Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Μαρτίου 12, 2013

ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΙΩΝΑΝ ΚΑΙ ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ



ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗΝ ΙΩΝΑΝ ΚΑΙ ΔΑΝΙΗΛ
ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ
 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΟΓΔΟΟΣ

Ευλόγησον Πάτερ
 ΦΑΙΔΡΑσήμερον η πανήγυριςκαι λαμπρότερα σήμερον η συνάθροισις. Αλλά ποία είναι η αιτία; εγώ γνωρίζω ότι της νηστείας είναι το κατόρθωμα τούτο, όχι της παρούσης, αλλά της προσδοκώμενης νηστείας. Εκείνη κατά αλήθειαν, εκείνη μας εσυμμάζωξε προς τον Πατρικόν μας οίκον εκείνη και τους προτήτερον ραθυμούντας, τους επανήγαγε σήμερον προς τας μητρικάς αγκάλας. Αλλ' εάν μόνον όπου την περιμένομεν, μας έκαμε τοσαύτην σπουδήν, οπόταν έλθη και φανή πόσην θέλει αυξήσει την ευλάβειαν; Ούτω και μία πόλις όπου μέλλει να έλθη εις αυτήνάρχοντας φοβερός, πάσαν αμέλειαν ρίπτει άπ' αυτής, και έρχεται εις μεγάλην σπουδήν. Αλλά μη φοβείσθε ακούοντες όπουλέγω φοβερόν άρχοντα την νηστείαν,διότι δεν είναι εις ημάς φοβερή, αλλά εις τους δαίμονας˙διότι εάν σεληνιάζεταί τις, δείξον μόνον εις αυτόν νηστείας πρόσωπον, και θέλεις ιδεί πως μένει ακίνητος και ξηρός, καθώς την πέτραν από τον φόβον του˙ και μάλιστα όταν ιδή την νηστείαν εσμιγμένην με την αδελφήν της την προσευχήν δια τούτο λέγει και ο Χριστός. «Τούτο το γένος εν ουδενί εξέρχεται, ει μη εν προσευχή και νηστεία». Οπόταν λοιπόν διώχνη ούτως τους πολεμίους της σωτηρίας ημών και είναι φοβερά εις τους εχθρούς της ζωής μας, πρέπει να την ποθούμεν και να αγαπώμεν, όχι να την φοβούμεθα˙ διότι εάν φοβούμεθα, την μέθην και την πολυφαγίαν πρέπει να φοβούμεθα, όχι την νηστείαν διότι η μεν μας δένει τας χείρας οπίσω, η μέθη, και μας παραδίδει εις τας χείρας των παθών και της τυραννίδος, ωσάν σκλάβους μιας δεσποίνης χαλεπής˙ η δε Νηστεία, εάν μας εύρη σκλαβωμένους και δεμένους, μας λύει από τα δεσμά και μας ευγάνει από την τυραννίδα,και μας φέρει εις την πρώτην ελευθερίαν.
 Οπόταν ουν και τους εχθρούς ημών πολεμή και μας ελευθερώνει από την δουλείαν και μας φέρει εις την ελευθερίαν, ποίαν άλλην απόδειξιν μεγαλύτερην ζητείς της φιλίας αυτής όπου έχει προς το γένος ημών; διότι τούτο είναι μεγάλης φιλίας απόδειξις. Θέλεις να μάθης πόσος στολισμός είναι εις τους ανθρώπους η νηστεία και πόση φύλαξις και ασφάλεια; πρόσεξε, παρακαλώ σε, το θαυμαστόν και μακάριον γένος τωνμοναχών, διότι αυτοί φεύγουν ταις σύγχυσες του κόσμου και τρέχουν προς τας κορυφάς των βουνών και κάμνουν τας καλύβας εις την ησυχίαν της ερημίας, ωσάν εις τινά λιμένα εύδιον. Ταύτην την νηστείαν έχουν σύνοικον και συγκοινωνόν εις όλην τους την ζωήν, δια τούτο τους κάμνει και από ανθρώπους Αγγέλους, και όχι μόνον εκείνους, αλλά και εν ταις πόλεσιν, όσους αν εύρη όπου την αγαπούν, τους ανεβάζει εις αυτό το ύψος της φιλοσοφίας Δια τούτο και οΜωυσήςκαι οΗλίαςοι πύργοι των εν τη Παλαιά Διαθήκη Προφητών, εάν ήσαν λαμπροί και μεγάλοι, και από άλλα πολλά, και είχαν πολλήν παρρησίαν, όμως ότε ήθελον να πλησιάσουν προς τον Θεόν και να διαλεχθούν με αυτόν, όσον είναι άνθρωπου δυνατόν, προς την νηστείαν έδραμαν και δια των χειρών αυτής ανέβησαν προς αυτόν. Δια τούτο και ο Θεός εξ αρχής όπου έκαμε τον άνθρωπον, πάραυτα τον έθηκεν εις τας χείρας της νηστείας να τον βαστά και να έχη την φροντίδα της σωτηρίας αυτού, ώσπερ φιλόστοργος μήτηρ και αρίστη διδάσκαλος˙ διότι ειπών το: «Από παντός ξύλου του εν τω Παραδείσω βρώσει φαγείν, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε»˙ είδος νηστείας έθηκε. Εάν δε εις τονΠαράδεισονήτον αναγκαία η νηστεία, πόσω μάλλον έξω του Παραδείσου; εάν προ της πληγής ήτο χρήσιμον το φάρμακον, πόσω μάλλον μετά την πληγήν; εάν πριν να γενή ο πόλεμος των επιθυμιών, ήτον καλόν εις ημάς το όπλον τούτο της νηστείας, πολλώ μάλλον μετά την τοσαύτην μάχη ν των επιθυμιών και από των δαιμόνων.
Πολύ λοιπόν είναι αναγκαία η βοήθεια της νηστείας. Εάν ήθελεν ακούσει ο Αδάμ ταύτης της φωνής, δεν ήθελεν ακούσει της δευτέρας, ότι «Γη ει, και εις γην απελεύση». Άλλ' επειδή ταύτης παρήκουσε, δια τούτο θάνατος και λύπαις και φροντίδες, και ζωή χαλεπωτέρα παντός θανάτου, δια τούτο άκανθαι και τρίβολοι, δια τούτο πόνοι και ωδίνες.Είδες πως αγανακτεί ο Θεός όταν καταφρονήται η νηστεία;Μάθε και πως ευφραίνεται πάλιν όταν τιμάται˙ διότι καθώς όταν εκαταφρονήθη έδωκεν επιτίμιον του καταφρονήσαντος τον θάνατον, ούτω πάλιν όταν ετιμήθη ελευθέρωσεν από τον θάνατον. Δια τούτο θέλων ο Θεός να δείξη του πράγματος την δύναμιν, της έδωκεν εξουσίαν μετά την απόφασιν και το σύρσιμον προς τον θάνατον, να αρπάξη τους συρομένους από το μέσον του δρόμου και να τους φέρη προς την ζωήν˙ και όχι δύο ή τρεις ή δέκα ή είκοσιν, αλλά τον δήμον όλων τωνΝινευιτώνκαι πόλιν μεγάλην και θαυμαστήν, ευρισκομένην κλίνουσαν την κεφαλήν εις αυτό το βάραθρον και μέλλουσαν να δεχθή την άνωθεν ερχομένην οργήν, ώσπερ να ήλθε τις δύναμις άνωθεν και την άρπαξεν από τας χείρας του δημίου και την έφερεν εις την ζωήν.
Άλλ' αν θέλετε, ας ακούσωμεν και την ιστορίαν.   «Εγένετο, λέγει, λόγος Κυρίου» προς Ιωνάν τον Προφήτην λέγων. Σήκω και ύπαγε εις Νινευί την πόλιν την μεγάλην.Ταχέως θέλει ο Θεός να τον φέρη εις συμπάθειαν από του μεγέθους της πόλεως,  προβλέπων την μέλλουσαν φυγήν. Άλλ' ας ακούσωμεν του κηρύγματος˙ ακόμη τρεις ημέραι και η Νινευί αφανίζεται. Και τίνος  ένεκεν προλέγεις τα δεινά όπου μέλλεις να κάμης; δια να μη τα κάμω, τα προλέγω˙δια τούτο φοβερίζει και με την γέενναν, δια να μη φέρη την γέενναν. Ας μας φοβίσουν λέγει κάποιος σοφός, τα λόγια, να μη μας λυπήσουν τα πράγματα. Αλλά τίνος ένεκεν και την προθυμίαν των Νινευιτών εις ούτω στενόν εμάζωξε χρόνον; Δια να μάθης και την αρετήν των βαρβάρων εκείνων, ήγουν των Νινευίτών, πως εδυνήθησαν εις τρεις ημέρας να καταλύσουν τοσούτων αμαρτημάτων οργήν, και να θαυμάσης και του Θεού την φιλανθρωπίαν, όπου εδέχθη τριών ημερών μετάνοιαν υπέρ τοσούτων αμαρτημάτων, και να μη πέσης και συ εις απόγνωσιν, εάν εχης και μυρίας αμαρτίας˙ διότι καθώς ο αμελής και ολιγόψυχος, εάν λάβη και πολύν καιρόν εις μετάνοιαν ουδέν μέγα εργάζεται, δεν καταλλάσσει τον Θεόν εις τον εαυτόν του, δια την ραθυμίαν αυτού ούτω πάλιν ο πρόθυμος και καίων τω πνεύματι και μετά πολλής σπουδής αρχίζων την μετάνοιαν, δύναται και εις ολίγον καιρόν να αφανίση πολλών χρόνων αμαρτήματα.
 Δεν ηρνήθη τρείς φοραίς ο Πέτρος;ουχί το τρίτον μεθ˙ όρκου; ουχί μιας ευτελούς νέας λόγους εφοβήθη ; Τι λοιπόν; πολλούς χρόνους έκαμε να μετανοήση; όχι αλλ' εκείνην την νύκτα, και έπεσε και εσηκώθη˙ επήρε και την πληγήν και την ιατρείαν, και αρρώστησε και υγίανε. Πως και με τι τρόπον; κλαύσας και αποδυρόμενος, μάλλον δε ου κλαύσας απλώς, αλλά με σπουδήν πολλήν και ζέσιν˙ δια τούτο και ο Ευαγγελιστής δεν είπεν, ότι εκλαυσεν απλώς, άλλ' έκλαυσε πικρώς. Ποταπή ήτον η δύναμις των δακρύων εκείνων, δεν δύναται λόγος να την φανερώση.  Αλλ' η έκβασις των πραγμάτων την δείχνει φανεράν, διότι μετά το χαλεπόν εκείνο πτώμα (διότι από την άρνησιν δεν είναι μεγαλήτερον κακόν)μετά τοσούτον κακόν, πάλιν τον ανέβασεν εις την προτέραν τιμήν και του έδωκε την προστασίαν της Εκκλησίας πάσηςτης οικουμένης˙ και έδειξεν εις ημάς πλείονα των Αποστόλων απάντων έχοντα την αγάπην εις τον Δεσπότην, διότι λέγει˙ «Πέτρε, φιλείς με πλείω τούτων»˙ ταύτης κατ' αλήθειαν ουδεμία άλλη αρετή είναι ίση. Και ίνα μη λέγης, ότι τους Νινευίτας πρεπόντως τους εσυμπάθησεν, επειδή ήσαν άνθρωποι βάρβαροι και ανόητοι, διότι λέγει˙ «Δούλος, ο μη ειδώς το θέλημα του Κυρίου αυτού, και ποιήσας άξια πληγών, δαρήσεται ολίγα»: ίνα μη λέγης τούτο, έφερα και τον Πέτρον εις το μέσον, δούλον μάλιστα ηξεύροντα το θέλημα του Κυρίου αυτού, άλλ' όμως και ούτος έκαμε την μεγάλητερην αμαρτίαν, και ιδέ εις πόσον ύψος παρρησίας επανήλθε. Λοιπόν και συ μη απογινώσκεσαι δια τας αμαρτίας σου, διότι το χειρότερον της αμαρτίας είναι να στέκεται τις εις την αμαρτίαν, και το δεινότερον του πτώματος, όταν κείτεται πεσμένος. Τούτο θρηνεί και ο Παύλος και οδύρεται. Τούτο είναι άξιον πένθους˙ διότι λέγει˙ «Μήπως ελθόντα με προς υμάς, ταπεινώσει ο Θεός, και πενθήσω πολλούς, όχι των ημαρτηκότων απλώς, αλλά των μη μετανοησάντων, επί ασέλγεια και ακαθαρσία ην έπραξαν».
 Προς δε την μετάνοιαν, ποίος καιρός ήθελεν ευρέθη επιτηδειότερος από τον καιρόν της Νηστείας; Άλλ' ας έλθωμεν πάλιν επί την ιστορίαν. Ακούσας δε ταύτα τα λόγια ο Προφήτης, κατέβη εις Ιόππην να φύγη εις Θαρσείς, από το πρόσωπον Κυρίου. Πού φεύγεις, άνθρωπε; δεν ήκουσας τον άλλον Προφήτην λέγοντα˙ «Πού πορευθώ από του Πνεύματός σου, και από του προσώπου σου πού φύγω; Εις την γην; αλλά του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής», εις τον αδην; «άλλ' εάν καταβώ, λέγει, εις τον άδην, με ευρίσκεις» εις τον ουρανόν; αλλά συ εκεί είσαι, εις την θάλασσαν; και εκεί, λέγει, με πιάνει η δεξιά σου»˙το οποίον έπαθε και ούτος ο Προφήτης. Αλλά τοιαύτη είναι η αμαρτία και εις πολλήν ανοησίαν βάνει την ψυχήν μας, και καθώς οι μεθυσμένοι και σκοτισμένοι από τον οίνον περιπατούν ως φθάσουν, ή χάσμα είναι εμπρός, ή εγκρεμνός, ή ό,τι τύχη, καταπίπτουσιν αφύλάκτως˙ ούτω και οι ορμώντες προς την αμαρτίαν, και κρατημένοι από την επιθυμίαν της πράξεως, καθώς από μέθην κακήν, δεν εννοούν τι κάμνουν, δεν συλλογίζονται ούτε τα παρόντα, ούτε τα μέλλοντα. Από τον Δεσπότην φεύγεις, είπε μοι; λοιπόν ολίγον ανάμεινον, και θέλεις μάθει από αυτά τα πράγματα, ότι ουδέ εν θαλασσή της δούλης του Δεσπότου τας χείρας δύνασαι να φύγης˙ διότι ακόμη δεν εμβήκεν εις το καράβι ούτος, και εκείνη άρχισε τα κύματα και εσηκώνετο εις ύψος μέγα, και καθώς μία υπηρέτρια καλόγνωμος, να εύρη ένα συνυπηρέτην φευγάτον του αυθεντός της και κλέψαντα τίποτε, δεν τον αφίνει, αλλά κάμει πολλά βάσανα εκείνων όπου τον εδέχθησαν έως να τον πάρη˙ ούτω και η θάλασσα τότε, ευρούσα τον συνυπηρέτην αυτής και γνωρίσασα, πολλά βάσανα κάμνει των ναυτών˙ ταράσσεται, φωνάζει, σέρνουσα ουχί εις δικαστήριον, αλλά να τους καταπόντιση, φοβερίζουσα όλον το καράβι, εάν δεν δώσουν τον συνυπηρέτην της.Τι κάμνουν λοιπόν οι ναύται;όταν είδαν ταύτα τα κακά, έρριψαν, λέγει, όλον το φορτίον του καραβίου, αλλά το καράβι δεν ελάφρωνε, διότι το φορτίον όλον μέσα ήτον ακόμη˙ του Προφήτου το σώμα ήτον το βαρύ φορτίον, όχι από την του σώματος φύσιν, αλλά απότης αμαρτίας το βάρος˙ διότιουδένα πράγμα είναι τόσον βαρύ και κακοβάστακτον, όσον είναι η αμαρτία και η παρακοή. Δια τούτο και ο ΠροφήτηςΖαχαρίαςμετά μολύβδου διετύπωσεν αυτήν, και ο Δαυίδ την φύσιν αυτής διαγραφών, έλεγεν˙ «Αι ανομίαι μου υπερήραν την κεφαλήν μου, ωσεί φορτίον βαρύ εβαρύθησαν έπ' εμέ». Ο δε Χριστός πάλιν έλεγε προς τους ζήσαντας εν αμαρτίαις˙ «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Αυτή και το πλοίον εβάρυνε τότε, και έμελλε να το βυθίση. Ο δε Ιωνάς εκάθευδε και ερογχάλιζε˙ βαρύς ο ύπνος, άλλ' ουκ ην ηδονής, αλλά λύπης και ραθυμίας, διότι οι αγνώμονες υπηρέται ταχέως γνωρίζουν το σφάλμα το οποίον και εκείνος έπαθε. Διότι μετά την πράξιν της αμαρτίας, τότε εγνώρισε το κακόν της αμαρτίας, διότι τοιαύτη είναι η αμαρτία, και άφ' ότου γενή και τελειωθή, τότε ανάπτει τους πόνους της ψυχής όπου την εγέννησεν, με άλλον τρόπον παρά την ιδικήν μας γέννησιν˙ διότι ημείς μεν όταν γεννηθώμεν παύομεν τους πόνους της μητρός, εκείνη δε άμα γεννηθή, τότε αυξάνει εις τους τεκόντας αυτήν λογισμούς τους πόνους. Τι ουν ο πρώτος του καραβίου προσήλθε και του λέγει˙ τι κάθεσαι; ανάστα, επικαλού τον Θεόν σου˙ ότι εγνώρισε, πως δεν είναι χειμών κατά την συνήθειαν, άλλ' ότι θεήλατος ήτον η πληγή, και έξω της άνθρωπίνης τέχνης˙ το κλυδώνιον και κάμμίαν βοήθειαν δεν έδιδαν του  κυβερνήτου τα χέρια˙ άλλον γαρ Κυβερνήτην μεγαλήτερον εχρειάζοντο τα γενόμενα, εκείνον όπου κυβερνά τον κόσμον όλον˙ δια τούτο και εκείνοι αφήκαν όλα, και κωπία και άρμενα και σχοινιά, και έβλεπον προς τον ουρανόν, και μόνον τον Θεόν παρεκάλουν. Και αφού δεν έγεινεν ουδέ ούτως καλωσύνη, έβαλον, λέγει,κλήρους και εφανέρωσεν ο κλήρος τον πταίστην. Άλλ' εκείνοι ουδέ τότε δεν τον επήραν να τον ρίψουν εις την θάλασσαν, αλλά με τοσούτον θόρυβον και τόσην ταραχήν, ώσπερ να ήχαν ησυχίαν πολλήν, ούτως έστησαν δικαστήριον εις το καράβι, και του έδωκαν καιρόν και τον επαρακαλούσαν να αποκριθή, και εξέτασαν πάντα μετ' ακριβείας ωσάν δικασταί. Και άκουσον αυτών.
