη καὶ γιὰ τὴ στενοχώρια ποὺ αἰσθάνομαι τώρα, γιατί δὲν μπορῶ νὰ ἁπλωθῶ στὴν ἑρμηνεία τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου. Τὸ ξέρω πὼς πάντα λέω τὰ ἴδια, καὶ διαρκῶς παραπονοῦμαι πὼς δὲν μὲ παίρνει ὁ χρόνος. Ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ εἶναι μία ἀλήθεια, ποὺ ἐγὼ κάθε Κυριακὴ τὴν αἰσθάνομαι καὶ τὴ ζῶ. Βλέπετε πὼς δὲν σᾶς ὁμιλῶ προχειρα· βλέπετε πὼς ὅ,τι θέλω νὰ σᾶς πῶ τὸ μελετῶ καὶ τὸ γράφω, γιατί θαρῶ πὼς δὲν εἶναι σωστὸ καὶ δὲν ταιριάζει, οὔτε σὲ μένα οὔτε σὲ σᾶς οὔτε στὴν ἱερότητα τοῦ κηρύγματος, νὰ σᾶς πῶ πέντε πράγματα ὅπως-ὅπως. Πάντα ὅμως, μέσα στὴν ἄλλη μου προσπάθεια, μὲ κρατάει ὁ φόβος μήπως καὶ κουραστῆτε, καὶ ἐνῶ ἐγὼ θὰ ὁμιλῶ ἐσεῖς πιὰ δὲν θὰ μὲ ἀκοῦτε. Ἀλλὰ ἂς προσπαθήσω τώρα, πολὺ σύντομα νὰ σᾶς ἑρμηνεύσω τὸ κομμάτι ποὺ ἐξήγησα γλωσσικά.


η'. Εἴπαμε παραπάνω πὼς τὸ δεύτερο τοῦτο μέρος τῆς σημερινῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς εἶναι τὸ συμπέρασμα, στὸ ὁποῖο καταλήγει ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶπε στὸ πρῶτο. Μὰ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε κι ἀλλιῶς, πὼς εἶναι ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴ ζωή, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος, γιὰ νὰ ἔκφραση παραστατικὰ αὐτὸ ποὺ λέει. Εἶπε πὼς οἱ χριστιανοὶ τώρα κι ὄχι οἱ Ἑβραῖοι εἶναι οἱ ἀπόγονοι καὶ κληρονόμοι τῶν ἐπαγγελιῶν, ποὺ ἔδωκε ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ, κι ἀμέσως, μόλις εἶπε γιὰ κληρονόμους, ἔβαλε στὴ σκέψη του τὸ παράδειγμα τοῦ ἐπιτρόπου καὶ τῆς κηδεμονίας, ποὺ ὁρίζουν οἱ πολιτικοὶ νόμοι γιὰ τοὺς ἀνήλικους. Ὁ σκοπὸς πάντα τοῦ Ἀποστόλου εἶναι νὰ δείξη τὴν προσωρινότητα καὶ τὴν ἀτέλεια τοῦ νόμου, ποὺ τὸν διαδέχτηκε ἡ χάρη τοῦ Εὐαγγελίου· τὴ δουλεία κάτω ἀπὸ τὴν ὁποία κρατοῦσε ὁ νόμος τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν ἐλευθερία ποὺ ἔφερε ὁ Χριστός.


θ'. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς αὐτὰ τὰ γράφει πρὸς τοὺς χριστιανούς, ποὺ προέρχονταν ἀπὸ Ἰουδαίους ἤ δέχονταν ἐπιρροὲς ἀπὸ ἰουδαϊκὲς διδασκαλίες. Οἱ ἰουδαΐζοντες αὐτοὶ χριστιανοὶ ἦσαν προσκολλημένοι στὶς τυπικὲς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ μάλιστα στὸ θεσμὸ τῆς περιτομῆς καὶ δὲν μποροῦσαν εὔκολα νὰ καταλάβουν τὴν παγκοσμιότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ νέο πνεῦμα τῆς εὐαγγελικῆς διδαχῆς, ποὺ εἶναι πνεῦμα ἀγάπης καὶ πνευματικῆς ἐλευθερίας. Πρὶν λοιπὸν νὰ ἔρθη ὁ Χριστός, σὰν τὰ ἀνήλικα παιδιά, οἱ ἄνθρωποι ἦσαν κάτω ἀπὸ τὴν κηδεμονία τοῦ νόμου, μὰ στὸν προσδιωρισμένο καιρὸ ἦρθε ὁ Χριστός· ἦρθε καὶ ὑποτάχτηκε στὸ νόμο, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθέρωση ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ νόμου. Ἔτσι ξαναγίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ποὺ στὴ γλώσσα τῆς θείας Γραφῆς καὶ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας λέγεται δικαίωση καὶ σωτηρία στὴν οὐσία του εἶναι νὰ ξαναγίνουν οἱ ἄνθρωποι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (7).


