Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 20, 2013

Η εξουσία ως διακονία του Ιωάννη Καραβιδόπουλου,


Ενώ ο Ιησούς, καθώς πορεύεται με τους δώδεκα μαθητές του στα Ιεροσόλυμα, προλέγει σ’ αυτούς το επικείμενο πάθος του, δυο από αυτούς, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, που βρίσκονται ακόμη στην προ του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος περίοδο - όπως άλλωστε και οι άλλοι μαθητές -  και συμμερίζονται μάλλον τις αντιλήψεις των Ιουδαίων περί Μεσσίου ως κοσμικού ηγέτη, απευθύνουν προς το διδάσκαλό τους το ακόλουθο αίτημα: 
««Διδάσκαλε, θέλουμε να μας κάνεις τη χάρη που θα σου ζητήσουμε».  «Τι θέλετε να κάνω για σας;» τους ρώτησε εκείνος. «'Οταν θα εγκαταστήσεις την ένδοξη βασιλεία σου», του αποκρίθηκαν, «βάλε μας να καθίσουμε ο ένας στα δεξιά σου κι ο άλλος στα αριστερά σου». 
Ο Ιησούς δεν αγανακτεί για το παράλογο αυτό αίτημα των μαθητών, αλλ’ αφού προηγουμένως τους δείχνει το δρόμο του πάθους και της θυσίας χρησιμοποιεί την κατάλληλη αυτή ευκαιρία για να απευθύνει σε όλους τους μαθητές του τα ακόλουθα βαρυσήμαντα λόγια που συνιστούν και το κέντρο του αναγνώσματος: 
«Ξέρετε ότι αυτοί που θεωρούνται ηγέτες των εθνών ασκούν απόλυτη εξουσία πάνω τους, και οι άρχοντές τους τα καταδυναστεύουν. Σ' εσάς όμως δεν πρέπει να συμβαίνει αυτό, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει υπηρέτης σας· και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων. Γιατί και ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για όλους».
Τα λόγια αυτά είναι αξιοπρόσεκτα, γιατί μας δίνουν το πραγματικό νόημα και περιεχόμενο της ηγεσίας, είτε γενικά στην κοινωνία, είτε ειδικότερα μέσα στην Εκκλησία. Το νόημα αυτό μπορεί να συνοψισθεί στη φράση ότι η ηγεσία είναι ταπείνωση και διακονία. Οι άρχοντες και ηγέτες των εθνών καταδυναστεύουν και κατεξουσιάζουν τους υπηκόους τους κάνοντας όχι απλώς χρήση αλλά και κατάχρηση της εξουσίας, όπως φαίνεται από τα σύνθετα ρήματα με το «κατά» που χρησιμοποιεί ο Ιησούς. Το μεγαλείο του χριστιανού ηγέτη δεν βρίσκεται στην εξουσία και στον πειρασμό που εμφωλεύει σ’αυτόν που την έχει αλλά στη διακονία, στην προσφορά του εαυτού του για τους άλλους. Οι λέξεις «διάκονος» και «δούλος» που απαντούν στο κείμενό μας δείχνουν και υπογραμμίζουν την αποστολή του ηγέτη, ή, αν προχωρήσουμε λίγο περισσότερο, την αποστολή της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Δεν είναι πηγή δυνάμεως η εξουσία και το αξίωμα που έχει κανείς, αλλ’ αφορμή και μέσο διακονίας. Η αποστολή αυτή απορρέει από το παράδειγμα του ίδιου του θεμελιωτή της Εκκλησίας που δεν ήλθε στον κόσμο για να διακονηθεί αλλά για να διακονήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για την εξαγορά των αιχμαλώτων στη δύναμη του σατανά ανθρώπων.
Τα λόγια αυτά λέγονται από τον Χριστό στους μαθητές του λίγο ακριβώς πριν από το πάθος του• και η Εκκλησία όρισε την ανάγνωση της περικοπής μια εβδομάδα πριν από την εβδομάδα του πάθους, για να θυμίσει στον κάθε χριστιανό που έχει κάποια εξουσία στα χέρια του, είτε μικρή είτε μεγάλη, ότι η σκέψη του πρέπει να είναι στραμμένη στη διακονία και στο πάθος, αν θέλει να είναι πραγματικός μαθητής του Χριστού.
Συνοψίζοντας τα νοήματα του σημερινού αναγνώσματος μπορούμε να πούμε τα ακόλουθα: 
1.Το πάθος και ο σταυρός του Χριστού είναι το «λύτρο» που δόθηκε για την εξαγορά των ανθρώπων από την αιχμαλωσία του κακού και αποτελούν την πιό αξιόλογη προσφορά και διακονία προς την ανθρωπότητα. Όποιος δεν αναγνωρίζει αυτή την προσφορά, εξακολουθεί να είναι δέσμιος των προβλημάτων του ή τρέπεται σε άλλες απατηλές λύσεις πού οδηγούν στην απογοήτευση.
2.Ο σατανικός πειρασμός της εξουσίας που μπορεί να φωλιάζει σε κάθε ηγέτη, μικρό ή μεγάλο, εκκλησιαστικό ή κοσμικό, είναι δυνατό να τον οδηγήσει στην προσωπική του ικανοποίηση και όχι στην ταπεινή και γόνιμη εκπλήρωση της αποστολής του, που είναι η προσφορά του εαυτού του στην υπηρεσία των πολλών.
και 3. Ή φιλοδοξία του χριστιανού είναι νόμιμη και αξιέπαινη, όταν συμπίπτει με την επιθυμία του να μιμηθεί το πάθος του Χριστού, βέβαια όχι πάντοτε με την έννοια του μαρτυρίου αλλά με τις συνέπειες που μπορεί να έχει μιά γνήσια εκπροσώπηση του χριστιανισμού μέσα σ’ έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από συμβιβασμούς και υποχωρήσεις.

H πρωτιά των ταπεινών, η ευλογία των διακόνων και η χαρά της θυσίας!!! Του πρωτ. Χρήστου Αιγίδη,


Βρισκόμαστε στο κατώφλι της τελευταίας εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Την εβδομάδα που μας πέρασεβιώσαμε δυο σημαντικά γεγονότα,τον Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέου του Κρητός και τον Ακάθιστο Ύμνο προς την Υπεραγία  Θεοτόκο, την Μητέρα του κόσμου. Τα μηνύματα που απορρέουν από τις Ακολουθίες αυτές είναι η Μετάνοια, η Αγνότητα και η Ταπείνωση, εφόδια ουσιαστικά και απαραίτητα για την πορεία μας και την άνοδο στον προσωπικό μας Γολγοθά.
  Σε λίγο, ο Κύριός μας θα πορευθεί προς το εκούσιο πάθος και διδάσκει τους μαθητές Του ότι όποιος θέλει να είναι μέγας και πρώτος οφείλει πρώτα να είναι πάντων Διάκονος και Δούλος. Τα λόγια αυτά ηχούν στους μαθητές αλλά και σε όλους εμάς κάπως παράξενα, ίσως και παράλογα. Ο  Χριστός εγκαινιάζει ένα άλλο είδος εξουσίας, μια άλλη κατάσταση αρχηγίας. Ο Σταυρός του Κυρίου μας γίνεται αφετηρία για την πρωτιά των Ταπεινών, την Ευλογία των Διακόνων και την Χαρά της Θυσίας.
  Ο μεγαλύτερος εχθρός της αγάπης, της φιλίας, του γάμου, της οικογένειας και γενικά όλων των διαπροσωπικών σχέσεων είναι ο εγωισμός. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η μεγαλύτερη ασθένεια της εποχής μας. Η διαπίστωση τούτη γίνεται  απλά  και εύκολα  εάν παρατηρήσουμε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, ίσως και στην Εκκλησία μας. Οι διαφωνίες, οι έριδες, οι διαπληκτισμοί, τα δικαστήρια, τα διαζύγια, οι κάθε είδους συγκρούσεις  γενικότερα πηγάζουν από την εγωιστική μας διάθεση.
  Το «μικρόβιο» αυτό του εγωισμού,  υπάρχει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά. Κάποιοι με πολλή εργασία και κόπο κατάφεραν ίσως να το αποβάλλουν. Μα στους πολλούς τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ίσως κάποιοι να το τρέφουμε κιόλας. Θέλουμε να είμαστε σε όλα πρώτοι, να γίνεται πάντα το δικό μας θέλημα. Έχουμε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας, ίσως κοιτάμε τους αδελφούς μας με υπεροψία. Αλίμονο αν μας αδικήσουν. Μην τυχόν και μας αγνοήσουν.
  Αλήθεια, πόσοι από εμάς που είμαστε γονείς νουθετούμε τα παιδιά μας  να έχουν φρόνημα ταπεινό ;  Να έχουν διάθεση διακονίας ; Αντίθετα, όλοι θέλουμε να είναι τα καλύτερα, να φοράνε τα πιο όμορφα ρούχα και γενικά να είναι πάντα πρωταγωνιστές. Από πολύ νωρίς καλλιεργούμε τάσεις εγωισμού στα παιδιά μας. Είναι βλέπετε και το παράδειγμά μας τέτοιο. Άλλωστε ό,τι βλέπουν και βιώνουν μαθαίνουν. Το ίδιο ισχύει σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας
  Η πορεία του Ιησού Χριστού είναι όμως πολύ διαφορετική από την δική μας διάθεση. Από την αρχή της επίγειας ζωής Του έως το τέλος. Από μια φτωχή σπηλιά κάπου στην Βηθλεέμ έως εκείνο το λόφο του Γολγοθά. Όλα ταπεινά, φτωχά, άδοξα. Ήρθε όχι για να διακονηθεί αλλά για να διακονήσει και να δώσει την Ζωή Του ως λύτρωση για την δική μας σωτηρία.
  Για όλους εμάς που έχουμε την μεγάλη Ευλογία και την ιδιαίτερη τιμή να είμαστε μαθητές Του, ο δρόμος και η πορεία μας είναι η ίδια. Δεν γίνεται διαφορετικά. Δεν θα υπάρξει δική μας Ανάσταση εάν δεν προηγηθεί και η προσωπική μας Σταύρωση. Οφείλουμε να βιώσουμε το λόγο του Κυρίου μας διακονώντας και υπηρετώντας τους αδελφούς μας, αρχίζοντας πρώτα από την οικογένειά μας  και συνεχίζοντας σε κάθε πτυχή και έκφανση του βίου μας.
Αμήν!

