Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 25, 2013

«The Economist»- Εξεγέρσεις : Η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται στις χώρες υψηλού κινδύνου




Δεκέμβριος 24, 2013.

Το γνωστό βρετανικό «The Economist» δημοσιεύει μια ανάλυση για τους λόγους που μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να βγουν στο δρόμο, και οι λόγοι αυτοί είναι η ανεργία, οι εθνικές εντάσεις, η κοινωνική ανισότητα και η μείωση των εισοδημάτων τους.

Στην ομάδα αυτή συμπεριλαμβάνονται , η Αλβανία, η Ελλάδα,  η Βουλγαρία, η Κροατία και η Ρουμανία από τα Βαλκάνια.

Στο μεταξύ, η Ελλάδα και η Βοσνία Ερζεγοβίνη θεωρούνται ως χώρες με πολύ υψηλό κίνδυνο εξεγέρσεων, καταλήγει το γνωστό βρετανικό περιοδικό «The Economist» , στον κατάλογο της κατάταξης των παγκόσμιων κινδύνων για το επόμενο έτος.

Ο Laza Kekic της «Intelligence Unit» του Economist δηλώνει ότι η μείωση του εισοδήματος και τα υψηλά ποσοστά ανεργίας  φέρνουν πάντοτε περισσότερες διαδηλώσεις. Αλλά όταν τα οικονομικά προβλήματα συνδέονται και με άλλα στοιχεία, ο κίνδυνος αστάθειας είναι υψηλός. Τα στοιχεία αυτά είναι η αδύναμη κυβέρνηση, η κοινωνική ανισότητα, το χαμηλό επίπεδο των κοινωνικών υπηρεσιών και οι πυροδότηση των κοινωνικών εντάσεων.

Ιδιαίτερα, όπως σημειώνεται, η διάβρωση της εμπιστοσύνης προς τις κυβερνήσεις και τα θεσμικά όργανα, με επακόλουθο την κρίση στη δημοκρατία, θέματα τα οποία κυριαρχούν τον τελευταίο καιρό.

Η «Intelligence Unit» έχει μετρήσει τους κινδύνους κοινωνικής αναταραχής σε 150 χώρες, οι οποίες χωρίζονται σε 5 κατηγορίες. Οι εξαιρετικού κινδύνου, υψηλού κινδύνου, μέτριου, χαμηλού και πολύ χαμηλού.

Σε σύγκριση με πριν από πέντε χρόνια, έχουν προστεθεί στην κατηγορία υψηλού κινδύνου περισσότερες από 19 χώρες από τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, τη Νότια Ευρώπη και τα Βαλκάνια, περιοχές που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες.

--

Μητροπολιτης Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς ΝΙΚΟΛΑΟΣ «Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον!

«Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον!
οὐρανὸν τὸ Σπήλαιον, θρόνον Χερουβικόν τὴν Παρθένον,
τὴν φάτνην χωρίον ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρnτος, Χριστὸς ὁ Θεός,
ὃν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν»
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Μὲ τὰ λόγια ποὺ μόλις διαβάσαμε, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία διὰ τοῦ θεοφθόγγου στόματος τοῦ Ὑμνογράφου τῶν Χριστουγέννων ἀντικρύζει τὸ γεγονὸς τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως καὶ τὸ ὁμολογεῖ ὡς παράξενο μυστήριο, ἀσύνηθες καὶ μοναδικὸ.
Καὶ πράγματι τὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ μεταμορφώνεται σὲ οὐρανό, ἡ ταπεινὴ φάτνη γίνεται τόπος φιλοξενίας τοῦ ἀχώρητου Θεοῦ, ἡ Παναγία Παρθένος ἀποδεικνύεται θρόνος ὑποβασταζόμενος ὑπὸ τῶν ἀγγελικῶν χερουβικῶν δυνάμεων.
Τὸ ταπεινὸ Βρέφος ποὺ προσκυνοῦμε δὲν εἶναι ἕνα μικρὸ παιδάκι ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ παντέλειος Θεός.
Τὸ γεγονὸς ποὺ ἑορτάζουμε δὲν εἶναι μία ἁπλῆ συνήθης γέννηση, ἀλλὰ ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Θεὸς ἐνδύεται τὴν ἀνθρώπινη φύση, εἰσέρχεται στὴν ἱστορία καὶ ζεῖ ἀνάμεσά μας• «ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη».
Πραγματικὸ μυστήριο! Μέγα ὄντως καὶ παράδοξο! Τὸ ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, τὸ ὁμολογεῖ ἡ θεολογία μας, τὸ μαρτυρεῖ ἡ πίστη μας• «ὁ ἀχώρητος παντὶ πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί; ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρὸς πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρός;»
Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ἄυλος Θεὸς νὰ λαμβάνει σάρκα, ὁ αἰώνιος Δημιουργὸς νὰ ἀποκτᾶ χρονικότητα, ὁ ἀχώρητος νὰ χωρεῖ μέσα στὰ περιορισμένα ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ τῆς κοσμικῆς κτίσεως.
Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο μυστήριο. Δίπλα σ’ αὐτὸ λάμπει τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου, τὸ σημεῖο τῆς ἐκ Παρθένου Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ὁ Κύριος γεννᾶται μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἀπὸ Παρθένο Μητέρα, ὄχι ἐκ σπέρματος ἀνδρός. Εἶναι «ἀπάτωρ ἐκ Μητρὸς καὶ ἀμήτωρ ἐκ Πατρός». Δηλαδή, δὲν ἔχει πατέρα ὡς ἄνθρωπος, ὅπως δὲν ἔχει καὶ μητέρα ὡς Θεός.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ὑμνογράφος ἱστάμενος ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου ὁμολογεῖ ὅτι «ῥᾷον σιωπή», δηλαδὴ εἶναι προτιμότερη ἡ σιωπή, καθὼς ἡ γλῶσσα ἀδυνατεῖ νὰ περιγράψει τὸ ὄντως ἀπερίγραπτο μυστήριο.
Ἡ αἴσθηση ὅμως τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς εὐλογημένης ἀπορίας δὲν σταματᾶ ἐδῶ. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θεολογικὸ γεγονὸς τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημεῖο τῆς ἐκ Παρθένου Γεννήσεως, τὸ μυστήριο ἐκφράζεται καὶ ἀπὸ τὸν τρόπο, τὸν τόπο, τὶς συνθῆκες καὶ τοὺς ὅρους μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνδύεται τὴν ἀνθρώπινη σάρκα.
Λέγει πάλι ὁ ἐμπνευσμένος ὑμνoγράφος γιὰ τοὺς μάγους ὅτι αὐτὸ ποὺ τοὺς κατέπληξε δὲν εἶναι οἱ θρόνοι καὶ τὰ σκῆπτρα ἑνὸς ἐπιγείου βασιλέως, ἀλλὰ ἡ ἔσχατη πτωχεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ: «Τί γὰρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τί δὲ ταπεινότερον σπαργάνων;».
Καὶ ἐδῶ γεννᾶται ἡ νέα ἀπορία: Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ λανθάνει, νὰ κρύβεται, μέσα σὲ μιὰ τέτοια ὑπερβολὴ κενώσεως; Νὰ γεννᾶται κάτω ἀπὸ τὶς πλέον ταπεινὲς συνθῆκες ποὺ μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ ἄνθρωπος; Γιατί κατὰ τὸν ἐρχομό Του, ἀντὶ νὰ φανερώνει, Αὐτὸς νὰ κρύβει τὴ δόξα Του;
«Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα τὸν Ἀδὰμ θεὸν ἀπεργάσηται», ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, γιὰ νὰ καταστήσει κατὰ χάριν θεὸν τὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως• τὸ νὰ γίνει ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὁ καθένας μας χριστόμορφος, θεόμορφος, δηλαδὴ μὲ χαρακτηριστικὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν τέταρτη αἰτία τοῦ μυστηρίου.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, προσεγγίζοντας τὸ μέγα μυστήριο τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως ἀφ’ ἑνός, καὶ ρίχνοντας μιὰ ματιὰ στὸν πεπτωκότα κόσμο καὶ στὴν ἀλήθεια τῆς στιγματισμένης ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἀνθρώπινης φύσεως ἀφ’ ἑτέρου, διερωτᾶται κανεὶς τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ πραγματικότητά μας μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ;
Πόσοι ἀπὸ μᾶς τοὺς βαπτισμένους χριστιανούς, τοὺς πιστοὺς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ζοῦμε τὸ πνεῦμα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ διατηροῦμε στὶς ψυχές μας τὸν πόθο μιᾶς τέτοιας θεϊκῆς προοπτικῆς ἢ ἔστω τὴν πίστη σὲ αὐτὸν τὸν προορισμό μας;
Καὶ ὅμως ἡ ἑορτὴ ἀνακυκλώνεται κατ’ ἔτος γιὰ νὰ μᾶς ἐμπνεύσει πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση. Εὐχή μου λοιπὸν καὶ φέτος εἶναι νὰ ἀναβαπτισθοῦμε στὸ φρόνημα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς προοπτικῆς μιᾶς ζωῆς γεμάτης ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς χάριτος τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ καὶ Λόγου, ἐμπνευσμένης ἀπὸ τὸν ἱερὸ πόθο τῆς θεϊκῆς προοπτικῆς μας καὶ ἔτσι νὰ προσδοκοῦμε καὶ τὴν ἐπὶ γῆς εἰρήνη Του στὸν κατὰ τὰ ἄλλα ἀποστατημένο κόσμο μας.
Καιρὸς νὰ ξεκολλήσει ὁ νοῦς μας ἀπὸ τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μας καὶ νὰ μετατεθεῖ πρὸς τὴν ἀληθινὴ ζωή μας. Μόνον ἔτσι ἡ ἀσφυξία τοῦ πτωτικοῦ μας κόσμου καὶ τὸ παραλήρημα τῆς ὑφισταμένης κρίσεως θὰ βροῦν τὴ θέση ποὺ τοὺς ἁρμόζει.
Μόνον ἔτσι, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, θὰ καταλάβουμε ποιὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ποιὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποιὸς ὁ προορισμὸς μας, ποιὰ ἡ ἀληθινὴ χαρὰ καὶ ποιὰ ἡ στέρεη ἐλπίδα.
Σᾶς εὔχομαι
«ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, ΠΑΝΕΥΦΡΟΣΥΝΑ ΚΑΙ ΦΩΤΙΣΜΕΝΑ!»
«ΚΑΛΗ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΧΡΟΝΙΑ!»
Μετὰ πολλῆς τῆς ἐν Χριστῷ Ἐνανθρωπήσαντι ἀγάπης,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† Ὁ Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Μητροπολίτης Κεφαλληνίας Σπυρίδων: ''Ετέχθη ημίν σήμερον Σωτήρ''