ι'. Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο στὴ μνήμη σήμερα τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία ἡ ἀποστολικὴ περικοπή, ποὺ ἀκούσαμε καὶ προσπαθήσαμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ φράση ἀπὸ τὴ μεγάλη διακήρυξη τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ὅτι «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ» (8). Αὐτὸ βέβαια δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ κεῖνα ποὺ στὸν καιρὸ μας φωνάζουν ὅσες καὶ ὅσοι ἔκαμαν ἔργο τοὺς τὸν «ἀγώνα τῆς γυναίκας». Μακάρι νὰ ἤξεραν οἱ γυναῖκες, ποὺ μολαταῦτα εἶναι χριστιανές, ποὺ τὶς ἀνέβασε καὶ πόσο τὶς ἐτίμησε ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Ἐκκλησία. Μὰ θαρῶ πὼς εἶναι εὔκαιρο καὶ ἀρκετὸ νὰ ἐπαναλάβωμε τὰ λόγια τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης, ποὺ εἶπε ὅταν ἔκανε τὴν ἀπολογία της μπροστὰ στὸν εἰδωλολάτρη αὐτοκράτορα. «Ἡ καταγωγή μου εἶναι γνωστὴ σὲ ὅλη τὴν Ἀλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς μου εἶναι ἀπὸ τοὺς εὐγενέστερους τῆς αὐτοκρατορίας σου. Ἐπέρασα τὴ νεότητά μου ἀναζητώντας τὴν ἀλήθεια. Ὅσο μελετοῦσα ἔβλεπα τὴ ματαιότητα τῶν εἰδώλων. Ὅλη μου ἡ δόξα καὶ τὸ καύχημά μου εἶναι νὰ φανῶ ἀντάξια χριστιανή...». Εἶναι λόγια γεμάτα πίστη καὶ χριστιανικὴ ἀξιοπρέπεια, τὰ ἴδια σὲ ἀτρόμητη ἀνδρεία, σὰν ἐκεῖνα ποὺ λένε πάντα ὅλοι οἱ μάρτυρες, καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὅταν περιφρονοῦν τὰ ὅποια εἴδωλα τοῦ κόσμου τούτου.

Ἔτσι βρίσκει γενικὴ ἐφαρμογὴ ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου, ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, «διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ», καὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνδρεία καὶ ὡς πρὸς τὴν προσωπικὴ καὶ πνευματικὴ ἀξία, «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ». Ἀμήν.


 
Κοζάνη, 22 Νοεμβρίου 1979

† ὁ Σ.Κ.Δ.


 
* Ἐλέχθη ἐν τῷ ἱ. Ναῷ τοῦ ἁγ. Νικολάου [Κοζάνης] τῇ 25 Νοεμβρίου 1979.




Ὑποσημειώσεις

1. Γαλ. 3, 23-29.
2. Γαλ. 3,24.
3. Ἰω. 1,17.
4. Γαλ. 3,27.
5. Γαλ. 3,29.
6. Γαλ. 3,29 - 4,5.
7. Γαλ. 4,5.
8. Γαλ. 3,28.

Κυριακὴ ΙΓ΄Λουκᾶ (Λουκ. ιη´, 18-27) Ὁ κίνδυνος τοῦ πλοῦτου εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής

«Κάποιος ἄρχοντας ρώτησε τὸν Κύριο: «Ἀγαθὲ διδάσκαλε, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε: «Γιατί μὲ ἀποκαλεῖς ἀγαθό»; Κανένας δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός. Ξέρεις τὶς ἐντολές: μὴ μοιχεύσεις, μὴ σκοτώσεις, μὴν κλέψεις, μὴ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου». Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ὅλα αὐτὰ τὰ τηρῶ ἀπὸ τὰ νιᾶτα μου». Ὅταν τ' ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει: πούλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ δῶσε τὰ χρήματα στοὺς φτωχούς, κι ἔτσι θὰ ἔχεις θησαυρὸ κοντὰ στὸν Θεό, κι ἔλα νὰ μὲ ἀκολουθήσεις». Μόλις ἐκεῖνος τ’ ἄκουσε αὐτά, πολὺ στενοχωρήθηκε, γιατὶ ἦταν πάμπλουτος. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε τόσο στενοχωρημένο, εἶπε: 

«Πόσο δύσκολα θὰ μποῦν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ αὐτοὶ ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα! Εὐκολότερο εἶναι νὰ περάσει μία καμήλα μέσα ἀπὸ βελονότρυπα παρὰ νὰ μπεῖ πλούσιος στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Ὅσοι Τὸν ἄκουσαν εἶπαν: « Τότε ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Κι Ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε: « Αὐτὰ ποὺ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἀδύνατα, γιὰ τὸ Θεὸ εἶναι δυνατά». 

