Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 29, 2013

Η νίκη της θείας αγάπης Κυριακή μετά τη Γέννηση του Χριστού του Ιωάννη Καραβιδόπουλου,


«'Οταν αναχώρησαν οι μάγοι, ένας άγγελος του Θεού παρουσιάστηκε στον Ιωσήφ στο όνειρό του και του είπε: ‘Σήκω αμέσως, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και φύγε στην Αίγυπτο και μείνε εκεί ωσότου σου πω. Γιατί ο Ηρώδης όπου να 'ναι θα ψάξει να βρει το παιδί, για να το σκοτώσει’. Ο Ιωσήφ σηκώθηκε αμέσως, πήρε το παιδί και τη μητέρα του και μέσα στη νύχτα έφυγε στην Αίγυπτο· εκεί έμεινε ώσπου πέθανε ο Ηρώδης. 'Ετσι εκπληρώθηκε ο λόγος του Κυρίου που είχε πει ο προφήτης: Από την Αίγυπτο κάλεσα το γιο μου.
΄Οταν κατάλαβε ο Ηρώδης πως οι μάγοι τον εξαπάτησαν, οργίστηκε πάρα πολύ. 'Εστειλε τότε στρατιώτες και σκότωσαν στη Βηθλεέμ και στην περιοχή της όλα τα παιδιά από δύο χρονών και κάτω, σύμφωνα με το χρόνο που εξακρίβωσε από τους μάγους. 'Ετσι εκπληρώθηκε ο λόγος του Κυρίου, που είχε πει ο προφήτης Ιερεμίας:
Ακούστηκε στη Ραμά κραυγή,
θρήνος, κλάματα και στεναγμός βαρύς·
για τα παιδιά της κλαίει η Ραχήλ
και πουθενά δε βρίσκει παρηγοριά,
γιατί δεν υπάρχουν πια στη ζωή.
'Οταν, λοιπόν, πέθανε ο Ηρώδης, ένας άγγελος σταλμένος από τον Κύριο εμφανίστηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο, και του είπε: ‘Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε στη χώρα του Ισραήλ, γιατί πέθαναν όσοι ήθελαν να θανατώσουν το παιδί’. Τότε ο Ιωσήφ σηκώθηκε, πήρε το παιδί και τη μητέρα του και γύρισε πάλι στη χώρα του Ισραήλ. 'Οταν έμαθε πως βασιλιάς της Ιουδαίας είναι ο Αρχέλαος, στη θέση του πατέρα του, του Ηρώδη, φοβήθηκε να εγκατασταθεί εκεί. Με θεϊκή εντολή όμως, που του δόθηκε στο όνειρό του, αναχώρησε για την περιοχή της Γαλιλαίας.'Ηρθε, λοιπόν, και εγκαταστάθηκε στην πόλη Ναζαρέτ. 'Ετσι εκπληρώθηκε για τον Χριστό η προφητεία που έλεγε ότι θα ονομαστεί Ναζωραίος (Ματθ. 2, 13-23).
Η Γέννηση του Χριστού περιγράφεται από τον ευαγγελιστή Ματθαίο κατά τρόπο που δείχνει προκαταβολικά την τύχη του Μεσσία μέσα στον κόσμο: Ο νεογέννητος Χριστός, ευθύς ως εισέρχεται στον παρόντα κόσμο, γνωρί­ζει την καταδίωξη και εχθρότητα εκ μέρους των αρχόντων. Ηεχθρότητα αυτή βρίσκει τον κύριο εκπρόσωπό της στονβασιλιά Ηρώδη, η θηριωδία τουοποίου μας είναι γνωστή καιαπό τους ιστορικούς της εποχής. Θα μπορού­σε να πει κανείς ότι ο θάνατος του Χριστού προανακρούεται ήδη από τη στιγμή της γεννήσεώς του. Η όλη πορεία τουμέσααπό τον κόσμο θα είναι ένας σταυρός αγάπης και θυσίας· ένας σταυρός στον οποίο θα νικηθεί οριστικά η δαιμονική δύναμη για να λάμψει το φως της αναστάσεως.
Όσο κι αν φαίνεται ότι οι κοσμικές καταστροφικές δυνά­μεις κυριαρχούν πάνω στην ανθρωπότητα, ηεπικράτησή τους είναι φαινομενική καιπροσωρινή· γιατί βασικά μέσα στην ιστορία πραγματοποιείται τολυτρωτικό σχέδιο της θείας οικονομίας, τοοποίο κανείς δεν μπορεϊ ναανα­τρέψει ή να ματαιώσει. Η θηριωδία του Ηρώδη, που εκδηλώθηκε με τηναπάνθρωπη σφαγή των νηπίων στη Βηθλεέμ και στη γύρω περιοχή, δεν ήταν δυνατό να στα­ματήσει ήδη από τηναρχή του το έργο του νεογέννητου Μεσσία, που βρισκόταν κάτω από την προστατευτική πρόνοια του Θεού. Η μνεία της σφαγής των νηπίων, που δεν καθορίζεται στα Ευαγγέλια ο αριθμός τους, αποτελεί την απαρχή των μαρτύρων της πίστεως. Ο υπερβολικός αριθμός της λειτουργικής παραδόσεως, 14 χιλιάδες (διπλασιασμός του ιερού αριθμού 7 πολλαπλασιαζόμενος με το 1000) δείχνει προκαταβολικά τους πολλούς μάρτρες του Χριστιανισμού. Ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός για τη μικρή Βηθλεέμ, έστω και με τα περίχωρά της, γι’ αυτό και ο συμβολικός χαρακτήρας του που δεχτήκαμε παραπάνω είναι εκ των πραγμάτων επιβεβλημένος.
Το ότι η πρόνοια του Θεού Πατέρα προστατεύει το θείο βρέ­φος από την απειλητική μανία του κοσμικού άρχοντα, τοότι το καθοδηγεί σεασφαλές μέρος και το προειδοποιεί τελικά για τη δυνατότητα επιστροφής στην πατρίδα τουαποτελεΐ ένα στοιχείο αισιοδοξίας για την αντιμετώπιση των κινδύνων της ζωής. Καθένας μας διαθέτει ίσως από την προσωπική του ιστορία κάποιο συγκλονιστικό βίωμα που το χέρι του Θεούενήργησε προστατευτικά πάνω του καιτον έσωσε από βέβαιο θάνατο, είτε οδηγώντας τα βή­ματα ενός φίλου και προστάτη προς βοήθειαν, είτε φωτί­ζοντας τον ίδιο να ενεργήσει σωστά, είτε με κάποιον άλλο τρόπο. Κι η μεγαλύτερη δυσπιστία ή ο τετραγωνικός ορ­θολογισμός συντρίβονται μπροστά στην ακατάλυτη δύνα­μη του προσωπικοΰ βιώματος. Άλλωστε το ότι οι μάγοι ειδοποιηθέντες από τον Θεόν, «δι’ άλλης οδού ανεχώρησαν εις την χώραν αυτών» (Ματθ.2,12) δείχνει ότι υπάρχουν τρόποι που φωτίζει ο Θεός τους ανθρώπους να φέρονται συνετά και να αποφεύγουν τους άσκοπους κινδύνους.
Το αισιόδοξο μήνυμα που μας απευθύνει η σημερινή διήγηση είναι ότι παρά το φαινομενικό θρίαμβο του κακού, τουμίσους και της θηριωδίας μέσα στην ιστορία των ανθρώπων, τελικά επιβάλλεται η δύναμη της αγάπης και της καλοσύνης. Ότι ο Θεός γεννιέται σαν άνθρωπος μέσα στην ιστορία αποτελείακριβώς μιααπόδειξη για το στοργικό ενδιαφέρον του Θεού να λυτρώσει τον άνθρωπο από τις δαιμονικές δυνάμεις της καταστροφής και τουαφανισμοΰ.

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΠΡΩΤΕΙΟΥ

1Παραθέτουμε σήμερα την επίσημη μετάφραση ολόκληρου του κειμένου του Πατριαρχείου Μόσχας περί πρωτείου σε παγκόσμιο επίπεδο εντός της Εκκλησίας.