Ποία είναι η εργασία σου ; που πορεύεσαι ; εκ ποίας χώρας και ποίου γένους ήσαι; και τι; Η θάλασσα μεν τον εκατηγόρησεν, ο κλήρος δε τον έλεγε και τον εμαρτύρησεν, αλλ' όμως ουδέ της θαλάσσης καταβοώσης, ουδέ του κλήρου καταμαρτυρούντος, ακόμη δεν τον απο-φασίζουν˙ αλλά καθώς εις δικαστήριον όπου να ήναι και οι κατήγοροι εκεί, και οι μάρτυρες να ελέγχουν τον κατηγορούμενον, δεν αποφασίζουν οι δικασταί πρότερον, έως όπου αυτός ο κατάδικος γενή κατήγορος της αμαρτίας του˙ ούτω λοιπόν και τότε οι ναύται, άνθρωποι βάρβαροι και ανόητοι, εμιμούντο την ευταξίαν των δικαστηρίων˙ και τι τόσος φόβος, τόσος κίνδυνος, τόση ταραχή, όπου της επανέβη της θαλάσσης, όπου δεν τους άφηνεν ούτε να αναπνεύσουν; Ούτως εταράττετο και ανακατώνε
το θυμωμένη και καταβοώσα, και εσήκωνε πυκνά τα κύματα, ώστε όπου έχασαν το φορτίον των όλον από την ιδικήν του αφορμήν. Πόθεν λοιπόν έγεινεν η τοσαύτη πρόνοια ; Από της του Θεού οικονομίας˙διότι ο Θεός εσυγχώρει να γίνονται ταύτα, παιδεύων τον Προφήτηνμε αυτά να ήναι φιλάνθρωπος και ήμερος,  φανερά βοών προς αυτόν και λέγων˙ Ω Προφήτα, μιμήσου τους ναύτας ανθρώπους ανοήτους˙ επειδή και ούτοι μεν ουδέ μιας ψυχής καταφρονούσιν, ουδέ ενός σώματος του ιδικού σου, συ δε τοσαύτην πόλιν, με τόσας μυριάδας ανθρώπους, την παρέδωκες κατά τον σκοπόν σου ; Και αυτοί μεν ευρήκαν εκείνον, όπου ήτον αφορμή να πάθουν τόσα κακά, και πάλιν δεν τολμούν να κάμουν, καθώς απεφάσισεν ο κλήρος˙ συ δε ενώ τίποτε δεν έχεις να εγκαλέσης τους Νινευίτας˙ και εσένα μεν σε επρόσταξα εγώ να τους επιστρέψης προς σωτηρίαν με το κήρυγμα και δεν υπήκουσες, ούτοι δε μηδενός ακούσαντες, αγωνίζονται να κάμουν κάθε είδους τρόπον να σε γλυτώσουν εσένα τον πταίστην˙ διότι και μετά την τιμωρίαν όπου έπαθαν από την θάλασσαν και μετά την απόδειξιν του κλήρου όπου τον εφανέρωσεν, ότι και αυτός κατηγορεί τον εαυτόν του και την φυγήν ωμολόγησεν, ουδέ τότε απεφάσισαν την απόκλειαν του Προφήτου, άλλ' ετεχνεύοντο και εβιάζοντο και έκαμναν κάθε τρόπον, και μετά την απόδειξιν,να μη τον ρίψουν εις την θάλασσαν. Άλλ' η θάλασσα δεν τους άφινεν ουδέποτε˙ μάλλον δε ο Θεός δεν τους άφινεν, βουλόμενος ώσπερ δια των ναυτών, ούτω και δια τουκήτουςνα σωφρονίση τον Προφήτην˙ διότι, όταν ήκουσαν, επάρατε με και ρίψατε με εις την θάλασσαν να παύση η τρικυμία, εβιάζοντο να εύγουν εις την γην, αλλά τα κύματα δεν τους άφιναν. Συ δε, καθώς ήκουσας τον Προφήτην φεύγοντα, άκουσον αυτού και εξομολογούμενον κάτωθεν της γαστρός του θηρίου, δια να μάθης ότιεκείνο μεν το έπαθεν ως άνθρωπος, τούτο δε το εδειξεν ως Προφήτης.
Λαβούσα λοιπόν η θάλασσα αυτόν, τον έβαλεν εις την κοιλίαν του κήτους, όπως εις την φυλακής φυλάττουσα τον φευγάτον σώον του αύθέντου της, και ούτε τα άγρια κύματα τον έπνιξαν, ούτε το θηρίον το αγριώτερον των κυμάτων τον διέφθειρεν, αλλά τον εφύλαξε και τον έφερεν εις την πόλιν, και υπήκουσε και η θάλασσα και το θηρίον παρά φύσιν, δια να τιμωρηθή υπό πάντων ο Προφήτης. Ελθών λοιπόν εις την πόλιν, ανέγνωσε την απόφασιν, ώσπερ Βασιλικήν Επιστολήν, φοβεράν και παιδευτικήν και βοά λέγων«Έτι τρεις ημέραι, και Νινευί   καταστραφήσεται».   Ηκουσαν ταύτα εκείνοι και δεν απίστησαν, δεν εκαταφρόνησαν,άλλ' ευθέως απάντων δραμόντων επί την νηστείαν, ανδρών, γυναικών, δεσποτών,  αρχόντων, αρχομένων, νέων, γερόντων, παιδίων, πρεσβυτέρων.Και ουδέ η φύσις των άλογων ζώων έμεινεν άμοιρος της τοιαύτης λειτουργίας˙πανταχού σάκκος, πανταχού σποδός, πανταχού θρήνοι και μοιρολόγιαδιότι εχωρίσθη το μοσχάρι από την αγελάδαν, εδιώχθη το αρνίον από το βυζί, παιδίον βυζανιάρικον δεν ευρίσκετο εις ταις αγκάλαις της μητρός αυτού˙ και παρά πάντων ακούονται φωναίς παραπονετικαίς, μίαν την άλλην αντιβοώσα και αντικρούουσα˙ Τα τέκνα πεινώντα εζήτουν τας πηγάς του γάλακτος˙ αι μητέρες από τον φυσικόν πόνον κεντούμεναι, με ελεειναίς φωναίς έκραζον τα τέκνα, τα βρέφη, κατά τον όμοιον τρόπον λιμάζοντα, μεγάλω κλαυθώ εφώναζον και εκινδύνευον. Ο πρεσβύτης εθρήνει δια ταύτα και ανέσπα την πολιάν ο νεανίσκος και τρυφερός σφοδρότερον  επωδύρετο˙  ο πένης εστέναζεν, ο πλούσιος ελησμόνει την καλοπάθειαν, ηγάπα την κακοπάθειαν ως σώφρονα. Αυτός ο βασιλεύς την λαμπρότητα και την δόξαν την μετέβαλεν εις αισχύνην˙ εύγαλε τον στέφανον και έβαλε κόνιν εις την κεφαλήν του˙ έρριξε την αλουργίδα και ενδύθη σάκκον αφήκε τον θρόνον τον υψηλόν και μετέωρον και εκοιμάτο ελεεινώς επί της γης. Την μοναρχικήν και βασιλικήν ευπάθειαν καταλιπών, έγεινεν εις από τους πολλούς και συνεθρήνει με τον δήμον,και ούτως έσωσε την πόλιν εκ των κινδύνων. Και ήτον να ιδή τις πράγμα παράδοξον, να νικά ο σάκκος την αλουργίδα˙ εκείνο οπού δεν εδυνήθη η αλουργίς, εδυνήθη ο σάκκος˙εκείνο όπου δεν έ τελείωσε το διάδημα, το εκατώρθωσεν η στάκτη. Βλέπεις πως δεν έλεγα ψεύματα, ότι όχι η νηστεία, άλλ’ εν μέθη και εν πολυφαγία την πόλιν διαμένουσαν διέσεισεν η ασωτία και έμελλε να την καταπόντιση, η δε νηστεία σαλευομένην την πόλιν και μέλλουσαν καταπίπτειν, ελευθέρωσε.
Με ταυτην την νηστείαν και οΔανιήλειισελθών εις τον λάκκον των λεόντων, και καθήμενος εις το μέσον τους, ευγήκεν άπ' εκεί ωσάν να ήτον με πρόβατα ήμερα˙ αλλά και έβραζαν από τον θυμόν τους, και έβλεπαν φονικώς και η τράπεζα ήτον έμπροσθεν τους˙ αλλά δεν έγγιζον, όπου τα ηνάγκαζε και αυτή η φύσις το περισσότερον διότι άλλο δεν είναι αγριώτερον από εκείνα τα θηρία και από την πείναν˙ διότι επτά ημέρας είχον όπου δεν έφαγαν τίποτε, άλλ' όμως ευλαβούντο να εγγίξουν εις το εγκρατές σώμα του Προφήτου. Με ταύτην και οιτρεις Παίδεςεισελθόντες εις την Βαβυλωνίαν κάμινον, και πολύν χρόνον μένοντες εις το πυρ, έχοντες τα σώματα, λαμπρότερα εφαίνοντο αυτού του πυρός τότε, όταν ευγήκαν εκ της καμίνου. Και αν ήτον πυρ, πως δεν εποίει τα του πυρός ; και εάν ήτον σώματα εκείνα τα σώματα, πως δεν επάθεναν τα σωματικά ;Πως ; ερώτησον την νηστείαν και αυτή σου αποκρίνεται, και αυτή σου λύει την απορίαν˙ των σωμάτων γαρ η φύσις επολέμα με την φύσιν του πυρός και ενικούσαν τα σώματα.Είδες παράδοξον πόλεμον ; είδες παράδοξον νίκην ;Θαύμασον την νηστείαν και υποδέξου την με ταις αγκάλαις ανοικταίς˙ διότι, οπόταν και εις τας καμίνους βοηθή και εις τους λάκκους των λεόντων φυλάττη, και τους δαίμονας αποδιώκη, και την απόφασιν του Θεού λυώνη και των παθών την μανίαν αφανίζη, και προς ελευθερίαν ημάς επανάγη, και κάμνη πολλήν γαλήνην εις τους λογισμούς ημών, πως δεν είναι μεγάλη παρανομία να την φοβούμεθα ημείς και να την φύγωμεν όπου έχει τόσα αγαθά εις τα χέρια της ; Αλλά λέγει τις διατί αχαμνίζει την ευρωστίαν του σώματος ; Αλλά σου λέγω και εγώ, όσον ο έξω άνθρωπος διαφθείρεται, τοσούτον ο έσω ανακαινουργώνεται από ημέραν εις ημέραν˙ μάλιστα δε, εάν θέλησης να καλοεξετάσης μετ' ακριβείας το πράγμα, θέλεις την εύρει αυτήν να ήναι και της υγείας μητέρα. Και εάν δεν πιστεύης τα ιδικά μου λόγια, ερώτησον τους μαθητάς των Ιατρών περί τούτου και αυτοί θέλουν σου το δείξη σαφέστερον, οι οποίοι την μεν εγκράτειαν καλούσι μητέρα της υγείας, τας δε ποδαλγίας και καρηβαρίας, και ολιγοζωίας, και τους υδρώπικας, και τα φλέγματα, και πρίσματα και άλλων μυρίων ασθενειών χυμούς, από της τρυφής και πολυφαγίας, λέγουν, ότι γεννώνται, όπως κακά αυλάκια από μίαν κακήν βρύσιν, και αφανίζουν και την υγείαν του σώματος και της ψυχής την χαράν.
Μη λοιπόν φοβούμεθα την νηστείαν όπου μας ελευθερώνει από τόσα κακά.Και δεν σας παρακινώ εις τούτο ούτω απλώς, άλλ' επειδή βλέπω πολλούς ανθρώπους ότι ως να θέλουν να παραδοθούν εις καμμίαν κακήν και αγρίαν γυναίκα, ούτω οκνούν και ανατριχιάζουν, και παραδίδονται σήμερον εις την μέθην και την πολυφαγίαν. Δια τούτο σας παραινώ δια να μην αφανίζεται η ωφέλεια, όπου μέλλει να λάβωμεν από την ερχομένην νηστείαν με την λαιμαργίαν και την μέθην˙ διότι και οι άνθρωποι όπου έχουν κακόν χυμόν, όταν θέλουν να πιουν πικρά ιατρικά, δια να καθαρισθούν, εάν φάγουν προτήτερα πολύ και χορτάσουν, και τότε πάρουν το ιατρικόν, την μεν πικρίαν του ιατρικού υπέμειναν, από δε την ωφέλειαν εξέπεσαν, διατί  έκαμαν δύσκολον τον πόλεμον του Ιατρικού προς την των διεφθαρμένων χυμών πικρίαν.
Δια τούτο προστάσσουν οι Ιατροί, να μη δειπνήσουν,δια να προλάβη η δύναμις των Ιατρικών τα περίσσευμα τα κακών χυμών προτήτερα. Ωσαύτως και επί της νηστείας, εάν εμπλησθής σήμερον και μεθύσης και αύριον δεχθής το Ιατρικόν, άχρηστον αυτό και ανώφελον το κάμνεις, και τον μεν κόπον υπομένεις, την δε ωφέλειαν δεν λαμβάνεις επειδήνικά την δύναμίν του η προτήτερη μέθη. Μη λοιπόν εμβούμεν με την μέθην εις την νηστείαν, μηδέ πάλιν από της νηστείας να ακουμβώμεν εις την μέθην, δια να μη γεννή αργότερα και να του δώση τις μίαν κλωτζιάν να πέση χειρότερα˙ το οποίον γίνεται και εις την ψυχήν μας, οπόταν και προτήτερα καιύστερα της νηστείας σκεπάζομεν την γενομένην νήψιν εκ της ασιτίας με το σύννεφον της μέθης. Διότι καθώς εκείνοι όπου μέλλουν να πολεμήσουν με κανένα θηρίον, αρματώνουν και ασφαλίζουν τον εαυτόν τους με άρματα πολλά και τότε μάχονται με εκείνο˙ ούτω πολλοί άνθρωποι όπου θέλουν να πολεμήσουν με το θηρίον την νηστείαν, ούτως αρματώνονται με την γαστριμαργίαν και στενοχωρούν τον εαυτόν τους, και σκοτώνονται και μετά πολλής παραφροσύνης περιμένουν το γαληνόν και ήμερον όμμα της νηστείας.
Και εάν ερωτήσω τινά, τίνος ένεκεν υπάγει εις το λουτρόν σήμερον ;λέγει, δια να υποδεχθώ την νηστείαν με το σώμα καθαρόν. Εάν δε ερωτήσω,διατί μεθάς σήμερον ; Πάλιν λέγει επειδή θέλω να έμβω εις την νηστείαν.Πως λοιπόν ; δεν είναι άτοπον, το σώμα μεν καθαρόν, την ψυχήν δε ακάθαρτον και μεθυσμένην έχειν να υποδεχθής την νηστείαν ; Ήθελα να ειπώ και άλλα περισσότερα δι' αυτήν, αλλά τοις φρονίμοις αρκούσι και ταύτα προς διόρθωσιν διόπερ είναι ανάγκη να καταπαύσω τον λόγον.
Επεί περ ημείς μεν συρίζομεν ωσάν τα παιδία των βοσκών με το μικρόν καλάμι υποκάτω εις τι δένδρον ήη λεύκαν, εις την σκιάν των Ιερών οίκων τούτων καθήμενοι˙ ούτος δε, ωσάν ένας άριστος μουσικός και μέγας τεχνίτης, αρμοσάμενος τη φωνή την χρυσήν κιθάραν εις την συμφωνίαν των κρουσμάτων, μεγάλον έκαμε θέατρον˙ και όχι μόνον με την συμφωνίαν των λόγων, αλλά και από των έργων, πολλήν κάμνει εις ημάς την ωφέλειαν. Τοιούτους διδασκάλους ζητεί και ο Χριστός˙ διότι λέγει˙ «Ο ποιήσας και διδάξας, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία, των ουρανών.
Γένοιτο και ημάς ευχαίς αυτού και των προέδρων απάντων, αξίους γενέσθαι της Βασιλείας των ουρανών, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ' ου τω Πατρί δόξα, τιμή, κράτος, συν τω αγαθώ και αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις αιώνας των αιώνων. Αμήν.


