Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Αυγούστου 10, 2013

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ἀρχιμανδρίτου Νικηφόρου Πασσᾶ

Δύο τάσεις βρίσκουμε στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ὡς αὐτόπτες μάρτυρες παρακολουθοῦν ΄
τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ στοὺς τυφλούς, τοὺς κωφούς καὶ δαιμονισμένους τοῦ σημερινοῦ
 Εὐαγγελίου.
 Δύο θέσεις καὶ δύο ἀντιδράσεις σ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν ἐτοῦτοι οἱ ἄνθρωποι.

Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ αὐτοὶ ποὺ διαλαλοῦσαν πὼς «οὐδέποτε ἐφάνησαν τέτοια θαύματα στὸ ἔθνος μας»
 καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλοι αὐτοὶ, ἔτοιμοι πάντα νὰ κατηγορήσουν, ἔλεγαν πώς «μὲ τὴ βοήθεια καὶ συνεργία
 τοῦ ἄρχοντα τῶν διαμονίων, βγάζει ἀπὸ τοὺς πάσχοντες τὰ δαιμόνια».

Ἔλειψαν ἆραγε αὐτὲς οἱ δύο φωνὲς τῶν ἀνθρώπων;
 Ποτέ!
 Καὶ τότε στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, μὰ καὶ τώρα τὸ ἴδιο πράττουν. 
Ἄλλοι νὰ δοξολογοῦν, νὰ εὐχαριστοῦν τὸ Θεὸ, καὶ ἄλλοι νὰ βλέπουν μὲ καχυποψία τὰ θαύματά 
Του καὶ νὰ ἀπιστοῦν καὶ νὰ κατηγοροῦν.

Γιατὶ οἱ ἄνθρωποι πορεύονται καὶ λειτουργοῦν ὅπως τὸ ἐπιτάσσει ἡ καρδιά.
 Ἐὰν ἡ καρδιὰ εἶναι καθαρὴ, τότε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἴδιο. 
Ἐὰν ἡ καρδιὰ εἶναι πονηρή, ὁ λόγος καὶ οἱ πράξεις θὰ ἐμφοροῦνται ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ πνεῦμα.
 Ἐνῶ ὁ ἁπλὸς λαὸς μὲ τὴν ἀφοπλιστικὴ εἰλικρίνεια του δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσιωπήσει αὐτὰ 
τὰ θαύματα ποὺ βλέπει. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό· μὰ ἀβίαστα καὶ φυσικὰ ἐξάγει τὸ συμπέρασμα 
πὼς ἐτοῦτος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ κάνει αὐτὰ τὰ θαυμάσια, πρέπει τουλάχιστον νὰ εἶναι κάτι 
περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ἀντιθέτως οἱ Φαρισαῖοι, οἱ γνωρίζοντες τὶς Γραφὲς καὶ ἀποτελοῦντες τοὺς αὐστηροὺς
 τηρητές των, βλέπουν τὰ θαυμάσια τοῦ Χριστοῦ ὡς αὐτόπτες μάρτυρές τους. 
Αὐτὸ τουλάχιστον δὲν μποροῦν νὰ τὸ ἀμφισβητήσουν
. Μὰ ὡς πονηροὶ καὶ ἔχοντες ὄχι καθαρὴ καρδιά, μήτε εἰλικρίνεια, ψάχνουν 
νὰ βροῦν κάτι, γιὰ νὰ κατηγορήσουν.
 Καὶ φυσικὰ βρίσκουν πὼς ὁ Χριστός «μὲ τὴ βοήθεια καὶ συνεργία τοῦ ἄρχοντος τῶν
 διαμονίων βγάζει ἀπὸ τοὺς πάσχοντες τὰ διαμόνια».

Τὸ μῖσος ὅμως ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ κακότητά τους, τοὺς ὁδηγοῦν 
σὲ ἐσφαλμένες διαπιστώσεις.
 Δηλαδή, διαπιστώνουν πὼς ὁ Χριστὸς θεραπεύει τοὺς πάσχοντες ἀπὸ τὰ δαιμόνια,
 μὲ τὴ βοήθεια τῶν δαιμόνων. 
Μὰ ἐτούτη ἡ συσχέτιση εἶναι ὁλωσδιόλου παράλογη. 
Γιατὶ ἁπλά, τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου εἶναι νὰ βλάπτει τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς 
ὁδηγεῖ στὴν ἁμαρτία καὶ παρανομία. 
Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ὁ διάβολος νὰ συνεργαστεῖ μετὰ τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀνθρώπων;

Πόσο χαρακτηριστικὰ τὸ περιγράφει αὐτὸ τὸ θέμα ὁ σχολιαστὴς Ζιγαβηνός. 
Νὰ τὶ λέγει μεταξὺ ἄλλων: «Προσφιλὲς δὲ ἔργο στὸ διάβολο εἶναι νὰ βλάπτει ἐσαεὶ 
τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τοὺς ὁδηγεῖ πρὸς κάθε ἁμαρτία, νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεό
. Ἐνῶ ἔργο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο· νὰ εὐεργετεῖ πάντα τοὺς ἀνθρώπους,
 διδάσκοντας αὐτοὺς πᾶσαν ἀρετὴ καὶ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ πρὸς τὸ Θεό».

Μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχει κάποια σχέση ὁ Χριστὸς μὲ τὸ διάβολο; Καὶ ὡς ἐπακόλουθο αὐτῆς τῆς
 σχέσεως, νὰ προκύπτει συνεργασία μετ᾿ αὐτοῦ; Ἐτοῦτο τουλάχιστον εἶναι βλάσφημο καὶ 
ἑωσφορικό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἐπενόησαν ἦταν πονηροὶ καὶ φορεῖς διαβολικῶν θέσεων.

Ὁ Χριστὸς ἔχει ἕνα συγκεκριμένο ἔργο νὰ ἐπιτελέσει. Νὰ διδάξει τοὺς ἀνθρώπους τὸ
 Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας Του καὶ νὰ θεραπεύει κάθε ἀσθένεια τοῦ λαοῦ.
 Γι᾿ αὐτὸ ἔρχεται ὡς εὐεργέτης τῶν ἀνθρώπων, ἐπιδιώκοντας τὴν σωτηρία τους
 καὶ ὄχι τὴν ἀπώλειά τους.

Χαρακτηριστικὰ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος στὸ Εὐαγγέλιο του τονίζει τὰ ἀκόλουθα:
 «καὶ περιήρχετο ὁ Χριστὸς ὅλες τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, διδάσκων ...
 καὶ κηρύττων τὸ χαρμόσυνο κήρυγμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ θεραπεύων
 κάθε ἀσθένεια καὶ ἀδιαθεσία μεταξὺ τοῦ λαοῦ».

Ὁ Χριστὸς εὐεργετεῖ, γιατὶ ἀγαπᾶ καὶ ἰδιαιτέρως ἐκείνους τοὺς παραμελημένους
 ἀπὸ κάθε φροντίδα πνευματικῆς διδασκαλίας· τοὺς ἐγκατελειμμένους 
καὶ καταβεβλημένους ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ἡμέρας.
 Αὐτὰ τὰ λογικὰ πρόβατα, τὰ δίχως ποιμένα, ποὺ ἀναζητοῦν τόπο πνευματικῆς
 βοσκῆς καὶ διδασκαλίας Εὐαγγελικῆς.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, τὸ νὰ πολεμοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ κατηγοροῦμε τὸ σωστό,
 νὰ διαστρεβλώνουμε τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, νὰ μειώνουμε τὸ καλὸ καὶ σωτήριο
 γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔργο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι βλάσφημο καὶ διαβολικό.
 Ὅπως ἔκαναν οἱ Φαρισαῖοι στὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου.
 Γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς εἶναι ἀσυμπαθεῖς, ἀποκρουστικοί, ὡς φορεῖς διαβολικῶν
 σκέψεων καὶ θέσεων.

Ἐνῶ, ἂν εἴμαστε μὲ τὴν ἀλήθεια, ἂν στηρίζουμε τὸ σωστό, ἂν διαλαλοῦμε τὸ 
εὐεργετικὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸ εἶναι καὶ εὐλογημένο καὶ θεϊκό. 
Γιατὶ ὅ,τι ἀφορᾶ στὴν ἀλήθεια, ἀφορᾶ στὸν ἴδιο τὸ Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀλήθεια,
 διδάσκει τὴν ἀλήθεια καὶ ζητεῖ νὰ ἀγωνιζόμαστε γι᾿ αὐτήν.

Νὰ τί λέγει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σειρὰχ στὴν
 Παλαιὰ Διαθήκη: «ἕως τοῦ θανάτου νὰ ἀγωνίζεσαι ἄνθρωπε γιὰ τὴν ἀλήθεια
 καὶ ὁ Κύριος ὁ Θεὸς θὰ εἶναι μαζί σου καὶ θὰ πολεμήσει ὑπέρ σου!».

