Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαρτίου 06, 2013

Γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης.


Το ιστολόγιο μας, συνεχίζει το αφιέρωμα τιμής στους κληρικούς που ποτέ δεν εμφανίστηκαν με την αλαζονεία της αρετής αλλά απόμειναν μέσα στην ταπείνωση της αμαρτολότητας που όλοι μας σέρνουμε πίσω μας. Και στάθηκαν δίπλα στο Λαό του Θεού και σε κάθε πονεμένο άνθρωπο. Το αφιέρωμα μας σήμερα είναι στον Γέροντα Ευσέβιο Γιαννακάκη.
Ο π. Ευσέβιος, κατά κόσμον Αντώνιος Γιαννακάκης, γεννήθηκε το 1910 στο Γεωργίτσι της Σπάρτης και οι πολύτεκνοι ευλαβείς και ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Ο Αντώνης ήταν παιδί υπάκουο, «χαριτωμένο», με σπλαχνική καρδιά. Εγκρατής, ειλικρινής, καλοπροαίρετος, με θείο ζήλο, που τον έκανε όταν χρειαζόταν μαχητικό υπερασπιστή της πίστεως. Αγαπούσε πολύ την εκκλησία και τις ακολουθίες της. Μια Κυριακή που πήγαινε στην εκκλησία -θα ήταν τότε δέκα έως ένδεκα ετών- συνάντησε έναν άγνωστο νέο, επιβλητικό και ασκητικό, που με σοβαρότητα και αγάπη τον συμβούλεψε ερμηνεύοντας του τι σημαίνει κοσμική και τι ηθική ζωή. Ο Αντώνης όταν μπήκε στην εκκλησία βλέποντας την εικόνα του Τιμίου Προδρόμου έκπληκτος κατάλαβε ότι ο νέος που τον συνάντησε ήταν αυτός. Η αγαθή ψυχή του αλλοιώθηκε ακόμη περισσότερο από τη θεία Χάρη, που τον επεσκίαζε.
Μέχρι τα δεκαεφτά του χρόνια βοηθούσε τον πατέρα του στις γεωργικές εργασίες. Στην Αθήνα που ήλθε για να εργαστεί γνώρισε τον ιερομόναχο π. Ιγνάτιο Κολιόπουλο, τον οποίο έκανε πνευματικό του. Κάνοντας υπακοή ζούσε αυστηρή και προσεκτική πνευματική ζωή. Κάθε Κυριακή, πριν ακόμη ξημερώσει, έφευγε από το Κουκάκι, όπου έμενε, και πήγαινε με τα πόδια στη Χρυσοσπηλιώτισσα, στην οποία ήταν εφημέριος και ομιλητής ο πνευματικός του, για να προλάβει την αρχή του Όρθρου. Το απόγευμα παρακολουθούσε τα κηρύγματα του π. Σεραφείμ Παπακώστα στο μητροπολιτικό Ναό. Μαζί με άλλους νέους εργαζόταν ιεραποστολικά στα νοσοκομεία και τα κατηχητικά σχολεία. Πολύ χαρά αισθάνθηκε όταν κάποιος για να τον πειράξει τον αποκάλεσε «κοσμοκαλόγερο». Είχε αποφασίσει να ζήσει το χριστιανικό άγαμο βίο. Για ιερωσύνη ούτε σκέψη. Αισθανόταν ανάξιος γι’ αυτήν.
Στον πόλεμο του 1940 επιστρατεύτηκε και κατά θεία πρόνοια υπηρέτησε σε θέση που δεν χρειάστηκε να κάνει χρήση του όπλου του ώστε αργότερα να μπορέσει να γίνει ιερέας. Κάθε Κυριακή περπατούσε πολλά χιλιόμετρα πάνω στα Αλβανικά βουνά -αφού έπαιρνε πρώτα άδεια από το λοχαγό του- αναζητώντας στο πλησιέστερο χωριό Εκκλησία για να λειτουργηθεί και να κοινωνήσει. Παρακαλούσε θερμά τον Κύριο να τον διαφυλάξει ώστε να εργαστεί με όλες τις δυνάμεις του στο αμπελώνα του.
ΣΤΗ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΛΑΥΡΑΣ- ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ
Όταν επέστρεψε από το μέτωπο μετά την υπόδειξη και ευλογία του πνευματικού του απορρίπτοντας τις δελεαστικές προτάσεις του αφεντικού του και περιφρονώντας τις ειρωνείες γνωστών και συγγενών πήγε στην Ιερά Μονή της Αγίας Λαύρας, υποτακτικός στο Γέροντα Σεραφείμ Ρηγόπουλο, Προηγούμενο της Μονής. Ο Γέροντας Σεραφείμ, όσιακή, σεβάσμια και πατερική μορφή όρισε τον Αντώνη διακονητή του. Έμενε στο ίδιο κελλί μαζί του. Με πολλή χαρά και προθυμία διακονούσε ο Αντώνης το Γέροντα του, γιατί γνώριζε ότι μέσω εκείνου υπηρετούσε το Θεό.
«Βρήκα εξωτερικές δυσκολίες πολλές, πάρα πολλές, όμως στο ιδανικό μου δεν είχα δυσκολίες. Ως προς την κλήση μου ήμουν απέραντα ικανοποιημένος. Ήμουν εσωτερικά αναπαυμένος», έλεγε ο ίδιος αργότερα. Οι δυσκολίες οφείλονταν στο ιδιόρρυθμο σύστημα της Μονής που έφερε μια πνευματική χαλάρωση. Σε ένα χρόνο έγινε μοναχός με το όνομα Ευσέβιος και μετά από μια εβδομάδα Ιεροδιάκονος. Μαρτυρίες παλαιών πατέρων αναφέρονται στην ευλάβεια, ταπείνωση, υπακοή, ευθύτητα, ειλικρίνεια, αγαθότητα και την αγάπη του π. Εύσεβίου προς όλους.
«Τα τρία χρόνια υποταγής μου στο Γέροντα Σεραφείμ ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Δεν έκανα τίποτα το δικό μου και είχα απέραντη χαρά» έλεγε ο ίδιος αργότερα, νουθετώντας τις Μοναχές του.
Τον Οκτώβριο του 1943 εκοιμήθη ο Γέροντας του, και τον Δεκέμβριο ο π. Ευσέβιος έζησε το δράμα της εκτέλεσης των Πατέρων και της καταστροφής της Μονής από τους Γερμανούς. Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η φρικτή εκτέλεση των 1300 Καλαβρυτινών και η πυρπόληση της πόλης από τους Γερμανούς. Η είδηση δεν έφθασε στην Αγία Λαύρα, διότι οι Γερμανοί είχαν κλείσει τις εξόδους και εισόδους. Όμως οι Μοναχοί από μέρες είχαν αρχίσει να κρύβουν τα πολύτιμα κειμήλια της Μονής. Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστάτησε ο π. Ευσέβιος, ο όποιος ήταν τότε εκκλησιαστικός.
Από το Δεκέμβριο έως τον Απρίλιο που έφυγαν οι Γερμανοί, ο π. Ευσέβιος και οι άλλοι Μοναχοί διανυκτέρευαν στο δάσος. Την ήμερα επισκεύαζαν όπως μπορούσαν τις χαμωκέλλες του Μοναστηρίου, για να κατοικήσουν.
Παράλληλα ο π. Ευσέβιος πρωτοστατεί στα έργα της αγάπης στην προσπάθεια να βοηθηθούν οι χήρες και τα ορφανά των Καλαβρύτων. Οι μοναχοί έβαζαν στην άκρη ένα μέρος από τα τρόφιμα που τους έδινε το Μοναστήρι, και ο π. Ευσέβιος τα συγκέντρωνε και τα πήγαινε στα Καλάβρυτα. Ο ίδιος έδινε όλο το μερίδιο του.
Στηρίζει με την προσευχή του, το λόγο και την έμπρακτη αγάπη του μικρούς και μεγάλους. Ήταν ο παρήγορος άγγελος των ταλαιπωρημένων εκείνων υπάρξεων, που ο πόνος, η ορφάνια, η φτώχεια, η πείνα και το κρύο τους έσπρωχναν στην απόγνωση. Περισσότερο όμως συμπονεί τα παιδιά.
Με την ευλογία του Ηγουμένου ξεκινά ένα πλούσιο κατηχητικό έργο στην περιοχή. Πηγαινοέρχεται με τα πόδια από το Μοναστήρι στα Καλάβρυτα και στα γύρω χωριά και κάνει κατηχητικό στα παιδιά. Δεν ήταν όμως μόνο ο κατηχητής τους. Στο πρόσωπο του σεμνού ιερομόναχου τα απορφανισμένα εκείνα παιδιά βρήκαν τον πατέρα, τον αδελφό, το φίλο. Παράλληλα αυτά τα χρόνια φοιτούσε και στο Γυμνάσιο Καλαβρύτων. Λίγο αργότερα (από το 1948 έως το 1950) με τη δραστηριότητα και το ζήλο πού τον διέκριναν, έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην ανοικοδόμηση της Μονής.
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΟ ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
Το 1951, έρχεται στην Αθήνα να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή. Χάρη στο ταπεινό του ήθος κατόρθωσε να μη διαγραφεί από τη Μονή της μετανοίας του. Παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του Αγιολαυριώτης ιερομόναχος.
Το 1952 χειροτονείται Πρεσβύτερος.Τον επόμενο κιόλας μήνα διορίζεται ώς εφημέριος στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Αθηνών, όπου, όπως ο ίδιος πίστευε, θα εργαζόταν μέχρι το τέλος των σπουδών του. Όμως ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Τον προόριζε να γίνει παρηγοριά και στηριγμός των πονεμένων ανθρώπων στην Αθήνα, επί τρεις και πλέον δεκαετίες. Το ίδιο έτος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κυρός Θεόκλητος, τον έκανε Πνευματικό, και του απένειμε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Έκτοτε ασκούσε το επίπονο έργο της πνευματικής πατρότητας μέχρι το τέλος της ζωής του. Επιτέλεσε πράγματι έργο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Τριανταπέντε σχεδόν χρόνια έζησε μέσα στο νοσοκομείο ο π. Ευσέβιος σαν ασκητής. Ήταν ένα άνθος της ερήμου μέσα στον κόσμο. Για να βρίσκεται συνεχώς κοντά στους αρρώστους, προτίμησε να μένει μέσα στο νοσοκομείο, σε ένα πολύ μικρό δωμάτιο που του παραχώρησαν στην ταράτσα του παλαιού κτιρίου. Ήταν φτωχό και απέριττο. Ο εξοπλισμός του ένα σιδερένιο κρεββάτι, ένα κομοδίνο νοσοκομειακό κι ένα τραπεζάκι. Χωρίς κάν βοηθητικό χώρο, χωρίς μόνωση, χωρίς θέρμανση.
Το φαγητό του όλα αυτά τα χρόνια ήταν νοσοκομειακό. Πολλές φορές έκλεινε η τραπεζαρία και έμενε νηστικός. Και όμως ποτέ δεν παραπονέθηκε. Τροφή για κείνον ήταν η ανακούφιση, η χαρά και η πνευματική ωφέλεια των ασθενών. Εφάρμοζε την προσωπική ποιμαντική επικοινωνία με τους ασθενείς. Περνούσε καθημερινά από όλους τους θαλάμους, πλησίαζε τον κάθε άρρωστο και προσπαθούσε να τον βοηθήσει πνευματικά.
Είχε το χάρισμα της παρακλήσεως των ψυχών, της αγάπης και της διακρίσεως. Ήταν ο χαρισματούχος Πνευματικός. Διέβλεπε τον πνευματικό κόσμο των ασθενών και πολλές φορές μ’ ένα του λόγο τους έφερνε σε μετάνοια. Οι άρρωστοι, ακόμη και οι πιο δύσκολοι, εξομολογούνταν -οι περισσότεροι για πρώτη φορά. Μόνο οι αιρετικοί δεν δέχονταν. Είναι χιλιάδες οι ψυχές που αναγεννήθηκαν κάτω από το πετραχήλι του Γέροντα όλα αυτά τα χρόνια. Και γύριζαν στα σπίτια τους νέοι άνθρωποι, ζώντας την εν Χριστώ ζωή, χάρη στην εργασία που έκανε ο π. Ευσέβιος στην ψυχή τους. Είτε έφυγαν έτοιμοι για τον Ουρανό.
Ζυμωμένος με τη θεία Λατρεία στο Μοναστήρι, φρόντισε να εισαγάγει τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας στο νοσοκομείο, το όποιο δεν είχε αρχικά ναό.
Τελεί το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου κάθε Τετάρτη μέσα στους θαλάμους, την ακολουθία του Αγιασμού κάθε πρώτη του μηνός και την Παράκληση της Παναγίας κάθε Παρασκευή στους διαδρόμους των τμημάτων του νοσοκομείου. Ακούραστος σε προσφορά είχε καθιερώσει την περιφορά και λιτάνευση της εικόνος σε όλο το νοσοκομείο κατά τις μεγάλες εορτές των Χριστουγέννων, του Πάσχα, του Αγίου Λουκά, του Επιταφίου την Μεγάλη Παρασκευή, του Σταύρου κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταύρου. Περνούσε από κάθε κλίνη. Τα Θεοφάνεια άγιαζε προσωπικά τον κάθε άρρωστο και όλο το νοσοκομείο, και την Μεγάλη Τετάρτη έχριε όλους τους ασθενείς με το Άγιο έλαιο. Και όλα αυτά, για να παρηγορούνται και να χαίρονται οι ασθενείς.

