Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2013

ΣΩΤΗΡΕΣ-ΟΛΕΤΗΡΕΣ Του Σεβασιωτάτου Μητροπολίτου Σύρου, κ. Δωρόθεου Β΄

1

Γιατί, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «Πρέπει να υπάρχουν οι άρχοντες, για να μην τρώμε ο ένας τον άλλο σαν τα ψάρια» (PG 54, 596), παρομοιάζοντας την τέχνη του πολιτικού άρχοντα με την τέχνη του ηνίοχου και του κυβερνήτη του πλοίου» (PG 55, 491).
Καθώς δεν μπορεί να νοηθεί κοινωνία χωρίς οργάνωση και ιεραρχία, καθίσταται πρόδηλη η σημασία και η αναγκαιότητα της πολιτικής της συγκρότησης, η οποία με μια λέξη ονομάζεται πολίτευμα, που περιλαμβάνει τον τρόπο και τους φορείς της διοίκησής της. Κοινωνία χωρίς αρχές και εξουσία, χωρίς δομή και κανόνες, δεν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει ποτέ, και στη γη και στον ουρανό, αφού και στον Παράδεισο υπήρχε νόμος και “εξουσία”.
Όσοι, μάλιστα, οραματίζονται μια κοινωνία αναρχίας, με το πολιτικό περιεχόμενο του όρου, κινούνται στα όρια της ανεδαφικότητας και της ουτοπίας.
Το πολίτευμα, οι μορφές και οι διαφοροποιήσεις του και ο ρόλος των πολιτικών αρχόντων, απασχόλησαν έντονα την αρχαία ελληνική φιλοσοφική σκέψη, η οποία καθόρισε τις μορφές των πολιτευμάτων, που ακόμη και σήμερα ισχύουν.
Ο Αριστοτέλης, όμως, εισήγαγε και μια δική του διάκριση, χωρίζοντας τα πολιτεύματα όχι μόνο σε σχέση με το ποιοί και πόσοι ασκούν την εξουσία, αλλά και σε σχέση με τους σκοπούς που υπηρετούν.
Διέκρινε, λοιπόν, τα πολιτεύματα σε ορθά και σε παρεκκλίσεις τους, θεωρώντας ορθά εκείνα τα πολιτεύματα, στα οποία η εξουσία ασκείται από τους φορείς της με στόχο την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος.
Και είναι γεγονός ιστορικά διαπιστωμένο ότι δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η εξουσία, ακόμα και στα θεωρούμενα  δημοκρατικά πολιτεύματα, ασκείται από ανθρώπους, εκλεγμένους μεν από το λαό, μη υπηρετούντας, όμως, το λαό, αλλά τα ίδια συμφέροντα.
Γι` αυτό και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος υποστηρίζει την τολμηρή άποψη, ότι «Είναι προτιμότερο νὰ μη διοικείται ένας λαός από κανένα, παρά νά διοικεἰται από έναν κακό ηγέτη» (PG 63, 231), διότι κατά μεν τον Δημοσθένη “τα των αρχόντων και πολιτευομένων αμαρτήματα εις άπαντας αφικνείται”, κατά δε τον Μέγα Βασίλειο: "τα των αρχόντων κακά, συμφορά τοις αρχομένοις γίνεται"».
Και η συμφορά γίνεται μεγαλύτερη και απεχθέστερη, όταν οι διαχειριζόμενοι τα κοινά παρουσιάζονται στα λόγια ως σωτήρες της πατρίδας, ενώ στις πράξεις αποδεικνύονται ολετήρες του Λαού.
Πώς διαφορετικά, άραγε, θα μπορούσαν να ονομασθούν εκείνοι οι πολιτικοί, που «σπαταλούν αμέτρητα χρήματα για να κατασκευάσουν πολυτελὴ έπιπλα, και άλλοι να βάζουν τα ακριβότερα αρώματα και να ευφραίνονται με τη μουσικὴ των οργάνων, αντὶ να συμπάσχουν και να υποφέρουν για τη συντριβὴ του λαού», όπως τόσο παραστατικά τους ζωγραφίζει ο άγιος  Γρηγόριος ο Θεολόγος: (PG 35, 961)
Και ο λαός μας ζει πλέον στη συντριβή! Σταυρώνεται καθημερινά και ματώνει, ανεβαίνει με υπομονή το Γολγοθά του, αναζητώντας ένα Κυρηναίο να άρει το Σταυρό του, πολιτικούς, οι οποίοι, όπως ο Περικλής, «χρημάτων διαφανώς αδωρότατοι γενόμενοι» (Θουκ. Βιβλ. Β, κεφ. 65, 8), θα τολμήσουν να του πουν την αλήθεια και να τον καλέσουν σε πανεθνική συσπείρωση και θα σημάνουν πανελλήνιο συναγερμό για την ανάσταση, δίνοντας οι ίδιοι το παράδειγμα, αντί να τον αποπροσανατολίζουν στρέφομενοι ενίοτε και με την παραμικρή ευκαιρία ενάντια στη μόνη, πλέον, ελπίδα του, την Εκκλησία!
Σε τούτους τους χαλεπούς καιρούς, που ο Λαός μας καλείται σε συνεχείς θυσίες, αξίζει όλοι να θυμούνται και να παραδειγματίζονται από τον Καποδίστρια, ο οποίος, αν και άρρωστος, διακήρυττε ότι «Oυδέποτε θα επιτρέψω στον εαυτόν μου βελτίωση της τροφής, παρά μόνον τὸτε, όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Eλληνόπουλο που να πεινάει...
”, και τόνιζε στη Δ` Εθνοσυνέλευση ότι “εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της» και τον Ν. Πλαστήρα που, ενώ ήταν πρωθυπουργός, κοιμόταν σε στρατιωτικό κρεβάτι εκστρατείας και όταν πέθανε βρήκαν στην τσέπη του μόνον ένα δολάριο...
Πάντοτε, αλλ` ιδιαίτερα σήμερα, ο λαός και η πατρίδα μας χρειάζονται πολιτικούς ηγέτες, που  «νὰ παραβλέπουν τὰ δικά τους συμφέροντα καὶ νὰ φροντίζουν γιὰ τὰ προβλήματα τοῦ λαοῦ τους» (Ιω. Χρυσόστομος, PG 55, 306).

† Ο ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β'

(Περιοδικό “ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ”, τ. 51, 17 Ιαν 2013) 

Δύο μεγάλοι ἀσκητές + Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος





Σήμερα ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη δυὸ μεγάλων ὁσίων Ἀσκητῶν μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα, τοῦ ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου καὶ τοῦ ἁγίου Μακαρίου τοῦ Ἀλεξανδρέα. Εἶναι κι οἱ δυὸ σχεδὸν σύγχρονοι καὶ μόνο λίγα χρόνια μεγαλύτερος εἶναι ὁ Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἀπὸ τὸ Μακάριο τὸν Ἀλεξανδρέα, γι’ αὐτὸ κι ὁ πρῶτος ὀνομάζεται Μακάριος ὁ πρεσβύτερος κι ὁ δεύτερος Μακάριος ὁ νέος. Κι οἱ δυό τους ἀσκήτεψαν στὰ ἴδια μέρη κι ἦσαν μεταξύ τους πολὺ γνωστοὶ καὶ πολὺ φίλοι. Κι οἱ δυὸ ἦσαν ἀπὸ φτωχοὺς ἀλλὰ εὐσεβεῖς γονεῖς κι ἔζησαν μέσα στὸν τέταρτο αἰώνα, ἀπὸ τὸ 306 ὥς τὸ 395. Εἶναι κι οἱ δυὸ θαυμαστὲς καὶ μιμητὲς τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου, ποὺ ἔζησε πενήντα χρόνια πρὶν ἀπ’ αὐτούς, ἀπὸ τὸ 251 ὡς τὸ 356 κι εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ μοναχικοῦ βίου.

Δὲν εἰν’ εὔκολο νὰ ἀναφερθοῦμε σ’ ὅλο τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τῶν δυὸ μεγάλων Ἀσκητῶν, ποὺ εἶναι μία συνεχὴς κακοπάθεια καὶ νηστεία, προσευχὴ καὶ ἐργασία, ἑκούσια φτώχεια καὶ ἀκτημοσύνη. Οὔτε καὶ τὰ καταλαβαίνομε ὅλ’ αὐτὰ οὔτε καὶ μποροῦμε νὰ τὰ ἐξηγήσουμε, γιατί τώρα, κι ὅταν πιστεύωμε κι ὅταν λέμε πὼς εἴμαστε χριστιανοί, ἄλλα εἶναι τὰ ἰδανικά μας κι οἱ ἐπιδιώξεις μας. Ὅμως κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Ἀσκητῶν, ἀρκετὸ εἶναι νὰ τὸ θαυμάζουμε· ἔτσι γινόμαστε κι ἐμεῖς ἀσκητὲς «τῇ προαιρέσει». Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅταν πρόκειται γιὰ τὴν τιμὴ πρὸς τοὺς ἁγίους Μάρτυρες, ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὸ ἴδιο εἶναι καὶ οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ Ὅσιοι.

 


Μποροῦμε ὅμως νὰ διηγηθοῦμε ἀπὸ τὸ βίο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ καθενὸς ἁγίου Ἀσκητῆ, ποὺ ἑορτάζομε σήμερα, κάποια μεμονωμένα χαρακτηριστικὰ γεγονότα, στὰ ὁποία φαίνεται ἡ ἁγιωσύνη τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ. Μία μέρα λοιπόν, ἐπιστρέφοντας στὴν καλύβα του, ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος βρῆκ’ ἕναν κλέφτη νὰ φορτώνη στὴν καμήλα του τὰ φτωχοπράγματά του. Ὁ Ἅγιος δὲν εἶπε τίποτε καὶ περίμενε νὰ φύγη ὁ κλέφτης. Ἀλλὰ ἡ καμήλα δὲν ξεκινοῦσε. Τότε ὁ ἅγιος Μακάριος θυμήθηκε πὼς κάτι ἀκόμα δὲν εἶχε πάρει ὁ κλέφτης· ἦταν τὸ λυσγάρι του. Ὁ Ἅγιος του τὸ ἔδωκε μόνος του καὶ τοῦ εἶπε· «Πάρ’ το κι αὐτό». Καὶ τότε ἡ καμήλα ξεκίνησε. Μὰ ὁ κλέφτης κατάλαβε τὴν ἁμαρτία του, ξεφόρτωσε τὰ φτωχοπράγματά τοῦ ἀσκητῆ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν συγχωρέση.

