Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Μαΐου 31, 2013

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: ΤΙ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.

Ο πολιτισμός καλός είναι, αλλά, γιά νά ωφελήση, πρέπει νά «πολιτισθή» καί η ψυχή. Αλλιώς είναι καταστροφή. Ο Άγιος Κοσμάς είπε: «Από τους γραμματισμένους θά έρθη τό κακό».



Παρ' όλο πού η επιστήμη έχει προχωρήσει τόσο πολύ καί έκανε πρόοδο μεγάλη, εν τούτοις μέ ό,τι κάνουν γιά νά βοηθήσουν τόν κόσμο, χωρίς νά τό καταλαβαίνουν, καταστρέφουν τόν κόσμο. Ο Θεός άφησε τόν άνθρωπο νά κάνη τού κεφαλιού του, αφού δέν Τόν ακούει, καί έτσι τρώει τό κεφάλι του.

Καταστρέφεται μόνος του ο άνθρωπος μέ αυτά πού φτιάχνει.
Τί κατόρθωσαν οι άνθρωποι τού 20ού αιώνος μέ τόν πολιτισμό! Παλάβωσαν τόν κόσμο, μόλυναν τήν ατμόσφαιρα, τά πάντα. Η ρόδα, άν ξεφύγη από τόν άξονα, γυρίζει συνέχεια χωρίς σκοπό.

Έτσι καί οι άνθρωποι, άμα ξεφύγουν από τήν αρμονία τού Θεού, βασανίζονται! Παλιά υπέφεραν οι άνθρωποι από τόν πόλεμο• σήμερα υποφέρουν από τόν πολιτισμό. Τότε έφευγαν από τίς πόλεις στά χωριά εξ αιτίας τού πολέμου καί μέ ένα χωραφάκι περνούσαν.

Τώρα θά φύγουν από τίς πόλεις εξ αιτίας τού πολιτισμού, γιατί δέν θά μπορούν νά ζήσουν μέσα σ' αυτές. Τότε ο πόλεμος έφερνε θάνατο. Τώρα ο πολιτισμός φέρνει αρρώστιες




Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

Η αντικανονικότης της μετά των αιρετικών συμπροσευχής

Τί προβλέπουν αἱ Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι
Η ΑΝΤΙΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑ
ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μὲ ἀφορμὴν τὴν συμπροσευχὴν τοῦ Οἰκ. Πατριάρχου εἰς τὸ Μιλᾶνον
Αἱ συμπροσευχαὶ μετὰ τῶν πλανεμένων χριστιανῶν συνεχίζονται παρὰ τὴν ἀντίδρασιν τοῦ πιστοῦ λαοῦ, τοῦ ἐντίμου κλήρου, καθηγουμένων Ἱερῶν Μονῶν, Ὀρθοδόξων Θεολόγων καὶ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν Σεβ. Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Τοπικῶν Συνόδων καταφρονοῦνται ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ὁ ὁποῖος καθοδηγεῖ τοὺς τελευταίους. Τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα (14ην καὶ 15ην Μαΐου) ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος μετέβη εἰς τὸ Μιλᾶνον τῆς Ἰταλίας, μὲ ἀφορμὴν τὰς ἑορταστικὰς ἐκδηλώσεις διὰ τὴν συπλήρωσιν 1700 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Διατάγματος τῶν Μεδιολάνων περὶ «ἀνεξιθρησκίας» ὑπὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ συνπροσευχήθη μετὰ τοῦ τοπικοῦ Παπικοῦ «Ἀρχιεπισκόπου» προκαλῶν ἀναστάτωσιν καὶ ὀργὴν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.