Το κείμενο υιοθετήθη υπό της Ιεράς Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας κατά τη συνεδρία της 25-26 Δεκεμβρίου 2013 (Πρακτικά № 157). 

Πολλάκις ανέκυπτε το θέμα πρωτείου σε παγκόσμιο επίπεδο εντός της Εκκλησίας κατά τη διάρκεια των εργασιών της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η Ιερά Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας με απόφαση της 27ης Μαρτίου 2007 ανέθεσε την εξέταση του θέματος στη Συνοδική Θεολογική Επιτροπή προκειμένου να εκπονηθεί η επίσημη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας (Πρακτικά № 26). Εν τῳ μεταξύ στη συνεδρία της 13ης Οκτωβρίου 2007 της Μικτής Επιτροπής στη Ραβέννα, απουσίᾳ της αντιπροσωπείας της Ρωσικής Εκκλησίας και άνευ γνώμης αυτῆς, υιοθετήθη κείμενο υπό τον τίτλο «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας». Αφού εξέτασε το κείμενο της Ραβέννας, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας δεν απεδέχθη το μέρος εκείνο, όπου γίνεται λόγος περί συνοδικότητας και πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εντός της Εκκλησίας. Εφόσον το κείμενο της Ραβέννας διακρίνει μεταξύ τριών επιπέδων εκκλησιαστικής διοικήσεως, δηλονότι του τοπικού, του επαρχιακού και του παγκοσμίου, η ως κάτω θέση του Πατριαρχείου Μόσχας περί πρωτείου επί του παγκοσμίου επιπέδου εντός της Εκκλησίας εξετάζει το θέμα αυτό επίσης σε τρία επίπεδα.

1. Στην Αγία του Χριστού Εκκλησία το πρωτείο κατά πάντα ανήκει στην Κεφαλή της τον Κύριο και Σωτήρα ημών Ιησού Χιρστό, Υιό του Θεού και Υιό του Ανθρώπου. Κατά τον Άγιον Απόστολο Παύλο, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων (Κολ. 1,18).
Κατά την αποστολική διδασκαλία, ὁ Θεὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατὴρ τῆς δόξης, ἐγείρας αὐτὸν ἐκ νεκρῶν, ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ αὐτοῦ ἐν τοῖς ἐπουρανίοις  ὑπεράνω πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας καὶ δυνάμεως καὶ κυριότητος καὶ παντὸς ὀνόματος ὀνομαζομένου οὐ μόνον ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι…καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ (Εφ. 1, 17-23).
Η Εκκλησία, ούσα επί της γης, δεν είναι μόνο η κοινωνία των εις Χριστόν πιστευόντων, αλλά και ο Θεανθρώπινος οργανισμός: Υμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους (Α΄Κορ. 12,27).
Συνεπώς, οι ποικίλες μορφές του πρωτείου στην Εκκλησία εν τῃ ιστορική της πορεία σε αυτό τον κόσμο, είναι επουσιώδεις σε σχέση με το αιώνιο πρωτείο του Χριστού ως Κεφαλής της Εκκλησίας, διά του Οποίου ο Θεός Πατήρ ἀποκαταλλάσσει τὰ πάντα εἰς αὐτόν, εἰρηνοποιών δι’ αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς (Κολ. 1,20). Το πρωτείο στην Εκκλησία πρέπει να είναι κυρίως διακονία καταλλαγής, αποβλέπουσα στη διασφάλιση της αρμονίας, συμφώνως προς τον Απόστολο, ο οποίος καλεί τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης (Εφ. 4,3).

2. Το πρωτείο όπως και η συνοδικότητα, στην εν τῳ αιώνι τούτῳ Εκκλησία του Χριστοῦ, είναι απο τις θεμελιώδεις αρχές της δομής  της. Σε διάφορα επίπεδα της υπάρξεως της Εκκλησίας το ιστορικώς διαμορφωθέν πρωτείο έχει διαφορετική φύση και διαφορετικές πηγές. Αυτά τα επίπεδα είναι: (1) η επισκοπή, (2) η Αυτοκέφαλος Τοπική Εκκλησία και (3) η ανά την Οικουμένη Εκκλησία.

(1) Σε επίπεδο της επισκοπής το πρωτείο ανήκει στον Επίσκοπο. Το πρωτείο του Επισκόπου στην ιδίαν αυτού επισκοπή έχει σταθερά θεολογικά και κανονικά ερείσματα, τα οποία ανάγονται στην εποχή της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας. Συμφώνως προς τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, τὸ Πνεῦμα  τὸ ῞Αγιον ἔθετο τους Επισκόπους ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος (Πραξ. 20,28). Η διά της χειροτονίας[1] μεταδιδόμενη αποστολική διαδοχή αποτελεί πηγή πρωτείου του Επισκόπου στην ιδίαν αυτού Επισκοπή.

Το επισκοπικό λειτούργημα είναι το εκ των ων ουκ άνευ θεμέλιο της Εκκλησίας: «Ο Επίσκοπος είναι εν τῃ Εκκλησίᾳ και η Εκκλησία είναι εν τῳ Επισκόπῳ  και όποιος δεν είναι μεθ΄ Επισκόπου ευρίσκεται εκτός Εκκλησίας» (ιερομάρ. Κυπριανού Καρθαγένης[2]). Ο ιερομάρτυς Ιγνάτιος ο Θεοφόρος παρομοιάζει το πρωτείο του Επισκόπου εν τῃ Επισκοπή αυτοῦ με την ηγεμονία του Θεού: «Παραινῶ, ἐν ὁμονοίᾳ θεοῦ σπουδάζετε πάντα πράσσειν, προκαθημένου τοῦ ἐπισκόπου εἰς τόπον θεοῦ καὶ τῶν πρεσβυτέρων εἰς τόπον συνεδρίου τῶν ἀποστόλων, καὶ τῶν διακόνων τῶν ἐμοὶ γλυκυτάτων πεπιστευμένων διακονίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὃς πρὸ αἰώνων παρὰ πατρὶ ἦν καὶ ἐν τέλει ἐφάνη» (Προς Μαγνησιείς, ΣΤ΄).
Εν τῃ εκκλησιαστική αυτοῦ περιοχή ο Επίσκοπος κατέχει την πληρότητα της μυστηριακής, της διοικητικής και της διδακτικής αυθεντίας. Διδάσκει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος: «Μηδεὶς χωρὶς τοῦ ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐκκλησίαν. ἐκείνη· βεβαία εὐχαριστία ἡγείσθω, ἡ ὑπὸ ἐπίσκοπον οὖσα ἢ ᾧ ἂν αὐτὸς ἐπιτρέψῃ…οὐκ ἐξόν ἐστιν χωρὶς τοῦ ἐπισκόπου οὔτε βαπτίζειν οὔτε ἀγάπην ποιεῖν· ἀλλ ̓ ὃ ἂν ἐκεῖνος δοκιμάσῃ, τοῦτο καὶ τῷ· θεῷ· εὐάρεστον, ἵνα ἀσφαλὲς ᾖ καὶ βέβαιον πᾶν ὃ πράσσετε (Προς Σμυρναίους Η΄).

Εν τῃ Ευχαριστίᾳ με τον πλέον έντονο τρόπο φανερούται η μυστηριακή αυθεντία του Επισκόπου. Εν τῃ τελέσει αυτής ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, εκπροσωπών μεν την Εκκλησία των πιστών ενώπιον του Θεού και Πατρός, και ευλογών δε τους πιστούς και ανατρέφων αυτούς δι΄αληθινού πνευματικού βρώματος και πόματος του Μυστηρίου της Ευχαριστίας. Ως κεφαλή της επισκοπής του ο Επίσκοπος προΐσταται του συλλείτουργου, χειροτονεί και διορίζει κληρικούς σε εκκλησιαστκές ενορίες, παρέχων άδεια διά την τέλεση της Ευχαριστίας και λοιπών Μυστηρίων και ιεροπραξιών.

Η διοικητική αυθεντία του Επισκόπου εκδηλούται στην υποταγή σε αυτόν των κληρικών, των μοναχών και των λαϊκών της επισκοπής, των ενοριών και των Ιερών Μονών (εκτός σταυροπηγιακών) καθώς και των διαφόρων ιδρυμάτων της επισκοπής (εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών κλπ.). Ο Επίσκοπος είναι εκείνος ο οποίος εκδικάζει υποθέσεις εκκλησιαστικών παραβάσεων. Οι Αποστολικοί Κανόνες αναφέρουν: «Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτά» (Κανών ΛΗ΄), «Οἱ πρεσβύτεροι, καὶ οἱ διάκονοι, ἄνευ γνώμης τοῦ ἐπισκόπου μηδὲν ἐπιτελείτωσαν· αὐτὸς γὰρ ἐστὶν ὁ πεπιστευμένος τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου, καὶ τὸν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν αὐτῶν λόγον ἀπαιτηθησόμενος» (Κανών ΛΘ΄).

(2) Σε επίπεδο της Τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας το πρωτείο ανήκει στον Επίσκοπο, ο οποίος εκλέγεται Προκαθήμενος της Τοπικής Εκκλησίας υπό της Συνόδου των Επισκόπων αυτής[3]. Συνεπῶς, η εκλογή υπό της εχούσης την πληρότητα της εκκλησιαστικής αυθεντίας Συνελεύσεως (ή της Ιεράς Συνόδου)  του πρώτου Επισκόπου αποτελεί πηγή πρωτείου σε επίπεδο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας. Το πρωτείο αυτό έχει σταθερά κανονικά ερείσματα, τα οποία ανάγονται στην εποχή των Οικουμενικών Συνόδων.
Η αυθεντία του Προκαθημένου σε μια Τοπική Αυτοκέφαλο Εκκλησία διαφέρει από την αυθεντία του Επισκόπου στην εκκλησιαστική του περιοχή: πρόκειται για την αυθεντία του πρώτου μεταξύ ίσων Επισκόπων. Ασκεί τη διακονία του πρώτου συμφώνως προς την κοινή κανονική παράδοση της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται στον ΛΔ΄ Αποστολικό Κανόνα: «Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης· ἐκεῖνα δὲ μόνα πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καὶ ταῖς ὑπ’ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ θεός, διὰ Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καὶ ὁ Υἱός, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα».

Οι αρμοδιότητες του Προκαθημένου της Τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας καθορίζονται από τη Συνέλευση (Σύνοδο) και κατοχυρώνονται στον Καταστατικό Χάρτη. Ο Προκαθήμενος της Τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας είναι Πρόεδρος της Συνελεύσεως (ή της Συνόδου) αυτής. Τοιουτοτρόπως ο Προκαθήμενος εν τῃ Τοπική Αυτοκεφάλῳ Εκκλησία δεν έχει τη μονοπρόσωπη εξουσία, αλλά τη διοικεί συνοδικώς σε συνεργασία με τους υπόλοιπους Επισκόπους[4].

(3) Σε επίπεδο της Οικουμενικής Εκκλησίας ως κοινότητας των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, διά της κοινής ομολογίας πίστεως ενωμένων  εν μία οικογενείᾳ και τελούντων εν τῃ μυστηριακή μετ΄αλλήλων κοινωνίᾳ, το πρωτείο καθορίζεται συμφώνως προς την παράδοση των Ιερών Διπτύχων και ειναι πρωτείο τιμής. Η παράδοση αυτή ανάγεται στους κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων (Γ΄ της Β΄ Οικουμενικής, ΚΗ΄ της Δ΄ Οικουμενικής και ΛΣΤ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής) και επιβεβαιούται κατά τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας από τις πράξεις των Συνόδων των επιμέρους Τοπικών Εκκλησιών καθώς και από τη λειτουργική πράξη της μνημονεύσεως των Προκαθημένων των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών από τον Προκαθήμενο εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας συμφώνως προς την κατάταξή των στα Ιερά Δίπτυχα.

Άλλαζε η κατάταξη αυτή κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Την πρώτη χιλιετία της εκκλησιαστικής ιστορίας το πρωτείο τιμής ανήκε στο θρόνο της Ρώμης[5]. Μετά τη διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως το δεύτερο ήμισυ του ΙΑ΄ αιώνος τα πρωτεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία περιήλθαν στον επόμενο κατά σειρά Ιερών Διπτύχων θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Έκτοτε έως και σήμερα τα πρωτεία τιμής σε παγκόσμιο επίπεδο στην Ορθόδοξη Εκκλησία ανήκουν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ως πρώτο μεταξύ ίσων Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Σε επίπεδο της ανά την Οικουμένη Εκκλησίας είναι η παγιωθείσα στα Ιερά Δίπτυχα και αναγνωρισμένη υφ’όλων των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιῶν κανονική παράδοση της Εκκλησίας η οποία αποτελεί πηγή πρωτείου τιμής. Το περιεχόμενο του πρωτείου τιμής σε παγκόσμιο επίπεδο δεν καθορίζεται από τους κανόνες των Οικουμενικών ή Τοπικών Συνόδων. Οι κανόνες επί των οποίων στηριζονται τα Ιερά Διπτυχα, δεν παρέχουν σε πρώτο (ο οποίος την εποχή των Οικουμενικών Συνόδων ήταν Επίσκοπος Ρώμης) κάποιες εξουσιαστικές αρμοδιότητες εντός πλαισίων της καθόλου Εκκλησίας[6].

Οι εκκλησιολογικές αλλοιώσεις, διά των οποίων στον πρώτο επί του παγκοσμίου επιπέδου αποδίδονται διοικητικές λειτουργίες, χαρακτηριστικές του πρώτου σε υπόλοιπα επίπεδα της εκκλησιαστικής οργανώσεως, στην πολεμική φιλολογία της δευτέρας χιλιετίας απέκτησαν την ονομασία του «Παπισμού».

3. Επειδή είναι διαφορετική η φύση του πρωτείου σε διάφορα επίπεδα της εκκλησιαστικής δομής (σε τοπικό, σε επαρχιακό και σε παγκόσμιο), δεν ταυτίζονται οι λειτουργίες του πρώτου σε διάφορα επίπεδα και είναι αδύνατο να μεταφερθούν από ένα επίπεδο σε άλλο.

Η μεταφορά των λειτουργιών του πρώτου από το επίπεδο επισκοπής σε παγκόσμιο επίπεδο, επί της ουσίας σημαίνει την αναγνώριση ενός ιδιαίτερου είδους λειτουργήματος, δηλονότι εκείνου του «Παγκοσμίου Αρχιερέως», ο οποίος κατέχει την πληρότητα της διδακτικής και διοικητικής αυθεντίας στην ανά την Οικουμενική Εκκλησία. Η αναγνώριση τοιαύτη διά της καταργήσεως της μυστηριακής ισότητος των Επισκόπων, συνεπάγεται την εμφάνιση μιας δικαιοδοσίας του Παγκοσμίου Πρωθιεράρχου, την οποία ούτε οι ιεροί κανόνες  δεν αναφέρουν, αλλά ούτε η αγιοπατερική Παράδοση, και η οποία ως αποτέλεσμα έχει την ελάττωση ή ακόμα την άρση του αυτοκεφάλου των κατά τόπους Εκκλησιών.

Με τη σειρά της διά της επεκτάσεως σε παγκόσμιο επίπεδο[7] αυτού του πρωτείου, το οποίο είναι χαρακτηριστικό του  Προκαθημένου μιας Αυτοκεφάλου τοπικής Εκκλησίας (συμφώνως  προς τον ΛΔ΄ Αποστολικό Κανόνα), στον πρώτο εν τῃ ανά την Οικουμένη Εκκλησίᾳ θα παρέχονταν ειδικές αρμοδιότητες ανεξαρτήτως της εξασφαλίσεως επί τούτῳ συγκαταθέσεως των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Τοιαύτη η μεταφορά της κατανόησης της φύσεως του πρωτείου από το επαρχιακό σε παγκόσμιο επίπεδο θα ήθελε και τη σχετική  μεταφορά της διαδικασίας εκλογής του πρώτου Επισκόπου σε παγκόσμιο επίπεδο, πράγμα το οποίο θα συνεπάγετο την καταπάτηση του δικαιώματος της πρωτόθρονης Αυτοκεφάλου τοπικής Εκκλησίας όπως εκλέγει ελευθέρως τον Προκαθήμενό της.

4. Ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός προειδοποιούσε τους μαθητές του κατά της φιλαρχίας (πρβλ. Ματθ. 20, 25-28). Η Εκκλησία ήταν πάντα αντίθετη  στις αλλοιωμένες αντιλήψεις περί πρωτείου, οι οποίες από την αρχαιότητα διείσδυαν στην εκκλησιαστική ζωή[8]. Στους όρους των Συνόδων και τα αγιοπατερικά κείμενα αποδοκιμάζονταν οι καταχρήσεις εξουσίας[9].

Οι πρώτοι ως προς την τιμήν στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία Επίσκοποι Ρώμης, από απόψεως των Εκκλησιών της Ανατολής, πάντα ήταν Πατριάρχες της Δύσεως, δηλονότι Προκαθήμενοι της τοπικής Εκκλησίας της Δύσεως. Καίτοι από την πρώτη ήδη χιλιετία της εκκλησιαστικής ιστορίας στη Δύση άρχισε να διαμορφούται το δόγμα περι ειδικής, θείας προελεύσεως, διδακτικής και διοικητικής αυθεντίας του Επισκόπου Ρώμης, η οποία επεκτεινόταν εφ΄όλης της ανά την  Οικουμένη Εκκλησίας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε τη διδασκαλία της Εκκλησίας της Ρώμης περί του παπικού πρωτείου και της θείας προελεύσεως αυθεντίας του πρώτου ανά την Οικουμένη Εκκλησία Επισκόπου. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι πάντα επέμειναν στο ότι η Εκκλησία της Ρώμης ήταν μια από τις κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και δεν είχε δικαίωμα επεκτάσεως της δικαιοδοσίας της επί των εδαφών των λοιπών κατά τόπους Εκκλησιών. Επίσης θεωρούσαν ότι το πρωτείο τιμής των Επισκόπων Ρώμης είναι ένας ανθρώπινος και όχι θεϊκός θεσμός[10].

Κατά τη διάρκεια όλης της δευτέρας χιλιετίας έως και τις ημέρες μας η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρούσε εκείνη τη διοικητική δομή, η οποία ήταν χαρακτηριστική της Ανατολικής Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Εντός πλαισίων αυτής της δομής η εκάστη τοπική Αυτοκέφαλος Εκκλησία, εν τῃ δογματική, τῃ κανονική και τῃ ευχαριστιακή ενότητι προς τις λοιπές τοπικές Εκκλησίες ούσα, είναι διοικητικά αυτοτελής. Δεν υπάρχει ούτε υπήρχε ποτέ στην Ορθόδοξη Εκκλησία ένα ενιαίο διοικητικό κέντρο σε παγκόσμιο επιπεδο.
Αντίθετα, στη Δύση η εξέλιξη της διδασκαλίας περί ειδικής εξουσίας του Επισκόπου Ρώμης, συμφώνως προς την οποία η ύπατη εξουσία στην ανά την Οικουμένη Εκκλησία ανήκει στον Επίσκοπο Ρώμης ως διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου και επί της γης επίτροπο του Χριστού, οδήγησε στη διαμόρφωση ενός εντελώς διαφορετικού προτύπου διοικήσεως της Εκκλησίας με ένα ενιαίο οικουμενικό κέντρο τη Ρώμη[11].

Συμφώνως προς τα δυο διαφορετικά πρότυπα της εκκλησιαστικής δομής, διαφορετικώς παρουσιάζονταν και οι προϋποθέσεις διά την αναγνώριση κανονικότητας μιας εκκλησιαστικής κοινότητας. Ως απαραίτητη προϋπόθεση της κανονικότητας η Ρωμαιοκαθολική παράδοση θέλει την ευχαριστιακή ενότητα της α΄ ή της β΄ εκκλησιαστικής κοινότητας μετά του θρόνου της Ρώμης. Στην Ορθόδοξη παράδοση κανονική θεωρείται εκείνη η κοινότητα, η οποία αποτελεί μέρος μιας τοπικής Αυτοκεφάλου Εκκλησίας και δι΄αυτού ευρίσκεται εν ευχαριστιακή ενότητι προς τις λοιπές κανονικές κατά τόπους Εκκλησίες.

Ως γνωστόν, οι προσπάθειες επιβολής του δυτικού προτύπου της διοικητικής δομής στην Εκκλησία της Ανατολής πάντα εύρισκαν αντίσταση στην Ορθόδοξη Ανατολή. Αυτή αποτυπώθηκε στα εκκλησιαστικά κείμενα[12] και την πολεμική φιλολογία, που στρέφονταν κατά του Παπισμού και αποτελούν μέρος της Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

5. Το πρωτείο στην ανά την Οικουμένη Ορθόδοξη Εκκλησία, το οποίο από την ίδια τη φύση του αποτελεί πρωτείο τιμής και όχι εξουσίας, έχει μεγάλη σημασία διά την Ορθόδοξη μαρτυρία στο σύγχρονο κόσμο.
Η Πατριαρχική Καθέδρα της Κωνσταντινουπόλεως έχει πρωτεία τιμής επί τη βάσει των Ιερών Διπτύχων, τα οποία αναγνωρίζονται υφ΄όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιῶν. Το περιεχόμενο δε αυτού του πρωτείο καθορίζει η συναίνεση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία εκφράζεται ειδικώς στις Διορθόδοξες Διασκέψεις επί της προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας[13].

Ασκών το πρωτείο του ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως δύναται να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες διορθοδόξου και διαχριστιανικού εμβελείας και επίσης εκ μέρους του Ορθοδόξου πληρώματος να αποτείνεται στον έξω κόσμο, εξασφαλισθείσης επί τούτῳ της εξουσιοδοτήσεως υφ΄όλων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιῶν.

6. Το πρωτείο στην Εκκλησία του Χριστού καλείται να υπηρετεί την πνευματική ενότητα των μελών της και τη διευθέτηση της ζωής, διότι οὐ γὰρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός, ἀλλὰ εἰρήνης (Α Κορ. 14,33). Η διακονία του πρώτου εν τῃ Εκκλησίᾳ, ξένη προς την κοσμική φιλαρχία, έχει σκοπό την οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι… οἱ πάντες…ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα…κατ’ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ (Εφ. 4, 12-16).