Κυριακής Ζ' Ματθαίου

  Τη σημασία της πίστεως στη ζωή μας έρχεται να μας τονίσει ακόμα μία φορά η αγία μας Εκκλησία, μέσα από την περικοπή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, την οποία ακούσαμε κατά τη σημερινή Θεία Λειτουργία. Ακολούθησαν τον Ιησού στο δρόμο δύο τυφλοί, μας διηγείται ο ευαγγελιστής, φωνάζοντας “ελέησέ μας, υιέ του Δαβίδ”. Και μόλις έφτασαν στο σπίτι, τους ρωτά: “Πιστεύετε ότι έχω τη δύναμη να κάνω αυτό που ζητάτε;” -”Ναί, Κύριε”, του απαντούν, κι Εκείνος άγγιξε τα μάτια τους λέγοντας “ας γίνει σύμφωνα με την πίστη σας”. Αμέσως οι τυφλοί θεραπεύτηκαν, και ο Κύριος τους συνέστησε με αυστηρό τόνο κανείς να μη μάθει για το θαύμα αυτό. Εκείνοι όμως, Τον εξυμνούσαν σε όλη την περιοχή. Στη συνέχεια, έφεραν στον Ιησού έναν άνθρωπο βουβό και δαιμονισμένο. Και μόλις ο Κύριος έδιωξε το δαιμόνιο, αμέσως μίλησε ο άνθρωπος εκείνος, ενώ ο κόσμος θαύμαζε και έλεγε: “τέτοια θαύματα ουδέποτε έγιναν στο Ισραήλ”. Οι Φαρισαίοι πάλι έλεγαν ότι βγάζει τα δαιμόνια στο όνομα του άρχοντα των δαιμονίων. Ωστόσο ο Χριστός, συνέχισε να περιοδεύει στις πόλεις και τα χωριά, κηρύσσοντας το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού, και θεραπεύοντας κάθε ασθένεια του λαού.
     Τη σημασία της πίστεως για την πνευματική μας ζωή αλλά και για την πραγματοποίηση κάθε θαύματος και κάθε αιτήματός μας προς τον Θεό, τονίζει και σήμερα η πιο πάνω διήγηση. “Σύμφωνα με την πίστη σας ας γίνει”, λέει ο Χριστός, θέλοντας να δείξει σε όλους ότι για να πραγματοποιηθεί το θαύμα, είναι απαραίτητο να γίνει το προσωπικό μας θαύμα μέσα στην καρδιά μας, η απόκτηση δηλαδή της πίστεως, που δεν είναι άλλο από την υπέρβαση του ορθολογισμού και του υλικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. Ακόμη, μέσα από τα δύο θαύματα που ακούσαμε σήμερα, υπογραμμίζεται για άλλη μια φορά το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, ότι ο Θεός βλέπει τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα και επιτελεί το θαύμα με γνώμονα την σωτηρία του ανθρώπου. Δεν θα σταθούμε όμως άλλο σε αυτά τα σημεία, καθότι επανειλημμένως τονίστηκε τις προηγούμενες Κυριακές.
     Εκείνο ωστόσο που ξεχωρίζει στη σημερινή περικοπή, είναι ότι ο Χριστός, με αυστηρό τόνο, λέει στους θεραπευμένους τυφλούς να μη πουν σε κανένα για το θαύμα που τους έκανε. Άσχετα από την παρακοή που οι ίδιοι επέδειξαν, η σημασία της επισήμανσης αυτής από τον ευαγγελιστή Ματθαίο είναι πολύ σημαντική για την πνευματική μας ζωή. Ο Χριστός, όπως είπαμε, τελεί το θαύμα με κύριο γνώμονα την ψυχική, την πνευματική μας υγεία. Το θαύμα δηλαδή αποτελεί υπόθεση σωτηριολογική, η οποία αφορά τον Θεό, που το επιτελεί, και τον άνθρωπο που δέχεται τη συγκεκριμένη ευεργεσία. Εκείνο που οφείλει σε κάθε περίπτωση ο πιστός, ειδικά στην περίπτωση του θαύματος, είναι να δοξολογήσει τον Θεό, να Τον ευχαριστήσει μέσα από όλη την καρδιά του, να συναισθανθεί το μεγαλείο του Θεού και να οδηγηθεί σε μεγαλύτερη μετάνοια, προσευχή και κοινωνία με τον Θεό.
     Ο Θεός δεν επιτελεί το θαύμα για να διαφημίσει την θεότητά Του, δεν έχει ανάγκη διαφήμισης. Άλλωστε, οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν στη δύναμη του Θεού, όσα θαύματα και αν γίνουν μπροστά στα μάτια τους, θα συνεχίσουν να είναι άπιστοι και να αμφισβητούν τα πάντα, όπως οι Φαρισαίοι της σημερινής περικοπής. Αυτό συμβαίνει γιατί η πίστη προς τον Θεό δεν είναι αποτέλεσμα πειθούς, αλλά αποτελεί υπέρβαση του ορθολογιστικού τρόπου θεώρησης των πραγμάτων. Επομένως, όσα θαύματα και να διηγηθούμε σε ανθρώπους που αμφισβητούν τον Θεό, δεν πρόκειται εκείνοι να ωφεληθούν, αλλά μάλλον θα χλευάσουν και τη δική μας πίστη.
     Επίσης, ζητά ο Κύριος να μη διαφημίζεται το θαύμα, επειδή μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να καλλιεργήσει στην καρδιά μας τάσεις υπερηφάνειας, ότι δηλαδή εμείς υπερέχουμε των άλλων ανθρώπων. Στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα είναι αντίθετο από το θέλημα του Θεό, καθώς οδηγούμαστε στο βάραθρο της αυτοδικαίωσης, δηλαδή του εγωισμού. Αν νιώθουμε ευεργετημένοι από τον Θεό, αυτό δεν πρέπει να αποτελεί αφορμή για καύχηση, ότι δήθεν ο Θεός μάς εισακούει επειδή είμαστε άξιοι για κάτι τέτοιο, αλλά μάλλον οφείλουμε να αισθανόμαστε περισσότερο ασθενείς πνευματικά. Ο Θεός δηλαδή επεμβαίνει στη ζωή μας, επειδή μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη ή την ικανότητα να σώσουμε τον εαυτό μας.
      Αν, όταν τύχει να μας θεραπεύσει κάποιος γιατρός, δεν περιαυτολογούμε και δεν το θεωρούμε προσωπικό μας επίτευγμα, αλλά μάλλον προσέχουμε την υγεία μας και ακολουθούμε τις συμβουλές του, άλλο τόσο οφείλουμε να είμαστε ταπεινοί, αν ποτέ ο Θεός κάνει σε εμάς κάποιο θαύμα, και ακόμη περισσότερο οφείλουμε να προσπαθούμε για την πνευματική μας υγεία.

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΉΣ Ζ' ΜΑΤΘΑΊΟΥ Ο φαρισαϊσμός π. Γεώργιος Μεταλληνός

Έχουμε μιλήσει και άλλοτε, αγαπητοί μου Χριστιανοί, για την αλαζονική και υποκριτική στάση των Φαρισαίων, του θρησκευτικού δηλ. κατεστημένου της εποχής του Χριστού, έναντι του Θεανθρώπου.
Θα επανέλθουμε στα θλιβερά πρόσωπά τους, γιατί, στο σημερινό Ευαγγελικό απόσπασμα, ξεπερνούν κάθε προηγούμενο κακότητας και συκοφαντίας έναντι του Κυρίου.
Ο Χριστός συναντά δύο άνδρες τυφλούς, οι οποίοι ικετεύουν να τους θεραπεύσει. Εκείνος αναζητά τα ίχνη της πίστης τους στην δύναμή Του και, όταν τα διαπιστώνει, επιβραβεύει αυτή την πίστη και τους θεραπεύει. Λίγο αργότερα οδηγούν ενώπιόν Του έναν άνθρωπο κωφάλαλο και δαιμονισμένο, τον οποίο, επίσης, θεραπεύει. Η θεραπεία της σωματικής ασθένειας, ως καρπός πίστης στην Θεία δύναμη, αποκαλύπτει ότι η ανακαινιστική και σωστική δύναμη και εργασία του Θεού, αφορά σύνολη την ανθρώπινη ύπαρξη. Και το σώμα και την ψυχή. Γι’ αυτό και το έργο της Εκκλησίας, διαχρονικά, αναπτύσσεται στις δύο αυτές σημαντικές παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής: στην σωτηρία της ψυχής, πρωτίστως και στην διακονία των ανθρώπινων αναγκών, μετέπειτα.
Αμέσως μετά την θεραπεία των ανθρώπων αυτών και την διάδοση της θαυμαστής είδησης, ο λαός ξεσπά σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού και λατρείας στο πρόσωπο του Χριστού, γεγονός που ενοχλεί και προβληματίζει τους πανταχού παρόντες Φαρισαίους, οι οποίοι, αναζητούσαν, διαρκώς, τρόπους, προκειμένου να διαβάλλουν και να παγιδέψουν τον Χριστό. Η τακτική τους αυτή ήταν συστηματική και, κατά βάσιν, αμυντική. Βλέποντας ότι η δραστηριότητα του Ιησού, το κήρυγμα και τα θαύματά Του, κερδίζουν την εμπιστοσύνη του λαού, νιώθουν ότι χάνουν τα λαϊκά τους ερείσματα, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την εξουσιαστική τους αυθαιρεσία. Μόνο που, στην προκειμένη περίπτωση, ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Κατηγορούν τον Χριστό ότι θεράπευσε τους τρεις ασθενείς όχι στο όνομα του Θεού, αλλά στο όνομα του διαβόλου.
Εφόσον δεν ήταν δυνατό ν’ αμφισβητήσουν το αυταπόδεικτο θαύμα, μάρτυρας του οποίου είναι ο ίδιος ο λαός, συκοφαντούν τον Χριστό, διαστρέφουν την πραγματικότητα, προκειμένου να το αποδομήσουν, ταυτίζοντας τον Χριστό με τον διάβολο. Αποσκοπούν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του λαού στο πρόσωπο του Ιησού.
Η φαρισαϊκή στάση δεν είναι ανεξήγητη. Η δράση του Κυρίου, καθ’ όλη τη διάρκεια του επί γης βίου Του, φανερώνει την δαιμονικότητα του φαρισαϊσμού, που φορούσε, διαρκώς, τον μανδύα της θρησκευτικότητας, με σκοπό την διαιώνιση της πνευματικής εξουσίας επί του λαού, με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτησης. Ο Χριστός έρχεται και αποκαλύπτει την φαρισαϊκή υποκρισία, γι΄ αυτό πρέπει, πάση θυσία, να σιωπήσει, αφού πρώτα συκοφαντηθεί.
Η φαρισαϊκή αυτή στάση, επίσης, δεν αφορά μόνο εκείνη την εποχή. Δυστυχώς, είναι διαιώνια και επαναλαμβανόμενη. Όσο η Εκκλησία δρα και ενεργεί θεραπευτικά στον κόσμο και διακονεί το θέλημα του Θεού, τόσο αναφύονται μέσα στην κοινωνία φαρισαϊκές δυνάμεις - ενίοτε και μέσα στους θρησκευτικούς κύκλους - οι οποίες προσπαθούν να αποδομήσουν το έργο Της, κυρίως όταν αντιλαμβάνονται ότι το έργο αυτό αναπαύει τους ανθρώπους και θερμαίνει την πνευματική τους ζωή μέσα στην Εκκλησία. Ας δούμε κάποια παραδείγματα που επισημαίνουν αυτή την φαρισαϊκή τακτική: «Θυσιάζει κανείς τα πάντα σε μια υλιστική εποχή για ν’ αφοσιωθεί σε έργα ιεραποστολικής και Χριστιανικής μαρτυρίας; Είναι τρελός και υποκριτής. Αψηφά κανείς τα πάντα και, προ πάντων, το συμφέρον, για να αγωνισθεί για την ορθότητα της πίστεως και την αλήθεια του Ευαγγελίου; Είναι φανατικός, μονολιθικός και ασυμβίβαστος. Τολμά κανείς να ζητήσει να γίνει το Ευαγγέλιο θεμέλιο της λεγόμενης Χριστιανικής κοινωνίας; Ταράζει τα θολά νερά της συμβατικότητας και των υπολογισμών μας; Είναι αναρχικός και επαναστάτης. Φυλακίζεται για τη Χριστιανική του μαρτυρία και υποφέρει; Πολιτικολογεί και δημαγωγεί…» 1
Τα φαρισαϊκά αυτά φαινόμενα της εποχής μας, αποκαλύπτουν αφενός μεν την πνευματική ένδεια και αδράνεια των εκφραστών τους, αφετέρου δε, την δύναμη της παρουσίας του Θεού στην ζωή εκείνων που Τον αποδέχονται και Τον υπηρετούν. Ας μην αφήσουμε, αγαπητοί μου, να κυριαρχήσουν στον ευρύτερο χώρο της Εκκλησιαστικής μας ζωής τέτοιου είδους παρακμιακά φαινόμενα φαρισαϊκής μορφής. Η υποκρισία είναι πληγή για την Εκκλησία. Είναι σαφής απόκλιση από το αυθεντικό Εκκλησιαστικό ήθος, του οποίου διαχρονικός και ασφαλής φορέας είναι ο Ίδιος ο Χριστός.
ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Ε.Ο.