πηγή

Η ΝΗΣΤΕΙΑ π. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΛΕΒΙΖΟΠΟΥΛΟΥ


Η ΝΗΣΤΕΙΑ

   ΟΜέγας Βασίλειος δίνει τον ακόλουθο ορισμό της νηστείας: «Νη­στεία αληθινή είναι η αποξένωσις από το κακόν, η εγκράτεια της γλώσ­σης, η αποχή από τον θυμόν, ο χωρισμός από τας επιθυμίας, την καταλαλιάν, το ψεύδος και την ψευδορκίαν. Η στέρησις από αυτά είναι αλη­θινή νηστεία. Μέσα εις αυτά λοιπόν η νηστεία είναι αγαθόν».
Ο περιορισμός της νηστείας στην αποχή από φαγητά δεν είναι «αγαθόν»· μόνο νηστεία τού σώματος που συνοδεύεται από τον χωρι­σμό από τα πάθη λογίζεται αρετή.«Η αληθινή νηστεία είναι η αποξένωσις από τα κακά»επαναλαμβάνει ο Μ. Βασίλειος και παραπέμπει στο Ης. ξγ' 4-6' να λύσης τα δεσμά της αδικίας, μη νηστεύεις χάριν δια­μάχης και έριδος.«Δεν τρώγεις κρέατα, αλλά τρώγεις τον άδελφόν σου· δεν πίνεις οίνον, αλλά δεν είσαι εγκρατής εις τας ύβρεις».
«Διότι ποίον είναι το όφελος εάν απέχης από τροφάς, αλλά τρώγεις δια των οφθαλμών την ακολασίαν της μοιχείας ή με την θέλησίν σου ακούεις δια των ώτων ματαίας και διαβολικάς φωνάς; Δεν ωφελεί καθό­λου να απέχης από τροφάς, όμως να μην απέχης από την έπαρσιν της υψηλοφροσύνης, της κενοδοξίας και κάθε πάθους. Ή τι ωφελεί βεβαί­ως να είσαι εγκρατής εις τας τροφάς, αλλά να μην απέχης από πονηρούς λογισμούς... Ας γίνωμε λοιπόν εγκρατείς εις όλα αυτά, δια να μη έλθη ποτέ εις ημάς η κατηγορία τού Κυρίου, ότι διυλίζομεν τον κώνωπα και καταπίνομε την κάμηλον (Ματθ. κγ' 24)»(Μ. Βασίλειος).
Για τον Μ. Βασίλειο η νηστεία είναι παλαιότερη εντολή (Γέν. β' 17). Το «μη φάγετε», λέγει, είναι «νομοθέτημα νηστείας και εγκράτειας». Με­τά από την πτώση όμως η νηστεία πήρε τη θέση τού ιατρού, γιατί συν­δέεται με τη μετάνοια· είναι η μετάνοια τού σώματος!Εκείνος που νη­στεύει δεν μιμείται την παρακοή της Εύας και δεν ακολουθεί τη συμ­βουλή τού φιδιού.Για τους πρωτόπλαστους η «νηστεία» ήταν το μέτρο που θα εδοκιμάζετο η σφοδρή επιθυμία των να μείνουν σε κοινωνία με τον Θεό. Μετά από την πτώση η νηστεία, που συνοδεύεται με την άσκη­ση των άλλων αρετών, αποτελεί θεμέλιο στο οποίο ο πνευματικός αθλη­τής στηρίζει τον πνευματικό του αγώνα.
«Η νηστεία, οπού είναι ο ιατρός των ψυχών ημών», λέγει ο Συμεών ο νέος Θεολόγος,«έχει συνήθειαν, άλλου χριστιανού να ταπεινώση την σάρκα και άλλου να καταπραΰνη τον θυμόν και άλλον να φέρη εις προ-θυμίαν δια να κάμη το καλόν και άλλου να καθαρίζη τον νουν του και να τον κάμνη ελεύθερον από τους πονηρούς λογισμούς. Και άλλου να δαμάζη την αδάμαστον και ακράτητον γλώσσαν και να την κρατά με τον φόβον τού Θεού... Και άλλου να εμποδίζη τα μάτια να μη κοιτάζουν εδώ και εκεί και να περιεργάζονται τι κάμνει ο ένας και ο άλλος, αλλά κά­μνει τον κάθε ένα να προσεχή εις τον εαυτόν του και να ενθυμήται τα ιδικά του ελαττώματα...».Η νηστεία οδηγεί σε κατάνυξη και μας βοηθεί να περάσουμε με τη χάρη τού Θεού «όλην την ταραχήν των παθών και την φουρτούνα των πειρασμών τού διαβόλου οπού μας καταδυνα­στεύει πικρώς και θέλει έλθωμεν εις τον λιμένα της απαθείας», καταλή­γει ο ίδιος πατέρας.
«Θλίβε την κοιλία και οπωσδήποτε να κλείσης και το στόμα·διότι η γλώσσα ισχυροποιείται από τα πολλά φαγητά. Να πυγμαχής συνεχώς εναντίον της και να επαγρυπνής συνεχώς επάνω της. Εάν συ κοπιάσης λίγο, αμέσως και ο Κύριος σε βοηθεί»(Κλίμαξ).
«Η σωματική νηστεία δεν είναι το πρώτο· κατέχει τελευταίον μέρος εις τον χώρον της αρετής» (Χρυσ.). Η αληθινή νηστεία είναι«βία φύ­σεως και περιτομή των ηδονών τού λάρυγγος, εκτομή της σαρκικής πυρώσεως, εκκοπή των πονηρών λογισμών, απελευθέρωσις από μολυσμούς ονείρων, καθαρότης προσευχής, φωτισμός της ψυχής, διαφύλαξις τού νου, διάλυσις της πωρώσεως, θύρα της κατανύξεως... σταμάτημα της πολυλογίας, αφορμή ησυχίας, φρουρός της υπακοής ελαφρότης τού ύπνου, υγεία τού σώματος πρόξενος της απαθείας, άφεσις των αμαρτη­μάτων, θύρα και απόλαυσις τού παραδείσου» (Κλίμαξ). Οι κόποι και οι ταλαιπωρίες είναι η συνεργασία τού σώματος στην άσκηση των αρετών της ψυχής, λέγει ο Μ. Βασίλειος και αναφέρεται στη νηστεία τού Κυρί­ου, τού Μωυσή και τού Ηλία
Διακρίνοντας τη νηστεία τού Κυρίου με την ιδική μας νηστεία ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει πως η νηστεία Εκείνου προβάλλεται εναντίον των πειρασμών (Ματθ. δ' 1-2), ενώ για μας σημαίνει «συμμετοχή εις την νέκρωσιν τού Χριστού και μία προεόρτιος κάθαρσις». Και δεν είναι αυτό «παντελής αποχή από τας τροφάς», λέγει ο Μ. Βασίλειος, αλλά «αποχή από τας απολαύσεις, με σκοπόν να συντρίψωμε το φρόνημα της σαρκός (Ρωμ. η' 8) και να επιτύχωμε τον σκοπόν της ευσέβειας». Γι' αυτό κα­νείς δεν εξαιρείται «από τον κατάλογον των νηστευόντων... Άγγελοι είναι αυτοί που κάμνουν την καταγραφήν των νηστευόντων εις κάθε εκκλησίαν».
Σκοπός της νηστείας δεν είναι η συντριβή τού σώματος, αλλά χαλι­ναγώγηση της δυνάμεως της σάρκας ώστε ο ίππος των επιθυμιών να κα­ταστεί ευπειθής, λέγει ο Χρυσόστομος και συνιστά την τροφή για την ικανοποίηση των αναγκών.
Ηνηστεία είναιόπλο στην εκστρατεία εναντίον τού Διαβόλου(Μάρκ. θ' 29). Ένας πολεμιστής προμηθεύεται πάντοτε τα αναγκαία τρόφιμα, όχι εκείνα που χρησιμεύουν στην απόλαυση· έτσι πρέπει να κάνει και ο πολεμιστής εναντίον των αοράτων έχθρων, λέγει ο Μ. Βα­σίλειος και προσθέτει σε άλλο σημείο:«Η εγκράτεια πρέπει να ορίζε­ται δια κάθε άνθρωπο ανάλογα της σωματικής του δυνάμεως, ώστε ούτε ολιγώτερον της υπαρχούσης δυνάμεως να αγωνισθώμεν, ούτε να επεκτεινόμεθα υπέρ την δύναμιν. Διότι και τούτο, νομίζω, πρέπει να προσέξωμε, μήπως δηλαδή καταλύσωμε την αντοχήν τού σώματος με την υπερβολήν της εγκράτειας και το καταστήσωμεν ανίκανον να επιτελέση τας σπουδαίας πράξεις».
Αναφερόμενος στην αναγκαιότητα της εργασίας και ταυτόχρονα της νηστείας λέγει·«πρέπει να νηστεύωμε και να τρώγωμεν όπως απαιτείται από την θεοσέβειαν ώστε όταν μεν χρειάζεται να εκτελεσθή η εντολή τού Θεού δια της νηστείας, να νηστεύσωμεν όταν δε πάλιν η εντολή τού Θεού ζητή τροφή τονωτικήν δια το σώμα, να φάγωμεν όχι ως γαστρίμαργοι, άλλ' ως εργάται τού Θεού. Διότι πρέπει να τηρούμε τον λόγον τού αποστόλου· «είτε ουν εσθίετε είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε» (Α' Κορ. Γ 31).
Εκείνος που τρώγει τόσο, «όσον χρειάζεται δια να αναλάβη δυνά­μεις το σώμα που ασθενεί», λέγει ο Χρυσόστομος, μπορεί να είναι «εφάμιλλος προς εκείνον που νηστεύει ως προς την σωφροσύνην της ψυχής. Γιατί και αν το σώμα είναι ασθενικό για τη νηστεία, δεν είναι ασθενικό για την προσευχή, ούτε ανίσχυρο για να περιφρονήσει την τρυφηλή ζωή και να αποφύγει την αμαρτία ή να μετάσχει με κατάνυξη στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Αυτός που για λόγους ασθενείας δεν νηστεύει σε τίποτε δεν εμποδίζεται να ασκηθεί στην ταπείνωση, να περιφρονήσει την κενοδοξία, να προσεύχεται και να εξομολογείται και να βοηθεί τον εαυτό του με την ελεημοσύνη»,λέγει ο Χρυσόστομος και υπογραμμίζει ότι η ελεημοσύνη μπορεί να εξαλείψει τις αμαρτίες μας, όταν την ασκούμε με αφθονία και χωρίς επίδειξη ενώπιον των ανθρώ­πων.
«Διότι υπάρχουν πράγματι τρόποι κατά πολύ σπουδαιότεροι από την αποχήν από τα τρόφιμα, οι οποίοι μπορούν να μας ανοίξουν τας θύρας της παρρησίας προς τον Θεόν.Εκείνος λοιπόν, που τρώγει και δεν ημπορεί να νηστεύει ας επιδεικνύει πλουσιωτέραν ελεημοσύνην, εκτε­νείς προσευχάς ας έχη έντονον προθυμίαν δια την ακρόασιν των θείων λόγωνεδώ δεν μας εμποδίζει καθόλου».



πηγή

Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ π.Ἐµµανουήλ Νιράκης




 



Γιὰ τὴν μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Πάσχα μᾶς προετοιμάζει ἡ ἐκκλησία μας τοῦτες τὶς μέρες. Ἀπὸ τὴν Κυριακή τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου μέχρι καὶ τὴν Κυριακή τῆς Τυρινῆς ποὺ ὁλοκληρώνεται τὸ Τριώδιο εἶναι μία περίοδος προπαρασκευαστικὴ γιὰ τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Σαρακοστή. Ἡ πνευματική μας ἀδυναμία καὶ ἀνωριμότητα, δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ βρεθοῦμε ξαφνικὰ στὴν «παλαίστρα» τῆς μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου εἶναι ἡ προετοιμασία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸ μεγάλο πνευματικὸ ταξίδι διάρκειας 48 ἡμερῶν. Καὶ ὅπως κάθε ταξιδιώτης ξέρει γιατί ταξιδεύει καὶ ποιὸς εἶναι ὁ προορισμός του, ἔτσι καὶ μεῖς, οἱ συμμετέχοντες σ' αὐτὸ τὸ ταξίδι ξέρουμε καὶ γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ὅτι τὸ τέλος αὐτῆς τῆς μακρᾶς πορείας εἶναι τὸ Πάσχα, δηλ. ἡ διάβασή μας ἀπ' τὸ κράτος τοῦ θανάτου στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὅπως λοιπὸν προετοιμάζουμε τὰ σπίτια μας, ὅταν περιμένουμε νὰ ὑποδεχθοῦμε κάποιον, ἔτσι πρέπει νὰ προετοιμασθοῦμε κατ' ἐξοχὴν πνευματικά, ὥστε κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ νὰ ἀποδειχθοῦμε ἄξιοι καὶ ἱκανοί τῆς Νέας Ζωῆς ποὺ «ἀνατέλει ἐκ τοῦ τάφου τοῦ Κυρίου μας».

Τούτη ἡ περίοδος εἶναι περίοδος κατάνυξης καὶ πένθους. Καὶ αὐτὸ γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ τόσο ἀπ' τὰ τροπάρια καὶ τοὺς ὕμνους ποὺ ψάλλονται στὶς πολλὲς ἱερὲς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς περιόδου, ὅσο καὶ ἀπ' τὰ ἄμφια τῶν ἱερέων μας. Ἡ μόνη μέρα ποὺ δὲν εἶναι πένθιμη τούτη τὴ περίοδο εἶναι ἡ Κυριακή, γιατί αὐτὴ εἶναι ἡ μέρα τῆς ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου μας. Περίοδος πένθους λοιπόν, ἀλλὰ ἀλήθεια ξέρουμε γιατί πρέπει νὰ πενθοῦμε; Ποιὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πένθους μας; Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Σαρακοστὴ μᾶς ὑπενθυμίζει, μᾶς προετοιμάζει καὶ μᾶς κατευθύνει πρὸς τὰ Σεπτὰ Πάθη καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο τοῦ Κυρίου μας. Ὅλη αὐτὴ ἡ κατανυκτικὴ περίοδος κινεῖται καὶ περιστρέφεται γύρω ἀπ' αὐτὸ τὸ φρικτὸ καὶ συγκλονιστικὸ γεγονός. Καὶ ὅπως ὁ Χριστὸς προετοίμασε τοὺς μαθητές Του γι' αὐτὰ ποὺ θὰ συμβοῦν, ἔτσι καὶ ἡ ἐκκλησία μᾶς προϊδεάζει γιὰ τὰ μέλλοντα.

Ἡ δεύτερη αἰτία τοῦ πένθιμου χαρακτήρα αὐτῆς τῆς περιόδου εἴμαστε ἐμεῖς. Τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες του εἶναι ἡ αἰτία γιὰ ὅσα ἔπαθε ὁ ἀναμάρτητος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «Χριστὸς ἔπαθεν ὑπὲρ ἡμῶν» καὶ «ἡμᾶς ἐξηγόρασεν ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα» μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ ἀπ. Παῦλος. Ἐμεῖς λοιπὸν εἴμαστε οἱ αἴτιοι γιὰ τὰ πάθη Του, ἐμεῖς εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ τὸ φρικτό Του θάνατο. Νὰ λοιπὸν γιατί πρέπει τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας νὰ τρέχουν ἀπ' τὰ μάτια μας καὶ μὲ πένθος καὶ κατάνυξη νὰ ἐπανορθώσουμε τοῦτες τὶς μέρες κάθε τι κακὸ καὶ ἄνομο ποὺ διαπράξαμε.

Αὐτὴ ἡ περίοδος εἶναι ὅμως καὶ περίοδος μετανοίας καὶ συντριβῆς. Βεβαίως ὅλη μας ἡ ζωὴ ὀφείλουμε νὰ εἶναι περίοδος μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς στὸ Θεό, ὅμως τοῦτες οἱ μέρες, ὅπως λέει ὁ ἀπ. Παῦλος, εἶναι «καιρὸς εὐπρόσδεκτος» καιρὸς δηλ. κατάλληλος γιὰ μετάνοια καὶ ἐπιστροφή. Εἶναι καιρὸς δηλ. νὰ ἀφήσουμε πίσω μας τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπ' τὸ Θεό, τῆς ἀπομάκρυνσης ἀπ' τὴν μακαριότητα καὶ τὴν κοινωνία μαζί Του, ἀπ' τὴν ἀληθινὴ Ζωὴ ποὺ ὁ ἴδιος μᾶς πρόσφερε μὲ τὴ θυσία Του.

Ἡ μετάνοια ὅμως δὲν εἶναι ἕνα στιγμιαῖο γεγονὸς ποὺ ἐξαντλεῖται τὴν ἡμέρα τῆς ἐξομολογήσεώς μας. Εἶναι μία διαρκὴς καὶ ἀέναος προσπάθεια ποὺ δὲν ἔχει τέλος, γιατί ὅσο πλησιάζει κανεὶς τὸ Θεό, διὰ τοῦ δρόμου τῆς μετανοίας, τόσο ἀντιλαμβάνεται ὅτι κοντὰ Του τίποτα δὲν τελειώνει καὶ δὲν ὁλοκληρώνεται. Ἂν ὁ προορισμὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι νὰ ζήσουμε κοντὰ στὸ Χριστὸ καὶ μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, τότε ὅλος μας ὁ βίος πρέπει νὰ εἶναι μία συνεχής, ἀδιάκοπος καὶ διαρκὴς μετάνοια, ἡ ὁποία συνεχῶς καὶ ἀσταμάτητα, προάγεται, βελτιώνεται καὶ τελειοποιεῖται. Γιὰ νὰ ἔχει ὅμως ἐπιτυχία αὐτὸς ὁ ἀγώνας ἐπιβάλλεται νὰ κτυπηθεῖ ὁ ἐγωισμός μας, νὰ ἡττηθοῦν τὰ πάθη μας, νὰ συρρικνωθοῦν οἱ ματαιόδοξες φιλοδοξίες μας καὶ νὰ παραμερισθοῦν τὰ ἰδιοτελῆ συμφέροντά μας. Ἡ ἀπάρνηση ὅλων αὐτῶν εἶναι μία ἐπίπονη καὶ ἐργώδης προσπάθεια ποὺ προκαλεῖ πόνο καὶ θλίψη, ἀντιδράσεις καὶ ἐπαναστάσεις μέσα μας, ἀφοῦ τὸ ἐσωτερικό μας κατεστημένο λειτουργεῖ ἀντιδραστικὰ καὶ ἐνάντια καὶ οὐσιαστικὰ ἀντιτάσσεται σὲ κάθε προσπάθεια πνευματικῆς ἀνάτασης καὶ ἀναγέννησης, στὴ μετάνοιά μας δηλαδὴ καὶ στὴν ἐπιστροφή μας στὸ Θεό. Γι' αὐτὸ ὁ Κύριός μας αὐτὸ τὸ δρόμο τὸν ὀνόμασε «στενὴ πύλη καὶ τεθλιμμένη ὁδὸ» ποὺ ὅμως εἶναι ἡ «ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν».

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ὅμως εἶναι καὶ περίοδος νηστείας. Ὅταν κανεὶς πενθεῖ καὶ θλίβεται, στερεῖ δηλαδὴ τὸν ἑαυτὸ του ἀπ' τὴ χαρὰ, τότε νηστεύει. Ἐνθυμούμενοι λοιπὸν τὰ σεπτὰ Πάθη τοῦ Κυρίου μας καὶ ἀναλογιζόμενοι τὸ βάρος τῆς δικῆς μας ἁμαρτίας καὶ ἐνοχῆς, τί ἄλλο μπορεῖ νὰ κάνει κανεὶς ἀπὸ νηστεία. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ κάποιες τροφὲς καὶ ἡ κατάλυση κάποιων ἄλλων τοῦτες τὶς μέρες δὲν εἶναι μία πράξη σαδιστικὴ ἐκ μέρους τῆς ἐκκλησίας μας. Ἄλλωστε ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἐξαρτώμενος ἀπ' τὴν ὕλη καὶ ἄρα ἀπ’ τὴ τροφή. Ἡ νηστεία τῆς ἐκκλησίας μᾶς ὁδηγεῖ σὲ μιὰ ἄλλου εἴδους πείνα, πείνα γιὰ τὸ Θεό. Νὰ τὸν γνωρίσω καὶ νὰ τὸν γευθῶ. Καὶ αὐτὴ ἡ πείνα, χορταίνει μόνο μὲ κάθε τι ποὺ εἶναι «ἐκ Θεοῦ». Γι' αὐτὸ χρειαζόμαστε πρωτίστως μία πνευματικὴ προετοιμασία, ὥστε ἡ νηστεία μας νὰ μὴν εἶναι μόνο μία ἁπλὴ καὶ ξερὴ ἀποχὴ τροφῶν, ἀλλὰ νὰ εἶναι Χριστοκεντρικὴ καὶ Θεοκεντρική. Πρέπει δηλαδὴ τὸ σῶμα μας νὰ γίνει ξανὰ κιβωτὸς τῆς σωτηρίας, ναὸς καὶ κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ.