Γιὰ νὰ μὴ νομίσουμε ὅμως πὼς μόνο μία φορὰ γίνονταν αὐτά, ἂς ποῦμε γιὰ κάτι παρόμοιο, ποὺ τὸ εἴδαμε πρὶν λίγα χρόνια. Στὸ μοναστήρι τοῦ προφήτη Ἠλία στὴ Σαντορίνη ἦταν ὁ γέροντας Δανιήλ. Ὅταν ἔφευγε, ἄφηνε τὸ κελλὶ του ἀνοιχτό. «Δὲν τὸ κλείνεις, Γέροντα;», τοῦ λέγαμε, «θὰ σὲ κλέψουν». Κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε· «Ἂν πάρουν κάτι, θὰ τοὺς χρειάζεται»!

Ἂς ξαναγυρίσουμε ὅμως στὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο. Ἕνας μαθητὴς του κάποτε τοῦ πῆγε δροσερὸ νερὸ· αὐτὸ εἶναι κάτι ἀπὸ τὰ πιὸ πολύτιμα στὴν ἔρημο. Ὁ ἅγιος Μακάριος τὸν εὐχαρίστησε, ἀλλὰ δὲ τὸ ἤπιε· «Παιδί μου, τοῦ εἶπε, τριάντα χρόνια οὔτε ἔφαγα οὔτε ἤπια οὔτε κοιμήθηκα ὅσο ἤθελα».

 


Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Ἀλεξάνδρεας εἶναι προσωπικὰ γνωστός τοῦ ἁγίου Ἀντωνίου. Ἀκούοντας τὴ φήμη τοῦ μεγάλου Ἀσκητῆ, ὁ Μακάριος ἄφησε τὴν Ἀλεξάνδρεια κι ἔφυγε στὴν Ἄνω Αἴγυπτο καὶ συνάντησ’ ἐκεῖ τὸν ἅγιο Ἀντώνιο. Ὁ ἅγιος Ἀντώνιος εἶχε μαζέψει κάμποσα φοινικόφυλλα γιὰ νὰ πλέξη ψάθες· αὐτὸ ἦταν τὸ ἐργόχειρο τῶν ἁγίων Ἀσκητῶν τῆς Αἰγύπτου, μάζευαν φοινικόφυλλα κι ἔπλεκαν ψάθες. Λέγει λοιπὸν ὁ ἅγιος Μακάριος στὸν ἅγιο Ἀντώνιο· «Δός μου λίγα φύλλα, νὰ πλέξω κι ἐγὼ ψάθες». Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τοῦ ἀπάντησε μὲ τὴν ἐντολὴ· «Οὐκ ἐπιθυμήσεις ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστιν». Τὴν ἴδια ὅμως στιγμὴ τὰ φοινικόφυλλα, ποὺ εἶχε γιὰ νὰ πλέξη, ξεράθηκαν. Τότε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος θαύμασε καὶ εἶπε στὸν ἅγιο Μακάριο· «Ἀναγνωρίζω πὼς ἀναπαύετ’ ἐπάνω σου τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».

Μία μέρα οἱ δυὸ Μακάριοι ταξίδευαν, ἀνεβαίνοντας τὸ μεγάλο ποτάμι τοῦ Νείλου. Οἱ δύο σεβάσμιοι γέροντες συζητοῦσαν καὶ ἡ εἰκόνα τους στὰ μάτια κάποιων ἀξιωματικῶν, ποὺ ταξίδευαν μαζί, ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση. «Πόσο μακάριοι θὰ εἶναι αὐτοὶ οἱ γέροντες!», ἔλεγαν μέσα τους οἱ ἀξιωματικοί. Κι ὁ Μακάριος ὁ Ἀλεξανδρέας τοὺς εἶπε· «Καλὰ τὸ λέτε πὼς εἴμαστε μακάριοι, ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ ὄνομά μας». Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τόσο συγκινήθηκε, ὥστε παράτησε καὶ τὸν κόσμο καὶ τὸ ἀξίωμά του κι ἔφυγε στὴν ἔρημο. Ἑορτάζοντας σήμερα τὴν ἱερὴ μνήμη τῶν δύο ἁγίων Μακαρίων, τοῦ Αἰγυπτίου καὶ τοῦ Ἀλεξανδρέα, θυμούμαστε τὸν ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας. «Τοῖς ἐρημικοῖς ζωὴ μακαρία ἐστι, θεϊκῷ ἔρωτι πτερουμένοις». Ἀμήν.

ΑΡΧΙΕΠ. ΑΘΗΝΩΝ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ: «Η ΣΩΣΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ». (ΚΙ ΕΜΕΙΣ…)


Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Ἱερώνυμος: «Σωστὴ πορεία εἶναι αὐτὴ ποὺ μᾶς δείχνουν οἱ Ἅγιοι στὴν Ἐκκλησία, σωστὴ Ὀρθόδοξη Πίστη, σωστὴ λατρευτικὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν συνάνθρωπο».

 ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Οἱ Ἅγιοι δὲν κάνουν λειτουργικὲς συμ-παραστάσεις καὶ συμ-προσευχὲς μὲ ἀλλοδόξους καὶ ἀλλοπίστους. Οἱ Ἅγιοι δὲν κάνουν «μεταφράσεις» καὶ δὲν ἀλλοιώνουν τὰ θέσμια. Οἱ Ἅγιοι δὲν κάνουν κακόγουστες καὶ ἀθεολόγητες λειτουργικὲς καινοτομίες. Οἱ Ἅγιοι δὲν κάνουν πολυαρχιερατικὲς φιέστες καὶ δημόσιες σχέσεις, ἐπειδὴ οἱ Ἅγιοι ἀγαποῦν τὸν Χριστό, ἐπειδὴ ἀγαποῦν τὴν Πίστη, ἐπειδὴ ἀγαποῦν  τὴν Ἀλήθεια, ἐπειδὴ ἀγαποῦν τὴν Ἀγάπη, ἐπειδὴ ἀγαποῦν τὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἀγαποῦν τὴν κτίση.

 Κατὰ συνέπειαν μᾶλλον εἴμαστε σὲ κάπως …λάθος πορεία!

ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΚΟΥ, ΤΟΥ ΕΥΓΕΝΙΚΟΥ

15Γιορτάζουμε σήμερα 19 Ιανουαρίου, ημέρα μνήμης του Αγίου Μάρκου, του Ευγενικού.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός γεννήθηκε το 1392 μ.Χ. από ευσεβείς και πιστούς γονείς, τον αρχιδικαστή, σακελλίων και διάκονο της Μεγάλης Εκκλησίας Γεώργιο και τη Μαρία που ήταν κόρη του ευσεβούς ιατρού Λουκά. Είχε ακόμα έναν μικρότερο αδερφό που ονομαζόταν Ιωάννης. Λόγω των πολλών του πνευματικών χαρισμάτων έκανε περίλαμπρες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές και μαθήτευσε στους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικό και φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα.Μεταξύ των συμμαθητών του ήταν και ο μετ' έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος που ήταν υπέρμαχος της ένωσης.

Δίδασκε στο φροντιστήριο του πατέρα του, και αργότερα, μετά τον θάνατο αυτού, τον διαδέχθηκε στο διδασκαλικό επάγγελμα. Διακρίθηκε σαν δάσκαλος της ρητορικής και μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερα, ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος (ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης), ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.

Στο 25ο έτος της ηλικίας του αποφάσισε να γίνει μοναχός και γι' αυτό έφυγε σε μια Μονή στους Πριγκηπόνησους. Εκεί ετάχθη υπό την πνευματική επιστασία ενάρετου μοναχού, του Συμεών, ο όποιος τον έκειρε μοναχό και τον μετονόμασε από Εμμανουήλ, που ήταν το πρώτο του όνομα, σε Μάρκο. Κατόπιν από τα νησιά αυτά έφυγε και πήγε στη Μονή των Μαγκάνων, όπου χειροτονήθηκε Ιερέας. Αφού έγινε κληρικός, το 1436 μ.Χ. εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Εφέσου.

Ακολούθησε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο στη Φεράρα και τη Φλωρεντία, όπου πραγματοποιήθηκε Σύνοδος για την ένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Εκεί ο Μάρκος ανεδείχθη ο θερμότερος και στερεότερος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, αρνούμενος να υπογράψει τον όρο της ψευδοενώσεως, έτσι που όταν ο πάπας Ευγένιος Δ’ (1431 - 1447 μ.Χ.) πληροφορήθηκε την απόφασή του είπε: «Μάρκος ουχ υπέγραψε, λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν».

Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλία. Ο αυτοκράτορας παρέλαβε τον Άγιο Μάρκο στο αυτοκρατορικό πλοίο. Ύστερα από ταξίδι τρεισήμισι μηνών έφθασαν τελικά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί οι κάτοικοι δέχθηκαν με αισθήματα εχθρικά και αποδοκίμασαν αυτούς που υπέγραψαν την ένωση, αλλά επιδοκίμασαν και τίμησαν τον Άγιο Μάρκο όπως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ: «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν» (PG 159, 992).

Στις 4 Μαΐου 1440 μ.Χ. ο Άγιος Μάρκος αναγκάστηκε να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσα, διότι κινδύνευε η ζωή του, και να πάει στην Έφεσο που ήταν κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού ποίμανε για λίγο το ποίμνιο του αναγκάσθηκε πάλι, τώρα από τους Τούρκους και τους ενωτικούς, να εγκαταλείψει την Έφεσο και μπήκε στο πλοίο που πήγαινε στο Άγιο Όρος, όπου είχε αποφασίσει να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό στη Λήμνο ο Άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και φυλακίσθηκε εκεί για δύο χρόνια. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά όπως έγραψε στον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».

Από την Λήμνο ο Άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που αποδέχθηκαν την ένωση και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και γι' αυτό λέει: «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

Μετά την αποφυλάκιση του άγιος Μάρκος λόγω της ασθενείας του δεν μπόρεσε να αποσυρθεί στο Άγιο Όρος, αλλά επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής. Από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφοντας επιστολές στους μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνοντας τους να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται με τους ενωτικούς.

