Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιουνίου 23, 2013

ΤΟ ΤΡΙΑΔΙΚΟ ΔΟΓΜΑ (συνέχεια) Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ



Υπό Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης
ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ Π. ΛΑΜΠΑΔΑΡΙΟΥ

Θεός ο Υιός

Μέσα στη Θεία Ουσία ο Υιός διακρίνεται από τον Πατέρα ως ξεχωριστή Υπόσταση ή Πρόσωπο[1].  Παρ’ όλο που ο Υιός παραμένει αδιαίρετος και αχώριστος από τον Πατέρα, είναι ένα μαζί Του με τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατον οι δύο να υπάρχουν χωριστά ο ένας από τον άλλον, το να είναι δύο ξεχωριστοί θεοί.  Ο Υιός διαφοροποιείται από τους «υιούς του Θεού» ως ο Μονογενής Υιός, ο Οποίος γεννάται χωρίς αρχή από την Ουσία του Θεού Πατέρα και δεν δημιουργείται, όπως όλα τα άλλα δημιουργήματα.  Ο Υιός δεν είναι «υιός» με την σημασία του όρου που χρησιμοποιείται στην Παλαιά Διαθήκη σχετικά με τον λαό του Ισραήλ, που ονομάζετο από τον Θεό «υἱὸς πρωτότοκός μου  Ἰσραήλ»[2]. Ούτε συγκρίνεται με τους Αγγέλους, ή τον Αδάμ, ή τους ειρηνοποιούς στην Καινή Διαθήκη, οι οποίοι, με το να μιμούνται την Αγαθότητα και Καλωσύνη του Θεού Πατέρα, καλούνται «υιοί Θεού»[3]. 
Ο Υιός είναι από την ίδια Ουσία και γεννάται από τον Πατέρα πριν από κάθε χρόνο και χωρίς αρχή, όπως ο ίδιος τονίζει: «’Εγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι»[4] και ότι «πρὶν Ἀβραὰμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι»[5].  Χρησιμοποιώντας το ρήμα «γενέσθαι» ο Χριστός δήλωνε ότι ο Αβραάμ ήταν θνητός και είχε δημιουργηθεί σε χρόνο, αλλά για τον Εαυτόν Του χρησιμοποιεί τον όρο «ἐγώ εἰμι», για να δηλώσει την συνεχή Ύπαρξή Του και ότι είναι ελεύθερος από κάθε έννοια χρόνου[6].
Ο Υιός δεν έλαβε την ύπαρξη Του μέσα σε χρόνο, όπως όλη η υπόλοιπη Δημιουργία που έχει περιορισμένη φύση.  Γεννήθηκε πριν από κάθε χρόνο από τον Πατέρα και έχει την ίδια Φύση και Ουσία μ’ Αυτόν, ως ο Μονογενής της Ουσίας του Πατέρα.  Επομένως, ο Υιός ως Άπειρος και Ίσος με την Φύση του Πατέρα, τολμά να διακηρύξει: «Οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι»[7].  Αυτή η μαρτυρία αποκαλύπτει την ισότητα του Υιού προς τον Πατέρα Του, επειδή, εάν έχουν ίση γνώση ο ένας για τον άλλον, πρέπει να είναι ίσοι σ’ όλα[8].   Τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος γνωρίζουν εξ ίσου τα βάθη του άλλου, επειδή είναι ίσοι στη γνώση και είναι της αυτής Ουσίας.  Γι’ αυτό τον λόγο, «οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ. ‘Ο γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα»[9], μη διαφέροντα στη Δύναμη ή Ενέργεια, αλλά, «ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ»[10].  
Η ανωτέρα υπόσχεση για την χορήγηση της Ζωής από τον Χριστό είναι βασισμένη στην ισότητα της Εξουσίας και στην κοινή Φύση, και δόθηκε από τον Χριστό στους αγίους Αποστόλους Του λίγο πριν από τα Άγια Πάθη και Σταύρωσή Του, σύμφωνα με την οποία «ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ Πατέρα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»[11] και «ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα»[12].  Κατά συνέπεια, μετά από την ένδοξο Ανάσταση, όταν ο άγιος Απόστολος Θωμάς είδε τον Αναστάντα Κύριο, αναφώνησε: «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου»[13] και ο Χριστός ανταποκρίθηκε λέγοντας, «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»[14].
Οι άγιοι Απόστολοι και Μαθητές διακήρυξαν τον Υιό ως Θεό, ίσο προς τον Πατέρα.  Ο άγιος Ιωάννης ο Απόστολος και Ευαγγελιστής μας διδάσκει σχετικά με την Ενσάρκωση του Λόγου ότι «εν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος»[15], δεικνύοντας ότι πάντοτε υπήρχε και δεν υπήρχε χρόνος κατά τον οποίον δεν ήταν.  Όπου και αν στρέψουμε τις σκέψεις μας, δεν μπορούμε να βρούμε κάποιο χρόνο ή περίοδο ή αιώνα όπου ο Υιός δεν ήταν, διότι πάντοτε «Είναι». «Ο Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν», δεν κρυβόταν μέσα στον Θεό.  Ήταν με τον Θεό. Με το να προσθέσει το «καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος», ο Ευαγγελιστής μας βεβαιώνει ότι ο Υιός και Λόγος ήταν πάντοτε Θεός έχοντας την δική Του Υπόσταση, προερχόμενος από την ιδίαν Ουσία και Φύση, όπως του Πατέρα.[16]
Ο άγιος Απόστολος Παύλος μιλά για τον Υιό ως να είναι πάντοτε «ἐν μορφῇ Θεοῦ»[17] και ως ταυτόσημη ζώσα «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου»[18]. Αυτός φέρει τα χαρακτηριστικά του Πατέρα, που δεν είναι νεκρά, αλλά υπάρχουν μέσα στην Ουσία του Θεού διατηρώντας την ταυτόσημη Εικόνα.  Γι’ αυτό τον λόγο, δεν δίστασε να ενσαρκωθεί και, αναλαμβάνοντας την ανθρώπινή μας φύση, «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ»[19].  Ο Υιός συναναστράφηκε ανάμεσά μας[20], επειδή δεν είχε κανένα φόβο να χάσει εκείνο που «Είναι», γιατί «Είναι» από την Φύση Του Θεός ίσος προς τον Πατέρα.  Γενόμενος άνθρωπος, δεν έχασε την Θεότητά Του, ούτε οι δύο Φύσεις, Θεία και ανθρώπινη, συγχίστηκαν ή αναμείχθηκαν.  Κατ’ ακολουθία, παραμένει ο μοναδικός Θεάνθρωπος. Γι’ αυτό, ο άγιος Απόστολος Παύλος αναφερόμενος στη Θυσία του Υιού γράφει: «Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ»[21].
Στην προς Εβραίους Επιστολή διακηρύσσεται ότι ο Ενσαρκωθείς Υιός, «ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ, φέρων τε τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, δι’ ἑαυτοῦ καθαρισμὸν ποιησάμενος τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς»[22], είναι Φως εκ Φωτός, αχώριστος από τον Πατέρα και σχετίζεται προς Αυτόν, όπως η λάμψη του φωτός είναι αχώριστη από τον ήλιο.  Η σχέση μεταξύ του Πατέρα και του Υιού είναι όμοια με εκείνη της λάμψεως προς τον ήλιο και συνυπάρχει από τη φύση με τη δική της ταυτότητα.  Ο Υιός αναφέρεται ως ο«χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως» του Πατέρα, επειδή είναι ο ίδιος κατά πάντα μ’ Εκείνον: Θεός, Κύριος, Παντοδύναμος, Δημιουργός, Παντοκράτωρ και ό,τι χαρακτηρίζει τον Πατέρα[23].
Σύμφωνα μ’ αυτή την πίστη σχετικά με τον Υιό ως ίσος προς τον Πατέρα και ως τέλειος Θεός, ο άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης δίδαξε ότι «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν»[24].  Χρησιμοποιώντας την πρόθεση «διά» ο Ιωάννης δήλωσε όχι κάποια υπηρεσία, αλλά συνεργασία, «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα, εἴτε θρόνοι εἴτε κυριότητες εἴτε ἀρχαὶ εἴτε ἐξουσίαι· τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται· καὶ αὐτός ἐστι πρὸ πάντων, καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»[25], ενώ ο ίδιος δεν δημιουργήθηκε, αλλά υπήρχε πριν απ’ όλα, συνυπήρχε προ πάντων των αιώνων μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.  Η προς Εβραίους Επιστολή ομολογεί τον Υιό να είναι ο Κύριος που δημιούργησε και φέρει «τὰ πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ»[26].  Γι’ αυτό διακηρύσσεται, «ὁ θρόνος σου, ὁ Θεός, εἰς τὸν αἰῶνα τοῦ αἰῶνος»[27].
Σ’ όλη την Καινή Διαθήκη βρίσκει κανείς πολλά χωρία στα οποία ο Λόγος του Θεού, ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, καλείται Θεός.  Στο Βιβλίο των Πράξεων, η Εκκλησία καλείται «ἐκκλησία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος»[28]. Οπωσδήποτε εδώ φανερώνεται η Θεότητα του Ιησού Χριστού, ο Οποίος ως άνθρωπος χύνει το Αίμα Του πάνω στο Σταυρό για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, αλλά, επειδή η ανθρώπινή Του φύση ήταν υποστατικά ενωμένη με την Θεία Φύση, το Αίμα Του δεν ήταν κοινό ανθρώπινο αίμα, αλλά εκείνο του Θεανθρώπου.  Ο άγιος Απόστολος Παύλος, γράφοντας στον Τίτο σχετικά με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αναφέρεται στην«μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν  Ἰησοῦ Χριστοῦ»[29],διακηρύσσοντας τον Χριστό ως τον Τέλειο και Μεγάλο Θεό[30].  Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να ισχυριστεί κανείς ότι ο Υιός είναι κατώτερος από τον Πατέρα[31];  Στην προς Ρωμαίους Επιστολή ο Κύριος διακηρύσεται να είναι «ὁ ὢν ἐπὶ πάντων Θεὸς εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας»[32].
Ο Θεοδώρητος Κύρου, ερμηνεύοντας το ανώτερο χωρίο, τόνισε ότι ο άγιος Απόστολος Παύλος αναφερόμενος στην καταγωγή του Χριστού από τους Ιουδαίους «κατά την σάρκα», διακήρυξε ότι είναι ο Αιώνιος Θεός, φανερώνοντας τις δύο Φύσεις του Χριστού, Θεία και ανθρώπινη, που ήταν ενωμένες στη μία Υπόσταση[33]. Ο άγιος Απόστολος Παύλος ομιλώντας για την ανθρώπινη φύση του Χριστού δήλωσε, «ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς»[34] και ότι «Θεὸς ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων ἑαυτῷ»[35].  Ο άγιος Ιωάννης ο Απόστολος και Ευαγγελιστής, διακήρυξε τον Χριστό ότι «οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος»[36] και, όπως η ψυχή κατοικεί μέσα στο σώμα, έτσι «καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ Πατέρα, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας»[37].
Στην Καινή Διαθήκη βρίσκομε μερικά χωρία[38] στα οποία ο Υιός φαίνεται να είναι κατώτερος σε σχέση με τον Πατέρα Του, αλλ’ αυτά τα χωρία αναφέρονται μόνον στην ανθρώπινη φύση του Χριστού επειδή έλαβε σάρκα και την ομοιότητα του δούλου. Μέσον της άκρας ταπεινώσεώς Του τράβηξε την προσοχή του Πατέρα να επιβλέψει με έλεος πάνω σ’ όλους τους ανθρώπους και διά της Θυσίας Του πάνω στον Σταυρό, εμείς γινήκαμε αδελφοί Του, επειδή συμμετείχε στη δική μας σάρκα και αίμα[39]