mitropolitis-kefalliniasἈγαπητοί ἀδελφοί,
«Ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ!».
Γιά ἄλλη μία φορά, ἀδελφοί μου, ζοῦμε τή γιορτή τῶν Χριστουγέννων, τήν Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν, 
κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο.
Χριστούγεννα!
«Σήμερον ὁ Ἄναρχος ἄρχεται καί ὁ Λόγος σαρκοῦται». Γεγονός μοναδικό! Μᾶς αὐτοαποκαλύφθηκε ὁ Θεός στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτόν πού αἰῶνες ἀναζητοῦσε ὁ ἄνθρωπος νά Τόν ἀνακαλύψει, ζεῖ πλέον ἀνάμεσά μας. Καί καλούμαστε νά Τόν πιστεύσουμε, νά Τόν γνωρίσουμε, νά Τόν ἀγαπήσουμε, γιά νά ἀποκαλύπτεται καί φανερώνεται ὁλοένα καί περισσότερο στή ζωή μας.
Εἶναι ὁ μοναδικός καί ἀληθινός Σωτήρας καί Λυτρωτής μας.
Τό κοσμοχαρμόσυνο καί πανευφρόσυνο γεγονός τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως συνεχίζει νά μεταδίδει ἀφειδῶς πρός κάθε κατεύθυνση ἀνείπωτη χαρά καί παραδεισένια μακαριότητα. Πραγματικός ἀποδέκτης ὅμως γίνεται ὅποιος μέ πίστη καί πόθο ὑπακούει στό κάλεσμα τῶν Ἀγγέλων, ἀκολουθεῖ τήν λάμψη τοῦ Ἀστέρος, ἀποδέχεται τίς ἄπειρες καί ἀκριβεῖς φωνές τῶν Προφητῶν.
Καί ἐφέτος- ἔτος ὁμολογουμένως δίσεκτος καί ἀνθρωπίνως ἀπελπιστικός- οἱ πιστοί διαδηλώνουν ὅτι ἡ μόνη ἀκαταίσχυντη καί βεβαία ἐλπίδα μας εἶναι ὁ γλυκύτατος καί ποθητός μας Χριστός.
Αὐτός πού «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, μορφήν δούλου λαβῶν». Αὐτός πού ἐνανθρώπησε πρός χάριν τοῦ καθενός ἀπό ἐμᾶς ὥστε νά μᾶς θεοποιήσει.
Καί παρέχοντάς μας τό τέλειο καί ὑψηλότερο ὅλων- δηλαδή, τήν σωτηρία καί τόν ἁγιασμό μας- μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἀσχολεῖται μέ Πατρική ἀγάπη καί μέ ὅ,τι ἄλλο πρόσκαιρο καί γήινο μᾶς ἀπασχολεῖ.
Εἴθε, ἀδελφοί μου, Κεφαλλήνες τῆς νήσου και τῆς διασπορᾶς, νά ἔχουμε στραμένες τίς ἐλπίδες μας στό θεοδέγμον σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ καί μέ πόθο νά καταστοῦμε αἰώνιοι προσκυνητές τοῦ Θείου Βρέφους.
Ἄς μήν λησμονοῦμε ὅμως τήν δύσκολη ζωή τῶν Ποιμένων, τήν κοπιαστική ὁδοιπορεία τῶν Μάγων, τόν πειρασμό τοῦ δικαίου Ἰωσήφ.
Ἡ πραγματική χαρά εἶναι πάντοτε συνδεδεμένη μέ τόν κόπο καί τήν δοκιμασία.
Καλά Χριστούγεννα
Χρόνια Πολλά!
Μέ ὅλη μου τήν ἀγάπη ἐν Χριστῳ νηπιάσαντι
Ο Μ Η Τ Ρ Ο Π Ο Λ Ι Τ Η Σ 
Ο ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ

ΤΟ ΘΕΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ ΣΚΙΡΤΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

ΤΟ ΘΕΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ ΣΚΙΡΤΑ
ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

Στέργιος Ν. Σάκκος 

.                  Οἱ ἅγιοι πατέρες διδάσκουν ὅτι αὐτό πού συνέβη σωματικά στήν Παρθένο Μαρία συντελεῖται πνευματικά στόν κάθε πιστό, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή παρθενεύει, δηλαδή εἶναι καθαρή ἀπό τά πάθη. «Ὅποιος ζῆ τή μετάνοια καί ὑπακούει στό θεῖο θέλημα, ὅταν ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», λέγει ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, «νιώθει μέσα τουσκιρτήματα βρεφοπρεπῆ», αἰσθάνεται τόν ἴδιο τόν Χριστό νά σκιρτᾶ στήν καρδιά του. Ὁ Χριστός πού κυοφοροῦμε καί γεννοῦμε μέσα μας εἶναι ὁ ἀναγεννημένος, ὁ πνευματικός ἑαυτός μας, πού γίνεται καινούργιος καί ἀνακαινούμενος ἄνθρωπος (βλ. Κολ. γ´10), «καινή κτίσις» (Β´ Κορ. ε´17· Γαλ Ϛ´15). Μέ τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι θά δεχθοῦμε νά ἀλλάξουμε ζωή μέ τή μετάνοια καί νά «ἰσιάξουμε» τή ζωή μας ὑποτασσόμενοι στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.


