Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 18, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ Αρώματα κα Μύρα!! «Ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν» π.Αλέξιος Αλεξόπουλος


«Ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν»
Ο πόθος των μυροφόρων να βρεθούν κοντά, έστω και στον νεκρό, Διδάσκαλο τις κάνει να αψηφούν κάθε φόβο, κίνδυνο και δυσκολία. Νωρίς το πρωί, «Λείαν πρωί» έρχονται προς το μνημείο του Χριστού για να τιμήσουν το νεκρό σώμα. Δεν φοβούνται ούτε το σκοτάδι, ούτε τους Γραμματείς, ούτε τους Ρωμαίους στρατιώτες που φυλάνε τον τάφο, ούτε σκέπτονται τη δυσκολία πρόσβασης στο εσωτερικό του μνήματος λόγω του λίθου που έφραζε την είσοδο. Ποθούσαν μόνο να τιμήσουν τον Μεγάλο Νεκρό.
Και φέρνουν μαζί τους πολύτιμα και ακριβά αρώματα – μύρα για να προσφέρουν στον Χριστό. Φέρνουν την αγάπη τους γι΄ αυτόν.           Όλες οι κινήσεις τους μαρτυρούν αγάπη.
Την θυσιαστική διακονία τους.            Διακονούσαν το Χριστό και τους ανθρώπους παντού.
Την ταπεινή παρουσία τους σε κάθε Του πορεία.         Ακολουθούσαν το Χριστό παντού με ταπείνωση.
Την πίστη και την εμπιστοσύνη στο πρόσωπό Του.
Το θάρρος και την τόλμη της ομολογίας, ότι είναι μαθήτριές Του.
Την αλήθεια γιατί μόνο έτσι μπορούν να βρίσκονται κοντά στην μόνη Αλήθεια.
Τον ιεραποστολικό ζήλο, γιατί γίνονται οι πρώτοι κήρυκες του Ευαγγελίου –της Ανάστασης –στους ανθρώπους και στους ίδιους τους μαθητές.
Κάποιο απ΄ όλα αυτά τα μύρα θα μπορούμε σίγουρα και μεις να προσφέρουμε στον Χριστό. Και κάποιο απ΄ τα υπόλοιπα θα μπορούμε να το «αγοράσουμε», να κοπιάσουμε δηλαδή για να το αποκτήσουμε. Και τότε θα γίνουμε και μεις μυροφόροι.

Κυριακή των Μυροφόρων«Ἠγόρασαν ἀρώματα και λίαν πρωΐ ἔρχονται ἐπί τό μνημεῖον» π. Χρήστος Πιτυρίνης


myroforesΑγαπητοί μου αδελφοί. Όλη τη νύχτα άγρυπνες οι άγιες γυναίκες, με την ψυχή πλημμυρισμένη από αγωνία και πόνο. Απέ­ραντη οδύνη και βαθειά ή πληγή στην καρδιά τους, για τον άδικο, θάνατο του αγαπημένoυ τους δασκάλου. Ολόκληρη ή σκέ­ψη είναι κοντά του και από τα μάτια τους θερμά κυλούν δά­κρυα. Πέρασε ή δραματική εκείνη ημέρα του Σαββάτου. Ετοίμασαν τα αρώματά τους για να έλθουν στον τάφο να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και «νά ἀλείψωσι τόν Ἰησοῦν».Ήταν βαθειά ξημερώματα, «ὄρθρου βαθέως», σαν ξεκίνησαν, με απέραντη θλίψη, αλλά και με ανυποχώρητη απόφαση. Τίποτε άλλο δεν συλλογίζονται πα­ρά την άπειρη αγάπη πού σταυρώθηκε με τόσο μίσος.
Σκιές αμίλητες προχωρούν προς το μνημείο και μονάχα μια δυ­σκολία έρχεται να διακόψει τη σιωπή τους και συζητούν ποιος θα βηθήση να «ἀποκυλίσουν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου». Με αυτή την ανησυχία έφτασαν στον τάφο και διαπίστωσαν πώς ό λίθος ήταν αποκεκυλισμένος, και ο τάφος κενός, ενώ την ίδια στιγμή ασπροντυμένοι άγγελoι μηνούσαν την Ανάσταση του Κυρίου. Οι στρατιώτες της κoυστω­δίας είχαν φύγει και οι άγγελοι παράγγελναν στις Μυροφό­ρες να τρέξουν πίσω και να ειδοποιήσουν τους Μαθητές ότι «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».
Ήταν ή πρώτη ανταμοιβή στην αγάπη τους, το πρώτο δώρο στην αυταπάρνησή τους. Έγιναν Απόστολοι στους Αποστόλoυς. Με πολλή βιασύνη και με μεγάλη συγκίνηση πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Δεν είχαν κάνει μεγάλη απόσταση όταν νέα έκπληξη τις περίμενε. Αυτός ό ίδιος, ό Αναστη­μένος Κύριος, τις συνάντησε και τις προσφώνησε με τον ωραίο χαιρετισμό «χαίρετε». Την πονεμένη καρδιά τους πλημμύρισε ή χαρά της Αναστάσεως. Τον είδαν, τον άκου­σαν και με απερίγραπτη αγαλλίαση και ευγνωμοσύνη προ­σκύνησαν και κατεφίλησαν τα άχραντα πόδια του. Σκηνή θεία, Ιερή, ατίμητη, υπερκόσμια. Ταπεινά και ευλαβικά θα στρέψουμε και εμείς τη σκέ­ψη μας και την καρδιά μας για να εξηγήσουμε και να νιώ­σουμε γιατί ο Κύριος έκανε τόση τιμή στις Μυροφόρες και ποιο είναι το πολύτιμο δίδαγμα πού μας δίδουν με το παρά­δειγμα κα τη ζωή τους. Οι Μυροφόρες γυναίκες τιμήθηκαν τόσο για την πολλή αγάπη και αφοσίωση στο Κύριο.  
Η αγάπη, τονίζει η Αγία Γραφή, είναι «κραταιά ως ό θάνατος». Οι άγιες γυναίκες νίκησαν τον φόβο του θανάτου. Ξεπέρασαν τη φυσική αδυναμία της γυναίκας με ηρωϊσμό. Δεν φοβήθηκαν τούς πονηρούς Φαρισαίους, τα αμαρτωλά Συνέδρια, τούς αδί­στακτους άρχοντες. Δεν σκέφτηκαν τούς κινδύνους στο σκοτάδι και στην ερημιά ούτε τούς ληστές ούτε τούς στρα­τιώτες τις κουστωδίας και τον σκληρό ρωμαϊκό νόμο. Αγάπησαν πολύ τον Κύριο και τις αντάμειψε γενναία. Πόνεσαν πολύ και τούς πλημμύρισε από χαρά. Πότισαν τη γη με δάκρυα και ανοίχτηκαν στην ψυχή τους οι καταρράκτες της θείας χάριτος. Έδειξαν αυτοθυσία και βρήκαν στέφανα δόξας. Πέρασαν ώρες αγωνίας και βρήκαν απέ­ραντη χαρά και ευτυχία.
Δεν μπορούσε να υπάρξει ωραιό­τερος χαιρετισμός από την προσλαλιά «χαίρετε». Στις Μυροφόρες απευθύνει το «χαίρετε». Η γυναίκα έ­χει περισσότερη ανάγκη από χαρά για να γίνεται πηγή χαράς. Ή γυναίκα έδιωξε τα χαρά με την πτώση, ή γυναίκα ακούει το «χαίρετε», για να ξαναφέρει την αληθινή και αναν­τικατάστατη χαρά στον πονεμένο κόσμο. Η Παναγία Μητέρα του, πρώτη Μυροφόρα, είχε μεγαλύτερο δικαίωμα να ακούσει το «χαίρετε», για να σβήσει την οδύνη της μάνας, καθώς ή ρομφαία του πόνου είχε ξεσχί­σει την καρδιά της την ώρα του σταυρού. Στάθηκαν κοντά στόν σταυρό του, τον βλέπουν τώρα αναστημένο. Εκείνες έμειναν κοντά στο μαρτύριό του, τώρα χαίρονται την ευλο­γία του.
Στις γυναίκες απλώνει τη χαρά γιατί ή γυναίκα θλίβεται περισσότερο, πονάει και στενάζει. Σε λίγο πού θα συναντήσει τούς Αποστόλους στο υπερώον θα τούς χαιρετίσει με το «εἰρήνη ὑμῖν» Οι άνδρες έχουν περισσότερη ανάγκη από ειρήνη γιατί είναι πολεμικοί, σκληροί και ταρα­γμένοι μέσα στη βιοπάλη, στους πολέμους, στην ακαταστα­σία και την κακία του κόσμου. Απόστολοι των Αποστόλων, Διδάσκαλοι των Διδασκά­λων. Οι άγιες Μυροφόρες θα είναι πάντα ο τύπος και ο κα­νόνας των πραγματικών Μυροφόρων κάθε εποχής. Ηρωϊ­κό παράδειγμα, σωτήριο μάθημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία όρισε τούτη την Κυριακή, Τρίτη από του Πάσχα, σαν ξεχωριστό και επίσημο τον εορτασμό των Αγίων Μυρο­φόρων γυναικών.
Η Εκκλησία τις τιμά με βαθύ σεβασμό για την αγάπη, την αυταπάρνηση, τον ηρωϊσμό. Ο. Θεός τις δόξασε. Οι γενεές των πιστών τις προσκυνούν, ολό­κληρος ο κόσμος τις θαυμάζει, το Ευαγγέλιο τις εγκωμιά­ζει και η ιστορία τις απαθανατίζει και μένουν πάντα τύπος και υπογραμμός αληθινής αγάπης. Μυροφόρες της αγάπης του Θεού και των ανθρώπων πρέπει, να είναι όλες οι γυναίκες του κόσμου. Αυτή είναι η αγία αποστολή .τους. Εκεί που το καθήκον προστάζει. Να είναι ο ευλογημένος ειρηνικός στρατός πού θα δίνει τη μάχη στην υπηρεσία της αγάπης, εφοπλισμένος με την πίστη στον Αναστημένο Χριστό και με τη βαθειά αγάπη στον πονεμένο άνθρωπο. Γυναίκες, γίνετε Mυροφόρες της αγάπης.
Xαρίσετε στον Σωτήρα και Λυτρωτή την καρδιά σας και διακηρύσσετε το μήνυμα της Αναστάσεως του, Χριστού. Η ζωή είναι πλημμυρισμένη από πόνο και έχει τόση ανάγκη από παρηγοριά, από χαρά. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από πονεμένους, άρρωστους, απόκληρους, δυστυχισμένους, αδικημένους και κατατρεγμένους. Κάνετε να ανθίσει το γέλιο στα μαραμένα χείλη των ορφανών και απροστάτευτων. Φέρετε τη χαρά στα σπίτια, στους συζύγους, στα παι­διά. Θα είναι τα πολυτιμότερα μύρα ο αγώνας σας να φέρετε ψυχές κοντά στο Χριστό. Κρατήσετε, οι κοπέλλες, ακέραιοι και αμόλυντη την αγνότητά σας και μη πλανάσθε από τις ματαιότητες του κόσμου, από τις ασεβείς διδαχές της άτακτης, της άσωτης και αμαρτωλής ζωής. Τιμήσετε τον εαυτό σας με σεμνότητα.
Η τιμή είναι το πολυτιμότερο μύρο που μπορείτε να φέρετε στο Χριστό. Μή σπάσετε με δυνατή γροθιά το αλάβαστρο της ανθρωπιάς. Η ζωή αξίζει μονάχα στο φως της αρετής και στο δρόμο της αγιότητας. Γυναίκες, ή καρδιά σας είναι πλασμένη να αγαπά και το έργο της καλωσύνης, της φιλανθρωπίας και της ηθικής καθαρότητας είναι στα χέρια σας. Κάνετε την καρδιά σας δοχείο θεϊκής αγάπης και προχωρείτε χωρίς αναβολή και χωρίς δισταγμό στο έργο της μεγάλης αποστολής σας. Ακολουθήστε τις πρώτες Μυροφόρες και φέρετε στο νε­κρό και αποστατημένο κόσμο το μήνυμα της πνευματικής και ηθικής Αναστάσεως. Τρέξετε μαζί με όλες τις ηρωΐδες της αγάπης, όπου υπάρχουν δάκρυα πόνοι και στεναγμοί από τις φτωχικές καλύβες, ως τα λαμπερά ανάκτορα.
Μή χάσετε τον προ­σανατολισμό σας. Οδηγός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης που«ἀνέτειλε ζωηφόρρς ἐκ τάφου». Διαφορετικά θα παρασυρθείτε από τα ορμητικά και θολά ρεύματα της απιστίας και όλα τα ωραία ιδανικά θα σωριαστούν στην άκρη, άχρηστα και περιφρονημένα. Μην αργείτε. «Λίαν πρωΐ» αρχινάτε το σωτήριο έργο σας. Η Εκκλησία, η οικογένεια, η Πατρίδα, ή ανθρωπότητα ολόκληρη έχουν ανάγκηαπό Άγιες Μυροφόρες. Αυτός είναι ό δρόμος της τιμής και της δόξας, μέσα στο μηδενιστικό γκρέμισμα και το αβυσσαλέο χάος της ασέβειας και της αμαρτίας, που συντρίβει με τόση αφροσύνη την ηθική και πνευματική υπόσταση και προσωπικότητα του ανθρώπου.
Η καρδιά της γυναίκας, οπλισμένη με την πίστη στο Χριστό και την αγάπη στον άνθρωπο, μπορεί να κάνει τη γη να ευωδιάσει από αρετή και να δημιουργήσει ένα σωστό και ευτυχισμένο κόσμο. Γυναίκες, γίνετε Μυροφόρες της αγάπης του Χριστού. Το στόλισμα των αρετών στην ψυχή της γυναίκας είναι τα ωραιότερα και πολυτιμότερα καλλιστεία. Το τρέξιμο κοντά στο πόνo είναι ο ευγενέστερος τί­τλος. Η ανατροφή των παιδιών σας «ἐν παιδία και νουθεσία Κυρίου» είναι ή γλυκύτερη και ανεκτίμητη θυσία. Ή χριστιανική συμπεριφορά είναι η υψηλότερη κοινω­νικότητα. Ένα στοργικό βλέμμα στον πονεμένο, μια σωστή συμβουλή στον παραστρατημένο είναι θυμίαμα ευλαβικής θυσίας. ΑΜΗΝ