Την παραμονή κάθε θείας Λειτουργίας ο π. Ευσέβιος ετοίμαζε το ναό με τη βοήθεια ευλαβών αδελφών και διοικητικών υπαλλήλων του νοσοκομείου. Με περισσή επιμέλεια ευπρέπιζε το Ιερό. Ένα καινούργιο τραπέζι χρησίμευε ως Αγία Τράπεζα και ένα άλλο μικρότερο ως αγία Πρόθεση. Λειτουργούσε με Αντιμήνσιο.
Ο ταπεινός διάδρομος χάρη στην αγιωσύνη του Αγιολαυριώτη Ιερομονάχου μετατρεπόταν σε επίγειο ουρανό. Ασθενείς πολλοί κατέβαιναν εκεί να εκκλησιασθούν, ιατροί, νοσηλευτικό και διοικητικό προσωπικό, εργαζόμενοι νέοι και φοιτητές που έψαλλαν.
Χάρη στις προσευχές του και στις ακάματες προσπάθειες του, παρά τις αντιδράσεις, θεμελιώθηκε ο Ιερός Ναός του νοσοκομείου το Φεβρουάριο του 1958, σε καίρια γωνιακή θέση επί της Βασιλίσσης Σοφίας. Ο Ναός εγκαινιάσθηκε το 1965. Αργότερα κοσμήθηκε ο Ναός με ωραίο σκαλιστό μαρμάρινο τέμπλο και θαυμάσιες αγιογραφίες.
Λειτουργούσε τρεις με τέσσερις φορές την εβδομάδα το πρωί 4.30-7.30 π.μ., για να κοινωνήσουν εγκαίρως οι ασθενείς, και να προλάβει το προσωπικό του νοσοκομείου και άλλοι εργαζόμενοι και φοιτητές που σύχναζαν εκεί, να εκκλησιασθούν. Κατέβαινε από τις τέσσερις για την προσκομιδή. Μνημόνευε αμέτρητα ονόματα. Όταν τελείωνε η θεία Λειτουργία ανέβαινε με το Άγιο Ποτήριο στους θαλάμους να κοινωνήσει στην κλίνη τους όλους εκείνους που είχε εξομολογήσει και προετοιμάσει κατάλληλα.
Αδελφές του νοσοκομείου και ιατροί ομολογούν ότι πολλάκις συνέβη, όταν μετέβαινε ο π. Ευσέβιος να κοινωνήσει κάποιον άρρωστο, εκείνος να έχει πέσει σε κώμα. Τον βεβαίωναν ότι δεν έχει πλέον καμιά επικοινωνία. Ο π. Ευσέβιος αμίλητος πλησίαζε τον ασθενή, τον σταύρωνε με το Άγιο Ποτήριο, τον προσφωνούσε με το όνομά του και τον καλούσε να πάρει το Χριστό, «τό Μεγάλο Γιατρό». Εκείνος άνοιγε τα μάτια του, προς έκπληξη των παρευρισκομένων, έκανε το σταυρό του και κοινωνούσε με πόθο τα Άχραντα Μυστήρια. Ανελάμβανε από την ασθένεια του παρ’ ελπίδα και μετά από λίγες μέρες αναχωρούσε για το σπίτι του. «Να, η δύναμις των Μυστηρίων, η δύναμις της Εκκλησίας μας», έλεγε χαρακτηριστικά ο π. Ευσέβιος δίνοντας δόξα στο Θεό.
Διακονούσε στο Μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων με όλη του την ύπαρξη. Γι’ αυτό το σκοπό υποβαλλόταν σε κάθε θυσία. Κοιμόταν δύο, τρεις ή το πολύ τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Μερικές φορές και καθόλου. Συνέβη, επιστρέφοντας στις 3.30 μετά τα μεσάνυκτα, από αγρυπνία που είχε τελέσει στο Μοναστήρι του στον Ωρωπό, να εξομολογήσει κάποιον άρρωστο, που μόλις τότε το είχε αποφασίσει, και που το πρωί θα έμπαινε στο χειρουργείο. Δύο ώρες κράτησε η Εξομολόγηση. Ήταν ήδη έξι το πρωί, όταν ο Γέροντας έμπαινε στο κελλί του. Σε λίγο θα άρχιζε μια καινούργια ήμερα με το δικό της φόρτο εργασίας. Εκείνος όμως δόξαζε το Θεό για τη μετάνοια και τη σωτηρία αυτής της ψυχής. Δεν υπολόγιζε τον κόπο. Άλλωστε, όπως συνήθιζε να λέει, «η κούρασις ξεκουράζει»!
Επί είκοσι περίπου χρόνια (1967-1986) εξομολογούσε τα κωφάλαλα παιδιά της Σχολής Κωφών και Βαρυκόων στους Αμπελοκήπους, και λειτουργούσε κατά διαστήματα στον Άγιο Λουκά, από το 1960 έως το 1986 για να κοινωνήσουν. Επί δώδεκα περίπου έτη εξομολογούσε τις σπουδάστριες στη Σχολή Επισκεπτριών Αδελφών στους Αμπελοκήπους και λειτουργούσε σε μια αίθουσα της Σχολής για να κοινωνήσουν. Την ίδια επίσης πνευματική διακονία έκανε και στη Σχολή Μαιών κοντά στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα.
Ακτήμων σε όλη του τη ζωή και αφιλοχρήματος ο π. Ευσέβιος ουδέποτε απέκτησε κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του και ούτε είχε ποτέ βιβλιάριο καταθέσων σε επίγειες τράπεζες. Ποτέ δεν πήρε το μισθό του αλλά έδινε εντολή να διαμοιράζεται σε άπορους ασθενείς. Συνήθιζε να τοποθετεί διακριτικά κάτω από το προσκέφαλο τους ένα φακελάκι με χρήματα.
Επί τρεις και πλέον δεκαετίες το Ιπποκράτειο υπήρξε καταφύγιο ψυχών και πολυσύχναστη πνευματική κυψέλη, χάρις στην αγιωσύνη του Γέροντα. Σύχναζαν εκεί οι φιλακόλουθοι, οι φιλομόναχοι και πολλές χριστιανικές οικογένειες, νέοι δε πάρα πολλοί, εργαζόμενοι και φοιτητές.
Στο ναό του Αγίου Λουκά τελούνταν κανονικά όλες οι ιερές ακολουθίες, Θείες Λειτουργίες και συχνά αγρυπνίες. Το Ιπποκράτειο Νοσοκομείο έγινε μια όαση πνευματική στην έρημο της Αθήνας, λιμάνι όχι μόνο για τους ασθενείς και τους οικείους τους, αλλά και για χιλιάδες ψυχές που έβρισκαν εκεί τον διακριτικό εξομολόγο, το χαρισματούχο Γέροντα, τον αφοσιωμένο Λειτουργό.
Εκτός από την Εξομολόγηση των ασθενών αφιέρωνε πολλές ώρες της ημέρας στην Εξομολόγηση των εξωτερικών που καθημερινά πλήθαιναν. Ο π. Ευσέβιος δεν ήταν απλώς ο εξομολόγος και διακριτικός πνευματικός οδηγός των πιστών που κατέφευγαν κοντά του, ήταν αληθινός Πατέρας. Ή αγάπη του για τα πνευματικά του παιδιά ξεπερνούσε τα ανθρώπινα όρια. Όλοι τον εμπιστεύονταν και τον έκαναν κοινωνό των προβλημάτων τους. Ο π. Ευσέβιος τα ένιωθε και τα ανελάμβανε σαν δικά του.
Μεγάλη ευλογία ερχόταν σε όλους με την προσευχή του. Προβλήματα δυσεπίλυτα, προσωπικά ή οικογενειακά, έπαιρναν καλή πορεία και τακτοποιούνταν. Η συμμετοχή του στα προβλήματα των πνευματικών του τέκνων δεν περιοριζόταν μόνο στην προσευχή. Συμπαραστεκόταν άμεσα και από κοντά.
Ώς γνήσιος Πατέρας στήριζε όχι μόνο ηθικά αλλά και υλικά τους νέους που σπούδαζαν. Έδινε συχνά χρήματα σε φοιτητές, ανεξαρτήτως αν ήταν η όχι πνευματικά του τέκνα. «Ευλογία, ευλογία, έλεγε, και μην το πεις σε κανέναν… Όταν έχεις ανάγκη παιδί μου, εδώ να έρχεσαι». Τους έδινε ακόμη και το φαγητό του. Είχε νοικιάσει μαζί με τον παλαιό συμμοναστή του αρχιμανδρίτη π. Ηλία Τσακογιάννη, μετέπειτα Μητροπολίτη Δημητριάδος, ένα σπίτι, κοντά στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, για να στεγάζονται φοιτητές από την επαρχία.
Ο άγιος Γέροντας, ώς πνευματικός Πατέρας, ήταν ανεξάντλητος στην προσφορά αγάπης προς τις οικογένειες τις οποίες στήριζε και υλικά. Επί χρόνια ολόκληρα πλήρωνε το ενοίκιο άπορων οικογενειών. Με πολλή στοργή περιέβαλλε παιδιά ορφανά από πατέρα η μητέρα. Φρόντιζε για όλες τις ανάγκες τους.
Σ’ όλη του τη ζωή τόνιζε την αναγκαιότητα του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως. «Άριστο είναι να έχει όλη η οικογένεια ένα Πνευματικό πατέρα» έλεγε, που να γνωρίζει τα θέματα της και να προσεύχεται, και με την ευλογία του όλα τα μέλη να κοινωνούν συχνά των Αχράντων Μυστηρίων. Εκεί είναι η χαρά και η ειρήνη.
Ο π. Ευσέβιος είχε το χάρισμα της ιεραποστολής από το Θεό. Ο ζήλος για την οικοδομή και τη σωτηρία των συνανθρώπων του τον κατέτρωγε. Το να «ευαγγελίζεται» ήταν ανάγκη της ψυχής του. Γι’ αυτό και δεν άφησε κενό σε όλη του τη ζωή στο έργο της πνευματικής σποράς. Από το 1958 μέχρι το τέλος της διακονίας του στο νοσοκομείο, λειτουργούσαν Κατηχητικά Σχολεία (Κατώτερο, Μέσο και Ανώτερο) και κύκλοι νέων και νεανίδων στον Άγιο Λουκά.
Ο π. Ευσέβιος ήταν πολύ αυστηρός στην προσωπική του ζωή, ασκητικός και αθόρυβος. Έν τούτοις είλκυε κοντά του πλήθος νέων ανθρώπων, οι όποιοι τον αγαπούσαν και έτρεφαν προς το πρόσωπο του απέραντο σεβασμό και αφοσίωση. Ήταν ο φωτισμένος από το Άγιο Πνεύμα παιδαγωγός.

Οι κατά καιρούς διευθυντές της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής συνιστούσαν στους ιεροσπουδαστές να πηγαίνουν στον π. Ευσέβιο για Εξομολόγηση και πνευματική καθοδήγηση. Για χάρη τους ο Γέροντας έκανε σύναξη κάθε Πέμπτη απόγευμα, που είχαν έξοδο από τη σχολή τους. Είναι πάρα πολλοί οι ιερείς οι όποιοι κατά την περίοδο των σπουδών τους μαθήτευσαν «παρά τους πόδας» του π. Ευσεβίου, ο οποίος καλλιέργησε μέσα τους το γνήσιο Ορθόδοξο ήθος και εκκλησιαστικό φρόνημα.

Κτίτωρ Ιερών Μονών.