π. Γεώργιος Μεταλληνός, «Φως εκ φωτός», σελ. 87
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ

Κυριακή Ζ' Ματθαίου (Η θεραπεία των δύο τυφλών) (Ματ. θ’, 27 – 35) του Ιωάννη Δήμου

Μέσα στην πληθώρα των θαυμάτων τα  οποία  έκανε  ο  Χριστός  ήταν  και οι  θεραπείες  τυφλών  ανθρώπων  που   με την πίστη τους απόκτησαν το φως τους. Οι τυφλοί ασφαλώς ήταν απελπισμένοι και απογοητευμένοι και η  ελπίδα  τους  στηριζόταν  μόνο  σε ένα θαύμα του Θεού. Αυτή η εικόνα της απελπισίας και απογοήτευσης συναντάται συχνά σε ανθρώπους κάθε εποχής, όταν αυτοί βρίσκονται κάτω από την πίεση κάποιας δυσκολίας ή ασθένειας ανίατης. Τότε πότε φυσά ο άνεμος της απελπισίας μέσα στην καρδιά τους, και πότε βρίσκονται σε αδιέξοδο. Η τραγική αυτή κατάσταση διδάσκει τον άνθρωπο να μη απελπίζεται αλλά να έχει θάρρος και ελπίδα στη ζωή του  για κάτι καλύτερο.
Η ελπίδα όμως και το θάρρος είναι συνυφασμένα με την πίστη προς το Θεό και την εφαρμογή του θελήματος Του. Η πίστη είναι ο κρίκος που συνδέει τον άνθρωπο με το Θεό και διοχετεύει το θάρρος και τη γενναιότητα στην καρδιά του. Γι' αυτό καθήκον των ανθρώπων είναι να έχουν πίστη στο Θεό, εάν βεβαία θέλουν να έχουν θάρρος στις κρίσιμες στιγμές της ζωής τους. Όχι βεβαία πίστη προσωρινή, αλλά πίστη μόνιμη και ισόβια η οποία θα  μεταφράζεται σε αγαθά έργα.
Ο Κύριος, προκειμένου να θεραπεύσει τους δύο τυφλούς της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, τους ρώτησε προηγουμένως, εάν πιστεύουν ότι μπορεί να τους θεραπεύσει. Και πράγματι η πίστη των τυφλών επέτρεψε στη θαυματουργική δύναμη του Κυρίου να ενεργήσει και έτσι ανέβλεψαν. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι εξοπλισμένος με το όπλον της πίστης για  να  έχει  πάντοτε  την  βοήθεια  του Θεού και να κατορθώνει στην καθημερινή  ζωή  του  νίκες  εναντίον του κακού.  Κατά την περίοδο των διωγμών οι χριστιανοί, αν και δοκιμάζονταν  σκληρά,   νίκησαν με την  πίστη  τους  και πότισαν με το αίμα τους τα θεμέλια της Εκκλησίας και της χριστιανικής κοινωνίας.
Και βέβαια σήμερα ο Χριστιανισμός δε  διώκεται αλλά η πίστη είναι αναγκαία και πρέπει οι άνθρωποι να την διατηρούν στην καρδιά τους και να ρυθμίζουν τη διαγωγή τους έναντι του Θεού και των ανθρώπων. Η πίστη τους όμως πρέπει να είναι σταθερή και βέβαιη, δηλαδή αφ' ενός μεν να μη κλυδωνίζεται και ταλαντεύεται, αφ' ετέρου δε να είναι έμπρακτη.  Η πίστη αποτελεί όχι μόνο την πνευματική ζύμη  η οποία ενώνει την οικογένεια και  την  κοινωνία, αλλά  και  το  αλάτι της ζωής που προλαβαίνει την ηθική αποσύνθεση των ανθρώπων. Γι' αυτό όσο  περισσότεροι  πιστοί  υπάρχουν σε μία χώρα τόσο περισσότερο προκόβουν οι άνθρωποι στους τομείς του πολιτισμού.

Αλλά  σπουδαιότερο  είναι  ότι  η  πίστη αποτελεί προϋπόθεση της σωτηρίας και της εισόδου του ανθρώπου στην αιώνια  ζωή. Τα  λόγια  του Κυρίου είναι ξεκάθαρα, όσον  αφορά  στην  αξία  και  σημασία της  πίστης.  Συγκεκριμένα   είπε στους  Αποστόλους,  «Πορευθέντες εις  τον  κόσμον  άπαντα  κηρύξατε   το  ευαγγέλιον  πάση  τη  κτίσει.  ο πιστεύσας και βαπτισθείς  σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται»,  δηλαδή όποιος ακούσει το κήρυγμα του Ευαγγελίου, πιστέψει, βαπτισθεί και εφαρμόζει τις εντολές του Κυρίου θα σωθεί, όποιος δε απιστήσει θα κατακριθεί. Αυτά ας έχουμε υπ' όψη μας  για  να  σωθούμε.  Αμήν.

ΟΜΙΛΊΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΈΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΉΣ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΊΟΥ, ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΎ ΜΗΤΡΟΠΟΛΊΤΟΥ ΝΙΚΟΠΌΛΕΩΣ Π. ΜΕΛΕΤΙΟΥ Η θεραπεία των Τυφλών και του Κωφού (Ματθ. 9, 27-35) Θαύματα: Ὁδηγοί πρός τόν Χριστό Ἤλθαμε στήν Ἐκκλησία γιά νά δείξομε στόν Χριστό ὅτι θέλομε νά εἴμαστε δικοί του.

