Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τρίτη, Ιουνίου 11, 2013

Τη Πέμπτη της Αναλήψεως π. Χρήστος Πιτυρίνης



Η εορτή της Αναλήψεως είναι το επισφράγισμα του λυτρωτικού έργου του Χριστού και το θριαμβευτικό επιστέγασμα των όσων έπραξε ο Κύριος υπέρ των ανθρώπων. Όπως λέει το Κοντάκιο της εορτής: «Τήν ὑπέρ ὑμῶν πληρώσας οἰκονομίαν καί τά ἐπί γῆς ἑνώσας τοῖς ἐπουρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλά μένων ἀδιάστατος καί βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ᾿ ὑμῶν καί οὐδείς καθ᾿ ὑμῶν». Ο Χριστός δηλαδή, που είναι ο Θεός μας, ανελήφθη εν δόξη, όταν συμφώνως προς το θείο σχέδιο συμπλήρωσε και ολοκλήρωσε τα όσα για μας έπραξε. Αυτά ένωσαν την γη με τον ουρανό, τους ανθρώπους με τον Θεό. Η Ανάληψη δεν σήμαινε βεβαίως και χωρισμό του Κυρίου από τους αγαπημένους Του Μαθητάς. Με αυτούς ο Διδάσκαλος παρέμεινε ενωμένος συμφώνα προς την υπόσχεσή Του: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν». Το έργο του Κυρίου μετά την Ανάληψή Του στους ουρανούς συνέχισε και συνεχίζει η Εκκλησία. Αυτή, με την δύναμιν που της έδωσε ο Ιδρυτής της, διδάσκει, θαυματουργεί, αγιάζει και σώζει τους πιστούς. Οι πιστοί είναι δια της Εκκλησίας και εις την Εκκλησία ενωμένοι με τον Αρχηγό της και ιδρυτή της Ιησού Χριστό. Για την Εκκλησία Του μίλησε ο Κύριος στους Αποστόλους, όταν εμφανιζόταν μπροστά τους επί σαράντα ημέρες μετά την Ανάστασή Του. Υποσχέθηκε σε αυτούς την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, παρήγγειλε να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλη την κτίση, να διαλαλήσουν την Ανάστασή Του και να καλέσουν τους ανθρώπους να μετανοήσουν για τα αμαρτωλά τους έργα. Εκείνοι που θα πιστέψουν, θα γίνουν με το Άγιο Βάπτισμα μέλη της Εκκλησίας. «Καί ταῦτα εἰπών βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη (=ὑψώθη πρός τά ἐπάνω), καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο (δηλαδή ἄγγελοι) παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῇτι λευκῇ, οἵ καί εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται (=θά ἔλθῃ κατά τόν ἴδιο τρόπον), ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ ἀπό ὄρους τοῦ καλουμένου ἐλαιῶνος». Η Εκκλησία, για την οποία μίλησε ο Κύριος πριν από την Ανάληψή Του, αφ ενός η σκηνή της Αναλήψεως αφ ετέρου είναι τα δύο θέματα, που παρουσιάζει η εικόνα της Αναλήψεως. Επειδή στην Αγία Γραφή διατίθενται περισσότεροι στίχοι για όσα ο Κύριος είπε περί της Εκκλησίας και λιγότερο γι’ αυτό το γεγονός της Αναλήψεως, ο βυζαντινός αγιογράφος, στηριζόμενος εις την βιβλική διήγηση, διαθέτει και ανάλογο χώρο εις την περί ης ο λόγος εικόνα. Το κύριον μέρος της εικόνος καταλαμβάνουν οι Απόστολοι με την Παναγία (τα μέλη δηλαδή της Εκκλησίας του Χριστού) και μόλις ένα μικρό τμήμα εις το άνω μέρος της εικόνος καταλαμβάνει ο Αναληφθείς Κύριος. Επειδή η Ανάληψη κατά το αγιογραφικό κείμενο έγινε εις το όρος των Ελαιών (ευρίσκεται ανατολικώς της Ιερουσαλήμ και ήταν κατάφυτον από ελαίας κατά τους αρχαίους χρόνους), το τοπίο της εικόνος είναι ορεινόν με ελαιόδενδρα ανάμεσα εις τους βράχους. Αφού είδαμε τις πληροφορίας, τις οποίας μας δίδει η Αγία Γραφή για την Ανάληψιν του Κυρίου και πως εις γενικάς γραμμάς μεταφέρει αυτάς δια να τας παρουσιάση εις την σχετικήν εικόνα ο ορθόδοξος αγιογράφος, ερχόμεθα τώρα να ίδωμεν λεπτομερέστερον τα δύο τμήματα της εικόνος. Περιγραφή της εικόνος: α) Ο Αναληφθείς Κύριος. Εις την εικόνα της Αναλήψεως ο Κύριος εικονίζεται μέσα εις «δόξαν», άλλοτε στρογγύλην, και άλλοτε ελλειψοειδή, καθήμενος επί ουρανίου τόξου (εις άλλας εικόνας επί θρόνου). Με την δεξιάν Του χείρα ευλογεί και με την αριστεράν κρατεί ειλητάριον, το οποίον γράφει: «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς». Τό εἰλητάριον εἶναι τό σύμβολον τοῦ διδασκάλου. Τήν «δόξαν», ἐντός τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ Κύριος, ὑποβαστάζουν δύο ἄγγελοι. Συμβολίζουν καί ἐκφράζουν τήν θείαν μεγαλειότητα καί ἐξουσίαν. (Ὁ Κύριος ὡς παντοδύναμος δέν εἶχεν ἀνάγκην τῶν ἀγγέλων διά νά ἀναληφθῇ εἰς τούς οὐρανούς). Εἰς μερικάς εἰκόνας τῆς Ἀναλήψεως οἱ ἄγγελοι δέν ὑποβαστάζουν τήν «δόξαν», ἀλλά ἐνατενίζουν τόν Κύριον εἰς στάσιν προσευχῆς. Ὅπως λέγουν τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς, ἀποροῦν καί θαυμάζουν, διότι ὁ Χριστός ἀνελήφθη ὄχι μόνον ὡς Θεός, ἀλλά καί ὡς ἄνθρωπος, δηλαδή μέ τό ἄφθαρτον καί δοξασμένον σῶμά Του. Ἄλλοτε οἱ ἄγγελοι εἰκονίζονται σαλπίζοντες συμφώνως πρός τόν ψαλμικόν στίχον «ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 6). Ὁ στίχος αὐτός ἀναφέρεται αὐτούσιος εἰς τήν ὑμνολογίαν τῆς Ἀναλήψεως, διότι «ἡ εἰς οὐρανούς ἄνοδος διά τούτων (τῶν λέξεων) τοῦ Κυρίου σημαίνεται» (Μέγας Ἀθανάσιος). Οι Απόστολοι. Οι Απόστολοι είναι χωρισμένοι εις δύο ομίλους έχοντες εις το μέσον την Παναγίαν. Όπισθεν της Παναγίας ευρίσκονται δύο λευκοφορούντες άγγελοι, οι οποίοι δείχνουν τον Αναληφθέντα Κύριον. Ως αγγελιαφόροι του Θεού διαβεβαιώνουν και παρηγορούν τους παρισταμένους δια την επάνοδον του Κυρίου κατά την δευτέραν παρουσίαν. Εις το κείμενον της Αγίας Γραφής το αναφερόμενον εις την Ανάληψιν δεν αναφέρεται ότι παρευρέθη η Θεοτόκος κατά την εις ουρανούς άνοδον του Υιού Της. Περί αυτού μας πληροφορεί η Ιερά Παράδοσις, όπως την βλέπομεν άλλωστε και εις τα τροπάρια της εορτής. Αξία προσοχής είναι η θέσις και η στάσις της Θεοτόκου εις την εικόνα. Ευρίσκεται ακριβώς κάτωθεν του Υιού Της και είναι έτσι ο άξων της όλης συνθέσεως. Η στάσις Της είναι στάσις προσευχής. Οι Απόστολοι με τας προς τον Κύριον εστραμμένας κεφαλάς των και τας χειρονομίας των έρχονται εις αντίθεσιν προς την ατάραχον και ήρεμον μορφήν της Παναγίας. Εις την εικόνα μας το υποπόδιον, επί του οποίου πατεί η Θεοτόκος τονίζει ακόμη περισσότερον την ξεχωριστήν θέσιν Της μεταξύ των εικονιζομένων Αποστόλων. Ο αγιογράφος της εικόνας της Αναλήψεως ηθέλησε με τους Αποστόλους, που περιστοιχίζουν την Παναγίαν, να παρουσιάση την Εκκλησίαν, εις την οποίαν ο Κύριος θα έστελνε κατά την Πεντηκοστήν το Άγιον Πνεύμα δια να την ζωοποιήση. Περί της αποστολής του Αγίου Πνεύματος εις τους Μαθητάς και της επιδημίας του εις τον κόσμον ομιλούν και τα τροπάρια της εορτής της Αναλήψεως, συνδέοντα έτσι τα δύο κοσμοϊστορικά και κοσμοσωτήρια γεγονότα.
Το πρόσωπον δεξιά της Θεοτόκου, το οποίον βλέπει εις τον ουρανόν με την χείρα εμπρός εις τους οφθαλμούς του, είναι ο Απόστολος Παύλος. Κατά την Ανάληψιν ο Παύλος δεν είχεν θέσιν μεταξύ των Αποστόλων, διότι η μεταστροφή του έγινεν αργότερον. Η θέσις του εις την εικόνα είναι συμβολική. Θα γίνη και αυτός μέλος της Εκκλησίας και μάλιστα μέλος εκλεκτόν. Ο ορθόδοξος αγιογράφος αποσπά τον Παύλον από την εποχήν του και τον συγκαταριθμεί μεταξύ των Αποστόλων. Έτσι και η θέσις του Ιούδα ανεπληρώθη και η παράστασις της Εκκλησίας έγινε δυναμική, εκφραστική και συμβολική. Αι υψωμέναι εις προσευχήν χείρες της Παναγίας υπενθυμίζουν τον ρόλον Της πλησίον του Υιού Της. Ημείς, όπως ψάλλει η Εκκλησία μας, «ἄλλην γάρ οὐκ ἔχομεν ἁμαρτωλοί πρός Θεόν… ἀεί μεσιτείαν». Παρακαλοῦμεν τόν Χριστόν νά μᾶς σώσῃ καί ἐλεήσῃ «ταῖς πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας». Ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σχέσεως Θεοτόκου καί Ἐκκλησίας εἶναι τό ἀλύγιστον τῆς στάσεως τῆς Παναγίας, πού βλέπομεν εἰς μερικάς εἰκόνας. Μέ τήν ἀκινησίαν Της αὐτήν φαίνεται νά ἐκφράζῃ τά ἀμετακίνητα δόγματα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀπό τό ἄλλο μέρος οἱ Ἀπόστολοι μέ τάς διαφόρους χειρονομίας των συμβολίζουν τάς διαφόρους γλώσσας καί τά ποικίλα μέσα, μέ τά ὁποῖα ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ σπείρεται εἰς τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων. Κλείομεν τήν ἀνάλυσιν τῆς εἰκόνος τῆς Ἀναλήψεως μέ τούς λόγους τοῦ Ἁγίου πάπα Λέοντος Α´ (440-461): «Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἰδική μας ἀνύψωσις καί ὅπου ἡ δόξα τῆς Κεφαλῆς προεπορεύθη, ἐκεῖ καλεῖται καί ἡ τοῦ Σώματος ἐλπίς», τά μέλη δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ἀνάληψη: Μιά κάπως ἄγνωστη δεσποτική γιορτή Αρχιμανδρίτης Μελετιος Βαδραχάνης

 Μιά γιορτή, πού ἐπειδή πέφτει πάντοτε σέ καθημερινή ἐργάσιμη μέρα, δέν ἔχει τήν ἀνάλογη θέση στή συνείδηση τοῦ λαοῦ, ὅπως οἱ μεγάλες γιορτές τῶν Χριστουγέννων, Θεοφανίων, Εὐαγγελισμοῦ, Ἀναστάσεως, Πεντηκοστῆς. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τή γιορτή τῆς Μεταμορφώσεως.

          Εἰδικά στήν Ἀνάληψη ἀπέχει μόνιμα ἡ μαθητιῶσα νεολαία τῆς χώρας μας. Εἶναι ἡμέρα πού συνήθως τά σχολεῖα ἔχουν εἰσέλθει στήν περίοδο τῶν ἐξετάσεων, μ’ ἀποτέλεσμα ν’ ἀδυνατεῖ καί ὁ πιό καλοπροαίρετος ἐκπαιδευτικός νά φέρει τούς μαθητές στήν Ἐκκλησία. Ἔτσι μεγαλώνουν τά παιδιά μας, εἰσέρχονται μετά στό χῶρο τῆς βιοπάλης, καί μπορεῖ νά περάσουν δεκαετίες ὁλόκληρες καί νά μήν ἔχουν τήν εὐκαιρία ν’ ἀπολαύσουν καί νά βιώσουν λατρευτικά τή μεγάλη αὐτή γιορτή.

          Ἡ Ἀνάληψη ἕπεται τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι ἀμέσως μετά τό τεσσαρακονθήμερο τῶν ἐμφανίσεων τοῦ Χριστοῦ στούς μαθητές του. Ὁ Χριστός, σ’ αὐτές τίς σαράντα μέρες, μέ συνεχεῖς ἐμφανίσεις καί ἐξαφανίσεις ἀφ’ ἑνός μέν τούς ἀποδεικνύει τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς του, ἀφ’ ἑτέρου δέ τούς γυμνάζει στή συνεχῆ σωματική ἀπουσία του. Πρέπει οἱ μαθητές νά χειραφετηθοῦν ἀπό τήν συνεχῆ σωματική αἴσθηση καί ἀντίληψη τοῦ Χριστοῦ. Νά παύσουν νά τόν ἀπολαμβάνουν διά τῆς ὁράσεως, τῆς ἀκοῆς, τῆς ἁφῆς. Νά παύσουν νά ἔχουν αἰσθητά ντοκουμέντα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

         Ἡ ἔνσαρκος παρουσία τοῦ Χριστοῦ πού ἄρχισε μέ τή γέννησή του ἐδῶ τελειώνει. Ἤ μᾶλλον σταματᾶ γιά νά συνεχίσει στήν Β΄ Παρουσία του. Τότε τό μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως θά ξαναφανεῖ. Τότε «πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. 24,30). Μέχρι τότε οἱ πιστοί μαθαίνουν νά ζοῦν μέ τήν διαρκῆ ἀόρατη παρουσία τοῦ Χριστοῦ.

         «Ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν» (Ματθ. 28,20). Εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός. Συνεχῶς ἀλλά ἀοράτως. Οἱ πιστοί ἀντλοῦν δύναμη ἀπό αὐτή τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀλλά δέν παύουν νά νοσταλγοῦν καί νά ἐπιθυμοῦν καί νά ἀδημονοῦν γιά τήν ἔνσαρκη Β΄ Παρουσία τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία θά κραυγάζει συνεχῶς ἕως τότε• «ναί ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ». Καί ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ θ’ ἀκούγεται συνεχῶς «ναί, ἔρχομαι ταχύ» (Ἀπόκ. 22,20).

         Ἀναλήφθηκε, λοιπόν εἰς τούς οὐρανούς ὁ Χριστός μας. Τήν ἀνθρώπινη φύση, τήν ὁποία ἕνωσε μέ τή θεία του φύση ἀχωρίστως, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως κατά τήν διδασκαλία τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τήν παίρνει καί τήν τοποθετεῖ ὑπεράνω Χερουβίμ καί Σεραφίμ, ἀγγέλων καί ἀρχαγγέλων, δίπλα στό θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα.

         Ἄπειρες εἶναι οἱ εἰκόνες καί οἱ μεγαλοπρεπεῖς ἐκφράσεις τῶν προφητῶν καί τῶν ὑμνωδῶν τῆς Ἐκκλησίας μας πού ἐξυμνοῦν καί ἐκθειάζουν καί γεραίρουν τό θαυμαστό αὐτό γεγονός. «Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλλαλαγμῶ, Κύριος ἐν φωνῆ σάλπιγγος». «Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν καί ἐπάρθητε πῦλαι αἰώνιοι καί εἰσελεύσεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης» θά πεῖ ὁ προφητάναξ Δαυίδ.

         Πίσω ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς ποιητικές καί μεγαλοπρεπεῖς καί ἀνθρωποπαθεῖς ἐκφράσεις, ἕνα εἶναι τό οὐσιαστικό γεγονός, ἕνα εἶναι τό θαῦμα τῶν θαυμάτων, ἕνα εἶναι τό «καινόν ὑπό τόν ἥλιον» ὅπως λέγει τό βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ στήν Παλαιά Διαθήκη• ἡ ἕνωση θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως. Ἡ ἕνωση αὐτή ἡ τόσο σωτηριώδης γιά μᾶς, ἐν τούτοις, ἔχει τήν «ἀρνητική» πλευρά νά παρασύρει στήν ἀορασία καί στὀ μυστήριο τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ μέχρι τήν Β΄ Παρουσία του. Εἶναι κάτι γιά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖται ἀπό τή σάρκα, ζεῖ καί βιώνει κυρίως μέ τήν παρουσία καί τήν ἐνέργειά της, ἐπαναστατεῖ. Διότι θέλει νά ὑπάρχει τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· νά μπορεῖ νά τό βλέπει, νά τό πιάνει, νά τό ἀκουμπᾶ, νά τό ἀγκαλιάζει, ν’ ἁρπάζει τή χάρη πού ἐμφωλεύει μέσα του ὅπως ἡ αἱμορροοῦσα. Γι’ αὐτό ὅπως προαναφέραμε κραυγάζει «ναί ἔρχου κύριε Ἰησοῦ».