Δὲν ἔχουν νόημα οἱ μακρὲς καὶ ἐξαντλητικὲς νηστεῖες, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ πνευματικότητα, ἡ μετάνοια, ἡ ἀγάπη, ἡ πραότητα, ἡ ἐλεημοσύνη καὶ τόσες ἄλλες ἀρετὲς ποὺ ὀφείλουμε τούτη τὴ περίοδο νὰ καλλιεργήσουμε. Μιὰ μικρότερης διάρκειας νηστεία μπορεῖ νὰ εἶναι ἀρκετή, ἀρκεῖ νὰ γίνει μὲ ταπείνωση καὶ ὑπομονή. Πολλοὶ ξεκινοῦν μὲ ἐνθουσιασμό, ἀλλὰ στὸ μέσο τοῦ δρόμου ἐγκαταλείπουν, ἐξαντλημένοι, κουρασμένοι καὶ ἀπογυμνωμένοι πνευματικά. Ἂς εἶναι περιορισμένη! Ἀρκεῖ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἀλήθεια, γνησιότητα, συνέχεια καὶ συνέπεια. Ἔτσι γίνεται μιὰ πραγματικὴ μάχη κατὰ τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ἁμαρτίας. Γιατί τελικὰ αὐτὸ ἔχει σημασία καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς νηστείας. Νὰ πολεμήσουμε! Νὰ ἀντιταχθοῦμε στὸ κακό, στὴν παραβατικὴ συμπεριφορά, στὴν ἁμαρτία, στὸ διάβολο καὶ ὅ,τι εἶναι ἐξ αὐτοῦ. Ἡ νηστεία εἶναι μία μάχη τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν κακὸ ἑαυτὸ του πρωτίστως ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ κακὸ γενικά. Δὲν εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ βγοῦμε κερδισμένοι ἀπ' ὅλες τὶς μάχες. Σὲ κάποιες θὰ ἡττηθοῦμε. Ὅμως ἀπ' τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι μία διαρκὴς μάχη ἐνάντια στὸ κακὸ καὶ ὅτι σπουδαῖο καὶ ἀναντικατάστατο ὅπλο μας εἶναι ἡ νηστεία, τότε ναί! ἡ νηστεία μας πέτυχε τὸ σκοπό της.

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ὅμως εἶναι καὶ περίοδος προσευχῆς· ἐντατικῆς καὶ ἀδιάλειπτης προσευχῆς. «Ἀγρυπνεῖτε ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι» μᾶς εἶπε ὁ Κύριος, τονίζοντας καὶ ἐξαιρώντας τὴν ἀνάγκη καὶ τὴ σημασία τῆς προσευχῆς. Ἂν σὲ ὅλη μας τὴ ζωὴ πρέπει νὰ εἴμαστε σὲ πνευματικὴ ἑτοιμότητα, πόσο μᾶλλον τώρα, πρέπει νὰ παρουσιαστοῦμε ἄγρυπνοι φύλακες, προσευχόμενοι ἡμέρα καὶ νύκτα, γιὰ τὴν πνευματική μας ἀσφάλεια καὶ προκοπή. Αὐτὴ τὴ περίοδο ζητᾶμε περισσότερο τὴν προσέγγιση τοῦ Θεοῦ, αἰτούμενοι ἐνίσχυση καὶ πνευματικὴ δύναμη γιὰ νὰ ἀνταπεξέλθουμε στοὺς πειρασμοὺς ποὺ καιροφυλακτοῦν. Ἂν κανεὶς ἀγωνίζεται γιὰ πνευματικὰ χαρίσματα, ὅπως ἁγιότητα, ἀρετή, σοφία, σωφροσύνη καὶ σύνεση, πρέπει νὰ θέσει σὲ λειτουργία καὶ ἐνέργεια τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς, μὲ πιὸ ἐντατικοὺς ρυθμούς, ἀφοῦ ἡ περίοδος αὐτὴ εἶναι τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ἀλλὰ καὶ τὸ πεδίο τῶν πειρασμῶν συνάμα. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ ἱερὲς ἀκολουθίες τούτη τὴν περίοδο πυκνώνουν καὶ πληθαίνουν, δίνοντας τὴ δυνατότητα σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ ἀναζητᾶ τὴν ἐπαφὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ νὰ τὸ ἐπιτύχει.
Προσευχὴ δοξολογίας, εὐγνωμοσύνης καὶ εὐχαριστίας, γιὰ ὅλα ὅσα μᾶς ἔδωσε καὶ ὅλα ὅσα μᾶς προσφέρει. Προσευχὴ ποὺ ἀποπνέει γνησιότητα καὶ αὐθεντικότητα, γι’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε καὶ ὄχι γι' αὐτὸ ποὺ θὰ θέλαμε νὰ εἴμαστε. Προσευχὴ ἀδιάλειπτη καὶ ἐντατικὴ καὶ ὄχι κατὰ διαστήματα καὶ χλιαρή. Ἐν τέλει ὅλη μας ἡ ζωὴ νὰ εἶναι μία προσευχὴ· ὅ,τι πράττουμε, ὅ,τι λέμε, ὅ,τι σκεφτόμαστε νὰ εἶναι μία εὐκαιρία κοινωνίας καὶ ἐπαφῆς μὲ τὸ Θεό.

Ἂν λοιπὸν αὐτὴ ἡ περίοδος εἶναι μία περίοδος κατάνυξης καὶ πένθους, ἀληθινῆς καὶ πραγματικῆς μετάνοιας καὶ οὐσιαστικῆς νηστείας τότε ὅλος μας ὁ ἀγώνας θὰ εἶναι μία προσευχὴ στὸ Θεό. Ἂν ἀνακαλύψουμε τὴν χαμένη μας πίστη καὶ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό, ἂν ξαναβροῦμε τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καὶ κοινωνίας μαζί Του, ἂν δώσουμε νόημα καὶ σκοπὸ στὴ νηστεία μας, μέσα ἀπ' τὴν παράλληλη ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, κι ἂν «πείσουμε» τὸν ἑαυτό μας νὰ πενθήσει μὲ κατάνυξη γιὰ τὰ λάθη του, τότε θὰ βροῦμε ξανὰ τὸ χαμένο μας ἑαυτό, θὰ ξαναβροῦμε δηλαδὴ τὸν ἴδιο τὸ Θεό.

Τότε ναί! Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ θὰ εἶναι ὁ δρόμος ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει κάτω ἀπὸ τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, μπροστὰ στὸ κενὸ τάφο, ἐνώπιον τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως ποὺ θὰ λαμπρύνει καὶ θὰ φωτίσει ὁλάκερο τὸ κόσμο.

Καλὴ, εὐλογημένη καὶ καρποφόρα Ἁγία Σαρακοστὴ

πηγή

ΝΗΣΤΕΙΑ: Η ΟΡΕΞΗ ΚΑΙ Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ π. Θωμάς Βαμβίνης


ΝΗΣΤΕΙΑ:
Η ΟΡΕΞΗ, Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ
ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
π. Θωμά Βαμβίνη

Η νηστεία και ο πειρασμός1
   Νηστεύω σημαίνει δεν τρώω, δηλαδή εκουσίως πεινάω. Νηστεύοντας, λοιπόν, ορθοδόξως κατά την Μ. Τεσσαρακοστή, οδηγούμε τον εαυτό μας σε μια οριακή κατάσταση, στην οποία αισθανόμαστε τις απαιτήσεις του σώματος, αλλά και την δύναμη της ψυχής να τις τιθασσεύη. Αυτήν την οριακή κατάσταση βρίσκει πρόσφορη ο πειράζων για να μας προσβάλλη με τους πιο ισχυρούς πειρασμούς του. Δεν έχει ισχύ επάνω στον αγωνιζόμενο με την νηστεία Χριστιανό, αλλά ο ίδιος δελεάζεται από την αδυναμία του σώματος, την οποία νομίζει ότι μπορεί να εκμεταλλευθή. Αυτό έπαθε με τον Χριστό.
ΟΕυαγγελιστής Ματθαίος λέει: “νηστεύσας - ο Χριστός - ημέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ύστερον επείνασε. Και προσελθών αυτώ ο πειράζων είπεν...”. Ο πειράζων προσήλθε στον Χριστό, όταν εκείνος πείνασε. Η πείνα δηλαδή τον προσελκύει, αλλά και η πείνα είναι αυτή που τελικά τον νικάει, όταν, φυσικά, ζητά ικανοποίηση από την λογική τροφή της ψυχής - τα ρήματα που εκπορεύονται από το στόμα του Θεού - και όχι μονοδιάστατα από την άλογη τροφή του σώματος.
Δεν πρέπει, λοιπόν, να παραξενευόμαστε, όταν κατά την νηστήσιμη περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής μας συμβαίνουν ποικίλοι πειρασμοί, που αφορούν στην προσωπική, οικογενειακή ή κοινωνική μας ζωή. Ο πειράζων σε τέτοιες περιόδους “προσέρχεται” στους Χριστιανούς. Με πολλούς “εσωτερικούς” τρόπους, αλλά και με θορυβώδη εξωτερικά γεγονότα, που έχουν ανταποκριτές στο εσωτερικό εμπαθείς λογισμούς, προσπαθεί να αχρειώση τον αγώνα της Μ. Τεσσαρακοστής. Όμως, “εάν νήφωμεν”, όλα αυτά γίνονται αιτίες πνευματικής ωρίμανσης, δρόμοι για βαθύτερη αυτογνωσία και θεογνωσία.

Η νηστεία, η όρεξη και η πείνα2
   Οπ. Αλέξανδρος Σμέμαν προσπαθώντας να δώση το πραγματικό περιεχόμενο της Χριστιανικής νηστείας, στο βιβλίο του “Μ. Τεσσακοστή, πορεία προς το Πάσχα”, γράφει: “Τελικά νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω. Να φτάνω δηλαδή στα όρια εκείνης της ανθρώπινης κατάστασης, οπότε φαίνεται καθαρά η εξάρτηση από την τροφή και, καθώς είμαι πεινασμένος, ν’ ανακαλύπτω ότι αυτή η εξάρτηση δεν είναι όλη η αλήθεια για τον άνθρωπο, ότι αυτή η πείνα είναι πρώτα απ’ όλα μια πνευματική κατάσταση και που αυτή, στην παραγματικότητα, είναι πείνα για το Θεό”.
Νηστεία, λοιπόν, σημαίνει πεινάω. Επειδή όμως η πείνα σε μας τους κατακυριευμένους από τις ηδονές συγχέεται με την όρεξη, πρέπει να χαραχθή μια σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ πείνας και όρεξης.
Πρόσφατα, στην εκπομπή του MEGA “Όλα για την υγεία”, ένας φιλοξενούμενος διαιτολόγος, σχολιάζοντας τις διάφορες “συνταγές αδυνατίσματος”, με τις οποίες “αδυνατίζουμε τρώγοντας”, υπογράμμισε τον κίνδυνο να θεωρούμε την όρεξη για πείνα. Πολλοί όταν έχουμε όρεξη να φάμε νομίζουμε ότι πεινάμε, γι’ αυτό, όταν δεν ικανοποιούμε την όρεξή μας, νομίζουμε ότι στερούμε τον οργανισμό μας από τροφές που τις έχει απόλυτη ανάγκη. Αυτός ο λογισμός παραλύει τον τόνο της ψυχής και δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αδυναμίας του σώματος. Αυτός ο λογισμός είναι ένας ύπουλος πειρασμός κατά τις περιόδους των νηστειών. Ο διαιτολόγος από την δική του σκοπιά τόνισε ότι η πείνα συνδέεται με τις πραγματικές ανάγκες του σώματος, ενώ η όρεξη έχει σχέση με την επιθυμία και την ηδονή της τροφής. Η ασκητική της χριστιανικής νηστείας μας λέει ότι αν αυτή η όρεξη αφεθή αχαλίνωτη οδηγεί στην γαστριμαργία και την λαιμαργία.
Όταν κατά τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν “νηστεύω σημαίνει μόνο ένα πράγμα: πεινάω”, νηστεύοντας οφείλουμε να προχωρούμε από την υποταγή της όρεξης στην ανάγκη, στον περιορισμό της ανάγκης στο ελάχιστο. Σε εκείνο το ελάχιστο όριο το οποίο θα μας επιτρέπη να καταλαβαίνουμε την “εξάρτηση από την τροφή” και να ανακαλύπτουμε ότι το πραγματικό περιεχόμενο της πείνας μας “είναι πείνα για τον Θεό”.


1ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΜΗΝΙΑΙΑ  ΕΚΔOΣΗ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΙΟΥ  ΒΛΑΣΙΟΥ (ΜΑΡΤΙΟΣ 1999) http://www.parembasis.gr/1999/99_03_05.htm
2  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ  ΜΗΝΙΑΙΑ  ΕΚΔOΣΗ  ΤΗΣ  ΙΕΡΑΣ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ  ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ  ΚΑΙ  ΑΓΙΟΥ  ΒΛΑΣΙΟΥ (ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001) http://www.parembasis.gr/2001/01_02_05.htm


πηγή

Εἰσαγωγὴ στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ Anthony Metropolitan of Sourozh


Σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὸ ποὺ πολλοὶ νομίζουν ἢ αἰσθάνονται, ἡ Σαρακοστὴ τοῦ Πάσχα εἶναι περίοδος χαρᾶς. Εἶναι ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ ἀποτινάξουμε κάθε τί ἄσχημο καὶ θανατηφόρο ἀπὸ μέσα μας γιὰ νὰ βροῦμε πάλι τὴ δύναμη νὰ ζήσουμε, νὰ βιώσουμε σὲ ὅλο τὸ βάθος του τὸ μυστήριο στὸ ὁποῖο εἴμαστε καλεσμένοι. Ἂν δὲν κατανοήσουμε αὐτὴ τὴν ποιότητα τῆς χαρᾶς στὴ νηστεία, θὰ τὴ μετατρέψουμε σὲ μιὰ καρικατούρα, σὲ μιὰ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ θὰ κάνουμε τὴ ζωὴ μας μίζερη.

Μπορεῖ, πράγματι, αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς χαρᾶς ποὺ πλέκεται μὲ τὴν ἐπίπονη προσπάθεια καὶ τὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα νὰ φαίνεται περίεργη, ὅμως ἀγκαλιάζει μὲ καθολικὸ τρόπο τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κατάκτηση. Δὲν χαρίζεται ἁπλὰ σὲ ἐκείνους ποὺ ἀδιάφορα καὶ τεμπέλικα τὴν περιμένουν νὰ ἔρθει. Γιὰ ὅσους τὴν ἀναμένουν μὲ τέτοιο πνεῦμα, θὰ ἔρθει, ἀλλὰ στὸ μέσον της νύχτας, σὰν τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσης. Σὰν τὸν κλέφτη ποὺ τρυπώνει ὅταν δὲν τὸν περιμένεις, σὰν τὸ Νυμφίο ποὺ φθάνει ἐνῶ οἱ μωρὲς παρθένες κοιμοῦνται. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ τρόπος ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσμένουμε τὴν Κρίση καὶ τὴ Βασιλεία.

Χρειάζεται νὰ ἀλλάξουμε τὴ νοοτροπία μας σὲ μιὰ νέα κατανόηση ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ξαναβροῦμε μέσα μας αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο περιέργως ἔχουμε ἀποξενωθεῖ: τὴ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου –κι ἂς ξέρουμε ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἴσως μᾶς ξενίζει τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Ἐκκλησία κηρύττουμε ὡς Εὐαγγέλιο – δηλαδὴ “καλὸ ἄγγελμα” - αὐτὸ τῆς Κρίσεως· κι ὅμως ἀναφωνοῦμε: “Ἔρχου Κύριε, ταχύ”, γιατί ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι φόβος ἀλλὰ ἐλπίδα.

Ὅσο ἀδυνατοῦμε νὰ ἀρθρώσουμε αὐτὰ τὰ λόγια, κάτι σημαντικὸ διαφεύγει ἀπὸ τὴ χριστιανική μας συνείδηση. Παραμένουμε, ὅ,τι κι ἂν προφασιστοῦμε, παγανιστὲς ἐνδεδυμένοι ροῦχα εὖ-ἀγγελιαφόρων. Συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ὁποίων λείπει ὁ Θεός. Ἄνθρωποι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἐρχομὸς Του εἶναι σκοτάδι καὶ φόβος καὶ ἡ κρίση Του δὲν εἶναι λύτρωση ἀλλὰ καταδίκη. Τὸ ἀντάμωμά μας μὲ τὸν Κύριο φαντάζει σὰν ἕνα τρομερὸ γεγονὸς κι ὄχι σὰν αὐτὸ ποὺ λαχταροῦμε καὶ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ζοῦμε. Ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιήσουμε, ἡ περίοδος τῆς νηστείας δὲν θὰ γίνει ποτὲ γιὰ μᾶς χαρά, ἀφοῦ εἶναι μιὰ περίοδος ποὺ ἐνσωματώνει ταυτόχρονα κρίση καὶ εὐθύνη: χρειάζεται νὰ προηγηθεῖ αὐτοκριτικὴ γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, τὴν Ἀνάσταση, μὲ ἀνοιχτὴ καρδιὰ καὶ πίστη, σὰν γιορτή.

Ἡ κρίση δὲν μᾶς ἐπιβάλλεται ἔξωθεν. Ναί, πράγματι θὰ ἔρθει ἡ μέρα ποὺ θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ θὰ κριθοῦμε· ἀλλά, πρὸς τὸ παρόν, ἐφόσον τὸ προσκύνημα συνεχίζεται, ὅσο τὸ τέλος ἐκκρεμεῖ καὶ ὁ δρόμος ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ ἁπλώνεται μπροστὰ μας ἀδιάβατος, κρινόμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ἂς θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου “ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ’ αὐτοῦ” (Ματθ. 5.25). Ὁρισμένοι Πατέρες βλέπουν στὸ πρόσωπο τοῦ “ἀντιδίκου” ὄχι τὸν διάβολο (μὲ τὸν ὁποῖο κανεὶς οὔτε εἰρηνεύει οὔτε συνδιαλέγεται), ἀλλὰ τὴ συνείδηση ποὺ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς γρηγορεῖ στὸ πλευρό μας καὶ οὐδέποτε ἡσυχάζει. Μὲ τὴ συνείδησή μας διαλεγόμαστε συνεχῶς, μᾶς ἀμφισβητεῖ κάθε στιγμὴ καὶ ὀφείλουμε νὰ συμφιλιωνόμαστε μαζί της. Ἀλλιῶς θὰ φτάσει κάποτε ἡ στιγμὴ τῆς Κρίσης καὶ τότε ὁ “ἀντίδικος” θὰ μεταμορφωθεῖ σὲ κατήγορο. Ἐνόσῳ, λοιπόν, ἀκόμα πορευόμαστε ἡ κρίση λαμβάνει χώρα διαρκῶς μέσα μας σὰν ἕνας διάλογος μὲ τὶς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὶς πράξεις μας· ὅλα αὐτὰ ποὺ τίθενται ἐνώπιόν μας νὰ κρίνουμε καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα κρινόμαστε.