«Ἔτι ἕν σοι λείπει», μπορεῖ νὰ πεῖ ὁ Κύριος καὶ σὲ πολλοὺς ἀπὸ μᾶς. Ἔρχεσαι τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία, τὸ βλέπω. Νηστεύεις, προσεύχεσαι, ἀγωνίζεσαι νὰ τηρήσεις τὸν νόμο μου. Ἔχεις διαμορφώσει μία συνείδηση ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας. Ἴσως ἔχεις καὶ ἱεραποστολικὴ δράση. Ἴσως χάνεις καὶ χρόνο καὶ χρῆμα, ἴσως προβαίνεις καὶ σὲ θυσίες, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσεις προσπάθειες ποὺ χαρακτηρίζονται χριστιανικές. Ἴσως νομίζεις ὅτι εἶσαι τέλειος.

Καὶ ὅμως μπορεῖ νὰ σοῦ λείπουν πολλὰ ἄλλα πράγματα ποὺ δὲν ἔχεις προσέξει καὶ ποὺ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σου. Ἴσως νὰ σοῦ λείπει «ἕνα» μόνον, βασικὸ ὅμως γιὰ τὴν διαμόρφωση καὶ τὴν ἔκφραση μιᾶς χριστιανικῆς προσωπικότητας καὶ ἑπομένως ἀπαραίτητη προϋπόθεση, γιὰ νὰ εἰσέλθεις στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἂν λείπει αὐτὸ τὸ «ἕνα», μένει μία πύλη ἀνοιχτή, ἀπὸ τὴν ὁποία μπορεῖ νὰ μπεῖ στὴν ψυχή σου ὁ διάβολος καὶ νὰ καταστήσει ἄχρηστες ὅλες τὶς ἄλλες προσπάθειές σου καὶ ἑπομένως νὰ ματαιώσει τὴ σωτηρία σου.

Γιὰ νὰ καταλάβουμε τί συνέπειες ὑπάρχουν, ἂν λείπει αὐτὸ τὸ «ἕνα», ἂς σκεφτοῦμε τὶς ἀκόλουθες παρόμοιες περιπτώσεις:

Γιὰ νὰ συμβεῖ ὁ θάνατος ἑνὸς ἀνθρώπου, δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀσθενοῦν ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός του ἢ νὰ τὸ προσβάλλουν ὅλα τὰ μικρόβια. Ἀρκεῖ νὰ μπεῖ ἕνα θανατηφόρο μικρόβιο, ἀρκεῖ μία λειτουργία νὰ μὴν εἶναι φυσιολογική, ἀρκεῖ ἕνα βασικὸ ὄργανο νὰ προσβληθεῖ, καὶ τὸ κακὸ ἔγινε.

Μᾶς εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ Κωνσταντινούπολη ἔπεσε, γιατὶ μία πύλη βρέθηκε ἀνοιχτή. Ὅλες οἵ ἄλλες ἦταν κλειστές. Μία ἦταν ἀνοιχτὴ καὶ πέρασε ὁ ἐχθρὸς κι ἔπεσε ἡ Πόλη. 

Τί σημασία ἔχει ἂν ὅλο τὸ πλοῖο εἶναι γερό. Ἄνοιξε μία ὀπή; Θὰ μποῦν τὰ νερὰ καὶ τὸ πλοῖο θὰ βυθιστεῖ.

