Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαρτίου 14, 2013

Ημέρες του σχίσματος 1054 Του Αναστασίου Φιλιππίδη


 Το πρωί του Σαββάτου 16 Ιουλίου 1054, λίγο πριν αρχίσει η θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, τρεις ξένοι με παράξενα ρούχα μπήκαν στο Ιερό Βήμα και απέθεσαν επάνω στην Αγία Τράπεζα ένα έγγραφο και απομακρύνθηκαν. Όταν έφτασαν στον νάρθηκα φώναξαν με δυνατή φωνή: "Videat Deus et judicet" (βλέπει ο Θεός και κρίνει) και έφυγαν. Οι τρεις ξένοι, με επικεφαλής τον καρδινάλιο Ουμβέρτο, ήταν απεσταλμένοι του Πάπα και το έγγραφο περιείχε βαριές κατηγορίες και έναν αναθεματισμό για τον ίδιο τον Πατριάρχη, Μιχαήλ Κηρουλάριο. Τέσσερις μέρες αργότερα η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης αναθεμάτισε με την σειρά της τους συντάκτες του εγγράφου. Την Κυριακή 24 Ιουλίου ο αναθεματισμός αναγνώστηκε επίσημα μέσα στην Αγία Σοφία.
Τα γεγονότα αυτά καταγράφηκαν στην Ιστορία ως το οριστικό Σχίσμα ανάμεσα στην Ανατολική και την Δυτική Εκκλησία. Καθώς φέτος συμπληρώνονται εννιακόσια πενήντα χρόνια από το 1054, θα αφιερώσουμε μια σειρά άρθρων στις ιστορικές συνθήκες εκείνης της εποχής, η οποία σφράγισε μια διαίρεση που δεν έχει γεφυρωθή ως τις μέρες μας. Για τις θεολογικές διαφορές και τα βαθύτερα αίτια του Σχίσματος θα μιλήσουν ασφαλώς άλλοι αρμοδιότεροι. Στα άρθρα μας θα αρκεστούμε σε μια ιστορική παρουσίαση της εποχής, ώστε να γίνη κατανοητό το πλαίσιο μέσα στο οποίο επήλθε το Σχίσμα.
Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει τον ερευνητή ο οποίος εξετάζει τις πηγές για την δεκαετία του 1050 είναι ότι κανένας από τους σύγχρονους ή λίγο μεταγενέστερους ιστορικούς του Βυζαντίου που καλύπτουν την εποχή δεν αναφέρει ο,τιδήποτε για το Σχίσμα. Ούτε ο Ψελλός, ούτε ο Ατταλειάτης, ο Μανασής, ο Ζωναράς, κανείς. Ειδικά μάλιστα από τον Ψελλό, που συνέγραψε μια ογκώδη λεπτομερειακή Ιστορία και που είχε σφοδρή πολιτική αντιπάθεια για τον Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριο, θα περίμενε κάποιος να χρησιμοποιήση τα γεγονότα για να δυσφημήση τον αντίπαλό του. Αναφορά υπάρχει μόνο στον επικήδειο για τον Κηρουλάριο που εκφώνησε ο Ψελλός και μιλά για την ανταρσία της πρεσβυτέρας Ρώμης κατά της Νέας Ρώμης ("στασιάζει" είναι η λέξη που χρησιμοποιεί).
Φαίνεται λοιπόν ότι οι σύγχρονοι με το Σχίσμα αξιολόγησαν πολύ διαφορετικά το συμβάν από ό,τι οι ιστορικοί των επόμενων αιώνων. Για να καταλάβουμε γιατί συνέβη αυτό, θα χρειαστή να μεταφερθούμε στον ενδέκατο αιώνα και στις πολιτικές και πνευματικές συνθήκες που επικρατούσαν λίγο πριν το 1054.

1. Η εποχή

Το 1054 η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ζούσε ακόμα στον "χρυσό αιώνα" της. Τα σύνορά της απλώνονταν στην μεγαλύτερη έκταση που είχε γνωρίσει τα τελευταία 300 χρόνια. Οι ισχυροί αντίπαλοι των προηγούμενων αιώνων, Πέρσες, Άραβες, Φράγκοι, Βούλγαροι είχαν εξοντωθή ή αποδυναμωθή σε βαθμό που να μην είναι πια απειλητικοί. Η Μακεδονική δυναστεία είχε οδηγήσει τα ρωμαϊκά λάβαρα σε διαδοχικούς θριάμβους, ανακτώντας περιοχές όπως η Κρήτη, η Κύπρος, η Αντιόχεια. Στην Ανατολή, όπως σημειώνει ο Χ. Παπασωτηρίου, το Βυζάντιο είχε επιβάλει μια "ηγεμονική ειρήνη". Για πρώτη φορά έπειτα από τέσσερις αιώνες οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας ήταν ασφαλείς από εξωτερικές εισβολές, καθώς τα σύνορα έφταναν και πάλι ως πέρα από τον Ευφράτη. Από τον δέκατο αιώνα η αραβική αυτοκρατορία είχε αρχίσει να διασπάται και να παρακμάζη. Ήδη από το 929 ο εμίρης της Ισπανίας είχε αυτοανακηρυχθή χαλίφης, δημιουργώντας ένα αντίπαλο πολιτικό κέντρο σε σχέση με την Βαγδάτη. Στην διάρκεια του δέκατου αιώνα η Συρία, η Αραβία και η Αίγυπτος έγιναν αυτόνομες. Το μεγαλύτερο από αυτά τα κράτη το ίδρυσαν οι Φατιμίδες στην Αίγυπτο εγκαθιστώντας αντίζηλο χαλιφάτο με έδρα το Κάϊρο (τo 969) που ηρνείτο την νομιμότητα της Βαγδάτης. Με τον καιρό, το Κάϊρο ξεπέρασε την Βαγδάτη σε πλούτο και δύναμη, χωρίς όμως να απειλήση βυζαντινά εδάφη.
Το ίδιο ίσχυε και στα Βαλκάνια. Με την καθυπόταξη της Βουλγαρικής εξέγερσης το 1018, η Κωνσταντινούπολη είχε επιβάλει την εξουσία της μέχρι το Δούναβη και την Αδριατική θάλασσα.
Στην Δυτική Ευρώπη, οι επιδρομές των Βίκινγκς και των Μαγυάρων κατά τον δέκατο αιώνα είχαν καταστρέψει κάθε υπόλειμμα της ενιαίας Φραγκικής Αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου. Απειράριθμοι δούκες και ρήγες ανεξαρτητοποιήθηκαν και επέβαλαν την κυριαρχία τους στις εκτάσεις που κατείχαν. Μόνο σταδιακά στην διάρκεια του ενδέκατου και του δωδέκατου αιώνα κάποιοι από αυτούς θα δημιουργήσουν ισχυρότερα κράτη.
 Με λίγα λόγια, το Βυζάντιο είχε αναδειχθή στην κύρια υπερδύναμη του γνωστού κόσμου. Όπως το συνόψισε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Μονομάχος (1042-55), "ηρεμεί μεν το αντίπαλον, ειρηνεύει δε το υπήκοον, πολλή δε γαλήνη τα των Ρωμαίων κατέχει και ουδέν εστι το καθέλκον τας ημετέρας φροντίδας". Μάλιστα η ψευδαίσθηση της "διαρκούς ειρήνης" που εξαπλώθηκε στην βυζαντινή κοινωνία επέτρεψε την αποστράτευση του πληθυσμού και οδήγησε στην παραμέληση του στρατού και στην ανάπτυξη μισθοφορικών δυνάμεων, με δυσάρεστες συνέπειες αργότερα.
Είναι μια εποχή μεγάλης ευημερίας και πολιτιστικής ανόδου. Ιδρύονται νέες σχολές, όπως η Νομική Σχολή της Κωνσταντινούπολης με πρώτο καθηγητή τον Ξιφιλίνο, νέα μοναστήρια, γηροκομεία, πτωχοτροφεία, κλπ. Στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης διδάσκει ο Μιχαήλ Ψελλός, από τα πολυμαθέστερα πνεύματα όλων των Μέσων Χρόνων. Από την περίοδο αυτή σώζονται τα έξοχα δείγματα εικονογραφίας στα ψηφιδωτά της Μονής του οσίου Λουκά στην Βοιωτία, της Νέας Μονής της Χίου και στις τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας Αχρίδος. Είναι επίσης εποχή μεγάλης πνευματικής ακμής. Από το 963 αρχίζουν να ιδρύονται τα μοναστήρια του Αγίου Όρους που θα εξελιχθούν σε μέγιστο πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας. Ο άγιος Νείλος ιδρύει την περίφημη μονή της Κρυπτοφέρης (Grottaferrata) 15 μίλια νότια της Ρώμης. Στις πρώτες δεκαετίες του ενδέκατου αιώνα δεσπόζει η μορφή του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Ο μαθητής και βιογράφος του άγιος Νικήτας Στηθάτος θα λάβει μέρος στις συζητήσεις με τους Λατίνους το 1054.
Αντίθετα, στην Δύση, τα χρόνια πριν το 1050 έχουν δίκαια αποκληθή "ο επαναβαρβαρισμός της Ευρώπης". Οι αδιάκοπες επιδρομές των Βίκινγκς και των Μαγυάρων τον δέκατο αιώνα κατέστρεψαν όχι μόνο την οικονομία αλλά και τις λιγοστές πόλεις και τα δίκτυα συγκοινωνίας. Οι πληθυσμοί συσσωρεύτηκαν σε πυκνοκατοικημένα αυτάρκη χωριά με μόνη έγνοιά τους την φυσική επιβίωση. Δεν μπορεί να γίνη κανένας λόγος για πολιτιστική δημιουργία. Η δυτική εκκλησία είχε πέσει σε ύψιστη παρακμή, καθώς η σιμωνία και η ανηθικότητα γενικεύτηκαν και πολλοί (επισήμως) άγαμοι κληρικοί συζούσαν με γυναίκες. Σε όλη την φραγκοκρατούμενη Ευρώπη η εκκλησία είχε εκκοσμικευθή.
Η εκκλησιαστική περιουσία είχε κατασχεθή από τα χρόνια του Πιπίνου και του Καρλομάγνου και είχε διανεμηθή στους έμπιστους αυλικούς τους. Με την υπαγωγή της στο φεουδαρχικό σύστημα, τόσο τα αξιώματα όσο και η περιουσία μοιράζονταν από τον τοπικό φεουδάρχη, ο οποίος προέβαινε και στις χειροτονίες των κληρικών όλων των βαθμών. Ένα διάσημο παράδειγμα του ξεπεσμού ακόμη και του επισκοπικού θρόνου προσφέρει η αφήγηση του υποκόμη της Ναρβόννης (Γαλλία), Βερενγκάρ, στην Σύνοδο της Τουλούζης σχετικά με την εξαγορά της αρχιεπισκοπής της Ναρβόννης: "Όταν ο θείος μου, ο αρχιεπίσκοπος Ναρβόννης πέθανε, ο κόμης Βίλφρεντ της Κερντάνα, συγγενής της συζύγου μου, ήρθε στη Ναρβόννη και πλησίασε τους γονείς μου και εμένα για να κερδίση την αρχιεπισκοπή για το γιό του που ήταν τότε δέκα χρονών. Και πρόσφερε ένα τεράστιο δώρο εκατό χιλιάδων solidi στον πατέρα μου [...] Τη δώσαμε στο γιό του Βίλφρεντ [...] και εγκαταστάθηκε στον καθεδρικό ναό και αύξανε σε ηλικία [...] Αλλά στην συνέχεια, απροσδόκητα, [...] ξεκίνησε έναν άγριο πόλεμο εναντίον μου με πολύ στρατό..."
Με όλα αυτά, δεν είναι καθόλου παράξενο που η Κωνσταντινούπολη δείχνει σχετική αδιαφορία για τις εξελίξεις στην κατακερματισμένη Δύση. Καθώς μάλιστα η παπική έδρα είχε γίνει αντικείμενο σκληρής διαμάχης μεταξύ των αριστοκρατικών οικογενειών της Ρώμης (αρχικά) και Ρωμαίων και Φράγκων (στην συνέχεια), οι εναλλαγές στον θρόνο ήταν τόσο συχνές που ενίσχυαν την αδιαφορία της Βασιλεύουσας. Αξίζει να αναφέρουμε ότι λίγα χρόνια πριν το 1054 υπήρχαν στην Ρώμη ταυτόχρονα τρεις αυτοαποκαλούμενοι Πάπες. Συνεπώς, όπως σημειώνουν έγκυροι ιστορικοί, ήταν μάλλον αδύνατο για το Πατριαρχείο να λάβη πολύ σοβαρά υπόψη την συμπεριφορά του καρδινάλιου Ουμβέρτου το 1054.
 Ο ενδέκατος αιώνας, όμως, ήταν και αιώνας βαθύτατων αλλαγών τόσο στο Βυζάντιο όσο και στην Δύση. Ήδη στα μέσα του αιώνα άρχισαν να γίνονται αισθητά τα σημάδια της μεγάλης κρίσης που θα οδηγούσε στην οριστική παρακμή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αλλεπάλληλοι ανίκανοι αυτοκράτορες διασπάθισαν τα τεράστια πλεονάσματα που είχε συγκεντρώσει στο Δημόσιο Ταμείο ο Βασίλειος Β' πεθαίνοντας το 1025. Νέοι εχθροί ήρθαν να αντικαταστήσουν τους παλιούς και να επιφέρουν βαριά πλήγματα στο κράτος. Οι αρχικές επιδρομές των νομάδων Σελτζούκων μετατράπηκαν σταδιακά σε μονιμότερη παρουσία στα σύνορα του Βυζαντίου. Το 1054 πολιόρκησαν την στρατηγική πόλη του Ματζικέρτ. Απέτυχαν, αλλά 17 χρόνια αργότερα ήταν πολύ πιο επιτυχείς. Καταλαμβάνοντας το 1055 τη Βαγδάτη, ιστορική πρωτεύουσα των Αράβων, εδραιώνουν την κυριαρχία τους και παύουν πια να είναι ένας συνήθης νομαδικός επιδρομέας.
Αντίστοιχα στην Δύση εμφανίζεται ένας νέος σημαντικός παράγοντας που θα διαδραματίση καταλυτικό ρόλο στα γεγονότα του 1054. Είναι οι Νορμανδοί, οι οποίοι πρωτοήλθαν στην νότια Ιταλία ως μισθοφόροι το 1016. Το 1041 κατέλαβαν για λογαριασμό τους την Μέλφη και άρχισαν να επεκτείνονται αυτόνομα, απειλώντας τόσο τις παπικές κτήσεις όσο και τα βυζαντινά εδάφη. (Στην βυζαντινή αυτοκρατορία εξακολουθούσε να ανήκη το μεγαλύτερο τμήμα της νότιας Ιταλίας).
Στην Ρώμη, ο 11ος αιώνας έχει μείνει στην Ιστορία ως ο αιώνας της μεγάλης Παπικής μεταρρύθμισης, η οποία καθόρισε τον χαρακτήρα της παπικής εκκλησίας μέχρι σήμερα. Η μεταρρύθμιση αποτελούσε τον καρπό ενός πλατύτερου κινήματος και υλοποιήθηκε την δεκαετία του 1070 από τον Πάπα Γρηγόριο Ζ'. Οι μεταρρυθμιστικές ιδέες, όμως, είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται είκοσι χρόνια νωρίτερα, όταν ο Γρηγόριος, που τότε ονομαζόταν Χίλντεμπραντ, υπηρετούσε ως αρχιγραμματέας στην Παπική Έδρα. Μεταξύ των ιδεών που πρόβαλλε η μεταρρύθμιση ήταν η υποταγή όλης της Χριστιανοσύνης στον Πάπα. Αυτό σήμαινε υποταγή όχι μόνο των άλλων Πατριαρχείων, αλλά ακόμη και της κοσμικής εξουσίας. Όταν ο Γρηγόριος Ζ' προώθησε την τελευταία άποψη, οδηγήθηκε αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τον Γερμανό ηγεμόνα κατά την δεκαετία του 1070. Η σύγκρουση, γνωστή ως "έρις της περιβολής", σημάδεψε την δυτικοευρωπαϊκή Ιστορία, τόσο ως γεγονός όσο και διότι έδωσε το έναυσμα για σύνθετους προβληματισμούς πολιτικής φιλοσοφίας πάνω στην σχέση κράτους - εκκλησίας.
Την δεκαετία του 1050, πάντως, δεν είχαν εκδηλωθή στην πλήρη έκτασή τους οι παπικές βλέψεις. Οι αρχικές μεταρρυθμίσεις αφορούσαν την εκκλησιαστική διοίκηση και την ηθική του κλήρου. Η διοίκηση αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με το μοναρχικό πρότυπο, απομακρυνόμενη από το συνοδικό σύστημα, αντανακλώντας ίσως το γεγονός ότι όλοι οι μεταρρυθμιστές ήταν Γερμανοί και όχι Ρωμαίοι. Ο Πάπας απαίτησε αναγνώριση της οικουμενικής εξουσίας του με δικαιοδοσίες απόλυτης φύσεως. Σε μια πρώτη εφαρμογή της αξίωσής του το 1050 καθήρεσε τον αρχιεπίσκοπο Σιπόντου της Απουλίας, ο οποίος ανήκε στην Κωνσταντινούπολη, και κατήργησε την αρχιεπισκοπή, υπαγάγοντάς την στην παπική δικαιοδοσία. Ήταν η πρώτη επίδειξη δύναμης των μεταρρυθμιστών. Σημειώνεται ότι στις περιοχές όπου επεξέτεινε την κυριαρχία του ο Πάπας, η περιουσία των ορθόδοξων εκκλησιών και μοναστηριών απαλλοτριωνόταν υπέρ των Λατίνων και εγκαθίσταντο μόνον Λατίνοι επίσκοποι.
Η μεταρρύθμιση άγγιξε όλες τις πλευρές της εκκλησιαστικής ζωής στην Δύση, ακόμη και τον μοναχισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή την εποχή κατασυκοφαντούνται οι Βενεδικτίνοι μοναχοί, που ακολουθούσαν το τυπικό του αγίου (και για τους Ορθοδόξους) Βενεδίκτου, ενώ εμφανίζονται τα νέα, αποκλειστικά δυτικά, τάγματα των Κλουνιακών, των Κιστερσιανών και αργότερα των Δομηνικανών τα οποία απομακρύνονται εντελώς από την ησυχαστική παράδοση της Ανατολής. Η νεότερη έρευνα, πάντως, τείνει να αποκαταστήση την εικόνα των Βενεδικτίνων, οι οποίοι, προφανώς, έπεσαν θύματα της προπαγάνδας των μεταρρυθμιστών, μετά την κατάληψη του παπικού θρόνου.
Ταυτόχρονα, με την μεταρρύθμιση η εκκλησιαστική εξουσία αυτονομήθηκε από την κοινωνία: ο λαός της Ρώμης αποκλείστηκε από την εκλογή του Πάπα, με το Dictatus Papae του Νικολάου Β' το 1059, ενώ επιβλήθηκε αυστηρά η αγαμία του κλήρου, ώστε να δημιουργηθή μια πνευματική ελίτ αποκομμένη από τον λαό. Το Σχίσμα του 1054 μπορεί να ειδωθή ως η αναπόφευκτη σύγκρουση των μεταρρυθμιστών με την Ανατολική Εκκλησία, όταν αυτοί θέλησαν να επιβάλουν τις νέες αξιώσεις τους στο σύνολο της Χριστιανοσύνης.

