Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 18, 2014

π.Χριστόδουλος Χριστοδούλου, : Σχόλιο στην ευαγγελική περικοπή των Δέκα λεπρών (Κυριακή ΙΒ΄ Λουκά)


Χριστόδουλος Χριστοδούλου, πατήρ: Σχόλιο στην ευαγγελική περικοπή των Δέκα λεπρών (Κυριακή ΙΒ΄ Λουκά)
Η ευαγγελική περικοπή της ΙΒ΄ Κυριακής Λουκά αναφέρεται στο θαύμα της ιάσεως δέκα λεπρών ανδρών από το Χριστό. Η θαυματουργική θεραπεία των δέκα λεπρών εντάσσεται στην πορεία του Χριστού προς τα Ιεροσόλυμα.
Όπως προσδιορίζεται στον προηγούμενο της περικοπής στίχο (Λουκ. 17,11) ο Ιησούς «διήρχετο διά μέσου Σαμαρείας καί Γαλιλαίας», κηρύσσοντας δηλαδή το Ευαγγέλιο τόσο προς τους Ιουδαίους, όσο και προς τους Σαμαρείτες, αλλά και τους Εθνικούς.

Το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών προβάλλει ακόμα μία φορά την έννοια της ανατροπής, την οποία φέρνει η έλευση του Χριστού στον κόσμο απέναντι στα κοινωνικά και θρησκευτικά κατεστημένα της εποχής του. Επιπλέον να τονίσουμε ότι ο Ευαγγελιστής Λουκάς δεν ρίχνει το βάρος στο γεγονός της θεραπείας, αλλά στις προεκτάσεις του γεγονότος.
Η διήγηση είναι απλή και σύντομη. Ο Χριστός, ενώ πλησίαζε σ’ ένα χωριό στην περιοχή μεταξύ Σαμάρειας και Γαλιλαίας, συνάντησε δέκα λεπρούς άνδρες, οι οποίοι αφού στάθηκαν σε απόσταση απ’ αυτόν του φώναξαν από μακρυά· «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς». Ὁ προσφώνηση επιστάτα, που σημαίνει κύριε, διδάσκαλε ἀποδίδεται και σε άλλες περιπτώσεις στο Χριστό, μόνο στο κατά Λουκάν ευαγγέλιο (βλ. Λουκ. 5,5· 8,24· 8,45· 9,33· 9,49), όταν οι Μαθητές καλούν το Χριστό σε βοήθεια.

Στο σημείο αυτό βλέπουμε να εκτυλίσσεται το δράμα των ανθρώπων που έπασχαν από την ασθένεια της λέπρας, οι οποίοι υποχρεώνονταν να απομακρυνθούν από την οικογένειά τους και γενικότερα από την κοινωνία, ζώντας περιορισμένοι σε χώρους μακρυά από τις πόλεις και τα χωριά. Γι’ αυτό και ο Ιησούς συναντά τους ανθρώπους αυτούς έξω από την κατοικημένη περιοχή. Επιπλέον, στέκονται σε απόσταση, τηρώντας τα αυστηρά μέτρα υγιεινής για προφύλαξη από τη μετάδοση της νόσου. Στην Παλαιά Διαθήκη και ειδικότερα στο βιβλίο του Λευιτικού καθορίζονται με λεπτομέρεια οι διατάξεις τόσο για την απομόνωση των λεπρών, όσο και οι τελετουργικές πράξεις, οι οποίες έδιδαν το δικαίωμα στους ιερείς να κάνουν διάγνωση αν κάποιος άνθρωπος έπασχε ή όχι από τη λέπρα ή αν είχε θεραπευτεί. Μετά από τη διάγνωση της ασθένειας ο ασθενής κηρυσσόταν μολυσμένος και απαγορευόταν κάθε επαφή μαζί του (βλ. Λευ. 13,46). Πέρα όμως απ’ αυτά που ήταν δικαιολογημένα, αφού η λέπρα θεωρούνταν επιδημική ασθένεια και δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα ιατρικά μέσα για την πρόληψη και θεραπεία της, αυτό που έκανε βαρύτερο το δράμα των ανθρώπων εκείνων ήταν οι διάφορες προκαταλήψεις που απέδιδαν την ασθένεια σε τιμωρία του Θεού. Επίσης η απομόνωση δεν εξυπηρετούσε μόνο λόγους υγιεινής, για την αποφυγή μετάδοσης της ασθένειας, αλλά είχε και θρησκευτικό χαρακτήρα. Οι λεπροί θεωρούνταν μολυσμένοι από θρησκευτικής απόψεως.

Βέβαια ο Χριστός ποτέ δεν αντιμετωπίζει με φόβο ή προκατάληψη τους λεπρούς. Αρκεί να θυμηθούμε την θεραπεία ενός άλλου λεπρού (Λουκ. 5, 12-16), όπου εκεί ο Κύριος ακουμπά τον ασθενή. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αφού γνωρίζουμε ότι οι αυστηρές διατάξεις που απαγόρευαν την επαφή των λεπρών με τους υγιείς, δεν απευθυνόταν μόνο στους λεπρούς, αλλά και στους υγιείς. Ήταν απαγορευμένη η προσέγγιση των λεπρών από τους υγιείς, έστω κι αν αυτό ήταν επιθυμία των δευτέρων. Μιλήσαμε πιο πάνω ότι στη εν λόγω περικοπή εντοπίζουμε από μέρους του Χριστού μία ανατροπή έναντι στα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του. Τον βλέπουμε λοιπόν εδώ στην προκατάληψη, το φόβο και την απόρριψη να απαντά με την αγάπη και τη στοργή, «ποιών το έλεός» του προς αυτούς που τον επικαλούνται με πίστη και προσμονή.

Αυτό κάνει και στην προκειμένη περίπτωση, αλλά όχι με οποιαδήποτε θαυματουργική πράξη ή χειρονομία προερχόμενη απευθείας απ’ αυτόν. Παρόλο όμως που ο Χριστός δεν είχε κανένα φόβο να προσεγγίσει τους δέκα λεπρούς, εν τούτοις επιλέγει με ένα άλλο τρόπο να επιτελέσει τη θαυματουργική θεραπεία τους. Τους προτρέπει να πάνε και να «επιδείξουν εαυτούς» στους ιερείς, οι οποίοι όπως αναφέραμε πιο πάνω είχαν την ευθύνη για τη διάγνωση της ασθένειας ή της θεραπείας απ’ αυτή. «Και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν». Η κίνηση αυτή του Κυρίου έχει τριπλή σημασία: α) φανερώνει τη θαυματουργική δύναμη του λόγου του Χριστού, που ακόμα από απόσταση έχει τη δύναμη να θεραπεύει θαυματουργικά και τις πιο μεγάλες και ανίατες ασθένειες, β) δοκιμάζει την πίστη των δέκα λεπρών, οι οποίοι πράγματι χωρίς αντίρρηση δέχονται την υπόδειξή του, δείχνοντας έτσι εμπιστοσύνη στους λόγους τους και γ) αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της ενέργειας του Σαμαρείτη, ενός εκ των δέκα λεπρών, ο οποίος μόλις διαπίστωσε ότι θεραπεύθηκε επιστρέφει μόνος αυτός για να ευχαριστήσει το Χριστό για την ευεργεσία του.
Το τελευταίο αυτό σημείο έχει κεντρική θέση στη διήγηση, ίσως σημαντικότερη απ’ όση το ίδιο το γεγονός του θαύματος. Ο ευαγγελιστής Λουκάς σκόπιμα αναφέρει τις λεπτομέρειες για την έκφραση ευχαριστίας προς τον Ιησού από μέρους του Σαμαρείτη πρώην λεπρού. Γνωρίζουμε την έντονη εθνική αντίθεση Ιουδαίων και Σαμαρειτών. Οι Σαμαρείτες χαρακτηρίζονται ως αλλοεθνείς από τους Ιουδαίους, οι οποίοι τους κατέτασσαν ανάμεσα στους Εθνικούς. Η αναφορά από τον ευαγγελιστή Λουκά της εθνικότητας του θεραπευθέντος λεπρού αποτελεί έμμεση κριτική κατά των Ιουδαίων, οι οποίοι κατηγορούσαν τους Σαμαρείτες ως αποστάτες του νόμου. Εν τούτοις οι Σαμαρείτες αποδεικνύονται περισσότερο έτοιμοι να δεχθούν τον Ιησού ως Μεσσία (πρβλ. Ευαγγελική περικοπή Σαμαρείτιδος, Ιω. 4, 5-42) μένοντας μακρυά από την τυπολατρική προσκόλληση των Ιουδαίων στις διατάξεις του Νόμου. Στην άσκηση κριτικής απέναντι στη «σκληροκαρδία» των Ιουδαίων αποσκοπούν και οι συνεχείς ρητορικές ερωτήσεις του Χριστού προς το Σαμαρείτη: «Ουχι οι δέκα εκαθαρίσθησαν; Οι δε εννέα πού; Ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος;». Στηλιτεύεται εδώ η αχαριστία του εκλεκτού λαού του Θεού και προβάλλεται η αλήθεια ότι εθνικοί, τελώνες και αμαρτωλοί γίνονται θετικοί αποδέκτες του κηρύγματος του Ευαγγελίου.

Στην πρώτη επίκληση του ονόματος Χριστού από τους δέκα λεπρούς «Ιησού επιστάτα, ελέησον ημάς» συναντήσαμε μία προσευχή παρακλήσεως που μέσα στη λατρευτική εμπειρία της Εκκλησίας την γνωρίζουμε ως τη σύντομη προσευχή «Κύριε, ελέησον». Στις ενέργειες του Σαμαρείτη μετά τη θεραπεία του συναντούμε την δοξολογική προσευχή, την έκφραση ευχαριστίας προς το Θεό. Στην πρώτη προσευχή ο Χριστός απάντησε προσφέροντας τη θεραπεία. Στη δεύτερη απαντά επαινώντας το θεραπευθέντα λεπρό λέγοντας «Αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε». Η πίστη των δέκα λεπρών, η οποία εκφράζεται ως εμπιστοσύνη στο λόγο του Ιησού «πορευθέντες επιδείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι» ήταν η αιτία της θεραπείας. Η επίδειξη ευγνωμοσύνης όμως από το Σαμαρείτη φανερώνει μια άλλη πίστη που ξεπερνά τις σωματικές και υλικές ανάγκες, όπως ήταν η ανάγκη θεραπείας. Αυτή η πίστη είναι που πραγματικά σώζει τον άνθρωπο ψυχή και σώματι, γιατί αυτή αποτελεί το μέσο κοινωνίας με το Θεό, μέσω μίας δοξολογικής διάθεσης.