Ἤλθαμε ἀκόμη γιά νά ἀκούσομε κάτι περισσότερο ἀπό τό λόγο καί τήν διδασκαλία του καί νά ὠφεληθοῦμε. Νά μπορέσομε νά κατανοήσομε καλύτερα τό μυστήριο τῆς σωτηρίας μας. Νά ἀγαπήσομε πιό πολύ τόν Χριστό. Καί νά ἀποκτήσομε διάθεση, δύναμη καί ὄρεξη νά κάνομε κάτι περισσότερο,  γιά τό καλό τό δικό μας καί τῶν ἄλλων ἀδελφῶν μας.
Ὁ Χριστός, ἀκούσαμε στό εὐαγγέλιο, μπῆκε σέ μιά μικρή πόλη καί ἐκεῖ τόν ἀκολούθησαν δύο τυφλοί. Ἐπεσήμαναν τό σπίτι πού μπῆκε καί κήρυττε καί χωρίς δισταγμό, βρέθηκαν μπροστά του καί φώναζαν:
-Ἐλέησέ μας Κύριε!
-Τί θέλετε νά σᾶς κάνω; Τούς ρώτησε.
-Νά δοῦμε· νά ἀνοίξουν τά μάτια μας.
-Τό πιστεύετε ὅτι μπορῶ νά τό κάνω;
-Ναί, Κύριε, τό πιστεύομε.
Καί ὁ Χριστός τούς εἶπε:
-Νά γίνει ὅπως τό πιστεύετε.
Καί ἀμέσως ἄνοιξαν τά μάτια τους, ἔβλεπαν καλά καί δόξαζαν τόν Θεό.
Ὁ Χριστός τούς παρήγγειλε:
-Μή τό πεῖτε κανενός.
Ἀλλά πού νά τό κρατήσουν μυστικό μέσα τους. Βγῆκαν καί τό διαλάλησαν σέ ὅλο τόν κόσμο. Πῶς νά τό ἔκρυβαν ἀφοῦ ὅλος ὁ κόσμος τούς ἤξερε ὅτι ἦταν τυφλοί;
Στή συνέχεια ἔγινε ἕνα ἄλλο θαῦμα. Τοῦ πῆγαν καί ἕνα δαιμονισμένο πού ἦταν κουφός καί ἄλαλος. Ὁ Χριστός διάταξε τό δαιμόνιο νά φύγει ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ὅταν βγῆκε τό δαιμόνιο, ἄρχισε ὁ κουφός νά μιλάει.
Δύο παράξενα θαύματα πού μᾶς λένε τί;
Κάποια πράγματα, ἀδύνατα γιά μᾶς -νά δεῖ ὁ τυφλός, νά ἀκούσει ὁ κουφός καί νά βγεῖ ἀπό ἄνθρωπο δαιμόνιο- εἶναι εὔκολα γιά τόν Θεό. Ἐμεῖς, ἀπό μόνοι μας, μέ τήν δική μας δύναμη, εἴμαστε παίγνια στά χέρια τοῦ διαβόλου.
Δηλαδή τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ μᾶς λένε ὅτι ἐκεῖνος πού τά ἔκανε, δέν ἦταν ἀπό τόν κόσμο αὐτό.
Τό ἅγιο Εὐαγγέλιο τό δηλώνει, ὅτι ὅσα γράφονται σ’ αὐτό, εἶναι γιά νά καταλάβομε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.
Ὀκτακόσια χρόνια παλαιότερα φώναζε ὁ προφήτης Ἡσαΐας:
-Ὅταν θά ρθεῖ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, θά βλέπουν οἱ τυφλοί, θά ἀκοῦνε οἱ κουφοί, θά περπατᾶνε οἱ παράλυτοι, καί θά ἀνασταίνονται οἱ νεκροί.
Ποιός τά κάνει αὐτά;
Ὁ Θεός. Καί ὁ Υἱός του πού ἦλθε στόν κόσμο.
Γιατί γίνονται;
Γιά νά ἀνοίξουν τά μάτια μας, νά βλέπομε ὄχι μόνο τά δένδρα, τά σπίτια, τό σύμπαν, ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἀλλά νά βλέπομε τό ἔργο καί τό πρόγραμμα τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία μας. Καί νά ἀνοίξουν τά ἀφτιά μας, νά θέλομε νά ἀκοῦμε ὄχι μόνο τραγούδια καί τηλεόραση, ἀλλά νά ἀκοῦμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ἀσφαλής πορεία
Εἶχαν γράψει γιά ἕνα δρόμο:
Αὐτός ὁ δρόμος, πού τόν βλέπετε καί περπατᾶτε πάνω του, γιά νά βρεθεῖτε στό τάδε μέρος, μικρό πράγμα εἶναι.             Ὑπάρχει ἕνας ἄλλος δρόμος, πού μᾶς ὁδηγεῖ στό Θεό.       Καλότυχος ἐκεῖνος πού ἔχει ἀνοιχτά τά μάτια του, γιά νά βλέπει τόν Θεό σάν σωτήρα. Ἀξιολύπητος καί ταλαίπωρος ὁ ἄνθρωπος πού δέν παίρνει τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Χριστό, ἀλλά βαδίζει τά μονοπάτια τοῦ κόσμου. Κάθε του βῆμα καί κάθε του πάτημα, εἶναι παραπάτημα. Πέφτει στό σκοτάδι καί χτυπάει.
Χίλιες φορές σπουδαιότερος, ἁγιώτερος καί ὠφελιμότερος εἶναι ὁ δρόμος πού ὅταν τόν ἀκολουθοῦμε μᾶς βγάζει κοντά στόν Χριστό καί στή Βασιλεία του.
Αὐτό εἶναι τό μήνυμα καί τῶν δύο θαυμάτων πού ἔκανε ὁ Χριστός.
Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀνοίγει τά μάτια του νά βλέπει τόν Χριστό καί τόν δρόμο του. Καί περπατᾶ μέ σίγουρα βήματα καί σταθερή καρδιά αὐτό τόν δρόμο. Καί μακάριος ἐκεῖνος πού ἔχει ἀφτιά καί ἀκούει καί θέλει νά ἀκούει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, γιά νά φωτίζεται ἡ διάνοιά του, νά γλυκαίνει καί νά μαλακώνει ἡ καρδιά του καί νά ἀνοίγει ἡ διάθεσή του νά κάνει ὅτι καλύτερο μπορεῖ γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Πορεία πρός τά ἄνω
Δηλαδή τί καλύτερο μποροῦμε νά κάνομε γιά τήν ψυχή μας; Τό ὅτι βρισκόμαστε τώρα στό Ναό τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι κάτι τό μεγάλο;
Ὁπωσδήποτε εἶναι πολύ καλή ἡ συνήθεια νά εἴμαστε κάθε Κυριακή στήν Ἐκκλησία... Καί μακάρι ὁ Θεός νά πολλαπλασιάζει κάθε τί καλό πού κάνομε.
Διαβάζομε ὅμως στό εὐαγγέλιο, δυό ἅγια παιδιά, ἀπό τούς ἐξαιρετικούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, ἔβαλαν τήν μάνα τους νά πεῖ στόν Χριστό:
-Κύριε, ὅταν θά ἐγκαταστήσεις τήν Βασιλεία σου, διάταξε οἱ γυιοί μου νά καθίσουν δίπλα σου. Ἕνας στά δεξιά σου καί ἕνας στά ἀριστερά σου.
Ὁ Χριστός ἀπάντησε:
-Δέν ξέρετε τί σᾶς γίνεται καί τί θέλετε.
Τί ἔλεγε ὁ Θεός μέ τά λόγια του αὐτά;
Καλοί ἦταν οἱ δυό μαθητές! Κοντά του ἦταν, ἀπόστολοι ἦταν, ὅμως ἔκαναν λάθος ἀξιολόγηση. Τί περίμεναν γιά καλύτερο; Μιά μεγάλη θέση στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Συνέχισε ὁ Χριστός:
-Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ξέχασε τήν θέση του στόν οὐρανό δίπλα στόν Πατέρα του, ἦλθε στή γῆ, ἔγινε δοῦλος καί θά σταυρωθῆ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτός πίνει ἕνα ποτήρι γιά τήν σωτηρία κάθε ἀνθρώπου. Εἴσαστε πρόθυμοι νά τό πιεῖτε καί σεῖς, γιά νά δείξετε ὅτι μπορεῖτε νά εἴσαστε ἀληθινοί μαθητές μου;
-Θά τό πιοῦμε. Ὅτι καί νά μᾶς πεῖς θά τό κάνομε.
Τούς ἀπάντησε ὁ Χριστός:
-Τό ποτήριο θά τό πιεῖτε. Καί ὅπως τό λέτε τώρα, θά γίνετε θυσία γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου· ὅπως πραγματικά ἔγιναν ὅλοι  οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι. Μά νά τό ξέρετε στά δεξιά καί στά ἀριστερά δέν θά καθίσετε. Δέν ψάχνομε μέσα στό χῶρο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ γιά καρριέρα.
Τί λέει στούς ἀποστόλους του ὁ Χριστός;
Καλά βλέπετε, ἀλλά πρέπει νά δεῖτε λίγο καλύτερα.
Καί ἄν αὐτοί οἱ δύο, πρότυπα θυσίας, ἁγιότητας, εὐλάβειας καί καθαρότητας μέσα στό εὐαγγέλιο, εἶχαν «κάτι» πού τούς φρέναρε πνευματικά, τί νά ποῦμε ὅλοι μας γιά τήν τόση σαβούρα πού ἔχομε μέσα μας; Πόσα ἔχομε ἀνάγκη νά ξεδιαλύνομε γιά νά βλέπομε καθαρότερα τόν δρόμο πρός τόν Χριστό; Καί νά τόν βαδίζομε μέ περισσότερη διάθεση, μέ περισσότερη ἀποφασιστικότητα, πιό σταθερά καί πιό ἀμετακίνητα.
Πόσο πρέπει νά φροντίζομε νά ἀνοίγομε τ’ ἀφτιά μας, ὅπως ἄνοιξαν τοῦ κουφοῦ, ὄχι μόνο γιά νά ἀκοῦνε ἤχους ἀλλά τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Καί μέσα ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ νά φωτίζεται τό μυαλό μας, γιά νά βλέπομε τί πρέπει νά κάνομε ὁ καθένας μας. Ὅπως εἴπαμε, μέσα στήν Ἐκκλησία εἴμαστε. Νά ἁγιάζει ὁ Θεός τήν καρδιά μας καί νά θέλει συνεχῶς κάτι καλύτερο. Γιατί ἀκόμη ὑστεροῦμε, δέν εἴμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅπως πρέπει.
Ὄχι μετριότητες
Κάποια φορά, βρέθηκε μπροστά στόν Χριστό ἕνας τυφλός. Ὁ Χριστός τόν λυπήθηκε. Ἅπλωσε τά δάχτυλα του, τά ἀκούμπησε πάνω στά μάτια του καί τόν ρώτησε ἄν βλέπει τίποτε. Τοῦ ἀπάντησε:
-Βλέπω τούς ἀνθρώπους σάν δένδρα.
Θά λέγαμε σήμερα ἀπόκτησε ὅραση 10%. Κάτι λίγο.         Μπορεῖς νά διαβάσεις; Νά κάνεις λεπτοδουλειά;
-Ὄχι.
-Εἶναι ἀρκετή ἡ ὅραση αὐτή;
-Κάτι εἶναι, ἀλλά ἀνεπαρκής.
Ἅπλωσε δεύτερη φορά ὁ Χριστός τά δάχτυλα του στά μάτια τους καί τά εὐλόγησε πάλι. Καί ἄνοιξαν καί τά ἔβλεπαν ὅλα καθαρά.
Αὐτό ἔχομε καί ἐμεῖς ἀνάγκη. Μιά δεύτερη παρέμβαση τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ γιά νά φωτισθοῦν πιό πολύ τά μάτια μας καί νά ἀκούσουν πιό καθαρά τά ἀφτιά μας.
Τό προσπαθοῦμε;
Οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Ἰάκωβος καί Ἰωάννης τό προσπαθοῦσαν. Καμιά φορά ζητοῦσαν πράγματα ἐπιβλαβή. Ὅμως ἔλεγαν: «Φώτισέ μας Χριστέ μου νά βλέπομε καί νά ποθοῦμε ἐκεῖνα πού πρέπει καί ὄχι ἐκεῖνα πού μᾶς ἀρέσουν. Ἐπειδή ἐκεῖνα πού μᾶς ἀρέσουν, μᾶς εἶναι συνήθως ἐπιζήμια».
Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος:
«Τίποτε δέν μᾶς φωτίζει καί δέν μᾶς βοηθάει τόσο πολύ νά πάρομε σωστά τό δρόμο γιά τήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ  ὅσο τό νά βρισκόμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία. Ὅταν εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τό τέλος, ὅλο καί καλύτερα πηγαίνομε. Φωτιζόμαστε καί ἀπό τίς εἰκόνες πού βλέπομε καί ἀπό τά λόγια πού ἀκοῦμε. Ἀκόμη βλέποντας ὁ ἕνας τόν ἄλλο, ἐνθυμούμαστε τά καλά καί τά λάθη. Τά δικά μας λάθη καί τά καλά τῶν ἄλλων. Καί ἀνοίγει ἡ καρδιά μας.
Γι’ αὐτό, τό καλύτερο πράγμα πού μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος γιά νά προκόψει πνευματικά, εἶναι νά πηγαίνει τακτικά στήν Ἐκκλησία».
Ἡ πιό εὐάρεστη θυσία
Λέει ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος:
Ἡ μεγαλύτερη προσφορά πού μπορεῖ νά κάνει κάποιος στόν Χριστό εἶναι νά κάνει τή ζωή του «θυσίαν αἰνέσεως». Δηλαδή νά εἶναι ὁ ἴδιος εὐάρεστος στόν Χριστό καί ὅταν βρίσκεται μέσα στήν Ἐκκλησία, ὁ Χριστός νά τόν καμαρώνει.           Ἐμεῖς βέβαια ὅταν βρισκόμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία δέν θά καμαρώνουμε τόν ἑαυτό μας· θά τόν ταπεινώνουμε. Καί θά σκεπτόμαστε ὅτι ἄν καταφέρομε νά ταπεινωθοῦμε λίγο, τότε, θά μᾶς καμαρώνει ὁ Χριστός.
Τί εἶναι ἡ «θυσία αἰνέσεως»;
Μιά θυσία ἔκφρασης εὐχαριστίας καί εὐγνωμοσύνης στόν εὐεργέτη μας Θεό.
Ποῦ τήν προσφέρω;
Παντοῦ καί ἰδίως στή «σκηνή του», στό σπίτι του, στήν Ἐκκλησία. Τί τοῦ προσφέρω μέσα στήν Ἐκκλησία;
Ἕνα ποταμό ἀνεξάντλητης εὐγνωμοσύνης.
-Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου, γιατί εἶμαι κοντά σου καί ἔρχομαι κοντά σου. Καί θέλω νά ἔρχομαι πιό πολύ κοντά σου. Σέ εὐχαριστῶ γιά τήν μεγάλη σου δόξα. Γιά τό ὅτι ἦλθες στόν κόσμο καί θυσιάστηκες γιά μᾶς.
Ὅλα στήν Ἐκκλησία μᾶς βοηθοῦν στήν πνευματική μας προκοπή, πού ὁ τέλειος βαθμός της εἶναι ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Τί ἄλλο κάνομε στήν Ἐκκλησία ἀπό τό νά δοξολογοῦμε τόν Θεό; Γιατί ἐκεῖ ὅλα μᾶς θυμίζουν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί πῶς τήν βρίσκομε μέσα στήν Ἐκκλησία.
Εἴτε λοιπόν στέκω καί προσεύχομαι, εἴτε περιπατῶ πνευματικά ἤ σωματικά πρός τόν ναό τοῦ Θεοῦ, εἴτε τόν κοιτάζω καί σκέπτομαι συνεχῶς, τί εἶναι καί τί γίνεται μέσα ἐκεῖ, τόσο περισσότερο ἀνεβαίνω στό Θεό καί γεμίζει ἡ καρδιά μου ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη πρός τόν Κύριο. Γι’ αὐτό ἄς μάθω κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μου νά «τριγυρίζω» στήν Ἐκκλησία.
«Ἐκύκλωσα καί ἔθυσα ἐν τῇ σκηνῇ σου» (Ψαλμ. 26, 6).
-Κοίταξε Χριστέ μου, δέν μπορῶ νά ξεκολλήσω ἀπό τήν σκηνή σου. Βοήθησέ με, ὥστε οὔτε οἱ ἁμαρτίες, οὔτε οἱ ἡδονές τοῦ κόσμου νά μή μέ ἀπομακρύνουν ἀπό αὐτή. Ἦλθα καί τριγύρισα γύρω ἀπό τήν σκηνή σου.
Μετά μπῆκα μέσα καί ἔκανα τόν ἑαυτό μου, τήν καρδιά μου, τήν διάθεσή μου, τό μυαλό μου, τά λόγια μου, τίς σκέψεις μου, θυσία σέ σένα.  Βοήθησέ με νά γίνω καλύτερος. Ἄκουσε Χριστέ μου τήν προσευχή μου καί εὐλόγησέ με.
Ἐρχόμαστε στήν Ἐκκλησία γιά νά λατρεύσομε τόν Χριστό. Ἀλλά καί γιά νά πάρομε ὅλο καί περισσότερη εὐλογία καί χάρη.
Νά θυμόμαστε ὅτι ὁ Χριστός μέ τά θαύματά του, μᾶς δείχνει ὅτι ἦρθε ἡ Βασιλεία του καί μεῖς ὀφείλομε νά τήν ἀναζητοῦμε. Πῶς;
Ἀποκρυπτογραφώντας μέ τόν φωτισμό του τά λόγια του καί τά ἔργα του. Ὅλο καί περισσότερο. Ἀμήν.-
   Διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στή  Γραμμενίτσα 31/7/2011.