Οι διωγμοί, οι εξουθενώσεις και οι πιέσεις επιδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του Αγίου Μάρκου και στις 23 Ιουνίου του 1444 μ.Χ., αφού είχε καλέσει κοντά του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε στον Γεώργιο Σχολάριο την αρχηγία του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήταν μόλις 52 ετών.

Στον επικήδειο λόγο που εξεφώνησε ο Γεώργιος Σχολάριος, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι».

Αμέσως μετά την κοίμηση του ο Μάρκος τιμήθηκε ως άγιος και ομολογητής. Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357).

Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του Αγίου Μάρκου συνέθεσε ο αδελφός του, Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορταζόταν στις 23 Ιουνίου αλλά ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, το 1456 μ.Χ., όρισε διά συνοδικής πράξεως, να εορτάζεται η μνήμη του στις 19 Ιανουαρίου, ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού στην μονή του Λαζάρου στον Γαλατά.

Οι αγώνες του Μάρκου και του μαθητού του Γενναδίου αναγνωρίστηκαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 μ.Χ. και κατέγραψε τα ονόματα τους, ως πατέρων αγίων, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως
Θείας πίστεως, ομολογία, μέγον εύρατο, η Εκκλησία, ζηλωτήν σε θειε Μάρκε πανεύφημε, υπερμαχούντα πατρώου φρονήματος, και καθαιρούντα του σκότους υψώματα. Όθεν άφεσιν, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τοις σε γεραίρουσι.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή 

ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ


Τῌ ΙΘ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου.
Τῇ ΙΘ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, 

Μνήμη τοῦ Ὅσίου Πατρὸς ἡμῶν Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου καὶ ἀναχωρητοῦ,
 καὶ τοῦ Ὁσίου Μακαρίου τοῦ Ἀλεξανδρέως.


Θανοῦσα θείων ἡ δυὰς Μακαρίων,
Ζωῆς μετέσχε τῆς μακαριωτάτης.
Γῆν μακάρων λάχον ἐννεακαιδεκάτῃ Μακάριοι.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τῆς ἁγίας Μάρτυρος Εὐφρασίας.


Ψεύδει σοφῷ φυγοῦσα σαρκὸς τὴν ὕβριν,
Ἀθλεῖς ἀληθῶς ἐκ ξίφους Εὐφρασία.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἡ εἰς τὸν Ναὸν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνακομιδὴ τοῦ 

Λειψάνου τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ θεολόγου.

Ἔχει νεκρὸν σὸν ἡ καλὴ μετοικία,
Καλῶ γάρ, ὡς σύ, τοὺς Ἀποστόλους Πάτερ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, τελεῖται ἡ ἀνάμνησις τοῦ ἐν Νικαίᾳ μεγίστου θαύματος,

 ὅτε ὁ Μέγας Βασίλειος διὰ προσευχῆς ἀνέῳξε τὰς πύλας τῆς Καθολικῆς
 Ἐκκλησίας καὶ παρέθετο αὐτὴν τοῖς Ὀρθοδόξοις.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Μιχαήλ Χούλης, Το φαινόμενο της αθεΐας




Το φαινόμενο της αθεΐας
Ο Δανός λογοτέχνης Ζώργενσεν παρουσιάζει σε ένα του έργο την επανάσταση των δέντρων κατά του ηλίου. Σύμφωνα με την σχετική εκεί αλληγορία, τα δέντρα συγκεντρώθηκαν σε μια μεγάλη σπηλιά και όλη μέρα φώναζαν «Κάτω ο ήλιος». Το βράδυ αντιλήφθηκαν ότι έχασαν την ικμάδα τους και από την επόμενη ημέρα, νοιώθοντας ότι μαραίνονται, τα περισσότερα επέστρεψαν στην ζωογόνα επίδραση του ηλίου, παρεκτός μιας λεύκας που τα είχε παρασύρει εξαρχής και ελαχίστων άλλων δέντρων, που πέφτοντας έτσι σε πλάνη τελικά ξεράθηκαν. Ο συγγραφέας, με τη γνωστή αυτή διήγηση, μετέδωσε αριστουργηματικά το μήνυμα  πως όσοι εναντιώνονται στον Θεό, τον άκτιστο και νοητό Ήλιο της δικαιοσύνης και αιωνιότητας, πνευματικά αποπροσανατολίζονται και χάνουν το νόημα της ζωής. Διάσημοι θεωρητικοί άθεοι του 19ου αιώνα υπήρξαν οι Φόιερμπαχ, Μαρξ, Νίτσε και Φρόιντ. Το αρχικό ερώτημα είναι βέβαια “Τι Θεό γνώρισαν για να τον απορρίψουν στη συνέχεια;”. Διότι υπάρχουν στις άλλες θρησκείες, ή στη φαντασία ορισμένων, επινοήσεις ψεύτικων θεών και, όπως έλεγε και ο Γερμανός Θεολόγος Καρλ Ράινερ, το 60% των ανθρώπων πιστεύει σε θεούς-κακέκτυπα, σε φανταστικές θρησκευτικές απόψεις περί αυτού. Η Εκκλησία κηρύττει τον Θεό που “έπλασε τους ανθρώπους και όχι τον Θεό που έπλασαν οι άνθρωποι” (Καρρ Αλφ), τον Θεό που αποκαλύφθηκε στον κόσμο δια Ιησού Χριστού, έπαθε, σταυρώθηκε και ανέστη για τη σωτηρία του κόσμου. 