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Παροναξίας


 Η πορεία του Χριστού προς το πάθος είναι μια πορεία προς τη δόξα. Μια δόξα όμως, πολύ διαφορετική από εκείνη που εμείς αντιλαμβανόμαστε. Η <δόξα> του Χριστού είναι η θεότητα του, έχει να κάνει δηλαδή με την άκτιστη ενέργεια του Θεού. Και δεν έχει κάνει με ό,τι εμείς θεωρούμε δόξα.
          Η δόξα που επιθυμούμε είναι ο έπαινος. Ζητούμε να μας δακτυλοδείχνουν στην οποιαδήποτε επιτυχία, η ανάδειξη μας σε κάποιο αξίωμα και εμείς να ναρκισσευόμαστε στην τιμή. Κι αυτό δεν είναι υπερβολή είναι καθημερινή διαπίστωση.
          Ανεβαίνει ο Χριστός στα Ιεροσόλυμα και έχει κάνει σχετική προειδοποίηση για το επικείμενο πάθος του. Φαίνεται όμως, τα παιδιά του Ζεβεδαίου δηλαδή ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν το βάθος των λεγομένων του και νομίζουν πως είναι μια προσχηματική κατάσταση. Αυτοί πολύ ανθρώπινα καταλαβαίνουν για μεγαλεία. Θεωρούν πως έφτασε η στιγμή της τελικής μάχης για κατάληψη εξουσίας και κάνουν μια προσπάθεια να πείσουν τον Χριστό. Τους φάνηκε εύκολο μια και θεωρούν τους εαυτούς τους ότι έχουν την εύνοια του Χριστού.
          Η προσπάθεια, που καταβάλλουν οι δύο μαθητές, για να καθίσουν στα δεξιά και αριστερά του Χριστού, παρερμηνεύοντας την έννοια της δόξας, που είχε ήδη μιλήσει, δείχνει καθαρά τα μέτρα και τα κριτήρια με τα οποία προσεγγίζουν το έργο και την αποστολή του Χριστού. Και σε τελευταία ανάλυση δείχνει και όλων των κατοπινών μας την προσέγγιση, η οποία πολλές φορές είναι επιδερμική και συμφεροντολογική. Αυτή η ψεύτικη και επίπλαστη σχέση που αποκτούμε μαζί του, προέρχεται από την λαθεμένη ερμηνεία του Προσώπου του Ιησού Χριστού.
          Το <ουκ οίδατε τι αιτείσθε> είναι αυτό το φανέρωμα των λανθασμένων επιλογών και των κριτηρίων με τα οποία προσεγγίζεται η <δόξα> του Χριστού και κατ’ επέκταση η Βασιλεία του Θεού, της οποίας οι διαστάσεις δεν μετριούνται με τη συμβατικότητα των εφήμερων μέτρων, που εμείς επιδιώκουμε μαζί και με τους επαίνους που θέλουμε να απολαύσουμε.
          Ο εωσφορικός πειρασμός της επίγειας καταξιώσεώς μας, φωλιάζει όχι μονάχα στους επονομαζόμενους ηγέτες. Βρίσκεται στην καρδιά όλων μας, μια και μέσα απ’ αυτήν οδηγούμαστε στην αυτοϊκανοποίηση και όχι στην ταπεινή και γόνιμη εκπλήρωση της αποστολής μας, που είναι η προσφορά της υπάρξεως μας στην διακονία των άλλων που είναι σε τελευταία ανάλυση αδελφοί μας, μέλη του Σώματος του Χριστού.
        Η δόξα του Χριστού είναι ο Σταυρός. Είναι η εκούσια άρση της αμαρτίας του κόσμου και προσήλωση της στο ξύλο της θυσίας, που όμως σαν άμεση συνέπεια της έχει τη δωρεά της ζωής στον κόσμο και τον άνθρωπο.
          Η φιλοδοξία του ανθρώπου και μάλιστα του Χριστιανού είναι αξιέπαινη, όταν μάλιστα συμπίπτει και με την επιθυμία να γίνει μιμητής του Χριστού μέσα από τη γνήσια εκπροσώπηση της ζωής του σ’ ένα κόσμο με τραγικά αδιέξοδα και συμβιβαστικές υποχρεώσεις. Η μαρτυρία του χριστιανού κατά συνέπεια είναι περισσότερο αναγκαία σήμερα μέσα στον κόσμο του ωχαδελφισμού και της κενότητος. Ο πιστός άνθρωπος φέρνει πάντοτε μαζί του μια γλυκύτητα που φέρνει οπωσδήποτε τη διαφορετικότητα που κάνει να ξεχωρίζει ο <καινός> κατά Χριστόν άνθρωπος, από τον <κενόν> κοσμικοποιημένο που περιπλανάται στα εφήμερα και ευτελή.
          Αδελφοί, βαδίζουμε για το Πάσχα. Το Πάσχα είναι μια διάβαση και ανάβαση, ή καλύτερα συνανάβαση, και συνδιάβαση με τον Χριστό. Ο Χριστός έχει πετάξει κάθε προσποιητή δόξα και ανεβαίνει στην άνω Ιερουσαλήμ, όχι για θρόνους και πανηγύρια, αλλά για το <εκούσιον πάθος>.
          Αν μπορέσουμε έστω και για λίγο να ξεχάσουμε τους τιμητικούς τίτλους μας, τότε μπορούμε να γευθούμε την ομορφιά της άνω Ιερουσαλήμ. Τότε πιστεύω, ότι η στάση ζωής μας δεν θα είναι ένα διάλειμμα, αλλά μια μόνιμη συμπαραμονή και συμπόρευση στην μοναδική, την ουράνια πατρίδα μας.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μαρίας ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης


ΚΥΡΙΑΚΗ  Ε΄  ΝΗΣΤΕΙΩΝ
(Μαρίας ὁσίας τῆς Αἰγυπτίας)
(Μρκ. 10, 32-45)
Τελευταία Κυριακή σήμερα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἡ Ἐκκλησία μᾶς  προετοιμάζει γιά τά Ἄχραντα Πάθη, τό Ζωοποιό Σταυρό καί τή Λαμπροφόρο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στήν προετοιμασία μας αὐτή συμβάλλει ἀφενός ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία προβάλλεται ὡς παράδειγμα μετανοίας καί ἀφετέρου τό ἱερό εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε πρίν λίγο καί θά ἀποδώσουμε τώρα στά νέα ἑλληνικά:
«Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς πῆρε τούς δώδεκα μαθητές του ξεχωριστά κι ἄρχισε νά τούς λέει τά ὅσα ἦταν νά τοῦ συμβοῦν. «Ἀκοῦτε», τούς ἔλεγε, «ἀνεβαίνουμε στά Ἱεροσόλυμα καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ στούς ἀρχιερεῖς καί στούς γραμματεῖς. Αὐτοί θά τόν καταδικάσουν σέ θάνατο καί θά τόν παραδώσουν στούς ἐθνικούς. Θά τόν περιγελάσουν, θά τόν μαστιγώσουν, θά τόν φτύσουν καί θά τόν θανατώσουν. Ὕστερα ἀπό τρεῖς μέρες ὅμως θά ἀναστηθεῖ». Πλησιάζουν τότε τόν Ἰησοῦ ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί τοῦ λένε: «Διδάσκαλε, θέλουμε νά μᾶς κάνεις τή χάρη πού θά σοῦ ζητήσουμε». «Τί θέλετε νά κάνω γιά σᾶς;» τούς ρώτησε. Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἀποκρίθηκαν: «Ὅταν θά ἐγκαταστήσεις τήν ἔνδοξη βασιλεία σου, βάλε μας νά καθίσουμε ὁ ἕνας στά δεξιά σου καί ὁ ἄλλος στά ἀριστερά σου». Ὁ Ἰησοῦς τότε τούς εἶπε: «Δέν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νά πιεῖτε τό ποτήρι τοῦ πάθους ποῦ θά πιῶ ἐγώ ἤ νά βαφτιστεῖτε μέ τό βάπτισμα μέ τό ὁποῖο θά βαφτιστῶ ἐγώ;» Αὐτοί τοῦ εἶπαν: «Μποροῦμε». Κι ὁ Ἰησοῦς τούς εἶπε: «Τό ποτήρι πού θά πιῶ ἐγώ θά τό πιεῖτε, καί μέ τό βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θά βαφτιστεῖτε· τό νά καθίσετε ὅμως στά δεξιά μου καί στά ἀριστερά μου δέν μπορῶ νά σᾶς τό δώσω ἐγώ, ἀλλά θά δοθεῖ σ’ αὐτούς γιά τούς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ». Ὅταν τ’ ἄκουσαν αὐτά οἱ ὑπόλοιποι δέκα μαθητές, ἄρχισαν νά ἀγανακτοῦν μέ τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη. Τούς κάλεσε τότε ὁ Ἰησοῦς καί τούς λέει: «Ξέρετε ὅτι αὐτοί πού θεωροῦνται ἡγέτες τῶν ἐθνῶν ἀσκοῦν ἀπόλυτη ἐξουσία πάνω τους, καί οἱ ἄρχοντές τους τά καταδυναστεύουν. Σ’ ἐσᾶς ὅμως δέν πρέπει νά συμβαίνει αὐτό, ἀλλά ὅποιος θέλει νά γίνει μεγάλος ἀνάμεσά σας πρέπει νά γίνει ὑπηρέτης σας· καί ὅποιος ἀπό σᾶς θέλει νά εἶναι πρῶτος πρέπει νά γίνει δοῦλος ὅλων. Γιατί καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν ἦρθε γιά νά τόν ὑπηρετήσουν, ἀλλά γιά νά ὑπηρετήσει καί νά προσφέρει τή ζωή του λύτρο γιά ὅλους».
Οἱ σύγχρονοι Ἰουδαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ ἀνέμεναν ἔντονα τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Μέ τόν ὄρο ὅμως «Μεσσίας» ἐννοοῦσαν ἕναν βασιλιά ἐγκοσμιοκρατικό, πανίσχυρο καί δυνατό πού θά ἀσκοῦσε ἐξουσία βασιλική καί ἱερατική μέ τρόπο δυναμικό καί ἀπόλυτο καί θά συνέτριβε τούς ἐχθρούς του Ἰσραήλ. Ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ κίνηση τῶν δύο γιῶν τοῦ Ζεβεδαίου, πού ζητοῦν πρωτοκαθεδρίες, ἀλλά καί τῶν ἄλλων δέκα πού ἀγανακτοῦν, ἐπειδή φοβήθηκαν πώς οἱ δύο ἀδελφοί  πήγαιναν νά τούς ὑποσκελίσουν. Λίγο πρίν τό πάθος, ὅταν ὁ Ἀθῶος πορεύεται πρός τό σταυρό ἑκουσίως, ἐκεῖνοι δέν κατανοοῦν γιατί τούς μιλάει ἔτσι καί τούς προετοιμάζει γιά τή θυσία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀπέναντι στήν κρατοῦσα ἀντίληψη γιά τό Μεσσία, ἔρχεται νά ἀντιπαραθέσει τό δικό του μεσσιανολογικό λόγο, ὄχι πλέον ὡς θεωρία, ἀλλά ὡς πράξη, καί μάλιστα μέ μία ἀπόλυτη συνέπεια πού τόν ὁδήγησε τελικά στό μαρτυρικό θάνατο. Ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ ὡς Μεσσία εἶναι οὐσιαστικά ἀντιεξουσιαστικός, ἤ καλύτερα, προβάλλει τήν «ἐξουσία» τῆς διακονίας. Στό ἱστορικό αὐτό παράλογο βρίσκεται ἡ σοφία τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος. Γιά τό θεῖο Διδάσκαλο ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα καί ἡ διακονία ἡ ἀληθινή ἐξουσία. Γι’ αὐτό καί Χριστός κάλεσε κοντά του ὅλους καί τούς διευκρίνισε τί εἶναι ἐξουσία γιά τόν πολύ κόσμο καί τί γιά τούς μαθητές του.
«Ὅποιος θά θέλει νά γίνει μεγάλος μεταξύ σας, θά εἶναι ὑπηρέτης σας, κι ὅποιος θά θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος, θά εἶναι ὁλονῶν δοῦλος». Εἶναι τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου σήμερα καί πάντα, τό ὁποῖο φέρνει σέ τέλεια ἀντίθεση τήν Ἐκκλησία μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου. Οἱ ἄνθρωποι γοητεύονται πάντα ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία καί τούς ἀρέσει νά τούς ὑπηρετοῦν. Ἰδανικό τους εἶναι νά κυριαρχοῦν στούς πολλούς καί νά ἐξουσιάζουν τούς παρακάτω· νά διεκδικοῦν παντοῦ δικαιώματα καί νά ξεχνοῦν τό ἕνα, πού εἶναι τό χρέος.
Ἄν οἱ μαθητές δέν εἶχαν καταλάβει τότε τί εἴδους Μεσσίας εἶναι ὁ Χριστός, πολύ περισσότερο ἐμεῖς σήμερα, μετά ἀπό 2000 χρόνια χριστιανικῆς διδασκαλίας, ξεχνᾶμε τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Δύναμή μας καί μεγαλεῖο μας θεωροῦμε τήν ἐξουσία, καί τήν ἀκμή τῆς Ἐκκλησίας τήν τοποθετοῦμε στήν κυριαρχία της στόν κόσμο μέ κοσμικά μέσα. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δέν κυριαρχεῖ πάνω στούς ἀνθρώπους, βασιλεύει μέσα στίς ψυχές καί τίς συνειδήσεις τους. Γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κράτος ἀλλά τό συνεχῶς σταυρούμενο καί συνεχῶς ἀνιστάμενο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅπου ἀντιστρέφονται οἱ ὄροι, τότε χάνει τή θέση της καί τήν ἀποστολή της ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο καί δέν εἶναι πιά τό φῶς τῶν ἀνθρώπων καί τό ἅλας τῆς γῆς. Τότε ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι πιά Ἐκκλησία ἀλλά μία πολιτική διοίκηση καί ἕνας  θεσμός  τοῦ κράτους, ἕνα ὑποκατάστατο κι ἕνα ὁμοίωμα κοσμικῆς ἐξουσίας, ἕνας θεσμός μέ ὅλα τά γνωρίσματα καί τά στοιχεῖα τῶν ἱστορικῶν θεσμῶν, πού διαρκῶς ἀλλάζουν, ξεπερνιοῦνται καί πεθαίνουν.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Σέ λίγες μέρες καί μετά τή διδαχή αὐτή ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ μία συμβολική κίνηση ζώνεται τό λέντιον καί νίπτει τά πόδια τῶν μαθητῶν του. Σέ δύο μέρες ἀνεβαίνει τό Γολγοθά αἴροντας τόν Σταυρό του, στόν ὁποῖο θά καρφωθεῖ ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας. Μ’ ὅλα αὐτά δείχνει ἔμπρακτα πώς ὁ Μεσσίας «δέν ἦρθε γιά νά τόν ὑπηρετήσουν, ἀλλά γιά νά ὑπηρετήσει» καί νά δώσει τόν ἑαυτό του γιά νά σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΜΟΥ ΑΡΠΑΞΕ ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ - ΓΕΡΩΝ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ- ΦΟΒΕΡΗ ΔΙΗΓΗΣΗ.

Κυριακὴ Ε’ Νηστείων-Κανεὶς δὲν πρέπει νὰ ἀποθαρρύνεται ἀπὸ τὴν κατάστασή του.Απὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο .




  Τελευταία Κυριακή σήμερα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, καί ἡ Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει γιά τά Ἄχραντα Πάθη, τό Ζωοποιό Σταυρό καί τή Λαμπροφόρο Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στήν προετοιμασία μας αὐτή συμβάλλει ἡ μνήμη τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία προβάλλεται ὡς παράδειγμα μετανοίας. 
   Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία εἶναι ἡ μεγάλη ψυχὴ, ποὺ τὰ ἔδωσε ὅλα στὴν ἀνομία, καὶ ὑστερα τὰ ἔδωσε ὅλα στὸ Χριστὸ καὶ ἔλαμψε καὶ τὴν ἔβαλαν οἱ Πατέρες στὴν πέμπτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν νὰ ἑορτάζεται. Κανεὶς δὲν πρέπει νὰ ἀποθαρρύνεται ἀπὸ τὴν κατάστασή του. Δὲν πρέπει νὰ σκέπτεται πὼς γι’ αὐτὸν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐλπίδα. Γιατὶ ἄραγε ὁ Χριστὸς βλέπει τοὺς τελῶνες καὶ τὶς πόρνες νὰ εἶναι πιὸ κοντὰ στὸ Θεὸ ἀπὸ τοὺς «δικαίους» καὶ νὰ τοὺς προάγουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ; 
   Γιατὶ ἐκεῖνοι ξέρουν πὼς βρίσκονται στὴν ἐξορία καὶ μποροῦν νὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιστρέψουν, ἐνῶ οἱ «δίκαιοι» πιστεύουν στὴ δικαιοσύνη τὴ δικιά τους καὶ γιὰ αὐτὸ δὲν ὑποτάσσονται στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως κανεὶς ἀπ’ ὅσους εἶναι βέβαιοι ὅτι δικαιοῦνται τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν τὴν ἀπολαμβάνει. Σ’ αὐτὸ τὸ προωθημένο στάδιο τῆς πορείας πρὸς τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὸ παράδειγμα μιᾶς πόρνης τῆς ὁποίας οἱ πολλὲς ἁμαρτίες συγχωρέθηκαν ὅπως καὶ ἐκείνης τῆς ἄλλης πόρνης τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ μᾶς διαβεβαιώσει πως τὸν ἀναστημένο Χριστὸ μπορεῖ κάθε ἄνθρωπος, ἄν τὸ θελήσει, νὰ τὸν συναντήσει ὅπου κι ἄν βρίσκεται καὶ ἀκόμη γιὰ νὰ δείξει πὼς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ δὲν βλέπουν τὸν ἄνθρωπο ὅπως τὰ μάτια τοῦ ἀνρώπου. Ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ ὡς Μεσσία εἶναι οὐσιαστικά ἀντιεξουσιαστικός, ἤ καλύτερα, προβάλλει τήν «ἐξουσία» τῆς διακονίας. 
   Στό ἱστορικό αὐτό παράλογο βρίσκεται ἡ σοφία τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος. Γιά τό θεῖο Διδάσκαλο ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα καί ἡ διακονία ἡ ἀληθινή ἐξουσία. Γι’ αὐτό καί Χριστός κάλεσε κοντά του ὅλους καί τούς διευκρίνισε τί εἶναι ἐξουσία γιά τόν πολύ κόσμο καί τί γιά τούς μαθητές του. «Ὅποιος θά θέλει νά γίνει μεγάλος μεταξύ σας, θά εἶναι ὑπηρέτης σας, κι ὅποιος θά θέλει νά εἶναι μεταξύ σας πρῶτος, θά εἶναι ὁλονῶν δοῦλος». Εἶναι τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου σήμερα καί πάντα, τό ὁποῖο φέρνει σέ τέλεια ἀντίθεση τήν Ἐκκλησία μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου. Οἱ ἄνθρωποι γοητεύονται πάντα ἀπό τήν κοσμική ἐξουσία καί τούς ἀρέσει νά τούς ὑπηρετοῦν. Ἰδανικό τους εἶναι νά κυριαρχοῦν στούς πολλούς καί νά ἐξουσιάζουν τούς παρακάτω• νά διεκδικοῦν παντοῦ δικαιώματα καί νά ξεχνοῦν τό ἕνα, πού εἶναι τό χρέος. Ἄν οἱ μαθητές δέν εἶχαν καταλάβει τότε τί εἴδους Μεσσίας εἶναι ὁ Χριστός, πολύ περισσότερο ἐμεῖς σήμερα, μετά ἀπό 2000 χρόνια χριστιανικῆς διδασκαλίας, ξεχνᾶμε τό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου. Δύναμή μας καί μεγαλεῖο μας θεωροῦμε τήν ἐξουσία, καί τήν ἀκμή τῆς Ἐκκλησίας τήν τοποθετοῦμε στήν κυριαρχία της στόν κόσμο μέ κοσμικά μέσα. Ἡ Ἐκκλησία ὅμως δέν κυριαρχεῖ πάνω στούς ἀνθρώπους, βασιλεύει μέσα στίς ψυχές καί τίς συνειδήσεις τους. Γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι κράτος ἀλλά τό συνεχῶς σταυρούμενο καί συνεχῶς ἀνιστάμενο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ὅπου ἀντιστρέφονται οἱ ὄροι, τότε χάνει τή θέση της καί τήν ἀποστολή της ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο καί δέν εἶναι πιά τό φῶς τῶν ἀνθρώπων καί τό ἅλας τῆς γῆς. Τότε ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι πιά Ἐκκλησία ἀλλά μία πολιτική διοίκηση καί ἕνας θεσμός τοῦ κράτους, ἕνα ὑποκατάστατο κι ἕνα ὁμοίωμα κοσμικῆς ἐξουσίας, ἕνας θεσμός μέ ὅλα τά γνωρίσματα καί τά στοιχεῖα τῶν ἱστορικῶν θεσμῶν, πού διαρκῶς ἀλλάζουν, ξεπερνιοῦνται καί πεθαίνουν. Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Σέ λίγες μέρες καί μετά τή διδαχή αὐτή ὁ Ἰησοῦς Χριστός σέ μία συμβολική κίνηση ζώνεται τό λέντιον καί νίπτει τά πόδια τῶν μαθητῶν του. Σέ δύο μέρες ἀνεβαίνει τό Γολγοθά αἴροντας τόν Σταυρό του, στόν ὁποῖο θά καρφωθεῖ ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας. Μ’ ὅλα αὐτά δείχνει ἔμπρακτα πώς ὁ Μεσσίας «δέν ἦρθε γιά νά τόν ὑπηρετήσουν, ἀλλά γιά νά ὑπηρετήσει» καί νά δώσει τόν ἑαυτό του γιά νά σωθοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ἀμήν. 
21.04.2013

“Χύνει αίμα αυτός που αποστερεί το μισθό του εργάτη” του Αθανάσιου Μουστάκη


«Ἐκχέων αἷμα ὁ ἀποστερῶν μισθὸν μισθίου»
(Σοφία Σειρὰχ 34:22)
 Με αφορμή το πρόσφατο έγκλημα της Μανωλάδας θέλησα να παρουσιάσω λίγες σχετικές σκέψεις με αφετηρία το λόγο της Αγίας Γραφής.
Το πρώτο χωρίο που πέρασε από το μυαλό μου ήταν το «οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα» του Δευτερονομίου (25:4) παρά το ότι εκ πρώτης όψεως το χωρίο μοιάζει κάπως άσχετο. Τι δουλειά έχουν οι εργάτες που υφίστανται τη βία των εργοδοτών και των επιστατών με τα βόδια που αλωνίζουν;
Απάντηση μάς προσφέρει ο απ. Παύλος όταν χρησιμοποιεί το χωρίο αυτό στην Α΄ Κορινθίους (9:9) και ξεκαθαρίζει ότι όταν ο Θεός με το νόμο Του αναφέρεται στα ζώα που αλωνίζουν το ενδιαφέρον του νόμου δεν εστιάζει σε αυτά, αλλά ότι αυτή η μεταφορά τον βοηθά να δηλώσει ότι δεν πρέπει να στερούμε από τον εργάτη το μισθό του. Ο απόστολος συνεχίζει τη σκέψη του στον επόμενο στίχο χρησιμοποιώντας μία αναφορά από το βιβλίο της Σοφίας Σειράχ (6:19), όπου γράφεται ότι αυτός που εργάζεται το κάνει με την ελπίδα ότι θα ζήσει από τον κόπο του. Λέει, λοιπόν, η Παλαιά Διαθήκη: «ὡς ὁ ἀροτριῶν καὶ ὁ σπείρων πρόσελθε αὐτῇ καὶ ἀνάμενε τοὺς ἀγαθοὺς καρποὺς αὐτῆς ἐν γὰρ ἐργασίᾳ αὐτῆς ὀλίγον κοπιάσεις καὶ ταχὺ φάγεσαι τῶν γενημάτων αὐτῆς».
Πολύ όμορφα όλα αυτά αλλά άραγε εμάς μας ενδιαφέρουν;
Τα εγκληματικά περιστατικά της Μανωλάδας, τα οποία, πρέπει να το σημειώσουμε, δεν είναι τα πρώτα ανάλογα, μας πείθουν για το αντίθετο. Δεν μας ενδιαφέρουν καθώς αποφασίσαμε να παρακάμψουμε το λόγο του Θεού και να εφαρμόσουμε το δικό μας: το νόμο του κέρδους και της αδικίας.
Θα μου πείτε «ποιος χρειάζεται το νόμο του Θεού όταν υπάρχει ο νόμος του κράτους;»
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το λεπτό σημείο για τις ελαστικές, έως ξεχειλωμένες, συνειδήσεις όλων μας. Ο νόμος του κράτους μπορεί να υπάρχει αλλά η τήρησή του, δυστυχώς ή ευτυχώς, μάλλον επαφίεται στο φιλότιμο όχι μόνο των εργοδοτών, αλλά και των αρμοδίων υπηρεσιών. Σε αυτό, λοιπόν, το σημείο πρέπει να αντιμετωπίσουμε την αδυναμία της χριστιανικής (είναι άραγε;) πατρίδας μας. Το κράτος δεν μπορεί και δεν θέλει να εφαρμόσει το νόμο που καταστρατηγούν οι πολίτες.
Το αποτέλεσμα; Μιλούν τα όπλα.
Από μια πρόχειρη αναζήτηση κάποιων βιβλικών χωρίων σχετικά με το θέμα της αποστέρησης του μισθού του εργάτη βρέθηκα μπροστά σε μία σειρά ξεκάθαρων χωρίων από τα οποία θα σχολιάσω μόνο ένα.
Στην επιστολή του αγίου Ιακώβου ιδιαίτερα στο 5 κεφάλαιό της, από τον πρώτο μέχρι τον έκτο στίχο υπάρχει μία ολοκάθαρη τοποθέτηση απέναντι στους πλουσίους, οι οποίοι με τις πράξεις τους αποστερούν το μισθό των εργατών. Τι να πρωτοαναφέρουμε: την προειδοποίηση για τα επερχόμενα δεινά σε αυτούς που αδικούν; Την αναφορά στη σαπίλα που κυριεύει τον πλούτο, τα αγαθά και τα ρούχα τους; Το σχόλιο ότι το χρυσάφι και το ασήμι των πλουσίων θα αποτελέσει την αιτία της καταδίκης τους; Τη διαπίστωση ότι η κραυγή των στερημένων από το μισθό τους εργατών θα φθάσει μέχρι τα αυτιά του Θεού;
Η διδασκαλία της Εκκλησίας για την κοινωνική αδικία είναι ξεκάθαρη και σαφής χωρίς περιστροφές και υπεκφυγές. Η άγνοια και η αδιαφορία προς αυτή μας οδηγεί σε εγκλήματα όπως αυτό που συμβαίνει στη Μανωλάδα. Ένα έγκλημα που δεν έχει να κάνει μόνο με τους πρόσφατους πυροβολισμούς, αλλά κυρίως με την ανοχή όλων αυτών που γνωρίζουν και σιωπούν, όλων αυτών που βλέπουν και κλείνουν τα μάτια, όλων αυτών που μαθαίνουν για την αδικία και δεν ξέρουν τι γίνεται, όλων αυτών που πλουτίζουν έμμεσα ή άμεσα από την αποστέρηση των μισθών των εργατών και απολαμβάνουν τα κέρδη τους.
Δυστυχώς, όμως ευθύνη βαρύνει και εμάς που ενώ ακούγαμε τι συνέβαινε καταναλώναμε φθηνές φράουλες. Βαρύνει και όλους εμάς που πλέον μάθαμε χωρίς μισόλογα τι συμβαίνει και θα συνεχίσουμε να τις απολαμβάνουμε στο πιάτο, στα γλυκά και στα τραπέζια μας.
Οι πυροβολισμοί των επιστατών στους απλήρωτους εργάτες είναι η αναπόφευκτη συνέχεια ενός εγκλήματος. «Ἐκχέων αἷμα ὁ ἀποστερὼν μισθὸν μισθίου» λέει η Σοφία Σειράχ λειτουργώντας προφητικά.
Ναι! Αυτός που στερεί το μισθό του εργάτη χύνει αίμα. Το ωραίο είναι ότι η Αγία Γραφή το χρησιμοποιεί μεταφορικά, ως σχήμα λόγου για να τονίσει πόσο φοβερή είναι η κοινωνική αδικία.
Εμείς για μία ακόμη φορά κατορθώσαμε να ξεπεράσουμε τη φαντασία και να μετατρέψουμε το σχήμα λόγου σε πράξη:
Για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να ιδιοποιούμαστε το μισθό του εργάτη χύσαμε και, μάλλον, θα ξαναχύσουμε αίμα!
manolada-fraoules-660