Κυριακή Ζ' Ματθαίου Η θεραπεία των δύο τυφλών ( Ματ. θ’, 27 – 35 )

Μιὰ ἐρώτησις, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἔχει μεγάλη σπουδαιότητα. Τὴν ἀπηύθυνε ὁ Κύριος στὴν ἐποχή του, ἀλλ᾽ ἀπευθύνεται καὶ σ᾽ἐμᾶς. Θ᾽ ἀπαντήσουμε ἢ ὄχι ἢ ναί, κι ἀπὸ ἕνα ὄχι ἢ ναὶ ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ εὐτυχία μας.
Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς βιάζει ν᾽ ἀπαντήσουμε ναί. Μᾶς ἔπλασε ἐλεύθερους. Ἡ ἐλευθερία ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο ψηλά. Ἡ ἁγία Γραφὴ λέει· Μπροστά σου, ἄνθρωπε, εἶνε ἡ φωτιὰ καὶ τὸ νερό, ὅπου θέλεις ἁπλώνεις τὸ χέρι σου. Ἐὰν τ᾽ ἁπλώσῃς στὴ φωτιὰ θὰ καῇς, ἐὰν τ᾽ ἁπλώσῃς στὸ νερὸ θὰ δροσιστῇς· διάλεξε καὶ πάρε (βλ. Δευτ.30,19. Σ. Σειρ. 15,16) . Ἐλεύθερος λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιλέξῃ τὴ φωτιὰ ἢ τὸ νερό, τὸ καλὸ ἢ τὸ κακό. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς εἶπε· «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν» (Ματθ. 16,24). Δὲν ἀναγκάζει κανένα.
Γι᾽ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐπειδὴ σέβεται τὴν ἐλευθερία, βλέπουμε καὶ σήμερα ὅτι, προτοῦ νὰ κάνῃ τὸ θαῦμα, στρέφεται στοὺς δύο τυφλοὺς καὶ τοὺς ἐρωτᾷ· «Πιστεύετε  ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;», ὅτι μπορῶ αὐτὸ νὰ τὸ κάνω; (Ματθ. 9,28).
Τί ζητοῦσαν οἱ δύο αὐτοί; λεφτά, σπίτια; Κάτι πολὺ ἀνώτερο, ποὺ δὲν τὸ ἐκτιμοῦμε. Ζητοῦσαν τὸ φῶς τους. Δὲν εἶχαν μάτια, ζοῦσανστὸ σκοτάδι. Πόσο, ἀδελφοί μου, πρέπει νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ γι᾿ αὐτὰ τὰ μάτια ποὺ μᾶς ἔδωσε! Κάθε φορὰ ποὺ βλέπεις ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός, νὰ λές· «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾿δωσες τὰ μάτια».
Οἱ δύο αὐτοὶ δὲν εἶχαν φῶς. Ἀκολούθησαντὸν Κύριο φωνάζοντας «Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ  Δαυΐδ» (ἔ.ἀ. 9,27). Τὸ φώναξαν πολλὲς φορές. Ο Χριστὸς δὲν ἀπάντησε. Γιατί ἆραγε; Γιὰ νὰ δοκιμαστῇ ἡ πίστι τους.
Κι αὐτοὶ δὲν κάμφθηκαν.Ὅταν ὁ Κύριος μπῆκε σ᾽ ἕνα σπίτι, μπῆκαν κι αὐτοὶ καὶ τὸν πλησίασαν. Ἐκεῖνος τοὺς ρωτάει· «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;», πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ σᾶς κάνω καλά; Οἱ τυφλοὶ ἀπαντοῦν·«Ναί, Κύριε», τὸ πιστεύουμε.Τότε ἅπλωσε τὰ πανάχραντα χέρια του στὰμάτια τους καὶ εἶπε· «Ἂς γίνῃ σύμφωνα μὲ τὴν πίστι σας»(ἔ.ἀ. 9,29), κι ἀμέσως εἶδαν τὸ φῶς, εἶδαν ὅλα τὰ ὡραῖα. Καὶ τὸ ὡραιότερο ποὺ εἶδαν ποιό ἦταν; ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
«Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Τὸἐρώτημα αὐτὸ κάνει ὁ Χριστὸς καὶ στὸν καθένα μας. Γιατὶ καὶ σ᾽ ἐμᾶς ἔρχονται περιστάσεις, ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεία βοήθεια, ζητοῦμε τὸ θαῦμα. Ὅσο δυνατὸς κι ἂν εἶσαι,κάποια στιγμὴ ζητᾷς τὴν ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ.Τὴ ζητᾷς σὲ ζητήματα ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς φύσεως. Σὲ περιπτώσεις π.χ. ποὺ τὸ σῶμα ἀσθενεῖ.Πέφτεις στὸ κρεβάτι ἄρρωστος. Φωνάζεις γιατρό, ἀγοράζεις φάρμακα, ἀλλάζεις κλίμα, χρησιμοποιεῖς δίαιτα, μετέρχεσαι ὅλα τὰ μέσα· καὶ ὅμως δὲ βλέπεις θεραπεία. Τὴν ὥρα αὐτή, ποὺ ὅλα εἶνε ἀπελπιστικά, ποὺ οἱ γιατροὶ σηκώνουν τὰ χέρια καὶδηλώνουν ἀδυναμία, τότε παρουσιάζεται ὁ Χριστός. Ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁλοζώντανος σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν. Ἔρχεται νοερὰ στὸν ἄρρωστο καὶ τοῦ λέει·
«Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;», πιστεύεις ὅτι μπορῶ νὰσὲ κάνω καλά; ὅτι δὲν εἶμαι ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος ἀλλὰ ζῶ καὶ βασιλεύω σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο; Πιστεύεις ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ παντοδύναμος ἰατρός, ὁ ἀνώτερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς γιατροὺςτοῦ κόσμου; Πιστεύεις ὅτι τὰ δικά μου φάρμακα εἶνε ἀνώτερα ἀπὸ κάθε ἄλλο φάρμακο;Ἂν τὸ πιστεύῃς, τότε θὰ δῇς θαῦμα· θὰ δῇςὅτι ἐκεῖνο, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν ὅλοιοἱ γιατροὶ τοῦ κόσμου, γίνεται. Ἐξαρτᾶται ἀ-πὸ τὴν πίστι ποὺ ἔχεις. Κι ὄχι μόνο σὲ ζητήματα ὑγείας, σὲ ζητήματα ὑλικῆς φύσεως,ἀλλὰ καὶ σὲ ὑποθέσεις πιὸ ὑψηλὲς καὶ σοβαρές, πάλι ὁ Χριστὸς παρουσιάζεται μπροστά μας μὲ τὴν οὐράνια φυσιογνωμία του καὶ ἀπευθύνει σὲ ὅλους μας τὸ ἐρώτημα «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Πότε μᾶς τὸ λέει αὐτὸ ὁ Χριστός; Ὅταν καλούμεθα νὰ ἐκτελέσουμε κάποιο ἱερὸ καθῆκον.
 Τώρα τὸ καλοκαίρι π.χ. ἔχουμε τὴ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου. Δὲν τὴν ἔφτειαξαν παπᾶδες καὶ δεσποτάδες· τὴν ὥρισε ἡ Ὀρθοδοξία κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὅ-λης τῆς ἁγίας Γραφῆς. Εἶνε θεσμὸς ἱερός. Ὅταν λοιπὸν μπαίνουμε στὸ Δεκαπενταύγουστο, ὁ Χριστὸς ἔρχεται μπροστὰ στὸν καθένα μαςκαὶ λέει· Πιστεύεις ὅτι ἡ νηστεία αὐτὴ εἶνε ἕνας ἅγιος θεσμός; Ἂν τὸ πιστεύῃς, θὰ δῇς ὅτι δὲν ζῇ ὁ ἄνθρωπος μονάχα μὲ ψωμί· «οὐκ ἐπ᾿  ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Δευτ. 8,3 = Ματθ. 4,4). Ἂν τὸ πιστεύῃς ὅτι εἶνε φάρμακο οὐράνιο, το τε νὰ νηστέψῃς. Ἐὰν δὲν τὸ πιστεύῃς ἀλλὰ φοβᾶσαι καὶ σοῦ περνάῃ ἡ ἰδέα ὅτι θ᾽ ἀρρωστήσῃς, μὴ νηστεύεις. Ἂν τὸ κάνῃς ὄχι ἀπὸ συνήθεια ἀλλ᾽ ἀπὸ πίστι ὅτι εἶνε θέλημα Θεοῦ, εἶνε κάτι ἀληθινὸ ποὺ τὸ θέσπισαν οἱ πατέρες, τότε ἔχει ἀξία.Ἂν δὲν τὸ πιστεύῃς, μὴ νηστεύεις· γιατὶ θὰ γογγύσῃς, θὰ μετρᾷς τὶς μέρες, θὰ λὲς πότε νὰ ᾿ρθῇ τῆς Παναγιᾶς, ἐνῷ ὅποιος πιστεύει χαίρεται τὴ νηστεία. Ἂν νηστεύῃς ἀπὸ πίστι, τότε τὸ νεράκι ποὺ θὰ πίνῃς μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας θὰ γίνῃ βούτυρο, καὶ τὸ κριθαρένιο ψωμάκι ποὺ θὰ τρῶς θὰ γίνῃ κρέας.
 Ἄλλη περίπτωσι ποὺ χρειάζεται ἡ πίστι. Ὅλοι ἁμαρτάνουμε κ᾽ ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ συγχώρησι. Νιώθουμε τὸ βάρος ἀπὸ τ᾽ ἁμαρτήματα καὶ πρέπει νὰ προσέλθουμε στὴν ἐξομολόγησι. Ἂν πιστεύῃς, νὰ πᾷς στὴν ἐξομολόγησι· ἂν δὲν πιστεύῃς, μὴν πᾷς. Προτοῦ νὰ παρουσιαστῇς στὸν ἱερέα, ὁ Χριστὸς ἔρχεται νοερὰ μπροστά σου καὶ σοῦ λέει· «Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Πιστεύεις δηλαδὴ ὅτι τὴν ὥρα ποὺ ἐξομολογεῖ σαι παρίσταται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο; –εἶνε μεγάλα πράγματα αὐτά,δὲν εἶνε ὅπως ὅταν κουβεντιάζουμε μ᾽ ἕνα φίλο, εἶνε ζητήματα πίστεως. Πιστεύεις τὴν ὥρα ἐκείνη, ποὺ εἶσαι γονατισμένος μπροστὰ στὸν πνευματικὸ καὶ λὲς τ᾽ ἁμαρτήματά σου, ὅτι τὰ λόγια σου τ᾽ ἀκούει ὁ Χριστός; Πιστεύεις, ὅτιμιὰ σταλαγματιὰ ἀπὸ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ φτάνει νὰ σβήσῃ ὅλα σου τ᾽ ἁμαρτήματα; Πιστεύεις, ὅτι τὸ πετραχήλι ποὺ ἁπλώνει πάνω σου ὁ παπᾶς τὴν ὥρα ἐκείνη γίνεται Ἰορδάνης ποταμὸς καὶ σὲ πλένει; Ἂν πιστεύῃς, πήγαινε στὴν ἐξομολόγησι· ἂν δὲν πιστεύῃς, μὴν πατήσῃς, μὴ γίνεσαι θεομπαίχτης. Ἂν πᾷς, νὰ πᾷς ἀπὸ πίστι, ὄχι διότι τὸ εἶπε ἡ μάνα ἢ ὁ πατέρας σου ἢ ἡ γυναίκα σου ἢ ὁ ἄντρας σου.
⃝ Πᾶμε τώρα στὸ σπουδαιότερο. Χτυπάει ἡ καμπάνα καὶ καλεῖ νὰ συναχθοῦμε. Τί τὸν πέρασες τὸ ναό; θέατρο, κινηματογράφο, σχολεῖο, πλατεῖα; Προτοῦ νὰ μπῇς μέσα, ἔρχεται μπροστά σου ὁ Χριστὸς καὶ σοῦ λέει· Πιστεύεις, ὅτι τὸ κομμάτι αὐτὸ δὲν ἀνήκει στὴ γῆ;
«Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος»! Τὸ καταλαβαίνεις, ὅτι εἶνε «ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ», ὅτι ἐδῶμέσα εἶνε«οἶκος Θεοῦ»;(Γέν. 28,17). Πρέπει ν᾽ ἀφήσῃς ἔξω ἀπὸ τὴν εἴσοδο τὶς ἔγνοιες, τὶς ὑποθέσεις σου, τὸ μαγαζί, τὸ γραφεῖο, τὰ παιδιά σου, τὰ πάντα· «ὡς τὸν βασιλέα τῶν ὅλων ὑποδεξόμενοι» (θ. Λειτ., χερουβ.). Πιστεύεις ὅτι τὸ κάθε τὶμέσα στὸ ναὸ εἶνε ἱερό; Τὸ λάδι λ.χ. στὴν κανδήλα τοῦ Χριστοῦ ἢ τῆς Παναγίας δὲν εἶνε σὰν αὐτὸ ποὺ βάζεις στὸ φαγητό σου· ἔχει δύνα-μι μεγάλη. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος —ὄχι ἐγὼ ὁ ἁμαρτωλὸς Αὐγουστῖνος—, ὅτι εἶ δε στὴν ἐποχή του γυναῖκα ἄρρωστη, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τὴ γιατρέψῃ κανένας γιατρὸς στὴν Ἀντιόχεια, ποὺ ἦρθε στὴν ἐκκλησιά, πῆρε μὲ τὸ δάχτυλό της λάδι ἀπὸ τὸ καντήλι ποὺ ἦταν μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἄλειψε τὸ μέτωπό της, καὶ ἔγινε καλά· γιατὶ πίστευε ὅτιαὐτὸ τὸ λάδι ἔχει τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ. Πιστεύεις λοιπὸν κ᾽ ἐσὺ ὅτι ὅλα ἐκεῖ εἶνε ἱερά; Πιστεύεις ὅτι τὴν ἁγία τράπεζα κυκλώνουν ἄγγελοι; Ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων, «ἀγγέλους ἔσχε συλλειτουργοῦντας» (ἀπολυτ.). Πιστεύεις ὅτι τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασί, ὅταν κατέλθῃ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, γίνονται σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ; Ἐδῶ μυστήρια μεγάλα καὶ θαύματα γίνονται. Ἐὰν πιστεύῃς, νὰ μπῇς μέσα. Πιά σε μιὰ γωνιά, κοίτα μπροστά, μὴ μιλᾷς μὲ κανένα, κουβέντιαζε μὲ τὸ Θεό. Κι ὅταν περνοῦντὰ ἅγια, νὰ λὲς «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ  ἁμαρτωλῷ» καὶ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 18,13· 23,42). Ἐὰν πιστεύῃς! ἐὰν δὲν πιστεύῃς, μεῖνε στὸ σπιτάκι σου.
Ἀδελφοί μου, ζοῦμε σὲ ἐποχὴ ἀπιστίας. Οἱ ἄνθρωποι δὲν πιστεύουν πιὰ στὸ Θεό. Ἄλλος πιστεύει στὸ χρῆμα, ἄλλος στὴν τέχνη, ἄλλος στὴν ἐπιστήμη, ἄλλος σὲ ἰσχυροὺς προστάτες, ἄλλος… Ὅμως «ὅλα εἶνε ματαιότης» (Ἐκκλ. 1,2).Ἕνα εἶνε ἀληθινό· ἡ πίστι τῶν πατέρων μας, ἡ πίστι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὸν αἰῶνα αὐτὸν τῆς ἀπιστίας καὶ διαφθορᾶς, «ὅσοι  πιστοί» (θ. Λειτ.)  ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἔστω κι ἂν δοῦμε τὰ ἄστρα νὰ πέφτουν καὶ τὴ γῆ νὰ σείεται, ἂς κρατήσουμε τὴν πίστι ποὺ μᾶς παρέδωσαν οἱ ἅγιοι πατέρες. Κι ἂν ὅλοι γονατίσουν στὸ διάβολο καὶ μείνῃς ἕνας, ἐσὺ παιδί μου νὰ λές· «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ» (Μᾶρκ. 9,24) . Ὁ δὲ Κύριος διὰ πρεσβειῶν ὅλων τῶν ἁγίων θὰ ἐλεήσῃ καὶ σώσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Απομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Μαρκέλλης Βοτανικοῦ - Ἀθηνῶν τὴν 24-7-1960μὲ ἄλλο τίτλο.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ) ῾Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια᾽

