Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2014

Κυριακή προ των Φώτων Η ασκητική Ορθοδοξία Ην δε Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου και ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού και εσθίων ακρίδας και μέλι άγριον (Μαρκ. α’,6)


Απόδοση στα Νεοελληνικά
Ο Ιωάννης φορούσε ρούχο από τρίχες καμήλας και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, έτρωγε ακρίδες, και μέλι από αγριομέλισσες

Παρουσιάζοντας η σημερινή ευαγγελική περικοπή το πρόσωπο, το κήρυγμα και το έργο του Ιωάννου του Προδρόμου, του Βαπτιστού του Χριστού, καθώς επίσης και την επίδραση που είχε στον λαό η διδασκαλία του, μας προετοιμάζει για την μεγάλη εορτή των Θεοφανίων. Επίσης, επειδή είναι η πρώτη Κυριακή του νέου χρόνου, μας δίδεται η δυνατότητα να δούμε τον αληθινό χαρακτήρα της Ορθοδοξίας.
Για τον σημερινό εκκοσμικευμένο άνθρωπο η προβολή ενός ασκητού και μάλιστα στην αρχή του χρόνου, που ζούσε στην έρημο και ήταν ενδεδυμένος με δέρμα καμήλου και έτρωγε ακρίδες και μέλι άγριο, αποτελεί ένα πρόβλημα. Ίσως είναι και μια τρομερή πρόκληση. Λένε ότι ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος μπορεί να παρουσιασθεί σαν πρότυπο ενός ασκητού και μάλιστα ερημίτου, όχι όμως και ενός οικογενειάρχου, που κατοικεί στον κόσμο και αντιμετωπίζει τόσα προβλήματα.
Πραγματικά. Σκεπτόμαστε πολλές φορές, πως μπορεί να μιλήσει μια τέτοια μορφή στον σύγχρονο άνθρωπο ή πως μπορεί να εργασθεί αποδοτικά η Ορθοδοξία σε μια κοινωνία, που έχει μάθει να ζει με άνεση, που έμβλημά της έχει την ευζωία και την καλοπέραση;

Πρόδρομος-Χριστός, έρημος-κοινωνία

Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι ο Τίμιος Πρόδρομος προετοίμασε τον δρόμο για την έλευση του Χριστού. Δηλ. υπάρχει μια κοινωνία μεταξύ των δύο αυτών προσώπων. Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχει μια θαυμάσια σύζευξη, θα μπορούσαμε να πούμε αλληλοπεριχώρηση μεταξύ της ερήμου και της κοινωνίας. Η έρημος, με όλο τον δυναμικό χαρακτήρα, καθαρίζει τον άνθρωπο από τα πάθη, προετοιμάζει τον δρόμο για την έλευση της Βασιλείας του Χριστού, οπότε επανερχόμενος στην φυσική ζωή αποκτά την πραγματική κοινωνία με τον Θεό και τους ανθρώπους. Κατά τον άγιο Ισαάκ δεν μπορεί ο άνθρωπος να γαληνέψει εσωτερικά, όταν ενεργούν οι αισθήσεις, ούτε τα σωματικά πάθη καταργούνται ή οι πονηροί λογισμοί εκλείπουν «άνευ της ερήμου». Και όταν ειρηνεύσει εσωτερικά, τότε γίνεται ο πιο κοινωνικός άνθρωπος. Με άλλα λόγια η έρημος οδηγεί στον Χριστό και ο Χριστός είναι η έρημός μας.

Το ορθόδοξο ήθος είναι ασκητικό

Έπειτα η ένσταση των σημερινών ανθρώπων, ότι ένας ασκητής δεν μπορεί να μιλήσει στον άνθρωπο, που ζει στην κοινωνία, δεν είναι ορθή για δυο βασικούς λόγους. Πρώτον γιατί στην Ορθόδοξη Πατρική διδασκαλία δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ κοσμικού και μοναχικού τρόπου ζωής, ούτε μεταξύ αγάμων και εγγάμων, αλλά μεταξύ ανθρώπων που έχουν το Άγιο Πνεύμα και ανθρώπων που δεν το έχουν. Δεύτερον, γιατί ο τρόπος ζωής, όπως τον περιγράφει η Αγία Γραφή και τον βιώνουν οι άγιοι, είναι ασκητικός.
Η Αγία Γραφή λέγεται Ευαγγέλιο, που θα πει καλή αγγελία. είναι η μαρτυρία της νέας ζωής. Αυτή δε η νέα ζωή, η απόκτηση της σωτηρίας προϋποθέτει έναν ασκητικό τρόπο ζωής, που πρέπει να βιούται απ’ όλους τους Χριστιανούς, που θέλουν να λάβουν το Άγιο Πνεύμα, είτε είναι έγγαμοι είτε είναι άγαμοι.
Οι παραγγελίες «αγωνίζεσθε εισελθείν διά της στενής πύλης» (Λουκ. ιγ’ 14), «η βασιλεία του Θεού βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. ια’ 12), «νεκρώστατε τα μέλη υμών τα επί της γης» (Κολ. γ’ 5) κλπ. έχουν απόλυτη και καθολική ισχύ, αναφέρονται σε όλους τους Χριστιανούς, ανεξάρτητα του τόπου κατοικίας και του τρόπου ζωής τους. Διότι όπως η σωτηρία που τελείωσε ο Χριστός προσφέρεται σε όλους τους βαπτισθέντας «εις το όνομα της ζωοποιού και θεαρχικής Τριάδος», έτσι και ο δρόμος της σωτηρίας είναι κοινός για όλους τους Χριστιανούς.
Λέγοντας όμως

ασκητικό τρόπο ζωής

(ότι η Ορθοδοξία είναι στο βάθος της ασκητική) εννοούμε την τήρηση των εντολών του Χριστού και ακόμη εννοούμε την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στην υλική φύση και την ανεξαρτησία από την δουλεία που θέλουν να επιβάλλουν τα κτίσματα. Αυτή δε την ανεξαρτησία (την χρήση και όχι την κατάχρηση των υλικών αγαθών) μπορούν να αποκτήσουν με τον τρόπο τους όλοι οι Χριστιανοί. Γι’ αυτό, ως προς το σημείο αυτό, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ μοναχών και κοσμικών, μόνο που οι μοναχοί επιζητούν μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Δηλ. οι τρεις μοναχικές υποσχέσεις η παρθενία, η ακτημοσύνη και η υπακοή είναι μια προσπάθεια του ανθρώπου, εν Χαρτί και διά της Χάριτος, για να αποδεσμευθεί από την τυραννία της φιληδονίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας και έτσι να αποφύγει την δαιμονοποίηση της ζωής.
Αυτό όμως, τηρουμένων των αναλογιών, μπορούν να το κατορθώσουν και οι έγγαμοι. Οι Πατέρες λένε ότι και οι έγγαμοι με τον ευλογημένο εν Χριστώ γάμο πολεμούν την φιληδονία, με την κατοχή και χρήση των αναγκαίων υλικών αγαθών πολεμούν την φιλοκτημοσύνη και με την υπακοή στην Εκκλησία αποφεύγουν την φιλοδοξία. Αυτή δε η ενέργεια και αυτός ο αγώνας είναι ο ασκητικός τρόπος ζωής. Ο Χριστός αντικρούοντας τον διάβολο στην έρημο στους τρεις συγκεκριμένους πειρασμούς, έγινε πρότυπο για κάθε Χριστιανό, και όχι μόνον για τους μοναχούς.
Οι σύγχρονοι άνθρωποι μαστίζονται κυριολεκτικά από τα τρία αυτά πάθη (φιληδονία, φιλαργυρία, φιλοδοξία). Είναι δούλοι των παθών και της φύσεως. Από αυτή την δουλεία, προέρχεται το άγχος και η ανασφάλεια. Γι’ αυτό ο ασκητικός τρόπος ζωής, που συνιστά ορθόδοξο ήθος, πρέπει να βιούται από όλους τους Χριστιανούς, για να απαλλαγούν από την κακοδαιμονία. Οι μοναχικές αρετές είναι κατ’ εξοχήν ευαγγελικές αρετές, πρέπει να βιώνονται από όλους τους Χριστιανούς με μετριωτέρα μορφή και ανάλογη προσαρμογή.
Επομένως η ασκητική μορφή του Ιωάννου του Προδρόμου διδάσκει τον ασκητικό τρόπο ζωής του ορθοδόξου Χριστιανού, διά του οποίου συνδέεται με τον Χριστό και αποκτά την θέωσή του.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ: Οι δύο φωνές "Φωνή Κυρίου επί των υδάτων" "Φωνή βοώντος εν τη ερήμω"

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της εορτής των Επιφανείων,αγαπητοί αδελφοί, είναι η φωνή, η βοή,το ξέσπασμα,η αφύπνιση, η επιφάνεια, η δόξα.  Από λαμπρής δεσποτικής εορτής,της εορτής των χριστουγέννων, συμπορευόμαστε και εμείς νοερά με τις αγγελικές δυνάμεις σε γιορτή λαμπρότερη και ενδοξότερη κατά τον ιερό υμνωδό: την εορτή των Θεοφανείων. Θεοφάνεια δίχως φωνές και εκφράσεις πανηγυρικές δεν νοούνται και γι'αυτό προνόησε λειτουργικά και ποιμαντικά η μητέρα Εκκλησία, με τους θαυμάσιους ύμνους και τις λαμπρές λειτουργικές της εκφράσεις( την ακολουθία του αγιασμού,τις λιτανείες κλπ).

Επί του θέματος, αδελφοί, κατα την εορτή των Θεοφανείων μας απασχολούν και μας αφυπνίζουν δύο μεγάλες φωνές. Πολλές οι φωνές στην πολυ-φωνική και "πολυπολιτισμική" μας κοινωνία.  Άλλες φωνές σειρήνες-όπως λέγανε οι παλιοί-φωνές πειρασμικές,διαφημιστικές,φωνές προωθητικές συμφερόντων και ποικίλλων φιλοσοφιών που επιζητούν την προσοχή αλλά και την σύνταξη,τον μετασχηματισμό του ανθρώπου σε άνθρωπο της ομάδας, σε άνθρωπο ενταγμενο,πειθήνιο,ομαδικό,θιασώτη,φανατικό, σε άνθρωπο απρόσωπη μονάδα-άτομο ενταγμένο και "κοινωνικο". Επίσης φωνές με άλλο επίκεντρο σεισμού,φωνές γνήσιας ή πλαστής διαμαρτυρίας,αγανάκτησης,φωνές που επιχειρούν να σκεπάσουν άλλες φωνές και φωνές πρόκλησης του ενδιαφέροντος των πολλών, φωνές που προσπαθούν να εισακουστούν,ώστε οι εκφραστές τους να επιβιώσουν, να διαφοροποιηθούν,να αποκτήσουν ίσως κοινωνική και κάθε άλλου είδους υπόσταση. Γιατί, παραδεχόμαστε ως άνθρωποι και συνηθιζουμε να λέμε πώς όποιος φωνάζει δυνατότερα εκείνος και εισακούεται,κυριαρχεί,επιβάλλεται,ζει υπεράνω όλων.

Μέσα σ'αυτόν λοιπόν τον πολυφωνικό ορυμαγδό έρχονται και πάλι όπως κάθε χρόνο,όπως κάθε χρονική στιγμή, όπως κάθε ώρα συναίσθησης και αναζήτησης δύο ισχυρές φωνές με κοινό προβολέα το Παράκλητο Πνεύμα. Η μία είναι φωνή προδρομική, φωνή προετοιμασίας,φωνη κύρηκα , φωνή κάποιου που φωνάζει στην ερημιά των ανθρώπινων ψυχών (φωνήβοώντος εν τη ερήμω): Η φωνή του Προδρόμου Ιωάννη. Η άλλη είναι φωνή εκ των ουρανών, φωνή αιώνιας πρόσκλησης, φωνή που καλεί στην ζωή, "φωνή Κυρίου επί των υδάτων" , που μας προσκαλεί να λάβουμε πνεύμα άγιο,πνεύμα ζωής και σοφίας,πνεύμα φόβου Θεού του επιφανέντος Χριστού!

