Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Αυγούστου 08, 2013

Οι Χριστιανοί οφείλουν να μελετούν και να είναι καλλιεργημένοι(π.Επιφάνιος)


Πολλοί εχθροί της Εκκλησίας επιθυμούν να αφήσουν αυτήν χωρίς μορφωμένος
 κληρικούς και Πατέρες , ώστε εύκολα να την πολεμούν και να τη
 διασύρουν. Είναι λίαν χαρακτηριστικό αυτό που έπραξε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης.
 Ένα από τα πρώτα μέτρα τα οποία έλαβε εναντίον των Χριστιανών ήτο να
 τους απαγορεύση να μορφώνονται. Εγνώριζε τι αποτελέσματα θα επέφερε αυτό
 το καθεστώς. Αλλά, βεβαίως ο Κύριος δεν επέτρεψε την εφαρμογή αυτής της διατάξεως
 και των άλλων σκληρών διωκτικών μεθοδεύσεων του ανθρώπου εκείνου.
Η άποψις των παλαιών Πατέρων ήτο ότι οι Χριστιανοί οφείλουν να 
μελετούν και να είναι καλλιεργημένοι. Αυτή η θέσις εκυριάρχει και μέσα εις τη 
ζωή του π. Επιφανίου. Προωθούσε εντόνως την παιδεία , τόσο για τον εαυτό του,
 όσο και για τα πνευματικά του τέκνα που διέθετον τη δυνατότητα να 
μορφωθούν και να καλλιεργήσουν τον εαυτό τους.
Κατά τη γνώμη του, η μελέτη και η μόρφωσις προφέρουν τη δυνατότητα να
 αντιλαμβανώμεθα και να εμβαθύνουμε στην Ιερά Βίβλο και στα Πατερικά 
συγγράμματα. Η απουσία των καταλλήλων γνώσεων οδηγεί τον Χριστιανό
 να ερμηνεύει τα Ιερά Κείμενα πλημμελώς ή εσφαλμένα και ενίοτε να καταλήγη
 εις ερμηνείες παντελώς γελοίες.
Πολλές φορές ο Γέροντας μας επαρουσίαζε παραδείγματα γελοιοποιήσεως
 ανθρώπων που διέθετον μεν ζήλο, αλλά όχι την απαραίτητο μορφωτικό
 υποδομή. Διετύπωναν φανατικές απόψεις και προέβαλλον , λόγω ελλείψεως
 παιδείας, τις δικές τους ανοησίες ως Πατερικές ή Αγιογραφικές ερμηνείες.
Κάποιος αμόρφωτος ζηλωτικός τύπος, εμνημόνευε ο Γέροντας, αποκαλούσε
 το Ιερόν Πηδάλιον ως Βηδάλιον:
-     Το «Βηδάλιον γράφει…», έλεγε, και διετύπωνε άσχετες απόψεις που υποτίθεται
 ότι περιέχονταν μέσα εις αυτό το βιβλίο του οποίου δεν εγνώριζε ούτε καν το όνομα.
Ο ίδιος άνθρωπος ηρμήνευε κάποιες σχετικά δυσνόητες λέξεις κατά το 
ακουστικό του αισθητήριο. Για παράδειγμα, «μυσταγωγός» λέγεται κάποιος
 γιατί έχει μύστακα!
Αυτές τις εκφράσεις τις εμνημόνευε συχνά, όχι, διότι ήθελε να προσβάλλη τους
 αδελφούς μας που για κάποιους αντικειμενικούς λόγους δεν είχαν μορφωθή.
 Όχι, προς Θεού! Αλλά προσεπάθει να ωθήση προς τη μελέτη εκείνους οι 
οποίοι ήσαν λιγώτερο αμαθείς. Όσους απλώς διέθεταν κάποιο πτυχίο, 
αλλά εγκατέλειψαν τη φοίτηση τους εις το ισόβιο πανεπιστήμιο της
 διαρκούς μελέτης.
Τέλος, ο Γέροντας μας προέτρεπε να επιδεικνύωμε σύνεσι ταπεινώσεως, 
ώστε να αναζητούμε απαντήσεις για τα ακανθώδη ζητήματα από τους
 μορφωμένους
 αδελφούς και Πατέρες.

Από το βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΠΗΓΕΣ
του π. Επιφάνιου»
Αρχιμ. Ιεροθέου Αργύρη
Ιεροκήρυκος
ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΥΠΑΚΟΗ”

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ (4) π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ



῾᾽Εθαυμάστωσας ὄντως, νῦν ἐπ᾽ ἐμοί Δέσποινα, τάς εὐεργεσίας σου Κόρη, καί τά ἐλέη σου· ὅθεν δοξάζω σε, καί ἀνυμνῶ καί γεραίρω, τήν πολλήν καί ἄμετρον κηδεμονίαν σου᾽.
(Μέ θαυμαστό τρόπο πράγματι, Δέσποινα,  μοῦ πρόσφερες τώρα τίς εὐεργεσίες σου, Κόρη, καί τά ἐλέη σου. Γι᾽ αὐτό σέ δοξάζω καί ἀνυμνῶ καί διαλαλῶ μέ δύναμη τήν πολλή καί χωρίς τέλος κηδεμονία σου).

῾Ο βασιλιάς ὑμνογράφος συνεχίζει τήν ἴδια λογική τῶν ὕμνων του πρός τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο: ἀφενός προστρέχει σ᾽ αὐτήν ὡς τήν μοναδική διέξοδό του λόγω τοῦ πλήθους τῶν συμφορῶν πού ἀντιμετωπίζει ψυχικά καί σωματικά στόν κόσμο τοῦτο, ἀφετέρου τήν δοξάζει καί τήν ὑμνολογεῖ λόγω τῆς αἴσθησης τῆς πρός αὐτόν βοηθείας της, τήν ὁποία βιώνει ὡς εὐεργεσία καί ἔλεός της. Ἡ Παναγία δηλαδή κατά τόν ὑμνογράφο εἶναι ἐκείνη πού λόγω τῆς ἀγάπης της πρός τά πιστά τέκνα της ἐπεμβαίνει στήν ζωή τους, ὅταν τήν ἐπικαλοῦνται, γι᾽ αὐτό καί ἡ ἐπέμβαση καί ἡ κηδεμονία της αὐτή κατανοεῖται ὄχι ὡς αὐθαιρεσία ἤ ὡς καταπίεση ἀλλ᾽ ὡς εὐεργεσία πρός αὐτά.

᾽Αξίζει ἰδιαιτέρως νά ἐπιμείνει κανείς στήν κατανόηση τῆς κηδεμονίας τῆς Παναγίας ὡς εὐεργεσίας πρός τούς πιστούς, διότι ὁ ὅρος κηδεμονία κατά καιρούς προσέλαβε καί προσλαμβάνει ἀρνητικό περιεχόμενο, κατανοούμενος ὡς ἀφ᾽ ὑψηλοῦ ἐπέμβαση τοῦ δυνατοῦ πρός τόν ἀδύνατο, τοῦ ὥριμου πρός τόν ἀνώριμο, κατά τόν τρόπο πού πολλές φορές διαπιστώνεται μέσα στά πλαίσια τῆς κηδεμονίας ἑνός παιδιοῦ ἀπό τόν γονιό του ἤ ἕναν μεγαλύτερο. Σ᾽ αὐτήν τήν περίπτωση συχνά ἡ κηδεμονία ἐγείρει ἐπαναστατική διάθεση, καθώς ὑποκρύπτει ὄχι λίγες φορές ἕναν ἐγωϊσμό, κάτι πού διαπιστώθηκε καί στά νεώτερα χρόνια ἀπό πλευρᾶς ὁρισμένων φιλοσόφων, οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν στό σημεῖο, λόγω ἄγνοιας τῶν πραγματικῶν δεδομένων τῆς πίστεως ἤ κακῆς διάθεσής τους, νά διαγράψουν τόν ῾κηδεμόνα Θεό᾽, γιατί ἐπιτέλους καί οἱ ἴδιοι ὡρίμασαν. Στήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας δηλαδή ἡ ἀθεΐα τῶν νεώτερων χρόνων ἑρμηνεύτηκε καί ἀπό τήν ἄποψη αὐτή: τῆς ἐπανάστασης τῶν ῾ἀνώριμων᾽ πού ῾ἐνηλικιώθηκαν᾽, ἀπέναντι σ᾽ ἕναν Θεό πού στανικά ἤθελε νά κρατάει τούς ἀνθρώπους στήν κατάσταση τῆς ῾παιδικότητας᾽ καί νά μήν τούς ἀφήνει νά μεγαλώσουν.

Θεωρώντας περιττό νά ἐπαναλάβουμε ὅτι τά πραγματικά αἴτια τῆς ἐπανάστασης κατά τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ ἐγωϊσμός τῶν ἴδιων τῶν ἀνθρώπων ἀλλά καί ἡ διαστρεβλωμένη δυστυχῶς εἰκόνα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀπό τήν παρεκτραπεῖσα στά θέματα τῆς πίστεως Δύση, ἐπιμένουμε στήν πραγματική ἔννοια τοῦ ὅρου κηδεμονία γιά τήν Παναγία καί βεβαίως γιά τόν Υἱό καί Θεό της, Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Η Παναγία μας, ὅπως βιώνει τήν ἐπέμβασή της ὁ πιστός βασιλιάς ὑμνογράφος, εἶναι ἡ κηδεμόνας μας, γιατί ἐμεῖς οἱ πιστοί τό θέλουμε αὐτό στήν ζωή μας μέ τίς ἀδιάκοπες πρός αὐτήν ἐπικλήσεις καί παρακλήσεις μας καί γιατί ἡ κηδεμονία της φανερώνεται ὡς ταπεινή ἀλλά καί συνάμα παντοδύναμη βοήθεια καί συμπαράστασή της σέ ὅλες τίς δύσκολες στιγμές τῆς ζωῆς μας μέ σκοπό νά παραμένουμε στό ὕψος τῆς κατά Χριστόν κλήσεώς μας. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή ἡ κηδεμονία τῆς Παναγίας, συνεπῶς ἀκόμη περισσότερο καί τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, λειτουργεῖ ὄχι καταπιεστικά στόν ἄνθρωπο, ἀλλά σπλαχνικά καί ἀπελευθερωτικά. ῞Οπως τό ἔχουμε καί πάλι σημειώσει: σάν τήν ἀγκαλιά τῆς Μάνας πού τό μόνο πού τήν ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ παιδιοῦ της.

ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΜΑΖΑΝΙ


Του Παναγιώτη Τελεβάντου
============

Σε μήνυμά του για το ραμαζάνι, προς τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος Β΄ ανέφερε -μεταξύ άλλων- ότι:

“Η ειρήνη, κοινός παρανομαστής του αξιακού συστήματος όλων των θρησκευτικών παραδόσεων που άνθισαν στην περιοχή, να πρυτανεύσει έναντι κάθε προσπαθείας παρεκτροπής προς το διχασμό και τη βία.”

Ωστε;!!!
Η ειρήνη είναι ο παρονομαστής του αξιακού συστήματος του Ισλάμ;

Καλά! Δεν είναι το Ιερόν Κοράνιο που αναφέρει ότι ο κόσμος χωρίζεται στον κόσμο του Ισλάμ και στον κόσμο του ιερού πολέμου τζιχάντ;

Η προσωπική εμπειρία του Μακαριότατου Αλεξανδρείας από τα πάνδεινα που υφίστανται οι Κόπτες της Αιγύπτου και των άλλων Ισλαμικών χωρών, είναι ότι οι μουσουλμάνοι έχουν την ειρήνη ως βασικό αξιακό σύστημα;

Πώς έγινε η Αίγυπτος μουσουλμανική χώρα;

Με δημοψήφισμα ή διά πυρός και σιδήρου;

Πώς μεταστράφηκε στο Ισλάμ ολόκληρη η Μέση Ανατολή, η κεντρική Ασία, η Βόρειος Αφρική, η Ιβηρική χερσόνησος, και μέρος των Βαλκανίων; 

Με την γλυκύτητα και την πειθώ του κηρύγματος των μουσουλμάνων ιεραποστόλων ή μήπως με τη βία;

Καλόν είναι ο Μακαριότατος να προσέχει τι λέγει.

Ασφαλώς και αντιλαμβανόμαστε την άκρως  δυσχερή θέση που βρίσκεται και ο ίδιος προσωπικά και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, εξαιτίας της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί τώρα στην Αίγυπτο, αλλά δεν είναι με αυτές τις φαιδρότητες που θα οικοδομηθεί η ασφάλεια του Πατριαρχείου.

Χρειάζεται εκπόνηση ευφυούς στρατηγικής που θα σταθμίσει σοβαρά τα γεγονότα προς όφελος του Πατριαρχείου και των εν Αιγύπτω Ορθοδόξων.