Αυτά τα χωρία είναι τα ακόλουθα:
  1.  Στον Ιωάννη 14:28 ο Χριστός λέγει: «ὁ πατήρ μου μείζων μού ἐστι». Η δήλωση αυτή αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση του Κυρίου, επειδή είναι πράγματι κατώτερη σε σχέση με την Θεία Φύση.
  2. Στον Ιωάννη 5:19 ο Χριστός λέγει: «’Αμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ».  Αυτό το χωρίο δεν φανερώνει εξάρτηση του Υιού από τον Πατέρα σαν κατώτερος προς Αυτόν, αλλά φανερώνει την απόλυτη ισότητα και αρμονία που επικρατεί στη Θεία Τους Βουλή και Ενέργεια, έχοντας Μία Θέληση, Μία Εξουσία και Μία και την αυτήν ίση Δύναμη.  Όταν ο Κύριος λέγει ότι «οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐδέν», φανερώνει ότι είναι ίσος προς τον Πατέρα και ότι και οι δύο έχουν την ίδια Βουλή για όλα τα πράγματα.  Επομένως, φαίνεται ότι ο Πατέρας και ο Υιός έχουν ένα Νουν και μία Βουλή για όλα τα πράγματα και, κατά συνέπεια, ο Πατέρας και ο Υιός ενεργούν ως Ένας, εφ’ όσον ο Υιός ό,τι «βλέπῃ τὸν Πατέρα ποιοῦντα …, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ».  Ακόμα, η Ουσία του Πατέρα και του Υιού είναι Μία.  Οι Ενέργειες και η Ουσία είναι Μία, διότι Μία Ουσία, Μία Δύναμη και Μία Ενέργεια μπορεί να υπάρχει στη Θεότητα του Πατέρα και του Υιού[40]
Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει ότι … ο Κύριος δεν έκαμε κάτι χωρίς τον Πατέρα, είτε μόνος Του ή δια μέσον των Αποστόλων (διότι ήταν ενωμένος μ’ Εκείνον)[41].
  1. Στον Ιωάννη 17:3 ο Χριστός λέγει: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας  Ἰησοῦν Χριστόν».  Αυτό το χωρίο δεν αφαιρεί την ισότητα της Θεότητας του Υιού, επειδή η έκφραση «τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν» λέγεται σε αντιδιαστολή προς τους ψευδείς θεούς.  Το γεγονός ότι για να κληρονομήσει κανείς την «αιώνιον ζωήν» πρέπει να «γνωρίζουν» όχι μόνον τον Πατέρα, αλλά εξ ίσου και τον Υιό, τον Οποίον έστειλε στον κόσμο, φανερώνει την ισότητα των δύο Προσώπων της Αγίας Τριάδος[42].
  2. 4.                        Όταν ο Χριστός αναφέρετο στον Εαυτόν Του ως τον «Υιόν του ανθρώπου»[43] είναι φανερόν ότι τόνιζε την ανθρώπινή Του φύση.  Γι’ αυτό, δεν είναι παράλογο, εάν ο Πατέρας εμφανίζεται να παραδίδει «τὴν κρίσιν πᾶσαν τῷ υἱῷ» διότι «υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί»[44], ή «ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ»[45]∙ ή Του δίδεται η «ἐξουσία πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον»[46] ή Του δίδεται «πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς»[47] να κρίνει τους ζώντες και τους νεκρούς. Ακόμα, ο όρος «γενόμενος» που χρησιμοποιεί ο άγιος Απόστολος Παύλος αναφέρεται στην μέσα στο χρόνο Ενσάρκωση του Υιού[48].
  3. Τελικά, όταν ο άγιος Απόστολος Παύλος καλεί τον Χριστό «πρωτότοκον πάσης κτίσεως»[49],διακήρυττει την αλήθεια ότι ο Κύριος δεν δημιουργήθηκε, αλλά γεννήθηκε από τον Πατέρα, επειδή δεν είπε ‘τον πρώτον δημιουργηθέντα’, αλλά «τον πρωτότοκον», όχι γιατί ο Κόσμος σχετίζεται μ’ Αυτόν, αλλά, επειδή γεννήθηκε πριν απ’ όλη τη Δημιουργία[50].
            Η Ορθόδοξος Εκκλησία δέχθηκε την Αλήθεια ότι ο Χριστός είναι Θεός ίσος προς τον Πατέρα από τους αγίους Αποστόλους και οι Αποστολικές τους Διδασκαλίες διατηρήθηκαν μέσα στις διδασκαλίες των Αποστολικών Πατέρων και των επομένων γενεών που επακολούθησαν.
Στη Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή του αγίου Κλήμεντος Ρώμης διαβάζομε:  Αδελφοί, οφείλομε να σκεπτόμαστε για τον Ιησού Χριστό, όπως κάμνομε για τον Θεό[51]. 

Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος λέγει ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού … που είναι ο Λόγος Του που ήρθε σιωπηλά[52]… και … που πριν απ’ όλους τους αιώνες ήταν μαζί με τον Πατέρα και εμφανίστηκε τον τελευταίον καιρό[53].  Γράφοντας στους Ρωμαίους, τους συμβουλεύει να μη επέμβουν και εμποδίσουν το μαρτύριό του, αλλά τους παρακαλεί να τον αφήσουν …  να γίνει μιμητής του Θεού του[54].  Στον άγιο Πολύκαρπο Σμύρνης έγραψε: Κατανόησε τους καιρούς.  Περίμενε ξαφνικά Εκείνον που είναι πάνω από τον χρόνο· τον αιώνιο, τον αόρατο, που προς χάριν μας έγινε ορατός, τον απερίγραπτο, τον απαθή, που προς χάριν μας υπόφερε, που προς χάριν μας υπόμεινε με κάθε τρόπο[55].
Ο άγιος Ιουστίνος, ο φιλόσοφος και μάρτυς, τόνισε ότι … ο Υιός του Θεού είναι ο μόνος που να καλείται κυρίως Υιός, διότι ο Λόγος πριν από τη Δημιουργία υπήρχε και γεννήθηκε[56]· και μέσα στο χρόνο έγινε άνθρωπος, … που ακόμα το όνομα Ιησούς φανερώνει ότι είναι άνθρωπος και Σωτήρας, ο Οποίος είναι ο πρωτότοκος του Θεού και Θεός[57]. 
Ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνων διακήρυξε ότι ο τρόπος της γεννήσεως του Υιού είναι «απερίγραπτος».   Διακήρυξε τον Υιό να είναι Θεός και Λόγος με τέτοιο τρόπο που κανένας άλλος δεν μπορεί να ονομαστεί, υπάρχει μέσα στον Πατέρα και έχει μαζί Του τον Πατέρα και πάντοτε συνυπάρχει με τον Πατέρα[58].
Παράλληλα με τα πιο πάνω, ο Τερτυλιανός ομολογεί τον Χριστό ως Θεό και Κύριο των πάντων.  Είναι Θεός από Θεόν, όπως το φως εκπηγάζει από το φως, έτσι είναι και ο Υιός που γεννήθηκε από την Ουσία του Πατέρα.  Τον καλεί … ο σταυρωθείς Θεός,  διά του Οποίου εμείς σωθήκαμε διά του Αίματος του Θεού[59].
Ο άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς δίδαξε ότι ο Λόγος είναι ο Μόνος Θεός και άνθρωπος, ο Οποίος ως Δημιουργός έδωσε ζωή στην αρχή και μετά από τον σχηματισμό έγινε ο Διδάσκαλός μας, που μας δίδαξε πώς πρέπει να ζούμε,  προσφέροντας σε μας αιώνια Ζωή.  Είναι ο Παντοκράτωρ και ο Λόγος, που συγχώρησε τις αμαρτίες μας ως Θεός και που μας οδηγεί ως άνθρωπος να γίνουμε αναμάρτητοι[60]
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, που έλαβε χώρα στη Νίκαια το 325, ερεύνησε την Αγία Γραφή και τη ζώσα Αποστολική Παράδοση της Εκκλησίας πριν διακηρύξει τον Ιησού Χριστό ως … τον Υιό του Θεού, τον Μονογενή του Πατέρα που υπήρχε πριν απ’ όλους τους κόσμους, είναι Φως από Φως, Θεός αληθινός από Θεό αληθινόν, ο Οποίος γεννήθηκε και δεν δημιουργήθηκε, ο Οποίος είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, διά του Οποίου όλα τα πράγματα έγιναν[61].

συνεχίζεται



[1] Μητσοπούλου, Θέματα, σελ. 132-135.
[2] Έξ. 4:22. 
[3] Ματθ. 5:9.  Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Περί Αγίας Τριάδος, Ομιλία 12, Migne, 75, 205.
[4] Ιωάν. 14:10.
[5] Ιωάν. 8:58.
[6] Ζιγαβηνού, Εις Ιωάννην, Migne, P.G., 129, 1305.  Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Β΄ Κορινθίους, Migne,P.G., 73, 937.  Χρυσοστόμου, Ομιλία 55, § 2, στον Montfaucon, τόμ. 8, σελ. 371.
[7] Ματθ. 11:27.  Λουκ. 10:22.
[8] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Λουκάν, Migne,  P.G., 72, 672-673.  Ζιγαβηνού, Εις Ματθαίον, Migne,P.G., 129, 361.
[9] Ιωάν. 5:19-20.
[10] Ιωάν. 5:21.
[11] Ιωάν. 15:26.  Χρυσοστόμου, Ομιλία 77, § 3, στον Montfaucon, τόμ. 8, σελ. 519.  Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ομιλία X, κεφ. 2, Migne,  P.G., 74, 420.  
[12] Ιωάν. 5:23.
[13] Ιωάν. 20:28.
[14] Ιωάν. 20:29.
[15] Ιωάν. 1:1.
[16] Ζιγαβηνού, Ανώνυμος μετάφρασις των δύο Ωδών της Θεοτόκου και Ζαχαρίου εν Λουκά, Migne, P.G.,129, 1109 και 1112.  Γρηγορίου Νύσσης, Κατά Αρείου και Σαβελλίου, Migne, P.G., 45, 1296.  Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ομιλία I, κεφ. III, Migne 73, 40.  Θεοδωρήτου Κύρου, Ομιλία V, κεφ. II, Περί Υιού, Migne,P.G., 83, 452.
[17] Φιλ. 2:6.
[18] Κολ.. 1:15.
[19] Φιλ.. 2:6-8.
[20] Ιωάν. 1:14.
[21] Β΄ Κορινθ. 5:19.
[22] Εβρ. 1:3.
[23] Δαμασκηνού, Εις Εβραίους, IX, Migne, P.G., 95, 932.  Γρηγορίου Νύσσης, Περί πίστεως, Migne, P.G.,45, 140.  Αθανασίου Αλεξανδρείας, Migne, P.G., 25, 568.  Θεοδωρήτου Κύρου, Περί Υιού, Ομιλία V, κεφ. II, Migne, P.G., 83, 452.
[24] Ιωάν. 1:3.
[25] Κολ.. 1:16-17.
[26] Εβρ. 1:3• 10-12.
[27] Εβρ. 1:8.
[28] Πράξεις 20:28.
[29] Τίτ. 2:13.
[30] Οικουμενίου, Εις  Τίτ., XII, Migne, P.G., 119, 256. 
[31] Χρυσοστόμου, Ομιλία 5 § 2, στον Montfaucon, τόμ. 11, σελ. 824.
[32] Ρωμ. 9:5.
[33] Θεοδωρήτου Κύρου, Προς Ρωμαίους, Migne, P.G., 82, 152.
[34] Κολ.. 2:9.
[35] Β΄ Κορινθ. 5:19.
[36] Α΄ Ιωάν. 5:20.
[37] Ιωάν. 1:14.  Οικουμενίου, Εις Κολοσσαείς, VII, Migne, P.G., 119, 33.  Ισιδώρου Πηλουσιώτου, Βιβλίο IV, Επιστολή 166, Migne, P.G., 78, 1256.
[38] Ιωάν. 5:19• 14:28• 17:3
[39] Εβρ. 2:14-15, 17.
[40] Χρυσοστόμου, Ομιλία 38 § 4, στον Montfaucon, τόμ. 8, σελ. 256.  Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εις Ιωάννην, Ομιλία II, κεφ. VI, Migne, P.G., 73, 349.  Μεγάλου Βασιλείου, Κατά Ευνομίου, Ομιλία IV, Migne,P.G., 29, 676.  Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Εις Ιωάννην, Migne, P.G., 123, 1268.
[41] Ιγνατίου, Προς Μαγνησίους, 7, 1, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 95.
[42] Βασιλείου του Μεγάλου, Κατά Ευνομίου, Ομιλία IV, Migne, P.G., 29, 705.  Αθανασίου Αλεξανδρείας,Κατά Αρειανών, Ομιλία II, Migne, P.G., 26, 337.
[43] Ματθ. 8:20• 9:6• 11:19• 12:8, 32,40• 13:37, 41, 55• 16:13, 27, 28• 17:9, 12, 22• 18:11• 19:28• 20:18, 28• 24:27, 30, 37, 39, 44• 25:13, 31• 26:2, 24, 45, 64• 27.  Μάρκ. 2:10, 28• 8:31, 38• 9:9, 12, 31• 10:33, 45,• 13:26, 34• 14:21, 41, 62.  Λουκ. 5:24• 6:5, 22• 7:34• 9:22, 26, 44, 56, 58• 11:30• 12:8, 10, 40• 15:17:22, 24, 26, 30• 18:8, 31• 19:10• 21:27, 36• 22:22, 48, 69.  Ιωάν. 1:51• 3:13, 14• 5:27• 6:27, 53, 62• 8:28• 12:23, 34• 13:31.
[44] Ιωάν. 5:22, 27.
[45] Ιωάν. 5:26.
[46] Ιωάν. 17:2.
[47] Ματθ. 28:18.
[48] Ρωμ. 1:3.  Γαλ. 4:4.  Εβρ. 1:5.
[49] Κολ.. 1:15.
[50] Αθανασίου Αλεξανδρείας, Έκθεσις πίστεωςMigne, P.G., 25, 205.  Χρυσοστόμου, Ομιλία 3 § 2, στον Montfaucon, τόμ. 11, σελ. 398.  Θεοδωρήτου Κύρου, Εις Κολασσαείς, κεφ. VII, Migne, P.G., 82, 597.
[51] Κλήμεντος Ρώμης, Β΄ Κορινθίους, 1, 1, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 68.
[52] Ιγνατίου, Προς Μαγνησίους, 8, 2, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 95.
[53] Ένθ’ ανωτέρω, Προς Μαγνησίους, 6, 1, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 94-95. 
[54] Ένθ’ ανωτέρω, Προς Ρωμαίους, 6, 3, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 104. 
[55] Ένθ’ ανωτέρω, Προς Πολύκαρπον, 3, 2, στον Lightfoot, Apostolic Fathers, σελ. 116. 
[56] Ιουστίνου, Β΄ Απολογητικός, 6, 4, στη B, τόμ. 3, σελ. 203.
[57] Ένθ’ ανωτέρω, Α΄ Απολογητικός, 23, 2 και 63, στη B, τόμ. 3, σελ. 173 και 196.
[58] Ειρηναίου, Πανάριον, βιβλίο II, κεφ. 25, § 3• κεφ. 28, § 6 και κεφ. 30, § 9• βιβλίο III, κεφ. 6, § 2, Migne, P.G.,  7, 799, 809, 860 και 822.  Του ιδίου, στον Χατζηεφραιμίδη, σελ. 164, 170-171, 178-179, 197.
[59] Τερτυλιανού, Adversus Judaeos, 7, migne, P.L., 2, 651. Του ιδίου, Adversus Praxeam, 4, migne, P.L., 2, 182. Του ιδίου,  Adversus Marcionem, II, migne, P.L., 2, 345.  Του ιδίου,  Adversus UxorII, 3, migne, P.L., 1, 1405.
[60] Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Προτρεπτικός, I, 7• Παιδαγωγός, Ι, 3• ΙΙΙ, 1, στη B, τόμ. 7, σελ. 20, 21, 83, 190 και 207.
[61] Σύμβολο Νικαίας.  Πρβλ. Μητσοπούλου, Θέματα, σελ. 135-137.
πηγή