         Προσοχή ὅμως! Δέν ἐξέλειπε ἐντελῶς ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει καί θά ὑπάρχει συνεχῶς ἕως «τερμάτων αἰῶνος». Ποῦ ὅμως εἶναι αὐτή ἡ σωματική παρουσία; Εἶναι στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Στά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου, πού στά ‘‘σά ἐκ τῶν σῶν…’’ μεταβάλλονται σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Καί δύναται ὁ πιστός ὄχι ἁπλῶς νά δεῖ, ν’ ἀκουμπήσει, νά ψηλαφίσει τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί νά τό φάει. Νά τό βάλει μέσα του. Νά εἰσέλθει μέχρι τό τελευταῖο κύτταρό του. Νά εἰσδύσει στήν οὐσία τῆς ὑπάρξεώς του καί ἔτσι νά θεωθεῖ.

         Συνεπῶς δέν ἐξέλειπε ἡ σωματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἁπλῶς γιά νά τήν ἀπολαύσουμε πρέπει νά συχνάζουμε εἰς τάς αὐλάς τοῦ Κυρίου μας. Νά μετέχουμε στό κατ’ ἐξοχήν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας, τό μυστήριο γιά τό ὁποῖο ὑπάρχουν ὅλα τά ἄλλα, τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὅταν τό κάνουμε αὐτό συνειδητά καί μέ μετάνοια, τότε θά ἰσχύσει καί γιά μᾶς αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος· «ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἀρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα.» (Α΄ Θεσ. 4,17).

Παρηγορητικὸς στοὺς μοναχοὺς ποὺ θλίβονται Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

«Παιδί μου», λέει ἡ Γραφή, «ἂν ἔρχεσαι νὰ ὑπηρετήσεις τὸν Κύριο, τὸν Θεό, ἑτοιμάσου γιὰ δοκιμασίες. Ἴσια νὰ ἔχεις τὴν καρδιά σου καὶ ὁπλισμένη μὲ κουράγιο… Ὅ,τι κι ἂν σὲ βρεῖ, δέξου το· καὶ στὶς ἀλλεπάλληλες ἀναποδιές, ποὺ θὰ σὲ ρίξουν χαμηλά, δεῖξε ὑπομονὴ» (2).

Οἱ θλίψεις ἦταν πάντοτε σημάδι καὶ ἀπόδειξη εὔνοιας τοῦ Θεοῦ. Οἱ θλίψεις ἦταν πάντοτε καὶ τὸ γνώρισμα τῆς εὐαρεστήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς πατριάρχες, τοὺς προφῆτες, τοὺς ἀποστόλους, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ὁσίους. Ὅλοι οἱ ἅγιοι πέρασαν ἀπὸ τὸν στενὸ δρόμο τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων (3), καὶ μὲ τὴν ὑπομονὴ τους πρόσφεραν τὸν ἑαυτὸ τους θυσία εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεό. (4)

Μὲ παραχώρηση τῆς θείας πρόνοιας, διάφορες συμφορὲς βρίσκουν καὶ τώρα τὶς ἅγιες ψυχές, γιὰ ν’ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ἀγάπη τους στὸν Θεὸ μὲ τὸν πιὸ ξεκάθαρο τρόπο.

Τίποτα δὲν συμβαίνει στὸν ἄνθρωπο δίχως τὴ συγκατάθεση καὶ τὴν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ νὰ γίνει «κατὰ χάριν» παιδὶ τοῦ Θεοῦ, ἀναγεννημένο ἀπὸ τὸ Πνεῦμα, πρῶτα ἀπ’ ὅλα πρέπει νὰ ἐπιβάλει στὸν ἑαυτό του ὡς κανόνα καὶ ὡς ἀναμφισβήτητη ὑποχρέωση τὸ νὰ ὑπομένει καλόψυχα ὅλες τὶς θλίψεις, ὅλους τοὺς σωματικοὺς πόνους, ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἀδικίες, ὅλες τὶς δαιμονικὲς ἐπιθέσεις, ἀκόμα καὶ ὅλες τὶς ἐπαναστάσεις τῶν ἴδιων του τῶν παθῶν.

Ὁ χριστιανὸς ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεό, πάνω ἀπ’ ὅλα χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ σταθερὴ ἐλπίδα σ’ Ἐκεῖνον. Τὰ ὅπλα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ κρατάει συνεχῶς στὰ νοερὰ χέρια τῆς ψυχῆς του, γιατί ὁ πονηρὸς ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, μὲ κάθε μέσο πασχίζει στὸν καιρὸ τῆς θλίψεως καὶ τοῦ πόνου νὰ μᾶς ρίξει στὴν ἀκηδία καὶ ν’ ἁρπάξει ἀπὸ μέσα μας τὴν ἐλπίδα στὸν Κύριο.

Ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν ἀφήνει τοὺς πιστοὺς δούλους Του νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. «Ὁ Θεός, ποὺ κρατάει τὶς ὑποσχέσεις Του», γράφει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, «δὲν θὰ ἐπιτρέψει σὲ κανέναν πειρασμὸ νὰ ξεπεράσει τὶς δυνάμεις σας· ἀλλά, ὅταν ἔρθει ὁ πειρασμός, θὰ δώσει μαζὶ καὶ τὴ διέξοδο, ὥστε νὰ μπορέσετε νὰ τὸν ἀντέξετε» (5).

Ὁ διάβολος, πλάσμα τοῦ Θεοῦ κι αὐτός, ποὺ ἦταν πρῶτα δοῦλος Του, κάνει στὴν ψυχὴ ὄχι ὅσο κακὸ θέλει, ἀλλὰ ὅσο τοῦ ἐπιτρέπει ὁ Θεός.

Οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο βάρος μπορεῖ νὰ σηκώσει ἕνα ζῶο. Πολὺ περισσότερο ἡ ἄπειρη Σοφία τοῦ Θεοῦ γνωρίζει πόσο βαριὲς δοκιμασίες μπορεῖ νὰ σηκώσει μία ψυχή.

Ὁ κεραμοποιὸς γνωρίζει καὶ τὴν ἔνταση τῆς φωτιᾶς καὶ τὸν χρόνο ποὺ πρέπει νὰ μείνουν σ’ αὐτὴν τὰ πήλινα σκεύη, γιὰ νὰ ψηθοῦν σωστὰ γιατί, ἂν παραψηθοῦν, σπάζουν, κι ἂν πάλι μισοψηθοῦν, εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ χρήση. Πολὺ περισσότερο ὁ Θεὸς γνωρίζει πόσον καιρὸ πρέπει νὰ βαστήξει ἡ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ πόσο δυνατὴ πρέπει νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ φωτιά, ὥστε τὰ λογικά Του σκεύη, οἱ χριστιανοί, νὰ γίνουν ἱκανοὶ γιὰ τὴν εἴσοδο στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τὰ παιδιά, λόγω τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς ἀπειρίας τους, δὲν εἶναι ἱκανὰ γιὰ τὴν ἄσκηση ἐπαγγέλματος, γιὰ τὴν ἀνάληψη οἰκογενειακῶν εὐθυνῶν, γιὰ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς καὶ γιὰ κάθε ἄλλο βιοτικὸ ἔργο. Ἔτσι συχνὰ καὶ οἱ ψυχές, ἔχοντας δεχθεῖ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀλλὰ μὴν ἔχοντας δοκιμαστεῖ μὲ τὶς θλίψεις, βρίσκονται ἀκόμα σὲ νηπιακὴ πνευματικὴ ἡλικία καὶ εἶναι, θὰ λέγαμε, ἀνίκανες γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. «Ἂν δὲν ἔχετε παιδαγωγηθεῖ», λέει ὁ ἀπόστολος, «τότε εἶστε παιδιὰ νόθα καὶ ὄχι γνήσια» (6).

Οἱ δοκιμασίες καὶ οἱ θλίψεις στέλνονται στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν ὠφέλειά του. Παιδαγωγημένη μ’ αὐτὲς ἡ ψυχή, γίνεται δυνατή, ἔμπειρη, ἄξια νὰ τιμηθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἂν ὑπομείνει ὅλα τὰ βάσανα ὥς τὸ τέλος μὲ ἐλπίδα στὸν Θεό, δὲν θὰ στερηθεῖ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ τὴν τέλεια ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ πάθη.

Οἱ ψυχὲς ποὺ δοκιμάζουν διάφορες θλίψεις, εἴτε φανερές, ἀπὸ τὶς ἐνέργειες μοχθηρῶν ἀνθρώπων, εἴτε ἀφανεῖς, ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση αἰσχρῶν λογισμῶν μέσα στὸν νοῦ, ἤ ὑποφέρουν ἀπὸ σωματικὲς ἀσθένειες, ἂν ὑπομείνουν ὡς τὸ τέλος, θὰ ἀξιωθοῦν νὰ στεφανωθοῦν ὅπως οἱ μάρτυρες καὶ ν’ ἀποκτήσουν ὅση κι ἐκεῖνοι παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Οἱ μάρτυρες βασανίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ παρέδωσαν ὁλοπρόθυμα τὸν ἑαυτό τους στὰ μαρτύρια, δείχνοντας ὥς τὸν θάνατο γενναιόψυχη ὑπομονή. Ὅσο πιὸ πολυβάσανος καὶ πολυώδυνος ἦταν ὁ ἀγώνας τους, τόσο μεγαλύτερος ἦταν ὁ δοξασμός τους, τόσο μεγαλύτερη ἦταν ἡ παρρησία τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Οἱ μοναχοὶ βασανίζονται ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ὅσο πιὸ σκληρὲς ἐπιθέσεις δέχονται ἀπ’ αὐτά, τόσο πιὸ πολὺ παρηγοροῦνται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐδῶ, στὴν ἐπίγεια ξενιτιά τους καὶ στὴ διάρκεια τῶν δοκιμασιῶν τους, ἀλλὰ καὶ τόσο πιὸ πολὺ θὰ δοξαστοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν μελλοντικὸ κόσμο, στὴν οὐράνια πατρίδα μας.

Στενὸς καὶ γεμάτος θλίψεις εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Λίγοι τὸν βρίσκουν καὶ τὸν ἀκολουθοῦν (7), ἀλλὰ εἶναι ἀπαράγραπτος καὶ ἀναπόφευκτος κλῆρος ὅλων ὅσοι θέλουν νὰ σωθοῦν. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀποφεύγουμε! Κάθε δοκιμασία, ἀπ’ ὅπου κι ἂν προέρχεται, ἂς τὴν ὑπομένουμε σταθερὰ καὶ ἀμετάπτωτα, προσβλέποντας μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως στὴν ἐπουράνια ἀνταπόδοση.

Ὅσες θλίψεις κι ἂν δοκιμάζουμε στὴν παροῦσα ζωή, αὐτὲς δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς περιμένουν στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἀπὸ ἐδῶ κιόλας μᾶς χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἴτε μὲ τὴν ἄφεση τῶν ἀναρίθμητων ἁμαρτημάτων μας εἴτε μὲ τὴν ἀπαλλαγή μας ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν παθῶν —αὐτὰ εἶναι τὰ νομοτελειακὰ ἀποτελέσματα τῆς ἤρεμης ὑπομονῆς στὶς θλίψεις.

«Αὐτὰ ποὺ τώρα ὑποφέρουμε», λέει ὁ ἀπόστολος, «δὲν ἰσοσταθμίζουν τὴ δόξα ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει ὁ Θεὸς στὸ μέλλον» (8).

Μὲ ἀνδρεία ἂς τὰ ὑπομείνουμε, λοιπόν, ὅλα γιὰ χάρη τοῦ Κυρίου, ὅπως οἱ ἀνδρεῖοι πολεμιστὲς ὑπομένουν τὶς κακουχίες τοῦ πολέμου γιὰ χάρη τοῦ βασιλιᾶ τους, ἀδιαφορώντας ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν θάνατο.

Γιατί δὲν δοκιμάζαμε τόσες καὶ τέτοιες πίκρες, ὅταν ἤμασταν μέσα στὸν κόσμο καὶ τὶς βιοτικὲς μέριμνες; Γιατί τώρα, ποὺ ἤρθαμε νὰ ὑπηρετήσουμε τὸν Θεό, μᾶς βρίσκουν ποικίλες συμφορές; Μάθε το: Γιὰ τὸν Χριστὸ πέφτουν ἐπάνω μας σὰν τὰ βέλη οἱ θλίψεις. Ὁ ἐχθρός μας, ὁ διάβολος, μᾶς τὰ ρίχνει αὐτὰ τὰ βέλη, γιὰ δυὸ λόγους- πρῶτον, ἐπειδὴ φθονεῖ τὸν καλὸ ἀγώνα ποὺ κάνουμε γιὰ ν’ ἀποκτήσουμε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ· καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ἐπιδιώκει νὰ ἑξασθενίσει τὶς ψυχές μας μὲ τὴ λύπη, τὴν ἀθυμία καὶ τὴν ὀκνηρία, ἐλπίζοντας ἔτσι ὅτι θὰ μᾶς στερήσει τὴ μακαριότητα ποὺ προσδοκοῦμε.

Ὁ Χριστὸς ἀόρατα μάχεται γιά μᾶς. Αὐτὸς ὁ παντοδύναμος καὶ ἀκατανίκητος Ὑπερασπιστὴς μᾶς ἐξουδετερώνει ὅλες τὶς παγίδες καὶ τὶς πανουργίες τοῦ ἐχθροῦ μας.

Αὐτὸς ὁ ἴδιος, ναί, Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ Σωτήρας μας βάδιζε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας παρουσίας Του στὸν στενὸ καὶ γεμάτο θλίψεις δρόμο —σὲ κανέναν ἄλλο!—, ὑπομένοντας συνεχεῖς διωγμούς, χλευασμούς, προσβολὲς καὶ ἐπιθέσεις, ὥσπου τελικὰ γεύθηκε καὶ τὸν ἀτιμωτικὸ σταυρικὸ θάνατο ἀνάμεσα σὲ δυὸ κακούργους.

Ἂς ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό! Ἂς ταπεινωθοῦμε, ὅπως ταπεινώθηκε Ἐκεῖνος! Ἂς μὴν ἀρνηθοῦμε νὰ θεωρηθοῦμε πλανεμένοι ἤ καὶ τρελοί, ὅπως θεωρήθηκε Ἐκεῖνος! Ἂς μὴ λογαριάσουμε τὴν ὑπόληψή μας! Ἂς μὴν κρύψουμε τὸ πρόσωπό μας, ὅταν μᾶς φτύνουν καὶ μᾶς χτυποῦν! Ἂς μὴν ἀποζητήσουμε τὴ δόξα, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀπόλαυση, ποὺ ἀνήκουν σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἂς τελειώσουμε τὸ ταξίδι μας στὴ γῆ ὅπως οἱ ξένοι, οἱ περαστικοὶ καὶ πρόσκαιροι (9), οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ποῦ νὰ γείρουν τὸ κεφάλι. Ἂς δεχθοῦμε τὶς προσβολές, ἂς δεχθοῦμε τοὺς ἐξευτελισμούς, ἂς δεχθοῦμε τὴν περιφρόνηση τῶν ἀνθρώπων —αὐτὰ εἶναι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τοῦ δρόμου ποὺ διαλέξαμε. Θὰ παλέψουμε ὄχι μόνο φανερὰ μὲ τὶς θλίψεις ἀλλὰ καὶ κρυφὰ μὲ τοὺς λογισμοὺς τῆς ὑπερηφάνειας. Μ’ ὅλες μας τὶς δυνάμεις ἂς ἀπομακρύνουμε αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς τοῦ παλαιοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας, ποὺ ζητάει νὰ διατηρήσει ζωντανὸ καὶ ἀκέραιο τὸ ἐγώ του μὲ διάφορες εὐλογοφανεῖς προφάσεις. Ἂν τὸ κατορθώσουμε, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶπε, «Θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ πορεύομαι μαζί τους» (10), θὰ ἐμφανιστεῖ στὴν καρδιά μας καὶ θὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἐξουσία καὶ τὴ δύναμη νὰ δέσουμε τὸν ἰσχυρὸ (διάβολο) καὶ ν’ ἁρπάξουμε τὰ πράγματά του (11), νὰ πατήσουμε πάνω σὲ φίδια, στὴν ἀσπίδα καὶ τὸν βασιλίσκο (12), καὶ νὰ τὰ ἀφανίσουμε.

Ἂς ἀποδιώξουμε τὴ βαρυγγώμια, ἂς ἀποδιώξουμε τὴ μεμψιμοιρία, ἂς ἀποδιώξουμε τὴν κατήφεια καὶ τὴ λύπη —ἀπ’ αὐτὲς ὑποφέρουν περισσότερο οἱ ἀδύναμες ψυχὲς παρὰ ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς θλίψεις. Ἂς ἀποδιώξουμε καὶ κάθε σκέψη ἐκδικήσεως, κάθε σκέψη ἀνταποδόσεως τοῦ κακοῦ. «Δική μου εἶναι ἡ ἐκδίκηση, ἐγὼ θὰ ἀνταποδώσω», εἶπε ὁ Κύριος (13).

