Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Μαΐου 15, 2013

Η ησυχαστική παράδοση στο Άγιον Όρος από τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά έως σήμερα. Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης


 


 Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ήταν κυρίως Αγιορείτης. Στη θεοφώτιστη διδασκαλία του διδάσκει αυτό που συνάντησε και βίωσε στο Άγιον Όρος. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν Αγιορείτης πριν γίνει Αγιορείτης, αφού είχε συνεχή τον σύνδεσμο με την ασκητική, ησυχαστική, αθωνική ζωή. Όταν αναγκάσθηκε να εξέλθει του φίλτατου Αγίου Όρους προς υπεράσπιση του ησυχασμού, παρέμεινε ακραιφνής Αγιορείτης παρά τις πολεμικές, τις διώξεις, τις τιμές και τις δόξες, μέχρι τη μακαρία κοίμησή του.

Η διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά συμπύκνωση όλης της παλαιότερης διδασκαλίας της Εκκλησίας, στη διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού, που συναντούμε στην Αγία Γραφή, στους Αποστολικούς Πατέρες, στους Καππαδόκες Πατέρες, ιδίως στον Μ. Βασίλειο και κατόπιν στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό, τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Η παλαμική διδασκαλία παρουσίασε θαυμάσια τις διαστάσεις και τις συνέπειες της σωτήριας αυτής διδασκαλίας.


Ο Βαρλαάμ αποτελεί τον κανονάρχη των ορθολογιστών φιλοσόφων, που αμφισβητούσαν βάναυσα 
την ησυχαστική ζωή των νηπτικών πατέρων του παραδοσιακού αθωνικού Ορθόδοξου μοναχισμού. Η τυχόν επικράτηση των αιρετικών βαρλααμικών απόψεων θα σήμαινε κατάργηση του μοναχισμού και της νηπτικής του εργασίας. Ο άγιος Γρηγόριος σταθερά επέμενε ότι ο αληθινός δρόμος της θεογνωσίας είναι η καθαρότητα της καρδιάς κι όχι η έξαρση της λογικής που οδηγεί στον 
αγνωστικισμό. Ένα από τα πρώτα έργα του αγίου το «Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» αναφέρεται με 
σαφήνεια στην παιδεία κι ότι η φιλοσοφία δεν οδηγεί στη γνώση του Θεού, καθώς επίσης στη νοερά προσευχή και στο άκτιστο φως.

Ο άγιος Γρηγόριος μετέβη στο Άγιον Όρος ως μαθητής και όχι ως διδάσκαλος. Η πολυετής προσευχή του ήταν «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος!». Διετέλεσε υποτακτικός θεοφώτιστων Γερόντων, παρέμεινε σιωπηλός και μόνο όταν υπήρξε απόλυτη ανάγκη μίλησε και έγραψε κι εξήλθε 
του Όρους, για να μεταφέρει την Παράδοση της Εκκλησίας, που μελέτησε και διδάχθηκε, και το καθαρό βίωμα της εμπειρίας του. Ο ησυχασμός είναι η ουσία της Ορθοδόξου Παραδόσεως, το βασικό γνώρισμα της αγιοπατερικής διδασκαλίας και αυτό μετέφερε, καθώς αναφέρει ο άριστος βιογράφος του άγιος Φιλόθεος ο Κόκκινος, ο επίσης νηπτικός και ησυχαστής. Ας δούμε τις ιερές μορφές Αθωνιτών όσιων και τη νοερά εργασία τους την εποχή του αγίου Παλαμά και μετά από αυτόν:



Ο άγιος Φιλόθεος ως Λαυριώτης μοναχός υπογράφει τον Αγιορείτικο Τόμο του 1339. Πήρε μέρος στις ησυχαστικές έριδες, στο πλευρό του αγίου Παλαμά. Το 1346, ενώ ήταν ακόμη στη Μ. Λαύρα, έγραψε δύο λόγους περί του Θαβωρείου Φωτός και κατά του Ακινδύνου. Πήρε μέρος στη Σύνοδο του 1351 ως μητροπολίτης Ηρακλείας για το ησυχαστικό ζήτημα και συνέταξε τον Τόμο των Πρακτικών της. Το 1368 συνοδικά αναγνώρισε την αγιότητα του Παλαμά και καθώρισε τη μνήμη του τη Β' Κυριακή των Νηστειών συνθέτοντας την ακολουθία του. Στα πολλά έργα του ο άγιος Φιλόθεος χρησιμοποιεί με χάρη τη χαρακτηριστική ησυχαστική ορολογία ως γνήσιος ησυχαστής.

Γέροντας του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος τον ενέπνευσε και μύησε στα καλά της ησυχαστικής ζωής, είναι ο όσιος Νικηφόρος ο Ησυχαστής, ο οποίος ασκήθηκε στα ερημικώτερα μέρη του Αγίου Όρους και διέδωσε τις ησυχαστικές αντιλήψεις μεταξύ των Αγιορειτών. Καρπός της αθωνικής ησυχίας είναι η σοφή πραγματεία του «Περί νήψεως και φυλακής καρδίας», που βρίσκεται στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών. Εκτός της μελέτης και της συγγραφής μόνιμο μέλημά του ήταν η άσκηση της νοεράς προσευχής, που έχοντας πηγή τους λόγους των αγίων Αντωνίου του Μεγάλου, Μακαρίου Αιγυπτίου, Ιωάννου της Κλίμακος, Διαδόχου Φωτικής και Συμεών του Νέου Θεολόγου, έγινε κτήμα της φωτισμένης καρδιάς του. Γι’ αυτό μπορεί να μιλά τόσο καθαρά περί νήψεως στα έργα του: «Την μεν προσοχήν τινές των αγίων νοός τήρησιν έφησαν, άλλοι δε καρδιακήν φυλακήν, έτεροι δε νήψιν και άλλοι νοεράν ησυχίαν και άλλοι άλλως. Τα δε πάντα εν και το αυτό δηλούσιν ως αν τις είποι άρτον και είποι και τεμάχιον και είποι και βουκίον, Ούτω και περί τούτων νόει. Τι δε εστί προσοχή και τι τα ταύτης ιδιώματα, ακριβώς μάνθανε. Προσοχή εστί μετανοίας ακραιφνούς γνώρισμα, προσοχή εστίν αθέτησις αμαρτίας και αρετής επανάληψις, προσοχή εστίν συγχωρήσεως αμαρτιών ανενδοίαστος, πληροφορία· προσοχή εστίν αρχή θεωρίας, μάλλον δε υπόθεσις θεωρίας· δια ταύτης γαρ ο Θεός, παρακύψας, εμφανίζεται τω νοΐ· προσοχή εστίν αταραξία νοός, ή μάλλον, στάσις αυτής, δι' ελέους Θεού τη ψυχή βραβευθείσα· προσοχή εστί καθαίρεσις μεν λογισμών, Θεού δε μνήμης ανάκτορον και της των επερχομένων υπομονής ταμειούχος· προσοχή εστί πίστεως, ελπίδος και αγάπης παραίτιος»5. Ο ησυχαστής όσιος Νικηφόρος υπήρξε ένας από τους πρώτους και σημαντικούς προδρόμους της μεγάλης ησυχαστικής κινήσεως του 14ου αιώνα.

Επίσης Γέροντας του αγίου Παλαμά υπήρξε ο όσιος Νικόδημος ο Ησυχαστής (1322), ο οποίος κατά τον άγιο Φιλόθεο υπήρξε «ανήρ θαυμαστός κατά τε πράξιν και θεωρίαν», ασκητής έξω της μονής Βατοπαιδίου, τον οποίο ανακάλυψε ο θείος Παλαμάς, θαύμασε τον βίο του κι έζησε πλησίον του εν νηστεία και αγρυπνία και νήψει και αδιαλείπτω προσευχή επί μία τριετία (1319-1322) και από αυτόν έλαβε το μέγα και αγγελικό των μοναχών σχήμα.

Ο άγιος Παλαμάς συνδεόταν επίσης με τον Αθωνίτη φιλοησυχαστή κι αντιλατινόφρονα άγιο Θεόληπτο, μητροπολίτη Φιλαδέλφειας (1324/26). Είναι γεγονός και πρέπει να τονισθεί πως όλοι οι οπαδοί της ησυχαστικής κινήσεως ήταν και πρόκριτοι της ανθενωτικής, γι' αυτό και είχαν πρώτους αντιπάλους τους λατινόφιλους. Ο άγιος Θεόληπτος σε λόγο του «Περί του μοναδικού επαγγέλματος» γράφει προς μοναχό: «Την οδό της διανοίας οδεύων, τα ρήματα της ευχής αναλέγου· και διαλέγου τω Κυρίω αεί βοών και μη εκκακών πυκνά δεόμενος και την αναίδειαν μιμούμενος τής τον αμείλικτον κριτήν δυσωπησάσης χήρας. Τότε πνεύματι περιπατείς και σαρκικαίς επιθυμίαις ου προσέχεις και λογισμοίς κοσμικοίς ου διατέμνεις της ευχής την συνέχειαν ναός δε Θεού χρηματίζεις, απερισπάστως τον Θεόν εξυμνών. Ούτω κατά διάνοιαν ευχόμενος, αξιούσαι και εις μνήμην Θεού διαβαίνειν και εν τοις αδύτοις του νου εισιέναι και μυστικαίς θεωρίαις τον αόρατον κατοπτεύειν και γνωστικώς ενιαίως και αγαπητικαίς εκχύσεσι, μόνος τω Θεώ μόνω κατά μόνας λειτουργών. Ο άγιος Θεόληπτος υπήρξε συμμαθητής του αγίου Παλαμά του ιερού «φροντιστηρίου» του οσίου Νικηφόρου Περί φυλακής της καρδίας και της τέχνης της προσευχής. Ο άγιος Θεόληπτος μαθητή είχε τον λόγιο μητροπολίτη Εφέσου Ματθαίο και τη μοναχή Ευλογία, πρώην αυτοκράτειρα Ειρήνη Χουμναίνα Παλαιολογίνα. Θεωρείται πρωτεργάτης ενός αναγεννητικού πνεύματος στο Βυζάντιο, βασισμένο στην πατερική παράδοση. Πρόκειται για λαμπρό εισηγητή του ησυχαστικού πνεύματος στις κοινωνίες του κόσμου και συνεχιστή του έργου του Αθωνίτη Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου, που έγινε φορέας των ησυχαστικών ιδεών μέσω των μαθητών του στον κόσμο και η προσευχή του Ιησού έγινε κτήμα πολλών, φτερουγίζοντας από τις έρημους και τις μονές, για να σκηνώσει σε όλη την Εκκλησία, ακόμη και στα αυτοκρατορικά δώματα, αφού ο άγιος Αθανάσιος υπήρξε σύμβουλος του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β' του Παλαιολόγου και στην εποχή του πραγματοποιείται μια θεοκρατία στην πόλη του, στην καλύτερη μορφή της.

Την ίδια εποχή στο Άγιον Όρος εργάζεται ο μεγάλος νηπτικός πατήρ και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης (+1346), ο οποίος διέδωσε τον ησυχασμό σε όλα τα Βαλκάνια δια των αγίων μαθητών του. Ο βιογράφος και μαθητής του άγιος Κάλλιστος γράφει περί αυτού: «Πάσαν σχεδόν την των μοναχών πληθύν και νύκτωρ και μεθημέραν εδίδαξε και εφώτισε, και δια της καθαράς ησυχίας και προσευχής τω Θεώ μετά σπουδής πάντας τους προσερχόμενους προσωκειώσατο». Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στην παράφραση του ωραιότατου βίου του Καλλίστου αναφέρει πώς ο όσιος Γρηγόριος «είχε διαπαντός έργον περισπούδαστον να δράμη Αποστολικώς όλην την Οικουμένην, και να σύρη όλους τους Χριστιανούς εις την θείαν ανάβασιν με την διδασκαλίαν του, εις τρόπον όπου με το μέσον της πρακτικής αρετής να τους ανεβάση, ωσάν και τον εαυτόν του, εις το ύψος της θεωρίας με την συχνήν δέησιν της νοεράς προσευχής, καθώς και έγινε με το έργον τη αλήθεια δια της θείας χάριτος».

Αξιόλογοι μαθητές του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και θερμοί ακόλουθοι της ησυχαστικής παραδόσεως ήταν Μάρκος ο νηπτικός από τις Κλαζομενές, Ιάκωβος Επίσκοπος Σερβίων, Ααρών ο διορατικός, Μωυσής, Κλήμης από τη Βουλγαρία, Λογγίνος, Κορνήλιος και Ησαΐας. Οι τρεις τελευταίοι είναι αυτοί που βρήκε ο Γρηγόριος ασχολούμενους με τη θεωρητική ζωή στη σκήτη του Μαγουλά. Απέκτησαν και αυτοί αρκετούς μαθητές και τους μύησαν στα μυστικά της ιεράς ησυχίας: «Τη μελέτη και σπουδή των κρειττόνων προστετηκότες και μέχρι τελευτής τη νοερά και σωτηριώδει εργασία εμμελετώντες και ασχολούμενοι» κατά τον άγιο Κάλλιστο.

Ο άγιος Κάλλιστος (+1363) συνδέεται στενά, εκτός του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτη, και με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, του οποίου υπήρξε ενθουσιώδης ακόλουθος, τον συνόδευσε στη Θεσσαλονίκη και στην Κωνσταντινούπολη, υπέγραψε τον Αγιορείτικο Τόμο (1339), συγκάλεσε σύνοδο στα ανάκτορα των Βλαχερνών, που επικύρωσε την παλαμική διδασκαλία. Αναδείχθηκε και σημαντικός συγγραφέας, όπου καθαρά φαίνεται η καθαρή καρδιά και η αγάπη της ησυχίας: «Νους καθαρθείς δια της νήψεως, ραδίως σκοτίζεται, ει μη τη συνέχει μνήμη του Ιησού απασχολείται πάντη των έξωθεν. Ο δε την πρακτικήν συναρμόσας τη θεωρία, οιονεί τη του νοός τηρήσει, ψόφους ουκ απαναίνεται κτύπους ανάρθρους ή και ενάρθρους ουκ αποσείεται, τρωθείσα γαρ η ψυχή τω θείω έρωτι του Χριστού, ως αδελφιδώ τούτω γε κατακολουθεί 
Οι άριστα βιογραφούμενοι από τον άγιο Φιλόθεο τον Κόκκινο Αγιορείτες όσιοι· Γερμανός ο Μαρούλης (1336) ο λάτρης της ησυχίας, ο ισόβιος υποτακτικός, ο θεωρητικός, Σάββας ο Βατοπαιδινός (+1394), ο δια Χριστόν σαλός, ο «λιμώ τε και δίψει και παννύχοις προσταλαιπωρών αγρυπνίαις, ώσπερ άσαρκος τις και άυλος ων η πτηνός μάλλον και ουκ άνθρωπος, μηδέν έχων μεθ' εαυτού το παράπαν, ει μη το σώμα», ο αγωνισθείς κατά του Ακίνδυνου, Ισίδωρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (+1350), του οποίου ο βίος είναι γεμάτος από θεοφάνειες, αγγελοφάνειες κι αγιοφάνειες, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον έστειλε στον κόσμο και στάθηκε ένας από τους πρωτοστάτες του αντιβαρλααμικού αγώνος, μεταλαμπαδευτής της νοεράς προσευχής σε περισσότερα στρώματα ανθρώπων, το μοναχικό σχήμα έλαβε από τον άγιο Παλαμά, του οποίου υπήρξε συνοδοιπόρος στους αντιαιρετικούς αγώνες και ως Πατριάρχης τον αποκατέστησε και τον χειροτόνησε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.