Συνοψίζοντας τα μηνύματα της ευαγγελικής περικοπής μπορούμε να προβάλουμε επίσης τις προεκτάσεις της στην εποχή μας.
Πρώτο θέμα ο κοινωνικός αποκλεισμός των λεπρών την εποχή του Χριστού, αλλά και κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Παρόμοια καχυποψία, αν όχι και αποκλεισμός ανθρώπων, υπάρχει και στη δική μας σύγχρονη κοινωνία, είτε εξαιτίας μιας ασθένειας, είτε του εθισμού ατόμων σε κάποιες ουσίες. Ο Χριστός όμως αποκαθιστά την αξιοπρέπεια όλων εκείνων των ανθρώπων, των «ελαχίστων», τους οποίους η κοινωνική «ευπρέπεια» είχε θέσει στο περιθώριο και αυτό είναι το μήνυμα του προς τους Χριστιανούς κάθε εποχής.

Η εμπιστοσύνη των δέκα λεπρών προς την προτροπή του Χριστού να πάνε και να δείξουν τους εαυτούς τους στους ιερείς, ενώ προηγουμένως ζήτησαν το έλεός του, μας διδάσκει την υπομονή την οποία πρέπει να έχουμε κατά την προσευχή. Ζητώντας κάτι από το Θεό δεν πρέπει να απαιτούμε την άμεση ικανοποίηση του αιτήματος μας. Ο Θεός γνωρίζει τι και πότε είναι καλύτερο για μας.

Η έκφραση ευγνωμοσύνης προς το Χριστό από μέρους του Σαμαρείτη πρώην λεπρού μας υπενθυμίζει την αξία της ευχαριστίας και δοξολογίας, καθότι οι άνθρωποι πιο εύκολα θυμόμαστε το Θεό στην ανάγκη μας παρά στη χαρά μας. Οι προσευχές μας είναι πολλές φορές γεμάτες από αιτήματα και σχεδόν καθόλου από ευχαριστίες.

Τέλος η άσκηση κριτικής από το Χριστό για την αγνωμοσύνη των Ιουδαίων, οι οποίοι προσκολλημένοι στην τυπολατρική τήρηση των διατάξεων του Νόμου δικαίωναν εαυτούς, φέρνει προ των ευθυνών μας όλους τους σημερινούς πιστούς. Πολύ εύκολα κι εμείς μπορούμε να πέσουμε στην παγίδα της αυτοδικαίωσης, της υποκρισίας και της τυπολατρείας, χάνοντας έτσι την ουσία της σχέσεως με το Θεό, που είναι η έκφραση αγάπης και ευγνωμοσύνης, χωρίς ιδιοτέλεια.

Ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής. (Κυριακή ΙΒ’ Λουκά)



Την Ευαγγελική περικοπή της θεραπείας των δέκα λεπρών αναφέρει μόνο ο ευαγγελιστής Λουκάς, που ως ιατρός, τη διατήρησε στη μνήμη του. είναι από τα τελευταία θαύματα του Κυρίου. Οι δέκα λεπροί ζητούν το έλεος του Θεού, γιατί εμπιστεύονται και αναθέτουν τον εαυτό τους, την υγεία τους, τη ζωή τους στον Χριστό.  Όταν βρίσκεται ο άνθρωπος σε τέτοιες οδυνηρές καταστάσεις αρρώστιας και πόνου, πολύ δύσκολα επιμένει να στηρίζεται στον εαυτό του, γιατί τον βλέπει να καταρρέει και να διαλύεται. Αυτόν τον διαλυόμενο εαυτό του ο άνθρωπος τον εμπιστεύεται στην αγάπη και το έλεος του Χριστού. Γι’ αυτό σε ένα από τα προκείμενα του εσπερινού  ψάλλουμε: «το έλεός Σου, Κύριε Καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου». Γι’ αυτό όταν οι δέκα λεπροί συνάντησαν τον χριστό, κραύγασαν με μεγάλη φωνή: «Διδάσκαλε Ιησού λυπήσου μας,  ελέησέ μας». Και Χριστός  τους πρόσφερε το έλεος Του με τη θαυματουργία Του. στη συνέχεια τους παραγγέλλει: Πορευθέντες επιδείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Οι ιερείς μπορούσαν, σύμφωνα με το Νόμο, να πιστοποιήσουν τη θεραπεία τους. Βλέπουμε ότι ο Χριστός δε ζητά την πίστη  των λεπρών ως προϋπόθεση για την επιτέλεση του θαύματος. Ούτε όμως και από πριν τους διαβεβαίωσε ότι τους έχει θεραπεύσει. Οι λεπροί πήγαν στους ιερείς με απόλυτη εμπιστοσύνη στον λόγο του Χριστού.  Και το θαύμα έγινε. Τους άγγιξε η σωστική και θεραπευτική δύναμης του Κυρίου.  Είδαν ότι έφυγε από το σώμα τους η ανίατη και φοβερή αρρώστια. Οι λεπροί απέκτησαν και πάλι την υγεία τους. Και εδώ βρίσκεται η νέα δοκιμασία τους: την ύπαρξη τους, που απέκτησε από τον Χριστό την υγεία της, θα εξακολουθούν να την εμπιστεύονται στον Χριστό, ή θα τη στηρίζουν στις υγιείς βιολογικές τους δυνάμεις; Το ευαγγέλιο μας λέει ότι οι θεραπευθέντες λεπροί εμπιστεύτηκαν τις φυσικές τους δυνάμεις και ικανότητες. Ξανακλείστηκαν στον εαυτό τους, στον εγωισμό τους, και ξέχασαν τον Ευεργέτη  Κύριο, εφ’ όσον δεν αισθάνονται πλέον την ανάγκη της επικοινωνίας μαζί Του. οι εννέα από τους αυτούς επανήλθαν σε κατάσταση αμαρτίας, αφού η εμπιστοσύνη στον εαυτό τους παραμέρισε την παρουσία και την κοινωνία της αγάπης του Χριστού. Ο ένας όμως από αυτούς είδε πως γιατρεύτηκε, επέστρεψε δοξάζοντας τον Θεό. Και αυτός που γύρισε ήταν αλλοεθνής, Σαμαρείτης. Ο Χριστός βραβεύει την πίστη του, που  τον έσωσε. Ο Σαμαρείτης ευχαριστώντας και δοξάζοντας τον Θεό βρίσκει την ανάσταση της υπάρξεως του. ο Χριστός θέλει αυτή την σωτηρία να την αποδέχονται όλοι οι άνθρωποι. Όταν ο Κύριος ρωτά το Σαμαρείτη: «Μα δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννέα που είναι;» δεν παραπονείται για την απουσία των εννέα. Υπογραμμίζει ότι η αχαριστία είναι «παρά φύσιν» και οδηγεί τον άνθρωπο στην αυτοκαταστροφή. Η αχαριστία παραμερίζει τον Θεό και προβάλλει το θεοποιημένο «εγώ» του ανθρώπου. Ο Κύριος δόξασε τον Θεό Πατέρα Του, όταν υπάκουσε στο θέλημα Του και θυσίασε από αγάπη τον εαυτό Του για την σωτηρία των ανθρώπων. Το ίδιο ζητάει ο Χριστός από εμάς τους ανθρώπους. Να δοξάζουμε τον Θεό προσφέροντας την αγάπη Του στους ανθρώπους και να μην την κατακρατάμε μόνο για τον εαυτό μας. η προσφορά αυτή γίνεται με την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη μας στον Θεό, με την ευχαριστιακή στάση της υπάρξεως μας έναντι του Θεού, των αδελφών μας του εαυτού μας. άλλωστε όσα έχουμε είναι δωρεά του Θεού. Με την αχαριστία όμως και την αγνωμοσύνη προς τον Θεό επαναλαμβάνουμε το προπατορικό αμάρτημα. Δεχόμαστε τις δωρεές του Θεού, αλλά απορρίπτουμε τον Θεό, που με την κοινωνία της αγάπης Του ζωοποιεί την ύπαρξη μας. το κλείσιμο στον εαυτό μας, η φαρισαϊκή αυτάρκεια, η φαινομενικά δυναμική αυτοπεποίθηση, φέρουν τη σφραγίδα της απειλής του θανάτου. Αγαπητοί μου, μέσα στην θεία Λειτουργία μαθαίνουμε κάθε φορά να ευχαριστούμε τον Θεό και να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους. Εδώ βρίσκεται η σωτηρία μας, που είναι η υπέρβαση του θανάτου. Έτσι δε μένουμε μόνο στη σωτηρία του σώματος, όπως οι εννέα λεπροί. Προχωράμε στην αποδοχή της σωτηρίας που είναι ο Χριστός, η αληθινή ευχαριστία του Θεού και του κόσμου. Και τότε μέσα από την καρδιά μας αναφωνούμε: «Τα σά εκ των σών σοί προσφέρουμε, Κύριε, κατά πάντα και δια πάντα». Αμήν

Κυριακή ΙΒ Λουκά Οἱ ἀσθένειες τῶν ἀνθρώπων (Λουκ ιζ, 12-19) Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ





«Ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν»

Ὅλες οἱ διατάξεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης «τυπικὰ ἦν καὶ συμβολικὰ καὶ σκιώδη», δηλαδὴ ἦταν συμβολικὲς καὶ εἶχαν τὴ σημασία τους (Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς). Π.χ. ἡ λέπρα ἦταν ἀρρώστια φρικτὴ καὶ ἀποτρόπαιη, γι’αὐτὸ καὶ διέταζε ὁ Μωσαικὸς νόμος ὅσοι ἔχουν προσβληθεῖ στὴν πόλη ἀπ’ αὐτὴν νὰ μὴν κατοικοῦν μέσα σ΄αὐτήν, ὅπως ἐπίσης δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσει ἕνας ὑγιής τοὺς λεπρούς. Τὸ ἴδιο συνέβαινε καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ εἶχαν πυορροοῦσες πληγὲς ἢ ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς νεκρούς. Προκειμένου νὰ ἀποτινάξουν τὸ μίασμα ὅσοι εἶχαν ἔλθει σὲ ἐπαφὴ μὲ ὅλους αὐτούς, ἔπρεπε νὰ ὑποστοῦν καθαρμοὺς ἢ νὰ κάνουν ἐξιλαστήριες θυσίες καὶ προσευχές. Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε τὸν Κύριο νὰ θεραπεύει δέκα λεπροὺς καὶ νὰ τοὺς ἀποδίδει ὑγιεῖς στὸ κοινωνικὸ σύνολο. Αὐτὸ ὅμως μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσουμε γιὰ τὴν ἀρρώστια καὶ τὶς αἰτίες ποὺ τὴν προκαλοῦν.



Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ἡ αἰτία τῶν ἀσθενειῶν

Οἱ ἀρρώστιες δὲν εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ποιητὴς τῶν καλῶν κι ὄχι τῶν δυσαρέστων καὶ ὀδυνηρῶν. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησεν, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γεν 1,31). Ἡ ἀρρώστια ἔχει τὴν αἰτία καὶ τὴ ρίζα της στὴν ἁμαρτία. Αἰτία τῶν σωματικῶν ἀσθενειῶν, λέγει ὁ Χρυσόστομος, εἶναι «ἡ πονηρία τῆς γνώμης». Τὰ περισσότερα νοσήματα αἰτία ἔχουν τὴν ἁμαρτία. Κατ’ ἀρχὴν ὁ Θεὸς μᾶς δημιούργησε χωρὶς φροντίδες καὶ ἀρρώστιες. Ἔπεσε ὅμως ὁ ἄνθρωπος στὴν ἁμαρτία, διεφθάρη ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ παρουσιάζει ἀτέλειες καὶ ἀρρώστιες. Ἀργότερα βέβαια, ὅταν γίναμε ἀδύναμοι βρῆκε τὴν εὐκαιρία ὁ διάβολος καὶ προκάλεσε κι αὐτὸς ἀσθένειες στὸν ἄνθρωπο. Παράδειγμα ἡ συγκύπτουσα, γιὰ τὴν ὁποία εἶπε ὁ Χριστός: «ταύτην δὲ θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη» (Λουκ. 13,16). Ἐπίσης ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του ἔμεινε καθηλωμένος τριάντα ὀκτὼ χρόνια ὁ παραλυτικὸς (Ἰωάν. 5,14).



Ὁ Χριστὸς εἶναι ἰατρός μας

Ὁ Χριστὸς θεράπευσε, κατὰ τοὺς Πατέρες, «πᾶσαν τὴν λεπρωθεῖσαν φύσιν». Γεύθηκε ὁ ἴδιος τὸν θάνατο γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὰ κακά τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς μας, ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἡ ἀρρώστια. Αὐτός, κατὰ τὸν προφήτη Ἠσαΐα, «τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν» (Ματθ. 8,17). Αὐτὸς θεράπευσε «τοὺς κακῶς ἔχοντας» (ὅπ. π. στίχ. 16). Ὄχι μόνο θεράπευσε σωματικά τοὺς ἀρρώστους ἀλλὰ καὶ ψυχικά.



Οἱ ἀρρώστιες τῶν ἀνθρώπων

Πράγματι ὁ Χριστὸς μπορεῖ νὰ θεραπεύσει τὰ σωματικὰ καὶ ψυχικά μας νοσήματα. Εἴμαστε ὅμως ἄξιοι νὰ θεραπευθοῦμε; Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς πολλὲς φορὲς ἀσθένειες τοῦ σώματος ἔχουν ἐπίδραση στὴν ψυχή μας καὶ ἁμαρτίες τῆς ψυχῆς ἔχουν ἄμεσο ἀντίκτυπο στὸ σῶμα. Ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων εἶναι ὁ Χριστός. Ἕνας ἀρχαῖος ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας Τὸν ὀνομάζει «ἀρχίατρον ἐπιστήμονα». Ὅπου ὑπάρχει ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκόμη εἶναι παρατηρημένο πὼς οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι καλύτερα ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀσθένεια μὲ ἐλπίδα καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸ Θεό. Ἀντίθετα, ὅσοι βρίσκονται σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὸν Θεὸ ταλαιπωροῦνται πιὸ πολύ. Δὲν ἠρεμοῦν, εἶναι ἀπότομοι, σκληροὶ καὶ ἰδιοτελεῖς. Ἁμαρτία καὶ ἀρρώστια συνδέονται.

Ἀδελφοί μου, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ μυστήρια εἶναι ἕνα ἰατρεῖο ἀδάπανο. Δὲν καταργεῖ τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη. Ἀντίθετα τὴν βοηθεῖ πολὺ στὸ ἔργο της. Ἡ πίστη στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ μετάνοια μᾶς ἀφαιροῦν τὶς ἁμαρτίες καὶ μᾶς πλησιάζουν μὲ περισσότερο θάρρος στὸν Χριστὸ γιὰ νὰ θεραπευτοῦμε. Σὲ μᾶς ὅλους ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Κυρίου μας: «Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;». Περιμένει ἀπὸ μᾶς νὰ ποῦμε: «Ναὶ Κύριε» (Ματθ. 9,28). Μ’αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ πλησιάζουμε τὸν θεραπευτὴ Ἰησοῦ στὴν Ἐκκλησία μας. Ἀμήν.


Οἱ δέκα λεπροὶ (Λουκ. ιζ,12—19) Ἀρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος





Εἴδομεν, ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπεμακρύνθη τῆς Ἱερουσαλὴμ ἀποφεύγων τὸν φθόνον τῶν Φαρισαίων μετὰ τὴν ἀνάστασιν τοῦ Λαζάρου. Μετέβη δὲ εἰς τὴν Ἐφραίμ, πλησίον τῆς Βαιθήλ. Ἐκεῖθεν προχωρεῖ βορειότερον καὶ φθάνει εἰς τὰ σύνορα Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας. Ἐκεῖθεν προτίθεται διὰ τῆς Περσίας νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Ἱερουσαλήμ. Ὁ Λουκᾶς λέγει : « Ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας » . Ὁ Κύριος δηλαδὴ προτιθέμενος νὰ μεταβῇ εἰς Ἱεροσόλυμα, ἵνα σταυρωθῇ, εὑρίσκεται εἰς τὰ ὅρια Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας. Ἐκεῖ « εἰσερχομένου τοῦ Ἰησοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἵ ἔστησαν πόρρωθεν». Οὗτοι ἐσταμάτησαν μακράν, διότι αὐτὸ ἐπέβαλεν ἡ παράδοσις. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἦσαν μακρὰν « ἦραν φωνὴν » ἐφώναξαν « λέγοντες Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς ». Οἱ λεπροί, ὡς νομικῶς ἀκάθαρτοι, εὑρίσκοντο μακρὰν τῶν πόλεων. Οἱ λεπροὶ οὗτοι ἀντὶ νὰ φωνάξουν, ὡς ἦσαν ὑποχρεωμένοι « ἀκάθαρτοι » , φωνάζουν καὶ ζητοῦν νὰ καθαρισθῶσιν ἐκ τῆς λέπρας, νὰ θεραπευθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Κύριος « ἰδὼν » αὐτοὺς « εἶπεν αὐτοῖς˙ πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι ». Ὁ Κύριος ἀποστέλλει αὐτοὺς ἀθεραπεύτους εἰς τοὺς ἱερεῖς, ἵνα δοκιμάσῃ τὴν πίστιν καὶ ὑπακοὴν αὐτῶν. Ἀποστέλλει δὲ αὐτοὺς εἰς πολλοὺς ἱερεῖς, διότι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν θὰ μετέβαινεν εἰς τὸν πλησιέστερον ἱερέα Του, ὁ δὲ Σαμαρείτης εἰς τὸν ἐν ὄρει Γαριζὶν ἱερέα Του. Οἱ ἱερεῖς τότε εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάζωσι τοὺς θεραπευθέντας λεπρούς, νὰ βεβαιώνωσι τὴν θεραπείαν των καὶ νὰ δίδωσιν ἄδειαν ἐλευθέρας ἐπικοινωνίας μὲ τοὺς ὑγιεῖς. Διά τοῦτο ἀποστέλλει ὁ Χριστὸς τοὺς λεπροὺς πρὸς αὐτούς. Πλὴν αὐτοῦ οἱ ἱερεῖς βλέποντες τὴν θαυματουργικὴν θεραπείαν αὐτῶν θὰ ἐβεβαιοῦντο διὰ τὴν θείαν δύναμιν τοῦ Κυρίου.

« Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἐπίστευσαν οἱ λεπροὶ καὶ ὡς ἀμοιβὴ τῆς πίστεως των, ἐνῷ μετέβαινον πρὸς τοὺς ἱερεῖς, ἦλθε καθ’ ὁδὸν ἡ θεραπεία των. « Εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη » εἷς μόνον ἐξ αὐτῶν ἰδὼν ὅτι ἐθεραπεύθη « ὑπέστρεψε » ἐπέστρεψε καὶ « μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ ». Ἡ μεγάλη φωνή του, τὸ πέσιμον κατὰ γῆς μὲ τὸ πρόσωπον κάτω εἰς τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἡ εὐχαριστία του, ἦσαν τρία δείγματα μεγάλης εὐγνωμοσύνης. Tό δὲ κορύφωμα αὐτῶν « καὶ αὐτὸς ἦν » ὁ λεπρὸς οὗτος ἦτο ὄχι Ἰουδαῖος, ἀλλὰ « Σαμαρείτης ». Οἱ 9 Ἰουδαῖοι λησμονοῦν τὴν εὐεργεσίαν, τὴν ἐνθυμεῖται μόνον εἷς, ὁ Σαμαρείτης !