Θέλεις νὰ ὑπομείνεις τὶς θλίψεις εὔκολα καὶ ἄνετα; Πόθησε τὸν θάνατο γιὰ τὸν Χριστό! Αὐτὸς ὁ θάνατος ἂς βρίσκεται παντοτινὰ μπροστὰ στὰ μάτια σου —ὁ θάνατος ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πάθη. Νέκρωσε τὸν ἑαυτό σου μὲ τὴν καθημερινὴ ἐγκράτεια ὡς πρὸς ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες. Νέκρωσε τὸν ἑαυτό σου μὲ τὴν ἀπάρνηση τοῦ δικοῦ σου θελήματος καὶ τὴν ἀποφυγὴ τῆς αὐτοδικαιώσεως· γιατί τὸ θέλημα καὶ ἡ αὐτοδικαίωση προέρχονται ἀπὸ τὴν πονηρὴ συνείδηση τοῦ παλαιοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ σου καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη ποὺ ψεύτικα ὀνομάζεται λογική. Νέκρωσε τὸν ἑαυτό σου, παρουσιάζοντάς του ζωντανὰ καὶ περιγράφοντάς του παραστατικὰ τὸν ἀναπόφευκτο θάνατό σου. Μᾶς δόθηκε ἐντολὴ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστὸ σηκώνοντας τὸν σταυρὸ μας (14). Αὐτὸ τί σημαίνει; Ὅτι ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε πάντοτε ἕτοιμοι νὰ πεθάνουμε γιὰ τὸν Χριστὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Μὲ τέτοια ἐσωτερικὴ κατάσταση, μὲ τέτοια προθυμία καὶ ἑτοιμότητα, εὔκολα θὰ σηκώνουμε κάθε φανερὴ καὶ ἀφανῆ θλίψη. Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νὰ πεθάνει γιὰ τὸν Χριστό, ποιὰν ἐπίθεση καὶ ποιὰ προσβολὴ δὲν θὰ σηκώσει μεγαλόψυχα;

Μᾶς φαίνονται βαριὲς οἱ θλίψεις μας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν εἴμαστε πρόθυμοι νὰ πεθάνουμε γιὰ τὸν Χριστό, δὲν εἴμαστε πρόθυμοι νὰ περιορίσουμε μόνο σ’ Αὐτὸν ὅλες τὶς ἐπιθυμίες μας, ὅλες τὶς ἐλπίδες μας, ὅλη τὴ λογική μας, ὅλη τὴν περιουσία μας, ὅλη τὴν ὕπαρξή μας.

Ὅποιος θέλει νὰ ἀκολουθήσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ κληρονομήσει μαζί Του τὶς θεῖες δωρεές, ὀφείλει νὰ μιμηθεῖ πρόθυμα τὰ παθήματα Ἐκείνου. Ὅποιος ἀγαπᾶ τὸν Χριστό, ἀποδεικνύει τὴν ἀγάπη του ὅταν ὑπομένει κάθε θλίψη ὄχι μόνο μὲ γενναιοψυχία, ἀλλὰ καὶ μὲ ζῆλο καὶ μὲ χαρὰ καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη, ἀποθέτοντας σ’ Ἐκεῖνον ὅλες τὶς ἐλπίδες του.

Μία τέτοια ὑπομονὴ εἶναι χάρισμα, εἶναι δῶρο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτὸ τὸ ἀνεκτίμητο πνευματικὸ δῶρο τὸ παίρνει ὅποιος, πρῶτον, τὸ ζητάει ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ ταπεινὴ καὶ ἀκατάπαυστη προσευχὴ καί, δεύτερον, ἀποδεικνύει ὅτι ἐπιθυμεῖ εἰλικρινὰ τὴν ἀπόκτησή του μὲ τὴν ἄσκηση ἔμπονης βίας στὴν ἀπρόθυμη γιὰ ἐγκαρτέρηση καρδιά του.



1. Τὸ κείμενο εἶναι βασισμένο στὸν λόγο Περὶ ὑπομονῆς καὶ διακρὶσεως (κεφ. 13-18) τοῦ ὁσίου Μακαρίου τοῦ Μεγάλου.

2. Σοφ. Σειρ. 2:1-2, 4 

3. Πρβλ. Ματθ. 7:13-14.

4. Πρβλ. Ρωμ. 12:1.

5. Α' Κορ. 10:13.

6. Ἑβρ. 12:8.

7. Πρβλ. Ματθ. 7:13-14. 

8. Ρωμ. 8:18.

9. Πρβλ. Α' Πέτρ. 2:11.

10. Β' Κορ. 6:16. 

11. Πρβλ Ματθ. 12:29.

12. Πρβλ Ψαλμ. 90:13. 

13. Ρωμ. 12:19.

14. Βλ Μάρκ. 8:34.
πηγή

Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως καὶ Κριμαίας




Ὁ Ἅγιος ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς, κατὰ κόσμον Βαλεντὶν τοῦ Φέλιξ Βόινο - Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στὶς 14/27 Ἀπριλίου 1877 μ.Χ. στὸ Κέρτς τῆς χερσονήσου τῆς Κριμαίας. Τὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο μεγάλωσε ἦταν ἰδιόμορφο καθὼς ὁ πατέρας τοῦ ἦταν Ρωμαιοκαθολικὸς ἐνῶ ἡ μητέρα του, ἂν καὶ ὀρθόδοξη, περιοριζόταν σὲ καλὲς πράξεις χωρὶς νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ στὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ νωρὶς μετακομίζουν στὸ Κίεβο.

Στὸ Κίεβο ὁ Βαλεντὶν ἀποφασίζει νὰ σπουδάσει Ἰατρική. Παίρνει τὸ πτυχίο τοῦ τὸ 1903 μ.Χ. καὶ παρακολουθεῖ μαθήματα ὀφθαλμολογίας.

Τὸ 1904 μ.Χ., μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Ρωσο - Ἰαπωνικοῦ πολέμου, βρέθηκε στὴν Ἄπω Ἀνατολή, ὅπου ἐργάστηκε ὡς χειρουργὸς μὲ μεγάλη ἐπιτυχία. Ἐκεῖ συναντήθηκε καὶ μὲ τὴν Ἄννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τὴ μέλλουσα σύζυγό του, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἐργάζεται σὲ διάφορα ἐπαρχιακὰ νοσοκομεῖα. Οἱ ἐπιτυχίες τοῦ εἶναι τόσες πολλὲς ποὺ ἡ φήμη τοῦ ἐξαπλώνεται γρήγορα καὶ ἀσθενεῖς καταφθάνουν ἀπὸ παντοῦ. Τὴν ἴδια ἐποχὴ μελετᾶ σχετικὰ μὲ τὴν τοπικὴ ἀναισθησία καὶ συντάσσει ἐπιστημονικὰ ἄρθρα. Διαπρέπει στὶς ἐγχειρήσεις τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἀποφασίζει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ θεραπεία τῶν πυογόνων λοιμώξεων.

Τὸ 1917 μ.Χ. ὁ Βαλεντὶν ἐκλέγεται καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Τασκένδης. Ἡ ρωσικὴ ἐπανάσταση εἶχε ἤδη ἀρχίσει καὶ ἡ ἐκκλησία βρέθηκε στὸ στόχαστρο τῶν Μπολσεβίκων. Ἡ κατάσταση εἶχε ξεφύγει ἀπὸ κάθε ἔλεγχο. Τότε ὁ Βαλεντὶν συνελήφθη γιὰ πρώτη φορά. Αἰτία ἦταν ἡ συκοφαντία ἑνὸς νοσοκόμου. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀλήθεια καὶ ὁ γιατρὸς ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Ἡ περιπέτεια αὐτὴ ὅμως, παρὰ τὸ αἴσιο τέλος της, ἀναστάτωσε τὴν Ἄννα, ἡ ὁποία ἔπασχε ἤδη ἀπὸ φυματίωση, καὶ ἡ ὑγεία τῆς ἐπιδεινώθηκε σὲ βαθμὸ ποὺ λίγες ἡμέρες ἀργότερα ὑπέκυψε. Μετὰ τὸν θάνατό της ὁ γιατρὸς ἐμπιστεύτηκε τὰ παιδιά του στὴ Σοφία Σεργκέγεβνα, μία πιστὴ νοσοκόμα, ἡ ὁποία τοὺς στάθηκε σὰν δεύτερη μητέρα γιὰ πολλὰ χρόνια.

Ὁ Βαλεντὶν ἦταν πολὺ πιστὸς καὶ αὐτὸ ἦταν ἔκδηλο στὸν τρόπο ποὺ ἐργαζόταν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ δημιουργηθοῦν οἱ πρῶτες ἀντιδράσεις ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος. Στὸ μεταξὺ στοὺς διωγμοὺς προστίθεται καὶ ἡ πληγὴ τῆς «ζώσης ἐκκλησίας» ποὺ σκοπὸ εἶχε νὰ ὑπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους διαιρώντας τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς πιστούς, καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πίστη.

Σ' αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῶν δοκιμασιῶν γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὁ γιατρὸς συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν κατηγορήθηκε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τασκένδης καὶ Τουρκεστᾶν Ἰννοκέντιος ἀπὸ τοὺς σχισματικούς, ὁ γιατρὸς ὑπερασπίστηκε μὲ σθένος τὴν κανονικὴ τάξη. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν παρρησία τοῦ Βαλεντίν, τοῦ προτείνει νὰ γίνει ἱερέας. Πράγματι, ἡ χειροτονία του σὲ διάκονο ἔγινε στὶς 26 Ἰανουαρίου 1921 μ.Χ. καὶ μία ἑβδομάδα ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1923 μ.Χ. ἡ «ζῶσα ἐκκλησία» κάνει τὴν ἐπίθεσή της καὶ ἐκτοπίζει τὸν ἐπίσκοπο Ἰννοκέντιο. Ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς Τασκένδης, ὄντας στὸ ἔλεος τῶν σχισματικῶν, ἐκλέγουν στὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου τὸν π. Βαλεντὶν Βόινο - Γιασενέτσκι. Ἡ κουρά του σὲ μοναχὸ ἔγινε κρυφὰ στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα - καθηγητῆ. Καταλληλότερο ὄνομα γιὰ τὸ νέο ἐπίσκοπο κρίθηκε ἐκεῖνο τοῦ ἀποστόλου, εὐαγγελιστῆ, ἁγιογράφου καὶ ἰατροῦ Λουκᾶ. Στὴ συνέχεια, ταξίδεψε ὡς Πεντζικὲντ γιὰ νὰ χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν πέρασε ἀπαρατήρητο καὶ πολὺ σύντομα ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε γιὰ προδοσία καὶ φυλακίστηκε. Στὴ φυλακὴ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ὁλοκληρώσει καὶ τὸ σύγγραμμά του: «Δοκίμια γιὰ τὴν χειρουργικὴ τῶν πυογόνων λοιμώξεων», τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἐκδόθηκε γιὰ πολλὰ χρόνια, παρόλη τὴ σημασία του γιὰ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἐπειδὴ ὁ συγγραφέας ἐπέμεινε νὰ γραφεῖ στὸ ἐξώφυλλο τὸ ἀρχιερατικό του ἀξίωμα.

Στὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τοῦ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς «ζώσης ἐκκλησίας» κατέλαβαν τὶς ἐκκλησίες, μὰ ὁ λαός, πιστὸς στὶς συμβουλὲς τοῦ ποιμένα του, ἀπεῖχε ἀπὸ τοὺς ναούς. Λόγω τῆς μεγάλης του ἐπιρροῆς οἱ ὑπεύθυνοί της G.P.U. («Κρατικὴ Πολιτικὴ Διεύθυνση») ἀποφάσισαν νὰ ἀπομακρύνουν τὸν ἐπίσκοπο Λουκᾶ ἀπὸ τὴν Τασκένδη. Τὴν ὥρα τῆς ἀποχώρησής του πλῆθος κόσμου στάθηκε στὶς γραμμὲς τοῦ τρένου προκειμένου νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀναχώρηση. Ὁ κόσμος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς δυνάμεις καὶ ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς πῆρε τὸν μακρὺ καὶ βασανιστικὸ δρόμο τῆς ἐξορίας.

Φυλακίζεται κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες στὴ Μόσχα. Ἐκεῖ διαπιστώνει τὰ πρῶτα συμπτώματα καρδιακῆς ἀνεπάρκειας ποὺ θὰ τὸν συνοδεύσει σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Παρόλες τὶς κακουχίες, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἐπισκόπου ἀπέναντι σὲ ὅλους τους κρατουμένους προκαλοῦσε τὸ σεβασμὸ ἀκόμη καὶ τῶν πιὸ ἀρνητικῶν.

 


Ἐνῶ οἱ γιατροὶ βεβαίωναν πὼς ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς ἀναχώρησε ἐξόριστος γιὰ τὴ Σιβηρία. Τὸ καθεστὼς τὸν ἐγκαθιστᾶ στὴν πόλη Γενισέισκ, γιὰ νὰ τὸν στείλει ἀργότερα ἀκόμη 2000 χλμ μακρύτερα στὴν πόλη Τουρουχάνσκ. Καὶ στὸ νέο τόπο τῆς ἐξορίας δὲν ἀρνήθηκε νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του σὲ ὅσους τὶς χρειάζονταν, παρόλες τὶς ἀντίξοες συνθῆκες. Ὁ λαὸς τοῦ Τουρουχὰνσκ τὸν περιέβαλλε μὲ πολὺ ἀγάπη καὶ σεβασμό. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ τοὺς ἀθέους ποὺ σχεδίασαν νέα ἐξορία γιὰ τὸν ἐπίσκοπο - γιατρό, αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν ἔστειλαν πέρα ἀπὸ τὸν ἀρκτικὸ κύκλο, στὸ χωριὸ Πλάχινο, ὅπου κατὰ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο ὁ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει. Ἡ ὑγεία τοῦ ἐπισκόπου εἶχε ἐπιδεινωθεῖ καὶ μία τέτοια ἐξορία ἦταν πολὺ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴ ζωή του. Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ σκοπὸς τῶν διωκτῶν του. Ἐκεῖ, στὸ Πλάχινο, ὑπέφερε τὰ πάνδεινα, τόσο λόγω τῶν καιρικῶν συνθηκῶν, ὅσο καὶ λόγω τὶς ἀντιμετώπισης ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Εὐτυχῶς, δύο μῆνες ἀργότερα, μὲ αἰτία τὸ θάνατο ἑνὸς ἀγρότη οἱ κάτοικοι τοῦ Τουρουχὰνσκ ξεσηκώθηκαν καὶ ἀπαίτησαν τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἐπισκόπου. Οἱ ἀρχὲς δὲν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογὴ παρὰ νὰ ὑποχωρήσουν. Ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς, ποὺ ἀπὸ ὅραμα εἶχε εἰδοποιηθεῖ γιὰ τὸ πέρας τῆς δοκιμασίας του, ἐπέστρεψε στὸ Τουρουχὰνσκ καὶ συνέχισε ἀπερίσπαστος τὶς ἀσχολίες του γιὰ ὀκτὼ ἀκόμη μῆνες, μέχρι, δηλαδή, τὸ τέλος τῆς ἐξορίας του.

Παρόλες τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισε, δὲν ξέχασε ποτὲ τὰ παιδιά του καὶ ἐπικοινωνοῦσε μαζί τους ὅσο πιὸ συχνὰ μποροῦσε.

Στὸ Κρασνογιὰρσκ παρουσιάζεται στὴ G.P.U. γιὰ ἀνάκριση. Ἐκεῖ ὁ βοηθὸς τοῦ διοικητῆ ἀνακοίνωσε στὸν ἐπίσκοπο πὼς μποροῦσε νὰ πάει ὅπου ἤθελε, ἦταν ἐλεύθερος. Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ ἐπίσκοπος ξεκίνησε γιὰ τὴν Τασκένδη. Δυστυχῶς ἐκεῖ ἀντιμετωπίζει τὶς συκοφαντίες ἀκόμη καὶ συνεργατῶν του, γεγονὸς ποὺ τὸν ὁδήγησε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὴν ἕδρα τοῦ ἐπισκόπου.

Στὴν Τασκένδη συνεχίζει τὶς φιλανθρωπίες του, μὰ οἱ ἀντίπαλοί του δὲν ἔπαψαν νὰ ψάχνουν εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸν διώξουν.

Ἡ ἀφορμὴ δὲν ἄργησε νὰ βρεθεῖ καὶ ὁ ἐπίσκοπος βρέθηκε πάλι ὑπόλογος ἀπέναντι στὰ κομματικὰ στελέχη. Ὁ σκοπὸς αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἱερό του ἀξίωμα. Μετὰ ἀπὸ ἐξαντλητικὲς ἀνακρίσεις καὶ ἀπεργίες πείνας καὶ ἀφοῦ πέρασε ἕνα ὁλόκληρο χρόνο στὴ φυλακή, ὁ ἐπίσκοπος, ἐξορίστηκε γιὰ μία ἀκόμη φορᾶ στὴ Βόρεια Ρωσία. Οἱ δραστηριότητές του ἐκεῖ ἐνόχλησαν ὄχι μόνο τὶς ἀρχὲς ἀλλὰ καὶ τοὺς κατοίκους. Σύντομα ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα ὑγείας τὸν ἀνάγκασε νὰ πάει στὸ Λένινγκραντ.

Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του πέρασε μία μακρὰ περίοδο δοκιμασιῶν καὶ περιπλανήσεων. Οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Κόμματος πιέζουν τὸν ἐπίσκοπο νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἱερωσύνη. Στὴν περίοδο αὐτὴ τῆς πνευματικῆς δοκιμασίας ἀρχίζει νὰ χάνει τὴν ὅραση ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ μάτι λόγω ἀποκόλλησης τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς χιτώνα. Ἐπίσης, τὰ «Δοκίμια γιὰ τὴ χειρουργικὴ τῶν πυογόνων λοιμώξεων» ἐκδίδονται χωρὶς νὰ ἀναγραφεῖ τὸ ἀξίωμά του. Ἐν καιρῶ ἐπανακτᾶ τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη, ποὺ εἶχε στερηθεῖ, καὶ περνᾶ δύο χρόνια ἠρεμίας καὶ εἰρήνης κοντὰ στὰ παιδιά του.

Ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς ἦταν 60 ἐτῶν, ὅταν συνελήφθη γιὰ τέταρτη φορά. Ἀπὸ τὸ φάκελλο ποὺ διατηροῦσαν στὴν Ἀσφάλεια, μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε τὶς δραστηριότητές του. Ἐνῶ ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του δὲν ἔπαιρνε ποτὲ χρήματα, ἔδινε καὶ τὸ μισθό του σὲ ἀγαθοεργίες, δηλαδὴ βοηθοῦσε ὅσους φτωχούς, ἄπορους καὶ ἐξόριστους ἀνθρώπους τύχαινε νὰ γνωρίζει. Οἱ φιλανθρωπικὲς ἐνέργειές του ἐνόχλησαν καὶ πάλι τὸ καθεστὼς ποὺ τὸν συνέλαβε ἐκ νέου καὶ τὸν ὁδήγησε στὴ Σιβηρία.

Ὅταν στὶς 21 Ἰουνίου 1941 μ.Χ. τὰ χιτλερικὰ στρατεύματα μπαίνουν στὴ Ρωσία, ὁ ἐπίσκοπος - γιατρός, ἂν καὶ ἐξόριστος, προσφέρεται ἐθελοντικὰ νὰ ἐργαστεῖ γιὰ τὴ θεραπεία τῶν τραυματιῶν. Τὰ Κόμμα ἀναγνωρίζει τὴν ἀξία του ὡς γιατροῦ καὶ τὸν διορίζει ἀρχίατρο τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου καὶ σύμβουλο ὅλων τῶν νοσοκομείων τῆς περιοχῆς. Παρόλα αὐτὰ οἱ συνθῆκες εἶναι οἰκτρὲς ἐνῶ παράλληλα δὲν τοῦ ἀναγνωρίζουν κανένα πολιτικὸ δικαίωμα.

Τὴν Ἄνοιξη τοῦ 1942 μ.Χ. ἀλλάζει ἡ στάση τῆς πολιτείας ἀπέναντι στὸν ἴδιο, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία. Σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς Ρωσίας ἀνοίγουν ἐκκλησίες καὶ ὁ λαὸς βρίσκει καταφύγιο στοὺς ναοὺς ἀπὸ τὴν παραφροσύνη τοῦ πολέμου. Γιὰ νὰ καλυφθοῦν οἱ ὑπάρχουσες ἀνάγκες ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς προάγεται σὲ ἀρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.

Οἱ Γερμανοὶ ὑποχωροῦν καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στὸ Ταμπώφ. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ 150 στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα. Ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ τὸν διευκολύνει τὸν μεταθέτει στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ταμπὼφ καὶ Μιτσούρινσκ.

Τὸ 1946 μ.Χ. ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς βραβεύθηκε μὲ τὸ βραβεῖο Στάλιν γιὰ τὴν ἡρωικὴ ἐργασία του στὸν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, καὶ γιὰ τὴν μεγάλη προσφορά του στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη.

Στὰ 70 τοῦ χρόνια γίνεται ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως καὶ Κριμαίας. Ἐκεῖ τὸ ἔργο τοῦ εἶναι δύσκολο. Ἡ φτώχεια ἔχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ποὺ ἀναγκάζεται νὰ ταΐζει καθημερινά, στὸ σπίτι του, τοὺς ἄπορούς της περιοχῆς. Στρέφει τὸ ἐνδιαφέρον του στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καθὼς τὸν ἀποκλείουν ἀπὸ κάθε ἐπιστημονικὸ συνέδριο. Κάνει ὑπεράνθρωπες προσπάθειες γιὰ νὰ ἀνοίξουν ἐκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεῖ νὰ πατάξει τὴν ἀμέλεια καὶ τὴν ἀδιαφορία τῶν ἱερέων τονίζοντας πὼς πρέπει οἱ ἴδιοι νὰ ἀποτελοῦν παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ τοὺς πιστούς. Παράλληλα ἐξασκεῖ τὸ ἔργο τοῦ ἰατροῦ προσφέροντας ἀναργύρως τὶς ὑπηρεσίες του στὸν πάσχοντα ἄνθρωπο. Ἀκολουθώντας τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ὅλη του τὴ ζωὴ «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος».

Μὲ τὴ βελτίωση στὶς σχέσεις Ἐκκλησίας - Κράτους ὁ ἀρχιεπίσκοπος βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία, δηλαδὴ τὸ κήρυγμα. «Θεωρῶ βασικὸ ἀρχιερατικό μου καθῆκον νὰ κηρύττω παντοῦ καὶ πάντα τὸ Χριστό». Σημειώνει ὁ ἴδιος. Ἀπὸ τὰ κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τὰ ὁποία ἀποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), καὶ ἔχουν χαρακτηριστεῖ «ἐξαιρετικὸ φαινόμενο στὴ σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ θεολογία».

Τὴν Ἄνοιξη τοῦ 1952 ἐπιδεινώνεται ἡ ὅρασή του, ἐνῶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 1956 τυφλώνεται ὁριστικά.

Τὸ 1953 μ.Χ. τὸν Στάλιν διαδέχεται ὁ Νικήτας Κρουτσώφ, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κορυφώνονται τὸ 1959 μ.Χ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μεριμνᾶ γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ προσπαθεῖ νὰ τοῦ δώσει κουράγιο.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ γράφει στὸ μεγαλύτερο γιὸ τὸ Μιχαήλ: «Εἶναι ὅλο καὶ πιὸ δύσκολο νὰ διευθύνει κανεὶς τὶς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησίες κλείνουν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, δὲν ὑπάρχουν ἱερεῖς καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλο καὶ ἐλαττώνεται...Κατὰ τόπους ἡ ἀντίδραση φτάνει μέχρι ἐξεγέρσεως κατὰ τῆς ἀρχιερατικῆς ἐξουσίας μου. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ ὑποφέρω στὰ ὀγδόντα μου χρόνια. Ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, συνεχίζω τὸ δύσκολο ἔργο μου».

Ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Λουκᾶ ἦταν ἔκδηλη. Ἀκόμα καὶ ἀλλόθρησκοι ἡ ἄπιστοι τὸν ἔβλεπαν μὲ σεβασμό.

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶναι ἤδη 84 ἐτῶν. Διαισθάνεται πὼς τὸ τέλος τοῦ πλησιάζει. Τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1960 μ.Χ. λειτουργεῖ γιὰ τελευταία φορὰ καὶ γιὰ τὸν καιρὸ ποὺ ἀπομένει, περιορίζεται στὸ νὰ κηρύττει. Τελικὰ τὴν Κυριακὴ 11 Ἰουνίου 1961 μ.Χ., ἡμέρα ποὺ γιορτάζουν οἱ Ἅγιοι Πάντες τῆς Ἁγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ὁ ἀρχιεπίσκοπος - γιατρὸς Λουκᾶς Βόινο - Γιασενέτσκι. Παρὰ τὴν ἔντονη ἀντίδραση τῶν Κομματικῶν, ἡ κηδεία τοῦ ἀρχιεπισκόπου μετατράπηκε σὲ λαϊκὴ ἐπανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οἱ δρόμοι πλημμύρησαν ἀπὸ γυναικοῦλες μὲ ἄσπρα μαντίλια στὰ κεφάλια. Προχώρησαν σιγὰ - σιγὰ μπροστὰ ἀπὸ τὴ σορὸ τοῦ Δεσπότη. Ἀκόμη καὶ οἱ γερόντισσες δὲν πήγαιναν πίσω. Τρεῖς σειρὲς τεντωμένων χεριῶν λὲς καὶ ὁδηγοῦσαν τὸ αὐτοκίνητο. Ὁ δρόμος μέχρι καὶ τὸ κοιμητήριο ἦταν στρωμένος μὲ τριαντάφυλλα. Καὶ μέχρι τὴν πόρτα τοῦ κοιμητηρίου ἀκουγόταν πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μὲ τὰ ἄσπρα μαντίλια, ὁ ὕμνος: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἠμᾶς». Ὅ,τι καὶ νὰ ἔλεγαν σὲ αὐτὸ τὸ πλῆθος, ὅσο κι' ἂν προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς κάνουν νὰ σιωπήσουν, ἡ ἀπάντηση ἦταν μία, κηδεύουμε τὸν ἀρχιεπίσκοπό μας».

Τὸ Νοέμβριο τοῦ 1995 μ.Χ. ἀνακηρύχτηκε ἅγιος ἀπὸ τὴν Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Στὶς 17 Μαρτίου 1996 μ.Χ. ἔγινε μὲ ἐπισημότητα ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, ποὺ τέθηκαν γιὰ λαϊκὸ προσκύνημα στὸ ναὸ τοῦ κοιμητηρίου, ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τῶν Ἁγίων Πάντων. Τὰ λείψανά του ἐξέπεμπαν μίαν ἄρρητη εὐωδία, ἐνῶ πολλοὶ ἀσθενεῖς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρεῖς μέρες ἀργότερα, στὶς 20 Μαρτίου 1996 μ.Χ., τὰ λείψανά του μεταφέρθηκαν στὸν Ι. Ναὸ Ἄγ. Τριάδος. Ἡ μνήμη τοῦ ὁρίστηκε νὰ τιμᾶται στὶς 11 Ἰουνίου ἐπέτειο τῆς κοιμήσεώς του.

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὅταν ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ἦταν στὸ Γενισέισκ ἐπιχείρησε μία πρωτοποριακὴ καὶ δυσκολοτατη ἐπέμβαση. Τοῦ ἔφεραν ἕνα νέο ἄνδρα μὲ βαριὰ νεφρικὴ ἀνεπάρκεια σὲ ἀπελπιστικὴ κατάσταση. Ὁ ἐπίσκοπος γιατρός, μὴν ἔχοντας ἄλλη λύση, ἀποφάσισε νὰ κάνει μία «ἡρωικὴ» ἐπέμβαση κι ἐπεχείρησε μεταμόσχευση νεφροῦ ἀπὸ μοσχάρι στὸ νεαρὸ ἀσθενῆ, παρὰ τὰ πενιχρὰ μέσα ποὺ διέθετε. Ὁ γιατρὸς ποὺ διηγήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτό, χαρακτηρίζει ἐπιτυχημένη τὴν ἐπέμβαση, δίχως ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὸ πόσο ἔζησε ὁ ἀσθενής, τὰ μετεγχειρητικὰ προβλήματα κ.λπ. Παρόλο ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἐγχείρηση μεταμόσχευσης, δὲν ἔγινε εὐρύτερα γνωστή, προφανῶς γιὰ πολιτικοὺς λόγους. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβληθεῖ ἕνας «ἐχθρός του λαοῦ»! Γι’ αὐτὸ ἐπίσημα ὡς πρώτη τέτοια ἐγχείρηση θεωρεῖται τοῦ καθηγητῆ Ι. Ι. Βορόνη τὸ 1934 (μία δεκαετία μετά), ὅταν ἔκανε μεταμόσχευση νεφροῦ χοίρου σὲ μία γυναίκα μὲ οὐραιμία.

 


Ἀπολυτίκιον Νέον ἅγιόν του Παρακλήτου, σὲ ἀνέδειξεν, Λουκᾶ ἡ Χάρις, ἐν καιροῖς διωγμῶν τὲ καὶ θλίψεων Νόσους μὲν ὡς ἰατρὸς ἐθεράπευσας, καὶ τὰς ψυχᾶς ὡς ποιμὴν καθοδήγησας πάτερ τίμιε, ἐγγάμων τύπος καὶ μοναστῶν, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἰατρὸν καὶ ποιμένα, Λουκᾶ τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Ἀρχιερέα λαμπρόν, τὸν βαστάσαντα Χριστοῦ τὰ θεία στίγματα, τὰς ἐξορίας, τὰ δεινά, ἐγκλεισμοὺς ἐν φυλακαῖς, τὰς θλίψεις καὶ τὰ ὀνείδη, τὸν ἒπ ἐσχάτων φανέντα, ἐν Ρωσία νέον Ἅγιον.

Κοντάκιον Ἀνεδείχθης ἥλιος, νυκτὶ βαθεία, διωγμοῦ, μακάριε, διο καὶ θάλπος νοητόν, τὸ ἐκ Θεοῦ σὺ ἐξέχεας, χειμαζομένοις, Λουκᾶ πανσεβάσμιε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'. Τὴ Ὑπερμάχω.
Συμφερουπόλεως Λουκᾶν τὸν ἀρχιποίμενα, καὶ ἰατρὸν τὸν ἐπιστήμονα τὸν ἄριστον, οἱ φιλάγιοι ὑμνήσωμεν ἐγκαρδίως, ἐν Ρωσία γὰρ βιώσας ὥσπερ ἄγγελος, ὠμολόγησε Χριστοῦ τὸ θεῖον ὄνομα. Διο κράζομεν, χαίροις πάτερ ἀοίδιμε.

Μεγαλυνάριον 
Χαίροις τῆς Ρωσίας νέος βλαστός, καὶ τῶν θεραπευομένων ὁ προστάτης καὶ βοηθός, χαίροις Ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ Ἱεράρχης, Λουκᾶ ποιμὴν θεοφρον, ἀξιοτίμητε.

Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τῷ « Ἀδειν» δηλαδὴ ἡ παράδοση ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ τοῦ ὕμνου «Ἄξιον Ἐστίν»




Ἡ παράδοση αὐτὴ τοῦ γνωστοῦ ὕμνου « Ἄξιον Ἐστίν» ἔγινε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο σὲ κάποιο κελλὶ τῆς Μονῆς Παντοκράτορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ ἐπονομάζεται « Ἄξιον Ἐστίν», ἡ δὲ τοποθεσία ὀνομάζεται « Ἄδειν».

Ὁ δὲ Ἄγγελος, ποὺ παρέδωσε τὸν ὕμνο αὐτὸ σὲ κάποιο μοναχό, ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ.

Τὸ παρακάτω ἱστορικὸ γράφηκε ὡς ὑπόμνημα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Σεραφεὶμ τὸν Θυηπόλο τὸ 1548 (ἀπὸ κτίσεως κόσμου 7056) ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ διέσωσε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.


Κατὰ τὴ Σκήτη τοῦ Πρωτάτου, ποὺ βρίσκεται στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους – στὴν ἀριστερὴ ὄχθη τοῦ κατιόντος χειμάρρου τοῦ Λιβαδογένη, κάτω ἀπὸ τὴ ρωσικὴ Σκήτη τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέα - ἐκεῖ κοντὰ στὴν τοποθεσία τῆς Ι. Μονῆς Παντοκράτορος, εἶναι ἕνας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος ποὺ ἔχει διάφορα Κελλιά.

Σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ Κελλιὰ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, κατοικοῦσε ἕνας ἐνάρετος Ἱερομόναχος γέροντας μὲ τὸν ὑποτακτικό του. Ἐπειδὴ δὲν συνηθίζονταν νὰ γίνεται ἡ καθιερωμένη ἀγρυπνία κάθε Κυριακὴ στὴν παραπάνω Σκήτη τοῦ Πρωτάτου, κατὰ τὸ ἑσπέρας ἑνὸς Σαββάτου θέλοντας ὁ Γέροντας νὰ πάει στὴν ἀγρυπνία λέγει στὸν ὑποτακτικὸ :

- Ἐγὼ Τέκνο μου θὰ πάω νὰ ἀκούσω τὴν ἀγρυπνία ὡς συνήθως. Ἐσὺ μεῖνε στὸ κελὶ καὶ ἀνάγνωσε τὴν ἀκολουθία σου. Καὶ ἔτσι ἔφυγε.

Ἀφοῦ ἦρθε τὸ βράδυ, ἀκούει ὁ ὑποτακτικὸς νὰ χτυπάει κάποιος τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ. Πῆγε, τὴν ἄνοιξε καὶ βλέπει κάποιον ξένο καὶ ἄγνωστο μοναχό, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ παρακάλεσε, μπῆκε καὶ ἔμεινε ἐκείνη τὴ βραδιὰ στὸ κελλί.