Τέτοια παραδείγματα μποροῦμε νὰ βροῦμε πολλὰ στὴ ζωή μας. Πρέπει νὰ ἐρευνήσουμε τὴ ζωή μας, τὶς σκέψεις μας, τὶς διαθέσεις μας, μήπως ὑπάρχει κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς στερήσει τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 

Μήπως ἔχουμε τὴ βεβαιότητα ὅτι εἴμαστε ἐνάρετοι κι ἔτσι ἔχουμε μέσα μας φαρισαϊκὸ πνεῦμα; Μήπως προσφέρουμε πολλά, ἐνῷ μᾶς λείπει ἡ πραγματικὴ ἀγάπη; Μήπως βλέπουμε τὴν Ἐκκλησία σὰν ἕνα θεσμὸ ἢ κοινωνικὴ ὀργάνωση, χωρὶς νὰ συνειδητοποιοῦμε τὴ Θεία προέλευσή της καὶ τὴν σωτηριώδη ἀποστολή της; Μήπως δὲν συμμετέχουμε στὰ ἱερὰ μυστήρια; Μήπως εἴμαστε δεμένοι μὲ κάποιο πάθος; Τὸν ἐγωισμό, τὴν φιλοχρηματία, τὸν θυμό, τὴ ζήλεια, τὸν φθόνο, τὴν ἠθικὴ παρεκτροπή, τὴν οἰνοποσία, τὸν τζόγο καὶ τόσα ἄλλα; 

Ἔστω κι ἂν ἕνα ἀπὸ αὐτὰ συμβαίνει τότε μποροῦμε νὰ χάσουμε τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὅπως ὁ νεανίσκος τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.

Μὲ τὸ παράδειγμα τῆς καμήλας καὶ τῆς βελόνας τὰ πράγματα δυσκολεύουν πολύ, γιατὶ πρέπει νὰ προσέξουμε ὅτι ὄχι μόνον ὅσοι ἔχουν τὰ χρήματα θὰ δυσκολευτοῦν γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ποθοῦν τὰ χρήματα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο τόνισε ὁ Κύριος ὅτι ἀποτελεῖ ἐμπόδιο γιὰ τὴ σωτηρία μας δὲν εἶναι τὰ πλούτη καθ’ ἑαυτὰ ἀλλὰ ἡ προσκόλλησή μας στὸν κόσμο καὶ τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, ποὺ γίνονται ἐμπόδιο νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστό. Τὴν εἴσοδό μας στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν δὲν τὴν ἐμποδίζει ἡ κατοχὴ τοῦ πλούτου ἀλλὰ ἡ ἀπουσία τῆς πεποίθησης σ’ Αὐτὸν καὶ ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὴ δύναμή Του, ὅτι δηλαδὴ μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς μας πόθους καὶ νὰ μᾶς καταστήσει εὐτυχισμένους. 

Ἀκόμη καὶ οἱ πλούσιοι μποροῦν νὰ σωθοῦν, ἂν ἀφήσουν νὰ ἀγγίξει τὴν ψυχή τους ἡ Θεία Χάρη. Τότε ἀπελευθερώνονται ἀπὸ τὴ δουλεία τοῦ πλούτου καὶ τὸν χρησιμοποιοῦν στὴν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν καὶ τῶν πονεμένων καὶ τότε βρίσκουν ἄλλο θησαυρὸ καλύτερο, κι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γεμίζει τὴν καρδιά τους.

Θαύματα δὲν γίνονταν μόνον «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ». Γίνονται πολλὲς φορὲς καὶ σήμερα, γιατὶ ὅταν ὑπάρχει ἡ ἀγαθὴ προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὑπερνικᾶ ὅλα τὰ ἐμπόδια, νικᾶ τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας καὶ ὁδηγεῖ τὴν ψυχὴ στὴ σωτηρία.

Ἡ ἀγάπη καὶ σοφία τοῦ Θεοῦ βρίσκει πολλοὺς τρόπους, γιὰ νὰ μᾶς βγάλει σώους καὶ ἀβλαβεῖς ἀπὸ κάθε δοκιμασία, ὅταν ὅλα τὰ ἀνθρώπινα μέσα ἔχουν ἀποδειχθεῖ ἀνίσχυρα. Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ἐπέμβει θαυματουργικὰ στὴ ζωή μας. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἔρθει ἀκόμη καὶ στὶς δώδεκα παρὰ ἕνα λεπτό.

Καὶ ἡ ἁμαρτία, καὶ ἡ ἀσθένεια, καὶ ὁ θάνατος, καὶ ὁ διάβολος μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ νικηθοῦν. Μᾶς τὸ διαβεβαίωσε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Τὰ ἀδύνατα παρ’ ἀνθρώποις, δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστίν». Ὄχι μόνο μέσα στὴ φύση ἀλλὰ καὶ μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει τὴν Κυριαρχία Του ὁ Θεός. Θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀνάσταση ἑνὸς νεκροῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς ἑνὸς μεγάλου ἁμαρτωλοῦ. Καὶ τέτοια θαύματα δὲν εἶναι οὔτε ἄγνωστα οὔτε σπάνια στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. 