Ο ΦΟΪΕΡΜΠΑΧ θεωρεί λοιπόν τον Θεό κατασκεύασμα του ανθρώπου. Πιστεύει πως η θρησκεία προήλθε από τον πόθο του ανθρώπου να προεκτείνει τη ζωή του στο υπερπέραν. Μπροστά στην ανάγκη για αυτοσυντήρηση που αίρεται από τον θάνατο, γράφει ο ίδιος, ο άνθρωπος έφτασε να επινοήσει τη μεταθανάτιο ζωή. Υπάρχουν όμως θρησκεύματα στα οποία δεν γίνεται δεκτή η συνέχιση της προσωπικής ζωής, όπως στον αρχικό Βουδισμό, όπου δεν υπάρχει συνέχεια του εγώ μετά θάνατον. Ο Βουδισμός καταπολεμεί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, αντίθετα με τη θεωρία τουFeuerbach. Ακόμη, πώς κατασκευάστηκε η έννοια του Αγίου αφού δεν υπήρχε εξαρχής, δεδομένου ότι οι άνθρωποι ήσαν γεμάτοι πάθη και κακίες; 
Για τον MΑΡΞ η θρησκεία είναι αυταπάτη του ανθρώπου και εμποδίζει την ευτυχία του. Την θέση της πρέπει να πάρει η επιστήμη, που θα επιλύσει όλα τα προβλήματά του. Η θρησκεία πιστεύει ότι είναι μεταγενέστερο δημιούργημα της κοινωνίας των ανθρώπων και μάλιστα όταν η κοινωνία ήταν διαρθρωμένη σε τάξεις, σε αφέντες και υποτακτικούς. Ο άνθρωπος απεικόνισε στον ουρανό την κοινωνική διαστρωμάτωση και φαντάστηκε επουράνιο βασιλέα και υποτακτικούς, όπως οι άγγελοι, οι άγιοι κ.α., αλλά και κολασμένους όπως είναι οι αντίθετοι στο θέλημά Του, που δεν απολάμβαναν την εύνοια του βασιλιά. Οι υπηρέτες και δούλοι του Θεού είναι αντίγραφα των δούλων πάνω στη γη. Απαντώντας έχουμε να πούμε ότι δεν συναντάμε σε όλες τις κοινωνίες την ιεράρχηση των όντων γύρω από τον Θεό. Στη θρησκεία των πρωτογόνων υπάρχει πλήθος άλλων θείων όντων και δεν υπάρχει ιεραρχική σχέση ανάμεσα στις θεότητες. Λαοί πρωτόγονοι δεν έχουν ιεραρχημένο θείο κόσμο. Το λάθος του Marx είναι πως το σχήμα του, ενώ ανταποκρίνεται σε μια ορισμένη περίοδο του κοινωνικού βίου, εκείνος το γενικεύει στο παρελθόν και το μέλλον. Επηρεασμένος από τα κακώς κείμενα τότε της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, δεν έλαβε μάλιστα υπόψη του το κοινωνικό κήρυγμα του χριστιανισμού, που μιλά για αδελφοσύνη, αγάπη, ισότητα, δικαιοσύνη και που ο χριστιανισμός, παρά τους σκληρούς διωγμούς που υπέστη, προσέφερε σ’ όλη την ιστορική του διαδρομή. Όπου ακόμη επιβλήθηκε ο αθεϊσμός δεν κατάφερε να ξεριζώσει την πίστη. Αλλά μήπως η επιστήμη και η τεχνολογία έλυσαν τα ζωτικά προβλήματα των ανθρώπων;  Χωρίς ηθική και θρησκεία αυτά δεν λύνονται, αλλά δημιουργούνται περισσότερα (μόλυνση, φαινόμενο του θερμοκηπίου, απόβλητα εργοστασίων κ.λπ.).
Ο ΝΙΤΣΕ ήταν γιος πάστορα, αλλά κατέληξε στην αθεΐα μετά από πάλη με τον εαυτόν του. Την θρησκεία θέλει να αντικαταστήσει με νέα πίστη, ως προφήτης και ποιητής τού τέλους των χριστιανικών αξιών. Χτυπά κατά μέτωπο τις φθαρμένες αξίες της Ευρώπης δια της οντολογικής κριτικής του. Υποστήριξε ότι ο χριστιανισμός είναι θρησκεία των αδυνάτων. Διδάσκει το θάνατο του Θεού. Υποκαθιστά το Θεό με τον Υπεράνθρωπο, που υιοθετήθηκε από τον Χίτλερ και τα φασιστικά καθεστώτα. Οι δυστυχισμένοι και οι αδύναμοι πρέπει να εξαφανίζονται και μάλιστα χωρίς οίκτο και έλεος, γράφει. Στα τέλη της ζωής του ομολόγησε βέβαια ότι το κήρυγμα της αγάπης και προς τους εχθρούς, όπως το δίδαξε ο Ιησούς, αποτελεί ‘ανατροπή του αρχαίου κόσμου’, διότι είναι εντελώς νέο και σπουδαιότατο για το παρόν και μέλλον της ανθρωπότητας.
Ο ΦΡΟΫΝΤ ερεύνησε σε βάθος το υποσυνείδητο, αλλά δεν απέφυγε μονομερείς ερμηνείες του. Η έννοια του Θεού κατά τη γνώμη του προήλθε από τον αυστηρό πατέρα των προϊστορικών φυλών που ήταν κακός και μοχθηρός. Επειδή δεν επέτρεπε τη χρήση γυναικών από την ιδία φυλή, οι γιοι του τον σκότωσαν και τον έφαγαν για να οικειοποιηθούν την αυθεντία του και να αποκτήσουν τις ιδιότητές του. Η αβάσταχτη ενοχή όμως και η ανάγκη για εξιλέωση δημιούργησαν τις προϋποθέσεις τιμής του. Τα παιδιά του στη συνέχεια ακολούθησαν τις εντολές και απαγορεύσεις του ως εκδήλωση σεβασμού προς αυτόν, τον ανύψωσαν στη σφαίρα του Τοτέμ (βιολογικός πρόγονος μιας φυλής) και τελικά τον εγκατέστησαν στη σφαίρα του θείου και υπερβατικού.  Θεωρούσε ακόμη την πίστη ο Freud χαρακτηριστικό όσων σκέπτονται «νηπιακά». Εκτός του ότι σε πολλά σημεία διαφώνησαν με τις θεωρίες του οι θεμελιωτές της ψυχολογίας του βάθους και της ατομικής ψυχολογίας, Άντλερ και Γιουγκ, έχουμε να είπουμε τα εξής περιληπτικά: (α) Δεν μπορεί όλα τα πρότυπα των πατεράδων στην αρχαία εποχή να ήταν αρνητικά και αρρωστημένα για να υποθέσουμε ότι προήλθε η θρησκεία από εκεί, (β) Ο Θεός των χριστιανών δεν είναι αυστηρός και τιμωρός, αλλά αγάπη και φιλάνθρωπος, (γ) Ακόμη κι αν η θεωρία του ίσχυε για τους άντρες δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει και τις γυναίκες, αφού διαμόρφωσαν άλλες προϋποθέσεις πίστεως, (δ) Παρατηρήσεις πάνω σε παθολογικά άτομα (όπως έκανε εκείνος) δεν μας οδηγούν αυθαίρετα στις σωστές ερμηνείες ανάπτυξης θρησκευτικότητας, (ε) Η μορφή της μάνας που παίζει σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού παραθεωρήθηκε από τον Φρόιντ, (στ) Υπάρχουν λαοί που δεν είχαν Τοτέμ στη θρησκεία τους. Αυτοί πώς ξεκίνησαν να πιστεύουν; (ζ) Πολλοί μορφωμένοι άνθρωποι και επιφανείς επιστήμονες ήσαν στην ιστορία και είναι πιστοί. Επομένως η πίστη δεν είναι νηπιακή κατάσταση του ανθρωπίνου πνεύματος.
Η αρχή της αθεΐας εντοπίζεται πρακτικά στον εγωισμό, την έλλειψη ταπείνωσης και την αυταρέσκεια. Ακόμη: (α) Στις διάφορες τραυματικές εμπειρίες και το αρνητικό περιβάλλον: Αξιωματικός στο στρατό μού περιέγραψε πώς εξελίχθηκε σε άθεο ενώ ήταν πιστός, όταν γνωστός, πολυδιαβασμένος και αποθανών πλέον κατηχητής, από κούραση και αδυναμία, τον έσπρωξε και τον ειρωνεύτηκε, μόλις άκουσε από τον έφηβο την εύλογη ερώτηση: “Πώς ξέρουμε ότι υπάρχει Θεός;” (β) Στην έλλειψη θρησκευτικών βιωμάτων: Κάποιους μεγάλωσαν οι γονείς τους αγνωστικιστικά, δεν περνούν ούτε έξω πλέον από τους ναούς και δεν συμμετέχουν στις διάφορες Ακολουθίες και Λειτουργίες. Ξεραίνεται ως εκ τούτου η λιγοστή πίστη τους και μένουν κενοί από θρησκευτικό περιεχόμενο και αισθήματα. Διότι η χριστιανική πίστη δεν είναι ιδεολογία, αλλά εμπειρία και σχέση με τον Ιησού Χριστό, μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας. (γ) Στην εξάρτηση και απολυτοποίηση των υλικών αγαθών, δια της οποίας πνίγεται η πορεία του ανθρώπου προς τον αγιασμό του, απ’ τη στιγμή που δεν αναπνέει πνευματικά, (δ) Στην άγνοια των αληθειών της πίστεως: Όταν δεν γνωρίζει κάποιος τι η Εκκλησία πρεσβεύει, τότε είναι εύκολο να πλάσει δικές του απόψεις περί Θεού, ανθρώπου και κόσμου.
Σε μια ταβέρνα της Γερμανίας μπήκε κάποτε ένας Θεολόγος. Ένας από τους θαμώνες για να τον πειράξει λέει δυνατά: Δεν υπάρχει Θεός! Ο Θεολόγος πλησιάζει και ήρεμα του ανακοινώνει: Αυτό που εσύ λες, δεν είναι καινούργιο, αλλά το γράφει και η Παλαιά Διαθήκη. Ο ομιλητής του παραξενεύτηκε. Πώς γίνεται αυτό; του απαντάει. Νά, λέει εκείνος, στον Ψαλμ. 13,1 διαβάζουμε: “Είπε ο ανόητος μέσα στην καρδιά του (με τον ενδιάθετο λόγο του): Δεν υπάρχει Θεός”. Αν ο άφρων όμως μόνο το σκέφτηκε, κατέληξε ο Θεολόγος, εσύ το διαλαλείς ακόμη και στις ταβέρνες. Το περιγραφέν περιστατικό μάς δείχνει πως δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε απόλυτα το εγώ και το νου μας, αφού πολλές φορές συλλαμβάνονται να λαθεύουν. Η φαντασίωση και το συναίσθημα δεν είναι τόσο καλοί σύμβουλοι. Μπορεί να εξελιχθούν σε απατεώνες και ψεύτες. Μάλιστα οι άνθρωποι κατευθύνονται ή σκέπτονται αρκετές φορές ανάλογα με τις ορέξεις και τα συμφέροντά τους. Όταν λ.χ. ο άνθρωπος είναι φιλήδονος και ασταθής χαρακτήρας ερμηνεύει την όλη πραγματικότητα με βάση την ηδονή και την αστάθειά του. Τότε σίγουρα παραπαίει και χάνεται στην ατομική του παρέκκλιση. «Σε ανθρώπους που μιαίνει η αμαρτία, κρυμμένη η Θεότης Σου θα μένει», γράφει ο έξοχος ποιητής Schiller. Αν πάρεις σαν οδηγούς τα κοράκια θα σε οδηγήσουν στα ψοφίμια, λέει μια γαλλική παροιμία, όχι σε κάτι ελπιδοφόρο και ανακαινιστικό. Με οδηγό την πλάνη δεν φτάνεις στην αλήθεια. Και είναι μεγάλο λάθος να πιστεύει κάποιος ότι δεν κάνει ποτέ λάθος. Διότι στην καθημερινή ζωή επαληθεύεται το αντίθετο. Γινόμαστε εύκολα ρεζίλι εκεί που δεν το περιμένουμε, όταν κάνουμε επίδειξη γνώσεων ή θεωρούμε παντοδύναμο το μυαλό μας.