2. Τα στάδια του Σχίσματος

Το Σχίσμα ήταν στην πραγματικότητα σταδιακό. Ωστόσο, επηρεασμένοι από την παπική προπαγάνδα πολλών αιώνων, ο ιστορικοί συνήθως ανατρέχουν σε "σχίσματα" του 5ου, του 7ου και κυρίως του 9ου αιώνα (επί Φωτίου) τα οποία δεν συνέβησαν ποτέ. Στις μέρες μας, χάρη στις σημαντικές έρευνες του F. Dvornik και του Π. Ι. Ρωμανίδη, αποκαθίσταται σταδιακά η αλήθεια. Έτσι τα στάδια που οδήγησαν στο Σχίσμα του 1054 δεν ήταν η εικονομαχική στάση της Κωνσταντινούπολης τον 8ο αιώνα, ούτε κάποιος μυθικός αφορισμός του Φωτίου τον 9ο αιώνα. Όλα αυτά, όπως και προηγούμενες διαφορές, επιλύθηκαν με την πάροδο του χρόνου και επικυρώθηκαν επίσημα σε Συνόδους με τη συμμετοχή τόσο των Ανατολικών Πατριαρχείων όσο και του Πάπα. Τα πραγματικά στάδια που οδήγησαν στο 1054 ήταν τα ακόλουθα τέσσερα:
Το πρώτο βήμα έγινε το 794 όταν οι Φράγκοι επί Καρλομάγνου συγκάλεσαν τη Σύνοδο της Φραγκφούρτης η οποία απέρριψε την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο του 787. Έτσι η Φραγκική Εκκλησία διαφοροποιήθηκε από την υπόλοιπη Χριστιανική Εκκλησία. Στη συνέχεια, το 809, οι Φράγκοι επισημοποίησαν το φιλιόκβε, στη Σύνοδο του Άαχεν, εισάγοντας έτσι στο Σύμβολο της Πίστεως μια δογματική διαφορά με την υπόλοιπη ενωμένη Εκκλησία. Η κίνησή τους βέβαια απορρίφθηκε σθεναρά από τον Πάπα Λέοντα Γ'. Η απόρριψη επαναλήφθηκε επίσημα στη θεωρούμενη Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο του 879. Η Εκκλησία των πέντε Πατριαρχείων παρέμενε ενωμένη τον ένατο αιώνα, αλλά η Εκκλησία των Φράγκων, οι οποίοι κατείχαν μεγάλο τμήμα της Δυτικής Ευρώπης είχε αποσχιστεί.
Το δεύτερο βήμα έγινε το 962 όταν ο Σάξονας βασιλιάς Όθων Α΄ κατέβηκε με το στρατό του στη Ρώμη, επεμβαίνοντας σε μια τοπική διαμάχη, και ανάγκασε τον Πάπα Ιωάννη ΙΒ' να τον στέψη αυτοκράτορα. Για να εξασφαλίση την υποταγή του εκάστοτε Πάπα, ο Όθων θεσμοθέτησε ότι όλοι οι μελλοντικοί Πάπες θα έπρεπε να του ορκιστούν πίστη και υποταγή πριν ανέλθουν στο θρόνο. Συνεπώς οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν πλέον να εκλέγουν τον Πάπα χωρίς Γερμανική έγκριση. Ο πάπας Ιωάννης ΙΒ' δεν δέχθηκε αυτή την αξίωση και ο Όθων συγκάλεσε σύνοδο Ιταλών επισκόπων τους οποίους "έπεισε" να εκθρονίσουν τον Ιωάννη και να εκλέξουν το δικό του υποψήφιο, το 963.Έτσι ο Πάπας μετατράπηκε σε όργανο της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Τα επόμενα εκατό χρόνια, οι 21 από τους 25 Πάπες επιλέχθηκαν από τον Γερμανό βασιλιά. Η αντίδραση των Ρωμαίων αυτό τον αιώνα, από τον Όθωνα ως το 1054, ήταν η γνώριμη αντίδραση κάθε λαού υπό κατοχή: κάποιοι έγιναν συνεργάτες των Γερμανών και κάποιοι έγιναν αντιστασιακοί. Μια και η κατοχή αυτή δεν έληξε ποτέ, και την ιστορία την έγραψαν οι νικητές, τα χρόνια αυτά έχουν μείνει στην ιστορία ως χρόνια παρακμής του παπικού θρόνου και ειδικά ο πάπας Ιωάννης ΙΒ' θεωρείται από τους πλέον "ανήθικους" πάπες της Ιστορίας...
Το λογικό τρίτο βήμα ήταν η οριστική εκδίωξη των Ρωμαίων από τον Παπικό θρόνο και η αντικατάστασή τους με Γερμανούς. Εξαιτίας της αντίστασης των Ρωμαίων, απαιτήθηκαν αρκετά χρόνια για να γίνει αυτό το βήμα. To 996 ο Γερμανός αυτοκράτορας Όθων Γ' τοποθέτησε τον πρώτο Γερμανό Πάπα, τον νεαρό ξάδερφό του Μπρούνο, ως Γρηγόριο Ε'. Ο νέος Πάπας δεν αναγνωρίστηκε από την Κωνσταντινούπολη, είτε επειδή πρόσθετε το φιλιόκβε στο Σύμβολο της Πίστεως είτε επειδή δεν θέλησε να στείλη Συστατική Επιστολή εκεί. Σύντομα εκδιώχθηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι εξέλεξαν ένα Ρωμηό, τον Ιωάννη Φιλάγαθο. Αυτός έστειλε Συστατική Επιστολή στην Κωνσταντινούπολη και αναγνωρίστηκε από αυτήν. Ο Όθων εξοργισμένος πήγε στη Ρώμη και απεκατέστησε τον Γρηγόριο, αφού συνέλαβε και ακρωτηρίασε τον Ιωάννη. Όταν πέθανε ο Γρηγόριος, ο Όθων τοποθέτησε τον πρώτο Γάλλο Πάπα, τον Ζερμπέρ ντ' Ωριλάκ, ως Σίλβεστρο Β', ο οποίος επίσης δεν καταγράφηκε στα δίπτυχα της Κωνσταντινούπολης.
Ο τελευταίος Ορθόδοξος Πάπας παραιτήθηκε (για άγνωστους λόγους) το 1009. Αυτή είναι και η τελευταία, μέχρι σήμερα, χρονιά στην οποία αναφέρεται το όνομα του Πάπα στα δίπτυχα της Κωνσταντινούπολης. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι από τότε οι Γερμανοί πάπες αντικατέστησαν οριστικά τους Ρωμαίους. Φαίνεται ότι αυτή η άποψη δεν ευσταθεί, διότι και στις επόμενες τέσσερις δεκαετίες υπήρχαν Ρωμαίοι πάπες. Όπως, όμως, διαπίστωσε ο Π. Ι. Ρωμανίδης, προέρχονταν από απολύτως γερμανόφιλες οικογένειες και γι' αυτό εισήγαγαν επίσημα το φιλιόκβε στην Εκκλησία της Ρώμης από το 1014. Αργότερα, η γερμανοκρατούμενη πλέον παπική Εκκλησία αναγνώρισε ως "άγιο" τον βασιλιά Ερρίκο Β' (1002-1024) ο οποίος πέτυχε την οριστική εκδίωξη των ορθόδοξων Ρωμαίων από τον παπικό θρόνο και την εισαγωγή του φιλιόκβε. Μετά από διακόσια χρόνια προσπάθειας, η προσθήκη του φιλιόκβε στην Εκκλησία της Ρώμης αντιπροσώπευε το θρίαμβο της Γερμανικής πολιτικής εκεί.
Το τέταρτο βήμα ήταν τα γεγονότα του 1046-49 στη Ρώμη. Λόγω της σύγκρουσης γερμανόφιλων και αντιστασιακών, το 1046 υπήρχαν ταυτόχρονα τρεις Πάπες. Ο Γερμανός βασιλιάς Ερρίκος Γ' κατέβηκε στη Ρώμη, εκδίωξε και τους τρεις και τοποθέτησε τον δικό του εκλεκτό, ο οποίος όμως πέθανε σε λιγότερο από ένα χρόνο. Ο Ερρίκος τοποθέτησε έναν δεύτερο, που έζησε μόνο 23 ημέρες. Υπάρχει η υπόνοια ότι και οι δυο έπεσαν θύματα της ρωμαϊκής αντίστασης κατά των Γερμανών. Ο τρίτος που διορίστηκε από τον Ερρίκο, ο ξάδερφός του Λέων Θ', ήταν πιο τυχερός και επί των ημερών του στάλθηκε η κρίσιμη αντιπροσωπεία με τον Ουμβέρτο στην Κωνσταντινούπολη το 1054.