π. Κ. Σ.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ Κυριακής ΙΓ΄ Λουκά Γαλάτας Γ΄ 23 – Δ΄ 5 Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος



Η Αγία του Χριστού Μεγαλομάρτυς και πάνσοφος Αικατερίνα, με την ζωή της και το μαρτύριό της, αποδεικνύει αυτό ακριβώς που με έμφαση Πνεύματος καταγράφει στους Γαλάτες, μεταξύ των άλλων θεοπνεύστων αληθειών ο Απόστολος Πάυλος.
Ότι δηλ. «ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού». Τώρα δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ ανδρός και γυναικός, διότι όλοι δια της ενώσεώς σας με τον Χριστό, γίνατε ένας νέος άνθρωπος!
Το να το λέμε σήμερα αυτό, στον λεγόμενο πολιτισμένο κόσμο, ακούγεται εντελώς φυσιολογικό (τουλάχιστον στη θεωρία). Όταν όμως ο Απόστολος έγραφε το κείμενο αυτό, η κατάσταση για τις γυναίκες ήταν περισσότερο από τραγική. Ομολογουμένως, ο Χριστός κατήργησε την δουλεία, εκήρυξε την ελευθερία, κι εδίδαξε την ισότητα της γυναίκας προς τον άνδρα. Τώρα, σύμφωνα με τη διδασκαλία Του Χριστού, έχουν την ίδια αξία όλοι, και άνδρες και γυναίκες.
Χρειάζεται να δούμε τα πράγματα στην πράξη; Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια αντικειμενική ματιά μέσα στον ρου της παγκόσμιας Ιστορίας. Η Εκκλησία, ως Σώμα Χριστού, αναγνώρισε την αξία της γυναίκας και της έδωσε τη θέση που της έπρεπε. Την ελευθέρωσε αλλά και την ανύψωσε.
Μοναδικό βεβαίως και ανεπανάληπτο φαινόμενο, μοναδική προσωπικότητα που ξεπερνά όχι μόνο όλους του ανθρώπους, αλλά και αυτά τα αγγελικά τάγματα, ώς «Τιμιωτέρα των χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ», Αυτή η Αγνή Παρθένος, η Κυρία Θεοτόκος! Αυτή η οποία προεφήτευσε για τον εαυτόν της ότι «... από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γεννεαί» (Λουκ. Α΄ 48). Και φυσικά αυτό ως παγκόσμια πλέον ευλογία πραγματοποιείται και θα συνεχίσει να πραγματοποιείται με γεωμετρική πρόοδο ακαταπαύστως. Όντως, μοναδικό το πρόσωπο της Θεοτόκου  που κάνει το νου του πιστού να ιλιγγιά ενώπιόν Της και με ιερό ενθουσιασμό αλλά και βαθυτάτη κατάνυξη να μέλπει, όσο το δυνατόν τα μεγαλεία Της!
Αλλά, μέσα στην ευλογημένη παράταξη και στις ιερές στρατιές των παρθένων γυναικών, εξέχουσα θέση κατέχει και η σημερινή εορταζομένη αγία. Η μεγαλομάρτυς και πάνσοφος Αικατερίνα. Τόσο με την σοφία της, όσο και με την αγνότητά της την απαστράπτουσα, αλλά και με το ηρωϊκό της αγώνισμα, το μαρτύριο, εδόξασε τον Χριστό και κατετρόπωσε τους δαίμονες, εξευτελίζοντας συνάμα και τα απαίσια όργανά τους. Τους βλάσφημους και ειδωλολάτρες τυρράνους, τους οποίους σθεναρώς αντιμετώπισε και κατενίκησε.
Από αυτές τις ηρωϊκές μορφές των μαρτύρων και οσίων γυναικών, πρωτίστως δε από το Πανάγιο  πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου, εμπνέονται σε κάθε εποχή και όσες νέες ή και ώριμες γυναίκες, αρνούνται τα «του κόσμου ηδέα» και αποφασίζουν αυτοβούλως και με ενθουσιασμό να εκλέξουν την «αγαθήν μερίδα»! Να στοχεύσουν στα υψηλά και τελικώς ν' αφιερωθούν, ψυχή τε και σώματι στον παρθενικό βίο και στην (ασύληπτη για τον κόσμο) ζωή της συνειδητής μετανοίας, για την αγάπη και την δόξα του Νυμφίου Χριστού!
Αυτές πράγματι οι υπάρξεις  με την ευλογημένη τους ζωή, τόσο την θεωρητική, όσο και κυρίως την πρακτική, δοξάζουν τον Θεό και την μητέρα του Κυρίου Ιησού, εξευτελίζοντας ταυτοχρόνως, με τον αγώνα της ταπεινώσεως τον Βελίαρ και τα διεστραμμένα όργανά του.