Γιατί φεύγει ο νους μου στη προσευχή;


        Αγαπώ την προσευχή. Γνωρίζω ότι είναι μεγάλη δυνατότητα να μπορεί να στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού, να αναφέρει τα προβλήματά του και να ζητεί βοήθειαΌτι είναι μεγίστη τιμή να μπορεί να συνομιλεί με τον άπειρο και παντοδύναμο Θεό ο μικρός και αδύναμος άνθρωπος.
Ότι είναι πολύ μεγάλο και αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα μας, που χαρίζει παρηγοριά, ελπίδα και ανάπαυση στην κουρασμένη ψυχή μας η προσευχή. Για όλους αυτούς τους λόγους μου αρέσει η προσευχή, θέλω να προσεύχομαι.  Και να προσεύχομαι σωστά, με καθαρή την ψυχή μου, με πίστη στην καρδιά, με συγκεντρωμένο το νου.

         Δυστυχώς, όμως τόσο συχνά διαπιστώνω ότι δεν τα καταφέρνω. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου, έστω και για λίγη ώρα, στην προσευχή. Κάνω το σταυρό μου και ξεκινώ. Λέω λόγια και χαίρομαι γι’ αυτό. Άρχισε η συνομιλία μου με τον Θεό. Τι όμορφα που είναι! Πόση χαρά νιώθω, όταν σκέπτομαι ότι μ’ ακούει ο Θεός, ο πανάγαθος Πατέρας, που όλα τα γνωρίζει, όλα τα μπορεί και μόνο το καλό μου θέλει! σύντομα όμως φεύγει ο νους! Μόλις το καταλάβω, τον συμμαζεύω στην προσευχή. Όμως ξανά σε λίγο διαπιστώνω ότι βρίσκομαι αλλού και αρχίζω πάλι να προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα λόγια της προσευχής και να μιλήσω στον άγιο Θεό. Δεν περνά λίγη ώρα και κάτι απ’ όσα με απασχολούν έρχεται και πάλι να κερδίσει το νου. Το συνειδητοποιώ σύντομα και διερωτώμαι με λύπη: Τι προσευχή είναι αυτή;
            Αχ, αυτός ο νους! Ταχύτατος, ασυγκράτητος! Καλπάζει, φεύγει, μετατίθεται από το ένα στο άλλο, από την γη στον ουρανό, από την Αμερική στην Αυστραλία, από τον ήλιο μας μέχρι την άκρη του σύμπαντος, από το παρόν στο μέλλον, και με ίση ευκολία στο παρελθόν, στα χρόνια του Χριστού, και από εκεί ακόμη πιο πίσω, μέχρι την αρχή της δημιουργίας. Και όλα αυτά περνούν μπροστά πολύ γρήγορα και μετακινούμε από το ένα στο άλλο σε μία μόνο στιγμή. Όσο ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου καλύπτω τεράστιες αποστάσεις στο χώρο και στον χρόνο, στα παλιά και στα σύγχρονα, στα πλησιέστερα και στα πιο μακρινά. Με το νου. Το ταχύτερο μέσο μεταφοράς! Πώς να τον συμμαζέψεις, πώς να τον συγκρατήσεις; Πώς να δαμάσεις τον ατίθασο νου;
             Και το χειρότερο είναι ότι δεν κινείται μόνο ταχύτατα ο νους. Κινείται και επικίνδυνα, πάει από εκεί που δεν πρέπει, εκεί που κινδυνεύει η καθαρότητά του, εκεί όπου είναι η αμαρτία! Και αυτό μπορεί να το κάνει και στις πιο ιερές ώρες, και στον πιο άγιο τόπο. Να βρίσκεσαι στην ιερότατη ώρα της θείας Λειτουργίας, μέσα στον άγιο τόπο του ναού, και να σκέφτεσαι αυτά που δεν πρέπει! Να πνίγεται ο νους από σκέψεις μνησικακίας, εκδικητικότητας, κενοδοξίας, φιλοπρωτίας, σαρκικότητος και κάθε άλλης βρωμερής αμαρτίας! Είναι, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, «ταχυπετές όρνεον και αναιδέστατον», κινείται γρήγορα και πηγαίνει αναιδώς και εκεί που δε είναι επιτρεπτό. Είναι ένα βρώμικο χασαπόσκυλο, «φιλομάκελλος κύων και φιλόβρωμος».
            Έχει ο νους μας την τάση να κινείται στα χαμηλά, σ’ αυτά που δεν μας ταιριάζουν, στα αμαρτωλά. «Έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού», λέγει ο Θεός (Γεν. η΄ 21). «Έγκειται», στρέφεται η διάνοια του ανθρώπου «επί τα πονηρά», μάλιστα «επιμελώς», και επιπλέον «εκ νεότητος αυτού». Με την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία διεστράφει το εσωτερικό του. Γι’ αυτό και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια πηγαίνει ο νους μας στα αμαρτωλά, ενώ με πολύ κόπο μπορεί κανείς να τον οδηγήσει στα ανώτερα και πνευματικά. Κάτι χάλασε μέσα μας και αναπτύχθηκε στην ψυχή μας η ροπή προς το κακό. Αυτή η ροπή είναι που επηρεάζει συχνά και σκοτίζει το νου. Γι’ αυτό και δεν αντέχει ο νους πολύ στην προσευχή και φεύγει.
            Υπάρχει όμως και κάποια άλλη αιτία αυτού του κακού. Είναι ο πονηρός δαίμων, ο διάβολος. Αυτός είναι τελείως σκοτισμένο πνεύμα, ανεπανόρθωτα διεστραμμένος, σκέπτεται μόνο το κακό, δεν μπορεί να σκεφθεί το αγαθό. Και η κακία του τον ωθεί να πολεμά τον άνθρωπο για να τον παρασύρει στο κακό. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι σκέψεις οι αμαρτωλές και η διάσπαση του νου στην προσευχή έρχονται ως αποτέλεσμα δικών του επιθέσεων. «Εχθρού προσβολαίς του δυσμενούς» μετακινείται ο νους από το αγαθό και πέφτει σε ποικίλους λογισμούς που τον μολύνουν, που τον αποσπούν από την προσευχή και δεν τον αφήνουν ν’ ανέβει ελεύθερος στον Θεό. Μάλιστα μπορεί κάποτε ο διάβολος να φέρει και καλές σκέψεις την ώρα της προσευχής, προκειμένου να μας αποσπάσει την προσοχή. Γιατί η προσευχή τον καίει και δεν αντέχει τη δύναμή της. Προκειμένου λοιπόν να σταματήσει η προσευχή, μπορεί να χρησιμοποιήσει και καλούς λογισμούς. Και αφού μ’ αυτό τον τρόπο πάρει τον νου από την προσευχή, στη συνέχεια θα επιχειρήσει και με κατά μέτωπον επίθεση, με πονηρούς λογισμούς, να κάνει τη ζημιά του.
            Πώς λοιπόν θα αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή της αδύναμης ψυχής μας; Πώς πρέπει να ενεργήσουμε ώστε να ανεβάσουμε την ποιότητα της προσευχής, ώστε η συνομιλία μας με τον Θεό να γίνεται  χωρίς παρεμβολές, να μην καταντά μία ψυχρή, ράθυμη και τυπική εκπλήρωση ενός βασικού θρησκευτικού καθήκοντος; Πώς η προσευχή μας θα γίνεται «μετ’ εκτενείας, μετά οδυνωμένης ψυχής, μετά συντεταμένης διανοίας», δηλαδή με επιμονή και εκτενή προσπάθεια, με ψυχή που πονάει, με τη διάνοια σταθερή και με έντονο αγώνα προσηλωμένη; «Αυτή εστίν η προς τον ουρανόν αναβαίνουσα» προσευχή, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


το Άγιο πνεύμα π. Ηλιας Υφαντής

 Image
Ποιο είναι άραγε το μυστικό, που απεργάζεται το μυστήριο της δημιουργίας; Που σπέρνει σ’ όλη τη Γη την ποικιλία των φυτών, των ζώων και των ανθρώπων! Που μεταβάλλει την ενοχλητική λάσπη και τη βρωμερή κοπριά σε πανέμορφα και εύοσμα λουλούδια και εύγευστους καρπούς! Που, όπως λέει ο Χρυσόστομος, μεταβάλλει τον πηλό σε κόκαλα και νεύρα και μάτια και καρδιά!
Ποια είναι αυτή η μυστηριώδης δύναμη, που φαίνεται να μοιάζει με την εντελέχεια του Αριστοτέλη; Και που όχι μόνο την ποικιλία των υλικών όντων δημιουργεί, αλλά και μέσα από το χάος των συλλογισμών και των αισθημάτων δίνει τ’ αριστουργήματα της σκέψης και της τέχνης! Ή που βοηθάει τους προφήτες ν’ ανακαλύψουν τα θραύσματα, με τα οποία θα συνθέσουν  τη Γένεση του παρελθόντος και την Αποκάλυψη του μέλλοντος…
Αυτό το υπέροχο μυστικό, αυτή η μυστηριώδης δύναμη, που τα «πάντα χορηγεί», όπως και το σχετικό τροπάριο της Πεντηκοστής επισημαίνει, είναι το Άγιο Πνεύμα…
Όταν, στη γιορτή της Σκηνοπηγίας, βλέπει ο Χριστός να κουβαλούν νερό για τις ανάγκες των θυσιών, λέει στους ακροατές του: Όποιος διψάει ας έρθει σε μένα να του δώσω νερό να πιει. Έτσι, ώστε, όχι μόνο να ξεδιψάσει και να μην ξαναδιψάσει, αλλά και να γίνει μέσα του πηγή, που θ’ αναβλύζει ποτάμια, για να ξεδιψάει κι άλλους. Και, βέβαια, στην περίπτωση αυτή, ο Χριστός, υπονοεί το Άγιο Πνεύμα.
Ωστόσο, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, το Άγιο Πνεύμα δεν παρουσιάζεται σαν νερό, αλλά σαν αέρας και σαν φωτιά: «Κατέβηκε απ’ τον ουρανό, διηγούνται οι Πράξεις των Αποστόλων, με τη βοή δυνατού αέρα». Και η εικόνα αυτή μας παραπέμπει στα λόγια, που ο Χριστός είπε στη Σαμαρείτισσα, όταν εκείνη τον ρώτησε για τον καταλληλότερο τόπο λατρείας του Θεού: «Πνεύμα, της είπε, ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν»!.
Που σημαίνει ότι ο Θεός είναι σαν τον αέρα. Δηλαδή ελεύθερος από δεσμεύσεις τοπικές ή χρονικές. Ή και νοητικές, με τις οποίες ο άνθρωπος προσπαθεί να τον φέρει στα μέτρα του. Γι’ αυτό και η πραγματική λατρεία του Θεού έχει τα χαρακτηριστικά της αλήθειας και της ελευθερίας. Γιατί δεν υπάρχει αλήθεια, χωρίς ελευθερία, ούτε ελευθερία, χωρίς αλήθεια. Όσο περισσότερη αλήθεια κατέχουμε, τόσο περισσότερο ελεύθεροι είμαστε. Κι όσο περισσότερο ελεύθεροι είμαστε, τόσο περισσότερη αλήθεια κατέχουμε. Που σημαίνει ότι, όπου υπάρχει καταναγκασμός, δεν υπάρχει αληθινή λατρεία του Θεού. Και συνεπώς ο δεσποτισμός και η τυραννία βρίσκονται στους αντίποδες της αληθινής θρησκείας. Και βέβαια και της Εκκλησίας…
Κι ενώ η ακουστική εντύπωση, της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, ήταν η βοή του δυνατού αέρα, η οπτική ήταν η εικόνα των πύρινων γλωσσών, που κάθισαν στα κεφάλια των μαθητών. Του πυρός, δηλαδή, που θερμαίνει, που φωτίζει, και που κάποτε κατακαίει, για να καθαρίσει απ’ τα σάπια και τ’ άχρηστα.
Είναι χαρακτηριστικό πως οι Ίωνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι, στην προσπάθειά τους να προσδιορίσουν τα πρωταρχικά στοιχεία του κόσμου, είπαν ότι αρχή του κόσμου είναι το νερό (Θαλής), ο αέρας (Αναξιμένης) και η φωτιά (Ηράκλειτος). Για να προσθέσουν ότι μέσα τους τα στοιχεία αυτά κρύβουν μια δημιουργική και ζωοποιό δύναμη, που δίνει την ποικιλία των όντων. Απ’ την οποία η θεωρία τους, στη γλώσσα της φιλοσοφίας, ονομάστηκε υλοζωισμός.
Βέβαια, για τους Ίωνες φιλοσόφους, το νερό, ο αέρας και η φωτιά είναι πάντα υλικές αρχές. Ωστόσο, όμως, είναι αξιοπρόσεκτο ότι υπό την μορφή των στοιχείων αυτών υπονοείται ή παρουσιάζεται, στην Αγία Γραφή, και το Άγιο Πνεύμα. Για να κατεβεί, έτσι, ο Θεός στο κορφοβούνι της ανθρώπινης σκέψης και να συνομιλήσει μαζί μας, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα των υλικών παραστάσεων.
Το Άγιο Πνεύμα, πέρα από τη φύση και τη σκέψη, είναι συντελεστής και στη δημιουργία της προσωπικής και της κοινωνικής ζωής. Όπου οι καρποί του, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, συνδέονται με τα μεγάλα οράματα του ανθρώπου, όπως η αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η δικαιοσύνη, κλπ.
Και τα ευνόητα ερωτήματα, που προκύπτουν είναι:
Αφού υπάρχει το πεντακάθαρο νερό του Αγίου Πνεύματος, γιατί εμείς να πίνουμε τα δηλητηριασμένα βρομόνερα της ακατάσχετης δολοπλοκίας, που μας οδηγούν στα αδιέξοδα των ολέθριων συγκρούσεων; Αφού υπάρχει άφθονο φως και θαλπωρή, γιατί εμείς να παραπαίουμε μέσα στα σκοτάδια και να τουρτουρίζουμε μέσα στην παγωνιά της υπαρξιακής μοναξιάς μας; Κι αφού υπάρχει ο δροσερός και μυροβόλος αέρας του Αγίου Πνεύματος γιατί, εμείς  να αναπνέουμε την αποπνικτική αιθαλομίχλη  του αγρίου  πνεύματος;
Γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, να καθεύδουμε και να ρέγχουμε «άβουλοι και μοιραίοι» μέσα στο βούρκο και το σκοτάδι του κρεματορίου των σιωνοναζιστών πατρώνων των Σαμαράδων και των Στουρνάρηδων!
Παρά τη θανάσιμη ναυτία και ασφυξία, που μας εξοντώνει…

παπα-Ηλίας


Η έμπρακτη ανθρωπιά μας... ο καλύτερος υπερασπιστής μας εν τη φοβερά ημέρα...




Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού
Η Κρίση και ο διαχωρισμός των ανθρώπων…
Βαρυσήμαντα πράγματα!
Το ιερό Ευαγγέλιο μας μιλάει γι΄ αυτό.
Και ο Δίκαιος Κριτής, ο φιλάνθρωπος Χριστός μας
Για να ξεχωρίσει τους καλούς από τους κακούς
Θέτει ως κριτήριο την έμπρακτη αγάπη
Και μάλιστα την αγάπη εκείνη που γίνεται με εύκολο τρόπο.
Ο Υιός του Θεού έγινε και Υιός του ανθρώπου.
Πήρε επάνω του όλη την ανθρώπινη φύση
Οπότε κάθε ανθρωπάκος είναι δικός Του
Ακόμα και ο μη χριστιανός, ο οποίος με τη σάρκωση, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Ιησού
Εγινε δυνάμει χριστιανός, αντιπροσωπεύεται από τον Κύριο.
Και μας έδωσε Εκείνος την εύκολη αγάπη.
Μας είπε δηλαδή:
"Επείνασα και μου δώκατε να φάω, εδίψασα και με ποτίσατε, ήμουν γυμνός και με σκεπάσατε".
Οι βασικές, απόλυτες ανθρώπινες ανάγκες.
Όποιος πεινά πραγματικά λίγο ψωμάκι θέλει.
Και όποιος διψά λίγο νεράκι.
Μάλιστα, στην Παλαιστίνη ήταν λιγοστό.
Και όποιος δεν έχει να βάλει τίποτα επάνω του ένα ρουχαλάκι χρειάζεται.
Πολύ σπουδαία αυτά.
Και μάλιστα απευθύνεται εδώ ο Χριστός στη φιλαυτία μας.
Κι εμείς, αν πεινάγαμε, θα θέλαμε να μας δώσουν να φάμε
Και αν διψάγαμε, θα θέλαμε να μας ποτίσουν
Κι αν δεν είχαμε ρούχο να βάλουμε επάνω μας, θα θέλαμε ένα ρουχαλάκι.
Ε, αυτό που θέλουμε εμείς το θέλουν ακριβώς και οι άλλοι.
Οι άλλοι, οι χριστιανοί αδελφοί μας και οι υπόλοιποι συνάνθρωποι, τα πλάσματα του Θεού.
Στη συνέχεια ο Κύριος λέγει άλλες τρεις καταστάσεις ανθρώπων:
Τους φυλακισμένους, τους αρρώστους και τους ξένους.
Είναι κακό η φυλακή και μάλιστα να είσαι μέσα άδικα κρατούμενος.
Είναι κακό η ξενιτιά, διότι δεν έχεις κανέναν, δεν νιώθεις στήριγμα, αισθάνεσαι μόνος.
Και ακόμα, η αρρώστια, η ανημπόρια και η κατάκλιση στο κρεβάτι είναι από τα πιο σοβαρά.
Νομίζεις πως πεθαίνεις, πως χάνεσαι, πως φεύγεις.
Κι αν έρθει κάποιος να σε δει, σου φέρνει τη ζωή, σου δίνει την ευχή να γίνεις καλά.
Και τότε παίρνεις τα πάνω σου, παίρνεις δύναμη.
Και σημειώνουν οι πατέρες και ερμηνευτές ότι ο Κύριος δεν θα μας πει:
Γιατί δεν αναστήσατε και δεν κάματε καλά τον πεθαμένο;
Γιατί δεν βγάλατε από τη φυλακή τον φυλακισμένο; -δεν είναι κι εύκολο
Και γιατί δεν δώσατε τα πάντα στον ξένο; αλλά, γιατί δεν τον επισκεφθήκατε;
Είχαμε πάει κάποτε στη φυλακή με έναν συνάδελφο, να δούμε έναν ανθρωπάκο του λαού
Που έλεγε πως ήταν άδικα κρατούμενος.
Μόλις μας είδε, πηδούσε απ’ τη χαρά του, λες και του προσφέραμε τον Παράδεισο.
Κι είπαμε με τον παπά φεύγοντας, -και νιώθαμε μεγάλη χαρά
Πως πήγαμε και είδαμε τον Χριστό στη φυλακή, και πήραμε απ’ τη χαρά του Χριστού.
Είναι πολύ σημαντικά αυτά.
Με απλά πράγματα
Με απλές κινήσεις
Με απλές πράξεις και με τα ποδαράκια και τα χεράκια μας
Μπορούμε να κάνουμε τόσα καλά στους εν Χριστώ αδελφούς μας και στα υπόλοιπα ανθρωπάκια.
Μπορούμε να κάνουμε.
Αλλά τι κάνουμε;
Αμελούμε.
Αμελούμε και μας ξεφεύγει το καλό από τα χέρια.
Περνάει ο καιρός, διαβαίνουν οι χρόνοι, γερνάμε και μετά είμαστε ανήμποροι να κάνουμε τίποτα
Και χτυπάμε κάποτε και το κεφάλι μας.
Ο Κύριος, λοιπόν, Ιησούς Χριστός, στη Δευτέρα Παρουσία αυτές τις πράξεις μας θα βάλει μπροστά
Και με βάση αυτές θα μας κρίνει.
Γιατί Εκείνος, τηρουμένων των αναλογιών, ήλθε στη Γη
Για να μας ελεήσει, για να μας θρέψει με τον ουράνιο και υπερουράνιο άρτο, το Σώμα και το Αίμα Του
Να μας ποτίσει με το αθάνατο νερό, που ΄ναι το Άγιο Πνεύμα και η Θεία Του Χάρις
Να μας ντύσει με τον χιτώνα της αφθαρσίας
Να μας βγάλει από τη φυλακή και τον εγκλωβισμό του εγωισμού και της φιλαυτίας
Να μας κάμει δικούς Του, που είμαστε ξένοι
Και να μας θεραπεύσει, που είμαστε άρρωστοι ψυχή τε και σώματι.
Οι κακοί δεν θα καταλάβουν τίποτα στη Δευτέρα Παρουσία
Γιατί ποτέ δεν κατάλαβαν ούτε τον Χριστό ούτε τον συνάνθρωπο
Γι΄ αυτό και αποκόπτονται και πηγαίνουν στη βασιλεία του σκότους και του διαβόλου.
Και δεν θα τους στείλει ο Χριστός. Θα πάνε μόνοι τους εκεί, γιατί εκεί ανήκουν.
Ενώ οι καλοί θα μείνουν μαζί με τον Χριστό, γιατί Του ανήκουν.
Ας μας φωτίσει ο Χριστός να κάνουμε πάντοτε έμπρακτη αγάπη
Κι αυτή θα είναι ο καλύτερος συνήγορός μας κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.

Αρχιμανδρίτης  Ανανίας  Κουστένης

πηγή

Ὁ γέροντας Παΐσιος γιὰ τὴ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τις σελίδες 53-58 τοῦ βιβλίου: "Γέροντος Παϊσιου Ἁγιορειτου, Λόγοι β΄, Πνευματικὴ ἀφύπνιση"
 - Γέροντα, στὴν Ἁγία Γραφὴ λέει ὅτι ἡ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν συγχωρεῖται. Ποιὰ εἶναι ἡ βλασφημία αὐτή;
- Βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γενικὰ εἶναι ἡ περιφρόνηση στὰ θεία, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει, ἐννοεῖται, τὰ λογικά του. Τότε εἶναι καὶ ἔνοχος. Π.χ. ἕναν πού μου εἶπε «ἄντε κι ἐσὺ καὶ οἱ θεοί σου...», τοῦ ἔδωσα μία σπρωξιὰ καὶ τὸν τίναξα πέρα, γιατί αὐτὸ ἦταν βλασφημία. Ἢ περνᾶνε δύο ἔξω ἀπὸ μία Ἐκκλησία. Ὁ ἕνας κάνει τὸν σταυρό του καὶ λέει καὶ στὸν ἄλλο «κᾶνε, εὐλογημένε, κι ἐσὺ τὸν σταυρό σου...» καὶ αὐτὸς ἀντιδρᾶ: «Ἄντε κι ἐσὺ ποὺ θὰ κάνω τὸν σταυρό μου!». Αὐτὴ ἡ περιφρόνηση εἶναι βλασφημία.
Ἀδύνατον ἑπομένως σὲ ἕναν εὐλαβῆ ἄνθρωπο νὰ ὑπάρχει βλασφημία. Ἄλλα καὶ ἡ ἀναίδεια εἶναι βλασφημία κατὰ τοῦ Ἅγιου Πνεύματος. Ὁ ἀναιδὴς διαστρέφει ἡ καταπατάει λ.χ. μία εὐαγγελικὴ ἀλήθεια, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν πτώση του. Δὲν σέβεται τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα, ἄλλα τὴν τσαλακώνει ἐν γνώσει του• τσαλαπατάει ἕνα ἱερὸ πράγμα. Καὶ αὐτὸ σιγὰ-σιγὰ γίνεται πλέον κατάσταση. Στὴν συνέχεια ἀπομακρύνεται ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος δέχεται ἐπιδράσεις δαιμονικές. Καὶ ἂν δὲν μετανοήσει, τί ἐξέλιξη θὰ ἔχει... Θεὸς φυλάξοι!
Ὅταν ὅμως ἕνας θυμώσει καὶ βλασφημήσει ἀκόμη καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, αὐτὴ ἡ βλασφημία δὲν εἶναι ἀσυγχώρητη, γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν πιστεύει τὴν βρισιὰ ποὺ εἶπε, ἄλλα τὴν εἶπε, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν στιγμή, πάνω στὸν θυμό του, ἔχασε τὸν....
 ἔλεγχο τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ἀμέσως μετανοιώνει. Ὁ ἀναιδὴς ὅμως δικαιολογεῖ τὸ ψέμα, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν πτώση του. Ὅποιος δικαιολογεῖ τὴν πτώση του, δικαιολογεῖ τὸν διάβολο.