Ὁ Κύριος ἐλέγχων τὴν ἀχαριστὶαν τῶν 9 καὶ ἀμείβων τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἑνὸς λέγει : « Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ » εἶναι ; « οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ » δὲν ἐπέστρεψαν νὰ εὐχαριστήσουν τὸν Θεὸν «εἰμὴ ὁ ἀλλογενὴς» παρὰ μόνον ὁ Σαμαρείτης « οὗτος » ; Οἱ Σαμαρεῖται ἦσαν φυλετικῶς καὶ θρησκευτικῶς μῖγμα Ἰουδαϊσμοῦ καὶ εἰδωλολατρείας. Οἱ Ἰουδαῖοι ἦσαν ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ καὶ ἐλάτρευον τὸν ἀληθινὸν Θεόν. Καὶ ὅμως εὐγνώμων ἐφάνη ὁ εἷς Σαμαρείτης καὶ ἀγνώμονες οἱ 9 Ἰουδαῖοι. Ὁ Κύριος « εἶπεν αὐτῷ˙ ἀναστάς πορεύου » σήκω καὶ πήγαινε « ἡ πίστις σου σέσωκέ σε ». Πίστιν εἶχον καὶ οἱ ἄλλοι, διότι « ἐν τῷ ὑπάγειν ἐκαθαρίσθησαν» δὲν εἶχον ὅμως εὐγνωμοσύνην. Διά τοῦτο ἐκεῖνοι ἐσώθησαν μόνον σωματικῶς. Ὁ Σαμαρείτης ὅμως οὗτος ἐσώθη καὶ ψυχικῶς. Οἱ ἐννέα Ἑβραῖοι λεπροὶ ἐνόμισαν, ὅτι εἶχε ὑποχρέωσιν ὁ Κύριος νὰ τοὺς θεραπεύσῃ. Διά τοῦτο δὲν τὸν ηὐχαρίστησαν. Συνήθισαν μὲ τὰς θείας εὐεργεσίας καὶ φαίνονται ἀχάριστοι !


 



Θέμα: Εὐεργεσία — Εὐγνωμοσύνη.

Ἡ λέπρα εἶναι ἡ χειροτέρα νόσος. Τὰ ἐνδύματα τοῦ λεπροῦ εἶναι ῥάκη. Κάτω ἀπὸ αὐτὸ ὑπάρχει δέρμα λευκὸν ῥυτιδωμένο, σκασμένο, πρησμένο, παραμορφωμένο, ὥστε νὰ συγχέωνται φῦλον, φυλή, ἡλικία. Τὰ μάτια τοῦ λεπροῦ εἶναι καταβροχθισμένα, χέρια φουσκωμένα, χείλη πρησμένα, ὥστε ἡ ὁμιλία καθίσταται ἐπίπονος. Ἕνα κομμάτι ψωμί, ἕνας ντενεκὲς γιὰ νὰ πίνουν νερὸ καὶ χαλάσματα σπιτιοῦ εἶναι μεγάλη ἐλεημοσύνη δι’ αὐτούς. Ἀπὸ τόση συμφορὰ ἁπαλλαγέντες οἱ 9 ἐφάνησαν ἀχάριστοι. Ὁ Κύριος προεγνώριζε τὴν ἀχαριστίαν καὶ ὅμως τοὺς ἐθεράπευσεν. Ὥστε δύο πράγματα ἔχομεν ἐδῶ. Εὐεργετούμενους, εὐεργετοῦντα. Ἂς ἴδωμεν καὶ τοὺς δύο.

1) Εὐεργετούμενοι. Οἱ δεχόμενοι τὴν εὐεργεσίαν πρέπει νὰ εὐχαριστοῦν. Ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι ἡ μόνη ἀρετή, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τὰ ζῷα καὶ φθάνει εἰς τοὺς Ἀγγέλους, ἀπὸ τὰ ἄγρια θηρία μέχρι τὰ Σεραφείμ. Μάλιστα ! Ἡ εὐγνωμοσύνη εἰς τὰ οἰκιακὰ ζῷα. Τὸ ἄλογο μὲ τὸ χρεμέτισμά του, τὸ βόδι μὲ τὸ μούγκρισμά του, τὰ κοτόπουλα μὲ τὸ φτερούγισμά των, πρὶν λάβουν τὴν τροφὴν μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ κυρίου των, ὅταν τὴν λάβουν, δεικνύουν τὴν εὐγνωμοσύνην των. Ὁ ἄνθρωπος πολλὰ ζῷα καβαλικεύει, δέρνει, τὰ γδέρνει, πίνει τὸ γάλα, καματεύει, τὰ τρώγει καὶ ὅμως αὐτὰ ἐνθυμοῦνται τὸ καλό, ὅταν τὰ ἔτρεφε ! Ὁ σκύλος μὲ τὸ χαρωπὸ γαύγισμά του, τὸ μαλακὸ παιχνιδιάρικο δάγκωμά του, τὴν κίνησιν τοῦ σώματος, τῆς οὐρᾶς του, μὲ τὸ τρίψιμό του εἰς τὰ πόδια τοῦ κυρίου του πρὸ τῆς εὐεργεσίας καὶ μετὰ ταύτην ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του.

Ἀλλὰ καὶ τὰ ἄγρια θηρία εὐγνωμονοῦν. Ὁ ἐλέφας τοῦ Πύρρου, βασιλέως τῆς Ἠπείρου, ἰδὼν τὸν ἀφέντην του νεκρὸν ὁρμᾷ, λαμβάνει αὐτὸν διὰ τοῦ στόματος καὶ διὰ τῆς προβοσκίδος του θέτει εἰς τὸν ὦμόν του καὶ πατῶν φίλους καὶ ἐχθροὺς ἀποθέτει αὐτὸν εἰς τὴν πύλην τῆς πόλεως. Ὁ εὐπατρίδης Γάλλος Γοδεφρίδος Δὲ λὰ Τόρρε, ἰδὼν εἴς τι δάσος λέοντα ὑπὸ ὄφεως περισφιγγόμενον, φονεύει τὸν ὄφιν καὶ ἐλευθερώνει τὸν λέοντα. Ὁ λέων οὗτος ἀκολουθεῖ τὸν εὐεργέτην του μέχρι τοῦ πλοίου, ἔνθα ἐπεβιβάσθη ὁ Γάλλος εὐπατρίδης. Ὁ λέων μὴ γενόμενος δεκτὸς εἰς τὸ πλοῖον ἀκολουθεῖ τὸ πλοῖον κολυμβῶν μέχρις ὅτου ἐπνίγη. Αὐτὰ συμβαίνουν εἰς τὰ ἥμερα καὶ ἄγρια ζῷα ἐδῶ.

Ἀλλὰ ἡ εὐχαριστία εἶναι καὶ εἰς τὸν Οὐρανόν. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἰς τὸ κεφ. ΙV τῆς Ἀποκαλύψεώς του μᾶς περιγράφει τὰ ἑξῆς : Ἄνοιξαν τὰ Οὐράνια καὶ εἶδε τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπεράνω αὐτοῦ ἐν ἡμικυκλίῳ τὸ ἑπτάχρωμον Οὐράνιον τόξον. Ἔμπροσθεν τοῦ θρόνου ἦσαν 24 θρόνοι. Ἐκεῖ ἐκάθηντο ἰσάριθμοι γέροντες καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἁπλώνετο θάλασσα ἤρεμος σἄν τὸ γυαλί, ὑαλίνη θάλασσα ὀνομαζομένη. Σὲ μία στιγμὴ ἀκούονται φωναί, κραυγαί, ἀστραπαί. Ἐγείρονται οἱ γέροντες οὗτοι, λαμβάνουσι τὰ χρυσᾶ στεφάνια, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰς τὰς κεφάλας των, ἀποθέτουσι αὐτὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ λέγουσι πλήρεις εὐγνωμοσύνης˙ «ἄξιος εἶ σύ, Κύριε, λαβεῖν δόξαν καὶ τιμήν». Ὑπάρχει μεγαλύτερος βαθμὸς εὐγνωμοσύνης ἀπὸ τὸ νὰ θεωρῇς ἀνάξιον τὸν ἑαυτόν σου τῆς τιμῆς ; Ὄχι. Αὐτὸ κάμνουσιν οἱ ἐν Οὐρανοῖς ἅγιοι καὶ Ἄγγελοι καὶ ἰδίᾳ τὰ Σεραφείμ, τὰ ὁποῖα ὑμνοῦν τὸν Θεὸν ἀκαταπαύστως. Ὥστε εὐχαριστίαν δίδουν τὰ ζῷα ἥμερα καὶ ἄγρια καὶ οἱ ἐν Οὐρανῷ ἄγγελοι καὶ ἅγιοι.

Οἱ ἄνθρωποι ὅμως ; Οὗτοι εἶναι ἀχάριστοι πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις. Μάλιστα ! Τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποθνῄσκει εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐνωρίτερον; Ὁ Ἀριστοτέλης ἀπαντᾷ: Ἡ δοθεῖσα χάρις, ἡ εὐεργεσία. Καὶ βλέπομεν ἀνθρώπους νὰ φέρωνται ἀγνώμονες πρὸς τοὺς εὐεργέτας των. Ἀδελφὴ ὑπανδρευθεῖσα ἐκ τῶν θυσιῶν τῶν ἀδελφῶν της μένει ἀσυγκίνητη εἰς τὴν δυστυχίαν των. Φίλος βοηθηθείς κατὰ τὰ ἔτη τῆς κατοχῆς ὑπὸ φίλου του, τώρα δὲν τὸν γνωρίζει. Υἱὸς μορφωθείς ὑπὸ γονέων, τώρα εὑρισκόμενος εἰς κύκλον μορφωμένων ἐντρέπεται νὰ τοὺς συστήσῃ, διότι οἱ γονεῖς του εἶναι ἀγράμματοι. Υἱὸς καὶ κόρη ἀνετράφησαν ὑπὸ γονέων, οἵτινες ὑπέμειναν τὰς βρεφικάς καὶ παιδικάς ἀδυναμίας καὶ παραξενιὲς των καὶ αὐτοὶ δὲν ὑπομένουν τὶς γεροντικὲς παραξενιές.