Ἡ κριτικὴ καὶ ὁ ἔλεγχος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καὶ τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἀρχιερέων, ὑπὸ τοῦ «Ο.Τ.», ἴσως νὰ ἔχη κουράσει τὸ ἀναγνωστικόν μας κοινόν. Αὐτὸ ὅμως ἐπιθυμοῦν οἱ Οἰκουμενισταί: «Νὰ κουράση τὸ θέμα, νὰ μὴ συγκινῆ ἡ καταφρόνησις τῶν Ἱ. Κανόνων, διὰ νὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ ἰσοπεδώνουν τὰ πάντα ἄνευ ἀντιστάσεως». Θὰ συνεχίσωμεν ὅμως τὸν ἔλεγχον ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ἀντιδράσεις.
Τί προβλέπουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων
Κατωτέρω θὰ παραθέσωμεν ὅλα ὅσα προβλέπουν αἱ Οἰκουμενικαὶ καὶ Τοπικαὶ Σύνοδοι διὰ τὴν ἀντικανονικότητα τῶν συμπροσευχῶν. Ἀντιγράφομεν ἀπὸ τὸ βιβλίον: «Ἡ ἀντικανονικότητα τῆς μετὰ τῶν αἱρετικῶν συμπροσευχῆς» τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Κυρίλλου  Κωστοπούλου, Ἱεροκήρυκος τῆς Ἱ. Μητρ. Πατρῶν,Δρ Θεολογίας, τὰ ἀκόλουθα:
«Κατὰ τοὺς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων
Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ Ἀποστολικὴ Σύνοδος ὑπῆρξε τὸ ὑπόδειγματοῦ Συνοδικοῦ συστήματος στὴν ὅλη ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας1. Ὅλοι σχεδὸν οἱ ἱεροὶ Κανόνες τῆς Συνόδου αὐτῆς ἐβασίσθησαν στὴν Ἁγία Γραφή, ὡς πηγὴ τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως.
Οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι εἶναι, θὰ λέγαμε, ἡ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συν έχεια γιὰ τὴν προσαρμογὴ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας στὴν ζω ὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὸν σωτηριώ δη αὐτὸν σκοπὸ ἀποβλέπουν καὶ οἱ Κανόνες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοδόξων, κυρίως τῶν Τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος. Καὶ τοῦτο, γιατί οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες συνέθεσαν Κανόνες, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στὶς ἰδιαίτερες ποιμαντικὲς ὑποχρεώσεις τῶν Ἐπισκόπων τῶν ἑκασταχοῦ ἐπαρχιῶν καὶ ἀφοροῦσαν στὶς σχέσεις τους μετὰ τῶν κληρικῶν, τῶν λαϊκῶν μελῶν καὶ τῶν ἀσπασθέντων τὶς παντὸς εἴδους αἱρέσεις.
Τοιουτοτρόπως καὶ στὸ θέμα τῆς συμπροσευχῆς ἀναφέρονται περισσότερο οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι, παρὰ οἱ Οἰκουμενικές, γιὰ τὸν λόγο ὅτι τοπικῶς ἐνεφανίζοντο τὰ εἰδικώτερα προβλήματα, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τοὺς παντὸς εἴδους αἱρετικοὺς ἢ ἀλλόθρησκους καὶ ἐπιλαμβάνονταν αὐτῶν οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι. Ὅλες, ὡστόσο, οἱ τοπικὲς αὐτὲς ἀποφάσεις καὶ ἀποφάνσεις ἔλαβαν οἰκουμενικὸ κῦρος2.
Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος (364) μὲ τὸν ΛΓ´ κανόνα της ρητῶς ἀπαγορεύει τὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν. Προχωρεῖ, ὅμως, ἕνα βῆμα περαιτέρω καὶ προβαίνει στὴν ἀπαγόρευση τῆς συμπροσευχῆς καὶ μετὰ τῶν σχισματικῶν: “Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοὺς συνεύχεσθαι”3. Ὁ Ζωναρᾶς, σχολιάζοντας τὸν ὡς ἄνω κανόνα, μεταξὺ ἄλλων ὑπογραμμίζει καὶ τὰ ἑξῆς: “Αἱρετικοὶ δὲ λέγονται, οἱ περὶ τὴν πίστιν σφαλλόμενοι4· σχισματικοὶ δέ, οἱ περὶ μὲν τὴν πίστιν καὶ τὰ δόγματα ὑγιῶς ἔχοντες, διά τινας δὲ αἰτίας ἀποσχίζοντες καὶ ἀντισυνάγοντες”5.
Πρέπει νὰ γίνη σὲ ὅλους κατανοητὸ ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖο ἐπιδιώκει καὶ ἡ προαναφερθεῖσα Σύνοδος, ἔχοντας ὡς βάση τὶς ἀποφάσεις τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, εἶναι νὰ συνειδητοποιήση κάθε μέλος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅτι καλεῖται νὰ ὁμολογῆ καὶ νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀλήθεια τῆς παραδόσεως καὶ νὰ ἀντιτάσσεται καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς Ἐπισκόπους, ἐὰν αὐτοὶ ἐκπέσουν σὲ αἵρεση ἢ ἀποδεχθοῦν τὴν συμπροσευχὴ με τὰ αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν.
Ὁ Β´ κανόνας τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου μὲ σαφήνεια τονίζει: “... Μὴ ἐξεῖναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐπισκόπων ἢ πρεσβυτέρων ἢ διακόνων ἤ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας”6.
Ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος περὶ συμπροσευχῆς ἐμφαίνεται καὶ στὴν παρότρυνση τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, μὲ τὸν στ´ κανόνα, νὰ μὴ ἐπιτρέπονται οἱ αἱρετικοὶ νὰ εἰσέρχωνται στοὺς Ὀρθοδόξους Ἱ. Ναούς, ἐφόσον ἐπιμένουν στὴν αἵρεσή τους. “Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶ κον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇαἱρέσει”7. Ὁ Βαλσαμών, σχολιάζοντας τὸν ὡς ἄνω κανόνα, τονίζει: “Σαφὴς ὁ κανὼν οὐ γὰρ συγχωρεῖ τοῖς αἱρετικοῖς ἐπιμένουσι τῇαἱρέσει, συνεκκλησιάζειν μετὰ ὀρθοδόξων”8.
Ἀλλὰ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Τιμόθεος (372), ὅταν ἐρωτήθηκε, ἂν πρέπει ὁ Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου νὰ ἐπιτελῆ τὴν Θεία Λειτουργία παρόντων Ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν, ἀπήντησε ἀρνητικῶς. “Εἰ ὀφείλει κληρικὸς εὔχεσθαι παρόντων Ἀρειανῶν ἢ ἄλλων αἱρετικῶν ἢεἰ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν;9
Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ διάκονος προσφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ· Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε· οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μὴ ἂν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν, καὶ ἐκφεύγειν τὴν αἵρεσιν”10. Ὁ Βαλσαμὼν ἔχει τὴν γνώμη ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμένουν οἱ ἀμετανόητοι αἱρετικοὶ οὔτε μετὰ τῶν κατηχουμένων. Λέγει χαρακτηριστικά: “Εἰ μὴ ἐπαγγέλλονται ἀφίστασθαι τῆς αἱρέσεως, οὐδὲ τοῖς κατηχουμένοις συστήσονται, ἀλλ᾽ ἐκδιωχθήσονται»11.
Ἡ ἐν Λαοδικείᾳ Σύνοδος ἐπισημαίνει στοὺς πιστοὺς Ὀρθόδοξους χριστιανοὺς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβαίνουν στὰ κοιμητήρια ἢ τὰ μαρτύρια τῶν αἱρετικῶν, στὰ ὁποῖα
ἔχουν ἐνταφιασθῆ ὀνομαστοὶ αἱρετικοὶ ἢ μάρτυρες. Καὶ τοῦτο, γιατί καὶ αὐτὴ ἡ πράξη ἐντάσσεται στὴν συμπροσευχή, ἀφοῦ προσεύχονται στὸν τόπο ἐκεῖνο μετὰ αἱρετικῶν ἢ ἀπευθύνουν τὴν προσευχή τους σὲ αἱρετικοὺς κοιμηθέντας, ἔστω καὶ διὰ μαρτυρίου. “Περὶ τοῦ μὴ συγχωρεῖν εἰς τὰ κοιμητήρια ἢ εἰς τὰ λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τοὺς τῆς ἐκκλησίας, εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα· ἀλλὰ τοὺς τοιούτους, ἐὰν ὦσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός.Μετανοοῦντας δέ, καὶ ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι”12.
Ἡ ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν ὅπως ἤδη ἐτονίσθη, στὴν συμπροσευχὴ καὶ γενικώτερα στὴν κοινωνία τῶν προσώπων “ἐν Χρι στῷ”. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ οἱ Πατέρες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, στηριζόμενοι στοὺς Ο´, ΟΑ´ καὶ ΜΕ´ Ἀποστολικοὺς κανόνες, συνέθεσαν τέσσερις κανόνες (ΛΒ´, ΛΖ´, ΛΗ´, ΛΘ´), μὲ τοὺς ὁποίους ἀποσαφηνίζουν ὅσα ἐξέθεσαν ἐκεῖνοι, ὑποδεικνύοντες κατ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ὀρθὴ στάση τῶν Ὀρθοδόξων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ἔναντι τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοθρήσκων στὸ θέμα τῆς συμπροσευχῆς καὶ τῆς μετ᾽ αὐτῶν κοινωνίας. “Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι”13, “Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν, τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν14 αὐτοῖς”, “Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα λαμβάνειν ἢ κοινωνεῖν ταῖς ἀσεβείαις15αὐτῶν”, “Ὅτι οὐ δεῖ τοῖς ἔθνεσι συνεορτάζειν, καὶ κοινωνεῖν τῇ ἀθεότητι αὐτῶν”16.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν Τρούλλῳ ΣΤ´ Οἰ κουμενικὴ Σύνοδος ἐπελήφθη τοῦ ὡς ἄνω ζητήματος μὲ τὸν ΙΑ´ κανόνα της, ὁρίζουσα: “Μηδεὶς τῶν ἐν ἱερατικῷ καταλεγομένων τάγματι, ἢ λαϊκός, τὰ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἄζυμα ἐσθιέτω ἢ τούτοις προσοικειούσθω, ἢ ἐν νόσοις προσκαλείσθω, καὶ ἰατρείας παρ᾽ αὐτῶν λαμβανέτω ἢ ἐν βαλανείοις τούτοις παντελῶς συλλουέσθω· εἰ δὲ τὶς τοῦτο πρᾶξαι ἐπιχειροίη, εἰ μὲν κλη ρικὸς εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊ κός, ἀφοριζέσθω”17. Ὁ κανόνας αὐτὸς παρατίθεται γιὰ τὸν λόγο ὅτι πρέπει νὰ ἐπισημανθῆ ἡ αὐστηρότητα τῶν Ἁγίων Πατέρων ὡς πρὸς τὴν παντοία κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ ἀλλοθρήσκων καὶ αἱρετικῶν.
Ἡ συμπροσευχὴ εἶναι, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, μυστήριο κοινωνίας “ἐν Χριστῷ”. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κοινωνῆ ὁ Ὀρθόδοξος μετὰ τοῦ αἱρετικοῦ ἢ τοῦ ἀλλοθρήσκου μέσῳ τῆς προσευχῆς ἢ τοῦ συνεορτασμοῦ ἢ τῆς ἀνταλλαγῆς δώρων ἢ συλλουόμενος ἢ ἰατρευόμενος ὑπ᾽ αὐτῶν. Ὁ Βαλσαμὼν ἐπισημαίνει:
“Σημείωσαι τὸν παρόντα κανόνα διὰ τοὺς Λατίνους, τοὺς ἑορτάζοντας μετὰ ἀζύμων, καὶ διὰ τοὺς ἰατρευομένους παρὰ Ἰουδαίων, καὶ παρὰ αἱρετικῶν πάντες γὰρ οὗτοι ἀφωρισμένοι εἰσίν”18.