Η φωνή του Προδρόμου είναι φωνή κάποιου που βοά στην ερημιά: Ετοιμάστε την οδό του Κυρίου, κάντε ευθεία την οδό που θα περάσει,ισιώστε τους δρόμους της ψυχής σας,προετοιμαστείτε για να σκηνώσει μεσα σας ο Νυμφίος ο ερχόμενος, ο σωτήρας και ο ερώμενος, το εφετόν και το ποθούμενον, ο λυτρωτής Χριστός. Είναι φωνή προετοιμασίας, είναι φωνή παράκλησης δηλ παρηγοριάς. Είναι φωνή που γεμίζει χαρά τις ψυχές των ταπεινών. Είναι φωνή που προκαλεί φόβο και σύγχυση στον κόσμο της ανομίας τον οποίο και ελέγχει. Είναι φωνή που οι Ηρώδεις κάθε εποχής θα προσπαθήσουν να καταπνίξουν με όλα τα σατανικά μέσα που διαθέτουν, ωστόσο αυτή η φωνή θα ξεπεράσει κάθε κοσμικό εμπόδιο και θα γίνει ευαγγέλιο,φωνή χαρμόσυνης είδησης δηλαδή που θα νικήσει τις βοές και τις φωνές του κόσμου.

Φωνή Κυρίου επί των υδάτων είναι η άλλη. Είναι η φωνή που μαρτυρεί τον Υιό αγαπητό και μονογενή και επισφραγίζει την φανέρωση του Τριαδικού Θεού στον Ιορδάνη. Είναι η ίδια φωνή που μίλησε στα στήθη των προφητών, που ως "φωνή αύρας λεπτής", γεμάτη πραότητα και οικειότητα και αγάπη, μίλησε κάποτε στον Ηλία. Είναι όμως και φωνή-βροντή που έρχεται να διασκεδάσει τα νέφη της αμαρτίας, που έρχεται να εγκαινίσει τον νέο κόσμο,τον κόσμο της βασιλείας του Θεού,τον κόσμο της Εκκλησίας. Σε όλους εμάς που ψάχνουμε σοφία,ζωή,επιστροφή μετάνοιας,σκοπό και νόημα ύπαρξης έρχεται αυτή φωνή και από τον Ιορδάνη να μας προσφέρει αφειδώς το άγιο Πνεύμα, την αγιοπνευματική, την εκκλησιαστική και μυστηριακή ζωή, την ζωή κοινωνίας με τον Θεό, ως απάντηση σε όλα τα ερωτήματα.

Αγαπητοί μου αδελφοί, άραγε αυτή η φωνή μέσα στην τόση βαβούρα, μέσα σ'αυτή την πολυφωνία μηνυμάτων και κηρυγμάτων γίνεται ακουστή; Έχουμε τα πνευματικά κριτήρια και αισθητήρια να την νιώσουμε, να την "ακούσουμε", να την συναισθανθούμε,να την αποδεκτούμε. Μπορεί αυτή η φωνή να γίνει η πρόσκληση και η αφύπνιση μας προς την αληθινή ζωή και αιώνια αλήθεια; Είναι οι ψυχές μας ευαισθητοποιημένες και δεκτικές στα θεϊκά μηνύματα; Αδελφοί μου, ο καθένας από μας ας προβληματιστεί για την τυχούσα πνευματική του κωφότητα και κατάσταση. Είθε η εορτή και το μήνυμα των Θεοφανείων στον κόσμο, να μας βρεί έτοιμους, δεκτικούς,καταδεκτικούς τολμώ να πώ του Θεού.

Η χάρη του αγίου πνεύματος ας είναι μαζί μας. ΑΜΗΝ

Σήμερα τὰ Φῶτα καὶ ὁ φωτισμός… π. Θεοδόσιος Μαρτζοῦχος





Ἀγαπητοὶ ἐνορίτες

Ἀκόμα βρισκόμαστε στὸν ἀπόηχο τῆς γιορτῆς τῶν Θεοφανείων καὶ νομίζω εἶναι χρήσιμο νὰ σκεφτοῦμε κάποια θέματα-ἀπορίες σχετικὰ μ’ αὐτὴν τὴν μεγάλη Γιορτή, ποὺ ἀτυχῶς πλέον ἔχει καταλήξει στὴν συνείδηση τῶν χριστιανῶν μας, μιὰ… κατάδυση τοῦ Σταυροῦ στὴν θάλασσα!!

Οἱ φολκλὸρ συνήθειες ἔχουν "σκεπάσει" τὸ θεμελιῶδες καὶ οὐσιαστικὸ νόημα τῆς Γιορτῆς μὲ ἤθη καὶ ἔθιμα ποὺ ἴσως κάποτε νὰ ἀντιπροσώπευαν πραγματικότητες καὶ νὰ ἐξέφραζαν τοὺς παλαιότερους χριστιανούς, ὅμως δὲν ἔχουν νὰ ποῦν τίποτε στοὺς χριστιανοὺς τοῦ σήμερα ποὺ τὰ βλέπουν σὰν εὐσεβῆ "ἐπετειακὰ" ἐκδηλώματα.

Μὲ ἀφορμὴ τὴν Γιορτὴ οἱ ἀπορίες πού γεννιοῦνται στοὺς χριστιανοὺς εἶναι τοῦ τύπου:

- Πίνουμε σήμερα ἀπὸ αὐτὸν τὸν Ἁγιασμό;
- Ὅ,τι μᾶς περισέψει τί τὸ κάνουμε;
- Θὰ πιῶ πρῶτα ἁγιασμὸ καὶ μετὰ θὰ φάω τὸ ἀντίδωρο;
- Μπορῶ νὰ ραντίσω τὸ σπίτι μου;
* * *


Οἱ συνήθειες "γεννιοῦνται" ἀπὸ τὶς τοποθετήσεις! Τὰ ἔθιμα προκύπτουν ἀπὸ τὴν πράξη τῆς καθημερινότητας. Τὰ ἤθη διαμορφώνονται ἀπὸ τὰ πιστεύω τοῦ καθενός! Ἀλλοίμονο ὅμως, ὅταν οἱ συμβολισμοὶ καὶ οἱ συνήθειες δὲν λειτουργοῦν ὡς "γέφυρες" γιὰ νὰ περάσουμε στὸ περιεχόμενο τῆς γιορτῆς! Ὅταν μένουν… παραδόσεις (μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐπαναληπτικῆς "φωτοτυπίας") καὶ ὄχι δυναμισμὸς διαμόρφωσης τρόπου ζωῆς. Τότε τὰ πράγματα εἶναι πεθαμένα!

Ἂς δοῦμε ὅμως τὴν Γιορτή.

Θεοφάνεια εἶναι ἡ Γιορτὴ-ὑπόδειγμα τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς. Ἐκεῖνος (ὁ Χριστὸς) δὲν τὸ χρειαζόταν. Βαπτίσθηκε δείχνοντας "τρόπο" καὶ "δρόμο". Θέλει νὰ μᾶς πεῖ: Βαπτίζομαι σημαίνει "πεθαίνω" γιὰ ἕνα τρόπο ζωῆς χωρὶς Θεὸ καὶ ὑπόσχομαι νὰ ζήσω κατὰ τὸν τρόπο ζωῆς ποὺ ὑποδεικνύουν οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.

Ποιὸς σημερινὸς χριστιανὸς ξέρει ποιὲς εἶναι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Βαπτίσματος; Πόσο συνειδητοποιεῖ ὅτι ἀποφάσισε νὰ ζήσει μὲ ἕνα τρόπο ὁ ὁποῖος γιὰ τὴν σημερινὴ κοινωνία εἶναι… ἀστεῖος, ἀνεδαφικὸς καὶ ὄχι ὠφέλιμος; Γιατί ἂς μὴ κρυβόμαστε, ὁ σημερινὸς κόσμος δὲν θεωρεῖ τὴν ἀπάτη, ζημιά του· τὴν κλοπή, χασούρα· τὴν ἀνεντιμότητα, ἀναπηρία· τὴν ἀλητεία, φθορά· τὸν ὠχαδερφισμό, καταστροφή· τὴν ἀπιστία, θάνατο!

Αὐτὰ εἶναι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Βαπτίσματος!

Ὑποσχόμαστε νὰ ἐμπιστευόμαστε τὴν ζωή μας (νὰ πιστεύουμε) στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ζοῦμε κατὰ τὶς ὑποδείξεις Του.

Καὶ μεῖς;

Ἐμεῖς "κρατᾶμε γυμνὰ ὀνόματα". Βαπτιζόμαστε οὐσιαστικὰ γιὰ νὰ πολιτογραφηθοῦμε… Ἕλληνες καὶ ὄχι χριστιανοί. Βαπτιζόμαστε γιὰ νὰ μᾶς δοθεῖ… ὄνομα καὶ ὄχι ἡ ἐλπίδα τῆς μόνιμης ζωῆς κοντὰ στὸν Χριστό. Βαπτιζόμαστε ἀπὸ συνήθεια καὶ ὄχι γιὰ νὰ γίνουμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ἀγωνιοῦντες καὶ ἀγωνιζόμενοι γιὰ τὴν σωτηρία μας. Βαπτιζόμαστε γιὰ λόγους ταυτότητας καὶ ὄχι ποιότητας, ἀφοῦ μὲ τὴν ζωή μας καθόλου δὲν διαφέρουμε ἀπὸ ἕνα ἄθεο.

Ὅμως, ὅπως λέει ἕνας μεγάλος σοφός: "Ὅποιος ἔμαθε νὰ πεθαίνει - Ξέμαθε νὰ εἶναι δοῦλος"

Αὐτὸ μᾶς ζητάει ὁ Χριστός. Νὰ μάθουμε νὰ πεθαίνουμε ὥστε νά… ξεμάθουμε νὰ εἴμαστε δοῦλοι. Εἶναι ἀπόφαση καὶ δυναμισμὸς τὸ νὰ "πεθαίνεις" γιὰ ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε παραπάνω (τὴν ἀπάτη, τὴν κλοπή, τὴν ἀνεντιμότητα, τὴν ἀλητεία, τὸν ὠχαδερφισμό, τὴν ἀπιστία) καὶ νὰ ζήσεις ἐλεύθερος καὶ ὄχι δοῦλος. Εἶναι μάθημα ποὺ θέλει χρόνο (χρόνους) γιὰ νά… μαθευτεῖ! Αὐτὸ τὸ ξέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ γι’ αὐτό μᾶς τὸ θυμίζει κάθε χρόνο μὲ τὴν Γιορτὴ τῶν Θεοφανείων.

Ἡ Γιορτὴ λοιπὸν εἶναι ὑπενθύμιση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Βαπτίσματος. Πόσες τηρήσαμε καὶ πόσες ὄχι. Γιὰ πόσα… πεθάναμε καὶ πόσα… ζοῦν καὶ βασιλεύουν στὶς καρδιές μας! Καὶ ἐπειδὴ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος δὲν ἐπαναλαμβάνεται, ὁ Ἁγιασμὸς (ποὺ εἶναι τὰ νερὰ τοῦ Βαπτίσματος) ἔρχεται νὰ μᾶς θυμίσει τὶς "ἀπωθημένες" ὑποσχέσεις μας καὶ νὰ μᾶς ξυπνήσει στὸ νὰ γίνουμε ἐλεύθεροι… πεθαίνοντας γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ μᾶς τυραννάει.

Αὐτὰ εἶναι ὑποθέσεις ποὺ δὲν ἀφοροῦν τὸν Χριστό, οὔτε τοῦ κάνουμε… χάρη, γινόμενοι χριστιανοί. Εἶναι ὑποθέσεις ποὺ ἀφοροῦν ἐμᾶς καὶ φανερώνουν τὴν συνειδητοποίηση ἐκ μέρους μας τῆς σχέσεως μαζί Του, ὡς… ἐλευθερίας μας.

"Ὅποιος ἔμαθε νὰ πεθαίνει - Ξέμαθε νὰ εἶναι δοῦλος"

Ὁ Χριστὸς μὲ τὸν τρόπο τῆς δίκης Του βιοτῆς (Βάπτισμα-Σταύρωση) προσπαθεῖ νὰ μᾶς μάθει νά… πεθαίνουμε γιὰ ὅ,τι νοσηρὸ καὶ ἄχρηστο καὶ νὰ ἀποχτήσουμε τὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
ΤΟΤΕ δὲν θὰ φοβόμαστε νά… νηστέψουμε μία μέρα (κάνοντας θυσιαστικὴ προσφορὰ εἰλικρίνειας) τὴν Παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, γιὰ νὰ πιοῦμε Μεγάλο Ἁγιασμό, οὔτε θὰ μπερδεύουμε τὶς εὐλογίες (Μ. Ἁγιασμὸς) μὲ τὶς εὐσεβεῖς συνήθειες (ἀντίδωρο) καὶ φυσικὰ θὰ καταλαβαίνουμε ὅτι τὸ κακὸ εἶναι ἠθικὸ καὶ ὄχι τεχνικὸ καὶ ξεκινάει ἀπὸ μέσα μας (ἀπὸ τὴν καρδιά μας) καὶ ἐκεῖ πρέπει πρῶτα νὰ τὸ πολεμήσουμε, (καὶ μὲ τὸν Μ. Ἁγιασμό), καὶ κατόπιν στὰ ντουβάρια τοῦ σπιτιοῦ μας.