Αληθινός Μοναχός ο ίδιος καί πλήρης θείας Χάριτος αναδείχθηκε εμπνευστής Ιερατικών καί Μοναχικών κλίσεων. Ασκητικός, ταπεινός, γλυκύς και πράος έγινε ο έμπειρος καί απλανής Νυμφαγωγός πολλών ψυχών που ποθούσαν την αγγελική ζωή και πολιτεία.
Εραστής του Μονήρους κατά Θεόν βίου υπήρξε εμπνευσμένος διοργανωτής Κοινοβίων. Παράλληλα με την εξαντλητική εργασία καί διακονία του στό Νοσοκομείο, ίδρυσε και εκ βάθρων ανήγειρε την Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου στο Μαρκόπουλο Ωρωπού, όπου αναλώθηκε επί είκοσι έτη (1967-1987) ως Κτίτωρ και πνευματικός Πατέρας.
Το 1987, που ο π. Ευσέβιος είχε πλέον συνταξιοδοτηθεί, η Πρόνοια του Θεού οδήγησε τά βήματα του στην Ιερά Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας με μια ομάδα ευλαβών νεανίδων, πνευματικών του τέκνων που επιθυμούσαν να μονάσουν.
Ο Σεβασμιώτατος Άγιος Καλαβρύτων θεώρησε ξεχωριστή ευλογία την άφιξη του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολη του. Τον περιέβαλε με πηγαία υϊική αγάπη και του έδειξε δυό Μοναστήρια της Επαρχίας του. Ο ιερός λόφος του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, με το υγιεινό κλίμα, το άριστο νερό των πηγών και το πανέμορφο φυσικό τοπίο με τον ανοικτό ορίζοντα, ενέπνευσε τον Γέροντα, ώστε να επιλέξει το ερειπωμένο Μετόχι τής Ι. Μ. Ταξιαρχών, για να εγκατασταθεί εκεί η Αδελφότητα.
Το Νοέμβριο του 1987, το έως τότε Μετόχι μετατράπηκε με προεδρικό διάταγμα σε Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Με την ουσιαστική ηθική και υλική βοήθεια του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ.κ. Αμβροσίου, το παλαιό κτήριο ανακαινίσθηκε εκ βάθρων και οι πρώτες δεκατέσσερις Αδελφές εγκαταστάθηκαν στα τέσσερα κελλιά του, την περίοδο του Πάσχα του 1988.
Ο ερχομός του π. Ευσεβίου στη Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας θεωρήθηκε από την τοπική Εκκλησία και τους πιστούς ευλογία Θεού και δώρο του Ουρανού. Μέσα στα οκτώ χρόνια που έζησε εκεί -κατά κοινή ομολογία- αναμόρφωσε πνευματικά την Αιγιαλεία με τις κατανυκτικές θείες Λειτουργίες, τις Αγρυπνίες, την Εξομολόγηση, το εμπνευσμένο κήρυγμα του και τις κατ’ ιδίαν πατρικές νουθεσίες. Αγαπήθηκε πολύ από το λαό του Θεού, που στο πρόσωπο του αγιασμένου Γέροντα βρήκε τον πονετικό πατέρα ο οποίος συνέπασχε μαζί του.
Η ανεπάρκεια του χώρου για τις λειτουργικές ανάγκες της Αδελφότητος ανάγκασαν τον Γέροντα στα 77 του χρόνια να αποδυθεί σ’ ένα τιτάνιο αγώνα για την ανέγερση της νέας Μονής με μοναδικό εφόδιο την ακράδαντη πίστη του στο Θεό. Η ανέγερση της νέας Μονής ήταν ένα παρατεινόμενο θαύμα, αφού χρήματα δεν υπήρχαν, και η νεοσύστατη Μονή δεν είχε καμιά περιουσία.
Ο Γέροντας, έχοντας άνωθεν πληροφορία ενθάρρυνε τις Μοναχές: «Μην ανησυχείτε. Ο Άγιος Ιωάννης προπορεύεται. Εκείνος θα το κτίσει. Έχει ένα ιδιαίτερο ταμείο για μας και όταν χρειαζόμαστε μας δίνει…». Το κτήριο θεμελιώθηκε το 1991, και το 1995 που ο Γέροντας εκοιμήθη, είχε σχεδόν ολοκληρωθεί.
Είναι σημαντικό το ότι όλοι σχεδόν οι εργαζόμενοι στη Μονή (χτίστες, σιδεράδες, μαρμαράδες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι), συγκινημένοι από την πατρική αγάπη και το άγιο παράδειγμα του εξομολογήθηκαν κοντά του, καθώς και οι οικογένειές τους.
Ο έμπειρος στη μοναχική ζωή και ηγιασμένος Γέροντας οργάνωσε το ιερό Κοινόβιο σύμφωνα με τις αρχές του γνήσιου Ορθόδοξου Μοναχισμού και τη διδασκαλία των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Ο ίδιος με την οσία ζωή του ήταν κανών και τύπος αληθινού Μονάχου και με τις άγιες νουθεσίες του καλλιεργούσε και καθοδηγούσε ακάματα τις Μοναχές στην στενή τρίβο της Αγγελικής πολιτείας.
Χιλιάδες άνθρωποι ανέβαιναν έως εκεί για να ωφεληθούν από τον άγιο Γέροντα. Η γλυκιά και οσιακή μορφή του μετέδιδε Χάρη. Κοντά του οι ψυχές ειρήνευαν και γεύονταν αγιοπνευματική χαρά. Η φιλοξενία του αρχοντική, παροιμιώδης.
Οι πάντες ένιωθαν την ειλικρινή αγάπη του. Ο καθένας ένιωθε ότι ο Γέροντας τον αγαπούσε περισσότερο. Γιατί είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για όλους. Είχε πολλή παρρησία στο Θεό· η προσευχή του έλυνε δυσεπίλυτα προβλήματα, θεράπευε ανίατες ασθένειες, φυγάδευε ακάθαρτα πνεύματα, έφερνε την ευλογία του Θεού στον κόσμο. Βαθιά ταπεινός, είχε τα χαρίσματα της διοράσεως και προοράσεως, όμως δεν έδινε σημασία σ’ αυτά· εκεί που εστίαζε την ποιμαντική του ήταν η μετάνοια, την οποία ο ίδιος βίωνε και γι’ αυτό την ενέπνεε.
Ο Γέροντας είχε όλες τις αρετές του Θεού. Η ψυχή του είχε αγγελική καθαρότητα. Άδολος, αθώος, απλός. Αποκορύφωμα όλων, όμως, η απέραντη αγάπη του και η βαθύτατη ταπείνωση του. Σύγχρονος νηπτικός Πατέρας της Εκκλησίας μας ο Γέροντας, είχε το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής.
Η ζωή του ήταν η θεία Λειτουργία, και η μνημόνευση ονομάτων στην αγία Προσκομιδή η προσφιλέστερη απασχόληση του. Μνημόνευε αμέτρητα ονόματα, επί τέσσερις και πλέον ώρες. Στα 52 χρόνια Ιερωσύνης του ουδέποτε κάθισε στο Ιερό κατά τη διάρκεια του Όρθρου και της θείας Λειτουργίας. Από τις 4.30 έως τις δώδεκα, που έβγαινε από το Ιερό, ήταν όρθιος και δεν ένιωθε καθόλου κούραση· το Ιερό Βήμα για το Γέροντα ήταν ο πιο ευχάριστος χώρος επάνω στη γη.
Ο ίδιος ζούσε εν μετάνοια και γι’ αυτό είχε το χάρισμα να οδηγεί τις ψυχές στη μετάνοια και τη Μυστηριακή ζωή. Ως Πνευματικός πατέρας ήταν Χριστοκεντρικός. Συνέδεε τα πνευματικά του τέκνα με το Χριστό και όχι με το πρόσωπό του. Γι’ αυτό και το πνευματικό του έργο συνεχίζεται και μετά την οσιακή κοίμησή του. Ήταν υπέρμαχος της συχνής -κατόπιν βέβαια της κατάλληλης προετοιμασίας- θείας Μεταλήψεως και καλλιεργούσε τα πνευματικά του τέκνα με αυτό το πνεύμα.
Επειδή είχε σπλάγχνα οικτιρμών και συμπονούσε πολύ τους άρρωστους και προσευχόταν γι’ αυτούς, έλαβε από το Θεό το χάρισμα των ιαμάτων. Η έμπονη προσευχή του άλλαζε τις βουλές του Θεού. Εκατοντάδες είναι τα περιστατικά θαυματουργικής θεραπείας ασθενών.
Ο Γέροντας έβλεπε εν Αγίω Πνεύματι τις ψυχές όπως πραγματικά ήταν, αλλά και πρόσωπα και πράγματα που βρίσκονταν πολύ μακριά. Γνώριζε τους κρυφούς διαλογισμούς των καρδιών και προγνώριζε γεγονότα πολλά χρόνια προτού συμβούν. Όμως από πολλή ταπείνωση απέκρυπτε επιμελώς τα χαρίσματα αυτά, τα όποια ουδόλως αξιολογούσε. «Το προορατικό και διορατικό χάρισμα δίνονται από το Θεό, αλλά δεν σώζουν τον άνθρωπο, η μετάνοια όμως σώζει, αυτή μας χρειάζεται», έλεγε.
Με τους ασκητικούς αγώνες και τη συνεχή Μυστηριακή ζωή είχε λάβει εξουσία κατά των δαιμόνων. Οι προσευχές του, κυρίως όμως η ταπεινοφροσύνη του, φυγάδευαν ακάθαρτα πνεύματα.
Η αρετή που κυρίως διέκρινε τον π. Ευσέβιο ήταν η βαθιά ταπείνωσή του. Ζούσε στην αφάνεια και εργαζόταν αθόρυβα για τη δόξα του Θεού, τον Οποίο αγαπούσε εξ όλης ψυχής, διανοίας και ισχύος. Ο ίδιος επιμελώς απέκρυπτε τον εαυτό του για τον οποίο είχε πολύ ταπεινή ιδέα.
Ανεξίκακος συγχωρούσε αμέσως όσους τον έβλαπταν και τους ευεργετούσε, τόσο, που η αγάπη του τους άλλαζε.
Η υπομονή του στις δυσκολίες, τις ασθένειες και τις θλίψεις ήταν απέραντη. Υποτασσόταν με ταπείνωση και ευγνωμοσύνη στο θέλημα του Θεού· ευχαριστούσε και δοξολογούσε το όνομά Του ακόμη και στις πιο οδυνηρές και δύσκολες ώρες της ζωής του. Το «δόξα Σοι ο Θεός» δεν έλειπε από τα χείλη του.

Το οσιακό τέλος του.

Παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να λειτουργεί μέχρι το τέλος της ζωής του και να αυτοεξυπηρετείται μέχρι τέλους. Και ο Θεός του τα χάρισε και τα δύο. Η τελευταία Θεία Λειτουργία ήταν σαράντα ημέρες προ της οσιακής κοιμήσεώς του στις 8 Μαΐου, εορτή του προστάτου της Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.
Την αγία ζωή του σφράγισε το κατά πάντα οσιακό τέλος του το οποίο και προγνώρισε. Αντιμετώπισε την οδυνηρή νόσο του καρκίνου με θαυμαστή καρτερία και δοξολογία στο Θεό. Μέσα στους φρικτούς πόνους του ακατάπαυστα εδόξαζε τον Θεό. Καθημερινά κατέφθαναν από όλα τα μέρη της Ελλάδος και από το εξωτερικό τα πνευματικά του παιδιά να πάρουν την ευχή του για τελευταία φορά. Ήλθαν Αρχιερείς, ιερείς, μοναχοί και μοναχές. Παρά τους αφόρητους πόνους του όλους τους δεχόταν. Τακτοποίησε αθόρυβα όλα τα θέματα της Αδελφότητος. Άφησε και γραπτώς τις τελευταίες του υποθήκες προς τις Μοναχές.
Είχε πλήρη διαύγεια μέχρι τέλους. Ευλογούσε και συμβούλευε πατρικά, συγχωρούσε από την καρδιά του, ζητούσε πρώτος συγγνώμη και ευχαριστούσε όλους. Συμβούλευε τις Μοναχές για ενότητα και αγάπη. Προσευχόταν ακατάπαυστα.
Επί ένδεκα συνεχείς ημέρες ετελείτο Αγρυπνία στη Μονή και ο π. Ευσέβιος περίμενε με πολλή λαχτάρα κάθε φορά τη Θεία Κοινωνία.
Μιλούσε ανοικτά και χωρίς φόβο για το θάνατο του: «Το μοναδικό ταξίδι, το υπέροχο, το άφθαστο ταξίδι»!
Την περισσότερη ώρα έμενε σιωπηλός. Βυθισμένος στην προσευχή και στις ουράνιες θεωρίες, σήκωνε που και που το εξαντλημένο χέρι του και προσπαθούσε να κάνει το σταυρό του.
Ξημέρωνε η 19η Ιουνίου, ήμερα Δευτέρα. Η θεία Λειτουργία τελείωσε γύρω στις 2 το πρωί. Ο Γέροντας, αν και ήταν τόσο βαριά, κατέβασε τα πόδια του από την κλίνη και κοινώνησε καθιστός για τελευταία φορά. Από σεβασμό, ούτε μία φορά δεν κοινώνησε ξαπλωμένος.
Ήταν πανέτοιμος. Η ώρα που θα έφευγε πλησίαζε. Βαθιά σιγή επικρατούσε στό κελλί του.
Στις έξι το πρωί ο Γέροντας είπε με φωνή μισοσβησμένη:
«Φεύγω… Λειβάδια! Λειβάδια!».
Οι μοναχές πήραν την ευχή του για τελευταία φορά. Η ώρα ήταν 9 π. μ., όταν έφερε το βλέμμα του γύρω, τις κοίταξε, έπλεξε με κόπο τα δάκτυλα των χεριών του μεταξύ τους, για να δείξει την ενότητα, και τους είπε ψιθυριστά: «ενωμένες, ενωμένες, ενωμένες και αγαπημένες. Πάντα μαζί, όλοι μαζί, εκεί στο θρόνο του Θεού μαζί».
Μετά από λίγο τον άκουσαν να λέει:
«Όλα λάμπουν, όλα λάμπουν, όλα λάμπουν».
Στις 10.15 π.μ., ο Γέροντας ανάσαινε με πολλή δυσκολία. Ξαφνικά, σήκωσε ζωηρά το κεφάλι του, κοίταξε ψηλά και δεξιά με μια έκφραση ευχάριστου εκπλήξεως. Το πρόσωπό του έλαμψε.
«Χαίρω, χαίρω, χαίρω!» είπε, και η ψυχή του πέταξε στα ουράνια σκηνώματα.
Η κηδεία του ήταν μια αποκάλυψη. Ήταν η καλή έξωθεν μαρτυρία του λαού του Θεού για τον άγιο Γέροντα που αναλώθηκε στο βωμό της αγάπης. Χιλιάδες λαού, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδος πέρασαν από το απέριττο φέρετρο του αποδίδοντας τον ύστατο χαιρετισμό. Επτά Αρχιερείς, πολλοί ιερείς και διάκονοι κι ένα πλήθος μοναχών και μοναζουσών επικεφαλής του λαού κατευόδωσαν το Γέροντα στο ύστατο ταξίδι…
Πλάι στο ίερό του Καθολικού εναποτέθηκε το σεπτό σκήνωμα του, για ν’ αναπαυθεί από τους κόπους του.