Δύο θαύματα του Κυρίου προβάλλει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: το θαύμα της θεραπείας δύο τυφλών και το θαύμα της θεραπείας ενός δαιμονισμένου. Τα θαύματα συνιστούν μία πρόκληση, είτε θετική είτε αρνητική, για όλες τις εποχές -  κάτι που το διαπιστώνουμε και  στο ανάγνωσμα - αλλά και στη σημερινή εποχή, ακόμη και σε θεωρούμενους χριστιανούς, γι’  αυτό και μία προσέγγισή τους ίσως βοηθήσει λίγο περισσότερο στην κατανόησή τους. Η αρνητική αντίδραση μάλιστα των Φαρισαίων «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» μας δίνει την ιδιαίτερη αφορμή.

1. Καταρχάς είναι αδιαμφισβήτητη η πραγματικότητα των θαυμάτων του Χριστού, δεδομένου ότι πλην ορισμένων περιπτώσεων  τα πραγματοποιούσε ενώπιον πλήθους ανθρώπων, μέσα στο οποίο βρίσκονταν και πολλοί ενάντιοι και εχθροί του, σαν τους Φαρισαίους του σημερινού αναγνώσματος. Ήταν μάλιστα τόσο ολοφάνερα τα θαύματα αυτά, ώστε κανείς δεν μπορούσε να τα αμφισβητήσει, ούτε κι αυτοί οι Φαρισαίοι, οι οποίοι όμως φρόντιζαν να τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Πράγματι, τα θαύματα του Χριστού ήταν μέσα στην καθημερινότητα της επί γης παρουσίας Του. Όπως το σημειώνει και το ευαγγέλιο: «εκήρυσσε το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού και εθεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ». Κήρυγμα και θαύματα πάνε πάντα μαζί, όταν μιλάμε για τον Κύριο. Γι’  αυτό και το θαύμα θεωρείται στην πραγματικότητα προέκταση και επιβεβαίωση του κηρύγματός Του, κάτι ανάλογο ίσως  με τη σφραγίδα ενός εγγράφου, που βεβαιώνει τη γνησιότητά του.
Έτσι φαίνεται πολύ καθαρά ότι όλες οι προσπάθειες που έγιναν παλαιότερα, από προτεστάντες μελετητές της Αγίας Γραφής, να απομυθοποιήσουν, καθώς έλεγαν, το Ευαγγέλιο, δηλαδή να διαγράψουν ως μύθο το θαύμα από το κήρυγμα του Χριστού, έπεσαν στο κενό: αλλοίωσαν δραματικά το ίδιο το ευαγγέλιο και διέστρεψαν το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αλλά από αιρετικούς που δεν πιστεύουν στη θεότητα του Κυρίου μας, δεν περιμένει κανείς περισσότερα πράγματα.  Ακόμη και σ’  αυτούς όμως τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει.

2. Ενώ λοιπόν το θαύμα κατανοείται ως «παράθυρο που φανερώνει τη Βασιλεία του Θεού», όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί, όμως απαρχής αντιμετωπίστηκε μ’  ένα διπλό τρόπο, κάτι που μας το δείχνει και το υπ’ όψιν ευαγγελικό ανάγνωσμα: ο μεν απλός λαός «εθαύμασε» για το θαύμα του Χριστού, θεωρώντας μοναδική την παρουσία Του, οι δε Φαρισαίοι αντέδρασαν δίνοντας τη γεμάτη άρνηση και απιστία ερμηνεία τους: «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια». Τι σημαίνουν αυτά;

(1) Ο λαός θαυμάζει, γιατί με την απλότητά του πιστεύει ότι το θαύμα φανερώνει ακριβώς την παρουσία του Θεού: ό,τι μόλις παραπάνω επισημάναμε. Κι η στάση του απλού πιστού λαού είναι συνήθως η δοξολογία του ονόματος του Θεού. Αυτό συνιστά και το κριτήριο διάκρισης των αληθινών από τα ψεύτικα θαύματα, τα οποία βεβαίως υφίστανται, αλλά ως προερχόμενα από τις δαιμονικές δυνάμεις: το εκ Θεού θαύμα, το αληθινό, κινητοποιεί τον καλοπροαίρετο άνθρωπο στην αναφορά του προς τον Θεό, το εκ δαιμόνων «θαύμα», το ψεύτικο, πέραν του ότι έχει προσωρινό χαρακτήρα, δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο και αποσκοπεί στην υποδούλωση του στον πονηρό. Το ένα φέρνει το «οξυγόνο» της ελευθερίας του Πνεύματος του Θεού, το άλλο φέρνει το «πνίξιμο» της δαιμονικής παρουσίας.

(2)  Οι Φαρισαίοι αντιδρούν και αμφισβητούν, μη αποδεχόμενοι την ενέργεια  του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αποκαλύπτονται λοιπόν τυφλοί πνευματικά, όπως άλλωστε πολλές φορές ο Κύριος τους είχε χαρακτηρίσει έτσι. Διότι η αδυναμία επισημάνσεως της χάριτος του Θεού στην παρουσία και την ενέργεια του Κυρίου, αδυναμία δηλαδή να δουν το φως του Θεού, σημαίνει τη σκοτεινιά της ψυχής τους, την οποία βεβαίως δημιουργούν οι πονηρές δυνάμεις. Ο διάβολος είναι αυτός που κρατάει κλειστά τα «μάτια» των ανθρώπων, λόγω βεβαίως των ενεργουμένων παθών τους, της υπερηφάνειας και του μίσους. Η κατάσταση αυτή συνιστά αυτό που ο Κύριος έχει χαρακτηρίσει  ως βλασφημία του αγίου Πνεύματος. Ποιος άλλος βλασφημεί το Πνεύμα του Θεού, ει μη ο αρνούμενος να αποδεχτεί την ενέργειά Του, συνεπώς ο αμετανόητος; Κι ο Κύριος είπε τα σκληρότερα και φοβερότερα λόγια για την κατάσταση αυτή: δεν πρόκειται ποτέ να λάβει κανείς τη συγχώρηση του Θεού, ούτε στον κόσμο τούτο ούτε στην αιωνιότητα.
Το γεγονός ότι με την ερμηνεία τους οι Φαρισαίοι αποκαλύπτονται οι ίδιοι δαιμονοκρατούμενοι, επιβεβαιώνεται πολλαπλώς σήμερα, ακόμη και εκτός της χριστιανικής πίστεως. Η ίδια η ψυχολογία, ήδη από της αρχής της εμφανίσεώς της ως επιστήμης, έχει μιλήσει για το ψυχολογικό φαινόμενο της «προβολής», δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιος ερμηνεύει αυτό που βλέπει με βάση το περιεχόμενο της καρδιάς του: ό,τι έχει μέσα του αυτό και «βλέπει» - το προβάλλει – στους άλλους. Οι Φαρισαίοι λοιπόν αυτό που είχαν – τα δαιμόνια – αυτό και έβλεπαν στον Χριστό.

3. Το θαύμα λοιπόν, για να επανέλθουμε, απαιτεί την πίστη του ανθρώπου, όταν αυτός έχει καλή προαίρεση και η πονηρία δεν έχει διαβρώσει την ψυχή του. Η πίστη που απαιτείται για την αποδοχή του λόγου του Θεού, η ίδια απαιτείται και για την «όραση» του θαύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος, όπως φαίνεται και στη θεραπεία των δύο σήμερα τυφλών, ζητά πάντοτε την πίστη των ανθρώπων, ως εμπιστοσύνη στο πρόσωπό Του, προκειμένου να τους παράσχει τη θεραπευτική χάρη Του. Και μάλιστα ο Κύριος προχωράει και πιο πέρα: «κατά την πίστιν υμών, λέει, γενηθήτω υμίν». Θα βλέπετε δηλαδή ενεργούμενη τη δύναμή μου, κατά την αναλογία της πίστης σας. Μεγάλη πίστη, μεγάλο θαύμα και μεγάλη θεϊκή παρουσία. Μικρή πίστη, λειψό και το αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, πρόσωπα καθοδηγητικά για τη μεγάλη πίστη και τα σημάδια της, γίνονται ο ρωμαίος εκατόνταρχος που ζητούσε τη θεραπεία του δούλου του, η Χαναναία γυναίκα που ζητούσε τη θεραπεία της κόρης της.

4. Κι είναι βεβαίως γνωστό σε όλους ότι η πίστη αυτή, που φέρνει τη δραστική παρουσία της χάριτος του Θεού και κινητοποιεί και βουνά, υπάρχει και αυξάνει, στο βαθμό που ο άνθρωπος μπαίνει στην τροχιά της αγάπης, του κεντρικού θελήματος του Θεού γι’ αυτόν. Όσο κανείς αγαπά και αγωνίζεται να εξαλείφει από την καρδιά του οποιαδήποτε πίκρα και κακία κατά των συνανθρώπων του, ακόμη και των εχθρών του, τόσο θα βλέπει να φουντώνει και η πίστη του, συνεπώς το θαύμα θα γίνεται ένα με την ύπαρξή του. Πράγματι, στη ζωή όλων των αγίων μας, λόγω ακριβώς της μεγάλης τους πίστης, ενεργουμένης ως αγάπης, το θαύμα ήταν στοιχείο της φυσικής τους ζωής, της καθημερινότητάς τους.

Κυριακή Ζ Ματθαίου Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ (Ματθ. 9, 27-35)

«Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυίδ»

Πολλὰ θαύματα ἔγιναν μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος, ὅταν πήγαινε πρὸς τὸ πάθος Του, εἶπε: «Ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω» (Ἰωάν. 14,13). Ἐπίσης, ὅταν ἀναλαμβανόταν στοὺς οὐρανοὺς κι ἔδιδε τὶς τελευταῖες ὑποθῆκες στοὺς μαθητές Του, πάλι τοὺς τόνισε: «Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς...» (Μάρκ. 16,17). Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ θὰ ἔκαναν θαύματα οἱ Ἀπόστολοι. Πράγματι ἔτσι ἔγινε. Τὸν χωλὸ ποὺ καθόταν ἔξω ἀπ’ τὸ Ναό, οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Ἰωάννης τὸν θεράπευσαν ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Πράξ. 3,6). Ἂς δοῦμε μὲ ἁπλᾶ λόγια τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας.



Τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ

Σήμερα ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγέλιο τοὺς δύο τυφλοὺς νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ ζητοῦν ἀπ’ Αὐτὸν νὰ τοὺς ἐλεήσει (Ματθ. 9,27). Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέγει πὼς δὲν πῆγαν ἁπλῶς νὰ συναντήσουν τὸ Χριστό, «ἀλλὰ μεγάλα βοῶντες καὶ οὐδὲν ἕτερον ἢ ἔλεον προβαλλόμενοι», δηλαδὴ φώναζαν πολὺ δυνατά, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τίποτε ἄλλο δὲ ζητοῦσαν παρὰ νὰ ἐπιδείξει ἔλεος σ’ αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς. Τὸ γλυκύτατο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἀνθρώπινο, ἀλλὰ θεῖο καὶ οὐράνιο. Δὲ δόθηκε στὸ Χριστὸ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπ’ τὸν οὐράνιο Πατέρα Του (Ματθ. 1,21). Εἶναι τὸ γλυκὺ μελέτημα τοῦ νοῦ, τῆς γλώσσας καὶ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης ἀναφέρει πὼς κάποιος Χριστιανὸς πέθανε πάνω στὸν τάφο τοῦ Κυρίου φωνάζοντας «Ἰησοῦ Χριστέ, γλυκεῖα ἀγάπη». Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ φανερώνονται μέσα στὰ ὀνόματα, ὅπως π.χ. σοφία, εἰρήνη, χαρά, Κύριος, Βασιλεύς, Θεὸς κ. ἄ. Ἡ πίστη τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀφηρημένη, ἀλλ’ ἀπευθύνεται σ’ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ ἔχει ὄνομα κι εἶναι ζωντανὸ πρόσωπο, ποὺ μπορεῖ ν’ ἀγαπήσει καὶ νὰ ἔλθει σ’ ἐπικοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους. Αὐτὸ τὸ πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἦλθε σ’ ἐπικοινωνία μαζί μας, μᾶς ἀγάπησε, ἔγινε ἄνθρωπος παρομοιοπρόσωπος μέ μᾶς.

Τὸ ὄνομά Του συνδέεται μὲ τὴ σωτηρία μας. Κάτω ἀπὸ τὸ ὄνομα αὐτὸ θὰ βροῦμε τὴ σωτηρία μας, εἶπαν οἱ Ἀπόστολοι στοὺς ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ (Πράξ. α,ι΄ 2). Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς ἔχει περιεχόμενο ἀνεξάντλητο. Εἶναι ὀντολογικὰ συνδεδεμένο μ’Αὐτόν. Εἶναι ἕνα κανάλι μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἔρχεται χάρη σέ μᾶς καὶ γεμίζει ὅλο τὸ εἶναι μας μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, μᾶς μεταδίδει ζωὴ καὶ δύναμη.



Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ

Ἡ ἐπίκληση τῶν δύο τυφλῶν, δηλαδὴ «ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυίδ» (Ματθ. 9,27), εἶναι μιὰ παραλλαγὴ τῆς γνωστῆς προσευχῆς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς» ποὺ συνηθίζουμε νὰ χαρακτηρίζουμε ὡς εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ εὐχὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐφεύρεση τῶν μοναχῶν, ἀλλ’ ὅπως εἴδαμε παραπάνω, τὴν προσευχὴ αὐτὴ τὴ συνέστησε ὁ Χριστὸς καὶ τὴ χρησιμοποίησαν οἱ Ἀπόστολοι. Εἶναι ἕνα μαστίγιο ἐναντίον τῶν δαιμόνων: «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους», γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας. Ἡ προσευχὴ αὐτὴ κρύβει μέσα της τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι Υἱὸς τοῦ Πατέρα καὶ τὸ ἔλεος καὶ ἡ χάρη ἔρχεται σὲ μᾶς μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ εὐχὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ χαρίζει στὸν ἄνθρωπο ποὺ συνεχῶς τὴ χρησιμοποιεῖ, δύναμη, ἐγρήγορση, καθαρότητα νοῦ, τὸ χάρισμα τῶν ζωοποιῶν δακρύων, ἀγάπη γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας, πόθο γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ γενικὰ συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό.



Ἡ χρησιμοποίηση τῆς εὐχῆς

Γιὰ νὰ μπορέσει νὰ καρποφορήσει ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, θὰ πρέπει νὰ ταπεινώσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ν’ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστό. Ἕνας ἁγιορείτης ἔλεγε πώς, ὅταν λέμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς», νὰ τονίζουμε τὸ ρῆμα, δηλαδὴ «ἐλέησον ἡμᾶς», ὅπως τὸ τόνιζαν οἱ σημερινοὶ τυφλοί τοῦ Εὐαγγελίου. Νὰ ταπεινώνουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ κλαῖμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ν’ ἀναγνωρίζουμε στὸ Θεὸ τὴν προτεραιότητα στὴ ζωή μας κι ἔτσι θὰ ἔχουμε καρποφορία μέσα μας. Ὅταν λέμε τὰ λόγια μὲ μιὰ πνευματικὴ ξηρότητα καὶ χωρὶς ν’ ἀγαπᾶμε Αὐτὸν ποὺ ἐπικαλούμεθα, τότε δὲν μποροῦμε νὰ καρποφορήσουμε πνευματικά. Ἡ χωρὶς προσοχὴ προσευχὴ ἀφήνει μέσα μας ἕνα κενό.



Ἀδελφοί μου,

Τὰ λόγια ποὺ εἶπαν οἱ τυφλοί, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε πὼς ἦταν ἕνα θερμὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς» κι ὅμως βρῆκαν ἕνα ἀχανὲς πέλαγος σωτηρίας. Ἂς προσευχηθοῦμε κι ἐμεῖς λέγοντας τὴν εὐχὴ ζωντανά, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός.

Σχετικὰ μὲ τὴν θεραπεία (Ματθ 9, 27-35) Anthony Bloom

Ἀπόσπασμα ἀπο μιὰ ὁμιλία στὶς 22.11.1987

Ὑπάρχουν πολλὰ κείμενα στὸ Εὐαγγέλιο ὅπου ὁ Χριστὸς ἔχοντας στραφεῖ σ’ ἕνα πρόσωπο ποὺ εἶναι ἄρρωστο νοητικὰ ἤ σωματικὰ τοῦ κάνει μία ἐρώτηση, καὶ αὐτὴ ἡ ἐρώτηση εἶναι πάντα: Θέλεις νὰ γίνεις καλά; Καὶ νομίζω αὐτὴ ἡ φράση εἶναι σημαντικὴ ἐπειδὴ ὑπονοεῖ κάτι πιὸ μεγάλο, πιὸ ὁλοκληρωμένο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας ἑνὸς ἀνθρώπου: σημαίνει τὴν ἐπιστροφὴ στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν ὁ ἄρρωστος πρὶν τὸν προσβάλλει ἡ ἀσθένεια. Ἐπειδὴ πολὺ συχνὰ ἡ ἀσθένεια εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς μας, τῆς ἀφροσύνης μας, τῆς κληρονομικότητας, τῶν ἐξωτερικῶν καταστάσεων καὶ αὐτὸ ὅλο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν κατάσταση τῆς ζωῆς μας σ’ ἕνα κόσμο ποὺ ἀπὸ χριστιανικῆς ἀπόψεως εἶναι ἕνας κόσμος ἐκπεσμένος, ἐὰν προτιμᾶτε, ἕνας κόσμος διεστραμμένος, ἕνας κόσμος ποὺ ἔχει χάσει τὴν ἁρμονία του, τὴν ἀκεραιότητα του, ἤ ποὺ δὲν τὴν ἔχει προσεγγίσει. Ἀπὸ ὅποια πλευρὰ καὶ να τὸ δεῖτε ὁ κόσμος μας εἶναι ἕνας κόσμος θρυμματισμένος.

Κάτι ποὺ μ’ ἔχει προβληματίσει τὰ τελευταῖα χρόνια εἶναι αὐτό: γιατὶ ὁ Χριστὸς ρωτάει ἕναν ἄνθρωπο ἄν θέλει νὰ γίνει καλά. Δὲν εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ κάθε λογικὸς ἄνθρωπος θὰ πεῖ: Φυσικὰ θέλω,- μὲ τὴ συνέπεια ποὺ ἔχει ἡ λέξη «φυσικά». Γιατὶ κάνετε μιὰ ἀνόητη ἐρώτηση; Ποιὸς ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι ἄρρωστος; Καὶ ὅμως νομίζω ὅτι εἶναι μιὰ πολὺ σημαντικὴ ἐρώτηση ἐπειδὴ κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴ ἔννοια, ἀποκτᾶμε ὑγεία δὲν σημαίνει ἁπλὰ ὅτι ἀπαλλασόμαστε ἀπὸ μιὰ σωματικὴ ἀσθένεια, ἀλλὰ ἐντασσόμαστε σὲ μιὰ ποιότητα ζωῆς ποὺ δὲν εἴχαμε πρὶν καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς προσφερθεῖ ὑπὸ προυποθέσεις. Ἀποκτᾶμε ὑγεία ἔστω σωματικὰ, σημαίνει ὅτι πρέπει ν’ ἀναλάβουμε προσωπικὰ τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν νοητικὴ καὶ τὴν σωματικὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόμαστε κατὰ τρόπο που δὲν τὸ εἴχαμε κάνει πρὶν. Ἡ ἀνάκτηση τῆς σωματικῆς μας ὑγείας ἀποτελεῖ ἴσως μιὰ μικρὴ εἰκόνα τῆς ἐπιστροφῆς μας στὴν ζωὴ ἀφοῦ φτάσαμε πρὶν στὸ χεῖλος τοῦ θανάτου. Ἡ ζωὴ ποὺ θὰ συνεχιζόταν δίχως ἐμᾶς δίχως τὴν θεραπευτικὴ πράξη τοῦ Θεοῦ, θὰ ἦταν μιὰ ζωὴ ποὺ σταδιακὰ θὰ ἐπιδεινωνόταν ὁλοένα καὶ πιὸ πολὺ καὶ θὰ μᾶς ἔφερνε στὸ θάνατο, στὴ διάσπαση τῆς νοητικῆς καὶ σωματικῆς μας κατάστασης. Καὶ ἄν μᾶς προσφέρεται ξανὰ ἡ ἑνότητα ποὺ ἔχουμε χάσει ἤ ποὺ ἴσως ποτὲ πρίν δὲν εἴχαμε, σημαίνει ὅτι ἡ ζωὴ ποὺ τώρα, μετὰ τὴν θεραπεία, εἶναι δική μας, δὲν δίνεται ἁπλὰ νὰ τὴν χρησιμοποιοῦμε μὲ ὅποιον τρόπο ἐπιλέγουμε, εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκει. Εἴμασταν νεκροὶ, πεθαίναμε, ἐπιστρέψαμε σὲ μιὰ πληρότητα ζωῆς καὶ αὐτὴ ἡ πληρότητα δὲν μᾶς ἀνῆκει, εἶναι χάρισμα. Ἔτσι, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅσο μπορῶ νὰ καταλάβω, ὅταν ὁ Χριστὸς λέει: «Θέλεις νὰ γίνεις ὑγιής;», Ἐννοεῖ: «Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι σὲ κάνω καλά, εἶσαι ἕτοιμος νὰ ζήσεις μιὰν ἀκέραια ζωή ἤ θέλεις νὰ σὲ κάνω ὑγιῆ γιὰ νὰ ἐπιστρέψεις πίσω σὲ ὅ,τι κατέστρεψε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, σ’ ὅ,τι σὲ κατέστρεψε σωματικὰ καὶ ψυχικὰ;» Καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ ἐρώτηση ποὺ τίθεται σὲ κάθε ἀσθενῆ, ἄν καὶ οἱ περισσότεροι, πρακτικὰ ὅλοι δὲν ἔχουν ἰδέα γι’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, καὶ τίθεται σίγουρα ἐνώπιον μας ὅταν θέλουμε νὰ θεραπευτοῦμε πέρα ἀπὸ μιὰ σωματική ἀσθένεια.