ΦΟΒΕΡΟ ΟΡΑΜΑ του Γέροντα ΠΑΪΣΙΟΥ για τους σημερινούς ΑΡΧΙΕΡΕΙΣ που καταγγέλει ο Αγιορείτης ιερομόναχος Δαμασκηνός.

Ο π. Παίσιος αποκαλύπτει τα Φοβερά κατάβαθα διαμερίσματα της Κολάσεως. 
Περαίνων τὴν ἐπιστολήν μου, ἐπειδὴ Σέβομαι καὶ τιμῶ βαθύτατα τὸν θεσμὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης, καὶ προπάντων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, κατ΄ ἐπιταγὴν τῆςσυνειδήσεώς μου ἀναγκάζομαι νὰ Σᾶς ἐξομολογηθῶ εἰς τὰ τίμια ὠμοφόρια, μὲ τὰ ὁποῖα διαπορθμεύετε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τὸ πλήρωμα τῆς ἐν Ἑλλάδι Ἁγίας Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τὰ κάτωθι: 




Κατὰ τὴν δεκαετίαν τοῦ 1970 εἶχον τὸ προνόμιον καὶ τὴν εὐλογίαν νὰ μονάζω ὑπὸ τὴν σεπτὴν Ἡγουμενίαν τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου καὶ νῦν προηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Ἰβήρων εἰς τὴν Ἱ.Μ. Σταυρονικήτα. 
Ὁ ἀείμνηστος πατὴρ Παΐσιος, ἀσκητεύων τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰς τὴν Καλύβην τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τῆς εἰρημένης Ἱ. Μονῆς, μὲ προσεκάλει πολλάκις, διὰ νὰ τελέσω τὴν Θείαν Λειτουργίαν εἰς τὸ ναΰδριον τῆς Καλύβης του. 
Μετὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἐσυνήθιζε κατὰ τὸ κέρασμα, ποὺ ἐπηκολούθει νὰ προσφέρῃ ἕνα καφέ, ἕνα λουκοῦμι καὶ ἕνα ποτῆρι νερό. Ἐκεῖ ἐδράττετο τῆς εὐκαιρίας νὰ μοῦ ἐμπιστεύηται πολλὰ θαυμαστὰ γεγονότα, ἅτινα ὁ Θεὸς τοῦ ἐφανέρωνε, ἐπαναπαυόμενος εἰς τὴν θεοφιλῆ ἄσκησίν του καὶ διὰ νὰ στηρίζῃ τοὺς ἀγῶνας του. Ὁμολογῶ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, ὅτι οὐ ψεύδομαι, μοῦ ἔλεγε τόσα σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς τὴν ζωὴν μεγάλων ἁγίων ἔχω διαβάσει εἰς Συναξάρια. 
Κάποτε λοιπὸν μοῦ εἶπε καὶ τὸ ἀκόλουθον, τὸ ὁποῖον μὲ συνετάραξε. 
«Κατ΄ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, Πάτερ, ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μοῦ ἔδειξε τὸν Ἅδην ἐκεῖ ποὺ εἶναι αἱ ψυχαὶ τῶν κολασμένων ἀνθρώπων, τὸν τόπον ποὺ βασιλεύει ὁ διάβολος. Ἐκεῖ ἀπὸ ὅλα τὰ φρικτὰ ποὺ εἶδα κατ΄ ἐξοχὴν μὲ ἐντυπωσίασε ὅτι εἶδα πολλοὺς Ἀρχιερεῖς, μαύρους, ἀπολιθωμένους, ὀρθίους μὲ προτεταμένην τὴν ποιμαντορικὴν ῥάβδον». 
Ὁ γράφων ἔσπευσε νὰ τὸν ἐρωτήσῃ: 
«Γέροντα, πόσους ἱερομονάχους εἶδες;» Ἐκεῖνος ἀντιπαρῆλθε τὴν ἐρώτησίν μου χωρὶς νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ καὶ συνέχισε νὰ ὁμιλῇ αἰτιολογῶν, διατί εἶδε πολλοὺς Ἀρχιερεῖς: 
«Εὐθῦνες, πάτερ, πολλὲς ἔχουν οἱ Ἀρχιερεῖς καὶ ὅσοι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς εὐθύνας των, διὰ νὰ ἀρέσουν εἰς τὸν Χριστόν, ὁδηγοῦνται ἐκεῖ εἰς τὸν τόπον τῆς βασάνου, μακρὰν τοῦ Χριστοῦ». 
Αὐτὸ τὸ ὅραμα ἔλαβε χώραν καθ΄ ὕπαρ (ἐν ἐγρηγόρσει). Εὔχομαι νὰ μὴν ἐπιτρέψῃ ὁ Θεὸς νὰ ὁδηγηθῇ ἐκεῖ οὐδεὶς πλέον Ἀρχιερεὺς ἀλλὰ οὐδὲ ἱερομόναχος. Αὐτὸ ὅμως θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν εὐθυνῶν μας εὐαρέστως εἰς τὸν Χριστὸν καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῶν λεγομένων ἰσχυρῶν καὶ μεγάλων τῆς Γῆς.

Ἡ οἰκογένεια εἰς καιροὺς Ἀποστασίας Τὸ Ἱερὸν «Μυστήριον τοῦ ΓΑΜΟΥ» μέσα εἰς τὴν σήμερινὴν κατάστασιν τῆς Μεγάλης Ἀποστασίας τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Θεὸν ὑπὸ τοῦ Πατρὸς καὶ Καθηγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου

Ἡ οἰκογένεια εἰς καιροὺς Ἀποστασίας

Τὸ Ἱερὸν «Μυστήριον τοῦ ΓΑΜΟΥ»
μέσα εἰς τὴν σήμερινὴν κατάστασιν
τῆς Μεγάλης Ἀποστασίας τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν Θεὸν

ὑπὸ τοῦ Πατρὸς καὶ Καθηγουμένου 
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου
Ἀρχιμανδρίτου Ἀθανασίου

περιοδ. «Ο ΖΩΟΠΟΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ»
(περιοδικὴ ἔκδοσις Ἱ. Μονῆς Σταυροβουνίου Κύπρου) 
ἀρ. τ. 112-121, Δεκ. 2013

Ἠλ. στοιχειοθεσία «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ»

ΕΙΣ. ΣΧ. «ΧΡ. ΒΙΒΛ»: Μιὰ πνευματικὴ προσέγγιση τοῦ θέματος καὶ συγχρόνως πιὸ «ρεαλιστικὰ πρακτικὴ»(!) ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τῆς ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος Συνοδικῆς Ἐγκυκλίου (βλ. σχετ.: ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΑΟ (Γιὰ τὴν ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ) «Κάθε οἰκογένεια διατηρεῖ μίαν ἱερή, μοναδική καί ἀνεπανάληπτη ἀξία, ἐφ’ ὅσον εἰκονίζει τό μυστήριο πού συνέχει καί συγκροτεῖ τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».)