ΡΑΪΘΩ καὶ ΦΑΡΑΝ ΣΤΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ ΣΙΝΑ


SINAΚωστίδη Ἀβραὰμ – Ξεναγοῦ                           

Ἡ χερσόνησος τοῦ Σινᾶ εἶναι μία ἀπὸ τὶς πλέον ἄνυδρες ἀλλὰ καὶ πιὸ γνωστὲς χερσονήσους ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο.
Ἡ περιοχὴ αὐτὴ εἶναι γνωστὴ παγκοσμίως λόγῳ τῶν σφοδρῶν μαχῶν μεταξὺ Αἰγυπτίων καὶ Ἰσραηλινῶν στοὺς δυὸ τελευταίους μεταξὺ τοὺς πολέμους ἀλλὰ καὶ ἐξαιτίας τοῦ ἀρχαιότερου μοναστηριοῦ στὸν κόσμο ποὺ λειτουργεῖ ἀπρόσκοπτα μέχρι σήμερα, τῆς Μονῆς τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης.
Ἐμεῖς πρὶν  μιλήσουμε γιὰ τὸ ὁμώνυμο μοναστήρι θὰ γνωρίσουμε ἀπὸ δυὸ γειτονικὲς «πόλεις τῆς Ἐρήμου», οἱ ὁποῖες εἶναι σχετικὰ ἄγνωστες σήμερα.
Τὰ δυὸ αὐτὰ τοπωνύμια βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ μνήμη τῶν σημερινῶν Ἑλλήνων  ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ μία μικρὴ μειοψηφία ποὺ τυγχάνει λόγῳ ἔρευνας ἢ εὐλάβειας νὰ γνωρίζει κάποιες λεπτομέρειες. Τί εἶναι αὐτὸ ὅμως ποὺ κάνει αὐτὲς τὶς περιοχὲς σημαντικὲς ὅσον ἀφορᾶ τὴν παρουσία τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς πίστεώς τους στὸν γεωγραφικὸ  χῶρο ὅπου ἑνώνεται ἡ Ἀφρικὴ μὲ τὴν Ἀσία; Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν πορεία τῶν Ἰσραηλιτῶν ὑπὸ τὸν Μωυσῆ, τὶς τριήρεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τὰ ἐμπορικὰ καράβια καὶ τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα τῶν Βυζαντινῶν ἀλλὰ καὶ νὰ ἀφουγκραστοῦμε τοὺς ἅγιους ἀσκητὲς τῆς Πίστεώς μας.
Ἔτσι λοιπὸν προερχόμενοι ἀπὸ τὸ Κάιρο ἀκολουθώντας τὴν ἐθνικὴ ὁδὸ μέσα ἀπὸ τὴν ἔρημο ἀφήνουμε τὴν ἀφρικανικὴ ἤπειρο καὶ διαπερνώντας ὑποθαλάσσια τὴ διώρυγα τοῦ Σουὲζ – ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον στρατηγικὰ θαλάσσια περάσματα στὸν πλανήτη – περνᾶμε στὴν ἀσιατικὴ ἤπειρο καὶ συγκεκριμένα στὴν τριγωνικὴ χερσόνησο τοῦ Σινᾶ.
Ἀκολουθώντας νότια πορεία ἐπὶ τῆς παράλιας ζώνης  καὶ ἔχοντας πρὸς δυσμᾶς τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα περνᾶμε ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου αἰῶνες πρὶν ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ θὰ περάσει ὁ Προφήτης Μωυσῆς, ὅταν θὰ διαχωριστοῦν τὰ νερὰ τῆς θάλασσας γιὰ νὰ διέλθει ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ. Λίγα χιλιόμετρα πρὸς νότον θὰ συναντήσουμε τὶς πηγὲς τῆς Μερᾶ, μία πραγματικὴ ὄαση μὲ λίγα φοινικόδεντρα,  ποὺ σήμερα ὀνομάζεται Ayoun Mousa, δηλαδὴ Πηγὲς τοῦ Μωυσῆ. Εἶναι ὁ τόπος  ὅπου ὁ Μωυσῆς, ἐμβαπτίζοντας τὸ νερὸ μὲ τὸ ξύλο ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ μετατρέψει τὰ πικρὰ νερὰ σὲ πόσιμα. Καὶ ἔτσι θὰ ἔχουμε μία ἀπὸ τὶς παλαιότερες προτυπώσεις τοῦ σωτηρίου ξύλου τοῦ μέλλοντος  Τιμίου Σταυροῦ.  
Συνεχίζοντας πάντοτε νότια ἀνάμεσα στὰ ἀσβεστολιθικὰ πετρώματα τῆς Ἐρήμου ποὺ κάποτε ὑπῆρξαν βυθὸς θάλασσας, φθάνουμε στὴν Ἔρημο Σίν. Βλέπουμε ἀπὸ μακριὰ τὴν κοιλάδα ὅπου ὁ Θεὸς πρὸς κάλυψη τῶν ὑλικῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ θὰ βρέχει ἐπὶ σαράντα χρόνια τὸ Μάννα.
Βρισκόμαστε πλέον  στὰ  200 χλμ. ἀπὸ τὴ σήραγγα τοῦ Σουὲζ ὅταν συναντᾶμε μία διασταύρωση, ὅπου  τὰ περισσότερα τουριστικὰ – προσκυνηματικὰ γκρούπ, ἑλληνικὰ καὶ μή, παίρνουν πορεία ἀνατολικὴ γιὰ νὰ φθάσουν μετὰ ἀπὸ τρεῖς ὧρες περίπου στὴν Ἱ. Μ. τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης.  Ἐμεῖς ὅμως θὰ συνεχίσουμε γιὰ νὰ φθάσουμε  σὲ μία ἀπὸ τὶς ἔσχατες  πρὸς νότον πόλεις τῆς χερσονήσου.  Λίγο πρὶν φτάσουμε στὸν προορισμό μας  συναντᾶμε τὴν ὄαση τῆς  Ἀϊλὶμ μὲ τὶς δώδεκα πηγὲς καὶ τοὺς ἑβδομήντα φοίνικες ὅπου σταμάτησε ὁ Μωυσῆς. (Ἐξ.15:27)
Ἀμέσως μετὰ συναντᾶμε  τὴν πόλη τῆς Ραϊθ· σήμερα οἱ Αἰγύπτιοι ὀνομάζουν τὴν Ἒλ Τόρ. Ὀνομασία ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ ἔκφραση  «Τὸ ὄρος».
Στὸ παράλιο ἄκρο τῆς πόλης, ἐκεῖ ὅπου ἡ ἔρημος συναντᾶται μὲ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα βρίσκεται ἕνα ἀπὸ τὰ ξεχασμένα λιμάνια τῆς ναυτικῆς ἱστορίας τῶν Ἑλλήνων. Δυὸ χιλιάδες καὶ πλέον ἔτη πρίν, ἀπὸ ἐδῶ περνοῦσαν οἱ τριήρεις τῶν ἀρχαίων μας προγόνων  καὶ ἀργότερα οἱ ἔμποροι τῆς Ρωμανίας. Σὲ αὐτὸ τὸ λιμάνι ἔκαναν τὶς στάσεις τους γυρνώντας ἀπὸ τὶς   μακρινὲς ἀγορὲς τῆς Κεϋλάνης καὶ τῆς Ἰνδίας μὲ τὰ πολύτιμα φορτία τους διακόσια ἑλληνικὰ καράβια κάθε χρόνο πρὶν φθάσουν στοὺς προορισμούς τους: τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν Ἀθήνα, τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἡ Ραϊθὼ ἦταν τὸ κύριο λιμάνι τῆς περιοχῆς. Ἄλλωστε εἶναι ὁ τόπος μὲ τὶς πιὸ ἀνεκτὲς θερμοκρασίες κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ καλοκαιριοῦ σὲ ὅλη τὴν εὐρύτερη περιοχή.
Στὸ ἄκρο τῆς ὁμώνυμης πόλης ἐπὶ τῆς παράλιας ζώνης, σὰν μία ὄαση πνευματικὴ προβάλλει ἐν τῇ ταπεινώσει της ἡ Ἱ. Μ. Ραϊθώ. Ἡ σημερινή της θέση δὲν εἶναι αὐτὴ ποὺ ἀναφέρουν τὰ Συναξάρια ἀλλὰ ἐπανιδρύθηκε ἐδῶ κατὰ τὸν 19ο αἰ. γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὶς δεκάδες ἑλληνικὲς οἰκογένειες τῆς περιοχῆς καθὼς καὶ τοὺς ἑκατοντάδες Ρώσους προσκυνητὲς οἱ ὁποῖοι στὸν δρόμο τους γιὰ τὴν Ἱ.Μ. τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης χρησιμοποιοῦσαν ὡς σταθμὸ τὴ Ραϊθώ. Σήμερα δυὸ μοναχοὶ ἀποτελοῦν τὴν ἀδελφότητα τῆς μονῆς. Συντηροῦν τὶς ἐγκαταστάσεις ἀλλὰ καὶ ἐξυπηρετοῦν τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν περίπου 15 ντόπιων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν.
Σὲ μία χώρα 65 ἑκατομμυρίων μουσουλμάνων καὶ 12 ἑκατομμυρίων Κοπτῶν αἱρετικῶν  μονοφυσιτῶν  ἀπέμειναν 15 χιλιάδες χριστιανοὶ ὀρθόδοξοι ποὺ αὐτοαποκαλοῦνται Ροὺμ ἢ Γκρὲκ Ὀρτοντόξ. Εἶναι μία ἱστορικὴ ἀντίφαση νὰ βρίσκει κάποιος σὲ αὐτὴ τὴν ἄγνωστη γωνιὰ τοῦ πάλαι ποτὲ Ἑλληνικοῦ κόσμου ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι αὐτοαποκαλοῦνται Ἑλληνορωμαῖοι. Κάτι πού μας ἀναγκάζει νὰ σκύβουμε εὐλαβικὰ πρὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς οἱ ὁποῖοι μετὰ ἀπὸ τρομακτικὲς διώξεις διατήρησαν τὸ ὄνομα τῆς Ρωμηοσύνης καὶ τῆς Πίστεως ζωντανὸ μέχρι σήμερα σὲ χῶρες ὅπως ἡ Συρία, ὁ Λίβανος, ἡ Ἰορδανία, ἡ Αἴγυπτος. 
 Ἀρχαιολογικὲς ἔρευνες τὴ δεκαετία τοῦ ‘80 ἀποκάλυψαν πλησίον τῆς σημερινῆς μονῆς δυὸ βασιλικές, κελλιὰ μοναχῶν καὶ ἄλλες μοναστικὲς ἐγκαταστάσεις. Αὐτὲς εἶναι οἱ ἐγκαταστάσεις τῆς ἀρχικῆς λαύρας τῶν μοναχῶν καὶ τῆς μονῆς τῆς ὁποίας περιτείχισε ὁ Ἰουστινιανὸς τὸν 5ο αἰ. ὅπως μας διηγεῖται ὁ ἔμπορος καὶ συγγραφέας τῆς Χριστιανικῆς Τοπογραφίας ἀλλὰ καὶ μετέπειτα μοναχὸς Κοσμᾶς ὁ Ἰνδικοπλεύστης. 
  Ἕνα ἄλλο φαινόμενο, σημάδι πνευματικῆς παρουσίας εἶναι καὶ τὸ μυστικὸ σήμαντρο ποὺ ἀκοῦν μέχρι σήμερα οἱ ντόπιοι ἀλλὰ καὶ οἱ μοναχοὶ ποὺ κατὰ περιόδους ἐγκαταβιώνουν ἐδῶ. Τὰ ἀρχαῖα κείμενα ἀλλὰ καὶ σύγχρονες μαρτυρίες ντόπιων καὶ μοναχῶν μας ἀναφέρουν γιὰ ἤχους ἀπὸ σήμαντρα κάποιας μονῆς ἡ ὁποία ὅμως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐντοπιστεῖ. Οἱ ἴδιες μαρτυρίες μας διαβεβαιώνουν καὶ γιὰ ἕνα παρόμοιο φαινόμενο ὅπως αὐτὸ τῶν ἀοράτων ἀσκητῶν τοῦ Ἄθωνα. Σαράντα ἀόρατοι ἀσκητὲς ζοῦν γύρω στὰ ὄρη τῆς Ραϊθῶ καὶ ὅταν κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς κοιμᾶται ἀντικαθίστανται ἀπὸ ἕναν νέο ποὺ ἀσκεῖται στὴ γύρω ἔρημο.
