Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

Κήρυγμα Κυριακής του Παραλύτου (Ιωάν. ε 1-15 ) Αρχιμανδρίτης Σπυρίδων Πετεινάτος


Η ζωή είναι τόσο δύσκολη και πολύπλοκη, γεμάτη από ακανθώδη
 προβλήματα, ώστε όταν έρχωνται στις άλλες αντιξοότητες να
 συνθλίψουν τον άνθρωποκαι αρρώστιες βαρειές, οδυνηρές, χρόνιες,
 τότε χρειάζεται δύναμι ψυχής μεγάλη, υπομονή ισόβιος, αληθινός
ηρωϊσμός για να ανταπεξέλθη ο άνθρωπος.
Από πού όμως θα αντλήση την δύναμι αυτή, θα πάρη την υπομονή
και θα μορφώση ηρωϊκό πνεύμα; Οι αιώνες και η πείρα η καθημερινή
 βροντοφωνούν ότι τα μεγάλα τούτα δώρα μόνο στην ελπίδα μπορούμε
να τα βρούμε.
Σκεφτήκατε ποτέ τι θα συνέβαινε στον παράλυτο της ευαγγελικής
περικοπής, αν έλειπε από την καρδιά του η ελπίδα ότι θα έρθη στιγμή
που θα βρεθή και γι αυτόν κάποιος να τον βάλη πρώτο μέσα στην
ιαματική κολυμβήθρα; Αναμφιβόλως η απαισιοδοξία και η απογοήτευσις
 θα εθρόνιαζαν μέσα στην καρδιά του. Πάει, πρέπει κάθε ελπίδα θεραπείας
μου να την διαγράψω, θα μονολογούσε. Και το αποτέλεσμα; Θα εθλίβετο,
θα ένοιωθε διπλά τους πόνους της αρρώστιας του, θα μαράζωνε. Ίσως μάλιστα
και να επιτάχυνε και τον θάνατο.
Μήμως αυτό δεν συμβαίνει συχνά σε πολλούς σημερινούς ανθρώπους;
 Σύννεφο μαύρο πλακώνει την καρδιά τους, ενώ φλογίζονται από τον πυρετό …
 ή περνάει ο καιρός και δεν γίνονται καλά. Ίσως να τους βεβαιώνουν ειλικρινά
οι γιατροί και οι συγγενείς τους ότι δεν είναι σε επικίνδυνη κατάστασι.
 Αλλ΄ αυτοί δεν το πιστεύουν. Νομίζουν ότι τους το λένε για παρηγοριά.
 Και στενοχωρούνται, αδημονούν, απογοητεύονται.
 Κατά κανόνα αυτή η στενοχώρια, η απογοήτευσις, η μεμψιμοιρία
επιδεινώνουν την κατάστασι. Συμμαχούν με την αρρώστια.
Δηλητηριάζουν τον οργανισμό. Του αφαιρούν την δύναμι της αντιστάσεως.
 Οδηγούν συχνά τον άρρωστο στο χειρότερο. Αυτό βροντοφωνεί και η
σύγχρονος ιατρική επιστήμη με το στόμα κορυφαίων της αντιπροσώπων:
Όταν λείπη, λέγει, από τον άρρωστο η χριστιανική πίστις και η ελπίδα,
που δίνουν αισιοδοξία, τότε πολλές φορές η ασθένεια επιδεινώνεται.
Η πίστις και η ελπίδα του παραλύτου ότι κάποιος θα βρεθή να τον βοηθήση
 δεν διαψεύσθηκε. Και αν δεν παρουσιάσθηκαν άνθρωποι σπλαχνικοί
για να τον βοηθήσουν, εμφανίσθηκε μπροστά του ο ίδιος ο Κύριος για
ν΄ ανταμείψη την πίστι και την ελπίδα του, δίνοντάς του το δώρο που
τόσο ποθούσε, την υγεία του.
Και στο σημείο αυτό υπάρχει πλούσια σύγχρονος πείρα.
Γνωρίζει η εποχή μας νέους καη ηλικιωμένους, που ισόβιες
αρρώστιες έχουν καθηλώσει στο κρεββάτι του πόνου, ν΄ αντιμετωπίζουν
 την κατάστασί τους με αισιοδοξία, με ειρήνη, θα έλεγε κανείς με χαρά,
που τους τονώνει, τους ενισχύει και πολλές φορές τους βοηθεί να
αναλάβουν πιο σύντομα. Εγνώρισα, λέγει ένας σύγχρονος σοφός γιατρός,
 πολλούς αρρώστους που με την ελπίδα και την αισιοδοξία θεραπεύθηκαν
 από την αρρώστια τους πολύ συντομώτερα από άλλους που εστερούντο
 αυτής της ελπίδος…. Ας αφήσουμε δε τις τόσες και τόσες άλλες περιπτώσεις,
που η ελπίδα για μια θαυματουργική θεραπεία όχι μόνο δεν διαψεύδεται,
αλλά ανέλπιστα γίνεται πραγματικότης, που γεμίζει χαρά και τον πρώην
 άρρωστο και όλους τους γύρω του.
Είπαν, σε στιγμές κομπασμού, πως η χριστιανική ελπίδα και η πίστις
δεν μπορούν να δώσουν τίποτα στην σημερινή ζωή με τα προβλήματά της,
 τους πόνους της. Τούτο είναι πλάνη και απάτη. Η αλήθεια είναι, ότι η
χριστιανική ελπίδα και στην τόση δύσκολη παρούσα ζωή δίνει αισιοδοξία,
 που βοηθεί τον άνθρωπο στην αντιμετώπισι μεγάλων προβλημάτων
 και συγχρόνως του ανοίγει την πύλη του Ουρανού.
*Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυκας Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ H AMΟΙΒΗ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ Ελληνορθοδοξη Κοινοτητα Απ. Βαρναβα Wood Green

«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δέ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρό ἐμοῦ καταβαίνει.» 
(Ἰωαν. ε΄ 7)

                        Ἄταφος νεκρός, ἀγαπητοί ἀδελφοί, γιά τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια, ἔκειτο ὁ παράλυτος τῆς Βηθεσδά πάνω στό στρῶμα του, μεταξύ τόσων πολλῶν ἄλλων ἀσθενῶν συνανθρώπων του. Ὅλο τοῦτο τόν καιρό ἔκανε ὑπομονή καί πίστευε ὅτι κάποια φορά θά τά κατάφερνε νά κατέβει στό νερό τῆς κολυμβήθρας καί αὐτός πρῶτος, γιά νά γίνει καλά.  Τά χρόνια ὅμως κυλοῦσαν καί αὐτός παρέμενε ἐκεῖ καί περίμενε.

                        Τό νερό τῆς κολυμβήθρας ἀποκτοῦσε ἰαματική χάρη, θεραπευτική ἰδιότητα καί δύναμη, ὅταν σέ ἀκαθόριστο χρόνο, δεχόταν τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀγγέλου τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τό κινοῦσε καί ἀναχωροῦσε ἀμέσως.  Τότε ὅποιος ἀπό τούς ἀσθενεῖς κατάφερνε νά κινηθεῖ κάπως γρήγορα ἤ εἶχε κάποια βοήθεια ὥστε νά μπεῖ πρῶτος στό νερό, ἀνακτοῦσε ἀμέσως τήν ὑγεία του.

                        Μετά ἀπό τριάντα ὀκτώ χρόνια συνεχοῦς θητείας τοῦ παραλύτου ὁ τόπος δέχτηκε τήν ἐπίσκεψη τοῦ «Ἀγγέλου τῆς εἰρήνης», τοῦ σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ.  Τότε ὁ Σωτήρας Χριστός πλησιάζει τόν παράλυτο καί κάνει διάλογο μαζί του.  Τόν ἐρωτᾶ νά μάθει ἄν ἐπιθυμεῖ νά γίνει καλά.  Ὁ ἄνθρωπος μέ αὐτήν τήν εὐκαιρία διατραγωδεῖ τό δρᾶμα του.  «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω».  Πέρασαν τόσα πολλά χρόνια ἀπό τότε πού ὁ ἄνθρωπος κατέστη μόνιμος θαμώνας αὐτοῦ τοῦ ἀνοιχτοῦ νοσοκομείου.  Οἱ δικοί του ἴσως ἀπέθαναν, ἴσως τόν ξέχασαν, ἴσως κουράστηκαν νά τόν ἐπισκέπτονται, ἴσως τόν ἀπέφευγαν, ἕνεκα τῆς προτέρας ζωῆς καί τοῦ καταντήματός του.

                        Τό γεγονός εἶναι ὅτι ἔνιωθε μόνος καί ἀβοήθητος.  Ἄραγε πόσοι συνάνθρωποί μας εὑρίσκονται σέ αὐτήν τήν κατάσταση;  Σέ θάλαμο κάποιου νοσοκομείου, στό κελλί κάποιας φυλακῆς, σέ μιά τρώγλη κάποιας φτωχογειτονιᾶς, σέ διαμέρισμα κάποιας παραμελημένης πολυκατοικίας, σέ κάποιο ἵδρυμα ἀνιάτων ἀσθενῶν, γιά νά περιορισθοῦμε μόνο σέ μερικά παραδείγματα.

                        Ὁ παράλυτος μέσα στή μακρόχρονη δυστυχία του καλλιέργησε τήν ἀρετή τῆς ὑπομονῆς.  Ἴσως ἔκαμε τήν αὐτοκριτική του.  Γιά τοῦτο δέν ἐκφράζει κανένα παράπονο ἐναντίον συγκεκριμένων συνανθρώπων του.  Δέν τά ἔχει μέ τό Θεό.  Τά χρόνια περνοῦν καί αύτός παραμένει ἐκεῖ.  Φαίνεται ἐλπίζει καί πιστεύει γιά ἕνα καλύτερο αὔριο.  Τρέφει αἰσιοδοξία.  Ὅλα τοῦτα τά θετικά σημεῖα, τά ὁποῖα συντηρεῖ μέσα του, ἦρθε ἡ ὥρα νά ἀμειφθοῦν, νά ἔρθουν στήν ἐπιφάνεια καί νά καταστοῦν γνωστά.

                        Ὁ Θεῖος Λυτρωτής τοῦ χορηγεῖ ὑγεία σώματος καί ψυχῆς.  Τόν θεραπεύει καί τοῦ δίδει ἐντολή:  «ἔγειρε, ἆρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει».  Ἀφοῦ τοῦ χάρισε τήν ὑγεία, τοῦ ὑποδεικνύει νά σηκώσει ὁ ἴδιος τό στρῶμα του καί νά τό φορτωθεῖ.  Ὁ ἄλλοτε παράλυτος τώρα εἶναι καλά καί μπορεῖ νά τό κάμει.  Ὅσα μποροῦμε νά κάνουμε ἐμεῖς, δέν τά κάνει ὁ Θεός.  Δέ μᾶς καθιστᾶ ἄβουλα ὄργανα.  Μᾶς ἀφήνει νά ἐκδηλώσουμε τίς δυνάμεις μας. 

Τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου δυστυχῶς δέν ἐχαροποίησε τούς Ἰουδαίους.  Τά πολλά χρόνια τῆς ἀσθένειας καί τῆς μοναξιᾶς τοῦ ἀνθρώπου δέν τούς συνεκίνησαν.  Βρῆκαν ἀφορμή νά κάνουν κριτική, γιατί τό θαῦμα ἐγένετο ἡμέρα Σάββατο.  Οἱ ἴδιοι δέν κατανόησαν ὅτι τό Σάββατο, ἐκτός ἀπό ἡμέρα προσευχῆς ἦταν καί ἡμέρα ἀγαθοεργίας καί ἔκφρασης ἀγάπης πρός τό συνάνθρωπο.  Γιά τοῦτο ἐγένοντο κατήγοροι τοῦ Κυρίου.

 
Ὁ παράλυτος μετά τή θεραπεία του εὑρίσκεται στό χῶρο τοῦ ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων.  Φαίνεται ὅτι ἤθελε νά χαράξει πιά μιά νέα γραμμή ζωῆς καί νά μήν ἐπιστρέψει στά παλιά.  Ἐκεῖ στό χῶρο τοῦ ναοῦ εὑρίσκεται κάι ὁ εὐεργέτης του, ὁ Κύριος.  Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δέν τόν γνώριζε, γιατί μετά τή θεραπεία του, ὁ Κύριος ἔφυγε ἀμέσως καί ἀθόρυβα.  Ὅταν ὅμως τόν συνάντησε καί τοῦ μίλησε, τότε τόν ἀναγνώρισε καί ἔμαθε ποιός τόν ἔκαμε καλά.  Ὁ Κύριος τοῦ συνέστησε: «ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται.» (Ἰωαν. ε΄ 14)  Ὁ Θεός μᾶς παρέχει εὐκαιρίες πνευματικῆς ἀνασύνταξης καί ἐπιστροφῆς πλησίον του.  Οἱ πνευματικές κεραῖες ἀπαιτεῖται νά εἶναι ἕτοιμες νά δεχθοῦν τά μηνύματα.  Κύριε, κατεύθυνε τή ζωή μας ὥστε νά δοξάζεται τό Ἅγιο ὄνομά Σου.  Ἀμήν!




ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικής

Μὲ τὴ σημερινὴ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ Χριστὸς μᾶς πληροφορεῖ πὼς ἡ ἀρρώστια ἀποτελεῖ κληρονομιὰ τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία δηλαδὴ φέρνει τὴν ἀρρώστια καὶ ἡ ἀρρώστια τελικὰ τὸ θάνατο. Τὸ ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα, τὸ διαπιστώνουμε καθημερινὰ στὴ ζωή μας.
Ὁ παραλυτικὸς λοιπὸν ἦταν κι αὐτὸς ἕνας ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, ποὺ ἡ ἁμαρτία τοῦ εἶχε ἀφήσει κληρονομιὰ τὴν ἀρρώστια του. Τὸ διαβεβαιώνει ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅταν τοῦ λέγει μετὰ τὴ γιατρειά του: «κοίταξε, ἔγινες καλά, μὴν ἁμαρτάνεις πιά, γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ τίποτε χειρότερο...».Ἐτούτη δὲ τὴ στενὴ σχέση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια, μερικοὶ δὲν τὴ δέχονται, ἐνῶ ἄλλοι τὴν χλευάζουν, ὅτι τάχατες αὐτοὶ τὰ γνωρίζουν ὅλα.Μά, ἂν καλοεξετάσουμε, θὰ διαπιστώσουμε πὼς καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀρρώστια τῆς ψυχῆς. Καὶ σὰν ἀρρωσταίνει ἡ ψυχή, τότε καὶ τὸ σῶμα ὑποφέρει. Μιὰ τέτοια ὅμως κατάσταση δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ τὴν ἀποδεχθοῦμε. Ἀπεναντίας, ἔχουμε ὑποχρέωση νὰ κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε, γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουμε τὴν ὑγεία τοῦ σώματός μας.
Γι᾿ αὐτό, κάθε τι ἐνάντιο καὶ ἐπιζήμιο γιὰ τὴν ὑγεία μας, πρέπει νὰ τὸ ἀπορρίπτουμε. Παρεκτροπὲς ἐπικίνδυνες, καταχρήσεις ἄστοχες, ταλαιπωρίες ἄσκοπες, ἐκθέτουν τὸ σῶμα μας στὸν κίνδυνο τῆς ἀρρώστιας. Καὶ τελικὰ ἀρκετὲς φορές, παραδομένο στὴ φθορά, καταλήγει στὸ θάνατο. Μὰ ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε μὲ τὸ σῶμα μας, αὐτὸ τὸ γήϊνο στοιχεῖο, καὶ μᾶς εἶπε νὰ τὸ φροντίζουμε καὶ νὰ τὸ σεβόμαστε. Ἐτούτη δὲ ἡ φροντίδα δὲν σταματάει στὴν ἐξωτερικὴ ἔνδυση καὶ τὸν στολισμό, ἀλλὰ προεκτείνεται καὶ στὴν καθαρότητα καὶ τὴν εὐρωστία. «Χωρὶς γερὸ σῶμα, χωρὶς ὑγεία, εἴμαστε ἄχρηστοι γιὰ ἐργασία καὶ μισοὶ ἄνθρωποι στὴ ζωή».
Τώρα, ἂν ἔρθει ἡ ἀρρώστια καὶ εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, ἂς εἶναι καλοδεχούμενη, ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ δίκαιος Ἰώβ. Ἐὰν ὅμως ἡ ἀρρώστια εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας ἀσωτείας ἢ καταστροφῆς καὶ μόλυνσης τῆς ζωῆς, «τότε τί λόγο θὰ δώσουμε στὸ Θεὸ καὶ τί δικαιολογία θὰ βροῦμε στὸν ἑαυτό μας;».
Τελικὰ δέ, ἐπειδὴ εἴμαστε ἄνθρωποι, ἄρα θνητοὶ καὶ φθαρτοί, ἡ ἀρρώστια εἶναι ἡ κληρονομιά μας καὶ θά ᾿ρθει ἀργὰ ἢ γρήγορα. Ἔ! Τότε ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε μὲ ὑπομονή, καρτερία καὶ προπάντων ἐλπίδα πρὸς τὸ Θεό.Σὰν θά ᾿ρθει λοιπὸν ἡ ἀρρώστια, νὰ μὴ τὰ χάσουμε· νὰ μὴν ἀπελπιστοῦμε. Θὰ καλέσουμε βεβαίως τὸ γιατρό· θὰ πᾶμε ἴσως ἂν χρειασθεῖ καὶ στὸ νοσοκομεῖο, μὰ πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα νὰ ἀπευθυνθοῦμε στὸ μεγάλο γιατρό, τὸν Χριστό, καὶ νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ νὰ σταθεῖ κοντά μας καὶ νὰ μᾶς χαρίσει τὴ γιατρειά Του.Νὰ μοιάσουμε δηλαδὴ τοῦ παραλυτικοῦ μὲ τὴν ὑπομονὴ τῶν τριανταοχτὼ χρόνων, τὴν μνημειώδη καρτερία του καὶ τὴ μεγάλη ἐλπίδα, ὁ ὁποῖος στὸ τέλος κέρδισε. Αὐτὸ ποὺ ἐνδόμυχα ἤλπιζε καὶ πίστευε, τὸ πῆρε καὶ πῆγε πιὰ εὐτυχισμένος στὸ σπίτι του, κουβαλῶντας καὶ τὸ κρεββάτι του.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἐὰν δὲν καταλάβουμε πὼς ἡ ἀρρώστια εἶναι κληρονομιὰ τῆς ἁμαρτίας, δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἰσορροπήσουμε μὲ τὸν ἑαυτό μας. Δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὰ βροῦμε μαζί του.Ἐὰν δὲν πολεμήσουμε τὸ κακὸ ποὺ κρύβουμε μέσα μας, δὲν θὰ βροῦμε ἠρεμία στὴ ζωή μας. Καὶ ἔτσι τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δὲν θὰ περάσει μέσα μας, γιὰ νὰ σβήσει τὴ σκοτεινιά μας.Καὶ ἐὰν περιμένουμε νὰ τακτοποιήσουμε τὰ πράγματα μὲ τὸν ἑαυτό μας αὔριο καὶ ὄχι τώρα, σήμερα, ἔχουμε χάσει καὶ ἔχουμε ἀποτύχει. Γιατὶ ἐτοῦτο τὸ αὔριο καὶ ἀβέβαιο εἶναι, καὶ δὲν μᾶς ἀνήκει, ἀφοῦ ἄλλος τὸ χορηγεῖ. Ἔτσι λοιπόν, γιὰ νὰ ἔχουμε ὑγεία σωματικὴ καὶ ψυχική, ὀφείλουμε νὰ ξεφορτωθοῦμε τὸ βαρὺ φορτίο τῆς ἁμαρτίας. Εἰδεμή, κοροϊδεύουμε τὸν ἑαυτό μας.
Ὅμως ἕνα πρᾶγμα νὰ ἔχουμε ὑπόψη καὶ νὰ μὴ τὸ ξεχνοῦμε ποτέ· ὅτι μπορεῖ τὸν ἑαυτό μας νὰ τὸν ξεγελᾶμε· μπορεῖ καὶ τοὺς ἄλλους· μὰ τὸν Θεὸ δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ Τὸν ξεγελάσουμε.

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ Κήρυγμα στην Κυριακή του Παραλύτου π. Γρηγόριος Νατσινάκ