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί,
“χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε”!

.           Εἰς τὰς ἡμέρας μας ἤδη καλλιεργεῖται καὶ βιοῦται μέσα εἰς τὸν κόσμο ἡ κατ’ ἐξοχὴν Μεγάλη Ἀποστασία, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦν καὶ προφητεύουν τόσον ἡ Ἁγφία Γραφὴ ὅσον καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες.
.           Αὐτὴ ἡ παρουσιαζομένη σήμερα πρωτοφανὴς Ἀποστασία ἀπὸ ὅσα ὁρίζει ὁ Νόμος καὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, προετοιμάζει τὸ σαθρό, διεφθαρμένο καὶ ἐξαθλιωμένο περιβάλλον, μέσα ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ δυνηθῆ νὰ ἀναδυθῆ καὶ νὰ ἀναφανῆ ὁ προφητευμένος Ἔσχατος Ἀντίχριστος!
.           Ἡ Ἀποστασία, εἰς τὰς ἡμέρας μας, συνίσταται τόσον στὴν θεώρητική, ὅσον καὶ στὴν πρακτικὴ ἄρνησι τῆς ὑπάρξεως τῆς ἀθανάτου ψυχῆς, τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς, τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, τῆς αἰωνιότητος, τοῦ Δημιουργοῦ καὶ κυρίως μάλιστα τοῦ Θεανθρωπίνου Προσώπου τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἦλθε στὴν γῆν καὶ ὡς ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώση τὸν κόσμον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τὴν φθοράν, τὴν διαφθοράν, καὶ τὴν αἰώνιον ἀπώλειαν!
.           Αὐτὴ ἡ Ἀποστασία προχωρεῖ εἰς τὰς ἡμέρας μας μετὰ συνεχῶς ἐπαυξανομένης ταχύτητος καὶ ἐπιπόνου τραχύτητος πρὸς τὴν ἄνευ προηγουμένου αἰχμήν της, ἀναφορικῶς, ὄχι μόνο στὸ ”κοσμοθεωρητικό”, ἀλλά, καὶ κατὰ ἀναπόδραστον συνέπειεαν, καὶ στὸ ”πρακτικὸ” καὶ τὸ ”ἡθικὸ” πεδίο!
.           Ὀφθαλμοφανής, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, παρουσιάζεται σήμερον ἡ πολλὴ ἀσέβεια πρὸς τὸν Δημιουργὸ καὶ ἡ πολλὴ ἠθικὴ διαφθορὰ μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἀνθρώπων. Τὸ κακὸ ἐπληθύνθη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ διαπράττεται τώρα εὐκολωτέρως, ἀνετωτέρως καὶ εὐρυτέρως καί, προπαντός, κατὰ τρόπον ἀναιδέστερον , ὑποβοηθούσης μάλιστα καὶ τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ραγδαίως ἐξελισσομένης τεχνολογίας!
.           «Πάντες ἐξεκλίναμεν» κατὰ τὸν ψαλμῳδὸν Δαυίδ, καὶ οὐαὶ καὶ ἀλίμονον ὅταν θὰ ξεχειλίση κάποιαν στιγμὴν τὸ ποτήριον τὴς ὑπομονῆς τοῦ Θεοῦ!

Σήμερον προβάλλεται προκλητικῶς ἡ ἁμαρτία, 
καὶ προσβάλλεται πρωτογνώρως ἡ Ἀρετή!

.           Εἰς τὰς ἡμέρας μας κορυφοῦται τὸ κακὸ μέσα εἰς τὸν κόσμο, ὥστε νὰ προσβάλλεται ὁ πνευματικὸς καὶ σωτήριος τρόπος ζωῆς, ποὺ μᾶς ἐδίδαξεν ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ νὰ προβάλλεται πλέον ἡ ἁμαρτία, πὼς εἶναι τάχα… «φυσιολογική»!
.           Ἡ Ἀρετὴ (πίστις, θεοσέβεια, τιμιότης, ἁγνότης, αὐταπάρνησις, ταπείνωσις, ἀφιλοχρηματία, σωφροσύνη, ἐλεημοσύνη, μετάνοια, λιτότης, ὀλιγάρκεια, ἁγιότης καὶ μάλιστα ἡ ἀληθινὴ Ἀγάπη, ὅπως τὴν ἐδίδαξε ὁ Χριστός), παρουσιάζωνται πλέον, ὡς… παρωχημένα, ἀχρείαστα ἢ καὶ ἄχρηστα!
.           Δυστυχῶς αὐτὴ ἡ ἐπικίνδυνος πορεία καὶ ἐφάμαρτος νοοτροπία ἐμφανίζεται ἐμφαντικῶς ἀκόμη καὶ μεταξὺ ἡμῶν τῶν θεωρουμένων ὀρθοδόξων Χριστιανῶν!
.           Ὅταν ὅμως ἡ ἁμαρτία ἀμνηστεύεται, σημαίνει ὅτι εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατον νὰ ὁδηγήση πλέον εἰς τὴν σωτήριον μετάνοιαν! Ἀλλ’ ὅμως, ὅπου δὲν ὑπάρχει μετάνοια, ἐκεῖ ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ λυτρωτικὴ ἐξαγόρευσίς της, οὔτε ἡ ἐν τῷ Μυστηρίῳ ἐξομολόγησίς της. Ἤ, καὶ ἂν ὑπάρχη, αὐτὴ εἶναι μόνον τυπική, ”διὰ τῶν χειλέων” μόνον, ἐξωτερική. Δὲν εἶναι καθαρὰ καὶ εἰλικρινής. Δὲν ἐνεργεῖται μὲ τὴν δέουσαν συντριβὴν καρδίας καὶ μὲ πραγματικὴ διάθεσιν διορθώσεως καὶ ἀλλαγῆς τρόπου σκέψεωςκαὶ ζωῆς!
.           Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μετανοήση κάποιος δι’ ἁμαρτίας, τὰς ὁποίας, ἐνῶ μὲν τὰς διαπράττει, δὲν τὰς παραδέχεται ὅμως ὡς ἁμαρτίας, ἀλλὰ τὰς θεωρεῖ ἁπλῶς παρωνυχίδας;
.           Ὑπάρχει μήπως χειροτέρα ἁμαρτία ἀπὸ τὴν σκληροκαρδίαν καὶ ἄρα ἀπὸ τὴν ἀμετανόησίαν; Καὶ μάλιστα ὅταν αὐτὴ ἡ ἀμετανοησία προέρχεται ἀπὸ τὴν ”ἀμνήστευσιν” πολλῶν σοβαρῶν, ἀκόμη καὶ θανάσιμων ἁμαρτημάτων;
.           Ἡ τοιαύτη ἀμετανοησία ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς την ἐσχάτην ἀνοησίαν!
.           Μήπως δὲν ἀποτελεῖ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν ἀμετανοησία τὴν βλασφημίαν, κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία (βλασφημία) βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὁδηγήση εἰς μετάνοιαν, ἄρα οὔτε εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁδηγεῖ εἰς τὴν αἰώνιον καταδίκην (Μάρκ. γ´ 29);

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Η κεντρική ιδέα των Χριστουγέννων



Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Χρυσόπουλος


Η συνάντηση των Ποιμένων με τον νεογέννητο Χριστό σε σταύλο ταπεινό μπορεί με άνεση να χαρακτηρισθεί ως η συνάντηση όλων των αιώνων. Πρωτοεμφανίζεται ο Χριστός σε άσημους βοσκούς και μέσω αυτών θα κάνει σημαντική την ζωή των ανθρώπων, θα δώσει ειρήνη στην γη και αγάπη στους ανθρώπους.1 

Το τραγούδι των αγγέλων δίνει την απάντηση στο ερώτημα τι έλειπε από την ανθρωπότητα και τι έφερε ο Χριστός στην γη με την ενανθρώπισή του. Είναι θέμα πια επιλογών, ατομικών ή συλλογικών, κατά πόσο θα μείνει σύνθημα ουράνιο ή ρομαντική αναζήτηση. 