Ε' Κυριακή των Νηστειών-Μαρίας Αιγύπτιας Αμαρτωλοί, λάβετε θάρρος! +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστινος


Ε' Κυριακή των Νηστειών-Μαρίας Αιγύπτιας

Αμαρτωλοί, λάβετε θάρρος!

    Η αγία και μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι περίοδος στην οποία ή Εκκλησία μας καλεί τα παιδιά της σε πνευματικές ασκήσεις και περισυλλογή. είναι περίοδος μετανοίας. Την περασμένη Τετάρτη εψάλη Ο Μέγας Κανών, πού είναι ένας θρήνος για την άμαρτωλότητά μας. Και σήμερα, πέμπτη Κυριακή των Νηστειών, προβάλλει ως υπόδειγμα μια γυναίκα πού μετανόησε και επέστρεψε στο Θεό. είναι ή όσία Μαρία ή Αιγύπτια• εορτάζει δυο φορές το χρόνο, την 1η Απριλίου και σήμερα.
    Γύρω από τον βίο της θα στραφεί ό λόγος.
Τα παλιά τα χρόνια ζούσε στην έρημο ένας ασκητής, ό Ζωσιμάς. Ή φήμη του προσείλκυε πολλές ψυχές. Ήταν όντως άγιος. Άλλα μια μέρα του πέρασε ένας λογισμός - αρκεί και ένας λογισμός για να κάνη τον άνθρωπο ν' αμαρτήσει. Ό σατανάς του έλεγε• «Ζωσιμά, είσαι ό αγιότερος άνθρωπος!».
   Ό Θεός όμως, πού αγαπούσε το Ζωσιμά, δια οράματος του είπε «Δεν είσαι συ ό αγιότερος• κοντά στον Ιορδάνη ποταμό υπάρχει κάποιος ανώτερος από σένα». Ύπήκουσε και πήγε στον Ιορδάνη, σ' ένα ξακουσμένο μοναστήρι. Εκεί είχαν συνήθεια, την πρώτη μέρα της μεγάλης Τεσσαρακοστής όλοι οι καλόγηροι να φεύγουν άδειαζαν το μοναστήρι, έβγαιναν στην έρημο, κ' εκεί έμεναν 40 μέρες. Επέστρεφαν την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν όλοι μαζί τα πάθη και την άνάστασι του Κυρίου. Έτσι έκανε κι ό άγιος Ζωσιμάς.
   Βγήκε στην έρημο. Καθώς περπατούσε, βλέπει μια σκιά. Φοβήθηκε. Πλησιάζει. Δεν ήταν φάντασμα, ήταν μία γυναίκα• ή Μαρία ή Αιγύπτια. Είχε γίνει πετσί και κόκαλο άπ' τη νηστεία. Ό Ζωσιμάς τη ρώτησε πώς βρέθηκε εκεί, κι αύτη διηγήθηκε τον βίο της. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά πού του είπε μάθαμε για αυτήν τα εξής.
  Ή όσία Μαρία έζησε την εποχή του ενδόξου βασιλέως του Βυζαντίου Ιουστινιανού (527-565). Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, πού ήταν τότε πόλις ξακουσμένη, κέντρο γραμμάτων και επιστημών, σπουδαίο λιμάνι της Μεσογείου, εστία κοσμικής ζωής. Εκεί γεννήθηκε. Άλλα είχε το ατύχημα να πεθάνουν οι γονείς της κ' έμεινε ορφανή. Στο περιβάλλον εκείνο ή Μαρία γλίστρησε και έπεσε στην αμαρτία. Λόγω δε της εκτάκτου καλλονής της έγινε διάσημος εταίρα, πόρνη.  
   Έζησε έτσι 17 χρόνια, εμπορευόμενη το σαρκίον της. Έζησε με πολυτέλεια• ό,τι επιθυμούσε το είχε. Οι ερασταί της έδιναν άφθονα χρήματα. Φαγητά, ποτά, αρώματα, άνθη, κοσμήματα, έπιπλα, αμάξια, μέγαρο, ό,τι φανταστή κανείς, είχε στη διάθεση της.