- Γέροντα, πῶς δικαιολογεῖ τὴν πτώση του;
- Μπορεῖ νὰ θυμηθεῖ κάτι ποὺ λέχθηκε πρὶν ἀπὸ δέκα χρόνια γιὰ ἄλλη περίπτωση καὶ νὰ τὸ παρουσίαση σὰν παράδειγμα, γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὸν ἑαυτό του. Οὔτε ὁ διάβολος, ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθεῖ κάτι τέτοιο ἐκείνη τὴν ὥρα.

- Καὶ πῶς νιώθει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος;

- Πῶς νιώθει; Δὲν ἔχει ἀνάπαυση ποτέ. Ἐδῶ καὶ δίκαιο νὰ ἔχει κανείς, ὅταν πάει νὰ δικαίωση τὸν ἑαυτό του, πάλι ἀνάπαυση δὲν ἔχει, πόσο μᾶλλον νὰ μὴν ἔχει δίκαιο καὶ νὰ δικαιολογεῖ τὴν πτώση του μὲ ἀναιδέστατο τρόπο. Γι' αὐτό, ὅσο μποροῦμε, νὰ προσέχουμε τὴν ἀναίδεια καὶ τὴν περιφρόνηση ὄχι μόνον πρὸς τὰ θεία ἄλλα καὶ πρὸς τὸν πλησίον μας, διότι εἶναι εἰκόνα θεοῦ.

Οἱ ἀναιδεῖς ἄνθρωποι βρίσκονται στὸ πρῶτο στάδιο τῆς βλασφημίας κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐκεῖνοι ποὺ περιφρονοῦν τὰ θεία βρίσκονται στὸ δεύτερο, καὶ στὸ τρίτο βρίσκεται ὁ διάβολος.

- Γέροντα, ὅταν μιλοῦν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡ κατὰ τοῦ Μοναχισμοῦ κ.λπ., τί πρέπει νὰ κάνη κανείς;

- Κατ' ἀρχάς, ἂν κάποιος μιλάει ἄσχημα λ.χ. γιὰ σένα ὡς ἄτομο, δὲν πειράζει. Νὰ σκεφθεῖς: «Τὸν Χριστό, ποὺ ἦταν Χριστός, Τὸν ἔβριζαν, καὶ δὲν μιλοῦσε• ἐμένα ποῦ εἶμαι ἁμαρτωλὸς τί μου ἀξίζει;». Ἂν ἔρχονταν νὰ βρίσουν ἐμένα ὡς ἄτομο, δὲν θὰ μὲ πείραζε καθόλου. Ἄλλα, ὅταν μὲ βρίζουν ὡς μοναχό, βρίζουν καὶ ὅλο τὸν θεσμὸ τοῦ Μοναχισμοῦ, γιατί ὡς μοναχὸς δὲν εἶμαι ἀνεξάρτητος, καὶ πρέπει νὰ μιλήσω. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀφήσει λίγο νὰ ξεσπάσουν καὶ ὕστερα νὰ τοὺς πεῖ δύο κουβέντες.

Κάποτε στὸ λεωφορεῖο μία γυναίκα ἔβριζε τοὺς παπάδες. Τὴν ἄφησα νὰ ξεσπάσει καί, ὅταν σταμάτησε, τῆς εἶπα: «Ἔχουμε ἀπαιτήσεις ἀπὸ τοὺς παπάδες, ἄλλα καὶ αὐτοὺς δὲν τοὺς ἔρριξε ὁ Θεὸς μὲ τὰ ἀλεξίπτωτα. Εἶναι ἄνθρωποι καὶ ἔχουν ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Μπορεῖς ὅμως νὰ μοῦ πεῖς, μία μητέρα σὰν ἐσένα βαμμένη, μὲ κάτι νύχια σὰν τὸ γεράκι, τί παιδὶ θὰ γέννηση καὶ πῶς θὰ τὸ ἀναθρέψει; Καὶ παπὰς καὶ καλόγερος νὰ γίνει, πῶς θὰ εἶναι;».

Θυμᾶμαι, μία ἄλλη φορᾶ, ὅταν ταξίδευα μὲ τὸ λεωφορεῖο ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ τὰ Γιάννενα, ἦταν ἕνας ποὺ δὲν σταμάτησε σὲ ὅλο τὸν δρόμο νὰ κατηγορεῖ ἕναν μητροπολίτη ποὺ εἶχε δημιουργήσει τότε κάτι προβλήματα. Τοῦ εἶπα κάνα-δυὸ κουβέντες καὶ μετὰ ἔκανα εὐχή. Ἐκεῖνος συνέχιζε. Ὅταν φθάσαμε στὰ Γιάννενα καὶ κατεβήκαμε, τὸν πῆρα λίγο παράμερα καὶ τοῦ λέω: «Μὲ γνωρίζεις ποιὸς εἶμαι;». «Ὄχι», μοῦ λέει. «Πῶς τότε κάθεσαι καὶ λὲς τέτοια πράγματα; Ἐγὼ μπορεῖ νὰ εἶμαι πολὺ χειρότερος ἀπὸ τὸν τάδε ποὺ βρίζεις, μπορεῖ ὅμως νὰ εἶμαι καὶ ἕνας ἅγιος. Πῶς κάθεσαι ἐσὺ καὶ λὲς μπροστά μου πράγματα ποὺ δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ ὅτι τὰ κάνουν οὔτε καὶ οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι; Κοίταξε νὰ διορθωθεῖς, γιατί θὰ φᾶς σκαμπίλι δυνατὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ - γιὰ τὸ καλό σου φυσικά». Τὸν εἶδα μετά, ἄρχισε νὰ τρέμει. Ἄλλα καὶ οἱ ἄλλοι κατάλαβαν, ὅπως εἶδα ἀπὸ μία ἀναταραχὴ ποὺ δημιουργήθηκε.

- Βλέπεις νὰ βρίζουν τὰ ἅγια καὶ ὁ ἄλλος δὲν λέει τίποτε. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἡ πραότητα εἶναι δαιμονική. Μία φορὰ ποὺ ἔβγαινα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὅρος, συνάντησα στὸ καράβι καὶ ἕναν ποὺ εἶχε φύγει ὁ καημένος ἀπὸ τὸ Ψυχιατρεῖο καὶ εἶχε ἔρθει στὸ Ὅρος. Φώναζε καὶ ἔβριζε συνέχεια ὅλους τους μεγάλους, τοὺς κυβερνῆτες, τοὺς γιατρούς... «Τόσα χρόνια, ἔλεγε, μὲ τάραξαν στὰ ἠλεκτροσὸκ καὶ στὰ χάπια. Ἐσεῖς περνᾶτε καλά. Ἔχετε τὴν καλοπέρασή σας, τὰ αὐτοκίνητά σας. Ἔμενα ἀπὸ δώδεκα χρονῶν ἡ μάνα μου μ' ἔστειλε σ' ἕνα νησί. Εἴκοσι πέντε χρόνια γυρίζω ἀπὸ τρελλοκομεῖο σὲ τρελλοκομεῖο». Ἔβριζε ὅλα τὰ κόμματα καὶ μετὰ ἄρχισε νὰ βρίζει Χριστὸ καὶ Παναγία. Σηκώνομαι ἐπάνω, «πάψε, τοῦ λέω• δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀρχὴ ἐδῶ μέσα;». Θίχθηκε, φαίνεται, ὁ συνοδὸς τοῦ - πρέπει νὰ ἦταν χωροφύλακας - καὶ τὸν συμμάσε λίγο. Εἶχε πεῖ ὅλο τὸ πρόβλημα τοῦ φωνάζοντας καὶ βρίζοντας. Τὸν πόνεσα. Μετὰ ἦρθε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι. Τὸν φίλησα. Εἶχε δίκαιο. Ὅλοι λίγο-πολὺ ἔχουμε τὸ μερίδιό μας. Ἤμουν καὶ ἐγὼ αἰτία ποὺ ἔβριζε ὁ καημένος. Ἂν εἶχα πνευματικὴ κατάσταση, θὰ τὸν εἶχα κάνει καλά.
- Πόσο εἶχαν ἀπογοητευθεῖ οἱ Φαρασιῶτες, τότε μὲ τὴν Ἀνταλλαγή, ὅταν ἔρχονταν μὲ τὸ καράβι στὴν Ἑλλάδα! Δύο ναῦτες μάλωναν καὶ ἔβριζαν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Τοὺς φάνηκε πολὺ βαρύ! Σοὺ λέει: «Ἕλληνες, Χριστιανοί, νὰ βρίζουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία!». Τοὺς ἅρπαξαν καὶ τοὺς πέταξαν στὴν θάλασσα. Εὐτυχῶς ἤξεραν κολύμπι καὶ γλύτωσαν. Ἀκόμη καὶ ὅταν βρίζουν κάποιον ἄνθρωπο, πρέπει νὰ τὸν ὑπερασπίσουμε, πόσο μᾶλλον τὸν Χριστό!

