Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαρτίου 09, 2013

Συναξαριστής της 9ης Μαρτίου


Οἱ Ἅγιοι σαράντα Μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Σεβάστεια

 


Καὶ οἱ 40 αὐτοὶ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες στὸ πιὸ ἐπίλεκτο τάγμα τοῦ στρατοῦ τοῦ Λικινίου. Ὅταν αὐτὸς ἐξαπέλυσε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, οἱ Ἅγιοι 40 συλλαμβάνονται ἀμέσως ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Ἀγρικόλα (στὴ Σεβάστεια).

Στὴν ἀρχὴ τοὺς ἐπαινεῖ καὶ τοὺς ὑπόσχεται ἀμοιβὲς καὶ ἀξιώματα, γιὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς 40, ὁ Κάνδιδος, ἀπαντᾷ: «Εὐχαριστοῦμε γιὰ τοὺς ἐπαίνους τῆς ἀνδρείας μας. Ἀλλὰ ὁ Χριστός, στὸν ὁποῖο πιστεύουμε, μᾶς διδάσκει ὅτι στὸν καθένα ἄρχοντα πρέπει νὰ τοῦ προσφέρουμε ὅ,τι τοῦ ἀνήκει. Καὶ γι᾿ αὐτὸ στὸ βασιλέα προσφέρουμε τὴν στρατιωτικὴ ὑπακοή. Ἄν, ὅμως, ἐνῷ ἀκολουθοῦμε τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν ζημιώνουμε τὸ κράτος, ἀλλὰ μᾶλλον τὸ ὠφελοῦμε μὲ τὴν ὑπηρεσία μας, γιατὶ μᾶς ἀνακρίνεις γιὰ τὴν πίστη ποὺ μορφώνει τέτοιους χαρακτῆρες καὶ ὁδηγεῖ σὲ τέτοια ἔργα;».

Ὁ Ἀγρικόλας κατάλαβε ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς ἐπιβληθεῖ μὲ ἤρεμο τρόπο καὶ διέταξε νὰ τοὺς βασανίσουν. Ὁπότε, μία παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, τοὺς ρίχνουν στὰ κρύα νερὰ μίας λίμνης. Τὸ μαρτύριο ἦταν φρικτό. Τὰ σώματα ἄρχισαν νὰ μελανιάζουν.

Ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἐνθάῤῥυναν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, λέγοντας: «Δριμὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος. Λίγο ἂς ὑπομείνουμε καὶ σὲ μία νύχτα θὰ κερδίσουμε ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα». Ἐνῷ προχωροῦσε τὸ μαρτύριο, ἕνας μόνο λιποψύχησε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὴν λίμνη. Τὸν ἀντικατέστησε ὅμως ὁ φρουρὸς (Ἀγλάιος), ποὺ εἶδε τὰ στεφάνια πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους. Ὁμολόγησε τὸ Χριστό, μπῆκε στὴ λίμνη καὶ μαζί με τοὺς 39 παίρνει καὶ αὐτὸς τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, ἀφοῦ μισοπεθαμένους τους ἔβγαλαν τὸ πρωὶ ἀπὸ τὴν λίμνη καὶ τοὺς συνέτριψαν τὰ σκέλη.

Κατὰ τοὺς Παρισινοὺς Κώδικες 1575 καὶ 1476 τὰ ὀνόματά τους ἦταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ἢ Κλαύδιος), Δόμνας, Εὐτύχιος (ἢ Εὐτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Ἀγγίας, Ἡσύχιος, Εὐνοϊκός, Μελίτων, Ἠλιάδης (ἢ Ἠλίας), Ἀλέξανδρος, Σακεδὼν (ἢ Σακερδών), Οὐάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ἡράκλειος, Ἐκδίκιος, (ἢ Εὐδίκιος), Ἰωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ἢ Ξανθίας), Οὐαλέριος, Νικόλαος, Ἀθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Ἀέτιος, Ἀκάκιος, Δομετιανὸς (ἢ Δομέτιος), 2 Γοργόνιοι, Ἰουλιανός, (ἢ Ἐλιανὸς ἢ Ἠλιανός), καὶ Ἀγλάιος ὁ καπικλάριος.
(Ὁρισμένοι Κώδικες ἀναφέρουν καὶ ἐπιπλέον τῶν 40 ὀνόματα, ὅπως αὐτὰ τῶν Ἁγίων Ἀειθαλᾶ, ἄλλου Γοργονίου κ.λπ.).

 


Ἀπολυτίκιο. 
Ἦχος γ’. θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς γενναίους ὁπλίτας τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, τοὺς συγκροτηθέντας ἐν πίστει, ὁμοφώνος τιμήσωμεν· Χριστῷ γὰρ στρατευθέντες εὐσεβῶς, δι’ ὕδατος διῆλθον καὶ πυρός, καὶ πρὸς θείαν εἰσέλθοντες ἀναψυχήν, προΐστανται τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

Κοντάκιον. 

Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Πᾶσαν στρατιὰν, τοῦ κόσμου καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς Δεσπότῃ προσεκολλήθητε, Ἀθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος, διελθόντες μακάριοι, ἐπαξίως ἐκομίσασθε, δόξαν ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ στεφάνων πληθύν.

Ἕτερον Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Συντεταγμένοι εὐσεβείᾳ καὶ στερρότητι Μαρτυρικῶς τὸν δυσμενῆ ἐθριαμβεύσατε, Τεσσαράκοντα γενναῖοι Χριστοῦ ὁπλῖται· Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι ἐν ἄθλοις καὶ ἐν χάριτι, Ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰρήνῃ συντηρήσατε Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ἅγιον σύνταγμα.

Μεγαλυνάριον.
Τὸ τετραδεκάριθμον καὶ λαμπρόν, σύνταγμα τοῦ Λόγου, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς· κρύει καὶ πυρὶ γάρ, στερρῶς δοκιμασθέντες, ἐστέφθησαν ἀξίως, οἱ Τεσσαράκοντα.

 
Ὁ Ἅγιος Οὐρπασιανός

Ἀνῆκε στὴν τάξη τῶν συγκλητικῶν, καὶ ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα στὸ σφοδρὸ διωγμὸ κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὁ Διοκλητιανὸς ἐξαπέλυσε τὸ διάταγμά του κατὰ τῶν χριστιανῶν, προσκάλεσε πρῶτα τοὺς συγκλητικοὺς καὶ δήλωσε ὅτι, ἂν κανεὶς ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν χριστιανός, θὰ τὸν συγχωροῦσε, ἀφοῦ τὸ δηλώσει ἀμέσως καὶ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστό.

Ὁ Οὐρπασιανὸς ἄκουσε τὴν δήλωση τοῦ βασιλιᾶ, στὸ τέλος δέ, ἀντὶ ἄλλης ἀπάντησης, ἀφαίρεσε μόνος του τὰ σήματα τοῦ ἀξιώματός του καὶ τὰ παρέδωσε σ᾿ αὐτόν.

Ὁ Διοκλητιανὸς θύμωσε καὶ διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν. Στὴν ἀρχὴ τὸν μαστίγωσαν μὲ νεῦρα ἀπὸ βόδι καὶ μισοπεθαμένο τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Κατόπιν διάφοροι φίλοι του συγκλητικοί, προσπάθησαν νὰ τὸν πείσουν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα καὶ νὰ κρατήσει τὸ ἀξίωμά του. Ἀλλ᾿ ὁ Οὐρπασιανὸς ἔμεινε πιστὸς στὴν ἀπόφασή του. Τότε ἀποφασίστηκε ὁ θάνατός του. Τοῦ ἄνοιξαν λοιπὸν τὶς πλευρὲς μὲ σιδερένια ὄργανα, καὶ ὕστερα ἔβαλαν στὶς πληγές του ἀναμμένες λαμπάδες. Τόσο δὲ τὰ ἐγκαύματα ὅσο καὶ ὁ καπνὸς ἐπέφεραν τὸ μαρτυρικό του τέλος.

 
Ὁ Ἅγιος Καισάριος ἀδελφὸς Γρηγορίου Θεολόγου

Ἦταν ὁ μικρότερος ἀδελφὸς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ γεννήθηκε στὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας τὸ ἔτος 330. Γονεῖς του ἦταν ὁ ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος καὶ ἡ εὐσεβέστατη Νόννα. Μεγαλύτερη ἀδελφή του ἦταν ἡ ἁγία Γοργονία.

Μετὰ τὴν βασική του ἐκπαίδευση, ὁ Καισάριος ἀκολούθησε τὸν μεγαλύτερο ἀδελφό του γιὰ ἀνώτερες σπουδὲς στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ τῆς Παλαιστίνης καὶ κατόπιν στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου σπούδασε μαθηματικά, ἀστρονομία, φιλοσοφία, ῥητορικὴ καὶ ἰδιαίτερα ἰατρική, ποὺ ἀγάπησε καὶ περισσότερο.

Ἔπειτα πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ βασιλιὰς Κωνστάντιος καὶ ὁ λαὸς τὸν δέχτηκαν μὲ τιμές, καὶ διορίστηκε γιατρὸς τῶν ἀνακτόρων. Οἱ εὐεργεσίες ποὺ πρόσφερε σ᾿ ὅλους ἦταν μεγάλες. Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, ὁ Καισάριος δὲν συμβιβάστηκε μαζί του καὶ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε ὅλες τὶς τιμὲς καὶ τὶς ἐξουσίες ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ Ἰουλιανός, ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του Ναζιανζό, ὅπου ἔκανε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γιατροῦ, εὐεργετώντας πλῆθος συνανθρώπων του.

Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Οὐάλης (364), ὁ Καισάριος ἐπέστρεψε πάλι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἀναδείχθηκε «ἐπιμελητὴς θησαυρῶν καὶ ταμίας τῶν δημοσίων χρημάτων» στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ ἐπιδόθηκε σὲ νέες εὐεργεσίες πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς πάσχοντες.

Ἡ ἀσκητική του ἐγκράτεια ὅμως, καθὼς καὶ οἱ πολλὲς μέριμνες καὶ δοκιμασίες, προσέβαλαν τὴν ὑγεία του. Ἀῤῥώστησε βαριὰ καὶ στὶς 10 Μαρτίου 368 πέθανε. Τὸ ἱερό του λείψανο μεταφέρθηκε στὴν Ἀριανζὸ καὶ ἐναποτέθηκε σὲ τάφο, ποὺ εἶχε λατομηθεῖ γιὰ τοὺς γονεῖς του.

 
Οἱ Ἅγιοι παππούς, γιαγιά, πατέρας, μητέρα καὶ τὰ Δύο παιδιά τους

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Το Ψυχοσάββατον Στέργιος Ν. Σάκκος

«Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου,
 ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των 
κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε 
κοινωνία μαζί τους.

Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα,

 τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της.
 Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα:
 το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και 
το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
 

Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε 

μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος 
κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου».
 