Ἂς πάρουμε στὰ σοβαρὰ τὴν ζωή μας καὶ ἂς προσπαθήσουμε νά… ξεμάθουμε νὰ εἴμαστε δοῦλοι· ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς βοηθήσει καὶ μὲ τὸ Βάπτισμά Του καὶ μὲ τὴν Σταύρωσή Του.

Μὲ ἀγάπη καὶ εὐχὲς γιὰ ἕνα καλύτερο νέο χρόνο
ὁ ἐφημέριός σας

π. Θεοδόσιος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

Αρχή του ευαγγελίου, δηλ. της χαρμόσυνης αγγελίας για την έλευση του Σωτήρα αποτέλεσε ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος, ο τελευταίος των προφητών. Έτσι το τέλος της Παλαιάς Διαθήκης συνιστά την αρχή της Καινής. Η αναφορά του ευαγγελιστού Μάρκου στο πρόσωπο του Προδρόμου στηρίζεται επί δύο προφητών˙ του Μαλαχία, ο οποίος λέει «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου» και του Ησαΐα που αναφέρει: «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἐτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ».

Άγγελος ονομάζεται ο Ιωάννης για την αγγελική και σχεδόν άυλη ζωή του, αλλά και ένεκα του ότι ανήγγειλε και κήρυξε τον ερχομό του Χριστού. Η οδός Κυρίου αφορά στις ψυχές των Ιουδαίων, τις οποίες παρασκεύασε διά του βαπτίσματος να υποδεχθούν τον Μεσσία. Όλες οι ενέργειες του Προδρόμου έλαβαν χώρα έμπροσθεν του Κυρίου, δηλ. πλησίον του. Έτσι εμφαίνεται η οικειότητα και η σχέση του Προδρόμου προς το πρόσωπο του Χριστού˙ ως δούλος και ελάττων του βασιλέα προπορεύεται αυτού δεικνύοντάς τον στους ανθρώπους. Φώναζε ο Ιωάννης στις ερήμους να ετοιμαστεί η οδός του Κυρίου, να γνωρίσουν και να αποδεχθούν οι άνθρωποι την Καινή Διαθήκη, την πλήρη παντός αγαθού. Έτσι στην έρημο ο Ιωάννης βάπτιζε τους ανθρώπους στα νερά του Ιορδάνη ζητώντας την ταυτόχρονη μετάνοια τους. Όπως ο ίδιος δεν ήταν ο Μεσσίας, αλλά ο Πρόδρομός του, κατά τον αυτό τρόπο και το βάπτισμά του ήταν πρόδρομο της αποδοχής του Χριστού˙  οι μετανοούντες βαπτιζόμενοι θα δέχονταν τον Χριστό, από τον οποίο θα ελάμβαναν και την άφεση των αμαρτιών τους. Η ενδυμασία του Ιωάννη και η τροφή του περιορίζονταν στα απολύτως απαραίτητα. Το ρούχο του ήταν φτιαγμένο από τρίχες καμήλας και το φαγητό του συνίστατο από ακρίδες και μέλι. Τούτα δήλωναν κάτι πολύ συγκεκριμένο˙ την εγκράτεια και το πένθος που έπρεπε να χαρακτηρίζει τον μετανοούντα.

Στο διά ταύτα˙ απευθύνεται ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στον κάθε άνθρωπο που είναι έρημος πίστεως και αγαθών έργων και του λέει ότι εφόσον επιθυμεί να δρέψει τους καρπούς της δωρεάς του Θεού πρέπει να ετοιμάσει την οδό Κυρίου, δηλ. την ψυχή του, εξομαλύνοντας κάθε εμπόδιο˙ να απορρίψει τον εγωισμό, τη φιλαυτία, τα ποικίλα πάθη, τον υλισμό και την προσκόλληση στα πράγματα του κόσμου. Με άλλα λόγια οφείλει να μετανοήσει. Όμως τι είναι η μετάνοια; Μετάνοια είναι η σπουδαιότερη ανάγκη του ανθρώπου. Μετάνοια είναι να ξεριζώσει κανείς τ' αγκάθια της αμαρτίας πού έχει μέσα του και στη θέση τους να φυτευθούν ευωδιαστά λουλούδια και προ παντώς το δέντρο της αρετής. Μετάνοια είναι να πάψει η ψευτιά, η πονηρία, η κακία, η μοιχεία, η πορνεία, η βλασφημία, κάθε παρά φύση ενέργεια του ανθρώπου και να γίνει στροφή 180 μοιρών προς την αρετή. Μετάνοια είναι τελικά έρως Χριστού και μίσος κατά του εχθρού διαβόλου.

Ο αγώνας του Προδρόμου, ώστε οι άνθρωποι να μετανοήσουν και να κοινωνήσουν με τον Χριστό, δεν περιορίσθηκε στην τότε εποχή, αλλά συνεχίζει διαχρονικά, καλώντας τους ανθρώπους να επιδείξουν έργα αγαθά και αρεστά στον Θεό. «Μετανοεῖτε», είπε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος σε όλους, μικρούς και μεγάλους, στρατιωτικούς, τελώνες, γραμματείς, αρχιερείς. «Μετανοεῖτε» φωνάζει και σε εμάς ο Πρόδρομος. Ο Θεός, αναμένει την μετάνοια μας και την επιστροφή προς τον αμπελώνα του. Πολύ περισσότερο τώρα μετά την εορτή της επιφάνειας του Κυρίου, απαιτείται ειλικρινή τήρηση της πίστης σε αυτόν, ώστε, κατά πώς λέει και ο Απόστολος Παύλος, να κερδίσουμε τον στέφανο της δικαιοσύνης.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Μαρκ. 1, 1-8)

Η αρχή του χαροποιού μηνύματος για τον ερχομό του Ιησού Χριστού, που είναι ο Υιός του Θεού, είναι ο Ιωάννης, ο Βαπτιστής και Πρόδρομος του Κυρίου. Και έγινε ο Ιωάννης η αρχή του ευαγγελίου, σύμφωνα με εκείνο που λέει ο επουράνιος πατέρας στο Μεσσία δια του προφήτου Μαλαχία: «Να, εγώ στέλνω μπροστά από σένα τον απεσταλμένο μου, για να προετοιμάσει τις ψυχές των ανθρώπων, να σε υποδεχτούν σαν Λυτρωτή και έτσι να ανοίξει εμπρός από σένα δρόμο, ώστε να πλησιάσεις σαν δάσκαλος και σωτήρας τους ανθρώπους». Και έγινε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος αρχή του ευαγγελίου με το βάπτισμα, που έκανε στην έρημο, και με το κήρυγμα που έλεγε ότι το βάπτισμα πρέπει να συνοδεύεται από τη μετάνοια, για να επιτύχουν έτσι τη συγχώρεση όσοι βαπτίζονταν. Και είχε τόση παρρησία και δύναμη το κήρυγμα του Προδρόμου, ώστε πήγαιναν κοντά του οι κάτοικοι ολόκληρης της Ιουδαίας. Και όλοι βαπτίζονταν από τον Ιωάννη μέσα στο νερό του Ιορδάνη, ενώ συγχρόνως εξομολογούνταν τα αμαρτήματά τους φανερά.
     Ο σκοπός του Προδρόμου μας είναι πια γνωστός. Προετοίμαζε με το κήρυγμά του τους ανθρώπους, για να δεχτούν το Χριστό. Μήπως όμως το ίδιο κήρυγμα θα μας χρειαζόταν και σήμερα; Αν και ο Χριστός έχει ήδη έρθει εδώ και δυο χιλιάδες τόσα χρόνια, εν τούτοις πρέπει να ομολογήσουμε πως μας είναι απαραίτητος, διότι αν ρίξουμε μια σύντομη ματιά στον εαυτό μας, θα δούμε ότι μέσα μας δεν υπάρχει ο Ιησούς. Αντίθετα, φωλιάζει ένας ολόκληρος κόσμος, που τρέφεται από την αμαρτία. Είναι ο εγωισμός, τα πάθη τα αμαρτωλά, η υλιστική νοοτροπία, γενικά ο κόσμος της προσωπολατρίας και της αμαρτίας. Άρα το κήρυγμα του προδρόμου είναι αναγκαίο στον καθένα μας.
     Πρέπει να προετοιμάσουμε το δρόμο του Κυρίου. Να καθαρίσουμε τις ψυχές μας από τον ρύπο της αμαρτίας. Να λυτρώσουμε τις συνειδήσεις μας από τα δεσμά της κακίας. Να γκρεμίσουμε το κράτος του εγωισμού και της φαυλοκρατίας. Και να κόψουμε κάθε δεσμό που έχουμε με το κακό. Αν επιθυμούμε πραγματικά τη λύτρωση και τη χαρά, δεν έχουμε παρά να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας. Δεν είναι σωστό να είμαστε χριστιανοί και παράλληλα να υπηρετούμε και τον αντίχριστο. Και αφού αναγνωρίζουμε ότι η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, μας συμφέρει από κάθε τι άλλο, πρέπει να κόψουμε κάθε σχέση με την αμαρτία και να καλέσουμε τον Κύριό μας να έρθει και να στήσει το θρόνο του στο κέντρο των καρδιών μας. Πάντως για να πετύχουμε στην προσπάθειά μας αυτή, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν και ορισμένες άλλες υποδείξεις του Αγίου Ιωάννου του προδρόμου, που μας τις παραθέτει το ιερό ευαγγέλιο στη συνέχεια.
     Ο ευαγγελιστής Μάρκος μας λέει ότι όλη η ζωή και η εμφάνιση του Ιωάννη ήταν σύμφωνη με το κήρυγμά του. Φορούσε ρούχο φτιαγμένο από τρίχες καμήλας και είχε δερμάτινη ζώνη γύρω από τη μέση του. Έτρωγε για φαγητό ακρίδες, από εκείνες που έφερνε ο άνεμος σα σύννεφο από την Αραβία, και μέλι που έβρισκε μέσα στις σχισμές των βράχων που το αποθήκευαν οι αγριομέλισσες. Και όταν πήγαιναν οι περίεργοι ή καλοθελητές από τα Ιεροσόλυμα και την υπόλοιπη Ιουδαία κοντά του, κήρρυτε και έλεγε:«Μη με θαυμάζετε. Εγώ δεν είμαι ο Μεσσίας. Εγώ είμαι ένας άνθρωπος σαν και εσάς. Πίσω όμως από μένα έρχεται ο Κύριος, που με τόση αγωνία περιμένετε. Και είναι λόγω της θείας φύσεώς του και του αξιώματός του τόσο πολύ πιο δυνατός από μένα, που εγώ δεν είμαι άξιος να παίξω μπροστά του ούτε το ρόλο του υπηρέτη, ώστε να σκύψω και να λύσω το λουρί από τα υποδήματά του. Και ακόμα, όπως βλέπετε, εγώ σας βαπτίζω με νερό, ο Κύριος όμως θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο, που θα καθαρίσει τις ψυχές σας από το βούρκο της αμαρτίας και θα σας κάνει με την παντοδύναμη χάρη του πραγματικά παιδιά του πατέρα μας, που κατοικεί στους ουρανούς». Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, όπως είδαμε, σαν κύριο έργο του είχε να κηρύττει και να βαπτίζει. Αλλά παρ’ όλο που ήταν άνθρωπος θεόπνευστος, υστερούσε πολύ απ’ τον Κύριο. Βέβαια βοηθούσε όλους εκείνους, που ένιωθαν το βάρος της αμαρτίας, να προετοιμαστούν ψυχικά, για να υποδεχτούν αντάξια το Μεσσία, που ερχόταν. Από εκεί και πέρα όμως δεν μπορούσε να τους προσφέρει καμιά βοήθεια. Γι’ αυτό συνιστούσε τον Κύριο: «Αυτός βαπτίσει υμάς εν πνεύματι Αγίω».
     Ο Πρόδρομος έλεγε στους ανθρώπους να μετανοήσουν και τους βάπτιζε στο νερό. Αλλά έτσι δεν εύρισκαν οι βαπτιζόμενοι τη σωτηρία. Ο Κύριος όμως αμέσως μετά τη μετάνοια, βάζει τη χάρη του στα άτομα, απαλλάσσει αυτά από την αμαρτία και τα κάνει πολίτες της βασιλείας του. Αρκεί φυσικά να προηγηθεί η σχετική προετοιμασία. Και η προετοιμασία για να γίνει χρειάζεται περισυλλογή και αυτοσυγκέντρωση.
     Για να έρθει ο Χριστός να κατοικήσει στις καρδιές μας, πρέπει να καθαρίσουμε οπωσδήποτε το εσωτερικό μας. Να κοιτάξουμε τον εαυτό μας. Να δούμε το βούρκο, που σκεπάζει την ψυχή μας. Ας ξεριζώσουμε το κακό, που φωλιάζει μέσα μας και ας καλέσουμε τον Κύριο να έρθει να κατοικήσει στην καρδιά μας για πάντοτε.
     Ο πόθος της λυτρώσεως πρέπει να μας γίνει καθημερινή μέριμνα. Όπως βραδιάζει-ξημερώνει και σκεπτόμαστε τι θα φάμε, το ίδιο και ακόμα περισσότερο θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει η σωτηρία μας. Και επειδή ξέρουμε ότι σωζόμαστε μόνο με το πνεύμα του Θεού, αυτό πρέπει να έχουμε πάντα μαζί μας. Το Άγιο Πνεύμα να γεμίζει την ύπαρξή μας. Αυτό να φωτίζει τη διάνοιά μας. Αυτό να κατευθύνει τις ενέργειές μας. Τότε θα καταλάβουμε ποια είναι στην πραγματικότητα η θέση μας μέσα στον κόσμο. Διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ένα παράλογο ζώο, ούτε ο αιώνιος κουβαλητής της αμαρτίας. Ο άνθρωπος πλάστηκε για τα μεγάλα και υψηλά. Ορίστηκε από το Θεό βασιλιάς της γης. Και πρέπει να στέκεται πάντα στη θέση αυτή. Αλλά αυτό θα το πετύχει ο καθένας μας, μόνο αν ανοίξει η πόρτα της καρδιάς μας και μπει μέσα στην ψυχή μας το πνεύμα του Θεού. Δεν έχουμε λοιπόν παρά τώρα που είναι και η αρχή του νέου χρόνου, όλοι όσοι ποθούμε τη λύτρωση και τη σωτηρία, να προσέξουμε ιδιαίτερα το κήρυγμα αυτό του Προδρόμου. Έτσι θα γίνουμε πραγματικά παιδιά του Θεού, κληρονόμοι της Ουρανίου βασιλείας του και υμνητές της αιωνίας του δόξης. Γένοιτο.