  Μια μέρα, κοντά στην εορτή του σταυρού, ή Μαρία κατέβηκε στο λιμάνι. Είδε καράβια έτοιμα ν' αναχωρήσουν για τους αγίους Τόπους με προσκυνητές. Μπήκε σε ένα, όχι όμως για να πάει να προσκύνηση. Πήγε, όπως πηγαίνουν πολλοί στις εορτές, όχι για να τιμήσουν τους αγίους, άλλ' απλώς για να διασκεδάσουν. Ναύλο δεν πλήρωσε• ναύλο ήταν το σώμα της. Στο ταξίδι οργίασε.
   Έφθασε στους αγίους Τόπους και στα Ιεροσόλυμα. Καθώς όμως πήγε μαζί με τους άλλους να μπει στο ναό, μία αόρατος δύναμις δεν την άφηνε• την απωθούσε. Προσπάθησε πολλές φορές• αδύνατον. Τότε συναισθάνθηκε, ότι είναι αμαρτωλή. Παρακάλεσε την Παναγία να τη βοηθήσει να προσκύνηση κι αυτή το ξύλο του σταυρού. Ή Παναγία άκουσε την προσευχή της• σε λίγο, χωρίς εμπόδιο, εισήλθε και με δάκρυα ασπάσθηκε τον τίμιο σταυρό. Όταν βγήκε από το ναό, ήταν άλλος άνθρωπος. Κάρβουνο μπήκε, διαμάντι βγήκε.
   Μετανόησε, έκλαψε, αποφάσισε να κόψη πλέον την αμαρτία. Βρήκε πνευματικό πατέρα και εξομολογήθηκε, για πρώτη φορά, με δάκρυα τα αμαρτήματα της. Ό πνευματικός της είπε• «Πέρασε τον Ιορδάνη και πολλή ανάπαυση θα εύρης».
   Πέρασε τον Ιορδάνη κ' έφθασε στη βαθιά έρημο. Εκεί έζησε σκληρά ζωή ασκήσεως, προσευχής και λατρείας του Θεού. Ποια γλώσσα μπορεί να περιγράψει τον αγώνα πού έκανε στήθος με στήθος με το διάβολο; Ό σατανάς προσπαθούσε με όλα τα μέσα να την επαναφέρει στην Αίγυπτο. Ζωγράφιζε εμπρός της τα θέλγητρα, τους εραστές, τις ηδονές, τα συμπόσια, τις διασκεδάσεις, τον πλούτο πού εγκατέλειψε... Εκείνη πολεμούσε. Ύστερα από χρόνια ό σατανάς την άφησε.
   Έζησε εκεί ή όσία Μαρία, μακριά από την κοινωνία. Ύστερα από σαράντα χρόνια τη συνάντησε ό άγιος Ζωσιμάς, όπως είπαμε, και του διηγήθηκε όλα αυτά. Τον παρακάλεσε δε, να ξανάρθει στο ίδιο μέρος, για να την κοινωνήσει. Πράγματι μετά από ένα χρόνο ό άγιος Ζωσιμάς ήρθε πάλι με το άγιο ποτήρια. Καμιά ψυχή δεν κοινώνησε με τόση κατάνυξη. Ή όσία ευχαρίστησε το Θεό πού την αξίωσε των αχράντων μυστηρίων. Παρακάλεσε δε τον άγιο Ζωσιμά, να έρθει και του χρόνου.
   Ξαναπήγε ό Ζωσιμάς. Άλλα δεν τη βρήκε. Ψάχνοντας στην έρημο τη βρήκε νεκρά πλέον, ξαπλωμένη στην άμμο με σταυρωμένα τα χέρια. Δίπλα είχε γράψει• «Ζωσιμά, θάψε το σώμα της αμαρτωλής Μαρίας». Εκείνος δεν μπορούσε να σκάψει και το συναξάρια λέει κάτι, πού μπορεί σε κάποιους να φαίνεται απίστευτο, αλλά για το Θεό όλα είναι δυνατά. Ενώ, δηλαδή, συλλογιζόταν πώς θα σκάψει, ξαφνικά έρχεται ένα λιοντάρι και με τα νύχια του έσκαψε λάκκο. Εκεί έθαψε το λείψανο της όσιας Μαρίας της Αιγύπτιας.
   Τι μας διδάσκει ό βίος της;
   Πρώτον οι υπερήφανοι ταπεινώνονται. Για αυτό κανείς μη υπερηφανεύεται. Κι αν ακόμη είναι Ζωσιμάς και τον θεωρούν άγιο, αυτός να έχη το συναίσθημα ότι είναι αμαρτωλός, ότι έχει πολλή «λάσπη» μέσα του.
   Ή υπερηφάνεια είναι απάτη. Υπερηφανεύθηκε ό Ζωσιμάς ότι είναι ό αγιότερος• κι όμως δεν ήταν αυτός, αλλά μία γυναίκα. Υπερηφανεύθηκε κι ό άγιος Αντώνιος• κι όμως απεδείχθη, ότι ένας τσαγκάρης της Αλεξανδρείας ήταν ό αγιότερος άνθρωπος των ήμερων του.
   Κακό πράγμα, μεγάλη αμαρτία ή υπερηφάνεια. Αυτή γκρέμισε από τον ουρανό τον εωσφόρο και τον έκανε διάβολο. Οτιδήποτε κι αν έχουμε κάνει, ποτέ να μην έχουμε υψηλό φρόνημα. Πάντοτε να έχουμε ταπεινό φρόνημα, το όποιο εκτιμά και βραβεύει ό Κύριος.
  Δεύτερο δίδαγμα. Ή όσία Μαρία δεν είναι μόνη. Σήμερα υπάρχουν όχι μία εταίρα αλλά χιλιάδες. Γέμισε ό κόσμος διεφθαρμένες γυναίκες. Φρικτό πράγμα ή πορνεία.
  Θα καταδικάσουμε τίς γυναίκες αυτές; Όχι, αδελφοί μου. είναι θύματα μιας κοινωνικής συμφοράς. Κάποια μάνα φταίει, κάποιος πατέρας, κάποιος άντρας - ελεεινό υποκείμενο πού εγκατέλειψε τη γυναίκα. Κι όπως επάνω στην κοπριά φυτρώνουν τα μανιτάρια, έτσι στην βρωμερά κοινωνία φυτρώνει ή πορνεία. Δεν καταδικάζουμε αυτές, καταδικάζουμε το καθεστώς, την κοινωνία, όλους τους παράγοντας πού αμέλησαν το καθήκον τους. Τις γυναίκες αυτές μην τις καταδικάσετε. Διότι μέσ' στη λάσπη μπορεί να κρύβεται ένα μαργαριτάρι. Αυτό απέδειξε ή όσία Μαρία ή Αιγύπτια.
   Μην καταδικάζετε τίς γυναίκες αυτές. Τώρα πού πλησιάζει Μεγάλη Εβδομάδα και θ' ακούσουμε την αμαρτωλή γυναίκα να κλαίει ενώπιον του Κυρίου, ας έχουμε ένα έλεος για αυτές. Γιατί μπορεί αυτές να σωθούν, κ' εμείς πού νομίζουμε ότι είμεθα άγιοι να κολαστούμε. Μην κατακρίνετε, για να μη κατακριθείτε.
  Το ένα δίδαγμα, οι υπερήφανοι ταπεινώνονται και το δεύτερο άνθρωποι, μην κατακρίνετε για να μη κατακριθείτε. Και το τρίτο και σπουδαιότεροΑμαρτωλοί, λάβετε θάρρος! Όσες κι αν είναι οι αμαρτίες σας, συγχωρούνται. Κάθε αμαρτία, λέει ό Ιερός Χρυσόστομος, είναι κάρβουνο αναμμένο. Όσα κάρβουνα κι αν μαζέψεις, καί αν γίνουν ένα βουνό σαν τον Όλυμπο, μόλις τα ρίξεις μέσ' στη θάλασσα σβήνουν. Ή θάλασσα νικά τη φωτιά, κι όχι ή φωτιά τη θάλασσα. Θάλασσα είναι το έλεος του Θεού και νικάει τις αμαρτίες του ανθρώπου. Το είπε ό απόστολος σήμερα (βλ. Έβρ. 9,11-14)μία σταγόνα από το αίμα πού έχυσε ό Κύριος μας επάνω στο σταυρό —αν πιστεύεις—, γίνεται ωκεανός. Μέσα στον ωκεανό αυτόν ελάτε όλοι να πλύνουμε οποιεσδήποτε αμαρτίες δια της μετανοίας.
   Εύχομαι, αγαπητοί μου, τίς άγιες αυτές ήμερες, όλοι να μιμηθούμε την όσία Μαρία. Κανείς αμετανόητος, κανείς ανεξομολόγητος. Ας ακούσουμε όλοι, γέροντες και παιδιά, λαός και κλήρος, το σάλπισμα «Μετανοείτε» (Ματθ. 3,2' 4,17), και ας σπεύσουμε στο μυστήριο της εξομολογήσεως. Τότε θα αισθανθούμε κ' εμείς αυτό πού αισθάνθηκε ή αγία, καί «χαρά έσται εν τω ούρανω επί ένι άμαρτωλω μετανοούντι» (Λουκ. 15,7).

Επίσκοπος Αυγουστίνος.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας) Μρκ.10, 32-45 π. Γερασιμάγγελος Στανίτσας




 Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ
                       
Πλησιάζουμε προς το τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής και ξεκινάει η πορεία του Χριστού με τη συντροφιά των φοβισμένων μαθητών προς τα Ιεροσόλυμα. Στη σημερινή ευαγγελική διήγηση γίνεται λόγος για τα πάθη των αγίων ημερών και μας δείχνει το δρόμο δια του οποίου μπορούμε να αποδεχθούμε και να βιώσουμε τα μυστηριώδη γεγονότα της Μ. Εβδομάδας.
            Πλήρη εφαρμογή των λόγων του Κυρίου συναντάμε στη ζωή της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας την οποία σήμερα προβάλλει και τιμά τη μνήμη της. Η οσία Μαρία ξεκίνησε από την περιθωριακή ζωή και ακολουθώντας  το δρόμο της αυταπάρνησης και της άρσης του σταυρού τελειώθηκε και έφθασε στην αγιότητα. Η μορφή της σήμερα προβάλλεται «προς διέγερση των ραθύμων και αμαρτωλών εις μετάνοια εχόντων υπόδειγμα την εορταζομένην αγίαν».
            Η περίπτωση της είναι μία ακραία βιογραφία οσίας που γιορτάζεται προς το τέλος της Μ. Τεσσαρακοστής για να παρακινηθούν οι ράθυμοι στη μετάνοια, γιατί ο Οσία ζώντας το χάος της αμαρτίας φανέρωσε δείγματα ειλικρινούς μετάνοιας.
            Ο Χριστός στο σημερινό ευαγγέλιο προλέγει το πάθος του για να ετοιμάσει τους μαθητές, ώστε ν’ αντιμετωπίσουν τα επερχόμενα γεγονότα για να μη σκανδαλισθούν και να τα δεχθούν με τον τρόπο που υποδεικνύει ο            Χριστός.
            Οι μαθητές, επηρεασμένοι από εγκοσμιοκρατικές αντιλήψεις, αναβαίνοντας στα Ιεροσόλυμα νόμιζαν ότι ο Χριστός θα ελευθερώσει την Παλαιστίνη από τους κατακτητές Ρωμαίους, και φαντάζονταν τον εαυτό τους στην καλύτερη θέση ζητώντας αξιώματα και πρωτεία. Φαίνεται ότι δεν είχαν ακριβή συναίσθηση  της ερχόμενης κατάστασης. Ο Χριστός προλέγει ότι θα πιεί το ποτήριο  του μαρτυρίου  και θα βαπτισθούν στο αίμα της θυσίας, αλλά τα πρωτεία δεν χαρίζονται και τα παίρνουν όσοι ενεργούν με επιτυχώς όσα χαρίζει ο Θεός στον άνθρωπο.
            Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα ξεκινά ο Χριστός την πορεία Του προς το «εκούσιον  πάθος». Ο εγωισμός είναι αλλοίωση της αγάπης του Θεού και αμφισβήτηση του αληθινού εαυτού μας. Ο άνθρωπος όμως πάντα ζητεί την αναγνώριση  του από τους άλλους, οι οποίοι βέβαια  αρνούνται μία τέτοια αποδοχή. Αυτό στη συνέχεια προκαλεί καταπίεση και εξαναγκασμό και επιβολή κυριαρχίας πάνω στον άλλο.
            Δυστυχώς οι άνθρωποι  ζητούν αξιώματα και εξουσία για να μην διακονούν τους συνανθρώπους τους, για να τους διακονούν οι άλλοι. Έτσι όμως δημιουργείται ένα χάος και αδιέξοδο μέσα στον κόσμο.
            Ο Χριστός με τον τρόπο του μας βοηθά να ξεπεράσουμε την τραγωδία μας λέγοντας μας: « όποιος θέλει να γίνει μεταξύ σας μεγάλος, να είναι υπηρέτης των άλλων και όποιος θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος να είναι δούλος των άλλων». Όταν ο άνθρωπος υπηρετεί τους άλλους γίνεται πράγματι μεγάλος. Έτσι ανυψώνει τον εαυτό του στο επίπεδο του θείου. Αυτός είναι ο σωστός δρόμος για να γίνει ο άνθρωπος «πρώτος».
            Ο Θεάνθρωπος Κύριος αποκαλύπτει την αγάπη Του ως διακονία προς τον άνθρωπο, ο οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι». Η διακονία αποκαλύπτει την αγάπη, την προσφορά, τη θυσία του Εαυτού Του «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας».
            Τελικά αν δεχθούμε αυτή τη σωτηριωδη αλήθεια, τότε η σχέση μας με τον Ιησού Χριστό θα είναι προσωπική  μετοχή και κοινωνία στην αγάπη Του. Αυτό το υπόδειγμα μας προσφέρει η σημερινή εορταζόμενη οσία Μαρία η Αιγυπτία. Έζησε μέσα στην αμαρτία, αλλά με τη μετάνοια της έφθασε στο ύψος του αγιασμού. Γι αυτό και η Εκκλησία μας την προβάλλει σήμερα για να παίρνουμε θάρρος και να θερμαίνεται  η καρδιά μας και η ελπίδα μας για την εν Χριστώ σωτηρία που μας πρόφερε μέσα απ’ τα Άχραντα Πάθη και την Ανάσταση Του ο Κύριος της δόξας.  