Ἀλλὰ ἂς δοῦμε πῶς ξεκίνησαν ὅλα αὐτά.  Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα προβλήματα ποὺ ἀντιμετώπιζαν οἱ μοναχοὶ στὴν ἔρημο δὲν ἦταν ἡ εὕρεση τροφῆς ἢ οἱ κλιματικὲς συνθῆκες ἀλλὰ οἱ δολοφονικὲς ἐπιθέσεις ποὺ δέχονταν ἀπὸ τὶς ἄγριες φυλὲς τῆς ἐρήμου ποὺ εἶχαν σὰν ὁρμητήριό τους, ἄλλοτε τὴν Ἀφρικὴ καὶ ἄλλοτε τὴ Σαουδαραβικὴ χερσόνησο. Κατὰ περιόδους οἱ φυλὲς αὐτὲς ἀποκτοῦσαν μεγάλη ἰσχὺ καὶ τότε μόνον τὰ στρατεύματα τῆς Αὐτοκρατορίας μποροῦσαν νὰ καταστείλουν τὴν ἀπειλή.
Τὸ 390 θὰ ἔχουμε τὴ γνωστότερη ἀπὸ ὅλες τὶς καταστροφές,  ὅταν οἱ Βλέμυες, μία φυλὴ ποὺ ζοῦσε μεταξὺ Σουδὰν καὶ Αἰγύπτου θὰ καταφέρει νὰ περάσει στὴν χερσόνησο τοῦ Σινᾶ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ σφαγοῦν τὴν ἴδια ἡμέρα σχεδὸν τὸ σύνολο τῶν μοναχῶν τῆς Ραϊθῶ ἀλλὰ καὶ 39 ἀσκητὲς τοῦ ὄρους Σινᾶ. Οἱ ἐχθροὶ θὰ ἐπιτεθοῦν στὴν πρώτη περίπτωση ἀπὸ θαλάσσης ἐνῷ στὴ δεύτερη ἀπὸ ξηρᾶς.  Τελικὰ θὰ ἐξοντωθοῦν ὅλοι ἀπὸ τὶς τοπικὲς στρατιωτικὲς δυνάμεις τῶν κατοίκων τῆς Φαρᾶν ποὺ ὑπάγονται στὴν Αὐτοκρατορία.
Ἡ λεπτομερὴς καταγραφὴ τοῦ μαρτυρίου μας διασώθηκε ἐξαιτίας τοῦ μοναχοῦ Ἀμμωνίου. Ὁ Ἀμμώνιος ἐκδιωγμένος ὡς ὀρθόδοξος ἀπὸ αἱρετικοὺς μονοφυσίτες ποὺ εἶχαν καταλάβει τὸν πατριαρχικὸ θρόνο τῆς Ἀλεξάνδρειας θὰ καταφύγει στὴ χερσόνησο τοῦ Σινᾶ. Ἅμα τῇ ἀφίξει του θὰ συμβεῖ τὸ τραγικὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖο καὶ μᾶς μεταφέρει δείχνοντας ὅτι ἡ ἀληθής του Χριστοῦ Πίστη βάλλεται ἀνελλιπῶς στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας,  ἀπὸ αἱρετικούς, φανατικοὺς δολοφόνους καὶ προπαγανδιστές.  
Ἡ ἡμέρα ὅπου τιμῶνται ὅλοι οἱ μαρτυρήσαντες εἶναι ἡ 14η  Ἰανουαρίου. Ἐνῷ ὁ Συναξαριστής μας ἀναφέρει: τὴ αὐτὴ ἡμέρα μνήμη τῶν Ἁγίων τριακονταοκτὼ καὶ ἄλλων Ἀββάδων, τῶν ἐν Σινᾷ ὄρει ἀναιρεθέντων καθὼς καὶ τὴ αὐτὴ ἡμέρα μνήμη τῶν Ἁγίων τριάκοντα τριῶν  καὶ ἄλλων Ἀββάδων, τῶν ἐν Ραϊθὼ ἀναιρεθέντων
Ὡς πρὶν Ραχὴλ τὰ τέκνα, νῦν τοὺς Ἀββάδας
Κλαίει Ραϊθὼ συγκεκομμένους σπάθαις.  
Τέτοιου εἴδους μαρτύρια θὰ ἔχουμε περισσότερα κατὰ τὴν ἐπέκταση τοῦ Ἰσλὰμ διὰ τῆς Τζιχὰντ τὸν 7ο αἰ.
Ἡ πνευματικὴ προσφορὰ καὶ νουθεσία  ὅμως τῆς μονῆς αὐτῆς ἐπεκτείνεται καὶ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πνευματικὰ συγγράμματα τῆς πίστεώς μας: τὴν Κλίμακα. Διότι θὰ εἶναι ὁ ἡγούμενος τῆς Ραϊθὼ Ἰωάννης ποὺ θὰ παροτρύνει μὲ ἕνα γράμμα του τὸν συνωνόματό του, Ἁγ. Ἰωάννη νὰ γράψει τὶς πνευματικές του ἐμπειρίες καὶ νὰ τοῦ τὶς ἀποστείλει.
Ἤδη ὅμως ἔχουμε πάρει βόρεια ἀνατολικὴ πορεία καὶ κατευθυνόμαστε πρὸς τὸν ἑπόμενο προορισμὸ τοῦ ταξιδιοῦ μας. Ἀκολουθώντας ἑλικοειδῆ πορεία ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ἡφαιστειακὰ ὄρη τῆς περιοχῆς φθάνουμε στὸ Οὐάντι (κοιλάδα) Φεϊράν, ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ στὴ μικρὴ κωμόπολη τῆς  Φαράν. 
Πρόκειται γιὰ τὴν Βιβλικὴ Ραφειδὶμ ὅπου καὶ θὰ δοθεῖ μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες μάχες τῆς Ἐξόδου ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες θὰ κατανικήσουν τὴν ἄγρια φυλὴ τῶν Ἀμαληκιτῶν. Ἐδῶ θὰ ἔχουμε ἄλλη μία προτύπωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἀφοῦ ὅσο ὁ Προφήτης Μωυσῆς θὰ σηκώνει τὰ χέρια τοῦ σταυροειδῶς τότε ὁ στρατὸς τοῦ Ἰσραὴλ θὰ νικᾶ. Μόλις ὅμως λόγῳ φυσικῆς κόπωσης τὰ χέρια θὰ πέφτουν καὶ θὰ διαλύεται τὸ σχῆμα τοῦ Σταυροῦ τότε θὰ νικοῦν οἱ Ἀμαληκίτες.
Ἡ μικρὴ κωμόπολη στὸ μέσον μίας στενῆς καὶ ἄνυδρης κοιλάδας  ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ μικρὰ χαρακτηριστικὰ σπίτια τῶν Βεδουίνων τὰ ὁποία βρίσκονται μέσα σὲ ἕνα δάσος ἀπὸ χιλιάδες φοινικόδεντρα.  Ἡ μόνη ἔνδειξη πολιτισμοῦ σήμερα εἶναι ἕνα σχολεῖο.
Καὶ ὅμως ὅταν οἱ Ἕλληνες ζοῦσαν ἐδῶ καὶ ἡ Αὐτοκρατορία τῆς Ρωμανίας διαφέντευε, τὰ πράγματα ἦταν διαφορετικά. Στὴ μέση τῆς ἐρήμου ὑπῆρχε ὁλόκληρη ἐπισκοπὴ τῆς ὁποίας τὸ ποίμνιο στὴν πλειοψηφία του ἀποτελοῦνταν ἀπὸ Ἕλληνες καὶ Ἑλληνόφωνους Αἰγυπτίους. Ἡ παρουσία Ἑλλήνων κατοίκων στὴ χερσόνησο κατὰ τὴ Βυζαντινὴ περίοδο πιστοποιεῖται  καὶ ἀπὸ τὶς ἑκατοντάδες ἐπιγραφὲς ποὺ ἔχουν βρεθεῖ στὶς πόλεις, σὲ μοναστικὰ συμπλέγματα καὶ κελλιὰ  καθὼς καὶ σὲ βραχώδεις τοποθεσίες. 
Μάλιστα δέ, ὑπῆρξε χριστιανικὸ κέντρο ἀρκετὰ πρὶν ἀπὸ τὴν Ἱ. Μ. τῆς Ἁγ. Αἰκατερίνης,  ἀφοῦ ἐδῶ βρίσκονταν ἡ ἕδρα τοῦ Ἐπισκόπου Σινᾶ.
Στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας θὰ παραστεῖ καὶ ὁ τοπικὸς ἐπίσκοπος ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς 318 Πατέρες.  Ὑπογράφει ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Φαρᾶν καὶ Σινὰ Ἄνθιμος. 
Οἱ ἀνασκαφὲς ἀπέδειξαν ὅτι κατὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ καὶ Βυζαντινὴ περίοδο ἡ περιοχὴ εἶχε ἐπάρκεια σὲ νερὸ καὶ ὑπῆρχαν γεωργικὲς καλλιέργειες. Ὑπῆρχε πλοῦτος  καὶ ὁ πληθυσμὸς ξεπερνοῦσε τοὺς 10 χιλιάδες κατοίκους. Ἐπίσης ἕνα ἄλλος πόρος πλουτισμοῦ ἦταν καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ φαράγγι ἀποτελοῦσε ἐμπορικὴ ὁδὸ ἀλλὰ καὶ στρατηγικὴ  γραμμὴ ἐπικοινωνίας. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑπῆρχε μόνιμη  στρατιωτικὴ φρουρὰ ὀκτακοσίων ἀνδρῶν.  Ἄλλωστε τὰ συναξάρια μὲ τοὺς μάρτυρες τῆς Πίστεώς μας, μιλοῦν γιὰ τὶς συνεχεῖς δολοφονικὲς ἐπιθέσεις τῶν ἄγριων φυλῶν τῆς ἐρήμου. Εἴτε προερχόμενες ἀπὸ τὴ Σαουδαραβία  εἴτε ἀπὸ τὴ μακρινὴ Αἰθιοπία.
Μέχρι καὶ σήμερα βλέπει κανεὶς νὰ στέκεται τὸ μικρὸ γυναικεῖο ἡσυχαστήριο μὲ τὸν ναὸ τοῦ Προφήτη Μωυσέως καθὼς καὶ τὰ παρεκκλήσια τῶν Ἁγ. Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ καὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ἕνα κάστρο πνευματικὸ στὸ ὁποῖο συνενώνονται ἡ Παλαιὰ καὶ ἡ Νέα Διαθήκη.  Ἑπτὰ ὀρθόδοξες μοναχὲς ζοῦν ἐδῶ ποὺ μὲ τὴν ἐργασία τοὺς ἔχουν δημιουργήσει στὸν ἄλλοτε ἔρημο τόπο μία ἀκόμα πνευματικὴ ἀλλὰ καὶ φυσικὴ ὄαση.
Ἡ Γερμανικὴ ἀρχαιολογικὴ ἀποστολὴ ἔχει μέχρι στιγμῆς ἀποκαλύψει ἑπτὰ πρωτοβυζαντινοὺς ναοὺς οἱ ὁποῖοι χρονολογοῦνται μεταξὺ τοῦ 5ου  καὶ 7ου  αἰῶνος.
Μάλιστα ἔχουν  βρεθεῖ ἀρκετὲς ἑλληνικὲς ἐπιγραφές. Ἔτσι λοιπὸν ἀναδύεται  σιγά-σιγὰ μέσα ἀπὸ τὴν ἄμμο τῆς ἐρήμου ἕνα ἄλλο παρελθόν. Τὸν τόπο αὐτὸ στὸν ὁποῖο  κρύβονταν παλαιότερα οἱ πλέον ἄγριες καὶ ἀδίστακτες φυλὲς τῆς ἐρήμου, οἱ πρόγονοί μας ἐργαζόμενοι ἀλλὰ καὶ προσευχόμενοι  θὰ καταφέρουν νὰ τὸν  ἐξημερώσουν.
Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ σύγχρονη Αἴγυπτος κάνει κάποιες προσπάθειες τὰ τελευταῖα χρόνια γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι αὐτὸ γίνεται γιὰ πρώτη φορὰ μετὰ τὴν ἐκδίωξη τῶν Ἑλλήνων τῆς Ρωμανίας, ἔπειτα ἀπὸ ἕνα διάλειμμα δεκατεσσάρων αἰώνων.
Γιατί ἡ ἐπέλαση τοῦ Ἰσλὰμ σὲ αὐτὲς τὶς περιοχὲς θὰ ξεριζώσει καὶ τὶς τελευταῖες ὀάσεις  πολιτισμοῦ ποὺ μὲ τόσο κόπο καὶ φροντίδα δημιούργησαν μέσῳ τῶν αἰώνων μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ συνεργαζόμενοι μεταξύ τους.
Ἀφήνουμε ὅμως πλέον πίσω μας τὴν Φαρὰν καὶ ἑλισσόμενοι ἀνάμεσα στοὺς γρανιτένιους βραχώδεις ὄγκους μετὰ ἀπὸ μία περίπου ὥρα φθάνουμε στὴν Ἱ. Μ. τοῦ Σινᾶ. Ἄλλο ἕνα θαῦμα τοῦ διαχρονικοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Ματθαίου Λαγγῆ,  Μέγας Συναξαριστὴς 
2. Τὸ Μαρτυλόγιον τοῦ Σινᾶ.
3. Alberto Silioti, Guide to the exploration of Sinai.
4. Peter Grossmann,   Die antike Stadt Pharan. 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Θ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2012