Τὴν ὥρα τοῦ ὄρθρου σηκώθηκαν καὶ ἔψαλλαν καὶ οἱ δύο τὴν ἀκολουθία. Ὅταν ὅμως ἦλθαν στὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, ὁ ὑποτακτικὸς ἔψαλλε ἕως τέλους τὸ συνηθισμένο καὶ παλαιὸ ὕμνο τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Ποιητοῦ, ἐνῷ ὁ ξένος μοναχὸς στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ μὲ περισσὴ εὐλάβεια καὶ φόβο κάνοντας ἄλλη ἀρχὴ τοῦ ὕμνου τὸν ἔψαλλε μελιρρύτως ὡς ἑξῆς: « Ἄξιον ἐστὶν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον, καὶ παναμώμητον, καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». Μετὰ ἐπισύναψε καὶ τὴν Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.


Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ ὑποτακτικὸς ἐνθουσιάστηκε ἀφ’ ἑνὸς γιὰ τὸ νέο ὕμνο ἀφετέρου γιὰ τὴν κατὰ κάποιο τρόπο Ἀγγελοειδῆ φωνὴ καὶ οὐράνιο μελῳδία ποὺ ἄκουσε καὶ λέει πρὸς τὸν ξένο μοναχό:

- Ἐμεῖς μόνο τὴν Τιμιωτέρα ψάλλουμε. Τὸ Ἄξιον Ἐστίν, δὲν τὸ ἔχουμε ἀκούσει ποτέ, οὔτε ἐμεῖς ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ πρωτύτεροι ἀπό μᾶς. Ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ, κάνε ἀγάπη καὶ γράψε σὲ μένα τὸν ὕμνο αὐτὸ γιὰ νὰ τὸν ψάλλω καὶ ἐγὼ στὴν Θεοτόκο.

- Φέρε μου μελάνι καὶ χαρτὶ γιὰ νὰ γράψω τὸν ὕμνο, τοῦ εἶπε ὁ ξένος μοναχός.

- Δὲν ἔχω οὔτε μελάνι, οὔτε χαρτὶ ,εἶπε ὁ ὑποτακτικός. Τότε ὁ ξένος μοναχὸς εἶπε:

- Φέρε μου μία πλάκα .

Ὁ ὑποτακτικὸς πῆγε τότε καὶ ἔφερε (μάλιστα λέγεται ὅτι ἡ πλάκα αὐτὴ ἦταν ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ κάτι ποὺ εἶναι πολὺ πιθανόν). Τὴν πῆρε λοιπὸν ὁ ξένος, καὶ ἔγραψε πάνω σ’ αὐτὴν μὲ τὸ δάκτυλό του τὸν παραπάνω ὕμνο, τὸ Ἄξιον Ἐστίν. Κι ὦ τοῦ θαύματος!!! Τὰ γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιὰ πάνω στὴν σκληρὴ πλάκα σὰν νὰ γράφηκαν σὲ μαλακὸ πηλό.

Καὶ ποιὸς νὰ περιγράψει τὴν ἔκπληξη τοῦ ὑποτακτικοῦ ποὺ βρέθηκε μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἐξαίσιο γεγονός, ὁ ὁποῖος δίκαια στάθηκε ἐμβρόντητος καὶ παράλαβε τὴν πλάκα ἀπὸ τὸν ξένο. Μετὰ εἶπε ὁ ξένος στὸν ὑποτακτικό:

- Ἀπὸ σήμερα καὶ στὸ ἑξῆς ἔτσι νὰ ψάλλετε αὐτὸ τὸν ὕμνο καὶ ἐσεῖς, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κυρία ἡμῶν Θεοτόκο. Καὶ μετὰ ἐξαφανίστηκε. Ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀγγελικὸ αὐτὸ ὕμνο στὴν ἀνθρωπότητα.

Ὁ ὑποτακτικὸς μοναχὸς δοκιμάζοντας ἔκπληξη στὴν ἔκπληξη καὶ χαρὰ στὴν χαρά, προσκύνησε τὸν τόπο ὅπου στάθηκε ὁ Ἄγγελος καὶ ξεφώνησε: «Νῦν εἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν Ἄγγελο Αὐτοῦ» καὶ ἀτενίζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ, Δέσποινά μου Μαρία».

Ἀφοῦ ἐπέστρεψε καὶ ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία στὸ κελλί, ἄρχισε ὁ ὑποτακτικὸς νὰ τοῦ διηγεῖται τὰ συμβαίνοντα καὶ νὰ τοῦ ψάλλει τὸ Ἄξιον Ἐστίν, ὅπως τοῦ παρήγγειλε ὁ Ἄγγελος καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔδειξε καὶ τὴν πλάκα μὲ τὰ ἀγγελοχάρακτα γράμματα. Ὁ Γέροντας ἀκούγοντας καὶ βλέποντας ὅλα αὐτά, ἔμεινε ἐκστατικὸς ἀπέναντι στὸ θαῦμα αὐτό.

Πῆραν καὶ οἱ δύο τὴν ἀγγελοχάρακτη πλάκα καὶ πῆγαν στὸ Πρωτᾶτο. Τὴν ἔδειξαν στὸν Πρῶτο ἀλλὰ καὶ στοὺς Γέροντες τῆς Κοινῆς Σύναξης καὶ τοὺς διηγήθηκαν ὅλα τὰ γενόμενα. Αὐτοὶ δόξασαν τὸ Θεὸ καὶ εὐχαρίστησαν τὴ Κυρία Θεοτόκο γιὰ τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ Θαῦμα. Ἀμέσως ἔστειλαν τὴν πλάκα στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸς τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν Αὐτοκράτορα ἀφοῦ τοὺς ἔγραψαν καὶ γράμματα ποὺ ἐξιστοροῦσαν ὅλη τὴν ὑπόθεση τοῦ γεγονότος.

Ἀπὸ τότε καὶ μετὰ ὁ Ἀγγελικὸς αὐτὸς ὕμνος διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν Οἰκουμένη καὶ ψάλλεται στὴ Θεομήτορα ἀπὸ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους.

Ἡ δὲ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ βρισκόταν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Κελλίου στὸ ὁποῖο ἔγινε αὐτὸ τὸ Θαῦμα, μὲ κοινὴ ἀπόφαση τῶν Πατέρων ἀποφασίσθηκε νὰ μεταφερθεῖ στὸ Ι. Βῆμα τοῦ Πρωτάτου. Ἔτσι ἀφοῦ συνήχθησαν πολλοὶ Πατέρες, ἔκαναν μία μεγαλειώδη λιτανεία (κρατώντας κεριά, προσφέροντας θυμιάματα, καὶ θείους ὕμνους) ὅπως ἅρμοζε στὴν περίπτωση καὶ ἀφοῦ πῆγαν στὸ κελλὶ ὅπου εἶχε λάβει χώρα τὸ Θαῦμα προσκύνησαν τὴν ἐν λόγῳ Ἱερὰ Εἰκόνα τῆς Θεομήτορος. Στὴ συνέχεια τὴν λιτάνευσαν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Πρωτάτου. Ὅταν ἔφθασαν στὸν Ναὸ τὴν ἀπέθεσαν στὸν κυρίως Ἱερὸ Ναὸ καὶ στὴ συνέχεια τέλεσαν ἀγρυπνίας εἰς δόξα καὶ τιμὴ τῆς Θεομήτορος καὶ τοῦ Ὑπηρέτη Αὐτῆς Μεγίστου Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Μετὰ ἀφοῦ τὴν ἔλαβαν σὰν τίμιο ἁγίασμα, χρυσοπορφύρωτο κιβωτὸ καὶ τιμαλφέστατο θησαυρό, μὲ τὴν δέουσα τιμὴ καὶ εὐλάβεια τὴν εἰσήγαγαν στὸ Ι. Βῆμα σύμφωνα μὲ τὴν προσυμφωνηθεῖσα ἀπόφαση καὶ τὴν ἐνθρόνισαν στὸ Ἱερὸ σύνθρονο τοῦ Ἁγίου Βήματος πίσω ἀπὸ τὴν Ἅγια Τράπεζα, ὅπου βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα, σὰν σὲ θρόνο βασιλικό.

Ἀπὸ τότε ἡ Ἱερὰ αὐτὴ Εἰκόνα πῆρε τὴν ὀνομασία τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου «Ἄξιον Ἐστίν», ἂν καὶ ἀρχικὰ εἶχε ἄλλη ὀνομασία, ἐπειδὴ μπροστὰ στὴν εἰκόνα αὐτὴ ψάλθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ὁ ὕμνος αὐτός. Τὸ κελλὶ πῆρε τὴν ἐπωνυμία «Ἄξιόν Ἐστι» ἐνῷ ὁ λάκκος ( ἡ τοποθεσία) ποὺ βρίσκεται τὸ κελλὶ ὀνομάζεται ἀπὸ ὅλους μέχρι σήμερα «Ἄδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), ἐπειδὴ ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορὰ ψάλθηκε ὁ ἀγγελικὸς καὶ Θεομητροπρεπὴς αὐτὸς ὕμνος.

Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι παλαιὸ καὶ ἔγινε τὸ 980 μ.Χ. (6488 ἔτη ἀπὸ κτίσεως κόσμου) ἐπὶ τῆς Βασιλείας Βασιλείου καὶ Κωνσταντίνου τῶν αὐταδέλφων ποὺ ὀνομαζόντουσαν καὶ Πορφυρογέννητοι, υἱῶν τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ νέου καὶ ἐπὶ πατριαρχίας Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργου.

Τὸ ὅτι ὁ Ἄγγελος ποὺ φάνηκε ὡς ξένος μοναχὸς ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεῖ καὶ τὸ βιβλίο τοῦ μηναίου κατὰ τὴν ἑνδεκάτη Ἰουνίου ὡς ἑξῆς: «Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ ἐν τῷ Ἄδειν».

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Πατέρων ἀθροίσθητε, πᾶσα τοῦ Ἄθω πληθύς, πιστῶς ἑορτάζοντες, σήμερον χαίροντες, καὶ φαιδρῶς ἀλαλάζοντες, πάντες ἐν εὐφροσύνῃ, τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ Μήτηρ, νῦν παρὰ τοῦ Ἀγγέλου, παραδόξως ὑμνεῖται διό ὡς Θεοτόκον ἀεὶ ταύτην δοξάζομεν

Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης Τσί-Σοὺνκ (Κινέζος) καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν μαρτυρήσαντες: Τατιανὴ ἡ Πρεσβυτέρα του, Ἡσαΐας καὶ Ἰωάννης οἱ γιοί του, Μαρία ἡ νύφη του καὶ ἄλλοι 222 Κινέζοι Μάρτυρες



Στὴ δύση τοῦ 19ου αἰώνα μ.Χ., στὴ Κίνα, ἀναπτύσσετε τὸ κίνημα τῶν Μπόξερ ποὺ ἀποτελούταν ἀπὸ ξενόφοβους συντηρητικοὺς ἀριστοκράτες ποὺ ἐναντιώνονταν σὲ ὁτιδήποτε νέο καὶ ἐκσυγχρονιστικό. Οἱ Μπόξερ, ἔπνιγαν στὸ αἷμα κάθε ἀντίδραση καὶ ζητοῦσαν τὴν ἔξωση ὅλων τῶν ξένων ποὺ ζοῦσαν στὴν Κίνα, στοὺς ὁποίους κατὰ τὴν γνώμη τοὺς ὀφειλόταν κάθε κακὸ ποὺ συνέβη σ' αὐτή.

Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν τὴν πρώτη καὶ κύρια θέση στὸ διωγμὸ ποὺ ἐπέβαλαν οἱ Μπόξερ. Στὶς 11 Ἰουνίου τοῦ 1900 μ.Χ., στὸ Πεκίνο, μία πομπὴ μὲ Μπόξερ, ξεκίνησε μὲ ἀναμμένους δαυλούς, ὑψώνοντας στὰ χέρια τὰ εἴδωλα τῶν πατροπαράδοτων θεῶν τῆς κινέζικης φυλῆς καὶ κρατώντας θυμιατήρια γιὰ νὰ τοὺς θυμιάσουν οἱ χριστιανοί, ἀρνούμενοι τὴν «ξενόφερτη» πίστη τους. Ἡ πίεση ἦταν ἀφόρητη καὶ τὰ μαρτύρια τῶν χριστιανῶν φρικτά. Πολλοὶ δυστυχῶς κάμφθηκαν καὶ ἔκαιγαν θυμίαμα γιὰ νὰ σώσουν τὴ ζωή τους. Ἄλλοι ὅμως ὁμολογοῦσαν θαρραλέα τὴν πίστη τους στὸ Χριστό.

Ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Μητροφάνης Τσὶ-Σούνγκ, ὁ πρῶτος Κινέζος ὀρθόδοξος ἱερέας ποὺ εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἰαπωνίας. Στὴν ἀρχή, οἱ Μπόξερ ἄρχισαν νὰ τὸν χτυποῦν βάναυσα μὲ γροθιὲς στὸ στῆθος. Ἔσφαξαν μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ τὴν πρεσβυτέρα τοῦ Τατιανὴ καὶ τὸν 23χρονο γιὸ τῆς Ἠσαΐα, ἐνῶ ἔκοψαν τὴ μύτη, τὰ αὐτιὰ καὶ τὰ δάκτυλα τῶν ποδιῶν τοῦ μικρότερου γιοῦ του, Ἰωάννη. Τέλος ἐκτέλεσαν καὶ τὸν Ἅγιο Μητροφάνη.

Λίγο ἀργότερα, ἔφτασε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ ἡ νύφη τοῦ Μητροφάνη, Μαρία, μνηστὴ τοῦ μάρτυρα πιὰ Ἠσαΐα, 19 ἐτῶν, ἐπιθυμώντας νὰ πεθάνει μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ μνηστήρα της. Οἱ Μπόξερ, ἀφοῦ τὴν βασάνισαν τὴν σκότωσαν καὶ αὐτή.

Ἀπὸ τοὺς περίπου χίλιούς της ἐνορίας τοῦ Πεκίνου, οἱ τριακόσιοι χάθηκαν στὰ αἱματηρὰ γεγονότα τῆς 11ης Ἰουνίου 1900 μ.Χ., ἐκ τῶν ὁποίων 222 ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἁγίων της ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο "Συναξάριον Ὀρθοδόξων Κινέζων Μαρτύρων", τοῦ Γεωργίου Ε. Πιπεράκη, Ἀθῆναι 1997.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α' Χορὸς ἀγγελικός.
Χριστῷ ἱερουργῶν, ἱερεὺς ὧν τῆς δόξης, θυσίαν λογικὴν καὶ τὸ ἄμωμον θύμα, ἀθλήσεως στάδιον, σεαυτὸν προσενήνοχας σὺν ποιμνίω σου, πάτερ Τσὶ-Σοὺνγκ ἐν Πεκίνω, ὅθεν πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνούντων τὴν παντιμον μνήμην σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος β'.
Καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος τὴν πράξη εὖρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν• δὶ' ἰ πίστει ἐνήθλησας ἐν Πεκίνω, μέχρις αἵματος, ἱερομάρτυς Τσὶ-Σούνγκ. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Μεγαλυνάριον 
Ἦχος γ'
Χαίροις τοῦ Πεκίνου ἱερουργὸς σὺν τῷ σῶ ποιμνίω, μαρτυρήσας πανευκλεῶς, δυσσεβοὺς τυράννου, τὰς μηχανᾶς συνθλίψας, δυνάμει τοῦ Κυρίου, πάτερ Μητρόφανες.

Συναξαριστής της 11ης Ιουνίου

Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς Ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως καὶ Κριμαίας 



Ὁ Ἅγιος ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς, κατὰ κόσμον Βαλεντὶν τοῦ Φέλιξ Βόινο - Γιασενέτσκι, γεννήθηκε στὶς 14/27 Ἀπριλίου 1877 μ.Χ. στὸ Κέρτς τῆς χερσονήσου τῆς Κριμαίας. Τὸ οἰκογενειακὸ περιβάλλον μέσα στὸ ὁποῖο μεγάλωσε ἦταν ἰδιόμορφο καθὼς ὁ πατέρας τοῦ ἦταν Ρωμαιοκαθολικὸς ἐνῶ ἡ μητέρα του, ἂν καὶ ὀρθόδοξη, περιοριζόταν σὲ καλὲς πράξεις χωρὶς νὰ συμμετέχει ἐνεργὰ στὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Πολὺ νωρὶς μετακομίζουν στὸ Κίεβο.

Στὸ Κίεβο ὁ Βαλεντὶν ἀποφασίζει νὰ σπουδάσει Ἰατρική. Παίρνει τὸ πτυχίο τοῦ τὸ 1903 μ.Χ. καὶ παρακολουθεῖ μαθήματα ὀφθαλμολογίας.