Κυριακή Μυροφόρων – «Tίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον;» (Μάρκ. ιε 43 – ιστ 8) Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος


Οι τρεις Μυροφόροι, ενώ βαδίζουν προς τον Τάφο του Κυρίου « λίαν πρωΐ », ερωτούν με κάποιον φοβο « τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον ; » Αυτές που αντιμετώπισαν με γεναιότητα τόσες τεράστιες δυσκολίες και τις υπερνίκησαν. Αυτές που είχαν το θάρρος να συμπαρασταθούν στον Κύριο και στην Παναγία Μητέρα Του την φρικτή του Σταυρού ώρα. Αυτές που ανέλαβαν με τόση τόλμη το επικίνδυνο επιχείρημα να έρθουν πριν ξημερώση ν΄ αλείψουν τον Μεγάλο Νεκρό, τώρα τις ανησυχεί η σκέψις μιας δυσκολίας, που δεν έχει παρουσιασθή, αλλά που επρόκειτο ν΄  αντιμετωπίσουν. « Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου ;»
Και λησμονούν για λίγες στιγμές ότι δεν ήταν μόνες τους. Ότι κοντά τους υπήρχε Κάποιος, που έχει την δύναμι να μετακινήση όχι μόνο την πέτρα, αλλά και όρη και το σύμπαν ολόκληρο. Είναι « ο επιβλέπων επί την γην και ποιών αυτήν τρέμειν », ο « απτόμενος των ορέων και καπνίζονται ». Λησμονούν όσα τους είχε πει για την Ανάστασί του. Και γι΄ αυτό για λίγο αγωνιούν, αδημονούν, ενώ ο Αναστάς Κύριος έχει ήδη κάνει το θαύμα του. Ο λίθος έχει αποκυλισθή, έχει φύγει από τη μέση και το τελευταίο εμπόδιο.
Η πορεία της ζωής μας μοιάζει με την πορεία των μαθητριών προς τον κενό Τάφο. Όλοι μας αντιμετωπίζουμε συχνά μια δυσκολία, ένα εμπόδιο, κάποιο λιθάρι, κάποιον ογκόλιθο. Ο ένας αντιμετωπίζει οικονομικές στενοχώριες, ο άλλος αρρώστιες ή θανάτους, άλλους οικογενειακά προβλήματα, διαφωνίες στο σπίτι, θλίψεις από τα παιδιά, συκοφαντίες, κατατρεγμούς. Υπάρχουν ακόμα και οι ογκόλιθοι του μέλλοντος. Οι φόβοι για τα δεινά που θα έρθουν. Η ανησυχία για ένα μελλοντικό πόλεμο ή για μια αυριανή δυσκολία, που οπωσδήποτε θα συναντήσουμε και τόσα άλλα.
Συχνά εμπρός στις δυσκολίες παθαίνουμε ό,τι και οι Μυροφόρες. Με κάποια ολιγοπιστία, με δόσι μικροτέρας ή μεγαλυτέρας ανησυχίας, ψιθυρίζουμε « Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου ;» Ποιος θα μας βοηθήση στην τάδε ή στην δείνα περίπτωσι; Συχνά βλέπουμε ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε βοήθεια από τους ανθρώπους. Ή φαίνονται αδιάφοροι στις δικές μας συμφορές ή και είναι ανίκανοι να μας συμπαρασταθούν. Δυστυχώς όμως, συχνά, ούτε και τον ουρανό σκεπτόμαστε. Παρ΄ όλες τις υποσχέσεις που μας έχει δώσει ο Κύριος – « ου μη σε ανώ, ουδ΄ ου μη σε εγκαταλείπω » – παρ΄ όλη πολλές φορές την πείρα της θείας βοηθείας, εμείς όλ΄  αυτά τα διαγράφουμε τελείως ή αμφιβάλλουμε και δυσπιστούμε. Και το αποτέλεσμα ; Αγωνιούμε, κουραζόμεθα, ψυχικά και σωματικά, καταντούμε, μερικές φορές, ράκη. Διότι η αγωνία αυτή « Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον ;»,  « ποιος θα μας βοηθήση ;», « ποιος θα μας γλιτώση από το ένα ή το άλλο κακό που μας βρήκε ;» δεν μετουσιώνεται σε αγώνα, αλλά δημιουργεί ανθρώπους παραλύτους ψυχικά.  Ανθρώπους που υποφέρουν από το άγχος της εποχής μας – το χαρακτηριστικό αυτό γνώρισμα του καιρού μας.
Λανθασμένη η πορεία αυτή. Εμπρός στους ογκολίθους του καιρού μας, μέσα στις δυσκολίες της ζωής, ας κρατάμε ανοικτούς τους ουρανούς της ψυχής. Ανοικτοί ουρανοί, ας είναι το σύνθημά μας. Υπάρχει ζωντανός και στους καιρούς μας ο Αναστάς Κύριος, έτοιμος να μας βοηθήση, να μας συμπαρασταθή, όταν ζητήσουμε την βοήθειά του. Είναι κοντά μας, δίπλα μας και την ώρα της τρικυμίας, όταν νοιώθουμε ότι καταποντιζόμεθα, έτοιμος να μας ανασύρη από τα αγριεμένα κύματα, αρκεί με πίστι να φωνάξουμε : « Κύριε σώσον με !»
Ίσως πούνε μερικοί : η υπερβολική επανάπαυσις στην βοήθεια του Θεού, και η απόλυτη εμπιστοσύνη σ΄ Αυτόν, δεν οδηγεί στην μοιρολατρία, στην αδράνεια ;  Αναμφιβόλως όχι. Αφαιρεί την αγωνία, δεν οδηγεί όμως στην αδράνεια. Ο αληθινός πιστός υπολογίζει στην βοήθεια του Θεού, όχι για να μην κάνη ό,τι του είναι ανθρωπίνως δυνατόν, αλλά για να μην ανησυχή,  να μην τα χάνη εμπρός στην κάθε δυσκολία. Αναγνωρίζει ότι πάνω από τις δικές του προσπάθειες υπάρχει και ο Θεός και έτσι ήρεμος για το παρόν και το μέλλον μάχεται με όλες του τις δυνάμεις για να νικήση κάθε εμπόδιο, να αντιμετωπίση με ψυχραιμία κάθε δυσκολία που του παρουσιάζεται.
Ο τρόπος αυτός της αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της ζωής είναι η πιο ζωντανή και αδιάψευστη απόδειξις ότι   «ηγέρθη ο Κύριος όντως ».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝΑναστάσεως μαρτυρία «Ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν» εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου



Xριστός Ανέστη. 
H Εκκλησία μας παρουσιάζει σήμερα τα πρόσωπα εκείνα που συνδέονται με μια μαρτυρία ζωής για τη Σταυρική Θυσία και την Ανάσταση του Κυρίου. Έχουμε πρώτα τα πρόσωπα του ευσχήμονα βουλευτή Ιωσήφ του από Αριμαθαίας και του Νικόδημου που ήταν κρυφός μαθητής του Χριστού. Έπειτα, τρεις άγιες γυναικείες μορφές, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και η Σαλώμη, η μητέρα των υιών του Ζεβεδαίου, του Ιωάννου και του Ιακώβου.       
Όλες αυτές οι μορφές που παρελαύνουν μέσα από τη διήγηση του Ευαγγελίου υπήρξαν μάρτυρες, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος της ταφής και οι Μυροφόρες της Αναστάσεως. Για τις τελευταίες, ο ιερός συναξαριστής σημειώνει: «Η του Θεού Εκκλησία ταύτας παρέλαβεν εορτάζειν: α) ως ιδούσας πρώτας Χριστόν εκ νεκρών, β) τοις πάσι καταγγειλάσας το σωτήριον κήρυγμα και γ) την κατά Χριστόν πολιτείαν μετελθούσαν αρίστως και μαθητευθείσαις Χριστώ».
                                      
Η αγάπη των Μυροφόρων   
Ας δούμε ειδικότερα την περίπτωση των Μυροφόρων γυναικών, από την οποία αντλούμε βαθύτατες αλήθειες. Οι Μυροφόρες άφησαν την καρδιά τους να πυρποληθεί από την αγάπη του Διδασκάλου. Αυτό ακριβώς το άνοιγμα της καρδιάς, τους έδινε τη βεβαιότητα και τις στερέωνε στην πίστη ότι Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Γι΄ αυτό και δεν έχουν αναστολές να σπεύσουν στο μνημείο.  
Επιθυμία που τις φλέγει είναι να δείξουν έμπρακτα την αγάπη που πλημμυρίζει όλη την ύπαρξη τους. Έτσι «διαγενομένου του Σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσιν αυτόν». Όταν αγαπάς ένα πρόσωπο σημαίνει ότι παραδίδεις τον εαυτόν σου απέναντί του. Ιδιαίτερα, η παράδοση του ανθρώπου στην αγάπη του Χριστού, συνιστά ταυτόχρονα και υπερύψωσή του. Σ΄ αυτήν ακριβώς την προοπτική του μεγαλείου της θείας ανάβασης, οι όποιες αδυναμίες ριζοβολούν στην ψυχή του ανθρώπου, μεταποιούνται σε μια ανυπέρβλητη δύναμη που τον απογειώνουν σε δυσθεώρητα πνευματικά ύψη.
Βέβαια, οι Μυροφόρες γυναίκες είχαν την αίσθηση της αδυναμίας: «Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου;». Στη βάση της λογικής αυτό φάνταζε να είναι αδύνατο. Η δύναμη όμως της αγάπης που τρέφει ο άνθρωπος στον Κύριο, παρακάμπτει τα οποιαδήποτε εμπόδια που υψώνονται στη ζωή του και τον βάζει σε μια άλλη προοπτική. Με αυτό τον τρόπο και οι Μυροφόρες γυναίκες τοποθετήθηκαν στο χώρο της θαυματουργίας.
Δυστυχώς, από το σημερινό άνθρωπο απουσιάζει η θεία τόλμη που τροφοδοτείται βέβαια από την αγάπη προς τον Κύριο. Απουσιάζει αυτό το δυναμικό στοιχείο που τον καταξιώνει σε άλλα επίπεδα ζωής, γιατί κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του. Είναι ακριβώς εδώ που οι Μυροφόρες μας δείχνουν τον τρόπο της υπέρβασης, την οποία θα πρέπει επιτέλους ν΄ αποτολμήσουμε στη ζωή μας. Αυτός λοιπόν ο τρόπος, παραπέμπει στο άνοιγμα του εαυτού μας. Ένα άνοιγμα που θα μας καταστήσει αιχμάλωτους στην αγάπη του Χριστού, ώστε να γίνουμε αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι, στολισμένοι με όλα εκείνα τα χαρίσματα που μας καθιστούν εικόνες του Θεού, μας κάνουν να είμαστε θεοειδείς.                                                 
Η χαρά των Μυροφόρων
Οι Μυροφόρες γυναίκες, ως μάρτυρες της Ανάστασης, δοκίμασαν στην καρδιά τους ανεκλάλητη χαρά. Δοκίμασαν όμως ταυτόχρονα και «τρόμο και έκσταση». Τις Μυροφόρες πλημμυρίζει το αίσθημα της χαράς γιατί όχι μόνο ξαναβλέπουν τον Κύριο τους, αλλά γιατί το μεγάλο γεγονός της Ανάστασης εκπέμπει το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα προς τον κόσμο: ότι δηλαδή ο θάνατος καταργήθηκε.
Απορροφήθηκε το θανατηφόρο κεντρί του από τον Αρχηγό της Ζωής, ο οποίος άνοιξε πια την προοπτική της αιωνιότητας, στην οποία εμβάλλει το δημιούργημά Του.
Η χαρά βέβαια των Μυροφόρων είναι ανάμικτη και μ΄ ένα τρόμο. Προέρχεται από την αίσθηση ότι η Ανάσταση του Χριστού χαρίζει μια καινούργια ζωή πέρα από τα όρια της επίγειας ύπαρξής μας. Είναι το επίπεδο της ζωής του Θεού. Εδώ είναι ακριβώς που ανυψώνεται ο άνθρωπος, γι΄ αυτό και ο Αναστάς Κύριος φανερώνεται «εν ετέρα μορφή».
Αγαπητοί αδελφοί, επιβάλλεται όπως ο άνθρωπος ξεπεράσει τις συνθήκες της παρούσας ζωής και αφήσει τον εαυτό του να υποστεί την καλή αλλοίωση με το φως και τη δύναμη της Ανάστασης. Αυτή την προοπτική ανοίγουν μπροστά μας οι Μυροφόρες γυναίκες. Με αυτό το αισιόδοξο αναστάσιμο μήνυμα, βοηθεί η Εκκλησία μας το σημερινό φοβισμένο και απελπισμένο άνθρωπο να υπερβεί τον εαυτό του. Αυτό γίνεται από τη στιγμή που αποφασίζει ελεύθερα να παραδώσει την ύπαρξή του στην αγάπη του Αναστάντος Κυρίου. Το παράδειγμά τους μας αφήνουν ο Ιωσήφ, ο Νικόδημος και οι Μυροφόρες γυναίκες που αξιώθηκαν να είναι οι πρώτοι μάρτυρες της Αναστάσεως.
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ «Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον». εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου



Η σημερινή Κυριακή των Μυροφόρων, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας, στα ευλαβή και θεοσεβή εκείνα πρόσωπα, που με θαυμαστή τόλμη και ευψυχία, εξεδήλωσαν την αγάπη τους προς τον Κύριο, μετά τη σταυρική Του θυσία. Ο φόβος και ο τρόμος είναι διάχυτος παντού. Οι εχθροί του Κυρίου έχουν επικρατήσει. Χρειάζεται, λοιπόν, τόλμη και αποφασιστικότητα και δύναμη ψυχής. Προσόντα που έχουν ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ευσχήμων βουλευτής και οι μυροφόρες γυναίκες. Ο Ιωσήφ, επίσημο μέλος του Ιουδαΐκού Συνεδρίου, δεν κλονίζεται στην πίστη από τον θάνατο του Ιησού. Θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο τη θέση του, αλλά στην ανάγκη και αυτή ακόμα την ζωή του για τον αγαπημένο του Μεγάλο Νεκρό. Κι έτσι ζητά με τόλμη και παρρησία από τον Πιλάτο το Σώμα του Ιησού. Στην συνέχεια, με ζηλευτή αγάπη και αφοσίωση, εκτελεί τα προς τον Ιησού καθήκοντα της ταφής. Στη συνοδεία του Ιωσήφ, προστίθενται και λαμβάνουν μέρος και οι μυροφόρες γυναίκες, που παρακολουθούν από κοντά την ταφή του λατρευτού τους Διδασκάλου. Το γεγονός αυτό, μας οδηγεί να μελετήσουμε γενικότερα το θέμα για να δούμε γιατί είναι αναγκαία η χριστιανική τόλμη και που και πως πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται.
Λαμπρό, λοιπόν και αιώνιο είναι το σημερινό παράδειγμα του Ιωσήφ. Έχει πιστέψει στον Κύριο και Τον αγαπά ειλικρινά. Γι’ αυτό και όταν ο Κύριος πεθαίνει πάνω στο Σταυρό, ο Ιωσήφ αισθάνεται επιτακτικά το χρέος να δείξει έμπρακτα την προς τον Ιησού αγάπη του. Παίρνει το θάρρος και παρουσιάζεται στον Πιλάτο και ζητά το Πανάγιο Σώμα Του, για να Το ενταφιάσει. Δεν υπολογίζει τις αντιδράσεις των Φαρισαίων και των αρχόντων, ούτε και τη δυσαρέσκεια που ήταν πιθανό να αισθανθεί ο Πιλάτος. Προχωρεί με τόλμη στο καθήκον. Και αφού λαμβάνει την απαιτούμενη άδεια, βοηθούμενος και από άλλα πιστά πρόσωπα, ξεκαρφώνει και καταβιβάζει από το Σταυρό το άγιο Σώμα του Χριστού, το αλείφει με αρώματα και το τυλίγει σε καθαρό σενδόνι. Και με αισθήματα βαθύτατης ευλάβειας, αγάπης και συγκίνησης, θέτει το Τίμιο Σώμα στο «καινό μνημείο», αφού κλείει την είσοδό του με μια βαριά πέτρα.
Αλλά πέρα από τον Ιωσήφ, τιμή και θαυμασμός ανήκει και στις ευσεβείς μυροφόρες γυναίκες, οι οποίες πολύ πρωί πήγαν στο μνήμα του Κυρίου. Αισθάνονται και αυτές επιτακτικό το χρέος να προσφέρουν στον Κύριο τις νεκρικές τιμές που συνήθιζαν οι Ιουδαίοι. Αγοράζουν, λοιπόν, αρώματα και μύρα και νωρίς το πρωί της Κυριακής ξεκινούν για τον τάφο Του. Και αυτές δεν υπολογίζουν κανένα κίνδυνο και καμιά απειλή. Αν και εκ φύσεως αδύνατες και δειλές, αψηφούν τα πάντα. Εμπνεόμενες από την αγάπη προς τον Κύριό τους, προχωρούν για την εκπλήρωση του σκοπού τους. Και μόλις πλησιάζουν, με έκπληξη βλέπουν ότι η πέτρα έχει παραμερισθεί. Εισέρχονται δειλά-δειλά στο μνήμα και βρίσκουν εκεί ένα λαμπροφορεμένο άγγελο του Θεού, που τις καθησυχάζει και αναγγέλλει σ’ αυτές το μεγάλο γεγονός ότι αναστήθηκε ο Κύριος. Κι έτσι, οι μέχρι τότε θλιμμένες ψυχές των μυροφόρων, γεμίζουν πλέον από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση. Και γεμάτες έκσταση και Θείο φόβο, σπεύδουν να αναγγείλουν το μεγάλο γεγονός που πρώτες αυτές άκουσαν.
Οι εκλεκτές αυτές ψυχές, του Ιωσήφ και των μυροφόρων γυναικών, δίνουν σε όλους μας ένα σπουδαίο μάθημα. Ότι δηλαδή χρειάζεται να έχουμε κι εμείς σαν χριστιανοί, τόλμη και γενναιοψυχία. Να έχουμε θάρρος και αφοβία όταν επιτελούμε οποιοδήποτε δύσκολο έργο, που μας επιβάλλει η χριστιανική μας ιδιότητα. Βέβαια, δεν μας απειλούν εμάς σήμερα με διωγμούς, με μαρτύρια ή με θάνατο. Όμως πρέπει να το καταλάβουμε όλοι μας ότι η χριστιανική ζωή είναι, για όσους βέβαια θέλουν να τη ζήσουν με συνέπεια, ζωή ομολογίας, θυσιών και αγώνων. Και η ζωή αυτή απαιτεί ηρωΐσμό και παρρησία. Κι εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι, η εκπλήρωση των θρησκευτικών μας καθηκόντων και η συνειδητή τήρηση των νόμων του Θεού, προκαλούν πάντοτε τις ειρωνείες, τους ονειδισμούς, τις πιέσεις και αντιδράσεις των ανθρώπων του κόσμου. Αν, λοιπόν, δεν διαθέτουμε ευψυχία, τόλμη και θάρρος, μπροστά στα εμπόδια αυτά, θα λυγίσουμε, θα δειλιάσουμε, θα υποχωρήσουμε και θα ηττηθούμε.
Γι’ αυτό, όταν και στη δική μας ζωή, παρουσιάζονται διάφορα προβλήματα και αδιέξοδα, μας χρειάζεται πίστη και τόλμη. Τα προβλήματα αυτά μπορεί να είναι οικογενειακά, οικονομικά, συνειδησιακά εργασιακά, υγείας και τόσα άλλα. Δυστυχώς, τις περισσότερες φορές, σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες απελπιζόμαστε, τα χάνουμε και νομίζουμε πως χάθηκαν τα πάντα και πως βουλιάξαμε στα άλυτα προβλήματά μας. Χρειάζεται σ’ αυτές τις κρίσιμες στιγμές της ζωής μας, να προχωρούμε με πίστη και τόλμη για να δίνουμε τις μεγάλες μάχες. Έστω κι αν ,μας φαίνεται ακατόρθωτο, με τη βοήθεια του Θεού, μπορούν να παραμερισθούν τα εμπόδια. Γιατί ο Θεός που παρακολουθεί τη ζωή μας, μπορεί ν’ ανοίγει τους δρόμους σ’ όλα τα αδιέξοδα. Οι δυσκολίες θα εξαφανίζονται και το σκοτάδι θα διαλύεται. Φτάνει εμείς να προχωρούμε με πίστη και τόλμη, όπως προχώρησαν ο Ιωσήφ και οι μυροφόρες γυναίκες.
Αλλά και σε συγκεκριμένες στιγμές και περιπτώσεις, όπου ιδιαίτερα καλούμαστε να δείξουμε τη χριστιανική παρρησία και τόλμη, ποτέ δεν πρέπει να φοβούμαστε να αποκαλύπτουμε τις θρησκευτικές μας πεποιθήσεις και ποτέ δεν πρέπει να διστάζουμε να υψώνουμε την φωνή μας, όταν το κακό θριαμβεύει και όταν πολεμείται ο Χριστός και η Εκκλησία Του. Θα πρέπει να μη σιωπούμε, να παίρνουμε θέση και να τολμούμε με σύνεση και θάρρος, χωρίς να φοβούμαστε τις αντιδράσεις.
Αδελφοί μου. Η γιορτή των αγίων Μυροφόρων, τόσο των γυναικών όσο και των ανδρών, γίνεται αφορμή να θερμάνουμε ακόμα περισσότερο την αγάπη μας που τρέφουμε όλοι μας στο Χριστό. Ας γίνουμε, λοιπόν, γενναίοι στο φρόνημα, εύψυχοι και αποφασιστικοί. Ας διώξουμε από μέσα μας τη δειλία, τον φόβο και την ατολμία. Ας μη υπολογίζουμε και ας μη φοβούμαστε τους ανθρώπους του κόσμου, τη γνώμη τους ή τις απειλές τους. Ας αποβάλουμε από μέσα μας κάθε δειλία και ας γνωρίζουμε ότι Χριστιανός και δειλία είναι δυο πράγματα ασυμβίβαστα. Ας παρακαλούμε τον Θεό να μας δίνει θάρρος και τόλμη, δύναμη και ευψυχία, αγαθά που είναι απαραίτητα στη σημερινή μας κοινωνία. Είθε όλοι να τα αποκτήσουμε. Τα έχουμε ανάγκη κι’ εμείς και η εποχή μας.
 
† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος

Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ, ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ






«Υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν, εκεί αυτόν όψεσθε».


Αγαπητοί μου αδελφοί,
Σταυρώθηκε ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο υιός της Παρθένου. Σταυρώθηκε ο αναμάρτητος, ο υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας, και έπαθε τον ατιμωτικό θάνατο η ζωή η αθάνατος, και ετάφη στο καινό μνημείο. Οι μαθητές του, «δια τον φόβο των Ιουδαίων» ήταν κλεισμένοι σε κάποιο σπίτι στα Ιεροσόλυμα, χωρίς καν να συμμετάσχουν στα νενομισμένα για τους νεκρούς ως όριζε ο Μωσαϊκός νόμος.
Να, όμως, που οι γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Ιακώβου και Σαλώμη, ποιό τολμηρές από τους άνδρες, με πίστη θερμή και αγία αγάπη, αφού αγόρασαν αρώματα, ήλθαν πολύ πρωί στον τάφο του Ιησού να αλείψουν με αρώματα το Άγιο Σώμα του θείου Λυτρωτού : «και λίαν πρωί της μιας σαββάτων έρχονται επί το μνημείον».
Η ανδρεία των γυναικών μυροφόρων είναι αξιοθαύμαστη, γιατί οι γυναίκες, αν και φύσει ασθενείς, δεν λογαριάζουν τίποτε, μα τίποτε. Δεν αναλογίζονται κόπους, θυσίες, διωγμούς, δεν φοβούνται την στρατιωτική φρουρά. Ένας μόνο φόβος τις διακατείχε, το ποιός θα κυλίσει τον λίθο «από της θύρας του μνημείου».
Και ο ετάζων  καρδίας και νεφρούς, και τα βάθη των ανθρώπων γινώσκων, Κύριος ο Θεός, αμείβει την αγαθή και γενναία διάθεση των αγίων γυναικών. Και ω! του θαύματος, ο λίθος δι’ αγγέλου «απεκυλίσθη» κι έτσι οι γυναίκες μπήκαν μέσα στο μνημείο για να αλείψουν με αρώματα το Πανάγιο και Πανακήρατο σώμα του Ιησού.
Έμειναν όμως εκστατικές, όταν ο λευκοφορεμένος άγγελος Κυρίου τις αναγγέλει το μέγα και πανευφρόσυνο γεγονός της Αναστάσεως του Θείου Λυτρωτού: «Ιησούν ζητείτε τον Ναζαρινόν, τον εσταυρωμένον; Ηγέρθη, ούκ έστιν ώδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν».
Ο φόβος και ο τρόμος των αγίων γυναικών μεταβάλλεται σε άφατο χαρά και αγαλλίαση και αμέσως τρέχουν για να αναγγείλουν την χαροποιό αγγελία στους αγίους αποστόλους και μαθητές του Κυρίου, καθώς προσέταξεν αυτές ο άγγελος: «υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς  αυτού και τω  Πέτρω, ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν».
Αυτές οι μυροφόρες γυναίκες, πρώτες μεταφέρουν το μέγα και σωτήριο μήνυμα της θείας αναστάσεως, στους  Αποστόλους, αλλά στον λαό, «τον καθήμενο εν σκότει και σκιά θανάτου», και από αυτές πρώτα μεταδόθηκε το ανέσπερο  φώς της αναστάσεως στους ένδεκα μαθητές και «πάσιν τοις λοιποίς».
Με τον σταυρικό θάνατο και τη ζωηφόρο ανάσταση του Θείου Λυτρωτού σώθηκε το ανθρώπινο γένος από τα δεινά της θεοστυγούς αμαρτίας και του αιωνίου θανάτου, που είναι ο χωρισμός του ανθρώπου από τον Θεό Πατέρα, και έτσι ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την αιώνιο ζωή.
Δια του Τιμίου Σταυρού και της Θείας Αναστάσεως του Θεανθρώπου Ιησού άνοιξαν και πάλι οι ουρανοί δια να δεχθούν τον πλανηθέντα άνθρωπο, ο οποίος ενώ πλάστηκε από τον Θεό «κατ’ εικόνα και ομοίωση Αυτού», με την παρακοή αμαύρωσε, αλλοίωσε, εξαχρείωσε, σκότωσε την εικόνα του Θεού.
Η χριστιανική θρησκεία, θρησκεία σταυροαναστάσιμος, αποβλέπει κυρίως στην ηθική μόρφωση και αποκατάσταση κάθε ανθρώπου και την σωτηρία της αθανάτου ψυχής του. Αυτή δίδαξε υψηλές διδασκαλίες και ανύψωσε και αυτή την γυναίκα, η οποία προηγουμένως εθεωρείτο «πράγμα» και ήτο περιφρονημένη και ταπεινωμένη.
Η Θρησκεία του Ναζωραίου Χριστού έδωσε στην γυναίκα την δύναμη εκείνη, ώστε δια της πίστεως, της αγάπης, της τόλμης, της παρρησίας και του θάρρους, να αξιωθεί να γίνει και σ’ αυτούς τους ευαγγελιστές η ευαγγελίστρια. Δια των μυροφόρων γυναικών μεταδόθηκε το μήνυμα της χαρμόσυνης ανάστασης του Μεγάλου και Πρώτου Διδασκάλου της σωτηρίας ολοκλήρου της ανθρωπότητας, του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός.
Αδελφοί μου,
Καθώς είδαμε, η γυναίκα ανυψώθηκε και εξευγενίστηκε δια της θείας και ζωογόνου θρησκείας του Ιησού Χριστού, ο οποίος  έγινε άνθρωπος, δια να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον αιώνιο θάνατο. Ο Θεός έλαβε σάρκα από την Παρθένο Μαρία και έγινε άνθρωπος δια να ανυψώσει τον άνθρωπο στην αρχαία μακαριότητα.
Μιμηθείτε, παρακαλώ, αγαπητές μου γυναίκες, μια και σήμερα ο λόγος δια την γυναίκα, την αειπάρθενο Κόρη της Ναζαρέτ, την Μητέρα του Εσφαγμένου αρνίου της Αποκαλύψεως στην αληθινή ευσέβεια και ταπείνωση, την Άννα στην σωφροσύνη και την θεία λατρεία, την Ανθούσα, την Νόνα και την Εμμέλεια, δια την ανατροφή των τέκνων τους, τις Μυροφόρες γυναίκες, δια την τόλμη και την αγάπη προς τον Διδάσκαλό τους, τον Ιησού Χριστό, τις  Σπαρτιάτισσες και την Ιουδίθ δια την αγάπη τους προς την Πατρίδα τους.
Έτσι μόνο, αγαπητές μου, θα γίνετε  αληθινές χριστιανές, αληθινές σύζυγοι, και μητέρες και τότε θα έχετε την εκτίμηση, τον σεβασμό και την αγάπη του κόσμου και προ πάντων την χάρη και ευλογία του Αναστάντος Ιησού.  ΧΡΙΣΤΟΣ  ΑΝΕΣΤΗ ,   αδελφοί  περιπόθητοι.  
    Ο. Λ. Κ. Α  Π.