Στέργιος Ν. Σάκκος

«ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ, ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ, ΝΗΣΤΕΙΑΣ, ΠΡΟΣΕΥΧΑΣ, ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΑΣ γιὰ τοὺς κεκοιμημένους» (Ἅγ. Κοσμᾶς Αἱτωλός)


Ἅγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός
Διδαχὴ Δ´

«Ἀδελφοί μου, νὰ μὴ λυπῆσθε διὰ τοὺς ἀποθαμένους, 

ἀλλὰ ἂν ἀγαπᾶτε τοὺς ἀποθαμένους, κάμνετε ὅ,τι ἠμπορεῖτε

 διὰ τὴν ψυχήν των·

 συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστείας, προσευχάς, 

ἐλεημοσύνας. Καὶ ὅσες γυναῖκες φορεῖτε λερωμένα 

διὰ τοὺς ἀποθαμένους σας, νὰ τὰ βγάλετε· διότι 

βλάπτετε καὶ τὸν ἑαυτόν σας κι τοὺς ἀποθαμένους.

 Φυσικὸν εἶνε ὁ ἄνθρωπος νὰ γεννηθῆ καὶ ν’ ἀποθάνη. 

Ὅταν γεννώμεθα, τότε πρέπει νὰ κλαίωμεν,

 καὶ ὅταν ἀποθνήσκομεν, νὰ χαιρόμεθα· 

καὶ μάλιστα νὰ μὴ κλαίετε διὰ τὰ μικρὰ παιδιά, 

ὅπου εἶνε ὡσὰν Ἄγγελοι μέσα εἰς τὸν παράδεισον…».

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ Οἱ μαρτυρήσαντες στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας σαράντα ἐπίλεκτοι χριστιανοὶ στρατιῶτες Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ο
 μαρτυρήσαντες στὴν λίμνη τς Σεβαστείας σαράντα πίλεκτοι χριστιανοστρατιτες