π. Ε.Σ.

Εις τα Άγια Θεοφάνεια Ἡ γύμνια μας +Μητροπολίτης Νικοπόλεως καί Πρεβέζης Μελέτιος



Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἦρθε στόν κόσμο γιά μᾶς Καί, λίγο πρίν ἀρχίσει τό ἅγιο ἔργο Του γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, ἐπῆγε καί βαπτίστηκε ἀπό τόν Ἰωάννη!

Γιά νά πλυθῆ; Γιά νά καθαρισθῆ; Γιά νά πάρει κάτι; Ὄχι. Γιατί, δέν εἶχε τίποτε νά τοῦ δώσει ὁ Ἰωάννης. Καί τό ἤξερε. Καί τό διακήρυξε: Ἐγώ ἔχω χρεία, νά βαπτιστῶ ἀπό Σένα.

Δέν βαπτίσθηκε γιά τόν ἑαυτό Του ὁ Κύριος. Βαπτίσθηκε γιά μᾶς. Κάτι νά μᾶς δείξει. Καί κάτι νά μᾶς δώσει. Κάτι νά μᾶς διδάξει.
* * *
Βαπτίστηκε, λοιπόν, στόν Ἰορδάνη. Ἀπό τόν Ἰωάννη. Πῶς βαπτίστηκε; Ὅπως σήμερα βαπτίζομε τά νήπια. Γυμνός. Ὁλόγυμνος

Ἔτσι τό ἔχει θεσπίσει τό βάπτισμα ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Ὅποιος θέλει νά πάει κοντά στόν Θεό, ἔλεγε, ὀφείλει πρῶτα νά ἀφήνει τόν ἐγωϊσμό του· καί νά ταπεινώνεται. Καί γιά νά τό δείξει, ὅτι ταπεινώνεται, βαπτίζεται γυμνός. Γιατί ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο γυμνό ἀπό τήν χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος ντύνεται γιά νά σκεπάζει ὁρισμένα μέλη του, πού δέν πρέπει, οὔτε νά φαίνονται, οὔτε νά τά δείχνει. Ντύνεται, ἀπό αἰδημοσύνη γιά τόν ἑαυτό του· καί ἀπό ἐντροπή, μπροστά στούς ἄλλους!

Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν γυμνώνεται, καί δείχνει τά μέλη του, ἔχει ἀναισχυντία. Καί ὅσο πιό προκλητική εἶναι ἡ γύμνωσή του, τόσο πιό μεγάλη ἡ ἀναισχυντία του· καί τόσο πιό νεκρή ἡ ψυχή του.
* * *
Μέ τά ροῦχα του ὁ ἄνθρωπος κρατάει πόντους αἰδημοσύνης· καί προσπαθεῖ νά οἰκοδομεῖ λίγο τήν ψυχή του.

Ὅμως γιά μερικούς, κάτι πράξεις τους καί κάτι κρυφές ἐπιθυμίες τῆς καρδιᾶς τους, εἶναι καταστάσεις χίλιες φορές πιό αἰσχρές ἀπό τά μέλη πού κρύβουν.

Καί αὐτές τίς θλιβερές καταστάσεις, οἱ ἄνθρωποι τίς κρύβουν μέ ἕνα «ροῦχο», πού ἔχει τό ὄνομα ὑποκρισία.

Οἱ ὑποκριτές ἄλλα κάνουν, ἄλλα ἔχουν μέσα τους, ἄλλα ἔχουν στό στόμα τους, καί ἄλλα δείχνουν!

Κρύβουν τήν δυσωδία τῆς ψυχῆς τους μέ ψεύτικες συμπεριφορές εὐπρέπειας καί εὐσέβειας.
* * *
Ἀλλά νά, ὁ Σωτήρας μας ἐπῆγε καί βαπτίστηκε γυμνός.

Γιατί ὅμως; Γιατί;

• Ἤθελε νά μᾶς εἰπεῖ: Δέν κάνει, ἄλλα νά ἔχουμε μέσα, καί ἄλλα νά δείχνομε! Ἡ διπλοπροσωπία καί ἡ πολυπροσωπία, δέν ἔχουν καμμιά σχέση, οὔτε μέ τήν ἀλήθεια, οὔτε μέ τόν Θεό.

• Πρῶτο βῆμα πρός τόν Χριστό, εἶναι νά μισήσουμε τήν ὑποκρισία· νά τήν πετάξουμε ἀπό ἐπάνω μας· νά γίνομε εὐθεῖς.

• Καί ἤθελε νά μᾶς δείξει, ὅτι χωρίς πράξεις καί ἀποφάσεις τολμηρές, διόρθωση δέν γίνεται ποτέ!

Γι᾿ αὐτό βούτηξε στό νερό γυμνός. Γιά νά μᾶς δείξει, ὅτι μᾶς χρειάζεται ἕνα πλύσιμο γερό. Ἕνα πλύσιμο ὁλοκληρωτικό. Γιά νά μᾶς δείξει, ὅτι στήν μετάνοια, στό δρόμο πρός τόν Χριστό, πηγαίνομε καί βαδίζομε, μόνο ὅταν ἔχομε τό θάρρος, νά βλέπομε τίς βρωμιές μας, σωματικές καί ψυχικές· καί ὅταν Τόν παρακαλοῦμε, νά μᾶς πλύνει μέ τό νερό, πού μέ τό βάπτισμά Του τό ἁγίασε· καί τό ἔκαμε νερό καθαρτήριο ἀπό κάθε ρύπο ψυχῆς καί σώματος.

• Γι᾿ αὐτό βαπτίστηκε στόν Ἰορδάνη. Γιατί ἤθελε κάτι νά μᾶς δώσει: Τί μᾶς ἔδωκε; Μέ τό βάπτισμα τό δικό Του, ἔδωκε σέ μᾶς τό βάπτισμα τῆς ἀναγεννήσεως. Καί μᾶς ἔκαμε παιδιά Του. Μπήκαμε στήν κολυμβήθρα καί βγήκαμε παιδιά τοῦ Χριστοῦ, λαός τοῦ Χριστοῦ, «βασίλειο ἱεράτευμα», «ἔθνος ἅγιο». Μέ τό βάπτισμά μας, ὁ Χριστός μᾶς υἱοθετεῖ. Μᾶς κάνει παιδιά Του. Καί κληρονόμους Του.

Τί κρίμα νά τό ξεχνᾶμε!

Το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού (Κυριακή προ των Φώτων)

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα από την αρχή του κατά Μάρκον ευαγγελίου μας παρουσιάζει τη ζωή και τη φωνή του «βοώντος εν τη ερήμω» Ιωάννου του βαπτιστού. Η φωνή αυτή προαναγγέλλει τον Μεσσία και το ευαγγέλιό του και ως εκ τούτου η εμφάνιση αυτής της μορφής συνιστά κατά τον ευαγγελιστή, την «αρχήν του ευαγγελίου Ιησού Χριστού, υιού Θεού». Η δραστηριότητα και το κήρυγμα του Ιωάννου δηλώνουν ότι έφθασε η εποχή του Μεσσία και το «Ευαγγέλιο» θ' απλωθεί σαν χαρμόσυνο μήνυμα ανάμεσα στους ανθρώπους" μπροστά σε μια τέτοια θεία δωρεά δεν υπάρχει άλλη πιο συνετή στάση εκ μέρους των ανθρώπων από τη μετάνοια. Μετάνοια όχι για να έλθει η βασιλεία του Θεού όπως δίδασκαν παλαιότερα οι προφήτες, αλλά γιατί ήδη έρχεται στο πρόσωπο του Χριστού.

Τί είναι όμως το «ευαγγέλιο» και τί σημαίνει για μας σήμερα;

Στους ανθρώπους που στέναζαν κάτω από την τυραννία του κακού, κάτω από το βάρος της δουλείας ως κοινωνικού και ως πνευματικού φαινομένου, αλλά και κάτω από το ζυγό του Μωσαϊκού Νόμου παρέχεται η ευχάριστη αγγελία ότι το κακό που με διάφορες μορφές τους καταδυναστεύει χάνει τη δύναμή του, καταστρέφεται στο σταυρό και την ανάσταση του Χριστού και μια νέα δυνατότητα ζωής προσφέρεται στους ανθρώπους μέσα στην Εκκλησία.  Αρκεί βεβαίως οι άνθρωποι να μετανοήσουν, να επιστρέψουν δηλ. από τον κακό εαυτό τους και τις αμαρτωλές εκδηλώσεις τους στο Θεό και να δεχτούν με ταπείνωση και συντριβή τη δωρεά του.

Το Ευαγγέλιο που έχει υποκείμενο αλλά και αντικείμενο τον Ιησού Χριστό δεν διακηρύχθηκε μόνο τότε στην ανθρωπότητα" δια της Εκκλησίας και του κηρύγματός της διακηρύσσεται συνεχώς σαν προσφορά αγάπης του Θεού προς τον κόσμο παρ' όλο ότι ο κόσμος στηρίζει αλλού τις ελπίδες του και περιμένει την σωτηρία του από εγκόσμια σχήματα, όπως είναι η επιστήμη, η τεχνική, κ. α. Και κατά την εποχή του Χριστού οι άνθρωποι με λαχτάρα και αγωνία περίμεναν τη λύτρωση από την μύηση στα διάφορα μυστήρια, από τις υποσχέσεις των αυτοκρατόρων που προβάλλονταν σαν θεοί, από τα διάφορα φιλοσοφικά κηρύγματα. Κι' όλα κατέληγαν σε μια τραγική απογοήτευση. Η ίδια απογοήτευση συνόδευε και την αδυναμία των Ιουδαίων για την τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου.

Την ίδια απογοήτευση διαπιστώνει κανείς και από τα σύγχρονα ευαγγέλια στα οποία στήριξαν κατά καιρούς οι άνθρωποι τις κρυφές και φανερές ελπίδες τους για μια πιο ανθρώπινη ζωή. Παρ' όλες τις φαινομενικά εντυπωσιακές επιστημονικές και τεχνικές επιτεύξεις, ο φόβος του πολέμου, του θανάτου και της καταστροφής πλανάται παντού. Το ευαγγέλιο του Χριστού είναι πάντοτε παρόν μέσα στην ανθρωπότητα, σαν κρίση και σαν σωτηρία" σαν κρίση που οδηγεί στην αυτοκριτική και τη μετάνοια και κυρίως σαν μήνυμα χαρούμενο της σωτηρίας που πηγάζει από το σταυρό και την ανάσταση του Χριστού. Είναι παράλογο και ασύνετο για τους ανθρώπους να θρηνούν συνεχώς ψυχικά ερείπια καταστροφών, ενώ τους προσφέρεται από την Εκκλησία το χαρούμενο μήνυμα της σωτηρίας, το «Ευαγγέλιο Ιησού Χριστού».

 (Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, καθηγ. Παν/μιου, «Οδός Ελπίδας» -μηνύματα από τα Ευαγγέλια των Κυριακών. Εκδ. Μητροπόλεως Αττικής 1979)

Κυριακή προ των Φώτων (Μαρ. 1, 1-8) π. Χερουβείμ Βελέτζας

Κατά τη σημερινή Κυριακή, που προηγείται της μεγάλης εορτής των Θεοφανίων, διαβάζουμε το προοίμιο του κατά Μάρκον Ευαγγελίου, που αναφέρεται στη δράση του Ιωάννη του Προδρόμου, στο πρόσωπο του οποίου αναφέρονταν δύο προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. Στην πρώτη δηλώνει ο Θεός ότι θα αποστείλει τον προάγγελό Του, να προετοιμάσει την οδό του Λυτρωτή. Και στη δεύτερη, ο προφήτης Ησαΐας περιγράφει τον Ιωάννη ως τη “φωνή βοώντος εν τη ερήμω” που προτρέπει τους ανθρώπους να ετοιμάσουν την οδό του Κυρίου και να ακολουθήσουν τον ευθύ δρόμο της μετανοίας. Έτσι, μας λέει ο ευαγγελιστής Μάρκος, ο Ιωάννης βρισκόταν στην έρημο, και κήρυττε βάπτισμα μετανοίας “εις άφεσιν αμαρτιών”, και όλοι προσέτρεχαν και βαπτίζονταν στον Ιορδάνη ποταμό, αφού πρώτα εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Φορούσε ένδυμα από τρίχες καμήλας και ζώνη δερμάτινη γύρω από τη μέση του και τρεφόταν με μέλι άγριο και ακρίδες, δηλαδή βλαστάρια από τα άγρια δένδρα της ερήμου. Φαίνεται μάλιστα πως πολλοί τον περνούσαν για το Μεσσία, μας το περιγράφει αυτό καλύτερα ο ευαγγελιστής Ιωάννης, γι αυτό και έλεγε στον λαό ότι “έρχεται πίσω μου ο ισχυρότερός μου, που δεν είμαι άξιος ούτε τα υποδήματά του να λύσω. Εγώ σας βάπτισα στο νερό, εκείνος όμως θα σας βαπτίσει στο Άγιο Πνεύμα”.
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω ήταν η φωνή και η παρουσία του Ιωάννη. Στην πνευματική έρημο της απελπισίας που γεννά η αμαρτία, προετοίμασε τον ερχομό του Χριστού, προφέροντας μία και μόνο λέξη, “Μετανοείτε!”. Αν δεν αλλάξετε δηλαδή μέσα σας, αν δεν αναθεωρήσετε τη στάση σας και τη συμπεριφορά σας, ουδεμία ελπίδα υπάρχει να αλλάξει ο κόσμος γύρω σας. Και από ότι φαίνεται, οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να δεχτούν το μήνυμα της μετανοίας. Συνέρρεαν και άκουγαν το κήρυγμα του Ιωάννη, και στη συνέχεια εξομολογούνταν τα αμαρτήματά τους και βαπτίζονταν στον Ιορδάνη ποταμό.
Αυτό όμως δεν ήταν το τέρμα, αλλά η αρχή μιας πορείας πνευματικής. Γι αυτό και ο Ιωάννης δεν επικεντρώνει τη διδασκαλία του ούτε στο βάπτισμα στον Ιορδάνη, ούτε στο δικό του πρόσωπο. Γνωρίζει πολύ καλά και βλέπει ως προφήτης τον Χριστό, που ως Υιός του Θεού είναι σαφώς ανώτερός του, που είναι εκείνος που θα φέρει στους ανθρώπους όχι απλά τη συγχώρεση, αλλά την Λύτρωση και την πνευματική αναγέννηση. Γι αυτό και κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στο δικό του βάπτισμα, που είναι στο νερό, και στο βάπτισμα του Χριστού που θα είναι εν Πνεύματι Αγίω.
Το βάπτισμα του Ιωάννη, όπως είδαμε, ήταν βάπτισμα μετανοίας, βάπτισμα αφέσεως αμαρτιών. Ήταν δηλαδή βάπτισμα εξαγνιστικό, καθαρισμού του ανθρώπου από τον ρύπο της αμαρτίας, και για τούτο προπαρασκευαστικό για το βάπτισμα της πνευματικής αναγεννήσεως με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το βάπτισμα του Χριστού δεν καθαρίζει απλά τον άνθρωπο, αλλά τον μεταμορφώνει πνευματικά, τον κάνει και πάλι μέτοχο της κοινωνίας με το Θεό και κληρονόμο της ουρανίου Βασιλείας Του. Γι αυτό και μετά την Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη, η δράση του Ιωάννη του Προδρόμου θα ανασταλεί, μιας που πλέον ο σκοπός της παρουσίας του θα έχει εκπληρωθεί και η περίοδος της ετοιμασίας του ερχομού του Σωτήρος Χριστού θα έχει παρέλθει.
Ωστόσο, για να γίνουμε μέτοχοι της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, για να αναγεννηθούμε πνευματικά και να ζήσουμε τη χαρά της παλιγγενεσίας και της Αναστάσεως, είναι απαραίτητο και σημαντικό να διαβούμε από το στάδιο της πνευματικής προετοιμασίας. Χωρίς δηλαδή μετάνοια, χωρίς αλλαγή της στάσης μας απέναντι στο Θεό και προς τον πλησίον, δεν μπορούμε να καταστούμε δεκτικοί της Χάριτος του Θεού. Η Μετάνοια, η Εξομολόγηση, η κάθαρση της καρδιάς μας από εμπαθείς και πονηρούς λογισμούς, και κυρίως η απόφασή μας να ακολουθήσουμε τον ευθύ δρόμο της αγάπης του Θεού, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την πνευματική μας αναγέννηση. Και η μεγάλη ευεργεσία της αγάπης του Θεού δεν είναι άλλη από την ευκαιρία που μας προσφέρεται με την μετάνοια, να αρχίσουμε δηλαδή εκ νέου την πνευματική μας ζωή, να θέσουμε ένα νέο ξεκίνημα, άσχετα από το πόσο χρόνο χάσαμε από τη ζωή μας βαδίζοντας σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
Ίσως με τις συνθήκες που επικρατούν στην εποχή μας, το κηρυγμα της μετανοίας να ακούγεται σαν “φωνή βοώντος εν τη ερήμω”, δηλαδή σαν λόγια εξωπραγματικά και ανεφάρμοστα. Ωστόσο, όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα έχουν τις ίδιες πνευματικές ανάγκες και τις ίδιες αναζητήσεις. Ακόμα και όταν ψάχνουμε σε λάθος κατευθύνσεις, αυτό που επιζητούμε είναι η κοινωνία της αγάπης και η πληρότητα της ψυχής μας. Μόνο που τότε διαδέχεται η μια απογοήτευση την άλλη. Η ελπίδα του κόσμου βρίσκεται στο μήνυμα του κηρύγματος του Ιωάννη, “μετανοείτε, καθαριστείτε πνευματικά, για να λάβετε από το Χριστό τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, που φέρνει την αληθινή χαρά και πληρότητα στη ζωή σας”. Ας έχουμε λοιπόν τα ώτα της καρδιάς μας ανοιχτά και τις καρδιές μας έτοιμες και δεκτικές.
π. Χερουβείμ Βελέτζας

Οι ξύπνιοι έμποροι τού χρόνου

του αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Ρωτάς τι σημαίνουν τα λόγια: «Εξαγοραζόμενοι τον και­ρόν». Ό μακάριος Ιερώνυμος ερμηνεύει ως εξής: «Όταν χρησιμοποιούμε τον χρόνο σε καλές πράξεις, τότε τον εξα­γοράζουμε».

Ό μακάριος Θεοφάνης ο Εγκλειστος λέει: «Να στρέφουμε τον χρόνο σε όφελος μας για τους αιώνιους στόχους μας». Τα λόγια του απόστολου του Θεού έχουν παρόμοια σημασία με τα λόγια του Θεού: «Πραγματεύσασθε εν ώ έρχομαι» (Λουκ. 19,13).

Και όταν Αυτός επιστρέψει, δηλαδή όταν ο Χριστός ξαναέρθει για να κρίνει τον κό­σμο, θα μας ρωτήσει πώς πραγματευόμασταν με τα δοσμέ­να μας τάλαντα. Πώς χρησιμοποιούσαμε τον καιρό της ζωής μας.

Εάν δίναμε το φθηνό για να κερδίσουμε το ακριβό, όπως ο Ιακώβ, ή αντίθετα το ακριβό για να αποκτήσουμε το φθηνό, όπως ο Ησαύ. Εάν υποκύψαμε στους σκανδαλισμούς αυτού του εφήμερου αιώνα και πουλήσαμε την ψυχή μας για τις «γλυκές» γήινες πικρίες ή αν δώσαμε τα πάντα για την ψυχή μας;

Γι' αυτό να εκτελείς τις εντολές του Χριστού κάθε μέρα όπως οι περιστάσεις ζητούν. Με τούτο θα εξαγοράζεις τις χαρισμένες μέρες σου από τον Θεό. Αφού στην αλήθεια το να εξαγοράζουμε σημαίνει κυριολεκτικά να πληρώνουμε.

Πλήρωνε με τα λίγα, για να λάβεις το μεγάλο. Εργάσου λί­γο, για να βασιλεύεις αιώνια. Αφού ο Δημιουργός μας, μας υποσχέθηκε την αιώνια βασιλεία στην αιώνια ζωή.

Εάν κά­ποιος είναι δεμένος σκλάβος στη φυλακή, να μην τεμπελιάζει και να μην λέει: «εγώ δεν είμαι σε θέση τίποτα να κά­νω»! Ας μετανοεί Και ας προσεύχεται στον Θεό από το πρωί έως το βράδυ στο σκοτάδι του κελιού του. Και αυτό θα το μετρήσει ο Θεός το ίδιο όπως και σε εκείνον πού χτίζει εκκλησίες με τον πλούτο του. Ό Δημιουργός μας βλέπει τις συνθήκες του καθενός, και ζητά από τον κάθε άνθρωπο να κάνει εκείνο πού μπορεί αναλόγως με τις συνθήκες. Σκύψε το κεφάλι κάθε μέρα για να διακονήσεις την ψυχή σου.

Πλήρωσε την με την πνοή του Πνεύματος του Θεού μέ­σα σου ,το οποίο σε κινεί προς κάθε καλό. Εάν δεν το κά­νεις, θα σε τσαλακώσει σαν πανί και θα σε πάει στην κατα­στροφή.

Παρόμοια με το ορμητικό ποτάμι, στο οποιο οι αδέξιοι δεν ξέρουν να στρέψουν τον δικό τους νερόμυλο αλλά κατεβαίνουν μαζί του στην άβυσσο. Έτσι είναι και ο χρόνος της ζωής μας εδώ στη γη.

Τους έλλογους σώζει και σηκώνει επάνω στα φτερά, ενώ τους άφρονες παρασύρει και κατρακυλά ως την κατάρρευση. Τους πρώτους διακο­νεί, στους δεύτερους κυριαρχεί.

Ό καιρός για τους πρώτους είναι σέλα, για τους δεύτερους αναβάτης.

Το φως του Χριστού να σε φωτίσει. 

πηγή

Χρόνος καὶ ζωὴ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο





Ὁ Μ. Βασίλειος ἔζησε καὶ παρουσίασε στὰ συγγράμματά του μὲ τὸν διεισδυτικότερο τρόπο τὴ σχέση χρόνου καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ ἀντίστοιχη διδασκαλία του, ποὺ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ μεταγενέστερη θεολογία καὶ διανόηση, παραμένει ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη καὶ σήμερα. Βέβαια ὁ μεγάλος αὐτὸς ἱεράρχης τῆς Καππαδοκίας δὲν ἔγραψε κανένα συστηματικὸ ἔργο γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἑρμηνεύοντας ὅμως τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὴν «Ἑξαήμερο» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούοντας τὴν αἵρεση τοῦ Εὐνομίου σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρθηκε πολλὲς φορὲς στὸν χρόνο καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν θέματα.Συνήθως διακρίνουμε τὸν χρόνο σὲ τρία μέρη: στὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἡ τριμερὴς ὅμως αὐτὴ διάκριση δὲν φαίνεται νὰ ἔχει κάποια ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση. Πράγματι, ἂν θελήσουμε νὰ προσδιορίσουμε ἀντικειμενικῶς τὸ παρόν, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία διαχωριστικὴ τομὴ ἀνάμεσα στὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἔτσι ἡ τριμερὴς διάκριση τοῦ χρόνου γίνεται αὐτομάτως διμερής. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης μιλάει γιὰ δύο μόνο διαστάσεις τοῦ χρόνου, τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον: «Τοῦ χρόνου», λέει, «τὰ μὲν γέγονε, τὰ δὲ μέλλει… τὸ δὲ νῦν οὐ μέρος· μετρεῖ τε γὰρ τὸ μέρος, καὶ συγκεῖσθαι δεῖ τὸ ὅλον ἐκ τῶν μερῶν· ὁ δὲ χρόνος οὐ δοκεῖ συγκεῖσθαι ἐκ τῶν νῦν» (1).

Βέβαια ἡ θέση αὐτὴ φαίνεται καθαρῶς θεωρητική, γιατί δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξει πραγματικὸς χρόνος χωρὶς τὸ νῦν, δηλαδὴ τὸ παρόν. Καὶ ὅμως τὸ παρὸν δὲν μπορεῖ νὰ ἐκληφθεῖ ὡς χρονικὴ διάρκεια, γιατί σὲ μία τέτοια περίπτωση πρέπει ἀναπόφευκτα νὰ ἔχει καὶ παρελθὸν καὶ μέλλον. Γι’ αὐτὸ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ παρὸν δὲν εἶναι χρόνος, ἀλλὰ ἡ ἀπειροστὴ ἢ ἡ ἄτμητη ἐκείνη στιγμή, μὲ τὴν ὁποία διαχωρίζεται τὸ παρελθὸν ἀπὸ τὸ μέλλον. Καὶ ἡ στιγμὴ αὐτὴ τοῦ παρόντος, ἐνῶ στὴν πραγματικότητα εἶναι ἡ μόνη ὑπαρκτή, γίνεται ἀσύλληπτη, γιατί αὐτόματα ὑποχωρεῖ στὸ παρελθόν.

Καὶ ἐνῶ τὸ παρὸν ἀποτελεῖ μία ἀσύλληπτη καὶ φευγαλέα στιγμή, οὔτε τὸ παρελθὸν οὔτε τὸ μέλλον ἀνήκουν στὸν ἄνθρωπο. Τὸ παρελθὸν εἶναι χαμένο, ἐνῶ τὸ μέλλον δὲν βρίσκεται στὴ διάθεσή μας. «Ἤ οὐχὶ τοιοῦτος ὁ χρόνος», λέει ὁ Μ. Βασίλειος, «οὗ τὸ μὲν παρελθὸν ἠφανίσθη, τὸ δὲ μέλλον οὔπω πάρεστι, τὸ δὲ παρὸν πρὶν ἢ γνωσθῆναι διαδιδράσκει τὴν αἴσθησιν» (2); Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν ζεῖ τὸν χρόνο ὡς μεμονωμένες στιγμὲς ἀλλὰ ὡς εὐρύτερη διάρκεια, ποὺ συνιστᾶ τὸ ἑκάστοτε παρόν του καὶ ἀγκαλιάζει τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Μὲ τὴ μνήμη καὶ τὴν προσδοκία ὑπερβαίνει τὴν κάθε στιγμὴ καὶ ζεῖ τὸ παρὸν ὡς σύνθεση καὶ ὑπέρβαση τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἔτσι τὸ παρὸν τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς παρουσιάζεται ὡς ὑπέρβαση τοῦ χρόνου καὶ παραπέμπει στὴν αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ μυθολογία προσέδιδε στὸν χρόνο ὑπερβατικὲς διαστάσεις καὶ τὸν ἔβλεπε προσωποποιημένο στὸν θεὸ Κρόνο, ποὺ ἐξαφάνιζε τὰ παιδιά του.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο ὁ χρόνος εἶναι τὸ «συμπαρεκτεινόμενον τῇ συστάσει τοῦ κόσμου διάστημα» (3). Τὸ διάστημα ἐδῶ εἶναι χρονικὴ ἔννοια μὲ ποιοτικὴ ἢ ἀκριβέστερα ἠθικὴ σημασία. Δηλώνει τὴν περίοδο τῆς παρούσας ζωῆς σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴν μέλλουσα· τὴν περίοδο τῆς τρεπτότητας καὶ τοῦ κινδύνου σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὴ σταθερότητα καὶ τὴν ἀσφάλεια τῆς αἰωνιότητας. Ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο εἶναι ἡ μόνη περίοδος προετοιμασίας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν αἰώνια μακαριότητα(4). Ἔτσι ὁ χρόνος γίνεται «καιρός», δηλαδὴ εὐκαιρία γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς αἰωνιότητας, ἤ, ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, «τόπος» συναντήσεως μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν αἰωνιότητά του.

Ὁ χρόνος συνδέεται ὀργανικὰ μὲ τὸν χῶρο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς αὐτόν. Ἡ δημιουργία τους ὑπῆρξε ἀκαριαία. Τόσο δηλαδὴ ὁ χρόνος, ὅσο καὶ ὁ χῶρος δημιουργήθηκαν ἀχρόνως μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ἑρμηνεύει ὁ Μ. Βασίλειος καὶ τὸ «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (5). Ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ δρόμου, παρατηρεῖ, δὲν εἶναι ἀκόμα δρόμος, καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ σπιτιοῦ δὲν εἶναι σπίτι, ἔτσι καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ χρόνου δὲν εἶναι χρόνος οὔτε μέρος τοῦ χρόνου. Σὲ περίπτωση ποὺ θὰ ὑποστηρίξει κάποιος ὅτι καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι χρόνος, πρέπει νὰ μπορέσει νὰ διαιρέσει καὶ αὐτὴν σὲ ἀρχή, μέσο καὶ τέλος, πράγμα ποὺ εἶναι ἀδύνατο (6).

Στὴν εὐθύγραμμη πορεία του ὁ χρόνος περιέχει ἀκατάπαυστους χρονικοὺς κύκλους, ποὺ ἐξεικονίζουν τὴν αἰωνιότητα. Ἔτσι ἡ ροὴ τοῦ χρόνου προσλαμβάνει σπειροειδῆ μορφή, ποὺ παραπέμπει στὴν αἰωνιότητα. Ἐξάλλου ἡ πορεία τοῦ χρόνου εἶναι συμφυὴς μὲ τὸν κόσμο καὶ μὲ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Τὰ συνοδεύει διαρκῶς, χωρὶς ποτὲ νὰ διακόπτεται.

Ὁ χρόνος συνυφαίνεται μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὴν κατευθύνει στὸν θάνατο. Ὅπως οἱ ἐπιβάτες τοῦ πλοίου ὁδηγοῦνται στὸ λιμάνι, ἔστω καὶ ἂν κοιμοῦνται καὶ δὲν ἀντιλαμβάνονται τίποτε, ἔτσι καὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ὁδηγοῦνται φυσιολογικὰ στὸ τέλος τῆς ζωῆς τους. «Κοιμᾶσαι καὶ ὁ χρόνος σὲ παρατρέχει. Εἶσαι ξυπνητὸς καὶ ἔχεις φροντίδες, ἀλλὰ ἡ ζωὴ δαπανᾶται, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸ δὲν γίνεται ἀντιληπτό. Ὅλοι τρέχουμε κάποιον δρόμο, σπεύδοντας ὁ καθένας πρὸς τὸ τέλος… Ὅλα περνοῦν καὶ μένουν πίσω σου… Τέτοια εἶναι ἡ ζωή. Οὔτε οἱ χαρὲς της εἶναι μόνιμες οὔτε οἱ λύπες της διαρκεῖς. Καὶ ὁ δρόμος δὲν εἶναι δικός σου, οὔτε τὰ παρόντα δικά σου» (7).

Ἡ ἡλικία τοῦ καθενὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ χρόνος τῆς ζωῆς του ποὺ πέρασε καὶ χάθηκε. Χαιρόμαστε, λέει ὁ Μ. Βασίλειος, ποὺ μεγαλώνουμε καὶ προσθέτουμε χρόνια στὴν ἡλικία μας, σὰν κάτι νὰ κερδίζουμε. Καὶ θεωροῦμε εὐχάριστο πράγμα, ὅταν κάποιος ἀπὸ παιδὶ γίνεται ἄνδρας καὶ ἀπὸ ἄνδρας πρεσβύτης. Λησμονοῦμε ὅμως ὅτι κάθε φορὰ χάνουμε ἀπὸ τὴ ζωὴ μας τόσο, ὅσο ἀκριβῶς ζήσαμε· καὶ δὲν ἔχουμε τὴν αἴσθηση ὅτι δαπανᾶται ἡ ζωή μας, μολονότι τὴν μετροῦμε πάντοτε μὲ βάση τὸ μέρος της ποὺ πέρασε καὶ χάθηκε.

Ὁ ἄνθρωπος, χωρὶς συνήθως νὰ σκέπτεται τὴν ἀδυσώπητη παρουσία τοῦ χρόνου, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ὕπαρξή του, ἢ ἀκόμα τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν ἀντικειμενοποιεῖ. Ὁ καθένας π.χ. μιλάει γιὰ τὴν προσκαιρότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἐννοεῖ ὡς ἀντικειμενικὴ διαπίστωση ποὺ δὲν συνδέεται ἄμεσα μὲ τὸν ἑαυτό του. Εὔκολα συλλογίζεται ὅτι μπορεῖ τὸ περιβάλλον του νὰ μεταβληθεῖ ἢ οἱ ἄλλοι νὰ πάψουν κάποτε νὰ ὑπάρχουν, σπάνια ὅμως σκέφτεται ὅτι αὐτὸ θὰ συμβεῖ ὁπωσδήποτε καὶ στὸν ἴδιο. Συνηθίζει νὰ λέει ὅτι ὅλα περνοῦν καὶ χάνονται, ἀλλὰ θεωρεῖ σχεδὸν αὐτονόητο ὅτι αὐτὸς θὰ ὑπάρχει, γιὰ νὰ διαπιστώνει τὴ φθορὰ καὶ τὴν παρέλευσή τους.

Ἡ ἀντικειμενοποίηση δημιουργεῖ συχνὰ σοβαρὲς πλάνες. Εἰδικότερα ἡ ἀντικειμενοποίηση τοῦ χρόνου ἀλλοιώνει τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ ὀδηγεῖ στὴ σύγχυση καὶ τὴν αὐταπάτη. Ὁ χρόνος δὲν ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο μιὰν ἁπλὴ ἀντικειμενικὴ διαδικασία, ἀλλὰ βαθύτατη ὑπαρξιακὴ πραγματικότητα. Ἄλλωστε ὁ χρόνος δὲν ἀφορᾶ τόσο τὰ ἀντικείμενα, ὅσο τὴν προσωπική μας ὕπαρξη. Γι’ αὐτὸ μόνο ἡ ὑπαρξιακὴ βίωσή του ἀπαλλάσσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀπάτη ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀντικειμενοποίησή του. Καὶ ἡ ὀρθὴ τοποθέτηση μέσα στὸν χρόνο ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ὀρθὴ ἀντιμετώπιση τῆς ζωῆς καὶ τὴ σωστὴ δράση μέσα στὸν κόσμο.

