Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ


«Ο δε ούκ απεκρίθη αυτή λόγον»Είναι κάποιες φορές πού, ενώ προσευχόμαστε Θερμά στο Θεό, φαίνεται ότι δεν άπαντα. Γιατί άραγε;Στο ερώτημα αυτό μάς δίνει την απάντηση ή σημερινή ευαγγελική περικοπή. Μια πονεμένη μάννα, μια Χαναναία - κάτοικος γειτονικής ειδωλολατρικής χώρας - πλησίασε τον Κύριο Ιησού και...φώναξε δυνατά:-Κύριε, λυπήσου με! Ή κόρη μου υποφέρει φρικτά από δαιμόνιο...Ό Κύριος όμως «ούκ άπεκρίθη αύτη λόγον». Δεν της έδωσε καμία απάντηση. Αλλά και στις δικές μας ικετευτικές δεήσεις ό Κύριος κάποτε φαίνεται ότι δεν άπαντα. Γιατί άραγε; Άς δούμε κάποιους λόγους για τούς οποίους οι προσευχές μας μένουν αναπάντητες.

ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.
Ίσως ό Θεός κάποτε δεν άπαντα στις προσευχές μας για να δοκιμάσει την πίστη μας. Αν επιμείνουμε στην προσευχή, αυτό είναι μία απόδειξη ότι την πίστη και την ελπίδα μας τη στηρίζουμε στον παντοδύναμο Θεό. Αυτό έκανε και ή Χαναναία του σημερινού Ευαγγελίου. 'Ενώ ό Κύριος δεν της απαντούσε, αυτή συνέχιζε να Τον παρακαλεί. Κι όταν ακόμη ό Κύριος της μίλησε με λόγο αρνητικό για κάθε βοήθεια, εκείνη δεν παραιτήθηκε. Επέμεινε και τελικά κατόρθωσε να λάβει αυτό πού ζητούσε και παράλληλα να αποσπάσει ένα σπουδαίο εγκώμιο από τον Κύριο: «ώ γύναι, μεγάλη σου ή πίστις!». Με τη φαινομενική αδιαφορία του Κυρίου δοκιμάστηκε ή πίστη της Χαναναίας και έλαμψε σαν αστραφτερό διαμάντι, για να γίνει υπόδειγμα για όλους μας. Άραγε εμείς έχουμε εμπιστοσύνη ακλόνητη στη Θεία Πρόνοια ή είμαστε εύκολοι να παραιτηθούμε με την πρώτη δυσκολία; Ό Κύριος μάς ζητά πίστη σταθερή και αταλάντευτη. Και όταν δεν άπαντα στις προσευχές μας, θέλει να μάς δοκιμάσει και να μάς βοηθήσει να καλλιεργήσουμε αυτή την αξιοθαύμαστη πίστη της Χαναναίας.
ΓΙΑ ΜΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.
Οι δυσκολίες και οι θλίψεις γίνονται αφορμή για να καταφύγουμε στον φιλάνθρωπο Θεό και να ζητήσουμε τη βοήθεια του. Είναι αλήθεια ότι αυτές τις δύσκολες ώρες γίνονται οι πιο θερμές προσευχές! Ή ψυχή προσεύχεται με πίστη και αφοσίωση, με δάκρυα και αγωνία. 'Αν όμως ό Θεός μάς δώσει αμέσως αυτό πού ζητάμε, υπάρχει το ενδεχόμενο να σταματήσουμε την προσευχή. Να λάβουμε το δώρο και να ξεχάσουμε τον Δωρεοδότη. Και τότε το δώρο πού λάβαμε είναι πολύ μικρότερο σε σύγκριση με τη ζημιά πού πάθαμε! Διότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να διακόψουμε την επικοινωνία μας με τον Θεό και να φύγουμε από κοντά του!Μήπως λοιπόν το γεγονός ότι ό Κύριος δεν μάς δίνει αμέσως αυτό πού Του ζητάμε, είναι προς το συμφέρον μας; Δεν είναι ένας τρόπος για να μάθουμε να επικοινωνούμε με τον Θεό και να παραμένουμε κοντά του εξαρτώντας από Αυτόν κάθε υπόθεση της ζωής μας; Αυτό ακριβώς τονίζει και ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Να μη λέγεις, όταν για πολύ και*ρό προσεύχεσαι χωρίς να παίρνεις αυτό πού ζητείς, πώς δεν κατόρθωσες τίποτε, διότι ήδη κάτι σπουδαίο κατόρθωσες- διότι ποιό ανώτερο αγαθό υπάρχει από την προσκόλληση στον Κύριο και από τη συνεχή παραμονή στην ένωση μαζί του;» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΗ', 33).
ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΟΥΜΕ ΣΕ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΗ ΘΕΟΥ.
Πολλές φορές δεν παίρνουμε αυτό πού ζητάμε από τον άγιο Θεό, ωστόσο ωφελούμαστε με άλλο τρόπο. Μπορεί να περιμένει κανείς χρόνια ολόκληρα για να δει να αλλάζει ό δύστροπος σύζυγος, να επιστρέφει το παραστρατημένο παιδί, να θεραπεύεται ό άρρωστος· κι όμως όλο αυτό το διάστημα δεν πηγαίνει χαμένο. Το αντίθετο μάλιστα. Ή περίοδος της φαινομενικής σιωπής του Θεού τελικά αποδεικνύεται ως ή πιο γόνιμη περίοδος της ζωής μας. Διότι μέσα από τη δοκιμασία αυξάνει ή πίστη και ή ελπίδα μας στον Θεό, καταρτιζόμαστε στην υπομονή και στην ταπείνωση, οδηγούμαστε στη μετάνοια. Και ακόμα αισθανόμαστε εντονότερα τη χάρη του Θεού πού μάς ενισχύει για να αντιμετωπίσουμε το κάθε πρόβλημα. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου ό όποιος παρακάλεσε επανειλημμένως τον Θεό να τον απαλλάξει από χρόνια ασθένεια πού τον βασάνιζε, άλλ' ό Κύριος του απάντησε: «Αρκεί σοι ή χάρις μου». Σου είναι αρκετή ή χάρις μου, με την όποια σε ενισχύω (Β' Κορ. ιβ' 9). Και πράγματι! Με τη χάρη του Θεού ό μεγάλος Απόστολος ξεπερνούσε τις δυσκολίες της ασθένειας και συνέχιζε ανεπηρέαστος το θαυμαστό αποστολικό του έργο.Επομένως, κι όταν ό Θεός δεν άπαντα στις προσευχές μας, εμείς ωφελούμαστε, και μάλιστα πολλαπλά. Ενώ νομίζουμε ότι δεν μάς άπαντα, Εκείνος μάς επισκέπτεται με πλούσια έκχυση θείας Χάριτος. Λοιπόν ας μην απελπιζόμαστε κι ας μην αποκάμνουμε προσευχόμενοι.
 Ό φιλάνθρωπος Κύριος ως στοργικός Πατέρας πρόθυμα δέχεται τούς στεναγμούς της καρδιάς μας και μάς άπαντα ανάλογα με το αληθινό, το αιώνιο συμφέρον μας. Ας Του εμπιστευθούμε ολόκληρη τη ζωή μας. Εκείνος γνωρίζει.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Χαναναίας) (Μτθ. ιε΄ 21-28)


Ἀγαπητοί μου χριστιανοί, κάθε φορὰ ποὺ στὴν Θεία Λειτουργία διαβάζεται τὸ ἅγιο καὶ ἱερὸ Εὐαγγέλιο, ἔχουμε μπροστά μας τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτὸν μᾶς παρουσιάζει ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς ὁμιλῆ, νὰ μᾶς διδάσκει τὴν ἀλήθεια τῆς Πίστεως καὶ νὰ μᾶς προτρέπη νὰ αὐξηθοῦμε σὲ κάθε χριστιανικὴ ἀρετή. Τὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὸν ἐπίγειο βίο του, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν πλησιάζουν, γίνονται γιὰ μᾶς ἀφορμὴ νὰ μάθουμε πῶς θὰ βαδίσουμε τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία. Κάθε Κυριακὴ ἡ Ἐκκλησία διαλέγει καὶ ἕνα ξεχωριστὸ ἀγώνισμα, γιὰ νὰ μᾶς ἀσκήση. Σήμερα μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε σ’ ἕνα διπλὸ πνευματικὸ ἀγώνισμα, στὸ ἀγώνισμα τῆς πίστεως καὶ τῆς ταπεινώσεως.