3. Το Καλοκαίρι του 1054

Τα γεγονότα του 1054 είχαν ως άμεση αφορμή τις στρατιωτικές εξελίξεις στη Νότια Ιταλία, όταν ανατράπηκε η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ του Παπικού κράτους, των Βυζαντινών και των Νορμανδών, εξαιτίας της προέλασης των τελευταίων. Οι τριβές, πάντως, είχαν αρχίσει από το 1050, όταν ο Πάπας διόρισε αρχιεπίσκοπο Σικελίας τον καρδινάλιο Ουμβέρτο, τον μετέπειτα απεσταλμένο στη μοιραία πρεσβεία του 1054, ενώ η Σικελία ανήκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και δεν είχε κατακτηθεί (ακόμη) από τους Νορμανδούς. Σε αντίποινα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος πήρε μέτρα κατά των λατινικών εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης και παρότρυνε τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος Λέοντα να εκθέση γραπτώς τις λατινικές πλάνες το 1053. Η νεώτερη έρευνα, πάντως, δεν δέχεται ότι ο Πατριάρχης έκλεισε τις λατινικές εκκλησίες της Πόλης, όπως πιστευόταν μέχρι πρόσφατα. Όταν ο Ουμβέρτος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1054 προέβη σε μεταρρυθμίσεις των εθίμων ορισμένων Εκκλησιών εκεί, άρα, προφανώς, οι λατινικές Εκκλησίες στην Κωνσταντινούπολη θα πρέπει να παρέμεναν ανοικτές.
Στη διάρκεια του 1053 σημειώθηκαν ραγδαίες στρατιωτικές εξελίξεις στην Ιταλία. Αρχικά ο Πάπας Λέων δεν είχε πρόβλημα με τις συνεχείς κατακτήσεις των Νορμανδών, αφού αυτοί ανήκαν στη Λατινική Εκκλησία. Όταν όμως άρχισαν να πλησιάζουν προς τη Ρώμη, θορυβήθηκε και προσπάθησε να συνάψη συμμαχία με την Κωνσταντινούπολη, η οποία επίσης είχε συμφέρον να ανακοπούν οι Νορμανδοί. Πριν καταφέρουν να συναντηθούν οι δυο συμμαχικοί στρατοί, οι Νορμανδοί νίκησαν τους βυζαντινούς το Φεβρουάριο του 1053 και αιχμαλώτισαν τον ίδιο τον Πάπα τον Ιούνιο του 1053. Στη διάρκεια της αιχμαλωσίας του ο Πάπας έλαβε την επιστολή του Αχρίδος Λέοντα και έδωσε εντολή στον καρδινάλιο Ουμβέρτο να συντάξη απάντηση προς τον Πατριάρχη. Σ' αυτήν, χρησιμοποιώντας επιχειρήματα από την Ψευδο-Κωνσταντίνεια Δωρεά, υπερασπιζόταν το παπικό πρωτείο. Την επιστολή μετέφεραν μαζί τους οι απεσταλμένοι του στην Κωνσταντινούπολη το 1054.
Οι λεπτές διπλωματικές ισορροπίες της εποχής αντανακλώνται στις δυο επόμενες επιστολές που έλαβε ο Πάπας στην αιχμαλωσία του, μια από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Μονομάχο και μια από τον Πατριάρχη τον ίδιο. Η πρώτη, σε πολύ φιλικό ύφος, τασσόταν υπέρ μιας στενότερης πολιτικής συμμαχίας, ενώ στη δεύτερη ο Κηρουλάριος απευθυνόταν με σεβασμό στον Πάπα και προσευχόταν για την ενότητα των δυο Εκκλησιών, χωρίς να αναφέρεται σε σημεία τριβής. Ωστόσο ο Πάπας αγνόησε το όλο ύφος και αντέδρασε στον τίτλο "Οικουμενικός Πατριάρχης" με τον οποίο υπέγραφε ο Κηρουλάριος. Έτσι αποφάσισε να στείλη την παπική αντιπροσωπεία υπό τον Ουμβέρτο στην Κωνσταντινούπολη το 1054. (Αξίζει να σημειωθή ότι τελικά ο Πάπας αναγνώρισε τους Νορμανδούς και συμμάχησε μαζί τους. Το 1059 ο αρχηγός τους Ροβέρτος Γυισκάρδος έλαβε τον τίτλο του δούκα με εξουσία στην Απουλία και Καλαβρία και με δικαίωμα να επεκτείνη την αρχή του στη Σικελία, αν μπορούσε να την κατακτήση. Από τη μεριά τους οι Νορμανδοί παρέδωσαν στον Πάπα τους βυζαντινούς ναούς που βρίσκονταν στην επικράτειά τους)
 Τι ακριβώς συνέβη εκείνο το καλοκαίρι του 1054;
Όταν οι τρεις παπικοί λεγάτοι έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, φέρθηκαν με περιφρονητικό τρόπο στον Πατριάρχη αρνούμενοι να τον τιμήσουν με την καθιερωμένη προσκύνηση ή έστω με μια τυπική κλίση της κεφαλής προς τα δεξιά προς ένδειξη σεβασμού. Όταν αναγνώστηκε η επιστολή του Πάπα με την οποία ο Λέων επέκρινε τον Πατριάρχη για τον τίτλο "οικουμενικός" και συνέχιζε την πολεμική του για τα λοιπά ζητήματα, ο Πατριάρχης απογοητεύτηκε τόσο πολύ ώστε αρνήθηκε να πιστεύση ότι προερχόταν από την παπική έδρα. Εξέτασε προσεκτικά τις σφραγίδες και αποφάνθηκε ότι το έγγραφο ήταν πλαστό. (Αυτό όμως οφειλόταν μάλλον στην πρόσφατη αλλαγή σφραγίδων που είχε υιοθετήσει ο Πάπας). Στη συνέχεια ο Ουμβέρτος παρουσίασε την απάντηση προς τον Λέοντα Αχρίδος, που είχαν συντάξει οι Λατίνοι. Οι Βυζαντινοί απάντησαν με κείμενο του Νικήτα Στηθάτου εναντίον της χρήσης των αζύμων, της αγαμίας του κλήρου, και άλλα. Ο Ουμβέρτος αντέδρασε βίαια και υβριστικά. Ο Νικήτας Στηθάτος, όμως, αναγκάστηκε να σιωπήση έπειτα από εντολή του αυτοκράτορα ο οποίος ήθελε να διατηρηθή η συμμαχία με τον Πάπα κατά των Νορμανδών. Ο Ουμβέρτος, ενθαρρυμένος, προχώρησε σε νέα επίθεση κατηγορώντας τους Βυζαντινούς για την μη αποδοχή του φιλιόκβε. Ο Κηρουλάριος αρνήθηκε κατηγορηματικά να συζητήση σ' αυτό το σημείο, επιμένοντας ότι σε τέτοια συζήτηση θα έπρεπε να λάβουν μέρος και τα υπόλοιπα Πατριαρχεία της Ανατολής. Τότε ο Ουμβέρτος αποφάσισε να προχωρήση στον αναθεματισμό.
Το έγγραφο του αναθεματισμού προκαλεί κατάπληξη σήμερα, καθώς βρίθει ανακριβειών. Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι οι Λατίνοι βρίσκονταν σε απελπιστική ένδεια επιχειρημάτων για να στηρίξουν το ένα πράγμα που τους ενδιέφερε, δηλαδή το απολυταρχικό πρωτείο του Πάπα. Θα παραθέσουμε εδώ ορισμένες από τις κατηγορίες που περιείχε, μαζί με το σχολιασμό τους (σε παρένθεση) από έναν σύγχρονο, μη Ορθόδοξο, ιστορικό, τον Στήβεν Ράνσιμαν.
Σύμφωνα με τον Ράνσιμαν, το έγγραφο που εναπέθεσαν οι παπικοί απεσταλμένοι στην Αγία Τράπεζα της Αγια-Σοφιάς στις 16 Ιουνίου 1054 κατηγορούσε μεταξύ άλλων ότι όλοι όσοι υποστήριζαν τον Κηρουλάριο ήταν ένοχοι σιμωνίας ("πράγμα που, όπως γνώριζε καλά ο Ουμβέρτος, ήταν η κυρίαρχη διαστροφή της εποχής στη δική του Εκκλησία"), ότι ενθάρρυναν τον ευνουχισμό ("μία πρακτική που επίσης εφαρμοζόταν στη Ρώμη"), ότι επέμεναν να ξαναβαπτίζουν τους Λατίνους ("κάτι που δεν ήταν αλήθεια, εκείνη την εποχή"), ότι επέτρεπαν στους ιερείς να παντρεύονται ("πράγμα που ήταν λάθος: ένας έγγαμος μπορούσε να γίνει ιερέας, αλλά κανείς ήδη χειροτονημένος δεν μπορούσε να παντρευτεί"), ότι βάπτιζαν τις γυναίκες τις ημέρες του τοκετού, ακόμη κι αν ήταν στα πρόθυρα του θανάτου ("μια καλή πρακτική της Αρχαίας Εκκλησίας"), ότι αρνούνταν την κοινωνία σε ξυρισμένους άντρες ("πράγμα αναληθές, παρ' ό,τι οι Έλληνες δεν ενέκριναν τους ξυρισμένους ιερείς") και, τέλος, ότι παρέλειπαν μια φράση στο Σύμβολο της Πίστεως ("πράγμα που ήταν το ακριβώς αντίστροφο της αλήθειας").
Η δημοσιοποίηση του εγγράφου προκάλεσε λαϊκή εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα τη σύγκληση της Συνόδου η οποία αναθεμάτισε τους συντάκτες του.

4. Αντίκτυπος του Σχίσματος στην Κωνσταντινούπολη

Μετά την πρώτη αγανάκτηση, φαίνεται πως η Κωνσταντινούπολη δεν έδωσε μεγάλη βαρύτητα στις ενέργειές του ως τότε αδύναμου παπικού θρόνου. Στο κλίμα πολιτικής και πολιτιστικής ανωτερότητας που διακατείχε τους Βυζαντινούς τον ενδέκατο αιώνα, οι πράξεις των Δυτικών αντιμετωπίζονταν μάλλον με υπεροψία και περιφρόνηση. Η αγενής συμπεριφορά των παπικών απεσταλμένων απλώς επιβεβαίωσε τη βυζαντινή αντίληψη.
Πέρα από τον Κηρουλάριο, οι λοιποί εκκλησιαστικοί άνδρες της εποχής διατήρησαν χαμηλούς τόνους. Για παράδειγμα ο Πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος και ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Λέων στα γραπτά τους έχουν αρκετά συγκαταβατικό ύφος. Πιστεύουν ότι οι Λατίνοι απομακρύνθηκαν από τον αληθινό δρόμο λόγω άγνοιας και ότι αν διορθώνονταν από τους πιο μορφωμένους και σοφότερους Ανατολικούς αδερφούς τους θα επέστρεφαν στην ευθεία οδό. Ο Πέτρος Αντιοχείας σε γράμμα προς τον Κηρουλάριο γράφει "Διότι είναι αδελφοί μας, έστω κι αν λόγω έλλειψης εκπαίδευσης" συχνά έχουν εκπέσει από το ορθό. Επίσης, στην αναφορά στην Παπική Εκκλησία μιλά για "Ρωμαίους", τους οποίους διαχωρίζει από τους "Βανδάλους", αν και εκφράζει τον φόβο ότι οι Ρωμαίοι ίσως έχουν επηρεαστεί από τους Βανδάλους.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι αρχικά οι Βυζαντινοί δεν ισχυρίζονταν ότι συνολικά η Δυτική Εκκλησία έχει πέσει σε σφάλμα. Ο Κηρουλάριος στην αλληλογραφία του συνήθως επέμενε ότι δεν έφταιγε ο Πάπας για τα σφάλματα της Δύσης ή για την διαμάχη του με τον Ουμβέρτο. Έκανε διάκριση ανάμεσα στον Πάπα, με τον οποίο ζητούσε συμμαχία, και στους "Φράγκους" (εννοώντας αυτούς που εμείς ονομάζουμε Νορμανδούς). Άλλωστε η Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης στις 20 Ιουλίου 1054 δεν καταδίκασε τον Πάπα ή τους Δυτικούς γενικά, αλλά επέρριπτε την ευθύνη στον Ουμβέρτο και στους άλλους απεσταλμένους που έφεραν πλαστογραφημένα έγγραφα. Ο Πέτρος Αντιοχείας επέμεινε ότι αν κάποιοι Δυτικοί παρέβαιναν τους κανόνες θα πρέπει να το έκαναν χωρίς να το γνωρίζει ο Πάπας.
Είναι φανερό ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέβαλλε προσπάθεια να διατηρηθούν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την Δύση, ελπίζοντας ότι οι παπικοί απεσταλμένοι είχαν ενεργήσει αυθαίρετα, χωρίς την έγκριση του Πάπα, ή ότι κάποιος επόμενος Πάπας θα αναιρούσε τις σχισματικές απόψεις του προκατόχου του. Γι’ αυτό και η πρώτη γνωστή αναφορά σε σχίσμα μεταξύ Κηρουλάριου και Ουμβέρτου χρονολογείται αρκετά αργότερα, στις αρχές του 12ου αιώνα.
Επιπλέον, όπως σωστά έχει τονιστεί από σύγχρονους ιστορικούς, γενικά οι πρωταγωνιστές της περιόδου στο Βυζάντιο δεν αντιμετώπιζαν τη Δύση ως κάτι μονολιθικό, κι άρα δεν αισθάνονταν ότι ζούσαν σε έναν κόσμο με σαφή διάκριση Ανατολής-Δύσης. Αντί για σύγκρουση Ρώμης-Κωνσταντινούπολης έβλεπαν διάφορες ομάδες με διαφορετικά συμφέροντα. Στην Ιταλία, ας πούμε, υπήρχε ο Πάπας, ο Γερμανός αυτοκράτορας, οι Νορμανδοί, οι Λογγοβάρδοι και οι γηγενείς Ιταλοί που θεωρούσαν τους εαυτούς τους υπηκόους της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Πολλά από τα στοιχεία των μεταγενέστερων σχέσεων ανάμεσα στο Βυζάντιο και στους Δυτικούς δεν ήταν ακόμη εμφανή. Η αντίληψη περί της Δύσης ως ενωμένης και ως απειλής, η λαϊκή αντιπάθεια απέναντι στους "Λατίνους", αυτά όλα θα αναδυθούν αργότερα. Θα λέγαμε μάλιστα πώς το ίδιο το Σχίσμα οδήγησε σταδιακά στην κατασκευή μιας μονολιθικής Δύσης στα μάτια των Βυζαντινών, καθώς οι λεπτές αποχρώσεις υποχώρησαν μπροστά στην προτεραιότητα της οριοθέτησης ανάμεσα σε Ορθόδοξους και αιρετικούς.