Ποιός από μας, αδελφοί, έχει την δύναμη και το κουράγιο να περιμένει τριάντα-οχτώ χρόνια για οτιδήποτε πράγμα; Τρέχοντας κάθε μέρα, είμαστε στενοχωρημένοι αν πρέπει να περιμένουμε λίγες ώρες ή λίγα λεπτά. Δεν σταματάμε. Σιγά-σιγά ξεχάσαμε τι μπορεί να μας διδάξει η υπομονή.  Εκείνος ο άνθρωπος στα Ιεροσόλυμα έστω και αν ήταν άρρωστος, είχε την ικανότητα, την δύναμη να περιμένει. Περίμενε με υπομονή και με ταπείνωση – επειδή η πηγή της υπομονής είναι η ταπείνωση –, και δεν απελπίσθηκε επί 38 χρόνια. Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες πέρασαν, όντας μεταξύ τυφλών, δαιμονισμένων, ετοιμοθάνατων, και σίγουρα πολλές φορές έλεγε στον εαυτό του: δεν μπορώ, δεν αντέχω πιά. Νομίζω όμως, ότι σ’αυτές στις στιγμές της απελπισίας πρόσθεσε και κάτι άλλο: δεν μπορώ, δεν αντέχω πιά, Κύριε, ελέησον. Καθώς πέρασε ο καιρός, και δεν βρήκε ευσπλαγχνία από τους ανθρώπους, σίγουρα άρχισε να καλεί τον Θεό. Και όσο πιο πολλές φορές μνημόνευε το όνομά Του, τόσο πιο πολύ υσήχαζε. Μην νομίζουμε, ότι από την αρχή είχε την γαλήνη της υπομονής. Βεβαίως πικραινόταν πολλές φορές βλέποντας τους άλλους να κατεβαίνουν στην κολυμβήθρα και να φεύγουν θεραπευμένοι. Δυστυχώς, θέλει καιρό και κόπο να μάθουμε την τέχνη της υπομονής. Ο παράλυτος είχε όμως μία μεγάλη βοήθεια στις δύσκολες στιγμές – το «Κύριε, ελέησον». Σίγουρα παρακαλούσε και τους άλλους ανθρώπους στην στοά, ασθενούς, πτωχούς, δούλους και κυρίους, για να τον βοηθήσουν, ο καθένας όμως είχε την δική του δουλειά, το δικό του πρόβλημα. Επιτέλους, μετά από χρόνια, δεν έμεινε τίποτα άλλο παρά αυτό το Κύριε, ελέησον. Ποιός από μας, αδελφοί, θα μπορούσε να κάνει το ίδιο; Εμείς, οι χριστιανοί οι οποίοι είμαστε καλεσμένοι να ακολουθήσουμε τον Χριστό – μπορούμε να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του παραλύτου; Αφού πολλές φορές ντρεπόμαστε να ζητήσουμε βοήθεια ακόμη και από τους άλλους ανθρώπους, από αδελφούς μας είτε στην οικογένειά μας, είτε στην εκκλησία, όταν χρειαζόμαστε – και πιο πολλές φορές ξεχνάμε να ζητάμε βοήθεια από τον Θεό τον Υψίστο. Τι καύχημα δεν μας αφήνει να ζητάμε συγχώρηση και να πούμε στους άλλους και στον Κύριο μας: Ήμαρτον, συγχώρησέ με, ελεησόν με;
Πριν τρεις εβδομάδες, την λαμπρή νύχτα του Πάσχα ανάψαμε λαμπάδες – λαμπάδες της ελπίδας και της Αναστάσεως. Για πόσον καιρό όμως έμειναν αναμμένα; Για μία εβδομάδα; Για λίγες μέρες; Για λίγες ώρες; Εκείνος ο παράλυτος είχε την λαμπάδα της ελπίδας αναμμένη συνεχώς, αφού αυτός ο ίδιος έγινε λαμπάδα, φωτισμένη από το «Κύριε, ελέησον». Και ό,τι και να συνέβαινε, ό,τι αέρας φυσούσε, δεν μπορούσε να σβήσει την λαμπάδα της ελπίδας στην καρδιά του. Και αυτό το φώς είδε ο Χριστός: «Θέλεις ὑγιής γενέσθαι;»
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» απαντάει εκείνος· δεν έχω κανέναν να με βοηθήσει και να με πάρει στην κολυμβήθρα την ώρα που κατεβαίνει ο άγγελος. Και πραγματικά: δεν ήρθε άνθρωπος να τον βοηθήσει, ήρθε όμως ο Θεάνθρωπος. Το φώς, το οποίο φώτιζε μέσα στην καρδιά του έμενε κρυμμένο για τους ανθρώπους, το κατάλαβε όμως  ο Θεός. Και δεν θεράπευσε μόνο εκείνον, αλλά θεραπεύει όλους μας, οι οποίοι ακούμε το Ευαγγέλιο, το θεραπευτικό και λυτροτικό μήνυμά του.
Ο παράλυτος ήταν πολίτης Ιεροσολύμων, εμείς είμαστε πολίτες της Νέας Ιερουσαλήμ. Τότε, στα Ιεροσόλυμα ύπηρξε μόνο μία κολυμβήθρα και το θαύμα κρατούσε μόνο για μία στιγμή. Μόνο ο πρώτος θεραπευόταν. Τώρα όμως η κολυμβήθρα μας είναι η Εκκλησία,και κατεβαίνουμε στα νερά του βαπτιστηρίου της Εκκλησίας, το οποίο θεραπεύει όλους μας. Δεν είναι ο άγγελος που έρχεται να κάνει θαύμα, αλλά το Πνεύμα το Άγιο το ίδιο κατεβαίνει και μας παραδίδει την θεϊκή ζωή. Το έλεος του Θεού δεν χωράει πιά σε μία κολυμβήθρα, και δεν ισχυεί για μία μόνο στιγμή. Είναι θάλασσα αιώνιος. Τι να φοβόμαστε; Τι να απελπιζόμαστε; Ας είμαστε προσεχτικοί, να μην σβήσει τις λαμπάδες της αναστάσεως κανένας αέρας ή λογισμός, και να φυλάμε το φώς της στις καρδιές μας σαν θησαυρό, όπως ο Παράλυτος. Ας φωτίζει η Νέα Ιερουσαλήμ, στην οποία «ἡ δόξα Κυρίου ἀνέτειλε».

π. Γρηγόριος Νατσινάκ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ, Εξουσία προς τους Αποστόλους να τελούν θαύματα -Αποστ. Ανάγνωσμα, Πράξεις 9: 32 – 42, (26-5-2013) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου













Η αποστολική περικοπή της Κυριακής του Παραλύτου, περικοπή παρμένη από τις Πράξεις των Αποστόλων, περιγράφει την επιτέλεση δύο θαυμάτων κατά τη διέλευση του Πέτρου από την περιοχή της Λύδδας, της Ιόππης και του Σάρωνα. Αυτή η πράξη, της τέλεσης θαυμάτων από τον Απόστολο Πέτρο στην προκειμένη περίπτωση και τους άλλους Αποστόλους κατ’ επέκταση, έρχεται ως συνέχεια των θαυμάτων του Ιησού Χριστού και ως πραγμάτωση της εντολής του Κυρίου κατά την παράδοση της Αποστολικής αξίας. Μέρος της αποστολικής αυτής αξίας είναι και η θεραπεία ασθενών και η τέλεση θαυμάτων, «Πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών. Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε, δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δώτε» (Μτθ. 10:7-8), καθώς επίσης «και έχειν εξουσίαν θεραπεύειν τας νόσους και εκβάλλειν τα δαιμόνια» (Μρκ. 3:15). Ο Χριστός έδωσε την εξουσία στους Αποστόλους να τελούν θαύματα στο όνομά του και στο όνομα του ουράνιου Πατέρα, καθιστώντας και με αυτό τον τρόπο, τους Αποστόλους συνεχιστές του θείου έργου Του. Με την τέλεση θαυμάτων γίνονται οι άμεσοι σύνδεσμοι του ουρανού και της γης. Οι δίοδοι, διαμέσου των οποίων ενεργεί η χάρη του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Θαύμα θεωρείτε η θεραπεία διαφόρων ασθενειών (θεραπεία λεπρού και παραλύτου Μτθ. 8:1-17, θεραπεία τυφλού Λκ. 18:35-43), ο δαμασμός στοιχείων της φύσεως (διαχωρισμός Ερυθράς θάλασσας από το Μωϋσή (Έξοδος 14:15-31), κατευνασμός κυμάτων από το Χριστό, Λκ. 8:22-25), η Ανάσταση νεκρών (Ανάσταση Λαζάρου Ιω. 11:1-44 , Ανάσταση υιού χήρας Ναΐν Λκ.7:11-17, Ανάσταση του υιού της χήρας από τον προφήτη Ηλία Γ’ Βασιλειών 17:18-24), εξορκισμός δαιμονικών πνευμάτων (Λκ. 11:14-23), ο πολλαπλασιασμός των άρτων και των ψαριών με αποτέλεσμα τον χορτασμό των πέντε χιλιάδων (Λκ. 9:10-17). Το θέμα της Ανάστασης των νεκρών έχει εξέχουσα θέση στη Αγία Γραφή.