Γιὰ νὰ κατανοηθῆ δεόντως ὁ προαναφερθεὶς κανόνας εἶναι ἀναγκαῖο ὁ μελετητὴς νὰ γνωρίζη ὅτι αὐτὴ ἡ κοινωνία καὶ συνύπαρξη “ἐν τῇ προσευχῇ” διασπᾶται ἀπὸ τὴν αἵρεση. Ἡ αἵρεση εἶναι ὁλικὴ ἢ μερικὴ ἄρνηση τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας, ποὺ στὴν πράξη ἐκφράζεται ὡς κατάλυση τῆς ἐν Χριστῷ ἀγαπητικῆς κοινωνίας19.
Θὰ ἤθελα στὸ σημεῖο τοῦτο νὰ ἐπεκταθῶ λίγο, πέρα ἀπὸ τὸ δια- πραγματευόμενο θέμα μου, στὰ δύο Μυστήρια, τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Γάμου, ἐνδεικτικῶς καὶ ὄχι ἀναλυτικῶς. Ἄλλωστε ἡ συμπροσευχὴ ἐντάσσεται στὸ μυστήριο.
Ἡ Ὀρθοδοξία διακηρύσσει ὅτι τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα; γιὰ τὸν λόγο ὅτι δὲν ἐπιδρᾶ ἡ ἄκτιστη χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ἑνότητα στὴν πίστη, ὄχι σὲ ὁποιαδήποτε πίστη, ἀλλὰ στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, εἶναι ἡ πρωταρχικὴ βάση γιὰ τὴν intercommunio(δια–κοινωνία), γιὰ τὴν πλήρη μυστηριακὴ κοινωνία μετὰ τῶν αἱρετικῶν.
Κατὰ τὸν ΞΗ´ κανόνα τῶν Ἁγ.Ἀποστόλων «τοὺς γὰρ παρὰ τῶν τοιούτων (τῶν αἱρετικῶν δηλαδὴ) βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας, οὔτε πιστούς, οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνα- τόν»20. Σχολιάζων ὁ Ζωναρᾶς τὸν προαναφερθέντα Ἀποστολικὸ κανόνα, μεταξὺ ἄλλων λέγει: «…οὔτε γὰρ βάπτισμα αἱρετικῶν δύναταί τινα ποιῆσαι Χριστιανόν, οὔτε χειροτονία τούτων κληρικὸν ἐργάσαιτο ἂν»21.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπιμένει στὸ τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»22 καὶ ἀπορρίπτει παντελῶς τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν. Στὸν Α´ κανόνα του τὸ διασαφηνίζει: «...τὸ μὲν τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα) παντελῶς ἀθετῆσαι»23.
Ἐπίσης, οἱ Ἅγιοι Πατέρες οἱ συγκροτήσαντες τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, μὲ τὸν ΟΒ´ κανόνα τους ἀπαγορεύουν τὴν σύναψη γάμου μεταξὺ Ὀρθοδόξου καὶ αἱρετικοῦ:
«Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾽ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον ἡγεῖσθαι τὸν γάμον, καὶ τὸ ἄθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον· οὐ γὰρ χρὴ τὰ ἄμικτα μιγνύναι οὐδὲ τῷ προβάτῳ λύκον συμπλέκεσθαι, καὶ τῇ τοῦ Χριστοῦ μερίδι τὸν τῶν ἁμαρτωλῶν κλῆρον· εἰ δὲ παραβῇ τις τὰ παρ᾽ ἡμῶν ὁρισθέντα, ἀφοριζέσθω»24. Ὁ Ζωναρᾶς στὰ σχόλια του λέγει μεταξὺ ἄλλων:
«Οἱ τῆς συνόδου ταύτης ἱεροὶ καὶ θεῖοι Πατέρες… ἀπαγορεύουσι τὰς τοιαύτας συζυγίας (ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν) καὶ γενομένας δέ, δια - σπᾶσθαι κελεύουσιν»25.
Οἱ ἱεροὶ Πατέρες τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου ἀπαγορεύουν μὲ τὸν ΛΑ´ κανόνα τους τὸν γάμο Ὀρθοδόξων μετὰ αἱρετικῶν καὶ μάλιστα «μετὰ πάντων τῶν αἱρετικῶν».
Ὁρίζουν μὲ σαφήνεια «ὅτι οὐ δεῖ πρὸς πάντας αἱρετικοὺς ἐπιγαμίας ποιεῖν ἢ διδόναι υἱοὺς ἢ θυγατέρας, ἀλλὰ μᾶλλον λαμβάνειν, εἴγε ἐπαγγέλλοιντο Χριστιανοὶ γίνεσθαι»26. Σχολιάζων ὁ Ἀριστηνὸς αὐτὸν τὸν κανόνα ὑπογραμμίζει:
«Τὸ μὲν λαμβάνειν τῶν αἱρετικῶν τέκνα, χριστιανίζειν ἐπαγγελόμενα, καὶ ἐπισυνάπτειν αὐτὰ εἰς γάμου κοινωνίαν τοῖς παισὶ τῶν Χριστιανῶν, ἐπιτέτραπται. Τὸ δὲ διδόναι τὰ τῶν Χριστιανῶν τέκνα εἰς συνάφειαν τοῖς αἱρετικοῖς, ἐν πολλοῖς τῶν κανόνων ἀπηγόρευται»27.
Ὅλοι οἱ προαναφερθέντες Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων, ἀλλὰ καὶ οἱ κανόνες τῶν Ἁγίων καὶ θεοφόρων Πατέρων δὲν ἐπιτρέπουν τὴν συμπροσ ευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία τῶν Ὀρθοδόξων μετὰ τῶν αἱ ρετικῶν καὶ τῶν ἀλλοδόξων, γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ αἵρεση ἐπιζητεῖ νὰ καθυποτάξη τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀλήθεια στὸν τεμαχισμένο μεταπτωτικὸ τρόπο ὑπάρξεως τοῦ ἀν θρώπου. Ἡ Ὀρθόδοξος πίστη εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποκαλυφθείσης ἀληθείας καὶ ἄρα μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐνταχθῆ σ᾽ αὐτὴ τὴν κοινωνία τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι ἀποδεκτὸς στὴν συμπροσευχὴ καὶ τὴν μυστηριακὴ κοινωνία καὶ ἑνότητα. Ὁ ὍσιοςἘφραὶμ ὁ Σύρος ἀναφωνεῖ: «Τοιγαροῦν παραιτοῦ τὴν κοινωνίαν τῶν σχισματικῶν καὶ αἱρετικῶν»28.
Ἡ κοινωνία εἶναι σχέση καὶ ἡ σχέση προϋποθέτει αὐθυπέρβαση καὶ ταύτιση. Ὑπερβαίνει ὁ Ὀρθόδοξος χριστιανὸς τὸν ὑποκειμενισμό του καὶ ταυτίζεται μὲ τὴν ἐν Χριστῷ ἀντικειμενικὴ ἀλήθεια. Ἐὰν δὲν συμβαίνη τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸν συμπροσευχόμενο καθίσταται ἀδύνατος καὶ ἀνόητος ἡ συμπροσευχή.
Οἱ Ἀποστολικοὶ κανόνες, οἱ κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς ὁποίους προαναφέραμε, ἀπαγορεύουν ρητῶς τὴν συμπροσευχὴ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων. Καὶ τοῦτο γιατί ἐπιδιώκουν νὰ ἀπομακρυνθοῦν τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, ἀπὸ μία αἰσθήματο – ἐξωτερικὴ ἀντίληψη τῆς κοινωνίας καὶ ἑνότητος κατὰ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν συμπροσευχὴ ὡς πράξη ὀντολογικο – πνευματικὴ ἐντὸς τοῦ χώρου τῆς ὀρθῆς πίστεως.
Ἡ διαφορετικὴ στάση ἀπέναντι στὴν συμπροσευχὴ φανερώνει μία ἀλλοτριωμένη ἀντίληψη περὶ τῆς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ὁμιλῶν περὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τῶν αἱρετικῶν, συμβουλεύει τὰ ἑξῆς: «Φεῦγε τῶν τοιούτων (αἱρετικῶν) τὰς συνουσίας ὡς τῶν φαρμάκων τὰ δηλητήρια. Καὶ γὰρ ἐκείνων οὗτοι χαλεπώτεροι· ἐκεῖνα μὲν γὰρ μέχρι τοῦ σώματος ἵστησι τὴν βλάβην, οὗτοι δὲ αὐτῇ τῇ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς λυμαίνονται»29.
Οἱ ἱεροὶ Κανόνες ἐμπεριέχουν, ὡς γνωστόν, ἑρμηνευμένη τὴν ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια30. Ὡς ἐκ τούτου ἐκφράζουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ζωναρᾶς γράφει: «Οἱ ἱε ροὶ κανόνες ἐκτίθενται ὑπὸ τῶν Συν όδων εἰς κατάστασιν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ὠφέλειαν τῶν πιστῶν»31.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ οἱ ἀνωτέρω κανόνες περὶ συμπροσευχῆς πρέπει νὰ τύχουν τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ κυρίως ἐκ μέρους τῶν κληρικῶν – ποιμένων της.
1.Βλ. Βλ. Φειδᾶ, Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, Ἀθῆναι 1997, σσ. 33 κ. ἑξ.
2. Ἀπό τὶς Δ´, ΣΤ´ καὶ Ζ´ Οἰκουμενικὲς Συνόδους.
3. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 198.
4. Ἂς τὸ κατανοήσουν αὐτὸ ὅσοι διατείνονται ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί.
5. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 199.
6. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 126.
7. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 176.
8. Αὐτόθι. Βλ. καὶ τὸν Η´ κανόνα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
9. Ἡ ἀνωτέρω ἐρώτηση καὶ ἡ ἀπόκριση, ποὺ ἀκολουθεῖ ἐπέχουν θέση κανόνος μὲ οἰκουμενικὸ κῦρος.
10. Ράλλη - Ποτλῆ, ἒνθ᾽ ἀνωτ., τ. 4, σελ. 336.
11. Αὐτόθι. Βλ. καὶ σχόλιο Ὁσ. Νικόδημου, Ἱερὸν Πηδάλιον, σελ. 670.
12.Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 179.
13. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 198.
14. Στὸν συνεορταμὸ μετὰ αἱρετικῶν καὶ ἀλλοθρήσκων ὑποφώσκει συμπροσευχὴ καὶ κοινωνία ἔξω ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς κοινωνίας πίστεως καὶ Ἁγίου Πνεύμα- τος. Ἡ σοβαρότητα τοῦ ζητήματος τῆς κοινωνίας Ὀρθοδόξων καὶ αἱρετικῶν ἐμφαίνεται καὶ στὸν κανόνα αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει οὐδὲ αὐτὴ τὴν ἀνταλλαγὴ δώρων. Βλ. καὶ τὸν Ξ´ κανόνα τῆς ἐν Καρθαγένῃ Συνόδου.
15. Οἱ πράξεις τῶν ἀλλοθρήσκων εἶναι, κατὰ τὴν παροῦσα Σύνοδο, ἀσέβειες.
16. Ράλλη – Ποτλῆ, ἔνθ᾽ἀνωτ., σελ. 206. Ἀπαγορεύει ἡ Σύνοδος αὐτὴ τὸν συνεορτασμὸ Ὀρθόδοξων καὶ ἀπίστων (Ἀρχαιοελλήνων κ.τ.τ.). Βλ. καὶ τὸν Ζ´ κανόνα τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Συνόδου.
17. Ράλλη - Ποτλῆ, ἔνθ᾽ ἀνωτ., τ. 2, σσ. 328–329.
18.Αὐτόθι.
19. “Ἡ αἵρεση εἶναι μία στάση ζωῆς στοὺς ἀντίποδες τῆς εὐχαριστιακῆς ἑνότητας τῆς ζωῆς”, Χρ. Γιανναρᾶ, Ἀλήθεια καὶ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, Ἀθήνα 1977, σελ. 60. - Ὁ Ὅσ. Ἐφραὶμ ὁ Σύρος συμβουλεύει: “Μηδέποτε συμφιλιάσῃς με τὰ αἱρετικῶν· Μὴ συμφάγῃς, μὴ συμπίῃς, μὴ συνοδοιπορήσῃς. Μὴ εἰσέλθῃς εἰς οἶκον αὐτῶν, μηδὲ εἰς ἐκκλησίαν πάντα γὰρ ὅσα εἰσίν, ἀκάθαρτα εἰ σίν...”. Ἔργα 5, 116.
20.Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 87.
21. Αὐτόθι – Ἂς δώσουν προσοχὴ οἱ Ὀρθόδοξοι ἐκεῖνοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν θετικῶς περὶ τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν Ρωμαιοκαθολικῶν. Βλ. γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ τοὺς Ζ´ καὶ ΙΕ´ κανόνες τῶν Β´ καὶ ΣΤ´ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ἀντίστοιχα, καθὼς καὶ τοὺς Α´ καὶ ΜΖ´ τοῦ Μ. Βασιλείου.
22. Ἐφ. Δ´, 5.
23. Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 4, σελ. 89.
24.Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 2, σελ. 471.
25. Αὐτόθι.
26. Ράλλη – Ποτλῆ, ἐνθ᾽ ἀνωτ., τ. 3, σελ. 198.
27. Ἔνθ᾽ ἀνωτ., σελ. 200. Βλ. καὶ ΚΑ´ κανόνα Καρθαγένης.
28.Ἔργα 6, 176.
29.Catecheses ad illuminados l, p. 198.
30.Βλ. Ἀρχ. Κυρίλλου Κωστοπούλου, Θεολογικὲς καὶ Φιλοσοφικὲς προσεγγίσεις, Πάτρα 2006, σελ. 116.
31. Ἁμ. Σ. Ἀλιβιζάτου, Οἱ ἱεροὶ Κανόνες, Ἀθήναις 1949 2 , σελ. 120.