Συχνὰ πορευόμαστε μέσα στὸ σκοτάδι, ἀφοῦ σκοτισμένα εἶναι καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ καὶ τὰ μάτια μας. Μόνο ἐὰν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φωτίσει τὴ ζωὴ μας ὑπάρχει δυνατότητα ν’ ἀρχίσουμε νὰ διακρίνουμε μέσα μας τὸ σωστὸ καὶ τὸ λάθος. Σ’ ἕνα ἀξιοσημείωτο κείμενό του ὁ Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης γράφει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀποκαλύπτει τὴν ἀσχήμια τῆς ψυχῆς μας παρὰ μόνο ἐὰν δεῖ μέσα μας ἀρκετὴ πίστη καὶ ἐλπίδα ἱκανὴ ὥστε νὰ μὴν καταρρεύσουμε στὸ ἀντίκρισμα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Μὲ ἄλλα λόγια, ὅποτε εἴμαστε σὲ θέση ν’ ἀναγνωρίσουμε τὴ σκοτεινὴ πλευρὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας, τότε ἀρχίζουμε νὰ κάνουμε κάποια βήματα αὐτογνωσίας κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν φωτισμὸ τῆς Θείας δικαιοσύνης. Δύο τινὰ συμβαίνουν τότε: ἀφενὸς μᾶς ξενίζει ἡ ἀσχήμια ποὺ φανερώνεται μπροστά μας, ἀφετέρου αἰσθανόμαστε χαρὰ γιατί ἀναγνωρίζουμε τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ἐμπιστεύεται μιὰ νέα γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ ἄλλοτε δὲν τὴν ἐπέτρεπε γιατί δὲν εἴχαμε τὴ δύναμη νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴν ἀλήθεια. Κι ἔτσι, ἡ κρίση μετατρέπεται σὲ χαρὰ γιατί ἡ ἀποκάλυψη τῶν ἀστοχιῶν μας συνοδεύεται ἀπὸ τὴ γνώση ὅτι ὁ Θεὸς εἶδε μέσα μας πίστη καὶ ἐλπίδα καὶ καρτερία ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν ὄχι μόνο νὰ δοῦμε πιὸ καθαρὰ ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνεργήσουμε.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι σημαντικὰ ἐὰν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε γιατί ἡ νηστεία καὶ ἡ χαρὰ πᾶνε μαζί. Ἀλλιῶς, ἡ διαρκής, ἐπίμονη προσπάθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς φέρει σὲ ἐπίγνωση, μπορεῖ νὰ μᾶς βαρύνει ἀντὶ νὰ μᾶς χαροποιεῖ, ὥστε δὲν θὰ εἴμαστε πιὰ σὲ θέση νὰ φτάσουμε στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μὲ χαρά, γιατί θὰ φανταζόμαστε ὅτι ἡ Ἀνάσταση δὲν μᾶς ἀφορᾶ.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἰσάγει τοὺς πιστοὺς στὴ Σαρακοστὴ μὲ μία σειρὰ προκαταρκτικῶν ἑβδομάδων κατὰ τὶς ὁποῖες τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς ὁδηγεῖ βῆμα πρὸς βῆμα ἀπὸ τὸ σκοτάδι πρὸς τὸ φῶς τῆς κρίσεως.

Τὸ πρῶτο, δραματικὸ στάδιο συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε τυφλοί, κι ὅμως ἀνίδεοι γιὰ τὴν τυφλότητά μας. Ἐνῶ βρισκόμαστε στὸ σκοτάδι δὲν συνειδητοποιοῦμε ὅτι τὸ σκοτάδι εἶναι γύρω καὶ μέσα μας. Τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ μᾶς μιλᾶ σχετικὰ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Βαρτίμαιου, τοῦ τυφλοῦ ἐπαίτη στὴν πύλη τῆς Ἱεριχοῦ, ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἢ ἔχασε τὸ φῶς του ἢ ἦταν ἐκ γενετῆς τυφλός, ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωση ζοῦσε στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι. Δὲν ὑπῆρχε ζωή, οὔτε φῶς, οὔτε χαρὰ γι’ αὐτόν. Πιθανὸν νὰ εἶχε συμφιλιωθεῖ μὲ τὴ δυστυχία του. Συνέχιζε νὰ ἐπιβιώνει μέρα μὲ τὴ μέρα, χάρη στὴν ψυχρή, ἀδιάφορη ἐλεημοσύνη τῶν περαστικῶν. Ἀλλὰ ἕνα πράγμα ἔκανε τὴ δυστυχία του τραγική: Ζοῦσε τὸν καιρὸ τοῦ Ἰησοῦ. Πρέπει νὰ ἄκουσε πολλὲς φορὲς νὰ μιλοῦν γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ποὺ γιάτρευε ἀνθρώπους καὶ ἀνακαίνιζε τὰ πράγματα, ποὺ ἔδινε φῶς σὲ τυφλοὺς καὶ θεράπευσε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό. Αὐτὴ ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ἡ λαχτάρα τῆς ἀνέλπιστης γιατρειᾶς, ἔκανε τὸ σκοτάδι του ἀκόμα πιὸ πυκνό. Θὰ ἦταν ἀπίθανο ὁ Θεὸς νὰ βρεθεῖ στὸ δρόμο του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἴδιο δὲν θὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸ νὰ καταφέρει νὰ συναντήσει αὐτὸν τὸν ἀκούραστο κήρυκα καὶ ἰατρὸ ποὺ ἀδιάκοπα περιόδευε. Πῶς θὰ μποροῦσε ἕνας τυφλὸς ἄνθρωπος ν’ ἀκολουθήσει ἕναν περιοδεύοντα; Συνειδητοποίησε τὸ μέγεθος τῆς τυφλότητάς του μπροστὰ στὴ δυνατότητα ποὺ ὑπῆρχε νὰ ἀναβλέψει. Ἡ ἀπελπισία του μεγάλωσε ἀφότου γεννήθηκε μέσα του ἡ ἐλπίδα. Κι ἔτσι, ὅταν ἄκουσε τὸν Χριστὸ νὰ πλησιάζει ἱκέτευσε γιὰ τὴν θεραπεία του ἀπὸ τὰ βάθη αὐτῆς τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς φλογερῆς ἐπιθυμίας του νὰ σωθεῖ.

Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο βῆμα ποὺ συχνά μᾶς φαίνεται τόσο δύσκολο: νὰ ἔρθουμε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὴν πραγματική μας κατάσταση, κι ὄχι νὰ παρηγοροῦμε τὸν ἑαυτό μας ὅτι διάγουμε ἕνα εἶδος ζωῆς ποὺ εἶναι ἱκανὸ ν’ ἀντικαταστήσει τὴ θεία ζωή. Ὀφείλουμε νὰ παραδεχτοῦμε ὅτι σὲ ἀναφορὰ μὲ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ βρισκόμαστε στὸ σκοτάδι. Καὶ νὰ σκεφτοῦμε ὅτι χωρὶς φῶς εἴμαστε χαμένοι, γιατί τὸ σκοτάδι στὸ ὁποῖο ἔχουμε ἀφεθεῖ εἶναι ὁ θάνατος, ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀλλάξουμε στάση ἂν δὲν καταλάβουμε ὅτι ἡ κατάστασή μας εἶναι ἀπελπιστικὴ· ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου, τὸ μόνο ποὺ ἔχει νόημα. Τότε θὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸ Θεό, ἐλπίζοντας ὅτι ἐκεῖνος θὰ ἐνεργήσει. Μόνο αὐτὴ ἡ θανάσιμη ἀγωνία μπορεῖ νὰ μᾶς ἀφυπνίσει, σὰν τοῦ Βαρτίμαιου, ποὺ κανεὶς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ σταματήσει τὶς κραυγές του γιὰ βοήθεια ὅταν κατάλαβε ὅτι ἦρθε ἡ ἀποφασιστικὴ στιγμή. Περνοῦσε ὁ Χριστός. Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ θὰ εἶχε προσπεράσει καὶ τὸ σκοτάδι του θὰ γινόταν μόνιμο, ἀθεράπευτο.

Ἕνας ἄλλος λόγος ποὺ μᾶς κρατάει συνήθως σὲ ἀδράνεια εἶναι ὁ φόβος μας γιὰ τὴ γνώμη τῶν ἀνθρώπων. Ὅσο πιστεύουμε πὼς πρέπει νὰ συντηροῦμε μία συγκεκριμένη εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ μας πρὸς τὰ ἔξω εἶναι φοβερὰ δύσκολο νὰ ἀλλάξουμε, κι αὐτὸ μᾶς φανερώνει ἡ παραβολὴ τοῦ Ζακχαίου, ποὺ ἀκολουθεῖ. Τὸ πρόβλημα τοῦ Ζακχαίου ἦταν τὸ ἑξῆς: Ἤθελε ἀπεγνωσμένα νὰ δεῖ τὸν Χριστό. Θὰ ἔπαιρνε τὸ ρίσκο νὰ ἐξευτελίσει τὸν ἑαυτό του; Τὸ νὰ φθάσει κανεὶς νὰ γίνει γελοῖος διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὴν ἀπόρριψη ποὺ συνήθως βιώνουμε καὶ καταφέρνουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε χρησιμοποιώντας ὡς προκάλυμμα τὴν ὑπερηφάνειά μας. Ἡ γελοιοποίηση ξεπερνᾶ τὸ κουράγιο τῶν περισσοτέρων ἀπό μᾶς. Μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε ἕναν τραπεζικὸ διευθυντὴ μιᾶς μικρῆς πόλης νὰ σκαρφαλώνει σ’ ἕνα δέντρο ἐνώπιον τοῦ πλήθους καὶ νὰ δέχεται τὶς κοροϊδίες καὶ τὰ ἐπιφωνήματα τῶν μικρῶν παιδιῶν, χάριν μιᾶς συνάντησης μὲ τὸν Χριστό; Αὐτὴ ἦταν ἡ θέση τοῦ Ζακχαίου, τοῦ ἰσχυροῦ καὶ πλούσιου ἄνδρα. Ἀλλὰ γιὰ ἐκεῖνον ἡ συνάντηση μὲ τὸν Χριστὸ εἶχε τόση σημασία –ἦταν ἕνα ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου- ποὺ βρῆκε τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀγνοήσει τὴν γελοιότητα καὶ τὴν ταπείνωση, προσηλωμένος στὴν ἐπιθυμία του. Καὶ εἶδε τὸν Χριστό.

Ὑπάρχουν δύο τρόποι γιὰ νὰ πάψουμε νὰ ἑξαρτώμαστε ἀπὸ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Εἴτε θὰ πράξουμε ὅπως ὁ Ζακχαῖος, ἀποδεχόμενοι τὴν ταπείνωση ὡς οὐσιῶδες μέρος τῆς σωτηρίας μας, εἴτε θὰ ἐπιτρέψουμε στὴν καρδιά μας νὰ σκληρύνει καὶ μὲ τὴν ὑπερηφάνειά μας θὰ ἀκυρώσουμε τὴν κρίση τῶν ἄλλων. Δὲν ἔχουμε ἄλλη ἐπιλογή. Ὑπάρχει μόνο ἡ αὐθόρμητη ταλάντευση καὶ ἡ ἀδυναμία ποὺ ὅλοι βιώνουμε πρὶν ἀποφασίσουμε ἀνάμεσα στὸ σωστὸ καὶ τὸ λάθος, γιατί κάθε φορὰ ποὺ κλείνουμε πρὸς τὸ λάθος φοβόμαστε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ ὅποτε ἀναζητοῦμε τὸ σωστὸ βρισκόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὑπερηφάνεια ἢ ἡ ταπείνωση εἶναι οἱ μόνοι δρόμοι ποὺ θὰ μᾶς ἐλευθερώσουν ἀπὸ τὸ δίλημμα.

Ἡ ἑπόμενη παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου εἶναι ἐνδεικτική τῆς πρώτης, αἰχμηρῆς κρίσης ποὺ εἶναι συνάμα ἀνθρώπινη καὶ θεϊκή. Ἐὰν ἀναρωτηθοῦμε πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Φαρισαῖος νὰ εἶναι τόσο ὑψιπετὴς παρὰ τὶς ὑψηλές του γνώσεις γιὰ τὸν Θεὸ καὶ ὁ Τελώνης τόσο ταπεινὸς παρὰ τὴν ἁπλότητά του, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαντήσουμε ὡς ἑξῆς: οἱ ἀναφορὲς τοῦ Φαρισαίου βρίσκονται στὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὔκολο νὰ αἰσθάνεται ὅτι δικαιώνεται μὲ νομικὸ τρόπο, μὲ βάση τὸ νόμο καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Μπορεῖ πάντοτε νὰ πληροῖ τοὺς κανόνες καὶ νὰ αἰσθάνεται ἀνεπίληπτος. Ἀλλὰ οἱ ἀναφορὲς τοῦ Τελώνη διαφέρουν. Δὲν ἦταν νομοταγής. Ὅ,τι γνώριζε ἀπὸ τὸ νόμο συνοψίζονταν στὰ ἑξῆς: συγκεκριμένα χωρία τοῦ νόμου ἔθεταν τὶς πράξεις καὶ τὴ ζωή του στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ· κι ἄλλα πάλι χωρία τὰ χρησιμοποιοῦσε ὁ ἴδιος γιὰ νὰ διεκδικήσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτὸ ποὺ ζητοῦσε. Ὁ νόμος ἦταν ἕνα δυνατό, βάναυσο καὶ σκληρὸ ἐργαλεῖο ἄλλοτε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, κι ἄλλοτε στὰ δικά του. Καὶ καθὼς ἦταν γνώστης τῆς ζωῆς, ἤξερε καλὰ ὅτι ἡ μόνη σωτηρία ἀπὸ τὸ νόμο ἦταν ἡ ἀνθρώπινη εὐσπλαχνία καὶ ἡ ἀνθρώπινη συμπόνια. Μόνο ἡ ἀνθρώπινη σχέση ἦταν δυνατὸ νὰ σώσει τὸν χρεωμένο ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν αἰσχροκερδῆ ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ δικαστῆ. Ἔτσι οἱ ἀναφορὲς του βρίσκονταν σὲ σύγκρουση ἀνάμεσα σὲ δύο πράγματα: Ἀπὸ τὴ μιὰ ἦταν ὁ νόμος, ἀδυσώπητος καὶ ἀμείλικτος, ποὺ ὁ ἴδιος ποτὲ δὲν ἔβρισκε τὴ δύναμη νὰ ὑπακούσει, ἀλλὰ ποὺ ἦταν σὲ θέση νὰ χρησιμοποιεῖ μὲ ὠμότητα ἀπέναντι σὲ ἄλλους. Καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἀνθρώπινη σχέση, ποὺ ἦταν ἱκανὴ νὰ ἐξομαλύνει καὶ νὰ θεραπεύσει τὰ πάντα. Οἱ ἀναφορὲς τοῦ Τελώνη ἦταν οἱ συνάνθρωποί του, οἱ γείτονές του, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀόρατου γείτονα, τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ βρῆκε τὴ δύναμη καὶ στάθηκε στὸ κατώφλι τοῦ ναοῦ καὶ ἔτυπτε τὸ στῆθος του, μὲ ἀπελπισία: Σὲ πεῖσμα κάθε λογικῆς, γνώριζε πὼς στὸν κόσμο τῶν σκληρῶν καὶ ἀμείλικτων ἀνθρώπων ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ ὅλα εἶναι δυνατά, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν παύει νὰ εἶναι ἄνθρωπος ἀκόμα καὶ μέσα στὴ σκληρότητά του. Τὸ ἴδιο πίστευε καὶ γιὰ τὸν Θεό. Ὁ νόμος τὸν καταδίκαζε ἀλλὰ ὁ Θεὸς δὲν ἦταν μόνο νομοθέτης οὔτε μόνο ἐπιτηρητὴς τοῦ νόμου. Ἦταν ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει μὲ φιλανθρωπία μέσα στὰ πλαίσια τοῦ νόμου Του. Αὐτὴ ἡ γνώση ταπείνωσε τὸν Τελώνη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί οἱ ὅροι τῆς ἀναφορᾶς του περιεῖχαν ἐλπίδα καὶ τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐλπίδας του ἦταν τὸ ἔλεος, ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ ἀγάπη.

Ἡ ἴδια ἀλήθεια ἐμφανίζεται καὶ στὴν ἑπόμενη παραβολή, τοῦ Ἄσωτου Γιοῦ. Κι ἐδῶ βρίσκουμε δύο πρόσωπα, τὸν δίκαιο καὶ τὸν φαῦλο. Ὁ ἄσωτος γιὸς κατὰ μία ἔννοια εἶναι μία ἄλλη ὄψη τοῦ Τελώνη καὶ ὁ μεγάλος ἀδελφὸς μοιάζει μὲ τὸν Φαρισαῖο. Ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἴμαστε ἀντιμέτωποι μόνο μὲ τὴ σύγκρουση ἀνάμεσα στὸ νόμο ποὺ εἶναι ἀντικειμενικὸς καὶ γι’ αὐτὸ νεκρὸς καὶ τὸ ἔλεος ποὺ εἶναι ὑποκειμενικὸ γιατί εἶναι ζωντανὸ καὶ προσωπικό. Ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὴν ἴδια τὴν ἁμαρτία. Τί εἶναι ἁμαρτία; Ὁρίζεται καθαρά, θὰ ἔλεγε κανείς, στὸ σύντομο διάλογο ἀνάμεσα στὸν Πατέρα καὶ τὸν γιὸ στὴν ἀρχὴ τῆς παραβολῆς. Κι ἂν θελήσουμε νὰ τὸν μεταφέρουμε στὴ σύγχρονη ἐποχὴ μὲ ἕναν ὄχι τόσο κομψὸ τρόπο σὰν τοῦ Εὐαγγελίου, θὰ τὸν συνοψίζαμε σὲ λόγια ὅπως αὐτά: “Πατέρα θέλω νὰ ζήσω ἀλλὰ στέκεσαι ἐμπόδιο στὸ δρόμο μου. Ὅσο ζεῖς ἡ περιουσία σοῦ ἀνήκει. Πρέπει, λοιπόν, νὰ φύγεις ἀπὸ τὴ μέση. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶσαι ἤδη νεκρός. Δὲν μπορῶ νὰ περιμένω μέχρι νὰ πεθάνεις στ’ ἀλήθεια. Ἂς συμφωνήσουμε ὅτι ὅσο τουλάχιστον μὲ ἀφορᾶ δὲν ἔχω πιὰ πατέρα, ἀλλὰ κατέχω τὴν περιουσία του γιατί τὸν ἔχω κληρονομήσει”. Αὐτὸ εἶναι λίγο ἕως πολὺ τὸ περιεχόμενο τοῦ διαλόγου ποὺ συχνὰ διαμείβεται ἀνάμεσα σὲ γονεῖς καὶ παιδιὰ ἀλλὰ κι ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ σχετίζονται μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο. Μὲ ἄλλα λόγια: “Δὲν σὲ ὑπολογίζω σὰν πρόσωπο. Στέκεσαι στὸ δρόμο μου. Τὸ μόνο ποὺ ἔχει ἀξία γιὰ μένα εἶναι ὅ,τι μπορῶ νὰ ἁρπάξω ἀπὸ σένα. Κι ἀφοῦ πάρω αὐτὸ ποὺ θέλω μπορεῖς νὰ ἐξαφανιστεῖς. Πρέπει νὰ ἀποδεχτεῖς ὅτι δὲν ὑπάρχεις”. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἁμαρτίας ἀπέναντι στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπὸ τὸν Θεὸ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ δεχτοῦμε ὅσα μᾶς προσφέρει καὶ κατόπιν νὰ τὸν ἐξορίσουμε ἀπὸ τὴ ζωή μας, μὲ τὸν ἴδιο ἀδίστακτο τρόπο ποὺ ὁ Ἄσωτος λησμόνησε τὸν Πατέρα του στὴν ξένη γῆ. Ἀλλὰ καὶ τὸν συνάνθρωπό μας πρόθυμα τὸν παραμερίζουμε καὶ τὸν ἀποκλείουμε ἀπὸ τὴ ζωή μας γιατί δὲν μετράει. Αὐτὸ ποὺ μετράει εἶναι τὰ ἀντικείμενα καὶ ἡ ἐκμετάλλευσή τους.

Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ μία ἄλλη ὄψη τῆς παραβολῆς: ἡ πείνα, ἡ δυστυχία καὶ ἡ μοναξιά, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀποστρεφόμαστε στὴ ζωὴ κι ὅμως ἀποτελοῦν συχνὰ τὴ μόνη ἐλπίδα μας νὰ σωθοῦμε. Ὅσο διάγουμε στὴν ἄνεση τοῦ βίου ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν πραγματική μας κατάσταση. Ἀποδεικνυόμαστε ἀνίκανοι νὰ σκύψουμε μέσα μας καὶ νὰ δοῦμε ὅτι εἴμαστε μόνοι στὴ μέση του πλήθους καὶ πάμφτωχοι στὸ κέντρο τοῦ πλούτου. Εἶναι σημαντικὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὅλα τὰ πικρὰ καὶ δύσκολα ποὺ ἀνταμώνουμε στὸ δρόμο μας, ὅλα αὐτὰ ποὺ μισοῦμε καὶ φοβόμαστε, εἶναι ἡ σωτηρία μας. Γιὰ μᾶς ἡ στέρηση εἶναι ὅρος οὐσιώδης. Κι ἂν δὲν ἔχουμε στερηθεῖ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ στερούμαστε στὸ σημεῖο ποὺ ἡ ἔλλειψη θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν ἐπίγνωση ὅτι ἀντικρίζουμε τὸν Θεὸ σὲ κατάσταση ὁλοκληρωτικῆς γύμνιας καὶ ἀνέχειας –τὴ μόνη κατάσταση ποὺ μᾶς ἀνήκει.

Ἕνας ὄμορφος μύθος διηγεῖται τὴ ζωὴ ἑνὸς πάμφτωχου ραβίνου ποὺ πρωΐ-βράδυ εὐχαριστοῦσε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ γενναιοδωρία Του. Κάποιος ποὺ ἄκουσε τὴν προσευχὴ του ἀναρωτήθηκε: “Πῶς μπορεῖς νὰ εἶσαι τόσο ὑποκριτής; Δὲν βλέπεις ὅτι ὁ Θεός σοῦ ἔχει στερήσει τὰ πάντα;” Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: “Κάνεις λάθος. Ὁ Θεὸς μὲ κοίταξε καὶ σκέφτηκε, “αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ σωθεῖ ἔχει ἀνάγκη τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, τὸ κρύο καὶ τὴ μοναξιά, τὴν ἀρρώστια καὶ τὴν ἐγκατάλειψη.” Καὶ μοῦ τὰ ἔδωσε σὲ ἀφθονία”. Νὰ τὸ ἀληθινὸ χριστιανικὸ ἦθος, ἡ συμπεριφορὰ ἑνὸς πιστοῦ γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ μόνο ποὺ ἔχει πραγματικὴ σημασία εἶναι ἡ ψυχή του. Τὸ ἴδιο μᾶς φανερώνει καὶ ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ Ἀσώτου.

Ὁ ἄσωτος γιὸς μᾶς διδάσκει καὶ κάτι ἀκόμα. Ἐπιστρέφει ἔχοντας προετοιμάσει τὴν ὁμολογία του: “Πατέρα ἁμάρτησα. Δὲν ἀξίζω πλέον νὰ καλοῦμαι υἱός σου. Συγκατέλεξέ με ἀνάμεσα στοὺς δούλους σου”. Ἀλλὰ ὁ Πατέρας δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ συνεχίσει. Ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ξεστρατισμένος γιός, μία ἄσωτη θυγατέρα, ἕνας ἀνάξιος φίλος. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ξεπερνάει τὶς δυνατότητές μας εἶναι νὰ ὑποβιβάσουμε τὴν ποιότητα τῆς σχέσης μας. Ἕνας ἀνάξιος γιὸς δὲν μπορεῖ νὰ μετατραπεῖ σὲ ἄξιο μισθοφόρο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτιμήσουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς δόθηκε μὲ τὴ γέννησή μας, τὸ δικαίωμα ποὺ μᾶς χάρισε ἡ ἀγάπη. Δὲν γίνεται, δηλαδή, νὰ ψάχνουμε γιὰ συμβιβασμοὺς καὶ γιὰ νομικὲς ὁριοθετήσεις στὶς σχέσεις μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ λέμε: “Ἀδυνατῶ νὰ σοῦ χαρίσω τὴν καρδιά μου, ἀλλὰ θὰ σοῦ φερθῶ καλά. Δυσκολεύομαι νὰ σὲ ἀγαπήσω, ἀλλὰ θὰ σὲ ὑπηρετήσω”. Εἶναι μία ψεύτικη σχέση ποὺ ὁ Θεὸς δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ δεχθεῖ.

Τὸ τελευταῖο βῆμα στὸ δρόμο γιὰ τὴ Σαρακοστὴ μᾶς δίνεται μέσα ἀπὸ τὴν παραβολὴ τῶν ἀμνῶν καὶ τῶν ἐριφίων ποὺ θέτει ἐνώπιόν μας τὸν ἑξῆς προβληματισμό: Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀφείλουμε νὰ κρίνουμε κι αὐτὸ ποὺ τελικά μᾶς κρίνει; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ξεκάθαρη. Εἶναι πιθανὸν νὰ νομίζουμε ὅτι κρινόμαστε μὲ βάση τὴν ἱκανότητά μας νὰ θεολογοῦμε ἢ νὰ μετέχουμε μὲ τὴν ὑψηλὴ θεωρία σ’ ἕναν κόσμο ὑπερβατικό. Ὡστόσο, ἡ παραβολὴ μᾶς ξεκαθαρίζει ὅτι ἡ ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ πρὶν εἰσέλθουμε στὴ Θεία πραγματικότητα εἶναι πιὸ ἁπλή: Ἔχετε γίνει ἄνθρωποι; Ἐὰν ὄχι, μὴν φαντάζεστε ὅτι θὰ μπορέσετε ποτὲ νὰ ὁμοιάσετε τὸν Θεό, τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ, ποὺ εἶναι τὸ μέτρο γιὰ κάθε τι.

Αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι σημαντικό, γιατί μόνιμα πέφτουμε σὲ μία λανθασμένου τύπου κρίση. Μετρᾶμε τὴν ἀτομική μας σχέση μὲ τὸν Θεό, πόσο πιστοὶ εἴμαστε ἢ πόσα γνωρίζουμε γιὰ τὸν Θεό, ζητήματα ποὺ ἔχουν νὰ κάνουν μ’ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουμε “πιετισμό”, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν χριστιανισμό. Ἀλλὰ ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἶστε ἄνθρωποι ἢ μήπως ὑπ-άνθρωποι; Μὲ ἄλλα λόγια, εἶστε ἱκανοὶ ν’ ἀγαπήσετε ἢ ὄχι; Ἤμουν νηστικός, διψασμένος, γυμνός, φυλακισμένος, ἄρρωστος. Ἤσασταν σὲ θέση ν’ ἀνταποκριθεῖτε στὴ δυστυχία μου μὲ ὁποιοδήποτε κόστος καὶ μὲ ὅλη σας τὴν καρδιά, ἢ ὄχι;

Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἂς θυμηθοῦμε ὅσα εἴπαμε γιὰ τὸν Τελώνη καὶ τὸν Φαρισαῖο. Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς ζητᾶ νὰ ἐκπληρώσουμε τὸ νόμο. Δὲν πρόκειται νὰ ζυγίσει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερὸ ποὺ προσφέραμε, οὔτε θὰ ἀριθμήσει τὶς ἐπισκέψεις μας σὲ ἀσθενεῖς καὶ τὰ παρόμοια. Αὐτὸ ποὺ θὰ μετρήσει εἶναι ἡ ἀνταπόκριση τῆς καρδιᾶς μας. Ἡ πράξη συχνὰ καθ’ αὐτὴ δὲν σημαίνει τίποτα. Γινόμαστε ἄνθρωποι τὴ στιγμὴ πού, σὰν τὸν Τελώνη καὶ τὸν Ἄσωτο γιό, θὰ ἔχουμε φτάσει στὴν ἀγάπη καὶ ἡ καρδιά μας θὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ στὸν ἀνθρώπινο πόνο. Ἔχοντας αὐτὸ κατὰ νοῦ δὲν θὰ μποῦμε ποτὲ στὴ διαδικασία νὰ αἰσθανθοῦμε δικαιωμένοι γιατί δὲν πρόκειται γιὰ ἕνα ζήτημα ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἐκπλήρωση τοῦ νόμου ἀλλὰ στὸ κατὰ πόσον ἀφομοιώσαμε τὸ νόμο ὥστε αὐτὸς νὰ δώσει καρπὸ μέσα μας τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης.

Ἔτσι θὰ ἀρχίσουμε νὰ κατανοοῦμε τὸν ἀνακαινιστικὸ ρόλο ποὺ μπορεῖ νὰ παίξει ἡ περίοδος τῆς Σαρακοστῆς. Θὰ ἔχουμε περάσει ἀπὸ ὅλα τὰ στάδια τῆς κρίσης καὶ θὰ ἔχουμε ἀφήσει πίσω μας τὸ σκοτάδι καὶ τὸ νόμο, ἐνῶ μπροστὰ μας θὰ ἀντικρίζουμε τὸ μυστήριο τῆς σχέσης ποὺ καλεῖται “ἔλεος” ἢ “Χάρη”. Καὶ θὰ εἴμαστε πλέον ἀντιμέτωποι πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὴν οὐσία τῆς ἀνθρωπιᾶς μας, ποὺ ἀξίζει νὰ θυμόμαστε πὼς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ὁμοίωσή μας μὲ τὸν Χριστό.

Μὲ αὐτὲς τὶς σκέψεις ἂς πορευτοῦμε στὸν καιρὸ τῆς νηστείας. Ἂς ξεκινήσουμε μέσα ἀπὸ τὰ ἀναγνώσματα καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ βαδίσουμε τὴ μακριὰ πορεία τῆς μετά-νοιας. Ἔτσι, θὰ ἀνακαλύψουμε τὴν ἐνέργεια τῆς Θείας χάρης ποὺ μόνον αὐτὴ ἔχει τὴ δύναμη νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ μοιάσουμε μὲ τὸν Χριστό.


πηγή

Μ. ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ


Μ.ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ:

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

(Πνευματικά Σταχυολογήματα από το εξαίρετο βιβλίο του εκλεκτού θεολόγου (δ.θ.) Νικόλαου Γ. Νευράκη: ΤΟ ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟ ΤΡΙΩΔΙΟ, Αθήνα 1995)

 Επιμέλεια:  Μιχαήλ Χούλης  Θεολόγος καθηγητής

  