Ομοιότητα του θαύματος της ανάστασης της Ταβιθάς, με την ανάσταση της κόρης του Ιάειρου
 Η περιγραφή του θαύματος της ανάστασης της Ταβιθάς από τον Απόστολο Πέτρο, ομοιάζει κατά πολύ με την περιγραφή του θαύματος της ανάστασης της κόρης του Ιάειρου από το Χριστό (Μρκ. 5:21-24, 35-43). Και στις δύο περιπτώσεις, της θεραπείας του Αινέα και της ανάστασης της Ταβιθάς, ο Απ. Πέτρος χρησιμοποιεί το ίδιο ρήμα. Στον Αινέα λέει «ανάστηθι και στρώσον σεαυτώ» (Πρξ. 9:34) και στην άλλη περίπτωση «Ταβιθά,ανάστηθι» (Πρξ. 9:40). Διαπιστώνουμε ότι και ο Χριστός χρησιμοποιεί παρόμοια ορολογία, για παράδειγμα στη σημερινή ευαγγελική περικοπή της θεραπείας του Παραλύτου που λέει στον παράλυτο «έγειρον, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει» (Ιω. 5:8) και στην περίπτωση της ανάστασης της κόρης του Ιάειρου «ταλιθά κούμι ό εστί μεθερμηνευόμενον, το κοράσιον σοι λέγω, έγειρε» (Μρκ. 5:41). Η χρησιμοποιηθείσα ορολογία παραπέμπει στο γεγονός της Ανάστασης του Κυρίου, δηλαδή η αιτία τέλεσης θαυμάτων και το αποτέλεσμά τους έχει άμεση σχέση με το γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Όλα τα θαύματα που επιτελούνταν από το Χριστό ήταν προτυπώσεις της Αναστάσεως Του, εξ’ ου και η συγκεκριμένη ορολογία. Στη μετά την Ανάσταση του Κυρίου περίοδο, κατά την οποία οι Απόστολοι κήρυτταν και δίδασκαν το λόγο του Θεού τελώντας θαυμαστά γεγονότα, η ορολογία καταγραφής του θαύματος αλλάζει και προδηλώνει ξεκάθαρα την Ανάσταση του Κυρίου.
Τα κοινά σημεία μεταξύ των δύο γεγονότων είναι τα εξής, όπως στο θαύμα της ανάστασης της κόρης του Ιάειρου ο Χριστός έβγαλε έξω από το χώρο που βρισκόταν το σώμα της νεαρής, τους πάντες και άφησε μόνο τους γονείς της και τους τρεις μαθητές που τον συνόδευαν, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, έτσι και ο Απ. Πέτρος βγάζει έξω όσους βρίσκονταν και θρηνούσαν για το χαμό της Δορκάδας και μένει μόνος του. Οι ενέργειες που κάνει ο Απ. Πέτρος θυμίζουν κατά πολύ τις ενέργειες του Χριστού στο αναφερόμενο γεγονός, για παράδειγμα, όπως γονατίζει ο Χριστός και μιλά στο κορίτσι, έτσι και ο Απ. Πέτρος γονατίζει, προσεύχεται και απευθύνεται προς τη Δορκάδα και της μιλά. Ακόμη όπως ο Χριστός κάνει την κίνηση του χεριού και ανασηκώνει τη νεαρή, έτσι και ο Απ. Πέτρος παίρνει από το χέρι τη Δορκάδα και τη βοηθά να ανασηκωθεί. Και στις δύο περιπτώσεις γίνεται η παρουσίαση του αναστημένου προσώπου στους οικείους του από το Χριστό και τον Απόστολο Πέτρο σε κάθε περίπτωση αντίστοιχα.
Ομοιότητα ανάστασης Ταβιθάς με την ανάσταση του υιού της χήρας από τον προφήτη Ηλία
Η διήγηση, του θαύματος της ανάστασης της Ταβιθάς από τον Απόστολο Πέτρο, θυμίζει κατά πολύ την αποτύπωση του θαύματος της ανάστασης του υιού της χήρας από τον προφήτη Ηλία (Γ’ Βασιλειών 17:18-24). Ομοιάζουν σε πολλά σημεία οι δύο διηγήσεις. Ο προφήτης Ηλίας τελεί το θαύμα σε χώρο όπου βρίσκεται μόνος με το σώμα του νεαρού, όπως ακριβώς έκανε και ο Απόστολος Πέτρος με την Ταβιθά. Ο προφήτης Ηλίας προσεύχεται στο Θεό για να επιτρέψει την επιστροφή της ψυχής του παιδιού στο νεκρό του σώμα, όπως παρόμοια πράττει και ο Απ. Πέτρος προσευχόμενος για την ψυχή της Δορκάδας. Μετά την έγερση του νεαρού παιδιού ο προφήτης παρουσιάζει αναστημένο το παιδί στη μητέρα του για να πιστοποιήσει το χαρμόσυνο γεγονός, όπως ακριβώς έγινε και η παρουσίαση της Ταβιθάς στους παρευρισκομένους που θρηνούσαν το χαμό της.
Ανάσταση υιού της χήρας από τον Προφήτη Ηλία – Ανάσταση Εύτυχου από τον Απόστολο Παύλο (Πρξ. 20:7-12)
 Όπως και πιο πάνω, τα δύο αυτά γεγονότα συγκλίνουν αρκετά σε πολλά σημεία. Οι διηγήσεις τους ομοιάζουν κατά πολύ. Το γεγονός της ανάστασης του Εύτυχου από τον Απόστολο Παύλο συμπίπτει με την παραμονή και φιλοξενία του Απ. Παύλου στο συγκεκριμένο σπίτι, όπως ακριβώς έγινε και με τη φιλοξενία και παραμονή του προφήτη Ηλία στο σπίτι της χήρας. Με την γνωστοποίηση του θανάτου του Εύτυχου ο Απ. Παύλος «επέπεσεν αυτώ και συμπεριλαβών» (Πρξ. 20:10), όπως και ο προφήτης Ηλίας «και έλαβεν αυτόν εκ του κόλπου αυτής» (Γ΄ Βασιλειών 17:19). Οι ενέργειες και των δύο προσώπων, προδηλώνουν άμεσο ενδιαφέρον προς τα παθόντα πρόσωπα. Ακόμη ένα κοινό στοιχείο μεταξύ των διηγήσεων, όπως και στις πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις, και στην περίπτωση του Εύτυχου γίνεται παρουσίαση του αναστημένου προσώπου προς τους παρευρισκομένους για πιστοποίηση του θαυμαστού αυτού γεγονότος.
 Καθ’ όλη την επίγεια δράση του, ο Ιησούς Χριστός επιτελούσε διάφορα θαύματα. Αυτή την εξουσία της θαυματουργίας τη μετέδωσε και στους Αποστόλους και στη συνέχεια οι Απόστολοι τη μετέδωσαν στην Εκκλησία. Ωστόσο υπάρχουν και διάφορα μαγικά ή και ανεξήγητα φαινόμενα τα οποία επιτελούνται με τη συνεργεία του διαβόλου, όπως μαγείες, επικλήσεις πνευμάτων κλπ. Για να μπορούμε να διακρίνουμε τα θαύματα του Θεού ή κατά την αγιογραφική ορολογία τα «σημεία» του Θεού από τις δαιμονικές ενέργειες, πρέπει να εντοπίζουμε ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Ένα θαύμα για να θεωρηθεί «σημείο του Θεού» πρέπει καταρχήν το άτομο το οποίο θα επηρεαστεί από αυτό να έχει Πίστη, που είναι και το πιο βασικό χαρακτηριστικό (λ.χ. στη θεραπεία της κόρης της Σαμαρείτιδας ο Χριστός της λέει «η πίστη σου σέσωκέ σε» διότι όπως αναφέρει και ο Κύριος «εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω» Μτθ. 17:20), και έπειτα: α) να επιτελείται στο όνομα του Ιησού Χριστού, β) να οδηγεί τον άνθρωπο στη μετάνοια και στην αλλαγή ζωής και γ) να είναι πράξεις αγάπης και όχι επίδειξης.
Οι διηγήσεις τέλεσης θαυμάτων στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη συμπίπτουν κατά πολύ ως προς τον τρόπο παρουσίασης του γεγονότος. Θα λέγαμε ότι υπάρχει ένας «τύπος» – εάν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει τέτοια συγκεκριμένη τυπική διάταξη τέλεσης θαύματος. Η επιτέλεση της θεραπείας από το Χριστό και τους Αποστόλους γινόταν με την επίθεση των χεριών στα ασθενή πρόσωπα είτε με μόνο την εκφορά λόγου (για παράδειγμα η θεραπεία του Παραλύτου επιτελέστηκε με την εκφορά λόγου από το Χριστό «λέγει αυτώ ο Ιησούς έγειρε, άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει», Ιω. 5:8, ενώ το θαύμα της θεραπείας του τυφλού της Βησθαϊδάς το τέλεσε με την επίθεση των χεριών Του στον ασθενή Μρκ. 8:22-26).
Αυτή η τακτική της επίθεσης των χεριών και διαμέσου αυτού να διαχέεται η χάρη του Θεού, πέρασε και στη λειτουργική χρήση της Εκκλησίας. Για παράδειγμα κατά το μυστήριο της ιεροσύνης ο Αρχιερέας θέτει το χέρι του στο κεφάλι αυτού που θα χειροτονηθεί, στο μυστήριο της εξομολογήσεως ο πνευματικός για να παράσχει άφεση αμαρτιών θέτει το χέρι του επί το μετανοούντα και πολλά άλλα.
Η τέλεση θαυμάτων από τον Απόστολο Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, αποκαλύπτει τη δύναμη του αναστάντος Χριστού. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ενεργεί διαμέσου των αποστόλων και οι ίδιοι οι απόστολοι χρησιμοποιούν το όνομά του για να επιτελέσουν κάποιο θαύμα, όπως για παράδειγμα όταν ο Απόστολος Πέτρος θεράπευσε τον εκ γενετής χωλό του είπε «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού του Ναζωραίου έγειρε και περιπάτει» (Πρξ. 3:6).
Κάθε θαύμα είναι η ενθύμηση της εγκαθίδρυσης της βασιλείας του Θεού στη γη. Είναι η ένδειξη της νέας κατάστασης που δημιουργείται μετά και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού. Στους Μακαρισμούς του ήχου της ημέρας - της Κυριακής του Παραλύτου - αναφέρεται το εξής «Αναστάς εκ των νεκρών, συνεξανέστησας ημάς εκ των παθών», δηλαδή «Εσύ που αναστήθηκες από τους νεκρούς (=που κατεπάτησες τα δεσμά του θανάτου), ανέστησες μαζί και εμάς από τη δουλεία των παθών». Αυτό ακριβώς συμβαίνει με την επιτέλεση ενός θαυμαστού γεγονότος. Μας υπενθυμίζεται η αποτελεσματική απόληξη της Ανάστασης του Χριστού. Με την επιτέλεση ενός θαύματος γίνεται η καταπάτηση της δουλείας των παθών και η ρήξη των δεσμών της αμαρτίας. Η επιτέλεση θαυμάτων από το Χριστό ερχόταν ως άμεσο συνεπακόλουθο της ιδιότητάς του ως του Δημιουργού μας και του «ιατρού των ψυχών και των σωμάτων ημών».
Οποιοσδήποτε μπορεί να θέσει κανείς το εξής ερώτημα: «Θαύματα επιτελούνταν μόνοκατά την αποστολική περίοδο που χρονικά ήταν κοντά στην εποχή δράσης του Ιησού και του γεγονότος της Ανάστασης ή επιτελούνται και στις μέρες μας;» Η απάντηση είναι προφανής. Και βεβαίως επιτελούνται στις μέρες μας θαύματα, απλά εμείς πολλές φορές δεν είμαστε σε θέση να τα διακρίνουμε και να τα ξεχωρίζουμε. Χρειάζεται διάκριση, άσκηση και πνευματική ενάργεια για να αντιληφθούμε το θαύμα. Ένα και σημαντικό να μας μένει μόνο, κάθε θαύμα είναι εκδήλωση και σημείο της βασιλείας του Θεού στη γη που προήλθε με τη δύναμη της ανάστασης του Χριστού.

Κυριακή τοῦ παραλύτου Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω.π. Γεώργιος Ρ. Ζουμῆς,

 Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω.
Πικρό βγαίνει τό παράπονο ἀπό τά χείλη τοῦ παραλύτου. Κύριε, βρίσκομαι κατάκειτος ἐδῶ τριάντα ὀκτώ ὁλόκληρα χρόνια. Προσπαθῶ νά μπῶ στά νερά τῆς δεξαμενῆς γιά νά θεραπευθῶ, μά δέν τά καταφέρνω. Πάντοτε προλαβαίνει ἄλλος κι᾿ ἐγώ ἐξακολουθῶ νά παραμένω ἀνίατος. Μέ τόν τρόπο μου φωνάζω, ζητάω βοήθεια, ἀλλά κανείς δέν μέ ἀκούει, κανείς δέν μέ προσέχει. Οἱ φωνές μου καί ἡ κάθε μου προσπάθεια πέφτουν στό κενό. Ὁ καθένας κοιτάζει νά βολευτεῖ ὁ ἴδιος, χωρίς νά ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἄλλο.
Αὐτό, ἀγαπητοί μου, εἶναι τό ἔγκλημα τῆς ἀνθρωπότητας. Τό ἴδιο βλέπουμε καί στήν γνωστή παραβολή τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦ πτωχοῦ καί τοῦ πλουσίου Λαζάρου. Ὁ Λάζαρος εἶναι φτωχός καί πεινασμένος, εἶναι ἄρρωστος καί πληγωμένος. Ὁ πλούσιος περνοῦσε καθημερινά ἀπό μπροστά του. Τόν ἔβλεπε, ἀλλ᾿  ἔκαμνε πώς δέν τόν ἔβλεπε. Ἀδιαφοροῦσε γιά τήν παρουσία καί τήν δυστυχία τοῦ Λαζάρου. Αὐτή ἡ περιφρόνηση, αὐτή ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ προξενοῦσε μεγαλύτερο πόνο.
Τό ἴδιο συμβαίνει μέ τόν σημερινό παράλυτο. Ζοῦσε διπλό δράμα, τήν ἀρρώστια καί τήν περιφρόνηση, τήν ἐγκατάλειψη τοῦ κόσμου. Δέν εἶχε συγγενεῖς; δέν εἶχε φίλους, γνωστούς, γείτονες; Κάτι θά εἶχε. Ὅλοι ὅμως τόν ξέχασαν. Γι᾿ αὐτό εἶπε στόν Ἰησοῦ, Κύριε, δέν ἔχω κανέναν νά μέ βοηθήσει. Αὐτό εἶναι τό δράμα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου. Τό μεγαλύτερο πρόβλημα τοῦ καιροῦ μας. Νά φωνάζεις καί ἡ φωνή σου, ὁ σπαραγμός σου νά μή φτάνει στά αὐτιάκανενός, ἀλλά νά πέφτει στό κενό.
Σήμερα ἔχουμε τά τελειότερα μέσα ἐπικοινωνίας. Μικρόφωνα, μεγάφωνα, τηλέφωνα, ἀσυρμάτους, ἠλεκτρονικούς ὑπολογιστές καί τόσα ἄλλα. Ζοῦμε σέ πόλεις πολυάνθρωπες. Πετύχαμε καταπληκτικές ἐπιστημονικές προόδους. Ἔχουμε τόσα πολλά μέσα στήν διάθεσή μας, πού πρίν ἀπό λίγο καιρό  μᾶς ἦταν ἀδιανόητα. Τόσες πολλές εὐκολίες καί ὅμως ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἀβοήθητος. Ὁ καθένας ζεῖ  μόνο γιά τόν ἑαυτό του.
Βρισκόμαστε μέσα σέ μία ἀπέραντη λαοθάλασσα ἕξι δισεκατομμυρίων ἀνθρώπων, ἀλλά ζοῦμε παρέα μέ τήν μοναξιά μας. Στεγάζονται οἱ ἄνθρωποι στίς ἴδιες πολυκατοικίες. Βρίσκονται κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη. Συνεργάζονται στίς ἴδιες ἐπιχειρήσεις, στά ἴδια ἐργοστάσια. Μαζεύονται στίς πλατεῖες, στίς ἀγορές, στά πανεπιστήμια, ψυχαγωγοῦνται σέ κέντρα διασκεδάσεως, στά γήπεδα κατά πολλές χιλιάδες, συμμετέχουν σέ τελετές καί πανηγύρια. Διασταυρώνονται στούς δρόμους, συγκρούονται μεταξύ τους, πέφτει ὁ ἕνας πάνω στόν ἄλλο, ποδοπατοῦνται χωρίς νά ἔχουν ἐπικοινωνία, χωρίς νά ἔχουν ἀνθρώπινη σχέση, βοήθεια οὐσιαστική. Ὅλα γίνονται ἐπιφανειακά, συμβατικά, χωρίς εἰλικρίνεια, χωρίς ἀνθρωπιά, δίχως Θεό. Δέν ἔχουμε ψυχική ἐπικοινωνία, ἀντάμωμα τῆς καρδιᾶς.
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, γιά νά σπάσει τήν ἀπομόνωσή του, ἀναζητάει ἄλλα ὑποκατάστατα. Λύση ὅμως δέν βρίσκει. Γι᾿ αὐτό ὅλοι φωνάζουν βοήθεια καί ὅλοι ἤ σχεδόν ὅλοι ἔχουν ψυχολογικά προβλήματα, ζοῦν μέ ἠρεμιστικά καί ψυχοφάρμακα.
Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, φωνάζει ἡ ἐπιστήμη. Παρ᾿ ὅτι ἔχω μεγάλους ἐγκέφαλους, δέν μπορῶ νά μορφώσω σωστά τόν κόσμο.
Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, φωνάζει ἡ πολιτεία, γιά νά προσφέρει στό κοινωνικό σύνολο.
Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, παραπονιέται ἡ Ἐκκλησία, γιά νά θυσιαστεῖ γιά τό ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ.
Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, φωνάζουν οἱ θεσμοί, πού ἰσοπεδόθηκαν καί κινδυνεύουν νά γίνουν ἱστορικά μουσεῖα. Ὅλοι ζητοῦν βοήθεια, ὅλοι ζητοῦν ἄνθρωπο, ἀλλά βοήθεια δέν φαίνεται ἀπό πουθενά.
 Αὐτό εἶναι τό παράπονο τοῦ παραλύτου. Πολλοί περνοῦν ἀπό μπροστά του, μά κανείς δέν συμπάσχει μαζί του. Περνᾶνε ἐπιστήμονες, λέει, καί μέ περιεργάζονται ἐπιστημονικά, σάν νά᾿ μουν πειραματόζωο. Περνᾶνε οἱ καλλιτέχνες καί μέ περιγράφουν καλλιτεχνικά. Γίνομαι θέμα στά ἔργα τους. Περνᾶνε τύποι θρησκευτικοί καί μοῦ εὔχονται περαστικά. Χεῖρα βοηθείας ὅμως δέν μοῦ προσφέρουν. Κανείς ἀπό αὐτούς δέν στάθηκε κοντά μου, δέν ἔσκυψε στόν πόνο μου, νά ἀφουκρασθεῖ τόν χτύπο τῆς καρδιᾶς μου.
Αὐτό εἶναι τό δράμα ὁλόκληρης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἐπιδιώκουμε μέ τήν κωμωδία νά καλύψουμε τήν τραγωδία μας. Κινούμεθα κάτω ἀπό φανταχτερούς τίτλους ἑνώσεων, παγκοσμίων συμβουλίων, πολιτιστικῶν καί θρησκευτικῶν ὀργανώσεων, χωρίς καμμία οὐσιαστική ἐπαφή καί ἑνότητα καί σύνδεσμο. Ὅλα γίνονται τυπικά καί στά ψέματα. Οἱ σύζυγοι ζοῦν σάν ἑτερόζυγοι. Οἱ φίλοι σάν ἐχθροί. Οἱ συγγενεῖς σάν ξένοι. Οἱ συναίτεροι σάν οὐδέτεροι. Οἱ συναγωνιστές σάν ἀνταγωνιστές.
Ὁ ἄνθρωπος πέτυχε νά κάνει τό τριπλό ἔγκλημα: Νά σκοτώσει τήν ἀλήθεια καί νά δεχτεῖ τό ψέμα. Νά χωριστεῖ ἀπό τήν φύση καί νά ζεῖ παρά φύση. Νά ἀρνηθεῖ τόν Θεό καί νά θεοποιήσει τό ἐγώ του. Μέ αὐτά  τό μόνο πού πέτυχε ἦταν νά ἀποκτήσει σάν μόνιμο σύντροφο τήν ἐρημιά του. Ἔγινε διχασμένη προσωποκότητα, τά βάζει μέ ὅλους, ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.
Καί ὅμως, ἀγαπητοί μου, τό δράμα τοῦ ἀνθρώπου λύθηκε. Ὁ Χριστός συνάντησε τόν παράλυτο. Τοῦ ἔλυσε τήν μοναξιά. Τοῦ χάρισε τήν πολύποθη ὑγεία καί ἀσφάλεια. Ἦρθε στό κόσμο ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γιά μᾶς ἔγινε ἄνθρωπος. Ἦρθε ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός. Αὐτός τάς ἀθενείας ἡμῶν ἔλαβε καί τάς νόσους ἐβάστασεν. Πλέον δέν εἴμαστε μόνοι. Ἔχουμε τόν Χριστό κατοικοῦντα ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν.
Βλέπουμε ἀνθρώπους πού ζοῦν μόνοι τους μέσα στά σπήλαια, στήν ἐρημιά, χωρίς νά δοῦν πρόσωπο ἀνθρώπου καί ὅμως ποτέ τους δέν αἰσθάνθηκαν μόνοι, γιατί εἶχαν παρέα-συντροφιά τόν Χριστό. Καί σάν ἔχεις κοντά σου, μέσα σου τόν Θεό, δέν ἔχεις καμμία ἀνάγκη, ἀφοῦ ὁ Θεός γίνεται τοῖς πᾶσι τά πάντα. Ὅλοι οἱ ἀσκητές, οἱ ἐρημίτες θά ἔπρεπε νά εἶναι τρελοί. Νά τρελαθοῦν ἀπό τήν μοναξιά. Μά δέν εἶναι. Ἴσα-ἴσα τρελαίνονται οἱ ἄνθρωποι τῶν πόλεων καί κυρίως τῶν μεγαλουπόλεων. Κάποια κοπέλα ἦταν μοντέλο καί ζοῦσε βουτηγμένη μέσα στήν ἁμαρτία καί στήν ἀθεΐα. Ὅταν γνώρισε τόν Χριστό, ἄφησε τήν ἁμαρτία, ἐγκατέλειψε τήν φανταχτερή ζωή καί ξέρετε τί εἶπε μέ τήν γλῶσσα πού χρησιμοποιοῦν σήμερα οἱ νέοι; Ὁ Χριστός εἶναι ὁ καλύτερος τύπος γιά παρέα. Κάνει τρομερή παρέα.
Ἀγαπητοί μου,
Αὐτή εἶναι ἡ λύση στό δράμα τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού στέκεται ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας καί χτυπάει νά τοῦ ἀνοίξουμε, γιά νά μπεῖ. Ἐάν συναντηθοῦμε μέ τόν Χριστό, θά πάψουμε νά εἴμαστε μόνοι. Θά ἑνωθοῦμε μέ ὅλο τόν κόσμο, μέ ὅλη τήν κτίση. Θά ἑνωθοῦμε μέ τόν ἑαυτό μας, θά συναρμολογήσουμε τά σπασμένα κομμάτια τοῦ ἑαυτοῦ μας καί αὐτό θά εἶναι ὁ μεγαλύτερος θρίαμβός μας. Ὅποιος βρεῖ τόν Χριστό, ἐκεῖνος ζεῖ ἀληθινά. Βοήθειά μας εἶναι ὁ Χριστός κι᾿ ἐμεῖς πρέπει νά τόν καλέσουμε καί νά τόν βάλουμε γιά πάντα στή ζωή μας. Ἀμήν.