Βεβαίως, θα ήταν παράλειψις εάν στο σημείο αυτό δεν σημειώναμε και δύο αλήθειες για την γυναίκα που ακολουθώντας το θέλημα Του Θεού, αποφασίζει να βιώσει την κατά φύσιν ζωή, δηλ. τον ευλογημένο αλλά και δύσκολο γάμο. Την ζωή της πολυτεκνίας αλλά και της ευτεκνίας. Πρόκειται περί αυτών των γυναικών που από την εφηβική ηλικία έχουν ως σύνθημα ζωής: «αγνές μέχρι το γάμο και τίμιες έως τον θάνατο»!
Θα ερωτήσουν τώρα ίσως ορισμένοι. Προ Χριστού, δεν έφερε ανθρώπους στον κόσμο η γυναίκα; Βεβαίως, αλλά μητέρα γινόταν σε ελάχιστες περιπτώσεις. Γεννούσε μεν παιδιά, αλλά δεν μπορούσε να τα προστατεύσει, αφού ο άνδρας είχε το δικαίωμα να τα πετάξει, και μαζί με αυτά και την ίδια την γυναίκα. Δυστυχώς φίλοι μου, η αμείλικτη ιστορική πραγματικότητα μας διδάσκει ότι στο σημείο αυτό, ο άνδρας έκανε ανυπολόγιστη χρήση αυτού του τραγικού «δικαιώματός» του.
Η Χριστιανή τώρα σύζυγος και μητέρα, έχει πρότυπό της την Παναγία μας. Την μητέρα του Κυρίου μας η οποία ως Μητροπάρθενος, ανέθρεψε τον Σωτήρα και Λυτρωτή του κόσμου. Τον Κύριο Ιησού. Πρώτη λοιπόν απ' όλες τις μητέρες, η Παναγία μας! Αυτήν ο Θεός κατέστησε πρώτη μητέρα του κόσμου, φέροντας στον κόσμο τον Υιόν και Λόγον του Θεού, καταστώντας την υπερευλογημένη ύπαρξή της, κλίμακα, διά της οποίας ήλθε ο Θεός στην γη και ανερχόμαστε εμείς οι άνθρωποι στον ουρανό.
Θέλουμε τώρα να δούμε τέτοια παραδείγματα αγιότητας, παραδείγματα ιερής συζυγίας και αγίας μητρότητας; Δεν έχουμε παρά να ρίξουμε μια ματιά, στους βίους που μας παρουσιάζουν τα συναξάρια της Εκκλησίας μας, μεταξύ των οποίων και οι ένδοξες και ηρωικές μητέρες των τριών Ιεραρχών, Εμμέλεια, Νόνα  και Ανθούσα. Οι μορφές αυτές θα σελαγίζουν ακαταπαύστως στον Χριστιανικό και πολιτισμένο κόσμο και θα προβάλλουν μαζί με τις άλλες χριστιανές μητέρες, όπως η Αγία Μόνικα, ως αιώνια πρότυπα για όσες γυναίκες ακολουθούν τον τίμιο της Εκκλησίας μας γάμο, δηλ. την κατά φύσιν ζωή.
Διευκρινίζουμε τον όρο «κατά φύσιν ζωή», διότι ο βίος της ολοκληρωτικής παρθενίας και αφιερώσεως, αποτελεί την μοναδική και ασύλληπτη για τον μακράν του Θεού κόσμο «υπέρ φύσιν ζωή». Την κατάσταση αυτή όπου το «αδύνατον φύλλο» καθίσταται συνόμιλον των Αγγέλων, όπως ακριβώς βλέπουμε στην προσωπικότητα της αγίας Αικατερίνας, η οποία μετά το μαρτύριό της, διακονήθηκε θαυμαστώς από τους αγίους Αγγέλους που μετέφεραν το τίμιο σκήνωμά της, μετά  το θάνατό της, σε υψηλή κορυφή της ερήμου του Σινά!  Σήμερα, στην ευλογημένη έρημο του Σινά (ευχή και προσευχή μας να εξανθίσει έτι άπαξ ως κρίνον), όπου και το αιώνιο Φρούριο – Μοναστήρι της ρωμιοσύνης, εκλεκτές ψυχές λατρεύουν τον Τριαδικό Θεό, αποδεικνύοντας ότι και η δική μας εποχή έχει να επιδείξει τα επίζηλα διαμάτια της χάριτος. Ω, ναι! Και  η δική μας πτωχή και ταλαίπωρη, εποχή, αναθρέφει «ανθρώπους επουρανίους και αγγέλους επιγείους»! Ανθρώπους, που με τις θερμές προσευχές και τα καυτά δάκρυά τους «συνέχουν τον κόσμον»!
Αλλ΄ αδελφοί μου, εκτός από την υπέρ φύσιν και την κατά φύσιν ζωή που μπορεί ο άνθρωπος να επιλέξει και να φθάσει και στην αγιότητα ακόμα, υφίσταται δυστυχώς, και η λεγόμενη «παρά φύσιν» ζωή, κατά την οποία η γυναικεία προσωπικότητα (φυσικά και η ανδρική) εξευτελίζεται και  καταντά χειρότερη και από αυτά τα άλογα ζώα.