Περισσοτέραν ὅμως εὐεργεσίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ εἰς Αὐτὸν ὀφείλομεν περισσοτέραν εὐγνωμοσύνην. Καὶ ἰδού. Ἡ θεραπεία τῶν 10 λεπρῶν δὲν ἔγινεν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ ὅπως λέγει τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον «ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἐνῷ ἐβάδιζον πρὸς τοὺς ἱερεῖς, ἔπεσεν ἡ λέπρα. Ἐνταῦθα ἔχομεν φανερόν μὲν τὸ γεγονὸς τῆς θεραπείας, κρυφὴν καὶ οὐχὶ ἄμεσον τὴν θεραπείαν. Ἑπομένως ἔχομεν μίαν εὐεργεσίαν τοῦ Κυρίου φανερὰν καὶ ἀφανῆ. Ὅ,τι ἔκαμεν ὁ Κύριος τότε εἰς τοὺς λεπρούς, τὸ κάμνει σήμερον καὶ εἰς ἡμᾶς. Μᾶς εὐεργετεῖ ἀφανῶς καὶ φανερῶς. Ποσάκις εἰς τὰ ταξίδια, τὰ ὁποῖα ἐκάμαμεν μὲ αὐτοκίνητα, τραῖνα, ἀτμόπλοια διετρέξαμεν κινδύνους ἐν ἀγνοίᾳ μας, τοὺς ὁποίους ὁ διάβολος ἐχάλκευσε καὶ ὁ Θεὸς ἐρρύσατο ἡμᾶς χωρὶς νὰ λάβωμεν γνῶσιν οὔτε τῶν κινδύνων οὔτε τῆς λυτρώσεως ἐξ αὐτῶν ; Μήπως κατὰ τὰς νεκροψίας δὲν παρετηρήθη, ὅτι ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἐθανάτωσαν τράμ, τραῖνα, αὐτοκίνητα, ἔπασχον ἐκ φυματιώσεως, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἠγνόουν, διότι οὐδέποτε εἶχον ὁμιλήσει περὶ αὐτῆς, εὑρέθησαν ὅμως αὐτοθεραπευμένοι κατὰ τὴν νεκροψίαν; Πῶς ἐθεραπεύθησαν οὗτοι ; Ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ μήπως τὸ ἴδιον δὲν βεβαιώνει καὶ ὁ Κύριος, ὅταν λέγῃ πρὸς τὸν Ἀπόστολον Πέτρον, ὅτι ὁ Σατανᾶς « ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ τὸν κοσκινίσῃ καὶ Αὐτὸς ἐδεήθη περὶ τούτου, ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις του ». Τὸ αὐτὸ ἔγινε καὶ εἰς τὸν Ἰώβ, ὅτε ἐπειράσθη ὑπὸ τοῦ Σατανᾶ καὶ ἀπηλλάγη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Πόσα συμβούλια, διαβούλια καθ’ ἡμῶν ἀνθρώπων κακῶν δὲν διέλυσε καὶ ἐξηνέμισεν ὁ Θεὸς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκοιμώμεθα ἤρεμοι καὶ ἥσυχοι !

Αἱ εὐεργεσίαι τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ φανεραί. Πόσαι αἱ φανεραί εὐεργεσίαι τοῦ Θεοῦ ! Ὅλοι μας ἔχομεν τὰς γενικάς καὶ ὁ καθένας τὰς ἰδιαιτέρας του. Μᾶς ἔδωκε τὸν ἥλιον, σελήνην, ἀστέρας, ζῷα, φυτά, θάλασσαν, τὸ ὀξυγόνον τοῦ ἀέρος, τὸ σῶμά μας, τὴν ψυχήν μας, τὸ σῶμά Του, τὸ αἷμά Του, τὸ Πνεῦμα Του τὸν ἑαυτὸν Του διὰ τῆς θείας μεταλήψεως. Ἰδοὺ αἱ γενικαὶ δωρεαί. Αἱ ἰδιαίτεραι ὅμως ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν; Τὰς γνωρίζει ὁ καθένας μας χωριστὰ καὶ εὐχαρίστως πρέπει ν’ ἀναπολῇ εἰς τὴν μνήμην του τὰς ἰδιαιτέρας αὐτάς δωρεάς. Αὗται φανεραὶ καὶ ἀφανεῖς ἀφοροῦν τὴν παροῦσαν ζωήν. Ὑπάρχουν ὅμως φανεραὶ καὶ ἀφανεῖς εὐεργεσίαι. Αὗται ἀφοροῦν τὴν Μέλλουσαν ζωήν, αἵτινες εἶναι φανεραί, διότι πιστεύομεν ἀκραδάντως εἰς αὐτάς, εἶναι δὲ ἀφανεῖς, διότι εἶναι μέλλουσαι. Πόσον ἀνώτεραι εἶναι αὗται τῶν δύο προηγουμένων ! Ἐκεῖ θὰ ἔχωμεν ὄχι σῶμα καὶ αἷμα ὑπὸ τύπον ἄρτου καὶ οἴνου, ἀλλὰ «ὀψόμεθα Αὐτὸν καθώς ἐστι». Ἐκεῖ θὰ ἴδωμεν ὄχι ἥλιον ὑλικόν, ἀλλὰ τὸν τῆς δικαιοσύνης ἥλιον, τὸν Χριστόν, ὄχι ζῷα καὶ φυτά, ἀλλὰ ἀγγέλους, ἁγίους, τὸ ξύλον τῆς ζωῆς, ὄχι ζωήν, ἀλλὰ αἰωνιότητα, ὄχι κτήματα, γῆν, ἀλλὰ Οὐρανόν.

Ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν ὁποία εὐγνωμοσύνη ! Ὁ λεπρὸς ἐπιστρέψας προσέπεσεν εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ. Καὶ ἡμεῖς γενικῶς πρωΐαν καὶ ἑσπέραν πρέπει γονυπετῶς νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεὸν διὰ τὰς γενικάς εὐεργεσίας, εἰς πᾶσαν δὲ ἄλλην ὥραν διὰ τὰς ἰδιαιτέρας δωρεάς. Μακρὰν ἡ μεμψιμοιρία διὰ τὰ ἐλλείποντα. Ἰδὲ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔχεις καὶ φρόντισε νὰ χαρῇς δι’ αὐτὰ καὶ νὰ τὰ χαρῇς δοξάζων τὸν Θεόν. Οἱ Ἑβραῖοι ἔτρωγον Μάννα εἰς τὴν ἔρημον καὶ ἐνεθυμοῦντο τὰ σκόρδα τῆς Αἰγύπτου. Ἐνθυμούμενοι δὲ ἐκεῖνοι καὶ ἐθελοτυφλοῦντες ἐμεμψιμοιροῦσαν διὰ τὸ Μάννα. Πόση ἀχαριστία !

Ἀλλὰ 2)Εὐεργετοῦντες.Ὁ Κύριος προεγνώριζε τὴν ἀχαριστίαν τῶν 9 καὶ ὅμως ἔκαμε τὸ καλό. Δὲν παρεπονέθη εἰς τὸν ἕνα ἐκ τῶν 10, ἀλλὰ ἐλέγχει τοὺς ἀχάριστους καὶ ἐμμέσως ἀμείβει τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἑνός. Πρέπει λοιπὸν καὶ σὺ νὰ κάμνῃς τὸ καλὸν χωρὶς νὰ περιμένῃς ἐδῶ ἀμοιβήν. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν εὐεργετοῦντα, ὁ ὁποῖος περιμένει ἐδῶ ἀμοιβήν. Τὰ 9/10 ἐκ τῶν εὐεργετουμένων εἶναι ἀχάριστοι καὶ τὸ 1/10 εἶναι εὐγνώμονες. Σὲ δέκα ἔκαμες καλὸ; Ὁ ἕνας θὰ σοῦ εἴπῃ εὐχαριστῶ. Πόσην λύπην λοιπὸν θὰ δοκιμάσῃς, ἂν περιμένῃς ἐδῶ εὐγνωμοσύνην ! Θὰ παύσῃς νὰ κάμῃς τὸ καλόν, ἂν περιμένῃς ἐδῶ ἀναγνώρισιν τοῦ καλοῦ. Ἡ κυρία ἀμοιβὴ τοῦ καλοῦ δὲν εἶναι ἐξωτερικὴ εἰς χρῆμα ἤ εἰς ἔπαινον, ἀλλὰ μέσα μας. Ἡ χαρὰ τὴν ὁποίαν δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον κάμνει, πρέπει νὰ εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ μὴ τὴν σβύνῃ οὔτε ἡ ἀχαριστία οὔτε καὶ ἡ ἀντὶ τοῦ μάννα χολὴ τοῦ εὐεργετουμένου. Τοῦτο θὰ γίνῃ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι προδιατεθειμένος νὰ μὴ περιμένῃ ἐδῶ ἀμοιβὰς διὰ τὸ καλόν. Ὅταν περιμένῃς καὶ ζητῇς τὴν ἀμοιβήν σου ἐδῶ, δὲν ἀποκλείεται νὰ σοῦ εἴπῃ ἐκεῖ ὁ Θεός, ὅπως εἶπε εἰς τὸν πλούσιον «ἀπέλαβες τὰ ἀγαθά σου...» ἐπληρώθηκες! Ἐπὶ πᾶσι τούτοις προσθέσατε, ὅτι ἡ ζήτησις τῆς ἀμοιβῆς ἐδῶ προϋποθέτει, ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη σου δὲν εἶναι δωρεά, ἀλλὰ ἐμπόριον, συναλλαγή. Ὥστε κάμε τὸ καλὸν δωρεάν!

Ἑπομένως εἶσαι φίλος καὶ δρέπεις τὴν ἀχαριστίαν ἀπὸ τὸν φίλον σου. Μὴ βαρυγομᾶς, διότι ὅσον φωνάζεις κατ’ αὐτοῦ, τόσον ἐντονώτερον διακηρύττεις, ὅτι τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον ἔκαμες δὲν ἦτο δωρεά, ἀλλὰ ὑπολογισμός σου. Εἶσαι ἀδελφὴ καὶ περιφρονεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ εὐεργετηθέντος. Ὅσον καταρᾶσαι αὐτόν, τόσον δείχνεις, ὅτι δὲν πιστεύεις εἰς τὴν ἄλλην ζωήν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν παροῦσαν. Εἶσαι μητέρα ἤ πατέρας καὶ περιφρονεῖσαι ὑπὸ τῶν παιδιῶν σου. Καταρᾶσαι τὰ παιδιά σου. Ὄχι. Πρέπει νὰ στενοχωρῆσαι ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν σου, ἀλλὰ διὰ τὸ κατάντημα τῶν παιδιῶν σου. Πόσας ὕβρεις δὲν ὑπομένει ὁ Θεὸς καθημερινῶς ἐκτοξευομένας κατὰ τοῦ Ἁγίου ὀνόματός Του ! Ἑπομένως κάμε τὸ καλὸν καὶ ρίψε το στὸ γυαλό, ὅπως λέγει ἡ λαϊκὴ παροιμία. Μὴ τὸ ζητῇς. Μὴ τὸ σκέπτεσαι, θὰ τὸ εὕρῃς εἰς τὸν Οὐρανόν. λέγει ὁ Θεός.