 Γράφει ὁ Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Ἐκπαιδευτικός

AgioiTessarakonta_4.            Στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα ἔζησαν καὶ μαρτύρησαν στὴν Σεβάστεια τῆς ἱστορικῆς καὶ ἁγιοτόκου μικρασιατικῆς γῆς σαράντα ἐπίλεκτοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διαφορετικοὺς τόπους, ἀλλὰ τοὺς ἕνωνε ἡ βαθιὰ καὶ ἀκλόνητη πίστη τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν μόνο ἀληθινὸ καὶ παντοδύναμο Θεό. Σύμφωνα μὲ τοὺς Παρισινοὺς Κώδικες 1575 καὶ 1476 τὰ ὀνόματά τους ἦταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ἢ Κλαύδιος), Δόμνος, Εὐτύχιος (ἢ Εὐτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Ἀγγίας, Ἡσύχιος, Εὐνοϊκός, Μελίτων, Ἠλιάδης (ἢ Ἠλίας), Ἀλέξανδρος, Σακεδών (ἢ Σακερδών), Οὐάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ἡράκλειος, Ἐκδίκιος (ἢ Εὐδίκιος), Ἰωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος (ἢ Ξανθιάς), Οὐαλέριος, Νικόλαος, Ἀθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Ἀέτιος, Ἀκάκιος, Δομετιανὸς (ἢ Δομέτιος), δύο Γοργόνιοι, Ἰουλιανὸς (ἢ Ἐλιανὸς ἢ Ἡλιανὸς) καὶ Ἀγλάϊος ὁ καπικλάριος.
.            Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ (308-323) αὐτοκράτορας τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἦταν ὁ Λικίνιος, ὁ ὁποῖος τὸ 313 εἶχε συνυπογράψει μὲ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο τὸ περίφημο «Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων», τὸ ὁποῖο διακήρυττε τὴν ἀνεξιθρησκεία, γεγονὸς ποὺ παρεῖχε στοὺς πολίτες τοῦ Ἀνατολικοῦ καὶ Δυτικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους τὴν θρησκευτικὴ ἐλευθερία. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἑπτὰ χρόνια ὁ Λικίνιος στὴν μανιώδη προσπάθειά του νὰ ἐπικρατήσει καὶ νὰ ἐξαπλωθεῖ ἡ εἰδωλολατρία ἔναντι τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἐξαπέλυσε φοβερὸ διωγμὸ ἐναντίον τῶν χριστιανῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ στοὺς διοικητὲς τῶν ἀνατολικῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας νὰ συλλαμβάνουν καὶ νὰ θανατώνουν μὲ φρικτὰ βασανιστήρια τοὺς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα.
.            Ὁ διοικητὴς τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πόντου, ὅπου βρισκόταν καὶ ἡ πόλη τῆς Σεβαστείας, ἦταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ θηριώδης καὶ αἱμοβόρος Ἀγρικόλας, ὁ ὁποῖος εἶχε καταβάλει κάθε δυνατὴ προσπάθεια γιὰ τὴν δημιουργία καὶ ὀργάνωση ἰσχυροῦ καὶ ἑτοιμοπόλεμου στρατοῦ, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιμετωπίσει μὲ ἐπιτυχία τὶς εἰσβολὲς τῶν ἐχθρῶν καὶ κυρίως τῶν Γότθων. Στὸν στρατὸ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πόντου ὑπηρετοῦσαν σαράντα ἐπίλεκτοι στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι χάρη στὶς ἱκανότητες καὶ στὴν ἀπαράμιλλη ἀνδρεία τους εἶχαν νικήσει τοὺς Γότθους σὲ ὅλες τὶς φονικὲς μάχες καὶ εἶχαν ἀναδειχθεῖ σὲ ἀκοίμητους φρουροὺς καὶ ἰσχυροὺς προστάτες τῆς Σεβαστείας καὶ ὁλόκληρης τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πόντου. Οἱ συνεχεῖς ὅμως ἐπιτυχίες τῶν σαράντα ἐπίλεκτων αὐτῶν στρατιωτῶν ὀφείλονταν στὴν δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Ὁποῖο λάτρευαν ὡς τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, ἀφοῦ ἦταν πιστὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὁ Ἀγρικόλας πληροφορήθηκε ὅτι οἱ σαράντα αὐτοὶ γενναῖοι καὶ χαρισματικοὶ στρατιῶτες εἶναι χριστιανοί, ἔδωσε ἀμέσως τὴν ἐντολὴ νὰ πειθαρχήσουν στὸ διάταγμα τοῦ αὐτοκράτορα καὶ νὰ προσφέρουν θυσία στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Οἱ σαράντα ὅμως χριστιανοὶ στρατιῶτες ὁμολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ ἀπάντησαν ὅλοι μαζὶ μὲ μία φωνὴ ὅτι εἶναι χριστιανοὶ καὶ ὅτι ἀποστρέφονται τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα θεωροῦν βδελύγματα. Ὁ Ἀγρικόλας ξαφνιάστηκε ἀπὸ τὴν γενναία ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητος τῶν σαράντα χαρισματικῶν στρατιωτῶν του καὶ ἀρχικὰ προσπάθησε, ἐπαινώντας τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν σωφροσύνη τους, ἀλλὰ καὶ τὴν προθυμία τους νὰ πολεμοῦν ὑπὲρ τοῦ βασιλέως, νὰ τοὺς πείσει νὰ θυσιάσουν στοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς. Μάλιστα τοὺς ὑποσχέθηκε μεγάλες τιμὲς καὶ ἀξιώματα, ἐὰν πειθαρχήσουν στὴν διαταγὴ τοῦ αὐτοκράτορα. Ὅμως οἱ σαράντα γενναῖοι χριστιανοὶ στρατιῶτες ἀπάντησαν μὲ παρρησία ὅτι μπορεῖ μὲ πολλὴ προθυμία νὰ πολέμησαν γιὰ τὴν δόξα τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ἀγωνισθοῦν μὲ ἀκόμη μεγαλύτερη προθυμία γιὰ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δόξα τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως, ὁ Ὁποῖος θὰ τοὺς προσφέρει πλουσιοπάροχα τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ ὄχι τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ γήινα, καὶ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσει τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν δόξα τῆς μακαριότητος τῶν δικαίων. Ἐπιπλέον τοῦ δήλωσαν ὅτι τὸ μόνο ποὺ τοὺς τρομάζει, εἶναι ἡ τιμωρία τῆς κολάσεως.
.            Μόλις ὁ Ἀγρικόλας ἄκουσε αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐξοργίστηκε, καὶ ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ τοὺς κλείσουν στὴ, φυλακή, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ κάμψει τὸ ἀγωνιστικό τους φρόνημα. Οἱ Ἅγιοι δὲν δείλιασαν καθόλου, ἀλλὰ μὲ προθυμία ὁδηγήθηκαν στὴν φυλακή, ὅπου προσευχόμενοι ζήτησαν τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου, λέγοντας «Φύλαξον ἡμᾶς, Κύριε, εἰς τὴν ἀληθινὴν πίστιν Σου καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν σκανδάλων τῆς ἀνομίας». Κατὰ τὰ μεσάνυχτα καὶ ἐνῶ οἱ Ἅγιοι προσεύχονταν ἀδιάλειπτα καὶ μὲ ἀκλόνητη πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος μέσα σ’ ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς καὶ τοὺς ἐνίσχυσε στὸν ἀγώνα τους, ἐπαινώντας τὴν προθυμία τους νὰ μαρτυρήσουν γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Ὅμως μεταξὺ ἄλλων τόνισε ὅτι ὅποιος ὑπομείνει μέχρι τέλους, αὐτὸς καὶ θὰ σωθεῖ. Καὶ πράγματι ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται» ὑπῆρξε προφητικός, ἀφοῦ γνώριζε ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς σαράντα μάρτυρες θὰ δείλιαζε κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ μαρτυρίου, θὰ ἐγκατέλειπε τὸν ἀγώνα καὶ θὰ ἔχανε τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς δόξης τοῦ Οὐρανίου Βασιλέως. Μετὰ τὴν θαυμαστὴ ἐμφάνιση καὶ τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Κυρίου μέσα στὴν φυλακή, συνέχισαν οἱ Ἅγιοι νὰ προσεύχονται μέχρι ποὺ ξημέρωσε. Ὁ ἡγεμόνας Ἀγρικόλας διέταξε νὰ φέρουν τοὺς σαράντα στρατιῶτες ἐνώπιόν του καὶ προσπάθησε μὲ κολακευτικὰ λόγια νὰ τοὺς πείσει νὰ ἀρνηθοῦν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, λέγοντάς τους ὅτι εἶναι οἱ ὡραιότεροι, γενναιότεροι καὶ συνετότεροι στρατιῶτες ποὺ ἔχει συναντήσει στὴν ζωή του. Τοὺς προειδοποίησε ὅμως ὅτι ἐὰν δὲν ὑπακούσουν στὸ πρόσταγμά του, θὰ τοὺς τιμωρήσει. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες, ὀνόματι Κάνδιδος, τοῦ δήλωσε μὲ παρρησία ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν πίστη τους στὸν Κύριο, ἐνῶ τὸν ἀποκάλεσε ἄγριο ἄνθρωπο καὶ μάλιστα ἀγριότερο ἀπὸ ὅλα τὰ θηρία ποὺ προσπαθεῖ μὲ κολακεῖες καὶ ὑποκρισίες νὰ καλύψει τὴν ἀγριότητά του. Μόλις ὁ Ἀγρικόλας ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια, ἐξοργίστηκε τόσο πολύ, ὥστε εὑρισκόμενος σὲ κατάσταση παραφροσύνης, διέταξε νὰ δέσουν τὰ χέρια τῶν σαράντα μαρτύρων καὶ σέρνοντας καὶ χτυπώντας τους, νὰ τοὺς ὁδηγήσουν στὴν φυλακὴ μέχρι νὰ ἔρθει ὁ δούκας Λυσίας ἀπὸ τὴν Καισάρεια. Μέσα στὴν φυλακὴ οἱ Ἅγιοι συνέχισαν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ δοξολογοῦν τὸ πάντιμο ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Μεταξὺ τῶν στρατιωτῶν ἦταν καὶ ὁ Κυρίων, ὁ ὁποῖος ἐνίσχυσε τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ τὴν πίστη τῶν συστρατιωτῶν του, λέγοντάς τους νὰ μείνουν ὅλοι μαζὶ σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦν τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ δόξης.
AgioiTessarakonta_2.            Στὴν φυλακὴ ἔμειναν ἑπτὰ ἡμέρες, μέχρι ποὺ ἦρθε ὁ δούκας Λυσίας. Τότε δόθηκε ἡ διαταγὴ νὰ ὁδηγηθοῦν οἱ Ἅγιοι ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ τοῦ αἱμοσταγοῦς ἡγεμόνος Ἀγρικόλα. Στὸν χῶρο, ὅπου θὰ ἐλάμβανε χώρα ἡ δίκη, εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει ὅτι οἱ σαράντα ἐπίλεκτοι στρατιῶτες ἦταν χριστιανοί. Ὁ στρατιώτης Κυρίων προσπάθησε νὰ ἐνισχύσει τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ τὴν πίστη τῶν συστρατιωτῶν του, λέγοντάς τους νὰ μὴν φοβηθοῦν μπροστὰ στὶς ἀπειλὲς τῶν ἀρχόντων, ἀφοῦ ὅπως Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἔδινε τὴν δύναμη νὰ νικοῦν τοὺς ἐχθροὺς ἦταν πάντοτε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ἔτσι καὶ τώρα Ἐκεῖνος ποὺ θὰ τοὺς στηρίξει στὴν πίστη εἶναι ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτὴς Χριστός, ὁ Ὁποῖος θὰ τοὺς βοηθήσει, ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομά Του, νὰ νικήσουν τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως, τὸν ἀόρατο καὶ ἀσώματο ἐχθρὸ ποὺ εἶναι ὁ διάβολος καὶ τοὺς δύο νοητοὺς ἀντιπάλους, τὸν δούκα Λυσία καὶ τὸν ἡγεμόνα Ἀγρικόλα. Ὅταν οἱ Ἅγιοι ἔφτασαν στὸν τόπο, ὅπου θὰ γινόταν ἡ δίκη, ὁ δούκας Λυσίας ἄρχισε μὲ ἀπορία καὶ ἀμηχανία νὰ περιεργάζεται τοὺς σαράντα χαρισματικοὺς στρατιῶτες. Ὕστερα ἀπευθύνθηκε σ’ αὐτοὺς καὶ τοὺς κάλεσε νὰ θυσιάσουν στοὺς προγονικοὺς θεούς, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἀποκτήσουν δόξα καὶ τιμή, διαφορετικὰ ἡ ἀνυπακοὴ στὸ πρόσταγμα τοῦ βασιλέως θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἀφαίρεση τῆς στρατιωτικῆς τους ζώνης καὶ στὸν ἀνελέητο βασανισμό τους. Τότε ὁ Κάνδιδος ἀποκάλεσε τὸν Λυσία ὁδηγὸ τοῦ σκότους καὶ διδάσκαλο τῆς ἀνομίας, δήλωσε δὲ ὅτι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ὑπομείνουν κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ τοῦ εἶπαν ὅτι δὲν θὰ χρειασθεῖ νὰ τοὺς ἀφαιρέσει τὴν στρατιωτικὴ ζώνη, διότι θὰ τοῦ τὴν πετάξουν μπροστά του, ὅπως καὶ ἔγινε. Μόλις ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Λυσίας, ἔμεινε ἐμβρόντητος καὶ ἐξοργίστηκε τόσο πολύ, ὥστε διέταξε τοὺς στρατιῶτες νὰ λιθοβολήσουν τοὺς Ἁγίους στὸ στόμα μέχρι νὰ συντριβοῦν τὰ δόντια τους. Ὅμως οἱ στρατιῶτες καθυστεροῦσαν νὰ ἐκτελέσουν τὴν διαταγή, διότι ἐκτιμοῦσαν ἰδιαίτερα τοὺς σαράντα ἐπιλέκτους συστρατιῶτες τους. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξαγρίωσε ἀκόμη περισσότερο τὸν Λυσία, ὁ ὁποῖος ἐπανέλαβε τὴν διαταγή του. Τότε οἱ στρατιῶτες ἄρχισαν νὰ λιθοβολοῦν τοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ ξαφνικὰ χτυπήθηκαν ἀπὸ θεία δύναμη, ἡ ὁποία τοὺς ἐμπόδιζε νὰ βλέπουν τοὺς Ἁγίους μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἕνας στρατιώτης νὰ χτυπᾶ τὸν ἄλλο. Βλέποντας ὁ Λυσίας τὸ παράδοξο αὐτὸ γεγονός, ἄφρισε ἀπὸ τὸ κακό του καὶ παίρνοντας μία πέτρα, τὴν ἐκσφενδόνισε μὲ δύναμη ἐναντίον τῶν Ἁγίων. Ἀλλὰ ἡ πέτρα δὲν χτύπησε τοὺς Ἁγίους, ἀλλὰ τὸν Ἀγρικόλα, ὁ ὁποῖος ἔπεσε κάτω αἱμόφυρτος σφαδάζοντας ἀπὸ τοὺς πόνους. Τότε ὁ Κυρίων εἶπε ὅτι κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἡ δύναμη τῶν ἐχθρῶν κατετροπώθηκε, ἐνῶ ὁ αἱμόφυρτος Ἀγρικόλας δήλωσε ὅτι τὸ θλιβερὸ αὐτὸ γεγονὸς εἶναι ἀποτέλεσμα μαγείας. Τὴν ἴδια ὅμως στιγμὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς σαράντα μάρτυρες, ὀνόματι Δόμνος, ὁμολόγησε μὲ παρρησία ὅτι τὰ παράδοξα συμβάντα ὄχι μόνο δὲν εἶναι μαγεία, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἐνέργειες τοῦ δικαιοκρίτου καὶ παντοδυνάμου Θεοῦ. Οἱ δηλώσεις αὐτὲς ἐνίσχυσαν τὸν θυμὸ τοῦ Λυσία, ὁ ὁποῖος διέταξε νὰ ὁδηγηθοῦν καὶ πάλι στὴν φυλακή. Ὅμως ὁ Κύριος δὲν ἄφησε ἀβοήθητους τοὺς ἐγκλεισμένους στὴν φυλακὴ σαράντα χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι Τὸν εὐχαρίστησαν ποὺ τοὺς ἀξίωσε νὰ μείνουν σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι στὴν ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ἔτσι κάποια στιγμὴ μέσα στὰ μεσάνυχτα ἡ φυλακὴ ἔλαμψε ἀπὸ ὑπερκόσμιο φῶς καὶ ἐμφανίστηκε ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος τοὺς ἐνθάρρυνε καὶ τοὺς παρηγόρησε λέγοντάς τους ὅτι ὅποιος πιστεύει στὸ ὄνομα καὶ τὴν δόξα Του, θὰ ζήσει αἰώνια μετὰ τὸν θάνατο, ἐνῶ τοὺς παρότρυνε νὰ μὴν φοβοῦνται τὰ βασανιστήρια, διότι εἶναι προσωρινά.
.            Τὸ πρωὶ οἱ Ἅγιοι παρουσιάσθηκαν ἐνώπιον τοῦ Ἀγρικόλα ἕτοιμοι καὶ ἀποφασισμένοι νὰ θυσιάσουν τὴν ζωή τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἀγρικόλας τοὺς ρώτησε, ἐὰν θὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα ἢ ἐπιθυμοῦν νὰ θανατωθοῦν. Τότε ὁ Κάνδιδος τοῦ ἀπάντησε μὲ παρρησία ὅτι ὅπως πρόθυμα πέταξαν τὶς στρατιωτικές τους ζῶνες, ἔτσι μὲ τὴν ἴδια θέληση καὶ προθυμία περιφρονοῦν τὸν θάνατο, γιὰ νὰ στεφανωθοῦν δικαίως ἀπὸ τὸν Κύριο. Στὸ ἄκουσμα αὐτῶν τῶν λόγων ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ δέσουν τοὺς Ἁγίους ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ νὰ τοὺς ρίξουν στὴν βαθιὰ καὶ παγωμένη λίμνη τῆς Σεβαστείας, ἡ ὁποία εἶχε ἐπιλεγεῖ ὡς ὁ τόπος τοῦ φρικτοῦ μαρτυρίου τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα. Ἀμέσως οἱ Ἅγιοι αἰσθάνθηκαν ἀπερίγραπτη χαρὰ καὶ ἄρχισαν νὰ συναγωνίζονται μεταξύ τους, ποιὸς θὰ βγάλει πιὸ γρήγορα τὰ ροῦχα του καὶ θὰ μπεῖ πρῶτος μέσα στὴν παγωμένη καὶ ἀνθρωποκτόνο λίμνη. Τὸ μαρτύριο τῶν σαράντα χριστιανῶν στρατιωτῶν ἦταν φρικτὸ καὶ ἀνατριχιαστικό. Τὰ σώματα ἄρχισαν νὰ μελανιάζουν καὶ οἱ πόνοι ἦταν ἀφόρητοι, ἀφοῦ τὸ σῶμα ἄρχισε νὰ ἀκρωτηριάζεται καὶ τὰ ἄκρα νὰ σαπίζουν καὶ νὰ διαλύονται. Σ’ αὐτὴ τὴ φρικιαστικὴ σωματικὴ τιμωρία ὁ ἕνας ἐνθάρρυνε καὶ παρηγοροῦσε τὸν ἄλλο λέγοντας ὅτι  χειμώνας εναι δριμύς, λλ  Παράδεισος γλυκός. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακινοῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο νὰ ὑπομείνουν τὴν παγωνιὰ γιὰ μιὰ νύχτα, γιὰ νὰ ἀπολαύσουν στὸ μέλλον τὸν Παράδεισο καὶ νὰ κερδίσουν τὴν αἰωνιότητα. Θυσιάζοντας τὸ σῶμα τους γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, θὰ μποροῦσαν νὰ ζήσουν αἰώνια μέσα στὴν χαρὰ τοῦ Παραδείσου.