Καίτοι κινδυνεύουμε να μολύνουμε την όμορφη ατμόσφαιρα που έχουν δημιουργήσει η υπερ φύσιν και κατά φύσιν ζωή, και να αηδιάσουμε, μετά την περιπολία του νού μας στο Όρος Σινά και στα πανάγια εν γένει προσκυνήματα, αγγίζοντας απλώς και μόνο την καταβόθρα της κολάσεως της παρά φύσιν ζωής, εντελώς συνοπτικά επιβάλλεται να υπογραμμίσουμε τούτο. Σε παρά φύσιν ζωή, δηλ. σε «βίον αβίωτον» καταντούν την ταλαίπωρη γυναίκα τα λεγόμενα «φιλελεύθερα φεμινιστικά- αθεϊστικά» κινήματα, την οποία, απο εικόνα Θεού την μετατρέπουν αφ' ενός σε μια μηχανή αμαρτίας και ηδονής, αφ' ετέρου σε μια Μήδεια που σκοτώνει τα παιδιά της μέσω των (ελεύθερων, προς εντροπήν του δήθεν πολιτισμένου κόσμου), καταραμένων εκτρώσεων.
Αλλοίμονο δε στις νέες γυναίκες ή και στις μεγαλύτερες που θα παρασυρθούν και θα συληφθούν στα δαιμονικά αυτά δίχτυα της αποστασίας τα οποία εξυφαίνονται και απλώνονται από τις φοβερές και σκοτεινές δυνάμεις των αντιχρίστων. Τρισαλλοίμονο δε στα αφελέστατα αυτά όντα που θα πιστέψουν ότι με αυτή τη δήθεν απελευθέρωση, δηλ. την χειρότερη σκλαβιά που μπορεί να υποστεί ο άνθρωπος, θα κατακτήσουν τα δικαιώματα τα οποία τους ανήκουν. (Όντως οι περιπτώσεις αυτές, αν μη τι άλλο, χρειάζονται δάκρυα και στεναγμούς. Τα ταλαίπωρα αυτά πλάσματα, προγεύονται από τώρα την αιωνιότητα της κολάσεως που αναμένει τους αμετανόητους αμαρτωλούς...
Αλλά, δόξα τω Θεώ, (και για να φύγουμε επιτέλους από την ηθική δυσωδία του ψευδοφεμινισμού, μάλλον του δαιμονισμού), δόξα τω Θεώ, «δεινόν, βέβαια η ραθυμία – αμαρτία, μεγάλη όμως η μετάνοια»!
Αδελφοί μου, επάνω στο θέμα αυτό περί του ευλογημένου τρόπου της υπέρ φύσιν και κατά φύσιν ζωής, θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες ολόκληρες. Και όντως, τόμοι ολόκληροι έχουν γραφεί από τους Αγίους της πίστεώς μας, και θα γράφονται έως το τέλος των αιώνων κείμενα, μέσω των οποίων θα υμνείται τόσο η γυναικεία αγνότητα, η αγωνιστικότητα και ασκητικότητα με την αληθινή ιεραποστολική βιωτή, όσο και η τίμια συζυγία με την ευλογημένη καλλιτεκνία. Διηνεκώς θα τίθεται το ερώτημα σ' όσους αρνούνται τα ύψη της αγιότητος στα οποία αναβιβάζει η Εκκλησία μας τη γυναικεία φύση. Πού και πότε φάνηκε έξω του Χριστιανισμού και της Αγίας μας Ορθοδοξίας, τέτοιο και τόσο πλήθος, τέτοιο «νέφος» μαρτύρων, οσίων, μυροφόρων και ιεραποστόλων;
Ερωτούμε. Ποιο άλλο σύστημα φιλοσοφικό, κοινωνικό, πολιτικό ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να μας επιδείξει μια αγία ως την αγία Αικατερίνα; Πού αλλού μπορούμε να βρούμε Παρασκευές, Βαρβάρες, Φαβιόλες ή ένα συνδυασμό αυθεντικού μοναχοιεραποστολικού βίου όπως η Αγία Φιλοθέη η Αθηναία, για να σταθούμε δειγματοληπτικώς μόνο σ' αυτά τα πολύπλευρα διαμάντια της χάριτος;
Αλλ' ας μην ψάχνουμε φίλοι μου. Ας μη χάνουμε τον καιρό μας, διότι ποτέ και πουθενά δεν θα βρεθούν τα ύψη αυτά στα οποία ο Χριστός ανυψώνει την γυναίκα, όταν αυτή βεβαίως αφήσει την καρδιά της να πυρποληθεί από την αγάπη του Εσταυρωμένου και από την αγάπη προς τον ανήμπορο και όχο μόνο, αδελφό!
Ώστε η χάρις του Χριστού διά της Ορθοδόξου Εκκλησίας του, αποδεικνύει όχι μόνο ότι η γυναίκα είναι ίση με τον άνδρα αλλά δύναται να γίνει παράδειγμα αρετής και αγιότητος, προσφοράς και θυσίας, όχι μόνο στον κοινωνικό της περίγυρο και στην γενιά της, αλλά να περάσει και σ' αυτόν τον πνευματικό χώρο και χρόνο δηλ. στην αγιότητα. Να γίνει αγία!
Είθε οι νέες γυναίκες να συγκινηθούν και να εμπνευσθούν από τις τόσες και τόσες προσωπικότητες που προβάλλει η Εκκλησία μας, και αν δεν επιλέξουν όπως η Αγία Αικατερίνα να αφιερωθούν ψυχή τε και σώματι ως νύμφες Χριστού, το οποίο φυσικά είναι το ανώτερο για μια γυναίκα, να τιμήσουν όμως όπως ακριβώς διδάσκει η πίστη μας τον ευλογημένο γάμο.