(Από το: ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ καί ΠΑΤΡΙΚΕΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ του πολυχαρισματούχου Γέροντος ΕΥΣΕΒΙΟΥ Γιαννακάκη (1910-1995) ΕΚΔ. «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» Θεσσαλονίκη 2009)  

ΠΕΡΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΕΩΣ - Από τη διδασκαλία του Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτη



Η Εκκλησία έχει δύο τρόπους καθοδηγήσεως των ψυχών: Την ακρίβεια και την οικονομία. Τα ζητήματα, που επιδέχονται οικονομία, ο Πνευματικός πρέπει να τα χειρίζεται με προσοχή, προσευχή και διάκριση, ώστε να προκύπτη ωφέλεια και όχι βλάβη. Στα ζητήματα όμως, που δεν είναι επιδεκτικά οικονομίας, να είναι αυστηρότατος, για να μη κατακριθή εν ημέρα Κρίσεως ως θεομάχος. Ο Πνευματικός κατά το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως έχει τη δυνατότητα να κάνη οικονομία και συγκατάβαση μέσα στα όρια των Ιερών Κανόνων, δηλαδή μέχρι εκείνου του σημείου, που δεν θα βλάψη τον εξομολογούμενο.
Διότι η οικονομία δεν γίνεται, για να επαναπαυθή και να παραμείνη ο εξομολογούμενος στις πτώσεις του, αλλά για να παρακινηθή να τις ξεπεράσει.
Υπάρχουν ζητήματα στην Εξομολόγηση, για τα οποία ο Πνευματικός πρέπει να χρησιμοποιήση και το μέτρο της συγκαταβάσεως και οικονομίας, προκειμένου να φέρη τον εξομολογούμενο στην οδό της σωτηρίας. Υπάρχουν όμως και άλλα ζητήματα, στα οποία δεν μπορεί κατʼ ουδένα λόγο να γίνη οικονομία. Για παράδειγμα δεν χωρεί συγκατάβαση, αν ο εξομολογούμενος εμμένει στη μνησικακία, ζητά εκδίκηση, δεν συγχωρεί αυτόν, που του έφταιξε, είτε δίκαια, είτε άδικα.
Δεν μπορεί ακόμη να γίνη συγκατάβαση σʼ αυτόν που επιμένει αμετανόητα σε αιρετικά φρονήματα ή και δεν πείθεται να αποχωρήση από αντιχριστιανικές μυστικές θρησκείες, όπως είναι π.χ. η Μασωνία. Είναι επίσης τελείως ανεπίδεκτα οικονομίας τα κωλύματα Ιερωσύνης. Δεν επιτρέπεται δηλαδή σε καμμιά περίπτωση να δοθή συμμαρτυρία, για να προσέλθη στις τάξεις της Ιερωσύνης κάποιος, που έπεσε σε βαριά σαρκικά αμαρτήματα, όπως είναι οι πριν το γάμο του σεξουαλικές σχέσεις, έστω και με αυτήν ακόμη την αρραβωνιαστικιά του, αλλά και κάθε άλλη έξω από τον γάμο του σεξουαλική σχέση, όπως είναι η πορνεία, ή η μοιχεία, ή η αρσενοκοιτία.
Οι Πνευματικοί, που συγκαταβαίνουν σε τέτοιες περιπτώσεις και δίνουν συμμαρτυρία, φέρουν τεράστια ευθύνη ενώπιον του Θεού. Αλίμονο και σʼ εκείνους που κρύβουν τέτοια αμαρτήματα από τον Πνευματικό, για να υποκλέψουν συμμαρτυρία, και να γίνουν αναξίως ιερείς! Ο στόχος του Πνευματικού, όταν εξομολογή, είναι το να κερδηθή ο αμαρτωλός!
Πολλοί εγκαταλείπουν τον Πνευματικό τους και προστρέχουν σε άλλο, ο οποίος, όπως λέγουν, τους "αναπαύει" καλύτερα. Χρειάζεται όμως πολλή προσοχή στο θέμα αυτό, διότι όπως δυστυχώς υπάρχει "καλή ανάπαυση", υπάρχει και "κακή ανάπαυση". Αν κάποιος Πνευματικός εξασθενίζη στη συνείδηση του εξομολογουμένου τη σοβαρότητα κάποιων πτώσεων του ή του επιτρέπει να κοινωνή των Αχράντων Μυστηρίων, παρʼ ότι πέφτει σε σοβαρά αμαρτήματα, τέτοιου είδους "ανάπαυση" καταποντίζει, όχι μόνο τον εξομολογούμενο, αλλά και τον Πνευματικό.
Τα επιτίμια είναι φάρμακα, που τα επιβάλλει ο Πνευματικός, για να κλείση το τραύμα, και να θεραπευθή η ασθένεια του εξομολογουμένου. Τα επιτίμια προλαμβάνουν την επανάληψη της αμαρτίας. Αν δεν μπη το κατάλληλο επιτίμιο σε κάποια σοβαρή πτώση, είναι πολύ εύκολο αυτή να ξανασυμβή. Οι ιεροί Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων είναι εξίσου θεόπνευστοι, όπως ακριβώς θεόπνευστα είναι και τα Δόγματα, τα οποία διευκρίνησαν και διετύπωσαν οι ίδιες εκείνες Άγιες Οικουμενικές Σύνοδοι.
Γιʼ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης χαρακτήρισε το "Πηδάνλιον" με τα εξής υπέροχα λόγια: "Αύτη η βίβλος είναι η μετά τας Αγίας Γραφάς Αγία Γραφή, η μετά την Παλαιάν και Καινήν Διαθήκην Διαθήκη. Τα μετά τα πρώτα και θεόπνευστα λόγια δεύτερα και θεόπνευστα λόγια. Αύτη εστί τα Αιώνια Όρια, ά έθεντο οι Πατέρες ημών, και Νόμοι οι υπάρχοντες εις τον αιώνα και υπέρ πάντας τους εξωτερικούς και βασιλικούς νόμους υπερέχοντες…"
Εκείνος, που πραγματικά μετανοεί για την αμαρτία του και έχει γνήσια ταπείνωση, δέχεται αγόγγυστα το επιτίμιο, που έκρινε κατάλληλο να του βάλη ο Πνευματικός. Εκείνος, που γογγύζει για το τυχόν επιτίμιο, που του επιβλήθηκε, αυτός οπωσδήποτε δεν συνειδητοποίησε το μέγεθος της αμαρτίας, στην οποία περιέπεσε, δεν κατανοεί το βάθος του Μυστηρίου της Μετανοίας και Εξομολογήσεως, και με την πρώτη ευκαιρία πάλιν θα ξαναπέση, ίσως και σε χειρότερα.
Όπως ο γιατρός δεν πρέπει να ξεγελά τον άρρωστο, κρύβοντάς του τη σοβαρότητα της ασθένειας του και στερώντας τον τα αναγκαία φάρμακα, παρομοίως πρέπει να ενεργή και ο Πνευματικός. Είναι αδύνατο να οδηγή στη σωτηρία τους ανθρώπους, αν στη συνείδηση τους απαμβλύνη και δικαιολογή κάποιες αμαρτίες, που μερικές φορές μπορεί να είναι και θανάσιμες.
Ως Γέροντας σας και Πνευματικός σας, κάθε ημέρα είμαι νοερώς κοντά σας. Μη νομίζετε ότι σας ξεχνώ.Ο Απόστολος Παύλος λέγειR "απών τω σώματι, παρών δε τω πνεύματι" (Αʼ Κορ. 5,3). Δηλαδή νοερώς, με το πνεύμα είμαι παρών, άν και απουσιάζω σωματικά. Ναί! Με τη σκέψη και τις προσευχές μου είμαι πάντοτε πλησίον σας, έστω κι άν σωματικά βρίσκωμαι πολύ μακριά. Ας είναι, κι από μακριά, έχω την έγνοια και τη φροντίδα σας.
Μη νομίζετε ότι είστε μόνοι στον αγώνα σας. Ο Γέροντας σας βρίσκεται δίπλα σας, μαζί σας. Αν σε πλακώση η στενοχώρια και σου βάλη ο πειρασμός τον λογισμό να μη πας στον ναό, ούτε το Απόδειπνο να κάνης, και τα παρόμοια, να ενθυμηθής πως ο Πνευματικός και ο Γέροντας σου είναι δίπλα σου νοερώς, και σε παρακολουθεί. Και θα λυπηθής πολύ, αν υποκύψης στον πειρασμό, και δεν αντισταθής σʼ αυτόν. Μη το ξεχνάτε πως πράγματι ο Γέροντας σας είναι πάντοτε κοντά σας με τις προσευχές του, και σας παρακολουθεί.
Κι άν όλοι γύρω σου σʼ εγκαταλείψουν, δεν πρέπει να επιτρέψης στον εαυτό σου να αισθάνεται πως δεν έχεις ανθρώπινο στήριγμα. Γιατί ο Πνευματικός σου σου υπόσχεται πως θα έχη τη φροντίδα και την έγνοια σου. Αφού ξέρης πως σε αγαπά ο Θεός και ο Πνευματικός σου, δεν πρέπει να φοβάσαι! Να σκέφτεσαι ότι, "κι άν δεν μου απομείνη τίποτα στον κόσμο να στηριχθώ, να ακουμπήσω, να σταθώ, όμως υπάρχει ο πανταχού παρών Θεός. Γιʼ αυτό και δεν μπορώ νʼ απελπισθώ. Κοντά μου βρίσκεται κι ο Πνευματικός μου, και μπορώ να στηριχθώ." "Τί δύναται να μας χωρίση από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη; Στενοχωρία; Ξίφος; Κίνδυνος; Θάνατος; " (ππρβλ. Ρωμ. 8,35). Τίποτε δεν μπορεί να μας χωρίση από την αγάπη του Χριστού, όταν έχουμε την πίστη και ελπίδα μας σʼ Αυτόν.
Όταν έχης ανάγκη να ʼδης τον Πνευματικό σου, κι αναλογίζεσαι πως είναι πολύ μακριά, και είναι δύσκολο να τον συναντήσης τη στιγμή εκείνη, που έχεις ανάγκη, τότε να έχης υπόψη σου, και να το πιστεύης, πως ο Πνευματικός σου πατέρας, άν και είναι "απών τω σώματι", είναι όμως "παρών τω πνεύματι" (Α΄, Κορ. 5,3) [δηλαδή άν και απουσιάζη σωματικά, είναι όμως παρών πνευματικά], και παρακαλεί τον Θεό να σʼ ενδυναμώνη και να σε σώζη. Το αν θα "φύγη" (σ.σ εννοεί ο Γέροντας το να αποθάνη) σύντομα ο Πνευματικός σου, σημαίνει ότι ο Θεός το παρεχώρησε αυτό. Και ο Κύριος θα φροντίση οπωσδήποτε για το συμφέρον της ψυχής σου και για τη σωτηρία σου.
Κάποιος άλλος θα βρεθή να τον αντικαταστήση. "Ο πιστεύων εις εμέ, κάν αποθάνη ζήσεται" (Ιωάν. 11, 26). Άν κάποιος πιστός αποθάνη, θα ζήση όμως στην άλλη ζωή. Κι άν αποθάνη ο Πνευματικός σου, όμως θα ζη κοντά στον Θεό. Και θα πρεσβεύη σʼ Αυτόν για τα πνευματικά του παιδιά. Θα παρακαλή και για σένα, να σε δυναμώνη ο Κύριος και να σε στηρίζη! Εγώ πιστεύω στην ευσπλαχνία του Θεού. Αυτός θα σε βοηθήση νʼ απαλλαγής από τον πειρασμό, που έχεις. Πρέπει όμως να κάνης υπομονή, κι εγώ θα παρακαλώ τον Θεό για σένα, όσο μπορώ. Κι εσύ όμως πρέπει να παρακαλής να σε ελεήση ο Θεός. Και θαʼ ρθη σίγουρα η λύτρωση.
Πάντοτε η εξομολόγηση στον Πνευματικό πρέπει να είναι καθαρή. Να μη αποκρύπτη ο εξομολογούμενος εν γνώσει του καμμία αμαρτία του. Και τότε θα ʼχη τη συγχώρηση από τον Θεό. Όταν η εξομολόγηση είναι ειλικρινής, τότε ακριβώς είναι που βρίσκει ο εξομολογούμενος έλεος, παρηγορία και άφεση των αμαρτιών του. Ως Πνευματικός σας, ελπίζω και πιστεύω πως σιγά σιγά θα γίνετε όπως σας θέλει ο Θεός. Εγώ, όσο μπορώ, θα σας βοηθώ. Αλλά και σεις πρέπει να υπακούετε σε όσα σας λέγω. Πέραν τούτου, είναι του Θεού δουλειά. Και η δική σας σωτηρία είναι και δική μου σωτηρία.
Για όσους προσέρχονται σε μένα, και με εμπιστεύονται, και γίνονται πνευματικά μου παιδιά, γιʼ αυτούς θεωρώ τον εαυτό μου υπεύθυνο ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Και θεωρώ καθήκον μου να εκπληρώσω στο ακέραιο την υποχρέωση μου απέναντι σʼ αυτά τα πρόσωπα. Η σωτηρία των πνευματικών μου παιδιών είναι ταυτόχρονα και δική μου σωτηρία.

ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ : ο γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνομιλεί με Ρώσο επίσκοπο


ΠΡΟΣΟΧΗ : ΔΙΑΦΕΡΕΙ ΣΤΙΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΗ! 
"Θα κινηθούν οι Εβραίοι και θα ερεθίσουν τους Τούρκους να εισβάλουν εις την Ελλάδα. Οι Τούρκοι θα μπούνε στην Ελλάδα γιατί δεν έχομεν κυβέρνηση εμείς. Τότε θα αρχίσουν τα δεινά. Τότε θα κινηθεί η Ρωσία επίτηδες για να προλάβει. Τότε θα κατέβει η Ρωσία εδώ. Θα σπρώξει πίσω τους Τούρκους. Θα γυρίσει και προς τα μέρη της Παλαιστίνης." 

1Συνέντευξη του Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ στην διαδικτυακή τηλεόραση «ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ»

Eπιμέλεια: Μάνος Χατζηγιάννης 

Μια αξιέπαινη προσπάθεια ξεκίνησε από την δραστήρια Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, με την λειτουργία Διαδικτυακής Τηλεόρασης (WebTV) 
. Και με πρώτο συνεντευξιαζόμενο τον ίδιο το Μητροπολίτη Σεραφείμ, ο οποίος μίλησε σε νέους και νέες, από τα κατηχητικά της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς.

Αναφέρθηκε στο δημογραφικό πρόβλημα, στα ζητήματα βιοηθικής, στην εκκλησιαστική περιουσία, στα εθνικά θέματα, στις σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους και σε πολλά άλλα μέχρι τα γκούλαγκ του σταλινισμού!  
Τα βασικότερα από τα λεγόμενά του είναι τα εξής: 


-Δεν είναι αιτία σκανδαλισμού η καλλιέπεια των Ιερών Ναών του Θεού ή των Ιερών Μονών γιατί αυτοί οι χώροι δεν ανήκουν σε κάποιον κεφαλαιοκράτη, πλουτοκράτη, καταπιεστή, αλλά είναι του λαού του Θεού, Ανήκουν σε όλους μας...Είναι κοινή περιουσία του λαού του Θεού

-Αν δεν υπήρχε η Εκκλησία σήμερα θα είμεθα το υπόλοιπο της λεγομένης Ευρωπαϊκής Τουρκίας


-Η εκκλησία έδωσε το 96% της περιουσίας της στο λαό του Θεού

-Οι Σταυροί που φέρουμε δεν είναι χρυσοί, μπρούτζινοι είναι επιχρυσωμένοι. Το κάθε άμφιο έχει πνευματική διάσταση

-Η Εκκλησία δεν εκβιάζει κανέναν, δεν επιβάλλεται σε κανέναν

-Στην εκκλησία δεν υπάρχονυ εξουσίες. Εγκλημα η ανάπτυξη της έννοιας του ηγέτου σε όποιον διάκων της Εκκλησίας

-Γνώση χωρίς ταπείνωση και εσωτερική καθαρότητα δεν οδηγεί στο Θεό

-Από τον τίμιο γάμο ο άνθρωπος κερδίζει τη Βασιλεία του Θεού και γίνεται συνδημιουργός με το Θεό

-Εγκλημα κατά του Δημιουργού και της ζωής η έκτρωση

-Αυτό που προβάλλεται ως ζήτημα ουσίας από τα αριστερά κόμματα, δηλαδή ο χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας, έχει ήδη γίνει με τους διακριτούς ρόλους του Συντάγματος του 1975. Αυτό που επιδιώκεται είναι ο χωρισμός Εκκλησίας-Έθνους. Αγωνιζόμαστε να μη γίνει αυτός ο κακοποιός χωρισμός

-Οφείλουμε την ιδιοπροσωπεία μας στην ελληνορθόδοξη πίστη μας και στην ελληνορθόδοξη πολιτισμική μας αλήθεια

-Ο άνθρωπος που πιστεύει στο Χριστό και στην Ελλάδα δεν είναι εύκολος σε κάθε καταδολίευση. Δεν είναι εύχρηστος για οποιαδήποτε μαζοποίηση

Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη του Σεβασμιωτάτου στα παιδιά: 
                           


Πηγή

Κυριακή της Απόκρεω ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ; Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός


Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ματθαίου κε' 31-46.
ΑΓΑΠΗ ΝΑΙ· ΑΛΛΑ ΠΟΙΑ ΑΓΑΠΗ;

«ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε»(Ματθ. κε' 40).
1. Η σημερινή ευαγγελική περικοπή έρχεται να μας υπενθυμίσει μια μεγάλη αλήθεια. Την περασμένη Κυριακή μίλησε το ιερό Ευαγγέλιο για την αγαθότη­τα του Θεού- Πατέρα, που περιμένει το πλάσμα του να επιστρέψει. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάμει να ξεχάσουμε και την δικαιοσύνη Του. Ο Θεός δεν είναι μονάχα στοργικός Πατέρας. Είναι και δίκαιος Κριτής. «Οὔτε ὁ ἔλεος αὐτοῦ ἄκριτος, οὔτε ἡ κρίσης ἀνελεήμων» λέγει ο Μ. Βασίλειος. Θα κρίνει τον Κόσμο, μας λέγει το Ευαγγέλιο, και μάλιστα όχι αυθαίρετα, αλλά σύμφωνα με τα έργα μας. Μας φέρνει, λοιπόν, η σημερινή περικοπή ενώπιον του γεγονότος της κρίσε­ως. Και λέμε «γεγονότος», γιατί η παγκόσμια κρίση αποτελεί για την πίστη μας εσχατολογική βεβαιότητα και πραγματικότητα, που ομολογείται σ' αυτό το Σύμ­βολο μας ως εκκλησιαστική πίστη: «Και πάλιν ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς...».
Καλούμεθα, λοιπόν, σήμερα να συνειδητοποιή­σουμε τρία πράγματα. Πρώτον, ότι Κριτής μας θα είναι ο Ι. Χριστός, ως Θεός. Σωτήρ ο Χριστός αλλά και Κριτής. Αν την πρώτη φορά ήλθε ταπεινός στη γη, «ἵνα σώσῃ τόν κόσμον», τώρα θα έλθει «ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ», ίνα κρίνη τον κόσμον. Αυτός που έγινε για μας «κατάρα» πάνω στον Σταυρό, έχει κάθε δικαίωμα να μας κρίνει, αν αφήσαμε να μείνει μέσα μας και στην κοινωνία μας ανενέργητη η θυσία Του. Δεύτε­ρον θα κρίνει όχι μόνο τούς Χριστιανούς, ούτε μόνο τούς εθνικούς, όπως πίστευαν οι Εβραίοι για την κρί­ση του Θεού. Θα κρίνει όλους τούς ανθρώπους, χρι­στιανούς και μη, πιστούς και απίστους. Τρίτον βάση της κρίσεως, το κριτήριο, θα είναι η αγάπη. Η στάση μας δηλαδή απέναντι στους συνανθρώπους μας.Καθο­λική - παγκόσμια η κρίση, καθολικό - παγκόσμιο και το κριτήριο. Ο παγκόσμιος νόμος της ανθρωπιάς, στον όποιο συναντώνται όλοι, χριστιανοί και μη. Και όσοι εγνώρισαν τον Χριστό και όσοι δεν μπόρεσαν να τον γνωρίσουν και γι' αυτό έμειναν μακριά από το Ευαγγέλιό Του. Στο νόμο αυτό, δεν υπάρχει χώρος για προφάσεις και δικαιολογίες. Η πείνα, η δίψα, η γύ­μνια, η αρρώστια, η φυλακή βοούν, δεν μπορούν να μείνουν κρυφά, για να έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί κάποιος πώς δεν τα πρόσεξε... Δεν μπορεί να τ' αγνοή­σει κανείς, χωρίς προηγουμένως να παύσει να έχει συναισθήματα ανθρώπου, αν δεν έχει τελείως «αχρειώσει», εξαθλιώσει, την εικόνα του Θεού μέσα του.
2. Το συγκλονιστικό μεγαλείο και την φρικτότητα της ώρας της Κρίσεως ζωγραφίζουν με υπέροχα χρώ­ματα οι ύμνοι της ημέρας. «Ὦ, ποία ὥρα τότε! ὅταν... τίθωνται θρόνοι καί βίβλοι ἀνοίγωνται, καί πράξεις ἐ­λέγχωνται καί τά κρυπτά τοῦ σκότους δημοσιεύον­ται»! Είναι φρικτή και η απλή σκέψη της ώρας της κρίσεως, γιατί όχι μόνο υπενθυμίζει την ανετοιμότητά μας να εμφανισθούμε μπροστά στο βήμα του φοβερού Κριτού, αλλά και διότι αποκαλύπτει την τραγικότητα της ζωής μας, την οποία δαπανάμε μέσα σε έργα μα­ταιότητος, που δεν αντέχουν στο φως της αιωνιότητος. Δεν δικαιούμεθα ενώπιον του κριτού μας για όσα ο κόσμος θεωρεί μεγάλα και σπουδαία: γνώσεις, θέ­σεις, τίτλους, αξιώματα, πλούτο, δόξα. Αυτά όλα είναι δυνατό μάλιστα να οδηγήσουν στην καταδίκη μας.
Κρινόμεθα βάσει της έμπρακτης εφαρμογής της αγά­πης μας. Όχι ως άτομα δηλαδή, αλλά ως μέλη της αν­θρώπινης κοινωνίας. Ο θεός δεν έπλασε άτομα, αυτό­νομα και ανεξάρτητα. Μάς έπλασε, για να γίνουμε πρόσωπα και κοινωνία προσώπων. Και οι μεγαλύτε­ρες αρετές, αν μείνουν απλώς ατομικές, είναι μετοχές χωρίς αντίκρυσμα ενώπιον του Μεγάλου Κριτού. Για­τί δεν βρήκαν την πραγμάτωση τους μέσα στην αν­θρώπινη κοινωνία. Δεν καταξιώθηκαν σε διακονίες. Έτσι λ.χ. η γνώση είναι θεία ευλογία, όταν όμως θηρεύεται για χάρη του συνανθρώπου, για την διακονία του πλησίον. Το ίδιο και η εγκράτεια και η ευλάβεια, και η νηστεία και σύνολη η άσκησή μας. Αν όλα αυ­τά γίνονται για μια ατομική δικαίωση και όχι ως δια­κονία των αδελφών, των πλησίον, μας ελέγχει η φωνή του Θεού: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματ. θ΄ 13)! Αγάπη θέλω και όχι την θρησκευτικότητα, που αποβλέπει στην αυτοέξαρση και την αυτοπροβολή. Πού βλέπει τον τύπο ως πεμπτουσία της ευσέβειας.
3. Ο κόσμος έχει μάθει να εξαγοράζει τα πάντα, ακόμη και τις συνειδήσεις. Στο χώρο όμως της πίστε­ως δεν ισχύει ο νόμος αυτός. Η ατομική ευσέβεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει θέση στην βασιλεία του Θεού, αν δεν γίνει πρώτα εκκλησιαστική, αν δεν συνοδεύε­ται δηλαδή από τα έργα της αγάπης. Ο στίβος του χριστιανού είναι και η κοινωνία και όχι μόνο το «ταμιείον». Εις το ταμιείον του καταφεύγει ο Χριστια­νός για τον πνευματικό του ανεφοδιασμό. Ποτέ όμως δεν εξαντλείται η πολιτεία του στο στενό χώρο της α­τομικότητας του. Αν η πνευματικότητα μας είναι ορ­θή, θα οδηγεί σε ανιδιοτελή αγάπη. Ας το ακούσουμε μια για πάντα: Το επιχείρημα των γλυκανάλατων χρι­στιανών της ανευθυνότητος και του «λάθε βιώσας» δεν έχει καμμιά δύναμη: «Κύτταξε την ψυχή σου» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από δειλία και υποχώ­ρηση, αν δεν συνοδεύεται και από το στίβο: «Πάλευσε για να φτιάξεις τη χριστιανική σου κοινωνία». Διαφορετικά είμασθε κατά λάθος ανάμεσα σε χριστια­νούς. Η θέση μας είναι κάπου στην Άπω Ανατολή, στη νέκρωση του νιρβάνα.
4. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να προλάβω στο σημείο αυτό μια απορία. Αν κρινόμασθε βάσει της έμπρακτης αγάπης μας, τότε που πηγαίνει η πίστη; Ποια σημασία έχει ο υπέρ της πίστεως και της καθαρότητος του δόγματος αγώνας; Αν δεν έχει διαστά­σεις αιώνιες, τότε γιατί να γίνεται;
Κατά την ώρα της κρίσεως η πίστη, και ως αφο­σίωση και ως διδασκαλία, δεν αποκλείεται, όπως πι­στεύουν εν πρώτοις πολλοί. Προϋποτίθεται. Κριτής μας είναι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Μας σώζει η μας κατακρίνει η συμπεριφορά και στάση μας απέναντι του. Γιατί μας διευκρινίζει ότι στο πρόσωπο Του αναφέρεται κάθε πράξη μας προς τον συνάνθρωπό μας, καλή ή κακή. Ηθικά αδιάφορες πράξεις δεν υπάρχουν. Αν τονίζει σαν κριτήριο την αγάπη, δεν σημαίνει πώς θέλει ν' αποκλείσει την πίστη. Θέλει να προλάβει ακριβώς την καταδίκη της πίστεως εκ μέρους μας σ' ένα σύνολο θεωρητικών αληθειών χωρίς ανταπόκριση και εφαρ­μογή στη ζωή μας. Όπως ο κεκηρυγμένος άθεος και ο συνειδητός αρνητής της πίστεως μεταφράζει την α­θεΐα και απιστία του σε αντίθεα έργα, έτσι και ο πιστός πρέπει να κάμει την πίστη του κινητήρια δύναμη της ζωής του. Γιατί «ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων» (Ιακ. β΄ 20) της α­γάπης, είναι νεκρά. Δεν αποκλείει, λοιπόν, την πίστη, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση του ορθού βίου και της σωτηρίας. Αλλά και κάτι περισσότερο. Όχι μόνο «ὁ μή πιστεύσας» (εις τον Χριστό) δεν σώζεται, αλλά και ο μη ορθώς πιστεύσας. Ο Θεός δεν είναι μόνο α­γάπη, είναι και αλήθεια (Ιωαν. ιδ' 6· Α' Ιωαν. δ' 8· δ' 16· ε' 6) και μάλιστα Αυτοαλήθεια. Όποιος προδίδει την αλήθεια προδίδει και την αγάπη. Η αγάπη του Χριστού «συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 6) συζεί δηλαδή και συνευδοκιμεί με την αλήθεια, δεν υπάρχει χωρίς αυ­τήν. Να λοιπόν πώς καταξιώνεται ο αγώνας για την καθαρότητα του δόγματος. Γιατί είναι αγώνας για την αγάπη, είναι η μεγαλύτερη εκκλησιαστική διακονία. Είναι αγώνας πρώτιστα κοινωνικός, γιατί γίνεται χά­ριν του Λαού του Θεού, για να μείνει ανεπηρέαστος α­πό την πλάνη, που είναι πραγματική αυτοκτονία.
Αδελφοί μου!
Όταν ο Χριστός μας ανέφερε την παραβολή της Κρίσεως, οι λόγοι του μπορούσαν να νοηθούν όχι μό­νο σε συνάρτηση προς τούς συγχρόνους του, αλλά και προς όσους έζησαν πριν απ' Αυτόν. Όσοι δεν γνώρισαν τον Χριστό, μπορούν να έχουν λόγους να κριθούν μόνον για την αγάπη τους, μολονότι αγάπη χωρίς πίστη στον Θεό δεν είναι ποτέ δυνατόν να υπάρχει. Όποιος ειλικρινά ασκεί την αγάπη «δέχεται» τον Θεό, έστω και αν τον αγνοεί. Ο άπιστος δεν δύνα­ται να έχει παρά μόνο φαινομενικά αγάπη. Και μόνο εκεί, που υπάρχει βάπτισμα και «άγιο Πνεύμα», είναι δυνατό να υπάρξει «τελεία αγάπη», αγάπη χριστιανι­κή.
Το ζήτημα όμως πρέπει, νομίζω, να τεθεί κατ' άλ­λο τρόπο. Όταν εμείς σήμερα ακούμε την παραβολή, δύο χιλιάδες χρόνια μετά την σάρκωση του Υιού του Θεού, πώς είναι δυνατόν να χωρίσουμε από την αγά­πη μας την (ορθή) πίστη; Το Ευαγγέλιο λέγει καθαρά:«ὁ… μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ίωαν. γ' 18). Μετά την ένσαρκη δηλαδή οικονομία η κρίση εί­ναι συνέπεια της στάσης κάθε ανθρώπου έναντι του Χρίστου. Κριτήριο μένει η αγάπη. Αγάπη όμως που προϋποθέτει την εις Χριστόν πίστη. Γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή. Αυτή μονάχα δικαιώνει και σώζει...
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΈΡΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
ΦΩΣ ΕΚ ΦΩΤΟΣ«Κηρύγματικές σκέψεις στα ευαγγελικά αναγνώσματα»
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
Θεσσαλονίκη
τηλ. 2310 212659 

Κυριακή της Απόκρεω – Η ώρα της κρίσεως

Η ώρα της κρίσεως

Ο Παράδεισος

Η ώρα είναι μοναδική και συγκλονιστική. Ο Θεάνθρωπος Κύριος έρχεται μέσα στη θεϊκή του δόξα για να κρίνει την ανθρωπότητα. Τον συνοδεύουν οι αμέτρητες στρατιές των αγίων αγγέλων. Μπροστά στον ένδοξο θεϊκό του θρόνο έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι άνθρωποι όλων των αιώνων. Κι ο μέγας Κριτής χωρίζει τους ανθρώπους, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια. Στα δεξιά του βάζει τους δίκαιους και στα αριστερά του τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Εκείνη τη φοβερή ώρα ακούγεται η θεϊκή φωνή του ουρανίου Κριτού προς τους δικαίους: Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, να κληρονομήσετε τη Βασιλεία που είναι ετοιμασμένη για εσάς από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Διότι πείνασα και μου δώσατε τροφή, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Και οι δίκαιοι με έκπληξη και απορία θα πουν: Κύριε, πότε Σε είδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και Σου δείξαμε αγάπη; Και θα αποκριθεί ο Κριτής: Εφόσον το κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, είναι σαν να το κάνατε σε μένα. Ελάτε λοιπόν στη Βασιλεία μου.
Πώς όμως θα είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού; Όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουμε δεν θα μπορέσουμε να περιγράψουμε την ασύλληπτη ωραιότητα της Βασιλείας των ουρανών, όπως ακριβώς ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να περιγράψει την ωραιότητα της φύσεως. Η Αγία Γραφή βέβαια παρουσιάζει συμβολικές εικόνες του Παραδείσου, ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι σαν αυτά που ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που Τον αγαπούν, «ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α’ Κορ. β’ 9). Η ζωή του Παραδείσου όχι μόνο εν μπορεί να περιγραφεί, αλλά ούτε και να συγκριθεί με καμιά άγια χαρά του κόσμου αυτού. Από τη ζωή εκείνη θα απουσιάζει κάθε «ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Εκεί δεν θα υπάρχουν αδικίες, αρρώστιες, θάνατος. Εκεί θα έχουν σβήσει όλα τα πάθη. Εκεί όλα θα είναι γεμάτα χαρά. Όλα θα είναι φως. Η μεγαλύτερη όμως χαρά και ευτυχία μας θα είναι ότι θα βλέπουμε διαρκώς «πρόσωπον προς πρόσωπον» το απαστράπτον πρόσωπο του Χριστού.
Τα μάτια μας δεν θα χορταίνουν να βλέπουν τη δόξα του· τα αυτιά μας να ακούν τη φωνή του και τις γλυκύτατες ψαλμωδίες των αγγέλων και των αγίων, το στόμα μας να δοξολογεί ακατάπαυστα τον βασιλέα μας· τα χέρια μας να υψώνονται προς Αυτόν. Εκεί θα λάμπουμε όλοι όπως ο ήλιος και θα μοιάζουμε στη μορφή και τη δόξα με τον Χριστό μας. Εκεί θα γίνουμε κατά χάριν θεοί. Εκεί… Αλλά μέχρι να φθάσουμε εκεί, ας στραφούμε προς τα εκεί κάθε μέρα το νου μας κι ας πλημμυρίσει την καρδιά μας ο πόθος της Βασιλείας του Θεού.

Η κόλαση

Κατόπιν ο Κύριος θα στρέψει το βλέμμα Του αριστερά στους αμετανόητους αμαρτωλούς και θα τους πει: Φύγετε από κοντά μου στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους δαίμονες. Διότι επείνασα, και δεν μου δώσατε τροφή, δίψασα, και δεν μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος, και δεν με φιλοξενήσατε, γυμνός και δεν με ντύσατε, άρρωστος, και δεν με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος, και δεν ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Τότε αυτοί θα Του αποκριθούν: Πότε Σε είδα, Κύριε, πεινασμένο, διαψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και δεν Σε υπηρετήσαμε; Και ο Κριτής θα τους απαντήσει: Καθετί που δεν κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, ούτε σε μένα το κάνατε. Τότε θα φύγουν αυτοί στην αιώνια κόλαση.
Πώς θα ζουν αλήθεια οι άνθρωποι στην αιώνια κόλαση; Ό,τι και να πει κανείς, ελάχιστα μπορεί να περιγράψει τη φρίκη της κολάσεως. Εκεί οι κολασμένοι θα υποφέρουν φρικτά. Θα δοκιμάζουν οδυνηρούς πόνους, ακατάπαυστη δίψα, αφόρητη αγωνία, τύψεις βασανιστικές, απελπισία και θάνατο. Διότι θα είναι περικυκλωμένοι από τους μισάνθρωπους δαίμονες και από όλους τους κολασμένους ανθρώπους. Επιπλέον θα βλέπουν αιωνίως μέσα τους τα αποτυπώματα των αμαρτιών τους, και η ντροπή που θα δοκιμάζουν θα είναι φοβερή. Θα υποφέρουν ακόμη, διότι θα στερούνται όλα εκείνα τα οποία απήλαυσαν στην επίγεια ζωή τους.
Το μεγαλύτερο όμως μαρτύριο των κολασμένων θα είναι ότι θα ζουν χωρίς Θεό. Και μία μόνο ακτίνα της δόξας του αν είχαν, αμέσως ο άδης θα γινόταν Παράδεισος! Οι κολασμένοι θα υποφέρουν μακριά από την αγάπη του Θεού. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα νωρίς τον Χριστό! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση από το να χάσουμε την Χριστό, ο Οποίος είναι όλος φως, όλος ζωή, όλος ωραιότητα.
Εκείνο λοιπόν το οποίο πρέπει κυρίως να φοβόμαστε ως προς την κόλαση είναι η αιώνια στέρηση της αγάπης του Θεού. Γι’ αυτό ας αγαπήσουμε από τώρα τον Κύριο και τις άγιες και σωτήριες εντολές του κι ας αγωνιζόμαστε καθημερινά να ζούμε όπως θέλει Εκείνος. Για να αντικρίσουμε κι εμείς το ολοφώτεινο πρόσωπό του και να ακούσουμε τη γλυκύτατη φωνή του να μας καλεί κοντά του.

κηρυγμα εις την Κυριακή ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ Κ Ρ Ι Σ Ε Ω Σ (Ματθ. κε΄31-46)


Είδαμε την προηγούμενη Κυριακή μέσα από την παραβολή του ασώτου, το μέγεθος της φιλανθρωπίας, της αγάπης & του  ελέους του Θεού. Σήμερα βλέπουμε πάλι την αγαθότητα αλλά και τη δικαιοσύνη Του, όταν πρόκειται να εκπληρωθούν οι υποσχέσεις που μας έδωσε για την δεύτερη, ένδοξη έλευσή Του στον κόσμο. Υπάρχουν αρκετές παραβολές στα ευαγγέλια που μας δίνουν μια εικόνα για το τι περιμένει ο Θεός από τον άνθρωπο, όπως των δέκα παρθένων όπου τονίζεται η ανάγκη να είμαστε πάντα σε ετοιμότητα και των ταλάντων όπου ουσιαστικά φαίνεται ότι ο Κύριος δεν θα ζητήσει από  κανέναν υπερβολικά πράγματα, αλλά ανάλογα με τα χαρίσματα εκείνα  που του έδωσε και τη φιλοτιμία.
Η σημερινή περικοπή δεν είναι παραβολή. Είναι μια εικόνα προφητικήείναι μια αποκάλυψη  για τον τρόπο που θα αποδοθεί δικαιοσύνη όταν θα έλθει ο Κύριος.
Μήπως όμως είναι θλιβερά όλα αυτά; Μήπως απομακρύνουν τους νέους από την εκκλησία; «Μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμαρτήση εις τον αιώνα» μας διδάσκει η Σοφία Σειράχ (ζ΄ 36) Όχι μόνον δεν είναι θλιβερά αλλά είναι και σωτήρεια!
Και ο αββάς Ησαίας λέει: "Τρία πράγματα αποκτά με δυσκολία ο άνθρωπος, και είναι αυτά που συντηρούν όλες τις αρετές: το πένθος & τα δάκρυα για τις αμαρτίες του και η μνήμη του θανάτου του. Γιατί όποιος καθημερινά συλλογίζεται το θάνατο και λέει στον εαυτό του, μια μέρα ακόμη μου μένει στον κόσμο αυτό, αυτός ποτέ δεν θα αμαρτήσεις ενώπιον του Θεού. Όποιος αντίθετα ελπίζει πως θα ζήσει πολλά χρόνια, αυτός θα πέσει σε πολλές αμαρτίες". (Μικρός Ευεργετινός σ.36)
Και για να μην σκεφτόμαστε μόνον αρνητικά... είπε ο Αββάς Υπερέχιος: Να έχεις παντοτινά το νου σου στη βασιλεία των ουρανών, και τότε, εύκολα θα την κληρονομήσεις".
     Οταν έλθη ο υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού...
     Με ρωτούσε ενας νέος: "αληθεύουν οι φήμες που λένε ότι η Δευτέρα παρουσία θα γίνει το 2000;"  Του απαντάω: δεν το γνωρίζω αλλά και κανείς δεν το γνωρίζει... δεν με ενδιαφέρει όμως κι όλας και ξέρεις γιατί; Επειδή δεν ξέρω αν εγω θα ζω μεχρι τότε! Γιατί αυτό έχει σημασία για τον κάθε άνθρωπο, να είναι  έτοιμος κάθε στιγμή να φύγειαπό το μάταιο τούτο κόσμο και να έχει έτοιμο  το διαβατήριό του! Τη «μετάνοια» ! ("ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους και καιρούς ους έθετο ο Πατήρ εν τη ιδία εξουσία"είχε πεί ο Κύριος στους μαθητές του όταν ρώτησαν κάποτε.)
     συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς...
     Τότε οι νεκροί θα αναστηθούν και μαζί και εμείς. Αν ακόμη ζούμε εκείνη τη μέρα,"αρπαγησόμεθα εν νεφέλαις εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα, και ούτω πάντοτε συν  Κυρίω εσόμεθα" όπως απεκάλυψε και ο Απόστολος Παύλος.  (Α΄ προς Θεσσαλονικείς, δ΄14)
     Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτισατέ με, ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επισκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθατε πρός με...
      Ω πόσο απλά είναι ευτυχώς τα πράγματα για τη σωτηρία μας! Δεν χρειάζεται να είναι κανείς  πλούσιος, δεν χρειάζεται να έχει πτυχία, δεν χρειάζεται να έχει κοινωνική θέση! Το μόνο που χρειάζεται να έχει είναι αγάπη στην καρδιά του. Να αφήσει δηλαδή την αγάπη του Θεού να ενεργοποιηθεί μέσα του -που υπάρχει έμφυτη- και να μην επιτρέψει στη δαιμονική σκληροκαρδία να τον καταλάβει.
Είναι πρωτάκουστα αυτά που θα μας πει ο Κύριος; Ασφαλώς όχι, γιατί αυτός ήταν που μας είπε ότι "αυτό το χαρακτηριστικό θα σας ξεχωρίζει από  τους  άλλους, το ότι θα έχετε αγάπη μεταξύ σας".  Και αυτή την εντολή άφησε φεύγοντας: "αγαπάτε αλλήλους"  Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή και δεν απευθύνεται μόνο στους αδελφούς αλλά και στους εχθρούς και σε εκείνους που μας καταρώνται!
Απ αυτήν προέρχεται και η αρετή της ελεημοσύνης γι αυτό και είπε άλλοτε "μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται"
Λέει ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αδελφοί μου, ότι το να κάνει κανείς ελεημοσύνη αξίζει περισσότερο από το να ανασταίνει νεκρούς. Πράγματι η ελεημοσύνη γίνεται στον ίδιο το Χριστό  (μας χρωστάει τότε!) ενώ με το να αναστήσει κανείς νεκρούς, χρωστάει εκείνος στο Χριστό!
Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν;...
Αμήν λέγω υμίν, εφόσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε.
      Δεν υποκρίνονται οι δίκαιοι όταν τον ρωτούνε. Απλώς όταν εκδήλωναν την αγάπη τους το έκαναν τόσο πηγαία, επειδή το αισθανόταν και όχι επειδή τους το επέβαλε κανείς ή επειδή ήθελαν να δείξουν κάτι (φαρισαϊσμός). Ετσι δεν θυμούνται κάν το καλό που έκαναν γιατί το θεωρούσαν καθήκον τους, που δεν άξιζε κάποια ιδιαίτερη ανταμοιβή. Ετσι σκέφτονται αυτοί που αγαπούν πραγματικά  το Θεό.
Πόσο παρηγορητικά λόγια αδελφοί μου! "Εμοί εποιήσατε!" Όλοι οι πονεμένοι, οι άρρωστοι και οι κατατρεγμένοι, είναι αδελφοί του Χριστού!
      Το έχουμε καταλάβει αυτό όταν πάσχουμε και λυπούμεθα; Η επιζητούμε να βολευτούμε εμείς οι χριστιανοί σε όλα, παντού και παντα σε αυτή  τη ζωή; Τότε ας μη περιμένουμε τίποτε στην αιώνια ζωή από τον Κύριο...
Επειτα πως φερόμαστε εμείς στους αδελφούς του Χριστού; Τους αναγνωρίζουμε; «Αν ο Χριστός χτυπήσει  την πόρτα σας, θα τον αναγωρίστε;» Ρωτάει σε ένα υπεροχο βιβλίο του ο «άγγελος της αγάπης», ο Ρ.Φολερώ.
      Αν είναι κάποιος που θα μας απλώσει το χέρι, ίσως να το δούμε, αν όμως είναι οσυμφοιτητής μας που πέθανε η μητέρα του, θα σκεφτούμε μια καλή κουβέντα για να τον παρηγορήσουμε, ή θα προφασιστούμε διάβασμα στη βιβλιοθήκη; Αν είναι ο συγγενήςπου χρεωκόπησε η επιχείρηση του, θα σκεφτούμε να τον βοηθήσουμε ή θα ρωτάμε σε ποιό κόμμα ανήκει... Αν είναι το παιδί της γειτόνισας που η μητέρα του δουλεύει όλη μέρα, θα σκεφτούμε να το φωνάξουμε για φαγητό, ώσπου να έρθουν οι δικοί του;
Αν είναι η πεθερά μας στα τελευταία της, θα την πάρουμε σπίτι ή θα την εγκαταλείψουμε σε κάποιο ίδρυμα;
Αν είναι... Αν είναι... Και όμως, είναι ο Χριστός που χτυπάει την πόρτα μας!
    Πορεύεσθε απ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν...
       Ποιοί είναι οι "κατηραμένοι"; Ο Θεός είναι Αγάπη και δεν καταριέται κανέναν... Είναι εκείνοι που έδιωξαν από μόνοι τους την ευλογία του Θεού και δεν αποδέχτηκαν τη θεία χάρη.
Σκληρά τα λόγια αυτά αδελφοί μου και μακάρι να μην τα ακούσουμε κανείς εκείνη τη φοβερά ημέρα της Κρίσεως, που είναι πολύ κοντά! Ομως είναι αληθινά γιατί βγήκαν από το θεϊκό στόμα του Κυρίου που είναι η Αλήθεια και η Ζωή και δεν μπορεί να λέει ψέματα !
Συζητούσα παλαιότερα με δύο επιστήμονες για το θέμα της αιώνιας ζωής κοντά στο Θεό και τους έλεγα για τις καταπληκτκές πνευματικες εμπειρίες που έζησαν προκαταβολικα οι άγιοι. Ομως ο ένας κλωτσούσε και μου έλεγε: καλά μας τα λές πάτερ, αλλά κανένας δεν ήρθε από κεί για να μας πει αν είναι έτσι τα πράγματα! Λέω, φαίνεται ότι δεν έχεις ανοίξει το ευαγγέλιο για να δεις ότι τα λέει ο ίδιος ο Χριστός... Αλλαξε  θέμα εκείνος, γιατί αν θα τα δεχόταν θάπρεπε να αλλάξει  και γραμμή πλεύσεως 180 μοίρες !
   Επειτα αδελφοί μου, πώς είναι δυνατόν να μη τα πιστέψουμε;  Τη στιγμή που και οι άγγελοι εξέπεσαν... Και μάλιστα δεν έχουν περιθώριο μετανοίας πλέον σαν δαίμονες, αλλά τυραννούνται στην κόλαση αιωνίως. Πως λοιπόν εμείς θα γλυτώσουμε τη δίκαια τιμωρία όταν μας έχει προειδοποιήσει γι αυτό ο Κύριος και όταν έχει κατέβει ο ίδιος να σφραγίσει με το αίμα Του αυτή τη Διαθήκη που μας άφησε;
Γι αυτό δεν υπάρχει μεγαλύτερη και δαιμονικότερη πλάνη από τους χιλιαστές που λένε ότι οι άδικοι δεν θα τιμωρηθούν και οι δίκαιοι θα ζήσουν μόνο χίλια χρόνια με το Χριστό!
       Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον.
       Το λέει καθαρά ο Κύριος: οι άδικοι θα κολαστούν αιώνια και οι δίκαιοι θα βρίσκονται αιώνια μαζί με τον Κύριο.  Πως είναι δυνατόν άλλη ψυχή να έχουν οι μέν και άλλοι οι δέ; Ολοι πλαστήκαμε κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν του Θεού που είναι αιώνιος.
         Αδελφοί μου, αν δεν μας συγκινεί η άπειρη αγάπη του Θεού, που μας περιμένει πάντοτε με ανοιχτή αγκαλιά όπως τον άσωτο, μέσα  στην κιβωτό της σωτηρίας την εκκλησία Του, ας έχουμε στο νού μας πάντα την ώρα της Κρίσεως, ώστε να είναι μαλακωμένη η καρδιά μας και να εκδηλώνει συνέχεια εργα αγάπης που θα μας πιστώνονται  στον ουρανό.
Έχε τη σκέψη σου στον Αδη και μην απελπίζεσαι... μας συμβουλεύει ο γέρων Σιλουανό ς ο Αθωνίτης. Δεν είναι αδυναμία να σκεφτόμαστε τη μέρα εκείνη, το λένε οι άγιοι Πατέρες, αλλά είναι δύναμη και απάντηση κατά των πονηρών δαιμόνων που μας σπρώχνουν στην αμαρτία και μας ψιθυρίζουν ότι έχουμε καιρό...να μετανοήσουμε.
Σήμερα είναι ο κατάλληλος καιρός, να αφεθούμε ολοκληρωτικά στα χέρια του Θεού και να είμαστε βέβαιοι ότι θα ακούσουμε  εκείνη τη φοβερή Μέρα: "ελάτε ευλογημένα παιδιά του Θεού, για να κληρονομήσετε τη βασιλεία του Πατέρα σας".
Α μ η ν

Κυριακή της Απόκρεω - Τα ειδωλόθυτα της Κορίνθου, Διάκριση ελευθερίας - Κήρυγμα εις τον Απόστολο

Τα ειδωλόθυτα της Κορίνθου

Διάκριση ελευθερίας

Στην Κόρινθο οι πιστοί ήταν διχασμένοι για ένα θέμα που νόμιζαν ότι ήταν πολύ σημαντικό για τη ζωή τους. Ήταν το ζήτημα των ειδωλοθύτων. Άλλοι δηλαδή αγόραζαν από τα κρεοπωλεία κρέατα που προέρχονταν από ειδωλολατρικές θυσίες και τα έτρωγαν, επειδή πίστευαν ότι οι θεοί των ειδώλων ήταν ανύπαρκτοι. Άλλοι όμως, ευαίσθητοι συνειδησιακά, δεν τα έτρωγαν επειδή, τα θεωρούσαν ιερά. Ο απόστολος Παύλος λοιπόν ξεκαθαρίζει το ζήτημα και παίρνει αφορμή για να διδάξει γενικότερες αλήθειες.
Δεν είναι το φαγητό, λέει, που μας καθιστά ενάρετους. Διότι ούτε εάν φάμε προοδεύουμε στην αρετή, ούτε εάν δεν φάμε υστερούμε. Προσέχετε όμως, λέει, μήπως το δικαίωμα αυτό που έχετε να τρώτε απ’ όλα τα κρέατα, ακόμη κι από τα ειδωλόθυτα, γίνει αιτία να αμαρτήσουν οι αδελφοί σας που είναι αδύναμοι στην πίστη. Διότι, αν κανείς απ’ αυτούς σας δει να κάθεστε στο τραπέζι κάποιου ναού των ειδώλων, θα παρασυρθεί και θα τρώει ειδωλόθυτα νομίζοντας ότι τρώει κάτι ιερό. Κι έτσι σιγά-σιγά θα παρασυρθεί στην ειδωλολατρία εξαιτίας της δικής σας στάσεως και θα χάσει την ψυχή του. Αλλά για την σωτηρία του αδελφού σας αυτού ο Χριστός θυσίασε τη ζωή του.
Βέβαια το ζήτημα αυτό που θίγει ο απόστολος Παύλος δεν υφίσταται στην εποχή μας. Και ίσως νομίζουμε ότι δεν μας αφορά. Αν το προσεγγίσουμε όμως λίγο βαθύτερα, θα δούμε ότι πέρα από τα φαινόμενα, το όλο πρόβλημα της Κορίνθου αποκαλύπτει ένα διαχρονικό πρόβλημα των πιστών: ότι μέσα στην Εκκλησία δεν έχουμε όλοι οι πιστοί την ίδια συνείδηση, την ίδια καλλιέργεια, τις ίδιες εμπειρίες και δυνάμεις. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι κι ούτε μπορούμε να γίνουμε. Έχουμε βέβαια όλοι τον ίδιο Κύριο, είμαστε μέλη της ίδιας Εκκλησίας, έχουμε όμως διαφορετικούς χαρακτήρες, διαφορετικούς τρόπους βιώσεως της εν Χριστώ ζωής. Πρέπει λοιπόν να βλέπουμε με κατανόηση τη διαφορετικότητα των άλλων. Μη βάζουμε ως κριτήριο πνευματικότητας τον εαυτό μας και μη απαιτούμε να γίνουν όλοι όπως είμαστε εμείς. Θα πρέπει όλοι μας να αποκτήσουμε τη μεγάλη αρετή της διακρίσεως. Να κατανοούμε όλους με αγάπη, ευαίσθητους και δυνατούς, αρχάριους και σταθερούς. Χωρίς να καταδικάζουμε κανένα και χωρίς να απαιτούμε τίποτε. Να ζούμε όπως μας καθοδηγεί ο Πνευματικός μας και να μην ασχολούμαστε με τους άλλους πιστούς, πώς ζουν, πώς συμπεριφέρονται, τι κάνουν.

Διάκριση αγάπης

Ο απόστολος Παύλος λοιπόν έρχεται και επεξηγεί και καθορίζει πόσο σοβαρό είναι το αμάρτημα του σκανδαλισμού των ασθενέστερων. Κάνετε πολύ μεγάλο αμάρτημα, λέει, με το οποίο βλάπτονται πολύ οι αδελφοί. Πληγώνετε σκληρά την ευαίσθητη συνείδησή τους. Αλλά συγχρόνως αμαρτάνετε και προς τον Χριστό, ο Οποίος πέθανε για να σώσει τους αδελφούς αυτούς. Γι’ αυτό λοιπόν, συνεχίζει, εάν αυτό που τρώω γίνεται αιτία σκανδάλου και αμαρτίας στον αδελφό μου, δεν θα φάω ποτέ οποιοδήποτε είδος κρεάτων, για να μη σκανδαλίσω τον αδελφό μου. Για τους αδύνατους αδελφούς έκανα και εξακολουθώ να κάνω θυσίες των δικαιωμάτων μου. Δεν είμαι Απόστολος έχοντας ίσα δικαιώματα με τους άλλους Αποστόλους; Και η σφραγίδα με την οποία πιστοποιείται επίσημα το αποστολικό μου αξίωμα, με τη χάρη του Κυρίου, είστε εσείς, τους οποίους οδήγησα στον Χριστό.
Ο απόστολος Παύλος στο δεύτερο αυτό τμήμα του ιερού αναγνώσματος μας λέει κάτι πολύ μεγάλο: ότι θα πρέπει για να την αγάπη των αδελφών μας να θυσιάζουμε ακόμη και νόμιμα δικαιώματά μας, προκειμένου να μη σκανδαλίζουμε τους ευαίσθητους αδελφούς μας. Να έχουμε δηλαδή διάκριση αγάπης. Και τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Ας αναφέρουμε παραδείγματα για να το κατανοήσουμε. Κάποιοι επειδή είναι άρρωστοι, έχουν οδηγία από τον γιατρό τους να μην τηρούν απολύτως την καθιερωμένη νηστεία αλλά να τρώνε κάποιες τροφές. Διάκριση αγάπης εκ μέρους τους σημαίνει να μην καταλύουν τη νηστεία σε δημόσιους χώρους, διότι ο άλλος δεν ξέρει ότι έχουν λόγους υγείας και τρώνε αρτύσιμες τροφές, και σκανδαλίζεται. Άλλοι πάλι έχουν δικαίωμα να οδηγήσουν κάποιον στο δικαστήριο για μια αδικία που τους έκανε. Δεν κάνουν όμως χρήση του δικαιώματός τους αυτούς για να μη σκανδαλίσουν όσους δεν ξέρουν την αδικία που υπέστησαν. Έχουν άλλοι οδηγία από τον Πνευματικό τους σε κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα να ενεργούν διαφορετικά απ’ ό,τι οι άλλοι. Δεν πρέπει αυτό να το διατυμπανίζουν και να το προτείνουν ως κανόνα ζωής για όλους. Κι έτσι να πληγώνουν τις συνειδήσεις των άλλων.
Καθετί που κάνουμε να σκεφτόμαστε αν θα ωφελήσει τους γύρω μας, ακόμη κι όταν δεν είναι αμαρτωλό. Και να θυσιάζουμε, είπαμε, ακόμη και νόμιμα δικαιώματά μας σε θέματα καθημερινής ζωής και συμπεριφοράς, για την αγάπη των αδελφών μας. Για να μη σκανδαλισθούν οι αδελφοί μας. Αυτό είναι ύψος και πλάτος αγάπης. Αυτό έκανε ο θείος Παύλος, αυτό έκαναν όλοι οι άγιοι. Το ίδιο να κάνουμε κι εμείς.

Κυριακή των Απόκρεω


Η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στο πιο φοβερό γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, στη μέλλουσα Κρίση, ως απαραίτητος προβληματισμός των πιστών αυτή την αγωνιστική αυτή περίοδο.
Η μέλλουσα Κρίση είναι θεμελιώδης πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία θα επισυμβεί στο τέλος αυτού του πρόσκαιρου κόσμου και περιγράφεται σαφέστατα στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (25,31-46). Ο Κύριος, λίγο πριν το πάθος Του, ομιλώντας για τα έσχατα και μετά τις παραστατικές παραβολές των δέκα παρθένων και των ταλάντων είπε πως, όταν έρθει ο Ίδιος στη Δεύτερη και φοβερή παρουσία Του «εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και αφοριεί αυτούς απ' αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των εριφίων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων. Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού΄ δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλαθατε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες΄ Κύριε πότε σε είδομεν πεινόντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς΄ αμήν λέγω υμίν , εφ' όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Τότε ερεί και τοις εξ' ευωνύμων΄ πορεύεσθε απ' εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού… εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ.25,31-46).
Η μέλλουσα κρίση είναι αναπόφευκτη και απορρέει από την απόλυτη δικαιοσύνη του Θεού. Την παρέλευση αυτού του φθαρτού και τραυματισμένου από την αμαρτία κόσμου θα επισφραγίσει η μεγάλη και αδέκαστη κρίση του Χριστού, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στη νέα πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού. Οι άνθρωποι, ως ελεύθερα όντα, πρέπει να τοποθετηθούν στη βασιλεία του Χριστού ανάλογα με τη δική τους επιλογή σε αυτή τη ζωή. Ύψιστο κριτήριο της κρίσεως θα είναι η στάση και συμπεριφορά τους απέναντι στους συνανθρώπους τους. Η θετική ή η αρνητική στάση τους θα κρίνει τελικά αν θα είναι κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού, ή θα είναι προορισμένοι να ριχτούν στην αιώνια κόλαση, όπου «εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ.24,51).
Η ενθύμηση της φοβερής μελλούσης Κρίσεως στην αρχή του Τριωδίου είναι απαραίτητη, διότι απώτερος σκοπός του όλου πνευματικού αγώνα μας είναι να βρεθούμε εκ δεξιών του Δεσπότη Χριστού, κατά τη μεγάλη K ρίση. Αυτό είναι αποτυπωμένο κάλλιστα στην υπέροχη υμνωδία της ημέρας. Οι άγιοι υμνογράφοι συνέθεσαν διδακτικότατα τροπάρια, τα οποία προτρέπουν τους πιστούς να συναισθανθούν την επερχόμενη βεβαία και φοβερή Κρίση. Σε ένα από αυτά ψάλλουμε: «Την φοβεράν της κτίσεως, και αρρήτου σου δόξης, ημέραν ενθυμούμενος, φρίττω, Κύριε, όλως και τρέμων φόβω κραυγάζω΄ Επί γης όταν έλθης, κρίναι, Χριστέ, τα σύμπαντα, ο Θεός μετά δόξης, τότε οικτρόν, από πάσης ρύσαί με τιμωρίας, εκ δεξιών σου, Δέσποτα, αξιώσας με στήναι».

Ο Θεός ότι δεν είναι σωστό θα το πετάξει πέρα



Ο Θεός ότι δεν είναι σωστό θα το πετάξει πέρα, όπως το μάτι πετάει 
το σκουπιδάκι. Δουλεύει ο διάβολος, αλλά δουλεύει και ο Θεός και 
αξιοποιεί το κακό, ώστε να προκύψη από αυτό καλό.
Σπάζουν λ.χ. τα πλακάκια και ο Θεός τα παίρνει και φτιάχνει ωραίο μωσαϊκό.
 Γι' αυτό μη στενοχωρήσθε καθόλου, διότι πάνω από όλα και από όλους είναι
 ο Θεός, πού κυβερνά τα πάντα και θα καθίσει τον καθέναν στο σκαμνί, 
για να απολογηθεί για το τι έπραξε, οπότε και θα τον ανταμείψει ανάλογα.
 Θα αμειφθούν αυτοί που θα βοηθήσουν μία κατάσταση και θα τιμωρηθεί 
αυτός πού κάνει το κακό.
Τελικά ό Θεός θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά ο καθένας μας 
θα δώσει λόγο για το τι έκανε σ' αυτά τα δύσκολα χρόνια με την προσευχή, 
με την καλωσύνη.

Σήμερα προσπαθούν να γκρεμίσουν την πίστη, γι' αυτό αφαιρούν σιγά-σιγά 
από καμμιά πέτρα, για να σωριασθεί το οικοδόμημα της πίστεως.
Όλοι όμως ευθυνόμαστε για το γκρέμισμα αυτό· όχι μόνον αυτοί που 
αφαιρούν τις πέτρες και το γκρεμίζουν, αλλά και όσοι βλέπουμε να 
γκρεμίζεται και δεν προσπαθούμε να το υποστυλώσουμε. 
Όποιος σπρώχνει στο κακό τον άλλον θα δώσει λόγο στον Θεό γι' αυτό.
 Και ο διπλανός όμως θα δώσει λόγο, γιατί έβλεπε εκείνον να κάνη κακό
 στον συνάνθρωπο του και δεν αντιδρούσε.
 Ο κόσμος εύκολα πιστεύει έναν άνθρωπο που έχει τον τρόπο να πείθει.

- Ο λαός, Γέροντα, είναι σαν θηρίο.
 - Εγώ από τα θηρία δεν έχω παράπονο.
 Βλέπεις, τα ζώα δεν μπορούν να κάνουν μεγάλο κακό, γιατί δεν έχουν μυαλό,
 ενώ ο άνθρωπος που φεύγει μακριά απότον Θεό γίνεται χειρότερος από
 το μεγαλύτερο θηρίο! 
Κάνει μεγάλο κακό. Το δυνατό ξίδι γίνεται από το χαλασμένο κρασί.
Τα άλλα τα τεχνητά ξίδια δεν είναι τόσο δυνατά... 
Πιο φοβερό είναι, όταν ο διάβολος συμμαχήσει με έναν άνθρωπο διεστραμμένο· 
τότε κάνει διπλό κακό στους άλλους, όπως ό σαρκικός λογισμός, όταν συμμαχήσει
 με την σάρκα, τότε κάνει μεγαλύτερο κακό στην σάρκα. 
Για να συνεργασθεί ο διάβολος με έναν τέτοιο άνθρωπο, πρέπει αυτός
 να είναι υπολογίσιμος, να έχει κακή προαίρεση, κακία. 
Στην συνέχεια, Θεός φυλάξοι, αυτοί θα φέρουν δυσκολίες, 
θα στριμώξουν ανθρώπους, μοναστήρια.
Η Εκκλησία, ο Μοναχισμός, θα τους κάνη κακό, γιατί θα τους
 εμποδίσει στα σχέδια τους. 
Μόνον πνευματικά μπορεί να αντιμετωπισθεί η σημερινή κατάσταση, 
όχι κοσμικά.
 Θα σηκωθεί ακόμη λίγη φουρτούνα, θα πετάξει έξω κονσερβοκούτια, 
σκουπίδια, όλα τα άχρηστα, και μετά θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα.

Σ' αυτήν την κατάσταση θα δείτε, άλλοι θα έχουν καθαρό μισθό και άλλοι 
θα ξοφλούν χρέη. 
Θα γίνουν έτσι τα πράγματα, που δεν θα στενοχωριέται κανείς για την ταλαιπωρία 
που θα περνάνε - δεν θα λέει φυσικά «δόξα σοι ο Θεός». 
Πόσο ο Θεός μας αγαπά! 
Αυτά που γίνονται σήμερα και αυτά που σκέφτονται να κάνουν,
 αν γίνονταν πριν από είκοσι χρόνια που είχε περισσότερη 
πνευματική άγνοια ο κόσμος, θα ήταν πολύ δύσκολα. 
Τώρα ξέρει ο κόσμος· η Εκκλησία δυνάμωσε. 
Ο Θεός αγαπάει τον άνθρωπο, το πλάσμα Του, και θα φροντίσει
 γι'αυτά που του χρειάζονται, φθάνει ο άνθρωπος να πιστεύει 
και να τηρεί τις εντολές Του.

πατηρ Παϊσιος

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...