Για να πιστέψει κανείς στο Θεό πρέπει να θελήσει πρώτα πάση θυσία να βρει την αλήθεια και να μην αντιμετωπίζει το ζήτημα από απλή περιέργεια. Είναι πολύ εύκολο άλλωστε, σε καιρούς ειρηνικούς και ευχάριστους, να κάνουν κάποιοι από οίηση επίδειξη γνώσεων. Ο άθεος συγγραφέας και φιλόσοφος Βόλνεϊ εθεάθη σε μεγάλη τρικυμία στον Ατλαντικό ωκεανό να προσεύχεται γονατιστός στην άκρη του πλοίου στο οποίο επέβαινε. Μετά την αποφυγή του ναυαγίου, απαντώντας στην ερώτηση ‘πώς ο άθεος προσευχήθηκε’, προς τιμήν του απάντησε εύστοχα: “Ο άθεος είναι άθεος στην νηνεμία, αλλά όχι και στην καταιγίδα”. Σε άδειο δοχείο και σφραγισμένο, η βροχή δεν μπαίνει, όσο κι αν βρέξει. Το ίδιο συμβαίνει με τις καρδιές εκείνες που αρνούνται τη χάρη του Θεού και παραμένουν θεληματικά κλειστές. Όπως συμβαίνει και με ένα παιδί που αρνείται πεισματικά να τραφεί, όσο και αν η μητέρα του το παρακαλεί.
Έπειτα η ημιμάθεια είναι χειρότερη από την αμάθεια και στο θέμα της χριστιανικής πίστης. Ο σοφός Βάκωνας υποστήριζε ότι η πολλή επιστήμη είναι που οδηγεί τον άνθρωπο στον Θεό, ενώ η ολίγη, αλλά και η δοκησισοφία, απομακρύνει απ’ Αυτόν. Αρκετοί είναι εξάλλου εκείνοι που εμπιστεύονται τις εξειδικευμένες γνώσεις τους, χωρίς πολύπλευρη και σφαιρική μελέτη περί παντός επιστητού, και χωρίς αναγωγή αυτών των γνώσεων στο Όλον (Οντολογία). Ο εντομολόγος π.χ. ανάγεται σε Δημιουργό Θεό όταν προβληματίζεται στο γεγονός ότι χωρίς τη μεταφορά της γύρης από τις μέλισσες και από λουλούδι σε λουλούδι δεν θα γινόταν η γονιμοποίηση των φυτών και άρα δεν θα υπήρχε ζωή. Ο βιολόγος θεολογεί όταν αναλογιστεί ότι δεν θα μπορούσε η φύση να προγραμματίσει από μόνη της την ανοδική της πορεία, από τα κατώτερα είδη προς τα ανώτερα, και μάλιστα με τόσο τέλεια οργανωμένο σχέδιο. Απαιτείται και λογικά η ύπαρξη εξωφυσικού και υπέρλογου Σχεδιαστή. Ακόμη, αν σκεφθεί ότι από τα πρώτα αμινοξέα μέχρι την εμφάνιση του πρώτου κυττάρου απαιτείται ένα τεράστιο άλμα, που έχει τόσο απειροελάχιστη πιθανότητα να παραχθεί τυχαία, όσο και η πιθανότητα να αδειάσει ένας συγγραφέας ολόκληρο τσουβάλι με ανακατεμένα γράμματα στο έδαφος και σχηματιστεί αίφνης στο πάτωμα ένα πλήρες διαμορφωμένο δοκίμιο. Ο γυναικολόγος ευρίσκεται σε θεολογικό και φιλοσοφικό έδαφος όταν αρχίσει να σκέπτεται πώς είναι δυνατόν να διαμορφώνονται μάτια στο έμβρυο, αφού μεγαλώνει σε σκοτεινό περιβάλλον. Προφανώς για να βλέπει αφού γεννηθεί. Αυτό όμως φανερώνει εξαίσιο μελλοντικό σχέδιο στη φύση που την ξεπερνά, διότι αν δεν υπήρχε Θεός θα έπρεπε η ίδια να προγραμματίζει ως έλλογο ον και ξεχωριστή προσωπικότητα (δεν υπάρχει ενέργεια αν δεν υπάρχει πρόσωπο που την κατευθύνει) την εντελέχειά της, την αυριανή της εξέλιξη. Ο δε αστρονόμος πλησιάζει την χριστιανική πίστη αν σκεφθεί ότι σε ένα τυχαίο σύμπαν, με τόσο έντονη βιαιότητα αρχικής έκρηξης, θα ήταν αδύνατη η εξαιρετική ομοιομορφία του και η οργάνωσή του, αφού η κοσμική ύλη που δημιουργήθηκε θα ήταν σε μεγάλη αταξία. Και ούτω καθεξής.
Έπειτα, αρκετοί άνθρωποι σκοντάφτουν στην ηθική του Ευαγγελίου (γι’ αυτό και αρνούνται το Θεό) και τρομάζουν στην ιδέα ότι πρέπει να αλλάξουν συλλήβδην τη ζωή τους, πολύ περισσότερο δε αν αυτή είναι γεμάτη πάθη και αδυναμίες. Υπάρχει όμως και η καθημερινή μετάνοια, δεδομένου ότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος. Αν η γεωμετρία απαιτούσε ηθική κανείς δεν θα ήταν μαθηματικός, έλεγε ο πολύς Λάιμπνιτς. Γνωστός μου στον οποίον είχα δωρίσει μια Καινή Διαθήκη, μου την επέστρεψε μετά παρέλευση δύο εβδομάδων, λέγοντάς μου ότι δεν μπορεί να ζήσει όπως η χριστιανική πίστη επιτάσσει. Δεν αρνούνται κάποιοι επομένως την ύπαρξη του Θεού, αλλά συνεχώς τον απορρίπτουν στην καθημερινή τους ζωή, όπως διαπίστωνε και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Παράλυτοι επαίτες στην Ρώμη έμαθαν ότι θα περνούσε από δίπλα τους η λιτανεία με τα λείψανα του θαυματουργού αγίου Μαρτίνου. Λέει τότε ο ένας στον άλλο: “Ας φύγουμε αδελφέ, γιατί, αν θεραπευτούμε, με τι θάρρος μετά θα ζητιανεύουμε;” Αλλά και ιθαγενής φύλαρχος αρνήθηκε την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, αφού όπως είπε στον ιεραπόστολο, θα έπρεπε να περιμένει την οργή όσων ο ίδιος φόνευσε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, που είναι πολλές, δεν ενδιαφέρει η αλήθεια, αλλά κάποιες συμφεροντολογικές χρήσιμες συμβουλές, που προσαρμόζονται σε οποιονδήποτε ιδιοτελή βίο και που μπορεί να βρει κανείς σε όλες σχεδόν τις θρησκείες και φιλοσοφίες. Ο Θεός αποκαλύπτεται όμως στα νήπια με την καθαρή καρδιά και σε όσους ομοιάζουν με τα νήπια στην ανιδιοτελή σκέψη και τη ζωή τους. Σ’ αυτούς ανήκει πράγματι η βασιλεία των Ουρανών. Το μίσος, η ζήλεια, ο εγωισμός, η απελπισία, τα πάθη, η άγνοια, απομακρύνουν τον άνθρωπο από τον Θεό και σαν σκιά και σκούρα κουρτίνα κρύβουν τις ζωογόνες άκτιστες ακτίνες του Θεού από τον άνθρωπο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο άνθρωπος υπαρξιακά κρυώνει και βρίσκεται στο σκοτάδι, αλλά δεν κινείται προς τον ήλιο (τον Τριαδικό Θεό) για να φωτιστεί και θερμανθεί, είτε οικειοθελώς σε πολλές περιπτώσεις, είτε από άγνοια, είτε ακόμη από προκατάληψη.
    Η ιστορία, και μάλιστα στην πρώην Σοβιετική Ένωση, αλλά και κάποτε στην Αλβανία και αλλού, έχει αποδείξει ότι η πίστη είναι στα γονίδια του ανθρώπου και κυλάει στις φλέβες του, όπως ο μεγάλος Γκαίτε έγραψε. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι γύρισε όλο τον κόσμο αλλά δεν βρήκε άθεο λαό, χωρίς δηλαδή ιερά και θυσίες. Το ίδιο διαπίστωσε στην αρχαιότητα και ο Κικέρωνας. Ο φιλόσοφος Ρουσσώ αναφέρεται σε κάποιο παιδί που αν και μεγάλωσε απομονωμένο, χωρίς να λάβει στοιχειώδη εκπαίδευση και κοινωνική αγωγή, σήκωνε κάθε μεσημέρι τα χέρια ψηλά στο φως του ήλιου και προσευχόταν. Η σύγχρονη ψυχολογία παραδέχεται ότι ο άνθρωπος γεννιέται με θρησκευτική προδιάθεση και αυτό αποδεικνύεται από τις έρευνες που έχουν γίνει σε ιθαγενείς της Αφρικής, Ωκεανίας και Αυστραλίας, οι οποίοι σύμφωνα με τη γνώμη ιεραποστόλων, εθνολόγων και  περιηγητών υπήρξαν εξαρχής θρησκευόμενοι. Η Θρησκεία είναι ισήλιξ της ανθρωπότητας, άνθρωπος δηλαδή και Θρησκεία είναι συνομήλικοι. Μεγάλοι επιστήμονες, όπως ο Σκώτος λαογράφος Άντριου Λάνκ, ο Γερμανός εθνολόγος Βίλχελμ Σμιτ, οι θρησκειολόγοι Ελιάντε και Φιλιππίδης, με τις πολύτομες έρευνές τους σε πρωτόγονες κοινωνίες συμπέραναν πως στην Μεσόγειο, τη Νότια Αμερική, την Αφρική και τα νησιά του Ινδικού Ωκεανού υπήρχε εξαρχής μονοθεϊστική πίστη, που αργότερα με επίδραση διαφόρων παραγόντων μετεξελίχθηκε σε πολυθεϊστική. Στην προΟμηρική εξάλλου Μεσόγειο επικρατούσε η πίστη στον Δία ως μοναδικό Θεό, αλλά και στην Αφρική, παράλληλα με τη λατρεία πνευμάτων, υπάρχει ανέκαθεν η πίστη σε υπέρτατο Θεό, που εξουσιάζει το σύνολο του κόσμου, τον οποίον δημιούργησε. Οι αλήθειες επομένως του Χριστιανισμού αποδεικνύονται και μέσω της συνείδησης, της ιστορίας και του σύμπαντος. Η συνείδηση είναι ο αόρατος δικαστής που μας ελέγχει ή μας επιβραβεύει στη ζωή μας. Στην ιστορία επιστημονικά έχει πλέον καταδειχθεί ότι δεν υπήρχε λαός χωρίς πίστη σε Θεό ή θεούς ή πνεύματα και λατρεία. Το σύμπαν αποκαλύπτει εξαίσιο σχέδιο, αρμονία, κατεύθυνση, τελειότητα, σκοπιμότητα, γεγονότα αδύνατα χωρίς υπέρλογο Σχεδιαστή.