Τὶ εἶναι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ἡ πίστη; Εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Νὰ τὸν πιστεύουμε ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ μόνο Σωτήρα τοῦ κόσμου. Νὰ ἀποδεχόμαστε χωρὶς ἀμφιβολίες ὅλα ὅσα ἐκεῖνος μᾶς ἀποκαλύπτει γιὰ τὸν Θεὸ, γιὰ τὸν κόσμο, γιὰ τὸν ἄνθρωπο, καὶ ὅλα ὅσα μᾶς διδάσκει γιὰ τὴν καθημερινή ζωή. Καὶ τὶ εἶναι ἡ ταπείνωση; Νὰ ἔχουμε συναίσθηση ποιοὶ εἴμαστε καὶ ποιὰ εἶναι ἡ πραγματική μας ἀξία. Νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν ἀδυναμία καὶ τὴν ἀτέλειά μας.
Ὅταν μὲ τὴν ταπείνωση καταλάβουμε πόσο μικροὶ καὶ ἀδύναμοι εἴμαστε μπροστὰ στὸν Χριστό, τότε πιστεύουμε στὴν παντοδύναμη θεότητά του καὶ τηροῦμε μὲ χαρὰ τὶς ἐντολές του. Ὅταν ὅμως μᾶς λείπη ἡ ταπείνωση καὶ ἔχουμε μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε δὲν μποροῦμε νὰ παραδεχθοῦμε τὸν Χριστό ὡς Κύριο, οὔτε νὰ ὑποταχθοῦμε στὸ θέλημά Του. Ἡ ἐμπειρία τῶν ἁγίων δείχνει ὅτι ἡ πίστη καὶ ἡ ταπείνωση πορεύονται πάντα μαζί. Ἡ ταπείνωση δείχνει τὴν πίστη καὶ ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωση. Αὐτὰ τὰ δύο ἀποτελοῦν βασικὰ καὶ ἀπαραίτητα γνωρίσματα τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία θέλει μὲ ἔμφαση νὰ μᾶς τὰ ὑπενθυμίση. Αὐτὸ τὸ κατορθώνει μὲ τὸ περιστατικὸ τῆς Χαναναίας, ποὺ περιλαμβάνει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή.
Ἡ Χαναναία εἶναι μία γυναίκα ποὺ γεννιέται, μεγαλώνει καὶ ζῆ μέσα σὲ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον. Ἔχει μία κόρη δαιμονισμένη καὶ ζῆ μαζί της ἕνα μακροχρόνιο δράμα. Ἀκούει γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό καὶ δείχνει μεγάλη πίστη στὸ πρόσωπό Του, ἐπειδὴ ἔχει μεγάλη ταπείνωση.
Ἡ Χαναναία δείχνει τὴν πίστη της, ὅταν μαθαίνη ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε στὰ μέρη της καὶ βγαίνη ἀπὸ τὸ σπίτι της νὰ τὸν συναντήση. Αὐτὸ γίνεται σὲ ἀντίθεση μὲ πολλοὺς Ἰουδαίους ποὺ δὲν τὸν πλησιάζουν καθόλου ἤ τὸν διώχνουν ἀπὸ τὸν τόπο τους, ὅπως οἱ Γαδαρηνοί. Ἡ Χαναναία δείχνει ἐπίσης τὴν πίστη της, ὅταν παραδέχεται τὸν Χριστό ὡς «υἱὸ Δαυῒδ», δηλαδὴ ὡς τὸν Μεσσία, καὶ ζητεῖ νὰ τὴν ἐλεήση. «Ἐλέησόν με, υἱέ Δαυῒδ. Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Δείχνει ἀκόμη τὴν πίστη της, ὅταν ὁ Χριστὸς φαίνεται νὰ μὴν τὴν προσέχη καθόλου καὶ ἐκείνη ἐπιμένει νὰ τὸν παρακαλῆ. Κι ὅταν ὕστερα ἀπὸ ὥρα ὁ Χριστὸς ἀπευθύνεται σ’αὐτὴν, τῆς ὁμιλεῖ περιφρονητικὰ. «Δὲν εἶμαι σταλμένος παρὰ στὰ πρόβατα τῆς γενεᾶς τοῦ  Ἰσραήλ», τῆς λέγει. Ἐκείνη δὲν ὑποχωρεῖ. Κάποιος ἄλλος στὴ θέση της θὰ εἶχεν ἀπογοητευθῆ, θὰ εἶχε προσβληθῆ, καὶ θὰ εἶχε ἀπομακρυνθῆ. Ἡ Χαναναία καὶ πάλι ἐπιμένει νὰ ζητῆ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸ τὸ κρίσιμο σημεῖο ὁ Χριστὸς τὴ δυσκολεύει ἀκόμη περισσότερο, καθὼς τῆς ἀπευθύνει λόγους πολὺ σκληρούς. «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίξω στὰ σκυλλάκια», τῆς λέγει. Κάθε νέος λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ πιὸ προσβλητικός. Κι ὅμως ἡ Χαναναία, ἀντὶ νὰ σκανδαλισθῆ καὶ νὰ ἀπογοητευθῆ, αὐτὴ φιλοσοφεῖ καὶ δείχνει ἀσυνήθιστη πίστη. Αὐτὸ φανερώνει ἡ ἀπάντησή της: «Ναί, Κύριε, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλλάκια τρῶνε ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους».
Μαζὶ μὲ τὴν ἀκλόνητη πίστη της ἡ Χαναναία δείχνει καὶ τὴν θαυμαστὴ ταπείνωσή της σὲ ὅλες τὶς λεπτομέριες τῆς ἱστορίας της. Πρῶτα πρῶτα δὲν καλεῖ τὸν Χριστό νὰ ἔλθη στὸ σπίτι της, ἐπειδὴ θεωρεῖ ἀνάξιο τὸν ἑαυτό της γιὰ νὰ δεχθῆ μία τέτοια ἐπίσκεψη. Ὕστερα, δὲν ζητεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ ἐλεήση τὴν κόρη της, ἀλλὰ νὰ ἐλεήση τὴν ἴδια, καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύση τὴν κόρη της. Ἀκόμη, δὲν λυπᾶται ὅταν ὁ Χριστὸς ἐγκωμιάζει τοὺς Ἰουδαίους καὶ περιφρονεῖ τὴν ἴδια. Δὲν πληγώνεται ἀπὸ τὶς προσβολές, οὔτε ἀγανακτεῖ. Μὲ τὴν ταπείνωση ἀνεβαίνει ἀκόμη πιὸ ψηλά. Ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τοὺς εὐνοούμενους Ἰουδαίους παιδιά καὶ ἐκείνη τοὺς ὀνομάζει κυρίους. Τὴν ἴδια ὁ Χριστὸς τὴν ὀνομάζει σκυλλάκι, ἀλλὰ ἐκείνη δὲν ἀντιλέγει στὸν περιφρονητικό λόγο. Γεμάτη ἀπὸ ταπείνωση τὸν ἀποδέχεται. Καὶ τὸ πιὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι στηρίζει τὸ αἴτημά της γιὰ βοήθεια σ’ αὐτὴν τὴν προϋπόθεση, ὅτι δηλαδή εἶναι ἕνα σκυλλάκι σὲ σχέση μὲ τὰ ἀγαπητὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὑποστηρίζει ὅτι καὶ σὰν σκυλλάκι δικαιοῦται τὸ περίσσευμα ἀπὸ ὅσα ὁ Χριστὸς δίνει στὰ παιδιά του.
Μὲ αὐτὴ τὴ στάση της ἡ Χαναναία ἀγωνίζεται ἐπίμονα στὰ δύο πνευματικὰ ἀθλήματα καὶ ἀποδεικνύεται πρωταθλήτρια στὴν πίστη καὶ στὴν ταπείνωση. Ξεπερνᾶ ὄχι μόνον τοὺς ἐναντιούμενους Ἰουδαίους, ποὺ ὁμιλοῦν μὲ ἔπαρση καὶ αὐθάδεια μπροστὰ στὸ Χριστό, « Ἐμεῖς ἔχουμε πατέρα τὸν Ἀβραάμ», ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ εἶναι κοντά του καὶ δυσπιστοῦν καὶ ἀπογοητεύονται καὶ σκανδαλίζονται μαζί του. Ἡ Χαναναία νικᾶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὥστε στὸ τέλος νὰ θεραπεύση τὴν κόρη της, διότι ὁ Χριστὸς νικᾶται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ τους πίστη καὶ ταπείνωση.
Τώρα κατανοοῦμε γιατὶ ὁ Χριστὸς τὴν ἔφερε σὲ τόσο μεγάλες δυσκολίες. Ἦταν αὐτὸς ὁ ἄριστος παιδαγωγικός του τρόπος, γιὰ νὰ ἀποκαλύψη στοὺς γύρω του καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ μέτρα τῆς ἀρετῆς της καὶ νὰ τὴν κάνει παράδειγμα στὴν πίστη καὶ στὴν ταπεινοφροσύνη γιὰ ὅλους μας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἀνυπέρβλητος Διδάσκαλος καὶ Παιδαγωγός, φέρθηκε τόσο σκληρὰ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς συναντήσεώς του μὲ τὴν Χαναναία, γιὰ νὰ μπορῆ στὸ τέλος νὰ φωνάξη μπροστὰ στοὺς μαθητές του: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».
Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἄς μεγαλώση καὶ ἡ δική μας πίστη μαζὶ μὲ τὴν ταπείνωση, γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν εὔνοια καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου. Ἀμήν

Κυριακή ΙΖ' Ματθαίου. Όταν ο Θεός δεν απαντά.


«Ο δε ούκ απεκρίθη αυτή λόγον»Είναι κάποιες φορές πού, ενώ προσευχόμαστε Θερμά στο Θεό, φαίνεται ότι δεν άπαντα. Γιατί άραγε;Στο ερώτημα αυτό μάς δίνει την απάντηση ή σημερινή ευαγγελική περικοπή. Μια πονεμένη μάννα, μια Χαναναία - κάτοικος γειτονικής ειδωλολατρικής χώρας - πλησίασε τον Κύριο Ιησού και...
 φώναξε δυνατά:-Κύριε, λυπήσου με! Ή κόρη μου υποφέρει φρικτά από δαιμόνιο...Ό Κύριος όμως «ούκ άπεκρίθη αύτη λόγον». Δεν της έδωσε καμία απάντηση. Αλλά και στις δικές μας ικετευτικές δεήσεις ό Κύριος κάποτε φαίνεται ότι δεν άπαντα. Γιατί άραγε; Άς δούμε κάποιους λόγους για τούς οποίους οι προσευχές μας μέ­νουν αναπάντητες.ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣΊσως ό Θεός κάποτε δεν άπαντα στις προσευχές μας για να δοκιμάσει την πίστη μας. Αν επιμείνουμε στην προσευχή, αυτό είναι μία απόδειξη ότι την πίστη και την ελπίδα μας τη στηρίζουμε στον παντοδύνα­μο Θεό. Αυτό έκανε και ή Χαναναία του σημερινού Ευαγγελίου. 'Ενώ ό Κύριος δεν της απαντούσε, αυτή συνέχιζε να Τον παρακαλεί. Κι όταν ακόμη ό Κύριος της μίλησε με λόγο αρνητικό για κάθε βοήθεια, εκείνη δεν παραιτήθηκε. Επέμεινε και τελικά κατόρθωσε να λάβει αυτό πού ζητούσε και παράλληλα να αποσπάσει ένα σπουδαίο εγκώμιο από τον Κύριο: «ώ γύναι, μεγάλη σου ή πίστις!». Με τη φαινομενική αδιαφορία του Κυρίου δοκιμάστηκε ή πίστη της Χαναναίας και έλαμψε σαν αστραφτερό διαμάντι, για να γίνει υπόδειγμα για όλους μας. Άραγε εμείς έχουμε εμπιστοσύνη ακλόνητη στη Θεία Πρόνοια ή είμαστε εύκολοι να παραιτηθούμε με την πρώτη δυσκολία; Ό Κύριος μάς ζητά πίστη σταθερή και αταλάντευτη. Και όταν δεν άπαντα στις προσευχές μας, θέλει να μάς δοκιμάσει και να μάς βοηθήσει να καλλιεργήσουμε αυτή την αξιοθαύμαστη πίστη της Χαναναίας.ΓΙΑ ΜΑ ΜΗΝ ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΟι δυσκολίες και οι θλίψεις γίνονται αφορμή για να καταφύγουμε στον φιλάνθρωπο Θεό και να ζητήσουμε τη βοήθεια του. Είναι αλήθεια ότι αυτές τις δύσκολες ώρες γίνονται οι πιο θερμές προσευχές! Ή ψυχή προσεύχεται με πίστη και αφοσίωση, με δάκρυα και αγωνία. 'Αν όμως ό Θεός μάς δώσει αμέσως αυτό πού ζητάμε, υπάρχει το ενδεχόμενο να σταματήσουμε την προσευχή. Να λάβουμε το δώρο και να ξεχάσουμε τον Δωρεοδότη. Και τότε το δώρο πού λάβαμε είναι πολύ μικρότερο σε σύγκριση με τη ζημιά πού πάθαμε! Διότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να διακόψουμε την επικοινωνία μας με τον Θεό και να φύγουμε από κοντά του!Μήπως λοιπόν το γεγονός ότι ό Κύριος δεν μάς δίνει αμέσως αυτό πού Του ζητάμε, είναι προς το συμφέρον μας; Δεν είναι ένας τρόπος για να μάθουμε να επικοινωνούμε με τον Θεό και να παραμένουμε κοντά του εξαρτώντας από Αυτόν κάθε υπόθεση της ζωής μας; Αυτό ακριβώς τονίζει και ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Να μη λέγεις, όταν για πολύ και­ρό προσεύχεσαι χωρίς να παίρνεις αυτό πού ζητείς, πώς δεν κατόρθωσες τίποτε, διότι ήδη κάτι σπουδαίο κατόρθωσες- διότι ποιό ανώτερο αγαθό υπάρχει από την προσκόλληση στον Κύριο και από τη συνεχή παραμονή στην ένωση μαζί του;» (Κλίμαξ, Λόγος ΚΗ', 33).ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΟΥΤΙΣΟΥΜΕ ΣΕ ΑΡΕΤΕΣ ΚΑΙ ΧΑΡΗ ΘΕΟΥΠολλές φορές δεν παίρνουμε αυτό πού ζητάμε από τον άγιο Θεό, ωστόσο ωφελούμαστε με άλλο τρόπο. Μπορεί να περιμένει κανείς χρόνια ολόκληρα για να δει να αλλάζει ό δύστροπος σύζυγος, να επιστρέφει το παραστρατημένο παιδί, να θεραπεύεται ό άρρωστος· κι όμως όλο αυτό το διάστημα δεν πηγαίνει χαμένο. Το αντίθετο μάλιστα. Ή περίοδος της φαινομενικής σιωπής του Θεού τελικά αποδεικνύεται ως ή πιο γόνιμη περίοδος της ζωής μας. Διότι μέσα από τη δοκιμασία αυξάνει ή πίστη και ή ελπίδα μας στον Θεό, καταρτιζόμαστε στην υπομονή και στην ταπείνωση, οδηγούμαστε στη μετάνοια. Και ακόμα αισθανόμαστε εντονότερα τη χάρη του Θεού πού μάς ενισχύει για να αντιμετωπίσουμε το κάθε πρόβλημα. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αποστόλου Παύλου ό όποιος παρακάλεσε επανειλημμένως τον Θεό να τον απαλλάξει από χρόνια ασθένεια πού τον βασάνιζε, άλλ' ό Κύριος του απάντησε: «Αρκεί σοι ή χάρις μου». Σου είναι αρκετή ή χάρις μου, με την όποια σε ενισχύω (Β' Κορ. ιβ' 9). Και πράγματι! Με τη χάρη του Θεού ό μεγάλος Απόστολος ξεπερνούσε τις δυσκολίες της ασθένειας και συνέχιζε ανεπηρέαστος το θαυμαστό αποστολικό του έργο.Επομένως, κι όταν ό Θεός δεν άπαντα στις προσευχές μας, εμείς ωφελούμαστε, και μάλιστα πολλαπλά. Ενώ νομίζουμε ότι δεν μάς άπαντα, Εκείνος μάς επισκέπτεται με πλούσια έκχυση θείας Χάριτος. Λοιπόν ας μην απελπιζόμαστε κι ας μην αποκάμνουμε προσευχόμενοι. Ό φιλάνθρωπος Κύριος ως στοργικός Πατέρας πρόθυμα δέχεται τούς στεναγμούς της καρδιάς μας και μάς άπαντα ανάλογα με το αληθινό, το αιώνιο συμφέρον μας. Ας Του εμπιστευθούμε ολόκληρη τη ζωή μας. Εκείνος γνωρίζει. «Ο ΣΩΤΗΡ» 1-2-2011

Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, εις την Χαναναίαν




Ιδού ότι υπήρξε και συμφορά η οποία έγινε αφορμή μεγάλης ευφροσύνης, και πένθος που προξένησε ευθυμία, και λύπη που έφερε υπερβολικήν χαρά. Επειδή όπου παρευρίσκεται ο Ιησούς, και ο θρήνος μεταβάλλεται σε ηδονήν, και ο κλαυθμός και οδυρμός μεταλλάσσεται σε ευφροσύνην. Το μαρτυρεί αυτό με τα λόγια της κραυγάζοντας η Χαναναία, την ιστορία της οποίας με θαυμασμόν η βίβλος των Ευαγγελίων την επιδεικνύει μέχρι τώρα, και διατηρεί την κραυγή της γραμμένη σαν σε στήλη, ώστε ο επίβουλος χρόνος να μην παρασύρη την μνήμη” Επειδή ο καρπός της πίστεως είναι πιο δυνατός. «Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς», λέγει, «ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Ο Θεός παρευρίσκεται παντού, και κανένας τόπος δεν ετόλμησε να τον περιορίση. Και επειδή είναι κατά φύσιν αόρατος, επιβεβαιώνει την παρουσία του σ’ εκείνους που τον έβλεπαν, προβάλλοντας τον ναό που ενεδύθη προς χάριν μας. Ήλθε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, στα παλαιά καταγώγια των δαιμόνων, στις περιοχές των ειδώλων, στις χώρες της ειδωλολατρίας, στο αντικείμενο της κατηγορίας των Προφητών.