Ορισμένοι των μαθητών του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου μετέφεραν το ησυχαστικό αθωνικό πνεύμα στα Βαλκάνια και πέραν αυτών, όπως οι όσιοι Ρωμύλος (+1375), που μετέφερε στον σερβικό μοναχισμό την ασκητική και μυστική παράδοση του διδασκάλου του, με τους δικούς του μαθητές Νέστορα, Δανιήλ, Σισώη, Μαρτύριο και Γρηγόριο κι έχουμε μια μεγάλη εξάπλωση του ησυχασμού στη Σερβία και Βουλγαρία, Θεοδόσιος (+1362), που στη μονή που ίδρυσε στο Κελιφάρεβο Τυρνόβου, καλλιέργησε τα γράμματα και τη νήψη και την έκανε κέντρο ησυχασμού, παιδείας και πολιτισμού, σε δύο συνόδους που κλήθηκε υπεράσπισε σθεναρά την αλήθεια των ήσυχαστών, ως και ο μαθητής του Ευθύμιος Τυρνόβου (+1401/2), σημαντικός Βούλγαρος συγγραφέας, ο οποίος έγραφε στον συνέκδημό του άγιο Κυπριανό Κιέβου περί των καλών της ησυχίας: «Η έρημος είναι μήτηρ της ησυχίας, νηστείας διδάσκαλος, σύζυγος πνευματική, κλίμαξ προς ουρανόν φέρουσα, οδός προς Θεόν απλανής, άλυσις ευεργετική, ησυχία και νηστεία, αγνεία παρακλητική, σοφίας καθηγητής». Φίλος των παραπάνω αγίων ήταν ο άγιος Νικόδημος της Τισμάνα (+1406) ως και των αγίων Φιλόθεου Κόκκινου και Γρηγορίου του Παλαμά. Καλλιέργησε μακροχρόνια τη νοερά προσευχή κι αξιώθηκε χαρισμάτων. Στις μονές που ίδρυσε στη Βουλγαρία και Ρουμανία, μετέφερε τις ησυχαστικές ιδέες. Θεωρείται πατέρας του ρουμάνικου μοναχισμού. Παρόμοιο έργο επιτελεί στη Ρωσία ο Αθωνίτης ησυχαστής άγιος Κυπριανός μητροπολίτης Κιέβου (+1406) με τις μεταφράσεις ασκητικονηπτικών κειμένων και την εδραίωση της περί τον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ ησυχαστικής κινήσεως και της προς το Άγιον Όρος στροφής των Ρώσων. Η μυστική ζωή ήρεμα γίνεται δεκτή, παρά τις κάποιες αντίθετες ιδέες, υιοθετούνται οι παλαμικές αντιλήψεις και δημιουργείται η σημαντική κίνηση των πέρα του Βόλγα σπουδαίων στάρετς.

Μεγάλη μορφή ησυχαστή είναι του οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη (+1365), του οποίου η συνομιλία με τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη αποτελεί σταθμό στη νηπτική γραμματεία. Αναφέρει λοιπόν πώς με τη βοήθεια της Θεοτόκου «άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν, και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου, και της Θεοτόκου μου, και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμησιν αυτών, και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου… Εποθούσα την ησυχίαν πάντοτε, δια να απολαύσω πλέον περισσότερον τον καρπόν της προσευχής ο οποίος είναι μία αγάπη υπερβολική εις τον Θεόν, και μία αρπαγή του νοός προς τον Κύριον… Όταν έλθη η χάρις του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπον δια μέσου της προσευχής, τότε παύει η προσευχή· επειδή και ο νους κυριεύεται όλος από την χάριν του Αγίου Πνεύματος, και δεν ημπορεί πλέον να ενεργήση τας δυνάμεις του, αλλά μένει αργός, και υποτάσσεται εις το Άγιον Πνεύμα, και όπου θέλει το Άγιον Πνεύμα τον πηγαίνει, ή εις αέρα άυλον θείου φωτός, ή εις άλλην θεωρίαν ανεκδιήγητον ή και πολλάκις εις ομιλίαν θεϊκήν και εν συντομία, καθώς θέλει το Πνεύμα το Άγιον, έτσι παρηγορεί τους δούλους του καθώς πρέπει εις τον καθένα, έτσι του δίδει και την χάριν του».

Βλαστός της αθωνικής ησυχαστικής χορείας είναι και ο όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης (1380), μαθητής των σπουδαίων ησυχαστών Γρηγορίου και Μωυσή της σκήτης του Μαγουλά, των οποίων το πνεύμα μετέφερε στη μοναστηριούπολη των Μετεώρων. Επίσης ο άγιος Κάλλιστος ο Β', ο Παντοκρατορινός και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1397), ο οποίος μαζί με τον όσιο Ιγνάτιο τον Ξανθόπουλο έγραψαν περί των καλών της θεοποιού ευχής: «Αδιαλείπτως τοίνυν παράμεινον τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ίνα καταπίη η καρδία τον Κύριον και ο Κύριος την καρδίαν και γένηται τα δύο εις εν. Και αύθις μη χωριζέτω την καρδίαν υμών από του Θεού, αλλά προσμένετε και φυλάσσετε αυτήν μετά της μνήμης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού πάντοτε έως ου εμφυτευθή το όνομα του Κυρίου έσω εν τη καρδία και μηδέν έτερον εννοή, ίνα μεγαλυνθή Χριστός εν υμίν». Ο άγιος Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης συνεχίζοντας θα πει: «Όταν το του νοός πρόσωπον νεύον είσω καρδίας, δρα την του πνεύματος έλλαμψιν εξ αυτής αείβλυτα πηγάζουσαν, τότε πάνυ καιρός του σιγάν».

Παρατηρούμε πώς κεντρική μορφή του 14ου αιώνα αναδείχθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1359). Τα έργα του τον κατατάσσουν μεταξύ των μεγάλων θεολόγων και πατέρων της Εκκλησίας. Ύστερα από τις γνωστές ησυχαστικές έριδες μας άφησε δωρεά ανεκτίμητη, ογκώδη μυστική γραμματεία. Ο Αθωνίτης ασκητής, ύστερα από πολλούς και μακρούς αγώνες, δικαιώθηκε από τρεις συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως 1341,1347 και 1351. Ο σοφός ιεράρχης της Θεσσαλονίκης ανανέωσε με το έργο του τις περί του ακτίστου φωτός θείες εμπειρίες της Εκκλησίας. Το έργο του αυτό επηρέασε βαθειά τη μετέπειτα θεολογία και τη μοναστική ζωή. Η νίκη του αγίου Παλαμά κατά των αιρετικών, ήταν νίκη του Αγίου Όρους, κατά των ρευμάτων του ουμανισμού και της κυριαρχίας του ορθού λόγου και της γνώσεως, που έθεταν την πίστη σε δεύτερη μοίρα και αλλοίωναν το νόημα της ευαγγελικής αγάπης, προσευχής και ασκήσεως. Ο 14ος αιώνας με την παρουσία εμπνευσμένων μορφών και με κορυφαίο τον άγιο Παλαμά δύναται να χαρακτηρισθεί ως ο λαμπρότερος στην ιστορία της αθωνικής αγιότητος. Η πνευματική ζωή είχε φθάσει σε υψηλό βαθμό και η αρετή των μοναχών κυριαρχούσε.

Θα μπορούσαμε να πούμε πώς η δόξα του 14ου αιώνα ήταν μια πλούσια δωρεά, που θα έπρεπε να φυλαχθεί στις δυσκολίες που θα ακολουθούσαν. Όμως και μέσα στους αιώνες της δουλείας ο Άθωνας δεν υστερήθη οσίων ησυχαστών: Νήφων ο Καυσοκαλυβίτης (+1411) μαθητής των οσίων Νείλου του Εριχιώτη, Θεογνώστου και Μαξίμου του Καυσοκαλύβη με υπερθαύμαστη άσκηση και υψηλή θεωρητική ζωή, Νείλος της Σόρας (+1508), ο οποίος χρησιμοποίησε στα συγγράμματά του την ησυχαστική ορολογία των Αθωνιτών, την οποία παρουσίασε σε μοναχούς και λαϊκούς, γιατί η άσκηση και η προσευχή ως μέθοδος τελειοποιήσεως του πνεύματος είναι εξ ίσου απαραίτητη σε όλους, ως και ο ομόφρονας μαθητής του Ιννοκέντιος τού Βολογκόντσκυ (+1521), Διονύσιος ο εν Ολύμπω (+1541), ο λάτρης της ησυχίας και νήψεως, Θεωνάς Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (+1542), όπου κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «ησύχαζεν εκεί (στο ασκητήριό του) μόνος, μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και πάλιν συνήρχετο με τους μαθητάς του, παρήγορων αυτούς πολλάκις με την θείαν διδασκαλίαν του… συνομιλεί με τον Θεόν, και εις την αγάπην αυτού ανεφλέγετο, είναι απόδειξις, ότι ηγάπησε τον Θεόν εξ όλης ψυχής του, και εξ όλης καρδίας του, και εξ όλης ισχύος του, και εξ όλης της διανοίας του».

Φορέας των παλαμικών ιδεών στη Ρωσία ήταν και ο Βατοπαιδινός μοναχός Μάξιμος ο Γραικός (+1556), ο οποίος παρά τις πικρές του περιπέτειες, μέσα στη φυλακή έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, κι αναδείχθηκε για το αναμορφωτικό του έργο το πιο λαμπρό ελληνικό όνομα στη Ρωσία.

Ο όσιος Νείλος ο Μυροβλύτης (+1651) «καταφλεγόμενος από τον πόθον της ησυχίας, εζήτει τόπον ερμημικώτερον και εύρων σπήλαιον κατάκρημνον και από τα δύο μέρη, φοβερόν εις την θέαν δια το κρημνώδες, κατέβαλε μεγάλας προσπάθειας και κατήλθεν εις αυτό. Έμεινε δε εκεί ο αείμνηστος, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και καταγινόμενος εις θεωρίας, άλλος δε κανείς δεν εγνώριζε τούτο, ει μη μόνος εκείνος, όστις τον ωδήγησεν εις αυτό. Εις αυτό δε και έμεινεν έως τέλους άγνωστος και αγωνιζόμενος ο μακάριος… πόσας δε αγγελικάς οπτασίας και παρηγορίας είδεν, αδύνατον είναι να διηγηθή τις».

Πράγματι ο «ΙΗ' αιών ομοιάζει εν Άθω εις πολλά τον ΙΔ'». Πρώτος της πνευματικής αυτής κινήσεως υπήρξε ο όσιος Ακάκιος ο Καυσοκαλυβίτης (+1730), τον οποίο δικαίως ο ομόφρονας υποτακτικός του παπα-Ιωνάς ο Καυσοκαλυβίτης (+1765) εξαίρει ως πρότυπο ασκητή-ησυχαστή, νηστευτή-σπηλαιώτη, αλείπτη νεομαρτύρων, διδάσκαλο της νοεράς προσευχής, όταν προσευχόταν «έβγαινε φλόγα πυρός από του στόματός του». Του ίδιου πνεύματος ήταν και ο όσιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης (+1745), περί του οποίου ο πρώτος βιογράφος του όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, γράφει περί των μεγάλων ασκητικών του αγώνων και προσευχών του «μετά δακρύων πολλών και στεναγμών (έλεγε) το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Είχεν έργον παντοτινόν ο αείμνηστος, και εσπούδαζεν, αν ήτον τρόπος, και δεν εμποδίζετο από τους ανθρώπους, να μην την αφίνη, ούτε από τον νουν του ούτε από το στόμα του». Ο ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (+1779), μετά εικοσαετή άσκηση στη μονή Φιλόθεου και εσωτερική πληροφορία εξήλθε στον κόσμο και κατά τις εθνοσωτήριες και ψυχωφελείς ιεραποστολικές του περιοδείες μοίραζε σταυρούς και κομποσχοίνια, μιλώντας απλά αλλά μεστά, για τη δύναμη της νοεράς προσευχής: «Να πάρετε όλοι από ένα κομπολόγιον, και το κομπολόγιόν σας να έχη τριάντα τρία σπυρία, και να προσεύχεσθε να λέγητε το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλόν σου. Μέσα εις το Κύριε Ιησού Χριστέ, αδελφοί μου, τι θεωρεί; θεωρεί η Αγία Τριάς, ο Θεός μας, η ένσαρκος οικονομία του Χριστού μας. Και πάντες οι Άγιοι με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ επήγαν εις τον παράδεισον. Και όποιος λέγει αυτόν τον λόγον και κάμνει και τον Σταυρόν του, καν άνδρας, καν γυναίκα, ευλογεί τον ουρανόν, την γην, την θάλασσαν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ ιατρεύονται κάθε αρρωστείες. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ, οι Απόστολοι αναστούσαν νεκρούς και ιάτρευαν πάσαν ασθένειαν. Με τον σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αποστομώνει ο άνθρωπος κάθε αιρετικόν. Με τον Σταυρόν και με το Κύριε Ιησού Χριστέ αγιάζει ο άνθρωπος και πηγαίνει εις τον παράδεισον, να χαίρεται και να ευφραίνεται ωσάν οι Άγγελοι».

Μια τετράδα οσίων θα σταθεί στην κορυφή της δημιουργικής πνευματικότητας του 18ου και 19ου αιώνος και θα μας δώσει ένα λαμπρό αναγεννητικό έργο, του οποίου τους ευχύμους καρπούς γευόμαστε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τους ομόφρονες νεοησυχαστές Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (+1794), Μακάριο Νοταρά (+1805), Νικόδημο Αγιορείτη (+1809) και Αθανάσιο Πάριο (+1813). Οι τρεις τελευταίοι είναι και οι πρωτοστάτες του λεγόμενου κινήματος των Κολλυβάδων. Το κίνημα αυτό μιλούσε ζωηρά για επιστροφή στη ζωντανή πατερική παράδοση, περί συνεχούς θείας Μεταλήψεως, συνειδητής συμμετοχής του λαού στη λατρεία, νήψεως και ασκητικότητος. Μάλιστα οι όσιοι αυτοί ασχολήθηκαν με τη ζωή και το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Ο Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, Γέροντα είχε τον ησυχαστή Βασίλειο, συγγραφέα και μεταφραστή νηπτικών έργων. Μετά πολυετή παραμονή στον Άθωνα επέστρεψε στη Ρουμανία, όπου στις μονές που προΐστατο, έτρεφε τους πολλούς μοναχούς του κυρίως με τα νηπτικά έργα, που μετέφραζαν συνέχεια, όπως τη Φιλοκαλία το 1793, και πολλά άλλα, που στη συνέχεια μεταφέρθηκαν και στη Ρωσία και δημιούργησαν ησυχαστική αναγέννηση με πλουσίους καρπούς. Μεταξύ των έργων αυτών διακρίνονται και έργα του αγίου Παλαμά. Περί της νοεράς προσευχής γράφει ο όσιος Παΐσιος: Οι άγιοι ονομάζουν την προσευχή αυτή τέχνη τεχνών. Ποιος μπορεί ν' ασχοληθεί μ' αυτή χωρίς να διδαχτεί από έναν τεχνίτη, δηλαδή από έναν έμπειρο καθοδηγητή; Η προσευχή αυτή είναι μάχαιρα του πνεύματος, δοσμένη απ' τον Θεό για να συντρίψουμε τον εχθρό των ψυχών μας. Για κείνον όμως που δεν τη χρησιμοποιεί σωστά, υπάρχει φόβος να στραφεί εναντίον του. Η προσευχή αυτή έλαμψε σαν ήλιος ανάμεσα στους μοναχούς.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γνώρισε τον μοναχισμό και τη νοερά άθληση από τους ενάρετους εξόριστους Κολλυβάδες Γρηγόριο, Νήφωνα, Αρσένιο και Σίλβεστρο τον Καισαρέα στην Ύδρα. Η γνωριμία του και συνεργασία του με τον άγιο Μακάριο Κορίνθου τον Νοταρά έφερε ως μεστό καρπό τη συλλογή και έκδοση της περίφημης Φιλοκαλίας, το 1782, η οποία αποτέλεσε σταθμό για την Ορθόδοξη πνευματικότητα και είχε μεγάλη απήχηση στον μοναχισμό και στον πιστό λαό, ώστε αργότερα να χαρακτηρίζει την εποχή αυτή. Η απώλεια των χειρογράφων του οσίου της εκδόσεως των Απάντων του Αγίου Παλαμά μετά δικών του σχολίων τον έκανε κατά τον βιογράφο του «κλαίοντα και οδυρόμενο». Κατά τον άγιο Νικόδημο: «Ο Παλαμάς εις τον ακρότατον ανελθών και ταις θεοπτικαίς λάμψεσι καταυγαζόμενος την διάνοιαν, σοφώτατα και θεολογικώτατα συγγράμματα τη Εκκλησία καταλείπει». Ο Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης εύστοχα παρατηρεί για τον όσιο Νικόδημο: «Τον Παλαμάν εθεώρει ως τον εκφραστικώτερον θεολόγον του Ησυχασμού, υπέρ ου τόσον εμόχθησε και τόσα έπαθεν επί δεκαπενταετίαν δια την Συνοδικήν του δικαίωσιν. Εις τα έργα του ο θειος Πατήρ περισσότερον παντός άλλου επικαλείται τον Παλαμάν, ον μνημονεύει μετά πολλού σεβασμού και αγάπης, οσάκις πρόκειται να υποστηρίξη μίαν άποψίν του θεολογικήν, αναφερομένην εις την Ορθόδοξον πνευματικότητα». Θ' αρκεσθούμε μόνο σε μια φράση του οσίου από το αριστουργηματικό του Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον επί του θέματός μας· «Συνεργούντος σοι του συνεχώς εν τη καρδία σου μελετωμένου γλυκύτατου Ιησού, θέλεις αναβή και εις τα υπέρ φύσιν διότι ανασκαλεύων δια της νοεράς ταύτης εργασίας και εξάγων τον χουν, και την τέφραν των παθών, και πονηρών λογισμών και προλήψεων από της καρδίας σου, η οποία έχει εν εαυτή συγκεχωσμένον τον σπινθήρα της υπερφυσικής χάριτος του Θεού, θέλεις εύρη και αυτόν τον ίδιον σπινθήρα ον ήλθεν ο Χριστός βαλείν επί της γης της καρδίας, και θέλεις χαρή επί τη ευρέσει αυτού χαράν ανεκλάλητον, και από της χαράς σου θέλεις χύση γλυκύτατα δάκρυα.