 .           Ἐν τῷ μεταξὺ γύρω ἀπὸ τὴν λίμνη εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος λαοῦ ποὺ παρακολουθοῦσε τὰ συμβάντα, ἐνῶ πολλοὶ χριστιανοὶ προσεύχονταν στὸν Θεὸ νὰ τοὺς δώσει δύναμη νὰ ὑπομείνουν τὴν ἀνυπόφορη δοκιμασία καὶ νὰ κερδίσουν τὸν στέφανο τῆς δόξης. Ὁ δόλιος καὶ αἱμοβόρος Ἀγρικόλας ἐπινόησε ὅμως ἕνα τέχνασμα γιὰ νὰ κάμψει τὴν ἀκλόνητη πίστη τῶν Ἁγίων. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴ λίμνη εἶχε δώσει τὴν ἐντολὴ νὰ ἀνάψουν φωτιὰ σ’ ἕνα λουτρό. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ παρακινοῦσε τοὺς σαράντα μάρτυρες νὰ βγοῦν ἀπὸ τὴν παγωμένη λίμνη καὶ νὰ κατευθυνθοῦν στὸ λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθοῦν. Οἱ σαράντα στρατιῶτεςἀποτελοῦσαν ὅμως μέσα στὴν παγωμένη λίμνη τῆς Σεβαστείας ἕνα καινούργιοἐπίλεκτο σῶμα στρατιωτῶν μὲ ἀδιάσπαστη δύναμη καὶ συνοχὴ χάρη στὴνἀλύγιστη καὶ σταθερή τους πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Παρὰ τὴν φρικιαστικὴ τιμωρία, στὴν ὁποία εἶχαν ὑποβληθεῖ, δὲν αἰσθάνονταν τὸ ἀνυπόφορο ψύχος τῶν παγωμένων νερῶν, ἀφοῦ θερμαίνονταν ἀπὸ τὴν ἄσβεστη φλόγα τῆς πίστεως στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό. Ὅσο ὅμως περνοῦσαν οἱ ὧρες μέσα στὴ νύχτα, τὸ ψύχος ἦταν τόσο διαπεραστικὸ καὶ ἀνυπόφορο, ὥστε οἱ πόνοι στὸ σῶμα τους ἦταν ἀφόρητοι. Τὰ μέλη τοῦ σώματός τους εἶχαν ἀρχίσει ἤδη νὰ παραλύουν καὶ τὸ αἷμα νὰ παγώνει. Ἔτσι πλησίαζε καὶ ἡ ὥρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου. Σ’ αὐτὴ τὴν ὕστατη στιγμὴ παρηγοροῦσε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ νουθεσίες καὶ συμβουλές. Ξαφνικὰ ὅμως ἕνας ἀπὸ τοὺς σαράντα στρατιῶτες καὶ ὁμολογητὲς τοῦ Χριστοῦ δὲν ἄντεξε ἄλλο τὸ ψύχος καί, ἀφοῦ βγῆκε ἀπὸ τὴν παγωμένη λίμνη, κατευθύνθηκε πρὸς τὸ λουτρὸ γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ζεσταθεῖ. Ὅταν ὅμως πλησίασε τὴν ζεστασιὰ ποὺ παρεῖχε ἡ φωτιὰ στὸ λουτρό, διαλύθηκε σὰν τὸ κερὶ καὶ ἔπεσε κάτω νεκρός. Ἡ θλίψη τῶν ὑπολοίπων τριάντα ἐννέα στρατιωτῶν ἦταν βαθύτατη, ἀφοῦ ἕνας ἀδελφὸς καὶ ὁμόψυχός τους εἶχε λιποτακτήσει, ἐνῶ ἐπιβεβαιώθηκε πλήρως ὁ προφητικὸς λόγος τοῦ Κυρίου «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται». Οἱ στρατιῶτες ἄρχισαν νὰ παρακαλοῦν τότε τὸν Θεὸ νὰ τοὺς ἐνισχύσει στὸν ἀγώνα τους μέχρι τέλους καὶ ἀμέσως ὁ παντοδύναμος Θεὸς ἔκανε τὸ θαῦμα Του: μετέβαλε τὸ δριμὺ καὶ ἀνυπόφορο ψύχος σὲ θερμότητα, γεγονὸς ποὺ ὁδήγησε στὴν διάλυση τοῦ πάγου καὶ στὴν θέρμανση τοῦ νεροῦ.
.            Τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ γεγονότα παρακολουθοῦσε μὲ ἔκπληξη καὶ θαυμασμὸ ὁ εἰδωλολάτρης δεσμοφύλακας Ἀγλάϊος, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νὰ δώσει κάποια ἐξήγηση. Ὅταν ὅμως εἶδε τὸ ὑπέρλαμπρο οὐράνιο φῶς νὰ ἀστράφτει πάνω ἀπὸ τὴν λίμνη προτοῦ ξημερώσει καὶ σαράντα στεφάνια νὰ κατεβαίνουν ἀπὸ τὸν Οὐρανό, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ τριάντα ἐννέα κάθισαν πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τῶν Ἁγίων, ἐνῶ τὸ τεσσαρακοστὸ ἔμενε μετέωρο στὸν ἀέρα, κατάλαβε τὴν σημασία αὐτῆς τῆς ἐξαίσιας ἐπουράνιας ὀπτασίας. Τὸ στεφάνι ποὺ βρισκόταν μετέωρο στὸν ἀέρα, ἀνῆκε στὸν στρατιώτη, ὁ ὁποῖος λιποψύχησε καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ λιποτάκτησε καὶ ἔτσι ἔχασε τὸν στέφανο τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ Ἀγλάιος ἔβγαλε ἀμέσως τὰ ροῦχα του καὶ πήδηξε μέσα στὴν λίμνη, ὁμολογώντας μὲ παρρησία ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς χριστιανός. Βλέποντας οἱ Ἅγιοι τὸν εἰδωλολάτρη Ἀγλάιο νὰ προσχωρεῖ στὸ σῶμα τῶν ὁμολογητῶν τοῦ Χριστοῦ, εὐχαρίστησαν τὸν Θεὸ ποὺ φρόντισε νὰ ἀναπληρώσει ἀμέσως τὸν λιποψυχήσαντα ἀδελφό τους.
.            Μόλις ξημέρωσε, ὁ αἱμοσταγὴς Ἀγρικόλας πῆγε στὴν παγωμένη λίμνη τῆς Σεβαστείας, γιὰ νὰ ἀντικρίσει ἀπὸ κοντὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ φρικιαστικοῦ μαρτυρίου. Μεταξὺ τῶν ἑτοιμοθανάτων μαρτύρων διέκρινε τὸν Ἀγλάϊο καὶ τότε μὲ ἔκπληξη ρώτησε τοὺς στρατιῶτες του, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βρίσκεται αὐτὸς ἀνάμεσα στοὺς χριστιανοὺς μάρτυρες. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ δεσμοφύλακας εἶχε γίνει χριστιανός, ἐξοργίστηκε σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε διέταξε νὰ βγάλουν ἀπὸ τὴν λίμνη τοὺς σαράντα ἀήττητους ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τοὺς μεταφέρουν στὸ ποτάμι, ὅπου καὶ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ μέλη τους. Μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ποὺ παρακολουθοῦσαν τὸ φρικιαστικὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα, ἦταν καὶ ἡ μητέρα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς σαράντα πολυάθλους μάρτυρες, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν Μελίτων καὶ ἦταν ἀκόμη ζωντανός. Ἡ χριστιανὴ αὐτὴ μητέρα προσπάθησε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐνισχύσει τὸ ἀγωνιστικὸ φρόνημα καὶ τὴν πίστη τοῦ νεαροῦ γιοῦ της, φοβούμενη μήπως καὶ τὸ μονάκριβο παιδί της δειλιάσει τὴν τελευταία στιγμὴ καὶ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, καὶ ἔτσι χάσει τὴν ἀνείπωτη ἀπόλαυση τῆς αἰωνίου ζωῆς. Ἡ θεοσεβὴς αὐτὴ μάνα προτίμησε νὰ πνίξει τὴν μητρική της ἀγάπη καὶ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό της γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Βλέποντας οἱ εἰδωλολάτρες στρατιῶτες ὅτι ὁ Μελίτων εἶναι ἀκόμη ζωντανός, δόθηκε ἡ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Ἀγρικόλα νὰ ἐπιστραφεῖ στὴν μητέρα του, ἐνῶ γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους τριάντα ἐννέα διατάχθηκε νὰ διαμελισθοῦν τὰ μέλη τους καὶ ἀφοῦ φορτωθοῦν σὲ ἅμαξες, νὰ κατευθυνθοῦν στὸ ποτάμι, ὅπου καὶ θὰ ἔκαιγαν τὰ ἱερά τους λείψανα. Τότε ἡ μητέρα τοῦ μάρτυρος Μελίτωνος πῆρε τὸ παιδί της καὶ ἄρχισε νὰ τρέχει ἀγκομαχώντας πίσω ἀπὸ τὶς ἅμαξες γιὰ νὰ συναθληθεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἐνδόξους μάρτυρες τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου. Στὴν ἀγωνιώδη προσπάθειά της νὰ προφθάσει τὶς ἅμαξες, παρέδωσε ὁ Μελίτων τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ δικαιοκρίτου Θεοῦ καὶ κατόπιν τοποθέτησε τὸ πολύαθλο σῶμα του μαζὶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους συναγωνιστές του γιὰ νὰ λάβουν ὅλοι μαζὶ τὸν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἁγιότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ἔφθασαν οἱ ἅμαξες στὸ ποτάμι, ἄναψαν φωτιὰ καὶ κατέκαυσαν τὰ διαμελισμένα σώματα τῶν Ἁγίων, ἐνῶ στὴν συνέχεια ἔριξαν στὸ ποτάμι ὅ,τι ἡ φωτιὰ δὲν κατόρθωσε νὰ ἐξαφανίσει.
.            Ὅμως λίγες ἡμέρες μετὰ τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων, παρουσιάσθηκαν οἱ Ἅγιοι στὸν Ἐπίσκοπο Σεβαστείας Πέτρο καὶ τοῦ ὑπέδειξαν τὸ ποτάμι, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ τὰ ἱερά τους λείψανα. Ἀμέσως πῆγε τὴ νύχτα μὲ μερικοὺς χριστιανοὺς καὶ ἀφοῦ τὰ περισυνέλεξε, τὰ τοποθέτησε μέσα σὲ θῆκες. Ἡ εὕρεση τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων δημιούργησε αἰσθήματα ἀπερίγραπτης χαρᾶς καὶ πνευματικῆς ἀγαλλιάσεως στὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Σεβαστείας. Ἰδιαίτερα σημαντικὴ ἱστορικὴ σημασία ἔχει ἡ διασωθεῖσα Διαθήκη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἐπιθυμία τῶν Ἁγίων ἦταν νὰ μεταφερθοῦν τὰ ἱερά τους λείψανα καὶ νὰ κατατεθοῦν στὸ χωριὸ Σαρείμ, γιὰ νὰ μείνουν ἑνωμένοι σωματικὰ καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους καὶ ὄχι νὰ διασκορπισθοῦν μεταξὺ τῶν χριστιανῶν, ὅπως συνηθιζόταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Τὸ 438 εὑρέθηκαν στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ τὴν αὐτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Θύρσου. Ἀξιοθαύμαστο εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Θύρσος τὰ ἀποκάλυψε σὲ θεία ὀπτασία στὸν ὕπνο τῆς αὐτοκράτειρας. Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ἔρευνες τὰ ἱερὰ λείψανα ἀνακαλύφθηκαν στὸν τάφο τῆς διακόνισσας Εὐσεβείας μέσα σὲ δύο ἀργυρὲς θῆκες, οἱ ὁποῖες εἶχαν τοποθετηθεῖ στὸν τάφο της καὶ πρὸς τὸ μέρος τῆς κεφαλῆς της σύμφωνα μὲ τὴν διαθήκη της. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἀνεγέρθηκαν μάλιστα καὶ τρεῖς ναοὶ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων, ἐνῶ μονὲς ἀφιερωμένες στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα ἱδρύθηκαν στὴν Σεβάστεια ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο Πέτρο καὶ στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας ἀπὸ τὴν ἀδελφη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τὴν Ἁγία Μακρίνα, ἡ ὁποία κατεῖχε τεμάχια ἱερῶν λειψάνων τους. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι τόσο οἱ γονεῖς ὅσο καὶ δύο ἀνιψιοὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου κατεῖχαν τμήματα ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων.