Σπουδαιότατον παράδειγμα εὐεργεσίας καὶ εὐγνωμοσύνης εἶναι τὸ ἑξῆς: Ρωμαῖός τις δοῦλος ὀνόματι Ἀνδροκλῆς βασανιζόμενος ἐν Ἀφρικῇ ὑπὸ τοῦ πλουσίου κυρίου του ἐδραπέτευσεν εἰς ἔρημον τινα τόπον καὶ ἔμενεν ἐντὸς σπηλαίου. Ἡμέραν τινὰ εἰσέρχεται ἐντός τοῦ σπηλαίου λέων τις χωλαίνων καὶ ὑποφέρων πολλοὺς πόνους, διότι ἔφερεν ἄκανθαν ἐπὶ τοῦ ποδός. Ὁ Ἀνδροκλῆς ἐξάγει τὴν ἄκανθαν καὶ ὁ λέων εὐγνωμονῶν κυλίεται εἰς τοὺς πόδας τοῦ εὐεργέτου του γλύφων αὐτούς. Ὁ λέων ἀπῆλθεν. Ὁ Ἀνδροκλῆς ἐξέρχεται ἐκ τοῦ σπηλαίου, ἵνα συλλέξῃ χόρτα πρὸς τροφήν του. Ἐκεῖ συναντᾷ Ρωμαῖον στρατιώτην, ὁ ὁποῖος αἰχμαλωτίζει τὸν Ἀνδροκλῆ. Κατόπιν ἀνακρίσεως, ὡς δοῦλος δραπετεύσας ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ κυρίου του, καταδικάζεται ὁ Ἀνδροκλῆς νὰ ῥιφθῇ εἰς τὰ θηρία τῆς Ρώμης πρὸς τέρψιν τοῦ λαοῦ. Ἐρρίφθη καὶ ἐξαπελύθη ἐναντίον αὐτοῦ λέων τις πεινασμένος. Ἀλλὰ ὁ λέων οὗτος ἦτο ὁ εὐεργετηθείς ὑπὸ τοῦ Ἀνδροκλέους. Ὅταν τὸ θηρίον εἶδε τὸν εὐεργέτην του, κυλίεται πρὸ τῶν ποδῶν του χωρὶς νὰ τὸν ἐγγίσῃ. Ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτωρ Καλλιγούλας ἀπέλυσε τὸν ἄνθρωπον τοῦτον χάριν τῶν αἰσθημάτων τοῦ ζῴου. Ὁ Ἀνδροκλῆς ἔκαμε τὸ καλὸν ἄνευ ὑπολογισμοῦ, ὅτι τὸ ζῷον θὰ ἀνταπέδιδε τὴν καλωσύνην. Τὸ ζῷον ὅμως εὐγνωμονεῖ.

Ὥστε, ἀναγνῶστά μου, ὅταν εὐεργετῆσαι, πρέπει νὰ εἶσαι εὐγνώμων. Εὐεργετῶν δὲ μὴ ζήτει ἀμοιβήν. Παρουσίασα δύο πηγάς χαρᾶς ἀντιθέτους. Ἔσο εὐγνώμων, ὅταν εὐεργετῆσαι. Μὴ ζήτει ἀπὸ τοὺς ἄλλους νὰ εἶναι εὐγνώμονες πρὸς σέ. Παράξενα πράγματα; Ὄχι, ἀλλὰ καινούργια! Ἂς γίνωμεν καὶ ἡμεῖς καινούργιοι !



 
Bookmark and Share

Κυριακή ΙΒ Λουκά Τὸ εὐχαριστῶ τῆς εὐγνωμοσύνης -Καραβιδόπουλος Ἰωάννης



 


«Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ καθὼς ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σ' ἕνα χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροί. Στάθηκαν λοιπὸν ἀπὸ μακριὰ καὶ τοῦ φώναζαν δυνατά: «Ἰησοῦ, Δάσκαλε, ἐλέησέ μας!» Βλέποντάς τους ἐκεῖνος τοὺς εἶπε: «Πηγαίνετε νὰ σᾶς ἐξετάσουν οἱ ἱερεῖς». Καὶ καθὼς πήγαιναν, καθαρίστηκαν ἀπὸ τὴ λέπρα. Ἕνας ἀπ' αὐτούς, ὅταν εἶδε ὅτι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ δυνατὴ φωνὴ τὸν Θεό, ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὸν εὐχαριστοῦσε. Κι αὐτὸς ἦταν μάλιστα Σαμαρείτης. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: «Δὲν θεραπεύτηκαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννιὰ ποῦ εἶναι; Κανένας τους δὲν βρέθηκε νὰ γυρίσει νὰ δοξάσει τὸν Θεὸ παρὰ μόνο τοῦτος ἐδῶ ὁ ἀλλοεθνής;» Καὶ σ' αὐτὸν εἶπε: «Σήκω καὶ πήγαινε στὸ καλό Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε» (Λουκ. 17, 12-19).

Εἶναι τρομερὸ νὰ φανταστοῦμε γιὰ μία στιγμὴ τὸν ἑαυτὸ μας ἀπομακρυσμένο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, χωρὶς καμιὰ δυνατότητα ἐπαφῆς καὶ συναντήσεως, μὲ ἄρρωστο καὶ συνεχῶς φθειρόμενο κορμὶ ἀπὸ κάποια μεταδοτικὴ ἀρρώστια καὶ ἐπὶ πλέον συνοδευμένο μὲ τὴ μόνιμη καταφρόνια ὅτι ἡ ἀρρώστια ποὺ ἔχουμε ἀποτελεῖ τιμωρία γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μας. Καὶ ξαφνικὰ κάποιος μᾶς πλησιάζει ἀψηφώντας τοὺς κινδύνους, καταπατώντας τὶς ἐπικρατοῦσες κοινωνικὲς προκαταλήψεις, δείχνοντας ἄφοβα καὶ ἀπεριόριστα τὴν ἀγάπή του. Δὲν θὰ αἰσθανθοῦμε ἄπειρη εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτόν;

Μιὰ τέτοια περίπτωση δέκα τραγικῶν ἀσθενῶν μᾶς παρουσιάζει ἡ διήγηση τοῦ εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ (τὴν Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ), τοὺς ὁποίους ἄγγισε ἡ σωστικὴ χάρη καὶ ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ σαρκώνει μέσα στὸν κόσμο καὶ ἀποκαλύπτει μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατό του ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζεται στοὺς ὀλίγους, στοὺς ἐκλεκτούς, στοὺς δικούς του. Ἐκτείνεται σὲ ὅλους, ἀκόμη —ἢ μᾶλλον ἰδιαίτερα— σὲ αὐτοὺς ποὺ οἱ «σοβαροὶ» καὶ «εὐσεβεῖς» ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς του θεωροῦν μολυσμένους καὶ ἁμαρτωλούς. Δὲν γνωρίζει ὅρια κοινωνικά, πολιτικὰ ἢ θρησκευτικά. Ἐκδηλώνεται κατὰ τὴ διήγησή μας σὲ δέκα ἀνθρώπους ποὺ τοὺς ἕνωσε ὁ πόνος τῆς μολυσματικῆς ἀρρώστιας. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς συναντᾶ καὶ διαλέγεται μαζί τους, ξεπερνώντας τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο ποὺ ἀπαγορεύει τὴ συνάντηση μὲ λεπρό. Ὁ ἕνας μάλιστα ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ἀλλοεθνής, ἦταν Σαμαρείτης.

Καὶ ὅμως, αὐτοῦ τοῦ τελευταίου ἡ στάση εἶναι ποὺ κάνει ἐντύπωση καὶ ὑπογραμμίζεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστή. Οἱ ἐννέα θεραπευμένοι, πλημμυρισμένοι ἀπὸ τὴ χαρὰ τῆς ὑγείας καὶ τῆς συναντήσεως μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους, βλέποντας δυνατὸ καὶ καθαρὸ τὸ σῶμα τους, ξέχασαν νὰ ἐκφράσουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν εὐεργέτη Χριστὸ —τυπικὸ παράδειγμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸν Θεὸ στὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο ἀλλὰ τὸν παραθεωροῦν στὴ χαρά, ποὺ νομίζουν ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τὸ τελευταῖο καταφύγιο στὴν ἀσθένεια, ὅταν ἐξαντληθοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀνθρώπινες δυνάμεις καὶ ὄχι ὁ πρῶτος φίλος στὴν ὑγεία καὶ στὴ χαρά. Ἀσφαλῶς οἱ ἐναγώνιες κραυγὲς βοήθειας ποὺ ἀπευθύνονται στὸν Θεὸ καθημερινὰ εἶναι περισσότερες ἀπὸ τὶς προσευχὲς εὐχαριστίας καὶ εὐγνωμοσύνης!

Πολλὰ πράγματα τὰ θεωροῦμε αὐτονόητα μέσα στὴ ζωή, χωρὶς νὰ αἰσθανόμαστε τὴν ἀνάγκη νὰ εὐχαριστήσουμε κανένα γιὰ τὶς καθημερινὲς δωρεές. Ἡ αὐτοτέλεια καὶ ἡ αὐτοπεποίθηση δὲν ἀφήνουν περιθώρια εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν εὐεργέτη Θεό. Τὰ χείλη μας δύσκολα κινοῦνται γιὰ νὰ ποῦν ἕνα εὐχαριστῶ, ἐνῶ πολὺ εὔκολα, σχεδὸν αὐθόρμητα, ἀπευθύνουν κραυγὲς καὶ ἐπικλήσεις βοήθειας στὸν καιρὸ τῆς ἀνάγκης. Καὶ ἐδῶ συμβαίνει τὸ ἑξῆς χαρακτηριστικό: Ὅταν περάσει ἡ ἀνάγκη, ὄχι μόνο ξεχνοῦμε τὴ στιγμὴ τῆς ἀδυναμίας ἢ ντρεπόμαστε γι’ αὐτή, ἀλλὰ προσπαθοῦμε μὲ ἐκδηλώσεις λεονταρισμοῦ ἢ αὐτοπεποιθήσεως νὰ ἰσοσταθμίσουμε τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἀδυναμία.