Κυριακή του Παραλύτου π. Χερουβείμ Βελέτζας

Ιω. 5, 1-15

Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω”, λέει ο Παραλυτικός της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, “ώστε όταν έλθει ο άγγελος και ταράξει το ύδωρ της δεξαμενής, να με βάλει μέσα και να θεραπευτώ”. Εκφράζει την αγωνία του, που επί τριάντα οκτώ έτη υπομένει την ασθένειά του και καρτερεί να ζήσει κι εκείνος το θαύμα της θεραπείας και να γευτεί την έκτακτη από τον Θεό ευεργεσία. Και ο Χριστός, με ένα Του λόγο, τον προσκαλεί να σηκωθεί, και να πάρει στους ώμους του το κρεβάτι του πόνου και να περπατήσει μέχρι το σπίτι του.
Η αγία μας Εκκλησία έχει συμπεριλάβει την περικοπή αυτή στον κύκλο των Ευαγγελίων της Πασχαλίου περιόδου, συνδέοντας τρόπον τινά το θαύμα αυτό με την Ανάσταση του Χριστού, αλλά και με την δική μας προσωπική Ανάσταση. “Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω”, λέει ο παράλυτος, δεν έχω βοηθό στη θλίψη μου και στη δοκιμασία μου, αγωνίζομαι για να σωθώ αλλά μόνος μου δεν τα καταφέρνω, χρειάζομαι βοήθεια αλλά δεν την βρίσκω πουθενά, έχω ανάγκη από κάποιον δίπλα μου, αλλά κανείς δεν υπάρχει. Η εκ μέρους του Ιησού θεραπεία, αποτελεί και την απάντηση στην αγωνιώδη κραυγή του παραλύτου. Είναι σαν να του λέει “άνθρωπο δεν έχεις, αλλά έχεις εμένα, τον Θεάνθρωπο Λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου. Έχεις εμένα, που είμαι η πηγή της ιάσεως και της ζωής και της Αναστάσεως”.
Η παρουσία και η παρέμβαση του Χριστού αποτελεί απάντηση και για όλους εμάς. Συχνά αισθανόμαστε μόνοι, εγκαταλελειμμένοι από τους ανθρώπους, αβοήθητοι. Μας καταλαμβάνει η απόγνωση και η απελπισία, στην προσπάθειά μας να σηκωθούμε από τις πτώσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή και η ανθρώπινη φύση μας, που ρέπει προς την φθορά και την αμαρτία. Νιώθουμε ότι οι δικές μας δυνάμεις δεν επαρκούν, έχουμε ανάγκη από ένα χέρι βοηθείας, από κάποιον να μας παρηγορήσει και να μας σηκώσει από το σημείο στο οποίο έχουμε καθηλωθεί. Και δυστυχώς, συχνά οι συνάνθρωποί μας είτε δεν αντιλαμβάνονται αυτή μας την ανάγκη, είτε δεν είναι σε θέση να μας βοηθήσουν, είτε ακόμα δεν έχουν την διάθεση να ασχοληθούν με κάτι πέρα από τον εαυτό τους.
Έχουμε όμως άνθρωπο. Έχουμε τον νικητή της φθοράς και του θανάτου, έχουμε τον αρχηγό της Ζωής, έχουμε την ελπίδα και την πηγή της Αναστάσεως. Τον Υιό και Λόγο του Θεού, που εξαιτίας της άπειρης αγάπης και φιλανθρωπίας Του έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε και Αναστήθηκε για να προσφέρει σε όλους μας την προοπτική και της δικής μας προσωπικής Αναστάσεως. Αρκεί να στηρίξουμε σε Αυτόν την ζωή μας και την ελπίδα μας, αρκεί να Τον αποδεχτούμε στη ζωή μας, αρκεί να καταφύγουμε σε Αυτόν, έστω σαν την τελευταία μας και μόνη μας ελπίδα. Κι Εκείνος, όπως έπραξε με τον παράλυτο, θα ανταποκριθεί στο κάλεσμα της καρδιάς μας και θα μας προσφέρει την πολυπόθητη λύτρωση, την σωτηρία από τα πάθη που μας ταλαιπωρούν, από τις συμφορές του βίου, από τις καθημερινές μας πτώσεις και κυρίως από την πνευματική μας αναπηρία.
Οι άνθρωποι πάντα περιμένουμε ένα θαύμα που θα ανατρέψει την αρνητική πορεία της ζωής μας. Οι κοινωνίες επίσης περιμένουν ένα θαύμα, μια έξωθεν σωτηρία, μια ανάσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας, μια λύτρωση από την κακία που μέρα με τη μέρα πληθύνεται ανάμεσά μας. Επιρρίπτουμε συχνά τις ευθύνες γύρω μας, και περιμένουμε από όλους τους άλλους να βοηθήσουν στην απαλλαγή από το συλλογικό κακό. Αισθανόμαστε την κοινωνία μας να βρίσκεται σε τέλμα, σε αδυναμία για ανάκαμψη, και μας κυριεύει η απελπισία ότι κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, κανείς δεν ενδιαφέρεται να μας σώσει.
Αντί όμως να ψάχνουμε δίπλα μας, ας κοιτάξουμε μάσα μας, και στη συνέχεια ας στρέψουμε το βλέμμα μας ψηλά. Ας ερευνήσουμε τα προσωπικά μας αίτια της θλίψης, στο βαθμό που ο καθένας μέσα του ευθύνεται, ας ομολογήσουμε την προσωπική μας αδυναμία και ανεπάρκεια, και ας ζητήσουμε από τον Χριστό να έλθει βοηθός μας και να θεραπεύσει πρώτα τον έσω άνθρωπο. Ας Του ζητήσουμε να θεραπεύσει και να αναστήσει πρώτα την ψυχή μας, που είναι και το δυσκολότερο, κι έπειτα να μας απαλλάξει από την τυχόν σωματική μας ασθένεια. Και μόλις νιώσουμε λίγο πιο δυνατοί, ας τρέξουμε σε ενίσχυση των αδελφών μας των αδυνάτων, προσφέροντάς τους την πολυπόθητη συμπαράσταση, την ανθρώπινη παρουσία μας και την κατά το δυνατόν βοήθειά μας.
Μόνο τότε θα πραγματοποιηθεί το θαύμα που όλοι περιμένουμε. Γιατί η Ανάσταση δεν είναι μόνο προϊόν της παρέμβασης και της ευεργεσίας του Θεού, αλλά και αποτέλεσμα της εκ μέρους μας αποδοχής Του, της μυστικής πνευματικής διεργασίας που συντελείται μέσα μας με τη σύμπραξη της δικής μας πρόθεσης και της Χάριτος του Θεού. Η Ανάσταση είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο, που για να το ζήσουμε χρειάζεται μετάνοια, και κυρίως να αντικαταστήσουμε την απέλπιδα φράση “Κύριε, άνθρωπον οὐκ ἔχω” με το “Ναί, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναί, ἔρχου κύριε Ἰησοῦ” (Αποκ. 22, 20).





 π. Χερουβείμ Βελέτζας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ«Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ και είπεν αυτώ∙ ίδε, υγιής γέγονας∙ μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοί τι γένηται» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου



Ο Παραλυτικός, αγαπητοί αδελφοί, που έγινε καλά από τον φιλεύσπλαχνο Κύριο, βρισκόταν σ’ αυτήν την κατάσταση τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια κι είχε φτάσει σ’ αυτό το κατάντημα από την αμαρτωλότητα του. Το ότι αιτία της αρρώστιας του στάθηκε ο άσωτος κι αχαλίνωτος, ο έξω από το θέλημα του Θεού, βίος του, φαίνεται καθαρά από τα λόγια που του είπε ο Ιησούς, όταν τον συναπάντησε μέσα στον Ναό: «Ίδε, υγιής γέγονας∙ μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον σοί τι γένηται». Έγινες καλά στο σώμα και στην ψυχή. Σε γιάτρεψε η Χάρις μου, χορηγώντας σου την άφεση και ξαναδένοντας σου τους αρμούς του κορμιού. Πρόσεξε, λοιπόν, από εδώ και πέρα, να μη ξαναπαρασυρθείς στην αμαρτία. Γιατί, σε τέτοια περίπτωση είναι πιθανό ή μάλλον βέβαιο, ότι θα πάθεις χειρότερα. Ποια είναι τα χειρότερα; Όχι τόσο η σωματική ερείπωση, που κι αυτή, βέβαια, είναι μεγάλο κακό, όσο η ανικανότητα της ψυχής στο να ξαναποθήσει τη μετάνοια, να αναζητήσει τη Χάρη μου. Το χειρότερο, λοιπόν, που σε περιμένει, αν δεν μείνεις  σταθερός στην καινούργια ζωή, την οποία σου δώρισα, είναι κάτι ανεπανόρθωτο. Είναι ο οριστικός θάνατος, η απώλεια σου. Δέξου την ευεργεσία της αγάπης και του ελέους μου με σοφία και συναίσθηση, με φόβο και σύνεση. Φρούρησε αυτό το δώρο σαν πολύτιμο απόκτημα που διατρέχει τον έσχατο κίνδυνο, που το επιβουλεύονται δυνατοί αντίπαλοι, που αν το χάσεις μια φορά, είναι χαμένο για πάντα. Μη λησμονήσεις ποτέ αυτό το μάθημα που πήρες από την αρρώστια του σώματος κι έχε πάντοτε στο νου σου το νόημα το προειδοποιητικό που είχε η αρρώστια σου. Γιατί ο μαρασμός του σώματος δεν είναι παρά μια προφητεία, ένα μικρό κακό που προαναγγέλλει και συμβολίζει κάποιο άλλο κακό άπειρα βαθύτερο: τον μαρασμό της ψυχής, τον αιώνιο θάνατο.
Ευλογημένη ήταν, αγαπητοί αδελφοί, εκείνη η αρρώστια για τον άνθρωπο αυτόν, παρ’ όλο ότι την καρποφόρησε η ασωτία του. Γιατί αυτή τον έκαμε να μετανοήσει, του μαλάκωσε την καρδιά, τον ωρίμασε σε μια καινούργια ζωή, τον έφερε στο κατώφλι του θεϊκού ελέους, του φωτισμού, της αναγεννήσεως.
Του ακινήτησε το σώμα, αλλά του φτέρωσε την ψυχή. Του παρέλυσε τα πόδια, αλλά τον αξίωσε να περπατήσει στους δρόμους της επιστροφής. Του άφησε ξερά τα χεριά. αλλά του σήκωσε στον ουρανό τα άλλα εκείνα χέρια της διανοίας, μαθαίνοντας τον να προσεύχεται και να αποζητά τους οικτιρμούς του Θεού. Του μάρανε τις σάρκες, αλλά ανθοβόλησε μέσα του την πίστη και την απαντοχή. Τον έριξε χάμω, αλλά του εξασφάλισε τον ουρανό.
Μεγάλο σχολείο μετάνοιας κι ανανήψεως είναι οι θλίψεις του σώματος. Και σ’ αυτό το σχολείο έκαμε μακροχρόνιες σπουδές ο παραλυτικός. Έτσι βγήκε ετοιμασμένος καθ’ όλα στην αιώνια ζωή, όπου τον σήκωσε και τον εισήγαγε ο Σωτήρ.
Δεν είναι κάθε αρρώστια, που μπορεί κανείς να πάθει, πάντα αποτέλεσμα της αμαρτίας του. Ούτε ακόμη είναι οπωσδήποτε συνέπεια αμαρτιών των γονέων του ή των προγόνων του, κατά το προφητικό «οι πατέρες έφαγαν αγουρίδες και μούδιασαν τα δόντια των παιδιών». Υπάρχουν κι αρρώστιες που ο Θεός επιτρέπει να έρχονται μονάχα για να δοξασθεί το όνομα του. Παράδειγμα, ένας άλλος ευεργετημένος από τον Ιησού, ο τυφλός από γέννα, για τον οποίο ρώτησαν τον Κύριο οι μαθητές: Τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ίνα τυφλός γεννηθή; Κι ο Κύριος τους αποκρίθηκε: Ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού αλλ’ ίνα φανερωθούν τα έργα του Θεού εν αυτώ.
Όποια, όμως, κι αν είναι η αιτία που προκαλεί μιαν αρρώστια, ο Θεός ξέρει να χρησιμοποιεί αυτή την αρρώστια για το καλό του ανθρώπου, βγάζοντας από το πικρό γλυκύ, κάνοντάς την σχολείο μετάνοιας, θύρα αναγεννήσεως, βοηθό και συντελέστρια της τελειότητας. Γι ‘αυτό τον τελευταίο  λόγο τη χρειάστηκε ακόμη και σε μεγάλους αγίους του, για να τους ασφαλίσει από τον Εωσφόρο και να τους κάνει να γίνονται καλύτεροι ολοένα. Παράδειγμα ο μεγάλος Παύλος, που καθώς ο ίδιος αναφέρει, του είχε δοθεί κάποιος σκόλοψ στη σάρκα και του κατά πάσα πιθανότητα δεν ήταν παρά μια αρρώστια.
Αν, λοιπόν, ένας Παύλος είχε ανάγκη από τέτοιο τρόπο σωτηρίας, πόσο πιο μεγάλη έχουν οι αμαρτωλοί, που αλλιώς δεν θα μετάνιωναν ή οι χλιαροί πιστοί, που αλλιώς δεν θα ανένηφαν και δεν θα γίνονταν θερμοί;
Ο Θεός, αγαπητοί αδελφοί, δεν είναι τιμωρός. Είναι πατέρας που θέλει το καλό μας. Και λοιπόν, οι θλίψεις που επιτρέπει να μας βρίσκουν – κι ανάμεσα τους οι αρρώστιες – δεν χρησιμοποιούνται από τη σοφία του παρά για τη σωτηρία μας, για το αιώνιο καλό μας.
Λέγει κάπου ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Οι σπόροι, όταν πέσουν στη γη, τραβούν χίλια πάθη κατά τη διάρκεια του χειμώνος, ώσπου να φυτρώσουν την άνοιξη. Υποφέρουν κρύο, βροχές κι ένα σωρό άλλα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι σαν ένας θαμμένος και ταλαιπωρούμενος σπόρος, που πρόκειται να φυτρώσει στην αιώνια άνοιξη της άλλης ζωής. Τότε μονάχα θα απαλλαγούμε οριστικά από κάθε θλίψη και πειρασμό».
Ο παραλυτικός, αδελφοί μου, σαν δέχτηκε  την ευεργεσία του Κυρίου, απέδειξε με δυο πράγματα που αναφέρει ο ευαγγελιστής, ότι αναγεννήθηκε, ότι είχε πραγματικά γίνει και στην ψυχή κι όχι μόνο στο σώμα καλά.
Πήγε πρώτα στον Ναό, για να ευχαριστήσει τον Θεό. Κι όταν ο Ιησούς τον βρήκε εκεί και του φανερώθηκε, δεν αποσιώπησε τον ευεργέτη του, αλλά «απήλθε… και ανήγγειλε τοις Ιουδαίοις, ότι Ιησούς έστιν ο ποιήσας αυτόν υγιή».
Αγκάλιασε δηλαδή τις δυο μεγάλες και πρώτες εντολές και βάλθηκε να τις πραγματοποιεί: την αγάπη προς τον Θεό, η οποία δείχνεται με τον εκκλησιασμό. Και την αγάπη προς τον πλησίον, που δείχνεται με το να του προσφέρουμε όχι μόνο υλική βοήθεια, αλλά προ παντός τον ίδιο τον Κύριο.
Είθε και σε μας, αγαπητοί αδελφοί, κάθε θλίψη να προκαλεί το αγκάλιασμα αυτών των δυο εντολών και να το κάνει πιο σφοδρό και πιο θερμό.
Γιώργος Σαββίδης

Κυριακή του Παραλύτου «Η δύναμη της αγάπης»

Τα αναγνώσμα της σημερινής Κυριακής του Παραλύτου μας αφηγούνται το καθένα από μια συγκινητική διήγηση, που είναι ύμνος στην αγάπη.
Το Ιερό Ευαγγέλιο αωαφέρει, ότι στα Ιεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, την πύλη δηλαδή άπ’ όπου περνούσαν τα πρόβατα πού επρόκειτο να θυσιαστούν στο ναό, υπήρχε μία δεξαμενή πού λεγόταν Βηθεσδά. Το νερό αυτής της δεξαμενής είχε μία θαυματουργική Ιαματική ιδιότητα, την οποία αποκτούσε, προσωρινώς, όταν Άγγελος Κυρίου ερχόταν και κινούσε το νερό. Αυτό διαρκούσε πολύ λίγο και κατόπιν το νερό επανερχόταν στην προηγουμένη φυσική κατάσταση, ήταν πάλι απλό νερό όπως όλων των άλλων πηγών. Όποιος λοιπόν μετά την κάθοδο του αγγέλου, προλάβαινε να πέσει πρώτος μέσα στο ταραγμένο νερό, γινόταν υγιής, από οποιαδήποτε ασθένεια από την οποία έπασχε. Έτσι γύρω από το χείλος της κολυμβήθρας, ήταν συγκεντρωμένο ένα πλήθος ασθενών, που έμεναν εκεί ξαπλωμένοι σε κρεβάτια της εποχής. Ανάμεσα στο πλήθος των ασθενών, που περίμεναν να βρουν τη θεραπεία τους, ήταν και ένας παράλυτος. Τριάντα-οχτώ χρόνια περίμενε εκεί με υπομονή. Αυτός λόγω της παθήσεως του, δεν ήταν ευκίνητος. Πάντα κάποιος άλλος τον
προλάβαινε. Ήταν μόνος και αβοήθητος. Έτσι το μαρτύριο του συνεχιζόταν. Εν τούτοις εξακολουθούσε να ελπίζει, να υπομένει, να παραμένει εκεί. Σαν κάποιον να περίμενε! Κάποιο μυστήριο έκρυβε ή ταλαιπωρία του. Και ήρθε επί τέλους ή στιγμή να λυθεί το δράμα του και τότε βραβεύθηκε η αρετή του. Ήρθε κοντά του ο Χριστός, ο ευεργέτης, του είπε ένα μόνο λόγο, λόγο αγάπης και μ’ εκείνο
το λόγο ο παράλυτος αμέσως έγινε καλά. Ο παραλυτικός αυτός έμεινε εκεί τόσα χρόνια, για να γίνει το δικό μας παράδειγμα, σύμφωνα με την Ευαγγελική διήγηση.
Αλλά και στο Αποστολικό ανάγνωσμα ακούμε μια εξαιρετική διήγηση. Στην πόλη Ιόππη, ζούσε μια ευσεβής γυναίκα με το όνομα Ταβιθά, που στα Ελληνικά σημαίνει Δορκάς. Ήταν υπόδειγμα καλοσύνης, αγάπης και ελεημοσύνης. Ήταν το στήριγμα των πτωχών, των χηρών, των ορφανών και όλων των ενδεών. Και όταν πέθανε, έγινε τόσος θρήνος και οδυρμός στην πόλη από τους ευεργετηθέντες, που έχασαν το στήριγμά τους και την αγαπούσαν τόσο, ώστε ο απόστολος Πέτρος, συγκινημένος από αυτή την εικόνα λατρείας του κόσμου προς την ευεργέτιδα, με τη θερμή του προσευχή προς τον Ιησού, την ανάστησε.
Η χαρά των ανθρώπων ήταν απερίγραπτη και δόξαζαν το Θεό. Ο Θεός, δια του Αποστόλου Πέτρου, είχε βραβεύσει την αγάπη. Αγάπη! Μια αρετή τόσο γνωστή και συγχρόνως τόσο άγνωστη.
Αυτό που διακρίνουμε τόσο στο Ευαγγελικό, όσο και στο Αποστολικό ανάγνωσμα είναι η κυριαρχούσα αγάπη. Του Χριστού στο πρώτο και της Ταβιθά στο δεύτερο.
Είναι αποδεδειγμένο ότι όλοι έχουμε ανάγκη από αγάπη. Όχι μόνο οι πτωχοί, οι άρρωστοι, τα ορφανά, τα γηρατειά και γενικά όσοι υποφέρουν, αλλά όλοι ανεξαιρέτως. Όπως δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον αέρα, το φως και τη θερμότητα του ήλιου, έτσι δεν μπορεί να ζήσει ο άνθρωπος χωρίς αγάπη πάνω στη γη. «Η δύναμη της αγάπης, είναι φυτευμένη από την αρχή μέσα στην ανθρώπινη ψυχή», γράφει ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας.
Η δύναμη αυτή αποτελεί μέρος της ύπαρξής μας, είναι σφραγίδα του Θεού επάνω μας, ο οποίος «αγάπη εστί» (Α’ Ιωάν. δ 8).
Ήδη στην Παλαιά Διαθήκη, βρίσκεται στην αρχή του δεκαλόγου, αλλά την αληθινή έννοιά της, μας την έδειξε ο Σταυροαναστημένος Χριστός, που είναι η σαρκωμένη αγάπη, που ήρθε στη γη από αγάπη για την σωτηρία του κόσμου και«διήλθεν ευεργετών και ιώμενος πάντας» (πραξ. ι ,38). Ως θείος διδάσκαλος έδωσε πολλές εντολές. Όμως, επέμενε ιδιαίτερα στην «καινή εντολή της αγάπης» (Ιωαν. ιγ 34).
Ο Απόστολος Παύλος τονίζει, ότι χωρίς την αγάπη, όλα τα πνευματικά χαρίσματα, όλες οι αρετές, ακόμα και αυτό το μαρτύριο, δεν έχουν καμία αξία. (Α’ Κορινθ. ιγ). Ο δε Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής, αναφερόμενος στη δήθεν πνευματική ζωή, που κάνουν μερικοί, χωρίς όμως αγάπη, λέγει «όλα αυτά χωρίς αγάπη, είναι ξένα προς τον Θεό. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο τόσο μεγάλο και απαραίτητο, όσο η αγάπη για τους ανθρώπους». Η Αγάπη ήταν παρούσα όταν θεμελιώθηκε ο κόσμος. Η αγάπη πάλι δημιουργήθηκε για δεύτερη φορά, όταν έσωσε τον άνθρωπο ο Χριστός με την Σταυρική του θυσία.
Αλλά το να ομιλεί κανείς για την αγάπη, ισοδυναμεί με το να ομιλεί για τον ίδιο τον Θεό, αφού ο Θεός «Αγάπη εστί»(Ιωαν. δ 8). Και αυτό το καταλαβαίνει καλύτερα κανείς, όσο φτάνει προς την τελειότητα. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, γράφει ότι αγαπώντας κάποιον, τον βοηθάς να γίνει καλύτερος, γιατί σπέρνεις μέσα του τον σπόρο της αρετής. Και ο Άγιος Ιωάννης ο συγγραφέας της Κλίμακος, συμπληρώνει, ότι αγαπώντας τον πλησίον μου, η αγάπη επιστρέφει σε μένα και αλλάζει κι εμένα, και με οδηγεί προς το καλύτερο.
Όταν αγαπά κανείς κάποιον, τον βλέπει με διαφορετικά μάτια. Ας είναι ένα παιδί οσοδήποτε άσχημο. Η μητέρα του το αγαπά και το βλέπει τόσο όμορφο, όσο κανένα άλλο. Ο φίλος δεν βλέπει τα ελαττώματα του φίλου του, από αγάπη. Ο ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι είναι προτιμότερο να σβήσει ο ήλιος, παρά να στερηθούμε την αγάπη των φίλων.
Όμως στην εποχή μας η φιλία και κατ’ επέκταση η αγάπη, γίνεται όλο και πιο σπάνια μεταξύ των ανθρώπων. Γι’ αυτό και οι συγκρούσεις, οι ταραχές, τα εγκλήματα και οι πόλεμοι. Η έλλειψη αγάπης, οδηγεί στην αδικία και την εκμετάλλευση των αδυνάτων από τους ισχυρούς.
Η οικογένεια, η φωλιά της χριστιανικής αγάπης, ξεφτίζει όλο και πιο πολύ. Όταν στα μέλη της κυριαρχεί ο εγωισμός και ο ατομισμός, ατονεί η αγάπη και η συνοχή της. Ποιος μισεί πιο πολύ την αμαρτία από τους Αγίους; Κι όμως οι Άγιοι δεν βλέπουν τις αμαρτίες των άλλων, όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά διότι δεν μπορούν να τις δουν εξαιτίας της αγάπης. Αυτοί βλέπουν στο ανθρώπινο πρόσωπο ένα μυστήριο τόσο θαυμαστό, ώστε πιστεύουν πως σ’ αυτό υπάρχουν τόσες και τέτοιες δυνατότητες, που μπορούν να ξεπεράσουν κάθε αμαρτωλή κατάσταση. Και οι δυνάμεις αυτές, ενεργοποιούνται και πραγματοποιούνται μόνο με την δύναμη της αγάπης.
Εάν, λοιπόν, εφαρμόζουμε την εντολή του Χριστού «Αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς» τί τεράστια μεταβολή θα γινόταν στην ανθρώπινη κοινωνία!
Αν βλέπουμε ότι υπάρχει στον κόσμο και γύρω μας πολύ κακό, τούτο συμβαίνει «διότι εψύγη η αγάπη των πολλών» (Ματθ. κδ 12). Γι’ αυτό ας μιμηθούμε την Ταβιθά, που έκανε τη μοδιστρική βελόνα της κλειδί και άνοιξε την πόρτα του παραδείσου. Τα έργα της αγάπης προς τον πλησίον μας, είναι εκείνα που θα μας κάνουν να ακούσουμε από τα χείλη του Κυρίου μας «εφ’ όσων εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»(Ματθ. κε 40).
Και εάν ρωτήσει κανείς, ποιο είναι το μέτρο της αγάπης, η απάντηση είναι:
Κοίταξε τον Σταυρωμένο και την Αναστάντα Χριστό και θα βρεις το δικό του μέτρο της αγάπης, που πρέπει να προσφέρεις, όπως την προσέφερε και η Αγία Ταβιθά και όπως δια του Αποστόλου Πέτρου την επανέφερε στη ζωή ο Θεός. Όπως την προσέφερε ο Χριστός μας στον επί τριάντα οκτώ χρόνια παραλυτικό, έτσι και εμάς θα μας επαναφέρει στην «εν αυτώ» ζωή, αν έχουμε την υπομονή και την ελπίδα στη θεραπεία και στη σωτηρία μας. Και τότε θα ανταμείψει τον καθένα μας με την προσωπική μας ανάσταση. ΑΜΗΝ!