Η Εκκλησία, πάντως, με τον εορτασμό της Χριστού Γέννας, σαν να είναι σήμερα, προκαλεί και προσκαλεί τα παιδιά Της να κάνουν σκοπό της ζωής τους την παγίωση της ειρήνης και την έμπρακτη εφαρμογή της αγάπης. Δεν χρειάστηκαν πανεπιστημιακές περγαμηνές οι Ποιμένες για να γνωρίσουν και να μεταδώσουν στα πέρατα της γης και του χρόνου ότι έχουμε τον Θεό μαζί μας,2 ότι υπάρχει ελπίδα και οδηγός για το ειρηνικό μέλλον της ανθρωπότητας και λύτρωση του καθενός μας. 

Όταν παντού κυριαρχούσε ο μαρασμός και η απελπισία, ο άνθρωπος είχε απογοητευτεί και θεοποιούσε ότι του φαινόταν ξένο και πρωτόγνωρο, όταν δεν είχε συμφιλιωθεί πρώτα με τον ίδιο τον εαυτό του και ύστερα με τους άλλους, τότε γεννιέται ο Χριστός και «ντύνεται την ανθρώπινη φύση ο πλούσιος στην θεότητα, δωρίζοντας (έτσι) την ανάπλαση και την αναγέννηση»3, κατά τον ιερό υμνωδό. 

Αυτή είναι και η κεντρική ιδέα των Χριστουγέννων, ήρθε για να σώσει αμαρτωλό4, ήρθε για να αντικαταστήσει το εγώ με το εμείς.

Αν όπως οι ποιμένες ακούσουμε, πιστέψουμε, δεχθούμε και δοξάσουμε επειδή «από αγάπη κατέβηκε σε μας ο αγαπητός Υιός του Θεού και έγινε ομοούσιος και ομοδίαιτος με τους ανθρώπους. Για να διδάξει σ’ αυτούς την μεταξύ τους αγάπη5», τότε θα έχουμε ξεφύγει από τον στείρο εορτασμό που αγγίζει την ρουτίνα και δεν θα έχουμε απλά ανταλλάξει μόνο ευχές και χειραψίες με γνωστούς και αγνώστους, αλλά θα έχουμε γεμίσει την καρδιά μας με Ζωή, που είναι Εκείνος6

Με την δική Του πλέον ζωντάνια θ΄ αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά και τα νέφη που κυκλώνουν την βιωτή μας και μας ταλαιπωρούν ψυχοσωματικά, κάποιες φορές δε, μας κλονίζουν δυνατά. 

Και να, Χριστούγεννα !
Γεννήθηκε εκείνος για να ανταλλάξουμε 
την απάτη του κόσμου, με την αγάπη Του.
το τραύμα της αμαρτίας, με το θαύμα της 
ενανθρώπισής Του.
την φθορά των καιρών, με την προσφορά 
της ειρήνης Του. 

Μην σκεφτόμαστε τι μπορεί να είχαμε δόξα, πλούτη, απολαύσεις, αλλά ας αναλογισθούμε τι έχουμε, Χριστό ! Εκείνος ας κατευθύνει τα έργα μας και την ζωή μας για χρόνια πολλά !






_______________________________
Υποσημειώσεις :
1. Λουκ. β, 14
2. Ματθ. α, 23
3. Τροπάριο α ωδής Κανόνα Εσπερινού 20ης Δεκεμβρίου
4. Α΄ Τιμ. α, 15
5. Ιωάννη Χρυσόστομος, PG 56, 280
6. Ιωαν. ιδ,6

πηγή

Καπετάνιος Ἁγιογράφος τοῦ Φώτη Κόντογλου

 Καπετάνιος Ἁγιογράφος
τοῦ Φώτη Κόντογλου 

Ἀπὸ τὸ περιοδ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ»
 ἔτος β´, τόμος Δ´, τεῦχος 45,
Χριστούγεννα 1949

.                 Σὰν σήμερα Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά. Στ᾿ ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί. Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο. Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη. Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε, ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ᾿ ἔσπασε τ᾿ ἄρμπουρο, ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια. Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσα καὶ μπήκανε μέσα. Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ τόπο, καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι. Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας. Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα, ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι᾿ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες, σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιά, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο, δίχως καμμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε. Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρά, καὶ τάξανε κ᾿ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε. Κι᾿ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε γιατὶ βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνᾶ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε, εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα. Ἤβγανε γεροὶ ὄξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαράδες, δὲν ἀρρώστησε κανένας. Καθίσανε δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σῦρα, κ᾿ εἴπανε πὼς ἔχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους. Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε, καὶ πήγανε ἴσια στ᾿ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ᾿ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι᾿ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, κ᾿ ἔφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη του σ᾿ ὅλο τὸ Ὄρος. Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ᾿ ἕναν γέροντα μάστορα, κ᾿ ἔγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ᾿ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλυβά του. Δὲν ἔμαθὲ πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της. Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ της τὰ πιὸ μεγάλα, γιατὶ τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι᾿ ὁ καπετὰν Γιώργης, ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του. Ἀλλὰ σὰν περάσανε δυὸ τρία χρόνια, δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ᾿ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι᾿ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιὰ του καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ᾿ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι᾿ ἀρχοντόπουλο, καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κ᾿ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του, κι᾿ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό, σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο. Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του, καὶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο. Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κ᾿ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε. Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κ᾿ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα», γιατὶ δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, μὲ τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη, στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε, κ᾿ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα ποὔπινε. Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντοῦκι ποὖχε τὰ ἐργαλεῖα του, εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα. Κι᾿ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ᾿ ἄλλα τἄδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.
.                 Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατὶ εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι᾿ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι᾿ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Καὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό, γιατὶ ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του «ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ».
.                 Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, ἕξη χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερας. Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι᾿ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του, γιὰ νἄχει τὴν εὐλογία του. Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς, ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ᾿ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του. Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ᾿ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε, καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του μαυροντυμένα, ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε. Τότες τρέχανε σὰν βρύσες τὰ μάτια του, κ᾿ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ᾿ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος. Γονάτιζε, κ᾿ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτήρι κ᾿ ἡ καρδιά του σὰ νἄθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει; στὸ σπίτι του ἢ στὸ Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου; Κ᾿ ἔλεγε μὲ κλάψιμο: «Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου, ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου: Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν. Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Σύ μου εἴ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με. Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπό σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ᾿ ἐμὲ διῆλθον. Τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς, καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω; Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι, ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου. Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι. «Ὅτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ τοῦ θανάτου, τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου». Κι᾿ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος κατὰ τὰ ξημερώματα. Κι᾿ ἄνοιγε τὰ μάτια του κ᾿ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του, σὰν νἄτανε ἄλλος ἄνθρωπος. Ἔβαζε μὲ τὸν νοῦ του τὸ θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα, κ᾿ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή: «Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου. Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί· διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην». Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες. Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό. Γιατὶ ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ᾿ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ᾿ ἕνα τσαγκαράδικο, καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσοπνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε μαζί. Ἤτανε τότε ὡς ἕξη χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα. Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παποῦ, καὶ τοὔδινε κρύο νερὸ ἀπὸ τὴ στέρνα, καὶ σαπούνιζε καὶ τὶς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νἄνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα. Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του, κ᾿ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί· κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ», ἤγουν: «Σὰν τ᾿ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου».
.                 Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του. Καὶ σὰν νἄτανε ἀπὸ πέτρα κι᾿ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί, δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι᾿ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό. Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει: «Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του. Καὶ κεῖνος τῆς λέγει: «Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου». Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντοῦκι. Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοίρα δάκρυσε. Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν τὸν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε, μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο, σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανε καὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους. Λέγει του ἡ γυναίκα δακρυσμένη: «Ἦρθα, γέροντα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ᾿ ἅγιου Γιώργη, σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ᾿ ἀντρός μου, ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξη χρόνια». «Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας. «Βοήθειά σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς, γιατὶ βαραίνεις τὴν ψυχή του. Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου». Ἡ γυναίκα τοὔκανε μετάνοια κ᾿ ἔφυγε. Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστὰ τὴν εἰκόνα. Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρύσες, οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες. Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἀρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ᾿ ἄλογο, κι᾿ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του, κ᾿ ἡ βασιλοπούλα κύτταζε τρομαγμένη κ᾿ ἔμοιαζε τὴν Καλλιοπίτσα. Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ᾿ ἄγρια τὰ κύματα, κ᾿ ἔγραψε: «Τὸ ναυάγιον». Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια: «Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρῆ ὅν περ κατέπιε ὑδατόστρωτος τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25». Κι᾿ ἀπὸ κάτω ἔγραψε «Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Ἔτος 1870».
.                 Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὄρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πὼς ὁ Καπετὰν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος, καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκεῖ πέρα τὸ γυιό της τὸν μεγάλο, γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὶς παραγγελιές του. Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πῆρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει. Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε. Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος. Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Καὶ κεῖνος τοὔλεγε: «Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι᾿ ὅπου νἆνε θἄρθει». Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε: «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;» Ὅπου σὲ μιὰ στιγμή, τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα, καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ του: «Ἐγὼ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου, ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης. Μὰ θἄμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός, κ᾿ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας. Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο. Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος ποὺ εἶπε πὼς θὰν ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος τὸν ἀγαπᾶ. Γενηθήτω τὸ θέλημά του».