Ἡ στάση αὐτὴ εἶναι καθαρὰ ἀνθρώπινη καὶ δείχνει τὴν παγίδευσή μας μέσα στὰ ὀχυρωματικὰ ἔργα τοῦ ἐγωιστικὰ σκεπτόμενου ἑαυτοῦ μας. Κι ὅμως, ἡ λυτρωτικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μᾶς περιβάλλει καθημερινά. Ὃ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ δὲν σημαίνει μόνο τὸ ἀποκορύφωμα μιᾶς σειρᾶς σωστικῶν ἐνεργειῶν ποὺ ἔκανε ὁ Θεὸς γιὰ τὰ πλάσματά του, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἀτέλειωτων δωρεῶν ποὺ πλημμυρίζουν τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ σπουδαιότερη δὲ ἀπὸ αὐτὲς συνίσταται στὴν κατανίκηση τοῦ φόβου τοϋ θανάτου καὶ στὴν ἄνθηση τῆς ἐλπίδας τῆς ἀναστάσεως.

Ὅταν ἡ ὀσμὴ τοῦ θανάτου ἀπειλεῖ νὰ μεταβάλει τὰ πάντα σ’ ἕνα νεκροταφεῖο γύρω μας, δὲν ἀποτελεῖ βασικὸ λόγο εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν Θεὸ ἡ ἀνατολὴ τῆς ἐλπίδας γιὰ μία καινούργια ζωή, χωρὶς πόνο, χωρὶς θλίψη, χωρὶς τρόμο θανάτου; Τὸ κλείσιμο στὸν ἑαυτό μας, ἡ φαρισαϊκὴ αὐτάρκεια, ἡ φαινομενικὰ δυναμικὴ αὐτοπεποίθηση, φέρουν τὴ σφραγίδα τῆς ἀπειλῆς τοῦ θανάτου. Τὸ ἄνοιγμα τῆς καρδιᾶς μας στὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀπάντησή μας στὶς ἀπειρες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ, στὸ δῶρο τῆς ζωῆς ποὺ γενναιόδωρά μᾶς προσφέρει, εἶναι τὸ μεγάλο «εὐχαριστῶ». Ἕνα «εὐχαριστῶ» εὐγνωμοσύνης ποὺ θὰ συνοδεύεται ἀσφαλῶς ἀπὸ συμπεριφορὰ ἀντάξια τῆς θείας δωρεᾶς. Στὴ διήγηση ποὺ σχολιάζουμε τὸ εὐχαριστῶ πρὸς τὸν Ἰησοῦ προῆλθε ἀπὸ ἕνα ἀλλοεθνῆ, ἕνα Σαμαρείτη, ποὺ περιφρονοῦσε ὁ καθαρὸς Ἰουδαῖος. Ὁ πόνος τῆς ἀρρώστιας ἕνωσε τοὺς δέκα λεπρούς, ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἑνός, τοῦ Σαμαρείτη προκαλεῖ τὸν ἔπαινο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀναγνώριση τῆς πίστης του στὸ τέλος τῆς διηγήσεως.


 
Bookmark and Share

Ἡ θεραπεία τῶν δέκα λεπρῶν (Λουκ. ιζ, 12-19) Anthony Bloom





Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, καὶ ἂν καὶ δὲν θυμόμαστε συνεχῶς τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες, πῶς μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε μὲ εὐγνωμοσύνη σ’ ὅ,τι τὸ Εὐαγγέλιο φέρνει στὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς τόσο ἀγάπησε τὸν κόσμο ὥστε πρόσφερε τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος· καὶ ὁ Υἱὸς πρόσφερε ἐλεύθερα τὸν ἑαυτό Του σὲ μᾶς μέσα ἀπὸ τὴν κυρίαρχη ἐλευθερία τῆς Θεότητάς Του· κανεὶς δὲν ἔχει ἀφαιρέσει ἀπὸ Ἐκεῖνον τὴ ζωὴ- αὐτὰ εἶναι τὰ λόγια Του· πρόσφερε τὴ ζωή Του, ἐλεύθερα, πρόθυμα γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς.

Καὶ σήμερα στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε ἕνα μικρὸ παράδειγμα τοῦ τρόπου, ποὺ τὶς περισσότερες φορὲς, δεχόμαστε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ. Δέκα ἄνδρες ἦλθαν στὸν Κύριο, μὲ καλυμμένο τὸ σῶμα τους ἀπὸ τὴ λέπρα, καταδικασμένοι σ’ ἕνα σκληρὸ θάνατο, ἀλλὰ ποὺ εἶχαν ἐπίσης ἀπορριφθεῖ σύμφωνα μὲ τὸ τυπικό τῆς κοινωνίας ἀπὸ τοὺς δικούς τους ἀνθρώπους ἐξαιτίας τῆς ἀκαθαρσίας αὐτῆς τῆς μολυσματικῆς ἀσθένειας. Ἦλθαν πρὸς Αὐτόν, στάθηκαν σὲ ἀπόσταση, ἐπειδὴ γνώριζαν ὅτι σύμφωνα μὲ τὸν Ἑβραϊκὸ Νόμο δὲν εἶχαν κανένα δικαίωμα, νὰ ἔλθουν κἄν κοντά Του, νὰ τὸν ἀκουμπήσουν. Καὶ ζήτησαν ἔλεος. Καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἔστειλε στοὺς ἱερεῖς γιὰ νὰ τοὺς φανερώσουν δεῖγμα τῆς εὐγνωμοσύνης τους γιὰ τὴν ἴαση ποὺ εἶχαν δεχτεῖ· καὶ πίστεψαν τὰ λόγια Του καὶ πῆγαν, καὶ θεραπεύτηκαν πρὶν πραγματοποιήσουν τὸν σκοπό τους. Θὰ περιμέναμε νὰ τρέξουν πίσω, νὰ πέσουν στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ, νὰ τὸν ἀγγίξουν σὲ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης- ὄχι… Κανείς τους δὲν ἐπέστρεψε· τοὺς ἦταν ἀρκετὸ ποὺ θεραπεύτηκαν: αὐτὸ ἦταν ποὺ χρειάζονταν ἀπὸ τὸν Θεό. Ὡστόσο, ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ἐπέστρεψε καὶ ἦλθε νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο.

Δὲν εἶναι μία εἰκόνα τούτη ἡ παραβολὴ γιὰ τὸν τρόπο ποὺ τόσο συχνὰ φερόμαστε; Προσευχόμαστε· ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει: μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι ζήτημα ζωῆς καὶ θανάτου, ἴσως νὰ εἶναι ἁπλὰ κάτι ποὺ τόσο πολὺ χρειαζόμαστε· ἢ ποὺ δὲν χρειαζόμαστε τόσο πολύ, ἀλλὰ ποὺ ἔχουμε τόσο μεγάλη λαχτάρα γι’ αὐτό. Καὶ τότε μᾶς δίνεται αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε· καὶ παίρνουμε τὸ δῶρο, καὶ ὁρμᾶμε στὴ ζωὴ μὲ τὸ δῶρο στὰ χέρια, ὁρμᾶμε στὴ ζωὴ ἐπειδὴ μᾶς εἶναι ἀρκετὸ ποὺ ἐκπληρώθηκε ἡ προσευχή μας. Πόσο σπάνια ἐπιστρέφουμε, ἀφήνοντας τὸ δῶρο μας γιὰ νὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε ἀργότερα, ἀλλὰ πρῶτα ἀπ’ ὅλα γιὰ νὰ στραφοῦμε στὸ Θεὸ καὶ νὰ τοῦ ποῦμε: Τί θαῦμα! Ποιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη Σου! Πόσο σπουδαία, πόσο σπλαχνικά, πόσο ταπεινὰ- ἀνταποκρίθηκες στὴν προσευχή μου.. Ἀπὸ τοὺς δέκα ἀνθρώπους ὁ ἕνας ἐπέστρεψε στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό: πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἦλθαν ἀμέσως, πρὶν ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴ δωρεά, γιὰ νὰ στραφοῦν στὸν Θεὸ μὲ ἕνα χαμόγελο, ὅπως στρέφεται ἕνα παιδὶ καὶ λέει «Εὐχαριστῶ!», ἀκόμα καὶ μ’ ἕνα χαμόγελο, χωρὶς λόγια, πρὶν ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ τοῦ δόθηκε. Καὶ χάνουμε τόσα πολλὰ ὅταν δὲν εἴμαστε εὐγνώμονες· ἐπειδὴ ἂν μαθαίναμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες στὰ ἐμφανῆ δῶρα τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀνακαλύπταμε σταδιακὰ ὅτι μποροῦμε νὰ εἴμαστε εὐγνώμονες σὲ πολὺ περισσότερα, γιὰ ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἡ Θεία Πρόνοια φέρνει στὸ δρόμο μας: ὄχι μόνο τὰ πράγματα ποὺ μᾶς χαροποιοῦν, ὄχι μόνο τὰ θαύματα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τὶς προκλήσεις τῆς ζωῆς, τὰ πράγματα ποὺ ἀπαιτοῦν ἀπὸ ἐμᾶς κουράγιο, μεγαλεῖο, εὐγένεια, τὰ πράγματα ποὺ φοβόμαστε. Καὶ πόσο συχνὰ θὰ μπορούσαμε νὰ ξεπεράσουμε τὴν ματαιοδοξία μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη ποὺ θὰ νοιώθαμε! Ἐπειδὴ ματαιοδοξία σημαίνει νὰ κοιτάζουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ σκεφτόμαστε: πόσο ὑπέροχοι εἴμαστε, ξεχνώντας ὅτι αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, ὅλα ὅσα ἔχουμε εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ.

Ἂν μοναχά, κάθε φορὰ ποὺ ἔχουμε πεῖ, ποὺ ἔχουμε κάνει τὸ σωστό, κάθε φορὰ ποὺ εἴμαστε ἄξιοι τῆς ποιότητας, τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς εὐγένειας τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐπίσης τοῦ ὀνόματος τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ – ἂν κάθε στιγμὴ στρεφόμασταν στὸν Θεὸ καὶ Τοῦ λέγαμε, «Ναί! Πόσο ὑπέροχα εἶναι τὰ λόγια ποὺ εἶπα, πόσο καλὴ εἶναι ἡ πράξη ποὺ ἔκανα –καὶ τὰ πάντα ἦταν ἀπὸ Ἐσένα: Ἐσύ μοῦ ἔδωσες τὴν εὐκαιρία, Κύριε! Ἤμουν σὲ θέση νὰ ἀντιληφθῶ τὴν ἀνάγκη ἐπειδὴ Ἐσὺ ψιθύρισες στὴν καρδιά μου: Κοίταξε!... Θὰ μποροῦσα νὰ καταλάβω γιατί ὁ νοῦς μου θὰ φωτιζόταν ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο! Ἡ καρδιά μου ἀνταποκρίθηκε ἐπειδὴ τὴν ἄγγιξες Ἐσύ, καὶ ἡ πέτρινη καρδιὰ ποὺ κουβαλῶ στὸ στῆθος τὶς περισσότερες φορές, ἔγινε μία καρδιὰ ἀπὸ σάρκα γεμάτη συμπόνια καὶ κατανόηση! Καὶ μοῦ ἔδωσες τὰ μέσα γιὰ νὰ συναντῶ τὴν ἀνάγκη, καὶ τὴν χαρὰ νὰ τὴν συναντῶ!...