Ορθόδοξος Τύπος, 24/05/2013

πηγή

Ἰδεολογία καὶ Ὀρθοδοξία. Ἐρωτήματα στὸν π. Γεώργιο Μεταλληνό


Διαβάσαμε  ἕνα ἄρθρο  τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ  στὸ τελευταῖο φύλλο τοῦ «Ὀρθόδοξου Τύπου» (φ. 1976, σελ. 1η καὶ 6η, 24/5/2013) μὲ τίτλο:  «Καὶ ὅμως!  Ἡ Ρωμανία ζεῖ». Κάποιες διατυπώσεις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου προβλημάτισαν, γιατὶ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἰδεολογικοποιεῖται ἡ Ὀρθοδοξία, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν αἴγλη τοῦ Βυζαντίου. Καὶ γνωρίζουμε ὅτι  ὁ π. Γεώργιος σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἐπανειλημμένως καταδικάζει τὴν ἰδεολογικοποίηση τῆς Πίστεως.
Μήπως αὐτὴ ἡ ἰδεολογικοποίηση συγχωρεῖται –ἂν καταλάβαμε καλὰ τὰ γραφόμενά του– ἐπειδὴ πρόκειται γιὰ τὴν χιλιόχρονη Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία; Καὶ ποιός τὴν ἀντιπροσωπεύει σήμερα; Μήπως τὸ ἐσβεσμένο Φανάρι καὶ ὁ Οἰκουμενιστὴς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος μὲ τὸν ἰσχυρό «δεξιόν» του βραχίονα, τὸν μητροπολίτη Περγάμου κ. Ζηζιούλα καὶ τὸν π. Γεώργιο Τσέτση; 

Θὰ παραθέσω τὰ συγκεκριμένα σημεῖα τοῦ ἄρθρου τοῦ π. Γεωργίου καὶ θὰ κάνω ἐλάχιστα σχόλια-ἐρωτήσεις.
1. «(Διὰ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου) ἡ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεταστοιχειώνεται σὲ “ἐπώνυμον τοῦ Χριστοῦ Πολιτείαν”. Διαμορφώνεται συνάμα μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία. Εἶναι ἡ νέα αὐτοκρατορικὴ ἰδέα γιὰ τὴν προοδευτικὴ ἐνσωμάτωση ὅλων τῶν Λαῶν τῆς Οἰκουμένης στὴν χριστιανικὴ Πίστη. Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁ Χριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλῶσσα, πολιτισμός, παιδεία). Αὐτὸ ἐκφράζει τὸ γνωστὸ τροπάριο τῆς Ἁγίας Κασσιανῆς: “Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται, καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν”. Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι τὸ συνδετικὸ στοιχεῖο ὅλης τῆς αὐτοκρατορίας καὶ αὐτὸ ἀλλοιώνει ἡ αἵρεση, ποὺ δὲν εἶχε μόνο θεολογικό, ἀλλὰ καὶ πολιτικὸ χαρακτήρα».
Στὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ τοῦ ἄρθρου, ἔχουμε νὰ κάνουμε τὶς ἑξῆς παρατήρησεις:
Διαπιστώνει ὁ συγγραφέας ὅτι «διαμορφώνεται μία νέα συνείδηση καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία». Καὶ παρακάτω: «Τὰ στηρίγματα τῆς αὐτοκρατορίας τῆς Νέας Ρώμης εἶναι: ἡ ρωμαϊκὴ Οἰκουμένη καὶ νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία, ὁ Χριστιανισμὸς ὡς πατερικὴ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα (γλῶσσα, πολιτισμός, παιδεία)».
Ἂς μᾶς ἐξηγήσει ὁ π. Γεώργιος. Ἀποδέχεται τὸν Χριστιανισμὸ κάτω ἀπὸ μία “πολιτειακὴ ἰδεολογία (τῆς αὐτοκρατορίας)... κύριο στοιχεῖο (τῆς ὁποίας) εἶναι ἡ ὑπερεθνικότητα"; Ἦταν στήριγμα τῆς αὐτοκρατορικῆςἰδεολογίας «ὁ Χριστιανισμὸς ὡς Πατερικὴ Ὀρθοδοξία»; Ὑποστήριξαν, δηλαδή, οἱ Πατέρες, ὅπως ὁ Ἀθανάσιος, Βασίλειος, Χρυσόστομος, Μάξιμος, Μᾶρκος Εὐγενικός, Γρηγόριος Παλαμᾶς τὴν «πολιτειακὴ ἰδεολογία» τῆς αὐτοκρατορίας ἢ ἐμπόδισαν νὰ καταλήξει ἡ διπλὴ ἐξουσία σὲ μιὰ πολιτειακὴ ἰδεολογία μόνο;
Πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων του ὁ π. Γεώργιος, προσφεύγει στὸ τροπάριο τῆς Κασσιανῆς. Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ, ὅμως, αὐτὸ τὸ τροπάριο ἐκφράζει τὴ “νέα πολιτειακὴ ἰδεολογία”; Τὸ τροπάριο κάνει μιὰ διαπίστωση: «Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται», ἀσφαλῶς ὅμως διὰ τῶν ὅπλων καὶ τῆς βίας. Καὶ συνεχίζει ἡ Κασσιανή, χρησιμοποιώντας αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ γεγονός, γιὰ νὰ μᾶς μεταφέρει σὲ μιὰ πνευματικὴ πραγματικότητα: «καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν». Δηλαδή, ἡ ὑμνογράφος διαπιστώνει ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἐκηρύχθη καὶ ἐπιστεύθη ἀπὸ κάποιους ἀνθρώπους, ποὺ ἀνῆκαν σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, ἐπεκτάθηκε σὲ ὅλο τὸν κόσμο, κι ὄχι ἀσφαλῶς ὅτι ὅλα τὰ ἔθνη πίστεψαν στὸ Χριστό. Καὶ ὅσοι ἀπὸ τὰ κατακτημένα ἔθνη πίστεψαν, τὸ ἔκαναν ἐλεύθερα καὶ ὄχι διὰ τῆς αὐτοκρατορικῆς βίας.
Στὴν συνέχεια γράφει: «Κύριο στοιχεῖο τῆς αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ ἁρμονικὴ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας (συνείδηση τῆς καταγωγῆς) στὴν ὑπερεθνικότητα. Τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα».
Ὅταν λέγει, «ἡ ἱεράρχηση τῆς ἐθνικότητας στὴν ὑπερεθνικότητα», ποιό νόημα δίδει στὴν ἱεράρχιση; Μήπως τῆς «ὑπαγωγῆς» τῶν ἐθνῶν στὸ ἰδεολόγημα τῆς ὑπερεθνικότητας; Ὡς Χριστιανοί, ἔχουμε τὴν ἔννοια τῆς «Οἰκουμενικότητας» τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἔννοια ὑπερεθνικότητα ἔχει μιὰ ἐντελῶς κοσμικὴ διάσταση, ἐκφράζει ἕνα κοσμικὸ φρόνημα. Γιατί ταυτίζει “οἰκουμενικότητα” καὶ “ὑπερεθνικότητα”; Καί, ἂν ὁ π. Γεώργιος ταυτίζεται τὸ “ἐθνικὸ (συνείδηση τῆς καταγωγῆς)” μὲ τὸ “φυλετικό”, τότε ποιό πρόβλημα ὑπάρχει, ποιός λόγος νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἰδεολόγημα τῆς«ὑπερεθνικότητας», ἀφοῦ ὁ ἴδιος στὴ συνέχεια ἀποδέχεται ὅτι «τὸ φυλετικὸ στοιχεῖο δὲν ἔθιγε τὴν ἑνότητα στὸ ἕνα ἐκκλησιαστικὸ σῶμα»; Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ ἀντίφαση;
Δὲν καταλαβαίνουμε γιατί ἐπιμένει ὁ π. Γεώργιος στὸ ὑπερεθνικό, καὶ δείχνει νὰ ἀντιτίθεται στὸ ἐθνικό· δὲν ἔχουν ἀπὸ τὸ Θεὸ καθορισθεῖ οἱ ὁροθεσίες τῶν ἐθνῶν; Δὲν ἔχουν τὰ ἔθνη ἄγγελο φύλακα; Ἔχουν καταργηθεῖ αὐτὰ ἢ θὰ καταργηθοῦν στὸν "μέλλοντα" αἰῶνα; Κατὰ ποίαν ἔννοιαν, λοιπόν, οἱ ὁροθεσίες τῶν ἐθνῶν θίγουν τὴν πανανθρώπινη ἑνότητα; Νὰ καταργήσουμε, μήπως, ἀπὸ τώρα καὶ τὴν οἰκογένεια γιὰ μιὰ ὑπερ-οικογένεια;
Ὅταν πηγαίνουμε σὲ ἕνα Ναό, μήπως πηγαίνουμε ὡς Ἕλληνες ἢ Σέρβοι, ἢ Ἄγγλοι; Δὲν πηγαίνουμε ὡς Ὀρθόδοξοι, ὡς μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ; Αὐτὴ ἡ συνείδηση τοῦ ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, εἶναι ἄραγε ἐφεύρημα τοῦ Βυζαντίου καὶ τῆς «νέας πολιτειακῆς ἰδεολογίας» του ἢ ἀποτελεῖ ἀρχέγονη πίστη καὶ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας;
Ἐπίσης, γράφει: «ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ κοσμικὸ φρόνημα, ἐκεῖ ὑπερισχύει ἕνας νοσηρὸς ἐθνικισμὸς (φυλετισμός)». Ἐρωτῶ: Καὶ γιατί νοσηρὸς ἐθνικισμός, κι ὄχι ὑγιὴς φιλοπατρία ἢ ἁγνὸς ἐθνισμός; Καὶ τί ἐμποδίζει νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ ὑπερισχύει καὶ μιὰ νοσηρὴ «ὑπερεθνικότητα», ὅταν κι ἐκεῖ κυριαρχεῖ κοσμικὸ πνεῦμα; Ἢ μήπως ἡ ὑπερεθνικότητα εἶναι μιὰ ἔννοια ἐξαγιασμένη; (Κι ἀπὸ ποιόν;).
 «Ἀληθινοὶ ἡγέτες, ἄλλωστε, (σ.σ. ἐννοεῖ σ’ αὐτὴ τὴν αὐτοκρατορικὴ «πολιτειακὴ ἰδεολογία») ἦσαν οἱ Ἅγιοι καὶ τὸ ὑπέρτατο ἰδανικὸ δὲν ἦταν ἡ πολιτικὴ δύναμη ἢ ἡ κοσμικὴ σοφία, ἀλλὰ ἡ ἁγιότητα, ὡς θέωση».
Ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ πάλι, ἡγέτες αὐτοῦ τοῦ ἰδεολογικοῦ «πολιτειακοῦ» μορφώματος ἦσαν οἱ Ἅγιοι; Καὶ ἀκόμα, «ὑπέρτατο ἰδανικό του ἡ ἁγιότητα καὶ ἡ θέωση»;(!) Ταυτίζονται οἱ αὐτοκράτορες μὲ τοὺς ἁγίους, καὶ τὰ ἰδανικὰ τῆς «πολιτειακῆς (βυζαντινῆς) ἰδεολογίας»μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας; Μήπως πάλι συναντᾶμε ἐδῶ τὴν ἰδεολογικοποίηση τῆς Ὀρθοδοξίας;
Συνεχίζει: «Ἡ ὑπερεθνικὴ ἕνωση μέσα στὴν Ὀρθοδοξία ὁδηγεῖ στὸ οἰκουμενικὸ ἔθνος (“ἔθνος ἅγιον”, Α´ Πέτρ. 2,9)».
Ἄλλο ἕνα προβληματισμὸ μᾶς δημιουργεῖ αὐτὴ ἡ φράση. Ἐάν, δηλαδή, δὲν ὑπάρξει «ὑπερεθνικὴ ἕνωση», δὲν ὑπάρχει τὸ «ἔθνος ἅγιον» τοῦ ἀποστόλου Πέτρου; Ἡ βυζαντινὴ αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ«ἔθνος ἅγιο» ἢ ἡ βίωση τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Πατέρων; Καὶ σήμερα ποὺ δὲν συμβαίνει αὐτό («ὑπερεθνικὴ ἕνωση»), δὲν ὑπάρχει τὸ «ἔθνος ἅγιον», ὅπως τὸ ἐννοεῖ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος;
Τέλος: θὰ ὑπάρξει ποτὲ στὴ γῆ χριστιανικὴ «ὑπερεθνικὴ ἕνωση», ἑνότητα τῶν λαῶν; Ἢ θὰ ὑπάρξει μόνο ἡ ἑνότητα τῶν Μασώνων, τῶν Οἰκουμενιστῶν, τῆς Ν. Τάξεως, τῶν Σιωνιστῶν, τῶν Διεθνιστῶν, μὲ ἕνα ὄνομα: ἡ ἑνότητα τοῦ Ἀντιχρίστου;
Ἐρωτήματα μαθητῆ πρὸς τὸ δάσκαλο.
Ὑποσημείωση: Ἕνα κείμενο ποὺ ἐνισχύει τὰ ἐρωτήματά μου, εἶναι τὸ παρακάτω. Τό ἔχει γράψει ὁ π. Ἀρσένιος Βλιαγκόφτης στὸ περιοδικὸ «Παρακαταθήκη», τ. 88, ΙΑΝ.–ΦΕΒΡ. 2013, σελ. 11:

 Σημάτης Παναγιώτης
πηγή

"Ανεκτικότητα και Εκκλησία" - Σχόλιο στις θέσεις του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης περί ομοφιλοφίλων

Του Μαρκιανού Πρωτονοταρίου,'

Διαβάζω  την ανακοίνωση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου , σχετικά με την προγραμματισμένη εκδήλωση ομοφυλοφίλων που θα γίνει στην Θεσσαλονίκη.  Η αλήθεια είναι πως προβληματίστηκα.  Ίσως γιατί μέσα από αυτήν, ξεχωρίζει το ύφος αντί για το ήθος. 
Γράφει σχετικά πως: Η Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης μετά πολλής λύπης και έντονης ανησυχίας είναι υποχρεωμένη και πάλι να αντιμετωπίση ποιμαντικά και αποτρεπτικά, την δυσάρεστη, απαράδεκτη και αξιοκατάκριτη παρουσία των ομοφυλοφίλων, οι οποίοι ετοιμάζονται να πραγματοποιήσουν φεστιβάλ στις 14 και 15 Ιουνίου και να παρελάσουν στη Θεσσαλονίκη μας επιδεικνύοντας τα πάθη τους σε μορφή καρναβαλιού. Είναι ντροπή, είναι πρόκληση, είναι σύμπτωμα διαφθοράς
Διερωτώμαι αν μπορεί η Εκκλησία να συνδυάσει την ποιμαντική με το αποτρεπτικό στοιχείο σε ένα γεγονός . Και μάλιστα σε ένα γεγονός που υπεύθυνος είναι ο Δήμαρχος τον οποίο οι ίδιοι οι κάτοικοι της περιοχής ψήφισαν – αν το μετάνιωσαν θα φανεί στις εκλογές- και όπου η Εκκλησία , έρχεται να φανεί προστατευτική προς τον λαό της, προϊδεάζοντας τον για μια εκδήλωση την οποία χαρακτηρίζει δυσάρεστη, απαράδεκτη, αξιοκατάκριτη , ντροπή, πρόκληση και σύμπτωμα διαφθοράς!
Αντιλαμβάνομαι πως σε περίπτωση που ο πάντοτε λαλίστατος και πολιός – οφείλω να ομολογήσω –Ιεράρχης σιωπούσε επί του θέματος, κάποιοι εξ ημών θα βρισκόντουσαν να ρωτούν τι κάνει η Εκκλησία. Ωστόσο, επειδή η Εκκλησία όντος ποιμαίνει  αυτό από μόνο του σημαίνει ότι δεν «αφορίζει τα πρόβατα από των εριφίων». Στην προκειμένη περίπτωση θα είναι ανόητος κανείς να πιστέψει πως το ποίμνιο της αποτελείται μόνον από  ετεροφυλόφιλους! Και οι υπόλοιποι τι γίνονται; Για αυτούς δεν πονά η Εκκλησία; Δεν προσεύχεται, δεν αγωνιά; 
Ο σεβάσμιος Ιεράρχης της Μακεδονικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, έγινε αποδέκτης δεκαεννέα χιλιάδων υπογραφών ετεροφυλόφιλων οι οποίοι ζητούν την στήριξη του για την αποτροπή της εκδήλωσης. Σκέπτομαι, αν είχε δεχθεί δεκαεννιά χιλιάδες υπογραφές ομοφυλοφίλων που θα του ζητούσαν την ανοχή του σε αυτή την εκδήλωση, πως θα αντιδρούσε; 
Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί σχετικά με τα επεισόδια στην Γεωργία καθώς και την αυτοχειρία του ηλικιωμένου στην Notre-Dame είναι τουλάχιστον ανεπαρκή, με όλο τον σεβασμό που έχω στον πολιό Ιεράρχη και τούτο διότι οι εικόνες κληρικών και λαϊκών να κυνηγούν στους δρόμους πανικόβλητους ανθρώπους και να μένουν πίσω παπούτσια και μπλούζες αν μη τι άλλο, παραπέμπει σε άλλες εποχές που η Εκκλησία προσπαθεί να ξεχάσει, αλλά και η διαμαρτυρία του τραγικού αυτόχειρα μέσα στο ναό τι αποτέλεσμα είχε; Οι ζώντες αμαρτωλοί, έχουν περιθώριο μετανοίας, εκείνος;
Ασφαλώς και πρέπει να επαγρυπνά η Εκκλησία. Όχι όμως αποτρέποντας, αλλά προτρέποντας ! Το καλύτερο σημείο της ανακοίνωσης είναι η προτροπή για προσευχή ! Μέσα όμως στα πλαίσια της δικής μας προσευχής, θα πρέπει από καιρού εις καιρόν, να θυμόμαστε τον ύμνο της αγάπης : «…η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει». 

π. Διονύσιος Τάτσης, «Συνοδοιπορία αγάπης»



«ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ»
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
ΤΟ ΣΟΒΑΡΟΤΕΡΟ θέμα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὶς μέρες μας εἶναι ἡ χειροτονία νέων ἱερέων. Ἐὰν συνεχιστεῖ ἡ σημερινὴ κατάσταση, δηλαδὴ τὸ κράτος νὰ ἀρνεῖται τὴ μισθοδοσία τῶν νέων ἱερέων, ἡ ἐπαρχία θὰ πληγεῖ, ἀφοῦ οἱ ἱερεῖς θὰ γίνουν περιζήτητοι καὶ οἱ θρησκευτικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ μας θὰ ἱκανοποιοῦνται μὲ μεγάλη δυσκολία. Μοιραίως θὰ κοπεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ στὴ θέση της θὰ μποῦν οἱ πολιτιστικὲς δραστηριότητες τῶν δήμων καὶ τῶν συλλόγων. Οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀποσυνδεθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀρχίσουν νὰ ξεχνοῦν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα καὶ θὰ περιφρονήσουν τὸ Θεό! Παράλληλα θὰ ἐγκαταλειφθοῦν οἱ Ἱεροὶ Ναοὶ καὶ τὰ ἐξωκκλήσια, ἀφοῦ δὲν θὰ ὑπάρχουν οἰκονομικὰ γιὰ τὴ συντήρηση καὶ προστασία τους.