...

Πρόσεξε παρακαλώ τον Ευαγγελιστήν πώς κομπάζει με την διήγηση, και αποκαλύπτει το νόημα της μεταβάσεως του Κυρίου: «Και εξελθών εκείθεν, ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Από πού εκείθεν; Από εκεί όπου θαυματουργώντας εδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ήκουεν ύβρεις, και ευεργετώντας αντιμετώπιζε την απιστία. «Και ιδού γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε λέγουσα: Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Χαναναία το γυναικάριον, αλλά με την προαίρεσιν ηρνήθη το γένος της. Η πίστις ενίκησε την φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ας μην κατηγορή τους Χαναναίους. Η γυναίκα αυτή έλυσε τα εγκλήματα των πατέρων της, γίνεται αρχή ευσεβείας, κραυγάζοντας στους ευσεβείς: «Υιέ Δαυίδ, ελέησον με». Πόσες μυριάδες Ιουδαίων εθεράπευσε ο Χριστός και αντί ευχαριστίας ήκουσε: «Ούτος πόθεν εστίν ουκ οίδαμεν». Ενώ μία άσημος γυναίκα Χαναναία και πριν την θεραπεία, με αναπτερωμένην πίστη έφθασε σε ύψος ευαγγελιστού. «Κύριε, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Πένθος ελεεινόν και θέαμα για την μητέρα πιο πικρόν και από τον θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρές παλεύει με την κόρη, και ο εχθρός παραμένοντας αόρατος, παρατάσσεται κατά του παιδιού.

- Πώς να αναγγείλω το δεινόν, πώς να κηρύξω το πάθος; Δεν υποφέρω να την βλέπω.

Πηδά έξω από το σπίτι, περιφέρεται στην πόλιν εκτείνοντας τα χέρια στον αέρα, με βλέμμα απλανές και ακάλυπτα τα μαλλιά.

- Φωνάζει: Για καταγώγιον του δαίμονος το εγέννησα το παιδί μου;

Παραβλέπει την αισχύνην η συμφορά, και το πάθος αιχμαλώτισε την φυσικήν εντροπήν. Αφήνει κραυγές που προκαλούν τον φόβο. Τρέχει στον δρόμο, ελεεινώς σιωπά και ακόμη χειρότερα ομιλεί. Δεν έχει προθεσμίαν η τιμωρία, καταναλώνονται οι νύκτες στην αγρυπνία. Ευρίσκοντας δε τις ημέρες φοβερότερες από τις νύκτες, πηδά από την κλίνη και αρχίζει να διαλαλή την συμφορά:

- Ελέησον με, που μαστιγώνομαι από την θυγατέρα μου. Εκείνης το πάθημα, ιδικός μου ο πόνος, εκείνην διαπομπεύει το δαιμόνιον, η φύσις όμως δια μέσου εκείνης γίνεται όπλον εναντίον μου. Ο δαίμων εισήλθε στην θυγατέρα πολεμώντας την μητέρα, σ’ εμένα ρίπτει τα βέλη δια μέσου αυτής. Είθε να μη μου γεννούσε αυτήν την κυοφορίαν η φύσις! Να ετελείωνε η ζωή μου με τον τοκετό. Θα ήταν παρηγορία για τον θάνατον ο νόμος της φύσεως. Ελέησόν μας.

«Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Ω φιλάνθρωπος σιωπή με σχήμα απάνθρωπον! Ω σιωπή μεγαλόφωνος, που είναι κατήγορος των Ιουδαίων! Με αυτήν έλεγε ο Σωτήρ στους Ιουδαίους: Βλέπεις, Ιουδαίε, Χαναναίας ευγένεια; Βλέπεις από ρίζα διαβεβλημένην καρπόν επαινετόν; Δεν εδέχθη τον Μωυσή για νομοθέτη και ανεγνώρισε του Μωυσέως τον Δεσπότην. Δεν γνωρίζει Προφήτες και πιστεύει σ’ αυτόν που επροφητεύθη. Και σημεία δεν είδε, και τον απόγονο του Δαυίδ ομολόγησε. Τον Θεόν τον ηρνήθης έπειτα από τόσα θαύματα, και αυτή πριν ιδεί θαύμα τον επίστευσε. Αλλά κοίτα που κλαίει και εγώ την παραβλέπω προς χάριν σου. Αν και λυπούμαι το πένθος, όμως κρύβω το έλεος. Φωνάζει σαν εθνική, την στέλλω σ’ εσέ παίρνοντάς σου από πριν την πρόφαση της απιστίας. Δεν την απαλλάσσω από το πάθος, για να μη σου προκαλέσω φθόνο. Συγκρατώ την θεραπεία, για να μη σου δώσω λαβήν απιστίας, για να μη λέγω, κατηγορώντας σαν άπιστος: την Χαναναίαν ελεούσες; Γιατί εθεράπευες τους εχθρούς του Μωυσέως; Κοίτα που την αφήνω να κλαίη, και για να τιμήσω εσέ παραβλέπω μητέρα που τιμωρείται με τα παθήματα της κόρης!

«Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Η αναβολή της θεραπείας, δοκιμασία της πίστεως, χωνευτήριο της προαιρέσεως της γυναικός. Μάλλον η σιωπή του Κυρίου γίνεται έπαινος στην Χαναναία. Μέχρι την στιγμή που ο χορός των Αποστόλων, μη γνωρίζοντας την σοφία της Δεσποτικής σιωπής, και αδυνατώντας να υποφέρη την φωνή της πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης προς τον Σωτήρα, και πρεσβεύουν για την γυναίκα οι μαθηταί του Χριστού. Δέχονται αυτοί τις ικεσίες της, και παρακαλούν τον Κύριον: «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών». Τι απαντά η ανέκφραστος φιλανθρωπία, η απόρρητος σοφία;». «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».

Βαρυτέρα από την σιωπήν η απόκρισις. Ανάλογος όμως με την πίστιν της Χαναναίας. Διότι αν δεν ήταν η πίστις της μεγάλη, θα κατηγορούσε τον Σωτήρα για απανθρωπίαν ή για αδυναμίαν, θα απεμακρύνετο και θα έλεγε: τι φοβερά απανθρωπία! Δεν με ελυπήθη που κλαίω, δεν ελέησε μητέρα που πληγώνεται με τα παθήματα της κόρης, δεν ελέησε το δράμα της φύσεως. Ικέτευα και με απεστρέφετο, εφώναζα και με απέφευγε. Και πρώτα μεν απέκρουσε τις φωνές μου με την σιωπήν. Ούτε όταν εφώναζα την ώρα που σιωπούσε τον συνεκίνησα, τότε που είχα καλές ελπίδες για την θεραπείαν, όταν το πάθημά μου ευρήκε συνηγόρους, όταν προσδοκούσα φιλάνθρωπο λόγον, όταν ονειροπολούσα πως μόλις ομιλήσει θα απαλλαγή η θυγατέρα μου. Με ανοικτό το στόμα ανέμενα φωνήν που θα φέρη την άνεση. Και τότε ομίλησε και διέλυσε τις ελπίδες μου. Φορτωμένη με λύπη φεύγω. Μου πρόσθεσε συμφορές με τις ύβρεις του. Κυνάριο με είπε μέσα σε τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αυτός δικαιώνει τον δαίμονα. Φαίνεται της κόρης μου η συμφορά ενίκησε κι αυτού την δύναμη. Ίσως με τις ύβρεις έκρυψε την ομολογία της ήττας του. Ένα μόνον εκέρδισα από την ικεσία μου. Ηύξησα του δημίου της κόρης μου την αγανάκτησιν, άναψα τον θυμόν του με τα λόγια εκείνου, έκαμα αγριότερον τoν εχθρόν του παιδιού μου.

Αλλά δεν ολίσθησε σε παρομοίους λόγους, ούτε με τις ύβρεις η πίστις ατόνησε. Μεγάλη η πίστις της γυναικός, γι’ αυτό και εθησαυρίσθη στα Ευαγγέλια. «Ουκ έξεστιν βαλείν τoν άρτον των τέκνων τοις κυναρίοις». Αυτή δε προσπαθώντας να μεταπείση τoν Δεσπότην έλεγε: Ναι Κύριε, παίρνω την ύβρη σαν υπόσχεση θεραπείας. «Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Μου εγγυάται την σωτηρίαν η προσφώνησις του ζώου αυτού. Ας γίνη το μέγεθος της ύβρεως μέτρον γι’ αυτό που θα μου δώσης. Κυνάριο με ονόμασες. Σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου. Έχει μερίδιον από τα ψίχουλα των τέκνων και το κυνάριο. Δεν αρπάζω τον άρτο, τα ψίχουλα ζητώ. Δεν πηδώ επάνω στην τράπεζα, αυτά μου φθάνουν. Δεν ομιλώ για απόλαυσιν. Ας απολαύση ο κληρονόμος σου εκείνο το τραπέζι, ας πέση όμως από το χέρι σου κάποιο ψίχουλο και για εμάς.

Ω πίστις! Ω σύνεσις! Ω ευλάβεια Χαναναίας! Τι κάνει λοιπόν ο Σωτήρ; Αποκαλύπτει τι έκρυβε η σιωπή: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»! Γι’ αυτό ανέβαλα την χάρη, για να δείξω την πίστη σου. Δεν σιωπούσα ως απάνθρωπος, αλλά ησύχαζα ως προγνώστης. Περίμενα να φανεί όλη σου η πίστις. Ήθελα να διδαχθούν οι παρόντες τι μαργαρίτης εκρύπτετο σε γυναίκα Χαναναία. Σου ανοίγω όλο το τραπέζι της θεραπείας, και σου χαρίζω όχι σαν σε κυνάριο τα ψίχουλα, αλλά ως θυγατέρα τον άρτον. Εσύ μεν ενίκησες με την πίστη τους Ιουδαίους, εγώ δε με την δωρεά το αίτημά σου. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Γίνε συ ιατρός της κόρης σου, μέσα σου έχεις της θεραπείας το φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατά των Ιουδαίων και του δαίμονος. Λάβε έπαθλο της πίστεως, την θεραπεία της φύσεως.

Ας αναζητήσωμε την πίστη, τον στέφανον της Εκκλησίας. Ας αγαπήσωμε την πίστη, την αστραπή της οποίας δεν υποφέρουν οι δαίμονες. Την πίστη, το κεφάλαιον των μαθητών του Χριστού. Ας ακούσωμε τον Παύλο που φωνάζει: «Στήκετε εν τη πίστει». «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», ώστε να ακόυσωμε και εμείς τον Δεσπότη να μας λέγη: «Γεννηθήτω υμίν ως θέλετε». Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

(5ος αιών - Migne, P.G. τ. 85, στ. 245. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 295 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ) Ματθ. ΙΕ΄ 21-28 Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Κωνστάνταρος


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ)
Ματθ. ΙΕ΄ 21-28
Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

   Συγκλονιστική και πολύ διδακτική η περικοπή που μας περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος. Μας περιγράφει την ακράδαντη πίστη της Χαναναίας.
Η πονεμένη γυναίκα, που σημειωτέoν δεν ήταν Ιουδαία, ειδωλολάτρισσα ήταν, απευθύνεται προς Εκείνον από τον οποίον και μόνο μπορούσε να λάβει αυτό που ζητούσε. Δηλ. την θεραπεία της κόρης της.
Όσο και να θέλουν οι άνθρωποι, όσο κι αν προσπαθούν οι ιατροί, υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τις οποίες υψώνουν τα χέρια, παραιτούμενοι όλων των φιλότιμων προσπαθειών τους… Και αυτό φυσικά θα συμβαίνει σε κάθε εποχή, διότι όχι μόνο η καθ΄αυτό σωματικές ασθένειες δεν θεραπεύονται πάντοτε, αλλά και διότι υφίστανται και οι λεγόμενες πνευματικές ασθένειες, που τα αποτελέσματά τους, τα προκαλούν τα ακάθαρτα και πονηρά πνεύματα. Στις τραγικές δε αυτές περιπτώσεις, τον λόγο, δεν τον έχει η ανθρώπινη επιστήμη, αλλά η Χάρις Του Θεού.
Αυτό λοιπόν που οι άρχοντες του Ισραήλ, οι πωρωμένοι Εβραίοι δεν ήθελαν να παραδεχτούν, την δύναμη δηλ. Του Ιησού, το γνωρίζει και τα παραδέχεται η Χαναναία! Σε Αυτόν λοιπόν, Τον Κύριο Ιησού, έρχεται και υποβάλλει με ακλόνητη πίστη και βεβαία ελπίδα το αίτημά της. Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστικό, ότι δεν παρακάλεσε μία μόνο φορά, αλλά έλεγε και ξαναέλεγε με συγκινητική επιμονή το «Κύριε υιέ Δαβίδ, ελέησόν με», «Κύριε βοήθει μοι», όταν Ο Κύριος, ακριβώς για να αναδείξει αυτή την θερμή πίστη της, φαινόταν ότι δήθεν, δεν ήθελε να την βοηθήσει.
Αυτή λοιπόν η ζωντανή πίστη, σε συνδυασμό με την επίμονη προσευχή και τη θερμή ικεσία της, έγινε δεκτή και όχι μόνο θεραπεύθηκε η ταλαίπωρη κόρη της, αλλά τελικώς επαινέθηκε από τον ίδιο Τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό!
Να παραδεχθούμε φίλοι μου, ότι αυτή η Χαναναία, που δεν ανήκε βεβαίως στον Ιδουαϊκό λαό, γίνεται τώρα παράδειγμα προς μίμηση για εμάς τους Χριστιανούς που είμαστε στην εποχή Της Χάριτος και ζούμε εντός Της σωστικής κιβωτού, που ονομάζεται Ορθόδοξος Εκκλησία; Γιατί όχι;
Ας ταπεινωθούμε και ας την λάβουμε ως παράδειγμα, όσον αφορά τόσο την πίστη μας Στον Σωτήρα Χριστό, όσο και για την προσευχή μας.
Διότι, ναι μεν, πιστεύουμε. Αναμφιβόλως πιστεύουμε ότι ο Ιησούς είναι ο μεγάλος Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας. Έχουμε όμως μέσα στην καρδιά μας την θερμή προσευχή και την σταθερή επιμονή στο άγιο αυτό έργο, το οποίο εξομοιώνει τους ανθρώπους με τους Αγγέλους; Τις νοερές δυνάμεις που διηνεκώς υμνούν και δοξολογούν τον εν Τριάδι Θεόν;
Πιστεύουμε ότι η προσευχή είναι πραγματική συνομιλία με τον Κύριό μας; Τον Μεγάλο Αρχιερέα;
Προσερχόμαστε «μετά παρρησίας τω θρόνω της Χάριτος, ίνα λάβωμεν έλεον και χάριν εύρωμεν εις εύκαιρον βοήθειαν»; (Εβρ. Δ΄16). Δηλ. Πλησιάζουμε με θάρρος στο θρόνο της δόξης (στον ένδοξο θρόνο), για να λάβουμε έλεος και να επιτύχουμε χάρι για να βοηθηθούμε στον καιρό της ανάγκης;
Εάν ναι, τότε αυτό αποτελεί μεγάλη ευλογία που όμως είναι ανάγκη να πραγματοποιείται όχι αποσπασματικώς, αλλά συνεχώς και ολο ένα και περισσότερο, προϊόντος του χρόνου, να αυξάνουμε και να βελτιώνουμε αυτή την ιερά επικοινωνία μας με τον Θεό, μέσω της αγίας προσευχής.
Και φυσικά, αυτή η Πίστη, η ζωντανή και νευρώδης, η Ορθόδοξη Πίστη μας, θα μας δίνει πάντοτε την σταθερή επιμονή στην προσευχή, όπως ακριβώς και στην Χαναναία.
Αυτή ακριβώς την επιμονή υπονοεί και ο ίδιος ο Κύριος όταν μας διδάσκει «αιτήτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν», (Ματθ. Ζ΄7). Δηλ. Ζητείτε και θα σας δοθεί, αναζητείτε και θα βρήτε, κρούετε τη θύρα και θα σας ανοιχθεί.
Βεβαίως, μπορεί να μην λαμβάνουμε πάντοτε όσα ζητούμε. Τούτο όμως, δεν πρέπει σε ουδεμία των περιπτώσεων να μας αποθαρρύνει και να μας κάνει να σταματήσουμε ή έστω να χαλαρώσουμε την προσευχητική μας προσπάθεια.
Αυτό, η χαλάρωση δηλ. της προσευχής, εάν ξεκινήσει, είναι απαρχή πτώσεως πνευματικής και κατ΄επέκταση αποκοπής από την αγάπη του Θεού.
Πολύ δε περισσότερο, σε καμμία των περιπτώσεων, δεν πρέπει αδελφοί μου να επιτρέπουμε την θλίψη και την ψυχρότητα να εισέρχονται στο εσωτερικό μας, όταν νομίζουμε ότι δεν ακούγονται οι προσευχές μας. Αντιθέτως, αυτό να μας εμπνεύσει μεγαλύτερη επιμονή. Να ανοίγουμε ακόμα περισσότερο αυτήν ουράνια επικοινωνία, διότι, ακριβώς αυτήν την επικοινωνία, την θερμή επικοινωνία ζητά ο Θεός. Και όπως έλεγε ένας άγιος, ο Θεός, δεν είναι όπως οι άνθρωποι που κουράζονται εάν τους παρακαλέσουμε αρκετές φορές για κάτι και που τελικώς στενοχωρούνται και εξοργίζονται.
Ο Θεός, χαίρεται την προσευχητική επικοινωνία με τα τέκνα του και εάν τελικώς το αίτημά μας είναι προς το συμφέρον μας, τότε φυσικά θα μας δώσει αυτό που ζητούμε.
Εάν όμως, δεν είναι προς το συμφέρον μας, τότε βλέποντας την επιμονή μας και την θερμή ικεσία μας, θα μας δώσει κάτι πολύ καλύτερο απ΄αυτό που του ζητήσαμε!
Και είναι όντως, αλήθεια, ότι όταν χτυπάμε στον Θεό και δεν μας ανοίγει, δεν είναι διότι δεν μας ακούει, αλλ΄ότι ετοιμάζει να μας ανοίξει μια άλλη πόρτα πολύ καλύτερη, που ούτε καν μπορούμε να φανταστούμε.
Αδελφοί μου, με τη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, εκτός των άλλων, ο Κύριος Ιησούς, θέλει να μας διδάξει «το δειν πάντοτε προσεύχεσθαι αυτούς και μη εκκακείν» (Λουκ. ΙΗ΄1). Δηλ. πρέπει με πίστη, επιμονή, υπομονή και καρτερία, συνεχώς να προσευχόμαστε και να μην αποκάμωμε όταν φαίνεται ότι οι προσευχές μας δεν εκπληρώνονται αμέσως.
Ας μη λησμονούμε δε ποτέ, αυτό που έγραψε μια ψυχή με μεγάλη πίστη και που συνεχώς στο νου και στην καρδιά είχε την θερμή ικεσία.
 Είσαι γεμάτος από γαλήνη; Προσευχήσου!
 Η προσευχή θα σου τη διατηρήσει.
 Πειρασμούς έχεις; Προσευχήσου!
 Η προσευχή θα σε στηρίξει και θα σε ενδυναμώσει.
 Αμάρτησες; Προσευχήσου!
 Η προσευχή θα σε επανορθώσει.
 Θλιμμένος είσαι και απογοητευμένος; Προσευχήσου!
Η προσευχή θα σε παρηγορήσει και θα σου δώσει νέες ψυχικές δυνάμεις.
Αμήν.

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου



Ὁ ἀβάστακτος πόνος γιά τήν ἀρρώστεια τοῦ παιδιοῦ της, ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, ἔκανε τή δυστυχισμένη Μητέρα νά πάρει τούς δρόμους μακρυά ἀπό τό χωριό της πρός ἀναζήτηση τῆς τελευταίας της ἐλπίδος, τοῦ Ἰη­σοῦ. Τόν συνάντησε στά μέρη Τύρου καί Σιδῶνος καί μόλις ἀτένισε τήν φιλεύσπλαχνη μορφή Του ἔβγαλε σπαρακτικές φωνές καί κραυγές πόνου: «Ἐ­λέησόν με Κύριε, υἱέ Δαβίδ, ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμο­νί­ζε­ται». Τόν παρακαλεῖ μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς της. Δέν ἀντέχει ἄλλο νά βλέπει τό κορίτσι της νά τυραννεῖται ἀπό τό δαιμόνιο. Εἶχε γυρίσει ὅλους τούς για­τρούς, εἶχε ξοδέψει ὅλη της τήν περιουσία μά κανείς δέν μπόρεσε νά τήν βοηθήσει. Ἀπο­γοη­τευμένη ἀπό τίς ἐγκό­σμιες δυνάμεις καταφεύγει στόν Ἰη­σοῦ μέ τήν βεβαιότητα, ὅτι μόνο Ἐ­κεῖνος μπορεῖ νά τήν θεραπεύσει.
Ὁ Ἰησοῦς ὅμως σιωπᾶ. Προσποιεῖται τόν ἀδιάφορο. Δέν τῆς δίδει καμμιά σημασία. Ἐκείνη ὅμως τρέχει πίσω του καί φωνάζει μέχρι τέτοιου σημείου, ὥστε οἱ μαθηταί βλέποντας τή σιωπή τοῦ Ἰησοῦ καί νομίζοντας ὅτι προέρχεται ἀπό περιφρόνηση καί ἀδιαφορία πρός τήν ἐνοχλητική γυ­ναί­κα, τήν ἐπιτιμοῦν, τήν ἐμποδίζουν νά τόν πλησιάσει καί μή μπορώντας νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τήν πεισματική ἐπιμονή της καταφεύγουν στόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ καί τοῦ λέγουν: «ἀπόλυσον αὐτήν ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν».  Δέν μποροῦσαν οἱ ἁπλοϊκοί μαθηταί νά καταλάβουν τή σιωπή Του. Καί ὁ     Ἰη­­σοῦς στήν ὀρμητική πίστη τῆς Χαναναίας γίνεται πιό σκληρός. Δο­κι­μά­ζει τήν ἀντοχή της. Τήν ξεχωρίζει ἀπό τούς Ἰουδαίους χρησιμοποιώντας τό ἴδιο τό ἐπιχείρημα τῶν Ἰουδαίων. «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μή εἰς τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ». Ἐκείνη δέν προσβάλλεται, γονατίζει πιό βα­θειά, τόν προσκυνεῖ καί ἀναγνωρίζουσα τήν ἀδυναμία τῆς ψυχῆς της τόν πα­ρα­καλεῖ νά τή βοηθήσει. Ὁ Ἰησοῦς συνεχίζει νά τηρεῖ σκληρή στάση ἀ­πέ­­ναντί της. Τήν ταπεινώνει. Τήν ὀνομάζει σκυλί. Ἐκείνη παρα­δε­χε­ται ὅτι δέν εἶναι ἀπό τόν ἐκλεκτό λαό τοῦ Θεοῦ, καί διακηρύττει ὅτι εἶναι ἕνα σκυλί, ἀλλά σκυλί στό σπίτι τοῦ Θεοῦ πού ἔχει δικαίωμα νά τρώει τά ψί­χου­λα πού πέφτουν ἀπό τό τραπέζι τοῦ κυρίου της. Τότε ὁ Ἰησοῦς συγκι­νη­μένος ἀπό τήν ταπείνωση καί τήν ἐπιμονή της διακόπτει τή σκληρή συ­μπε­ριφορά του καί ἀναφωνεῖ: «Ὦ γῦναι μεγάλη σου ἡ πί­στις! Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Καί ὅπως καταλήγει ὁ ἱερός Εὐαγγε­λι­στής ἀμέσως θερα­πεύ­θηκε ἡ θυγατέρα της.
Ἡ σημερινή Χαναναία τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς διδάσκει τρόπο προ­σευ­χῆς. Ἐκθέτει στόν ἰατρό τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων τό πρόβλημά της καί πα­ρακαλεῖ νά τήν ἐλεήσει. Δέν ζητεῖ τή θεραπεία τῆς κόρης της. Ζητεῖ τό ἔλεος καί τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, στή δοκιμα­σία της. Ἔτσι πρέπει νά προ­σεύ­χεται κάθε χριστιανός. Ν΄ ἀφήνει τόν ἑαυτό του στήν πρόνοια τοῦ Θε­οῦ καί νά λέγει: «Κύριε ὡς οἶδας καί ὡς θέλεις ἐλέησόν με». Μέ τήν προ­σευ­χή αὐτή ζητᾶ ὁ ἄνθρωπος νά τοῦ γίνει ὅ,τι κρίνει ὠφέλιμο ὁ Θεός. Ὅ­ταν στήν ὥρα τῶν δοκιμασιῶν μας λέμε: «Κύριε γενηθήτω τό θέλημά σου» πο­λύ σύντομα θ΄ ἀκούσουμε ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό: «γενηθήτω σοι ὡς θέ­λεις».
Ἡ ταπείνωση τῆς πονεμένης Μητέρας εἶναι ἀξιοθαύμαστη. Εἶναι ἀπόρ­­ροια τῆς ἀγάπης πρός τό παιδί της. Ἔτσι κάθε Μάνα ταπεινώνεται καί ἐξευτελίζεται ἀκόμα προκειμένου νά πετύχει τήν εὐτυχία τοῦ παιδιοῦ της. Προσευχή πού γίνεται χωρίς ταπείνωση εἶναι ἀνώφελη καί γίνεται πρό­­­ξε­νος ἐπάρσεως, ὅπως στόν Φαρισαῖο. Μόνο ἡ τελωνική προσευχή δι­καιώ­­νει καί σώζει τόν ἄνθρωπο.
Στήν προσευχή τῆς Χαναναίας ὁ Ἰησοῦς σιωποῦσε. Ἐδοκίμαζε τήν πί­στη της. Κι ἄλλες φορές σέ ἱκετευτικές κραυγές ὁ Θεός σιω­ποῦ­σε. Στίς πο­λύχρονες προσευχές τοῦ Ζαχαρία καί τῆς Ἐλισάβετ, τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄν­νας ὁ Θεός σιωποῦσε. Στίς ἀγωνιώδεις ἱκε­σίες τῆς διωκόμενης Ἐκ­κλη­σίας ὁ Χριστός σιωποῦσε. Μέ τή σιγή του προε­τοίμαζε τόν θρίαμβο τῆς δυνάμεώς του. Καί ὅπως τή σιγή τοῦ τά­φου διεδέχθη ὁ θρίαμβος τῆς Ἀ­να­στά­σεως ἔτσι καί κάθε περίοδο σιω­πῆς του διαδέχεται μιά λαμπρή περίο­δος δόξης καί μεγαλείου. Μή ἀδημονοῦμε στίς αἰτήσεις μας πρός τό Θεό. Ὅ­ταν ἔλθει ἡ ὥρα ὁ Θεός θά μιλήσει.
Ἐμεῖς ὅμως ε{ιμαστε βιαστικοί καί ἀνυπόμονοι. Θέλουμε νά μᾶς ἀ­πα­ντήσει ἀμέσως ὁ Θεός. Κι ἄν περάσει λίγος χρόνος σιωπῆς Του τόν ἐγκα­ταλείπουμε καί ἀναζητᾶμε ἄλλους τρόπους θεραπείας τῆς ἀνάγκης μας.
Ἀδελφοί μου,
Ὁ καθημερινός ἀγώνας μέ τόν πόνο γιά κάθε ἀνθρωπο εἶναι μεγά­λο μαρ­τύριο. Στή μάχη αὐτή πολλές φορές γονατίζουμε. Ε{ιμα­στε ἀδύναμοι καί πνευ­ματικά ἀσθενικοί. Δέν θά πρέπει ὅμως νά ἀπογοητευόμαστε ἀπό τήν ὁρ­μή τῆς καταιγίδας. Ἔχουμε τή δύναμη τῆς προσευχῆς. Ἀς ἀφεθοῦμε στά χέρια τοῦ Θεοῦ κι ἄς ἀκολουθή­σου­με τό δρόμο πού ἡ Ἐκκλησία μᾶς ὑ­πο­δεικνύει μέ τό στόμα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου: «Ταπεινώθητε οὖν ὑπό τήν κραταιάν χεῖρα τοῦ Θεοῦ, ἵνα ὑμᾶς ὑψώσῃ ἐν καιρῷ, πᾶσαν τήν μέρι­μναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ΄ αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περί ὑμῶν, νήψατε, γρη­γο­­ρήσατε ... ὁ δέ Θεός πάσης χάριτος στηρίξει, σθενώσει, θεμελιώσει ὑμᾶς ...»

Κυριακή ΙΖ Ματθαίου




Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Ιησούς Χριστός επιτελεί ένα από τα αναρίθμητα θαύματα της επί γης παρουσίας και δράσης του. Το θαύμα όμως αυτό της θεραπείας της θυγατέρας της Χαναναίας γυναίκας μας δίνει την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στην έννοια και σημασία της πίστης. Η πίστη είναι η βεβαιότητα, η πεποίθηση που διαθέτει κάποιος άνθρωπος για κάποιο γεγονός ή κάποιο πρόσωπο, χωρίς να έχει ο ίδιος προσωπική εμπειρία. Χωρίς να ήταν παρών δηλαδή σε κάποιο γεγονός και να το είδε με τα μάτια του και να το άκουσε με τα αυτιά του, ή χωρίς να γνωρίσει προσωπικά κάποιο πρόσωπο, αλλά έχοντας ακούσει ή πληροφορηθεί από άλλους γι΄ αυτό. Στη ζωή μας γενικά πορευόμαστε με βάση την πίστη. Σημειώνει χαρακτηριστικά ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «πάντα τα εν τω κόσμω τελούμενα τη πίστει τελείται». Δηλαδή, όλα όσα γίνονται σε αυτό τον κόσμο, γίνονται, διότι όλα στηρίζονται στην πίστη. Για παράδειγμα πιστεύουμε ότι σε ένα ταξίδι μας θα πάμε καλά, γι΄ αυτό αποφασίζουμε να ταξιδεύσουμε. Πιστεύουμε ότι πηγαίνοντας στο γιατρό θα θεραπευθούμε, γι΄ αυτό αποφασίζουμε να τον επισκεφτούμε. Και τόσα άλλα γεγονότα και καταστάσεις της ζωής μας στηρίζονται στην πίστη και όχι στην απόδειξη.


Θρησκευτική πίστη.
Θρησκευτική πίστη είναι η απόλυτη πεποίθηση και βεβαιότητα που έχει κανείς σε πρόσωπα, σε πράγματα και σε γεγονότα που έγιναν ή πρόκειται στο μέλλον να γίνουν, τα οποία είναι αόρατα και ακατάληπτα στις ανθρώπινες αισθήσεις. Η θρησκευτική πίστη εμφανίζεται με την έναρξη της ανθρώπινης ιστορίας και πάντοτε διαδραμάτιζε και συνεχίζει και σήμερα να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή των λαών και πολιτισμών. Είναι μπορούμε να πούμε μια βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου.


Χριστιανική πίστη.
Ο μοναδικός ορισμός της πίστης στην Αγία Γραφή υπάρχει στην Προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου: «Πίστις εστίν, ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. ια΄ 1). Αυτό σημαίνει ότι πίστη είναι η απόλυτη βεβαιότητα και η ακλόνητη πεποίθηση, ότι ο πιστός θα απολαύσει στο μέλλον αγαθά τα οποία τώρα φαίνεται πως δεν υπάρχουν, αλλά τα ελπίζει, τα περιμένει να πραγματοποιηθούν και να τα απολαύσει. Η πίστη δηλαδή είναι η θύρα μέσα από την οποία ο πιστός εισέρχεται σε μια ανώτερη σφαίρα, στη θεία αποκάλυψη. Ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτει στον κόσμο του την Αλήθεια, που είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτοί που πιστεύουν στον Ιησού Χριστό ως Μεσσία, Σωτήρα και Λυτρωτή δεν χρειάζονται αποδείξεις αλλά είναι βέβαιοι ότι πρόκειται να συμβούν όλα όσα υποσχέθηκε το αδιάψευστο στόμα του. Για παράδειγμα ο πιστός άνθρωπος είναι βέβαιος ότι θα συμβεί η ανάσταση των νεκρών, η δεύτερη του Χριστού παρουσία, η αιώνια ζωή και βασιλεία του Θεού. Δεν έχει αποδείξεις για όλα αυτά αλλά είναι βέβαιος γι΄ αυτά, γιατί τα διακήρυξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Επιπλέον πίστη είναι «πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». Ο πιστός άνθρωπος είναι βέβαιος ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο «εκ του μη όντος», ότι ο Σωτήρας Χριστός είναι πρόσωπο ιστορικό, που έζησε πάνω στη γη, γεννήθηκε ως άνθρωπος από την Παναγία Παρθένο, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε στους Ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Θεού Πατέρα κ.α. Δεν χρειάζεται αποδείξεις για όλα αυτά, τα πιστεύει και τα παραδέχεται ως πραγματικά και αληθινά.


Τα χαρακτηριστικά της πίστης.
Σε πάρα πολλές διηγήσεις των ιερών ευαγγελίων υπάρχουν παραδείγματα μεγάλης πίστης, στη σημερινή όμως ευαγγελική περικοπή μπορούμε εύκολα να επισημάνουμε μερικά σημαντικά χαρακτηριστικά της χριστιανικής πίστης. Ο Μεσσίας Χριστός Η Χαναναία γυναίκα πιστεύει στη μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού Χριστού, γι΄ αυτό και τον αποκαλεί «υιόν Δαυίδ». Η απλή και λιτή ζωή του Χριστού στάθηκε εμπόδιο για τους Ιουδαίους να τον αναγνωρίσουν ως τον αναμενόμενο Μεσσία, γι΄ αυτό γρήγορα απογοητεύτηκαν και δεν τον ακολούθησαν. Η Χαναναία με την πίστη που διαθέτει κατορθώνει να κοιτάξει πέρα από την απλότητα του Χριστού, έτσι αναγνωρίζει στο πρόσωπό του τον απεσταλμένο του Θεού, το Νικητή του θανάτου, το Λυτρωτή του κόσμου. Η πίστη στη μεσσιανική ιδιότητα του Ιησού Χριστού κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ορθόδοξη θεολογία. Η άρνηση της ιδιότητας αυτής σημαίνει ουσιαστικά την άρνηση της θεότητας του Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, που ενανθρώπησε και στο πρόσωπό του εκπληρώθηκαν όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Επομένως ο Ιησούς Χριστός είναι ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής και Σωτήρας του ανθρωπίνου γένους. Η σταθερότητα της πίστης Η πίστη της Χαναναίας παραμένει σταθερή και ακλόνητη παρά τη σιωπή και φαινομενική αδιαφορία του Χριστού. Η πραγματική πίστη δοκιμάζεται μεν, αλλά ποτέ δεν κάμπτεται. Γι΄ αυτό η Χαναναία συνεχίζει να επιμένει, γιατί είναι βέβαιη ότι ο Χριστός είναι εκείνος που έχει τη δύναμη να εκπληρώσει την επιθυμία της. Έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Χριστό. Η σταθερή και ακλόνητη πίστη είναι μεγάλη αρετή για έναν πιστό. Ο κάθε άνθρωπος στη ζωή του θα αντιμετωπίσει θλίψεις και δοκιμασίες και θα ζητήσει τη βοήθεια και το έλεος του Θεού. Αν η πίστη του δεν είναι βαθιά και στερεωμένη, σύντομα θα απογοητευτεί και ίσως και να απιστήσει. Ανεπανάληπτο παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του δίκαιου Ιώβ. Ενώ του συνέβησαν τόσες θλίψεις και δυστυχίες και φαινόταν ότι ο Θεός τον εγκατέλειψε, εκείνος δεν οδηγείται στην απιστία και τη βλασφημία, αλλά σταθερά και ακλόνητα πιστεύει στο Θεό και ζητά το έλεός του. Γι΄ αυτό στο τέλος δικαιώνεται και ανταμείβεται από το Θεό. Πίστη και ταπείνωση Η πίστη της Χαναναίας δεν είναι μόνο σταθερή και ακλόνητη, αλλά συνοδεύεται και από ειλικρινή ταπείνωση. Δέχεται αδιαμαρτύρητα την παρομοίωσή της με σκύλο, δεν αντιδρά, δεν επαναστατεί, αλλά απαντά με τρόπο που δείχνει την υποταγή της. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ταπεινολογία της Χαναναίας ή για αναγκαστική ταπείνωση, αλλά για ειλικρινή συντριβεί μπροστά στη δύναμη του Θεού. Πολλές φορές ο εγωισμός οδηγεί τον άνθρωπο στην ταπεινολογία για να γίνει συμπαθής ή ακόμα χειρότερα για να επαινεθεί από τους υπολοίπους. Ο πραγματικός πιστός είναι και πραγματικά ταπεινός και αισθάνεται να είναι ο τελευταίος των ανθρώπων, γεγονός που τον κάνει να ζητά με συντριβή καρδίας το έλεος του Θεού. Ζωντανή πίστη Η Χαναναία δεν ανήκε στον εκλεκτό λαό του Θεού, δεν ήταν Ιουδαία αλλά ειδωλολάτρισσα. Αυτό όμως δεν στέκεται εμπόδιο στο να πιστέψει στον Ιησού Χριστό. Το να ανήκει κανείς στον εκλεκτό λαό της Παλαιάς Διαθήκης ή το να είναι μέλος της Εκκλησίας με τα δικά μας δεδομένα δεν αποτελεί δέσμευση για τον Θεό. Αυτό που δεσμεύει τον Θεό είναι η ζωντανή πίστη. Βέβαια η πίστη έξω από την Εκκλησία είναι ανύπαρκτη, αλλά και από την άλλη η τυπική συμμετοχή στην Εκκλησία χωρίς ουσιαστική πίστη δεν υποχρεώνει τον Θεό να εκπληρώσει τις επαγγελίες του. Οι Ισραηλίτες καυχιόντουσαν ότι είναι απόγονοι του Αβραάμ και θεωρούσαν, ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τις υποσχέσεις του, για να πάρουν τη δέουσα απάντηση από τον Τίμιο Πρόδρομο: «δύναται ο Θεός εκ των λίθων τούτων εγείραι τέκνα τω Αβραάμ» (Ματθ. 3,9). Αυτό που μετρά για τον Θεό, είναι η ζωντανή πίστη, η οποία μπορεί μερικές φορές να δοκιμάζεται αλλά στο τέλος ξεπερνά τα εμπόδια. Πίστη και λογική Η πίστη βρίσκεται πάνω από τη λογική. Η Χαναναία αν στηριζόταν στην ανθρώπινη λογική της και έψαχνε να βρει αποδείξεις για το πρόσωπο και τη δύναμη του Ιησού Χριστού δε θα επιτύγχανε το σκοπό της. Ο άνθρωπος πολλές φορές αναζητά να βρει αποδείξεις που να ικανοποιούν τη λογική του και όταν δεν τις έχει αμφιβάλλει ή και κλονίζεται. Η πίστη όμως υπερβαίνει τη λογική, ανήκει στο χώρο τη καρδίας και στηρίζεται στο λόγο του Θεού. Ο λόγος του Θεού είναι εκείνος που καλλιεργεί, αυξάνει και διατηρεί απτόητη και ακλόνητη την πίστη. Πίστη και θαύμα Όπως και σε όλες τις περιπτώσεις των θαυμάτων του Ιησού Χριστού έτσι και στην περίπτωση της Χαναναίας η πίστη είναι εκείνη που προκαλεί το θαύμα και όχι το αντίστροφο. Ο Χριστός ποτέ δεν θαυματούργησε για να πιστέψουν οι άνθρωποι, αλλά πάντοτε τα θαύματα που επιτελούσε έρχονταν ως επιστέγασμα και επιβράβευση της πίστης των ανθρώπων, που τον πλησίαζαν και ζητούσαν το έλεός του. Όταν τον προκαλούσαν, να κάνει κάποιο θαύμα για να πιστέψουν, ο Χριστός δεν ανταποκρινόταν θετικά. Ακόμα και τις δύσκολες ώρες του Σταυρού που όλοι τον ενέπαιζαν και ζητούσαν να τους δείξει τη θεϊκή του δύναμη, ακόμα και τότε που θα μπορούσε να κάνει «σημεία και τέρατα» και όλοι θα πίστευαν σε αυτόν, ο Χριστός απαντούσε με τη σιωπή και τη φαινομενική αδυναμία του, γιατί μια τέτοια πίστη, που θα στηριζόταν στο φόβο δε θα είχε αξία. Ο Ιησούς Χριστός μας βεβαιώνει: «εαν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. 17,20). Η πίστη προκαλεί το θαύμα, όχι το θαύμα την πίστη.


Καταληκτικά.
Αυτή τη ζωντανή πίστη της Χαναναίας γυναίκας ζητά ο Χριστός από όλους μας. Η πίστη της γυναίκας ήταν βαθιά, ειλικρινής, ακλόνητη γεμάτη από αγάπη και εμπιστοσύνη για τον Ιησού Χριστό. Και αυτό ήταν που τελικά την έσωσε και χάρισε στη θυγατέρα της τη θεραπεία. Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν που πορεύεται στη ζωή του μέσα από θλίψεις και δοκιμασίες, δεν έχει πού αλλού να στηριχθεί παρά στην πίστη. Η αληθινή και ακλόνητη πίστη στον Σωτήρα Χριστό είναι εκείνη που βοηθά τον άνθρωπο να υπερβεί τις δυσκολίες της παρούσας ζωής, αλλά κατεξοχήν του δίνει τη δυνατότητα να γευτεί τις επαγγελίες της βασιλείας του Θεού.

Κυριακή ΙZ΄Ματθαίου ῾῾Υμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός᾽ (Β´ Κορ. 6, 16) π.Γεώργιος Δορμπαράκηε




῾῾Υμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός᾽
(Β´ Κορ. 6, 16)
α. ῾Η προφανής καί δεδομένη ἀδυναμία τῶν πιστῶν νά βρίσκονται σέ κοινωνία μέ τούς ἀπίστους εἰδωλολάτρες, ὅπως δέν μπορεῖ νά συνυπάρχει τό φῶς μέ τό σκοτάδι, ἀποτελεῖ τήν αἰτία γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο νά μνημονεύσει τούς προφητικούς λόγους περί τῆς στενῆς σχέσης, σχέσης ταυτότητας, τοῦ Θεοῦ μέ τόν λαό Του ᾽Ισραήλ. ῾Πῶς μπορεῖ νά βρίσκονται μαζί στόν ἴδιο τόπο ὁ ναός τοῦ Θεοῦ καί τά εἴδωλα;᾽ διερωτᾶται. Γιά νά ἐξαγάγει τό λογικό συμπέρασμα ὅτι ῾ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός᾽. Γι᾽ αὐτό βγεῖτε καί φύγετε μακριά ἀπό τούς ἀπίστους καί ξεχωρίστε ἀπ᾽ αὐτούς, λέει ὁ Κύριος.

β. 1. ῾Η ἀπομάκρυνση ἀπό τούς εἰδωλολάτρες πού συνιστᾶ στούς Κορινθίους ὁ ἀπόστολος βασισμένος στόν προφητικό λόγο δέν πρέπει νά κατανοηθεῖ ἀπό πλευρᾶς τοπικῆς: δέν χρειάζεται ὁ χριστιανός νά πάρει τά ὄρη καί τά βουνά. ῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική Του προσευχή στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ λίγο πρίν ἀπό τή σύλληψή Του ἀπευθύνεται στόν Οὐράνιο Πατέρα Του γιά νά πεῖ: ῾Οὐκ ἐρωτῶ Σε ἵνα ἄρῃς αὐτούς (τούς μαθητές Του) ἐκ τοῦ κόσμου, ἀλλ᾽ ἵνα τηρήσῃς αὐτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ᾽. Στήν Παλαιά Διαθήκη βεβαίως ἔπρεπε νά ὑπάρχει ἡ ἰδιαίτερη προσοχή καί ὁ φόβος στούς ᾽Ισραηλίτες γιά νά διαφυλάξουν τήν ἀλήθεια τῆς πίστης τους ἀπό τόν συγχρωτισμό τους μέ τούς εἰδωλολάτρες: τό μόνιμο πρόβλημά τους ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἐπιρροή πού δέχονταν ἀπό αὐτούς. Μετά τόν ἐρχομό τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ὅμως ἡ προσοχή ἐξακολουθεῖ καί ὑφίσταται γιά τούς χριστιανούς, ἀλλά χωρίς κανένα φοβικό σύνδρομο, κι αὐτό λόγω τῆς αὐτοσυνειδησίας τους: μέ τόν Χριστό γινήκαμε ναός Θεοῦ, ἑνωθήκαμε μαζί Του ὀργανικά ὅπως εἶναι συνδεδεμένα τά μέλη μέ τό σῶμα καί τήν κεφαλή, Τόν ντυθήκαμε καί Τόν φανερώνουμε ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ στόν κόσμο. Κι αὐτό θά πεῖ: ὁ χριστιανός προσέχει μέν τόν ἑαυτό του, ἀλλά ζώντας τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀνοίγεται στόν κόσμο καταθέτοντας τή μαρτυρία τῆς ἀγάπης του πρός ὅλους. ῾Ο κόσμος δηλαδή γίνεται γι᾽ αὐτόν τό πεδίο τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης του, ὄχι τόσο μέ τά λόγια, ὅσο μέ τήν ἴδια τήν ἁγιασμένη ζωή του. ῾Οὐ γάρ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽.
2. Οἱ χριστιανοί λοιπόν ἀποτελοῦμε ναό τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Στά δικά μας ὅρια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ψηλαφοῦμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί ὡς ὅλο καί ὡς μέρος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἡ χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος μέ τήν ὁποία ἐνσωματώνεται κανείς στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ κάνει τόν κάθε χριστιανό νά κατανοεῖ τόν ἑαυτό του ὡς μέλος τοῦ Χριστοῦ καί  τῆς ᾽Εκκλησίας, συνεπῶς ὅτι συνιστᾶ ναό τοῦ Θεοῦ (῾οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστι καί οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν;᾽ θά πεῖ ἀλλοῦ καί πάλι ὁ ἀπόστολος), ταυτοχρόνως ὅμως τόν κάνει νά ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ μαζί μέ τούς ἄλλους πιστούς καί ὅτι μόνος του δέν μπορεῖ νά εἶναι ἐν Χριστῷ. ῾Ο κάθε χριστιανός δηλαδή ὡς ναός τοῦ Θεοῦ  νιώθει τήν παρουσία ᾽Εκείνου στήν ὕπαρξή του στόν βαθμό πού τήν ὕπαρξή του αὐτή τήν ἔχει ἐκκλησιάσει ῾σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις᾽. Κατά τή γνωστή πατερική φράση ἕνας χριστιανός δέν ὑπάρχει. ῾῞Ενας χριστιανός, κανένας χριστιανός᾽.
Καί βεβαίως εἶναι εὐνόητο ἔτσι ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ πρωτίστως βίωμα τοῦ παρόντος καί κατ᾽ ἐπέκταση ὅραμα τοῦ μέλλοντος. Κι ἐδῶ πάλι θέλουμε νά ποῦμε ὅτι οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ γιά τίς ὁποῖες μιλᾶ ὁ ἀπόστολος στή συνέχεια τοῦ λόγου του - ῾ταύτας οὖν ἔχοντες τάς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί᾽ - : δηλαδή ὅτι ὁ Θεός μᾶς εἶπε ὅτι θά ζεῖ καί θά περπατᾶ μέσα μας σάν σέ ναούς Του καί θά λειτουργεῖ ὡς Πατέρας ἀπέναντι στά παιδιά Του, εἶναι συγκεκριμένες ἐπαγγελίες καί ὑποσχέσεις πού ἤδη μᾶς δόθηκαν στό παρόν καί προσδοκοῦμε τήν αὔξησή τους στό μέλλον, ὅταν θά ξανάρθει καί πάλι στή Δευτέρα Του παρουσία. ῾Ο Θεός δηλαδή ἀφότου ἦλθε στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος δέν κράτησε κάτι πού ἤδη δέν μᾶς τό ἔδωσε. Μᾶς ἔδωσε τά πάντα: τόν ἴδιο Του τόν ῾Εαυτό καί μᾶς καλεῖ νά Τόν κρατᾶμε ὥστε ἐμεῖς νά αὐξάνουμε ἐσωτερικά καί νά πλατυνόμαστε μέ τή χάρη Του. ῾Μέχρις ὅτου καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ᾽. ῎Ετσι ὁ χριστιανός ζεῖ ὡς ναός τοῦ Θεοῦ, μέ ἐπίγνωση τῶν ἐνεργειῶν τῆς χάρης Του καθώς μάλιστα κοινωνεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου Του, παράλληλα ὅμως προσβλέπει στόν ῾καί πάλιν ἐρχόμενον μετά δόξης Κύριον᾽ προκειμένου νά μετάσχει μέ ὅλη τή δυνατή πληρότητα γιά τά ἀνθρώπινα μέτρα του στή δόξα Αὐτοῦ.
3. ῾Ο ἀπόστολος ὅμως ἔρχεται καί πάλι νά μᾶς προσγειώσει. Μπορεῖ νά μᾶς ὑπενθυμίζει τό μεγαλεῖο τῆς κλήσης μας ὡς χριστιανῶν, ταυτοχρόνως ὅμως θέτει καί τίς προϋποθέσεις: ῾καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος᾽. Καραδοκεῖ σέ κάθε στιγμή αὐτοῦ τοῦ κόσμου τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία ὁ πειρασμός τῆς πτώσης: τά πάθη μας ἀκόμη δέν ἔχουν ἐξαλειφθεῖ ὁλοκληρωτικά, παρ᾽ ὅλη τή χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τῶν ἄλλων μυστηρίων, ὁ κόσμος εἶναι ὑποταγμένος στόν ἀρχέκακο διάβολο καί μᾶς παρασύρει στό κακό, ὁ ἴδιος ὁ διάβολος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽. Λοιπόν ὁ ἀγώνας γιά τήν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ μας οὔτε στιγμή δέν μπορεῖ νά χαλαρώσει ἤ νά σταματήσει. Κάθε χαλάρωμα συνιστᾶ καί ὑποχώρηση. Γιά νά φανερωθοῦν οἱ ἐνέργειες τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀντιφεγγίσει τό φῶς ᾽Εκείνου, ἡ καρδιά μας ὡς τό πεδίο τῆς κατεξοχήν δράσης Του πρέπει νά εἶναι καθαρό. ῾Ο ἅγιος Θεός ῾ἐν τοῖς ἁγίοις ἐπαναπαύεται᾽, πού σημαίνει ἐπαναπαύεται στούς ἀγωνιζομένους στή μετάνοια, γιατί αὐτή ὁδηγεῖ σέ κάθαρση τήν καρδιά. ῎Ετσι ὁ πιστός ῾νήφει ἐν πᾶσι᾽, πρωτίστως μάλιστα στούς λογισμούς ἀπό τούς ὁποίους ξεκινᾶ κάθε διαδικασία ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀντιδράσει σέ κάθε μολυσμό ῾σαρκός καί πνεύματος᾽, σώματος δηλαδή καί ψυχῆς. ῾Υπάρχουν ἁμαρτίες πιό ῾χοντρές᾽, αὐτές πού ἀναφέρονται στό σῶμα - ἡ λαιμαργία, ἡ γαστριμαργία, ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία, ἡ τεμπελιά - ὑπάρχουν καί ἁμαρτίες πιό ῾λεπτές᾽ πού ἀναφέρονται στήν ψυχή - ἡ λύπη, ἡ κενοδοξία, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ μνησικακία. Λοιπόν ἡ νήψη εἶναι γιά ὅλων τῶν εἰδῶν τίς ἁμαρτίες καί ὄχι γιά κάποιες ἐπί μέρους. Διότι ἡ κάθε ἁμαρτία δημιουργεῖ τόν μολυσμό γιά τόν ὁποῖο λέει ὁ ἀπόστολος.
4. Πῶς καθαρίζεται ὅμως ἡ καρδιά ἀπό τόν κάθε μολυσμό; Καί σ᾽ αὐτό ὁ ἀπόστολος δέν μᾶς ἀφήνει ἀβοήθητους. ῾᾽Επιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ᾽ λέει. ῞Οταν ἔχουμε φόβο Θεοῦ, ὅταν δηλαδή ὑπάρχει ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας Του στή ζωή μας γιατί εἴμαστε ναός Του, τότε ὁ μόνιμος καί ἀδιάκοπος προσανατολισμός μας, κυριολεκτικά ἡ προτεραιότητά μας, θά εἶναι οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ, καί μάλιστα ἐκείνη πού συγκεφαλαιώνει τά πάντα: ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί αὐξάνει ἐν Χριστῷ στόν βαθμό πού ὠθεῖ διαρκῶς τόν ἑαυτό του στήν τήρηση τοῦ ἁγίου θελήματος Αὐτοῦ. ῞Αγιος σημαίνει ἄνθρωπο πού βαδίζει κατά τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. ῾Διά τῶν ἐντολῶν ὅδευσον᾽ ἦταν ἡ προτροπή τῆς πρώτης ᾽Εκκλησίας καί τῆς κάθε ᾽Εκκλησίας ἀνά τούς αἰῶνες. Λοξοδρόμηση ἀπό τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ - καί πάλι τονίζουμε: τήν ἀγάπη καθέτως καί ὁριζοντίως – σημαίνει ἐκτροπή ἀπό τήν ῾῾Οδόν᾽, δηλαδή ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, καί πέσιμο ῾εἰς βόθυνον᾽. Λοιπόν: ἡ τήρηση τῆς περιεκτικῆς ὅλων τῶν ἐντολῶν ἀγάπης κρατᾶ καθαρή τήν καρδιά μας ἀπό τίς ἐπιδράσεις τῆς ἁμαρτίας, ἀφήνει ἐλεύθερη τή χάρη καί τό φῶς τοῦ Θεοῦ νά ἀγκαλιάζουν ὅλη τήν ὕπαρξή μας, λειτουργοῦμε ὡς πράγματι ναός τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὡς ῾ἐν σαρκί περιπολοῦντες Θεοί᾽ γιά νά θυμηθοῦμε καί πάλι γνωστή πατερική ἔκφραση.
γ. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς εἶναι ἀπό τά μικρότερα πού ἀναγινώσκονται στήν ᾽Εκκλησία. ᾽Από τά σημαντικότερα καί σπουδαιότερα ὅμως, γιατί περικλείουν ὅλη τήν πνευματική ζωή: ποῦ κατατείνει ἀνά πᾶσα στιγμή καί ποιά τά πατήματά της. Κι ἄν πολλοί χριστιανοί ἀκοῦνε γιά μετάνοια ὡς δρόμο αὐτῆς τῆς ζωῆς καί ῾στυγνάζουν ἐπί τῷ λόγῳ᾽ εἶναι γιατί ἴσως δέν ἔχουν κατανοήσει ὅτι  ἡ μετάνοια εἶναι ὁ δρόμος πάνω στήν ἀγάπη πού φέρνει τήν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, κυρίως ὅμως δέν ἔχουν κατανοήσει ὅτι πάνω σ᾽ αὐτόν τόν δρόμο ὑπάρχει ἤδη ὁ Χριστός πού μᾶς κάνει ναούς καί κατοικητήριά Του.

Αρχιμανδρίτης Ιωήλ ΚωνστάνταροςΚυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου (Χαναναίας) (Ματθ. ΙΕ΄ 21-28)


Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες φαίνεται ότι ο Θεός δεν ακούει την δέηση και την προσευχή του ανθρώπου. Αλλά αυτό μόνο φαίνεται. Στην πραγματικότητα, όταν ο πιστός επιμένει με ακράδαντη πίστη και ειλικρινή ταπείνωση, όχι μόνο λαμβάνει το ποθούμενο,  αλλά και γίνεται παράδειγμα πίστεως, ταπεινώσεως και καρτερίας στους άλλους ανθρώπους.
Μια τέτοια περίπτωση βλέπουμε και στην  Ευαγγελική περικοπή της Κυριακής,  που θα ακούσουμε στους ιερούς μας Ναούς.
v  Ο Ιησούς έφθασε στα όρια της Ιουδαίας και πλησίασε στα μέρη της Τύρου και Σιδώνος. Σε μια περιοχή, όπου ζούσαν ειδωλολάτρες. Άνθρωποι δηλαδή που δεν γνώριζαν και δεν ζούσαν σύμφωνα με το νόμο του Θεού. Ψυχές οι οποίες δεν άνηκαν στον Ιουδαϊκό λαό.
Ακριβώς στον τόπο αυτό συνέβη κάτι που δεν θα το περίμενε κανείς. Μια γυναίκα Χαναναία, η οποία δεν ζούσε το Μωσαϊκό νόμο, βγήκε από την περιοχή εκείνη και του φώναζε δυνατά λέγοντας: «Ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυϊδ, η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Αλλά, κατά παράδοξο τρόπο, ο Κύριος δεν της αποκρίνεται λέξη.
Παραξενεμένοι από τη σιωπή αυτή οι μαθητές του τον πλησιάζουν και του λένε: «Εκπλήρωσε το αίτημά της για να φύγει, διότι μας ακολουθεί φωνάζοντας».
Και αρχίζει τώρα ένας συγκλονιστικός διάλογος μεταξύ του Ιησού και της Χαναναίας.
«Δεν στάλθηκα, παρά στα πρόβατα τα χαμένα του Ισραηλιτικού έθνους». Η γυναίκα πέφτει αμέσως και τον προσκυνά λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με». Για να λάβει την απάντηση :«Δεν είναι σωστό να πάρω το ψωμί των παιδιών και να το ρίξω στα σκυλάκια»...
Απάντηση που παγώνει αυτόν που γνωρίζει την αγάπη του Ιησού.
Και ας τοποθετήσει τώρα ο καθένας μας τον εαυτόν του στη θέση αυτής της γυναίκας, ακούγοντας την απάντηση του Ιησού. Πώς αλήθεια θα αισθανόταν; Προσβεβλημένος; Κατακεραυνωμένος; Θα τολμούσε να αρθρώσει λέξη ή θα σταματούσε πάραυτα το αίτημα και θα εξατμιζόταν η πίστη;
Η αφοπλιστική όμως απάντηση της Χαναναίας συγκλονίζει εμάς και κάνει τον Κύριο Ιησού να της πλέξει το αιώνιο εγκώμιο, το οποίο θα ακούγεται παντού και πάντοτε μέσα από το ιερό Ευαγγέλιο όσο θα υφίσταται ο κόσμος και η ιστορία...
Ας την ακούσουμε με κομμένη την ανάσα μας.
«Ναι, Κύριε. Αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα, που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους».
v  Αδελφοί μου. Ας παραδεχθούμε ότι υπάρχουν περιπτώσεις, που από ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν γνώση χριστιανική, ορισμένες φορές ακούγονται πράγματα και γίνονται ενέργειες, οι οποίες προξενούν θαυμασμό και συνάμα δείχνουν τον δρόμο και σε αυτούς που έτη ολόκληρα οδεύουν την πνευματική ζωή... Και τότε γίνεται το ποθούμενο. Η ακλόνητη πίστη του ανθρώπου, κάνει την αγάπη του Θεού να εκδηλώνεται τόσο δυναμικά, ώστε να ακούγεται ο παντοκρατορικός λόγος του Ιησού «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις».
Επομένως, δεν είναι ότι ο Ιησούς κωφεύει στις ανάγκες μας, τουναντίον, με τα πνευματικά «τεστ», μας ανεβάζει σε δυσθεώρητα μέτρα ομολογίας, καρτερίας και γνησίας πίστεως προς το πανάχραντο πρόσωπό Του. Και το αποτέλεσμα; Να λαμβάνουμε αυτό που ζητούμε, να θαυμάζουν και αυτοί οι άγγελοι και ταυτοχρόνως να παραδειγματίζονται όσες ψυχές έχουν τη διάθεση να ακολουθήσουν τον όμορφο δρόμο της Χριστιανικής ζωής.
Φίλοι μου. Ας μη το βάζουμε κάτω με το πρώτο φαινομενικό εμπόδιο. Ο Θεός ακούει όχι απλώς τις θερμές δεήσεις μας, αλλά και τους μικρούς ψιθύρους της καρδιάς μας. Ας ανοίγουμε διάπλατα την ύπαρξή μας στην ευχαριστία, στην δέηση και ικεσία και να είμαστε βέβαιοι ότι η αγάπη του Ιησού θα μας δώσει, όχι μόνο αυτό που ζητούμε. αλλά θα ανταμείψει και την καρτερία μας στην προσευχή και στην υπομονή.
Αμήν.