Ο όσιος Αθανάσιος ο Πάριος στο προοίμιο της παραφράσεως του βίου του αγίου Παλαμά, μεταξύ άλλων, αναφέρει πώς γράφει: «από ένα θερμότατον πόθον, όπου αισθάνομαι εις την καρδίαν μου, προς τον μέγαν εν ιεράρχαις Γρηγόριον, τον θαυμάσιον ποιμένα της μεγαλοπόλεως Θεσσαλονίκης, τον λαμπρότατον φωστήρα, όλου του νοητού στερεώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας… Εφρόνει (μετά της Καθολικής Εκκλησίας δηλονότι) και όχι μόνον εφρόνει, αλλά και πολλά έγραψε, και με όλας τας δυνάμεις ηγωνίσθη να απόδειξη και απέδειξεν ότι πάσα θεία ενέργεια και η θεία και θεοποιός χάρις και το φως όπου έλαμψεν ο Κύριος εις την θείαν του μεταμόρφωσιν ήσαν και είναι άκτιστα, και δυσσεβείς και κακόφρονας απέδειχνεν εκείνους, όπου τα εδογμάτιζαν κτιστά.

Παραλείποντες θαυμαστά στοιχεία βίων ιερών μορφών νεοησυχαστών Αγιορειτών του 19ου και 20ου αιώνος, που υπάρχουν σε πολλά σύγχρονα Γεροντικά, θα σταθούμε σε τέσσερις αρκετά γνωστές μορφές των ημερών μας, μακαριστούς πλέον και μακάριους, οι οποίοι πολλούς πολύ ωφέλησαν.

Πρόκειται για τον πολύτεκνο και καλλίτεκνο ασκητή Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (+1959) περί του οποίου γράφει ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου αρχιμανδρίτης Εφραΐμ ως πνευματικός εγγονός αυτού: «Μελετώντας κανείς τις επιστολές του μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ, το πρώτο που επισημαίνει είναι τον πόθο του, τη νοσταλγία του, την πολλή μεγάλη επιθυμία του να πείση το συνάνθρωπό του να ασχοληθή με την ευχή του Ιησού. Γιατί όταν ήλθε στον Άθωνα έθεσε σαν στόχο του να ζήσει όπως οι παλαιοί ασκητές». Γράφει ο Γέρων Ιωσήφ προς νέο σ' επιστολή του ενδιαφερόμενο για την ευχή του Ιησού: «η νοερά προσευχή εις εμένα είναι όπως η τέχνη του καθενός, καθότι εργάζομαι αυτήν τριανταέξ και επέκεινα χρόνια. Όταν εγώ ήλθα στο Άγιον Όρος, εζήτησα απ' ευθείας τους ερημίτας, όπου εργάζονται την προσευχήν. Τότε υπήρχαν πολλοί πριν σαράντα χρόνια όπου είχαν ζωή μέσα τους. Άνθρωποι αρετής. Γεροντάκια παλαιά. Από αυτούς εκάναμε Γέροντα και τους είχαμε οδηγούς. Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτό σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμό μετεωρισμού. Να προσεχής μόνον στα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με. Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήνης, στενοχωρείσαι πολύ. Όταν το συνηθίση ο νους και χόρταση -το μάθη καλά- τότε το στέλνει εις την καρδίαν.

Ο διακριτικός και διορατικός Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (+1991), παρ' ότι έζησε πολλά έτη στην Αθήνα, ζούσε ζωηρά τη νοερά εργασία και συμβούλευε «θα λες το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με, με πολύ ηρεμία, απαλότητα και γλυκύτητα. Να μη ταράζεσαι από τις διάφορες εικόνες που θα σου φέρνει ο πονηρός, ούτε να βιάζεσαι όταν λες τις λέξεις αυτές, και να προσέχεις καλά το νόημά τους». Ζώντας αδιάλειπτα τη νοερά προσευχή συχνά έλεγε πώς να λένε την προσευχή: «Χωρίς βία και άγχος, θα τα λέτε ήρεμα, ταπεινά, με αγάπη, με γλύκα» κι άλλοτε «Να προσεύχεσαι χωρίς αγωνία, ήρεμα, με εμπιστοσύνη στην αγάπη και στην Πρόνοια του Θεού. Μην κουρασθής να προσεύχεσαι».

Αν θα προσθέταμε κεφάλαια στη Φιλοκαλία, οπωσδήποτε θα έπρεπε να θέσουμε τα έργα του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ (+1994) μαθητού του αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη (+1938) και εξαίρετου βιογράφου του. Ο καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης το βιβλίο του «Περί προσευχής» χαρακτηρίζει ανεκτίμητο θησαυρό στην Ορθόδοξη θεολογική και εκκλησιαστική γραμματεία. Πράγματι το βιβλίο αυτό είναι αποκαλυπτικό των βιωμάτων του συγγραφέως: «Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η προσευχή, Ιησού Χριστέ, αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής. Όταν η δραστηριότης του εγκεφάλου ημών παύη, πάσα δε άλλη προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν, τότε το φως της θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται από του Ονόματος και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη αναφαίρετον από του πνεύματος ημών….

Ο Γέροντας Παΐσιος (+1994) ζώντας στα βάθη της καθαρής του καρδιάς την προσευχή κι αγαπώντας θερμά την ησυχία μιλούσε συχνά στους πολλούς επισκέπτες του περί προσευχής, ως συνέχεια της προσευχής του: «Ο άνθρωπος να συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του και να έχει εμπιστοσύνη κι ελπίδα στο έλεος του Θεού, διότι αυτό θα τον σώσει. Έτσι συγκεντρώνεται ο νους του κι αισθάνεται την ευχή ως ανάγκη. Έτσι αρχίζει να λέει «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελθέ»… και η καρδιά ξεκουράζεται».

Η ησυχαστική παράδοση σε όλη την ιστορία του Αγίου Όρους ήταν και είναι ζωντανή. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς είναι λίαν επίκαιρος σήμερα. Η γνήσια μοναχική ζωή, είναι η εμπνευσμένη μυστική ζωή, με πλούσια και μοναδική δημιουργία και προσφορά για όλη την Εκκλησία και τον κόσμο. Με τη νοερά άθληση ο Ορθόδοξος μοναχός βιώνει στην εντέλεια την ενότητα της Εκκλησίας και συνεργεί στη σωτηρία του κόσμου.

Η κύρια εργασία των μοναχών είναι η προσευχή, της οποίας η ευεργετική δύναμη έχει απεριόριστη αξία για όλο τον κόσμο. Η αγάπη αυτών που παρέμειναν κρυμμένοι σε σπήλαια και χαράδρες δεν ήταν λιγότερη από αυτών που εργάσθηκαν εκτός του Όρους.

Μέσα από τις κρύπτες τους προσεύχονταν νυχθήμερα υπέρ της σωτηρίας παντός του κόσμου. Η προσωπική τους τελείωση ήταν δύναμη για το ένα σώμα της Εκκλησίας, του οποίου αποτελούσαν δυναμικά μέλη. Οι προσευχές τους ήταν ανυπολόγιστης αξίας για όλη την ανθρωπότητα κι επηρέαζαν τις εκβάσεις της ιστορίας. Οι άσημοι ασκητές βίωναν στα βάθη της καρδιάς τους τα μυστήρια του Θεού, ήσαν οι όντως θεολόγοι. Ο άγιος Μάξιμος έλαβε το χάρισμα της θεολογίας από τη Θεοτόκο στην κορυφή του Άθωνα. Οι θείες ελλάμψεις του ακτίστου και ενυποστάτου φωτός, που χαρίζεται στους κατά χάριν αξίους, ένωναν μυστικά τους νέους μαθητές του Κυρίου, τους ησυχαστές, καθώς θεολογεί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η ζωή των όσιων του Άθω Πατέρων υπογραμμίζεται από την αναγκαιότητα της πρακτικής αρετής και ασκήσεως για να καθαρισθεί ο νους και η καρδιά και να γίνουν δεκτικοί των θείων θεωρημάτων. Αποκορύφωμα όλων των πρακτικών ασκήσεων η προσευχή, η αγάπη, η οποία αντικαθιστούσε την ιεραποστολή, τη διδασκαλία και τη φιλανθρωπία. Μόνη η προσευχή καταξίωνε τον σκοπό της αναχωρήσεως από τον κόσμο. Θεολογία και προσευχή δεν αποτελούν κάτι ανεξάρτητο. Υπάρχει ενότητα πλήρης στην πράξη ως μία θεωρητική ζωή προσιτή σε όλους. Η Εκκλησία σήμερα καλείται να μελετήσει ιδιαίτερα την πλούσια ησυχαστική της παράδοση και πρώτος ο μοναχισμός και μάλιστα ο αθωνικός.

Κλείνω με τα θεόπνευστα λόγια του οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου: «Εγώ εγνώρισα ότι η προσευχή είναι εύκολος, επειδή βοηθεί η χάρις του Θεού. Ο Κύριος αγαπά ημάς υπερβαλλόντως, και δια της προσευχής καταξιοί ημάς να συνομιλώμεν μετ' Αυτού και να μετανοώμεν και να δοξολογώμεν Αυτόν. Αδυνατώ να περιγράψω οπόσον πολύ αγαπά ημάς ο Κύριος. Δια του Πνεύματος του Αγίου γνωρίζεται η αγάπη αυτή, και η ψυχή του προσευχομένου γνωρίζει το Άγιον Πνεύμα» 

πηγή

Σε άφησα να ζήσεις περισσότερο και από τους καλούς


 
 20372_108648869146981_100000056043841_217702_5400780_n.jpgΣήμερα ο Θεός ανέχεται την κατάσταση. Ανέχεται, ανέχεται, για να είναι αναπολόγητος ο κακός.
 Είναι περιπτώσεις που ο Θεός επεμβαίνει άμεσα και αμέσως, ενώ σε άλλες περιπτώσεις περιμένει. Δεν δίνει αμέσως την λύση και περιμένει την υπομονή των ανθρώπων , την προσευχή, τον αγώνα. Τι αρχοντιά έχει ο Θεός!
 Ένας πόσους είχε σφάξει τότε με τον πόλεμο και ακόμη ζη. Θα του πη στην άλλη ζωή ο Θεός: « Σε άφησα να ζήσης περισσότερο και από τους καλούς » . Δεν θα έχη ελαφρυντικά.

- Γέροντα, μερικοί τέτοιοι άνθρωποι , ενώ είναι βαριά άρρωστοι, πώς δεν πεθαίνουν;

- Φαίνεται έχουν βαριές αμαρτίες, για αυτό δεν πεθαίνουν. Περιμένει ο Θεός μήπως μετανοήσουν.

- Και τον κόσμο που παιδεύουν;

- Αυτοί που παιδεύονται και δεν φταίνε, αποταμιεύουν. Αυτοί που φταίνε, εξοφλούν.

- Γέροντα, τι θα πη « Πονηροί άνθρωποι και γόητες προκόψουν επί το χείρον, πλανώντες και πλανώμενοι» ;

- Κοίταξε. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κάποιον εγωισμό και ο Θεός τους δίνει ένα σκαμπίλι να πάνε παρακάτω. Άλλοι έχουν λίγο παραπάνω εγωισμό και ο Θεός στους δίνει ένα σκαμπίλι και πάνε ακόμη παρακάτω.

 Αυτούς όμως που έχουν εωσφορική υπερηφάνεια, ο Θεός τους αφήνει. Μπορεί να φαίνεται ότι κάνουν προκοπή, αλλά τι προκοπή είναι αυτή; Μαύρη προκοπή.
 Και μετά δεν πέφτουν απλώς κάτω, αλλά πέφτουν κατ' ευθείαν στο βάραθρο. Ο Θεός να φυλάη!
 
 
Γεροντας Παϊσιος


πηγή

Τυπικόν της 16ης Μαίου 2013


Πέμπτη: Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Ἡγιασμένου. 
Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Πέτρου τοῦ ἐν Βλαχέρναις. 
Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἁγίου Νικολάου Α΄
 τοῦ Μυστικοῦ, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
 

Ἀπόστολος:
 Τῆς ἡμέρας˙ Πέμπτης β΄ ἑβδομάδος Πράξεων (Πράξ. δ΄ 23-31).
Εὐαγγέλιον: 
Ὁμοίως· Πέμπτης β΄ ἑβδομάδος Ἰωάννου (Ἰω. ε΄ 24-30).

Κυριακή των Μυροφόρων Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ στὸν Τάφο τοῦ Κυρίου + Μητροπολίτης Κιέβου Ἀντώνιος Κραποβίτσκυ





Οἱ τρεῖς ἐπισκέψεις τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς στὸν Τάφο τοῦ Κυρίου


«δεῦτε ἴδετε τὸν τόπον ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος»


Ἔχουμε διαβάσει ποικίλες συζητήσεις σχετικὰ μὲ τὴν φαινομενικὴ ἔλλειψη συμφωνίας ἀνάμεσα στὶς Εὐαγγελικὲς διηγήσεις τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουν γίνει πολλὲς ἀπόπειρες γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ μία συμφωνία ἀνάμεσα στοὺς Εὐαγγελιστὲς σὲ αὐτὸ τὸ θέμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὅλες ἀρκετὰ ἐπιτυχεῖς. Θὰ ἤθελα νὰ προσφέρω μία προσεκτικὴ ἐξέταση αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ θὰ ἀρχίσω ἀναφέροντας τὰ πιὸ φανερὰ σημεῖα ποὺ δείχνουν ἔλλειψη συμφωνίας.

Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου διαβάζουμε ὅτι κατὰ τὸν χαιρετισμὸ ἀπὸ τὸν Ἀναστημένο Κύριο μὲ τὴν λέξη «Χαίρετε» ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ἀμέσως «ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας» (Μτ, κη, 9). Ὅμως ἀλλοῦ (Ἰω, κ, 11-17) διαβάζουμε ὅτι ὅταν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ θρηνοῦσε στὸν ἄδειο τάφο καὶ δὲν ἀναγνώρισε τὸν Χριστό, ἀλλὰ νόμισε ὅτι ἦταν ὁ κηπουρός, δὲν τῆς ἐπετράπη νὰ τὸν ἀγγίξει. Αὐτὲς οἱ διηγήσεις δὲν φαίνεται νὰ συμφωνοῦν μεταξύ τους καὶ προσπάθειες ἀπὸ ἀναγνῶστες νὰ τὶς συμβιβάσουν παράγουν βεβιασμένες ἑρμηνεῖες καὶ μὴ πειστικὲς ἐπινοήσεις.