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΤΗΣ

 ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΛΤΑΟΥΡΑΣ  

          .                       Ἡ Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ὅπως ὅλες οἱ ἑορτὲς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καὶ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πολεμεῖται σφοδρότατα ἀπὸ διάφορους ἐχθροὺς τῆς ἀληθείας. Στὴν παροῦσα μελέτη θὰ δοῦμε ὁρισμένους τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους διάφοροι ἀντίχριστοι μάχονται τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.

Η ΔΗΘΕΝ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΩΝ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΥΚΑ

            .                       Οἱ ἄθεοι (Μαρξιστές, ψευτοσκεπτικιστές, Νέο-Παγανιστές), ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Καινὴ Διαθήκη ἀντιφάσκει ὡς πρὸς τὸν χρόνο τῆς γέννησης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπιχειρηματολογία τους ἔχει σὲ γενικὲς γραμμὲς ὡς ἑξῆς :

«Τοῦ δὲ  Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς  Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις  Ἡρώδου τοῦ βασιλέως» (Ματθαῖος 2:1)

«Τελευτήσαντος δὲ τοῦ  Ἡρώδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾽  ὄναρ φαίνεται τῷ  Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ  λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν  Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν  Ἰσραήλ. ἀκούσας δὲ ὅτι  Ἀρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς  Ἰουδαίας ἀντὶ  Ἡρώδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν» (Ματθαῖος 2:19-22)

            .                       Σύμφωνα μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε «ἐν ἡμέραις  Ἡρώδου τοῦ βασιλέως» τοῦ πατρὸς τοῦ Ἀρχελάου, ὁ ὁποῖος Ἀρχέλαος μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἡρώδη, τὸν διαδέχθηκε στὴν διακυβέρνηση τῆς Ἰουδαίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἀναφερόμενος βασιλεὺς Ἡρώδης εἶναι ὁ Ἡρώδης ὁ ἐπονομαζόμενος Μέγας! ( Σημ : Μὲ τὸ ὄνομα Ἡρώδης ὑπάρχουν στὴν Ἱστορία τῆς Παλαιστίνης περισσότεροι τοῦ ἑνὸς βασιλεῖς). Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν μὲ τὶς πληροφορίες ποὺ μᾶς δίνει, ξεκαθαρίζει γιὰ ποῖον Ἡρώδη πρόκειται. Πρόκειται γιὰ τὸν Ἡρώδη τὸν Μέγα πατέρα τοῦ Ἀρχελάου.
.                       «Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην. Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου. καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. ἀνέβη δὲ καὶ  Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν  Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυΐδ, ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυΐδ,  ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ. ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν,  καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (Λουκᾶς 2: 1- 7)
«ἀνέστη  Ἰούδας ὁ Γαλιλαῖος ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς ἀπογραφῆς καὶ ἀπέστησε λαὸν ἱκανὸν ὀπίσω αὐτοῦ· κἀκεῖνος ἀπώλετο, καὶ πάντες ὅσοι ἐπείθοντο αὐτῳ διεσκορπίσθησαν» (Πράξεις 5:37)

            .                       Σύμφωνα μὲ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ, (συγραφέα τοῦ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου καὶ τῶν Πράξεων), ὁ Ἰησοῦς γεννήθηκε κατὰ τὴν διάρκεια ἀπογραφῆς ποὺ ἔλαβε χώρα τὴν περίοδο ποὺ ἡγεμόνευε τὴν Συρία ὁ Κυρήνιος. Ἐπίσης σύμφωνα μὲ τὸν Λουκᾶ κατὰ τὴν διάρκεια ἀπογραφῆς ξέσπασε ἡ ἐπανάσταση τοῦ Ἰούδα τοῦ Γαλιλαίου.
.                       Ἀπὸ τὴν Ἱστορία γνωρίζουμε ὅτι ὁ Ἰούδας ὁ Γαλιλαῖος πράγματι ἐπαναστάτησε κατὰ τὴν διάρκεια ἀπογραφῆς στὰ χρόνια ποὺ ἡγεμόνευε τὴν Συρία ὁ Κυρήνιος καὶ συγκεκριμένα ἡ ἐπανάσταση αὐτὴ τοῦ Ἰούδα καθὼς καὶ ἡ ἀπογραφὴ ποὺ ἀναφέρονται στὶς Πράξεις, ἔγιναν γύρω στὸ 6  μ.Χ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὁ Ἡρώδης ὁ Μέγας, ὁ πατὴρ τοῦ Ἀρχελάου, πέθανε τὸ ἔτος 4 π.Χ  ὅταν ἡγεμόνευε τὴν Συρία ὁ Σέντιος Σατουρνίνος καὶ ὄχι ὁ Κυρήνιος !!!
.                       Συνεπῶς, σύμφωνα μὲ τοὺς ἀντιχρίστους προπαγανδιστές, οἱ Εὐαγγελιστὲς ἀντιφάσκουν ὡς πρὸς τὸν χρόνο τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ !!!