5. Τα μετά το Σχίσμα

Η εξαντλητική έρευνα στις πηγές κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι δεν έγινε κανένα οριστικό σχίσμα το 1054. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται από δυο ρεύματα.
Το πρώτο ισχυρίζεται ότι ήδη πριν από το 1054 σημειωνόταν μια αυξανόμενη απομάκρυνση των δυο εκκλησιών και το 1054 δεν επήλθε παρά η τυπική επισφράγιση της διάστασης που προϋπήρχε μεταξύ Ελληνόφωνου και Λατινόφωνου κόσμου. Οι δυο κόσμοι είχαν σταδιακά αποξενωθή με το πέρασμα των αιώνων και το Σχίσμα ήταν απλώς το επιστέγασμα της ρήξης.
Το δεύτερο ρεύμα ισχυρίζεται ότι δεν έγινε το Σχίσμα το 1054 για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: παρά τις πολιτιστικές και θεολογικές διαφορές και τα γεγονότα του 1054, οι δυο πλευρές συνέχισαν τις επαφές χωρίς να δείχνουν ότι είχε συμβεί κάτι οριστικό. Αντίθετα, συνηθισμένες από παλαιότερες συγκρούσεις, πίστευαν ότι με τον καιρό μπορούσε να γεφυρωθή και πάλι το παροδικό χάσμα. Πιθανόν αυτός είναι και ο λόγος που οι ιστορικοί της εποχής δεν θεώρησαν άξια λόγου την καταγραφή των γεγονότων του 1054. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το "οριστικό" γεγονός ήρθε με την τέταρτη σταυροφορία και την άλωση της Πόλης από τους Δυτικούς. Οι λεηλασίες που ακολούθησαν και η κατοχή της χώρας, η Φραγκοκρατία, "ριζοσπαστικοποίησαν" τους πληθυσμούς, "από τους πιο μορφωμένους θεολόγους της Κωνσταντινούπολης ως τους τελευταίους αγρότες της Πελοποννήσου", όπως σημειώνει η καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Πρίνστον Τ. Κολμπάμπα. Τότε τα γεγονότα του 1054 απέκτησαν εκ των υστέρων άλλο νόημα.
Αντίστοιχα ο Ράνσιμαν γράφει ότι μετά την κατάκτηση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204, "ο Πάπας έμεινε εγκλωβισμένος ανάμεσα στην ευχαρίστησή του για το συνολικό αποτέλεσμα και την αντιπάθεια για τις μεθόδους, κι έτσι έχασε τη μοναδική ευκαιρία να ανακτήσει καλή θέληση στην Ανατολή. Στην κρίσιμη στιγμή έδειξε ότι του έλειπε συμπόνοια και κατανόηση, και αυτό δεν του συγχωρήθηκε ποτέ".
Κατά την άποψή μας, η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα στα δυο ιστοριογραφικά ρεύματα. Είναι γεγονός ότι η διαφορετική ιστορική εξέλιξη Ανατολής και Δύσης και οι πολιτιστικές διαφορές απομάκρυναν τους δυο κόσμους. Από μόνο του όμως αυτό δεν αρκεί για να δημιουργήση σχίσμα. Διαφορετική ιστορική εξέλιξη βίωσαν και τα τρία άλλα Πατριαρχεία της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων). Τεράστια διαφορά πολιτιστικού επιπέδου υπήρχε ανά τους αιώνες και μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Σλάβων. Δεν σημειώθηκε όμως σχίσμα μεταξύ τους.
Επίσης, είναι σωστό ότι από την πλευρά των Βυζαντινών δεν υπάρχουν ενδείξεις αμετάκλητης ρήξης τα πρώτα χρόνια μετά το 1054. Το 1073, για παράδειγμα, η βυζαντινή διπλωματία προσέγγισε τον Πάπα για τη σύναψη συμμαχίας κατά των Σελτζούκων. Η ανταπόκριση ήταν θετική, αν και τελικά η Κωνσταντινούπολη εξασφάλισε τη βοήθεια των Νορμανδών και δεν έδωσε συνέχεια. Στα 1089, όταν ο Αλέξιος Α' ενδιαφέρθηκε για τη διάλυση της συμμαχίας ανάμεσα στον Πάπα και στους Νορμανδούς, δέχθηκε απεσταλμένους του πάπα Ουρβανού Β' και συμβουλεύθηκε τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης σχετικά με την κατάσταση του σχίσματος μεταξύ των Εκκλησιών. Κανένα επίσημο έγγραφο δεν βρέθηκε για το σχίσμα στα αρχεία του Πατριαρχείου και ο Πατριάρχης Νικόλαος Γ' απηύθυνε επιστολή στη Ρώμη που πρόσφερε αποκατάσταση των σχέσεων με βάση τον συνήθη όρο της αποστολής της παπικής ομολογίας της Ορθόδοξης πίστης στην Κωνσταντινούπολη. "Προφανώς στα μάτια των Βυζαντινών δεν υπήρχε επίσημο "σχίσμα" των εκκλησιών, αλλά μόνο μια αποξένωση που μπορούσε να θεραπευθεί δια της απλής, αλλά επισήμου αποβολής του Filioque από το Λατινικό Σύμβολο", σημειώνει ο Μέγιεντορφ. Βέβαια, ο Πάπας δεν απάντησε ποτέ, αφού γνώριζε πολύ καλά ότι ομολογία πίστεως με την προσθήκη του φιλιόκβε δεν επρόκειτο να γίνη ποτέ δεκτή στην Κωνσταντινούπολη. Συνεπώς, ναι μεν υπήρχε διάθεση γεφύρωσης της διαφοράς εκ μέρους των Ορθοδόξων, ταυτόχρονα όμως αναγνωριζόταν ότι η διατήρηση του φιλιόκβε αποτελούσε αιτία σχίσματος.
Είναι χαρακτηριστικό ότι γύρω στο 1090 ο Θεοφύλακτος Αχρίδος γράφει ότι ένας άνθρωπος εμποτισμένος στην παράδοση της εκκλησίας μας γνωρίζει ότι κανένα έθιμο δεν είναι τόσο σημαντικό ώστε να διαιρέση τις εκκλησίες, εκτός από αυτό που οδηγεί στην καταστροφή του δόγματος. Γι' αυτό και δεν θα συμφωνήση ότι οι Δυτικοί υποπίπτουν σε ασυγχώρητες αμαρτίες σε ζητήματα όπως τα άζυμα. Αντίθετα πιστεύει ότι το φιλιόκβε είναι τρομακτικό σφάλμα.
Δυστυχώς, παρά την καλή θέληση των Ορθοδόξων, δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση από την αντίθετη πλευρά. Μάλιστα αν υπήρχε διάθεση, θα ήταν πολύ απλή η σύντομη ακύρωση των αναθεμάτων, με άλλοθι ένα τυπικό πρόβλημα: θα μπορούσε να υποστηριχτή ότι η ενέργεια των παπικών απεσταλμένων στερείτο νομιμότητας, διότι ο Πάπας Λέων είχε πεθάνει τον Απρίλιο του 1054 (ο θρόνος παρέμενε κενός ακόμη τον Ιούλιο) και επομένως ο Ουμβέρτος δεν είχε εξουσιοδότηση για ό,τι έκανε! Ωστόσο οι μετά το 1054 Πάπες δεν απεκήρυξαν την ενέργεια του Ουμβέρτου και έτσι ο αναθεματισμός διατηρήθηκε σε ισχύ. Για την ακρίβεια, διάδοχος του Λέοντα ορίστηκε από τον Γερμανό βασιλιά Ερρίκο Γ' ο Στέφανος Θ', ο οποίος, ως Φρειδερίκος της Λορραίνης, ήταν ένας από τους δυο συνοδούς του Ουμβέρτου στην πρεσβεία του 1054. Μια και ο νέος Πάπας είχε ήδη καταδικαστεί από τη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης στις 20 Ιουλίου 1054, είναι φανερό ότι η επιλογή του αποτελούσε συνειδητή πρόκληση προς την Ανατολική Εκκλησία και υποδήλωνε τη βαθύτερη πολιτική των Γερμανών εναντίον της προσέγγισης των δύο κόσμων. Τελικά το 1098 η σύνοδος του Μπάρι καταδίκασε επίσημα ως αιρετικούς όσους δεν δέχονταν το φιλιόκβε, οριστικοποιώντας το Σχίσμα. Χρειάστηκε να περάσουν εννιακόσια χρόνια και να φτάσουμε στο 1965 για να αρθούν τα αναθέματα. Ήταν, βέβαια, πολύ αργά.
Στους αιώνες που ακολούθησαν μετά στο Σχίσμα, η δυτική θεολογία οδεύτηκε σε καινούρια μονοπάτια, βασιζόμενη στην ορθολογική επεξεργασία των αληθειών της πίστης. Σταδιακά, ο ορθολογισμός μονοπώλησε τον τρόπο προσέγγισης του Θεού στην Δύση. Η παπική Εκκλησία εγκλωβίστηκε σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφική Σχολή και ταυτίστηκε με αυτή. Έτσι, όταν οι επιστημονικές ανακαλύψεις του Κοπέρνικου, του Γαλιλαίου και του Νεύτωνα επέφεραν την κατάρρευση της δυτικής μεταφυσικής, η παπική Εκκλησία αισθάνθηκε απειλημένη και αντέδρασε με τον γνωστό βίαιο τρόπο. Εξαιτίας αυτών των εξελίξεων, ένας ολότελα καινούριος πολιτισμός έχει γεννηθεί στην Δύση μετά το Σχίσμα. Μια διαφορά που ξεκίνησε ως θεολογική και πολιτική έχει αλλοιώσει πλέον την συνολική εξέλιξη της ανθρωπότητος.
Το θέμα της ένωσης των Εκκλησιών δεν έπαυσε να απασχολεί όσους αγάπησαν την Εκκλησία του Χριστού ανά τους αιώνες. Οι μέχρι τώρα προσπάθειες αποδείχθηκαν μάταιες. Ωστόσο το χρέος των Ορθοδόξων παραμένει. Θα κλείσουμε τη μελέτη μας με την άποψη του μεγάλου θεολόγου της εποχής μας, π. Ι. Ρωμανίδη, η οποία είναι η γνήσια ορθόδοξη άποψη και η μόνη βασισμένη στα ιστορικά δεδομένα:
“Η απλή άρσις των αναθεμάτων του 1054 δεν δύναται να επιτύχη την ένωσιν. Επανερχόμενοι εις την προ του 1054 κατάστασιν ευρίσκομεν πάλι σχίσμα μεταξύ Λατίνων και Ρωμαίων εξ αιτίας του Filioque". [...] "Έχομεν το ιερόν καθήκον, το επιβεβλημένον και από τους Ορθοδόξους Ρωμαίους πάπας της Ρώμης προ του 1009, να επιδιώξωμεν την εξάλειψιν του σχίσματος ουχί δια της άρσεως των αναθεμάτων του 1054, αλλά δια της άρσεως του Filioque και των προϋποθέσεων και αποτελεσμάτων αυτού”.

Περιοδικό «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» τεύχη Μαϊου-Σεπτεμβρίου 2004
πηγή

Το Ράσο στην Επανάσταση του ΄21


Γράφει ο π.Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
Ομότιμος Καθηγητής  Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών
 Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ΄21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος.

Αντίθετα, σχετιζόταν, άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή.

Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της.

Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μια μέρα θα γίνει ρωμαίίκο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μια κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος –οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας1. Από τη μεγαλοϊδεατική ιδεολογία του Γένους θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων-καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πια στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος. Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ΄21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της... Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας.

Στις ευρωπαϊκές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πια ρωμαίικο-οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ΄ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού Θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαϊκής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»2. Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου-και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου-στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πια φανερό ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών3. Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ΄όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα- έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης-ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι».4

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειώνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν ή μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας5.

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος ομολογεί: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»6 .

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ. Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι. Συκουτρής, ο Κ. Βοβολίνης, ο Ν. Τωμαδάκης, ο Απ. Βακαλόπουλος κ.ά.7

Υπάρχουν βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν ή και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ΄όχι ιστορικός) ο Γ. Καρανικόλας ( δημοσιογράφος, όχι ιστορικός)8 κ.ά. Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε. 9, για να διαπιστώσει πως αυτούσιες οι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το ΄21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το πραγματικά όμως ανέντιμο είναι, ότι στη μάχη της Αλαμάνας επαινείται μεν ο Αθανάσιος Διάκος, ως «κατώτερος» κληρικός, όχι όμως και ο οργανωτής και αρχηγός του ελληνικού σώματος Μητροπολίτης Σαλώνων Ησαΐας πού έπεσε ηρωικά στη μάχη μαζί με τον αδελφό του παπα-Γιάννη, έγγαμο και πατέρα πολλών τέκνων.

Αλλά πρέπει να πολεμούνται οι «δεσποτάδες»! Το τραγικά απελπιστικό δε είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πια ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε οι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ. Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαϊκισμού» (π.χ. Λέων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του ΄21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα». Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λεων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδου-Μπιμπίκου κ.ά.10

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ΄21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος οι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μία με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής-επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε΄11. Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός). Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατόν να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π.χ. 1790); Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη του Κοραή και του Καποδίστρια, πού ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής12. Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν εν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου; Έτσι άλλωστε ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό; - Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της Κων/πόλεως)13. Απερίγραπτες θηριωδίες, που προοιώνιζαν τη συνέχεια-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών-Απαγχονισμός του Σειχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών)14-Εκτελέσεις Φαναριωτών ( Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κλ.π.