[1] Η οποία περιλαμβάνει την εκλογή, την επίθεση των χειρών και την αποδοχή εκ μέρους της Εκκλησίας.
[2] Ep. 69,8.PL 4, 406 A (στη ρωσική μετάφραση είναι η Επιστολή 54)
[3] Κατά κανόνα, ο πρώτος Επίσκοπος προΐσταται του κυριότερου (πρώτου) θρόνου στο κανονικό έδαφος εκάστης Εκκλησίας.
[4] Οι κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν τις σύνθετες εκκλησιαστικές οντότητες, λ.χ. εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας υπάρχουν Αυτόνομες και Αυτοδιοίκητες Εκκλησίες, Μητροπολιτικές Περιφέρειες, Εξαρχάτα και Ιερές Μητροπόλεις. Εκάστη εξ αυτών έχει την ιδίαν μορφή του πρωτείου, η οποία καθορίζεται από την Τοπική Κληρικολαϊκή Σύναξη και αποτυπούται στον Καταστατικό Χάρτη.
[5]Περί πρωτείο τιμής του θρόνου της Ρώμης και της δευτερείας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ομιλεί ο Γ΄ Κανών της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου: «Τὸν μέντοι Κωνσταντινουπόλεως ἐπίσκοπον ἔχειν τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον, διὰ τὸ εἶναι αὐτὴν νέαν Ῥώμην». Ο ΚΗ΄ Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου διευκρινίζων τον ως άνω κανόνα, επικαλείται την κανονική αιτία, επί της οποίας στηρίζονται τα πρωτεία τιμής Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως: «Καὶ γὰρ τῷ θρόνῳ τῆς πρεσβυτέρας Ῥώμης, διὰ τὸ βασιλεύειν τὴν πόλιν ἐκείνην, οἱ Πατέρες εἰκότως ἀποδεδώκασι τὰ πρεσβεῖα. Καὶ τῷ αὐτῷ σκοπῶ κινούμενοι οἱ ἑκατὸν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι, τὰ ἴσα πρεσβεῖα ἀπένειμαν τῷ τῆς Νέας Ῥώμης ἁγιωτάτω θρόνῳ, εὐλόγως κρίναντες, τὴν βασιλείᾳ καὶ συγκλήτῳ τιμηθεῖσαν πόλιν, καὶ τῶν ἴσων ἀπολαύουσαν πρεσβείων τῇ πρεσβυτέρᾳ βασιλίδι Ῥώμῃ, καὶ ἐν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ὡς ἐκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ᾿ ἐκείνην ὑπάρχουσαν»
[6] Υπάρχουν κανόνες, στους οποίους στην πολεμική φιλολογία καταφεύγουν για να δικαιολογήσουν τα δικαστικά προνόμοια του πρώτου θρόνου της Ρώμης: πρόκειται για τους Δ΄και Ε΄ κανόνες της εν Σαρδική Συνόδου (343 μ.Χ.). Εν τῳ μεταξύ δεν αναφέρουν οι κανόνες αυτοί ότι το δικαίωμα της έδρας της Ρώμης όπως δέχεται προσφυγές ισχύει και δι΄όλη την ανά την Οικουμένη Εκκλησία. Από το σώμα των Ιερών κανόνων γνωρίζουμε ότι ακόμα και στη Δύση δεν ήσαν απεριόριστα τα δικαιώματα αυτά. Έτσι ακόμα η εν Καρθαγένῃ Σύνοδος του 256 μ.Χ., προεδρεύοντος του Αγίου Κυπριανού Καρθαγένης, διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη στις περί πρωτείου αξιώσεις της Ρώμης όσον αφορά στις σχέσεις μεταξύ των Επισκόπων: «Ουδείς από μας πρέπει να καταστήσει τον εαυτό του Επίσκοπο των Επισκόπων, ούτε με τυραννικές απειλές να καταναγκάζει τους συναδέλφους του σε υποταγή, διότι ο έκαστος Επίσκοπος λόγω ελευθερίας και εξουσίας που απολαμβάνει, έχει δικαίωμα ιδίας του επιλογής, και ούτε δυνατόν είναι να δικάζεται υπό του άλλου, ούτε και ο  ίδιος να δικάζει τον άλλο, αλλά όλοι μας ας αναμένουμε την κρίση τυ Κυρίου ημῶν Ιησού  Χριστού, ο Οποίος μόνος έχει την εξουσία να μας τοποθετήσει να διοικούμε την Εκκλησία Του και να κρίνει τις πράξεις μας» (Sententiae episcoporum, PL, 3, 1085 C; 1053-1054A). Περί αυτών επίσης μιλάει η Επιστολή της ἐν Ἀφρικῇ Συνόδου πρὸς Κελεστῖνον τὸν πάπαν, τῆς Ῥωμαίων πόλεως ἐπίσκοπον (424 μ.Χ.), την οποία περιλαμβάνουν όλες οι έγκυρες εκδόσεις του σώματος των Ι. Κανόνων, π.χ. το Πηδάλιον, ως μέρος των Ιερών Κανώνων της εν Καρθαγένῃ Συνόδου. Διά της Επιστολής αυτής η Σύνοδος απορρίπτει το δικαίωμα του Πάπα Ρώμης όπως δέχεται προσφυγές κατά των δικαστικών αποφάσεων της εν Αφρική Συνόδου Επισκόπων: «ἱκετεύομεν, ἵνα τοῦ λοιποῦ πρὸς τὰς ὑμετέρας ἀκοὰς τοὺς ἐντεῦθεν παραγινομένους εὐχερῶς μὴ προσδέχησθε, μηδὲ τοὺς παρ᾽ ἡμῶν ἀποκοινωνητέους, εἰς κοινωνίαν τοῦ λοιποῦ θελήσητε δέξασθαι…». Ο ΡΕ΄ Κανών της εν Καρθαγένη Συνόδου περιλαμβάνει απαγόρευση ασκήσεως προσφυγής στις Εκκλησίες των υπερπόντιων χωρῶν, πράγμα το οποίο εν πάση περιπτώσει υπονοεί επίσης και τη Ρώμη: «Ὁστισδήποτε μὴ κοινωνῶν ἐν τῇ Ἀφρικῇ, εἰς τὰ περαματικὰ πρὸς τὸ κοινωνεῖν ὑφερπύσει, τὴν ζημίαν τῆς κληρώσεως ἀναδέξεται».
[7] Όπως τυγχάνει γνωστόν, ουδείς κανόνας υπάρχει, ο οποίος να δικαιολογούσε τοιαύτη την πράξη.
[8] Ήδη στους αποστολικούς χρόνους στην Επιστολή του ο Άγιος Απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος αποδοκίμασε τον φιλοπρωτεύοντα Διοτρεφή (Γ΄ Ιω. 1,9).
[9] Ούτως η Γ΄Οικουμενική Σύνοδος υπερασπιζόμενος το δικαίωμα αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας της Κύπρου διά του Η΄ Κανόνα της θέσπισε: «ἔξουσι τὸ ἀνεπηρέαστον καὶ ἀβίαστον οἱ τῶν ἁγίων ἐκκλησιῶν, τῶν κατὰ τὴν Κύπρον, προεστῶτες, κατὰ τοὺς κανόνας τῶν ὁσίων Πατέρων, καὶ τὴν ἀρχαίαν συνήθειαν, δι᾿ ἑαυτῶν τὰς χειροτονίας τῶν εὐλαβεστάτων ἐπισκόπων ποιούμενοι· τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διοικήσεων, καὶ τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται· ὥστε μηδένα τῶν θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων ἐπαρχίαν ἑτέραν, οὐκ οὖσαν ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τὴν αὐτοῦ, ἢ γοῦν τῶν πρὸ αὐτοῦ χεῖρα καταλαμβάνειν ἀλλ᾿ εἰ καί τις κατέλαβε, καὶ ὑφ´ἑαυτὸν πεποίηται, βιασάμενος, ταύτην ἀποδιδόναι· ἵνα μὴ τῶν Πατέρων οἱ κανόνες παραβαίνωνται, μηδὲ ἐν ἱερουργίας προσχήματι, ἐξουσίας τύφος κοσμικῆς περεισδύηται, μηδὲ λάθωμεν τὴν ἐλευθερίαν κατὰ μικρὸν ἀπολέσαντες, ἣν ἡμῖν ἐδωρήσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ πάντων ἀνθρώπων ἐλευθερωτής».
[10] Έτσι κατά τον ΙΓ΄ αιώνα ο Άγιος Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως έγραφε: «Υπάρχουν πέντε Πατριαρχεία με καθορισμένα δια τον καθένα όρια, και εν τω μεταξύ τα τελευταία χρόνια  ανάμεσά τους εδημιουργήθη σχίσμα, αρχή της οποίας έθεσε μια τολμηρά χειρ, η οποία επιζητεί υπεροχή και κυριαρχία εν τῃ Εκκλησίᾳ. Η Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός, ενῶ κάθε αξίωση πρωτείου είναι αντίθετη με τη διδασκαλία Του» (παρατίθεται από το I.I.Sokolov Lektsii po istorii Greko-Vostochnoi Tserkvi, S-Pb, 2005, σελ. 129).
Κατά τον ΙΔ΄ αιώνα ο Νείλος Καβάσιλας Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης: «Δύο γάρ περῖ τὸν πάππαν θεωρουμένων, τό τε είναι Ρώμης ἐπίσκοπον…καῖ ἔτι τὸ πρῶτον [ως προς την τιμή] είναι των άλλων επισκόπων. Το μεν παρά του Πέτρου έχει λαβών, το είναι Ρώμης επίσκοπος, το δε, παρά των μακαρίων Πατέρων, και των ευσεβών βασιλέων, πολλοίς χρόνοις ύστερον, διά το δίκαιο είναι και τα εκκλησιαστικά υπό τάξιν τελείν» (De primate papae, PG 149, 701 CD).
Ακολουθών τους βυζαντινούς θεολόγους των ΙΓ΄- ΙΔ΄ αιώνων ο Παναγιώτατος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος δηλοί: «Όλοι εμείς, ως Ορθόδοξοι… είμαστε πεπεισμένοι ότι κατά την πρώτη χιλιετία της ιστορίας της Εκκλησίας, την εποχή της αδιαιρέτου Εκκλησίας, ανεγνωρίζετο το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης, του Πάπα. Όμως το πρωτείο εκείνο ήταν πρωτείο τιμής και αγάπης χωρίς να είναι νομική κυριαρχία εφ΄όλης της χριστιανικής Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη θεολογία μας, αυτό το πρωτείο είναι ανθρώπινου χαρακτήρος και θεσπίσθηκε λόγῳ ανάγκης να έχουν οι Εκκλησίες την κεφαλή και το συντονιστικό κέντρο» (απόσπασμα της συνεντεύξεως στα Βουλγαρικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τον Νοέμβριο 2007).
[11] Οι διαφορές στην εκκλησιαστική οργάνωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν παρατηρούνται μόνο σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και σε επαρχιακό και σε τοπικό.
[12] Στην Εγκύκλιο τους (1848) οι Πατριάρχες της Ανατολής επικρίνουν την μετατροπή του υπό των Επισκόπων Ρώμης πρωτείου τιμής σε κυριαρχία εφ΄όλης της Οικουμενικής Εκκλησίας: «αυτό το πρωτείον… εξ αδελφικού τύπου και πρεσβείου ιεραρχικού εις κυριαρχικόν μεταπεπτωκός» (αρθ. ΙΓ΄). Όπως αναφέρει η Εγκύκλιος, το αξίωμα της Εκκλησίας της Ρώμης, «ου κυριαρχικόν, ούτε μην διαιτητικόν, όπερ ουδ’ αυτός ο μακάριος Πέτρος ουδέποτε εκπληρώσατο, αλλ’ αδελφικόν τυγχάνει πρεσβείον εν τη Καθολική Εκκλησία και γέρας απονεμηθέν τοις Πάπαις δια το μεγαλώνυμον και πρεσβείον της πόλεως» (αρθ. ΙΓ΄).
[13] Βλ. λ.χ. την Απόφαση της Δ΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1968), π.6,7, και τον Κανονισμό Λειτουργίας Προσυνοδικῶν Πανορθοδόξων Διασκέψεων (1986) αρ.2,13.
 

ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 14.000 ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ ΣΤΗ ΒΗΘΛΕΕΜ

15Γιορτάζουμε σήμερα 29 Δεκεμβρίου, ημέρα μνήμης των Αγίων 14.000 σφαγιασθέντων Νηπίων στη Βηθλεέμ.

Όταν οι Μάγοι δεν επέστρεψαν στον Ηρώδη να του πουν που είναι ο Ιησούς Χριστός, ο πονηρός και πανούργος αυτός βασιλιάς σκαρφίστηκε άλλο σχέδιο για να εξοντώσει το Θείο Βρέφος. Είχε ακούσει ότι, σύμφωνα με τις Γραφές, τόπος γέννησης του Χριστού θα ήταν η Βηθλεέμ.

Επειδή όμως δε γνώριζε ποιος ήταν ο Ιησούς, αν βρισκόταν μέσα στη Βηθλεέμ ή στα περίχωρα της και επειδή συμπέρανε ότι το παιδί θα ήταν κάτω από δύο χρονών, έδωσε διαταγή να σφαγούν όλα τα παιδιά της Βηθλεέμ και των περιχώρων της, μέχρι της ηλικίας των δύο ετών.

Η σφαγή έγινε ξαφνικά, ώστε να μη μπορέσουν οι οικογένειες να απομακρυνθούν με τα βρέφη τους. Και οι δυστυχισμένες μητέρες είδαν να σφάζονται τα παιδιά τους μέσα στις ίδιες τις αγκαλιές τους.

Η χριστιανική Εκκλησία, ανακήρυξε Άγια τα σφαγιασθέντα αυτά παιδιά, διότι πέθαναν σε μια αθώα ηλικία και υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο οι πρώτοι μάρτυρες του χριστιανισμού. Μπορεί βέβαια να μη βαπτίστηκαν εν ύδατι, βαπτίστηκαν όμως, μέσα στο ίδιο ευλογημένο αίμα του μαρτυρίου τους. Τα λείψανα (ίσως μερικά) των Aγίων Νηπίων, βρίσκονται στην Kωνσταντινούπολη, στο Nαό του Aγίου Iακώβου του Αδελφοθέου, τον οποίον ανήγειρε ο Iουστίνος.

Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!

Απολυτίκιο:
Ως θύματα δεκτά, ως νεόδρεπτα ρόδα και θεία απαρχή, και νεόθυτοι άρνες, Χριστώ τω ώσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, αγνά Νήπια, την του Ηρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα και δυσωπούντα απαύστως, υπέρ των ψυχών ημών.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

Μνήμην ἐπιτελοῦμεν τῶν Ἁγίων καὶ δικαίων, Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος,

 Δαυῒδ τοῦ Βασιλέως, καὶ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.

Μνήμη τῶν Ἁγίων καὶ δικαίων Θεοπατόρων,

 Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος τῆς Ἁγίας Παρθένου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου,
 Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοῦ τοῦ Κυρίου,
 καὶ Δαυῒδ τοῦ Προφήτου καὶ Βασιλέως.
Τιμῶ Ἰωσὴφ Μνήστορα τῆς Παρθένου,
Ὡς ἐκλεγέντα φύλακα ταύτης μόνον.
Σὺ τέκτονος παῖς, ἀλλ' ἀδελφὸς Κυρίου,
Τοῦ πάντα τεκτήναντος ἐν λόγῳ Μάκαρ.
Ἐγὼ τὶ φήσω, μαρτυροῦντος Κυρίου,
Τὸν Δαυῒδ εὗρον, ὡς ἐμαυτοῦ καρδίαν.

Ταῖς τῶν Ἁγίων σου πρεσβείαις, 

ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΗΠΙΩΝ, ΤΩΝ ΥΠΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ

Τῌ ΚΘ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Μνήμη 

τῶν Ἁγίων Νηπίων, τῶν ὑπὸ Ἡρῴδου ἀναιρεθέντων,
 ὧν ὁ ἀριθμὸς χιλιάδες ιδ' καὶ
 τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρκέλλου, Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων.

Τῇ Κθ' τοῦ αὐτοῦ μηνός,

 Μνήμη τῶν ἁγίων Νηπίων,
 τῶν ὑπὸ Ἡρῴδου ἀναιρεθέντων, χιλιάδων δεκατεσσάρων.

Διὰ ξίφους ἄωρα μητέρων Βρέφη,
Ἀνεῖλεν ἐχθρὸς τοῦ βρεφοπλάστου Βρέφους.
Νήπια ἀμφ' ἐνάτην τάμον εἰκάδι παππάζοντα.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Μνήμη πάντων τῶν Χριστιανῶν καὶ ἀδελφῶν ἡμῶν τῶν ἐν λιμῷ
 καὶ δίψει καὶ μαχαίρᾳ καὶ κρύει τελειωθέντων.

Τελεῖται δὲ ἡ αὐτῶν Σύναξις ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις

 εἰς τὸν ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἔνθα ἡ ἁγία σορός.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Μαρκέλλου, 
Ἡγουμένου τῆς Μονῆς τῶν Ἀκοιμήτων.

Ἀϋπνίᾳ δοὺς πάντα τὸν ζωῆς χρόνον
Μάρκελλε, κοιμήθητι μικρὸν ἐν τάφῳ.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

Μνήμη τοῦ ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Θαδδαίου τοῦ Ὁμολογητοῦ.

Καὶ Θαδδαῖος ἴσχυσε κατὰ τῆς πλάνης,
Ὁμολογητὴς ἀναφανεὶς ὡς μέγας.

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, 

τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῶν ἁγίων 40 Μαρτύρων πλησίον τοῦ Χαλκοῦ τετραπύλου.

Ὁ ἐν ἁγίοις Πατὴρ ἡμῶν Γεώργιος ὁ ἐπίσκοπος Νικομηδείας, 

ὁ ποιητὴς ᾀσματικῶν τινων κανόνων καὶ ἑτέρων γλαφυρῶν ὕμνων, 
ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.

Οἱ Ὅσιοι πατέρες 

Βενιαμὶν καὶ Ἀθηνόδωρος ἐν εἰρήνῃ τελειοῦνται.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, 

ὁ Θεός,
 ἐλέησον ἡμᾶς.
 Ἀμήν.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 28, 2013

Όταν όλα είχαν τελειώσει, ήρθε ο Άγιος

«Ὀνομάζομαι Ε.Χ., 37 ἐτῶν, ἀπό τήν Μόρφου καί τώρα κάτοικος Λεμεσού. Ἡ ἐργασία μου εἶναι ἀεροσυνοδός καί καθηγήτρια Ἰταλικῶν. Τήν Κυριακή πρωί 28 Ἰουνίου 2008 ξύπνησα νωρίς κι ἔνιωθα λίγη ἀδυναμία. Εἶχα λίγο πυρετό καί ἀποφάσισα νά πάω στήν Πολυκλινική γιά νά μοῦ κάνουν ἔνεση νά μοῦ περάσει γρήγορα, γιατί εἶχα προγραμματίσει ταξίδι στήν Ἁγία Μαρίνα τῆς Ἀνδρου μέ τή μητέρα μου.

Τήν Δευτέρα 29 Ἰουνίου δέν ἔνιωθα καλύτερα καί ἀποφάσισα νά ξαναεπισκεφθῶ τήν Πολυκλινική, ἐπειδή ὁ χρόνος γιά τό ταξίδι πίεζε καί δέν θά προλάβαινα. Στήν Πολυκλινική ὁ γιατρός πού μέ ἐξέτασε ἦταν ὁ γιατρός τῆς μητέρας μου. Μοῦ ἔκανε κάποιες ἐξετάσεις, ἀλλά δέν ἔβρισκε τίποτα, παρά μόνον λίγο πυρετό καί κομμάρες πού ἐγώ αἰσθανόμουνα. Ἔτσι γιά προληπτικούς λόγους ἀποφάσισε νά μέ κρατήσει στήν Πολυκλινική, παρά τήν ἄρνησή μου. Τοῦ εἶπα μάλιστα:
- Δέν γίνεται νά πάω στό προγραμματισμένο ταξίδι καί μετά νά μείνω στό νοσοκομεῖο;
Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ἀρνητική, παρόλο πού δέν φαινόταν νά ἔχω κάτι σπουδαῖο, ἐκτός ἀπό κάποια δέκατα καί ἀδυναμία. Τήν ἑπόμενη μέρα, Τρίτη 30 Ἰουνίου, μέ ἐπισκέφθηκε ἡ μητέρα τῆς νύφης μου καί μοῦ ἔδωσε μιά χάρτινη εἰκονίτσα τοῦ ἁγίου Λουκᾶ. Δέν γνώρισα ποιός ἦταν αὐτός ὁ ἅγιος, καί τήν ἔβαλα κάτω ἀπό τό μαξιλάρι μου.


Τήν Τετάρτη, 1 Ἰουλίου, ἡ κατάστασή μου ἐπιδεινώθηκε. Μοῦ ἔκαναν ἀξονική, ἡ ὁποία ἔδειξε μόλυνση στήν κοιλιακή χώρα. Τήν ὥρα τῆς ἐξέτασης ἔβλεπα πεντακάθαρα νά μέ παρακολουθοῦν τέσσερα μάτια.
Προσπάθησα νά δῶ καλύτερα, νά διακρίνω κάποιο πρόσωπο, ἀλλά δέν μποροῦσα. Μετά ἀπό τήν ἐξέταση μέ μετέφεραν στήν μονάδα ἐντατικῆς θεραπείας καί τσακώθηκα μάλιστα, γιατί ἔχασα τήν εἰκονίτσα τοῦ ἁγίου Λουκᾶ. Ἡ νύφη μου μοῦ ἔδωσε ἄλλη, ἀλλά βρέθηκε καί ἡ προηγούμενη πίσω στήν πλάτη μου. Ἔτσι κρατοῦσα καί τίς δύο σφικτά στά χέρια μου.

Ξημέρωσε ἡ Πέμπτη 2 Ἰουλίου 2008 καί ἡ μόλυνση προχωροῦσε στούς πνεύμονες. Ἔτσι τό Σάββατο, μή μπορώντας οἱ γιατροί νά ἀνακαλύψουν ἀπό τί προῆλθε ἡ μόλυνση, ἀλλά οὔτε καί νά τήν ἀντιμετωπίσουν παρά τίς δυνατές ἀντιβιώσεις -μέ εἶχαν κατατρυπημένη- ἀποφάσισαν νά μέ χειρουργήσουν.
Ἡ σηψαιμία προχωροῦσε ραγδαία καί ἔλεγαν ὅτι μέχρι τό βράδυ θά κατέληγα. Ἐγώ ἀκόμη, παρά τήν ταλαιπωρία μου, ἔνιωθα ὅτι θά γίνω καλά, μέ τίς εἰκονίτσες στό χέρι μπῆκα στό χειρουργεῖο καί τίς ἔδωσα στόν ἀναισθησιολόγο νά τίς προσέχει τήν ὥρα τῆς ἐγχείρησης. Μοῦ ἀφαίρεσαν τή χολή, ἡ ὁποία δέν εἶχε τελικά τίποτα κι ἔπεσα σέ κῶμα, γιά τρεῖς μέρες. Ἡ κατάστασή μου ἦταν πολύ σοβαρή καί ὅλοι περίμεναν τό μοιραῖο. Οἱ γιατροί δέν ἔδιναν ἐλπίδες στούς δικούς μου γιατί ἡ σηψαιμία ἦταν ραγδαία καί δέν εἶχαν μείνει πνεύμονες πλέον νά ἀναπνέω, καί ὅμως τό θαῦμα ἔγινε, ὅταν ὅλα ἔδειχναν νά ἔχουν τελειώσει.
Τήν τρίτη μέρα ἦλθε ὁ πατήρ Π., ἔχοντας μαζί του ἕνα μικρό τμῆμα τῆς καρδιᾶς τοῦ ἁγίου Λουκᾶ. Μέ σταύρωσε μέ τήν καρδούλα τοῦ Ἁγίου καί ἐγώ, ὅπως μου εἶπαν, ἐκείνη τήν ὥρα ἀνοιγόκλεισα τά μάτια. Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ὁ ὀργανισμός μου ἄρχισε νά ἀντιδρᾶ καί ἡ σηψαιμία ἀπ’ τό πουθενά νά ὑποχωρεῖ. Τελικά θεραπεύτηκα τελείως. Γιά τούς γιατρούς ἦταν ἀνεξήγητο. Ὅσοι εἶναι πιστοί παραδέχθηκαν ὅτι πρόκειται γιά θαῦμα. Οἱ ὑπόλοιποι προσπάθησαν νά δώσουν ἐπιστημονική ἐξήγηση, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά δώσουν πειστική ἀπάντηση.
Ὅσο ἔμεινα στό νοσοκομεῖο, μοῦ ἔφεραν καί διάβασα τό βιβλίο μέ τή ζωή τοῦ ἁγίου Λουκᾶ τοῦ ἰατροῦ (καί ἰατρός μου σ’ αὐτή τήν περίπτωση), κι ἔνιωθα ὅτι εἶχε βοηθούς τοῦ τούς ἁγίους Ἀναργύρους Κοσμᾶ καί Δαμιανό. Τότε ἔνιωσα καί κατάλαβα πιά, γιατί μέ παρακολουθοῦσαν τήν 1η Ἰουλίου στήν ἀξονική. Ἦταν ἡ μέρα τῆς γιορτῆς τους καί ἦταν τό δεξί χέρι τοῦ ἁγίου Λουκᾶ στό χειρουργεῖο. Ἡ θεία τῆς νύφης μου βρισκόταν ἐκείνη τή μέρα στή Βέροια στή μονή Δοβρᾶς
Ἔκαναν Παράκληση καί ὁ γέροντας τῆς εἶπε ὅτι ὁ ἅγιος Λουκᾶς μαζί μέ τούς ἁγίους Ἀναργύρους Κοσμᾶ καί Δαμιανό θά εἶναι μαζί μου».
Ε.Χ., Λεμεσός-Κύπρος