Ἄλλη βασικὴ πλάνη, ποὺ ἀναφέρεται στὸν τρόπο βιώσεως τοῦ χρόνου, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: Ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ συνήθως τὸ νόημα τῆς ζωῆς του μέσα στὸ παρὸν καὶ τὸ ἀναζητεῖ στὸ διαρκῶς προσδοκώμενο μέλλον. Ἀνικανοποίητος ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἔχει στὸ παρόν, φροντίζει νὰ τραφεῖ μὲ τὶς ἐλπίδες τοῦ μέλλοντος. «Τοιοῦτος γὰρ ὑπάρχει ὅλος ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος μὴ ἀρκούμενος τοῖς φθάσασιν, ἀλλὰ τρεφόμενος οὐ τοῖς φθάσασι μᾶλλον ἀλλὰ τοῖς μέλλουσιν» (9). Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος δρᾶ καὶ κινεῖται μέσα στὸν κόσμο, σὰν νὰ ἐπρόκειτο νὰ ζεῖ αἰώνια. Καὶ συνήθως συμπληρώνει ὁλόκληρη τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ μένοντας στὸ στάδιο τῆς προπαρασκευῆς τοῦ μέλλοντος. Ἔτσι τὸ μέλλον γίνεται δυνάστης τοῦ ἀνθρώπου, ἐνῶ τὸ παρὸν μεταβάλλεται σὲ ἁπλὸ μέσο γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῶν μελλοντικῶν στόχων καὶ ἐπιδιώξεών του· ἀντιμετωπίζεται ὡς ἁπλὴ γέφυρα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ μέλλον. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνο ποὺ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι τὸ μέλλον ἀλλὰ τὸ παρόν, συμβαίνει νὰ κινεῖται διαρκῶς ἐπάνω στὴ γέφυρα, χωρὶς ποτὲ νὰ φτάνει στὸν σκοπό του.

Τὸ φαινόμενο αὐτὸ προσέλαβε ὀξύτερη μορφὴ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα μὲ τὴν ἁλματώδη ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης καὶ ἰδιαίτερα τῆς πληροφορικῆς. Ὁ ἄνθρωπος βρέθηκε ἀντιμέτωπος μὲ κοσμογονικὲς ἐξελίξεις, ποὺ ὑπερβάλλουν τὴ φαντασία του καὶ ἐντείνουν περισσότερο τὶς προσδοκίες του ἀπὸ τὸ μέλλον. Ἕνας παγκόσμιος ἐπικοινωνιακὸς ἱστός, μὲ ἀπεριόριστη εὐλυγισία μέσα στὸν χῶρο, διευκολύνει τὶς ἐπικοινωνίες καὶ τὶς συναλλαγές του, ἐνῶ ταυτόχρονα φαλκιδεύει τὴν ψυχικὴ ἠρεμία καὶ τὴν προσωπικὴ ζωή του. Ἤδη γίνεται λόγος γιὰ μία νέα ἀσθένεια, τὸ σύνδρομο τῆς πληροφοριακῆς κοπώσεως, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερφόρτωση τοῦ νοῦ μὲ πληροφορίες. Καὶ ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος φορτώνεται μὲ πληροφορίες, φτωχαίνει σὲ πραγματικὴ μόρφωση, αὐξάνει τὸ ἄγχος του καὶ περιορίζει τὶς ἱκανότητές του γιὰ αὐτοσυγκέντρωση, ἀπομνημόνευση καὶ λήψη ἀποφάσεων (9).

Ὅσα ἀναφέραμε ἕως ἐδῶ γιὰ τὸν χρόνο καὶ τὴ ζωὴ μας μέσα σὲ αὐτὸν ἀποκαλύπτουν μία σειρὰ ἀντιφάσεων:

α) Ἡ ζωὴ μας μέσα στὸν χρόνο, ἐνῶ κυριαρχεῖται ἀπὸ αὐτόν, φανερώνει συγχρόνως καὶ τὴ δυνατότητα τῆς ὑπερβάσεώς του.

β) Ὁ χρόνος ποὺ ζοῦμε, ἐνῶ παρουσιάζεται ὡς μετρητὴς τῆς ζωῆς μας, εἶναι ταυτόχρονα καὶ μετρητὴς τοῦ ἀφανισμοῦ μας.

γ) Ἐνῶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ χρόνος εἶναι καὶ μετρητὴς τοῦ ἀφανισμοῦ μας, ἀποφεύγουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τὶς συνέπειές του στὸν ἑαυτό μας καὶ τὶς διακρίνουμε στοὺς ἄλλους ἢ στὸ περιβάλλον μας, ὅπου διαπιστώνουμε τὴν ἀντικειμενικὴ καὶ πάλι ἐπαλήθευσή τους.

δ) Τέλος, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ ζοῦμε πάντοτε εἶναι τὸ παρόν, καλλιεργοῦμε συνειδητὰ μία χρονικὴ ἀνεστιότητα, μεταθέτοντας τὸ ἐκάστοτε ἐνδιαφέρον μας στὸ μέλλον, ποὺ ἄρχισε νὰ γίνεται χαοτικό.

Ὁ Μ. Βασίλειος, ὡς ἑρμηνευτὴς τῆς χριστιανικῆς θεωρήσεως τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἐπισημαίνει τὶς ἀντιφάσεις αὐτές, μᾶς ἀποκαλύπτει μία νέα προοπτική, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ δημιουργικὴ σύνθεση καὶ ὑπέρβασή τους. Τὴ νέα αὐτὴ προοπτική, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ δημιουργήσει ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἢ γενικότερα ἡ ἀνθρώπινη σκέψη, τὴν προσφέρει σὲ αὐτὸν ἡ Ἐκκλησία· ἡ Ἐκκλησία ὄχι ὡς ἐγκόσμια κοινωνικὴ πραγματικότητα, ἀλλὰ ὡς σῶμα Χριστοῦ, ποὺ εἶναι «ὁ ὤν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος» (10)· ὡς σῶμα αὐτοῦ, ποὺ συνθέτει τὶς διαστάσεις τοῦ χρόνου καὶ τὶς προσλαμβάνει ὡς πρόσωπο στὸ αἰώνιο «νῦν» τῆς παρουσίας του (11). Μέσα στὴν Ἐκκλησία ἡ μνήμη τοῦ παρελθόντος γίνεται μνήμη ἐν Χριστῷ. Καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος γίνεται ἐλπίδα ἐν Χριστῷ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ ὡς μέλους τῆς Ἐκκλησίας τρέφεται μὲ τὴ μνήμη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία εἰσάγει μέσα στὸν κόσμο τὴν αἰωνιότητα καὶ ἐπεκτείνεται πρὸς αὐτήν. Οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, παρατηρεῖ ὁ Μ. Βασίλειος, μεταφέρουν τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου «ἀπὸ τῶν παρόντων ἐπὶ τὰ μέλλοντα». Ἔτσι π.χ., συνεχίζει ὁ ἴδιος ἱεράρχης, μὲ κάθε γονυκλισία καὶ ἀνόρθωσή του ὁ πιστὸς μαρτυρεῖ ἐμπράκτως «ὅτι διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰς γῆν κατερρύημεν, καὶ διὰ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ κτίσαντος ἡμᾶς εἰς οὐρανὸν ἀνεκλήθημεν» (12). Ἡ ἁπλὴ καὶ ἐκφραστικὴ αὐτὴ ἐκδήλωση τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς δίνει στὸν Μ. Βασίλειο τὴν ἀφορμὴ νὰ μνημονεύσει τὶς νέες διαστάσεις, μέσα στὶς ὁποῖες ἐκδιπλώνεται ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ. Μὲ τὴν ἀποδοχὴ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ ὡς δυνάμεως ποὺ ἀνυψώνει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό, διαπιστώνει ὁ ἄνθρωπος νέους ὁρίζοντες μέσα στὸν εὐθύγραμμο χρόνο τῆς ἱστορίας. Τὸ αἰώνιο, ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο, συναντᾶται σταυρικὰ μὲ τὸν εὐθύγραμμο ἱστορικὸ χρόνο.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἡ κάθε στιγμὴ τῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας καὶ τοῦ κάθε ἀνθρώπου προσλαμβάνει ἀπεριόριστη εὐρύτητα ἢ ἀπεριόριστο βάθος, καὶ προσφέρεται ὡς δυνατότητα κοινωνίας μὲ τὸ αἰώνιο καὶ ὑπερβατικό. Τὸ αἰώνιο προσφέρεται καὶ γίνεται μεθεκτὸ μέσα στὸν χρόνο. Καὶ ὁ χρόνος γίνεται χῶρος συναντήσεως μὲ τὸ αἰώνιο· χῶρος βιώσεως τοῦ ἐσχάτου. Τέλος τὸ νόημα τοῦ χρόνου δὲν ἐξαντλεῖται σὲ μία φευγαλέα καὶ μὴ ἀντιστρεπτὴ ροή, ἀλλὰ βρίσκεται στὴ δυνατότητα ποὺ παρέχει στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνταχθεῖ στὴν αἰωνιότητα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι καὶ τὸ νόημα τῆς ἱστορίας γιὰ τὴν Ἐκκλησία βρίσκεται στὸ ἀπεριόριστο βάθος ποὺ προσφέρει στὸν ἄνθρωπο ἡ κάθε στιγμή της, καὶ ὄχι στὶς ἐξωτερικὲς ἐναλλαγὲς ποὺ δημιουργοῦνται μέσα στὴ χρονικὴ ροή. Τὸ μῆκος τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας ἀποκτᾶ ἀξία μόνο κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀξιοποιήσεως τοῦ βάθους τους. Καὶ τὸ βάθος τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας προσφέρει τὴ μόνη οὐσιαστικὴ δικαίωση τοῦ μήκους τους.

Ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος τοῦ ἀνθρώπου στὸν μονοδιάστατο χρόνο ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα στὴ διάψευση καὶ τὴν ἀπογοήτευση. Ἡ ἱστορία τῶν πολιτισμῶν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἱστορία διαψεύσεων. Καὶ ὁ λεγόμενος χριστιανικὸς πολιτισμός, ὡς ἀνθρώπινη δημιουργία μέσα στὸν εὐθύγραμμο χρόνο τῆς ἱστορίας, εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπόκειται στὸν νόμο τῆς φθορᾶς καὶ τῆς διαψεύσεως. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ προσφέρει ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ διέξοδος ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ ἀδιέξοδο• εἶναι ἡ μετάβαση ἀπὸ τὴν ἄσκοπη χρονικὴ ροὴ καὶ περιδίνηση στὴν πληρότητα τῆς θείας ἀγάπης καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ προσφορὰ αὐτὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ παρέχεται σὲ ἀνθρωπολογικὸ ἐπίπεδο μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, βιώνεται ἐμπειρικὰ μέσα στὸ σῶμα του, τὴν Ἐκκλησία.

Καθετὶ ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν κόσμο εἶναι σχετικό. Ἰδιαίτερα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος μὲ τὰ διηπειρωτικὰ καὶ τὰ διαστημικὰ ταξίδια ἀποκτᾶ ἄμεση ἐμπειρία τῆς σχετικότητας τῶν διακρίσεων καὶ τῶν ἀντιθέσεων μέσα στὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο, ὅπως αὐτὲς π.χ. ποὺ ὑπάρχουν ἀνάμεσα στὴν ἠρεμία καὶ τὴν κίνηση, στὸ βάθος καὶ τὸ ὕψος, στὸ ἐπάνω καὶ τὸ κάτω, στὴ νύκτα καὶ τὴν ἡμέρα. Ἀκόμα καὶ ἡ διάκριση μεταξὺ παρελθόντος, παρόντος καὶ μέλλοντος εἶναι κατὰ τὸν Ἀϊνστάιν μία ἐπίμονη ψευδαίσθηση, γιατί ὅσο πιὸ γρήγορα μετακινεῖται κανείς, τόσο πιὸ ἀργὰ περνάει ὁ χρόνος: πέντε χρόνια μέσα σὲ ἕνα διαστημόπλοιο ποὺ ταξιδεύει μὲ τὸ 90% τῆς ταχύτητας τοῦ φωτὸς (300 χιλιόμετρα τὸ δευτερόλεπτο) ἀντιστοιχοῦν σὲ τριανταέξι χρόνια στὴ γῆ. Ἂν τὸ διαστημόπλοιο ἐπέστρεφε, οἱ ἐπιβάτες του θὰ εἶχαν ταξιδέψει τριάντα ἕνα χρόνια στὸ μέλλον, ἀλλὰ θὰ εἶχαν γεράσει μόνο πέντε χρόνια (13). Τὸ παρὸν τῶν ἐπιβατῶν αὐτῶν θὰ ἦταν γιὰ τοὺς ἄλλους ἕνα μακρινὸ μέλλον, ποὺ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ προλάβαιναν νὰ τὸ ζήσουν. Τέλος καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ φοβερὴ ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ τὸν θάνατο τοποθετεῖται σὲ ἄλλη προοπτική.

Ἡ ζωή, καὶ ὡς βιολογικὸ ἀκόμα φαινόμενο, ἀποτελεῖ ἐξαίρεση μέσα στὸν κανόνα τῆς χρονικῆς ροῆς. Ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὁ χρόνος αὐξάνει τὴν ἐντροπία τοῦ κόσμου καὶ ὁδηγεῖ πρὸς τὴν ἀταξία καὶ τὴν ἀποδιοργάνωση μὲ ἔσχατη ἀπόληξη τὸν λεγόμενο θερμικὸ θάνατο. Ἐξαίρεση στὸν κανόνα αὐτὸν ἀποτελεῖ τὸ φαινόμενο τῆς ζωῆς. Ἡ ζωή, ἐνῶ κινεῖται μὲ τὴ φορὰ τοῦ χρόνου, ὑπερινικᾶ τὴ νομοτέλειά του καὶ ἀντιστρέφει τὴν πορεία τῆς ἐντροπίας μὲ τὴ δημιουργία τάξεως μέσα στὴν ἀταξία καὶ τὴν ἔκπτωση. Παράλληλα ὅμως ὅλοι οἱ ζωντανοὶ ὀργανισμοὶ ὑποτάσσονται στὴ δύναμη τοῦ χρόνου καὶ ὑποκύπτουν τελικὰ στὸν βιολογικὸ θάνατο. Ἡ ζωὴ παρουσιάζεται ὡς διαδικασία θανάτου. Ἀλλὰ καὶ ὁ θάνατος ἐμφανίζεται ὡς ἀπόληξη τῆς ζωῆς.

Ὁ θάνατος καὶ ὡς βιολογικὸ ἀκόμα φαινόμενο ἀποτελεῖ τὴν τελευταία φάση τῆς ζωῆς. Αὐτὸ ἰσχύει πολὺ περισσότερο γιὰ τὸν θάνατο ὡς ὑπαρξιακὸ βίωμα. Ἂν ὅμως ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν τελευταία φάση τῆς ζωῆς, τότε καὶ ἡ ζωὴ ἀποκτᾶ τὸ πλῆρες νόημά της μόνο μὲ τὴ συμπερίληψη τοῦ θανάτου. Ὅταν τὸ νόημα τῆς ζωῆς διατυπώνεται χωρὶς νὰ συμπεριλαμβάνεται ὁ θάνατος, εἶναι ἄτοπο, γιατί ὁ θάνατος, ὡς τελευταία φάση τῆς ζωῆς, καταλύει ὅλο τὸ προηγούμενο νόημά της. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνεται, ὅταν κατορθώνει νὰ χωρέσει στὴ ζωή του καὶ τὸν θάνατο. Ἐδῶ ἔγκειται καὶ ἡ σπουδαιότητα τῆς μελέτης τοῦ θανάτου, ποὺ προβάλλεται ἰδιαίτερα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους φιλοσόφους καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ἂν ἡ βιολογικὴ ζωὴ ἐκδιπλώνεται ὡς πάλη μὲ τὸν χρόνο, ποὺ τελικῶς τὴν ἀφανίζει, ἡ πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ προβάλλει ὡς νίκη ἐναντίον τοῦ χρόνου καὶ ἔνταξη στὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἔνταξη στὴν αἰωνιότητα συνδέεται μὲ μία νέα τοποθέτηση καὶ δραστηριοποίηση μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὸ γίνεται φανερὸ καὶ στὴ ζωὴ τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως καὶ γενικότερα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους τους, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ προβλήματά τους, ἡ ἄσκηση τοῦ φιλανθρωπικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ πνευματικοὺ ἔργου τους, καὶ γενικότερα ἡ ὅλη παρουσία καὶ δραστηριότητά τους, δὲν ἦταν προϊόντα κοινωνικῆς συμβατικότητας, ἀλλὰ συνέπειες τῆς τοποθετήσεως καὶ τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς ζωῆς τους ὡς ἀληθινῶν Χριστιανῶν. Ἡ ἀποξένωσή τους ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἡ ταυτόχρονη ἐπανένταξή τους σὲ αὐτόν, ὡς ἀπώλεια ποὺ ἀντιστοιχεῖ μὲ εὕρεση, ὡς ἀλλοτρίωση ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀνάκτηση, τοὺς ἀνέδειξε πραγματικοὺς φωστῆρες τῆς οἰκουμένης· τοὺς ἀπέδειξε Χριστιανοὺς ὄχι «ὀνόματι», ἀλλὰ «πράγματι».

Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποδέχεται τὴν ἀλλοτρίωσή του ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλοτριώνει τὴ ζωή του, ἀλλοτριώνει τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του, καὶ ἐντάσσεται σὲ μία νέα πορεία ζωῆς. Ἡ νέα αὐτὴ πορεία εἶναι ἡ πορεία τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ἡ μετάνοια, ὡς ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου στὸν χρόνο τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ποὺ συμπυκνώνεται στὸν λειτουργικὸ χρόνο, ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο «εἰς οἰκείωσιν Θεοῦ ἀπὸ τῆς διὰ τὴν παρακοὴν γενομένης ἀλλοτριώσεως» (14).

Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ, διατηρεῖ τὸ νόημα καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ὑπάρξεώς του μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴ μνήμη αὐτὴ παραμένει προσηλωμένος καὶ στὴ δική του θεοειδῆ μορφή, ποὺ ἀμαυρώθηκε μὲ τὴν ἀλλοτρίωση ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀθέτηση τοῦ θείου θελήματος. Εἰδικότερα βέβαια γιὰ τὸν Χριστιανὸ ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ συγκεκριμενοποιεῖται μὲ τὴ μνήμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἀνακαινιστικοῦ του ἔργου. Καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς μνήμης τοῦ Χριστοῦ συμπυκνώνεται στὴ θεία Εὐχαριστία. Τὸ μυστήριο αὐτό, ὡς μυστήριο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ, εἶναι μυστήριο τῆς ἀληθινῆς μνήμης του· μνήμης ποὺ δὲν ἐπιστρέφει μόνο στὸ παρελθόν, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ πρὸς τὸ μέλλον· μνήμης ποὺ ὑπερβαίνει τελικὰ τὸν χρόνο καὶ προσλαμβάνεται στὴν αἰωνιότητα καὶ τὴν ἀϊδιότητα τῆς θείας ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας συνδέεται μὲ τὴ μεγαλύτερη συμπύκνωση τοῦ χρόνου μέσα στὸ πλαίσιο τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Ἡ συμπύκνωση αὐτὴ τοῦ χρόνου ἐκφράζεται σαφέστατα στὴ θεία Λειτουργία, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴ Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου. Καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ λειτουργικὴ μνήμη δὲν ἀναφέρεται μόνο στὸ παρελθὸν ἀλλὰ καὶ στὸ μέλλον. Δὲν παρουσιάζεται ὡς ἀνάμνηση αὐτῶν ποὺ ἔγιναν στὸν χαμένο, ἀλλὰ γιὰ τὴν Ἐκκλησία πάντοτε κερδισμένο χρόνο, ἀλλὰ καὶ ὡς πρόγευση αὐτῶν ποὺ ἀναμένονται νὰ συμβοῦν. «Μεμνημένοι οὖν, Δέσποτα, καὶ ἡμεῖς τῶν σωτηρίων αὐτοῦ παθημάτων, τοῦ ζωοποιοῦ σταυροῦ, τῆς τριημέρου ταφῆς, τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανοὺς ἀνόδου, τῆς ἐκ δεξιῶν σοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καθέδρας, καὶ τῆς ἐνδόξου καὶ φοβερᾶς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας».

Μὲ τὴ λειτουργικὴ αὐτὴ συμπύκνωση τοῦ χρόνου δὲν προσφέρεται κάποια συναισθηματικὴ λύτρωση τῶν πιστῶν ἀπὸ τὸ δεσμευτικὸ ἐπίπεδο τῶν αἰσθητῶν, ἀλλὰ ἡ ὑπαρξιακή τους ἀνακαίνιση μὲ ἀναφορὰ στὴν ὑπερβατικὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ καὶ ἡ ἀναγνώρισή του ὡς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας καθιστᾶ δυνατὴ τὴ σταυρικὴ ἢ συνθετικὴ αὐτὴ θεώρηση καὶ μεταμόρφωση τοῦ χρόνου.

Ὁ Μ. Βασίλειος, στυλοβάτης τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, γνώρισε καὶ ἔζησε στὸν ὑψηλότερο δυνατὸ βαθμὸ τὴν κοινοχρησία ὄχι μόνο τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ χρόνου. Ἔδωσε ὄχι μόνο τὰ ὑπάρχοντά του ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸν χρόνο τῆς ζωῆς του στοὺς ἄλλους. Ὁ Χριστιανὸς δὲν ἀντιμετωπίζει τὸν χρόνο ὡς ἀτομική του ἰδιοκτησία, ἀλλὰ ὡς ἀγαθὸ γιὰ κοινὴ χρήση. Ὅταν κρατᾶμε τὸν χρόνο μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, χωριζόμαστε ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Χωριζόμαστε ὄχι μόνο ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν μαζί μας, δίπλα μας. Ἔτσι περιορίζουμε τὸν δικό μας χρόνο καὶ τὴ δική μας ζωή. Γι’ αὐτὸ χρειάζεται νὰ μοιραζόμαστε τὸν χρόνο μας μὲ τοὺς ἄλλους, νὰ τὸν θυσιάζουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κοινωνοῦμε μαζί τους. Προσφέροντας τὸν χρόνο μας προσφέρουμε τὴ ζωή μας, χωρὶς νὰ παύουμε νὰ ζοῦμε οἱ ἴδιοι. Καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ζοῦμε διπλὰ τὸν χρόνο καὶ τὴ ζωή μας, γιατί ζοῦμε ταυτόχρονα στὸν χρόνο καὶ στὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.



Σημειώσεις:

1. Ἀριστοτέλους, Φυσικὰ 218α.

2. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἑξαήμερον 5, PG 29, 13B.

3. Μ. Βασιλείου, Κατὰ Εὐνομίου 1, 21, PG 29, 560B.

4. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ψαλμὸν 114, 5, PG 29, 492C. Πρβλ. καὶ Δ. Τσάμη, Ἡ πρωτολογία τοῦ Μ. Βασιλείου, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 32-33.

5. Γέν. 1, 1.

6. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἑξαήμερον 1, 6, PG 29, 16C-17A.

7. Βλ. Μ. Βασιλείου, Ὁμιλία εἰς Ψαλμὸν 1, 4, PG 29, 220D-21A.

8. Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολὴ 42, 1, PG 32, 349.

9. Βλ. Ι. Γιανναράκη, «Ὁ παγκόσμιος ἐγκέφαλος τοῦ διαδικτύου», Οἰκονομικὸς Ταχυδρόμος, φ. 52 (2590), 25.12.2003, σ. 21.

10. Ἀποκ. 1, 4.

11. Βλ. Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἠσαΐαν 119, PG 30, 312A.

12. Μ. Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 27, 66, PG 32, 192C.

13. Βλ. I. Piquer el Pais, «Τὸ παράδοξο σύμπαν τοῦ Ἀλβέρτου Ἀϊνστάιν». Ἐφημερίδα Καθημερινή, Κυριακὴ 22.12.2002.

14. Μ. Βασιλείου, Περὶ Ἁγίου Πνεύματος 15, 35, PG 32, 128D.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...