Τὸ 1904 μ.Χ., μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Ρωσο - Ἰαπωνικοῦ πολέμου, βρέθηκε στὴν Ἄπω Ἀνατολή, ὅπου ἐργάστηκε ὡς χειρουργὸς μὲ μεγάλη ἐπιτυχία. Ἐκεῖ συναντήθηκε καὶ μὲ τὴν Ἄννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τὴ μέλλουσα σύζυγό του, μὲ τὴν ὁποία ἀπέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου ἐργάζεται σὲ διάφορα ἐπαρχιακὰ νοσοκομεῖα. Οἱ ἐπιτυχίες τοῦ εἶναι τόσες πολλὲς ποὺ ἡ φήμη τοῦ ἐξαπλώνεται γρήγορα καὶ ἀσθενεῖς καταφθάνουν ἀπὸ παντοῦ. Τὴν ἴδια ἐποχὴ μελετᾶ σχετικὰ μὲ τὴν τοπικὴ ἀναισθησία καὶ συντάσσει ἐπιστημονικὰ ἄρθρα. Διαπρέπει στὶς ἐγχειρήσεις τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἀποφασίζει νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴ θεραπεία τῶν πυογόνων λοιμώξεων.

Τὸ 1917 μ.Χ. ὁ Βαλεντὶν ἐκλέγεται καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Τασκένδης. Ἡ ρωσικὴ ἐπανάσταση εἶχε ἤδη ἀρχίσει καὶ ἡ ἐκκλησία βρέθηκε στὸ στόχαστρο τῶν Μπολσεβίκων. Ἡ κατάσταση εἶχε ξεφύγει ἀπὸ κάθε ἔλεγχο. Τότε ὁ Βαλεντὶν συνελήφθη γιὰ πρώτη φορά. Αἰτία ἦταν ἡ συκοφαντία ἑνὸς νοσοκόμου. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀλήθεια καὶ ὁ γιατρὸς ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Ἡ περιπέτεια αὐτὴ ὅμως, παρὰ τὸ αἴσιο τέλος της, ἀναστάτωσε τὴν Ἄννα, ἡ ὁποία ἔπασχε ἤδη ἀπὸ φυματίωση, καὶ ἡ ὑγεία τῆς ἐπιδεινώθηκε σὲ βαθμὸ ποὺ λίγες ἡμέρες ἀργότερα ὑπέκυψε. Μετὰ τὸν θάνατό της ὁ γιατρὸς ἐμπιστεύτηκε τὰ παιδιά του στὴ Σοφία Σεργκέγεβνα, μία πιστὴ νοσοκόμα, ἡ ὁποία τοὺς στάθηκε σὰν δεύτερη μητέρα γιὰ πολλὰ χρόνια.

Ὁ Βαλεντὶν ἦταν πολὺ πιστὸς καὶ αὐτὸ ἦταν ἔκδηλο στὸν τρόπο ποὺ ἐργαζόταν. Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ δημιουργηθοῦν οἱ πρῶτες ἀντιδράσεις ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ ἀθεϊστικοῦ καθεστῶτος. Στὸ μεταξὺ στοὺς διωγμοὺς προστίθεται καὶ ἡ πληγὴ τῆς «ζώσης ἐκκλησίας» ποὺ σκοπὸ εἶχε νὰ ὑπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους διαιρώντας τοὺς κληρικοὺς καὶ τοὺς πιστούς, καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ πίστη.

Σ' αὐτὴ τὴν ἐποχὴ τῶν δοκιμασιῶν γιὰ τὴν Ἐκκλησία, ὁ γιατρὸς συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας. Ὅταν κατηγορήθηκε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Τασκένδης καὶ Τουρκεστᾶν Ἰννοκέντιος ἀπὸ τοὺς σχισματικούς, ὁ γιατρὸς ὑπερασπίστηκε μὲ σθένος τὴν κανονικὴ τάξη. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἰννοκέντιος, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν παρρησία τοῦ Βαλεντίν, τοῦ προτείνει νὰ γίνει ἱερέας. Πράγματι, ἡ χειροτονία του σὲ διάκονο ἔγινε στὶς 26 Ἰανουαρίου 1921 μ.Χ. καὶ μία ἑβδομάδα ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1923 μ.Χ. ἡ «ζῶσα ἐκκλησία» κάνει τὴν ἐπίθεσή της καὶ ἐκτοπίζει τὸν ἐπίσκοπο Ἰννοκέντιο. Ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς Τασκένδης, ὄντας στὸ ἔλεος τῶν σχισματικῶν, ἐκλέγουν στὴ θέση τοῦ ἐπισκόπου τὸν π. Βαλεντὶν Βόινο - Γιασενέτσκι. Ἡ κουρά του σὲ μοναχὸ ἔγινε κρυφὰ στὸ σπίτι τοῦ ἱερέα - καθηγητῆ. Καταλληλότερο ὄνομα γιὰ τὸ νέο ἐπίσκοπο κρίθηκε ἐκεῖνο τοῦ ἀποστόλου, εὐαγγελιστῆ, ἁγιογράφου καὶ ἰατροῦ Λουκᾶ. Στὴ συνέχεια, ταξίδεψε ὡς Πεντζικὲντ γιὰ νὰ χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος.

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν πέρασε ἀπαρατήρητο καὶ πολὺ σύντομα ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς συνελήφθη. Κατηγορήθηκε γιὰ προδοσία καὶ φυλακίστηκε. Στὴ φυλακὴ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ὁλοκληρώσει καὶ τὸ σύγγραμμά του: «Δοκίμια γιὰ τὴν χειρουργικὴ τῶν πυογόνων λοιμώξεων», τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν ἐκδόθηκε γιὰ πολλὰ χρόνια, παρόλη τὴ σημασία του γιὰ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη, ἐπειδὴ ὁ συγγραφέας ἐπέμεινε νὰ γραφεῖ στὸ ἐξώφυλλο τὸ ἀρχιερατικό του ἀξίωμα.

Στὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τοῦ οἱ ἐκπρόσωποι τῆς «ζώσης ἐκκλησίας» κατέλαβαν τὶς ἐκκλησίες, μὰ ὁ λαός, πιστὸς στὶς συμβουλὲς τοῦ ποιμένα του, ἀπεῖχε ἀπὸ τοὺς ναούς. Λόγω τῆς μεγάλης του ἐπιρροῆς οἱ ὑπεύθυνοί της G.P.U. («Κρατικὴ Πολιτικὴ Διεύθυνση») ἀποφάσισαν νὰ ἀπομακρύνουν τὸν ἐπίσκοπο Λουκᾶ ἀπὸ τὴν Τασκένδη. Τὴν ὥρα τῆς ἀποχώρησής του πλῆθος κόσμου στάθηκε στὶς γραμμὲς τοῦ τρένου προκειμένου νὰ ἐμποδίσει τὴν ἀναχώρηση. Ὁ κόσμος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς δυνάμεις καὶ ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς πῆρε τὸν μακρὺ καὶ βασανιστικὸ δρόμο τῆς ἐξορίας.

Φυλακίζεται κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες στὴ Μόσχα. Ἐκεῖ διαπιστώνει τὰ πρῶτα συμπτώματα καρδιακῆς ἀνεπάρκειας ποὺ θὰ τὸν συνοδεύσει σὲ ὅλη του τὴ ζωή. Παρόλες τὶς κακουχίες, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἐπισκόπου ἀπέναντι σὲ ὅλους τους κρατουμένους προκαλοῦσε τὸ σεβασμὸ ἀκόμη καὶ τῶν πιὸ ἀρνητικῶν.

 


Ἐνῶ οἱ γιατροὶ βεβαίωναν πὼς ἡ κατάσταση τῆς ὑγείας του δὲν τὸ ἐπιτρέπει, ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς ἀναχώρησε ἐξόριστος γιὰ τὴ Σιβηρία. Τὸ καθεστὼς τὸν ἐγκαθιστᾶ στὴν πόλη Γενισέισκ, γιὰ νὰ τὸν στείλει ἀργότερα ἀκόμη 2000 χλμ μακρύτερα στὴν πόλη Τουρουχάνσκ. Καὶ στὸ νέο τόπο τῆς ἐξορίας δὲν ἀρνήθηκε νὰ προσφέρει τὶς ὑπηρεσίες του σὲ ὅσους τὶς χρειάζονταν, παρόλες τὶς ἀντίξοες συνθῆκες. Ὁ λαὸς τοῦ Τουρουχὰνσκ τὸν περιέβαλλε μὲ πολὺ ἀγάπη καὶ σεβασμό. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ γιὰ τοὺς ἀθέους ποὺ σχεδίασαν νέα ἐξορία γιὰ τὸν ἐπίσκοπο - γιατρό, αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν ἔστειλαν πέρα ἀπὸ τὸν ἀρκτικὸ κύκλο, στὸ χωριὸ Πλάχινο, ὅπου κατὰ τὸ χειμερινὸ ἡλιοστάσιο ὁ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει. Ἡ ὑγεία τοῦ ἐπισκόπου εἶχε ἐπιδεινωθεῖ καὶ μία τέτοια ἐξορία ἦταν πολὺ ἐπικίνδυνη γιὰ τὴ ζωή του. Αὐτὸς ἦταν καὶ ὁ σκοπὸς τῶν διωκτῶν του. Ἐκεῖ, στὸ Πλάχινο, ὑπέφερε τὰ πάνδεινα, τόσο λόγω τῶν καιρικῶν συνθηκῶν, ὅσο καὶ λόγω τὶς ἀντιμετώπισης ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς. Εὐτυχῶς, δύο μῆνες ἀργότερα, μὲ αἰτία τὸ θάνατο ἑνὸς ἀγρότη οἱ κάτοικοι τοῦ Τουρουχὰνσκ ξεσηκώθηκαν καὶ ἀπαίτησαν τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἐπισκόπου. Οἱ ἀρχὲς δὲν εἶχαν ἄλλη ἐπιλογὴ παρὰ νὰ ὑποχωρήσουν. Ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς, ποὺ ἀπὸ ὅραμα εἶχε εἰδοποιηθεῖ γιὰ τὸ πέρας τῆς δοκιμασίας του, ἐπέστρεψε στὸ Τουρουχὰνσκ καὶ συνέχισε ἀπερίσπαστος τὶς ἀσχολίες του γιὰ ὀκτὼ ἀκόμη μῆνες, μέχρι, δηλαδή, τὸ τέλος τῆς ἐξορίας του.

Παρόλες τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισε, δὲν ξέχασε ποτὲ τὰ παιδιά του καὶ ἐπικοινωνοῦσε μαζί τους ὅσο πιὸ συχνὰ μποροῦσε.

Στὸ Κρασνογιὰρσκ παρουσιάζεται στὴ G.P.U. γιὰ ἀνάκριση. Ἐκεῖ ὁ βοηθὸς τοῦ διοικητῆ ἀνακοίνωσε στὸν ἐπίσκοπο πὼς μποροῦσε νὰ πάει ὅπου ἤθελε, ἦταν ἐλεύθερος. Ὅπως ἦταν φυσικὸ ὁ ἐπίσκοπος ξεκίνησε γιὰ τὴν Τασκένδη. Δυστυχῶς ἐκεῖ ἀντιμετωπίζει τὶς συκοφαντίες ἀκόμη καὶ συνεργατῶν του, γεγονὸς ποὺ τὸν ὁδήγησε σὲ παραίτηση ἀπὸ τὴν ἕδρα τοῦ ἐπισκόπου.

Στὴν Τασκένδη συνεχίζει τὶς φιλανθρωπίες του, μὰ οἱ ἀντίπαλοί του δὲν ἔπαψαν νὰ ψάχνουν εὐκαιρία γιὰ νὰ τὸν διώξουν.

Ἡ ἀφορμὴ δὲν ἄργησε νὰ βρεθεῖ καὶ ὁ ἐπίσκοπος βρέθηκε πάλι ὑπόλογος ἀπέναντι στὰ κομματικὰ στελέχη. Ὁ σκοπὸς αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἱερό του ἀξίωμα. Μετὰ ἀπὸ ἐξαντλητικὲς ἀνακρίσεις καὶ ἀπεργίες πείνας καὶ ἀφοῦ πέρασε ἕνα ὁλόκληρο χρόνο στὴ φυλακή, ὁ ἐπίσκοπος, ἐξορίστηκε γιὰ μία ἀκόμη φορᾶ στὴ Βόρεια Ρωσία. Οἱ δραστηριότητές του ἐκεῖ ἐνόχλησαν ὄχι μόνο τὶς ἀρχὲς ἀλλὰ καὶ τοὺς κατοίκους. Σύντομα ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα ὑγείας τὸν ἀνάγκασε νὰ πάει στὸ Λένινγκραντ.

Μετὰ τὴν ἀνάρρωσή του πέρασε μία μακρὰ περίοδο δοκιμασιῶν καὶ περιπλανήσεων. Οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Κόμματος πιέζουν τὸν ἐπίσκοπο νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἱερωσύνη. Στὴν περίοδο αὐτὴ τῆς πνευματικῆς δοκιμασίας ἀρχίζει νὰ χάνει τὴν ὅραση ἀπὸ τὸ ἀριστερὸ μάτι λόγω ἀποκόλλησης τοῦ ἀμφιβληστροειδοῦς χιτώνα. Ἐπίσης, τὰ «Δοκίμια γιὰ τὴ χειρουργικὴ τῶν πυογόνων λοιμώξεων» ἐκδίδονται χωρὶς νὰ ἀναγραφεῖ τὸ ἀξίωμά του. Ἐν καιρῶ ἐπανακτᾶ τὴν ἐσωτερικὴ γαλήνη, ποὺ εἶχε στερηθεῖ, καὶ περνᾶ δύο χρόνια ἠρεμίας καὶ εἰρήνης κοντὰ στὰ παιδιά του.

Ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς ἦταν 60 ἐτῶν, ὅταν συνελήφθη γιὰ τέταρτη φορά. Ἀπὸ τὸ φάκελλο ποὺ διατηροῦσαν στὴν Ἀσφάλεια, μποροῦμε νὰ γνωρίζουμε τὶς δραστηριότητές του. Ἐνῶ ἀπὸ τοὺς ἀσθενεῖς του δὲν ἔπαιρνε ποτὲ χρήματα, ἔδινε καὶ τὸ μισθό του σὲ ἀγαθοεργίες, δηλαδὴ βοηθοῦσε ὅσους φτωχούς, ἄπορους καὶ ἐξόριστους ἀνθρώπους τύχαινε νὰ γνωρίζει. Οἱ φιλανθρωπικὲς ἐνέργειές του ἐνόχλησαν καὶ πάλι τὸ καθεστὼς ποὺ τὸν συνέλαβε ἐκ νέου καὶ τὸν ὁδήγησε στὴ Σιβηρία.

Ὅταν στὶς 21 Ἰουνίου 1941 μ.Χ. τὰ χιτλερικὰ στρατεύματα μπαίνουν στὴ Ρωσία, ὁ ἐπίσκοπος - γιατρός, ἂν καὶ ἐξόριστος, προσφέρεται ἐθελοντικὰ νὰ ἐργαστεῖ γιὰ τὴ θεραπεία τῶν τραυματιῶν. Τὰ Κόμμα ἀναγνωρίζει τὴν ἀξία του ὡς γιατροῦ καὶ τὸν διορίζει ἀρχίατρο τοῦ στρατιωτικοῦ νοσοκομείου καὶ σύμβουλο ὅλων τῶν νοσοκομείων τῆς περιοχῆς. Παρόλα αὐτὰ οἱ συνθῆκες εἶναι οἰκτρὲς ἐνῶ παράλληλα δὲν τοῦ ἀναγνωρίζουν κανένα πολιτικὸ δικαίωμα.

Τὴν Ἄνοιξη τοῦ 1942 μ.Χ. ἀλλάζει ἡ στάση τῆς πολιτείας ἀπέναντι στὸν ἴδιο, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία. Σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτεια τῆς Ρωσίας ἀνοίγουν ἐκκλησίες καὶ ὁ λαὸς βρίσκει καταφύγιο στοὺς ναοὺς ἀπὸ τὴν παραφροσύνη τοῦ πολέμου. Γιὰ νὰ καλυφθοῦν οἱ ὑπάρχουσες ἀνάγκες ὁ ἐπίσκοπος Λουκᾶς προάγεται σὲ ἀρχιεπίσκοπο Κρασνογιάρσκ.

Οἱ Γερμανοὶ ὑποχωροῦν καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος μεταφέρεται δυτικότερα, στὸ Ταμπώφ. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ 150 στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα. Ἡ Ἐκκλησία γιὰ νὰ τὸν διευκολύνει τὸν μεταθέτει στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ταμπὼφ καὶ Μιτσούρινσκ.

Τὸ 1946 μ.Χ. ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λουκᾶς βραβεύθηκε μὲ τὸ βραβεῖο Στάλιν γιὰ τὴν ἡρωικὴ ἐργασία του στὸν Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, καὶ γιὰ τὴν μεγάλη προσφορά του στὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη.

Στὰ 70 τοῦ χρόνια γίνεται ἀρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως καὶ Κριμαίας. Ἐκεῖ τὸ ἔργο τοῦ εἶναι δύσκολο. Ἡ φτώχεια ἔχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ποὺ ἀναγκάζεται νὰ ταΐζει καθημερινά, στὸ σπίτι του, τοὺς ἄπορούς της περιοχῆς. Στρέφει τὸ ἐνδιαφέρον του στὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή, καθὼς τὸν ἀποκλείουν ἀπὸ κάθε ἐπιστημονικὸ συνέδριο. Κάνει ὑπεράνθρωπες προσπάθειες γιὰ νὰ ἀνοίξουν ἐκκλησίες. Ταυτόχρονα προσπαθεῖ νὰ πατάξει τὴν ἀμέλεια καὶ τὴν ἀδιαφορία τῶν ἱερέων τονίζοντας πὼς πρέπει οἱ ἴδιοι νὰ ἀποτελοῦν παράδειγμα πρὸς μίμηση γιὰ τοὺς πιστούς. Παράλληλα ἐξασκεῖ τὸ ἔργο τοῦ ἰατροῦ προσφέροντας ἀναργύρως τὶς ὑπηρεσίες του στὸν πάσχοντα ἄνθρωπο. Ἀκολουθώντας τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ὅλη του τὴ ζωὴ «διῆλθεν εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος».