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

«Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.  Αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου» (Λουκᾶς 2:1-2)

.                       Ὁ Λουκᾶς λέγει ὅτι ἡ ἀπογραφὴ κατὰ τὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς ἦταν ἡ ΠΡΩΤΗ ποὺ ἔγινε ἡγεμονεύοντος τοῦ Κυρηνίου τῆς Συρίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι στὰ χρόνια τοῦ Κυρηνίου δὲν ἔγινε μία μόνο ἀπογραφή! Διαφορετικὰ ὁ Λουκᾶς θὰ ἔγραφε «αὔτη ἡ ἀπογραφὴ  ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου» καὶ ὄχι «αὔτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου». Ὁ Εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ὡς ΠΡΩΤΗ τὴν ἀπογραφὴ κατὰ τὴν ὁποία ἐγεννήθη ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ τὴν ξεχωρίσει ἀπὸ τὴν κατοπινὴ ἀπογραφή, κατὰ τὴν ὁποία ἔγινε ἡ ἐπανάσταση τοῦ Ἰούδα τοῦ Γαλιλαίου καὶ τὴν ὁποία ἀναφέρει στὶς Πράξεις! Δύο διαφορετικς πογραφς χουμε λοιπν κα χι μία.Ἡ ἐπανάσταση τοῦ Ἰούδα τοῦ Γαλιλαίου ἔγινε στὴν δεύτερη ἀπογραφὴ καὶ ὄχι στὴν πρώτη κατὰ τὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς.
.            Μέσα ἀπὸ μελέτη τῶν πηγῶν, προκύπτει ὅτι ἡ πρώτη ἡγεμονία τοῦ Κυρηνίου, τοποθετεῖται μεταξὺ τῶν ἐτῶν 12-8 π.Χ. Ἡ πρώτη λύση ποὺ δόθηκε στὸ πρόβλημα τῆς χρονολόγησης ἦταν νὰ ὑποτεθεῖ πὼς ὁ Κυρήνιος ἐκτέλεσε τὴν ἀπογραφὴ πρὸς τὸ τέλος τῆς θητείας τοῦ (8 π.Χ.), ὅπως διέταξε ὁ Αὔγουστος Ὀκταβιανός. Ἡ ἀπογραφὴ αὐτή, ἐπειδὴ ἦταν ἡ “πρώτη” ποὺ γινόταν στοὺς Ἰουδαίους, διήρκεσε πολὺ χρόνο καὶ τὴν ἔφερε εἰς πέρας, σύμφωνα καὶ μὲ τὸν Τερτυλλιανό, ὁ διάδοχός του στὴν ἡγεμονία τῆς Συρίας, ὁ Σέντιος Σατουρνίνος. Ἔτσι, οἱ μὲν Ρωμαῖοι ἀνέφεραν στὰ ρωμαϊκὰ ἔγγραφα τὸ ὄνομα ἐκείνου ποὺ ὁλοκλήρωσε τὴν ἀπογραφή, τοῦ Σέντιου Σατουρνίνου, οἱ δὲ Ἰουδαῖοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄντλησε τὴν πληροφορία ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, κράτησαν στὴ μνήμη τους τὸ ὄνομα αὐτοῦ ποὺ τὴν ἄρχισε καὶ ὁ ὁποῖος ἀργότερα, τὸ 6-7 μ.Χ., διενήργησε καὶ τὴν ἄλλη ἀπογραφή. Συνεπῶς, φο Εαγγελιστς Λουκς ναφέρει “πογραφ πρώτη γένετο”, ννοεται τι γνώριζε τ δεύτερη πογραφ το 6-7 μ.Χ. κα χρησιμοποίησε τ πίθετο “πρώτη” σ ντιδιαστολ πρς τ δεύτερη πογραφή. Ἡ ἀπογραφή, ἑπομένως, ποὺ ἀναφέρει ὁ Λουκᾶς πρέπει νὰ ἀποφασίσθηκε τὴν περίοδο 12 π.Χ. ἕως 8 π.Χ. καὶ νὰ συνδέθηκε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρηνίου ἀντὶ τοῦ Σατουρνίνου. Πιθανὴ δὲ εἶναι ἡ ἄποψη ἡ ὁποία δέχεται μὲν ἐπὶ Κυρηνίου τὴν ἀρχὴ τῆς ἀπογραφῆς περὶ τὸ 9 π.Χ., ἡ πρακτικὴ ὁλοκλήρωσή της ὅμως, ἰδιαίτερα στὶς περιοχὲς τῆς Συρίας, Παλαιστίνης κ.λπ., πραγματοποιήθηκε ἀπὸ τὸ διάδοχό του, Σατουρνίνο, ἔξαρχο τῆς Συρίας ἀπὸ τὸ 8-6 π.Χ. Ἀλλὰ ἡ ἀπογραφὴ συνέχιζε νὰ ὀνομάζεται “ἀπογραφὴ Κυρηνίου” ἐξ αἰτίας σχετικοῦ διατάγματος, καὶ πρὸς τὴν ὁποία εἶναι σύμφωνο τὸ σχετικὸ κείμενο τοῦ Λουκᾶ. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀποκλειστεῖ ἡ συνύπαρξη δύο ἐξάρχων σὲ κάποια περιοχή, σύμφωνα μὲ πρακτικὴ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν περίοδο διαδοχῆς, γιὰ ἐνημέρωση καὶ ὁμαλὴ μεταβίβαση τῆς ἐξουσίας. Μπορεῖ ἔτσι νὰ ὑποτεθεῖ ὅτι κατὰ τὴ χρονικὴ περίοδο μεταξὺ τῶν ἐτῶν 8-6 π.Χ., κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνδιοίκησης ὑπάρχουν στὴν ἐξαρχία τῆς Συρίας δύο ἀξιωματοῦχοι, ὁ Κυρήνιος καὶ ὁ Σατουρνίνος, ἐκδοχὴ ποὺ προσφέρει μία ἀκόμη λύση στὸ πρόβλημα τῆς ἀπογραφῆς. Καὶ στὶς δύο  ἀπογραφὲς ἡγεμόνευε ὁ Κυρήνιος. Στὴν πρώτη ἀπογραφὴ ὡς ἡγεμόνας, στὴ δεύτερη ὡς Λεγάτος. Τὸ 1828 βρέθηκε στὴ Ρώμη ἐπιγραφή, ποὺ ἀνέφερε ὅτι ὁ Κυρήνιος ὑπῆρξε δύο φορὲς κυβερνήτης τῆς Συρίας (J.P. Free, Archaeology and Bible History, σελ. 286) ὁ δὲ Ράμσεϋ βρῆκε πρὶν ἀπὸ τὸν Α´ Πάγκ. Πόλεμο μία ἐπιγραφὴ στὴν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, ποὺ ἐπιβεβαίωνε τὶς δύο διοικητικὲς περιόδους τοῦ Κυρηνίου.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ;