Επιστολή Αγιορειτών Πατέρων: «Οι Εσφιγμενίτες μάχονται «υπέρ πίστεως» ενώ οι κατσουλιέρηδες μάχονται για τα χρήματα του ΕΣΠΑ.»

Επιστολή Αγιορειτών Πατέρων: «Οι Εσφιγμενίτες μάχονται «υπέρ πίστεως» ενώ οι κατσουλιέρηδες μάχονται για τα χρήματα του ΕΣΠΑ.»
Η παρακάτω επιστολή συντάχθηκε στο Άγιο Όρος στις 6 Αυγούστου 2013 από έναν μεγάλο αριθμό Αγιορειτών Πατέρων και μας εστάλει με email. Η επιστολή αναφέρεται στα τελευταία γεγονότα που έλαβαν χώρα στο κονάκι της Ι. Μ. Εσφιγμένου. 

Μια άλλη άποψη για τα γεγονότα του κονακίου της Ι.Μ. Εσφιγμένου.

Ακούμε από πολλούς δυσμενή σχόλια για τους Εσφιγμενίτες που υπερασπίστηκαν το κονάκι τους με μολότοφ και απορούμε, γιατί εθελοτυφλούν και δεν βλέπουν ποιος δημιουργεί το πρόβλημα; Αυτός που πηγαίνει να σπάσει την πόρτα, την μια με βαριά, την άλλη με λοστό και τώρα με κλάρκ; Ή αυτός πού κάθεται στο κελλί  του ήσυχα και δεν ενοχλεί κανέναν;
Τουλάχιστον οι Εσφιγμενίτες μάχονται «υπέρ πίστεως» και «υπέρ βωμών και εστιών», ενώ οι κατσουλιέρηδες μάχονται για τα χρήματα του ΕΣΠΑ.
Επιτέλους η Ιερά Κοινότης ας περιορίσει αυτή την χούφτα των ταραχοποιών πατέρων στο κελλί που έκαναν με τα χρήματα της Εσφιγμένου, χωρίς να έχουν αξιώσεις στην Ι.Μ.Εσφιγμένου, ειδάλλως ας τους απελάσει εξ’ Αγίου Όρους για να ειρηνεύσουμε και να μη επωμιστεί, ως άμεσα υπεύθυνη, το βάρος των θυμάτων που αναπόφευκτα θα προκληθούν.
Εξάλλου, η αδελφότητα της Μονής, είτε μας αρέσει, είτε όχι, εκπροσωπεί εκατομμύρια παλαιοημερολογητών ορθοδόξων χριστιανών, ενώ η νέα αδελφότητα εκπροσωπεί μόνο τον Πατριάρχη πού μας σκανδαλίζει με τις ανορθόδοξες ενέργειές του με τους αιρετικούς.
Εμείς δεν είμαστε ζηλωτές, ούτε Εσφιγμενίτες, αλλά συγχαίρουμε τους ζηλωτές Πατέρες , που έχουν «πιστεύω» και «αξίες» πιο πάνω από τους κοσμικούς νόμους και αντιστέκονται όπως οι μάρτυρες και οι ομολογητές Αγιορείτες Πατέρες.

 Αγιορείτες Πατέρες

Ακολουθεί το χειρόγραφο της επιστολής.

Οι Εσφιγμενίτες μάχονται «υπέρ πίστεως» ενώ οι κατσουλιέρηδες μάχονται για τα χρήματα του ΕΣΠΑ.


Σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας: Από την Βαυαρική χειραγώγηση στη νεοελληνική πραγματικότητα «Επειδή και η Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως …»

article_14754
του Θεοδώρου Δ. Παπαγεωργίου, Δικηγόρου LL.M. – Ειδικού Νομικού Συμβούλου της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος

Τις ημέρες αυτές που η γενική ειδησεογραφία, ανάμεσα στις επίκαιρες οδύνες της χώρας, θυμάται την επέτειο του πραξικοπήματος στην Κύπρο συμπληρώνονται 180 χρόνια από ένα άλλο πραξικόπημα, που διέπραξε η ελληνική πολιτεία στο Ναύπλιο. Στις 23 Ιουλίου 1833 (κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο) εκδόθηκε «εν ονόματι του Βασιλέως» από τα μέλη της βαυαρικής Αντιβασιλείας το από 23.7/4.8.1833 βασιλικό διάταγμα υπό τίτλο «Διακήρυξις της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας» (ΦΕΚ 23/1-13.8.1833 βλ. ΕΔΩ). Ανακηρύχθηκε ως ανεξάρτητος, αλλά στην πραγματικότητα ιδρύθηκε, από την βαυαρική αντιβασιλεία η «Ελληνική Εκκλησία», όπως αναφέρει ο τίτλος του διατάγματος, όχι η «Εκκλησία της Ελλάδος» ή «η εν Ελλάδι Εκκλησία», αλλά η Εκκλησία των Ελλήνων, μία λεκτική επιλογή διόλου τυχαία για να εξάρει τον εθνοφυλετικό (και όχι απλώς τοπικό) χαρακτήρα της Εκκλησίας.
Στόχος των κατωτέρω γραμμών δεν είναι να διατυπωθεί κάποια θέση στο πολυσυζητημένο, άλλωστε, ζήτημα του θεμελίου και της έκτασης της εκκλησιαστικής Αυτοκεφαλίας στην Ελλάδα έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. H επίλυση των εκφάνσεών του ανήκει, εικότως, στην θεσμική και ποιμαντική ευθύνη των δύο Εκκλησιών. Εδώ απασχολεί η ανάδειξη των αντιλήψεων του νεοελληνικού Κράτους για την «Ανεξαρτησία» της Εκκλησίας, οι οποίες συνδέονταν και απέρρεαν από την σύλληψη της Αυτοκεφαλίας, όχι ως εκκλησιαστικού γεγονότος σε επίπεδο διατοπικής εκκλησιαστικής οργάνωσης, αλλά ως πράξης ολοκλήρωσης της πολιτικής απόσχισης από την Υψηλή Πύλη μέσω της σύστασης ενός εθνικού θεσμού (και) στον τομέα της «θρησκείας». Σχολιάζονται δηλαδή μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα των περί Εκκλησίας αξεπέραστων έως τώρα αντιλήψεων του νεοελληνικού Κράτους.
Εισήχθη τότε, και επίσημα, στην ιστορία των ελληνικών νομικών ανακαλύψεων η θεολογικά αποσυνάγωγη διάκριση μεταξύ δογματικής και διοικητικής τάξεως, που ακόμα ταλαιπωρεί από τα εκκλησιαστικά πράγματα μέχρι την νομολογία των δικαστηρίων. Κατά το κείμενο του διατάγματος η νέα «Ορθόδοξος Ανατολική Αποστολική Εκκλησία του Βασιλείου της Ελλάδος» (σαν να λέμε, υπό σημερινούς όρους, η Εκκλησία της «Ελληνικής Δημοκρατίας») πνευματικώς («εν Πνεύματι») είχε κεφαλή τον «Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν», κατά δε το «διοικητικόν μέρος» είχε αρχηγό ένα πολιτικό όργανο, τον (ρωμαιοκαθολικό) Βασιλέα της Ελλάδος (άρθρο 1), ήταν αυτοκέφαλος και ανεξάρτητος από πάσης άλλης εξουσίας «φυλαττομένης όμως απαραχαράκτου της δογματικής ενότητος» (όχι όμως και της «κανονικής ενότητος» με την Μητέρα του Χριστού Εκκλησία).
Η πομπώδης διακήρυξη περί ανεξαρτησίας από πάσης άλλης εξουσίας διαψευδόταν από τις επόμενες προβλέψεις του κειμένου του διατάγματος : ο Βασιλέας επέλεγε τους πέντε Επισκόπους, που θα συγκροτούσαν την Ιερά Σύνοδο, οι συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου δεν είχαν νόμιμη ισχύ χωρίς την παρουσία του Βασιλικού Επιτρόπου. Πραγματικό μνημείο αντίφασης και το άρθρο 9 του διατάγματος:
«Εις όλα τα εντός της Εκκλησίας ενεργεί η Σύνοδος ανεξαρτήτως από πάσης άλλης εξουσίας. Επειδή όμως εις την υπερτάτην εξουσίαν του Κράτους ανήκει η κυριαρχική εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Κράτους γινομένων πράξεων, συμβεβηκότων και σχέσεων, έχει η Κυβέρνησις το δικαίωμα του να λαμβάνη γνώσιν του αντικειμένου της διαπραγματεύσεως, και επομένως, πριν ζητηθή η έγκρισις (το : ενεκρίθη) της Κυβερνήσεως, δεν ημπορεί να κοινοποιηθή ουδέ να εκτελεσθή καμμία συνοδική απόφασις. …».
Τις επόμενες δεκαετίες, πριν και μετά την έκδοση του Πατριαρχικού Τόμου της 29ης Ιουνίου 1850, δύο σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων διασταύρωσαν τις γραφίδες τους σε πολυσέλιδες πραγματείες, που τάσσονταν υπέρ και κατά της κατάστασης και των ζητημάτων, που ανέκυπταν από την ύπαρξη ενός νομοθετικού κείμενου ως θεμέλιου λίθου της αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην Ελλάδα, που είχε εκδοθεί χωρίς τις κανονικές προϋποθέσεις και χωρίς σεβασμό στα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως προς την ανακήρυξη αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
Φυσικά ο άνωθεν, νομοθετικός αιφνιδιασμός του 1833 δεν αρκούσε για να εξηγήσει το γεγονός της εν τοις πράγμασιν αποδοχής ή τουλάχιστον ανοχής της Εκκλησίας και της ελλαδικής κοινωνίας, κατά τις επόμενες δεκαετίες, απέναντι στον κρατικό παρεμβατισμό στη διοίκηση και διαχείριση της Εκκλησίας. Σημαντικά τεκμήρια απόκεινται ήδη στα Αρχεία Εθνικής Παλλιγγενεσίας, όπου σε κείμενα της επαναστατικής διοικήσεως προδίδεται –ενίοτε ανεπίγνωστα– μία αντίληψη κρατικού ολοκληρωτισμού των πολιτικών εκπροσώπων του έθνους, παραπλήσια με αυτήν, που εύγλωττα εκτίθεται παραπάνω στο άρθρο 9 του β.δ. της 23.7/4.8.1833 («… εις την υπερτάτην εξουσίαν του Κράτους ανήκει η κυριαρχική εποπτεία εφ’ όλων των εντός του Κράτους γινομένων πράξεων, συμβεβηκότων και σχέσεων,…»).
Από την σταχυολόγηση των Αρχείων αξίζει το παρακάτω απόσπασμα ως εξόχως παραστατικό : Στις 7.10.1822 οι διορισμένοι αρμοστές των νήσων των Κυκλάδων αλληλογραφώντας προς τον Έπαρχο της Νάξου του δίδουν σε σχέση με τον τόπο εγκαταστάσεώς του την κατωτέρω εντολή, απολύτως ενδεικτική των αντιλήψεων των πολιτικών ηγετών του νέου κράτους : «Επειδή και η Μητρόπολις είναι κτήμα της Διοικήσεως, περάσετε λοιπόν εκεί δια να έχη και η Διοίκησις κέρδος το ενοίκιον, και δια να έχετε και υμείς ανάπαυσιν» (ΑΕΠ τ.15αβ, σελ. 178 § 111 βλ.ΕΔΩ). Πλείστα τέτοια παραδείγματα θα ανεύρει κανείς στα αρχεία, που αποδεικνύουν σαφείς διαθέσεις, ιδιοτελείς και μη, των τοπικών προεστών και εκπροσώπων του έθνους στα νομοθετικά, εκτελεστικά σώματα και στις Εθνοσυνελεύσεις για πλήρη εισβολή της νεοπαγούς Πολιτείας στην εκκλησιαστική διοίκηση και διαχείριση. Παράλληλα, όμως, τα επαναστατικά Συντάγματα δεν παραλείπουν να διακηρύσσουν ότι εκδίδονται «εις το όνομα της αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος».
Θα μπορούσε να αντιταχθεί ασφαλώς ότι ήμασταν σε μια εποχή, που η θεωρία  των ατομικών δικαιωμάτων και της θρησκευτικής ελευθερίας έναντι του κράτους δεν έχει καν αποκρυσταλλωθεί στον ελληνικό νομικό πολιτισμό, αφού προείχε το αίτημα της πολιτικής ελευθερίας τότε (και αργότερα η συνταγματική οργάνωση του κράτους ως αίτημα περιστολής της απόλυτης μοναρχίας), οπότε η αφομοίωση και αποδοχή από το Κράτος ως δεδομένου του δικαιώματος της ορθόδοξης Εκκλησίας στην αυτοδιοίκηση των υποθέσεών Της δεν ήταν τότε αναμενόμενη. Η αντίρρηση όμως αυτή δεν εξηγεί γιατί, σήμερα πλέον, που έχει ωριμάσει στην χώρα, αρκετά ικανοποιητικά, η συνταγματική θεώρηση και εφαρμογή των δικαιωμάτων λατρείας, αυτοδιοίκησης κ.λπ. για όλες τις άλλες θρησκείες και δόγματα ως στοιχεία της θρησκευτικής τους ελευθερίας, η ελληνική πολιτεία δεν δείχνει απόλυτα έτοιμη να την αποδεχθεί ειδικά προκειμένου για την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία του Χριστού.
Πρόσφατο, ενδεικτικό παράδειγμα ο νόμος 4170/2013 (Α  163, άρθρο 69), ο οποίος επιτρέπει στα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας να «ωριμάζουν πολεοδομικώς» τα ακίνητά τους προκειμένου να τα αξιοποιήσουν και σπεύδει, σχεδόν με υψωμένο δάκτυλο απέναντι στην Εκκλησία, να Της υποδείξει μετ’ ευθεωρήτου επιτάσεως (παρ. 2) ότι το προϊόν όμως από την αξιοποίηση των ακινήτων των εκκλησιαστικών φορέων «θα διατίθεται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση, ενίσχυση και ανάπτυξη του εν γένει κοινωνικού και φιλανθρωπικού έργου τους». Ο νομοθετικός αυτός πατερναλισμός μην τυχόν και … ξεστρατίσει η Εκκλησία από τους μη κερδοσκοπικούς σκοπούς Της φαίνεται από αφελής έως προσβλητικός, ως εάν να σοβούσε κάποιος ορατός κίνδυνος τα έσοδα της εκκλησιαστικής περιουσίας να διατεθούν, ελλείψει αντίθετης υπόδειξης του νομοθέτη, για αλλότριους σκοπούς, του εμπορικού η ακόμα και του κοινού ποινικού δικαίου. Έχει όμως το ιστορικό του αίτιο στις περί Εκκλησίας ελληνικές πολιτικές αντιλήψεις του 19ου αιώνα και στην αδυναμία ιδεολογικής τους εξέλιξης, εάν συγκριθούν με την αντίστοιχη και σύγχρονη νομοθεσία και την νομολογία των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.
Το 1994 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ιερές Μονές κατά Ελλάδος, 9.12.1994, προσφυγή 10/1993/405/483-484) χρειάσθηκε να επαναφέρει στην (νομική και λογική) τάξη το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 5057/1987), αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση, που υποστήριζαν στα σοβαρά ότι επειδή η εν Ελλάδι Ορθόδοξη Εκκλησία και οι Μονές Της είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η Πολιτεία έχει δικαίωμα να ρυθμίζει δια νόμου και να οργανώνει παρεμβατικά τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας τους, διότι είναι θέματα «μη αναγόμενα στο δόγμα και τη λατρεία και είναι καθαρώς διοικητικής φύσεως», και μάλιστα δεν προσβαλλόταν έτσι κάποιος «βασικός διοικητικός θεσμός» της οργάνωσης της Εκκλησίας, οπότε μόνο, κατά την νομολογία του ΣτΕ, θα υπήρχε παραβίαση του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ (ΣτΕ 5057/1987). Το ΕΔΔΑ, χωρίς καν να δεχθεί να εμπλακεί στα εθνικά μας επινοήματα περί «δογματικών» και «διοικητικών» υποθέσεων της Εκκλησίας, υπενθύμισε με ξεκάθαρα διαρθρωμένη επιχειρηματολογία ότι τα νομικά πρόσωπα της Εκκλησίας έχουν κηρυχθεί από τον έλληνα νομοθέτη ως ν.π.δ.δ., ώστε να απολαύουν της προστασίας και των προνομίων, που έχουν τα κρατικά ν.π.δ.δ., το γεγονός όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η περιουσία τους ανήκει στο κράτος και ότι έχει παύσει να περιβάλλεται με τις εγγυήσεις σεβασμού, που ισχύουν έναντι του κράτους για κάθε ιδιώτη, διότι τα νομικά αυτά πρόσωπα δεν αποτελούν τμήμα της κρατικής Διοίκησης, αλλά μη κυβερνητικούς οργανισμούς (ΕΔΔΑ, 9.12.1994, σκ. 15, 49).
Εντυπωσιακά κοντινή είναι και η ιδεολογική απόσταση από την πολιτική αντίληψη της Επαναστατικής και Βαυαρικής περιόδου μέχρι τις σημερινές πολιτικές προτάσεις ή διακηρύξεις περί χωρισμού «εκκλησίας και κράτους», οι οποίες σχεδόν πάντοτε αποσιωπούν ή θεωρούν ότι δεν υφίσταται ζήτημα της επιστροφής της εκκλησιαστικής περιουσίας, διότι η αφαιρεθείσα περιουσία ανήκε εξ αρχής «στον λαό», ο έστιν μεθερμηνευόμενον κατά την αντίληψη αυτή, «στο κράτος» πλέον (ως ιστορικού και θεσμικού διαδόχου του). Θεωρούν περίπου ότι το ποίμνιο της Εκκλησίας μετέχει του Σώματος Της όχι ως κοινότητα χριστιανών, αλλά ως μέλη του ελληνικού εκλογικού σώματος. Επομένως οι πολιτικοί εκπροσωπούν τον λαό έναντι της Εκκλησίας, η οποία κατά την θεώρηση αυτή φυσικά και δεν περιλαμβάνει τον λαό. Η αριθμητική ταύτιση λαού και ποιμνίου είναι εν πολλοίς αληθής ως κοινωνική και στατιστική πραγματικότητα, αληθής όμως δεν είναι η ταύτιση των δύο ιδιοτήτων. Τα μέλη της Εκκλησίας παρίστανται, κοινωνούν, μετέχουν σε Αυτήν αδιάφορης ούσας της ιδιότητάς τους ως πολιτών. Η ελληνική Πολιτεία διαχρονικά δεν πιστεύει σε αυτήν την διάκριση: αυτό εξηγεί και διάφορα σε μήκος χρόνου νομοθετήματα, τα οποία κηρύσσουν εκκλησιαστικά Προσκυνήματα ως εθνικά και θρησκευτικά ιδρύματα η προσκυνήματα. Η νομοθετική απόδοση αυτής της διττής ιδιότητας αποβλέπει να θεμελιώσει ιδεολογικά, πολιτικά και νομικά την συναρμοδιότητα της πολιτικής εξουσίας για μονομερή, τελικά, παρέμβαση στη διοίκηση και διαχείρισή τους.
Η παράδοξη αυτή εξομοίωση των ιδιοτήτων του «λαού» ως πολιτικής κοινότητας και του «ποιμνίου» ως ευχαριστηριακής – θρησκευτικής κοινότητας εξηγεί, παραπέρα, την σχεδόν προβαλλόμενη ως αυτονόητη αξίωση της πολιτικής εξουσίας όχι μόνον για ισότιμο με τους Αρχιερείς λόγο στη διαχείριση σημαντικών εκκλησιαστικών πραγμάτων, αλλά και για στέρηση ή επίβλεψη του καθοδηγητικού λόγου των Αρχιερέων απέναντι στο ποίμνιό τους. Είναι πολύ χαρακτηριστικές τέτοιες αντιδράσεις, οι οποίες περίπου υπονοούν ως απαγορευμένο τον κοινωνικό λόγο των εκπροσώπων της ποιμαίνουσας Εκκλησίας και μάλιστα αντίθετο με τη δημοκρατική αρχή και την αρχή της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης, διότι αντιλαμβάνονται την Εκκλησία ως ένα δημοκρατικά ανομιμοποίητο τμήμα της εκτελεστικής εξουσίας, που του έχει ανατεθεί από το Κράτος η διεξαγωγή «θρησκευτικής υπηρεσίας» με την έννοια της τέλεσης ιεροπραξιών. Στερείται όμως δημοκρατικής νομιμοποίησης για να απευθύνεται στον «λαό», γιατί ο λόγος Της κρίνεται με αξιώσεις πολιτικής νομιμότητας και νομιμοφροσύνης. Έτσι συχνά στην λαϊκή συνείδηση ο,τιδήποτε εισπράττεται ως μη υπερβατικός, ως «επίγειος» εκκλησιαστικός λόγος εγείρει την αντίρρηση ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να αναμειγνύεται στα κοινά. Η νοοτροπία αυτή είναι σοβαρή ένδειξη ότι το νεοελληνικό Κράτος κρατικοποιώντας την Εκκλησία πέτυχε, σε ανησυχητικό βαθμό, να αποθρησκευτικοποιήσει την κοινωνία.
Ακόμα και οι πλέον θεωρούμενες ως προοδευτικές πολιτικές και επιστημονικές φωνές αντιλαμβάνονται ως αδιανόητο το πλήρες δικαίωμα της Εκκλησίας, ως σώματος κλήρου και λαού, να διαχειρισθεί τις εσωτερικές της υποθέσεις «ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως» κατά την έκφραση του Πατριαρχικού Τόμου του 1850. Στο ίδιο πλαίσιο οι προτάσεις για «επιστροφή» της εκκλησιαστικής περιουσίας «στον λαό» (εννοώντας ασφαλώς την ανάθεση της διαχείρισής της όχι στον λαό, αλλά τους πολιτικούς εκπροσώπους του) ή οι ανησυχίες για την ορθή διαχείριση της «περιουσίας του λαού» από την ποιμαίνουσα Εκκλησία έχουν την ιστορική τους προεξόφληση στην βαυαρική σύλληψη της Εκκλησίας ως κρατικού διοικητικού μηχανισμού, με πλήρως εξοβελισμένο το λαϊκό στοιχείο, η οποία αποτελείται από «ένστολους» κρατικούς λειτουργούς.
Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται έξοχα από το ιδεολογικό προκάλυμμα του κοραϊσμού, που έθεσε τις πολιτικές προϋποθέσεις για την κρατική μισθοδοσία ως απόδειξη της υπαγωγής των εκκλησιαστικών λειτουργών στο νέο εθνικό κράτος. Ο Κοραής, από νωρίς υποστηρικτής της κρατικοποίησης της Εκκλησίας και της απόσχισής της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διότι «του έως την ώραν ταύτην ελευθερωθέντος μέρους της Ελλάδος ο κλήρος δεν χρεωστεί πλέον να γνωρίζη εκκλησιαστικόν αρχηγόν του τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, ενόσω η Κωνσταντινούπολις μένει μολυσμένη από την καθέδραν του ανόμου τυράννου» (Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες Συγγραφείς, τ.2, 1988, σελ. 274), συνεπόμενος στην αντίληψή του για μια εθνική Εκκλησία είχε ταχθεί ήδη από το 1822 σε επιστολή του προς τους Χίους υπέρ της γνώμης «… να πληρώνωνται από το δημόσιον εκάστης πόλεως οι κατά πόλεις εύρισκόμενοι λειτουργοί της θρησκείας» (Αλληλογραφία, τ. IV, σελ. 374). Η μισθοδοσία δηλαδή του κλήρου ήταν κατά την θεωρητική σύλληψη του νεοελληνικού διαφωτισμού η προφανέστερη απόδειξη ότι η Εκκλησία ήταν ένας νέος κρατικός θεσμός, που έπρεπε να εξαρτάται και σε επίπεδο μέσων διαβίωσης από το Κράτος και έπρεπε να παύσει να ζει από τα έσοδά της και τις εθελούσιες προσφορές των πιστών Της, όπως συνέβαινε κατά την οθωμανική και βυζαντινή περίοδο –ήταν δηλαδή ένα προφανές μέσο διακοπής της αδιαμεσολάβητης σχέσης της Εκκλησίας με την κοινωνία και της θεσμοποίησής Της ως τμήματος της κρατικής μηχανής.
Αντιλαμβάνεται κανείς την κατά παρασάγγας απόσταση της «μοντέρνας» θεώρησης του Διαφωτισμού του 19ου αιώνα από τον Γρηγόριο, Μητροπολίτη Χίου, τον Βυζάντιο, ο οποίος όταν τον Δεκέμβριο του 1864 πληροφορήθηκε την φημολογούμενη πρόθεση της Υψηλής Πύλης να θεσπίσει την μισθοδοσία των Αρχιερέων και του Κλήρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου από το Κυβερνητικό Ταμείο της Αυτοκρατορίας και να διανείμει το οικονομικό βάρος «κατ’ αναλογίαν εις το άπαν το υπό την δικαιοδοσίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου υπαγόμενον οθόδοξον πλήρωμα εισπραττόμενον απ’ ευθείας παρά αρμοδίων υπαλλήλων της Σ. Κυβερνήσεως εκάστης επαρχίας ομού μετά των επιβαλλομένων φόρων», δηλαδή κάτι ανάλογο με την σημερινή πρόταση να φορολογούνται υπέρ της Εκκλησίας τους όσοι δηλώνουν ορθόδοξοι χριστιανοί στην φορολογική τους δήλωση, απέστειλε υπόμνημα στον Οικουμενικό Πατριάρχη προειδοποιώντας ότι : «Η επίσημος αποδοχή … και γενική αποδοχή και καθιέρωσις της … παρά της Πολιτικής Αρχής αμέσου και ευθείας μισθοδοσίας του Οικουμενικού Πατριάρχου και των Αρχιερέων, άρδην ανατρέπει το «ΑΙΩΝΙΟΝ ΝΟΜΙΜΟΝ» του Θεού και της Εκκλησίας (βλ. άρθρ. 21) εκλαϊκεύουσα, ούτως ειπείν, τον Ιερόν ημών Κλήρον, … εις τάξιν πολιτικών υπαλλήλων τους Ιερούς της Εκκλησίας Ποιμένας κατάγουσα» (Δύο υπομνήματα προς την Μ. του Χριστού Εκκλησίαν κατά της μισθοδοσίας του Ιερού Κλήρου, Χίος 1866, σελ. 5) και διακηρύττει ότι η κρατική μισθοδοσία (έστω και από επιβολή ειδικού φόρου στο ορθόδοξο ποίμνιο) «ταπεινοί και εκφαυλίζει το υπερφυές και υψηλόν της Αρχιερωσύνης αξίωμα, διότι εξευτελίζει τον πνευματικόν χαρακτήρα του ποιμένος απέναντι των ιδίων προβάτων, διότι αποσβέννυσι το προς αυτόν οφειλόμενον σέβας αρχόντων και αρχομένων, διότι καταστρέφει την εν τοις των χριστιανών συμφέρουσαν ελευθέραν αυτού ενέργειαν, … διότι, τέλος πάντων, καθιστά αυτόν δέσμιον, δούλον και υποχείριον της Πολιτείας» (Δύο υπομνήματα, ο.π., 1866, σελ. 7). Η προειδοποίηση αυτή είναι επίκαιρη και εύστοχη, εάν αναλογισθεί κανείς ότι το Κράτος επέβαλε ώστε όσοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι πληρώνονται από το Δημόσιο να προσλαμβάνονται μέσω Α.Σ.Ε.Π. (άρθρο 1 ν. 3812/2009), και επέβαλε την αξιολόγηση κατά τα δημοσιοϋπαλληλικά πρότυπα στους κληρικούς με κριτήριο επίσης ότι πληρώνονται από το Κράτος (7 παρ. 5 ν. 4024/2011).
Η μακρά και ευρεία καταλήστευση της εκκλησιαστικής περιουσίας μαζί με την θέσπιση, προοδευτικά, των αντίστοιχων νόμων για την μισθοδοσία του κλήρου, απέβλεπαν, και σε οικονομικό επίπεδο, στην σταδιακή μετατροπή της Εκκλησίας από τροφού του Γένους σε τρόφιμο του Κράτους. Η κρατική μισθοδοσία, κατά συνέπεια, δεν είναι απλώς η «συμβατική υποχρέωση» της Πολιτείας για την εκκλησιαστική περιουσία, που ανέξοδα αφαίρεσε από την Εκκλησία, όπως κατ’ αποτέλεσμα λειτουργεί πλέον ο θεσμός, αλλά συνιστά συνειδητή ιδεολογική επιλογή των θεμελιωτών του νεοελληνικού κράτους για την σύσταση μιας εθνικής Εκκλησίας απεξαρτημένης από τον παραδοσιακό τρόπο αυτοδιαχείρισής Της, ο οποίος αυτόματα ταυτίσθηκε με το οθωμανικό παρελθόν και, επιπλέον, θα διατηρούσε την Εκκλησία ανεξάρτητη απέναντι στο νέο Κράτος, που ήθελε να εθνικοποιήσει ο,τιδήποτε προϋπήρχε της συστάσεώς του.
Η έκταση των δημεύσεων των ακινήτων, που ακολούθησαν το 1833, 1834 και μέσα στον 20ο αιώνα και οδήγησαν σε νομιμοφανή καταλήστευση της περιουσίας της Εκκλησίας με αλλεπάλληλα βασιλικά διατάγματα, αναγκαστικούς και μη νόμους, μόνο κατά προσέγγιση μπορεί να υπολογισθεί, καθ’ όσον επρόκειτο για σωρηδόν αφαιρέσεις περιουσίας χωρίς καμία αποζημίωση, αλλά και χωρίς καμία άμυνα ή διαμαρτυρία της Εκκλησίας, η οποία εμπιστεύθηκε το Κράτος και διαψεύσθηκε πολλάκις, ότι τα ακίνητα Της θα ανακούφιζαν ανάγκες της κοινωνίας φθάνοντας μέχρι εκείνους που είχαν πραγματική ανάγκη. Ο «αλληλόχρεος λογαριασμός» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας στο σημείο αυτό γέρνει καταφανώς σε βάρος της Πολιτείας. Ακόμα και από αυτά τα μη πλήρη στοιχεία καταγραφής της δημευμένης περιουσίας, καθίσταται σε κάθε καλόπιστο προφανής η προκλητικότητα, ανεντιμότητα και παχυλή αμάθεια των προοδευτικών ή νεοφιλελεύθερων προτάσεων για την κατάργηση της κρατικής μισθοδοσίας τώρα πια, που η Εκκλησία με κύρια ευθύνη του Κράτους δεν έχει τα μέσα αυτοδύναμης συντήρησής Της, και οι οποίες προβάλλονται ως δήθεν αποφασιστικό βήμα προς την πραγματική έξοδο του Κράτους από τον εναγκαλισμό και την θεοκρατία, την οποία δήθεν του επέβαλε και συντηρεί η Εκκλησία.
«Καιρός πλέον !» έγραφε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χριστόδουλος σε τίτλο άρθρου του, που είδε το φως της δημοσιότητας στις 02.09.1983 στο φύλλο 570 του «Ορθοδόξου Τύπου». Αντιγράφω λίγες γραμμές : «Το σύνθημα για μια «ελεύθερη και ζώσα Εκκλησία», που πρώτος έρριψε στον ελλαδικό χώρο πριν από πολλά χρόνια ο σημερινός Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, αρχίζει στις μέρες μας να συνειδητοποιείται από όλο και περισσότερους κληρικούς και λαϊκούς, που οραματίζονται μια Εκκλησία ελεύθερη από κρατικές επιρροές και δεσμεύσεις και με ζωντανή παρουσία μέσα στο σύγχρονο κόσμο. … Πράγματι, το σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» ή ακόμη και της λεγομένης «συναλληλίας» –που ωστόσο πολύ απέχει στην πραγματικότητα από αυτό που ο όρος υποδηλώνει– απεδείχθη ότι ευνόησε σχεδόν αποκλειστικά την Πολιτεία,…. Φοβούμαι ότι το «εταιρικό» που συνάφθηκε μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας υπήρξε ετεροβαρές, σαν λεόντειας εταιρείας, σωρεύοντας μόνο οφέλη προς την πλευρά του Κράτους και μόνο ζημίες προς το μέρος της Εκκλησίας». Το άρθρο κατέληγε με την πρόταση –ως προς το ζήτημα της αποδεσμεύσεως από την Πολιτεία– να μην «αναμένει μοιρολατρικά» η Εκκλησία «την ώρα που κάποιοι, θα της επιβάλλουν τις λύσεις της αρεσκείας των».
Οι παραπάνω επισημάνσεις του μακαριστού Αρχιεπισκόπου είναι, υποθέτω, ο πλέον ταιριαστός επετειακός λόγος για τα γενέθλια του βασιλικού διατάγματος της 23ης Ιουλίου 1833.

Τα «γουρουνάκια» της Παναγίας..Kαι ο έχων νουν νοείτω


538594_198036046973420_1759646160_n edited
Στο περιβόλι της Παναγίας μας, η παρουσία της Παναγίας μας είναι έντονη. Παντού φαίνεται να υπάρχει η παρουσία Της Ακόμα και ο προσκυνητής μπορεί να νοιώσει την ευλογία Της και ότι η ακούραστη μεσίτριά μας σκεπάζει με στοργή το αγιώνυμο Όρος της. Άλλωστε είναι η προστάτις του Μοναχισμού μας και η μητέρα όλων των Μοναχών.
Μια από τις αμέτρητες διηγήσεις για την παρουσία της Παναγίας μας στη ζωή των μοναχών είναι και η εξής που μας διηγήθηκαν και που για άλλη μια φορά αποδεικνύει το μέγεθος της αγάπης του Θεού που κανέναν δεν αποστρέφεται, αλλά θέλει «πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».
Κάποτε λοιπόν, λέει η διήγηση, ζούσαν σ’ ένα μοναστήρι δυο υποτακτικοί, οι οποίοι είχαν κυριευθεί από το πάθος της «μέθης». Και ήταν καθημερινά μεθυσμένοι. Ο Γέροντας και οι υπόλοιποι αδελφοί προσπαθούσαν με αγάπη να τους νουθετήσουν και να τους συμβουλέψουν. Εκείνοι όμως δεν εθεραπεύοντο και παρέμεναν κυριευμένοι στο πάθος τους. Επειδή όμως αποτελούσαν σκάνδαλο με την αμετανοησία τους και με τη συνεχιζόμενη απαράδεκτη συμπεριφορά τους λόγω της «μέθης» τους, γι’ αυτό και η Αδελφότητα και η Ιερά Επιστασία απεφάσισε να τους εκδιώξει από τη Μονή, προς γνώση και συμμόρφωση. Ένα χειμωνιάτικο όμως βράδυ, που ο καιρός είχε αγριέψει πολύ και το χιόνι είχε σκεπάσει τα πάντα και συνέχιζε να πέφτει πυκνό, ο Ηγούμενος βλέπει στον ύπνο του την Παναγία να τον σκουντά και να του λέει: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν».
 Ο ηγούμενος νόμιζε ότι η ενέργεια ήταν εκ του πονηρού και δεν υπήκουσε. Οπότε η Θεοτόκος ξαναήλθε για δεύτερη φορά και του επανέλαβε τα ίδια λόγια: «Σήκω γρήγορα, γιατί τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Και όταν ο ηγούμενος και πάλι δεν υπήκουσε, ήλθε πιο αυστηρή αυτή τη φορά και σε τόνο που δεν σήκωνε πλέον ανυπακοή του λέει «Τρέξε τώρα, γιατί σου είπα ότι τα γουρουνάκια μου κινδυνεύουν». Οπότε αυτή τη φορά σηκώθηκε και μαζί με άλλους πατέρες βγήκε έξω από την μάνδρα της Μονής, ψάχνοντας τα γουρουνάκια της Παναγίας.
Σε μια στιγμή ακούνε στα δεξιά τους και από το βάθος ενός γκρεμού βογγητά και άρχισαν να κατεβαίνουν την απόκρημνη πλαγιά και φτάνουν κοντά σε δυο μοναχούς που ήταν χτυπημένοι από το πέσιμο και κυριολεκτικά θαμμένοι μέσα στο χιόνι. Τους σηκώνουν και, ω του θαύματος! Aναγνωρίζουν στα πρόσωπά τους τους δύο μοναχούς που μεθούσαν και ήθελαν ως εκ τούτου να εκδιώξουν από το Μοναστήρι. Με πολύ κόπο, τους σήκωσαν και τους πήγαν στο Μοναστήρι, αλλά όμως δεν τους έδιωξαν όπως είχαν αποφασίσει, διότι πως ήταν δυνατόν αυτούς που η Παναγία τους έσωσε τόσο θαυματουργικά και νοιάστηκε η ίδια για να σωθούν τα γουρουνάκια της, αυτοί να τους διώξουν; Γι’ αυτό αποφάσισαν, αφού έτσι το θέλει η Παναγία, να κρατήσουν «τα γουρουνάκια»στο μοναστήρι.
Αλλά, ω του θαύματος! Η θαυματουργική επέμβαση της Θεοτόκου σωφρόνισε τους δυο μοναχούς και από τότε που σώθηκαν με την θαυματουργική της επέμβαση δεν ξαναέπεσαν στο πάθος της «μέθης», αλλά έζησαν πλέον εν μετανοία.
Λέγεται δε, ότι ίσως, το Άγιο Όρος να ονομάζεται «περιβόλι της Παναγίας», διότι περιέχει όλων των ειδών τα «λουλούδια», αγίους και αμαρτωλούς. Κανέναν όμως μοναχό δεν απομακρύνουν, όσο αμαρτωλός κι αν είναι, ενθυμούμενοι πάντοτε το περιστατικό με τα «γουρουνάκια»…

Πανήγυρις Ιερού Ναού Αγίου Γερασίμου Πατρών

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΠΑΤΡΩΝ


ΠΕΜΠΤΗ 15 ΑυγούστουΕσπέρας 7 μ.μΕσπερινός μετ’ αρτοκλασίας και θειου κηρύγματος υπό του Πρωτοπρεσβυτέρου Αντωνίου Ρουμελιώτη.
* Το Βράδυ ΜΙΚΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ από 10μ.μ -12.30 νυκτερινή.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΠΡΩΙ 7-10 Θεια Λειτουργιά  μετά θείου Κηρύγματος υπό του Αρχιμ. π. Βασιλείου Μπακογιάννη
* Το απόγευμα της εορτής ώρα 7 μ.μ. θα τελεστεί Ιερά Παράκλησιςπρος τον ΑΓΙΟ ΓΕΡΑΣΙΜΟ μετά θείου Κηρύγματος υπό του Αρχιμ. π.Γαβριήλ Χριστόπουλου

Τί μετὰ νεκρῶν τὸν ζῶντα λογίζεσθε;

  Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος – θεολόγος Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ ἕνα ἀνάμεικτο συναίσθημα χαρμολύπης κυριαρχεῖ στὶς καρδιὲς ὅλων. Ἀφενὸς μ...