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος). Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ. Υψηλάντη: «Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»15. Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών16 . Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητικά απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο ΄Εθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαΐας μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα17. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας18 . Ο Σπ. Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.ά. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 2019 . Ποια ήταν, λοιπόν η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία; 20

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, οι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ’ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία).

Γι’αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «Οι Φιλικοί (…) επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι΄αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»21. Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.

Από το 1818 μυήθηκαν στην Φιλική Εταιρεία όλοι σχεδόν οι αρχιερείς της Πελοποννήσου22, κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φιλική Εταιρεία (…) στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τους δεσποτάδες»23. Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί οι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1818-21 όλοι σχεδόν οι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι οι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της, λόγω του υψηλού κύρους τους στο Λαό24 . Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μία αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%25 .

Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κλπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε΄, Κύριλλος ΣΤ΄) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθησαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.00026 .

Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα. Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ΄2127. Έτσι ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν οι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, οι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως οι μητροπολίται και γενικώς οι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή οι πραγματικοί ηγέται του Έθνους»28 Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»29 .

Δια να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ΄ αυτόν.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786-1852)30.Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του ΄21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ΄αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι’αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν…»31

Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως.

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις (« οπλοφορία») και σε μία συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ΄αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ΄αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της… Γι΄αυτό μιλήσαμε για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος32. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στη αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ΄όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες.

Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική-εκκλησιαστική33 .

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς μας αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό.

Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας34. Η εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι΄αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθόδοξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

__ΡΕΣΑΛΤΟ, τεύχος- 6, Μάιος 2006
______________________________________
1 Βλ. το κεφάλαιο «Το ανολοκλήρωτο ΄21» του Γ.Δ.Μεταλληνού, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Αθήνα 2001, σ. 191 ε.ε.
2 Βλ. τη σπουδαία ανάλυση του καθηγ. π. Ιωάννου Ρωμανίδου, στο έργο του. Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989, σ. ιδ΄ε.ε.
3 Ph. Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296 ε.
4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής. Εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29
5 Χρ. Βυζαντίου, Ιστορία τακτικού στρατού, σ. 265. Βλ. στου Π.Γεωργαντζή. Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.
6 Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 7, Αθήναι 1925, σ. 216/17.
7 Παραθέματα βλ. στου Π.Γεωργαντζή οπ. π. σ. 190 ε.ε. Πβρλ. σ. 248 ε.ε. «Διακηρύξεις εθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών».
8 Παραθέματα σχετικά βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π.σ. 197 ε.ε. και 234 ε.ε. Για να γίνει συνειδητή η φθορά εκ μέρους του δυτικού διαφωτισμού, αρκεί να σημειώσουμε, ότι μεταξύ των επικριτών του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ δεν είναι μόνο μαρξιστές, αλλά και ο χριστιανός καθηγητη. Αλεξ. Τσιριντάνης. Στο ίδιο, σ. 198-99: Το Οικουμ. Πατριαρχείο «δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης την αφώρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πουν πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήλθε και στον Μωριά και ήθελε να δέσει τα χέρια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θα μπορούσε βέβαια, ο Πατριάρχης να είχε κατά κάποιο τρόπο διαμηνύσει στο λαό, να μη πάρουν στα σοβαρά τον αφορισμό. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έγινε, γιατί απλούστατα ο αφορισμός ήταν αληθινός και «σπουδαίος». Έγινε στα σοβαρά, σοβαρώτατα». (Βλ. Αλεξ. Τσιριντάνη. Το Εικοσιένα, στο περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τεύχος 195, Ιανουαρ. 1977, σ. 2) Το κείμενο του καθηγητή Τσιριντάνη, αποδεικνύει, ότι η «παρερμηνεία» δεν είναι προνόμιο «αντορθοδόξων» και «ανθελληνικών» ιδεολογιών. Το τραγικό όμως στην περίπτωση, και σκανδαλώδες συνάμα για σοβαρό και ανεγνωρισμένο επιστήμονα, είναι όχι μόνο ή απουσία γνώσεως αλλά και ενδιαφέροντος (στα 1977!) για γνώση της σχετικής με το θέμα βιβλιογραφίας που δίνει απάντηση στα μετέωρα ερωτήματά του. Από πλευράς δε στενά επιστημολογικής διερωτάται κανείς, αν ο επιστήμων δικαιούται να αδιαφορεί για το λόγο των ειδικών στην έρευνα. Και μία αφελής απορία: Και αν ακόμα ο άγιος Πατριάρχης είχε «διαμηνύσει στο λαό…κλπ» (και είχε πράγματι «διαμηνύσει» βλ. Ι.Μ.Χατζηφώτη, ο Γρηγόριος ο Ε΄ μέσα από τα έγγραφα και τις πηγές του αγώνα, Αθήνα 1988, σ. 21 ε.ε.) πού θα το εύρισκε ο Αλ. Τσιριτντάνης; τοιχοκολλημένο σε κάποια δημόσια πλατεία; Καλά έλεγε ο μακαρίτης και «άθεος» Γιάννης Σκαρίμπας, «από την ψώρα του Κοραή δεν απαλλάχθηκε ακόμα το Έθνος»…
9 Βλ. το τεύχος Μαρτίου 1983, έτ. 34/τεύχος 556, σ. 3: «Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στη πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα αποβλέποντας σε μία νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό (…) Ο ανώτερος κλήρος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, πολέμησε την επανάσταση με τα μέσα που διέθετε και με επικεφαλής τους Πατριάρχες των αφορισμών (Γρηγόριο Ε΄ Πολύκαρπο Ιεροσολύμων) Προβλ. Π.Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 201. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι το πνεύμα του «λαϊκισμού» εμποδίζει το κείμενο να λάβει υπόψη τις περιπτώσεις που αρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, με την απειλή των όπλων κράτησαν τμήματα του λαού στις μάχες, εμποδίζοντας την λιποταξία τους. Έτσι καταντά η ερμηνεία μονομερής και ιδεολογική.
10 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 238. ε.
11 Τις νεώτερες μελέτες για το πρόσωπο βλ. στη Βιβλιογραφία.
12 Βλ. Ι.Μ.Χατζηφώτη, όπ. π.
13 Βλ. Γεωργίου Θ.Ζώρα. Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 ε.
14 Μπορεί να αποκληθεί πρώτος μάρτυρας του Αγώνος της Ανεξαρτησίας μας.
15 Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Έκδοτικής Αθηνών, τόμ. ΙΒ΄, σ/32 και 36 ( Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «…Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τι θα πάθαινε το Έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών».
16 Κατά την «Προκήρυξη»του Σουλτάνου (YAFTA) «ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του (…) γνωρίζων δε ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θα επετύγχανε (…) όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ού μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς (…) αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως…» (Γ.Ζώρα, όπ. π. σ. 9) Ο Σουλτάνος, γνώστης των πραγμάτων, δίνει την ερμηνεία του, που αποδεικνύεται σοβαρότερη από εκείνη νεωτέρων, όπως ο Γ. Καρανικόλας.
17 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 263. ε.
18 Στο ίδιο , σ. 206 ε.ε.
19 Στο ίδιο , σ. 210-11
20 Βλ. την εκτενή και εμπεριστατωμένη έκθεση του Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 261 ε.ε.
21 Γ. Κορδάτου. Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζή όπ. π. σ. 214. σ. 463.
22 Π. Γεωργαντζή, όπ. π. σ. 215 ε.ε.
23 Το Εικοσιένα και η αλήθεια, τ. Α΄, σ. 59 και Β΄, σ. 93.
24 Ο Th. Gordon λ.χ. ιστορικός του Αγώνα (Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ.Βράχα, τόμ. Α΄ 134) γράφει : «Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατά του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοί από τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθειά πλεγμένοι στις μηχανορραφίες της».
25 Βλ. στου Π. Γεωργαντζή, σ. 240.
26 Λεπτομερή ανάλυση βλ. στο ίδιο, σ. 281 ε.ε.
27 Βλ. τις μελέτες: Νικηφόρου Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους Ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι. Παϊωάννου, Ιστορικές Γραμμές, τ. Α΄ Λάρισα 1979.
28 Ν. Μοσχοπούλου, όπ. π. σ. 167. Ι. Παπαϊωάνννου, όπ. π. σ. 240.
29 Ν. Μοσχοπούλου, σ. 107. Ι. Παπαϊωάννου, σ. 240.
30 Βλ. Γ.Δ. Μεταλληνού, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786-1852).Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κράτος, ανάτ. από τη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Αθήναι 1987.
31 Κοσμά Φλαμιάτου. Άπαντα (Εκδόσεις «Σπανός»), Αθήναι 1976, σ. 96/7.
32 Για το ίδιο πράγμα «κατηγορεί»το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ράνσιμαν: «Δεν θα μπορούσε το Πατριαρχείο να είχε γίνει η δύναμη, που θα συγκέντρωνε τον ορθόδοξο κόσμο και έτσι θα εξουδετέρωνε τις κεντρόφυγες τάσεις του βαλκανικού εθνικισμού; Η ευκαιρία χάθηκε. Το Πατριαρχείο μάλλον ελληνικό, παρά Οικουμενικό». (Οπ. π. σ. 694).

Eίναι ο παπισμός αίρεση; Είναι ο παπισμός εκκλησία; Επιτρέπονται οι συμπροσευχές με παπικούς;


«Δεν ήθελα να μένω στους κόλπους ενός ψευδούς χριστιανισμού, που εκμεταλλευόταν το Ευαγγέλιο για την υπηρεσία τών ιμπεριαλιστικών σκοπών τού παπόκαισαρισμού» [π. Παύλος Κονβελιέρ, πρώην παπικός, μεταστραφείς στην Ορθοδοξία, παρ' αρχιμ. Εμμανουήλ Καλύβα, Η καταδίκη τού παπισμού, σ. 61. Βλ. και περιοδικό ΚΙΒΩΤΟΣ (επίτομη ανατύπωση), εκδ. ΑΣΤΗΡ, Αθήνα: 1991, σσ. 385 ­394].  

      Τόσες σημαντικές Σύνοδοι, όπως η Η΄ επί Μ. Φωτίου (879 - 880), οι Ησυχαστικές Σύνοδοι τού 1341, 1347, 1451 (Θ΄ Οικουμενική), οι νεότερες πατριαρχικές Σύνοδοι τής ΚΠόλεως (1722, 1727, 1838 κ.ά), αλλά και οι θεοφώτιστοι άγιοι Πατέρες άγιος Μάρκος Εφέσου, άγιος Αθανάσιος Πάριος, άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως με ευαγγελική, πατερική και αγιοσυνοδική θεολογική τεκμηρίωση καταδικάζουν απερίφραστα ως αιρετικούς τους Λατίνους ή τους Λατινόφρονες. Κατά κανόνα μάλιστα οι Σύνοδοι και οι Πατριαρχικές Εγκύκλιοι από ποιμαντική επιταγή περιφρουρήσεως τού λαού από τις προπαγάνδες τών Φραγκολατίνων, χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς εντονότατα οξείς, όχι όμως αναληθείς ή εμπαθείς. Το αυτό παρατηρούμε και στο “Συνοδικό τής Ορθοδοξίας”, το οποίο περιελήφθη στο Τριώδιο και αναγινώσκεται στα Μοναστήρια. Βάσει τέτοιων Ορθοδόξων Συνοδικών και Πατερικών κριτηρίων, σε άρθρο του ο Σεβ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, τονίζει ότι δεν υπάρχει απόστολική διαδοχή (παράδοσις Χάριτος και αληθείας) ούτε Μυστήρια ούτε κυριολεκτουμένη Εκκλησία στον Παπισμό. Διαφορετικά, αν η ιστορική διαδοχή απότελούσε το εχέγγυο τής απόστολικότητος ερήμην τής αληθείας (ορθοδοξίας), τότε θα έπρεπε να την αναγνωρίζουμε και στους λοιπούς αιρετικούς και αιρεσιάρχες, πράγμα ανυπόστατο.

Λέει ο Αγ. Μάρκος ο Ευγενικός:
 
«Την μεν αιτίαν του σχίσματος εκείνοι δεδώκασι, την προσθήκην εξενεγκόντες αναφανδόν, ήν υπ’ οδόντα πρότερον έλεγον· ημείς δε αυτοίς εσχίσθημεν πρότεροι, μάλλον δε εσχίσαμεν αυτούς και απεκόψαμεν του κοινού της Εκκλησίας σώματος. Διότι ειπέ μοι: Πότερον, ως ορθήν έχοντας δόξαν ή ορθώς την προσθήκην εξενεγκόντας; Και τις αν τούτο είποι, μη σφόδρα τον εγκέφαλον διασεσεισμένος; αλλά ως άτοπα και δυσσεβή φρονούντας και παραλόγως την προσθήκην ποθήσαντας. Ουκούν ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν και δια τούτο αυτοίς εχωρίσθημεν... αιρετικοί εισιν άρα και ως αιρετικούς αυτούς απεκόψαμεν»


Απόστολικοί κανόνες 45ος και 65ος:

«Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω, ει δε επέτρεψεν αυτοίς ως κληρικοίς ενεργήσαι τι, καθαιρήσθω» και «Ει τις κληρικός ή λαϊκός εισέλθοι, εις συναγωγήν Ιουδαίων ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω και αφοριζέσθω».
 