 .            Πρὸς τιμὴν τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, τῶν ὁποίων ἡ μνήμη τιμᾶται καὶ γεραίρεται στὶς 9 Μαρτίου, ἀφιέρωσαν ἐγκωμιαστικὲς ὁμιλίες ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος καὶ ὁ Θεόδωρος Στουδίτης, ἐνῶ τὸ ἔνδοξο μαρτύριό τους, τὸ ὁποῖο κατέστη δημοφιλὲς σὲ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή, ὑμνεῖται μέσα ἀπὸ τὴν Ἀσματικὴ Ἀκολουθία, τὸν Παρακλητικὸ Κανόνα καὶ τοὺς Χαιρετιστηρίους Οἴκους ποὺ ἔχουν συνταχθεῖ γιὰ τοὺς σαράντα ἀθλοφόρους μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπὸ τὴν περιώνυμη ἱερὰ μονὴ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Σπάρτης. Ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ μονὴ ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰώνα, ἐνῶ βορειοανατολικά της σημερινῆς μονῆς σώζονται τὰ ἐρείπια τῆς ἱδρυθείσης τὸν 13ο – 14ο αἰώνα παλαιᾶς μονῆς τῶν Ἁγίων. Ἡ σεβασμία καὶ ἱστορικὴ ἱερὰ μονὴ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων Σπάρτης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα κόσμημα τῆς μεταβυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, συνεχίζει ἐπάξια τὴν ἀπὸ αἰώνων πολύτιμη καὶ ἀνεκτίμητη πνευματική της προσφορὰ πρὸς δόξαν Θεοῦ καὶ πρὸς πνευματικὴ ὠφέλεια τοῦ Ἑλληνορθόδοξου Ἔθνους μας. Ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων τιμοῦνται ἐπίσης τὸ καθολικό της ἱδρυθείσης περὶ τὰ τέλη τοῦ 10ου αἰώνα ἱερᾶς μονῆς Ξηροποτάμου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου σὲ ἀργυρᾶ λειψανοθήκη φυλάσσονται τεμάχια ἱερῶν τους λειψάνων, καὶ τὸ χρονολογούμενο ἀπὸ τὸν 18ο αἰώνα καθολικό της ὁμώνυμης μονῆς στὸ νησάκι Ἀλατᾶς τοῦ Παγασητικοῦ ποὺ βρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Μαγνησίας.
.                 Οἱ τιμώμενοι ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στὶς 9 Μαρτίου Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ἑορτάζονται μὲ ἰδιαίτερη λαμπρότητα στὴν πόλη τῆς Λάρισας, ὅπου ὁ ὁμώνυμος ἐνοριακὸς ναὸς στὴν ὁμώνυμη συνοικία τῆς πόλης θεμελιώθηκε τὸ 1977 στὴ θέση τοῦ κατεδαφισθέντος παλαιοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε οἰκοδομηθεῖ τὸ 1862, ἐνῶ ὁ πρῶτος ναὸς ποὺ ἦταν μετόχιο τῆς μονῆς Ξηροποτάμου, χρονολογοῦνταν ἀπὸ τὸ 1717. Οἱ Ἅγιοι τιμοῦνται ἐπίσης στὴν πόλη τῶν Σερρῶν, ὅπου ὁ ὁμώνυμος ἐνοριακὸς ναὸς ἀνεγέρθηκε τὸ 1952 καὶ ἐγκαινιάσθηκε στὶς 17 Σεπτεμβρίου 1967 καὶ στὸ χωριὸ Γομάτι Χαλκιδικῆς, ὅπου σύμφωνα μὲ τὴ διασωθεῖσα προφορικὴ παράδοση τῶν κατοίκων οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα συνδέονται μὲ μία θαυμαστὴ διάσωση τοῦ χωριοῦ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Σύμφωνα μ’ αὐτὴ τὸ 1905 ὁ Σουλτάνος διέταξε νὰ καεῖ τὸ χωριὸ καὶ νὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικὰ οἱ κάτοικοι, διότι εἶχαν ἀντιδράσει βίαια στὴ στρατολόγηση ἐργατῶν καὶ εἶχαν σκοτώσει Τούρκους στρατιῶτες. Ὅταν ὅμως ἔφτασε ὁ Τοῦρκος ἀξιωματικὸς στὸ χωριό, ρώτησε σὲ ποιὸν ἅγιο εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναὸς ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ αὐτό. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι πρόκειται γιὰ ναὸ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα, δήλωσε στοὺς κατοίκους ὅτι τὸ ὄνομά του εἶναι Σαράντος καὶ ὅτι κατάγεται ἀπὸ τὴ Σεβάστεια, ὅπου κατοικοῦσαν χριστιανοί, ἡ δὲ μητέρα τοῦ τὸν ἔταξε στοὺς Ἁγίους καὶ ἔλαβε ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ὄνομά του. Ἐπιπλέον τοὺς ἀνακοίνωσε ὅτι φτάνοντας μπροστὰ στὸν ναό, ἄλλαξε διάθεση καὶ γνώμη καὶ δὲν ἐπιθυμεῖ πλέον νὰ προκαλέσει κακὸ στὸ χωριὸ καὶ στοὺς κατοίκους του. Μάλιστα ἀπὸ εὐγνωμοσύνη κατευθύνθηκε στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων καὶ γονάτισε μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοὺς γεμάτος συγκίνηση καὶ ἀγαλλίαση. Ἀξίζει νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων τιμᾶται τόσο τὸ ἐξωκκλήσιο ποὺ συνδέεται μὲ τὸ θαῦμα ὅσο καὶ ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τοῦ χωριοῦ Γομάτι. Ἀφιερωμένοι στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα εἶναι καὶ οἱ ἐνοριακοὶ ναοὶ στὰ ὀρεινὰ χωριὰ τῆς Ἀχαΐας Ἄνω Καστρίτσι καὶ Δρυμός, στὸ χωριὸ Διμυλιὰ τῆς Ρόδου, στὰ Ἄλινδα τῆς Λέρου, στὰ χωριὰ τῆς Κρήτης Νεροκούρου Χανίων καὶ Κουτσουνάρι Λασιθίου, ἐνῶ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων τιμοῦνται ὁ δισυπόστατος ἐνοριακὸς ναὸς τῆς Ὑπαπαντῆς Κυρίου καὶ τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα στὴ Χώρα τῆς Πάτμου, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐνοριακὸς ναὸς τῆς Θείας Ἀναλήψεως στὴν πόλη τῆς Ζακύνθου. Ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴν ἑλληνικὴ ἐπικράτεια διάσπαρτοι εἶναι οἱ ναοί, οἱ ἀφιερωμένοι στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, μεταξὺ δὲ αὐτῶν γραφικὰ καὶ ἱστορικὰ παρεκκλήσια καὶ ἐξωκκλήσια. Ἀξιομνημόνευτος εἶναι ὁ ἱστορικὸς βυζαντινὸς ναὸς τῶν Ἁγίων στὴν Κηφισιὰ Ἀττικῆς, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε τὸ 1562 καὶ μέχρι τὸ 1991 βρισκόταν ἐπὶ τῆς Λεωφόρου Κηφισίας. Στὶς 7 Μαρτίου 1991 ἀποφασίστηκε ἀπὸ τὸ Κεντρικὸ Ἀρχαιολογικὸ Συμβούλιο ἡ μεταφορὰ τοῦ ναοῦ λόγῳ τῆς διαπλάτυνσης τῆς λεωφόρου σὲ χῶρο μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἱερὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Κηφισιᾶς, ὅπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Ναοὶ ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ἁγίων ὑπάρχουν ἐπίσης στὸν Μαραθώνα Ἀττικῆς ποὺ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν 12ο αἰώνα, στὴν πόλη τῆς Ὕδρας ποὺ ἀνεγέρθηκε τὸ 1820, στὴ Χώρα τῆς Μυκόνου ποὺ ἀποτελοῦσε παλαιὸ ἐνοριακὸ ναὸ καὶ ἀπὸ τὸ 2011 φυλάσσεται ἀπότμημα ἱεροῦ λειψάνου ἑνὸς ἐκ τῶν Ἁγίων, στὸ χωριὸ Ἅγιος Νικόλαος τῆς Κεφαλληνίας, στὸν ὁμώνυμο οἰκισμὸ τῆς Ἰθάκης, στὸ χωριὸ Περιβόλι τῆς Κέρκυρας ποὺ ἀποτελεῖ μνημεῖο τοῦ 16ου αἰώνα, στὸ Κάστρο καὶ τὴν Καταβατή τῆς Σίφνου, στὸ Γιαλισκάρι τῆς Ἰκαρίας, στὸν Κάμπο τῆς Πάτμου, στὰ χωριὰ Συνέτι, Ἀμμόλοχος, Ἀρνάς, Ἀηδόνια καὶ Ἀπροβάτου τῆς Ἀνδρου καὶ στὴν Χίο, ὅπου οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα τιμοῦνται μὲ ὁμώνυμους ναοὺς στὴν πόλη τῆς Χίου, στὰ χωριὰ Δαφνώνας, Νεοχώρι, Νένητα, Πυργί, Ἔξω Δίδυμα, Πατρικά, Ἀφροδίσια, Θυμιανά, ὅπου ὁ ἐρειπωμένος πλέον ναὸς χρονολογεῖται ἀπὸ τὸ 1740, καθὼς καὶ στὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ. Τὴν προσωνυμία «Ἅγιοι Σαράντα» φέρουν παραθαλάσσιες περιοχὲς στὴν Ἀμοργὸ

Τὸ γραφικὸ καὶ ἱστορικὸ ἐκκλησάκι τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα στὴν ὁμώνυμη περιοχὴ τῆς Ἀμοργοῦ.
Τὸ γραφικὸ καὶ ἱστορικὸ ἐκκλησάκι τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα στὴν ὁμώνυμη περιοχὴ τῆς Ἀμοργοῦ.

καὶ στὸ ἀνατολικὸ Πήλιο, τὴν ὁποία ἔλαβαν ἀπὸ τὰ ὁμώνυμα ἐκκλησάκια, καθὼς καὶ ἡ παραθαλάσσια πόλη τῆς Βορείου Ἠπείρου ποὺ τὸ ὄνομά της τὸ χρωστᾶ στὸ ὁμώνυμο μοναστήρι, τὸ ὁποῖο βρισκόταν στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου πάνω ἀπὸ τὴν πόλη. Ἀξιοπρόσεκτος εἶναι καὶ ὁ ἀνεγερθεὶς τὸ 2007 περικαλλὴς ἱερὸς ναὸς τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στὸ χωριὸ Ἀλύκου τῆς Βορείου Ἠπείρου.

 .            Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ μαρτυρήσαντες γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τὸ 320 στὴ λίμνη τῆς Σεβαστείας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, προβάλλουν στοὺς σημερινοὺς χαλεποὺς καιροὺς ὡς φωτεινοὶ φάροι καὶ πνευματικοὶ ὁδοδεῖκτες, διδάσκοντας καὶ παραδειγματίζοντας μὲ τὴν δύναμη τοῦ ψυχικοῦ τους μεγαλείου, μὲ τὸ ἀκμαῖο ἀγωνιστικό τους φρόνημα καὶ μὲ τὴν σθεναρή τους ὁμολογία ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστεως.

Ἀριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Ἐκπαιδευτικός 
Βιβλιογραφία 
* Ἱερὰ Ἀκολουθία τῶν Ἁγίων Μεγάλων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων τῶν ἐν Σεβαστεία μαρτυρησάντων, Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Τεσσαράκοντα Σπάρτης 2000 
* Τὸ μαρτύριο τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων καὶ τὸ ἱστορικό της Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Τεσσαράκοντα Σπάρτης, Σπάρτη 2004 

Γέρων Νίκων – Μετάνοια

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΠΟΥ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝ ΣΤΗ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑ

15Γιορτάζουμε σήμερα 9 Μαρτίου, ημέρα μνήμης των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων που μαρτύρησαν στη Σεβάστεια.

Και οι σαράντα αυτοί Άγιοι ήταν στρατιώτες στο πιο επίλεκτο τάγμα του στρατού του Λικινίου. Όταν αυτός εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών, οι Άγιοι σαράντα συλλαμβάνονται αμέσως από τον έπαρχο Αγρικόλα (στη Σεβάστεια). Στην αρχή τους επαινεί και τους υπόσχεται αμοιβές και αξιώματα, για να αρνηθούν την πίστη τους.

Τότε ένας από τους σαράντα, ο Κάνδιδος, απαντά: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της ανδρείας μας. Άλλ' ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό,τι του ανήκει. Και γι' αυτό στο βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή.

Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;» Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να τους επιβληθεί με ήρεμο τρόπο και διέταξε να τους βασανίσουν.

Οπότε, μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, τους ρίχνουν στα κρύα νερά μιας λίμνης. Το μαρτύριο ήταν φρικτό. Τα σώματα άρχισαν να μελανιάζουν. Αλλα αυτοί ενθάρρυναν ο ένας τον άλλο, λέγοντας: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο παράδεισος. Λίγο ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα θα κερδίσουμε ολόκληρη την αιωνιότητα».

Ενώ προχωρούσε το μαρτύριο, ένας μόνο λιποψύχησε και βγήκε από τη λίμνη. Τον αντικατέστησε όμως ο φρουρός (Αγλάϊος), που είδε τα στεφάνια πάνω από τα κεφάλια τους. Ομολόγησε το Χριστό, μπήκε στη λίμνη και μαζί με τους 39 παίρνει και αυτός το στεφάνι του μαρτυρίου, αφού μισοπεθαμένους τους έβγαλαν το πρωί από τη λίμνη και τους συνέτριψαν τα σκέλη. Τα μαρτυρικά λείψανα ευρέθησαν από τους Χριστιανούς σε κάποιο γκρεμό, όπου είχαν συναχθεί κατά θεία οικονομία και ενταφιάσθηκαν με ευλάβεια.

Στον Ευεργετινό αναφέρεται ότι ενώ οι Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στο στάδιο της αθλήσεως έχοντας παραμείνει όλη τη νύχτα μέσα στην παγωμένη λίμνη και καθώς τους έσερναν στον αιγιαλό για να τους συντρίψουν τα σκέλη, η μητέρα ενός Μάρτυρος παρέμενε εκεί πάσχουσα με αυτούς, βλέποντας το παιδί της που ήταν νεότερο στην ηλικία από όλους, μήπως και λόγω του νεαρού της ηλικίας και της αγάπης προς την ζωή, δειλιάσει και βρεθεί ανάξιο της τιμής και της τάξεως των στρατιωτών του Χριστού. Στεκόταν λοιπόν, εκεί και άπλωνε τα χέρια της προς το παιδί της λέγοντας: 

«Παιδί μου γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα. Μην φοβηθείς τις βασάνους. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός. Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις εις Αυτόν και για μένα που σε γέννησα».

Τα λείψανα των Αγίων βρήκε με θεία οπτασία, το έτος 438 μ.Χ., η αυτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στο ναό του Αγίου Θύρσου, πίσω από τον άμβωνα, στον τάφο της διακόνισσας Ευσέβειας σε δύο αργυρές θήκες, οι οποίες κατά την διαθήκη της Ευσέβειας, είχαν εναποτεθεί στον τάφο της στο μέρος της κεφαλής της. Στην συνέχεια η Πουλχερία οικοδόμησε ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων.

Σπουδαία από ιστορικής απόψεως θεωρείται από νεότερους ερευνητές η Διαθήκη των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, η οποία αποσκοπεί στο να παρεμποδίσει τον διασκορπισμό των ιερών λειψάνων τους μεταξύ των Χριστιανών, πράγμα συνηθισμένο στην Ανατολή κατά τους χρόνους εκείνους.

Κατά τους Παρισινούς Κώδικες 1575 και 1476 τα ονόματα τους ήταν: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή Ευτυχής), Σεβηριανός, Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος, Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης (ή Ηλίας), Αλέξανδρος, Σακεδών (ή Σακερδών), Ουάλης, Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος, (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων, Φλάβιος, Ξάνθιος, (ή Ξανθιάς), Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος, Γάϊος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή Δομέτιος), δυο Γοργόνιοι, Ιουλιανός, (ή Ελιανός ή Ηλιανός), και Αγλάϊος ο καπικλάριος. (Ορισμένοι Κώδικες αναφέρουν και επιπλέον των σαράντα ονόματα, όπως αυτά των Αγίων Αειθάλα, άλλου Γοργονίου κ.λ.π.).

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείω Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δήμος ώφθητε, τροπαιοφόρος, Αθλοφόροι Χριστού Τεσσαράκοντα, διά πυρός γαρ και ύδατος ένδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρώς εδοξάσθητε. Αλλ' αιτήσασθε, Τριάδα την υπερούσιον, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

Με πληρ. από τον Ορθόδοξο Συναξαριστή 

ΜΝΕΙΑ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΠ' ΑΙΩΝΟΣ ΚΟΙΜΕΘΕΝΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΣ

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ' αἰῶνος
 κοιμηθέντων εὐσεβῶς, 
ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, 
οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν.
Ἀμνημόνησον πταισμάτων νεκροῖς, Λόγε,
Τὰ χρηστὰ νεκρὰ σπλάγχνα σου μὴ δεικνύων.

Τὰς τῶν προαναπαυσαμένων ψυχὰς κατάταξον, 

Δέσποτα Χριστέ, 
ἐν ταῖς τῶν Δικαίων σου σκηναῖς,
 καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, 
ὡς μόνος ἀθάνατος, 
Ἀμήν.

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

Τῌ Θ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΜΑΡΤΙΟΥ

Μνήμη τῶν ἁγίων μεγάλων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων,

 τῶν ἐν τῇ λίμνη Σεβαστείας μαρτυρησάντων.
Τῇ θ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῶν Ἁγίων μεγάλων 

Τεσσαράκοντα Μαρτύρων,
 τῶν ἐν Σεβαστείᾳ τῇ πόλει μαρτυρησάντων.

Πληροῦμεν ὑστέρημα σοῦ, Σῶτερ, πάθους,
Τεσσαράκοντα, συντριβέντες τὰ σκέλη.
Ἀμφ' ἐνάτῃ ἐάγη σκέλη ἀνδρῶν τεσσαράκοντα.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος

 Οὐρπασιανοῦ.

Ὁ κλωβὸς ἅρμα πυρός, αἱ δ' αὖ λαμπάδες,
Οὐρπασιανέ, σοὶ τέθριππος ἀνόδου.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Καισαρίου,

 ἀδελφοῦ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

Ὁ Γρηγορίου πρὸς νεκρὸν Καισαρίου,
Γλώττης χαλινοῖ τῆς ἐμῆς λόγους λόγος.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, Πάππος, Μάμμη, Πατήρ,

 Μήτηρ, καὶ δύο τέκνα, ξίφη τελειοῦνται.

Διὰ ξίφους ἤθλησε συγγενὲς γένος,
Ἡ παππόμμαμος πατρομητροτεκνία.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Ψυχοσάββατον


Τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω ἡ Ἐκκλησία μας καλεῖ σὲμιὰ παγκόσμια ἀνάμνηση ὅλων «τν π' αἰῶνος κοιμηθέντων εσεβς,π' λπίδι ναστάσεως, ζως αωνίου». Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ νόημα, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ θρησκεία τῆςἀγάπης. Ὁ Χριστὸς δὲν ἄφησε στοὺς μαθητές Του μιὰ διδασκαλίαἀτομικῆς σωτηρίας, ἀλλὰ τὴν «καιν ντολή» τοῦ «γαπτελλήλους».
Ἡ ἀγάπη, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς αὐριανῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω, εἶναι τὸ θεμέλιο καὶ ἡ οὐσία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ προσευχὴ γιὰ τοὺς «κεκοιμημένους» εἶναι μιὰ βασικὴ ἔκφραση τῆςἘκκλησίας σὰν ἀγάπης. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ θυμηθεῖ αὐτοὺς ποὺκαὶ μεῖς θυμόμαστε καὶ τοὺς θυμόμαστε ἀκριβῶς γιατί τοὺς ἀγαπᾶμε. Προσευχόμαστε γι' ατος τος συναντμε «ν Χριστ»  ποοςπειδ εναι γάπη, ξεπερνάει τ θάνατο. Μέσα στ Χριστ δνπάρχουν ζωντανο κα πεθαμένοι γιατί λοι εναι «ζντες ν Ατ». Ατς εναι  Ζωή. γαπώντας ατος πο εναι ν Ατγαπμε τΧριστό. Ατ τ Σάββατο λοιπν πρν τν Κυριακ τς πόκρεω, τελεται  κολουθία γι τν νάμνηση τν «προαπελθόντων».

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες οἱ ἐν Σεβαστείᾳ

Οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ μαρτύρησαν στὴν λίμνη τῆς Σεβαστείας, τὸ ἔτος 320 μ.Χ., εἶναι οἱ : Ἀγγίας, Ἀγλάϊος, Ἀειθαλᾶς, Ἀέτιος, Ἀθανάσιος, Ἀκάκιος, Ἀλέξανδρος, Βιβιανός, Γάϊος, Γοργόνιος, Γοργόνιος, Δομετιανὸς ἢ Δομέτιος, Δόμνος, Ἐκδίκιος, Εὐνοϊκός, Εὐτύχιος, Ἠλιάδης ἢ Ἠλίας, Ἡράκλειος, Ἡσύχιος, Θεόδουλος, Θεόφιλος, Ἰωάννης ἢ Κάνδιδος, Κλαύδιος, Κύριλλος, Κυρίων, Λεόντιος, Λυσίμαχος, Μελίτων, Νικόλαος, Ξανθίας, Οὐαλέριος, Οὐάλης, Πρίσκος, Σακερδὼν ἢ Σακεδών, Σεβηριανός, Σισίνιος, Σμάραγδος, Φιλοκτήμων, Φλάβιος καὶ Χουδίων.