Οἱ Μητροπολίτες τῶν πόλεων δὲν ἀνησυχοῦν γιὰ τὸ τί θὰ συμβεῖ. Δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι ἔχουν τὶς ἐνορίες τους γεμάτες ἀπὸ πιστοὺς καὶ μὲ πληθωρικοὺς ἱερεῖς. Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ Μητροπολίτες τῆς ἐρημωμένης ἐπαρχίας ἀδιαφοροῦν γιὰ τὸ τί θὰ συμβεῖ, ἀφοῦ προτιμοῦν τὸν περισσότερο χρόνο τους νὰ βρίσκονται ἐκτὸς ἕδρας, περιφερόμενοι σὲ πανηγυρίζοντες Ἱ. Ναοὺς ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα ἢ κάνοντας διαρκεῖς διακοπὲς στὴν πρωτεύουσα. Ἀρέσκονται, δυστυχῶς, στὶς λαμπρὲς τελετές, τὶς πλούσιες ὑλικὲς τράπεζες, στὰ δῶρα, στὶς ὑποκριτικὲς δηλώσεις καὶ στὴν ἐπικοινωνία τους μὲ γνωστοὺς καὶ πνευματικὰ τέκνα.
Καὶ ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, γιατὶ δὲν εἶναι συνδεδεμένοι μὲ τὶς Μητροπόλεις τους, τὸν τόπο καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Μετὰ τοὺς ἔρχεται καὶ ἡ ἐπιθυμία νὰ μετατεθοῦν πρὸς τὸ κέντρο. Παρόλο, ποὺ δὲν εἶναι τόσο εὔκολο τὸ μεταθετὸ τῶν Ἐπισκόπων, αὐτοὶ ἐλπίζουν.
Ἡ Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας συνήθως δὲν ἀσχολεῖται μὲ τέτοια θέματα. Τὰ ἀφήνει νὰ λυθοῦν μόνα τους, μὲ τὴν πάροδο τῶν ἐτῶν, ὅταν «ὡριμάσουν». Τὸ μόνο θέμα, ποὺ ἔντονα ἀπασχολεῖ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς Ἀρχιερεῖς, εἶναι ἡ ἐκλογὴ κάποιου Μητροπολίτου. Τότε δραστηριοποιοῦνται οἱ πάντες. Ὅλοι θέλουν νὰ πετύχουν τὴν ἐκλογὴ τοῦ δικοῦ τους Ἀρχιμανδρίτη ἢ ἀκολουθοῦν σήμερα τὴ γραμμὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, προκειμένου νὰ ἀποσπάσουν κάποια ὑπόσχεσή του γιὰ τὴν ἑπόμενη ἐκλογή. Δόξα τῷ Θεῷ, ὑπάρχουν πολλοὶ ἔμπειροι ἐκκλησιαστικοὶ ἀρτοποιοί! Ξέρουν νὰ ζυμώνουν καὶ νὰ ρυθμίζουν καταστάσεις! Μὲ τὴν τακτικὴ ὅμως αὐτὴ παραθεωροῦνται ὑποψήφιοι, ποὺ ἐπὶ δεκαετίες ἐργάζονται θεοφιλῶς καὶ ἀποδοτικῶς στὴν Ἐκκλη- σία καὶ ὁ λαὸς τοὺς ὑπεραγαπᾶ. Καὶ αὐτὸ εἶναι μεγάλη ἀδικία, ἡ ὁποία προφανῶς καὶ θὰ κριθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ θὰ τιμωρηθοῦν ὅσοι συμβάλλουν σὲ αὐτή. Δὲν πρόκειται νὰ μείνουν ἀτιμώρητοι ὅλοι ἐκεῖνοι, ποὺ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν ἀξίους Μητροπολίτες, τὸ παζαρεύουν, γιὰ νὰ ἐκλέγονται ἀνάξιοι. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἐκλεγοῦν ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν φόβο Θεοῦ, ὅταν οἱ ἀποκλειστικοὶ ἐκλέκτορες (μόνο οἱ Μητροπολίτες ψηφίζουν) δὲν ἔχουν φόβο Θεοῦ καὶ ἡ κρίση τους ὑπηρετεῖ σκοπιμότητες, ποὺ ἐξοργίζουν τὸν Θεὸ καὶ ἀπογοητεύουν τὸν πιστὸ λαό;
Εὐχή μας εἶναι ἡ Ἐκκλησία νὰ κινεῖται πάντα μὲ βάση τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὰ προβλήματα νὰ λύνονται θεοφιλῶς καὶ ὄχι κοσμικῶς. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ μόνον αὐτό, νὰ πρυτανεύει σὲ ὅλες τὶς ἀποφάσεις της.
Ορθόδοξος Τύπος, 31/05/2013

Ο ρατσισμός είναι αδίκημα. Ο ανθελληνισμός δεν είναι; (Του Νίκου Τζιόπα)

Σε «αντιρατσιστικούς» ρυθμούς κινείται η πολιτική μας ζωή τον τελευταίο καιρό. Μετά τα αλεπάλληλα «χαστούκια» που έχει εισπράξει ο υπουργός δικαιοσύνης κ. Ρουπακιώτης από τις συνεχείς αποδράσεις από τις φυλακές τις χώρας, προσπαθεί να… εξιλεωθεί στην συνείδηση του λαού με ένα νομοσχέδιο αμφιβόλου αξίας και αναγκαιότητας. Και είναι πασιφανές ότι το κάνει για να δικαιολογήσει τον μισθό του και την ιδεολογία του, φυσικά. Διότι μέχρι στιγμής, μετράει μόνο αποτυχίες. Όπως αποτυχίες συνεχόμενες κατρακύλες, μετράει και το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ το οποίο έτρεξε να συνδράμει μήπως και σωθεί από το βεβαιότατο πολιτικό του τέλος.
Πριν ασχοληθώ με τον αντιρατσιστικό νόμο, θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση που την θεωρώ σημαντικότατη: 

Οι νόμοι ψηφίζονται για να αντιμετωπίσουν παραβατικές συμπεριφορές και να ρυθμίσουν τις ζωές των πολιτών. Στην Ελλάδα έχουμε το εξής φαινόμενο: 

Οι παραβάτες του νόμου (λαθρομετανάστες), «επιβραβεύονται» διπλά:
 Πρώτον, διότι δεν απελαύνονται και εισέρχονται ανενόχλητοι στην χώρα μας και Δεύτερον, και σημαντικότερο, διότι ενώ δημιουργούν τόσα και τόσα προβλήματα (εγκληματικότητα, ανεργία των Ελλήνων, διάλυση της εθνικής και κοινωνικής μας συνοχής),  το ελληνικό κράτος- ανίκανο να αντιμετωπίσει αυτήν την κατάσταση- ψηφίζει νόμους για να τους προστατέψει. Από τι; Από την πέρα για πέρα δίκαιη οργή και αγανάκτηση των Ελλήνων. Αυτό, ο αποτυχημένος υπουργός δικαιοσύνης, το ονομάζει αυθαίρετα, «ανάγκη αντιμετώπισης ρατσιστικών συμπεριφορών». 
Είναι εκπληκτικό αυτό που συμβαίνει με την αριστερά (σε όλες της τις εκφάνσεις) στην Ελλάδα. Όταν πρόκειται να αμφισβητήσει εθνικούς αγώνες και ιστορικά γεγονότα (ανεκδιήγητη Ρεπούση με τον συνωστιμό του 1922 και τον χαρακτηρισμό ως μύθου για το Ζάλλογγο), πάντα βρίσκει τον τρόπο. Ακόμα κι όταν πρόκειται να αμφισβητήσει τον εθνικό χαρακτήρα των αγώνων του λαού μας (τρισάθλιος Τατσόπουλος για το 1821και πολλοί άλλοι), πάντα αναζητά κάποια «κοινωνικά» αίτια για να δικαιολογήσει την ανθελληνική κατά κανόνα στάση της.
 
Στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο όμως άκρα του τάφου σιωπή. Ούτε καν ασχολήθηκε ο κ. Ρουπακιώτης και η παρέα του με τα αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα να «φιλοξενεί» εκατομμύρια τρισάθλιους ανθρώπους, χωρίς να το θέλουμε και χωρίς να το επιδιώξουμε. Δεν είδα να απασχολεί ιδιαίτερα τον κ. Ρουπακιώτη, ο λόγος για τον οποίον ο προηγούμενες κυβερνήσεις ΔΕΝ ΕΚΑΝΑΝ ΣΩΣΤΑ ΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥΣ  στο μεταναστευτικό ζήτημα παραβαίνοντας την υποχρέωσή τους να εφαρμόσουν τους νόμους. Δεν είδα να αφουγκραστεί την αγωνία εκατομυρίων Ελλήνων για την κατακόρυφη αύξηση της εκγληματικότητας επειδή αυτός και το συναρμόδιο υπουργείο του κ. Δένδια είναι ΑΝΙΚΑΝΑ να προσφέρουν ασφάλεια στον Έλληνα πολίτη. Μόνιμη έννοια τους, μην τυχόν και συμβεί κάτι σε κάποιον λαθρομετανάστη και τρέχουν αμέσως να τον υπερασπιστούν. Σε πλήρη αντίθεση βέβαια με τις περιπτώσεις (οι οποίες είναι και συχνότερες) των Ελλήνων που πέφτουν θύματα ρατσιστικών συμπεριφορών.
 