Άλλωστε είναι και απολύτως λογική η θέση του αποστόλου των Εθνών Παύλου, όταν γράφει: «Πας γαρ οίκος κατασκευάζεται υπό τινός, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός» (Εβρ. 3,4). Όταν μια οικία, ένα εργοστάσιο, ένας υπολογιστής για να κατασκευαστούν είναι απαραίτητο να υπάρξει κατασκευαστής, πόσο μάλλον αυτό πρέπει να ισχύει για ολόκληρο το σύμπαν που για την ύπαρξή του, τη συντήρησή του και τη λειτουργία του υπακούει σε τέλειους νόμους, του μικρόκοσμου και του μακρόκοσμου, η συνεχής ανακάλυψη των οποίων αφήνει έκθαμβους τους επιστήμονες. Ο πατέρας της Βοτανικής, φυσιοδίφης Λινέ, έλεγε: “Το φτερό και το μάτι μιας πεταλούδας μπορούν να συντρίψουν και τον μεγαλύτερο άθεο”. Ο πιστός και διάσημος αστρονόμος Κύρχερ κατασκεύασε κάποτε μηχανικό ομοίωμα του ουράνιου χώρου, με το ηλιακό μας σύστημα, και το απέθεσε στο γραφείο του. Στην ερώτηση άθεου φίλου του “ποιος το έφτιαξε”, εκείνος σκόπιμα απάντησε πως δεν το έφτιαξε κανείς, αλλά ότι υπάρχει τυχαία εκεί. Όταν ο φίλος του συμφώνησε ότι αυτό δεν γίνεται, αλλά ότι πάντοτε υπάρχει σε μια κατασκευή ο κατασκευαστής, τότε ο αστρονόμος τον έλεγξε λέγοντάς του: “Είναι δυνατόν να μην ισχύει το ίδιο ιδιαίτερα για το εξαίσιο σύμπαν; Γίνεται να διαμορφώθηκε τυχαία και να μην υπάρχει Θεός, ο οποίος και έθεσε σε ενέργεια τους νόμους και την εξέλιξή του; ”
Ακόμη, οι αισθήσεις δεν συλλαμβάνουν συνολικά την πραγματικότητα. Επιτελούν περιορισμένη λειτουργία. Οι γνώσεις μας για τα μυστήρια του σύμπαντος είναι απειροελάχιστες. Τα φαινόμενα απατούν. Το ίδιο το ον μας διαφεύγει, σύμφωνα με τονKant. Γνωρίζουμε μόνο το φαινόμενο, όπως διαμορφώνεται στην συνθετική λειτουργία της αντίληψής μας, και όχι το ίδιο το ον στην ουσία του. Ο ίδιος φιλόσοφος απέδειξε ότι ο Θεός δεν μπορεί να απορριφθεί με βάση τη λογική, αφού ο νους του ανθρώπου λειτουργεί με την ίδια δομή που λειτουργεί και η φύση, οι ενδοκοσμικοί νόμοι στην οποία δεν δύνανται να αναχθούν στον υπερκόσμιο Θεό. Άλλωστε, η επιστήμη (που ασχολείται με τα υλικά) δεν έχει όργανα και μέθοδο που να μπορούν να πλησιάσουν τον άκτιστο κόσμο του Θεού. Μπορεί μόνο να απαντά στο ερώτημα: “Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος”, όχι στο “Ποιος έφτιαξε τον κόσμο”, που ανήκει στην θεολογική προβληματική. Η επιστήμη επομένως δεν μπορεί να αμφισβητήσει την Αποκάλυψη του Θεού, αλλά και ο Χριστιανισμός δεν δικαιούται να αρνηθεί στην επιστήμη την έρευνα περί παντός επιστητού.
Συνεχίζοντας στην ίδια προβληματική λέμε το εξής: Σε λαμπτήρα πενήντα κηρίων κρύβονται 3 δισεκατομμύρια ηλεκτρόνια που ως αποτέλεσμα προσφέρουν θέρμανση και φωτισμό. Δεν φαίνονται όμως με γυμνό οφθαλμό. Τα υπερηχητικά και υποηχητικά κύματα δεν γίνονται αντιληπτά από τα ακουστικά μας όργανα, και όμως υπάρχουν. Το ηλιακό φως αποτελείται από υπέρυθρες και υπεριώδεις ακτίνες, που και πάλι δεν είναι ορατές από τις αισθήσεις μας. Αλλά και ο νους δεν μπορεί να συλλάβει πλήρως την πραγματικότητα, ή λαθεύει, όπως φανερώνει το λεγόμενο ‘φθαρμένο τηλέφωνο’, ένα περιστατικό του οποίου από τα πολλά που συμβαίνουν ακολουθεί: Κάποιος άκουσε από σίγουρη πηγή ότι αδελφός έβγαλε το μάτι του αδελφού του, και τον κατέκρινε. Έμαθε όμως αργότερα, και ταπεινώθηκε, ότι αν δεν έβγαινε ο ένας του οφθαλμός θα έχανε ο ασθενής και τον άλλο, και ακόμη ότι αυτός που έκανε την εξαγωγή ήταν ένας διάσημος χειρούργος οφθαλμίατρος. Περισσότερο από τις αισθήσεις μας ας εμπιστευόμαστε επομένως τον Θεό, που δίνει αξία και σ’ αυτές. Ο Θεός προνοεί για όλους και για όλα, ο άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφθεί όμως ολιστικά. Απαιτείται επομένως ταπείνωση. Τα μαθηματικά που διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο, ενώ δεν γίνονται κατανοητά από μαθητές δημοτικού, παρόλα αυτά ισχύουν. “Μην καταριέσαι τον Θεό γιατί έπλασε την τίγρη, αλλά να είσαι ευγνώμων γιατί δεν της έδωσε φτερά”, συμβουλεύει μια αιθιοπική παροιμία. Να παραθέσουμε τέλος την στιχομυθία που φαίνεται από παράδοση να διασώθηκε μεταξύ του εθνικού αυτοκράτορα Τραϊανού και ενός χριστιανού: Ρωτάει ειρωνικά ο Τραϊανός τον χριστιανό: “Που είναι ο Θεός σου, αφού όπου κι αν γυρίσεις δεν είναι ορατός;” Ο πιστός τού ζητά τότε να κοιτάξει τον ήλιο. Ο αυτοκράτορας παραδέχθηκε ότι δεν μπορεί να τον ατενίσει. Τότε και ο χριστιανός καταλήγει: “Αφού δεν μπορείτε να δείτε τον ήλιο που είναι ένα απλό δημιούργημα, πώς περιμένετε να δείτε τον ίδιο τον Θεό, που είναι ο πανταχού παρών Δημιουργός;”. 
Άνθρωπος χωρίς θρησκεία είναι όπως το άλογο χωρίς χαλινάρι, έγραψε ο Μπαλζάκ. Πράγματι, για κάποιους δεν υπάρχουν φραγμοί και όρια.  “Αν μορφώσεις τους ανθρώπους χωρίς θρησκεία, θα τους κάνεις έξυπνους διαβόλους” (Γουέλινγκτον). Συνακόλουθα μάλιστα με την απώλεια του Θεού χάνεται και η υγιής έννοια του ανθρώπου, δεδομένου ότι όλες οι αξίες καταρρέουν. Και αν τον 19ο αιώνα το πρόβλημα ήταν ότι πέθανε ο Θεός, στον 20ο και 21ο αιώνα το πρόβλημα είναι ότι πέθανε ο άνθρωπος, σύμφωνα  με τον Έριχ Φρομ. Έπειτα, η ομορφιά του Θεού βρίσκεται στην αναζήτησή Του και όχι στην κατοχή Του, διότι αλλιώς δεν θα ήταν Θεός, αλλά εφεύρεση του ανθρώπου και κάτι απλά χρήσιμο. Για τον Κώστα τον Αξελό, “o Θεός είναι όπως ο ορίζοντας: Απομακρύνεται όταν προσπαθούμε να τον πλησιάσουμε”. Πάνω σ’ αυτό εξάλλου το πλησίασμα βρίσκεται και το νόημα της ζωής του ανθρώπου. Για όσους αμφιβάλουν, ας ακούσουν τα λόγια του ιερού Χρυσοστόμου: “Ένας Θεός κατανοητός δεν είναι Θεός”. Ο Θεός κατανοείται μόνο μέσω της χάριτός του και της αγάπης του. Η αθεΐα αποδεικνύεται συνεχόμενο μαρτύριο, αφού τίποτε δεν εξηγείται χωρίς Θεό, δεδομένου ότι όλα φαντάζουν ανούσια, τυχαία και χωρίς σκοπό, ενώ αντίθετα “ο εν Θεώ ων αεί χαίρει” (Ιω. ο Χρυσόστομος). Στην πρώτη περίπτωση, η κατάθλιψη και η αυτοκτονία υποβόσκουν ως συνέπειες απελπισίας και υπαρξιακού κενού.
Ο πιστός νοιώθει εμπιστοσύνη προς τον Θεό, αφού τον αντιμετωπίζει ως πατέρα, φίλο και αδελφό. Φυσικά, “συν Θεώ και χείρα κίνει”, όπως μετασχηματίζεται η φράση επί το χριστιανικότερον. Απαιτείται άσκηση, προσευχή και Θεία Κοινωνία για μια γνήσια γνωριμία με το Θεό. “Ο Θεός τρέφει τα πουλιά, μα δεν τους βάζει το φαγητό και στη φωλιά”, αναφέρει μια παροιμία. Και ο Ισαάκ ο Σύρος συμπληρώνει: Κανείς δεν ανέβηκε με άνεση στον Ουρανό, παρά δια της Σταυροαναστάσιμης πορείας. Το σίγουρο είναι ότι δια της αγαθής και ευσεβούς πράξεως γνωρίζει κανείς το Θεό και όχι δια της γνωσιολογικής θεωρίας: “Θρησκεία καθαρή και αμόλυντος ενώπιον του Θεού Πατρός είναι να επισκέπτεται κανείς ορφανούς και χήρες στη θλίψη τους και να τηρεί τον εαυτόν του άσπιλο από τον κόσμο (κοσμικό φρόνημα)” (Ιακώβου 1,27). Τέλος, η εμπειρία του αποστόλου Παύλου τον κάνει να λέει: “Για εκείνους που αγαπούν το Θεό, όλα συνεργούν στο αγαθό” (Ρωμ. 8,28). Με άλλα λόγια: “Εάν ο Θεός σε έκανε μούσκεμα με τη βροχή του, ο ίδιος και θα σε στεγνώσει με τον ήλιο του” (Σλοβένικη παροιμία). Είναι διδασκαλία του Χριστού και βίωμα των αγίων πως η γη μεταβάλλεται, αλλά ο Θεός και η ψυχή μένουν στον αιώνα (Μπράουνινγκ). Δε θα πρέπει επομένως να αποθαρρυνόμαστε αλλά να προσευχόμαστε, όπως και ο προορατικός γέροντας Παΐσιος μάς προτρέπει: “Έχεις λύπη; Ο Θεός σου λείπει”.  
-«Αθώος», επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 1996
-«Βικιφθέγματα», από el.wikiquote.org/wiki
-«Θρησκείες: Πλάνη;», αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη, Νεκτάριος Παναγόπουλος, 1995
-«Μια τάξη γεμάτη απορίες», Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, εκδ. Φωτοδότες
-«Το Σύμπαν και η κοσμολογική αντίληψη», Γιώργου Χρύση, εκδ. Σαββάλας, 1996
-«Χριστιανισμός και Θρησκεύματα», Νικολάου Νευράκη, Αθ. 1999
-«Ψιχία από της Τραπέζης», Συλλογή Κ. Κούρκουλα, Αθ. 1973