Ἦρθε ἕνα παιδὶ στὸ Καλύβι ποὺ κούτσαινε, ἄλλα λαμποκοποῦσε τὸ προσωπάκι του. Λέω: «Κάτι γίνεται ἐδῶ, γιὰ νὰ λάμπει ἔτσι ἡ θεία Χάρις!». Τὸν ρώτησα «τί κάνεις κ.λπ.» καὶ μοῦ εἶπε τί συνέβη. Κάποιος, ἕνα θηρίο μέχρι ἐκεῖ πάνω, ἔβριζε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία καὶ τὸ παιδὶ ὅρμησε ἐπάνω του, γιὰ νὰ σταματήσει. Ἐκεῖνος τὸ ἔβαλε κάτω, τὸ τσαλαπάτησε, τοῦ σακάτεψε τὰ πόδια, καὶ μετὰ τὸ καημένο κούτσαινε. Ὁμολογητής! Τί τράβηξαν οἱ Ὁμολογητές, οἱ Μάρτυρες!

- Γέροντα, μερικοὶ εὐλαβεῖς νέοι δυσκολεύονται στὸν στρατὸ μὲ αὐτοὺς ποὺ βρίζουν. Τί νὰ κάνουν;

- Θέλει διάκριση καὶ ὑπομονή. Ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει. Ὁ ἀσυρματιστὴς ποὺ ὑπηρετούσαμε μαζὶ στὸν στρατὸ ἦταν ἕνας γιατρὸς ἄπιστος, βλάσφημος. Κάθε μέρα ἐρχόταν στὴν μονάδα Διοικήσεως, νὰ μοῦ κάνη πλύση ἐγκεφάλου! Μοῦ ἔλεγε τὴν θεωρία τοῦ Δαρβίνου κ.λπ., κάτι πράγματα χαμένα, βλάσφημα τελείως. Μετὰ ὅμως ἀπὸ κάποιο περιστατικὸ κατάλαβε μερικὰ πράγματα. Μία φορὰ ἤμασταν σὲ μία ἐπιχείρηση καὶ εἴχαμε φορτωμένα σὲ ἕνα μεγάλο μουλάρι τὸν ἀσύρματο καὶ τὸ φορεῖο. Σὲ ἕναν κατήφορο, ἐπειδὴ γλιστροῦσε πολύ, ἐγὼ ἐπίανα ἀπὸ τὴν οὐρὰ τὸ ζῶο καὶ ὁ γιατρὸς τραβοῦσε τὸ καπίστρι. Σὲ μία στιγμή, πῶς ἄγγιξε τὸ φορεῖο λίγο τὰ αὐτιὰ τοῦ ζώου, καὶ δίνει μία τὸ ζῶο καὶ μὲ χτυπάει δυνατὰ μὲ τὰ πισινά του πόδια• μὲ πέταξε πέρα. Σὲ λίγο συνῆλθα καὶ εἶδα ὅτι περπατοῦσα! Τὸ μόνο ποὺ θυμόμουν ἦταν ὅτι φώναξα «Παναγία μου!». Τίποτε ἄλλο. Τὰ σημάδια ἀπὸ τὰ πέταλα τοῦ ζώου ἦταν πάνω μου. Ἐδῶ τὸ στῆθος ἦταν ὅλο μαῦρο. Μὲ τόση δύναμη μὲ χτύπησε τὸ ζῶο! Τὰ ἔχασε ὁ γιατρὸς ποὺ μὲ εἶδε νὰ περπατῶ! Συνεχίσαμε τὸν δρόμο μας. Λίγο πιὸ πέρα στραβοπάτησε ὁ γιατρὸς σὲ μία πέτρα, ἔπεσε κάτω καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σηκωθεῖ νὰ περπατήσει. Ἄρχισε νὰ φωνάζει: «Παναγία μου, Χριστέ μου»! Σοὺ λέει: «Τώρα ὅλοι θὰ μὲ ἐγκαταλείψουν πάει, τί θὰ γίνω; Ποιὸς θὰ μὲ βοηθήσει;». Φοβόταν μὴν τὸν πιάσουν. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ λέω, θὰ καθήσω μαζί σου. Ἂν πιάσουν ἐμένα, θὰ πιάσουν κι ἐσένα». Ὁ καημένος μετὰ σκέφθηκε: «Ὁ Ἀρσένιος ἐνῶ τὸν πέταξε πέρα τὸ ζῶο, δὲν ἔπαθε τίποτε, καὶ ἐγὼ λίγο στραβοπάτησα καὶ δὲν μπορῶ νὰ περπατήσω!». Σὲ λίγο σηκώθηκε, ἄλλα κούτσαινε καὶ τὸν κρατοῦσα, γιὰ νὰ περπατήσει. Οἱ ἄλλοι εἶχαν προχωρήσει. Πῆρε ἕνα μάθημα καὶ συνῆλθε μετά. Κάθε μέρα ἔλεγε κάτι βλασφημίες, καὶ τότε, πάνω στὸν κίνδυνο, φώναζε «Παναγία μου! Παναγία μου!». Τὸν βόλεψε ἡ Παναγία!

Ἕνας ἄλλος, μοτοσικλετιστὴς ἦταν στὸν στρατό, δύο φορὲς εἶχε σπάσει τὸ πόδι του καὶ πάλι συνέχιζε νὰ βρίζει.

- Δὲν τοῦ λέγατε τίποτε, Γέροντα;
- Τί νὰ τοῦ πῶ; Ἐδῶ δὲν τοῦ ἔλεγα τίποτε καὶ ἐκεῖνος ἔβριζε συνεχῶς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μὲ στενόχωρη. Μετὰ τὸ κατάλαβα καὶ ἔκανα μόνον εὐχή. Καὶ νὰ δεῖτε, ἐνῶ πρῶτα ἔβριζαν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι στὰ καλὰ καθούμενα, ὕστερα, ὅταν δυσκολεύονταν σὲ κάτι καὶ πήγαιναν νὰ βρίσουν, δάγκωναν τὴν γλώσσα τους! Εἶναι καλύτερα, ἂν ἕνας βρίζει, βλασφημεῖ κ.λπ. καὶ εἶναι ἀναιδής, νὰ κάνης ὅτι εἶσαι ἀπασχολημένος καὶ δὲν ἀκοῦς καὶ νὰ λὲς τὴν εὐχή. Γιατί ἂν καταλάβει ὅτι τὸν παρακολουθεῖς, μπορεῖ νὰ βρίζει συνέχεια, καὶ ἔτσι γίνεσαι αἰτία νὰ δαιμονισθεῖ. Ὅταν ὅμως δὲν εἶναι ἀναιδὴς ἄλλα εὐσυνείδητος, καὶ βρίζει ἀπὸ κακὴ συνήθεια, μπορεῖς κάτι νὰ τοῦ πεῖς. Ἂν πάλι εἶναι εὐσυνείδητος, ἄλλα ἔχει πολὺ ἐγωισμό, πρέπει νὰ προσέξεις νὰ μὴν τοῦ μιλήσεις αὐστηρὰ ἄλλα ταπεινά, ὅσο μπορεῖς, καὶ μὲ πόνο. Τί λέει ὁ Ἀββὰς Ἰσαάκ; «Ἔλεγξον διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ἀρετῶν σου τοὺς φιλονεικούντας μετά σου... καὶ ἀποστόμωσον αὐτοὺς διὰ τῆς πραότητος καὶ τῆς γαλήνης τῶν χειλέων σου. Ἔλεγξον τοὺς μὲν ἀκόλαστους διὰ τῆς ἐνάρετου συμπεριφορᾶς σου, τοὺς δὲ ἀναίσχυντους κατὰ τὰς αἰσθήσεις διὰ τῆς συστολῆς τῶν ὀμμάτων σου»

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...