Τις ίδιες ευθύνες φέρει και ο έτερος κυβερνητικός εταίρος (ΝΔ), η οποία φτιάχνει τζαμιά με τα χρήματα του ελληνικού λαού ώστε να εξυπηρετηθούν άνθρωποι οι οποίοι δεν έπρεπε καν να βρίσκονται εδώ!
Ως νομικός, ο κ. Ρουπακιώτης, θα πρέπει οπωσδήποτε να ξέρει ότι τα πάντα στην ζωή γεννιώνται από κάποια ανάγκη.
Την ανάγκη υπεράσπισης της εθνικής μας κοινωνίας και της κοινωνικής μας συνοχής την ονόμασε ρατσισμό. 
Η πολιτική της φίμωσης του λαού μας, η ανασφάλεια των πολιτών αυτής της χώρας, η οικονομική μας εξαθλίωση και ο ρατσισμός της πολιτείας εις βάρος των Ελλήνων, η παραχάραξη της ιστορίας μας, η αφελληνοποίηση της παιδείας μας, ονομάζεται ανθελληνισμός. Αυτός γιατί δεν διώκεται;
 

ΑΦΟΥ ΤΟ ΛΕΕΙ ΤΟ Κ.Ι.Σ > Ψήφιση του αντιρατσιστικού ζητά το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος

                  

Να κατατεθεί στη Βουλή ο νόμος κατά του ρατσισμού, της ξενοφοβίας και του αντισημιτισμού καλεί, με επιστολή του προς τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και την κυβέρνηση, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος (ΚΙΣΕ). Το ΚΙΣΕ, όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή του, «καλεί όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας να υπερβούν τις μεταξύ τους διαφορές και να υπερψηφίσουν ένα νόμο που θα δείχνει μηδενική ανοχή στη ρατσιστική βία, στην ξενοφοβία, στον αντισημιτισμό και στη διάψευση του Ολοκαυτώματος».


«Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην μεταπολεμική ιστορία της χώρας μας, υπάρχει ανάγκη για την αντιμετώπιση των ακραίων πρακτικών και ιδεολογιών», επισημαίνει το ΚΙΣΕ και τονίζει: «να μην επιτρέψουμε στην αυριανή κοινωνία να διολισθήσει στις ιδεολογίες εκείνες που έγραψαν τις μελανότερες και απεχθέστερες σελίδες της ευρωπαϊκής ιστορίας στέλνοντας στο βιομηχανοποιημένο θάνατο αθώους ανθρώπους, μεταξύ των οποίων και 6.000.000 Εβραίους».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Καλά θα κάνει το ΚΙΣΕ να μας πει για τα ΜΜ”Ε” που παρουσίαζαν τον σφαγέα βρεφών στην Τουλούζη ως “μαχητή του Τζιχάντ”, εάν θα επιδιώξει την δίωξη τους ή έστω αν θα βγάλει μία ανακοίνωση. Ή εάν θα καταδικάσει “αντιρατσιστικές” εκδηλώσεις όπου ακουγόταν το σύνθημα “khaibar khaibar…”. Γιατί το Ολοκαύτωμα δεν “έτυχε”. Φύτρωσε από τον σπόρο των γενοκτονιών Ποντίων, Ιώνων, Αρμενίων, Γηγενών της υποσαχάριας Αφρικής και των σύγχρονων απολογητών τους που συνεχίζουν να ποτίζουν το δέντρο της θηριωδίας.

Φαίνεται πως Έλληνες και Εβραίοι έχουμε τις ελιτ που μας αξίζουν.

olympia / αντιγραφή

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Α΄) - Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
(Α΄)
Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ.Θ. 