Τὰ τέσσερα Εὐαγγέλια δὲν ἀναφέρουν τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στὶς Μυροφόρες Γυναῖκες μὲ ἕνα ταυτόσημο τρόπο. Αὐτὸ ποὺ περισσότερο μπερδεύει τοὺς ἑρμηνευτὲς εἶναι ἡ ἔλλειψη συμφωνίας ἀνάμεσα στὶς ἀφηγήσεις ποὺ δίνονται ἀπὸ τὸν Ματθαῖο καὶ τὸν Ἰωάννη. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ δυὸ φορές: μία φορὰ μόνο σὲ αὐτὴν καὶ τὴν ἄλλη φορὰ μαζὶ καὶ στὴν ἄλλη Μαρία, ἀλλὰ ἡ σχέση αὐτῶν τῶν δύο ἐμφανίσεων μπερδεύει τοὺς ἑρμηνευτές.

Ἡ ἄποψή μας μὲ τὴν ὁποία προτιθέμεθα νὰ λύσουμε αὐτὴ τὴν ἀπορία μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ ὡς ἑξῆς: ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἀναφέρει τὴν πορεία ποὺ ἔκαναν οἱ δύο Μαρίες στὸν τάφο τοῦ Κυρίου ἐνῶ ἤδη ἤξεραν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶχε ἀναστηθεῖ ἐκ νεκρῶν. Αὐτὸ ποὺ περιγράφει ὁ Ματθαῖος συνέβη μετὰ τὴν ἐμφάνιση ποὺ περιγράφει ὁ Ἰωάννης ὅταν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἐξέλαβε τὸν Χριστὸ σὰν τὸν κηπουρό. Πληροφόρησε τοὺς Ἀποστόλους ὅτι εἶδε τὸν Κύριο καὶ τῆς μίλησε, μετὰ πληροφόρησε τὴν ἄλλη Μαρία καὶ οἱ δυὸ μαζὶ πῆγαν στὸν τάφο. Αὐτὴ τὴν φορὰ δὲν πῆγαν γιὰ νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα, ἐπειδὴ ἤξεραν ὅτι εἶχε ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ πῆγαν «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο» ξέροντας ὅτι εἶναι ἄδειος καὶ ξέροντας ἐπίσης ὅτι τὰ ὀθόνια μέσα στὰ ὁποῖα εἶχε θαφτεῖ ἦταν ἀκόμα ἐκεῖ. Δὲν ἦταν μόνο αὐτὲς καὶ οἱ δύο ἀπόστολοι ποὺ βιαστηκὰ πῆγαν στὸ μνημεῖο γιὰ νὰ ἐπαληθεύσουν αὐτὸ ποὺ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ εἶχε δεῖ, ἀλλὰ ἀργότερα καὶ ἄλλες μυροφόρες καὶ ἄλλοι ἐπίσης πῆγαν (Λκ, κδ, 9, 24). Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι οἱ δύο Μαρίες ἀξιώθηκαν μία δεύτερη ἐμφάνιση Ἀγγέλου καὶ μετὰ τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου.

Ποιὰ ἄλλη ἀπόδειξη ἔχουμε ἐκτὸς ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Ματθαίου ὅτι αὐτὲς πῆγαν «γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο» γιὰ τὸ ὅτι τὰ γεγονότα στὸ κατὰ Ματθαῖον ἔγιναν μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ περιγράφονται στὸ κατὰ Ἰωάννην; Ἡ δεύτερη ἀπόδειξη εἶναι ὅτι ὁ Ἰωάννης περιγράφει ὅτι τὰ γεγονότα ἔγιναν «ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτάδι» ἐνῶ ὁ Ματθαῖος καθαρὰ μιλάει ὅτι ἔγιναν «τὴν αὐγὴ τῆς πρώτης μέρας τῆς ἑβδομάδας».

Τὸ τρίτο σημεῖο ποὺ ἀπαιτεῖ τὴν προσοχὴ μας εἶναι ἡ ἀντίδραση τῶν μυροφόρων στὰ λόγια του Ἀγγέλου καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Στὸ κατὰ Ἰωάννην ἡ Μαρία παρουσιάζεται τόσο ἀνέτοιμη γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀφομοιώσει καὶ ἐκλαμβάνει τὸν Χριστὸ σὰν τὸν κηπουρό, στὸ κατὰ Μᾶρκον τὰ λόγια τοῦ Ἀγγέλου ἔφεραν στὶς Μυροφόρες τόσο φόβο ὥστε «δὲν εἶπαν σὲ κανέναν τίποτα, ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο». Ὁ Λουκᾶς γράφει ὅτι «κατελήφθηκαν ἀπὸ φόβο καὶ ἔκλιναν τὰ πρόσωπα στὴν γῆ».

Ἡ ἀφήγηση τοῦ Ματθαίου ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ παρουσιάζει τὶς μυροφόρες ἤδη προετοιμασμένες γιὰ τὴν συνάντηση, ἂν καὶ ὁ ἄγγελος τὶς καθησυχάζει «Μὴν φοβάστε ἐσεῖς» καὶ «Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε τὸν τόπο ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος». Στὸ κατὰ Μᾶρκον διαβάζουμε γιὰ τὶς ἄλλες μυροφόρες ὅτι «δὲν εἶπαν τίποτα σὲ κανένα γιατί ἐφοβοῦντο». Ὁ Ματθαῖος ὅμως διηγεῖται γιὰ τὶς δύο Μαρίες ὅτι «ἔτρεξαν μὲ φόβο καὶ χαρὰ μεγάλη γιὰ νὰ ἀναγγείλουν στοὺς μαθητές του» ὅτι εἶχε ἀναστηθεῖ. Καὶ «ἐνῶ πήγαιναν τὶς συνάντησε ὁ Ἰησοῦς». Γιὰ τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ αὐτὴ ἦταν ἡ δεύτερη συνάντηση καὶ ἡ ἄλλη Μαρία ποὺ τὸ ἤξερε ἀπὸ τὴν Μαγδαληνὴ τώρα μαθαίνει τὰ νέα πάλι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο ἐνῶ εἶναι ἤδη προετοιμασμένη γιὰ αὐτά. Ἀπὸ ποῦ εἶναι αὐτὸ φανερό;

Ἡ ἀπάντηση σὲ αὐτὸ εἶναι ἡ τέταρτη ἀπόδειξη ὅτι οἱ δυὸ γυναῖκες πῆγαν στὸν τάφο ἤδη ξέροντας γιὰ τὴν Ἀνάσταση. Ἡ ἴδια ἀπάντηση θὰ μᾶς ἐξηγήσει γιατί ὁ Κύριος δὲν ἐπέτρεψε στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ νὰ τὸν ἀγγίξει τὴν πρώτη φορά, ἀλλὰ λίγο μετὰ ἐπέτρεψε στὶς δύο Μαρίες νὰ κρατήσουν τὰ πόδια του.

Στὸ Πεντηκοστάριο στὴν Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων διαβάζουμε στὰ στιχηρὰ ὅτι ἡ Μαγδαληνὴ «ἐστάλθη χωρὶς νὰ ἀγγίξει τὸν Κύριο». (Ὅπως διηγεῖται καὶ ὁ Ἰωάννης) Τί σημαίνει αὐτό; Ἡ Μαρία, ἡ ὁποία νωρίτερα θρηνοῦσε γιὰ τὸν ἀγαπημένο διδάσκαλο ὅταν τὸν εἶδε στὸν τάφο, τώρα κατελήφθη ἀπὸ ὑπερβολικὴ χαρά. Χωρὶς νὰ κατανοήσει τὴν θεότητά του ἢ νὰ σκεφτεῖ τὸ νόημα τῆς μυστηριώδους Ἀναστάσεως, ξεχνᾶ καὶ θέλει νὰ τὸν ἀγκαλιάσει σὰν ἕνα ἀγαπημένο της ποὺ τὸν θεωροῦσε νεκρὸ καὶ χαμένο, ἀλλὰ τώρα φανερώνεται ζωντανός. Παραδίδεται σὲ μία ἐνθουσιώδη χαρά, χωρὶς βαθύτερη κατανόηση. Ἐπιπλέον κατὶ δὲν ἔχει ἀκόμα ἐκπληρωθεῖ, ἐπειδὴ ὁ Κύριος πρέπει νὰ «ἀνεβεῖ» στὸν Πατέρα. Ἀργότερα ὁ Κύριος συμπεριφέρεται διαφορετικὰ στὶς δυὸ Μαρίες. Αὐτὴ τὴν φορὰ οἱ δύο γυναῖκες γνωρίζουν καλὰ ὅτι ὁ Κύριος ἐμφανίζεται στοὺς πιστοὺς σὰν ὁ Νικητὴς τοῦ Θανάτου καὶ τοῦ Ἅδη, σὰν κάποιος ποὺ ἀνεβαίνει στὸν Πατέρα στὸ αἰώνιο βασίλειο, καὶ μὲ κάθε ἐξουσία, στέλνει τοὺς Ἀποστόλους του νὰ διαδώσουν τὸ νέο τοῦ νικηφόρου ἀγώνα στὸν κόσμο. Τώρα καὶ οἱ δύο γυναῖκες, ὅταν τὸν συναντοῦν καὶ τὸν ἀκοῦν νὰ τὶς ἀπευθύνει τὸ «χαίρετε», δὲν σκέπτονται πιὰ μὲ κοσμικὸ τρόπο, ἀλλὰ τὸν εὐλαβοῦνται σὰν τὸν ζῶντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι καὶ αὐτὸς δὲν ἐμποδίζει τὴν εὐλαβῆ λατρεία τους ὅταν «κράτησαν τὰ πόδια του καὶ τὸν προσκύνησαν» (Μτ, κη, 9).

Μέχρι τώρα εἴδαμε πολὺ καλὰ τὴν συμφωνία μεταξὺ τῶν Εὐαγελίων τοῦ Ματθαίου καὶ τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ πὼς θὰ ἐναρμονίσουμε καὶ τὴν ἀφήγηση τῶν ἄλλων δύο Εὐαγγελιστῶν; Σὲ ποιὸ σημεῖο θὰ τοποθετήσουμε τὴν ἄφιξη τῆς Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς στὸ τάφο στὴν ὁμάδα τῶν ἄλλων γυναικῶν ποὺ ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Μᾶρκο καὶ τὸν Λουκᾶ;

Τὸ κύριο σημεῖο τῆς ἀπάντησής μας εἶναι ὅτι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ δὲν συνόδεψε τὶς ἄλλες γυναῖκες στὸν τάφο τοῦ Κυρίου μετὰ ἀρωμάτων, ἀλλὰ ὅτι οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦρθαν ἀργότερα ἀπὸ τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνὴ καὶ ἴσως ἀργότερα καὶ ἀπὸ τὶς δύο Μαρίες ποὺ εἶδαν τὸν Κύριο κατὰ τὴν δεύτερη ἐμφάνισή του, ἀλλὰ δὲν ἤξεραν ἀκόμα τίποτα γιὰ τὴν ἀνάσταση. Αὐτὲς οἱ γυναῖκες ἔφτασαν ἐντελῶς ἀπροετοίμαστες γιὰ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ γεγονότος τῆς ἀναστάσεως καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἡ Μαρία Μαγδαληνὴ ἦταν μαζί τους· στὴν πραγματικότητα οἱ εὐαγγελιστὲς ἀφήνουν ἀνοικτὴ τὴν δυνατότητα γιὰ τὸ ἀντίθετο συμπέρασμα. Καὶ οἱ δύο ἄλλοι εὐαγγελιστὲς διαιροῦν τὴν διήγηση σὲ τρία γεγονότα:

1. ἀγορὰ ἀρωμάτων (Μᾶρκος) καὶ τὴν φύλαξή τους γιὰ χρήση ἀργότερα (Λουκᾶς)

2. ἄφιξη στὸν τάφο καὶ συνομιλία μὲ ἄγγελο (Μᾶρκος) ἢ ἀγγέλους (Λουκᾶς)

3. ἀνακοίνωση στοὺς ἀποστόλους

Ἂς ἀρχίσουμε μὲ τὸ τελευταῖο γεγονός. Δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ συμπεράνουμε ἀπὸ τὴν ἀφήγηση τοῦ Μάρκου ὅτι οἱ γυναῖκες δὲν πληροφόρησαν ποτὲ τοὺς ἀποστόλους γιὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀγγέλου. Ὁ Μᾶρκος μόνο σημειώνει ὅτι αὐτὲς δὲν τὸ ἔκαναν ἀμέσως καὶ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ἔμαθαν τὰ νέα ἀπὸ τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή, στὴν ὁποία ὁ Κύριος «φανερώθηκε πρῶτα» (Μρ, ις΄, 9). Βλέπετε ὅτι ὁ Μᾶρκος τὴν ξεχωρίζει ἀπὸ τὴν ὁμάδα τῶν ἄλλων μυροφόρων καὶ ἀκολούθως ξεχωρίζει τὴν πληροφόρηση τῶν Ἀποστόλων ἀπὸ τὴν μεταφορὰ τῶν ἀρωμάτων καὶ τῶν μύρων. Ὁ Μᾶρκος δὲν ἀναφέρει τὴν Μαγδαληνὴ σὰν νὰ συμμετεῖχε στὴν μεταφορὰ τῶν ἀρωμάτων στὸν τάφο, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὴν συμμετοχή της στὴν ἀγορὰ τους (Μρ, ις΄, 1), ἡ ὁποία ἔγινε τὸ ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου, μετὰ τὴν λήξη τῶν ἀπαγορεύσεων τοῦ Σαββάτου, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἕκτη ὥρα. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ πῆγε στὸν τάφο «ἐνῶ ἦταν ἀκόμα σκοτάδι» (Ἰω, κ,1) καὶ χωρὶς τὰ ἀρώματα καὶ τὰ μύρα. Οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦρθαν μὲ τὰ μύρα «στὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου» (Μρ, ις΄, 2). Ὁ Κύριος δὲν ἐμφανίστηκε σὲ ὅλες αὐτὲς ἀλλὰ μόνο στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή, ἡ ὁποία - ἑπομένως - δὲν ἦταν μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες (Μρ, ις΄, 9). Ὁ Μᾶρκος κατονομάζει αὐτὲς ποὺ ἀγόρασαν τὰ ἀρώματα καὶ αὐτὲς ποὺ παρακολούθησαν τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ δὲν ἐπαναλαμβάνει τὰ ὀνόματα ὅταν ἀναφέρεται στὴν μεταφορὰ τῶν ἀρωμάτων στὸν τάφο. Ὁ Λουκᾶς δὲν κατονομάζει αὐτὲς ποὺ ἑτοίμασαν τὰ ἀρώματα καὶ τὰ μύρα, οὔτε αὐτὲς ποὺ τὰ ἔφεραν στὸν τάφο, ἀλλὰ ὑποδεικνύει ὅτι οἱ δύο ὁμάδες δὲν ἦταν ἦταν ταυτόσημες («καὶ κάποιες ἄλλες μαζί τους» Λκ, κδ, 1). Προφανῶς κάποιες ἀπὸ αὐτὲς εἶχαν προμηθευτεῖ ἀρώματα καὶ μύρα ἤδη ἀπὸ τὴν Παρασκευὴ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σωτῆρος, ἀλλὰ παρέμειναν σὲ ἀργία τὸ Σάββατο κατὰ τὴν ἐντολὴ (Λκ, κγ, 56), ἐνῶ ἄλλες ἀγόρασαν ἀρώματα μετὰ τὴν καθορισμένη ἀργία τοῦ Σαββάτου (Μρ, ις΄, 1). Ὁ Λουκᾶς δὲν κατονομάζει τὶς γυναῖκες ποὺ ἔφεραν τὰ ἀρώματα, ἀλλὰ λέει ὅτι κάποιες «ἀφοῦ ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο, ἀπήγγειλαν ὅλα αὐτὰ στοὺς ἕντεκα καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ οἱ λοιπὲς μαζί τους, οἱ ὁποῖες ἔλεγαν πρὸς τοὺς ἀπστόλους αὐτὰ» (Λκ, κδ, 9-10). Στὴν πραγματικότητα, ὅπως ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Μᾶρκος μᾶς θυμίζουν, ἦταν ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία αὐτὴ ποὺ ἄρχισε τὴν ἐξάπλωση τῶν χαρούμενων νέων. Ἐφόσον τὰ νέα διαδόθηκαν σὲ ὅλους τοὺς μαθητὲς ἐπιπλέον τῶν ἕντεκα, αὐτὸ δὲν συνέβη σὲ μιὰ στιγμή. Οἱ γυναῖκες ἔπρεπε νὰ πᾶνε ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, ὄχι μόνο οἱ δυὸ Μαρίες, ἀλλὰ καὶ οἱ λοιπὲς μυροφόρες ἐπίσης. Ἡ μαρτυρία τῆς Μαγδαληνῆς σχετίζει τὰ λόγια τοῦ τρίτου Εὐαγγελίου (κατὰ Λουκᾶν) μὲ τὸ κατὰ Ἰωάννην ὅτι ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Πέτρος ἔτρεξαν στὸν τάφο. Ὁ Πέτρος εἰσῆλθε στὸν τάφο καὶ εἶδε τὰ ὀθόνια.

Ἔτσι τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια εἶναι σὲ τέλεια συμφωνία μὲ αὐτὴ τὴν ἀκολουθία γεγονότων:

1) Μερικὲς γυναῖκες ἀγόρασαν ἀρώματα καὶ μύρα τὴν Παρασκευὴ πρὶν τὸ τέλος τῆς μέρας, πρὶν τὴν δύση τοῦ ἡλίου (Λουκᾶς), ἐνῶ ἄλλες ὅπως καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀγόρασαν στὸ τέλος τοῦ Σαββάτου μετὰ τὴν ἕκτη ὥρα (Μᾶρκος).

2)
 Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀφήνει τὶς λοιπὲς καὶ πηγαίνει μόνη στὸν τάφο νύκτα πρὶν ξημερώσει ἡ Κυριακή. Ἐκεῖ δὲν βρίσκει τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου (Ἰωάννης).

3) Ἡ Μαγδαληνὴ τρέχει καὶ ἀναγγέλει στὸν Πέτρο καὶ στὸν Ἰωάννη (Λουκᾶς, Ἰωάννης) καὶ μετὰ στέκεται μόνη ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο θρηνώντας, ὅταν ἕνας ἄγγελος ἐμφανίζεται σὲ αὐτήν, καὶ μετὰ ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖο δὲν ἀναγνωρίζει. Ὅταν τὸν ἀναγνωρίζει ὁρμᾶ πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ δὲν τῆς ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἀγγίξει.

4) Ὑπακούοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, πηγαίνει καὶ ἀνακοινώνει τὰ νέα στοὺς ἀποστόλους (Ἰωάννης, Μᾶρκος).

5) Χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὴν ἐπίσκεψη τῆς Μαγδαληνῆς ἄλλες ὁμάδες μυροφόρων ἐπισκέπτονται τὸν τάφο ἀργότερα καὶ συναντοῦν ἀγγέλους (Μᾶρκος, Λουκᾶς) καὶ ἐπιστρέφουν πολὺ φοβισμένες στὴν ἀρχὴ γιὰ νὰ τὸ ἀνακοινώσουν (Μᾶρκος), ἀλλὰ ἀργότερα διαδίδουν τὰ νέα σὲ ὅλους (Λουκᾶς).

6) Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, γνωρίζοντας πλέον τὸ νέο τῆς Ἀναστάσεως πηγαίνουν γιὰ νὰ δοῦν τὸν τάφο καὶ τὰ ὀθόνια, τὰ ὁποῖα ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης εἶχαν ἤδη δεῖ (Λουκᾶς, Ἰωάννης), ἀλλὰ ὄχι ἡ ἴδια ἡ Μαγδαληνή. Ἔρχονται στὸν τάφο καὶ εἰσέρχονται ὅπως τὶς προτρέπει ὁ ἄγγελος (Ματθαῖος).

7) 
Ὁ ἄγγελος παραγγέλει σὲ αὐτὲς νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὸ νέο τῆς Ἀναστάσεως στοὺς μαθητὲς καὶ νὰ ἀνακοινώσουν τὴν ἐπικείμενη συνάντηση μαζί του στὴν Γαλιλαία.

8) Τώρα ἔχοντας καταλάβει πλήρως τὰ γεγονότα οἱ δύο Μαρίες σπεύδουν νὰ ἀναγγείλουν στοὺς μαθητὲς πάλι, ἀλλὰ συναντοῦν τὸν Κύριο καὶ αὐτὴ τὴν φορὰ τὶς ἐπιτρέπει νὰ τὸν ἀγγίσουν κρατώντας τὰ πόδια του (Ματθαῖος).

9) Μέχρι τὸ τέλος τῆς μέρας, ὄχι μόνο ὅλο τὸ σύνολο τῶν μαθητῶν, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς ἔχουν ἀκούσει τὰ νέα. Οἱ τελευταῖοι προσπαθοῦν νὰ σκεπάσουν τὰ γεγονότα.

Κυριακή των Μυροφόρων Ἀλλοίμονο στὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ὄχλου +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος





Κυριακὴ Μυροφόρων.

Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ σήμερα τὴ μνήμη τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ποὺ φρόντισαν γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ τῶν ἄλλων ἐκείνων ποὺ ξεκίνησαν γιὰ νὰ τοῦ ἀποδώσουν τὶς τελευταῖες ἐντάφιες τιμές, ὅπως τὸ συνήθιζαν τότε οἱ Ἰουδαῖοι. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ὁ Ἰωσὴφ καὶ μαζί του ὁ Νικόδημος, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, ἡ Μαρία μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη. Οἱ δύο ἄνδρες φροντίσανε νὰ ἐνταφιάσουν τὸν Ἰησοῦ Χριστό, κι οἱ τρεῖς γυναῖκες πῆγαν τὴν τρίτη ἡμέρα τὸ πρωὶ γιὰ νὰ τὸν ἀλείψουν μὲ ἀρώματα. Ἂς ἀκούσουμε στὴ δική μας γλώσσα τώρα πῶς γιὰ ὅλα αὐτὰ μᾶς ὁμιλεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.

Ἐκεῖνο τὸν καιρό, ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία, βουλευτὴς καὶ ἄνθρωπος μὲ ὑπόληψη, ποὺ κι αὐτὸς πρόσμενε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τόλμησε καὶ παρουσιάσθηκε στὸ Πιλάτο καὶ ζήτησε νὰ πάρει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Πιλάτος θαύμασε ὅτι πέθανε κιόλας ὁ Ἰησοῦς, κι ἀφοῦ προσκάλεσε τὸν ἀξιωματικό, τὸν ρώτησε ἂν εἶχε πολλὴ ὥρα ποὺ πέθανε. Κι ὅταν βεβαιώθηκε ἀπὸ τὸν ἀξιωματικό, χάρισε τὸ σῶμα στὸν Ἰωσήφ. Κι ὁ Ἰωσήφ, ἀφοῦ ἀγόρασε σάβανο, κατέβασε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸ σταυρό, τὸν τύλιξε στὸ σάβανο, τὸν ἐνταφίασε σ’ ἕνα μνημεῖο, ποὺ ἦταν σκαμμένο μέσα σὲ βράχο κι ἔσυρε μία πέτρα μπροστὰ στὴ θύρα τοῦ μνημείου.


 



Ὅταν γίνονταν αὐτά, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆ παρακολουθοῦσαν κι ἔβλεπαν ποῦ ἐνταφιάζεται ἡ Ἰησοῦς. Κι ὅταν πέρασε τὸ Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ κι ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου κι ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν ἀρώματα, γιὰ νὰ ’ρθουν καὶ νὰ ἀλείψουν τὸν Ἰησοῦ. Καὶ τὴν αὐριανή, ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ξεκίνησαν πολὺ πρωὶ κι ἔρχονταν στὸ μνημεῖο, κι ἔφτασαν ἐκεῖ μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. Κι ἔλεγαν μεταξύ τους· «Ποιὸς θὰ μᾶς κυλίσει τὴν πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου;». Καὶ καθὼς σήκωσαν τὰ μάτια τους, εἶδαν πὼς ἦταν ἀποκυλισμένη ἡ πέτρα κι ἦταν μία πέτρα πολὺ μεγάλη. Κι ὅταν μπῆκαν στὸ μνημεῖο, εἶδαν ἕνα λευκοφορεμένο νέο νὰ κάθεται στὰ δεξιά, κι ἀπὸ τὸ φόβο τους τὰ ἔχασαν. Κι ὁ νέος τοὺς λέγει· «Μὴν τρομάζετε καὶ μὴν τὰ χάνετε. Τὸ ξέρω πὼς ζητεῖτε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ποὺ τὸν σταύρωσαν. Ἀναστήθηκε δὲν εἶναι ἐδῶ· νὰ ὁ τόπος ποὺ τὸν ἔβαλαν. Μὰ πηγαίνετε καὶ πέστε στοὺς μαθητές του καὶ στὸ Πέτρο, πὼς πηγαίνει μπροστὰ ἀπὸ σᾶς στὴ Γαλιλαία· ἐκεῖ θὰ τὸν δῆτε, καθὼς σᾶς τὸ εἶπε». Καὶ οἱ γυναῖκες βγῆκαν κι ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο κατατρομαγμένες καὶ σαστισμένες, κι ἀπὸ τὸ φόβο τους δὲν εἶπαν σὲ κανέναν τίποτε.

Ἔτσι μᾶς ὁμιλεῖ τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, πρῶτα γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς πρέπει νὰ προσέξουμε στὴ πράξη τοῦ Ἰωσήφ. Ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἄνθρωπος μὲ ἀξίωμα καὶ μὲ ὑπόληψη. Ἦταν ὅμως κι ἄνθρωπος εὐσεβής. Ἡ εὐσέβειά του λοιπὸν τοῦ ἔδωσε τὸ θάρρος νὰ παρουσιαστεῖ στὸ Πιλάτο καὶ νὰ ζητήσει γιὰ νὰ ἐνταφιάσει τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅταν ὅλοι, ἄρχοντες καὶ λαός, ξεσηκώθηκαν καὶ ζήτησαν τὸ θάνατο τοῦ ἀναμάρτητου, καὶ μάλιστα ἕνα θάνατο ἐπώδυνο καὶ ἀτιμωτικό, χρειαζότανε πραγματικὰ θάρρος καὶ τόλμη γιὰ νὰ φροντίσει κανεὶς γιὰ τὸ νεκρὸ αὐτοῦ τοῦ κατάδικου. Ἡ πράξη τοῦ Ἰωσὴφ μᾶς λέγει πώς, ὅταν εἶναι νὰ ἐκτελέσουμε ἕνα ἱερὸ χρέος, δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζουμε τί μπορεῖ νὰ πεῖ καὶ τί μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει ὁ κόσμος. Καὶ τί καταλαβαίνει δὰ πολλὲς φορὲς ὁ κόσμος; Ὅταν οἱ δημαγωγοὶ κατεβάζουν τὸ λαὸ καὶ τὸν κάνουν ὄχλο, τότε τί καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι; Ὅ,τι καταλάβαιναν ἐκεῖνοι, ποὺ ἄφηναν ἐλεύθερο τὸ Βαραββὰ καὶ φώναζαν γιὰ τὸ Χριστό• «Ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»!. Καὶ συμβαίνει πολλὲς φορές, γιὰ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων, νὰ μένει ἕνας μόνος του μάρτυρας τῆς ἀλήθειας μέσα σ’ ἕναν ὄχλο φανατισμένο καὶ τυφλό. Ἔτσι μόνος ἔμεινε ὁ Χριστὸς ἀπέναντι στὸ μαινόμενο ὄχλο, κι ὅταν οἱ ἄλλοι πῆγαν ἥσυχοι νὰ κοιμηθοῦν, μόνοι βρέθηκαν δύο ἄνδρες, γιὰ νὰ θάψουν τὸ θεῖο σῶμα τοῦ Λυτρωτῆ καὶ νὰ σώσουν τὴν τιμὴ τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἀλλοίμονο στὸν κόσμο, ἀδελφοί μου, ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ ὄχλου! Καὶ χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ δὲν φοβήθηκαν τὴ κατακραυγὴ τοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ ποὺ τὸν διέφθειραν οἱ δημαγωγοὶ καὶ τὸν ἔκαναν ὄχλο! Αὐτοὶ εἶναι πράγματι θαρραλέοι καὶ ἡρωικοί. Μπορεῖ νὰ τοὺς ἀνατρέψει καὶ νὰ τοὺς πατήσει ὁ ὄχλος, μὰ αὐτοὶ δὲν τοῦ κάνουν τόπο νὰ περάσει. Κι ἀκόμα τρὶς χαρὰ σ’ ἐκείνους, ποὺ ὅταν ὁ ὄχλος τοὺς καταριέται αὐτοὶ εὐλογοῦν.

Ἔπειτα τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν τολμηρὴ πράξη τῶν τριῶν μυροφόρων γυναικῶν. Εἶναι κι αὐτὴ μία πράξη, ποὺ τὴν ἐμπνέει ἡ ἀγάπη κι ἡ ἀφοσίωση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Πολλὲς δυσκολίες εἴχανε νὰ ὑπερνικήσουν οἱ τρεῖς γυναῖκες· τοὺς ἄρχοντες, τὸ λαό, τὴ στρατιωτικὴ φρουρὰ καὶ τὴν πέτρα τοῦ μνημείου. Δὲν λογάριασαν τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ καὶ μόνο τὴ τελευταία στιγμὴ θυμήθηκαν τὴν πέτρα. Ποιὸς θὰ τραβοῦσε τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ μνημείου; Μὰ ἡ πέτρα βρέθηκε τραβηγμένη καὶ Ἄγγελος Κυρίου καθότανε στὰ δεξιὰ μέσα στὸ μνημεῖο. Αὐτὸς ἀνάγγειλε στὶς μυροφόρες γυναῖκες τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι τάχα μία τυχαία σύμπτωση, ὅτι δηλαδὴ γυναῖκες ἄκουσαν πρῶτες τὸ μήνυμα τῆς Ἀνάστασης κι ἐκεῖνες τὸ μετέφεραν στοὺς Ἀποστόλους; Ὅμως σύμπτωση καὶ τύχη δὲν ὑπάρχει ἔξω ἀπὸ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὅ,τι γίνεται στὸ κόσμο γίνεται κατὰ ἕνα λόγο πνευματικό, ποὺ ἔχει τὴ ρίζα του μέσα στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἐλεύθερη θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πνευματικὸς αὐτὸς λόγος δὲν εἶναι βέβαια ἐκεῖνο ποὺ μάθαμε νὰ λέμε φυσικὸ νόμο. Ὁ φυσικὸς νόμος εἶναι δουλεία, ἡ δουλεία τοῦ αἰτίου καὶ τοῦ ἀποτελέσματος. Ὁ πνευματικὸς λόγος εἶναι ἔξω ἀπὸ κάθε ἔννοια καταναγκασμοῦ, εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς προσωπικῆς εὐθύνης. Πίσω ἀπὸ τοὺς λεγόμενους φυσικοὺς νόμους πρέπει πάντα νὰ ἀναζητοῦμε τοὺς πνευματικοὺς λόγους, τὴ παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Σύμπτωση καὶ τύχη δὲν εἶναι ποὺ μὲ τὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου στέκει ὁ κόσμος καὶ κινεῖται στὴν ἱστορική του πορεία. Πῶς θὰ μποροῦσαν τώρα νὰ μὴν εἶναι γυναῖκες οἱ Ἄγγελοι τῆς Ἀνάστασης; Αὐτὲς κινήθηκαν ἀπὸ κάποια δική τους προαίρεση καὶ δύναμη καὶ πῆγαν στὸ μνημεῖο. Ἔπειτα ἡ γυναίκα, ποὺ πρωτοστάτησε στὴ πτώση, πρωτοστατεῖ καὶ τώρα στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας, ἀπὸ τὴ Γέννηση μέχρι τὴν Ἀνάσταση.