Οι παπικοί, είναι αιρετικοι, όπως ερμηνευει και ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορίτης:
 

«Ο δε ξε΄ Απόστολικός λέγει, ότι όποιος έμβη εις συναγωγήν αιρετικών δια να προσευχηθή, Κληρικός μεν ων, ας καθαίρηται, Λαϊκός δε, ας άφορίζηται. Η δε εν Λαοδικεία, κατά μεν τον ς΄ αυτής, δεν συγχωρεί να εμβαίνουν οιαιρετικοί εις την έκκλησίαν, κατά δε τον λβ΄ δεν πρέπει, λέγει να λαμβάνη τινάς τας παρά των αιρετικών ευλογίας,ή οποίαις είναι αλογίαις, και όχι εύλογίαις, αλλ' ουδέ πρέπει να συμπροσεύχηταί τινας με αιρετικούς ή σχισματικούς κατά τον λγ΄ τής αυτής. Ο δε λδ΄ αναθεματίζει τους αφήνοντας τους μάρτυρας του Χριστού και πορευομένους εις τους ψευδομάρτυρας των αιρετικών. Ο δε Ο΄ Τιμοθέου δεν συγχωρεί να στέκωνται παρόντες αιρετικοί εν τω καιρώ της θείας λειτουργίας, ΕΞΩ ΜΟΝΟΝ ΑΝ ΥΠΟΣΧΩΝΤΑΙ ΝΑ ΜΕΤΑΝΟΗΣΟΥΝ, ΚΑΙ ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΙΝ. Αλλά και ο Ο΄ τής εν Λαοδικεία αφορίζει τους Χριστιανούς όπου πηγαίνουν εις τα κοιμητήρια, ή μαρτύρια των αιρετικών δια να προσευχηθούν, ή χάριν ιατρείας των ασθενών αυτών. αλλ ούτε πρέπει να συνεορτάζη κανείς Χριστιανός με αιρετικούς, ούτε να δέχηται τα παρ αυτών πεμπόμενα εις αυτόν δώρα της εορτής των, κατά τον λζ΄ τής αυτής εν Λαοδικεία».

Όπως καταλαβαίνετε, όλοι οι άγιοι των παπικών, υπόκεινται στον παραπάνω κανόνα... άρα ΔΕΝ είναι άγιοι...

«Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί πρέπει να αποστρέφωνται τους αιρετικούς, και τας τών αιρετικών τελετάς. Μάλλον δε αυτοί, οι αιρετικοί δηλ. πρέπει να ελέγχωνται και να νουθετώνται από τους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους, μήπως ήθελαν καταλάβουν και επιστρέφουν από την πλάνην των. Δια τούτο ο παρών Κανών διορίζει ότι, όποιος Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος ήθελεν άποδεχθεί ως ορθόν και αληθινόν το βάπτισμα των αιρετικών ή την παρ' αυτών προσαγομένην θυσίαν, ο τοιούτος, προστάζομεν να καθαιρεθήΕπειδή ποίαν συμφωνίαν έχει ο Χριστός με τον διάβολον; ή ποίαν μερίδα έχει ο πιστός με τον άπιστον; Διότι εκείνοι όπου δέχονται τα παρά των αιρετικών, ή τα όμοια φρονήματα εκείνων έχουσι και αυτοί, ή το ολιγώτερον δεν έχουσι προθυμίαν να ελευθερώνουν αυτούς από την κακοδοξίαν των. ΟΙ ΓΑΡ ΣΥΝΕΥΔΟΚΟΥΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΧΕΙΝΩΝ ΤΕΛΕΤΑΣ, ΠΩΣ ΔΥΝΑΝΤΑΙ ΝΑ ΕΛΕΓΞΟΥΣΙΝ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑ ΝΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΚΟΔΟΞΟΝ ΚΑΙ ΠΕΠΛΑΝΗΜΕΝΗΝ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΗΝ;» (Πηδάλιο σελ.50-54).
 
Αβάπτιστοι, λοιπόν, οι αιρετικοί...
 
Άρα πώς κάποιος αβάπτιστος είναι Χριστιανός;;;;;

Άρα οι παπικοί ΔΕΝ είναι καν Χριστιανοί.

Οι θείοι Πατέρες της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου επίσης αναθεμάτισαν "τους προστιθέντας τι ή αφαιρούντας εκ της Καθολικής" (δηλ. της Ορθοδόξου) "Εκκλησίας" και όλα όσα εφεύρον οι νεωτεριστές μετά την Αγία αυτή Οικουμενική Σύνοδο και είναι "παρά την διδασκαλίαν και υποτύπωσιν των Αγίων Πατέρων", δηλαδή παρά την Εκκλησιαστική Παράδοση. Επομένως αναθεμάτισαν και τις καινοτομίες των παπικών :

"Νήφοντες εν πάσιν απόστολικώς, το ισόρροπον κρίνομεν, ίνα πάσαν καινοφωνίαν, ύφεσίν τε και πλεονασμόν, ως ζιζάνια τω καθαρώ σίτω επισπαρέντα, αναβολής πάσης εκτός, εκτίλλωμεν ως της αληθείας αντίθετα και της Εκκλησίας αντίμαχα. Τα γαρ εν αυτή παραδοθέντα ουκ εισί ναι και ου, αλλά ναι εισίν εν αλήθεια και μένουσιν αρραγή και ακράδαντα εις του αιώνος χρόνον..." (Πρακτικά Ζ' Οικ. Συνόδου, Mansi, Τόμος 12, σελ. 1002)... Πατέρες κηρύττουσι τέκνα υπακοής εσμέν και εγκαυχώμεθα εν προσώπω μητρός τη παραδόσει της Καθολικής Εκκλησίας" (δηλ. τής 'Ορθοδόξου)...



"Ημείς τους θεσμούς των Πατέρων φυλάττομεν. Ημείς τους προστιθέντας τι ή αφαιρούντας εκ της Καθολικής Εκκλησίας αναθεματίζομεν... Ημείς κατά πάντα των αυτών θεοφόρων Πατέρων ημών τα δόγματα και πράγματα κρατούντες κηρύσσομεν εν ενί στόματι και μια καρδία. μηδέν προστιθέντες, μηδέν αφαιρούντες, των εξ αυτών παραδοθέντων ημίν. Αλλά τούτοις βεβαιούμεθα, τούτοις στηριζόμεθα... Ει τις πάσαν παράδοσιν Εκκλησιαστικήν έγγραφόν τε ή άγραφον αθετεί ανάθεμα έστω..." (Mansi. Τόμος 23ος, σελ. 128 έπ.).
 
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επίσης διδάσκει:

ώς ουν Παύλος φησίν, πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε; Ανωτέρω ειπών ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής, τότε είπε πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε τι ουν; φησίν, όταν πονηρός ή και μη πειθώμεθα; Πονηρός πώς λέγεις; Ει μέν πίστεως ένεκεν φεύγε και παραίτησαι: μη μόνον αν άνθρωπος ή, αλλά καν άγγελος εξ ουρανού κατιών. Ει δε βίου ένεκεν, μη περιεργάζου. "(36η ομιλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου προς Εβραίους).

Ο Μέγας Βασίλειος στην "προς Μονάζοντας επιστολή" του λέει: Με όσους προσποιούνται ότι ομολογούν την υγιή πίστιν, «κοινωνούσι» δε με τους αλλοδόξους, εάν κατόπιν συμβουλής δεν διακόψουν την επικοινωνίαν των αυτήν με αυτούς, όχι μόνον να μη έχεις σχέσεις, «αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν».


Έχουμε και τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό που δίνει ολοκληρωμένα την άποψη της Ορθοδόξου Εκκλησίας:


«ΑΠΑΝΤΕΣ ΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ, ΠΑΣΑΙ ΑΙ ΣΥΝΟΔΟΙ, ΠΑΣΑΙ ΑΙ ΘΕΙΑΙ ΓΡΑΦΑΙ, ΦΕΥΓΕΙΝ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΦΡΟΝΑΣ ΠΑΡΑΙΝΟΥΣΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΥΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΔΙΙΣΤΑΣΘΑΙ»

(PG 160. 105 C).

Σύμφωνα τώρα προς τους κανόνες α' και β' τής Γ' Οικουμενικής συνόδου, όσοι προσχωρούν στους αιρετικούςεκπίπτουν της εκκλησιαστικής κοινωνίας και της ιερωσύνης.
Έχουμε και το παράδειγμα με τις ενώσεις με τους αμετανοήτους Λατίνους τα έτη 1274 και 1439. Οι Πατέρες δηλαδή διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με όσους απεδέχοντο την ένωση της Λυών (1274). Προετίμησαν μάλιστα τα βασανιστήρια και τον θάνατο, ως οι αγιορείτες οσιομάρτυρες και οι όσιοι Μελέτιος και Γαλακτίων. Ο άγιος Μαρκος ο Ευγενικός επίσης συνιστούσε στούς Ορθοδόξους να μη επικοινωνούν με όσους απεδέχοντο την ψευδένωση της Φλωρεντίας (1439) και έλεγε: «Φευκτέον αυτούς, ως φεύγει τις από όφεως». Όμως, ΔΕΝ δημιούργησε νέα ιεραρχία και δεν προέτρεπε σε σχίσμα. Άλλο διακοπή κοινωνίας και άλλο σχίσμα.
Ο όσιος Νικόδημος κατέκρινε τους «λατινόφρονες» της εποχής του η «αμίσθους δεφένσορες του Λατινικούψευδοβαπτίσματος», όπως τους ονόμαζε. Το 1755 οι ανατολικοί πατριάρχες είχαν απόφασίσει συνοδικώς νααναβαπτίζονται οι εκ των Λατίνων προσερχόμενοι στην Ορθοδοξία, διότι μέχρι τότε οι Λατίνοι εγίνοντο δεκτοί στην Ορθοδοξία κυρίως με αναμύρωση.

Λέει ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς, για τον παπισμό:

«Το ορθόδοξο δόγμα, μάλλον το πανδόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη δια του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλαθήτου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως εγεννήθησαν και γεννώνται συνεχώς άλλαι αιρέσεις: το filloque, η απόβολή της Έπικλήσεως, ταάζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρτο θησαυροφυλάκιον των περισσών έργωνη μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, οπαπόκαισαρισμός, η Ιερά Έξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτίαν, ο Ιησουητισμός, η σχολαστική, η καζουϊστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών».


Τα μυστήρια των αιρετικών δεν έχουν Χάρη. Ο αγιασμός τους δεν είναι αγιασμός, το βάπτισμά τους είναι άκυρο.Αυτό ισχύει για όλους τους αιρετικούς, χωρίς διακρίσεις. Εκκλησία και αίρεση, δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο Παπισμός, άρα, δεν είναι Εκκλησία. Αυτό, δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε και για τους αιρετικούς. Αλλά το ότι τους αγαπάμε, φαίνεται από το γεγονός πως θα θέλαμε όχι να παραμείνουν στην πλάνη του παπισμού, αλλά να γνωρίσουν το φως της αλήθειας του Χριστού: Την Ορθόδοξη πίστη.

“Λέξιν μεν ενδέχεται μέσην δύο δοξών ευρεθήναι, τας αμφοτέρας σημαίνουσαν ομωνύμως, Δόξα δε μέση εναντίον δοξών περί του αυτού πράγματος, αδύνατον... Ου χωρεί συγκατάβασις εις τα της Ορθοδόξου πίστεως”.
(Μάρκος Ευγενικός)
Μεταγραφή: Θωμάς Δρίτσας.

Ἔχει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ποὺ ἀπελίζεσαι, σοῦ στέλνει κάτι ποὺ δὲν τὸ περιμένεις… ἀρκεῖ νὰ Τὸν πιστεύεις καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς.



Φωτογραφία: Δυσκολίες, πειρασμοὶ καὶ ἀπελπισία

Νὰ ξέρεις, παιδί μου, ὅτι ὁ πονηρὸς ὅταν δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς νικήσει ἐσωτερικά, τότε μᾶς κάνει αὐτὲς τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιθέσεις μὲ διάφορα συμβάντα, ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μᾶς φοβίσει.
 
Δὲν ὑπάρχει ἀπελπισία μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὅ,τι καὶ νὰ ἔχεις κάνει, ὅ,τι καὶ νὰ ἔχεις ὑποστεῖ. Δὲν ὑπάρχει ἀπελπισία. Στενοχώρια μπορεῖ νὰ ἔχεις, ἀλλὰ ἀπελπισία ὄχι. Ὁ Θεὸς, μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση σὲ βοηθᾶ καὶ ξεπερνᾶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ σὲ ὁδηγήσουν στὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ἀπελπισίας.
 
Ἔχει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ποὺ ἀπελίζεσαι, σοῦ στέλνει κάτι ποὺ δὲν τὸ περιμένεις… ἀρκεῖ νὰ Τὸν πιστεύεις καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ  ΠΟΡΦΥΡΙΟΣΔυσκολίες, πειρασμοὶ καὶ ἀπελπισία

Νὰ ξέρεις, παιδί μου, ὅτι ὁ πονηρὸς ὅταν 
δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς νικήσει ἐσωτερικά,
 τότε μᾶς κάνει 
αὐτὲς τὶς ἐξωτερικὲς ἐπιθέσεις μὲ διάφορα
 συμβάντα, 
ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μᾶς φοβίσει.

Δὲν ὑπάρχει ἀπελπισία μέσα στὴν Ἐκκλησία, 
ὅ,τι καὶ νὰ ἔχεις κάνει, ὅ,τι καὶ νὰ ἔχεις ὑποστεῖ. 
Δὲν ὑπάρχει ἀπελπισία. 
Στενοχώρια μπορεῖ νὰ ἔχεις, ἀλλὰ ἀπελπισία ὄχι. 
Ὁ Θεὸς, μέσα ἀπὸ τὴν ἐξομολόγηση σὲ βοηθᾶ καὶ 
ξεπερνᾶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα μπορεῖ νὰ σὲ ὁδηγήσουν 
στὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ἀπελπισίας.

Ἔχει ὁ Θεός. Ἐκεῖ ποὺ ἀπελίζεσαι, σοῦ στέλνει κάτι ποὺ δὲν τὸ περιμένεις…
 ἀρκεῖ νὰ Τὸν πιστεύεις καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ

Μίλα για το Χριστό. ( πατέρας Αυγουστίνος Καντιώτης )


Κάτω στους Αγίους Τόπους, όχι μακριά από τον Ιορδάνη ποταμό, ήταν μια πόλη που ονομαζόταν Σιχάρ. Κατοικούνταν από Σαμαρείτες. Οι Ιουδαίοι μισούσαν τους Σαμαρείτες. Τους θεωρούσαν νόθα παιδιά. Ούτε στα σπίτια τους πήγαιναν, ούτε τα κορίτσια τους παίρνανε, ούτε ένα ποτήρι νερό πίνανε από αυτούς, ούτε καλημέρα ή καλησπέρα δεν τους λέγανε. Δεν περνούσανε ούτε από τα χωράφια τους. Κι αν τύχαινε να περάσει κανείς τίναζε  τα παπούτσια του.
Ο Χριστός όμως, μπήκε στη Σαμάρεια. Οι κάτοικοι αυτής της πόλεως δεν είχανε ακούσει τίποτα για τον Χριστό. Δεν ξέρανε τίποτα για τον Χριστό. Ποιός τους έφερε κοντά Του; Ούτε παπάς, ούτε δεσπότης, ούτε ιεροκήρυκας, αλλά μια γυναίκα.
Μήπως αυτή η γυναίκα ήτανε καμιά δασκάλα, καμιά καθηγήτρια, καμιά μορφωμένη που ήξερε πολλά γράμματα; Οχι. Ητανε μια αγράμματη και μάλιστα αμαρτωλή γυναίκα. Ηταν ένα κάρβουνο του διαβόλου και ο Χριστός το έκανε διαμάντι. Τι μεγάλα θαύματα κάνει ο Χριστός! Και σήμερα σε όλες τις εκκλησίες αυτή την γυναίκα την αγράμματη και αμαρτωλή την τιμούμε όλοι. Αυτή μόλις γνώρισε τον Χριστό έτρεξε και είπε: - Ελάτε συγχωριανοί μου να δείτε κάποιον, που μου είπε όλα τα μυστικά της καρδιάς μου. Μήπως είναι αυτός ο Χριστός.
Ετρεξε όλο το χωριό και δεν χόρταινε να ακούει τα λόγια του. Επεσαν στα πόδια του παρακαλώντας να μείνει κοντά τους. Και έμεινε ο Χριστός εκεί δυο μέρες. Και πίστεψε όλο σχεδόν το χωριό τους.
Και η Σαμαρείτισσα τί έγινε; Από την ημέρα που πίστεψε στον Χριστό άλλαξε ζωή. Από Σαμαρείτισσα έγινε Φωτεινή. Από σκοτάδι έγινε φώς , από σκοτεινή έγινε φωτεινή. Και τι έκανε; Τα άφησε όλα, πήρε ένα ραβδί και περπατούσε σε βουνά και ρεματιές κηρύτοντας το Χριστό με φλόγα. Οταν έλεγε το όνομα του Χριστού έκλαιγε. Μετά τη σταυρική θυσία του Χριστού πήγε σε πολλά μέρη. Κατέληξε στη Σμύρνη. Και εκεί κήρυξε το Χριστό, και βαπτισθήκανε πολλοί και έγιναν χριστιανοί. Για αυτό οι σμυρνιώτες κτίσανε προς τιμήν της την πιό όμορφη εκκλησία που υπήρχε στη Μικρά Ασία. Ο ναός της Αγίας Φωτεινής ήταν ο πρώτος μετά την Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης. Στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής λειτούργησε για τελευταία φορά ο Χρυσόστομος Σμύρνης το 1922, και μετά έβαλαν φωτιά οι Τουρκαλάδες και την έκαψαν. Δεν υπάρχει πια.
Ποιός λοιπόν έφερε τόσο κόσμο στο Χριστό; Μια γυναίκα, η αγία Φωτεινή. Για αυτό, ότι έκανε η αγία Φωτεινή να κάνουμε και εμείς. Μπα, θα μου πείτε, να αφήσουμε τα σπίτια μας, τα χωράφια μας και τις δουλειές μας , να πάρουμε ένα ραβδί και να τρέχουμε για να κηρύττουμε το Χριστό; Μα τρελάθηκες ; Εχουμε γυναίκα και παιδιά...
Δεν σου λέω να πας να κηρύξεις το Χριστό κάτω στο Νείλο ποταμό και στις Ινδίες. Εδώ στο χωριό σου  και στην πόλη σου να τον κηρύξεις. Θα μου πείς : - Με ποιό τρόπο;
Θα σου πώ. Από το πρωί που σηκώνεσαι μέχρι το βράδυ η γλώσσα σου δεν σταματά. Κουβεντιάζεις με τη γυναίκα σου, με τα παιδιά σου, με όλους. Κουβεντιάζεις στο καφενείο, στην πλατεία, παντού. Αν μετρήσω τις λέξεις που λές από το πρωί ως το βράδυ , είναι χίλιες λέξεις. Αν ψάξω μέσα στις χίλιες αυτές λέξεις , θα βρώ το διαμάντι; Γιατί οι λέξεις που λένε οι άνθρωποι είναι χαλίκια και άμμος. Διαμάντι είναι ο Χριστός. Είπες μια λέξη για το Χριστό; Μπά!
Οταν βάπτισα στη Φλώρινα τους τσιγγάνους ρωτώ έναν έξυπνο από αυτούς : - Τόσα χρόνια που μένεις εδώ στη Φλώρινα , δε μου λές, άκουσες ποτέ κανένα να μιλάει για το Χριστό;
- Ναι, μου λέει, άκουσα, όταν τον βλαστημάνε!...
Σ´αυτή την κατάντια φτάσαμε, να ακούγεται το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μόνο στις βλαστήμιες.
Για καλό η λέξη Χριστός δεν βγαίνει από τα χείλη σου. Κουβεντιάζεις για όλα , για τα γίδια, για τα χωράφια, για τα λεφτά, για τις καταθέσεις, για τις παντρειές και τα διαζύγια... Για τον Χριστό δεν μιλάς.
Το να μη μιλάς για τον Χριστό, που σου δίνει το φώς, τον αέρα, το ψωμί, τα πάντα, είναι αμαρτία, αχαριστία.
Οπως  λοιπόν η αγία Φωτεινή μιλούσε για τον Χριστό, έτσι να μιλάς και εσύ για Αυτόν.
Να μιλάς μέσα στο σπίτι. Είσαι πατέρας; Οταν βραδιάζει φώναξε την γυναίκα και τα παιδιά σου και μίλα τους για τον Χριστό. Πάρε και διάβασε το Ευαγγέλιο.
Θα πεθάνεις μια μέρα και όλα θα τα ξεχάσουν τα παιδιά και τα λεφτά και τα πλούτη. Ενα δεν θα ξεχάσουν ποτέ . Οτι τους μιλούσες για τον Χριστό. Δεν θα ξεχάσουν ποτέ τη μάνα, τον πατέρα και τη γιαγιά που τους μιλούσαν για τον Χριστό.
Δάκρυα μου έρχονται στα μάτια όταν θυμάμαι το πατρικό μου σπίτι... Μας μιλούσαν για τον Χριστό.
Στη Ρωσία άθεοι ήταν. Καμπάνα δεν χτυπούσε, κήρυγμα δεν επιτρεπόταν, το κατηχητικό απαγορευόταν. Παιδάκι να πλησιάσει παπάς δεν τολμούσε. Στα σχολεία πολεμούσαν την πίστη. Πώς κρατήθηκε η εκκλησία; Ποιός δίδασκε τα παιδιά για το Χριστό; Οι Ρωσίδες μανάδες και οι γιαγιάδες. Μακάρι να πιστεύαμε εμείς εδώ όπως εκείνες. Τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, παίρνανε τα παιδιά , τα γονάτιζαν μπροστά στην εικόνα του Χριστού και τους κάνανε μάθημα.
Στο άθεο εκείνο καθεστώς έβλεπες στρατιώτες και αξιωματικούς και δικαστές που πιστεύανε στο Χριστό. Και απορούσαν οι άπιστοι, ποιός τους δίδαξε τη θρησκεία!
Οχι μόνο δεν έσβησε η πίστη στη Ρωσία, αλλά και θριάμβευσε. Γιατί; Γιατί υπήρχαν οι Σαμαρείτισσες.
Πάρτε λοιπόν και εσείς τα παιδιά σας και μιλήστε τους για το Χριστό.
Θα γεράσεις μια μέρα και θα πεθάνεις . Αλλά όταν σε θυμάται το παιδάκι θα λέει: Αχ καλή μου μάνα που μου σταύρωνες τα χεράκια και με μάθαινες την προσευχή, ευλογημένη να είσαι!
Εγώ δεν σας λέω να πάτε στην Αφρική και να κηρύξετε το Χριστό, αλλά μέσα στο σπίτι σας.
Σου έδωσε τη γλώσσα ο Θεός, όχι για να βρίζεις, να καταριέσαι και να στέλνεις το παιδί σου στο διάβολο, όχι για να βλαστημάς και να κουτσομπολεύεις, όχι για να συκοφαντείς και να αισχρολογείς. Οχι για να κάθεσαι με τις ώρες στα καφενεία και στις τηλεοράσεις και να συζητάς τα αίσχη που βλέπεις..
Σου έδωσε τη γλώσσα ο Θεός για να πείς μόλις σηκωθείς το πρωί: Ευχαριστώ Θεέ μου, που μου έδωσες το φώς. Και όταν έρθει το μεσημέρι να πείς: Σε ευχαριστώ Θεέ μου, που μου έδωσες το ψωμί. Και όταν βραδιάζει να πείς: Σε ευχαριστώ Θεέ μου που με φύλαξες όλη την ημέρα.
Σήκω την Κυριακή να πας στην εκκλησία και να υμνήσεις τον Θεό.
Να μιλάς για τον Χριστό και μόνο για τον Χριστό. Με τη ζωή σου και το παράδειγμα σου. Τότε θα είσαι χριστιανός. Αλλιώς δεν θα είσαι χριστιανός αλλά θα είσαι χειρότερος από τους Σαμαρείτες και χειρότερος από τους Τούρκους, χειρότερος από όλους.
Είθε ο Θεός τα λίγα αυτά που είπαμε με απλά λόγια, να μας φωτίσει να τα κατανοήσουμε , και μιμούμενοι και εμείς την Σαμαρείτισσα να είμεθα πιστά και αφοσιωμένα τέκνα της Αγίας μας Εκκλησίας. Αμήν.

Ο Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας , Αυγουστίνος.

Από το βιβλίο: ´´Γεννάδιος και Ιωακείμ - Δυο Ρεθύμνιοι άγιοι Μοναχοί´´
πηγή

Η Αγιά Σοφιά τρομάζει τους Τούρκους


Η Αγιά Σοφιά τρομάζει τους Τούρκους


Απο την στιγμή που η Κωνσταντινούπολη έπεσε στους Οθωμανούς και ο Μωάμεθ ο Φατίχ εισήρθε καβάλα στο άσπρο άλογό του στην Αγία Σοφία, (όπου επί αρκετή ώρα, σύμφωνα με τουρκικές πηγές, έμεινε ακίνητος να κοιτάζει με έκσταση τον Παντοκράτορα στον τρούλο ενώ η εντυπωσιακή αυτή σκηνή έχει αποθανατιστεί και σε μια τουρκική ιστορική κινηματογραφική ταινία), ο μεγάλος αυτός ναός της Ορθοδοξίας έγινε το επίκεντρο διαφόρων μύθων και θρύλων που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους κατακτητές, προκαλώντας ένα έντονο δέος για το μεγαλούργημα αυτό της Ορθοδοξίας που τώρα το είχαν περικυκλώσει  οι τέσσερις οθωμανικοί μιναρέδες.
     Τα τελευταία χρόνια όμως ορισμένα γεγονότα με επίκεντρο την Αγία Σοφία και με αποκορύφωμα την απροσδόκητη εμφάνιση το καλοκαίρι του 2008 του Άγγελου στον Τρούλο, έχουν δημιουργήσει στους Τούρκους ένα έντονο κλίμα καχυποψίας και φόβου για τα μελλούμενα. Παράλληλα επανήλθαν στην επιφάνεια όλοι εκείνοι οι θρύλοι που κατά καιρούς είχαν συγκλονίσει και είχαν προκαλέσει στους μουσουλμάνους μια χαρακτηριστική φοβία για την εκ νέου ανάδυση της ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας του  ναού και τις κοσμογονικές συνέπειες αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος, παρά του ότι λειτουργούσε μέχρι το 1934 σαν μουσουλμανικό τέμενος.

     Έτσι τον περασμένο  Ιανουάριο, (20/1/2012), η μεγάλης κυκλοφορίας τουρκική εφημερίδα, Σαμπάχ, παρουσίασε ένα πραγματικά καταπληκτικό αφιέρωμα για τα «Μυστήρια της Αγίας Σοφίας», (Ayasofya’ nın gizlemleri), όπου αποτυπώνεται με γλαφυρό τρόπο αυτό το κλίμα φοβίας που έχει καταβάλει τελευταία τους Τούρκους για τα όσα υπάρχουν κρυμμένα μέσα στον Ιερό Ναό και τα όσα προμηνύονται να συμβούν τα επόμενα χρόνια.

     Το πρώτο σημαντικό στοιχείο από αυτό το αφιέρωμα, είναι μια αδιόρατη φοβία που διακρίνεται από τους Τούρκους στους κρυμμένους σταυρούς, συμβολικούς και μη, που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού, αλλά και στην κάτοψη όπως αυτή μπορεί κάποιος να την διακρίνει από ψηλά. Έτσι μεγάλο δέος παρατηρείται για τον λεγόμενο, (όπως τον αναφέρουν χαρακτηριστικά οι Τούρκοι ), «Σταυρό του αποστόλου αγίου Ανδρέα», ο οποίος όπως είναι γνωστό είναι ο ιδρυτής της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα λοιπόν με την Σαμπάχ, στην οροφή του ναού υπάρχει ο Σταυρός του Αγίου Ανδρέα σε διαγώνιο μορφή, ένα σημαντικό σύμβολο που όχι μόνο δεν χάθηκε στους αιώνες της οθωμανικής κατοχής αλλά δεσπόζει με όλη την συμβολική σημασία του. Παράλληλα και ο «Σταυρός του Ιουστινιανού» τρομάζει τους Τούρκους καθώς οι θρύλοι αναφέρουν για ένα πανάρχαιο κειμήλιο που βρίσκεται μυστικό στην Αγία Σοφία και μάλιστα προέρχεται από την Αίγυπτο και έχει τρομακτική δύναμη. Γενικότερα η κατασκευή του μεγάλου αυτού ορθοδόξου αρχιτεκτονικού αριστουργήματος, σύμφωνα με τις ίδιες τις τουρκικές πηγές, βασίστηκε στο χριστιανικό σύμβολο του Σταυρού και το γεγονός αυτό εμπνέει το δέος αλλά και μια αδιόρατη φοβία για την μελλοντική επάνοδο της Αγίας Σοφίας στον φυσικό της κάτοχο, δηλαδή στην Ελληνορθόδοξη λατρεία.