Ἂν θὰ μπορούσαμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο στὸ κάθε τι, θὰ ἀνακαλύπταμε ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ μία πράξη λατρείας καὶ εὐγνωμοσύνης.

Ἂς μελετήσουμε τὸ θέμα αὐτό, πλησιάζουμε τὴν ἡμέρα ποὺ ἡ καρδιά μας θὰ πρέπει νὰ φλέγεται ἀπὸ εὐγνωμοσύνη: ὁ Θεὸς μᾶς ἀγάπησε τόσο πολὺ ὥστε νὰ γίνει ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς· ἂν καὶ ἤμασταν ξένοι, συχνὰ ἐχθρικοὶ ἀπέναντί Του, ἦρθε καὶ ἔδωσε τὴ ζωή Του γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε!...Πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε: ἡ χαρά, ἡ εὐγνωμοσύνη, ἡ πίστη, ἡ εἰλικρίνεια πρὸς τὸν Θεὸ δὲν ἔρχονται ξαφνικά· πρέπει νὰ ἑτοιμαστοῦμε γι’ αὐτό. Ἂς σκεφτοῦμε τί πρόκειται νὰ συμβεῖ· αὐτὸ ποὺ συνέβη σχεδὸν πρὶν 2000 χρόνια ποὺ θὰ θυμόμαστε σὰν ἕνα πραγματικὸ γεγονός· καὶ νὰ ἑτοιμαστοῦμε, μὲ καρδιὰ καλλιεργημένη, βαθιὰ χαραγμένη ἀπὸ πίστη, ἀπὸ σκέψη, ἔχοντας μελετήσει προσεχτικὰ ὅλη μας τὴ ζωή, ἕτοιμοι νὰ δεχτοῦμε τὸν Κύριο στὴν καρδιά μας μὲ ἁπλότητα καὶ ἁγνότητα, ὅπως ἕνας βοσκός, ἢ σὰν τοὺς Σοφοὺς Μάγους μέσα ἀπὸ τὴν βαθιὰ κατανόηση ποὺ προσφέρει ἡ σοφία. Ἀμήν!

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ιζ΄ 12-19) +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος


 


 
                                                           16 Ἰανουαρίου 1966



Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Πολλὲς θεραπεῖες ἀρρώστων ἔκαμε ὁ Κύριος στὰ χρόνια ποὺ κράτησε τὸ δημόσιο ἔργο του ἐδῶ στὴ γῆ. Καὶ ἐκπληρώθηκε τότε ἡ προφητεία ποὺ λέγει πὼς «αὐτὸς πῆρε ἀπάνω του τὶς ἀσθένειές μας καὶ σήκωσε τὶς ἀρρώστιες μας». Καὶ δὲν τὸ λέγει βέβαια ὁ Προφήτης ἐτοῦτο μόνο γιὰ τὶς σωματικές μας ἀρρώστιες, μὰ πιὸ πολὺ καὶ γιὰ τὶς ψυχικές μας ἀσθένειες, γιατί ὁ Κύριος εἶναι τωόντι ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας. Μᾶς λέγει λοιπὸν καὶ σήμερα τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο γιὰ τὸ θαῦμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τότε ποὺ ἔκαμε καλά τοὺς δέκα λεπρούς, ὅθεν ἂς ἀκούσουμε τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα πῶς ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς ἱστορεῖ ἐτοῦτο τὸ θαῦμα.

Ἐκεῖνον τὸν καιρό, ἐκεῖ ποὺ ἔμπαινε ὁ Ἰησοῦς σὲ κάποιο χωριό, τὸν συνάντησαν δέκα λεπροὶ ἄνθρωποι, ποὺ ἐξαιτίας τῆς ἀρρώστιας τους στάθηκαν μακρυά. Αὐτοὶ λοιπὸν ἔβαλαν τὴ φωνή, λέγοντας. Διδάσκαλε Ἰησοῦ, λυπήσου μας. Κι ὅταν τοὺς εἶδε ὁ Ἰησοῦς, τοὺς εἶπε· πηγαίνετε νὰ δείξετε τοὺς ἑαυτούς σας στοὺς ἱερεῖς. Κι ἔγινε κεῖ ποὺ αὐτοὶ ἐπήγαιναν, καθαρίσθηκαν. Κι ἕνας ἀπ' αὐτούς, ὅταν εἶδε ποὺ γιατρεύθηκε, γύρισε δοξάζοντας μὲ φωνὴ μεγάλη τὸ Θεό, κι ἔπεσε μπρούμυτα στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ εὐχαριστώντας τον· κι αὐτὸς ἦταν Σαμαρείτης. Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· μὴ καὶ oι δέκα δὲν καθαρίσθηκαν; Μὰ οἱ ἐννέα ποῦ εἶναι; Δὲν βρέθηκαν νὰ γυρίσουν γιὰ νὰ δώσουν δόξα στὸ Θεὸ παρὰ μόνο ἐτοῦτος ὁ ἀλλογενής; Καὶ τοῦ εἶπε· σήκω καὶ πήγαινε· ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε.

Στὰ τελευταῖα παραπάνω λόγια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, φαίνεται σὰν καὶ νὰ παραπονῆται ὁ Ἰησοῦς, μὰ στ' ἀλήθεια ἐλέγχει ὁ Θεὸς τὴν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων. Γιατί oἱ ἐννέα λεπροὶ ἔδειξαν τωόντι μεγάλη ἀχαριστία στὸν εὐεργέτη τους Ἰησοῦ Χριστό. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ πρέπει βέβαια νὰ εἶχαν κάποια πίστη, μὰ δὲν εἶχαν στὴν ψυχὴ τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Εἶχαν πίστη, μὰ δὲν εἶχαν ἀγάπη, γιατί ἡ εὐγνωμοσύνη στὸ βάθος δὲν εἶναι παρὰ ἀγάπη. Καὶ τὸ λέγει καθαρὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος πὼς τίποτα δὲν εἴμαστε, ὅταν δὲν ἔχουμε ἀγάπη κι ἂς ἔχουμε τόση πίστη, ποὺ νὰ μετακινάη καὶ τὰ βουνά.

Καὶ πῶς τὸ ξέρουμε, θὰ πῆς, πὼς οἱ ἐννέα λεπροὶ εἶχαν πίστη; Πρῶτα τοὺς βλέπουμε νὰ φωνάζουν καὶ νὰ παρακαλοῦν γιὰ νὰ τοὺς λυπηθῆ ὁ Χριστός. Αὐτὸ φανερώνει πὼς εἶχαν κάποια πίστη καὶ γι' αὐτὸ παρακαλοῦσαν. Ἡ ἀρρώστια κι ὁ πόνος μαλακώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν πλησιάζουνε στὸ Θεό, ἂν καὶ οἱ δέκα λεπροὶ δὲν ἤξεραν πὼς ὁ Ἰησοῦς ἦταν Θεός, μὰ τὸν ἔβλεπαν μόνο σὰν ἕναν ἄνθρωπο μὲ θεϊκὴ δύναμη. Ἔπειτα οἱ ἐννέα λεπροί, ὅταν πῆραν τὴν ἐντολὴ νὰ πᾶνε στοὺς Ἱερεῖς, ξεκίνησαν χωρὶς δισταγμὸ καὶ μ' ἐμπιστοσύνη στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν εἶδαν πὼς καθαρίσθηκαν ἀπὸ τὴν ἀρρώστια τους. Δὲν θὰ γινότανε λοιπὸν τὸ θαῦμα, ἂν ἦταν καὶ δὲν εἶχαν πίστη. Μὰ εἴπαμε πὼς οἱ ἐννέα λεπροὶ εἶχαν κάποια πίστη, μὰ δὲν ἔδειξαν εὐγνωμοσύνη, ποὺ θὰ πῆ πὼς δὲν εἶχαν ἀγάπη.

Τέτοια λειψὴ πίστη, χριστιανοί μου, ἔχουνε πολλοί. Ὅταν εἶναι στὴν ἀνάγκη, τρέχουνε στὸ Θεὸ καὶ κλαῖνε μὲ θερμὰ δάκρυα καὶ ζητοῦνε τὸ θεῖο ἔλεος. Ὅταν περάση ἡ ἀνάγκη κι ὅταν λάβουνε τὴν εὐεργεσία, τότε ξεχνοῦνε τὸν εὐεργέτη. Κι ὄχι μόνο τὸν ξεχνοῦνε, μὰ καὶ τὸν βλασφημοῦνε καὶ τὸν βρίζουνε. Κι ἀφοῦ τέτοια κάνουν οἱ ἀχάριστοι στὸ Θεό, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα κάνουν καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ λένε πὼς ἔχουν πίστη καὶ δείχνουν πὼς εἶναι καλοὶ χριστιανοί, μὰ σὰν δὲν ἔχουν καλωσύνη κι ἀγάπη καὶ δὲν αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνη σὲ κείνους ποὺ τοὺς κάνουνε καλό, δὲν εἶναι τίποτα. Ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν τέτοια λειψὴ πίστη, ποὺ δὲν ξέρει τὴν ἀγάπη καὶ ξεχνάει τὴν εὐγνωμοσύνη, εἶπε πικρὰ λόγια, ὅπως τ' ἀκούσαμε σήμερα στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο.

Μὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅπως καταδίκασε τὴν ἀχαριστία στὸ πρόσωπο τῶν ἐννέα λεπρῶν, ἔτσι κι ἐδικαίωσε τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ πρόσωπο τοῦ ἑνός. Γιατί μέσα στοὺς ἐννέα ἀχάριστους βρέθηκε ἕνας εὐγνώμονας. Νὰ παραδεχθοