Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαρτίου 05, 2013

ούτε ίχνος ντροπής!…π.Ηλίας Υφαντής

ούτε ίχνος ντροπής!...
«Και πάλιν και πολλάκις» οι διαπρεπείς μπούφοι και οι όρνιθες πολυτελείας του μνημονιακού υπόκοσμου προκαλούν και παραμιλούν.
Και στην προκειμένη περίπτωση, προκαλούν, καθώς επικαλούνται επίμονα τη νομιμότητα.
Μόνο, που ποτέ δεν κάθισαν να σκεφτούν πόσο η νομιμότητά τους είναι συμβατή ή ασύμβατη με την ηθική δεοντολογία. Επειδή ακριβώς η νομιμότητά τους, σε κάθε περίπτωση, είναι θεσμοθετημένη «κατ’ εικόνα και ομοίωση» των αμαρτωλών και ληστρικών συμφερόντων τους.
Και το χειρότερο όλων είναι ότι έχουν το θράσος να διαπράττουν, στο όνομα της νομιμότητας, μια απ’ τις βδελυρότερες πλαστογραφίες.
Που έγκειται στο να ταυτίζουν τη νομιμότητα με τη δικαιοσύνη. Και μιλούν για λειτουργούς και υπουργούς της Δικαιοσύνης. Και κράτος δικαίου. Και μάλιστα ευρωπαϊκού…
Λες και υπάρχει μεγαλύτερη βαρβαρότητα απ’ την ευρωπαϊκή.
Και στη ΝΑΤΟϊκή της εκδοχή, αλλά και τη γερμανική. Και στην πολιτικοοικονομική, αλλά και ιδιαίτερα στην κοινωνική της διάσταση.
Τη στιγμή, που η νομιμότητά τους βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση με τη δικαιοσύνη.
Σε σημείο, ώστε να καθίσταται τραγική, συχνά, η θέση των συνειδητών δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να εκδίδουν αποφάσεις, βάσει νόμων, που βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με κάθε έννοια δικαίου.
Εντάξει! Θα πουν κάποιοι υπάρχουν και αποκλίσεις, αλλά δεν μπορούμε να μιλάμε και για το νόμο της ζούγκλας!
Κι όμως μιλάμε για κάτι ασύγκριτα και ασύλληπτα χειρότερο. Γιατί ο νόμος της ζούγκλας έχει μέτρα και όρια, που ρυθμίζονται απ’ την ενστικτώδη ζωή. Τα άγρια θηρία, όταν χορτάσουν δεν σκοτώνουν ούτε εξασκούν βία πάνω στα άλλα ζώα. Ενώ η απληστία και η βία, που εκφράζει η νομιμότητα δεν έχει κανένα μέτρο και κανένα όριο.
Ιδιαίτερα στις μέρες μας.
Με αποτέλεσμα το 10% των ανθρωποειδών να λυμαίνεται το 90% του παγκόσμιου πλούτου. Και το 90% των ανθρώπων να επιβιώνει ή να λιμοκτονεί με τα υπόλοιπα ψίχουλα. Και η τερατώδης αυτή κοινωνική και οικονομική ανισορροπία στηρίζεται πάνω στη νομιμότητα, η οποία δολοφονεί εκατομμύρια ανθρώπων. Και της οποίας την δολοφονική δραστηριότητα δοκιμάζει σε όλη της την έκταση και ένταση, τώρα, και ο ελληνικός λαός.
Κι έχουμε κάποιους ηλίθιους χρυσοκανθάρους, που παίρνουν έξι και παραπάνω χιλιάδες, να βρίσκουν υψηλούς τους κατώτατους μισθούς.
Και βέβαια τους «εθνοπατέρες», που παίρνουν ακόμη περισσότερα να παραμιλούν περί τρομοκρατών και κουκουλοφόρων και επιόρκων.…
Όταν φωνάζουν ακόμη και οι πέτρες ότι δεν υπάρχουν μεγαλύτεροι τρομοκράτες και επίορκοι και προδότες από τους ίδιους σε όλες τις βαθμίδες. Και τόσο μεγαλύτεροι, όσο ψηλότερα ανεβαίνουν στα σκαλοπάτια της νομικής βαρβαρότητας…
Είδαμε, για παράδειγμα, στην τηλεόραση τα παραμορφωμένα πρόσωπα κάποιων εικοσάρηδων.
Που δεν έκαμαν τίποτε διαφορετικό-και μάλιστα σε πολύ μικρότερο βαθμό- απ’ αυτό, που κάνει το ληστρικό πολιτικοοικονομικό κατεστημένο, στο όνομα των νόμων.….
Των οποίων όμως χρυσοκάνθαρων οι Ηρακλείς της νομιμότητας περιφρουρούν την εγκληματικότητα.
Και κάνουν επίδειξη περισσής βαρβαρότητας, σε βάρος του λαού, όταν τολμά να φωνάζει για το δίκιο του, που το στραγγαλίζουν. Και δεν σκέφτονται ότι στην περίπτωση αυτή συμπεριφέρονται, όπως οι γενίτσαροι της τουρκοκρατίας και οι γερμανοτσολιάδες της κατοχής. Σε βάρος των γονιών τους και των αδελφιών τους, που είναι σαρξ εκ της σαρκός τους.
Δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτοί, που παραμόρφωσαν τα πρόσωπα των νεαρών είναι άνανδροι και δειλοί.
Γιατί, αν ήταν παλικάρια, θα παραμόρφωναν τα πρόσωπα των μεγαλοαπατεώνων και μεγαλοληστάρχων, που συστηματικά τρομοκρατούν και εξαπατούν και καταληστεύουν το λαό.
Και βέβαια δεν υποστηρίζομε ότι η παραμορφωτική βαρβαρότητα ενδείκνυται ακόμη και γι’ αυτούς, που την μετέρχονται ή την αποφασίζουν και την διατάσσουν σε βάρος άλλων.
Υποστηρίζουμε όμως ότι όλοι αυτοί οι χρυσοκάνθαροι οφείλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα και το λαό όλα εκείνα, που ιδιοποιήθηκαν με βάση τους άδικους νόμους ή και παρανόμως.
Χωρίς σε καμιά περίπτωση να ισχύουν, μέχρι συντέλειας των αιώνων, οι παμπόνηρες παραγραφές και ασυλίες, που θεσμοθέτησαν οι συνταγματικοί-αλλά και τώρα πρόσφατα οι τρικομματικοί -κουκουλοφόροι, προκειμένου να κουκουλώσουν τα σκάνδαλα τα δικά τους και της συμμορίας τους. Αλλά, όπως επιβάλλει ο άγιος και ιερός κανόνας της δικαιοσύνης, της ανθρωπιάς και της ισότητας.
Και, προκειμένου να εμπεδώσουν το μάθημα αυτό να τους αφήσουν να ζήσουν με την κατώτερη σύνταξη.
Δεδομένου ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς υπήρξαν διαπρεπείς τεμπέληδες, που σπούδασαν επιμελώς την κλοπή και την αλητεία, την οποία διδάσκουν και σ’ άλλους. Προκειμένου να πλουτίζουν σε βάρος του φτωχού λαού.
Έτσι ώστε να καταλάβουν πόσο υψηλές είναι οι κατώτατες αποδοχές, που τώρα αποφασίζουν για τους άλλους.
Και να τους αφήσουν, όχι για πολύ, αλλά για λίγα μερόνυχτα στο ύπαιθρο με τις μηδενικές και υπομηδενικές θερμοκρασίες. Αυτούς και τα σοκολατόπαιδά τους!
Για να συνειδητοποιήσουν τα καθάρματα αυτά τι σημαίνουν οι απρόσιτες τιμές του πετρελαίου. Ή το να ξεσπιτώνονται κάποιοι, εξαιτίας της τραπεζικής τοκογλυφίας ή της δικής τους ληστρικής υπερφορολόγησης. Ή μάλλον να κατανοήσουν πόσο υπάνθρωποι είναι και πόσο υψηλή είναι η νόμιμη αναίδειά τους και η ανεντιμότητά τους.
Αλλά πώς να το συνειδητοποιήσουν, όταν δεν διαθέτουν ούτε ίχνος ντροπής!…
παπα-Ηλίας

"ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ"


"ΤΟ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ"



ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ
    Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα, το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής. Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι η καθιέρωση τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου, έγινε μᾶλλον και αυτό κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, που ήταν και το μόνο που υπήρχε αρχικά.
    Βέβαια η αγάπη των ανθρώπων για τους δικούς τους, που δεν ζούν  πια μαζί τους, δημιούργησε την εκκλησιαστική παράδοση άλλων τεσσάρων ψυχοσάββατων, που δεν συμπεριλαμβάνονται όμως στο Τυπικό της Εκκλησίας μας. Αυτά είναι, το ψυχοσάββατο της Τυρινής, το Σάββατο της α΄ εβδομάδος των νηστειών, όπου και εορτάζουμε το «δια κολλύβων» θαύμα του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, το Σάββατο του Λαζάρου και το Σάββατο πρίν την εορτή του Αγίου Δημητρίου. Ένα ακόμα ψυχοσάββατο θα βρούμε στην παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Βουλγαρίας, το Σάββατο προ της Συνάξεως των Αρχαγγέλων.
 *Με το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια       ( επί γης )  γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
  * Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει θεσπιστεί γιατί η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.

ΤΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ
    Σύμφωνα με τους Αποστόλους τα μνημόσυνα είναι τα εξής:
Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία.
Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ.
Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀναλήψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του.
 Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή.
     Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, χωρίς αυτά βέβαια να συμπεριλαμβάνονται στο τυπικό της Εκκλησίας μας, μα περισσότερο στην παράδοση της και στην ανάγκη εκδήλωσης της αγάπης των ανθρώπων για τους οικείους τους που δεν ζούν πλέον μαζί τους, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μῆνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου, («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα») κατόπιν αδείας "ευλογίας" του αρμοδίου ιερέως.   
    Τὴν μεγαλύτερη βέβαια ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας στὴ μνήμη τους,γιατὶ τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἐνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγορούνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).
    κτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε νεκρὸ μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας.
     Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.

ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
   Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι πολλὰ λάθη ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ παρελθόντος ἔχουν φτάσει ὡς τὶς μέρες μας, καὶ θὰ πρέπει ἄμεσα νὰ διορθωθοῦν.
 ■Τὰ μνημόσυνα θὰ πρέπει νὰ γίνονται τὴν ἡμέρα ποὺ πρέπει, αν αυτό είναι εφικτό, αλλιώς κατ’ οικονομία και μόνο ο ιερέας θα επιτρέψει την τέλεση του νωρίτερα ἢ ἀργότερα.
 ■Τὸ σπάσιμο γυάλινων ἀντικειμένων ἢ ἄλλων τοιούτων,το σκέπασμα των καθρεφτών και των τηλεοράσεων για άγνωστο λόγο και η απαίτηση των συγγενών από τον ιερέα να κάνει αγιασμό στο σπίτι του αποθανόντος για να φύγει το κακό, εἶναι ἄκρως εἰδωλολατρικές συνήθειες και είναι καιρός με την καθοδήγηση των ιερέων μας, να εξαληφθούν από την παράδοση της Εκκλησίας μας.
 ■Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κ.τ.λ.)
 ■Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.
 ■Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στην Εκκλησία, στον Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς και στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε στα κοιμητήρια, κατόπιν συννενοήσεως με τους ιερείς, το Σαββάτο μετά την Θεία Λειτουργία, είτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.
 ■Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δεν τὰ πετάμε ποτέ στὰ σκουπίδια, παρά μόνο τα μοιράζουμε σε γνωστούς και φίλους εις μνημόσυνο και συγχώρεση του αποθανόντα.
  Υ.Σ  : Αν ψάξουμε και στα ιδιαίτερα ήθη και έθιμα κάθε τόπου θα βρούμε σίγουρα και άλλες συνήθειες των ανθρώπων, άλλες σωστές και άλλες εντελώς λανθασμένες. Για τον λόγο αυτό πάντα για ότι απορία έχουμε να ερωτούμε τον ιερέα που σίγουρα ξέρει κάτι παραπάνω από εμάς σ’ αυτά τα θέματα.
Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές 
όλων των κεκοιμημένων αδελφών μας!!!

Παπα-Φώτης Λαυριώτης ο «δια Χριστόν σαλός» από την Μυτιλήνη


Το ιστολόγιο μας, συνεχίζει το αφιέρωμα τιμής στους κληρικούς που ποτέ δεν εμφανίστηκαν με την αλαζονεία της αρετής αλλά απόμειναν μέσα στην ταπείνωση της αμαρτολότητας που όλοι μας σέρνουμε πίσω μας. Και στάθηκαν δίπλα στο Λαό του Θεού και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο. Το αφιέρωμα μας σήμερα είναι στον Παπά Φώτη Λαυριώτη.

Παπά Φώτης Λαυριώτης

του Στρατή Ανδριώτη

Στην ανατολική πλευρά της Λέσβου, γειτνιάζουν δύο χωριά, τα Πάμφιλα και οι Πύργοι Θερμής. Ένας επαρχιακός δρόμος απόστασης μικρότερης των 2 χιλιομέτρων ανάμεσα στους ελαιώνες, συνδέει τους δύο αυτούς τόπους. Εγγύτερα προς τα Πάμφιλα, ακολουθώντας έναν εγκάθετο δρόμο που οδηγεί στον παραθαλάσσιο οικισμό «Νησέλια», αντικρίζουμε μέσα στα λιοχώραφα, το μικρό μοναστήρι του Αγίου Νεομάρτυρος Λουκά στο οποίο ζούσε ασκητικά ο παπα-Φώτης ο Λαυριώτης, γνωστός και ως παπα-Σαρδέλλης. Γεννηθείς στα Πάμφιλα στις 5 Ιανουαρίου του 1913 από τη Μαρία και τον Δημήτριο Σαρδέλλη που δούλευε καμίνι φτιάχνοντας κεραμίδια και τούβλα.
 
Ο νεαρός τότε Φώτιος αφού δούλεψε σε επιπλοποιείο της Μυτιλήνης, τον Απρίλιο του 1931 παρακινούμενος από την πίστη του στον Θεό και συνεπαρμένος από μελέτες χριστιανικών βιβλίων και ακούσματα κηρυγμάτων, εγκαταλείπει την ματαιότητα του κόσμου και αναχωρεί μαζί με τον φίλο και συγχωριανό του, μετέπειτα πατήρ Παχώμιο, για να μονάσουν στο Άγιον Όρος. Επέλεξε τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου έγινε καλόγερος και έμεινε στο μοναστήρι περίπου 20 χρόνια, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα Παύλο. Πρεσβύτερος χειροτονήθηκε το 1936. Με ιδιαίτερο ζήλο μελετούσε τους βίους των Αγίων καί ιδιαιτέρως τον συνεπαίρνανε οι αθλήσεις των Μαρτύρων, όπου ανάμεσά τους ανακαλύπτει πολλούς Λέσβιους Αγίους. Τέλη του 1950 επιστρέφει στη Μυτιλήνη ασχολούμενος συστηματικά με την ανάδειξη των εντοπίων Αγίων οι οποίοι εξ’ αιτίας του γίνονται ευρέως γνωστοί στον κόσμο, κάνοντας πρόταση στον Μητροπολίτη Ιάκωβο Β΄ ώστε να εορτάζονται από κοινού Πάντες οι εν Λέσβω Άγιοι, σε εορτή που τελικά καθιερώθηκε την Α΄ μετά των Αγίων Πάντων Κυριακή.
Στην ενορία Αγίου Αντωνίου του χωριού Τρύγονα, κοντά στο Πλωμάρι, όπου τοποθετήθηκε εργάσθηκε με ένθεο ζήλο για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του, αλλά και για την διαφύλαξη των ιερών και οσίων του Γένους μας. Δείγμα της μεγάλης αγάπης του προς τους Αγίους του Θεού, αποτελεί το γεγονός ότι στον ενοριακό Ναό του χωριού, τοποθετήθηκαν και αγιογραφήθηκαν 170 εικόνες, οικοδομώντας και μια καταπληκτική Εκκλησία αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, με χρήματα κυρίως από εράνους. Επίσης, ενδιαφέρθηκε να γίνει στη Μονή Δαμανδρίου γηροκομείο και να επισκευασθεί η Μονή Πιθαρίου. Το 1972 υπηρετεί ως εφημέριος στην Ι.Μ. Αγ. Αικατερίνης Σινά της Αιγύπτου, καθώς επίσης και ως εφημέριος, ψάλτης και φύλακας του Παναγίου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Το 1976 επέστρεψε στον Τρύγονα και το 1994 συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Αρχιμανδρίτη. Έκτοτε, αφοσιώθηκε στην αποπεράτωση της κατασκευής του Ιερού Ναού Αγίου Λουκά στα Πάμφιλα, που από το 1960 είχε ξεκινήσει με χρήματα από δωρεές πιστών, διότι από τον τόπο εκείνον είχε περάσει ο Νεομάρτυρας Λουκάς πριν απαγχονιστεί από τους Τούρκους στη Μυτιλήνη. Την μελέτη και τα σχέδια του ναού τα εμπνεύσθηκε μόνος του, επιλέγοντας ένα πανέμορφο Ιεροσολυμίτικο ρυθμό.
                               
Ο ασκητής της ερημιάς των πόλεων και των χωριών, διήνυε συχνότατα μεγάλες αποστάσεις άδειπνος, προσευχόμενος ανάμεσα στους ανθρώπους της αφιλίας και στη φύση, ταγμένος στον Χριστό. Αψηφώντας τις καιρικές συνθήκες καί την ώρα, ο κοντούλης παπα-Φώτης με την καθαρή ματιά, βαδίζοντας σκυφτός, ρακένδυτος, φορώντας ένα παλιό τριμμένο ράσο, πολυκαιρίτικα φθαρμένα παπούτσια, σχεδόν ξυπόλητος ακόμα και το καταχείμωνο, με έναν ντρουβά στον ώμο, οδοιπορούσε επιθυμώντας να οδηγήσει τους ανθρώπους, εικόνες Θεού, στη σωτηρία, ανεβαίνοντας και εκείνος τον Γολγοθά του. Αναζητώντας πάντοτε κάποιο προσκύνημα, τελώντας την Λειτουργία σε κάποιον αγαπημένο του Ναό που ευλαβείτο. Συνήθιζε να βιώνει την Θεία Ευχαριστία και μερικές αιτήσεις ή εκφωνήσεις να τις λέγει σε σερβική, ή ρωσική διάλεκτο, δεικνύοντας μ’ αυτό τον τρόπο την οικουμενική διάσταση της Ορθοδοξίας. Το Άγιο Θυσιαστήριο ήταν η Ζωή του! Έβγαινε από την Εκκλησία γεμάτος χαρά. Μετά τη Θεία Λειτουργία λαμποκοπούσε. Ειδικά όταν έκανε το πανηγύρι στον αγαπημένο του Άγιο Λουκά στις 23 Μαρτίου. Μερικές φορές, μόλις κατέλυε και έκανε την απόλυση, βλέποντας ότι απουσίαζαν από το εκκλησίασμα οι άνδρες, κατευθυνόταν στους καφενέδες και χωρίς να φοβάται κανέναν τους «κατσάδιαζε» υπενθυμίζοντάς την ματαιότητα της ζωής που είχαν επιλέξει, ζώντας μακριά από το μεγαλείο του Θεού. Όλοι τον σέβονταν και τον άκουγαν με σκυμμένα κεφάλια.

Συχνά τον συναντούσε κανείς καθισμένο στα σκαλοπάτια έξω από κάποια αυλόπορτα να ξαποστάζει, διαβάζοντας ένα πνευματικό βιβλίο, γράφοντας με τα χαρακτηριστικά ολοστρόγγυλα μεγάλα γράμματά του, σημειώσεις καί νουθεσίες που ύστερα τις μοίραζε σε όποιον συνάνθρωπό του τον φώτιζε ο Θεός, δεχόμενος λίγο ψωμί, λίγο νερό από κάποια ευσεβή γειτόνισσα, δίνοντας με την καρδιά του την ευχή του Κυρίου. Περπατούσε ώρες πολλές χαμογελώντας, επιτιμώντας τους ανθρώπους για τα παράλογα που έβλεπε μέσα στο κόσμο της αμαρτίας, διδάσκοντας τον καθένα με ωφέλιμα απλοϊκά λόγια. Δίδασκε το Ευαγγέλιο με την ίδια τη ζωή του. Μαζεύοντας τουβλάκια, μικρά μάρμαρα και ότι άλλο θα χρησίμευε για την κατασκευή του αγαπημένου του ονείρου, του ναού του Αγίου Λουκά. Παροτρύνοντας τους ανθρώπους να εκκλησιάζονται, να ωθούν τα παιδιά τους προς την Εκκλησία, τις γυναίκες να ντύνονται σεμνά ειδικά όταν εισέρχονται στον οίκο του Θεού, την Εκκλησία και να μην παραμορφώνονται «σαν φαντάσματα» από τις προκλητικές συνήθειες της μόδας. Τους ευτραφείς, τους παρομοίαζε χαριτολογώντας με κάποια συμπαθή ζώα, παρακινώντας τους να εγκρατεύονται στην τροφή. Περνούσε από στέκια νέων και με νεύματα όλο νόημα προσπαθούσε να τους δείξει ότι η σωτηρία της ψυχής είναι ο ανώτερος σκοπός του ανθρώπου και όχι οι πλάνες και οι ματαιότητες στις οποίες ξεπέφτουν οι άνθρωποι. Όταν ο δρόμος του διερχόταν μπροστά από εστιατόρια και έβλεπε ανθρώπους να καταλύουν σε νηστίσιμες περιόδους, τους υπενθύμιζε ότι είναι αμαρτία να μην τηρούν την ευλογημένη νηστεία.
Καταπολεμούσε την πνευματική αδιαφορία. Τα λόγια του πολλές φορές ήταν σκληρά σα «μαχαιριές», όμως κανείς δεν διαμαρτυρόταν. Όλοι σεβόντουσαν απόλυτα τις συμβουλές του. Ιδίως επιτιμούσε την γύμνια και τους Ιερείς που εκτελούσαν αμελώς τα ιερατικά τους καθήκοντα και δεν ενδιαφερόταν για το ποίμνιό τους. Έλεγε συχνά με πολλή ταπείνωση ότι για τα διαζύγια των ζευγαριών φταίνε οι Ιερείς γιατί δεν διαβάζουν όλες τις ευχές όταν τελούν το μυστήριο του γάμου. Τον απογοήτευε η αίρεση και το σχίσμα από την Αλήθεια της Ορθοδοξίας. Δεν δεχόταν ότι είναι δυνατόν να μας έχει δωρίσει ο Θεός την αιωνιότητα, την Βασιλεία Του, και εμείς οι άνθρωποι με υπέρμετρο φανατισμό να διαιρούμαστε για 13 ημέρες, ή επειδή οι δαίμονες πλανούν κάποιους κακοπροαίρετους! Όποιος είχε την ευλογία να τον συνοδέψει έστω και για λίγο σε κάποια περιπλάνησή του και κατάφερνε να μείνει σιωπηλός, «κρυφάκουγε» την γεμάτη αγάπη προσευχή του που έβγαινε μέσα απ’ την καρδιά του. Η αγαπημένη του φράση που τον «πρόδινε» ήταν το «Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε», δείγμα του πόσο υπεραγαπούσε την Παναγία μας. Το να τον συντροφεύει κανείς ήταν μια ευχάριστη πνευματική εμπειρία. Δεν δίσταζε ακόμα και να τραγουδήσει παλιά παραδοσιακά όμορφα και σπάνια τραγούδια. Για να ευχαριστήσει τους επισκέπτες του, έβγαζε ένα μάτσο από διάφορα χριστιανικά έντυπα, χάρτινες εικόνες, ή ακόμα και φωτογραφίες του, όταν ήταν νεότερος και τις έδινε για ευλογία. Ως άλλος Άγιος Πατροκοσμάς, επισκεπτόταν την πόλη και όλα τα χωριά του νησιού, αλλά και πολλά μέρη της Ελλάδας που τον ήξεραν και τον υπεραγαπούσαν. Κήρυττε βρωντοφωνάζοντας και καυτηριάζοντας όσα έβλεπε ότι εμπόδιζαν τους ανθρώπους στο να επιτύχουν τη σωτηρία τους. Παντού είχε γνωστούς ανθρώπους που τον αγαπούσαν και τον φιλοξενούσαν. Στα λεωφορεία ή στα πλοία που χρησιμοποιούσε όταν μετακινιόταν, κανείς δεν του έπαιρνε χρήματα. Και μόνο η απλοϊκή, ασκητική του παρουσία έπειθε τον κόσμο ότι ήταν Άνθρωπος του Θεού. Πολλές φορές η ιδιορρυθμία του χαρακτήρα του σε διάφορα θέματα, εξηγιόταν ως δείγμα σαλότητας. Αρκετοί τον θεωρούσαν ότι ήταν Σαλός δια τον Χριστό! Η σκληρότητά του, «μπερδεμένη» με μια υπέρμετρη καλοσύνη οδηγούσε σ’ αυτό το συμπέρασμα.
Ως τα βαθιά γεράματά του, παρά την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, δεν ξεχνούσε την νηστεία. Νήστευε αυστηρά ακόμα και το λάδι, θέλοντας να ζει ασκητικά, καθηλωμένος και ανήμπορος στο μικρό κρεβατάκι του. Υποβασταζόμενος πλησίαζε πάντα τελευταίος το Άγιο Ποτήριο και κοινωνούσε τον Χριστό. Τα καλοκαίρια ερχόταν στη γενέτειρά του, στα Πάμφιλα όπου τον φρόντιζαν οι γυναίκες σε μια καμαρούλα, όπως και τον χειμώνα στην Αθήνα όπου τον διακονούσε με υπέρμετρη αγάπη η κυρία Σοφία. Ο νούς του ήταν πως θα μεταβεί στον αγαπημένο του τόπο, στον Άγιο Λουκά, να δεί σε τι κατάσταση βρισκόταν η Εκκλησία, πόσο προχώρησε η Αγιογράφηση. Εκεί, ξεδίπλωνε μια μεγάλη κόλα αναφοράς γεμάτη με ονόματα νηπίων και παίδων Μαρτύρων που Αγίασαν, δίνοντας εντολές να αγιογραφηθούν πάραυτα!
Υπεραγαπώντας την Ορθοδοξία και την πατρίδα του την Ελλάδα, ο παπά Φώτης εκοιμήθη εν Κυρίω στις 5 Μαρτίου 2010, ημέρα Παρασκευή Γ΄ Εβδομάδας των νηστειών.
Καλό Παράδεισο παπά Φώτη!

Μάρκος ο Αθηναίος - ο γίγαντας της ερήμου


Η μνήμη του τιμάται στις 5 Μαρτίου
Ήταν μια φορά στην παλιά την Αίγυπτο δύο Άγιοι Πατέρες και ασκήτευαν μέσα στην βαθιά την έρημο. 
Ο ένας λεγότανε Ιωάννης κι ο άλλος λεγότανε Σεραπίων.
Ησύχαζαν σ' αυτό το μέρος, ξεχασμένοι. Λογάριαζαν πως κανένας άλλος ασκητής δεν είχε αποτραβηχτεί πιο μακρυά στην έρημο και δόξαζαν τον Θεό. 
Μια νύχτα έπεσαν να κοιμηθούν και βλέπει ο Άγιος Σεραπίονας στον ύπνο του, πως σταθήκανε από πάνω του δύο γέροντες, σεβάσμιοι και του είπανε:
- Πόσα χρόνια ευρίσκεσαι σε τούτη την έρημο και δεν γνωρίζεις την πάρα μέσα έρημο, που είναι η πόρτα της Αιθιοπίας! Εκεί πέρα βρίσκεται το βουνό της Θράκης, και σε δαύτο αγωνίζεται ο Άγιος Μάρκος, γέροντας, βαθύγερος, εκατόν τριάντα χρόνια. Κι έχει εννένηντα χρόνια να δει άνθρωπο. Δεν υπάρχει άλλος ασκητής, που να 'φταξε στα μέτρα που έφταξε εκείνος ο Άγιος. Και σε σαράντα μέρες αναπαύεται.Ξημερώνοντας η μέρα, ιστόρησε τ' όνειρό του ο Αββάς Σεραπίονας στον Αββά Ιωάννη. Κι εκείνος του αποκρίθηκε ότι είναι από τον Θεό. 
Τότε ο Αββάς Σεραπίονας ξεκίνησε τον δρόμο του για να πάει να βρει τον Άγιο Μάρκο. 
Μαζί του πήρε λιγοστούς χουρμάδες και λίγο νερό σε ένα νεροκολόκυθο. Περπάτησε πάνω στην έρημο 20 μέρες αλλά ο Κύριος τον δρόσιζε και τον σκέπαζε από τον ήλιο.
Στις είκοσι μέρες σώθηκε το νερό, που είχε στο νεροκολόκυθο, κι' έπεσε σαν αποθαμένος. Τότε βλέπει πάλιν τους δύο γέροντας και σταθήκανε μπροστά του. Ο ένας από δαύτους τού έδωσε κάποια ρίζα από δένδρο κομίδι και του είπε:
- Πάρε τούτη τη ρίζα και πήγαινε, με την δύναμη του Θεού.

 Ύστερα του δείξανε τον δρόμο και χαθήκανε. Και παρευθύς ξύπνησε και κίνησε κατά το μέρος, που του δείξανε.
Περπάτησε επτά μέρες σε κάποια ερημιά ακόμη πιο τρομερή κι' έγλυφε την ρίζα, που βαστούσε στο χέρι του, για να ξεδιψάσει. Ώσπου έφτασε σε ένα βουνό πολύ υψηλό.
Επιασε κι ανέβαινε άλλες επτά μέρες. Και στις επτά μέρες νυχτώθηκε μπροστά σε μια σπηλιά. Πήγε μπροστά στο στόμα της σπηλιάς κι άκουσε τον Άγιο Μάρκο να κάνει την προσευχή του, μέσα στη σπηλιά.
Κι αφού προσευχήθηκε, βγήκε στην πόρτα της σπηλιάς και φώναξε δακρυσμένος:
- «Αββά Σεραπίονα». 
Ο Αββάς τ' αποκρίθηκε φοβισμένος:
- «Ευλόγησέ με Γέροντα». 

Και ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Η ειρήνη του Χριστού να 'ναι πάνω σου. Έλα σίμωσέ με, τέκνον μου». 

Ο Αββάς Σεραπίονας πήγε κοντά του κι' έκαμε μετάνοια. Και ο Μάρκος του λέγει:
- «Ο Κύριος να σου δώσει το μισθό σου, τέκνον μου, την ημέρα της Κρίσεως, επειδής έκαμες πολύ κόπο να 'ρθης σε τούτο το άγριο το μέρος, για μένα, τον καταφρονεμένο».
Και μπήκανε μέσα στην σπηλιά και καθήσανε μέσα στο σκοτάδι. Και λέγει πάλιν ο Άγιος Μάρκος:
—«Εννενηνταπέντε χρόνια έχω που δεν είδα άνθρωπο. Και τώρα βλέπω τ' Άγιο το πρόσωπο σου».

Διήγησις του Αγίου Μάρκου

Και ο Αββάς Σεραπίονας τον ρώτησε:
—«Πες μου, Άγιε Γέροντα, πως ήλθες σε τούτο το σπήλαιον;».

 Και ο Άγιος του αποκρίθηκε:
«Εγώ τέκνον μου, γεννήθηκα στην Αθήνα, Έλληνας ειδωλολάτρης. Οι γονιοί μου με βάλανε να σπουδάζω, να γίνω φιλόσοφος, όπως γίνονται οι μάταιοι άνθρωποι της πατρίδας μου. Μα ο Κύριος με ελέησε κι έγινα Χριστιανός, κι έβγαλα από πάνω μου τον παλιό τον άνθρωπο, όπως το φίδι βγάζει το δέρμα του. Κι αποθάνανε οι γονιοί μου κι' είπα:
«Θνητός άνθρωπος είμαι κι εγώ σαν τους πατεράδες μου. Τι όφελος θα απολαύσω από τούτον τον μάταιο τον κόσμο;».
Σηκώθηκα κι απαράτησα τον κόσμο σ' εκείνους, που τον αγαπάνε κι εγώ ήρθα στην Αλεξάνδρεια. Κι από την Αλεξάνδρεια βγήκα στον άμμο και περπάτησα πολλές μέρες και πολλές νύχτες, περπάτησα μερόνυχτα πολλά με πόθο να φτάσω σε μέρος, που δεν είναι άνθρωπος. Περπάτησα σ' ένα λάκκο μεγάλο κι είδα δένδρα πετρωμένα, πλην άνθρωπο δεν είδα, ως που έφτασα στα βουνά Ζαμπαράχ κοντά στην θάλασσα. Από κει περπάτησα σαράντα μέρες, οδηγούμενος από τον Θεό κι έφτασα πια σε τούτο το μέρος. Και τα ποδάρια μου με φέραν ίσια σε τούτο το σπήλαιον, δίχως να τα κυβερνώ εγώ.
Ενενήντα πέντε χρόνια δεν είδα άνθρωπο, μήτε αγρίμι, μήτε πουλί, μήτε ψωμί έφαγα, μήτε ντύθηκα με ρούχο. Τριάντα χρόνια έζησα με πολλή στενοχώρια, με πείνα και με δίψα και με παγίδες του διαβόλου. Έφαγα, τέκνον μου, χώμα από την πολλή μου πείνα, και από την πολλή μου δίψα ήπια νερό της θάλασσας. Είκοσι χρόνια ήμουνα γυμνός, ως ο Αδάμ. Τα δαιμόνια με σέρνανε να με ρίξουνε στη θάλασσα και φωνάζανε: «Φεύγα από τον τόπο μας καλόγερε. Από την αρχή του κόσμου δεν ήλθε άνθρωπος σε τούτο το μέρος και συ πως αποκότησες και ήρθες;». Κι εγώ καρτέρησα είκοσι χρόνια πεινασμένος και γυμνός. Και η ευσπλαχνία του Κυρίου έκανε κι αλλάξανε τα φυσικά του κορμιού και
φυτρώσανε τρίχες σε όλο το κορμί μου. Ενας άγγελος μου έφερνε να φάγω, κι έβλεπα τους αγγέλους να κατεβαίνουνε κοντά μου, και θωρούσα την Βασιλείαν των Ουρανών και τα Μοναστήρια, που κάθονται οι ψυχές των Αγίων». 
Κι εκεί που μιλούσε ο Άγιος Μάρκος, πέρασε η νύχτα και γλυκοχάραξε η μέρα. Κι ο Αββάς Σεραπίονας είδε τότε το κορμί του Αγίου Μάρκου σκεπασμένο από τρίχες πυκνές, σαν ήτανε θηρίο, και τον έπιασε φόβος και τρόμαξε, γιατί δεν είχε όψη ανθρωπινή, και δεν ξεχώριζε πως ήτανε άνθρωπος πάρεξ μονάχα από την ομιλία που έβγαζε από το στόμα του. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
- «Μη φοβάσαι, τέκνον μου, από την όψη ετούτου του κορμιού, γιατί είναι πρόσκαιρο». 
Κατόπιν ο Άγιος ερώτησε τον Αββά Σεραπίονα τι γίνεται στον κόσμο εάν οι διωγμοί των Χριστιανών έπαψαν και οι Έλληνες ήταν ακόμα ειδωλολάτρες.
Και βράδιασε η μέρα κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Τέκνον μου, Σεραπίονα, είναι καιρός να κάνουμε αγάπη». 

Και άπλωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε. Και μπήκανε στη σπηλιά και είδανε ένα τραπέζι κι' ένα ψωμί που άχνιζε επάνω στο τραπέζι και δυο ψητά ψάρια και λάχανα τρυφερά κι ελιές και χουρμάδες κι έναν μαστραπά νερό και καθίσαν. 
Κι είπε ο Άγιος Μάρκος:
—«Ευλόγησον». Και παρευθείς φάνηκε ένα χέρι, κι ευλόγησε την τράπεζαν. Κι ο Άγιος Μάρκος είπε:
—«Ευλόγησον, Κύριε, την βρώσιν και την πόσιν πάντοτε και νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Και σαν αποφάγανε, έκανε την ευχαριστία ο Άγιος Μάρκος και παρευθύς η τράπεζα σηκώθηκε, όπως στρώθηκε. Κι είπε ο Άγιος Μάρκος στον Αββά Σεραπίονα:
- «Είδες, τέκνον μου, πόσο αγαπά ο Θεός τους δούλους Του;» και σώπασε... Μετά πολλή ώρα άνοιξε το στόμα του κι είπε:
- «Σήμερον, τέκνον μου, τελειώνει το μέτρον της ζωής μου, και έστειλεν ο Κύριος να κηδέψεις με τ' αγιασμένα χέρια σου το καταφρονεμένο κορμί μου». Και δεν είπε άλλον λόγο όλη την ημέρα. Και προς το βράδυ λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ, συμπάθησέ με να κάνουμε αγρυπνία τούτη τη νύχτα».
Ψάλλανε από το ψαλτήρι. Κι ο Άγιος Μάρκος, σα νάχε βιβλίο μπροστά του, δίχως να μάθει ποτές του γράμματα της Εκκλησίας έψαλε λυπητερά και ταπεινά. Και σαν αποτελειώσανε το ψαλτήρι, γύρισε ο Άγιος Μάρκος και είπε στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ Σεραπίονα, το σώμα μου κήδεψέ το μέσα σε τούτο το σπήλαιο. Κι άφησέ το μέσα, και φράξε το στόμα του με πέτρες. Κι ύστερα να φύγεις, να μην μείνεις σε τούτο το μέρος».
Ο Αββάς Σεραπίονας άρχισε να κλαίει. Και ο Αββάς Μάρκος του είπε:
- «Μην κλαις, τέκνον μου, σήμερα που είναι η μέρα της χαράς μου. Ο Θεός, που σου έδειξε τον δρόμο, για να έλθεις, θα σου δείξει και το δρόμο για να γυρίσεις πίσω στην κέλλα σου. Πλην δεν θα γυρίσεις από τον δρόμο, που ήρθες. Αδελφέ Σεραπίονα, τούτη ημέρα είναι η πιο μεγάλη απ' όλες τις μέρες τις ζωής μου. Σήμερα η ψυχή μου αφήνει το παθιασμένο το κορμί μου και πηγαίνει να ξεκουραστεί από τους κόπους κι από την αμαρτία».

Ο Άγιος Μάρκος αποχαιρετά τον κόσμο

Κι εκεί που τα έλεγε αυτά τα λόγια, γέμιζε η σπηλιά από φως, πιο δυνατό από τον ήλιο και το βουνό γέμισε ευωδία. Κι ο Άγιος Μάρκος έπιασε από το χέρι τον Αββά Σεραπίονα κι άρχισε να αποχαιρετά τον κόσμο. Και σαν είπε τούτα, γονάτισε και σήκωσε τα χέρια του κι είπε:
- «Κύριε, Κύριε, προστάτεψε κι αποσκέπασε τον Κόσμον Σου, κρύψε από τα μάτια Σου τ' αμαρτωλά τα έργα του».
Ύστερα σηκώθηκε κι ασπάσθηκε τον Αββά Σεραπίονα κι είπε:
- «Έχε γεια κι εσύ, αδελφέ Σεραπίονα. Ο Χριστός να σου δώσει το μισθό σου, δια τους κόπους πού έκανες για μένα, την ημέρα της Παρουσίας Του.
Σ' εξορκίζω, τέκνον μου, στο Όνομα του Θεού, να μην πάρεις τίποτε από το κορμί μου, μήτε και μια τρίχα. Μην σιμώσεις στο κορμί μου ρούχο ή πανί, και ας είναι για σάβανο μου οι τρίχες, που μ' έντυσε ο Κύριος».
Σαν έπαψε να μιλά, ακούσθηκε μια φωνή από τον Ουρανό κι έλεγε:
- «Φέρτε μου τον αγωνιστή της ερήμου, το στύλο της ερήμου, το στύλο της υπομονής, τον ευλογημένο και τον πιστό το δούλο μου. Μάρκε, Μάρκε έλα ν' αναπαυτής στην χώρα της δικαιοσύνης». Κι ο Άγιος Μάρκος λέγει στον Αββά Σεραπίονα:
- «Αδελφέ μου, Σεραπίονα, ας γονατίσουμε» ενώ έλεγε σε Κάποιον Αλλον: «Άνοιξε την αγκαλιά σου».
Και σηκώθηκε επάνω ο Αββάς Σεραπίονας και γύρισε και είδε την ψυχήν του Αγίου Μάρκου ντυμένη μ' άσπρη στολή και την κρατούσανε οι Άγγελοι και την πηγαίνανε στον Ουρανό. Κι άνοιξε η σκέπη τ' Ουρανού. Κι είδε τα εναέρια τελώνεια που ήθελαν ν' αρπάξουν την ψυχή του Αγίου Μάρκου κι' ακούστηκε μια φωνή τρομερή που έλεγε:
- «Φύγετε πνεύματα του σκοταδιού μπροστά στο φως».

 Και γίνηκε ταραχή μεγάλη και μποδίστηκε η ψυχή του Αγίου Μάρκου ίσαμε μία ώρα. Κι ύστερα ακούστηκε μια φωνή κι' έλεγε:
- «Σηκώστε την ψυχή του δούλου Μου». 

Τα δαιμόνια παραμερίσανε κι είδε ο Αββάς Σεραπίονας ένα χέρι που άπλωσε από τον Ουρανό και πήρε την ψυχή του Αγίου
Μάρκου. Και δεν την ξαναείδε κι ήτανε τρίτη ώρα της νύχτας. Ο Αββάς Σεραπίονας προσευχόταν όλη την νύχτα και σαν ξημέρωσε έψαλλε τα νεκρώσιμα επάνω στο Άγιο λείψανο. Δεν το άγγιξε, μήτε το μετατόπισε, μήτε σίμωσε σε δαύτο ρούχο, τίποτε. Βγήκε έξω, πήρε πέτρες, έφραξε το στόμα της σπηλιάς και κατέβηκε από το βουνό. 

Παρακαλούσε τον Θεό να τον στηρίξει να περάσει κείνη την φοβερή την έρημο. Και την ώρα που βασίλευε ο ήλιος, βλέπει μπροστά του δύο γέροντες, που τους
είχε ειδωμένους στο όνειρό του, και του είπανε:
- «Κήδεψες λείψανο, που δεν του αξίζει όλος ο κόσμος. Έλα μαζί μας και θα περπατήσουμε όλη τη νύχτα, για να μην χάσεις την δύναμη σου από την κάψα της ημέρας».
Και περπατήσανε και οι τρεις μαζί ίσα με το πρωί. Και το πρωί του είπανε:
- «Πήγαινε στην ευχή του Θεού». Και χαθήκανε από τα μάτια του κι' είδε πως στεκότανε μπροστά στην πόρτα της Εκκλησίας, στο κελί της μετανοίας του.

Θαύμασε και θυμήθηκε τα λόγια, που είχε πει ο Άγιος Μάρκος, πως «δεν θα γυρίσεις στον τόπο σου από την ίδια στράτα που ήλθες». 
Ο Αββάς Ιωάννης άκουσε την φωνή του και βγήκε από το κελί του και του είπε:
—«Καλώς όρισες Αββά Σεραπίονα». Και μπήκανε στην Εκκλησία και δοξάσανε τον Θεό.
Κι είπε ο Αββας Ιωάννης στον Αββά Σεραπίονα:
—«Αδελφέ, εκείνος ήτανε αληθινός Χριστιανός. Εμείς είμαστε με τ' όνομα μονάχα Χριστιανοί. Πλην με τα έργα δεν είμαστε καθόλου ολότελα. Δόξα στο Θεό που μας αξίώνει να βλέπουμε τους Αγίους Του. Αμήν».

Ἰατροδικαστές: Δὲν γνωρίζουμε ἀπὸ τί πέθανε ὁ Χριστόδουλος


Ἔγγραφό του προϊσταμένου τῆς Ἰατροδικαστικῆς Ὑπηρεσίας Ἀθηνῶν ἀναφέρει ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἔγγραφη παραγγελία γιὰ τὴ διενέργεια ἰατροδικαστικῆς διερεύνησης στὴ σορὸ τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστόδουλου.Ὅπως ἐπισημαίνει: “Δὲν ὑπῆρξε ἔγγραφη παραγγελία γιὰ τὴ διενέργεια ἰατροδικαστικῆς διερεύνησης (νεκροψιακῆ- νεκροτομικῆ καὶ ἐργαστηριακὴ) στὴ σορὸ τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιεπισκόπου Χριστοδούλου” καί, συνεπῶς, “ἡ Ἰατροδικαστικὴ Ὑπηρεσία Ἀθηνῶν δὲν γνωρίζει τὰ ἀκριβῆ αἴτια τοῦ θανάτου του, τὰ ὁποία ἀναγράφονται στὸ ἐκδοθὲν πιστοποιητικὸ θανάτου ποὺ προφανῶς συνετάχθη καὶ ὑπεγράφη ἀπὸ ἰατρό, ποὺ γνώριζε τὴ νόσο καὶ τὴν πορεία της”.
 Γιὰ τὸ περιεχόμενο τοῦ ἐγγράφου ἐνημερώνει ἐγγράφως τὴ Βουλὴ ὁ ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, Ἀντώνης Ρουπακιώτης. Τὸ ἔγγραφο διαβιβάστηκε μετὰ ἀπὸ ἐρώτηση τοῦ ἀνεξάρτητου βουλευτῆ Νίκου Νικολόπουλου, σχετικὴ μὲ τὴν κοίμηση τοῦ μακαριστοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ....

Πάσης Ἑλλάδος, Χριστόδουλου.
Τὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ βουλευτὴς τὴν εἶχε ἀπευθύνει καὶ στὸν ὑπουργὸ Δημόσιας Τάξης καὶ Προστασίας τοῦ Πολίτη, Νίκο Δένδια, ὁ ὁποῖος διαβίβασε στὴ Βουλὴ ἔγγραφο μὲ τὸ ὁποῖο ἐνημερώνει, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι στὶς 28 Ἰανουαρίου τοῦ 2008, τὴν ἡμέρα, δηλαδὴ κοίμησης τοῦ ἀρχιεπισκόπου, μετὰ ἀπὸ πρόσκληση παραγόντων τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς, σφραγίστηκε ἀπὸ τὴν προϊσταμένη τοῦ Εἰρηνοδικείου Χαλανδρίου, ἡ Ἀρχιεπισκοπική του κατοικία στὸ Παλαιὸ Ψυχικό, παρουσία τοῦ Ἀστυνομικοῦ Τμήματος Ψυχικοῦ, τοῦ ἡγούμενου Ι.Μ. Πεντέλης, τοῦ πρωτοσύγκελλου τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν καὶ τῶν προϊσταμένων τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῶν νομικῶν Ὑπηρεσιῶν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
Ὅπως ἀναφέρει ὁ ὑπουργός, ἡ Ἀρχιεπισκοπικὴ κατοικία σφραγίστηκε πρὸς διασφάλιση τῶν ἀτομικῶν κτημάτων τοῦ ἐκλιπόντος καὶ συντάχθηκε πρὸς τοῦτο καὶ σχετικὴ ἔκθεση σφράγισης.

Ο ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ.

1Η Κυριακή του Ασώτου είναι η Παραβολή του Κυρίου που εκφράζει καλύτερα την κατάσταση του σημερινού κόσμου. Ο κόσμος αυτός έφυγε από το πατρικό του σπίτι, που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού, και ζει αμαρτωλά και πλανεμένα εν μέσω των σαρκικών απολαύσεων.
Σήμερα υπάρχει ένας κατακλυσμός της αμαρτίας, όπως ακριβώς είδαμε αυτές τις μέρες τούς δρόμους, στην Αθήνα, να γίνονται βρώμικα και επικίνδυνα ποτάμια. Έτσι και η αμαρτία μέσα στον κόσμο. Η αμαρτία, η πλάνη και η κοσμικότητα πλημμυρίζουν τα πάντα: δουλειά, σπίτι, σχολείο, στρατό, ψυχαγωγία, ενημέρωση.
Τρία μεγάλα παράθυρα από τα οποία εισέρχεται το σκοτάδι, ο βούρκος και η αμαρτία είναι η Τηλεόραση, το Διαδίκτυο και το φορητό τηλέφωνο.
Ο Κύριος ονόμασε τις έσχατες μέρες ΗΜΕΡΕΣ ΝΩΕ, διότι τότε, όπως και τώρα, σκεφτόντουσαν οι άνθρωποι μόνο τα γήινα και τα σαρκικά.

Σήμερα βέβαια τα πράγματα είναι πιο επικίνδυνα, διότι οι μορφές του κακού είναι διαφορετικές κάθε φορά: άλλες είναι φανερές, άλλες δυσδιάκριτες καιπαραπλανητικές. Οι τελευταίες είναι οι πιο επικίνδυνες, διότι λένε το μαύρο άσπρο, το ψέμα αλήθεια και το κακό καλό.
Ο Κύριος μας λέγει: «βλέπετε μη τις υμάς πλανήση». Μη πλανηθούμε από όλο αυτό το συνολικό κακό και μάλιστα την «πανθρησκεία».

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

Πανθρησκεία σημαίνει να ενωθούν όλες οι θρησκείες σε μία.
Η τάση αυτή βασίζεται επιφανειακά και ψεύτικα στον λόγο του Κυρίου, ο Οποίος λέγει ότι στο τέλος της Ιστορίας με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, εκτός από τους μέχρι τώρα υπάρχοντες Χριστιανούς, θα πιστέψουν και όλα τα άλλα έθνη και θα γίνει «μία ποίμνη, ένας ποιμένας», δηλ. ο Χριστός.
Η πανθρησκεία δεν λέγει όμως ότι οι άνθρωποι πρέπει να πιστέψουν στο Χριστό. Λέγει ότι ο καθένας θα πιστεύει όπου θέλει και όλοι οι δρόμοι, δηλ. όλες οι θρησκείες και όλοι οι θρησκευτικοί αρχηγοί, θα οδηγούν στον Παράδεισο πιασμένοι χέρι-χέρι.
Για την πανθρησκεία, της οποίας πνευματικά παιδιά είναι ο οικουμενισμός και ο διαθρησκειακός συγκρητισμός, δεν υπάρχει καλό και κακό, σατανάς και θεός, Βούδας και Μωάμεθ, Χριστός και Δωδεκάθεο. Όλοι είναι καλοί. Καμμιά θρησκεία δεν είναι τέλεια. Η μία συμπληρώνει την άλλη. Μη βάζετε λοιπόν – μας λένε – ταμπέλες στους ανθρώπους.
Δυστυχώς αποκρυφιστές, παπικοί, βουδιστές και άλλοι λένε αυτά τα απαράδεκτα. Ποιος θα σωθεί τελικά και τι σημαίνει σωτηρία δεν το λένε. Φτάνει μόνο λένε να είσαι καλός άνθρωπος και όχι κριτής σε βάρος των άλλων.

ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

Να μείνουμε μέχρι τέλους της ζωής μας πιστοί και αφοσιωμένοι στον Χριστό και την Ορθοδοξία.
Να ξέρουμε ότι δεν υπάρχει άλλο όνομα κάτω από τον ουρανό, που έχει δοθεί από το Θεό Πατέρα στους ανθρώπους και με το Οποίο πρέπει να σωθούμε, παρά μόνο ένα: το Όνομα του Ιησού Χριστού (απ. Πέτρος).
Να είμαστε απόλυτα βέβαιοι ότι υπάρχουν μεν πολλές θρησκείες, αλλά Μία μόνο Αλήθεια που σώζει, Ένας Θεός, Ένας Μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός, Μία Πίστη, Ένα Βάπτισμα, Ένα Ευαγγέλιο, Μία Εκκλησία.
Δε θα σωθούνε όλοι οι καλοί άνθρωποι ανά τον κόσμο. Πως θα τους κρίνει αυτούς ο Θεός, είναι δική Του δουλειά. Ξέρουμε όμως και πρέπει να το πιστεύουμε ότι «όποιος πιστεύσει και βαπτισθεί στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αυτός θα σωθεί».

ΑΠΟΛΥΤΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑΜΑΣΤΕ

Για το Πρόσωπο του Χριστού. Ο Χριστός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, ένας ιδρυτής μια θρησκείας, όπως όλοι οι άλλοι που προαναφέρθηκαν. Ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος. Τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Άγιος και Αναμάρτητος.
Για το πώς σώζεται ο καθένας ακόμη και ο Χριστιανός. Ο κάθε άνθρωπος αν δεν πιστέψει στον Κύριο Ιησού Χριστό, αν δεν μετανοήσει και δεν εξομολογηθεί και οπωσδήποτε αν δεν κοινωνεί συχνά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, δεν σώζεται.
Για το ότι δεν υπάρχουν πολλές Εκκλησίες και οπωσδήποτε δεν είμαστε το ίδιο με τους παπικούς, προτεστάντες, ευαγγελικούς, πεντηκοστιανούς, αγγλικανούς, μορμόνους, εβραίους, ινδουϊστές και βουδιστές. Οι μεν είναι ετερόδοξοι – αιρετικοί, οι δε αλλόθρησκοι - ειδωλολάτρες ή και δαιμονολάτρες.
Για το ότι δεν υπάρχουν πολλοί δρόμοι για τον ουρανό. Ο Χριστός μόνον είναι «η οδός και η Αλήθεια και η Ζωή». Αυτός σταυρώθηκε για μας. Αυτόν αληθινό και ζωντανό Χριστό τον έχει μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, με τα τόσα θαύματα και την τόση αγιότητα.
Για το ότι δεν συμμετέχουμε σε Μυστήρια αιρετικών και σχισματικών. Δεν κάνουμε Γιόγκα και Διαλογισμό. Δεν είναι γυμναστικές αυτά, αλλά θρησκευτικά πράξεις. Δεν πηγαίνουμε σε τζαμί και δεν βγάζουμε τα υποδήματα. Δεν παντρευόμαστε αλλοθρήσκους και αλλοδόξους, που δεν είναι μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Για το ότι δεν προσκυνάμε κανέναν άλλον. Την Παναγία μας, τους Αγίους και τους Αγγέλους προσκυνάμε τιμητικά και όχι λατρευτικά, πράγμα που προσφέρουμε μόνο στο Θεό.
Για το ότι χρειάζεται να μη αρνηθούμε την Φίλη Ορθοδοξία και για μας και για να υπάρχει λιμάνι αλήθειας και για τους άλλους.

Τελικά: Η Πανθρησκεία είναι φαινόμενο των εσχάτων και προϊόν της αποστασίας μας από τον Θεό. Ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Έχουν δυστυχώς παρασυρθεί και μεγαλόσχημοι πνευματικοί ταγοί. «Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση» (Ματθ. κδ΄ 4). «Βλέπετε μη πλανηθήτε» (Λουκ. κα΄ 8) μας συνιστά ο Κύριος.
πηγή

Μαθητές, δάσκαλοι, γονείς: Ζητήστε να τοποθετηθεί ΣΤΑΥΡΟΣ επάνω στον Ιστό της σημαίας μας


Πριν μερικά χρόνια, η παρέμβαση ενός εκπαιδευτικού για την απουσία του σταυρού από τον Ιστό (κοντάρι) της Σημαίας στο σχολείο του, "ανάγκασε" τον τότε Υπουργό Παιδείας Γ.Παπανδρέου, να εκδώσει διευκρινιστική εγκύκλιο (ΙΒ/7541, 6/9/1996), με την οποία καλούσε όλες τις σχολικές μονάδες να μεριμνήσουν για την "άμεση τοποθέτηση σταυρού" επάνω σε όλα τα κοντάρια (ιστούς) σημαιών που υπάρχουν στα σχολεία .



Σε λίγες εβδομάδες τα σχολεία θα τιμήσουν την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821.

Ας φροντίσουμε ΟΛΟΙ ΜΑΣ, μαθητές, εκπαιδευτικοί, γονείς να κάνουμε έγκαιρα όλες τις απαραίτητες παρεμβάσεις ώστε να υπάρχει ο σταυρός επάνω στο κοντάρι(ιστό) της σημαίας (που συνήθως βρίσκεται στον προαύλιο χώρο του σχολείου μας), όπως εξ άλλου προβλέπεται και από τηνόμο 851/1978 (άρθρο 2).
 
Ν 851/1978:Περί Εθνικής Σημαίας.
Αρ. 1
1. Η Εθνική Σημαία της Ελλάδος είναι κυανόλευκος, συγκείται εξ εννέα όσου πλάτους οριζοντίων ταινιών, αξ ων αι πέντε (50 κυαναί και αι τέσσαρες (4) λευκαί ούτως ώστε η άνω και η κάτω ταινία να είναι κυαναί, αι δε άλλαι εναλάξ λευκαί και κυαναί.

2. Εις την άνω προς τον ιστόν ή κοντόν υπάρχει όρθιος λευκός ισοκέραιος σταυρόςεκτεινόμενος μέχρι των τεσσάρων πλευρών του περιέχοντος αυτόν κυανού τετραγώνου καταλαμβάνοντος εκ των άνω προς τα κάτω τρεις ταινίας κυανάς και δύο λευκάς.





Ας έχουμε επίσης υπόψη και τι απαγορεύεται για την Ελληνική σημαία (άρθρο 6, παράγραφος 9):

11. Η εθνική Σημαία:
α) Δεν ανακρεμάται επί εξωστών ή παραθύρων άνευ κοντού.
β) Δεν φέρει επ` αυτής τα διακριτικά Οργανώσεων, Οργανισμών, Συλλόγων, Σχολών ή Ιδρυμάτων ή οιανδήποτε παράστασιν.
γ) Δεν χρησιμοποιείται προς κάλυψιν αγάλματος ή προτομής. Εις την περίπτωσιν ταύτην δύναται να χρησιμοποιηθή ύφασμα με τα Εθνικά χρώματα,
δ) Δεν χρησιμοποιείται δι` οιονδήποτε διαφημιστικόν ή εμπορικόν σκοπόν.
ε) Δεν απορρίπτεται εις τα άχρηστα, αλλά αντικαθιστάμενη λόγω παλαιότητας, καταστρέφεται κατά προτίμησιν δια της πυράς.



Τα αφορώντα στην Εθνική Σημαία της Ελλάδας (χρώμα, μέγεθος, διαστάσεις, χρησιμοποίηση, περιορισμοί, κυρώσεις, κλπ.) καθορίζονται με τον Νόμο 851/1978 (ΦΕΚ 233 τ. Α’) 
Παραθέτουμε ολόκληρη τη σχετική νομοθεσία:

 






ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...