     Αλλά εκτός από τους σταυρούς, οι Τούρκοι αναφέρουν και άλλα μυστήρια και τρομακτικά για τους  ίδιους που υπάρχουν στο εσωτερικό του ναού.  Έτσι, όπως αναφέρει ο θρύλος, είναι γνωστό ότι μετά την μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος κτίστηκε το γνωστό Μιχράμπ, (το μουσουλμανικό σημείο της προσευχής), που εμφανίστηκε στην ανατολική πλευρά του ναού προς την κατεύθυνση της Μέκκας. Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με τους τουρκικούς θρύλους μπροστά από το Μιχράμπ βρίσκεται θαμμένο ένα φέρετρο κατασκευασμένο από επίχρυσο μπρούντζο. Στο φέρετρο αυτό κείτεται η σωρός της βασίλισσας Σοφίας, (προφανώς γίνεται ταύτιση με την αγία Σοφία). Αυτή η βασίλισσα Σοφία και το φέρετρό της συνδέεται, σύμφωνα με τους τουρκικούς θρύλους, με μια «εντολή» που έχει περάσει δια μέσω των αιώνων μέχρι σήμερα. Η εντολή αυτή αναφέρει  ότι  δεν πρέπει κανένας να πειράξει αυτό το φέρετρο ούτε καν να το ακουμπήσει. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε, σύμφωνα με τον θρύλο αυτό, θα προκληθεί η «έγερση» της βασίλισσας Σοφίας και τότε ένας τρομακτικός θόρυβος θα τραντάξει όλο το οικοδόμημα του ναού προκαλώντας σεισμικά εσχατολογικά γεγονότα που τρομάζουν τους Τούρκους.

     Αλλά ο θρύλος της βασίλισσας Σοφίας έχει και συνέχεα. Σύμφωνα λοιπόν με τις τουρκικές αναφορές, το φέρετρο αυτό προστατεύουν τέσσερις αρχάγγελοι που βρίσκονται πάνω στον Θόλο του ναού. Οι αρχάγγελοι αυτοί, όπως αναφέρουν και πιστεύουν οι Τούρκοι, είναι οι Τζεμπραΐλ, Μιχαήλ, Ισραφήλ και Αζραήλ. Σύμφωνα πάντα με τους Τούρκους, ο Τζεμπραήλ προστατεύει τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, ο Μιχαήλ τον ναό από τις εχθρικές επιθέσεις, ενώ οι Τζεμπραήλ και Ισραφήλ ήταν οι αγγελιοφόροι των γεγονότων από τις πολεμικές επιχειρήσεις στους βυζαντινούς αυτοκράτορες. Και οι τέσσερεις αυτοί αρχάγγελοι έχουν ταχτεί μετά την πτώση της Πόλης να προφυλάσσουν το φέρετρο της βασίλισσας Σοφίας από τον κίνδυνο κάποιος βέβηλος να το ανοίξει και να επέλθει η Δευτέρα Παρουσία.

     Ένας άλλος σημαντικός μύθος που αναφέρουν οι μουσουλμάνοι  είναι ο θρύλος του «Κρυμμένου Πατριάρχη» που μοιάζει με τον ελληνικό θρύλο για τον κρυμμένο παπά. Όπως αναφέρει η τουρκική παράδοση, στο νότιο μέρος του ναού υπάρχει ένας στενός διάδρομος που οδηγεί σε μια παμπάλαια αραχνιασμένη και πολύ μυστήρια πύλη για την οποία ο θρύλος την αναφέρει σαν την «Κλειστή Πύλη».  Σύμφωνα με τις τουρκικές αναφορές, όταν ο Μωάμεθ ο Φατίχ μπήκε στην Κωνσταντινούπολη ο τελευταίος ελληνορθόδοξος Πατριάρχης μαζί με τους συνοδούς του τελούσε στο σημείο αυτό Θεία Λειτουργία. Μόλις οι οθωμανικές ορδές εισέβαλαν στον ναό, ο Πατριάρχης και όλη η συνοδεία του εισήλθε μέσα στην πύλη αυτή η οποία έκλεισε και από τότε χάθηκαν ενώ η πύλη έμεινε ερμητικά κλειστή και κανένας δεν τόλμησε ποτέ να την ανοίξει. Κάθε χρόνο στην Ανάσταση των ορθόδοξων χριστιανών μπροστά από την πύλη αυτή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Σαμπάχ, εμφανίζονται…. κόκκινα αυγά!!! Ο θρύλος συμπληρώνεται από την προφητεία που φοβίζει  τους Τούρκους, ότι όταν η πύλη αυτή ανοίξει, στον ναό θα ακουστούν ξανά οι χριστιανικές ελληνορθόδοξες ψαλμωδίες γι’ αυτό και τρομάζουν και μόνο στην ιδέα του ανοίγματος αυτής της μυστήριας πύλης.

     Η τουρκική εφημερίδα αναφέρει και το μυστήριο του υπογείου τούνελ που υπάρχει σε κεντρικό σημείο στο εσωτερικό του ναού. Όπως αναφέρεται, από το σημείο αυτό υπάρχει μια δίοδος που οδηγεί σε ένα μεγάλο τούνελ. Το τούνελ αυτό, όπως υποστηρίζει η τουρκική εφημερίδα, οδηγεί μέχρι τα Πριγκηπόννησα και μάλιστα μέχρι την νήσο Πρώτη. Το μυστήριο για τους Τούρκους είναι το πώς κατασκευάστηκε αυτό το τούνελ και τι ρόλο έπαιξε στην μακρά ιστορία του ναού.

     Μυστήριο για τους Τούρκους είναι και το μεγάλο αποτύπωμα από πέλμα κάποιου μεγάλου ζώου, ίσως ελέφαντα, που υπάρχει στην νοτιοδυτική πλευρά του θόλου ενώ και εδώ έχουν διαδοθεί κάποιες εσχατολογικές ιστορίες. Σύμφωνα με τους Τούρκους το αποτύπωμα αυτό είναι από το άλογο του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά το ερώτημα είναι πώς το άλογο πάτησε στο σημείο αυτό που βρίσκεται ψηλά προς τον θόλο.

     Μεγάλο δέος δημιουργεί στους Τούρκους, όπως αναφέρει η Σαμπάχ και τα διάφορα μωσαϊκά που έχουν αναδυθεί με όλη την μεγαλοπρέπειά τους τις τελευταίες δεκαετίες μέσα στο ιερό ναό της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, παρά του ότι η μουσουλμανική θρησκεία θεωρεί σαν αμάρτημα την απεικόνιση πρόσωπων που σχετίζονται με θρησκευτικά γεγονότα. Ιδιαίτερο δέος τους προκαλεί το γνωστό μωσαϊκό που απεικονίζει τον Ιησού έχοντας την Παναγία και τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στα
δεξιά και αριστερά Του. Οι Τούρκοι το έχουν ονομάσει χαρακτηριστικά το «Μωσαϊκό της Αποκάλυψης» και ο συμβολισμός αυτός ανάγει στην εσχατολογική σημασία του που είναι έντονη στους μουσουλμάνους Τούρκους.

     Επίσης ξεχωριστή αναφορά γίνεται και για τα μωσαϊκά που αναπαριστάνε γνωστούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, όπως τον Ιωάννη τον Κομνηνό με τον Ιησού Χριστό και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Μονομάχο με την αυτοκράτειρα Ζωή. Όλες αυτές οι απεικονίσεις προκαλούν έντονο δέος, καθώς όλη αυτή η ελληνορθόδοξη χριστιανική μεγαλοπρέπεια και η εσωτερική δύναμη που αναδύουν αυτά τα ψηφιδωτά, έχουν γεννήσει διάφορους θρύλους για τους εσχατολογικούς τους συμβολισμούς. Οι συμβολισμοί αυτοί σχετίζονται με τις τουρκικές φοβίες για την επάνοδο στην επιφάνεια και στην εξουσία της αγίας  Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ευλογία του ίδιου του Ιησού Χριστού.

ΟΣΙΟΥ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ


Τῌ ΙΔ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΜΑΡΤΙΟΥ

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Βενεδίκτου.
Τῇ ΙΔ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τοῦ Ὁσίου
 Πατρὸς ἡμῶν Βενεδίκτου.
Ἄγξας λογισμοῖς, ὡς χαλινοῖς, πᾶν πάθος.
Ζωῆς χαλινοὺς Βενέδικτος ἐκπτύει.
Οὔλυμπον Βενέδικτος ἔβη δεκάτῃ γε τετάρτῃ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος
 Ἀλεξάνδρου, τοῦ ἐν Πίδνῃ.

Μὴ τοὺς στεφάνους ζημιωθῆναι φέρων,
Φέρει κεφαλῆς, Ἀλέξανδρος ζημίαν.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν καὶ 
Ὁμολογητοῦ Εὐσχήμονος, Ἐπισκόπου Λαμψάκου.

Πρὸ τοῦ θανεῖν Εὔσχημος, εἶπεν ἂν Παῦλος.
Εὐσχημόνως ὥδευεν ὡς ἐν ἡμέρᾳ.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2013


Για πρώτη φορά στην ιστορία του Βατικανού, εκλέγεται Πάπας ένας Ιησουϊτης, ο Αργεντινός Καρδινάλιος Μπεργκόλιο, που θα πάρει το όνομα Φραγκίσκος! Για όσους γνωρίζουν τα «έργα» του συγκεκριμένου τάγματος, θα απορούν που ο νέος Ποντίφηκας - Ιησουϊτης από το 1958 - αναλαμβάνει να «εκπροσωπήσει» δισεκατομμύρια Χριστιανούς παγκοσμίως!

Κι όμως: Εκτός από τα στυγερά τους εγκλήματα εναντίον των «εχθρών του Βατικανού», το τάγμα των Ιησουϊτών είναι γνωστό για τις σχέσεις του με τους «Πεφωτισμένους», τους Μασώνους και τη Νέα Τάξη Πραγμάτων γενικότερα! 
Ειδικότερα για τους "Illuminati", υπάρχει πληθώρα ιστορικών αναφορών πως η δημιουργία τους συμπίπτει χρονικά με την απαγόρευση της δράσης των Ιησουϊτών σε ολόκληρη την Ευρώπη, στις αρχές του 18ου αιώνα!

Θεωρούνται ως ο «στρατός» του Βατικανού, ενώ άρρηκτη είναι και η σχέση τους με τον Σιωνισμό!!!

Θα επανέλθουμε σε λίγο με νέο μας αποκαλυπτικό άρθρο για τον 
ρόλο τους, καθώς και ΓΙΑΤΙ διάλεξε το συγκεκριμένο όνομα
 ο νέος Πάπας...!  

ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟ Α΄ Του Παναγιώτη Τελεβάντου


==


==============

Ο νέος Πάπας προέρχεται από το τάγμα των Ιησουιτών παρόλα αυτά ζήτησε να πάρει το όνομα Φραγκίσκος προς τιμή του Φραγκίσκου της Ασίζης.

Οχι μόνον επειδή ζούσε λιτά όπως τον Φραγκίσκο της Ασίζης, αλλά και επειδή θέλει να δώσει την εικόνα ενός απλού στους τρόπους και ταπεινού Πάπα.

Εχει φήμη αδιάφθορου για σεξουαλικά θέματα.

Θεωρείται επίσης εξαιρετικά συντηρητικός σε θέματα ομοφυλοφιλίας, υιοθέτησης παιδιών από ομοφυλόφιλους, ομοφυλοφικικούς γάμους, εκτρώσεις, κτλ..

Θεωρείται άνθρωπος μεγάλων οργανωτικών ικανοτήτων και πρόβαλλε τον εαυτό του ως αντίπαλο της Κουρίας.

Ηταν ο κύριος ανθυποψήφιος του Πάπα Βενέδικτου κατά την εκλογή του το 2005.

Είναι 76 χρόνων, δηλαδή δύο μόλις χρόνια νεώτερος από ότι ο Πάπας Βενέδικτος όταν έγινε Πάπας.

Η εκλογή του είναι πολυσήμαντη επειδή είναι ο πρώτος Πάπας από τη Νότια Αμερική.

Η εκλογή του Πάπα Φραγκίσκου Α΄είναι καθαρά επικοινωνιακή.

Δηλαδή το Βατικανό είναι σαν να μας λέγει:

Θέλατε Πάπα που να μην είναι αναμεμιγμένος στα σκάνδαλο της κάλυψης της παιδεραστίας; 

Ορίστε σας τον δίνουμε και μάλιστα με το όνομα του ταπεινού Φραγκίσκου και ας είναι Ιησουίτης.!!!

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι είναι η πρώτη φορά που λαμβάνει Πάπας αυτό το όνομα.

Ορισμένες πληροφορίες πάντως, που τον φέρνουν ως συνεργάτη της χούντας της Αργεντινής, δεν έχουν εξακριβωθεί.

Σύντομα θα μάθουμε περισσότερα.

Αυτό που μετρά για μας τους Ορθόδοξους είναι ότι θα έχουμε με ένα άλλο σκληρό Πάπα με εμμονή στις παπικές αιρέσεις, ο οποίος θα βλέπει ακόμη εντονώτερα από τον προκάτοχό του, την ανάγκη μετατροπής μας σε Ουνίτες, αφού υπήρξε ο καρδινάλιος επικεφαλής των Ουνιτών.!!!

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...