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2013

Ἡ κάθε θλίψη ἔχει μέσα της τό κέρδος.Γέροντας Ἰωσήφ ὁ Σπηλαιώτης


 
Όλος ο έρωτας και της ψυχής η αγάπη επιθυμεί πλέον να είναι στραμμένη προς τον Θεόν.

Επιστολή του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού.
 
Ηγαπημένη μου Μητέρα μετά πάντων των αδελφών μου, συγγενών και φίλων, πάντες χαίρετε εν Κυρίω.
Εγώ μεν καλώς υγιαίνω δι’ ευχών των γονέων και πάππων μας. Χαίρω δε και ευχαριστώ τον Θεόν, όπου με ηξίωσεν να έλθω εις τοιούτον μέγα και επουράνιον δώρον· να φορέσω το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα και να λέγωμαι Μοναχός, εγώ ο ανάξιος τοιαύτης δωρεάς.
Ας έχει δόξαν ο ελεήμων, ο εύσπλαχνος και αγαθός Πατήρ, όπου δεν με απεστράφη, αλλά με ηλέησε ως τον άσωτον υιόν. Και με εξέλεξεν εκ του κόσμου και με έφερε εις το άγιον τούτο Όρος, εις τοιούτον επίγειον Παράδεισον.
Επεπόθουν δε και εκαταφλέγετο η ψυχή μου εις το να μανθάνω περί της υγείας σας, ψυχικής και σωματικής. Αλλ’ η εντολή του Κυρίου, η λέγουσα «ο αγαπών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος», αύτη με αναγκάζει να αλησμονήσω όχι μόνον γονείς, αδελφούς και συγγενείς, αλλά και αυτό ακόμη το ίδιον σώμα.Όλος ο έρωτας και της ψυχής η αγάπη επιθυμεί πλέον να είναι στραμμένη προς τον Θεόν. Να προσεύχεται και να ζητεί και να λαμβάνει τα αρμόδια φάρμακα προς κάθαρσιν της καρδίας και ανάπτυξιν του πνευματικού ανθρώπου.
Ο πόθος μου, η καύσις της καρδίας μου, ο θειος μου έρως ο φλογίζων μου διαρκώς τα σπλάγχνα είναι πως να σωθούν ψυχαί. Πώς να προσφερθούν εις τον γλυκύτατον μας Ιησοϋν θυσίαι λογικαί. Επιθυμώ να ιδώ όλους τους ιδικούς μου, μητέρα, αδελφούς και τα τέκνα αυτών, όλοι να γίνουν τέκνα Θεού. Να γίνουν όλοι θεία θυσία, ευάρεστος τω αγίω Θεώ.
Αχ, και ποιος ήθελεν είναι πλησίον μου να ήκουε τας ευχάς μου, να ήκουε τους στεναγμούς μου, να έβλεπε και τα δάκρυα όπου χύνω υπέρ των αδελφών μου; Όλην την νύκτα προσεύχομαι και φωνάζω· ή σώσε ό­λους τους ιδικούς μου, Κύριε, ή και εμένα σβήσε· δεν θέλω Παράδεισον!
Εάν δι’ όλον τον κόσμον εκχέωμεν όλην την δύναμιν ψυχής και καρδίας προς τον Κύριον των απάντων, πόσον μάλλον δι’ υμάς;
Λοιπόν ακούσατε μου του ταπεινού και ελαχίστου μοναχού και μη με καταφρονήσετε ως αγράμματον και άμαθη. Ανοίξατε τους οφθαλμούς της ψυχής σας να ιδήτε τί υπάρχει πέραν από αυτήν την ζωήν.
Οι άνθρωποι του κόσμου αγαπούν τον κόσμον, επειδή δεν εγνώρισαν ακόμη τήν πικρίαν του. Είναι ακόμη τυφλοί εις την ψυχήν και δεν βλέπουν τι κρύπτεται μέσα εις αυτήν την προσωρινήν χαράν. Δεν ήλθεν ακό­μη εις αυτούς φώς νοητόν· δεν έφεξεν ακόμη ήμερα σωτηρίας. Όμως εσείς, όπου τόσα έχετε ιδεί και έχετε ακούσει, πρέπει καλώς να εννοήσετε ότι των πρόσκαιρων οι απολαύσεις ωσάν σκιά παρέρχονται. Και ο καιρός της ζωής περνά και χάνεται και δεν γυρίζει οπίσω. Ο καιρός του παρόντος βίου είναι καιρός τρυγητού, καιρός θέρους. Και ο καθένας συνάγει τροφήν, όσον δύναται καθαράν και ταμιεύει αυτήν εις τήν άλλην ζωήν.
Δέν κερδίζει ο έξυπνος, ο ευγενής ή ο πλούσιος, αλλά όποιος υβρίζεται και μακροθυμεί, όποιος αδικείται και συγχωρεί, όποιος συκοφαντείται και υπομένει. Εκείνος που γίνεται σπόγγος και καθαρίζει ό,τι του λέ­γουν ό,τι ακούει. Αυτός καθαρίζεται και λαμπρύνεται περισσότερον. Αυτός φθάνει εις μέτρα μεγάλα. Αυτός εντρυφά εις θεωρίας μυστηρίων. Και τέλος αυτός είναι απ’ έδώ μέσα εις τόν Παράδεισον.
Όθεν, αδελφοί μου καλοί και ηγαπημένοι, όποιος από εσάς αδικείται εις τον κόσμον αυτόν και θελήσει να ζητήσει το δίκαιον, ας γνωρίζει ότι είναι αυτό. Να βαστάζει το βάρος του αδελφού του, του πλησίον του, μέχρις εσχάτης πνοής και να κάμνει υπομονήν εις όλα τα λυπηρά της παρούσης ζωής.
Διότι η κάθε θλίψις όπου μας γίνεται, αδελφοί μου, είτε εξ ανθρώπων είτε εκ δαιμόνων, είτε εξ αυτής της ι­δίας μας φύσεως, πάντοτε έχει κλεισμένον εντός αυτής το ανάλογον κέρδος. Και όποιος την περνά δι’ υπομο­νής λαμβάνει την πληρωμήν· ενταύθα τον αρραβώνα, εις την άλλην ζωήν το τέλειον.
Αλησμόνησα να σας γράψω ένα μελίρρυτον διηγηματάκι. Μίαν φοράν ήμουν γονατισμένος και αφού εκουράσθην από την προσευχήν, είδα ένα θαυμάσιον ό­ραμα.
Ενας πυρίμορφος νεανίας είχεν δύο μικρά ωραία κοριτσάκια πλησίον του. Το ένα ήταν η Μαρουσώ μας και το άλλο η Εργίνα. Τα μικρά όπου είχαν αποθάνει. Και τους λέγει ο νέος· «αυτός είναι ο αδελφός σας, τον γνωρίζετε;». Η Μαρουσώ ήταν μεγαλύτερη. «Τον γνωρίζω, λέγει, αλλά πολλά έτη πέρασαν από τότε». Η Ερ­γίνα είπεν· «Εγώ δεν τον είδα όταν ήμουν εις την ζω­ήν». Και τους λέγει· «ασπασθήτε τον και να φύγωμεν».
Και με φίλησαν τα δύο μικρά, ως μυρίπνοα άνθη και απήλθον. Και συνήλθα με δάκρυα πλήρεις τους ο­φθαλμούς, ενθυμούμενος τήν χαράν όπου γίνεται εις τους ουρανούς, όταν οί αμαρτωλοί μετανοούν και όταν οι Δίκαιοι εισέρχωνται εις τον Παράδεισον».

Ἄγγελος Θεοῦ Παντοκράτορος εἶναι ὁ Ἱερεύς



           (Ἐπιστολὴ γέροντος Φιλόθεου Ζερβάκου, 5-2-1958)
...Ἔχεις δίκαιον νὰ φοβῆσαι νὰ εἰσέλθῃς εἰς τὴν Ἱερωσύνην. Τὸν φόβον αὐτὸν τὸν εἶχον ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες, δι᾿ αὐτὸ καὶ πολλοὶ ἔφευγον τὴν ἱερωσύνην ταπεινούμενοι, στοχαζόμενοι ἀφ᾿ ἑνὸς τὸ ὕψος τῆς ἱερωσύνης, τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἁγιότητα τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ ἱερεύς, ἀφ᾿ ἑτέρου τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἀπὸ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης. Πολλοὶ δὲ ἐκ τῶν Ἁγίων καὶ ἐκρύπτοντο διὰ νὰ ἀποφύγουν τὴν ἱερωσύνην καὶ τότε ἐδέχοντο, ὅταν ὁ Κύριος τοὺς ἀπεκάλυπτε, ἢ ὅλος ὁ δῆμος τοὺς πρότεινε ὡς ἀξίους, δι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπεκράτησε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τό, ἢ θεόκλητος ἢ δημόκλητος.
Ἀλλὰ κατὰ τοὺς σημερινοὺς χρόνους, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐπικρατεῖ ἡ δαιμονόκλητος (δαιμονοπρόβλητος) ἢ ὑπερηφανοεαυτοπρόβλητος, ὃ ἐστὶ πολλούς, αἰσχρούς, φαύλους, ἀσεβεῖς, ἁμαρτωλούς, ἀναξίους, τοὺς προτείνει, τοὺς προβάλλει ὁ διάβολος εἰς ἱερωσύνην καὶ ἀρχιερωσύνην, πολλοὶ δὲ μόνοι τους προτείνουν ἑαυτοὺς ἐξ ἑωσφορικῆς ὑπερηφανείας καὶ οἰήσεως κατεχόμενοι, μὴ στοχαζόμενοι οἱ ἄφρονες, ὅτι ὁ ἱερεύς, ὁ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ ὀφείλει νὰ εἶναι σώματι καὶ ψυχῇ καθαρότερος καὶ λαμπρότερος τῶν ἡλιακῶν ἀκτινῶν, καὶ ἀνώτερος καὶ ὑψηλώτερος καὶ ἁγιώτερος πάντων τῶν ἀνθρώπων. Ἄγγελος Θεοῦ Παντοκράτορος εἶναι ὁ Ἱερεύς, ἀλλὰ στοχαζόμενοι οἱ ματαιόφρονες, οἱ γηϊνόφρονες, οἱ κουφοὶ καὶ ἐπηρμένοι, ὅτι θὰ αὐξήσῃ ἡ τιμή των, ἡ δόξα των, καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ τοὺς φιλοῦν τὸ χέρι παντοῦ, θὰ τοὺς θαυμάζουν, ὅταν θὰ λειτουργοῦν ἐνδεδυμένοι χρυσοΰφαντα ἱερά, θὰ αὐξήσουν τὰ ὑλικὰ συμφέροντά των, ... καὶ ἀφοῦ θησαυρίσουν ἐπὶ τῆς γῆς, τότε θὰ εἰποῦν εἰς τὴν ψυχήν των, ὡς ὁ ἄφρων του Εὐαγγελίου· «ψυχὴ ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά, φάγε, πίε, εὐφραίνου, ἀναπαύου».
Αὐτὰ στοχαζόμενοι καὶ διανοούμενοι ἐν ἐαυτοῖς, οἱ δαιμονόκλητοι καὶ ὑπερηφανοαυτόκλητοι, κινοῦν πάντα λίθον, τρέχουν ἄνω κάτω, βάζουν μεσίτας, πρωθυπουργούς, ὑπουργούς, βουλευτάς, πολιτικούς, μητροπολίτας κ.λπ., διὰ νὰ λάβουν τὴν Ἱερωσύνην καὶ Ἀρχιερωσύνην. Καὶ ὅταν τὴν λάβουν, ἐπειδὴ ἀναξίως τὴν ἔλαβον, τοὺς ἐγκαταλείπει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ γίνονται σκότος ἀντὶ φωτὸς καὶ μεταδίδουν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀντὶ φωτὸς σκότος καὶ γίνονται αἰτία νὰ βλασφημῆται τὸ ὄνομα τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ. Ἡ σημερινὴ ἀθλιωτάτη καὶ οἰκτροτάτη κατάστασις τῆς κοινωνίας ὀφείλεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς ἀναξίους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς, διότι ὅταν τὸ φῶς γίνῃ σκότος, τὸ σκότος πόσον; Διὰ τοὺς τοιούτους ἐσκοτισμένους καὶ τετυφλωμένους ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς λέγει ὁ σοφὸς Νεῖλος· «Ῥαδίως ἡ τῶν ποιμένων καὶ προεστώτων ἀσέβεια καὶ ἀμέλεια ἀπόλυσι τοὺς ποιμαινομένους», καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει· «Οὐ πάντας χειροτονεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, (ἐννοῶν τοὺς ἀναξίους) ἀλλὰ διὰ πάντων ἐνεργεῖ», ἐννοῶν ὅτι τὰ Μυστήρια τελοῦνται καὶ ὑπὸ ἀναξίων, ὄχι διὰ τὴν ἀναξιότητά των, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν πιστῶν. Τελειοῦν δὲ αὐτὰ ὄχι οἱ ἀνάξιοι, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον...
Ὁ νῦν Μακαριώτατος Θεόκλητος εἰς τὰς χειροτονίας ποὺ κάμνει εἶναι προσεκτικὸς καὶ διακριτικός. Ἐφ᾿ ὅσον σὲ προτείνει ὁ Μακαριώτατος δὲν εἶσαι αὐτόκλητος, ἔχεις δὲ καὶ συναίσθησιν καὶ φόβον διὰ τὸ ὕψιστον ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης καὶ τὰς εὐθύνας, καὶ ἐπειδὴ ζητᾷς τὴν γνώμην μου, ἡ γνώμη μου καὶ συμβουλή μου εἶναι: Ἐάν, ὡς ἄνθρωπος, δὲν ἐμόλυνες τὸν ἑαυτόν σου μὲ θανάσιμον τινὰ ἁμαρτίαν σαρκικὴν καὶ λοιπάς, νὰ κάμῃς ὑπακοὴν καὶ νὰ δεχθῇς τὴν Ἱερωσύνην· καὶ ἐάν, ὡς ἄνθρωπος, ἔχῃς τινὰς ἀτελείας καὶ ἀδυναμίας, ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου, ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, θὰ τὰ ἀναπληρώσῃ· ὅταν δὲ τὴν διακονίαν σου ἐκπληρώσῃς μὲ ἐπιμέλειαν, μὲ προθυμίαν, μὲ ζῆλον καὶ μὲ πίστιν, τότε θὰ λάβῃς τὸν ἐν οὐρανοῖς ἁμαράντινον στέφανον, τὸν ὁποῖον θὰ σοὶ ἀποδώσῃ ὁ δίκαιος Κριτὴς εἰς τὴν ἡμέραν τῆς ἀνταποδόσεως...
(Περιοδικὸν «ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ», τ. 14)