Κυριακή του Παραλύτου Το νοσοκομείο του Θεού

Δεν είμαστε μόνοι

Δίπλα στην προβατική πύλη του τείχους της Ιερουσαλήμ βρισκόταν η Βηθεσδά, η κολυμβήθρα του ελέους. Είχε γύρω της πέντε στοές πλημμυρισμένες από λογής – λογής αρρώστους, ένα νοσοκομείο του Θεού ήταν. Διότι όλοι αυτοί, τυφλοί, ανάπηροι, παράλυτοι, περίμεναν με αγωνία κι ελπίδα να κατέβει κάθε τόσο ο άγγελος, ο απεσταλμένος του Θεού, να ταράξει τα νερά της δεξαμενής. Και τότε! Ω τότε! Όποιος προλάβαινε να πέσει μέσα στα νερά την ώρα εκείνη γινόταν αμέσως καλά, από οποιαδήποτε αρρώστια κι αν έπασχε. Απ’ όλους αυτούς τους βασανισμένους αρρώστους όμως ένας άνθρωπος ξεχώριζε. Τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια παράλυτος. Κι ήταν μόνος, κατάμονος. Δεν είχε κανένα να τον βοηθήσει. Μα σήμερα κάτι άλλαξε στη ζωή του. Δεν είναι μόνος. Τον πλησίασε ο Χριστός, ο Θεός που έγινε άνθρωπος για να θεραπεύσει τον πληγωμένο άνθρωπο. Ο Κύριος λοιπόν μόλις αντίκρισε τον παράλυτο, του είπε: «Θέλεις να γίνεις καλά»; Κι εκείνος με πόνο του απάντησε: «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο να με βοηθήσει να πέσω πρώτος μέσα στα νερά όταν τα κινήσει ο άγγελος. Πάντοτε κάποιος άλλος προλαβαίνει να πέσει πρώτος».
Πόσο δραματική ήταν αλήθεια η ζωή αυτού του ανθρώπου! Πώς ζούσε τόσα χρόνια; Πού έβρισκε φαγητό; Ποιος τον διακονούσε στις καθημερινές του ανάγκες; Μπορούμε να τον φαντασθούμε στα τριανταοκτώ αυτά χρόνια της δοκιμασίας του; Μπορούμε να κατανοήσουμε το δράμα του εκεί στην κολυμβήθρα; Μόνος, έρημος κι αβοήθητος ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους. Κι από τον τρόπο που αποκρίνεται στον Κύριο φαίνεται ότι ο παράλυτος αυτός υποφέρει, μα δεν γογγύζει. Βλέπει την περιφρόνηση και δεν βλασφημεί ούτε τον Θεό ούτε την ώρα που γεννήθηκε. Δεν κατηγορεί κανένα. Δεν μιλάει με οργή. Αντίθετα περιμένει. Περιμένει την κάθοδο του αγγέλου, την επίσκεψη της θείας χάριτος.
Πόσοι άνθρωποι αλήθεια και σήμερα, σε διαφορετικές βέβαια συνθήκες υποφέρουν όπως ο παράλυτος του Ευαγγελίου. Μόνοι κι εγκαταλελειμμένοι, σ’ ένα απόμακρο χωριό, σ’ ένα Γηροκομείο ξεχασμένων ψυχών, σ’ ένα παρατημένο διαμέρισμα, σ’ ένα σπίτι χωρίς αγάπη. Όλοι αυτοί ακούγοντας σήμερα το ιερό αυτό Ευαγγέλιο, θα πρέπει να διδαχθούν από δυο μεγάλες αλήθειες. Πρώτον ότι μέσα στη μοναξιά μας, αντί να κλαίμε για την κατάστασή μας, έχουμε χρέος να καλλιεργούμαστε στην αρετή, να συνειδητοποιούμε τη μηδαμινότητά μας, να εξαγιαζόμαστε. Και δεύτερον να κατανοήσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Δίπλα μας είναι αοράτως ο Χριστός. Μπορεί βέβαια να μην επεμβαίνει ακόμη στο δράμα μας. Αλλά ξέρει τον πόνο μας και τη μοναξιά μας. Ας Τον παρακαλούμε λοιπόν να σταθεί σύντροφος στο πρόβλημά μας και στη δυστυχία μας και να μας στείλει ανθρώπους του να μας συμπαρασταθούν και να γλυκάνουν τη μοναξιά μας και τη δυστυχία μας. Δεν είμαστε μόνοι. Δίπλα μας είναι ο Θεάνθρωπος έτοιμος να μας βοηθήσει.

Ευγνωμοσύνη

Ο Κύριος εκεί στη δεξαμενή της Βηθεσδά, αφού άκουσε τα πονεμένα λόγια του παραλύτου, του είπε: «Σήκω επάνω. Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». Πώς έγιναν όλα τόσο ξαφνικά! Πώς αυτός που δεν μπορούσε να περπατήσει τριανταοκτώ ολόκληρα χρόνια σηκώθηκε υγιέστατος; Πώς σήκωσε το κρεβάτι του και περπάτησε και διάβαινε ολόρθος τους δρόμους της Ιερουσαλήμ;
Κάποιοι που τον είδαν, αυτόν τον πασίγνωστο παράλυτο, να περπατά, αντί να χαρούν για το πρωτοφανές θαύμα που έβλεπαν, παραλογίσθηκαν. Κι άρχισαν να τον κατηγορούν, διότι δεν ήταν επιτρεπτό σύμφωνα με το νόμο ημέρα Σάββατο να σηκώνει το κρεβάτι του. Αυτός όμως με θάρρος τους απαντά: «Εκείνος που με θεράπευσε, εκείνος μού ‘πε να σηκώσω και το κρεβάτι μου». «Και ποιος είναι αυτός;», τον ρωτούν. Ο πρώην παράλυτος όμως δεν ήξερε ποιο ήταν το όνομα του Κυρίου, ο Οποίος μετά το θαύμα είχε απομακρυνθεί διακριτικά. Κάποια ημέρα όμως ο Κύριος Ιησούς τον συναντά στο ιερό και του λέει: «Κοίταξε, έγινες καλά. Πρόσεξε όμως να μην αμαρτάνεις στο εξής, για να μην πάθεις χειρότερο κακό». Κι εκείνος γεμάτος ευγνωμοσύνη και χαρά, ψάχνει και βρίσκει ξανά τους Ιουδαίους που τον είχαν ρωτήσει, για να τους αποκαλύψει με ενθουσιασμό τον ευεργέτη του:  Ο Ιησούς είναι αυτός που με έκανε υγιή, τους είπε χαρούμενος.
Αυτή η πηγαία ομολογία του ανθρώπου εκείνου που εκδήλωνε τη βαθιά του ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη του πρέπει να μας διδάξει πολύ. Διότι κι εμείς δεχόμαστε καθημερινά τις μεγάλες και θαυμαστές ευεργεσίες του Θεού που μυστικά ή φανερά ενεργεί στη ζωή μας από τα παιδικά μας χρόνια μέχρι σήμερα. Μπροστά στις αναρίθμητες ευεργεσίες λοιπόν που δεχόμαστε τόσα χρόνια, να μάθουμε να λέμε καθημερινά μέσα από την καρδιά μας το «δόξα σοι ο Θεός». Χωρίς να γκρινιάζουμε γι’ αυτά που μας λείπουν και χωρίς να ερμηνεύουμε τα γεγονότα της ζωής μας ως αποτέλεσμα συγκυριών ή ως συνέπειες των προσωπικών μας προσπαθειών. Αλλά να έχουμε μέσα μας κυρίαρχο το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς τον Κύριο για όλες τις δωρεές που δεχόμαστε. Να Τον ευχαριστούμε με όλη μας τη δύναμη για όλα όσα γνωρίζουμε και όσα δεν γνωρίζουμε, για τις αφανείς και φανερές ευεργεσίες που έχει κάνει σε μας. Και να ομολογούμε στους γύρω μας ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο ευεργέτης της ζωής μας, ο «ιατρός των ψυχών και των σωμάτων» μας, ο Πατέρας μας και ο κυβερνήτης της ζωής μας.

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...