            π. γ. στ.

            Καλή Κυριακή

Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 10,32-45)ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΜΑΣ «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε» (Μᾶρκ. 10,38) +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστινός


ΤΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΜΑΣ

«Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε» (Μᾶρκ. 10,38)

KYRIOS I. XRISTOSΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί λέει; Λέει, ὅτι σὲ λίγες μέ­ρες ὁ Χριστὸς θὰ σταυρωθῇ.
Θὰ σταυρωθῇ ὁ Χριστός; Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τόσα θαύματα, ποὺ ἀνέστησε νεκρούς; Ἀ­δύνατον! ἔλεγαν οἱ μαθηταί του.
Μὰ ὁ Χριστὸς ἐπιμένει· Παι­διά μου, σὲ λί­γες μέρες θὰ σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς. Θὰ μὲ πιάσουν, θὰ μὲ δέσουν, θὰ μὲ χτυπήσουν, θὰ μὲ φτύσουν, καὶ τέλος θὰ μὲ σταυρώσουν· ἀλλὰ τὴν τρίτη μέρα θ᾽ ἀναστηθῶ.
Αὐτὰ τοὺς ἔλεγε, ἐκεῖνοι ὅμως ἄλλα φαν­τάζονταν· ὅτι σὲ λίγο θὰ πάῃ στὰ Ἰεροσόλυμα, θὰ ξεσηκώ­σῃ τὸ βασανισμένο λαὸ σὲ ἐπανάστασι ἐναν­τίον τῶν κατακτητῶν, θὰ γκρεμίσῃ ὅλα τὰ βα­σίλεια, θὰ κάνῃ ἕνα νέο βασίλειο, μιὰ αὐτοκρατορία ποὺ πρωτεύουσα θά ᾽χῃ τὰ Ἰερο­σό­λυμα, κι ἀπὸ ᾽κεῖ θὰ διοικῇ ὅλο τὸν κόσμο.
Τέτοια πράγματα φαντάζονταν. Γι᾽ αὐτὸ δύο ἀγαπημένοι μαθηταί του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, τὸν πλησιάζουν καὶ τοῦ λένε· Δάσκαλε, ὅταν θὰ γίνῃς βασιλιᾶς, σὲ παρακαλοῦμε νὰ μᾶς κάνῃς τὸν ἕνα πρωθυπουργὸ καὶ τὸν ἄλ­λο ἀντιπρόεδρο τῆς κυβερνήσε­ως… Ζητοῦ­σαν τὰ πρῶτα ἀξιώματα κοντά του. Πόσο μακριὰ ἦ­ταν ἀπὸ τὸ πνεῦμα του! Κι ὁ Χριστός, ποὺ εἶ­δε πῶς σκέπτονται, τοὺς λέει· «Οὐκ οἴ­δατε τί αἰ­τεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶ­τε (Μᾶρκ. 10,38). Ναί, θὰ πάω στὰ Ἰεροσόλυμα, ἀλλὰ γιὰ νὰ σταυρω­θῶ, καὶ δεξιὰ κι ἀριστερά μου θά ᾽νε δυὸ λῃ­σταί… Πόσο διαφορετικὰ σκέ­πτον­ταν οἱ μαθηταί! Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ τοὺς φωτίσῃ νὰ καταλάβουν ποιός εἶνε ὁ χαρακτήρας τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ μας.
Μὰ μὴ νομίσετε ὅτι ἄλλαξε ἀπὸ τότε ὁ κόσμος. Ἔτσι σκέπτονται καὶ σήμερα οἱ λεγόμενοι μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, οἱ χιλιασταί. Ἂν διαβά­­σετε τὰ βιβλία τους, λένε ὅτι, νά ἀπὸ ὥ­ρα σὲ ὥρα θά ᾽ρθῃ ὁ Χριστός, θὰ γκρεμίσῃ ὅ­λα τὰ κράτη, θὰ κάνῃ τὴν πιὸ μεγάλη αὐτοκρα­τορία· θὰ ἐγκατασταθῇ μονίμως στὰ Ἰερο­σό­λυμα κι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ κυβερνήσῃ χίλια χρόνια ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα· ὅτι θὰ διορίσῃ κυβέρνησι μὲ πρωθυπουργὸ τὸν Ἀβραάμ, ὑπουργὸ τῶν οἰκονομικῶν τὸν Ἰωσήφ, ὑπουργὸ παιδεί­ας τὸν Σολομῶντα κ.τ.λ.. Τέτοιες ἰδέες ἔχουν. Στοὺς χιλιαστάς, ποὺ παρερμηνεύουν καὶ δι­αστρεβλώνουν τὰ νοήματα τοῦ Εὐαγγελίου, ταιριάζει πάλι νὰ πῇ ὁ Χριστός· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε.