Πριν από 520 χρόνια, ο διάσημος εξερευνητής Χριστόφορος Κολόμβος, μετά από 70 ημέρες ταξίδι και σκληρό αγώνα με τα άγρια κύματα και τον δύσκολο χαρακτήρα των υπόλοιπων ναυτικών, ανακάλυψε το νέο κόσμο, την Αμερική. Το ίδιο και ο αγωνιζόμενος κατά των παθών του, χριστιανός,στις 70 ημέρες του πνευματικότατου Τριωδίου(από Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι Μ. Σάββατο βράδυ), κατορθώνει να ανακαλύψει τον πάμφωτο κόσμο της ανάστασης του Ιησού.Η Σαρακοστήείναι περίπου το 1/10 του χρόνου (αν εκλάβουμε ότι αυτός αποτελείται χονδρικά από 400 ημέρες). Συνήθεια Ιουδαίων, και Χριστιανών αργότερα, ήταν να προσφέρουν τη Δεκάτη στους φτωχότερους. Αν όλοι εφάρμοζαν σήμερα τη χρυσή αυτή κοινωνική συνήθεια δεν θα υπήρχαν πλέον αναγκεμένοι άνθρωποι. Η Μ. Σαρακοστή λέγεται ‘Μεγάλη’ γιατί είναι κατά μια εβδομάδα μεγαλύτερη από εκείνη των Χριστουγέννων. Η τελευταία Εβδομάδα λέγεται ‘Μεγάλη’ γιατί αναπαριστά τα τελευταία κοσμοσωτήρια γεγονότα της ζωής του Ιησού. Η Μ. Σαρακοστή είναι μοναδική και ξεχωριστή περίοδος του εκκλησιαστικού έτους. Όαση μέσα στη σύγχρονη Σαχάρα. Στη Ρωσία, τη Μ. Σαρακοστή, τα δικαστήρια και τα θέατρα αργούσαν. Ακόμη και τα παιδιά περιόριζαν τα παιχνίδια τους στους δρόμους(Αλέξ. Σμέμαν, Μ. Σαρακοστή, σελ. 115).
Περιλαμβάνει ωραιότατες και θεολογικότατες Ακολουθίες, όπως του Εσπερινού των Κυριακών, του Μ. Αποδείπνου, τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων, τους Χαιρετισμούς της Θεοτόκου, τους Εσπερινούς Σαββάτου και Όρθρου Κυριακής, τις Λειτουργίες του Μ. Βασιλείου, του Μ. Κανόνα:
Ο Εσπερινός των Κυριακώνπεριλαμβάνει τον γνωστό αρχαιότατο ύμνο ‘Φως Ιλαρόν’, θαυμάσιους ψαλμούς (103, 140, 141), κατανυκτικούς ύμνους κ.α. Ο Εσπερινός και ο Όρθρος δημιουργήθηκαν στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα και από εκεί διαδόθηκαν σε όλη την Εκκλησία.
Το Μ. Απόδειπνοτελείται όλη τη Μ. Σαρακοστή και ακούγεται το ‘Κύριε των Δυνάμεων μεθ’ ημών γενού’, που προέρχεται από τον ψλμ. 45: «Κύριος των Δυνάμεων μεθ’ ημών». Ο ψλμ. αυτός ενέπνευσε το 1822 τον αγωνιστή Λυκούργο Λογοθέτη και εμψύχωσε τους Σάμιους ώστε απέτρεψαν την τουρκική επέλαση στο νησί(Κ. Καλλινίκου, ‘Ο ιερός Ψαλτήρ εν τη πράξει’, Θεσσαλ. 1927, σελ. 34-35).
Στις Λειτουργίες Προηγιασμένων(συνήθως Τετάρτη και Παρασκευή), επειδή είναι πένθιμη όλη αυτή η περίοδος και δεν τελείται Λειτουργία τις καθημερινές (πλην Σαββάτου), και για να κοινωνούν όσοι επιθυμούν, τα Άγια έχουν προσκομισθεί από προηγούμενη Κυριακάτικη Λειτουργία, τα οποία μεταφέρει ο ιερέας με σκεπασμένη κεφαλή, αργά και πολύ κατανυκτικά, από το πλαϊνό παραπόρτι μέσω της Ωραίας Πύλης στην Άγια Τράπεζα. Διαβάζονται 15 ψαλμοί (119-133) που λέγονται ‘Προς Κύριον’, Αναγνώσματα από Γένεση, Παροιμίες και Ιώβ και 10 τροπάρια της ημέρας. Ιδιαίτερη γλυκύτητα έχει το ‘Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου….’. Ο Σαιν Σαν, διάσημος μουσουργός, όταν άκουσε στην Αλεξάνδρεια για πρώτη φορά βυζαντινή μουσική, έμεινε έκπληκτος και δήλωσε ότι ευχαρίστως θα θυσίαζε τη μουσική του προκειμένου να γράψει βυζαντινά μέλη(βλ. Ν. Τσιγκούλη, ‘Η Βυζαντινή μουσική ως ελληνοχριστιανική παράδοσις’, Αθ. 1967, σελ. 34).
Οι Χαιρετισμοί προς την Θεοτόκο, που ψάλλονται κάθε Παρασκευή βράδυ (εξαίρετος ύμνος το ‘Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια’), ξεκίνησαν να συνθέτονται μετά τον Αύγουστο του 626, όταν οι Άβαροι πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη και σώθηκε η Πόλις θαυματουργικά. Η Θεοτόκος ονομάζεται από τους Πατέρες της Εκκλησίας ‘Προφήτις’, ‘θεός μετά τον Θεό’, και ‘το πιο μεγάλο θαύμα του κόσμου’. Επαινέθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ και ονομάστηκε ‘Κεχαριτωμένη’, κατά τη θεία σύλληψη του Ιησού (Λουκ. 1,28). Κατά το τέλος, διαβάζονται οι θαυμάσιες ευχές του Αποδείπνου ‘και δος ημίν Δέσποτα προς ύπνον απιούσιν…’, καθώς και το ‘Άσπιλε, Αμόλυντε, Άφθορε, Άχραντε, Αγνή Παρθένε Θεόνυμφε, Δέσποινα….’, έργα του 11ουαι. Το τελευταίο τροπάριο ‘την ωραιότητα της Παρθενίας σου…’ αποδίδει τη σπουδαιότητα της εορτής.
Οι Εσπερινοί του Σαββάτου και Όρθρου Κυριακήςείναι αφιερωμένοι στην Ανάσταση του Κυρίου. Ακούγεται το ‘Ότε κατήλθες …..’, το ‘Ευφραινέσθω τα ουράνια…’ και το ‘Εξ ύψους κατήλθες ο εύσπλαχνος….’. Η Εκκλησία, και ο Χριστιανισμός γενικότερα, στηρίζεται στον άδειο τάφο του Ιησού. Μεγαλύτερη απόδειξη της αναστάσεως, κατά τον Χρυσόστομο, αποτελεί ο μαρτυρικός θάνατος των 10 αποστόλων (αν εξαιρέσουμε τον Ιωάννη τον Θεολόγο που πέθανε σε βαθειά γεράματα και τον Ιούδα που απαγχονίστηκε) και πολλών άλλων μαθητών του Χριστού, οι οποίοι είδαν με τα μάτια τους τον αναστημένο Ιησού και δεν φοβήθηκαν να χάσουν περιουσίες, οικογένειες και αυτή τη ζωή τους γι’ Αυτόν.
Η Λειτουργία του Μ. Βασιλείου, τελείται 10 φορές το χρόνο (Αγ. Βασιλείου, Παραμονής Χριστουγέννων και Θεοφανείων, 5 Κυριακών Μ. Σαρακοστής, Μ. Πέμπτη και Μ. Σάββατο). Η Θεία Λειτουργία είναι το ωραιότερο ποίημα των αιώνων. Ο Νικόλαος Γκόγκολ, εξέχων ρώσος λογοτέχνης, έγραψε τα εξής: ‘αν ο κόσμος δεν έχει ακόμη καταστραφεί, αυτό οφείλεται στη Θ. Λειτουργία’(στο βιβλίο του ‘Λειτουργία’). Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατήρησε τα εξής: ‘από τις επτά ημέρες της εβδομάδος, ο Θεός ζήτησε να του διαθέσουμε μόνο δύο ώρες Κυριακάτικης λειτουργίας και ούτε αυτό μπορούμε να του προσφέρουμε! (ΕΠ 49,363). Αυτό πραγματικά δείχνει αχαριστία.
Ο Μ. Κανόναςτελείται το απόγευμα της Τετάρτης της πέμπτης εβδομάδας των Νηστειών. Αποτελείται από 250 τροπάρια και άλλα προς τιμήν της αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας και του αγίου Ανδρέα (επισκόπου) Κρήτης (+740 μ.Χ.), εφευρέτη των Κανόνων (8 ομάδες κατανυκτικότατων ύμνων. Ο πρώτος ύμνος κάθε ομάδας λέγεται ‘ειρμός’ γιατί δίνει τη μελωδία του στα επόμενα τροπάρια). Είναι ύμνος μετανοίας. Δεκάδες μορφές από την Π.Δ. και την Κ.Δ. παρελαύνουν στο ποιητικό αυτό αριστούργημα. Καρδιά του Μ. Κανόνα είναι το ‘ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις;’ Δύο λόγια παρακάτω για τους σταθμούς της εκκλησιαστικής μας υμνογραφίας: Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια μέχρι το 300 μ.Χ. ίσχυσαν τα Τροπάρια, απλοί ύμνοι που ονομάστηκαν έτσι γιατί εξαρτώνται από τον τρόπο που ψάλλονται (και το περιεχόμενό τους: Δοξαστικά, Θεοτοκία, Απολυτίκια κ.α.). Έξοχο δείγμα είναι το ‘Φως ιλαρόν’ του εσπερινού. Τη 2ηπερίοδο (3ος-8οςμ.Χ.: των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας) επικράτησαν τα Κοντάκια: ομάδα ύμνων αφιερωμένων σε κάποιο εορταζόμενο γεγονός. Ονομάστηκαν έτσι γιατί ήταν τυλιγμένα σε Κοντό (ξύλο). Από τον 8οαι. κ.ε. επικρατούν οι Κανόνες, στα χρόνια του Ιω. Δαμασκηνού και Θεόδωρου Στουδίτη. Από τότε έχουμε και τους 8 ήχους (4 κανονικούς και 4 πλάγιους).  
  Τα ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑπου εξάγονται από την πνευματικότατη αυτή περίοδο είναι τα ακόλουθα:
Η Εκκλησία είναι ένα συνεχές θαύμα, ο πολυτιμότερος θησαυρός, όπου βιώνουμε τον λειτουργικό ή συμπυκνωμένο χρόνο. Στον Ατλαντικό ωκεανό, πλοίαρχος μεγάλου πλοίου απέστειλε τον γιο του, έμπειρο ναυτικό, σε κινδυνεύον πλοίο. Ο πλοίαρχος όμως του κινδυνεύοντος πλοίου αρνήθηκε τη σωτηρία, με αποτέλεσμα να καταποντιστούν όλοι. Το γεγονός επισημαίνει τον Κυβερνήτη Θεό, τον απεσταλμένο Υιό του και την άρνηση πολλών ανθρώπων να σωθούν. Την εποχή του Αριστοτέλη, άγριοι ληστές έδεναν έναν ζωντανό με έναν πεθαμένο άνθρωπο, μέχρις ότου πέθαινε και ο ζωντανός. Ο Χριστός είναι ανώτερος ελευθερωτής από κάποιον που θα έλυνε και θα έσωζε τους δυστυχείς συλληφθέντες.
Συνεχές θαύμα είναι και η Θεία Ευχαριστία:Στην αρχαία Ρώμη, ο δωδεκάχρονος Ταρσίζιος έλαβε από τον ιερέα τα Τίμια Δώρα για να τα φέρει σε μια φυλακή. Πεθαίνει στο δρόμο από τα κτυπήματα άλλων παιδιών, προστατεύοντας τη Θ. Ευχαριστία στον κόρφο του. Προλαβαίνει και παραδίδει σε χριστιανό αξιωματικό τα Τίμια Δώρα και ο επίσκοπος στέλνει με διάκονο στη φυλακή τη Θεία Κοινωνία. Εκεί αλυσοδεμένος ιερέας τελεί τη Θ. Λειτουργία και μεταλαμβάνει τους φυλακισμένους, κάνοντας το στήθος του ο διάκονος Άγια Τράπεζα. Την άλλη μέρα μαρτύρησαν όλοι για το Χριστό με την ακατάβλητη δύναμη του Δεσποτικού αίματος. Κατά το Μυστικό Δείπνο, ο Χριστός είπε στους μαθητές του:‘ό,τι αν ζητήσετε στο όνομά μου θα σας το πραγματοποιήσω’(Ιω. 14,13). Ο Κυβερνήτης του πλοίου δεν φαίνεται, κυβερνιέται όμως το πλοίο. Ο χαρταετός των παιδιών χάνεται στα σύννεφα, αλλά με τον κραδασμό του σπάγκου γίνεται αντιληπτός. Έτσι συμβαίνει με τον αετό του Πνεύματος, που είναι ο Χριστός. Γίνεται αντιληπτός από την εσωτερική, πνευματική παρουσία στην καρδιά. Πράγματι, όταν ο Χριστός ανακοίνωσε ότι από δω και πέρα θα τρώνε και θα πίνουν το σώμα και το αίμα του, αρκετοί αναχώρησαν από κοντά του. Στρεφόμενος προς τους μαθητές του, ο Χριστός ρωτά: ‘μήπως και σεις θέλετε να φύγετε;’ Τότε  ο απ. Πέτρος του απαντά:‘Κύριε, σε ποιον να πάμε; Εσύ, μόνο, έχεις λόγια ζωής αιωνίου’(Ιω. 6,68).  
Η προσευχή, είναι η αναπνοή της ψυχής. ‘Τι φωνάζεις προς εμένα;’ λέει ο Θεός στον Μωυσή (Εξ. 14,15), όταν εκείνος εσωτερικά προσευχόταν. Η δύναμη της προσευχής του ήταν μεγάλη, φώναζε η καρδιά του, η φωνή της ψυχής του έφτανε έως τα ουράνια (Χρυσόστομος). Ο τυφλός που φώναζε στο Χριστό, η αιμορροούσα γυναίκα, ο ληστής στο σταυρό, ο τελώνης, ο απ. Πέτρος και ο σεισμός στη φυλακή, ο σεισμός στη φυλακή του απ. Παύλου (Πράξεις 16) είναι μερικά δείγματα θαυματουργικής προσευχής. Ο μέγιστος ποιητής Θωμάς Έλιοτ από άπιστος έγινε χριστιανός, όταν παρατήρησε απλούς ανθρώπους να προσεύχονται γονατιστοί, γεμάτοι από ουράνια χαρά, σε μοναστήρι της Αγγλίας. Η Doreen Irvin, βασίλισσα άλλοτε της μαύρης μαγείας, ακούγοντας ένα βράδυ προσευχόμενους πιστούς και την αρμονική μελωδία, μεταστράφηκε και επέστρεψε στον Χριστιανισμό.  Η προσευχή αποδυναμώνεται στην τυπολατρεία (εξωτερικές μόνο εκδηλώσεις πίστεως), τη συνήθεια (η προσευχή των ιερέων πρέπει να είναι το ‘κάνε Θεέ μου να μη σε συνηθίσω’), την ασέβεια (σχολιασμός και κατάκριση προσώπων) και στον σπάνιο εκκλησιασμό.
Η Αγία Γραφή είναι το γράμμα του Θεού:Ακόμα και μεγάλοι φιλόσοφοι αισθάνονταν μεγάλο σεισμό μέσα τους όταν διάβαζαν την Α.Γ. Π.χ. ο Βολταίρος όταν διάβαζε τον 50οψλμ. (ελέησόν με ο Θεός…). Ο Κάντ δεν βρήκε την ευτυχία στα χιλιάδες βιβλία που διάβασε, παρά μόνο στον 22οψλμ. (εάν και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει Κύριε). Αν λαμβάνοντας κάρτες, γράμματα, μηνύματα κινητού ή e mail φίλων και συγγενών αισθανόμαστε συγκίνηση και αγάπη, πόση θερμότητα καρδιάς πρέπει να νιώθουμε για το ουράνιο βιβλίο του μεγάλου μας συγγενή Θεού; Τέλος, ο Ναπολέοντας και ο Ντοστογέφσκυ γνώρισαν τον Χριστό από την Καινή Διαθήκη, που ο μεν πρώτος διάβασε στο νησί της φυλακίσεώς του ‘Αγία Ελένη’, ο δε δεύτερος αφού του το χάρισε μια γερόντισσα, στο δρόμο του προς την εξορία της Σιβηρίας.
Η Μετάνοια-Εξομολόγησησημαίνει αλλαγή πορείας: το 1966 βυθίστηκε το ΗΡΑΚΛΕΙΟ, στη Φαλκονέρα (πάνω από την Κρήτη). Χάθηκαν 220 επιβάτες. Το Λιμεναρχείο Πειραιά είχε δώσει έκτακτο σήμα κακοκαιρίας, που δεν το έλαβε υπόψη του ο καπετάνιος, υπερεκτιμώντας τις δυνατότητες του σκάφους. Ένα άλλο όμως πλοίο, το ΦΑΙΣΤΟΣ (από Χανιά προς Πειραιά) άλλαξε εγκαίρως πορεία και σώθηκε στον Πειραιά. Ο ωκεανός είναι η σύγχρονη Κοινωνία. Εμείς είμαστε τα καράβια παντός καιρού. Το Λιμεναρχείο (ο Θεός) στέλνει κατεπείγοντα μηνύματα – σήματα και υποδεικνύει την αλλαγή πορείας. Τρομερή τρικυμία είναι τα πάθη της ψυχής, οι κακίες μας, οι αδυναμίες μας. Σωζόμαστε μόνο αν κυβερνά ο Χριστός και μέσα στην Εκκλησία Του. Ο Χριστός είναι το άκακο αρνάκι των Ευαγγελίων, που σφαγιάστηκε για μας. Ποια θα είναι η απολογία μας, αν όταν εμείς τρώμε το αρνάκι, γινόμαστε λύκοι; Ένας ρώσος εγκληματίας τον περασμένο αιώνα, όταν του δόθηκε χάρη, εξομολογήθηκε στον άγιο ηγούμενο ενός απόμακρου μοναστηριού. Ο ηγούμενος είπε αργότερα ότι ήταν ο πιο ανώτερος επισκέπτης, αφού μετάνιωσε ειλικρινά και εξομολογήθηκε με πόνο ψυχής. Η Εξομολόγηση είναι το καλύτερο φάρμακο για τα ψυχικά νοσήματα, σύμφωνα και με τον Ελβετό ψυχίατρο Γιούγκ. Η βασίλισσα των Ασσυρίων Σεμίραμη, φόνευσε τον άντρα της, αφού της επέτρεψε να βασιλέψει για μια μέρα μόνο. Έτσι κάνει και η αμαρτία. Σε σαγηνεύει προσωρινά, για να σε αποκαρδιώσει αμέσως μετά. Εργάτες σε εργοστάσιο κατεργασίας μετάλλων στην Ευρώπη υποβλήθηκαν σε επίπονη θεραπεία, όταν στα μάτια τους μπήκαν ρινίσματα σιδήρου. Η επέμβαση των γιατρών έφερε θετικό αποτέλεσμα, αν και πόνεσαν κατά την θεραπεία. Το ίδιο συμβαίνει με την Εξομολόγηση, διότι καθαρίζει η ψυχή, έστω και με πόνο και ντροπή.
Τέλος, τα καλά έργα θα μας συνοδεύουν αιώνια:Η παραβολή των 10 παρθένων μάς το δείχνει ωραιότατα (Ματθ. 25). Εκεί οι 5 μωρές παρθένες κοιμήθηκαν, έσβησαν αφού δεν είχαν λάδι τα φανάρια τους, και δεν πρόλαβαν να εισέλθουν στον γάμο. Αντίθετα, οι 5 φρόνιμες αγνές κοπέλες, είχαν φροντίσει έγκαιρα ώστε να έχουν αρκετό λάδι και έτσι υποδέχτηκαν τον Νυμφίο και εισήλθαν στο τραπέζι του γάμου. Ο αριθμός 10 συμβολίζει όλους τους ανθρώπους. Οι 5 φρόνιμες κοπέλες παριστούν τους ενάρετους ανθρώπους. Οι λαμπάδες συμβολίζουν την πίστη και το λάδι τα καλά έργα. Οι 5 μωρές κοπέλες σημαίνουν όσους δεν έχουν καλά έργα. Ο ύπνος σημαίνει τον θάνατο και ο γάμος την αιώνια βασιλεία του Θεού. Από τη σύγχρονη ζωή, ο καθ. Ιατρικής Ρήγας Νικολαϊδης έγινε χριστιανός από το παράδειγμα της υπηρέτριάς του, που ένοιωθε μεγάλη ευτυχία από την πίστη της, μολονότι αγράμματη και πτωχή, και ζούσε πολύ ενάρετα. Ο Παπουλάκος, λαϊκός ιεροκήρυκας του περασμένου αιώνα, έλεγε την εξής ιστορία: Κάποτε κινδύνευε ένας άνθρωπος να καταδικαστεί. Από τους 3 φίλους του, την ημέρα της δίκης, ο 1οςέμεινε ψυχρός, ο 2οςτον συνόδευσε μέχρι την πόρτα του δικαστηρίου, ενώ ο 3οςαγόρευσε και μάλιστα τον γλύτωσε από την φυλακή. Ο υπόδικος είναι ο κάθε άνθρωπος μπροστά στην τελική κρίση του Θεού. Ο πρώτος φίλος είναι τα χρήματα, που μένουν αδιάφορα. Ο δεύτερος, οι φίλοι και συγγενείς που συνοδεύουν μέχρι τον τάφο. Δεν μπορούν να προχωρήσουν παραπέρα.  Ο τρίτος φίλος είναι τα καλά έργα, η αγάπη και η αγιότητα που τον οδηγούν στην αιώνια ζωή.
Ο δρόμος λοιπόν για την Βασιλεία των Ουρανών περνά μέσα από την ευσέβεια, την αγάπη, την μυστηριακή ζωή και την ταπείνωση. Με αυτά θα είμαστε χαρούμενοι και σ’ αυτή και στην άλλη ζωή.


πηγή

Σκέψεις γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ιωὴλ




Εἶναι γνωστὸ πὼς στὴν περίοδο αὐτὴ ἔχουμε δυὸ νηστεῖες. Εἶναι περίπου ἑπτὰ ἑβδομάδες αὐστηρῆς νηστείας καὶ μία ἡ ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς ποὺ προηγεῖται, ὀκτώ. Γιὰ πολλοὺς εἶναι μία εὐχάριστη καὶ ἐπιθυμητὴ περίοδος, ἐνῶ γιὰ ἄλλους εἶναι δύσκολη καὶ γιὰ ἄλλους καθόλου εὐχάριστη. Θὰ προσπαθήσουμε νὰ ποῦμε λίγες σκέψεις γιὰ τὴν περίοδο αὐτή, ὅπως τὴν ἔχουν χαρακτηρίσει οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

Πρῶτα πρῶτα νὰ θυμηθοῦμε τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό, ποὺ κάνει μία γενικὴ παρατήρηση γιὰ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστή. Λέγει πρὸς ὅλους μας: «Τὴν Τεσσαρακοστὴν μὴ ἐξουθενεῖτε· μίμησιν γὰρ περιέχει τῆς τοῦ Χριστοῦ πολιτείας». Εἶναι σημαντικὴ παρατήρηση αὐτή. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐξουθενώνει, δηλ. δὲν ἀφαιρεῖ τὴ δύναμη τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πιὸ πλατειὰ θὰ λέγαμε, δὲν περιφρονεῖ τὴν μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δὲ λέγει πὼς ἡ περίοδος αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή, οὔτε κοροϊδεύει τὴ νηστεία τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε τὴν ἀτιμάζει, οὔτε δυσανασχετεῖ μὲ τὸν ἐρχομό της, οὔτε εὔχεται νὰ περάσει γρήγορα, οὔτε καταλύει τὴ νηστεία ἐπιδεικτικὰ καὶ χωρὶς λόγο, οὔτε προπαγανδίζει πὼς οἱ καιροὶ ἄλλαξαν καὶ πρέπει νὰ ἀλλάξουμε καὶ ἐμεῖς.

Ἡ ἁγία Τεσσαρακοστὴ εἶναι μία μίμηση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ βάπτισή Του πῆγε στὴν ἔρημο καὶ ἐκεῖ «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασεν» (Ματθ. 4,2). Ὁ Χριστὸς ἦταν τέλειος ἄνθρωπος καὶ μέσα Του δὲν εἶχε τὴν ἁμαρτητικὴ φορά, ἀλλὰ χρειαζόταν νὰ μᾶς δώσει τύπο ζωῆς. Ἔπρεπε νὰ ἔχουμε μία εἰκόνα ἀσκήσεως μπροστά μας, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε τοῦ σκοποῦ μας, ποὺ εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸ Θεό. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ δέχθηκε καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πειρασμῶν Του «ἄγγελοι διηκόνουν αὐτῷ» (Μάρκ. 1,13). Πολλὰ διδάγματα ἔχει νὰ μᾶς δώσει ἡ περίοδος τῶν πειρασμῶν τοῦ Κυρίου.

Ὁ Χριστὸς ἐκπαιδεύθηκε τρόπον τινα στοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ νηστεία. Ἀργότερα ὁ διάβολος σὰν μία φοβερὴ θύελλα θὰ ἐπιπέσει ἐπάνω Του. Σ᾿ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς βγῆκε νικητής. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πιστός. Στὴ ζωή μας θὰ ἔχουμε πολλοὺς πειρασμούς. Χρειαζόμαστε ἐκπαίδευση. Ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι μία πνευματικὴ ἐκπαίδευση τοῦ Χριστιανοῦ. Μαθαίνει νὰ πολεμᾶ. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε τὸν τρόπο, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸς πειράσθηκε.