Από εκείνους που διανυκτερεύουν στα πανδοχεία, μερικοί βρίσκουν κρεβάτια, άλλοι δεν έχουν κρεβάτι κοιμούνται στο πάτωμα και εντούτοις ροχαλίζουν όπως κι εκείνοι που κοιμούνται σε κρεβάτι. Κι όταν περάσει η νύχτα, πρωί- πρωί αφήνουν το κρεβάτι τους και το πανδοχείο και φεύγουν όλοι μαζί, έχοντας μόνο τα πράγματά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι όσοι γεννιούνται σ’ αυτόν τον κόσμο, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι και επίσημοι, βγαίνουν από την ζωή σαν από πανδοχείο, χωρίς να παίρνουν μαζί τους τίποτε από τις απολαύσεις του βίου και από τα πλούτη τους, παρά μόνον τα έργα τους, καλά ή κακά, όσα έκαναν στη ζωή τους».
(Μέγας Αντώνιος)
   Ανώνυμος χριστιανός των πρώτων χριστιανικών χρόνων σε επιστολή του προς κάποιον Διόγνητο, με­ταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: «οι Χριστιανοί δεν διαφέρουν από τους άλλους ανθρώπους, ούτε ως προς τον τόπο που κατοικούν, ούτε ως προς τη γλώσσα, ούτε ως προς τον τρόπο ζωής. Γιατί δεν κατοικούν σε ξεχωριστές πόλεις, ούτε χρησιμοποιούν κάποια παραλλαγμένη διάλεκτο. Φέρουν σάρκα, αλλά δεν ζουν κατά τις επιθυμίες της σαρκός. Στη γη μένουν, αλλά είναι πολιτογραφημένοι στον ουρανό. Υπακούουν στους καθορισμένους νόμους και με τον δικό τους τρόπο υπερβαίνουν τους νόμους. Όλους τους αγαπούν, αλλά απ’ όλους διώκονται...με λίγα λόγια, ό,τι είναι η ψυχή για το σώμα, αυτό είναι και οι χριστιανοί για τον κόσμο». Το συγκεκριμένο κείμενο εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη θέση των χριστιανών μέσα στον κόσμο. Οι χριστιανοί ζώντας μέσα στον κόσμο, νιώθουν ότι βρίσκονται στον οίκο του Πατρός τους διότι ο κόσμος έχει δημιουργηθεί από το Θεό. Ταυτόχρονα νιώθουν ότι είναι πάροικοι και παρεπίδημοι (Α' Πετρ. 2,11), διότι από τη μία ο τελικός προορισμός τους είναι η Βασιλεία του Θεού, και από την άλλη ο κόσμος έχει λησμονήσει τον προ­ορισμό του.
Το ενδιαφέρον των χριστιανών δεν περιορίζεται μόνο στο χώρο των ιστορικών εξελίξεων, αλλά επεκτείνεται πέρα από αυτόν: «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13,14). Η μέλλουσα αυτή πόλη που ταυτίζεται με την Βασιλεία του Θεού, δεν είναι μακριά από τους πιστούς, αλλά βρίσκεται μέσα στην καρδιά τους (Λουκ. 17,21). Μπροστά στη Βασιλεία του Θεού ο κόσμος και τα πράγματα του κόσμου σχετικοποιούνται. Μαζί με αυτά σχετικοποιείται και ο χρόνος (Α' Κορ. 7,29-31). Οι πιστοί δεν θεωρούν αυτήν εδώ τη γη ως μόνιμο κατοικία. Γι’ αυτό οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης δεν απέβλεπαν σ’ αυτή τη γη, αλλά πρόσμεναν ουράνια πατρίδα, (Εβρ.11,15-16 και Εβρ. 13,14) όπου οι πιστοί γίνονται συμπολίτες των αγίων και οικείοι του Θεού (Εφ. 2,19).
   ΗΕκκλησία δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου», ζει όμως εν τω κόσμω, για τη σωτηρία του κόσμου. Ο λόγος της, ο συνεκτικός και διαλεκτικός ορθόδοξος λόγος, βρίσκεται σε ρήξη με το φρόνημα του κόσμου, η αποστολή της όμως είναι ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο. «Η Εκκλησία ενώ δεν προέρχεται από τον κόσμο, εργάζεται στον κόσμο· ενώ είναι πνευματική, δρα στην ιστορία· νοηματοδοτεί την ζωή των ανθρώπων και αντιμετωπίζει τα βιολογικά προβλήματά τους, αφού ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικό ον. Όμως η Εκκλησία εργάζεται στην κοινωνία, χωρίς να κάνη πολιτική. Ελέγχει και κρίνει την αμαρτία, αλλά αγαπά τον αμαρτωλό άνθρωπο. Επειδή η κρίση είναι πολυποίκιλη, οι πολιτικοί εξετάζουν τα πολιτικά αίτια που την προκάλεσαν, η Εκκλησία όμως βλέπει τα θεολογικά αίτια και προσπαθεί να θεραπεύσει τα συμπτώματα. Οι οικονομολόγοι ελέγχουν τους νόμους της αγοράς, ώστε να λειτουργούν με δικαι­οσύνη, αλλά η Εκκλησία περιγράφει τα θεολογικά πλαίσια μέσα στα οποία θα κινείται ο άνθρωπος, θέτει πνευματικούς στόχους, αλλά και απαλύνει τις πληγές των ανθρώπων, χρησιμοποιώντας κρασί και λάδι, υλικά που πράγματι καθαρίζουν και θερα­πεύουν τις πληγές, όπως δείχνει η παραβολή του καλού Σαμαρείτου. Είναι φυσικό ότι η Εκκλησία έχει τον δικό της θεολογικό-πνευματικό λόγο και την δική της θεραπευτική πράξη», επισημαίνει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος278.
   Ηπροοπτική της Εκκλησίας δεν είναι εξωκοσμική ή υπερκοσμική αλλά είναι εσχατολογική· και επειδή είναι προφητική και εσχατολογική, είναι και δυναμική και ιστορική. Οι χριστιανοί δεν είναι έξω από τα δει­νά του κόσμου και τις θλίψεις των ανθρώπων. Είναι μάρτυρες και θεατές του θεάτρου του δαιμονικού και του παραλόγου, με το κακό να λαμβάνει τρομακτικές διαστάσεις, όντας πρόκληση για την αποστολή τους. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο καθορίζει την κοινωνική αδικία. Η αλλαγή στις ανθρώπινες σχέσεις επιβάλλεται. Η Εκκλησία δεν έχει κομματικό λόγο διότι από τη φύση της ενώνει και δεν κομματιάζει, έχει όμως κοινωνικό λόγο και επικρίνει την κοινω­νική αδικία, την εκμετάλλευση του συνανθρώπου. Όταν τοποθετούμε την Εκκλησία στο περιθώριο της πορείας του κόσμου τότε αρνούμαστε την αποστολή της. Στην Εκκλησία δεν είμαστε απλοί θεατές του κοινωνικού κακού, αλλά υπεύθυνοι για την ιστορία του ανθρώπου, με όλο το βάρος μίας χαρισματικής παρουσίας. Όπως ο Υιός του Θεού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και την θεράπευσε, την θέωσε, έτσι και η Εκκλησία προσλαμβάνει τον κόσμο και τον θεραπεύει, τον οδηγεί στη σωτηρία, τον αποκαθιστά στην αρχική του ωραιότητα, τον λαμπρύνει και τον εξαγιάζει. Η αυθεντική ορθόδοξη στάση δεν εκφράζεται στην άρνηση του κόσμου, αλλά στην άρνηση της κυριαρχίας του σατανά πάνω σ’ αυτόν, δηλαδή στην πάλη του ανθρώπου με τις δαιμονικές δυνά­μεις. Η Εκκλησία καλείται να μεταμορφώσει τον κόσμο, να τον ανακαινίσει, να τον ζωοποιήσει. «Η Εκκλησία του Χριστού έχει λόγο για την σημερινή κρίσιμη κατάσταση, διότι δεν έπαψε να αποτελεί σάρκα του κόσμου, μέρος της Ιστορίας. Δεν μπορεί να ανέχεται κανενός είδους αδικία, αλλά οφείλει να δείχνει ετοιμότητα για μαρτυρία και μαρτύριο. Γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι δίπλα μας πεινούν, βρίσκονται σε ένδεια, ασφυκτιούν οικονομικά, ενώ η απελπισία πολλές φορές κυριεύει την καρδιά τους. Το γνωρίζουμε γιατί πρώτος σταθμός τους στην αναζήτηση ελπίδας είναι ο Ναός της περιοχής τους, η ενορία τους. Στόχος και αγώνας μας είναι η κάθε ενορία να γίνει το κέντρο απ’ όπου όλη η ποιμαντική δραστηριότητα της τοπικής Εκκλησίας θα αγκαλιάσει όλη την τοπική κοινωνία», επισημαίνει η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδος279.
   Ηεσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως προοπτική εξόδου. Ο κόσμος θεωρείται πρόσκαιρος και παροδικός τόπος για τη διαμονή των πιστών. Ο Χριστιανισμός καλεί τον άν­θρωπο να ελευθερωθεί από την απάτη και τη μέρι­μνα για τα υλικά αγαθά και να δοθεί με απόλυτη εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια. «Άνθρωπος είναι εκείνος που εννόησε τι είναι το σώμα, ότι δηλαδή είναι φθαρτό και λιγόχρονο. Ένας τέτοιος άνθρωπος εννοεί και την ψυχή ότι έχει θεϊκή καταγωγή, ότι είναι αθάνατη και πνοή του Θεού και ότι για δοκι­μασία και θέωση συνδέθηκε με το σώμα. Εκείνος που εννόησε τι είναι η ψυχή, ζει με σωστό και θεά­ρεστο τρόπο και δεν υπακούει στο σώμα του, αλλά βλέποντας νοερά το Θεό σκέφτεται και τα αιώνια αγαθά που χαρίζει ο Θεός στη ψυχή», αναφέρει ο Μέγας Αντώνιος280. Όταν κανείς έχει την αίσθηση ότι ξενοδοχείται στον κόσμο αυτόν και ότι η πραγματι­κή του πατρίδα βρίσκεται στη Βασιλεία του Θεού, είναι επόμενο να φροντίζει πριν απ’ όλα γι' αυτήν. Ο Μέγας Αντώνιος παρομοιάζει τον παρόντα κόσμο με ένα πανδοχείο όπου διανυκτερεύουν οι άνθρωποι. Κοινή μοίρα όλων αυτών που διανυκτερεύουν στο πανδοχείο, είτε έχουν κρεβάτι να κοιμηθούν είτε δεν έχουν, είτε έχουν υλικά αγαθά είτε δεν έχουν, είναι ότι την επόμενη μέρα το πρωί, όλοι ανεξαιρέτως θα φύγουν από αυτό το πανδοχείο. Αυτή είναι η κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Από εκείνους που διανυκτερεύουν στα πανδοχεία, μερικοί βρίσκουν κρεβάτια, άλλοι δεν έχουν κρε­βάτι, κοιμούνται στο πάτωμα και εντούτοις ροχα­λίζουν όπως κι εκείνοι που κοιμούνται σε κρεβάτι. Κι όταν περάσει η νύχτα, πρωί- πρωί αφήνουν το κρεβάτι τους και το πανδοχείο και φεύγουν όλοι μαζί, έχοντας μόνο τα πράγματά τους. Κατά τον ίδιο τρόπο και όλοι όσοι γεννιούνται σ’ αυτόν τον κόσμο, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι και επίσημοι, βγαίνουν από την ζωή σαν από πανδοχείο, χωρίς να παίρνουν μαζί τους τίποτε από τις απολαύσεις του βίου και από τα πλούτη τους, παρά μόνον τα έργα τους, καλά ή κακά, όσα έκαναν στη ζωή τους»281.
Η περιουσία και ο πλούτος είναι πράγματα παροδικά που παραπλανούν τον άνθρωπο και εμποδίζουν την είσοδό του στη Βασιλεία του Θεού (Ματθ. 6,19-20). Η κατοχή του πλούτου αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και τον εμποδίζει να εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού ενώ η συναίσθηση της Βασιλείας του Θεού οδηγεί στην απαλλαγή από το βάρος του υλικού πλούτου και την απόθεση κάθε φροντίδας και μέριμνας στο Θεό. Η αίσθηση της προσκαιρότητας του κόσμου και η αναγκαιότητα της καθολικής αναφοράς προς το Θεό αποτελούν ουσιώδη γνωρίσματα της χριστιανικής ζωής. Γι' αυτό οι πνευματικοί μας Πατέρες λέγουν: «Δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας. Και είναι αξιοθαύμαστο, ότι κάτι παρόμοιο εξέφρασαν και οι Έλληνες φι­λόσοφοι, οι οποίοι εχαρακτήρισαν την φιλοσοφία “μελέτη θανάτου”»282. «Εκείνος που άκουσε την καταδικαστική απόφαση του θανάτου του, δεν θα ενδιαφερθή πλέον για προγραμματισμούς θεατρικών παραστάσεων. Και εκείνος που πενθεί πραγματικά, δεν θα σκεφθή ποτέ την τρυφή ή την δόξα ή τον θυμό και την έξαψι της οργής», σημειώνει χαρακτηριστικά ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης283. Ο καιρός, σημειώνει ο Απόστολος Παύλος, είναι «συνεσταλμένος», «ίνα και οι έχοντες γυναίκας ως μη έχοντες ώσι, και οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες, και οι χαίροντες ως μη χαίροντες, και οι αγοράζοντες ως μη κατέχοντες, και οι χρώμενοι τω κόσμω τούτω ως μη καταχρώμενοι, παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α' Κορ. 7,29-31)284. Ο κόσμος είναι πεπερασμένος, υποκείμενος στη χρονική ρευστότητα. Ο κόσμος παρέρχεται και μαζί του όλα όσα επιθυμούν οι άνθρωποι μέσα σ’ αυτόν, ενώ όποιος επιτελεί το θέλημα του Θεού θα ζήσει αιώνια. «Και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού, ο δε ποιών το Θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α' Ιωάν. 2,17). Οι Χριστιανοί καλούνται να μην συσχηματίζονται με το κοσμικό φρόνημα, καλούνται να μην υιοθετούν τους τρόπους, την ηθική, και τις συμπεριφορές του κόσμου. Ο πιστός καλείται να ζει με νήψη και εγρήγορση. «Οι καπετά­νιοι κατευθύνουν με προσοχή το πλοίο για να μην προσκρούσει πάνω σε σκόπελο ή ύφαλο. Έτσι κι εκείνοι που επιθυμούν να ζήσουν την ενάρετη ζωή, ας εξετάζουν με επιμέλεια ποια πρέπει να κάνουν και ποια πρέπει να αποφεύγουν και να πιστεύουν ότι οι αληθινοί και θείοι νόμοι τους συμφέρουν, κόβοντας τις πονηρές ενθυμήσεις και επιθυμίες από την ψυχή τους», αναφέρει ο Μέγας Αντώνιος285.


Από το 3οκεφάλαιο του βιβλίου:
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗΚΑΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΗΘΟΣ
Αναθέτοντας την ελπίδα μας στον Θεό
ISBN:978-960-93-4966-6
ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΗ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΗΘΟΣ Αναθέτοντας την ελπίδα μας στον Θεό
κάντε κλικ για μεγέθυνση

Για παραγγελίες:
Αρχιμανδρίτης Θεόφιλος Λεμοντζής, Δρ.Θ.
Τηλ. 6977510787, 2310525220


πηγή

Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες.

  Μισθωτοὶ ποιμένες, μισθωμένοι ἄρχοντες. Γεώργιος Κ. Τζανάκης . Ἀκρωτήρι Χανίων Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν αὐξήσεων τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιερέων, ...