                                                                                                           
       


                                                 
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα

Η δύναμη της πίστης και η αδυναμία της απιστίας




tsio.jpg
 Οι άνθρωποι έχουν στην καρδιά τους μεγάλο φόβο μήπως απομείνουν απροστάτευτοι και φτωχοί στη ζωή τους, και για τούτο, ο νους κι’ ο λογισμός τους είναι στο να μαζέψουν χρήματα, ή ν’ αποχτήσουν κτήματα κι’ άλλα πλούτη, για να τάχουνε στην ανάγκη τους.
Και καλά για εκείνους που δεν πιστεύουν στον Θεό, και κρεμούνε την ελπίδα τους στα χρήματα και στ’ άλλα πλούτη. Αλλά τι να πει κανένας για εκείνους που λέγονται χριστιανοί, που πάνε στην εκκλησία και παρακαλούνε τον Θεό να τους βοηθήσει στη ζωή, και που λένε πως έχουνε την ελπίδα τους στο Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, κι’ από την άλλη μεριά είναι φιλάργυροι, δεν δίνουνε τίποτα στ’ αδέρφια τους, τους φτωχούς, κι’ ολοένα μαζεύουνε χρήματα και πλούτη; Στη ζωή μου είδα πως οι τέτοιοι λεγόμενοι χριστιανοί είναι οι περισσότεροι, κι’ απορεί κανένας πως μπορούνε να συμβιβάσουν μια ζωή συμφεροντολογική, με τα λόγια του Χριστού, που λέει και ξαναλέει: «Μη φροντίζετε για το τι θα φάτε και για το τι θα πιείτε και για το τι θα ντυθείτε. Κοιτάξετε τα πουλιά, μήτε κοπιάζουν, μήτε μαζεύουν, και όμως ο Πατέρας τους ο ουράνιος τα θρέφει. Κοιτάξετε με πόση μεγαλοπρέπεια είναι ντυμένα τα αγριολούλουδα, που κι’ ο ίδιος ο Σολομώντας δεν στολίσθηκε σαν αυτά τα τιποτένια λουλούδια. Λοιπόν, αν για το χορτάρι του χωραφιού, που σήμερα λουλουδίζει κι’ αύριο το καίουνε στον φούρνο, φροντίζει ο Πατέρας σας που είναι στον ουρανό, πόσο περισσότερο θα φροντίσει για σας, ολιγόπιστοι;».
Αυτά είναι λόγια καθαρά, απλά, σίγουρα, και δείχνουν πως πρέπει να είναι η βάση και το θεμέλιο της διδασκαλίας του Χριστού. Γιατί πως μπορεί να έχει πίστη στον Χριστό ένας άνθρωπος, και μαζί να είναι κολλημένος στα χρήματα και στο συμφέρον, πολλές φορές μάλιστα περισσότερο κι’  από τους άθεους; Θα πει πως νομίζει πως θα ξεγελάσει τον Θεό. Αλλά «Θεός ου μυκτηρίζεται» δηλ., ο Θεός δεν περιπαίζεται.
Και όμως, η πονηρή γνώμη του ανθρώπου όλα μπορεί να τα συμβιβάσει: Να είναι γαντζωμένος καλά στο χρήμα, δηλαδή στο διάβολο, που τον λέγει ο Χριστός Μαμωνά, θεό της φιλαργυρίας, και τον ίδιο καιρό να παρουσιάζεται για χριστιανός, να πηγαίνει στην εκκλησιά, να κάνει σταυρούς και μετάνοιες, να κλαίει πολλές φορές από την αγάπη του για τον Χριστό, αλλά να μη μπορεί να ξεγαντζωθεί από τα λεφτά κι’ από τη μανία του παρά. Λογική δεν χωρά καθόλου σ’ αυτούς. Είναι ολότελα αναίσθητοι και πονηροί, κι’ ό,τι κάνουν το κάνουν για να το έχουν δίπορτο, κι’ ό,τι κερδίζουν. «Βάστα γερά, σου λέει τα λεφτά, που είναι χειροπιαστά, άναβε και κανένα κερί, κάνε και καμιά μετάνοια, για νάχεις το μέσο και με τον Χριστό. Αν βγούνε αληθινά τα λόγια του για παράδεισο και για κόλαση, έχουμε κι’ από κει τη σιγουράντζα. Ό,τι και να γίνει, είναι κανένας κερδισμένος».
Ο απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στον Χριστό μοναχά για τούτη τη ζωή, είμαστε οι πιο ελεεινοί άνθρωποι». Γιατί οι ψευτοχριστιανοί, παρακαλούνε τον Χριστό προπάντων για τις υποθέσεις τούτου του κόσμου, για τις δουλειές τους, για τη σωματική υγεία τους, για τα παιδιά τους, και μόλις σκοτεινιάσει η κατάσταση, αρχίζουν τα παράπονα γιατί ο Χριστός κ’ η Παναγία δεν τρέ­ξανε να τους βοηθήσουν στις δουλειές τους, πολλές φορές σε τέτοιες δουλειές που είναι απάνθρωπες και που τους κάνουν να κακουργούν καταπάνω στ’ αδέρφια τους.
Ο απόστολος Παύλος λέει πάλι άλλου: «Είναι καλό, να στερεώνετε την καρδιά σας με την ελπίδα στη χάρη του Θεού, κι’ όχι με φαγητά (δηλαδή με σαρκικά και υλικά πράγματα), που μ’ αυτά δεν ωφεληθήκανε όσοι αφιερώσανε τη ζωή τους σ’ αυτά, δηλαδή στο να μαζέψουν χρήματα, ξεγελώντας τον εαυτό τους πως μ’ αυτά εξασφαλίζονται». Γιατί «επελθών γαρ ο θάνατος, ταύτα πάντα εξηφάνισται».
Δεν υπάρχει κανένα πράγμα πιο σίγουρο από την ματαιότητα του κόσμου, κανένα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας φανερώνει αυτή την απελπιστική ματαιότητα. Και όμως, πόσοι άνθρωποι στον κόσμο κάθισαν και σκεφθήκανε πάνω σ’ αυτό το φανερότατο και σιγουρότατο φαινόμενο, στη ματαιότητα, που θάπρεπε ο κάθε άνθρωπος να τόχει μέρα – νύχτα μπροστά του; Μα εμείς κάνουμε σαν το καμηλοπούλι (στρουθοκάμηλο), που χώνει το κεφάλι του στον άμμο για να μη βλέπει τον φονιά του, και θαρρεί πως κρύφτηκε από αυτόν.
Πόσο αξιολύπητοι σ’ αυτό απάνω είναι οι σπουδαίοι άνθρωποι της γης! Ενώ βλέπουν καθαρά πως το βάραθρο που κατάπιε όλους τους σπουδαίους από καταβολής κόσμου, και πως τ’ ανοιχτό στόμα του περιμένει να τους καταπιεί κι’ αυτούς, εκείνοι δος του και καταγίνονται με «μάταια και ψευδή», με πολιτικές πονηριές, με πολέμους, με ψευτομεγαλεία παιδιακίσια, και με ανοησίες, που διαλαλιούνται σ’ όλη την οικουμένη. Ω ανοησία εκείνων που τους λέει ο κόσμος σοβαρούς, μυαλωμένους, τετραπέρατους, μεγαλοφυείς! Τι φτώχεια αληθινά από κρίση κι’ από γνώση! Κι’ από τέτοιους κυβερνιέται, ο κόσμος. Ή οι άλλοι που καταγίνονται με μανία στις μάταιες φιλοσοφίες και στις τέχνες, και τους αποθεώνουν οι άλλοι, οι πολλοί που δεν έχουν κουκούτσι κρίση, ενώ ξέρουν καλά πως δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα σβήσουν όλοι από τον κόσμο!
Η περηφάνια θολώνει την κρίση. Κι’ όπου υπάρχει περηφάνια, δε μπορεί να υπάρχει πίστη! Κι’ απ’ όπου λείπει η πίστη, λείπει κ’ η ελπίδα. Αν πιστεύανε οι άνθρωποι πως εκείνα που λέει ο Χριστός είναι αληθινά, δεν θα κολλούσανε τόσο στα επίγεια. Αλλά, κατά βάθος, τα λόγια του Κυρίου είναι καλά γι’ αυτούς, για να ευχαριστιούνται τ’ αυτιά τους μοναχά. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει: «Αν πιστεύεις πως ο Θεός προνοεί για σένα, τι μεριμνάς και φροντίζεις για τα πρόσκαιρα και για τις ανάγκες της σάρκας σου; Κι’ αν πάλι δεν πιστεύεις πως ο Θεός φροντίζει για σένα, και για τούτο φροντίζεις, χωρίς εκείνον, για τις ανάγκες σου, είσαι ο πλέον ταλαίπωρος απ’ όλους τους ανθρώπους. Ρίξε τη μέριμνα σου στον Κύριο, κι’ εκείνος θα σε θρέψει. Και δεν θα φοβηθείς απ’ όποιον κίνδυνο κι’ αν έρθει καταπάνω σου». Και συνεχίζει ο άγιος: «Από καιρό σε καιρό η ψυχή σου σαλεύει με φόβο, τόσο που να δειλιάζει κι’ από έναν ίσκιο. Γιατί η πίστη είναι εκείνη η δύναμη η νοητή, που στηρίζει την καρδιά στο φως της διάνοιας και που με τη μαρτυρία της συνειδήσεως, δίνει στην ψυχή πολλή πεποίθηση, ώστε να μη φροντίζει η ίδια για τον εαυτό της, αλλά να κρεμάσει στον Θεό τη φροντίδα της για όλα, χωρίς να μεριμνά για τίποτα».
Ο άγιος που τα λέει αυτά, δεν τα είπε μοναχά, όπως κάνουν οι περισσότεροι, άλλα τα έκανε στην πράξη, γιατί πήγε κι’ ασκήτεψε από νέος στην έρημο της Μεσοποταμίας, χωρίς να φροντίσει ολότελα για τη συντήρησή του, κι’ όπως λέει ο ίδιος, δεν στερήθηκε τίποτα σ’ όλη τη ζωή του. Και μάλιστα, σαν τον πήραν οι χριστιανοί με το στανιό και τον κάνανε επίσκοπο της Νινευή, δεν πέρασε πολύς καιρός και γύρισε πίσω στην αγαπημένη του έρημο, κ’ εκεί τελείωσε τη ζωή του και «εκοιμήθη πλήρης ήμερων».
Αλλά, θα μου πει κανείς πως αυτά γίνονταν τον παλαιό καιρό, και πως σήμερα δεν υπάρχουν άνθρωποι με τέτοια πίστη. Λοιπόν τον διαβεβαιώνω πως ναι. Υπάρχουν και στη σημερινή αμαρτωλή και σαρκική εποχή κάποιοι γνήσιοι μαθητάδες του Χριστού, που αναθέσανε τη φροντίδα της ζωής τους στον Κύριο. Εγώ γνωρίζω κάμποσους τέτοιους, κ’ έχω πληροφορηθεί και για άλλους πολλούς. Είναι απίστευτο, και όμως είναι αληθινό.
Τον τελευταίο καιρό γνώρισα μια μοναχή Ελληνίδα, που, οδηγημένη από μια μυστική φωνή που της είπε να πάγει στην Ινδία να κάνη μοναστήρι ορθόδοξο, δεν δίστασε καθόλου, αλλά σηκώθηκε και πήγε στην Ινδία, δίχως χρήματα, δίχως κανέναν γνωστό σε κείνη την απέραντη χώρα, χωρίς να ξέρει τη γλωσσά, κ’ έκανε το μοναστήρι, μ’ ένα τρόπο αληθινά θαυματουργικό. Το μοναστήρι το έκανε στα Ιμαλάια, κ’ έχει έντεκα χρόνια που βρίσκεται σε κείνα τα εξωτικά μέρη. Γι’ αυτή τη μοναχή και για το μοναστήρι της σκοπεύω να γράψω κάποτε.
Λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος. «Να μην αδυνατίσει (να μην κλονιστεί) η πεποίθησή σου (η εμπιστοσύνη σου) στον Προνοητή σου, στον Θεό. Γιατί τα οικονομεί ο Κύριος κατά θαυμαστό τρόπο, για τους δικούς του ανθρώπους. Επειδή και στην ακατοίκητη έρημο εξοικονομεί εκείνους που κάθονται με την πεποίθηση σ’ Αυτόν, κι’ όχι στη βοήθεια από τους ανθρώπους».
(Φώτη Κόντογλου, «Ασάλευτο θεμέλιο». Εκδ. Ακρίτας.)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...