Κυριακή των Μυροφόρων Ἡ τόλμη τῶν Μυροφόρων Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ





«Ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν»

Τὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας τὸ ὑπηρέτησε ὁλόκληρη ἡ κτίση. Ὅταν Ἐκεῖνος ἅπλωσε τὰ χέρια Του πάνω στὸ Σταυρό, ἡ γῆ σείσθηκε, τὰ μνημεῖα ἄνοιξαν, οἱ νεκροὶ διαμαρτυρήθηκαν, ὁ ἑκατόνταρχος ὁμολόγησε, ὁ ἥλιος σκοτίσθηκε, ἡ Παναγία ἔκλαψε, ὁ Ἰωσὴφ κήδευσε καὶ οἱ μυροφόρες γυναῖκες «ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτὸν" (Μάρκ. 16,1). Ἐνῶ στὴν παλαιὰ ἐποχὴ ἡ γυναίκα γινόταν διάκονος καὶ αἰτία τῆς πτώσεώς μας στὴν ἁμαρτία, ἀντιθέτως σήμερα βλέπουμε στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τὶς μυροφόρες γυναῖκες νὰ γίνονται ταχυδρόμοι τῆς χαρᾶς. Ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς τὸ σημειώνει: «Ἐπειδὴ πάλαι γυνὴ γέγονε τῷ ἀνδρὶ διάκονος λύπης, νῦν γυναῖκες γίνονται τοῖς ἀνδράσι διάκονοι χαρᾶς».


Εἶχαν ἀνδρικὸ φρόνημα
Πράγματι εἶχαν ἀνδρικὸ φρόνημα, γιατί τὴν ὥρα ποὺ οἱ μαθητὲς εἶχαν σκορπισθεῖ στὰ διάφορα σημεῖα τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ φοβόντουσαν νὰ πλησιάσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου οἱ τολμηρὲς μυροφόρες γυναῖκες ἀγόραζαν ἀρώματα γιὰ νὰ πᾶνε νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ κινητήρια δύναμη ποὺ ὠθοῦσε τὶς μυροφόρες νὰ πᾶνε στὸ ζωοδόχο τάφο, εἶναι ἡ ἀγάπη. Γιὰ τὴν ἀγάπη αὐτὴ καὶ σὲ δαπάνη καὶ σὲ κόπο καὶ σὲ κίνδυνο ὑποβλήθηκαν καὶ σὲ ἀπρόβλεπτες καταστάσεις ἐξετέθησαν μὲ μεγάλη προθυμία. Τὴν τελευταία στιγμὴ θυμήθηκαν· «τὶς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθο ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» (ὅπ.π. στίχ. 3). Ἕνας σύγχρονος Ἐπίσκοπος γράφει γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν μυροφόρων: Ὁ λογισμὸς ἐρωτᾶ, ἡ γλώσσα σιωπᾶ, ἡ ἀγάπη βαδίζει. Στὶς δύσκολες περιστάσεις τὴ λύση τὴ δίνει πάντα ὁ θεός. «Τῶν δ’ ἀδόκητων πόρον εὗρε θεός», ἔλεγε ἕνας ἀρχαῖος φιλόσοφος. Στὰ ξαφνικὰ καὶ δύσκολα περιστατικὰ τῆς ζωῆς μας τὴ λύση δίνει μόνον ὁ θεός.


Τὰ ἀποτελέσματα τῆς τόλμης τους
Πρῶτα πρῶτα στὸ ἐρώτημά τους ὁ θεὸς ἀπάντησε μὲ τὸν ἄγγελο ποὺ σήκωσε τὴν πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος. Μετὰ τοὺς ἁπαλλάσει ἀπὸ τὸ φόβο ποὺ δημιουργήθηκε μέσα τους ἐξαιτίας τῆς παρουσίας τῶν ἀγγέλων. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι χαροπιὸ γεγονός. Ὅπου ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ τὰ δεσμὰ τοῦ φόβου, τῆς δειλίας καὶ τῆς νευρικότητας διαλύονται. Μετὰ τοὺς μίλησε γιὰ τὸν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ Χριστό. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Σωτήρα ἡ λέξη Ἐσταυρωμένος εἶναι πλέον τίτλος τιμῆς. Δὲν εἶναι βδελυρὴ καὶ ἀποτρόπαια λέξη. Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου εἶναι τίμιος. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι καρπὸς τῆς Σταυρώσεως. Σταυρὸς καὶ Ἀνάσταση δὲ χωρίζονται. Ἀκόμη εἶδαν τὸν ἄδειο τάφο νὰ εἶναι γεμάτος ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἔχοντας μέσα του τὰ σημεῖα τῆς ἐγέρσεως τοῦ Κυρίου. Στὸ τέλος εἶδαν πρῶτες τὸν ἀναστημένο Ἰησοῦ καὶ κράτησαν τοὺς ἀχράντους πόδας Του καὶ «προσεκύνησαν αὐτῷ» (Ματθ. 28,9).


Οἱ Μυροφόρες εἶναι ἔλεγχος γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς
Οἱ γυναῖκες ποὺ πῆγαν νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι ἔλεγχος γιὰ τοὺς σημερινοὺς χριστιανούς· γιὰ μᾶς τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἔχουμε μία δειλία νὰ δείξουμε στοὺς ἄλλους πὼς οἱ σχέσεις μας μὲ τὸ Χριστὸ εἶναι στενές. Φοβόμαστε νὰ ποῦμε πὼς ὁ Κύριος εἶναι τὸ ἀγαπημένο πρόσωπο στὴ ζωή μας. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος κάνει μία παρατήρηση γιὰ τὴ σχέση τοῦ χριστιανοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ. Μερικοὶ μακαρίζουν τὶς μυροφόρες ποὺ προσκύνησαν τὸν Κύριο. Ὁ Ἅγιος ὅμως λέγει πὼς «δύνασθε καὶ νῦν ὅσοι βούλεσθε», δηλαδὴ μπορεῖτε καὶ τώρα ὅσοι θέλετε ὄχι μόνον τοὺς πόδας καὶ τὰ χέρια, ἀλλὰ καὶ τὴν κεφαλὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀκουμπήσετε, ἐὰν «τῶν φρικτῶν ἀπολαύσητε μυστηρίων καθαρῷ συνειδότι» ἐὰν ἀπολαύσετε τὰ ἄχραντα μυστήρια, δηλαδὴ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ καθαρὴ συνείδηση. Χρειάζεται τόλμη γιὰ νὰ πλησιάσει κάποιος τὰ ἱερὰ μυστήρια. Χρειάζεται νὰ ἔχει τὸν πόθο τῶν μυροφόρων, νὰ ἀγαπάει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὲς νὰ ὑπερπηδᾶ τὰ ἐμπόδια, ποὺ ἀναφύονται ἀνάμεσα σ’ αὐτὸν καὶ τὸν Κύριο· νὰ παραδέχεται τὴν Ἀνάστασή Του καὶ νὰ εἶναι δεκτικὸς ἄνθρωπος, νὰ ἀκούει τὰ μηνύματα τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως οἱ εὐλογημένες αὐτὲς γυναῖκες ἄκουσαν τὴ χαρμόσυνη εἴδηση τοῦ Χριστοῦ. Ἐπίσης πρέπει νὰ μποῦμε σὲ σκέψεις γιὰ τὸ τί προσφέραμε ἀπὸ τὴ μεριά μας στὸ Χριστό. Μήπως ὁ Χριστὸς εἶναι στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς μας κι ὄχι στὸ κέντρο;


Ἀδελφοί μου,

Ὁ Ἐσταυρωμένος Κύριος πρέπει νὰ συνέχει τὴ ζωή μας, νὰ τὴ νοηματοδοτεῖ, νὰ τὴ μεταβάλλει καὶ νὰ τὴν ἁγιάζει. Τὰ μύρα ποὺ προσφέρουμε ἐμεῖς εἶναι ἡ καλή μας προαίρεση, ὁ συνεχὴς ἀγώνας μας καὶ ἡ ἀπέραντη ἀγάπη στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας.

Κυριακή των Μυροφόρων Τὸ θάρρος τῆς ἀγάπης Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης





Τὸ θάρρος ποὺ πηγάζει καὶ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὑπερνικᾶ φόβους καὶ δισταγμούς, ἐμπόδια καὶ κινδύνους. Αὐτὸ μᾶς ὑπενθυμίζει μὲ τὸν πλέον εὔγλωττο τρόπο τὸ περιστατικὸ τῶν τολμηρῶν μυροφόρων γυναικῶν. Ἀψηφώντας φόβους καὶ κινδύνους «ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν». Ξεκινοῦν νύχτα, γιὰ νὰ προσφέρουν τὶς ἐντάφιες τιμὲς στὸ νεκρό, ὅπως νόμιζαν, διδάσκαλό τους.


 



Ἀφοσίωση, τόλμη καὶ ἀγάπη
Μᾶς συγκινεῖ καὶ μᾶς ἐκπλήσσει τὸ φρόνημα καὶ ἡ συμπεριφορὰ τῶν μυροφόρων γυναικῶν, καθὼς ξεπερνοῦν τὶς φοβίες καὶ τὶς δειλίες τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ τοῦ γυναικείου φύλου τους. «Φύσις ἀσθενὴς τὴν ἀνδρείαν ἐνίκησεν ὅτι γνώμη συμπαθὴς τῷ Θεῷ εὐηρέστησε», ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εὐαρεστήθηκε ἀπὸ τὴν ψυχική τους διάθεση ἔκανε τὴν ἀσθενικὴ γυναικεία φύση τους, νὰ ξεπεράσει τὴν ἀνδρική, τονίζει ὁ ὑμνογράφος. Καὶ ὅμως αὐτές οἱ ἡρωίδες τῆς πίστης γίνονται ταυτόχρονα τύπος καὶ εἰκόνα τῆς ἁπλῆς ἀνθρώπινης εὐαισθησίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφοσίωσης καὶ ἀκλόνητης ἀγάπης. Ἡ διακριτική τους παρουσία εἶναι χαρακτηριστική. Βρίσκονται ἀθόρυβα στὴ σκιὰ τοῦ Χριστοῦ. Στέκονται πλάι του στὶς τραγικὲς ὧρες τοῦ σταυρικοῦ πάθους «εἰστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφή τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ» (Ἰω. 19,25). Τότε ποὺ οἱ μαθητὲς Του Τὸν ἐγκατέλειψαν. Τότε ποὺ τράπηκαν σὲ φυγὴ καὶ Τὸν ἄφησαν μόνο. Ὅταν στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ ἀποκοιμήθηκαν, ἐνῶ ὁ ἱδρώτας τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ γινόταν «ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος» λίγο πρὶν τὸ ἐπερχόμενο μαρτύριο. Ὅταν ὁ ἐνθουσιώδης καὶ παρορμητικὸς Πέτρος Τὸν ἀρνήθηκε καὶ ὁ ἀπογοητευμένος Ἰούδας Τὸν πρόδωσε.

Καὶ ὅμως ἡ γενναιότητα καὶ ἡ ἀφοσίωση τῶν μυροφόρων γυναικῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι συγκλονιστική, ἔστω καὶ ἂν τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρει ἐλάχιστες μόνο φράσεις γιὰ αὐτές. Ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ ἡ ἀγάπη τους στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ δυναμισμοῦ τους. Ἀγαποῦν καὶ ἐμπιστεύονται. Ἀνοίγουν τὴν καρδιά τους καὶ μέσα στὴν ἁπλότητά τους παραδίδουν τὸν ἑαυτό τους στὸν Χριστό. Πιστεύουν καὶ τολμοῦν. Τολμοῦν καὶ προχωροῦν. Ἄλλωστε ὅποιος πιστεύει γνωρίζει ὅτι «δύναται πάντα δρᾶν, καὶ αὐτὰ τὰ δοκοῦντα τοῖς πολλοῖς δυσχερῆ καὶ ἀκατόρθωτα», δηλαδὴ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει καὶ αὐτὰ ποὺ φαίνονται ἀκατόρθωτα. Ὑπερνικοῦν ἐμπόδια καὶ δυσκολίες καὶ ζοῦν τὸ θαῦμα τῆς ὑπέρβασης. Αὐτὲς ποὺ πόνεσαν τόσο πολὺ γιὰ τὸ σταυρὸ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ, γίνονται πρῶτες μάρτυρες καὶ διάκονοι τῆς χαρᾶς τῆς Ἀνάστασής Του. Τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι εἶναι λίγο πρὶν ξημερώσει. Ἔτσι λοιπὸν στὸ σκοτάδι τῆς ὀδύνης τοῦ θανάτου, ἀνατέλλει τὸ φῶς τῆς ἀνάστασης καὶ τῆς ζωῆς. Οἱ μυροφόρες ζοῦν τὴ νύχτα τοῦ θανάτου, ἀλλὰ πορεύονται μὲ πίστη καὶ θάρρος καὶ βλέπουν νὰ ξημερώνει ἡ μυστικὴ ἡμέρα τῆς ζωῆς.


Ἡ τόλμη καὶ τὸ θάρρος τῶν μυροφόρων
Ἡ τόλμη καὶ τὸ θάρρος τῶν μυροφόρων ἐλέγχει τὴ δειλία καὶ τὴν ἀτολμία μας στὴν πραγμάτωση τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἀπαιτεῖται ψυχικὴ δύναμη καὶ θάρρος γιὰ τὴ μαρτυρία τῆς πίστης στὴν ἐπικίνδυνη ἐποχή μας. Χρειάζεται θάρρος στὰ δύσκολα διλήμματα καὶ στὶς κρίσιμες ἐπιλογὲς τῆς ζωῆς μας ποὺ ἀποδεικνύουν τὴ γνησιότητα τῶν χριστιανικῶν μας ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν. Χρειάζεται τόλμη ποὺ κοστίζει πολλὰ γιὰ μία στάση ζωῆς ποὺ ἀντιστέκεται στὶς ποικίλες προκλήσεις τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν ὑποκύπτει στὸν τυραννικὸ ὀρθολογισμὸ καὶ δὲν παρασύρεται στὴν παραζάλη τοῦ παραλογισμοῦ καὶ τοῦ μηδενισμοῦ τοῦ καιροῦ μας. Χρειάζεται θάρρος, γιὰ νὰ ὑπερνικοῦμε τὴν ἡττοπάθεια κάθε πνευματικῆς προσπάθειας. Γιὰ νὰ μποροῦμε, ἀκόμη, νὰ πιστεύουμε, νὰ ἐλπίζουμε καὶ νὰ ἀγαπᾶμε σὲ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν πιστεύει ὀρθά, δὲν ἀγαπάει οὐσιαστικὰ καὶ ἔπαυσε πλέον νὰ ἐλπίζει πραγματικά.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, εἶναι αὐτονόητο ὅτι τὸ θάρρος ἀποτελεῖ τὸ ἀπαραίτητο ὅπλο τοῦ ἀνθρώπου στὸ δύσκολο ἀγώνα τῆς ζωῆς. Ἡ λογική τοῦ κόσμου ἰσχυρίζεται ὅτι, γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴ τὴν ἀρετή, χρειάζεται νὰ ἐνισχύσουμε τὴν αὐτοπεποίθησή μας. Νὰ ἐμπιστευθοῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς δυνατότητές του. Νὰ ἔχουμε ψύχραιμη καὶ θετικὴ σκέψη. Νὰ ἰσχυροποιήσουμε τὴ θέληση καὶ τὸ χαρακτήρα μας, ὥστε νὰ μὴ δειλιάζουμε, νὰ μὴν πανικοβαλλόμαστε καὶ νὰ μὴ μεμψιμοιροῦμε μπροστὰ στοὺς κινδύνους καὶ τὰ προβλήματα. Ἡ πίστη καὶ ἡ στάση ζωῆς τῶν μυροφόρων μας λέει κάτι ἀκατανόητο γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ ἀγάπη ποὺ θυσιάζεται, ἡ ἀφοσίωση ποὺ προσφέρει εἶναι ἡ δύναμη τοῦ θάρρους ποὺ ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὴ σκιὰ καὶ τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ ὁδηγεῖ στὴ νίκη καὶ τὸ θρίαμβο τῆς ζωῆς. Ἀμήν.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΣΤΗΝ ΕΝΘΡΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΠΑ «Λανθασμένες ἐντυπώσεις: Ὁ ἀκατατόπιστος λαὸς ἔμεινε μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι Ὀρθοδοξία καὶ παπικὴ αἵρεση εἶναι τὸ ἴδιο!»


       Ἡ παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου

στὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα

τοῦ περιοδ. «Ο ΣΩΤΗΡ»
ἀρ. τ.2067, 15.05.13

 Σὲ σχόλιό μας στὸ φύλλο τῆς 15.04.13 (βλ. σχετ.:εδώ) ἐκθέσαμε περιληπτικῶς τὴν θέση μας γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου στὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα Φραγκίσκου τοῦ Α´. Στὸ κείμενο  ποὺ ἀκολουθεῖ θὰ καταθέσουμε πλατύτερα τὶς σκέψεις μας γιὰ τὸ ζήτημα.

.             Ὅσοι θεώρησαν σωστὴ τὴν ἐνέργεια αὐτή, εἶπαν πὼς ἡ παρουσία τοῦ Πατριάρχου στὴν ἐνθρόνιση ἦταν αὐτόκλητη «κίνηση συμβολικῆς σημασίας», «ἄκρως σηµειολογική», ποὺ ἔγινε «γιὰ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ»· «ἕνα βῆµα ταπείνωσης, µιὰ µορφὴ κένωσης» τοῦ Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου. Τόνισαν ἀκόµη ὅτι ὁ Πατριάρχης µὲ τὴν κίνηση αὐτὴ «ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς φαρισαϊκῆς τυπολατρίας, τὴν ὁποίαν ἐνστερνίζονται ἔργοις τε καὶ λόγοις Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί», καὶ ὅτι ἡ πρωτοβουλία του «ἐκφράζει εὐαισθησίαν, πνευµατικὴν ἀνωτερότητα καὶ ἀρχοντιά». Σηµείωσαν µάλιστα ὅτι ἡ ἐκεῖ παρουσία του δὲν ἦταν «συµµετοχή», ἀλλὰ παρακολούθηση καὶ «παράσταση σὲ ἐθιµοτυπικὸ γεγονός». Ὅµως δὲν εἶναι τόσο ἁπλᾶ τὰ πράγµατα.

1. Ὁ Οἰκουµενικὸς Πατριάρχης, ὅπως καὶ κάθε Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, εἶναι –πρέπει νὰ εἶναι–  φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας. Πῶς λοιπὸν ὁ φύλακας τῆς Ὀρθοδοξίας συγχαίρει ἕναν αἱρεσιάρχη ἐπὶ τῇ ἀναλήψει πρωτοκαθεδρίας στὴν αἵρεσή του; Θὰ πήγαιναν ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ Μέγας Βασίλειος σὲ τυχὸν ἐνθρόνιση τοῦ Ἀρείου; Ἢ ὁ Μέγας Φώτιος καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαµας νὰ συγχαροῦν αἱρετικὸ Πάπα ἐπὶ τῇ ἀναρρήσει του στὸν παπικὸ θρόνο; Αὐτοὶ δὲν εἶχαν εὐαισθησία, πνευµατικὴ ἀνωτερότητα καὶ ἀρχοντιά;

2. Πέραν τῆς ὁλοφάνερης ὑποτιµήσεώς του, ἀφοῦ ὁ Οἰκουµενικὸς Πατριάρχης ἦταν γιὰ τοὺς Παπικοὺς ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς θρησκευτικοὺς ἡγέτες, εἶναι θλιβερὸ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς προσφωνήσεως τοῦ Πάπα ὡς ἐπισκόπου «θρόνου Ἀποστολικοῦ διαδόχου», ἐν πλήρει ἐπιγνώσει ὅτι πρόκειται περὶ προσώπου αἱρετικοῦ καὶ ἀκοινωνήτου µὲ τὴν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιαστικῶς. Πολὺ περισσότερο ὅταν τὸ πρόσωπο αὐτὸ ἔχει τὴν ποντιφικὴ ἰδιότητα καὶ τὴν θέση ἀρχηγοῦ κοσµικοῦ κράτους. Πῶς Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος, κανονικὸς διάδοχος τῶν Ἀποστόλων, ἀποκαλεῖ τὸν αἱρετικὸ «διάδοχον τῶν Ἀποστόλων»; Καὶ τὸν Παπισµὸ «Σεβασµίαν Ἐκκλησίαν»; Ἔτσι προσφωνοῦσαν καὶ ἔτσι φέρονταν πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς ὁ µαθητὴς τῆς ἀγάπης ἀπόστολος Ἰωάννης, ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς κ.ἄ.; Δὲν εἶναι πρωτεῦον ἔργο παντὸς Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου ἡ µὲ κάθε τρόπο περίφραξη τῶν δογµάτων, τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων καὶ τῆς καθόλου Ὀρθοδόξου Παραδόσεώς µας;

3. Ὁ ὄχι τυχαῖος στὴν ἐποχή του Καρδινάλιος Τισσεράν, σχολιάζοντας τότε τὴν συνάντηση τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καὶ τοῦ Πάπα Παύλου τοῦ Ϛ´ στὰ Ἱεροσόλυµα τὸ 1964, ἀποκάλεσε τὸν Παπισµὸ «ἁµαρτωλὴ Ἐκκλησία», ὅπως γράψαµε σὲ προηγούµενο φύλλο τοῦ «Σωτῆρος» (βλ. τεῦχ. 2064/1.4.2013, σελ. 156). Δικαιολόγησε δὲ τὸν χαρακτηρισµὸ αὐτὸ µὲ σοβαρὰ ἱστορικὰ λάθη τοῦ Παπισµοῦ. Ὅµως ἡ ἁµαρτωλότητα τοῦ Παπισµοῦ δὲν βρίσκεται µόνο στὰ ἐγκληµατικὰ ἱστορικά του λάθη, ἀλλὰ καὶ σὲ σοβαρὲς θεολογικὲς ἐκτροπές, ὅπως τὸ Filioque, µὲ τὸ ὁποῖο οἱ Παπικοὶ εἰσάγουν ἄλλη θεολογία Ἁγίας Τριάδος, καὶ τὸ ἀλάθητο καὶ τὸ ἀθεµελίωτο πρωτεῖο.
.          Ἐπιπλέον οἱ Παπικοὶ ἐπιµένουν στὴν κτιστὴ θεία χάρη, ποὺ εἶναι βλασφηµία κατὰ τοῦ Θεοῦ· στὴν Μαριολατρία κ.ἄ. Πέραν δὲ αὐτῶν διατηροῦν τὴν Οὐνία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ δούρειος ἵππος τοῦ Παπισµοῦ µέσα στὴν Ὀρθοδοξία. Ὑπῆρξε δὲ κατ᾽ ἐξοχὴν προκλητικὴ κατὰ τὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα Φραγκίσκου ἡ παρουσία Οὐνίτου ψευδοδιακόνου, ὁ ὁποῖος θυµίαζε τὸν νέο Πάπα, ὅπως ἐπίσης καὶ Οὐνιτῶν ψευδοεπισκόπων, καὶ µάλιστα παρουσίᾳ τοῦ Ὀρθοδόξου Οἰκουµενικοῦ Πατριάρχου! Ὅλοι γνωρίζουν ὅτι ἡ Οὐνία εἶναι ὕπουλη ἀντιχριστιανικὴ µέθοδος ἐπεκτατισµοῦ τοῦ Παπισµοῦ. Τὴν δολιότητα καὶ ἀπάτη τοῦ Παπισµοῦ ἀποκαλύπτει καὶ ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου στὰ Ἑλληνικὰ ἀπὸ τοὺς Οὐνίτες κατὰ τὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα.
.               Ὁ παπισμὸς βαρύνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἐγκληματικὴ Ἱερὰ Ἐξέταση, τὸν θεσμὸ ἐκεῖνο τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν φρονημάτων τοῦ λαοῦ. Διατηρεῖ δὲ καὶ σήμερα κράτος μὲ ὑπουργούς, πρεσβευτές, τράπεζες, ἐπιχειρήσεις. Τί σχέση ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ ταπεινοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν Ἐκκλησία Του;

4.  Τὸ ἐπιχείρηµα ποὺ ἀκούστηκε ἀπὸ χείλη Ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου ὅτι ὁ Οἰκουµενικὸς Πατριάρχης µὲ τὴν παρουσία του στὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα Φραγκίσκου «ὑπερέβη τὰ ὅρια τῆς φαρισαϊκῆς τυπολατρίας, τὴν ὁποίαν ἐνστερνίζονται ἔργοις τε καὶ λόγοις Ὀρθόδοξοι», ἔχει τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση: Ἦταν «φαρισαϊκὴ τυπολατρία» ἡ µέχρι πρόσφατα σθεναρὴ στάση Ὀρθοδόξων Ἀρχιερέων καὶ Συνόδων κατὰ τῶν ἐκτροπῶν τοῦ Παπισµοῦ; Ἦταν «φαρισαϊκὴ τυπολατρία» ἡ ἀπάντηση τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τὸ ἔτος 1848 πρὸς τὸν Πάπα Πῖο Θ´; Ὁρισµένες δὲ ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες γίνονταν σὲ χρόνια δίσεκτα καὶ ὑπὸ δυσµενέστερες συνθῆκες ἀπὸ τὶς σηµερινές..             Τί ἄλλαξε ἀπὸ τότε ὣς σήµερα ὡς πρὸς τὴν στάση τοῦ Παπισµοῦ ἔναντι τῆς Ὀρθοδοξίας, ὥστε νὰ γίνει αὐτὴ ἡ κίνηση ποὺ χαρακτηρίστηκε ὡς ὑπέρβαση τῶν ὁρίων τῆς δῆθεν «φαρισαϊκῆς τυπολατρίας» τῶν Ὀρθοδόξων;

5. Μετὰ ἀπὸ τὰ παραπάνω τίθενται δύο καίρια ζητήµατα:

α) Ἁπλῆ λογικὴ πείθει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Παπισµὸς νὰ ἀρνηθεῖ ποτὲ τὴν σωρεία τῶν κακοδοξιῶν του. Κακοδοξίες οἱ ὁποῖες δὲν ἀποτελοῦν µικροδιαφορὲς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ µποροῦν νὰ διευθετηθοῦν καὶ νὰ ἐξαφανισθοῦν µἐ διάφορες συζητήσεις καὶ ἀλληλοϋποχωρήσεις. Γιατί; Διότι ἀπαιτεῖται πλήρης ἀπόρριψή τους καὶ ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ ἂν ποτὲ ὁ Παπισµὸς ἀρνηθεῖ τὴν σωρεία τῶν κακοδοξιῶν του, τὸ ἐπάρατο πρωτεῖο ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ τὸ ἀρνηθεῖ, διότι ἡ «ἐπηρµένη ὀφρὺς» τοῦ Πάπα, ὅπως τὴν χαρακτήριζε ἤδη ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα ὁ Μέγας Βασίλειος, δὲν ταπεινώνεται δυστυχῶς µὲ τίποτε! Τὸ ἀπέδειξε ἱστορία αἰώνων. Τὸ ἀποδεικνύουν καὶ οἱ ἀτέρµονες προσπάθειες διαλόγων µεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ὁ Παπισµὸς µένει ἀµετακίνητος ἀπὸ τὸ «πρωτεῖο», παρὰ τὶς διπλωµατικότατες κινήσεις ἀµφοτέρων τῶν πλευρῶν, κινήσεις ποὺ ὁρισµένες φορὲς ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὑπερέβησαν κατὰ πολὺ τὰ ἐσκαµµένα µὲ τοὺς λεγοµένους «διαλόγους ἀγάπης».
.            Γιὰ µιὰ ἀκόµη φορὰ θὰ τονίσουµε ὅτι οἱ ἐκδηλώσεις κοσµικῆς ἁβροφροσύνης δὲν ἔχουν καµιὰ σχέση µἐ τὴν πνευµατική, τὴν χριστιανικὴ ἔννοια τῆς ἀγάπης. Ἐξ ἄλλου µὲ κάτι τέτοιες κινήσεις καὶ ἐκδηλώσεις οὔτε οἱ Παπικοὶ ὠφελοῦνται. Ἀντίθετα βλάπτονται καίρια. Διότι ἀναπαύονται µὲ τὴν ψευδῆ ἰδέα ὅτι δὲν βρίσκονται σὲ λανθασµένο δρόµο, ὅτι βαδίζουν σωστά, ὅτι δὲν εἶναι αἱρετικοί. Καὶ ἄρα δὲν ἔχουν ἀνάγκη µετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς στὴ µία, τὴν µόνη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ὀρθόδοξη.

β) Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ προβάλλει τώρα ἐπιτακτικὸ καὶ ἀμείλικτο εἶναι τοῦτο: Τί κερδίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ κινήσεις ὅπως αὐτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Ὀρθοδόξου Πατριάρχου καὶ ἄλλων ἐκπροσώπων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν στὴν ἐνθρόνιση τοῦ Πάπα; ἡ ἀπάντηση εἶναι καταλυτική: Ὄχι µόνο δὲν κερδίζει ἀλλὰ βλάπτεται πολλαπλῶς. Γιατί; Διότι οἱ κινήσεις αὐτές, ὅπου ἀκούγεται συνεχῶς ἡ φράση «ἀδελφὲς Ἐκκλησίες», καλλιεργοῦν λανθασµένες ἐντυπώσεις. Ὁ ἀκατατόπιστος λαὸς µένει µὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι Ὀρθοδοξία καὶ παπικὴ αἵρεση εἶναι τὸ ἴδιο! Ἔτσι ὅµως καλλιεργεῖται τὸ ἔδαφος γιὰ ἀπαράδεκτη ἕνωση ἐν τῇ πράξει. Ψευδοένωση δηλαδή, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπει στὴν παπικὴ πλάνη νὰ κρατήσει τὶς διεστραµµένες ἀντιλήψεις της καὶ ὄχι µόνο νὰ τὶς κρατήσει ἀλλὰ καὶ ἐµµέσως νὰ τὶς ἐπεκτείνει, ἀφοῦ ἤδη καὶ τώρα ἀσκεῖ ἀτύπως «πρωτεῖο» στὸν χριστιανικὸ κόσµο..           Τὸ ζήτηµα εἶναι σοβαρότατο! Ὅποιοι κι ἂν εἴµαστε, δὲν ἔχουµε δικαίωµα νὰ ὑποτιµοῦµε «τὸ πατροπαράδοτον σέβας», τὴν Ὀρθοδοξία, ποὺ εἶναι ἡ µόνη ἀλήθεια. Δὲν µᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ὑποτιµοῦµε τὴν Ἐκκλησία µας, ποὺ εἶναι ἡ µία καὶ µόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ..             Συµπάσχουµε καὶ συµπονοῦµε µὲ τὸ Οἰκουµενικό µας Πατριαρχεῖο, ποὺ εἶναι αἰχµάλωτο τῶν ἐχθρῶν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πορεία του συνεχίζει νὰ εἶναι µαρτυρική, ὅσο κι ἂν φαίνεται ὅτι τὰ πράγµατα ἔχουν κάπως βελτιωθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια. Ὅµως αὐτὸς ὁ σταυρός, τὸν ὁποῖο σηκώνει ἐν σιωπῇ, ἐν ὑποµονῇ καὶ ἐν ὀδύνῃ, ἀποτελεῖ στέφανο τιµῆς καὶ οὐρανίου δόξης. Ἄλλωστε ὁ βίος τοῦ γνησίου χριστιανοῦ εἶναι βίος σταυροῦ καὶ θυσίας. Καὶ ὁ βίος αὐτὸς δὲν δικαιολογεῖ κινήσεις ὑποτιµητικές, ποὺ νοθεύουν τὸ Ὀρθόδοξο ἦθος, ὑποτιµοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση καὶ ἀποδυναµώνουν τὴν Ἀποστολοπαράδοτη πίστη. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, κατ᾽ ἐξοχὴν ὅµως οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων, ἔχουµε χρέος νὰ εἴµαστε πιστοὶ ἀκόλουθοι καὶ ἀκριβεῖς µιµητές τους..              Δὲν εἴµαστε κατὰ τοῦ διαλόγου. Τὴν ἕνωση τῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ τὴν θέλουµε καὶ τὴν ποθοῦµε. Διότι εἶναι ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ δὲν µποροῦµε νὰ δεχθοῦµε ἕνωση πρὶν ὑπάρξει συµφωνία στὴν πίστη. Οὔτε βέβαια µποροῦµε νὰ δεχθοῦµε καὶ τὸν ἀτέρµονα διάλογο γιὰ τὸν διάλογο, ποὺ δὲν ὁδηγεῖ, ὅπως ἀποδεικνύεται, πουθενά. Ἔχουµε τεράστια εὐθύνη ἀπέναντι στὸν Τριαδικὸ Θεό. Ἕνωση µπορεῖ νὰ γίνει µόνον ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ. Ἕνωση µὲ δογµατικὴ ἀκρίβεια καὶ ὄχι µὲ ὑποτίµηση ἢ ἀλλοίωση τοῦ Ὀρθοδόξου δόγµατος καὶ ἤθους.  

«ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΘΛΙΨΗ ΝΑ ΛΕΣ ΑΡΓΑ-ΑΡΓΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ: “ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ”» (π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)


Ἔχεις δεῖ τώρα τήν ἄνοιξη;

τοῦ Γεωργίου Παπαζάχου, καρδιολόγου (†)

.           Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα

 ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα

 μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.
.           Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, 

μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. 

Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του. Μέ ρώτησε:

- Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
- Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
- Πές το.

Ἄρχισα γρήγορα-γρήγορα:

.           «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης

 βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν˙ καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον,

 τόν μόνον εὐλογητόν τῶν πατέρων Θεόν καί ὑπερένδοξον».

- Τό κατάλαβες;
- Ἀσφαλῶς τό κατάλαβα.
Νόμισα πώς μέ ρωτάει γιά τήν ἑρμηνεία του. Ἔκανε μία ἀπότομη κίνηση 

τοῦ χεριοῦ του καί μοῦ εἶπε:

- Τίποτε δέν κατάλαβες, βρέ Γιωργάκη! Ἐσύ τό εἶπες σάν βιαστικός 

ψάλτης… Ἄκου τί φοβερά πράγματα λέει αὐτό τό τροπάριο: 

Ὁ Χριστός μέ τήν Ἀνάστασή Του δέν μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα ποτάμι, 

ἀπό ἕνα ρῆγμα γῆς, ἀπό μιά διώρυγα, ἀπό μιά λίμνη ἤ ἀπό τήν Ἐρυθρά 

Θάλασσα. Μᾶς πέρασε ἀπέναντι ἀπό ἕνα χάος, ἀπό μία ἄβυσσο, πού ἦταν 

ἀδύνατο νά τήν περάσει ὁ ἄνθρωπος μόνος. Αἰῶνες περίμενε ὁ κόσμος 

αὐτό τό Πάσχα, αὐτό τό πέρασμα. Ὁ Χριστός μᾶς πέρασε ἀπό τόν θάνατο 

στή ζωή. Γι᾽ αὐτό σήμερα «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, ᾅδου τήν καθαίρεσιν». 

Χάθηκε ὁ θάνατος. Τό κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε τήν «ἀπαρχή» τῆς «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου», τῆς ζωῆς κοντά Του.
.           Μίλαγε μέ ἐνθουσιασμό καί βεβαιότητα. Συγκινήθηκε.
.           Σιώπησε γιά λίγο καί συνέχισε πιό δυνατά:

- Τώρα δέν ὑπάρχει χάος, θάνατος, νέκρωση, Ἅδης. Τώρα ὅλα εἶναι χαρά, 

χάρις στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀναστήθηκε μαζί Του ἡ ἀνθρώπινη φύση. 

Τώρα μποροῦμε κι ἐμεῖς νά ἀναστηθοῦμε, νά ζήσουμε αἰώνια κοντά Του…

 Τί εὐτυχία ἡ Ἀνάσταση!
.           «Καί σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τόν αἴτιον». Ἒχεις δεῖ τά

 κατσικάκια τώρα τήν ἄνοιξη νά χοροπηδοῦν πάνω στό γρασίδι; Νά τρῶνε 

λίγο ἀπό τή μάνα τους καί νά χοροπηδοῦν ξανά; Αὐτό εἶναι τό σκίρτημα, 

τό χοροπήδημα. Ἔτσι ἔπρεπε κι ἐμεῖς νά χοροπηδοῦμε ἀπό χαρά 

ἀνείπωτη γιά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας καί τήν δική μας.
.           Διέκοψε καί πάλι τόν λόγο του. Ἀνέπνεα μιά εὐφρόσυνη ἀτμόσφαιρα.

-Μπορῶ νά σοῦ δώσω μιά συμβουλή; συνέχισε. 

Σέ κάθε θλίψη σου, σέ κάθε ἀποτυχία σου, σέ κάθε πόνο σου,

 νά συγκεντρώνεσαι μισό λεπτό στόν ἑαυτό σου καί νά λές ἀργά-ἀργά

 αὐτό τό τροπάριο. Θά βλέπεις ὅτι τό μεγαλύτερο πρᾶγμα στή ζωή σου 

-καί στή ζωή τοῦ κόσμου ὅλου- ἔγινε. 

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ σωτηρία μας.

 Καί θα συνειδητοποιεῖς ὅτι ἡ ἀναποδιά πού σοῦ συμβαίνει 

εἶναι πολύ μικρή γιά νά χαλάσει τήν διάθεσή σου.
.              Μοῦ ᾽σφιξε τό χέρι, λέγοντας:

-Σοῦ εὔχομαι νά «σκιρτᾶς» ἀπό χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου τό 

χάος ἀπό τό ὁποῖο μᾶς πέρασε ὁ Ἀναστάς Κύριος,

 «ὁ μόνος εὐλογητός τῶν Πατέρων». 

Ψάλλε τώρα καί τό «Χριστός Ἀνέστη»…

Γεώργιος Παπαζάχος
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!!!'

Ἀκόμη καί σιδερένιοι νά εἶστε, θα μαλακώσετε! Περιστατικά ἀπό τήν ζωή φυλακισμένων Ρουμάνων Μαρτύρων καί ὁμολογητῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος


Ἀκόμη καί σιδερένιοι νά εἶστε,  θα μαλακώσετε! 
Ἡ ἐπιστροφή στόν Χριστό. Πρώτο μέρος
Περιστατικά ἀπό τήν ζωή φυλακισμένων  Ρουμάνων Μαρτύρων καί ὁμολογητῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος 

Ἰωάννης Ἰανωλίδε

Οἱ φυλακές τῆς πόλεως Πιτέστι, ἔχουν δεσμωτήρια μικρότερα ἀπό αὐτά τοῦ  Ἀϊούντ. Ὑπάρχουν μεμονωμένα κρατητήρια, ἀλλά καί μεγάλα δωμάτια. Ἐγίναμε ἐκεῖ δεκτοί μέ κακία, ἡ ὁποία σύντομα μετατράπηκε σέ ἀγριότητα.
Ἐδῶ συναντήσαμε νέους, πού εἶχαν συληφθῆ πρόσφατα. Ὅλοι ἦταν φοιτητές. Οἱ περισσότεροι ἦταν καλές καί ὥριμες προσωπικότητες καί καλά προετοιμασμένοι. 
Ἦταν ἡ «ἀφρόκρεμα» τῆς νεολαίας ἐκείνης τῆς γενεᾶς. Ἀπό 




τήν ἀρχή δέν διακρίθηκαν σέ ποιά πολιτικά κόμματα ἀνῆκαν, ἀλλά ὅλοι εἴμασταν ἕνα συμπαγές ἀντικομμουνιστικό γκρούπ. Μεταξύ τους ξεχώριζαν μερικοί ἐξαιρετικῆς ἀξίας, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ἐνέπνεαν τήν ἀτμόσφαιρα ἦταν οἱ παλαιοί κρατούμενοι, μεταξύ τῶν ὁποίων ἦταν καί ὁ Βαλέριος.
Λόγῳ τοῦ τρομοκρατικοῦ κανονισμοῦ, τοῦ ἄθλιου φαγητοῦ, τῆς ἀσφυκτικῆς συστέγασης, τῆς ἀπουσίας τοῦ ἀέρα καί τῆς ἔλλειψης ἐπαφής μέ τόν κόσμο, τά παλληκάρια, μέ τόν χαρακτηριστικό  ἐνθουσιασμό τους, ἐδήλωσαν ἀπεργία πείνας καί ἔκαναν λίγη φασαρία. 
Ὁ Βαλέριος ἀντιστάθηκε καί βρέθηκε σέ σύγκρουση μ΄ αὐτούς. Αὐτός τούς εἶπε:
-Ἐδῶ εἴμαστε φυλακισμένοι καί μόνο μέ νομικά καί ειρηνικά μέσα  μποροῦμε ν΄ἀποκτήσουμέ κάποια δικαιώματα, ἀλλιῶς τά πιθανά ἀντίποινα  μποροῦν νά εἶναι πολύ σοβαρά γιά ἐμᾶς. Ὁ νόμος καί ἡ ἐξουσία εἶναι στά χέρια τῶν Ἀρχῶν. Νά προσευχόμαστε στόν Θεό γιά νά μπορέσουμε ν᾿ ἀντέχουμε.
Τότε τοῦ εἶπαν:

- Δέν  μποροῦν αὐτοί νά μᾶς δίνουν τόσα βάσανα γιά νά μήν μποροῦμε νά τ᾿ ἀντέξουμε!
           -Ἄς μήν ποῦμε μεγάλα λόγια, ὁ Βαλέριος τούς εἶπε: Νά μήν εἴμαστε ὑπερήφανοι. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει ἕνα ὅριο ὑπομονῆς. Νά μᾶς φυλάξει ὁ Θεός νά μή φτάσουμε ἐκεῖ πού δέν θ᾿ ἀντέχουμε πιά!
- Εἶσαι ἕνας ἡττοπαθής! Εἶσαι ἕνας ἀγόγγυστος κρατούμενος! Εἶσαι ἕνας ἡττημένος! Τοῦ εἶπαν μέ φωνές καί εἰρωνεία οἱ ἄλλοι νέοι.
Σ᾿ ὅλα αὐτά ὁ Βαλέριος ἔμεινε ἤρεμος καί πειστικός, ἀλλά δέν τόν ἄκουσαν. 
- Κρατάω μέσα μου ἕναν ἀπερίγραπτο πόνο, τούς ἐξήγησε αὐτός, ἀπό τόν ὁποῖο, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, βγῆκα καθαρός. Ἡ ἐμπειρία τοῦ παρελθόντος μ᾿ ἀναγκάζει νά εἶμαι προνοητικός. Τώρα δέν εἶναι πολύ δύσκολο. Ἔχω μεγάλη πίστη καί ἐλπίδα, ἀλλά κινοῦμαι μέ σοφία, γιά νά φτάσω στό σκοπό μου.
Σύντομα, προσκλήθηκα μαζί μέ ἄλλους κρατουμένους στόν διευθυντή  τοῦ δεσμωτηρίου, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε:
-Ἡσυχᾶστε τους! Ἠρεμῆστε, διότι δέν μπορεῖτε νά σκεφτεῖτε τί ἑτοιμάζεται γιά ἐσᾶς. Καί σιδερένιοι νά εἶστε, θά μαλακώσετε!
Δέν καταλάβαμε τί ἀκριβῶς ἤθελε νά μᾶς πεῖ ὁ διευθυντής, ἀλλά ἀργότερα εἴδαμε ὅτι εἶχε δίκαιο. Ἡ πραγματικότητα τοῦ Πιτέστι ξεπέρασε ὄχι μόνο τίς ἀπαντοχές μας, ἀλλά καί ὅλη τήν φαντασία τῆς παγκόσμιας λογοτεχνίας. 
Οἱ πολιτοφύλακες ἄρχισαν νά στουμπίζουν τούς κρατουμένους κατά τήν ἀρέσκειά τους, γιά κάτι συγκεκριμένο ἤ ἁπλᾶ γιά προσωπική  τους εὐχαρίστησι. Πρώτευε ἕνας δεσμοφύλακας, ὁ Γεωργέσκου, ἕνας δυστυχής καί βλαμμένος, ἕνας ἀνισόρροπος, πού τοῦ εἶχαν ὑποσχεθεῖ βαθμούς καί προβιβασμούς. Ἐφ᾿ ὅσον συνεργαζόταν μέ τόν διευθυντή καί μέ τήν Ἀσφάλεια τοῦ Κράτους, νόμιζε ὅτι εἶναι ἕνας μεγάλος ὑπερασπιστής τοῦ κόμματος κι ἑπομένως στούμπιζε μέ τό ρόπαλό του μέ μεγάλη εὐχαρίστησι τά σώματα τῶν νεαρῶν φοιτητῶν  μέχρι νά τρέξη αἷμα ἀπό τά σώματά τους. Τριγυρνοῦσε σάν τήν γάτα, κρυφάκουγε στήν πόρτα, μετά τήν ἄνοιγε καί κτυποῦσε μέ γροθιές τά παιδιά, τά πατοῦσε μέ τά πόδια του, τά χτυποῦσε μέ τό ρόπαλο, ἀκόμη καί μέ σιδερένιο λοστό. Ὁ ἴδιος εἶχε προκαλέσει καί τούς ἄλλους δεσμοφύλακες νά κάνουν τά ἴδια. 
- Βρέ, ἐκραύγαζε σάν τρελλός, ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του, για τήν ζωή τῶν παιδιῶν μου εἶμαι ἕτοιμος νά σᾶς σκοτώσω! Ἐάν ἡ Ἀσφάλεια τοῦ Κράτους ὁρίζει νά σᾶς δολοφονήσω, τελείωσε. Ἡ Ἀσφάλεια τοῦ Κράτους ἔχει τό σκῆπτρο καί δέν θά γλυτώσετε οὔτε νεκροί, κερατάδες!
Κερατάδες ἦταν ἡ προσηγορία μέ τήν ὁποία μᾶς ἀποκαλοῦσε γενικά. Σ΄ αὐτήν πρόσθετε πάντα καί τίς πιό ἄσχημες βλασφημίες. Ἦταν καί πολύ προληπτικός. Ὅταν ἕνας κρατούμενος τοῦ εἶπε: Ὁ Θεός νά σέ συγχωρέσει! Τοῦ βγῆκαν τά μάτια ἔξω ἀπό τόν θυμό καί τόν πάτησε μέ τά πόδια του μέχρι πού ἐκεῖνος ἐλιποθύμησε. 
Δεσμοφύλακες σάν τόν Γεωργέσκου προέρχονταν ἀπό τό κατακάθι τῆς κοινωνίας, ἄνθρωποι μέ ψυχολογικά προβλήματα, καί ποτιζόμενοι μέ δύο ναρκωτικά: ἀπό τήν μιά πλευρά, μέ τήν συνείδηση μιᾶς ὑψηλῆς «ἀποστολῆς» πού δόθηκε ἀπό τό Κόμμα, τόν λαό καί τό προλεταριᾶτο, γιά νά καταστρέφουν ὅλους τούς ἐπαναστάτες, τούς αστούς, τούς φασίστες καί τούς μυστικούς. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, τό ἄσπονδο μῖσος ἐναντίον ὅλων τῶν ἐχθρῶν τῆς ἐπανάστασης, ὥστε νά μπορέσουν νά τούς σκοτώσουν μέ τήν αδιαφορία πού σκοτώνονται οἱ μύγες ἤ τά σκουλήκια. 
Ἦταν, λοιπόν, κάποιοι φανατισμένοι ἠλίθιοι, θηρία χωρίς λογική. Τέτοιους ἀνθρώπους κρύβει κάθε κοινωνία. Αὐτοί εἶναι πληρωμένα παλιόσκυλα, ἱκανοί γιά ἐγκληματίες, θηρία τά ὁποῖα, ὅταν ὡρισμένοι τούς ὑπόσχονται χρήματα, ὅ,τι χειρότερο ἔχουν μέσα τους, τό ἐξαπολύουν μέ θηριώδεις τρόπους. Ἐν τούτοις, δέν θά γινόντουσαν κακοῦργοι ἐάν δέν ἦταν πεπεισμένοι νά τό  κάνουν.

Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις
________________________________________________

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

 Διαβάστε τά ὑπόλοιπα πατώντας 

πηγή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...