Κυριακή των Μυροφόρων Οι επτά διάκονοι


Ο γογγυσμός

Η Εκκλησία του Χριστού στις πρώτες ημέρες της εξαπλωνόταν με θαυμαστή άνθηση. Ένα όμως εσωτερικό πρόβλημα ήλθε να ταράξει την ειρήνη και την ενότητα των πρώτων πιστών. Καθώς αύξανε ο αριθμός των πιστών, «εγένετο γογγυσμός των Ελληνιστών προς τους Εβραίους». Δηλαδή οι Ιουδαίοι χριστιανοί που ήταν από ξένα μέρη και γι’ αυτό μιλούσαν Ελληνικά, άρχισαν να γογγύζουν εναντίον των ντόπιων Εβραίων χριστιανών, που μιλούσαν την αραμαϊκή γλώσσα. Κι άρχισαν τα παράπονα, ότι οι χήρες των ελληνόφωνων Ιουδαίων χριστιανών παραμελούνταν στην καθημερινή περίθαλψη και στη διανομή των τροφών και των ελεημοσυνών.
Ο γογγυσμός αυτός, που εκδηλώθηκε μέσα στα σπλάχνα της πρώτης Εκκλησίας, ήταν περισσότερο επικίνδυνος από τους εξωτερικούς εχθρούς. Διότι οι πολέμιοι του Χριστού με την εχθρότητά τους συσπείρωναν το σώμα των πιστών, ενώ ο γογγυσμός ήταν διαλυτικό στοιχείο και έπρεπε άμεσα να εξαλειφθεί. Μέχρι πριν από λίγες μέρες ήταν όλοι οι πιστοί μια ψυχή και μια καρδιά. Όταν όμως αυξήθηκαν σε αριθμό, άρχισαν τα παράπονα. Βέβαια είναι λογικό, όταν αυξάνεται ο αριθμός, να δημιουργούνται κάποια οργανωτικά προβλήματα. Το πλήθος δεν βοηθά πάντοτε στην ποιότητα. Οι Απόστολοι άλλωστε δεν επαρκούσαν στη διευθέτηση τόσων θεμάτων. Δεν μπορούσαν να κάνουν ταυτόχρονα τα πάντα. Η παραμέληση των Ελληνιστών όμως δεν ήταν μια σκόπιμη ενέργεια αλλά αποτέλεσμα δυσλειτουργίας. Από την άλλη πλευρά και οι χήρες των Ελληνιστών δεν ήταν δίκαιο να παραμελούνται. Αλλά το πρόβλημα δημιουργήθηκε επειδή οι ντόπιες χήρες είχαν ευνοϊκότερη μεταχείριση και έπαιρναν περισσότερα αγαθά. Δηλαδή ουσιαστικά μέσα από το όλο πρόβλημα εκδηλώνονταν τα πάθη της πλεονεξίας και της ζήλειας. Και στις αγιότερες λοιπόν κοινωνίες είναι δυνατόν να δημιουργηθούν αφορμές παραπόνων όχι πάντοτε αβάσιμες. Ένα δίδαγμα λοιπόν που μπορούμε να πάρουμε από την όλη διήγηση είναι ότι σε κάθε πρόβλημα που ανακύπτει στις σχέσεις μας με τους άλλους αδελφούς μας, να μη γογγύζουμε διαρκώς ούτε να ψάχνουμε να βρούμε ψεγάδια. Λάθη είναι φυσικό να γίνονται. Να τα αντιμετωπίζουμε όμως με σύνεση, κατανόηση και διάκριση. Χωρίς να γκρινιάζουμε διαρκώς και να επικρίνουμε τα πάντα και να είμαστε πάντοτε δυσαρεστημένοι από το καθετί. Έτσι και την ψυχή μας μολύνουμε και στους άλλους μεταδίδουμε ένα πνεύμα διαλυτικό.

Διακονία ιερή

Μετά από το πρόβλημα που δημιουργήθηκε, οι δώδεκα Απόστολοι συγκάλεσαν το πλήθος των πιστών και τους είπαν: Δεν μας φαίνεται σωστό να αφήσουμε εμείς το κήρυγμα του λόγου του Θεού και να υπηρετούμε στα τραπέζια του φαγητού. Εξετάστε λοιπόν προσεκτικά και εκλέξτε από σας τους ίδιους επτά άνδρες που να έχουν καλή μαρτυρία από όλους και σύνεση και να είναι γεμάτοι από Άγιο Πνεύμα, «άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά», για να επιτελούν τη διακονία αυτή. Κι εμείς θα αφοσιωθούμε αποκλειστικά στην προσευχή και στη διακονία του κηρύγματος.
Η πρόταση αυτή των Αποστόλων φάνηκε αρεστή στα μέλη της Εκκλησίας. Και διάλεξαν τον Στέφανο, άνδρα γεμάτο με πίστη και πολλά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τον Φίλιππο, τον Πρόχορο και τον Νικάνορα, τον Τίμωνα και τον Παρμενά και τον Νικόλαο από την Αντιόχεια. Αυτούς τους επτά τους παρουσίασαν ενώπιον των Αποστόλων. Και αυτοί, αφού προσευχήθηκαν, έβαλαν επάνω τους τα χέρια τους, για να τους μεταδοθεί η θεία Χάρη. Έτσι το κήρυγμα του λόγου του Θεού είχε θαυμαστή πρόοδο και διάδοση. Και ο αριθμός των πιστών στα Ιεροσόλυμα μεγάλωνε πάρα πολύ. Αλλά και πλήθος πολύ από τους ιερείς των Ιουδαίων αποδέχονταν την πίστη.
Πώς λοιπόν λύθηκε το πρόβλημα των γογγυσμών; Μήπως το έλυσαν οι γογγυστές; Κάθε άλλο. Το έλυσαν άνθρωποι πλήρεις Πνεύματος Αγίου. Άνθρωποι που είχαν την έξωθεν καλή μαρτυρία, ακέραιοι και αξιόπιστοι, ενάρετοι και ταπεινοί. Με διοικητικά και πνευματικά χαρίσματα. Τίμιοι στη διαχείριση, συνετοί στη συμπεριφορά τους. Διότι με τα πολλά αυτά χαρίσματα και τις αρετές τους μπορούσαν να διευθετούν καλύτερα τα διάφορα προβλήματα που προέκυπταν· να προλαβαίνουν τα παράπονα των πιστών και να διανέμουν τα αγαθά της Εκκλησίας με δικαιοσύνη.
Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού υπάρχουν σε κάθε εποχή άνθρωποι που διακονούν στα ιερά της έργα: κληρικοί και λαϊκοί, επίτροποι, ψάλτες, νεωκόροι, κυρίες του φιλοπτώχου, κύριοι και κυρίες στα συσσίτια, στους εράνους, στις φιλανθρωπίες, σε κάθε έργο. Όσοι λοιπόν διακονούμε στα ιερά έργα της Εκκλησίας, και πολύ περισσότερο όσοι διαχειριζόμαστε τα ιερά χρήματα, πρέπει να έχουμε φρόνηση, σύνεση και φόβο Θεού. Να επιτελούμε τα ιερά έργα με φόβο και τρόμο. Με τη συναίσθηση ότι θα δώσουμε κάποτε λόγο στον Θεό. Γι’ αυτό να εκζητούμε διαρκώς τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος για να εργαζόμαστε τα ιερά μας έργα με δικαιοσύνη και σοφία, με πίστη και φόβο Θεού.

Κυριακή των Μυροφόρων του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας κ.κ. Παντελήμονος