Μὲ τὴ βελτίωση στὶς σχέσεις Ἐκκλησίας - Κράτους ὁ ἀρχιεπίσκοπος βρίσκει τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀγαπημένη τοῦ ἀσχολία, δηλαδὴ τὸ κήρυγμα. «Θεωρῶ βασικὸ ἀρχιερατικό μου καθῆκον νὰ κηρύττω παντοῦ καὶ πάντα τὸ Χριστό». Σημειώνει ὁ ἴδιος. Ἀπὸ τὰ κηρύγματά του καταγράφηκαν περίπου 750, τὰ ὁποία ἀποτέλεσαν 12 τόμους (4500 σελίδες), καὶ ἔχουν χαρακτηριστεῖ «ἐξαιρετικὸ φαινόμενο στὴ σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ θεολογία».

Τὴν Ἄνοιξη τοῦ 1952 ἐπιδεινώνεται ἡ ὅρασή του, ἐνῶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 1956 τυφλώνεται ὁριστικά.

Τὸ 1953 μ.Χ. τὸν Στάλιν διαδέχεται ὁ Νικήτας Κρουτσώφ, ὁ ὁποῖος ξεκίνησε νέο κύμα διωγμῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κορυφώνονται τὸ 1959 μ.Χ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος μεριμνᾶ γιὰ τὸ ποίμνιό του καὶ προσπαθεῖ νὰ τοῦ δώσει κουράγιο.

Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ γράφει στὸ μεγαλύτερο γιὸ τὸ Μιχαήλ: «Εἶναι ὅλο καὶ πιὸ δύσκολο νὰ διευθύνει κανεὶς τὶς ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἐκκλησίες κλείνουν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, δὲν ὑπάρχουν ἱερεῖς καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλο καὶ ἐλαττώνεται...Κατὰ τόπους ἡ ἀντίδραση φτάνει μέχρι ἐξεγέρσεως κατὰ τῆς ἀρχιερατικῆς ἐξουσίας μου. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ ὑποφέρω στὰ ὀγδόντα μου χρόνια. Ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου, συνεχίζω τὸ δύσκολο ἔργο μου».

Ἡ ἀγάπη τοῦ κόσμου πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Λουκᾶ ἦταν ἔκδηλη. Ἀκόμα καὶ ἀλλόθρησκοι ἡ ἄπιστοι τὸν ἔβλεπαν μὲ σεβασμό.

Ὁ ἀρχιεπίσκοπος εἶναι ἤδη 84 ἐτῶν. Διαισθάνεται πὼς τὸ τέλος τοῦ πλησιάζει. Τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1960 μ.Χ. λειτουργεῖ γιὰ τελευταία φορὰ καὶ γιὰ τὸν καιρὸ ποὺ ἀπομένει, περιορίζεται στὸ νὰ κηρύττει. Τελικὰ τὴν Κυριακὴ 11 Ἰουνίου 1961 μ.Χ., ἡμέρα ποὺ γιορτάζουν οἱ Ἅγιοι Πάντες τῆς Ἁγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ὁ ἀρχιεπίσκοπος - γιατρὸς Λουκᾶς Βόινο - Γιασενέτσκι. Παρὰ τὴν ἔντονη ἀντίδραση τῶν Κομματικῶν, ἡ κηδεία τοῦ ἀρχιεπισκόπου μετατράπηκε σὲ λαϊκὴ ἐπανάσταση. Η Ε.Π. Λέικφελντ περιγράφει: «Οἱ δρόμοι πλημμύρησαν ἀπὸ γυναικοῦλες μὲ ἄσπρα μαντίλια στὰ κεφάλια. Προχώρησαν σιγὰ - σιγὰ μπροστὰ ἀπὸ τὴ σορὸ τοῦ Δεσπότη. Ἀκόμη καὶ οἱ γερόντισσες δὲν πήγαιναν πίσω. Τρεῖς σειρὲς τεντωμένων χεριῶν λὲς καὶ ὁδηγοῦσαν τὸ αὐτοκίνητο. Ὁ δρόμος μέχρι καὶ τὸ κοιμητήριο ἦταν στρωμένος μὲ τριαντάφυλλα. Καὶ μέχρι τὴν πόρτα τοῦ κοιμητηρίου ἀκουγόταν πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μὲ τὰ ἄσπρα μαντίλια, ὁ ὕμνος: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἠμᾶς». Ὅ,τι καὶ νὰ ἔλεγαν σὲ αὐτὸ τὸ πλῆθος, ὅσο κι' ἂν προσπαθοῦσαν νὰ τοὺς κάνουν νὰ σιωπήσουν, ἡ ἀπάντηση ἦταν μία, κηδεύουμε τὸν ἀρχιεπίσκοπό μας».

Τὸ Νοέμβριο τοῦ 1995 μ.Χ. ἀνακηρύχτηκε ἅγιος ἀπὸ τὴν Οὐκρανικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Στὶς 17 Μαρτίου 1996 μ.Χ. ἔγινε μὲ ἐπισημότητα ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, ποὺ τέθηκαν γιὰ λαϊκὸ προσκύνημα στὸ ναὸ τοῦ κοιμητηρίου, ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τῶν Ἁγίων Πάντων. Τὰ λείψανά του ἐξέπεμπαν μίαν ἄρρητη εὐωδία, ἐνῶ πολλοὶ ἀσθενεῖς θεραπεύτηκαν θαυματουργικά. Τρεῖς μέρες ἀργότερα, στὶς 20 Μαρτίου 1996 μ.Χ., τὰ λείψανά του μεταφέρθηκαν στὸν Ι. Ναὸ Ἄγ. Τριάδος. Ἡ μνήμη τοῦ ὁρίστηκε νὰ τιμᾶται στὶς 11 Ἰουνίου ἐπέτειο τῆς κοιμήσεώς του.

Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὅταν ὁ Ἅγιος Λουκᾶς ἦταν στὸ Γενισέισκ ἐπιχείρησε μία πρωτοποριακὴ καὶ δυσκολοτατη ἐπέμβαση. Τοῦ ἔφεραν ἕνα νέο ἄνδρα μὲ βαριὰ νεφρικὴ ἀνεπάρκεια σὲ ἀπελπιστικὴ κατάσταση. Ὁ ἐπίσκοπος γιατρός, μὴν ἔχοντας ἄλλη λύση, ἀποφάσισε νὰ κάνει μία «ἡρωικὴ» ἐπέμβαση κι ἐπεχείρησε μεταμόσχευση νεφροῦ ἀπὸ μοσχάρι στὸ νεαρὸ ἀσθενῆ, παρὰ τὰ πενιχρὰ μέσα ποὺ διέθετε. Ὁ γιατρὸς ποὺ διηγήθηκε τὸ γεγονὸς αὐτό, χαρακτηρίζει ἐπιτυχημένη τὴν ἐπέμβαση, δίχως ἄλλες λεπτομέρειες γιὰ τὸ πόσο ἔζησε ὁ ἀσθενής, τὰ μετεγχειρητικὰ προβλήματα κ.λπ. Παρόλο ποὺ ἦταν ἡ πρώτη ἐγχείρηση μεταμόσχευσης, δὲν ἔγινε εὐρύτερα γνωστή, προφανῶς γιὰ πολιτικοὺς λόγους. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προβληθεῖ ἕνας «ἐχθρός του λαοῦ»! Γι’ αὐτὸ ἐπίσημα ὡς πρώτη τέτοια ἐγχείρηση θεωρεῖται τοῦ καθηγητῆ Ι. Ι. Βορόνη τὸ 1934 (μία δεκαετία μετά), ὅταν ἔκανε μεταμόσχευση νεφροῦ χοίρου σὲ μία γυναίκα μὲ οὐραιμία.

 


Ἀπολυτίκιον Νέον ἅγιόν του Παρακλήτου, σὲ ἀνέδειξεν, Λουκᾶ ἡ Χάρις, ἐν καιροῖς διωγμῶν τὲ καὶ θλίψεων Νόσους μὲν ὡς ἰατρὸς ἐθεράπευσας, καὶ τὰς ψυχᾶς ὡς ποιμὴν καθοδήγησας πάτερ τίμιε, ἐγγάμων τύπος καὶ μοναστῶν, πρέσβευε σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἰατρὸν καὶ ποιμένα, Λουκᾶ τιμήσωμεν, Συμφερουπόλεως ποίμνης, Ἀρχιερέα λαμπρόν, τὸν βαστάσαντα Χριστοῦ τὰ θεία στίγματα, τὰς ἐξορίας, τὰ δεινά, ἐγκλεισμοὺς ἐν φυλακαῖς, τὰς θλίψεις καὶ τὰ ὀνείδη, τὸν ἒπ ἐσχάτων φανέντα, ἐν Ρωσία νέον Ἅγιον.

Κοντάκιον Ἀνεδείχθης ἥλιος, νυκτὶ βαθεία, διωγμοῦ, μακάριε, διο καὶ θάλπος νοητόν, τὸ ἐκ Θεοῦ σὺ ἐξέχεας, χειμαζομένοις, Λουκᾶ πανσεβάσμιε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ'. Τὴ Ὑπερμάχω.
Συμφερουπόλεως Λουκᾶν τὸν ἀρχιποίμενα, καὶ ἰατρὸν τὸν ἐπιστήμονα τὸν ἄριστον, οἱ φιλάγιοι ὑμνήσωμεν ἐγκαρδίως, ἐν Ρωσία γὰρ βιώσας ὥσπερ ἄγγελος, ὠμολόγησε Χριστοῦ τὸ θεῖον ὄνομα. Διο κράζομεν, χαίροις πάτερ ἀοίδιμε.

Μεγαλυνάριον 
Χαίροις τῆς Ρωσίας νέος βλαστός, καὶ τῶν θεραπευομένων ὁ προστάτης καὶ βοηθός, χαίροις Ἐκκλησίας Χριστοῦ ὁ Ἱεράρχης, Λουκᾶ ποιμὴν θεοφρον, ἀξιοτίμητε.


------------------------------------------------------------------------------

Οἱ Ἅγιοι Βαρθολομαῖος καὶ Βαρνάβας

 


Ὁ Βαρθολομαῖος ἦταν ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀπόστολους τοῦ Κυρίου καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Ἰνδούς. Ἀλλὰ στὴν Οὐρβανούπολη οἱ εἰδωλολάτρες τὸν σταύρωσαν, καὶ ἔτσι ἔνδοξα τελείωσε τὴν ζωή του μὲ τὸ μαρτύριο.

Ὁ Βαρνάβας ἦταν Ἰουδαῖος Λευΐτης, ἀπὸ τὴν Κύπρο. Ἀλλὰ στὰ χρόνια τῶν Ἀποστόλων κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλήμ. Βασικὸς συνεργάτης τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ὁ Βαρνάβας, κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, στὴ Ῥώμη, στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ στὴ γενέτειρά του Κύπρο.
 Ἐκεῖ λιθοβολήθηκε ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες, καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἔκαψαν.

 


Ὁ Βαρνάβας ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἔνδοξη ἐκκλησιαστικὴ φυσιογνωμία, ποὺ διακρίθηκε γιὰ τὴν φλογερή του πίστη καὶ γιὰ τὴν ἱκανότητά του στὸ κήρυγμα τοῦ θείου λόγου.

Καὶ οἱ δυὸ Ἀπόστολοι συνέβαλαν κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο στὴν ἐκπλήρωση τῆς προφητείας τοῦ Κυρίου, ὅτι «εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρώτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον». Δηλαδή, πρέπει σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο σχέδιο νὰ κηρυχθεῖ προηγουμένως τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ εἶναι τὸ κήρυγμα αὐτὸ ἔλεγχος γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲ θὰ πιστέψουν.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεία ὄργανα, τοῦ Παρακλήτου, καὶ ἐκφάντορες, τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀνεδείχθητε θεόπται Ἀπόστολοι, Βαρθολομαῖε τῶν Δώδεκα σύσκηνε, καὶ Βαρνάβα ὡς υἱὸς παρακλήσεως. Ἀλλὰ αἰτήσασθε, Χριστὸν τὸν Θεὸν πανεύφημοι, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος γ’.
Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ , ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Κοντάκιον 
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὤφθης μέγας ἤλιος τῇ οἰκουμένῃ, διδαγμάτων λάμψεσι, καὶ θαυμασίων φοβερῶν, φωταγωγῶν τοὺς τιμώντάς σε, Βαρθολομαῖε Κυρίου Ἀπόστολε.

ΜεγαλυνάριονΧαίροις Ἀποστόλων ἡ ξυνωρίς, τῆς οἰκονομίας, τοῦ Σωτῆρος οἱ λειτουργοὶ, σὺν Βαρθολομαίῳ, Βαρνάβας ὁ θεόφρων, πνευματικαὶ κινύραι, τῶν ὑπὲρ ἔννοιαν.


------------------------------------------------------------------------------
 
Σύναξις Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τῷ « Ἀδειν»
δηλαδὴ ἡ παράδοση ἀπὸ τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριὴλ τοῦ ὕμνου «Ἄξιον Ἐστίν»

 


Ἡ παράδοση αὐτὴ τοῦ γνωστοῦ ὕμνου « Ἄξιον Ἐστίν» ἔγινε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο σὲ κάποιο κελλὶ τῆς Μονῆς Παντοκράτορος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ ἐπονομάζεται « Ἄξιον Ἐστίν», ἡ δὲ τοποθεσία ὀνομάζεται « Ἄδειν».

Ὁ δὲ Ἄγγελος, ποὺ παρέδωσε τὸν ὕμνο αὐτὸ σὲ κάποιο μοναχό, ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ.

Τὸ παρακάτω ἱστορικὸ γράφηκε ὡς ὑπόμνημα ἀπὸ τὸν ἱερομόναχο Σεραφεὶμ τὸν Θυηπόλο τὸ 1548 (ἀπὸ κτίσεως κόσμου 7056) ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ Πρῶτος τοῦ Ἁγίου Ὅρους καὶ διέσωσε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.


Κατὰ τὴ Σκήτη τοῦ Πρωτάτου, ποὺ βρίσκεται στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγ. Ὄρους – στὴν ἀριστερὴ ὄχθη τοῦ κατιόντος χειμάρρου τοῦ Λιβαδογένη, κάτω ἀπὸ τὴ ρωσικὴ Σκήτη τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέα - ἐκεῖ κοντὰ στὴν τοποθεσία τῆς Ι. Μονῆς Παντοκράτορος, εἶναι ἕνας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος ποὺ ἔχει διάφορα Κελλιά.

Σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ Κελλιὰ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, κατοικοῦσε ἕνας ἐνάρετος Ἱερομόναχος γέροντας μὲ τὸν ὑποτακτικό του. Ἐπειδὴ δὲν συνηθίζονταν νὰ γίνεται ἡ καθιερωμένη ἀγρυπνία κάθε Κυριακὴ στὴν παραπάνω Σκήτη τοῦ Πρωτάτου, κατὰ τὸ ἑσπέρας ἑνὸς Σαββάτου θέλοντας ὁ Γέροντας νὰ πάει στὴν ἀγρυπνία λέγει στὸν ὑποτακτικὸ :

- Ἐγὼ Τέκνο μου θὰ πάω νὰ ἀκούσω τὴν ἀγρυπνία ὡς συνήθως. Ἐσὺ μεῖνε στὸ κελὶ καὶ ἀνάγνωσε τὴν ἀκολουθία σου. Καὶ ἔτσι ἔφυγε.

Ἀφοῦ ἦρθε τὸ βράδυ, ἀκούει ὁ ὑποτακτικὸς νὰ χτυπάει κάποιος τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ. Πῆγε, τὴν ἄνοιξε καὶ βλέπει κάποιον ξένο καὶ ἄγνωστο μοναχό, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ παρακάλεσε, μπῆκε καὶ ἔμεινε ἐκείνη τὴ βραδιὰ στὸ κελλί.

Τὴν ὥρα τοῦ ὄρθρου σηκώθηκαν καὶ ἔψαλλαν καὶ οἱ δύο τὴν ἀκολουθία. Ὅταν ὅμως ἦλθαν στὴν Τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, ὁ ὑποτακτικὸς ἔψαλλε ἕως τέλους τὸ συνηθισμένο καὶ παλαιὸ ὕμνο τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Ποιητοῦ, ἐνῷ ὁ ξένος μοναχὸς στάθηκε μπροστὰ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου καὶ μὲ περισσὴ εὐλάβεια καὶ φόβο κάνοντας ἄλλη ἀρχὴ τοῦ ὕμνου τὸν ἔψαλλε μελιρρύτως ὡς ἑξῆς: « Ἄξιον ἐστὶν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον, καὶ παναμώμητον, καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν». Μετὰ ἐπισύναψε καὶ τὴν Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.


Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ ὑποτακτικὸς ἐνθουσιάστηκε ἀφ’ ἑνὸς γιὰ τὸ νέο ὕμνο ἀφετέρου γιὰ τὴν κατὰ κάποιο τρόπο Ἀγγελοειδῆ φωνὴ καὶ οὐράνιο μελῳδία ποὺ ἄκουσε καὶ λέει πρὸς τὸν ξένο μοναχό:

- Ἐμεῖς μόνο τὴν Τιμιωτέρα ψάλλουμε. Τὸ Ἄξιον Ἐστίν, δὲν τὸ ἔχουμε ἀκούσει ποτέ, οὔτε ἐμεῖς ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ πρωτύτεροι ἀπό μᾶς. Ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ, κάνε ἀγάπη καὶ γράψε σὲ μένα τὸν ὕμνο αὐτὸ γιὰ νὰ τὸν ψάλλω καὶ ἐγὼ στὴν Θεοτόκο.

- Φέρε μου μελάνι καὶ χαρτὶ γιὰ νὰ γράψω τὸν ὕμνο, τοῦ εἶπε ὁ ξένος μοναχός.

- Δὲν ἔχω οὔτε μελάνι, οὔτε χαρτὶ ,εἶπε ὁ ὑποτακτικός. Τότε ὁ ξένος μοναχὸς εἶπε:

- Φέρε μου μία πλάκα .

Ὁ ὑποτακτικὸς πῆγε τότε καὶ ἔφερε (μάλιστα λέγεται ὅτι ἡ πλάκα αὐτὴ ἦταν ἀπὸ τὸ δάπεδο τοῦ ναοῦ κάτι ποὺ εἶναι πολὺ πιθανόν). Τὴν πῆρε λοιπὸν ὁ ξένος, καὶ ἔγραψε πάνω σ’ αὐτὴν μὲ τὸ δάκτυλό του τὸν παραπάνω ὕμνο, τὸ Ἄξιον Ἐστίν. Κι ὦ τοῦ θαύματος!!! Τὰ γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιὰ πάνω στὴν σκληρὴ πλάκα σὰν νὰ γράφηκαν σὲ μαλακὸ πηλό.

Καὶ ποιὸς νὰ περιγράψει τὴν ἔκπληξη τοῦ ὑποτακτικοῦ ποὺ βρέθηκε μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ ἐξαίσιο γεγονός, ὁ ὁποῖος δίκαια στάθηκε ἐμβρόντητος καὶ παράλαβε τὴν πλάκα ἀπὸ τὸν ξένο. Μετὰ εἶπε ὁ ξένος στὸν ὑποτακτικό:

- Ἀπὸ σήμερα καὶ στὸ ἑξῆς ἔτσι νὰ ψάλλετε αὐτὸ τὸν ὕμνο καὶ ἐσεῖς, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι στὴν Κυρία ἡμῶν Θεοτόκο. Καὶ μετὰ ἐξαφανίστηκε. Ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸ Θεό, γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τὸν ἀγγελικὸ αὐτὸ ὕμνο στὴν ἀνθρωπότητα.

Ὁ ὑποτακτικὸς μοναχὸς δοκιμάζοντας ἔκπληξη στὴν ἔκπληξη καὶ χαρὰ στὴν χαρά, προσκύνησε τὸν τόπο ὅπου στάθηκε ὁ Ἄγγελος καὶ ξεφώνησε: «Νῦν εἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν Ἄγγελο Αὐτοῦ» καὶ ἀτενίζοντας τὴν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Δεδοξασμένα ἐλαλήθη περί σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ, Δέσποινά μου Μαρία».

Ἀφοῦ ἐπέστρεψε καὶ ὁ Γέροντας ἀπὸ τὴν Ἀγρυπνία στὸ κελλί, ἄρχισε ὁ ὑποτακτικὸς νὰ τοῦ διηγεῖται τὰ συμβαίνοντα καὶ νὰ τοῦ ψάλλει τὸ Ἄξιον Ἐστίν, ὅπως τοῦ παρήγγειλε ὁ Ἄγγελος καὶ στὴ συνέχεια τοῦ ἔδειξε καὶ τὴν πλάκα μὲ τὰ ἀγγελοχάρακτα γράμματα. Ὁ Γέροντας ἀκούγοντας καὶ βλέποντας ὅλα αὐτά, ἔμεινε ἐκστατικὸς ἀπέναντι στὸ θαῦμα αὐτό.

Πῆραν καὶ οἱ δύο τὴν ἀγγελοχάρακτη πλάκα καὶ πῆγαν στὸ Πρωτᾶτο. Τὴν ἔδειξαν στὸν Πρῶτο ἀλλὰ καὶ στοὺς Γέροντες τῆς Κοινῆς Σύναξης καὶ τοὺς διηγήθηκαν ὅλα τὰ γενόμενα. Αὐτοὶ δόξασαν τὸ Θεὸ καὶ εὐχαρίστησαν τὴ Κυρία Θεοτόκο γιὰ τὸ ἐξαίσιο αὐτὸ Θαῦμα. Ἀμέσως ἔστειλαν τὴν πλάκα στὴν Κωνσταντινούπολη πρὸς τὸν Πατριάρχη καὶ τὸν Αὐτοκράτορα ἀφοῦ τοὺς ἔγραψαν καὶ γράμματα ποὺ ἐξιστοροῦσαν ὅλη τὴν ὑπόθεση τοῦ γεγονότος.

Ἀπὸ τότε καὶ μετὰ ὁ Ἀγγελικὸς αὐτὸς ὕμνος διαδόθηκε σὲ ὅλη τὴν Οἰκουμένη καὶ ψάλλεται στὴ Θεομήτορα ἀπὸ ὅλους τούς Ὀρθοδόξους.

Ἡ δὲ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου ποὺ βρισκόταν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Κελλίου στὸ ὁποῖο ἔγινε αὐτὸ τὸ Θαῦμα, μὲ κοινὴ ἀπόφαση τῶν Πατέρων ἀποφασίσθηκε νὰ μεταφερθεῖ στὸ Ι. Βῆμα τοῦ Πρωτάτου. Ἔτσι ἀφοῦ συνήχθησαν πολλοὶ Πατέρες, ἔκαναν μία μεγαλειώδη λιτανεία (κρατώντας κεριά, προσφέροντας θυμιάματα, καὶ θείους ὕμνους) ὅπως ἅρμοζε στὴν περίπτωση καὶ ἀφοῦ πῆγαν στὸ κελλὶ ὅπου εἶχε λάβει χώρα τὸ Θαῦμα προσκύνησαν τὴν ἐν λόγῳ Ἱερὰ Εἰκόνα τῆς Θεομήτορος. Στὴ συνέχεια τὴν λιτάνευσαν πρὸς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Πρωτάτου. Ὅταν ἔφθασαν στὸν Ναὸ τὴν ἀπέθεσαν στὸν κυρίως Ἱερὸ Ναὸ καὶ στὴ συνέχεια τέλεσαν ἀγρυπνίας εἰς δόξα καὶ τιμὴ τῆς Θεομήτορος καὶ τοῦ Ὑπηρέτη Αὐτῆς Μεγίστου Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ. Μετὰ ἀφοῦ τὴν ἔλαβαν σὰν τίμιο ἁγίασμα, χρυσοπορφύρωτο κιβωτὸ καὶ τιμαλφέστατο θησαυρό, μὲ τὴν δέουσα τιμὴ καὶ εὐλάβεια τὴν εἰσήγαγαν στὸ Ι. Βῆμα σύμφωνα μὲ τὴν προσυμφωνηθεῖσα ἀπόφαση καὶ τὴν ἐνθρόνισαν στὸ Ἱερὸ σύνθρονο τοῦ Ἁγίου Βήματος πίσω ἀπὸ τὴν Ἅγια Τράπεζα, ὅπου βρίσκεται μέχρι καὶ σήμερα, σὰν σὲ θρόνο βασιλικό.

Ἀπὸ τότε ἡ Ἱερὰ αὐτὴ Εἰκόνα πῆρε τὴν ὀνομασία τοῦ ἀγγελικοῦ ὕμνου «Ἄξιον Ἐστίν», ἂν καὶ ἀρχικὰ εἶχε ἄλλη ὀνομασία, ἐπειδὴ μπροστὰ στὴν εἰκόνα αὐτὴ ψάλθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ὁ ὕμνος αὐτός. Τὸ κελλὶ πῆρε τὴν ἐπωνυμία «Ἄξιόν Ἐστι» ἐνῷ ὁ λάκκος ( ἡ τοποθεσία) ποὺ βρίσκεται τὸ κελλὶ ὀνομάζεται ἀπὸ ὅλους μέχρι σήμερα «Ἄδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), ἐπειδὴ ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορὰ ψάλθηκε ὁ ἀγγελικὸς καὶ Θεομητροπρεπὴς αὐτὸς ὕμνος.

Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶναι παλαιὸ καὶ ἔγινε τὸ 980 μ.Χ. (6488 ἔτη ἀπὸ κτίσεως κόσμου) ἐπὶ τῆς Βασιλείας Βασιλείου καὶ Κωνσταντίνου τῶν αὐταδέλφων ποὺ ὀνομαζόντουσαν καὶ Πορφυρογέννητοι, υἱῶν τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ νέου καὶ ἐπὶ πατριαρχίας Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργου.

Τὸ ὅτι ὁ Ἄγγελος ποὺ φάνηκε ὡς ξένος μοναχὸς ἦταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, μαρτυρεῖ καὶ τὸ βιβλίο τοῦ μηναίου κατὰ τὴν ἑνδεκάτη Ἰουνίου ὡς ἑξῆς: «Τῆ αὐτῆ ἡμέρᾳ, ἡ σύναξις τοῦ Ἀρχαγγέλου Γαβριὴλ ἐν τῷ Ἄδειν».

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Πατέρων ἀθροίσθητε, πᾶσα τοῦ Ἄθω πληθύς, πιστῶς ἑορτάζοντες, σήμερον χαίροντες, καὶ φαιδρῶς ἀλαλάζοντες, πάντες ἐν εὐφροσύνῃ, τοῦ Θεοῦ γὰρ ἡ Μήτηρ, νῦν παρὰ τοῦ Ἀγγέλου, παραδόξως ὑμνεῖται διό ὡς Θεοτόκον ἀεὶ ταύτην δοξάζομεν


------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Ἅγιος Θεόπεμπτος μαζὶ μὲ ἄλλους τέσσερις

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.


------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Ὅσιος Βαρνάβας ὁ θαυματουργὸς ὁ ἐν Λεμεσῷ

 


O Ὅσιος Βαρνάβας ἔζησε καὶ ἀσκήτεψε στὴ Βάσα. Σύμφωνα μὲ τὶς παραδόσεις τῶν κατοίκων τῆς Βάσας καὶ τὴν ἀκολουθία του, ἀσκήτεψε σὲ μία σπηλιὰ ποὺ βρίσκεται στὰ δυτικά του χωριοῦ καὶ στὴ ρίζα ἑνὸς πέτρινου γκρεμοῦ ἀπὸ ἄσπρα ὑδατώδη πετρώματα.

Ἀπολυτίκιον 

Ἦχος γ’.
Χαίρει ἔχουσα Βάσεων πόλις, θείαν λάρνακα τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγᾶς τῶν ἰάσεων, καὶ διασῴζουσαν πᾶν τᾶς ἐκ θλίψεων, τοὺς σοὶ προστρέχοντας, πάτερ, ἐκ πίστεως Βαρνάβα ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


------------------------------------------------------------------------------
 
Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης Τσί-Σοὺνκ (Κινέζος) καὶ οἱ μαζὶ μ᾿ αὐτὸν μαρτυρήσαντες: Τατιανὴ ἡ Πρεσβυτέρα του, Ἡσαΐας καὶ Ἰωάννης οἱ γιοί του, Μαρία ἡ νύφη του καὶ ἄλλοι 222 Κινέζοι Μάρτυρες

 


Στὴ δύση τοῦ 19ου αἰώνα μ.Χ., στὴ Κίνα, ἀναπτύσσετε τὸ κίνημα τῶν Μπόξερ ποὺ ἀποτελούταν ἀπὸ ξενόφοβους συντηρητικοὺς ἀριστοκράτες ποὺ ἐναντιώνονταν σὲ ὁτιδήποτε νέο καὶ ἐκσυγχρονιστικό. Οἱ Μπόξερ, ἔπνιγαν στὸ αἷμα κάθε ἀντίδραση καὶ ζητοῦσαν τὴν ἔξωση ὅλων τῶν ξένων ποὺ ζοῦσαν στὴν Κίνα, στοὺς ὁποίους κατὰ τὴν γνώμη τοὺς ὀφειλόταν κάθε κακὸ ποὺ συνέβη σ' αὐτή.

Οἱ χριστιανοὶ ἔχουν τὴν πρώτη καὶ κύρια θέση στὸ διωγμὸ ποὺ ἐπέβαλαν οἱ Μπόξερ. Στὶς 11 Ἰουνίου τοῦ 1900 μ.Χ., στὸ Πεκίνο, μία πομπὴ μὲ Μπόξερ, ξεκίνησε μὲ ἀναμμένους δαυλούς, ὑψώνοντας στὰ χέρια τὰ εἴδωλα τῶν πατροπαράδοτων θεῶν τῆς κινέζικης φυλῆς καὶ κρατώντας θυμιατήρια γιὰ νὰ τοὺς θυμιάσουν οἱ χριστιανοί, ἀρνούμενοι τὴν «ξενόφερτη» πίστη τους. Ἡ πίεση ἦταν ἀφόρητη καὶ τὰ μαρτύρια τῶν χριστιανῶν φρικτά. Πολλοὶ δυστυχῶς κάμφθηκαν καὶ ἔκαιγαν θυμίαμα γιὰ νὰ σώσουν τὴ ζωή τους. Ἄλλοι ὅμως ὁμολογοῦσαν θαρραλέα τὴν πίστη τους στὸ Χριστό.

Ἀνάμεσα στοὺς τελευταίους ἦταν καὶ ὁ Ἅγιος Μητροφάνης Τσὶ-Σούνγκ, ὁ πρῶτος Κινέζος ὀρθόδοξος ἱερέας ποὺ εἶχε χειροτονηθεῖ ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἰαπωνίας. Στὴν ἀρχή, οἱ Μπόξερ ἄρχισαν νὰ τὸν χτυποῦν βάναυσα μὲ γροθιὲς στὸ στῆθος. Ἔσφαξαν μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ τὴν πρεσβυτέρα τοῦ Τατιανὴ καὶ τὸν 23χρονο γιὸ τῆς Ἠσαΐα, ἐνῶ ἔκοψαν τὴ μύτη, τὰ αὐτιὰ καὶ τὰ δάκτυλα τῶν ποδιῶν τοῦ μικρότερου γιοῦ του, Ἰωάννη. Τέλος ἐκτέλεσαν καὶ τὸν Ἅγιο Μητροφάνη.

Λίγο ἀργότερα, ἔφτασε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ ἡ νύφη τοῦ Μητροφάνη, Μαρία, μνηστὴ τοῦ μάρτυρα πιὰ Ἠσαΐα, 19 ἐτῶν, ἐπιθυμώντας νὰ πεθάνει μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ μνηστήρα της. Οἱ Μπόξερ, ἀφοῦ τὴν βασάνισαν τὴν σκότωσαν καὶ αὐτή.

Ἀπὸ τοὺς περίπου χίλιούς της ἐνορίας τοῦ Πεκίνου, οἱ τριακόσιοι χάθηκαν στὰ αἱματηρὰ γεγονότα τῆς 11ης Ἰουνίου 1900 μ.Χ., ἐκ τῶν ὁποίων 222 ἔλαβαν τὸ στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Περισσότερες λεπτομέρειες γιὰ τὴ ζωὴ αὐτῶν τῶν ἁγίων της ὀρθοδοξίας, μπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο "Συναξάριον Ὀρθοδόξων Κινέζων Μαρτύρων", τοῦ Γεωργίου Ε. Πιπεράκη, Ἀθῆναι 1997.

Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α' Χορὸς ἀγγελικός.
Χριστῷ ἱερουργῶν, ἱερεὺς ὧν τῆς δόξης, θυσίαν λογικὴν καὶ τὸ ἄμωμον θύμα, ἀθλήσεως στάδιον, σεαυτὸν προσενήνοχας σὺν ποιμνίω σου, πάτερ Τσὶ-Σοὺνγκ ἐν Πεκίνω, ὅθεν πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν πίστει ὑμνούντων τὴν παντιμον μνήμην σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος β'.
Καὶ τρόπων μέτοχος καὶ θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος τὴν πράξη εὖρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν• δὶ' ἰ πίστει ἐνήθλησας ἐν Πεκίνω, μέχρις αἵματος, ἱερομάρτυς Τσὶ-Σούνγκ. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχᾶς ἠμῶν.

Μεγαλυνάριον 
Ἦχος γ'
Χαίροις τοῦ Πεκίνου ἱερουργὸς σὺν τῷ σῶ ποιμνίω, μαρτυρήσας πανευκλεῶς, δυσσεβοὺς τυράννου, τὰς μηχανᾶς συνθλίψας, δυνάμει τοῦ Κυρίου, πάτερ Μητρόφανες.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...