Ὑπάρχει μιὰ ἄλλη διάσταση στο θέμα τῆς σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀποκατάστασης, ὅπως περιγράφεται σὲ ἄλλες περιπτώσεις στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν ὁ Χριστὸς λέει σὲ κάποιον: «Πήγαινε καὶ μὴν ἁμαρτήσεις ξανά». Πιστεύω πρέπει να καταλάβουμε ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιὰ θεραπεία μὲ Χριστιανικοὺς ὅρους δὲν μιλᾶμε ἁπλὰ γιὰ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἤ τῶν ἁγίων Του ἥ γιὰ τὴν δύναμη ποὺ ἔχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἦταν μήτε ἅγιοι μήτε Θεοι, κατέχουν ὅμως ἕνα φυσικὸ χάρισμα νὰ μᾶς κάνουν ὑγιεῖς γιὰ νὰ συνεχίσουμε νὰ ζοῦμε μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζούσαμε πρίν, γιὰ νὰ παραμείνουμε ἴδιοι δίχως ν’ ἀλλάξουμε. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς θεραπεύει γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε ξανὰ στην ἁμαρτωλή μας κατάσταση. Μᾶς προσφέρει μιὰ νέα ζωή, ὄχι τὴν παλιὰ ποὺ ἔχουμε ἤδη χάσει. Καὶ ἡ νέα ζωὴ ποὺ μᾶς προσφέρεται δὲν εἶναι πλέον δική μας, εἶναι δική Του, εἶναι δική Του δωρεά, εἶναι δῶρο. Ἦταν δικό μου καὶ σοῦ τὸ δίνω, πάρτο. Καὶ ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως, αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια. Ἐπειδὴ τὶ εἶναι ἁμαρτία; Προσδιορίζουμε συνεχῶς τὴν ἁμαρτία σὰν ἠθικὴ παράβαση, ἀλλά εἶναι κάτι περισσότερο ἀπο αὐτό: Εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσα, εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς ὁλότητας. Ὅταν κρίνουμε τὸν ἑαυτό μας: Εἶμαι διχασμένος - ὁ νοῦς εἶναι κόντρα στὴν καρδιά, ἡ καρδιὰ κόντρα στὴν θέληση, τὸ σῶμα ἐνάντια σ’ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα. Δὲν εἴμαστε μόνο σχιζοφρενεῖς, ἀλλὰ σχιζοφρενεῖς στὰ πάντα, εἴμαστε ὅπως ἕνας σπασμένος καθρέφτης και ἔτσι εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ἁμαρτίας: δὲν εἶναι τόσο ὅτι ὁ καθρέφτης δὲν ἀντανακλᾶ σωστὰ, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι εἶναι σπασμένος, αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Μπορεῖτε, φυσικὰ, νὰ προσπαθήσετε νὰ πάρετε ἕνα μικρὸ κομμάτι του καὶ νὰ δεῖτε ὅ,τι μπορεῖτε, ἀλλὰ παραμένει ἕνας σπασμένος καθρέφτης. Καὶ τοῦτο τὸ σπάσιμο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ σπάσιμο στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τοὺς φοβόμαστε, τοὺς ζηλεύουμε, εἴμαστε ἄπληστοι. Ἔτσι αὐτὸ δημιουργεῖ μιὰν ἁμαρτωλότητα καὶ ἀπευθύνεται κυρίως στὸν Θεό, ἐπειδὴ ὅλα ἀπορρέουν ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι χάσαμε τὴν ἁρμονία μας μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἅγιοι εἶναι ἅνθρωποι ποὺ βρίσκονται σὲ ἁρμονική σχέση μ’ Ἐκεῖνον. Καὶ σὰν ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης αὐτῆς μὲ τὸν Θεὸ, μποροῦν νὰ βρίσκονται σὲ ἁρμονία μέσα τους καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Καὶ θέλω να σᾶς προτείνω κάτι ποὺ ἴσως θὰ βρεῖτε δύσκολο νὰ δεχτεῖτε: εἴτε κάποιος θεραπεύεται σωματικὰ εἴτε ὄχι, αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον, ὄχι γιὰ τοὺς συγγενεῖς μας, γιὰ τοὺς φίλους μας ἀλλὰ γιὰ τὸ ἐνδιαφερόμενο πρόσωπο. Αὐτὸ ποὺ μετράει εἶναι ν’ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ προσώπου καὶ ὅταν γίνει αὐτὸ καὶ συμβεῖ μαζὶ νὰ θεραπευθεῖ σωματικὰ - εἶναι καλό, ἄν ὄχι, μπορεῖ νὰ εἶναι το ἴδιο καλό.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Τὰ θαύματα τοῦ θεοῦ καὶ ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης




Οἱ θαυματουργικὲς θεραπεῖες δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς πολλῶν ἀνάλογων περιστατικῶν ποὺ συναντᾶμε πολὺ συχνὰ στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θεμελιώδεις παράμετροι καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων εἶναι ἡ ζωντανή, ἐπίμονη καὶ δυνατὴ πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δίψα τῆς σωτηρίας.


Πίστη καὶ θαῦμα

Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἔκτακτο καὶ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς καταπλήσσει καὶ μᾶς ἐντυπωσιάζει. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ εὐεργετήσει, νὰ θεραπεύσει, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ τονώσει τὸν πάσχοντα καὶ ἀδύνατο ἄνθρωπο. Τὸ πραγματικὸ θαῦμα εἶναι σημάδι καὶ γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ ἐγγύηση τῆς ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ καθετὶ ἐγωιστικὸ καὶ ἰδιοτελές, δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ γελοιοποίηση τῆς πίστης. Τὸ θαῦμα εἶναι καρπὸς τῆς πίστης καὶ συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν στερεώνει στὴ δύσβατη χριστιανικὴ ζωή. Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ κάνει θαύματα στοὺς κατοίκους τῆς Ναζαρὲτ ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα θαμπώνει τὸ βλέμμα, ξαφνιάζει, δημιουργεῖ ἀπορία καί, κάποτε, ἀντίδραση.

Γιὰ τὸν πιστό, ὅμως, κάθε θαῦμα εἶναι ἕνα παράθυρο ποὺ ἀνοίγει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ὑπερβατικὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ. Μοιάζει μὲ μία ἀστραπὴ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λογικῆς καὶ τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε γιὰ λίγο αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργηθήκαμε καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ φθάσουμε στὴν αἰωνιότητα. Τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μιὰ ὕπαρξη καὶ ζωὴ χωρὶς πόνο, δάκρυα, ἀρρώστια, φθορά, θάνατο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δάκρυα τῆς γῆς. Τὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ στερεώνει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πίστη, εἶναι, ὅμως, προσωρινό, γιατί, ἔστω καὶ ἂν θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ ἀρρώστια, ἔστω καὶ ἂν ὑπερνικήσουμε μιὰ δυσκολία, θὰ ἀρρωστήσουμε ξανὰ καὶ θὰ συναντήσουμε καὶ ἄλλη δυσκολία.

Ὅμως ἐμεῖς πήραμε δύναμη νὰ συνεχίσουμε. Συνειδητοποιήσαμε ὅτι τὸ κάθε θαῦμα στὴ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ μιᾶς σοφίας ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ἀλλὰ ποὺ καλούμαστε, ὡστόσο, νὰ πιστεύσουμε, γιατί μόνο ἐκείνη ξέρει πότε καὶ τί πρέπει νὰ δίνει στὸν καθένα μας. Μιὰ τέτοια πίστη, ἕνα τέτοιο βίωμα ἐμπιστοσύνης στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγὴ δυνάμεως, ὅταν πρόσωπα, καταστάσεις καὶ γεγονότα μᾶς ἀπογοητεύουν, μᾶς πτοοῦν καὶ μᾶς λυγίζουν. Καὶ πορευόμαστε περιμένοντας νὰ ἀκούσουμε «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», ἂς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας.


Ὁ ἀρνητισμὸς ἀπέναντι στὸ θαῦμα

Ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συναντᾶ τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, τότε δὲν πραγματώνεται μόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀντίδραση τῶν φαρισαίων ἀπέναντι στὸ θαῦμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Οἱ φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θαῦμα, ἀλλὰ παραμορφώνουν ἐπικίνδυνα τὴν πραγματικότητα, διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια. Ἀναποδογυρίζουν τὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ ἀγνώριστο ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, ἀποδίδοντας τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις· θὰ ἦταν, ὅμως, παιδαριῶδες καὶ ἁπλοϊκὸ νὰ δοῦμε στὴ συμπεριφορὰ τῶν φαρισαίων μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησαν, κατηγόρησαν καὶ συκοφάντησαν ἀδίστακτα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ στάση τους ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς οἱ ὁποῖοι ἔχουν μιὰ ἀντεστραμμένη συνείδηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκλωβισμένοι μέσα στὸν ὀρθολογισμὸ τους ἀπορρίπτουν ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ὀφθαλμοφανῆ καὶ ὁλοφάνερα θαύματα. Αὐτοὶ ποὺ σὲ κάθε θαῦμα βλέπουν ψυχολογικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φαντασιώσεις καὶ αὐθυποβολές, φυσικὰ αἴτια, τυχαῖες συμπτώσεις καὶ ἀνεξήγητες συγκυρίες. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις «λογικῆς» γιὰ τὰ θαύματα. Τὰ θαύματα τὰ ἀναγνωρίζουν οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ τὰ δοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ἂν νεκρώσουμε τὴν ἀλαζονεία τῆς λογικῆς μας καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ μία νέα ζωή, ὅπου θὰ βλέπουμε καὶ θὰ καταλαβαίνουμε τὰ συνεχῆ θαύματα τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...