Κανεὶς ποτὲ δὲν πρέπει ν᾿ἀπελπίζεται.Ἀπὸ τὸ Γεροντικό




Ἀπὸ τὸ Γεροντικό

Ἕνας στρατιώτης ρώτησε τὸν ἀββᾶ Μιῶς, ἂν ἄραγε ὁ Θεὸς δέχεται τὴ μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Καὶ ὁ ἀββᾶς, ἀφοῦ τὸν δίδαξε μὲ πολλοὺς λόγους, εἶπε:
- Πές μου, ἀγαπητέ. Ἂν σχιστεῖ τὸ χιτώνιό σου, τὸ πετᾷς;
- Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τὸ ράβω καὶ τὸ χρησιμοποιῶ πάλι.
- Ἂν λοιπὸν ἐσὺ λυπᾶσαι τὸ ροῦχο σου, τοῦ εἶπε τότε ὁ γέροντας, δὲν θὰ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς τὸ δικό του πλάσμα;

***

Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
- Ἔκανα ἁμαρτία μεγάλη, καὶ θέλω νὰ μείνω σὲ μετάνοια τρία χρόνια.
- Πολὺ εἶναι, τοῦ λέει ὁ γέροντας.
Ρώτησαν τότε κάποιοι, ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ:
- Φτάνουν σαράντα μέρες;
- Πολὺ εἶναι, εἶπε πάλι ὁ ἀββᾶς. Ἐγὼ νομίζω πώς, ἂν ἕνας ἄνθρωπος μετανοήσει μ᾿ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ δὲν συνεχίσει ν᾿ ἁμαρτάνει πιά, ἀκόμα καὶ σὲ τρεῖς μέρες τὸν δέχεται ὁ Θεός.

***

Κάποιος ἄλλος ρώτησε πάλι τὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
- Ἂν ἕνας ἄνθρωπος ἁμαρτήσει καὶ μετανοήσει, τὸν συγχωρεῖ ὁ Θεός;
Καὶ ὁ γέροντας τοῦ ἀποκρίθηκε:
- Ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους αὐτὸ νὰ κάνουν. Δὲν θὰ τὸ κάνει λοιπόν, πολὺ περισσότερο, ὁ Ἴδιος;
Γιατὶ πρόσταξε τὸν Πέτρο νὰ συγχωρεῖ «ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» (Ματθ. 18:22) ὅσους ἁμάρτησαν καὶ μετανόησαν.

***

Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Σισώη:
- Τί νὰ κάνω, ἀββᾶ, ποὺ ἔπεσα;
Τοῦ λέει ὁ γέροντας:
- Νὰ σηκωθεῖς.
- Σηκώθηκα καὶ ξανάπεσα.
- Νὰ σηκωθεῖς πάλι καὶ πάλι.
- Μέχρι πότε;
- Μέχρι ποὺ νὰ σὲ βρεῖ ὁ θάνατος εἴτε στὸ καλὸ εἴτε στὴν πτώση. Γιατὶ σ᾿ ὅποια κατάσταση βρεθεῖ τότε ὁ ἄνθρωπος, σ᾿ αὐτὴ καὶ φεύγει.

***

Σ᾿ ἕναν ἀδελφό, ποὺ ἔπεσε σὲ ἁμαρτία, φανερώθηκε ὁ σατανᾶς καὶ τοῦ λέει:
- Δὲν εἶσαι χριστιανός! 
Μὰ ὁ ἀδερφὸς τοῦ ἀποκρίθηκε:
- Ὅ,τι καὶ νά᾿ μαι, τώρα σ᾿ ἀφήνω καὶ φεύγω!
- Σοῦ τὸ λέω, θὰ πᾶς στὴν κόλαση! Ἐπέμεινε ὁ σατανᾶς.
- Δὲν εἶσαι σὺ ὁ κριτής μου οὔτε ὁ Θεός μου! τοῦ λέει ὁ ἀδελφός.
Ἔτσι, καθὼς δὲν κατόρθωνε τίποτα ὁ σατανᾶς, σηκώθηκε κι ἔφυγε. Ὁ ἀδελφός, πάλι, μετανόησε εἰλικρινὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγινε ἀγωνιστής.

***

Ἄλλος ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἴδιο γέροντα:
- Πάτερ, τί ἐννοεῖ ὁ προφήτης λέγοντας, «οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ;» (Ψαλμ. 3:3).
- Ἐννοεῖ τοὺς λογισμοὺς τῆς ἀπελπισίας, εἶπε ὁ γέροντας, ποὺ ὑποβάλλουν οἱ δαίμονες σ᾿ ὅποιον ἁμάρτησε. Τοῦ λένε, δηλαδή, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν πρόκειται πιὰ νὰ τὸν σώσει, καὶ ἔτσι προσπαθοῦν νὰ τὸν γκρεμίσουν στὰ βάραθρα τῆς ἀπογνώσεως. Τέτοιους λογισμοὺς ὅμως πρέπει νὰ τοὺς διώχνει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὰ λόγια:
«Κύριος καταφυγή μου, ὅτι αὐτὸς ἐκσπάσει ἐκ παγίδος τοὺς πόδας μου» (πρβλ. Ἔξοδ. 17:15. Ψαλμ. 24:15).

*****

Εφραίμ Κατουνακιώτης: Η καλυτέρα προσευχή είναι ό,τι εσύ επινοείς εκείνην την ώρα



Εφραίμ ιερομόναχος Κατουνακιώτης (1912-1998)
(Φωτογραφία: Μητροφάνης ιερομόναχος, Κατουνάκια γύρω στα 1980)

Το κομποσχοινάκι είναι θαυματουργό!
Η καλυτέρα προσευχή είναι ό,τι εσύ επινοείς εκείνην την ώρα.
 Δεν είναι μόνον, θέλω να διαβάσουμε Μετάληψη να μεταλάβουμε,
 τρόπον τινά, αύριο. Α, «από ρυπαρών χειλέων, 
από βδελυράς καρδίας...»· διαβάζουμε, ούτε καταλαμβάνουμε τι 
λέμε. Εσύ ο ίδιος να βρεις προσευχή, εσύ ο ίδιος· οπότε 
καταλαμβάνεις τι λες εις τον Θεό. Αυτό έχει μεγάλη δύναμη, 
να πούμε, μεγάλη δύναμη!
Ε, ας υποθέσουμε ότι αύριο θα μεταλάβουμε. Θα μεταλάβουμε.
 Θά 'ρθει ουσιωδώς ο Παράκλητος ν' αγιάσει τα Δώρα· πώς
 θα τον υποδεχθείς; «Στο έλεός Σου, στην ευσπλαχνία Σου,
 συγχώρεσέ με». Έχει δύναμη διότι το λες και το καταλαμβάνεις,
 από μέσα απ' την ψυχή σου βγαίνει αυτή η ευχή, να πούμε. 
Διότι πολλές φορές διαβάζουμε, αλλού τρέχει ο νους,
 αλλά αυτό που βγαίνει από μέσα σου, το καταλαμβάνεις τι λες.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...