.                       Διάφοροι αἱρετικοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἑορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα, διότι ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ δὲν ἑόρταζαν Χριστούγεννα καὶ γενέθλια καὶ οὔτε ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέγει πότε γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς.
.                       Οἱ αἱρετικοί, πιστοὶ στὴν τακτική τους, ἀνακατεύουν τὴν ἀλήθεια μὲ τὸ ψεῦδος καὶ συκοφαντοῦν τὶς πρακτικὲς τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ Γραφὴ δὲν μᾶς λέγει πότε γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ Ἑβραῖοι δὲν ἑόρταζαν γενέθλια. Εἶναι ὅμως ψεῦδος ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν ἑόρταζαν τὰ Χριστούγεννα! Οἱ ἀρχαῖοι Χριστιανοὶ ἑόρταζαν τὰ Χριστούγεννα τὴν 6η Ἰανουαρίου μαζὶ μὲ τὴν Βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ.
«καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν. καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ,  ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ. καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον· εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ. καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ λεγόντων· δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. καὶ ἐγένετο ὡς ἀπῆλθον ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους· διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ρῆμα τοῦτο τὸ γεγονός, ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν. καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν ᾿Ιωσὴφ καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ. ἰδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ρήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου· καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν ποιμένων πρὸς αὐτούς. ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ρήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.» (Λουκᾶς 2: 9- 20)
.                       Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς διδάσκει ὅτι εἶναι χαρμόσυνο γεγονὸς ἡ Γέννηση τοῦ Σωτῆρος καὶ οἱ Ἄγγελοι ἑόρτασαν τὸ γεγονὸς καὶ οἱ ποιμένες ἐπίσης. Οἱ ἀρνητὲς τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ εἶναι αἱρετικοὶ – θύματα τοῦ Διαβόλου. Δεικνύουν συμπεριφορὰ ἀντίθετη ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς ποιμένες! Ὁρισμένοι δὲ αἱρετικοί, ὅπως οἱ ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβὰ οὔτε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ ἑορτάζουν ἀλλὰ ἑορτάζουν τὸν θάνατο τοῦ Ἰησοῦ μόνο !!! Διαβολάνθρωποι πραγματικοί…

Ο ΜΗΝΑΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

  .                       Ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ξεκαθαρίσουμε τὸ ἑξῆς σημαντικό: Ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἄλλο πράγμα τὸ πότε ἡ Ἐκκλησία ὅρισε τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.
.                       Προηγουμένως εἴπαμε ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἑόρταζαν τὰ Χριστούγεννα στὶς 6 Ἰανουαρίου μαζὶ μὲ τὴν Βάπτιση. Αὐτὸ συνέβη διότι ἡ Ἐκκλησία τιμοῦσε τὰ γεγονότα αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα ὅμως ἡ Γραφὴ δὲν ἀναφέρει πότε συνέβησαν. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, ποὺ οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ τὴν ἑόρταζαν ὡς σταθερὴ καὶ ὄχι κινητὴ ἑορτή, ἡ Ἐκκλησία ὅρισε τελικὰ ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα νὰ ἑορτάζεται ὡς κινητὴ ἑορτὴ παρόλο ποὺ εἶναι γνωστὴ ἡ ἡμερομηνία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (16 τοῦ μηνὸς Ἀβὶβ ἢ Νισάν σύμφωνα μὲ τὸ Ἑβραϊκὸ ἡμερολόγιο) καὶ παρόλο ποὺ ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία ἑόρταζε τὸ Χριστιανικὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τοὺς Ἑβραίους τὴν 14 Ἀβὶβ/ Νισάν. Στνκκλησία σημασία χουν τ γεγονότα κα  τιμ πρς ατ κα χι ομερομηνίες Ἀκουέτωσαν αὐτὰ καὶ οἱ σχισματικοὶ παλαιοημερολογῆτες!  Ἡ Ἐκκλησία ὡς ὁδηγούμενη εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς στύλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας (Α´ Τιμ. 3:15), ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ ὁρίζει καὶ νὰ μεταθέτει ἑορτὲς – «ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ μήνας καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς!  φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς» (Γαλάτας 4:10-11)

Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

.                        Ὁρισμένοι πολέμιοι τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, χρησιμοποιοῦν τὴν ἑξῆς τακτικὴ ἐνάντια στὴν 25η Δεκεμβρίου ὡς ἡμέρας ἑορτῆς τῆς Γέννησης τοῦ Ἰησοῦ :
.                       Ἡ Γραφή, λέγουν ψευδόμενοι, προσδιορίζει τὸν μήνα Ὀκτώβριο ὡς μήνα τῆς  Γέννησης τοῦ Ἰησοῦ, συνεπῶς τὸ νὰ ἑορτάζονται τὰ Χριστούγεννα 25 Δεκεμβρίου εἶναι λάθος!
.                       Ἡ αἱρετικὴ αὐτὴ διαστροφὴ τῆς Γραφῆς ἀποσκοπεῖ νὰ παραπλανήσει τοὺς ἀφελεῖς ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα τοῦ ὁρισμοῦ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς 25ης Δεκεμβρίου ὡς ἡμέρας ἑορτασμοῦ τῆς Γέννησης. Ἐπαναλαμβάνουμε ὅμως ὅτι ἡ Ἐκκλησία δίνει σημασία στὰ ἑορταζόμενα γεγονότα καὶ ὄχι στὶς ἡμερομηνίες. Ἂν ἡ Γραφὴ προσδιόριζε τὴν Γέννηση τὸν Ὀκτώβριο, θὰ τὸ γνωρίζαμε ὄχι μόνο ἐμεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχαῖοι Χριστιανοὶ ποὺ ἑόρταζαν τὴν 6η Ἰανουαρίου. Ἐπίσης οἱ αἱρετικοὶ ποὺ ἐπικαλοῦνται τὴν δῆθεν διδασκαλία γιὰ Ὀκτώβριο δὲν τιμοῦν καθόλου τὰ Χριστούγεννα. Δηλαδὴ οὔτε τὸν Ὀκτώβριο τιμοῦν τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ !!! Τόσο ἀντιφατικοὶ καὶ ὑποκριτὲς εἶναι !

Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

.                       Οἱ Αἱρετικοὶ ἀναφέρουν τὰ ἑξῆς εὐλογοφανῆ ἐκ πρώτης ὄψεως, πλὴν ἕωλα ἐπιχειρήματα….
« Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις  Ἡρώδου τοῦ βασιλέως τῆς  Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας  Ἀβιά» (Λουκᾶς 1:5)
«Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ» (Λουκᾶς 1:8)
«καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.  Μετά δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν  Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ» (Λουκᾶς 1:23-24)
«Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ,  πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα  Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριὰμ» (Λουκᾶς 1:26-27)
«καὶ ἰδοὺ  Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ» (Λουκᾶς 1: 36)
«Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μήνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Τῇ δὲ  Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱὸν» (Λουκᾶς 1:56-57)
.                       Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνωτέρω, ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ συσχετίζεται μὲ τὴν γέννηση τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστῆ, διότι ἡ ἠλικιακὴ διαφορὰ τῶν δύο εἶναι 6 μῆνες (ὁ Ἰωάννης εἶναι 6 μῆνες μεγαλύτερος τοῦ Ἰησοῦ) . Ἡ δὲ σύλληψη τοῦ Ἰωάννου καὶ ἡ ἔπειτα ἀπὸ 9 μῆνες γέννησή του συσχετίζεται ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς μὲ τὴν λήξη τῆς ἐφημερίας τοῦ πατρὸς τοῦ Ζαχαρία στὸν Ναό. Δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὴν λήξη τῆς ἐφημερίας τοῦ Ζαχαρία στὸν Ναὸ ἔγινε ἡ σύλληψη τοῦ Ἰωάννη, 6 μῆνες ἀργότερα ἔγινε ἡ σύλληψη τοῦ Ἰησοῦ, 9 μῆνες μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐφημερίας τοῦ Ζαχαρία γεννήθηκε ὁ Ἰωάννης καὶ 6 μῆνες ἀργότερα, δηλαδὴ 15 μῆνες μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐφημερίας τοῦ Ζαχαρία στὸν Ναὸ γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς. Ἂν λοιπὸν προσδιοριστεῖ τὸ τέλος τῆς ἐφημερίας τοῦ Ζαχαρία στὸν Ναὸ τοῦ Σολομώντα προσδιορίζεται καὶ ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ !

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
πηγή εδώ και εδώ

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...