Ὁ Χριστὸς μέσα στὴν περίοδο τῆς νηστείας πειράσθηκε καὶ νίκησε. Ἐπίσης καὶ οἱ πιστοὶ πειράζονται. Γιατί παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς ὁ Θεός; Γιὰ νὰ πληροφορηθοῦμε πὼς εἴμαστε ἀνώτεροι ἀπ᾿ αὐτούς. Γιὰ νὰ ταπεινωνόμαστε. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ ὁ δαίμονας πὼς τὸν ἐγκαταλείψαμε. Γιὰ νὰ ἀσκηθοῦμε. Γιὰ νὰ λάβουμε σαφῆ πείρα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. Ἄγγελοι Κυρίου στηρίζουν τοὺς ἀγωνιστές.

Ὁ διάβολος πείραξε τὸ Χριστὸ κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας ὄχι μόνο μὲ τὸν τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν τόπο. Ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἀπομόνωση εἶναι πολλὲς φορὲς ὄπλα τοῦ διαβόλου. Παράδειγμα ἡ Εὔα, τὴν ὁποία πείραξε, ὅταν ἦταν χωρισμένη ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Ἀκόμη, ἡ ἀπομόνωση φέρνει μερικὲς φορὲς τὴν μονοτονία, τὴν ἀκηδία, τὴν πείνα, τὴν ἀδημονία. Τότε κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας παίρνει θάρρος καὶ ἐπιτίθεται ἐναντίον μας. Ὅταν ὅμως μᾶς δεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ συγκεκροτημένους, δὲν ἔχει τὸ θάρρος (γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος) νὰ μᾶς κάνει μεγάλη ζημιά. Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, στὴν περίοδο τῆς νηστείας νὰ συχνάζουμε στὴν Ἐκκλησία, στὶς ἀκολουθίες, καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ στηρίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ νὰ ἐνθαρρυνόμαστε πὼς στὸν ἀγώνα μας δὲν εἴμαστε μόνοι, ἀλλὰ μαζί μας εἶναι ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Τὸν Κύριο Τὸν ἐνθάρρυναν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Καταλαβαίνουμε, συνεπῶς, πόση μεγάλη ὠφέλεια παίρνουμε ἀπὸ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστή.

Μετά, ἕνας ἄλλος Ἅγιος της Ἐκκλησίας μας, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γράφει πὼς κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὁ ἄνθρωπος ἐμπορεύεται τὴν πνευματικὴ ἐμπορία καὶ συγκεντρώνει πολὺ πλοῦτο ἀρετῆς. Τονίζει πὼς δὲν εἶναι μεγάλο κατόρθωμα νὰ διέλθουμε τὶς ἡμέρες ἁπλῶς τῆς νηστείας, ἀλλὰ σημασία ἔχει νὰ διορθώσουμε κάτι ἀπὸ τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ πλυθοῦμε ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά μας, «εἰ διωρθώσαμεν τί τῶν ἡμετέρων ἐλαττωμάτων, εἰ τὰ ἁμαρτήματα ἀπενιψάμεθα».

Συνηθίζουμε νὰ ρωτᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς «πόσας ἕκαστος ἑβδομάδας ἐνήστευσε· καὶ ἔστιν ἀκοῦσαι λεγόντων τῶν μέν, ὅτι δυό, τῶν δὲ ὅτι τρεῖς, τῶν δέ, ὅτι πάσας ἐνήστευσαν τὰς ἑβδομάδας», δηλαδὴ συμβαίνει νὰ ἀκοῦς νὰ λένε ἄλλος μὲν πὼς νήστευσε δυό, ἄλλος τρεῖς καὶ ἄλλος ὅλες τὶς ἑβδομάδες. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ κέρδος, ἐὰν δίχως κατορθώματα ἀρετῆς περάσουμε τὴν περίοδο τῆς νηστείας;

Ἐὰν κάποιος λέγει, ὅτι νήστευσα ὅλη τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, σὺ εἰπέ, ὅτι εἶχα ἐχθρὸν καὶ συμφιλιώθηκα μ᾿ αὐτόν· εἶχα συνήθεια νὰ κατηγορῶ καὶ τὴν ἐσταμάτησα· εἶχα συνήθεια νὰ ὁρκίζομαι καὶ ἀπαλλάχθηκα ἀπὸ τὴν κακὴ συνήθεια.... Καμία ὠφέλεια δὲν θὰ ἔχουμε ἀπὸ τὴν νηστεία, ἂν ἁπλῶς καὶ μόνο τὴν περάσουμε εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Ἂν περάσουμε τὴ νηστεία τῶν φαγητῶν, ὅταν περάσουν οἱ σαράντα ἡμέρες, περνᾶ καὶ ἡ νηστεία· ἂν ὅμως ἀπέχουμε ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα καὶ ἡ περίοδος τῆς νηστείας νὰ περάσει, ἐκείνη ἡ νηστεία (δηλ. τῶν ἁμαρτημάτων) πάλιν μένει καὶ θὰ εἶναι συνεχὴς ἡ ὠφέλεια σὲ μᾶς καὶ πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν θὰ μᾶς χαρίσει ὄχι μικρὲς ἀμοιβὲς ἐδῶ.

Βλέπουμε πὼς ἡ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ δὲν εἶναι μία περίοδος γιὰ νὰ νηστεύσουμε μόνο ἀπὸ φαγητά, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξασκούμαστε στὴν ἀρετή. Ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ κατορθώσουμε, τότε θὰ ἀξιωθοῦμε τὴν κυρία ἡμέρα νὰ προσέλθουμε στὴν πνευματικὴ τράπεζα, δηλ. στὴ θεία Εὐχαριστία, γιὰ νὰ κοινωνήσουμε. Ἡ προσέλευση στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς εἶναι ἱκανὸ κίνητρο, γιὰ νὰ μᾶς παρακινεῖ στὴν πνευματική μας ἄσκηση.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τονίζει πὼς ἡ νηστεία εἶναι καὶ καθάρσιο τοῦ ἐαυτοῦ μας. Πρὸ τῆς μεγάλης ἡμέρας τοῦ Πάσχα, «κάθαρσίς ἐστι προεόρτιος». Ὁ χριστιανὸς ἐπιτυγχάνει τὴ «συννέκρωση» μὲ τὸ Χριστό, συμμετέχει στὴ νέκρωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὁ Κύριος νεκρώνει τὴ σάρκα Του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἔτσι καὶ οἱ χριστιανοὶ νεκρώνουν τὰ πάθη τους γιὰ τὴ σωτηρία τὴν ἰδική τους. Ὁ Κύριος νήστευσε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν πειρασμό, ἐμεῖς πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα.

Μὲ τέτοιες σκέψεις ἂς διέλθουμε τὸ στάδιο τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γιὰ νὰ ὠφεληθοῦμε πολύ.
πηγή

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


Η ΝΗΣΤΕΙΑ
ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΚΙΚΑΣ

    Η χριστιανική ζωή και η άσκηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους στη χριστιανική ζωή. Δε νοείται η μία χωρίς την άλλη. Ο πιστός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, προσπαθεί να απαλλαγεί από το ζυγό της αμαρτίας από την κυριαρχία των παθών και να καταστεί ζωντανό μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Στην προσπάθεια αυτή, σημαντική θέση κατέχει και η νηστεία. Σύνθετη λέξη από το αρνητικό μόριο νη και το ρήμα εσθίωΈτσι προήλθε το ρήμα νηστεύω και το ουσιαστικόνηστεία, που αρχικά σήμαινε την πλήρη αποχή από τροφή και ποτό και αργότερα τη μερική αποχή από ορισμένες τροφές και την κατανάλωση άλλων συγκεκριμένων τροφών.
Η νηστεία αποτελεί ένανπανάρχαιοεκκλησιαστικό θεσμό. Ως θρησκευτικό φαινόμενο, προϋπήρχε της Χριστιανικής Εκκλησίας. Τη συναντούμε και στην Παλαιά Διαθήκη, στους Ισραηλίτες, αλλά και σε άλλους λαούς της Ανατολής, ακόμη και τους Έλληνες και Ρωμαίους. Κοινή πεποίθηση όλων των λαών ήταν, ότι με τη νηστεία μπορούσαν να εξευμενίσουν τους θεούς και να πετύχουν την πνευματική τους ανάταση ή τον ηθικό τους εξαγνισμό.
Η Εκκλησία μας, ανάμεσα στις μεγάλες νηστείες του έτους, θεωρεί ότιη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η αρχαιότερηκαι αυστηρότερη περίοδος νηστείας. Μαζί με τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής υπάρχει στην Εκκλησία από τηνΑποστολική εποχή, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από αδιαμφισβήτητες ιστορικές μαρτυρίες πού έχουμε.
Αφετηρία και πυρήνα αυτής της νηστείας είναι η αρχαιότατη νηστεία πριν από το Πάσχα, η οποία καθιερώθηκε σε ανάμνηση των παθών του Κυρίου και ως περίοδος προπαρασκευής των πιστών για την εορτή του Πάσχα και των κατηχουμένων για το Βάπτισμα. Οι Αποστολικές Διαταγές συνδέουν την καθιέρωση της νηστείας του Πάσχα με τα λόγια του Κυρίου «όταν απαρθή απ' αυτών ο νυμφίος, τότε νηστεύσουσιν εν εκείναις ταις ημέραις» (Μάρκ. 2,20· Ματθ. 9,15· Λουκ. 5,35). «Εκείναι αι ημέραι»είναι, κατά τις Διαταγές, ο χρόνος της νηστείας πριν από το Πάσχα. Αρχικά δεν ήταν ούτε μεγάλος ούτε και ο ίδιος σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Υπήρχε δηλαδή στην πρώτη Εκκλησία ελευθερία και όχι απόλυτη ομοιομορφία. Ποικιλία ακόμη παρατηρούμε και στον τρόπο, με τον οποίο νήστευαν οι χριστιανοί αυτήν την περίοδο.
Πότε ακριβώς εμφανίζεται η Τεσσαρακοστή ως περίοδος νηστείας πριν από την εορτή του Πάσχα, είναι δύσκολο να καθορισθεί με ακρίβεια. Μίααναφορά στη νηστεία της Τεσσαρακοστής του 5ουΚανόνα της Α' οικουμενικής Συνόδου, πού συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κατά την εποχή πού συγκλήθηκε η Σύνοδος (325 μ.Χ.)η Τεσσαρακοστή αποτελούσε καθιερωμένο θεσμό σ' ολόκληρη την εκκλησία.
Άλλες ιστορικές μαρτυρίες, όπως αυτή του ιστορικούΕυσεβίουΚαισαρείας, αναφέρονται με μεγαλύτερη σαφήνεια στην ύπαρξη τηςΤεσσαρακοστήςκαι συνδέουν την καθιέρωσή της ως περιόδου νηστείας και πνευματικής προπαρασκευής για το Πάσχα με την τεσσαρακονθήμερη νηστεία του Κυρίου και των προφητών Μωϋσή και Ηλία.
Όπως στην αρχική νηστεία πριν από το Πάσχα, έτσι και στη νηστεία της Τεσσαρακοστής υπήρχε μεγάλη ποικιλία από τόπο σε τόπο μέχρι την οριστική διαμόρφωση της. Διαφορές υπήρχαν και στον υπολογισμό της χρονικής διάρκειας της και στον τρόπο, με τον οποίο οι χριστιανοί τηρούσαν τη νηστεία.
Αυτό όμως πού με ασφάλεια μπορούμε να υποστηρίξουμε είναι ότι ανέκαθενη νηστεία της Τεσσαρακοστής ήταν πολύ αυστηρή νηστεία.Ο 69οςΚανών τωνΑγίων Απόστολωναπειλεί με καθαίρεση τους κληρικούς και με αφορισμό τους λαϊκούς, πού δεν νηστεύουν«την αγίαν Τεσσαρακοστήν του Πάσχα». Σύμφωνα με τον 50οΚανόνα της τοπικήςΣυνόδου της Λαοδικείας(συγκλήθηκε γύρω στο 360 μ.Χ.) «δει πάσαν την Τεσσαρακοστήν νηστεύειν ξηροφαγούντες». Οι ερμηνευτές των κανόνων (Ζωναράς και Βαλσαμών), αναφέρουν ότι «οι γουν άνευ νοσήματος… νηστεύοντες παρανομούσι».
Τώραως προς τα είδη τροφών και ποτών, από τα οποία έπρεπε οι χριστιανοί να απέχουν, η αρχή πού, από ενωρίς, επικράτησε ήταν ότι οι νηστεύοντες οφείλουν να απέχουν από τροφές εξ αίματος (κρέας - ψάρια), από τροφές ζωικής προελεύσεως (γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά) και από τον οίνο. Ο τύπος νηστείας για όλη την Τεσσαρακοστή ήταν να παραμένουν οι χριστιανοί άσιτοι μέχρι την ενάτη ώρα (3 μ.μ) και να απέχουν από τις τροφές πού αναφέραμε κατά το γεύμα.
Το όνομα Τεσσαρακοστή πού προσέλαβε ή προ του Πάσχα μακρά περίοδος νηστείας, συνδέεται σίγουρα με τον αριθμό των σαράντα ημερών νηστείας που η περίοδος περιλαμβάνει. Οι Αποστολικές Διαταγές συνιστώντας τον εορτασμό διαφόρων χριστιανικών εορτών, προσθέτουν: «Μεθ' ημάς υμίν φυλακτέα η νηστεία της Τεσσαρακοστής, μνήμην περιχέουσα της του Κυρίου πολιτείας τε και νομοθεσίας».
Ότι το όνομα Τεσσαρακοστή σχετίζεται με τον αριθμό των σαράντα ημερών νηστείας, φαίνεται και από τα όσα μας λένε οι Αποστολικές Διαταγές στη συνέχεια: «Επιτελείσθωδε η νηστεία αυτή προ της νηστείας του Πάσχα (προφανώς εννοούν τη νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας), αρχομένη μεν από Δευτέρας (της Καθαρός δηλαδή),πληρουμένη δε εις Παρασκευήν (την παραμονή του Σαββάτου του Λαζάρου). Μεθ' ας (τις σαράντα ημέρες της
Τεσσαρακοστής) απονηστεύσαντες άρξασθε της αγίας του Πάσχα εβδομάδος, νηστεύοντες αυτήν πάντες μετά φόβου και τρόμου».
Η Τεσσαρακοστή πολύ ενωρίς ονομάστηκεΜεγάλη. Ο χαρακτηρισμός αυτός της αποδόθηκε όχι μόνο για να διακρίνεται από τις άλλες μακρές νηστείες του έτους, αλλά και για να τονιστεί ιδιαίτερα η σημασία της. Η αυστηρότητα της νηστείας και γενικότερα της άσκησης πού προϋποθέτει και ο σκοπός χάρη του οποίου καθιερώθηκε, σηματοδοτεί την πνευματική μας προετοιμασία , ώστε να βιώσουμε την κορυφαία εορτή της χριστιανοσύνης , του Πάσχα.
Πώς πρέπει να νηστεύουμε σήμερα τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
Όπως αναφέραμε ήδη, η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ήταν από την αρχή ιδιαίτερα αυστηρή. Με ανάλογη αγωνιστική διάθεση επιδιώκουμε εμείς, οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, να την τηρούμε και τη σημερινή εποχή της αφθονίας και του καταναλωτισμού.
Πρώτη ή αλλιώς Καθαρά Εβδομάδα.
Πολλοί —και όχι μόνο μοναχοί— τηρούν το λεγόμενο «τριήμερο» απέχουν δηλαδή από κάθε είδος τροφής κατά τις τρεις πρώτες ημέρες και κοινωνούν κατά την πρώτη λειτουργία των Προηγιασμένων. Άλλοι παραμένουν άσιτοι μέχρι την ώρα του Μεγάλου Απόδειπνου.
Με τον ίδιο περίπου τρόπο οφείλουμε να νηστεύουμε και το άλλο διάστημα της Τεσσαρακοστής. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς και σύμφωνοι με το πνεύμα της νηστείας, οφείλουμε νααπέχουμε από λάδιόλες τις ημέρες της εβδομάδας και όχι μόνο την Τετάρτη και την Παρασκευή. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, σύμφωνα με τους Κανόνες, λάδι καταλύουμε (= μπορούμε να καταναλώσουμε) μόνο το Σάββατο και την Κυριακή. Αν ορισμένοι τώρα καταλύουν λάδι και άλλες ημέρες (Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη), αυτό θα πρέπει να γίνεται μόνο για λόγους αδυναμίας («δι' ασθένειαν σωματικήν», όπως λέει ό 69οςΑποστολικός Κανών και επαναλαμβάνεται στον 50οτης Συνόδου της Λαοδικείας και επικυρώνεται στον 28ο της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Όλα αυτά όμως πρέπει να γίνεται μετά από έγκριση του Πνευματικού τους.
Όπως αναφέραμε, κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ανεμπόδιστα και υποχρεωτικά κατάλυση οίνου και ελαίου έχουμε μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές. Εξαίρεση επίσης γίνεται για την εορτή των αγίωνΤεσσαράκοντα Μαρτύρων, κατά την οποία επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου και για την εορτή τουΕυαγγελισμούτης Θεοτόκου κατά την οποία καταλύουμε ψάρι.
Σε ό,τι αφορά τηνκατάλυση ιχθύωνκατά τηνΚυριακή των Βαΐων, μερικά μοναστηριακά Τυπικά, το Τριώδιο και ο άγιοςΘεόδωρος ο Στουδίτηςσυνιστούν την κατάλυση ιχθύων, κατά πρώτο λόγο για τη λήξη της νηστείας (η νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής λήγει το βράδυ της Παρασκευής πριν από το Σαββάτου του Λαζάρου) και κατά δεύτερο λόγο για να τιμηθεί η θριαμβευτική νίκη του Χριστού επί του προαιώνιου εχθρού του ανθρώπου, του θανάτου, με την ανάσταση του Λαζάρου. Έτσι ηΚυριακή των Βαΐων λογίζεται ως Δεσποτική εορτή.
Την Μεγάλη Εβδομάδα η νηστεία έχει έναν ιδιαίτερο αυστηρό τόνο. Είναι και αυτή αρχαιότατη και αποτελεί ένα ιδιαίτερο τμήμα της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής.Όλες τις ημέρες απέχουμε από λάδικαι τηρούμε ξηροφαγία. Ακόμη και το Μέγα Σάββατο, είναι ημέρα αυστηρής νηστείας και είναι το μοναδικό Σάββατο του έτους που νηστεύεται.
Ας προετοιμαστούμε λοιπόν σωματικά και πνευματικά, ώστε να υποδεχτούμε όλοι μας την Ανάσταση του Χριστού μας.


πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...