Οἱ Ἅγιοι ἦταν στρατιῶτες ἐπὶ αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.) καὶ ἡγεμόνος Ἀγρικολάου. Ἐπειδὴ ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα, συνελήφθησαν καὶ ὁμολόγησαν ὅτι ἦταν Χριστιανοί. Καὶ ἐπειδὴ δὲν πείσθηκαν νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους, τοὺς συνέτριψαν μὲ πέτρες τὰ σώματά τους καὶ σὲ καιρὸ χειμῶνος τοὺς καταδίκασαν νὰ στέκονται ὅλη τὴν νύχτα μέσα στὴν λίμνη ποὺ εἶχε παγώσει ἀπὸ τὸ κρύο καὶ εἶχε κρυσταλλώσει.
Ἐκεῖ, ὅταν ἕνας λιποψύχησε καὶ ἔτρεξε πρὸς τὸ κοντινότερο λουτρὸ γιὰ νὰ ζεσταθεῖ, ὁ καπικλάριος ποὺ τοὺς φύλαγε, ὅταν εἶδε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ κατεβαίνουν οἱ στέφανοι γιὰ τοὺς τριάντα ἐννέα Μάρτυρες καὶ ἕνα στεφάνι νὰ περισσεύει, τὸ ὁποῖο ἀνῆκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ λιποψύχησε, ἀφοῦ ἀπέβαλε τὴν στολή του, ἔτρεξε πρὸς τοὺς Ἁγίους καὶ πίστεψε στὸν Χριστό. Τὸ πρωί, ὅσους δὲν εἶχαν πεθάνει ἀκόμη, ἀφοῦ οἱ φύλακες τοὺς ὁδήγησαν στὴν ἀκτὴ καὶ τοὺς ἔσπασαν τὰ πόδια, τοὺς ἔκαψαν καὶ ἔριξαν τὰ ἱερὰ σκηνώματά τους στὴν λίμνη. Τὰ μαρτυρικὰ λείψανα εὑρέθησαν ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς σὲ κάποιο γκρεμό, ὅπου εἶχαν συναχθεῖ κατὰ θεία οἰκονομία καὶ ἐνταφιάσθηκαν μὲ εὐλάβεια.
Στὸν Εὐεργετινὸ ἀναφέρεται ὅτι ἐνῷ οἱ Ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες βρίσκονταν στὸ στάδιο τῆς ἀθλήσεως ἔχοντας παραμείνει ὅλη τὴ νύχτα μέσα στὴν παγωμένη λίμνη καὶ καθὼς τοὺς ἔσερναν στὸν αἰγιαλὸ γιὰ νὰ τοὺς συντρίψουν τὰ σκέλη, ἡ μητέρα ἑνὸς Μάρτυρος παρέμενε ἐκεῖ πάσχουσα μὲ αὐτούς, βλέποντας τὸ παιδί της ποὺ ἦταν νεότερο στὴν ἡλικία ἀπὸ ὅλους, μήπως καὶ λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὴν ζωή, δειλιάσει καὶ βρεθεῖ ἀνάξιο τῆς τιμῆς καὶ τῆς τάξεως τῶν στρατιωτῶν τοῦ Χριστοῦ. Στεκόταν λοιπόν, ἐκεῖ καὶ ἅπλωνε τὰ χέρια της πρὸς τὸ παιδί της λέγοντας:«Παιδί μου γλυκύτατο, ὑπόμεινε γιὰ λίγο καὶ θὰ καταστεῖς τέκνο τοῦ Οὐράνιου Πατέρα. Μὴν φοβηθεῖς τὶς βασάνους. Ἰδού, παρίσταται ὡς βοηθός σου ὁ Χριστός. Τίποτε δὲν θὰ εἶναι ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα πικρό, τίποτα τὸ ἐπίπονο δὲν θὰ ἀπαντήσεις. Ὅλα ἐκεῖνα παρῆλθαν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ νίκησες μὲ τὴ γενναιότητά σου. Χαρὰ μετὰ ἀπὸ αὐτά, ἄνεση, εὐφροσύνη. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ γεύεσαι, διότι θὰ εἶσαι κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ θὰ πρεσβεύεις εἰς Αὐτὸν καὶ γιὰ μένα ποὺ σὲ γέννησα».
Τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων βρῆκε μὲ θεία ὀπτασία, τὸ ἔτος 438 μ.Χ., ἡ αὐτοκράτειρα Πουλχερία κρυμμένα στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Θύρσου, πίσω ἀπὸ τὸν ἄμβωνα, στὸν τάφο τῆς διακόνισσας Εὐσέβειας σὲ δύο ἀργυρὲς θῆκες, οἱ ὁποῖες κατὰ τὴν διαθήκη τῆς Εὐσέβειας, εἶχαν ἐναποτεθεῖ στὸν τάφο της στὸ μέρος τῆς κεφαλῆς της. Στὴν συνέχεια ἡ Πουλχερία οἰκοδόμησε ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῶν Τρωαδησίων.
Σπουδαία ἀπὸ ἱστορικῆς ἀπόψεως θεωρεῖται ἀπὸ νεότερους ἐρευνητὲς ἡ Διαθήκη τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ παρεμποδίσει τὸν διασκορπισμὸ τῶν ἱερῶν λειψάνων τους μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, πράγμα συνηθισμένο στὴν Ἀνατολὴ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Γι’ αὐτὸ ἐκρίναμε σκόπιμο νὰ παραθέσουμε στὴ νεοελληνικὴ γλώσσα τὸ κείμενο τῆς Διαθήκης:

Διαθήκη τῶν Ἁγίων καὶ ἐνδόξων Σαράντα Μαρτύρων τῶν ὁποίων ὁ βίος ἐτελειώθηκε στὴ Σεβαστεία

«Ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος καὶ ὁ Ἡσύχιος, οἱ δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ, χαίρουν ἐν Χριστῷ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους καὶ διακόνους καὶ ὁμολογητὲς καὶ τοὺς ὑπολοίπους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες σὲ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὴ χώρα.
1 Ὅταν μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς κοινὲς προσευχὲς ὅλων τελέσουμε τὸν προκαθορισμένο σὲ ἐμᾶς ἀγώνα καὶ φθάσουμε στὰ βραβεῖα τῆς ἄνω κλήσεως, τότε αὐτὸ τὸ θέλημά μας γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων μας θέλουμε νὰ κυριαρχήσει στοὺς ἀνθρώπους γύρω ἀπὸ τὸν πρεσβύτερο καὶ πατέρα μας Πρόϊδο καὶ τοὺς ἀδελφούς μας Κρισπίνο καὶ Γόρδιο μαζὶ μὲ τὸ λαὸ ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, καὶ τὸν Κύριλλο, τὸν Μάρκο καὶ τὸν Σαπρίκιο, τὸ υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, μὲ σκοπὸ νὰ μετατεθοῦν τὰ λείψανά μας ἀπὸ τὴν πόλη Ζήλων στὸ χωριὸ Σαρείμ. Γιατὶ ἂν καὶ ὅλοι καταγόμαστε ἀπὸ διαφορετικὰ μέρη, ὅμως προτιμοῦμε τὸν ἕνα καὶ ἴδιο τόπο ἐνταφιασμοῦ γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Γιατὶ ἀφοῦ ἀγωνισθήκαμε τὸν κοινὸ ἀθλοφόρο ἀγώνα, συμφωνήσαμε ὅτι θὰ ἔχουμε κοινὸ τόπο ἐνταφιασμοῦ στὸν προαναφερθέντα τόπο. Αὐτὰ λοιπὸν ἐφάνηκαν σωστὰ κατὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ φάνηκαν καλὰ καὶ σὲ ἐμᾶς.
Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἐμεῖς οἱ συγγενεῖς τοῦ Ἀετίου καὶ τοῦ Εὐτυχίου καὶ τῶν ὑπολοίπων ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν παρακαλοῦμε τοὺς κυρίους γονεῖς μας καὶ τοὺς ἀδελφούς μας νὰ μείνουν μακριὰ ἀπὸ κάθε ταραχὴ καὶ λύπη, νὰ τιμήσουν δὲ τὸν ὅρο τῆς φιλάδελφης συμμετοχῆς τους καὶ νὰ συμβαδίσουν μὲ προθυμία στὴ θέλησή μας, γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὸ μεγάλο μισθὸ τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς συμπάθειας ἀπὸ τὸν κοινὸ πατέρα μας.
Ἀκόμη ἀξιώνουμε ἀπὸ ὅλους, κανεὶς νὰ μὴ θησαυρίσει γιὰ τὸν ἑυατό του τὰ περισυλλεγέντα λείψανα ἀπὸ τὸ καμίνι, ἀλλὰ ἀφοῦ φροντίσει γιὰ τὴ συγκέντρωσή τους στὸ ἴδιο μέρος, νὰ τὰ ἀποδώσει στοὺς προαναφερθέντες, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποκομίσει τὸ κέρδος τῆς φιλευσπλαχνίας τῶν ἴδιων του κόπων, ἀφοῦ ἐπιδείξει ἰσχυρὸ ζῆλο καὶ ἀληθινὴ εὐγνωμοσύνη. Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Μαρία, ἡ ὁποία ἀφοῦ ἐπερίμενε καρτερικὰ στὸν τάφο καὶ εἶδε πρώτη ἀπὸ ὅλους τὸν Κύριο, πρώτη ἐδέχθηκε καὶ τὴ χάρη τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εὐλογίας.
Ἂν κάποιος ἐναντιωθεῖ στὸ θέλημα τὸ δικό μας, ἂς εἶναι ξένος ἀπὸ τὸ θεῖο κέρδος, ἔνοχος κάθε παρακοῆς, ἀφοῦ μὲ ἐπιπόλαιη σκέψη ἔχασε τὸ δίκαιό του, ἐπειδὴ ἐξαναγκαζόταν, ὅσο ἐξαρτιόταν ἀπὸ αὐτόν, νὰ κατατεμαχίσει ἐμᾶς, τοὺς ὁποίους ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας μὲ τὴν προσωπικὴ χάρη και πρόνοια συνέδεσε μὲ πίστη.
Ἂν ὅμως καὶ τὸ παιδί, ὁ Εὐνοϊκός, μὲ τὴ συγκατάνευση τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ φθάσει στὸ ἴδιο τέλος τοῦ ἀγῶνος, ἀξίωσε νὰ ἔχει τὴν ίδια μὲ ἐμᾶς διαμονή. Ἂν βέβαια διαφυλαχθεῖ ἀβλαβὴς μὲ τὴ Χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ δοκιμασθεῖ στὸν κόσμο, παραγγέλλουμε νὰ ἀσχοληθεῖ αὐτὸς ἐλεύθερα μὲ τὸ μαρτύριό μας καὶ παρακαλοῦμε νὰ διαφυλάττει τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει τῆς ἀπολαύσεως μαζὶ μὲ ἐμᾶς κατὰ τὴ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως, ἐπειδὴ καὶ ὅσο εὑρισκόταν στὸν κόσμο ὑπέμεινε τὶς ἴδιες θλίψεις.
Γιατὶ ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν ἀδελφὸ ἀποβλέπει στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἡ παρακοὴ ὅμως πρὸς τοὺς ὁμόφυλους καταπατᾶ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ ἔχει γραφεῖ ὅτι: αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ τὴν ἀδικία, μισεῖ τὴν ψυχή του.
2 Ἑπομένως ἀξιώνω ἀπὸ ἐσᾶς, ἀδελφὲ Κρισπίνε, καὶ παραγγέλω νὰ μείνετε μακριὰ ἀπὸ κάθε κοσμικὴ τρυφὴ καὶ πλάνη. Γιατὶ εἶναι ἐσφαλμένη καὶ ὄχι ἰσχυρὴ ἡ δόξα τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία γιὰ λίγο μὲν ἀκμάζει καὶ πάλι μαραίνεται σὰν χόρτο, ἀφοῦ δέχεται τὸ τέλος πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Νὰ θελήσετε ὅμως νὰ προσφύγετε στὸν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ὁποῖος παρέχει σὲ ὅσους προστρέχουν σὲ Αὐτὸν πλοῦτο ἀδιάκοπο, καὶ βραβεύει μὲ ζωὴ αἰώνια ὅσους πιστεύουν σὲ Αὐτόν.
Εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλη γιὰ ὅσους θέλουν νὰ σώζονται καὶ γιὰ ὅσους δὲν τὸ ἀναβάλλουν γιὰ τὸ μέλλον, παρέχοντας ἄφθονη διορία γιὰ μετάνοια καὶ τὴ χωρὶς δισταγμὸ ἐνέργεια τῆς πολιτείας. Γιατὶ οἱ ἀλλαγὲς τῆς ζωῆς εἶναι ἀπρόοπτες. Ἀλλὰ ἂν ἔχεις γνώση, πρόσεξε μέσα σὲ αὐτὴ τὴ ζωὴ νὰ ἐμφανίσεις τὴν ὠφέλεια καὶ τὴν ἁγνότητα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Θεό, μὲ σκοπὸ ἀφοῦ γίνεις κύριος αὐτῆς νὰ ἐξαλείψεις τὸ χειρόγραφο κείμενο τῶν προπατορικῶν ἁμαρτημάτων: γιατὶ θὰ σὲ βρῶ σὲ αὐτό, ἐν τῷ μεταξὺ καὶ θὰ σὲ κρίνω.
Ἀσχοληθεῖτε, λοιπόν, σοβαρὰ μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ εὑρεθεῖτε ἄμεμπτοι, μὲ σκοπὸ νὰ ἀποφύγετε τὸ ἀκοίμητο καὶ αἰώνιο πῦρ. Γιατὶ ὁ καιρὸς εἶναι περιορισμένος ἀπὸ παλιά, φωνάζει ἡ θεία φωνή.
Προπαντὸς λοιπὸν ἀποδώσατε τιμὴ στὴν ἀγάπη. Γιατὶ αὐτὴ μόνη τιμᾶ μὲ νόμο τὸ δίκαιο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης ὑπακούοντας στὸν Θεό. Καὶ γιατὶ μέσῳ τοῦ ἀδελφοῦ ποὺ εἶναι ὁρατὸς τιμᾶται ὁ ἀόρατος Θεός. Καὶ τὰ λόγια αὐτὰ στρέφονται πρὸς τοὺς ὁμομήτριους ἀδελφούς, ἡ ἄποψη αὐτὴ ὅμως ἀπευθύνεται σὲ ὅλους τοὺς φιλόχριστους. Καὶ ἰσχυρίστηκε ὁ Ἅγιος Σωτήρας μας καὶ Θεὸς ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ἀδελφοί, ὄχι ὅσοι μετέχουν τῆς ἴδιας φύσεως, ἀλλὰ ὅσοι συνδέονται μὲ ἄριστες πράξεις, μὲ τὴν πίστη καὶ ἐκπληρώνουν τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μας ποὺ εὑρίσκεται στὸν οὐρανό.
3 Χαιρετίζουμε τὸν κύριό μας τὸν πρεσβύτερο Φίλιππο καὶ τὸν Προκλιανὸ καὶ τὸν Διογένη μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Μάξιμο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζουμε τὸν Δόμνο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἴλη τὸν πατέρα μας καὶ τὸν Οὐάλη μὲ τὴν Ἐκκλησία. Χαιρετίζω καὶ ἐγώ, ὁ Μελέτιος, τοὺς συγγενεῖς μου Λουτάνιο, Κρίσπο καὶ τὸν Γόρδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Ἐλπίδιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ὑπερέχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του.
Χαιρετίζουμε καὶ ὅσους εὑρίσκονται στὸ χωριὸ Σαρείμ, τὸν πρεσβύτερο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς διακόνους μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, τὸν Μάξιμο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Ἡσύχιο μὲ τοὺς συγγενεῖς του, τὸν Κυριακὸ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Χαιρετίζουμε ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὸ Χαδουθὶ ὀνομαστικά. Ζαιρετίζουμε ὀνομαστικὰ ὅλους ὅσοι εὑρίσκονται στὴ Χαρισφώνη. Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Ἀέτιος τοὺς συγγενεῖς μου Μάρκο καὶ Ἀκυλίνα καὶ τὸν πρεσβύτερο Κλαύδιο καὶ τοὺς ἀδελφούς του Μάρκο, Τρύφωνα, Γόρδιο καὶ Κρίσπο καὶ τὶς ἀδελφές μου καὶ τὴ σύζυγό μου Δόμνα μὲ τὸ παιδί μου.
Χαιρετίζω καὶ ἐγὼ ὁ Εὐτύχιος ὅσους εὑρίσκονται στὰ Ξίμαρα, τὴ μητέρα μου Ἰουλία καὶ τοὺς ἀδελφούς μου Κύριλλο, Ροῦφο, Ρίγλο καὶ Κυρίλλα καὶ τὴ νύμφη μου Βασιλεία καὶ τοὺς διακόνους Κλαύδιο καὶ Ρουφίνο καὶ Πρόκλο. Χαιρετίζουμε καὶ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, τὸν Σαπρίκιο, τὸν υἱὸ τοῦ Ἀμμωνίου, καὶ τὸν Γενέσιο, καὶ τὸν Σωσάννα μὲ τοὺς δικούς του.
Χαιρετίζουμε λοιπὸν ὅλους ἐσᾶς, ποὺ εἶστε κύριοί μας, ὅλοι ἐμεῖς οἱ σαράντα ἀδελφοὶ καὶ συγκρατούμενοι, ὁ Μελέτιος, ὁ Ἀέτιος, ὁ Εὐτύχιος, ὁ Κυρίων, ὁ Κάνδιδος, ὁ Ἀγγίας, ὁ Γάιος, ὁ Χουδίων, ὁ Ἡράκλειος, ὁ Ἰωάννης, ὁ Θεόφιλος, ὁ Σισίνιος, ὁ Σμάραγδος, ὁ Φιλοκτήμων, ὁ Γοργόνιος, ὁ Κύριλλος, ὁ Σεβηριανός, ὁ Θεόδουλος, ὁ Νίκαλλος, ὁ Φλάβιος, ὁ Ξάνθιος, ὁ Οὐαλέριος, ὁ Ἡσύχιος, ὁ Δομετιανός, ὁ Δόμνος, ὁ Ἡλιανός, ὁ Λεόντιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Θεόκτιστος, ὁ Εὐνοϊκὸς, ὁ Οὐάλης, ὁ Ἀκάκιος, ὁ Ἀλέξανδρος, ὁ Βικράτιος, ὁ ὀνομαζόμενος καὶ Βιβιανός, ὁ Πρίσκος, ὁ Σακέρδων, ὁ Ἐκδίκιος, ὁ Ἀθανάσιος, ὁ Λυσίμαχος, ὁ Κλαύδιος, ὁ Ἴλης, καὶ ὁ Μελίτων. Ἐμεῖς λοιπὸν οἱ σαράντα δοῦλοι τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπογράψαμε μὲ τὸ χέρι τοῦ Μελετίου γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, καὶ ἐπικυρώσαμε ὅλα ὅσα ἐγράφησαν πρὶν, καὶ ἐφάνηκε καλὸ σὲ ὅλους ἐμᾶς. Μὲ τὴν ψυχή μας καὶ τὸ θεῖο πνεῦμα προσευχόμαστε νὰ τύχουμε ὅλοι τὰ αἰώνια ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Βασιλεία Του τώρα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Οἱ γονεῖς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ κατεῖχαν «κόνιν» καὶ τεμάχια τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, ἀνήγειραν τὸν πρῶτο ναὸ στὴν Ἀνατολὴ εἰς τιμὴν τῶν Ἁγίων, ὅπου καὶ ἐτάφησαν, σὲ κτῆμα τους στὸν Πόντο.
Ναὸς ἀφιερωμένος στοὺς Ἁγίους Τεσσαράκοντα Μάρτυρες ὑπῆρχε στὴν περιοχὴ Μέση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ εἶχε ἀνεγερθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τιβέριο Α’ (579 – 582 μ.Χ.) καὶ συμπληρωθεῖ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο (582 – 602 μ.Χ.). Τὸ ναὸ κατεκόσμησε ὁ Ἀνδρόνικος ὁ Κομνηνός (1183 – 1185 μ.Χ.). Στὸ ναὸ αὐτὸ ἐλειτουργοῦνταν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τῶν Ἁγίων Μαρτύρων οἱ αὐτοκράτορες. Ἄλλοι ναοὶ ὑπῆρχαν α) στὸ παλάτι, καὶ ὁ ὁποῖος πανηγύριζε στὶς 27 Αὐγούστου, β) στὴ νῆσο Πλάτη, ἢ Πλατεία, γ) στὴ μονὴ τῆς Χώρας, δ) στὴν Ἔμμεσα τῆς Συρίας.
Ἡ Σύναξη αὐτῶν ἐτελεῖτο στὸ ἁγιότατο Μαρτύριό τους πλησίον τοῦ Χαλκοῦ Τετραπύλου.

Ἀπολυτίκιο. Ἦχος γ’. θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, συγκροτηθέντες, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόρος, Ἀθλοφόροι Χριστοῦ Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος ἔνδοξοι, δοκιμασθέντες λαμπρῶς ἐδοξάσθητε. Ἀλλ' αἰτήσασθε, Τριάδα τὴν Ὑπερούσιον, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοὺς γενναίους ὁπλίτας τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, τοὺς συγκροτηθέντας ἐν πίστει, ὁμοφώνος τιμήσωμεν· Χριστῷ γὰρ στρατευθέντες εὐσεβῶς, δι’ ὕδατος διῆλθον καὶ πυρός, καὶ πρὸς θείαν εἰσέλθοντες ἀναψυχήν, προΐστανται τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, Τεσσαράκοντα Μάρτυρες.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.
Πᾶσαν στρατιὰν, τοῦ κόσμου καταλιπόντες, τῷ ἐν οὐρανοῖς Δεσπότῃ προσεκολλήθητε, Ἀθλοφόροι Κυρίου Τεσσαράκοντα· διὰ πυρὸς γὰρ καὶ ὕδατος, διελθόντες μακάριοι, ἐπαξίως ἐκομίσασθε, δόξαν ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ στεφάνων πληθύν.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Συντεταγμένοι εὐσεβείᾳ καὶ στερρότητι
Μαρτυρικῶς τὸν δυσμενῆ ἐθριαμβεύσατε,
Τεσσαράκοντα γενναῖοι Χριστοῦ ὁπλῖται·
Ἀλλ’ ὡς σύμμορφοι ἐν ἄθλοις καὶ ἐν χάριτι,
Ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰρήνῃ συντηρήσατε
Τοὺς κραυγάζοντας, χαίροις ἅγιον σύνταγμα.

Μεγαλυνάριον.
Τὸ τετραδεκάριθμον καὶ λαμπρόν, σύνταγμα τοῦ Λόγου, εὐφημήσωμεν ἐν ᾠδαῖς· κρύει καὶ πυρὶ γάρ, στερρῶς δοκιμασθέντες, ἐστέφθησαν ἀξίως, οἱ Τεσσαράκοντα.

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...