Πηγή: Ἀρχιμ. Νεκταρίου Ἀντωνόπουλου, Καθηγουμένου Ι. Μονῆς Σαγματά - Ἀπό τό βιβλίο «Ταχύς εἰς βοήθειαν…», Τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ σήμερα - ἐκδόσεις Ἀκρίτας

Η σωτηριολογική προοπτική των Χριστουγέννων, απέναντι στη παγανιστική – μαγική παρουσία, διαφόρων καινοφανών πνευμάτων του π.Δημητρίου Θεοφίλου


Πολύς ο λόγος αναφορικά με τα Χριστούγεννα κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, ένας λόγος όμως παραπειστικός, κενός νοηματικού περιεχομένου, αφού ξαστοχά συστηματικά και δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ, στο ουσιαστικό νόημα των Χριστουγέννων, ως αφορμή υπαρξιακής σωτηρίας του ανθρώπου, με την ενανθρώπιση του θεανθρώπου Χριστού.
Τα λαμπιόνια τα στολίδια, οι εξωπραγματικές φάτνες και τα πρόσωπα που ανεπιτυχώς προσομοιάζονται για να θυμίσουν το γεγονός,  απέχουν μακράν από το να αποδώσουν το νόημα, του σωτηριολογικού γεγονότος της  γέννησης του Χριστού.
Από τη στιγμή που τα Χριστούγεννα απέκτησαν παγκοσμιοποιημένη διάσταση, ήταν μοιραίο να αδειάσουν ουσίας και να παραμείνουν νομιναλιστικά (ονομαστικά) μόνο, αφού κατάντησαν μια «απογυμνωμένη» ματεριαλιστική φιέστα, εμπορικού και οικονομικού χαρακτήρα. Τα Χριστούγεννα για τον «κόσμο» και το φρόνημά του, κατέστησαν μια «πλαστική» εορτή δίχως «σχήμα», «είδος» και «κάλλος», όπως και τόσες άλλες γιορτές και επέτειοι που κενώθηκαν νοήματος και απέμειναν άρρωστα σύμβολα, αφού ότι χάνει το νόημά του μέσα στο χρόνο, είναι καταδικασμένο να απενεργοποιηθεί, να στοιχειώσει,  και να μετατραπεί σε σαμανικό ξόανο.
Την  θέση όμως της απούσας ουσίας, τελολογικά σχεδόν πάντα, την καταλαμβάνει ο «τύπος» ή το «είδωλο» και αυτό ακριβώς συνέβη και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Έρχονται – φεύγουν τα Χριστούγεννα και εμείς μένουμε άγευστοι και άοσμοι της συγκλονιστικής φανέρωσης πως ένας «Θεός εφανερώθη εν σαρκί»(1), ως «Υιός του Ανθρώπου»(2). Εμείς παραμένουμε αυτιστικά «αλλού» τυρβάζοντας και μεριμνώντας περί πολλών και διαφόρων ενώ «ενός δε εστί χρεία»(3).
Είναι διάχυτη πλέον, στη ζωή που μας πλαισιώνει,  η προσπάθεια που καταβάλουν εγνωσμένα ή ανεπίγνωστα οι περισσότεροι από εμάς, να κρυφτούν από την πραγματικότητα και να δραπετεύσουν από τις ευθύνες τους, η πίεση για αποφυγή του εαυτού μας, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυξάνεται κάθε χρόνο με την αύξηση της εμπορικότητας, της εκοσμικεύσεως, και των διαφόρων ψευδο – ανθρωπιστικών θρησκευτικών εκδηλώσεων αυτής της περιόδου(4), ως  μπαλώματα και άλλοθι μιας καταρρακωμένης συνείδησης.
Επειδή λοιπόν το γεγονός αυτό καθαυτό του περιεχομένου των Χριστουγέννων,  δημιουργεί αδιαχείριστο άγχος αφού αρνούμαστε να μεταμορφωθούμε (μετανοήσουμε), ως ψυχική αντίσταση  επιλέγουμε να μεταμορφώσουμε τα Χριστούγεννα, από γεγονός πανανθρώπινης λυτρωτικής σωτηρίας, σε ένα «σκηνικό δράσης» απροσδιόριστων πνευμάτων παγανιστικής ιδιοπροσωπίας, με μαγικά χαρακτηριστικά, τα οποία  δήθεν, αν μας αγγίξουν θα μας χαρίσουν τύχη, υγεία, πλούτο, δόξα και βιολογική μακροζωία, δηλαδή τις τέσσερις βασικές πύλες της ψευδαίσθησης ανάμικτης με  την φθαρτότητα, την χοϊκότητα, την οίηση και την ματαιότητα.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων όμως σήμανε πλέον οριστικά, και είναι μια ευκαιρία πρώτης τάξης, αυτό να το συνδέσουμε με το γεγονός των Χριστουγέννων, για μια προσωπική νέα αρχή, μια επανεκκίνηση, αφού προηγηθεί ένα ενσυνείδητο σβήσιμο, μια κάθαρση, μια μετανοημένη αυτοσυνειδησία, του εμπαθούς παθογόνου παρελθόντος μας, με την οριστική καταστροφή των παντός είδους «ιών», που κατάντησαν τη ζωή μας  αβίωτη  και οδήγησαν  την αυτοεκτίμησή μας  στο ναδίρ, δίχως μελλοντικό όραμα και ελπίδα.
Η υπέρβαση του ανθρωπίνως αδυνάτου, περιγράφεται με θεολογική σαφήνεια, από τον μακαριώτατο αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο  ως εξής: H πίστη και η προσωπική σχέση με τον Χριστό, αποδεσμεύουν και ενεργοποιούν κρυμμένες μέσα μας δυνάμεις για την υπέρβαση των ανθρωπίνως αδυνάτων Μεταγγίζουν συγχρόνως εκπληκτική ζωτικότητα στην ανθρώπινη ψυχή, για να αντέχει και στις πιο αντίξοες συνθήκες στερήσεως, κατατρεγμού, πιέσεων• και να συνεχίζει να δρα με αισιοδοξία δημιουργική. Την εμπειρία αυτή συμπυκνώνει η μαρτυρία του Αποστόλου Παύλου: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλιπ. 4:13). Οι εορτές της Εκκλησίας, μας καλούν να αναθεωρήσουμε τη ζωή μας. Να συνέλθουμε από την ταραχή και την κατάθλιψη. Να ανανεώσουμε την πίστη και τη βεβαιότητά μας ότι ο Χριστός, του Οποίου την έλευση στόν κόσμο εορτάζουμε, παραμένει “μεθ᾽ ἡμῶν”• ότι ῍τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστιν” (Λουκ. 18:27). Να αλλάξουμε τρόπο σκέψεως και συμπεριφοράς. Να συντονίσουμε τη ζωή μας με το θέλημα το δικό Του. Και η προσωπική αυτή αλλαγή αντανακλά πάντοτε ευεργετικά στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο• τονώνει την αντοχή, την αλληλεγγύη, την ειρήνη, τη δημιουργικότητα, με τρόπους που συχνά παραμένουν αθέατοι αλλά που είναι ουσιαστικοί. Η υπέρβαση του ανθρωπίνως αδυνάτου παραμένει κεντρικό μήνυμα των Χριστουγέννων και προσωπική εμπειρία εκείνων που ζουν εν Χριστῷ (5).
Οι άνθρωποι και οι κοινωνίες τους, δεν έχουν ανάγκη από μια νέα εποχή, που θα κουβαλάει στο DNA της την νοσογόνο παθογένεια των προηγουμένων εποχών, αλλά από μια νέα αρχή  η οποία θα εδράζεται στην αυτό-συναίσθηση και την μετάνοια, ως προοπτικών μιας καινής επανανοημαδοτημένης ζωής.
________________________________
 
1.Καινή Διαθήκη  Α΄ Τιμ. γ΄ 16
2.Καινή Διαθήκη  Ιωαν. ιβ΄23
3.Καινή Διαθήκη  Λουκ. ι΄42
4.παπα-Σταύρος Κοφινάς «ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ» Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 1982, σ.150
5.Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος  http://www.amen.gr/article7859 (22/12/2011)

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...