Αμήν

 Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα

Νέοι ύμνοι στον οικουμενισμό

πηγή
1Του Μάνου Χατζηγιάννη
Νέοι ύμνοι στον οικουμενισμό
Την οικουμενιστική του φιλοσοφία εξέφρασε ανοιχτά για ακόμη μια φορά ο Μητροπολίτης Γερμανίας Αυγουστίνος. Σε συνέντευξη που παραχώρησε σε Γερμανό δημοσιογράφο ούτε λίγο ούτε πολύ δε δίστασε να πει πως  υποχρεωτικά πρέπει σήμερα κανείς να είναι οικουμενιστής για να είναι χριστιανός, ενώ για ευαγγελικούς και καθολικούς δήλωσε “είμαστε συνχριστιανοί” !

Στη συνέντευξή του αυτή αναφέρει μεταξύ άλλων:
-Ζούμε σε μια χριστιανική Ευρώπη με ευαγγελικούς και καθολικούς Χριστιανούς να ζουν μαζί και σίγουρα όχι ο ένας εναντίον του άλλου

-Ζούμε σε μια οικουμενική κοινότητα με τους καθολικούς και τους ευαγγελικούς
 

-Μια πλούσια εκκλησία δεν είναι καλό για μένα, θα πρέπει να έχει οσα χρειάζεται για το κοινωνικό έργο
 

-Αναζητούμε με τους ευαγγελικούς και τους καθολικούς να βρούμε  μια λύση μέσω του διαλόγου
 

-Μπορεί κάποιος να ειναι και ευαγγελικός (προτεστάντης) και οικουμενιστής και καθολικός και οικουμενιστής και ορθοδοξος και οικουμενιστής. 
Δεν είμαστε μια Εκκλησία, είμαστε όμως στο δρομο προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά χρειάζεται υπομονή. Χρείαζεται να δουλέψουμε θεολογικά και εκκλησιαστικά για να βρεθεί ο δρόμος προς μια εκκλησία

-Ζούμε φιλικά με τους άλλους, είμαστε όλοι παιδιά του Θεού
 

Υπενθυμίζεται πως η εν γένει στάση του Μητροπολίτου Γερμανίας έχει προκαλέσει αντιδράσεις, ενώ επιστολή προς αυτόν έχει αποστείλει και ο  Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας επικρίνοντας το στιγμιότυπο όπου ο Γερμανίας Αυγουστίνος αποδέχεται 
“της χρίσεώς δι' ύδατος”  από παπικό ιερωμένο.

πηγή

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...