Κυριακή των Μυροφόρων σήμερα, αδελφοί μου, μετά την Κυριακή του Θωμά ή Αντίπασχα, και δικαιολογημένα, διότι οι μυροφόρες γυναίκες είναι οι πρώτες αψευδείς μάρτυρες της Αναστάσεως του Κυρίου μας, αφού αυτές πήγαν «λίαν πρωί της μιας των σαββάτων» στο μνημείο του Χριστού, το βρήκαν κενό, άκουσαν από τον άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως, είδαν τον Αναστάντα Κύριο και πήραν εντολή να μεταφέρουν το αναστάσιμο μήνυμα και στους αποστόλους . Μαζί με τις μάρτυρες της Αναστάσεως, τις Μυροφόρες, εορτάζουμε και τους μάρτυρες τα Tαφής του Χριστού, τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, οι οποίοι ζήτησαν το Άγιο Σώμα του Χριστού από τον Πιλάτο, και το ενταφίασαν σε δικό τους μνημείο.
Γράφει ο Φίλων ο Ιουδαίος : «για ποιο λόγο όλες οι αρετές είναι γένους θηλυκού, η πίστη, η ελπίδα, η αγάπη, η ανδρεία και οι υπόλοιπες ; Διότι για την απόκτηση των αρετών είναι προθυμότερες οι γυναίκες από τους άνδρες». Η σημερινή όμως εορτή αποδεικνύει ότι και οι άνδρες και μάλιστα οι ευσχήμονες βουλευτές Νικόδημος και Ιωσήφ, διέθεταν τόλμη και αγάπη σαν αυτή των γυναικών.
Πράγματι και οι Μυροφόρες και οι δύο Βουλευτές είχαν περισσή τόλμη και αγάπη. Οι γυναίκες ακολουθούσαν τον Χριστό στην επίγεια δράση του και τον διακονούσαν με δικά τους έξοδα, σημειώνει ο Ευαγγελιστής . Βυθισμένες στον πόνο και το δάκρυ συνόδευσαν τον Χριστό στον Γολγοθά και του παραστάθηκαν μόνο αυτές, ώστε να αναπαύει το πονεμένο βλέμμα του ο Εσταυρωμένος στην αγάπη τους . Και μετά την ταφή Του και  πάλι η αγάπη τους αγρυπνεί . «Λίαν πρωί» ξεκινούν για το μνημείο για να προσφέρουν τα μύρα της καρδιάς τους .
Η πραγματική αγάπη έχει συνακόλουθή της την τόλμη. Τολμούν να ακολουθούν τον Χριστό δημόσια, όντας γυναίκες, τολμούν να βρίσκονται μεταξύ των σταυρωτών, μόνες αυτές οδυρόμενες, τολμούν να τον ενταφιάσουν. Τολμούν να κυκλοφορήσουν νύχτα παρά τις συνήθειες των γυναικών, τολμούν να αντιμετωπίσουν τη ρωμαϊκή κουστωδία, που φύλαγε τον Τάφο, τολμούν και τον λίθο να αποκυλίσουν, αρκεί να δείξουν την αγάπη στον Μεγάλο Νεκρό.
Αλλά και οι βουλευτές Ιωσήφ και Νικόδημος δεν υστερούσαν στην αγάπη και την τόλμη. Διαθέτουν και οι άνδρες αποθέματα αληθινής αγάπης και στοργής, αλλά δεν έχουν τον τρόπο να τη δείξουν, όπως οι γυναίκες. Την κρύβουν προσεκτικά, αλλά την αποκαλύπτουν εξαιρετικά τολμώντας πράξεις αγάπης. Ο Νικόδημος επισκέφθηκε κρυφά τον Χριστό «νυκτός», άκουσε την υψηλή διδασκαλία του και πίστευσε. Έπειτα, μέσα στη συναγωγή, υποστήριξε έμμεσα τον Χριστό, συμβουλεύοντας να μην βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα εναντίον Του. «Αν δεν είναι από Θεού, θα καταρρεύσει σαν άνθρωπος».
Πάντως το γεγονός ότι μετά τον θάνατο του Χριστού τολμούν και οι δύο να παρουσιαστούν στον Πιλάτο και να ζητήσουν το σώμα του Χριστού αποδεικνύει και τη βαθιά αγάπη τους στον Χριστό και την ανεπανάληπτη τόλμη τους μέσα στο εχθρικό κλίμα που επικρατούσε κατά του Χριστού.
Εκείνοι οι μακάριοι άνδρες και γυναίκες αγάπησαν τον Χριστό, τόλμησαν να φανερώσουν την αγάπη τους και πλήρωσαν το τίμημά της με διάφορα μαρτύρια . Γι΄ αυτό η Εκκλησία μας τους τιμά σήμερα .
Εμείς οι χριστιανοί αγαπούμε τον Χριστό ; «Εί τις ου φιλεί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ήτω ανάθεμα». Όποιος δεν αγαπά τον Κύριο Ιησού Χριστό να είναι αναθεματισμένος, χωρισμένος από το σώμα της Εκκλησίας, λέγει ο απόστολος Παύλος .
Η αγάπη τροφοδοτεί τη ζωή, συγκρατεί τον άνθρωπο στη ζωή. Αν για ένα μόνο λεπτό συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι δεν τον αγαπάει κανείς θα αυτοκτονήσει, λέγει κάποιος φιλόσοφος .
Και είναι αλήθεια όλοι αγαπούμε και όλοι θέλουμε να μας αγαπούν. Αγαπούμε τη μητέρα μας, τον πατέρα μας, τα αδέλφια μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, τους συζύγους  μας και όποιους άλλους επιλέξαμε από τον περίγυρό μας . Το ίδιο νιώθουμε ότι αγαπιόμαστε από τους άλλους . Και έχουμε τη δυνατότητα να εκφράζουμε τα συναισθήματα της αγάπης καθώς μας, τα αδέλφια μας, τους συγγενείς, τους φίλους, τα παιδιά μας, τους συζύγους μας και όποιους άλλους επιλέξαμε από τον περίγυρό μας . Και έχουμε τη δυνατότητα να εκφράζουμε τα συναισθήματα της αγάπης καθώς ως άνθρωποι και βλεπόμαστε και είμαστε κοντά-κοντά . Όμως αγαπούμε τον Χριστό ; Αν η αγάπη προς τους ανθρώπους τροφοδοτεί την επίγεια ζωή, η αγάπη για τον Θεό και από τον Θεό για μας συνιστά την Αιώνιο Ζωή, τροφοδοτεί τον Παράδεισο.
Αγαπούμε τον Χριστό ; Όποιος δεν αγαπά τον Χριστό είναι αποκομμένος, λέγει ο απόστολος . Τον αγαπούμε, αλλά ίσως αναρωτιόμαστε πώς να το δείξουμε.
Πολλοί τρόποι υπάρχουν να αποδείξουμε ότι αγαπούμε τον Χριστό. «Αν με αγαπάτε», λέγει ο ίδιος ο Κύριος, «θα τηρήσετε τους λόγους μου». Πρώτα-πρώτα νιώθουμε ευχαρίστηση και χαρά μελετώντας τα λόγια του Χριστού; Είναι γλυκά τα λόγια του σαν το μέλι στον λάρυγγά μας ; Αυτό είναι απόδειξη ότι τον αγαπούμε. Και ακόμη, η εφαρμογή των λόγων του είναι η τρανώτερη απόδειξη της αγάπης μας .
Θέλετε και άλλη απόδειξη ; Λαχταρούμε την ώρα της προσευχής και της συνομιλίας μαζί με τον Χριστό, όπως μας συμβαίνει με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, ποθούμε να ευρισκόμαστε στον Οίκο Του, στον Ναό Του, όπου μας περιμένει στοργικά ; Προσέχουμε τη ζωή μας, για να μην Τον σταυρώνουμε με τις αμαρτίες και τις αταξίες μας ; Αλλά και τους συνανθρώπους μας αν αγαπούμε, τον Χριστό αγαπούμε. Γιατί, λέγει, αν ισχυρίζεστε ότι αγαπάτε τον Θεό, αλλά μισείτε τον συνάνθρωπό σας, είστε ψεύτες . Η αγάπη στον πλησίον και στον ελάχιστο αδελφό στον Θεό μεταβαίνει .
Πολλά θα είχαμε να πούμε ακόμη για την αγάπη. Να ελέγξει ο καθένας τον εαυτό του, αν αγαπάει τον Χριστό, τον Σωτήρα και Λυτρωτή του, και τότε θα βρει και την τόλμη να εφαρμόσει στη ζωή του τον νόμο Του. Γιατί η χριστιανική ζωή χρειάζεται τόλμη.
Να προσευχόμαστε ιδιαίτερα να γεμίσει ο Θεός την καρδιά μας, από την αγνή και αγία αγάπη του δια πρεσβειών των Μυροφόρων και των αγίων Ιωσήφ και Νικοδήμου και για να αξιωθούμε μετά την επίγειο ζωή μας να συναντήσουμε τον αγαπώμενο Κύριο και για να τον απολαύσουμε στον παράδεισο. Γιατί, αδελφοί μου, όποιος δεν αγάπησε τον Χριστό από αυτή τη ζωή, δεν θα τον δει ποτέ .

Κυριακή Μυροφόρων + Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος





ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ, αγαπητοί μου, να εορτάζουμε το μέγα, το κοσμοσωτήριο γεγονός της αναστάσεως του Σωτήρος Χριστού. Οι περισσότεροι ύμνοι πού ψάλλονται την περίοδο αυτή ως θέμα έχουν την ανάσταση του Χριστού. Άλλα και αυτή ή θεία λειτουργία, πού γίνεται τις Κυριακές αυτές του ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΑΡΙΟΥ, διαφέρει από τη θεία λειτουργία του υπολοίπου εκκλησιαστικού έτους, διότι αμέσως μετά το «Ευλογημένη ή βασιλεία...» δέ λέμε αμέσως τα ειρηνικά, δέ' λέμε τις αιτήσεις «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν...», άλλα ό ιερεύς θυμιάζει την αγία τράπεζα άπ' όλες τις πλευρές καθώς και όλο το ναό και ψάλλει μαζί με τους ψάλτες κατ' επανάληψιν, δέκα φορές, το «Χριστός ανέστη». 

Το «Χριστός ανέστη» ακούγεται όλες τις Κυριακές άλλα και όλες τις ήμερες μέχρι της Αναλήψεως. Το «Χριστός ανέστη» είναι, αδελφοί μου ό γλυκύτερος χαιρετισμός, χαιρετισμός πού μεταφέρει από στόμα σε στόμα, από γενεά σε γενεά το μέγα μήνυμα, την πιο χαρμόσυνη είδηση, ότι ό Κύριος νίκησε το θάνατο. Χιλιάδες φορές - αμέτρητες ακούστηκε, και ακούγεται, και θα εξακολούθηση ν' ακούγεται το «Χριστός ανέστη». Άλλα πότε ελέχθη για πρώτη φορά; ποια αυτιά το πρωτοάκουσαν; ποιος είναι εκείνος πού άκουσε για πρώτη φορά το «Χριστός ανέστη»; 

Όπως τη γέννηση του Χριστού δεν την έμαθαν πρώτοι οι μεγάλοι και ισχυροί και πλούσιοι, αλλά οί ταπεινοί και φτωχοί βοσκοί πού έβοσκαν τα ποίμνια τους στα βοσκοτόπια της Βηθλεέμ, έτσι και την ανάσταση του Χριστού, το γεγονός ότι ό Ιησούς σύντριψε τις πύλες του άδου, δεν το άκουσαν πρώτοι οί επιφανείς και αξιωματούχοι, δεν το άκουσαν οί ισχυροί άνδρες, δεν το άκουσαν ούτε και αυτοί οι μαθηταί του Χριστού, το μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου το άκουσαν πρώτες άπ' όλους οί γυναίκες, οί μυροφόρες γυναίκες και προς τιμήν αυτών των γυναικών είναι αφιερωμένη ή σημερινή Κυριακή, τρίτη Κυριακή από το Πάσχα. 

Άλλα γιατί το μήνυμα της Αναστάσεως το άκουσαν πρώτες άπ' όλους οί μυροφόρες; Γιατί ή πρώτη εμφάνισης του αναστάντος Κυρίου να γίνει σ' αυτές; Μήπως ό Χριστός στην περίπτωση αυτή ενήργησε μεροληπτικός;. 