* * *

Ἀλλὰ κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, πολλὲς φο­ρὲς ἔτσι χαμηλὰ σκεπτόμεθα· δὲ σκεπτόμεθα ἀνώ­τερα. Θὰ φέρω μερικὰ παραδείγματα, νὰ δῆ­τε ὅτι τὸ μυαλό μας δὲ διαφέρει ἀπὸ τὸ μυα­λὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ τότε. Ὑλικὰ σκέ­πτον­ταν ἐκεῖνοι, ὑλικὰ σκεπτόμεθα κ’ ἐμεῖς.
⃝ Πολλοὶ ζητᾶνε λεπτά! Οἱ μικροί, οἱ μεγά­λοι, οἱ φτωχοί, οἱ πλούσιοι, ὅλοι λεπτὰ θέλουν. Νομίζει ὁ ταλαίπωρος κόσμος, ὅτι αὐτὰ θὰ τοὺς κάνουν εὐτυχισμένους. Ξέρουμε ὅ­μως ἀνθρώπους ποὺ κολυμποῦν στὸ χρῆμα, κ᾽ εἶ­νε δυστυχεῖς· καὶ ξέρουμε ἄλλους ποὺ κάθον­ται σὲ μιὰ καλύβα, ἀλλὰ ἔχουν ἀγάπη μὲ τὴ γυ­ναῖκα καὶ τὰ παιδιά τους κ᾽ εἶνε χαρούμενοι. Μπορεῖ ν᾽ ἀποκτήσῃς ἑκατομμύρια· τί θὰ κατα­λάβῃς; Στὴν Ἀ­μερικὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ πλουσίους τοῦ κόσμου αὐ­τοκτό­νησε. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε στὰ λε­πτά. Κάποιος ἄλλος στὴν Ἀθήνα, πᾶνε πολλὰ χρόνια, ἀγόρασε λαχεῖο· καὶ πήγαινε στὶς ἐκ­κλησίες, ἄναβε κεριὰ καὶ προσκυνοῦσε παρακαλώντας νὰ τοῦ πέσῃ ὁ πρῶτος λαχνός. Ἔ, τοῦ ἔπεσε, πῆρε ἕνα ἑκατομμύριο. Ἔγινε εὐτυχής; Ἀ­πὸ τὴ χαρὰ ποὺ αἰ­σθάνθηκε τρελλάθηκε καὶ τὸν ἔκλεισαν στὸ φρενοκομεῖο. Τί κέρδισε; Ἔ­­χασε καὶ τὸ μυαλό του. Στοὺς φι­λαργύρους λοιπὸν ὁ Χριστὸς λέει· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
⃝ Βλέπεις καὶ μιὰ κοπέλλα ποὺ θέλει νὰ παν­τρευτῇ· περιμένει γαμπρό. Ἀλλὰ τί γαμπρό; Δὲν παίρνει φτωχαδάκι, ἕναν ἐργάτη, ἕνα ψα­ρᾶ, ἕνα βοσκό, ἕνα γεωργό· θέλει πλούσιο, μεγάλο, «πολιτισμένο». Σὲ κάποιο χωριὸ τῶν Πρεσπῶν ἕνας πατέρας ἤθελε νὰ δώσῃ στὴν κόρη του ἕνα τσοπανόπουλο, καλὸ παιδί – τὸ ἤξερα. Ἡ κόρη τὸν περιφρόνησε. ―Αὐτὸν θὰ πάρω ἐγώ; εἶπε. Ἦρθε τότε στὸ χωριὸ ἕνας ἀπ᾽ τὴν Ἀμερική, στολισμένος μὲ τὸ μαντηλά­κι του, τὴ γραβάτα του, τὰ δαχτυλίδια του. ―Αὐτὸν θέλω, πατέρα. ―Βρέ, παιδί μου, δὲν κάνει αὐτός. ―Ὄχι, αὐτὸν θέλω!… Τὸ τσοπα­νόπουλο ἦρθε στὴ μητρόπολι λυπημένο, ἤθελε ν᾽ αὐτοκτονήσῃ. ―Ὄχι! τοῦ λέω. Πήγαινε ν᾽ ἀνάψῃς ἕνα κερὶ στὴν Παναγιά, γιατὶ σὲ γλύτωσε ἀπὸ τέτοια γυναῖκα· αὐτὴ δὲν ἀγαπάει ἄνθρωπο, ἀγαπάει δολλάρια. Ἔννοια της, αὐτή θὰ μετανοήσῃ… Ἔφυγε παρηγορημένος. Ἔγι­νε ὁ γάμος καὶ τὸ ζεῦγος ἀνεχώρησε μὲ ἀ­ερο­πλάνο στὸ Σικάγο. Ἔ, σ᾽ ἕνα μῆνα ἔρχεται τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν κόρη στὸ χωριό· «Πατέρα, ἔλα νὰ μὲ πάρῃς». Πηγαίνει ὁ πατέρας στὸ Σικάγο. Τί ἦταν ὁ γαμπρός· γκάγκστερ, λῃ­στής, κακοῦργος! μιὰ νύχτα πῆγε νὰ τὴ στραγγαλίσῃ. Τώρα κάθεται σ᾽ ἕνα χωριὸ λυπημένη. Ἄ, ἔτσι λοιπόν; θέλεις ἄντρα πλούσιο καὶ «πο­λιτισμένο», καὶ περιφρονεῖς τὸ φτωχαδάκι; Θὰ τιμωρηθῇς. Στὶς νέες αὐτὲς ὁ Χριστὸς ἐ­παναλαμβάνει· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
⃝ Ἄλλη περίπτωσι. Ἕνας στὸ χωριὸ καθόταν φρόνιμα. Εἶχε τὸ σπιτάκι του, τὸν πατέρα του, τὴ γυναῖκα του καὶ τέσσερα χαριτωμένα ἀγοράκια. Ἄκουσε ὅμως, ὅτι στὰ ξένα ὅσοι δουλεύ­ουν βγάζουν πολλά, καὶ ἀποφάσισε νὰ φύ­γῃ. Μή! τοῦ λέει ὁ πατέρας. Τίποτα αὐτός· τοὺς ἄφησε ὅλους κ᾽ ἔφυγε στὴ Γερμανία. Ἐκεῖ ἔμ­πλεξε μὲ μιὰ Τουρκάλα· πάει κι ὁ γάμος καὶ ἡ οἰκογένειά του, τελείωσαν. Τί νὰ τὰ κάνῃ με­τὰ τὰ μάρκα; Παραπάνω εἶνε ἡ οἰκογένεια. Σ᾽ αὐ­τοὺς ὁ Χριστὸς λέει· Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε.
⃝ Βλέπεις τώρα κ᾽ ἕναν ἄλλο ποὺ ἔρχεται στὴν ἐκκλησιὰ καὶ παρακαλεῖ. Γιὰ τί παρακαλεῖ; Γιὰ ἐκδίκησι· νὰ κάψῃ ὁ Χριστὸς τὸν ἐχθρό του! Μὰ τέτοια πράγματα ζητᾷς ἀπ᾽ τὸ Χριστό; Ὁ Χριστὸς ἅπλωσε στὸ σταυρὸ τὰ ἅγια χέρια του καὶ συγχώρησε τὸν πιὸ μεγάλο ἐχθρό του. Γι’ αὐτὸ σοῦ ἀπαντᾷ· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
Βλέπετε λοιπὸν πῶς σκεπτόμεθα;

* * *

Λοιπὸν τί πρέπει νὰ ζητᾶμε; Νὰ ζητᾶμε ὄχι χαλίκια, ὄχι χώματα, ὄχι φίδια, ὄχι σκορπιούς· νὰ ζητᾶμε μεγάλα καὶ ὑψηλὰ πράγματα, νὰ ζητᾶμε διαμάντια. Ποιά εἶνε τὰ διαμάντια; Ἕνα, δύο, τρία, τέσσερα καὶ τελειώνουμε.
⃝ Νὰ ζητοῦμε πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς τὴν πίστι. Ποιά πίστι; Τὴν πίστι τῶν ἁ­γίων καὶ τῶν μαρτύρων, τὴν πίστι τῶν ἀ­γραμμάτων παππούδων καὶ προγόνων μας, ποὺ κά­θε Κυριακὴ ἦταν στὴν ἐκκλησιὰ κι ὁ Θεὸς εὐ­λογοῦσε τοὺς κόπους των. Τώρα δὲν ἐκκλη­σι­άζονται καὶ δὲν ἔχουν εὐλογία. Ὅταν ὑπηρετοῦσα τὴν Κάρυστο τῆς Εὐβοίας, οἱ ψα­ρᾶ­δες ἦταν λυπημένοι· ἕνα μῆνα εἶχαν νὰ πιάσουν ψάρι! Περίεργο πρᾶγμα· μὲ σύγχρονα μέ­σα, καὶ νὰ μὴ πιάνουν; Τότε ἕ­νας γέρος ψα­ρᾶς μοῦ λέει· Ἄχ, πάτερ μου· ὅ­ταν ἤμουν παι­δὶ ὁ πατέρας μου ἔκανε τὸ σταυρό του, ζη­τοῦ­σε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν προλαβαίναμε νὰ ῥίχνουμε τὰ δίχτυα καὶ γέμιζαν ψάρια· τώρα ἀντὶ γιὰ προσευχὴ βλαστημᾶμε Χριστὸ καὶ Παναγιά!… Πίστι ἔχουμε ἀνάγκη.
⃝ Τί ἄλλο νὰ ζητοῦμε· Θεέ μου, δῶσ᾽ μας ὁ­μόνοια, νά ᾽μαστε μονοιασμένοι· στὸ σπίτι, στὸ χωριό, στὴν πατρίδα. Νὰ μὴ μᾶς διαιροῦν τὰ κόμματα. Ἡ Ἐκκλησία φωνάζει «ἀγάπη, ὁμόνοια», ὁ διάβολος «μῖσος, ἐκδίκησι», καὶ εἴδαμε στὸν τόπο μας τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα.
⃝ Τί ἄλλο νὰ ζητοῦμε; Τὴν εἰρήνη. Μεγάλο πρᾶγμα. Ἐγὼ ποὺ γέρασα πέντε πολέμους εἶ­δα στὶς μέρες μου. Τώρα; Ὦ Θεέ μου, ἔρχεται μεγάλη συμφορά, ὁ τελευταῖος παγκόσμι­ος πόλεμος. Ὅταν τὸ σκέπτομαι παρακαλῶ· Θεέ μου, δῶσ᾽ μας εἰρήνη, λυπήσου τὸν κόσμο.
⃝ Ἄλλο διαμάντι ποὺ πρέπει νὰ ζητοῦμε εἶνε ἡ μετάνοια. Ποιός τὸ ζητάει! Τὸ ζήτησε ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ποὺ ἑορτάζει σήμερα. Ἔπεσε στὴν ἁμαρτία· μετανόησε ὅμως, ἐξωμολογήθηκε καὶ ἔ­μεινε στὴν ἔρημο κλαίοντας 47 χρόνια. Ποιός ἀπὸ μᾶς κλαίει τὶς ἁμαρτίες του, ποιός πάει στὸν πνευματικό; Ἂν δὲν μετανο­ήσουμε, δὲν εἴμεθα Χριστιανοί. Κ᾽ ἐγὼ ὁ ἐπίσκοπος ἔχω πνευματικὸ πατέρα, καὶ πηγαίνω τὸν βρίσκω κ᾽ ἐξομολογοῦμαι τὰ ἁμαρτήματά μου. Ὅπως Χριστιανὸς δὲν λέγεται ὅποιος δὲ βαπτίστηκε, ἔτσι Χριστιανὸς δὲν εἶνε καὶ ὅ­ποιος δὲν ἐξομολογεῖται τὶς ἁμαρτίες του.

* * *

Αὐτὰ νὰ ζητοῦμε, ἀγαπητοί μου. Αὐτὰ εἶνε τὰ σπουδαῖα. Καὶ πρέπει νά ᾽ρθῃ Πνεῦμα ἅγιο γιὰ ν᾽ ἀνοίξῃ ἡ καρδιά μας νὰ τὰ καταλάβουμε. Νὰ μὴ ζητοῦμε εὐτελῆ ὑλικὰ πράγματα· νὰ ζη­τοῦμε πολύτιμα πνευματικὰ πράγματα. Καὶ τό­τε ὁ Θεός, κοντὰ στὰ μεγάλα καὶ πνευματικά, θὰ μᾶς δώσῃ τὰ μικρά. Ἔτσι θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς κι ἀγαπημένοι καὶ μονοιασμένοι καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς οἰκογένειες καὶ ὡς ἔθνος μέσα στὴν ἀνθρωπότητα, καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς τῆς ἐπουρανίου του βασιλείας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερο ναο του Ἁγιου Παντελεήμονος χωρίου Ἁγ. Παντελεήμων – Ἀμυνταίου 11-4-1976)

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...