Mεροληπτικός σε καμία στιγμή της ζωής του δεν συμπεριφέρθηκε ό Κύριος. Ήταν δίκαιος, και συνεπώς, εάν τώρα όχι οί άντρες, όχι οί απόστολοι, όχι ό Πέτρος και ό Ιωάννης, αλλά οι γυναίκες άκουσαν το χαρμόσυνο μήνυμα, υπάρχει λόγος, λόγος όχι κάποιας ιδιαιτέρας συμπαθείας, αλλά λόγος δικαιοσύνης. Ό Χριστός αγαπά όλα τα παιδιά του και αμείβει το καθένα χωρίς να μεροληπτεί εις βάρος άλλου. Άκουσαν πρώτες οί μυροφόρες γυναίκες το «Χριστός ανέστη», διότι τους άξιζε πράγματι να το ακούσουν. Kαι τους άξιζε, διότι αυτές έδειξαν αρετές πού δεν έδειξαν ούτε οί μαθηταί του Κυρίου. Ποιες αρετές έδειξαν; 

Από την πρώτη μέρα πού γνώρισαν τον Κύριο στη Γαλιλαία, έγιναν πιστές μαθήτριες του, τον ακολουθούσαν και δαπανούσαν από τα υπάρχοντα τους για τη συντήρηση εκείνου καθώς και του ομίλου των μαθητών του «ότε ην εν τη Γαλιλαία ηκολούθουν αυτώ» (Μάρκ. 15,41) και «διηκόνουν αύτω εκ των υπαρχόντων αυταίς» (Λουκ. 8,3). και μόνο τότε; 

Την ώρα της θυσίας του, ενώ όλοι είχαν εγκαταλείψει τον Κύριο, ενώ ό μεν Ιούδας τον πρόδωσε για τριάκοντα αργύρια, ενώ ό Πέτρος τον αρνήθηκε εμπρός σε μια υπηρέτρια και μάλιστα με όρκο, ενώ οι άλλοι μαθηταί πλην του Ιωάννου «πάντες αφέντες αυτόν έφυγαν» (Ματθ. 26,56), ενώ όλοι όσους είχε ευεργετήσει καθ' όλο το διάστημα της δημοσίας δράσεως του πήγαν και ενώθηκαν μαζί με τους εχθρούς και φώναζαν «Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν» (Ίωάν. 19,15), μέσα στη γενική αυτή εγκατάλειψη οι μυροφόρες έμειναν πιστές και αφοσιωμένες στον Κύριο. Έμειναν κοντά στον Διδάσκαλο, ζώντας το δράμα από απόσταση τόση όση τους επέτρεπαν οι συνθήκες. ούτε ένα λεπτό δεν αποχωρίσθηκαν από αυτόν. «Ήσαν δε εκεί και γυναίκες πολλαί από μακρόθεν θεωρούσαι, αίτινες ηκολούθησαν τω Ιησού από της Γαλιλαίος διακονούσαι αυτώ, εν αίς ην Μαρία ή Μαγδαληνή, και Μαρία ή του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, και ή μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,55-56) «και Σαλώμη, αι...και διηκόνουν αυτώ, και άλλαι πολλαί αϊ συναναβάσαι αυτώ είς Ιεροσόλυμα» (Μάρκ. 15,40-41). Βρήκαν το ψυχικό σθένος να μείνουν εκεί, στο Γολγοθά. Είδαν το φρικτό θέαμα. Άκουσαν όλους τους λόγους, πού είπε ό Χριστός επάνω στο σταυρό, άκουσαν και το «Τετέλεσται» Ιωαν. 19,30). 

Άλλα και μετά το θάνατο του δεν αναχώρησαν. Έμειναν θρηνώντας κοντά στο σταυρό. Και μόλις παρουσιάστηκε ό Ιωσήφ ό από Αριμαθαίας και ό Νικόδημος με την άδεια του ενταφιασμού, αυτές έτρεξαν, τους βοήθησαν, τους συνόδευσαν στο μνημείο, και δεν έφυγαν από 'κει παρά μόνο όταν ό ήλιος της δραματικωτέρας αυτής ημέρας έριξε πάνω στη γη τις τελευταίες του ακτίνες. 

Την αγάπη τους όμως, την ανδρεία τους, τη μεγάλη ψυχή τους την έδειξαν κατ' εξοχήν τη νύχτα της Αναστάσεως, «τη μια των σαββάτων» (Λουκ. 24,1). Τότε, ενώ ήξεραν ότι το μνήμα είναι σφραγισμένο, ότι λίθος μεγάλος και βαρύς φράζει την είσοδο του, ότι ένοπλοι Ρωμαίοι στρατιώτες φρουρούν τον τάφο κ' έχουν εντολή να χτυπήσουν καθένα πού θα τολμούσε να πλησίαση εκεί, εν τούτοις οι μυροφόρες γυναίκες «λίαν πρωί» (Μάρκ. 16,2), «όρθρου βαθέος» (Λουκ. 24,1), πριν ακόμη ανατείλει ό ήλιος, ξεκινούν να έρθουν στο μνήμα φέρνοντας μαζί τους αρώματα, τα όποια είχαν ετοιμάσει, για να μυρώσουν το σώμα του Χριστού. Κανένας φόβος και καμιά δυσκολία δεν στάθηκαν ικανά να τις εμποδίσουν. Το μόνο πού τις απασχολούσε ήταν, πώς θ' αποκυλίσουν τον τεράστιο και ασήκωτο εκείνο λίθο από το άνοιγμα του μνημείου. 

Μία τέτοια αγάπη, μία τέτοια αφοσίωση, μία τέτοια ανδρεία ήταν δυνατόν να μη δη, να μην εκτιμήσει, να μη βραβεύσει ό Κύριος; Αμοιβή λοιπόν της αγάπης τους ήταν το ότι πρώτες αυτές άκουσαν τη μεγάλη είδηση, το άγγελμα της Αναστάσεως, το «Χριστός ανέστη», από άγγελο Κυρίου. Και εν συνεχεία, ότι πρώτες αυτές βλέπουν τον αναστάντα Κύριο και παίρνουν εντολή, να μεταδώσουν το μήνυμα αυτό στους μαθητάς και στις άλλες μαθήτριες. Κ' εμείς σήμερα, αγαπητοί μου, πού εορτάζουμε τη μνήμη των αγίων μυροφόρων γυναικών, άντρες και γυναίκες ας μιμηθούμε των μυροφόρων τις αρετές, ιδίως την αγάπη πού είχαν στον Κύριο. 

Είναι αλήθεια, ότι και μέχρι σήμερα οι γυναίκες αγαπούν το Θεό περισσότερο από τους άντρες. Αυτές εκκλησιάζονται περισσότερο. Αυτές έρχονται στους ναούς «όρθρου βαθέος». Αυτές μελετούν το Ευαγγέλιο και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Αυτές τρέχουν στο κήρυγμα, όπου ακούγεται λόγος Θεού. Αυτές είναι προθυμότερες στην άσκηση της φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης. Αυτές... Ώ, πόσα δεν οφείλει ή Εκκλησία στις γυναίκες τις θερμές! 

Σήμερα όμως, στους χρόνους αυτούς της απιστίας και της διαφθοράς, και οι γυναίκες αρχίζουν να κλονίζονται, να χάνουν το άρωμα της πίστεως και της ευσέβειας. Οι πειρασμοί είναι μεγάλοι. Τα κακά παραδείγματα, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, τα αισχρά περιοδικά, ή μόδα, όλα μαζί σπρώχνουν τη γυναίκα να λησμονήσει τον προορισμό της, την αποστολή της, να προδώσει την πίστη και την ηθική. 

Άλλ' όχι! Οι γυναίκες, όσες τουλάχιστον κατοικούν στη γωνία αυτή της γης, ας μη παρασύρονται από τα απατηλά συνθήματα, ας μη θαμπώνονται από φανταχτερές εικόνες και άλλα είδωλα, ας κλείσουν τα αυτιά στις εισηγήσεις του όφεως. Ας μη μιμηθούν την Εύα, πού άκουσε τη συμβουλή του εωσφόρου και απολεσθεί• ας μιμηθούν τις μυροφόρες, τις άγιες πού αγάπησαν τον Κύριον. Να είσθε δε βέβαιοι, ότι τότε θα έχουν και στην παρούσα ζωή την ευλογία του Κυρίου και θ' αξιωθούν και αυτές ως μυροφόρες της βασιλείας των ουρανών αμήν.

Κυριακή των Μυροφόρων Η θέση των γυναικών στην Εκκλησία του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου,


Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων περιγράφει δύο επεισόδια, που, αν και συνδέονται στενά μεταξύ τους -καθώς το ένα αποτελεί συνέχεια και συνέπεια του άλλου- ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Το πρώτο επεισόδιο αναφέρεται στην τελευταία πράξη του δράματος της επίγειας ζωής του Ιησού, στην ταφή του, και σηματοδοτεί ταυτόχρονα το τέλος μιας εποχής, του παλιού κόσμου που σε λίγο θα αντικατασταθεί από μιαν άλλη εντελώς καινούργια πραγματικότητα. Το δεύτερο επεισόδιο αναφέρεται στην εμπειρία που έζησαν οι γυναίκες, οι οποίες, πηγαίνοντας στο μνήμα για να προσφέρουν τις τελευταίες τιμές στον νεκρό Ιησού, πληροφορήθηκαν την ανάστασή του. Το επεισόδιο αυτό σηματοδοτεί την αρχή της νέας εποχής, την έναρξη του καινούργιου κόσμου, της Βασιλείας του Θεού, που σημαίνει ταυτόχρονα και το τέλος της κυριαρχίας του θανάτου.
  Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά τα δύο επεισόδια φέρουν όλα τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Όλοι οι πρωταγωνιστές του πρώτου επεισοδίου είναι άνδρες που κατέχουν κάποια σημαντική θέση. Ο Νικόδημος, μέλος της λεγόμενης ‘‘υψηλής’’ ιουδαϊκής κοινωνίας, ευυπόληπτος πολίτης, είχε εντυπωσιαστεί από το κήρυγμα του Ιησού, αλλά, φοβούμενος να διακινδυνεύσει την κοινωνική του θέση, παραμένει κρυφός μαθητής του, χωρίς να εκτίθεται. Τώρα που ο δάσκαλος είναι νεκρός, τώρα που όλα τέλειωσαν και οι κρυφές ελπίδες διαψεύστηκαν, σπρωγμένος ποιος ξέρει από ποια συναισθήματα, παίρνει μια ηρωική απόφαση. Αποφασίζει να βγει από την αφάνεια και να τολμήσει να κάνει αυτό που φοβόταν σ’ όλη του τη ζωή· να προσφέρει, έστω και την τελευταία, τιμή στον δάσκαλό του, θάβοντάς τον αξιοπρεπώς. Ο Πιλάτος, Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας, αφού ξεμπέρδεψε εύκολα με τη δίκη του Ιησού που παρά λίγο να τον μπλέξει σε πολιτικές περιπέτειες, αδιαφορεί τώρα πλήρως για την τύχη του θύματός του· μόλις βεβαιώθηκε ότι πέθανε, δίνει τη συγκατάθεση για την ταφή. Σιωπηρά πρωταγωνιστούν στο ίδιο επεισόδιο και οι μαθητές του Χριστού. Αυτοί που επί τρία χρόνια ήταν καθημερινά παρόντες σ’ όλες τις στιγμές της δράσης του Ιησού, άκουγαν τα κηρύγματά του, έβλεπαν τα θαύματά του, ζούσαν μαζί του και ήταν, μάλιστα, προειδοποιημένοι για όλα όσα επρόκειτο να συμβούν, τώρα λάμπουν δια της απουσίας τους. Ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος τον αρνήθηκε, οι άλλοι φρόντισαν να κρυφτούν έγκαιρα. Μόνον ο Ιωάννης, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του, τόλμησε να πλησιάσει τον σταυρό, αλλά τώρα, θεωρώντας ίσως ότι έχει εκτεθεί αρκετά, βρίσκεται κι αυτός κρυμμένος μαζί με τους άλλους στο πατάρι κάποιου σπιτιού.
  Στο δεύτερο επεισόδιο πρωταγωνιστούν τρεις γυναίκες και ένας άγγελος· πρόσωπα με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα του πρώτου. Ο άγγελος δεν ανήκει στον κόσμο τούτο και οι γυναίκες, λόγω του φύλου τους και της κοινωνικής τους κατάστασης, ανήκουν στο περιθώριο της κοινωνίας της εποχής τους. Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη τη ζωή του ήταν λογικός και μετρημένος, σ’ αυτές κυριαρχεί το συναίσθημα, το πάθος να βρεθούν κοντά στον Ιησού. Η λογική, ο υπολογισμός, μόνον κατ’ εξαίρεση περνάει απ’ το μυαλό τους:
Ποιος θα κυλήσει για μας την πέτρα από την είσοδο του μνήματος;
Αντίθετα από τον Νικόδημο, που σ’ όλη του τη ζωή φοβόταν για την κοινωνική του θέση, αυτές, ζώντας έτσι κι αλλιώς στο περιθώριο της κοινωνίας, δεν νοιάζονται για το τι θα πει ο κόσμος, τρομάζουν όμως μπρος στο μέγεθος της αποστολής που τους ανατίθεται και χρειάζεται να παρέμβει ο άγγελος για να τις ενθαρρύνει:
Μην τρομάζετε … Πηγαίνετε τώρα και πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο: ‘‘Πηγαίνει πριν από σας στην Γαλιλαία και σας περιμένει’’.
Σ’ αυτήν την προτροπή του αγγέλου οι ρόλοι ανατρέπονται: Οι μαθητές, που λογικά θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που θα μάθαιναν την ανάσταση του Ιησού και θα την διακήρυσσαν παντού, απουσιάζουν· αυτοί, που επί τρία χρόνια προετοιμάζονταν καθημερινά για αυτόν τον ρόλο, αποδείχτηκαν στην κρίσιμη στιγμή κατώτεροι της αποστολής τους· έτσι, αυτές που αναλαμβάνουν τον πρώτο ρόλο της χριστιανικής ιεραποστολής είναι τρεις γυναίκες. Η λογική κρατάει τους μαθητές κρυμμένους στο πατάρι, το πάθος οδηγεί τις γυναίκες στον τάφο του Ιησού και τις κάνει μάρτυρες της πιο συγκλονιστικής εμπειρίας που έζησε ποτέ άνθρωπος. Όμως ο Θεός γνωρίζει πώς σκέφτονται οι άνθρωποι. Ο άγγελος όχι μόνο δεν απορρίπτει τη λογική, αλλά αντίθετα, καλεί τις γυναίκες να εξετάσουν με ακρίβεια τον τάφο, ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή αμφιβολία για την ανάσταση του Ιησού.
  Παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών των δύο επεισοδίων, μπορούν να προκύψουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά των κόσμων στους οποίους ανήκουν. Στον παλιό κόσμο κυριαρχεί ο θάνατος, ο φόβος, ο μίζερος υπολογισμός. Η κοινωνία είναι λογικοκρατικά δομημένη με αυστηρή ιεραρχία, στην οποία ο καθένας έχει το ρόλο του. Μόνον κάποιες παράτολμες ενέργειες διαφοροποιούν κάπου κάπου το σκηνικό. Ο Θεός υπάρχει, όλοι πιστεύουν σ’ αυτόν, αλλά ζει στον κόσμο του και οι άνθρωποι ζουν στον δικό τους, λειτουργούν με τα δικά τους μέτρα, οργανώνονται με τον δικό τους τρόπο, ακολουθούν τις δικές τους προτεραιότητες. Στον καινούργιο κόσμο όλα είναι αλλιώς. Εδώ κυριαρχεί η ανάσταση, το συναίσθημα, η παρόρμηση. Οι κοινωνικές δομές ανατρέπονται, οι ρόλοι αλλάζουν, οι ανισότητες εξαφανίζονται. Οι γυναίκες περνούν από το περιθώριο στο προσκήνιο και αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Η απόσταση ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο εκμηδενίζεται.
  Η ανάσταση του Χριστού έχει ανατρέψει όλα τα δεδομένα, έχει φέρει μια εντελώς νέα κατάσταση πραγμάτων, που υπόσχεται έναν κόσμο δίκαιο, ευτυχισμένο, χωρίς φόβους, χωρίς ανισότητες και διακρίσεις. Το πρώτο μεγάλο βήμα προς τον νέο αυτόν κόσμο, προς αυτό που χαρακτηρίζεται ως ‘‘Βασιλεία του Θεού’’, έγινε με την ανάσταση του Χριστού. Όμως μένουν αρκετά βήματα ακόμη, και μάλιστα δύσκολα βήματα, καθώς ο παλιός κόσμος δεν παραδίδεται εύκολα, αλλά ανθίσταται σθεναρά. Η χωρίς διακρίσεις και ανισότητες κοινωνία, όπου όλοι θα νιώθουν και θα είναι αδέλφια, δεν επιτεύχθηκε ακόμη. Η ισοτιμία ανδρών και γυναικών, που ο Χριστός με το παράδειγμά του έκανε πράξη και οι απόστολοι διακήρυξαν, όχι μόνο δεν επιτεύχθηκε, αλλά οι γυναίκες, παρά τους αγώνες τους και τις κατακτήσεις τους, παραμένουν και σήμερα ουσιαστικά δέσμιες μιας κατάστασης ανισότητας που δημιούργησε ο παλιός κόσμος, και η οποία ανισότητα εκδηλώνεται καθημερινά σε προσωπικό και σε κοινωνικό επίπεδο. Αρκεί μια ματιά σε καθημερινές καταστάσεις, από το πώς μοιράζονται οι ευθύνες, οι ρόλοι και οι δουλειές μέσα στο σπίτι, μέχρι το πώς αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως αντικείμενα ερωτισμού στην τηλεόραση, στις διαφημίσεις, στη δουλειά, κλπ, για να διαπιστωθεί ότι η άδικη συμπεριφορά προς τις γυναίκες φτάνει συχνά τα όρια της πραγματικής καταπίεσης.
  Οι χριστιανοί, λοιπόν, περισσότερο από οποιουσδήποτε άλλους, έχουν υποχρέωση να αγωνιστούν για την ανατροπή της κατάστασης αυτής. Από την άποψη αυτή η διακήρυξη της Διορθόδοξης Διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε το 1987 στη Σόφια διατηρεί ακόμη την επικαιρότητά της:
«Ο κόσμος μας έχει μια μακρά ιστορία, κατά την οποία τόσο στις προσωπικές τοποθετήσεις όσο και στη θεσμική ζωή οι γυναίκες έτυχαν άδικης μεταχείρισης και η ουσιαστική ιδιότητά τους ως εικόνας και ομοίωσης Θεού δεν έγινε πλήρως σεβαστή. Μια τέτοια αμαρτωλή διάκριση δεν είναι παραδεκτή από ορθόδοξη χριστιανική σκοπιά (Α΄Κο 11:11). Στον αναδημιουργημένο από τον Χριστό  κόσμο, άνδρας και γυναίκα είναι ισότιμοι (Γαλ 3:28)...»
Και το κείμενο καταλήγει:
«Ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι άνδρες πρέπει να αναγνωρίσουν ότι ως πλήρη μέλη της Εκκλησίας οι γυναίκες μετέχουν στη μεσιτευτική αποστολή της Εκκλησίας να προσεύχονται ενώπιον του Κυρίου για λογαριασμό όλης της δημιουργίας. Πιο συγκεκριμένα, οφείλουμε να βρούμε τρόπους, ώστε τα σημαντικά τάλαντα των γυναικών στην Εκκλησία να τεθούν όσο το δυνατόν πλήρως στην υπηρεσία του Κυρίου για την οικοδόμηση της Βασιλείας του...»
  Το παραπάνω κείμενο έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς βάζει όλους, άνδρες και γυναίκες, μπροστά στις ευθύνες τους. Δεν θα πρέπει οι άνδρες να ξεχνάνε ότι το πρότυπο της ανθρώπινης ακεραιότητας, στο οποίο αποβλέπουν όλοι, είναι μια γυναίκα, αφού χάρη σ’ αυτήν τη γυναίκα ήρθε ο Θεός στον κόσμο. Και δεν θα πρέπει οι γυναίκες να ξεχνάνε πως το ότι αναστήθηκε ο Χριστός το έμαθε ο κόσμος από τρεις γυναίκες, γεγονός που τις επιφορτίζει με ένα πρόσθετο καθήκον, να επανακτήσουν τη θέση στην οποία ο ίδιος ο Θεός τις τοποθέτησε την ημέρα της ανάστασης, ως μάρτυρες της αναστάσεως, σημάδια της αρχής του καινούργιου κόσμου του Θεού. Όταν κάθε μορφής διάκριση καταργηθεί, τότε όλοι θα βεβαιωθούν ότι ο Χριστός πραγματικά αναστήθηκε, τότε θα έχει γίνει άλλο ένα μεγάλο βήμα προς τη Βασιλεία του Θεού.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...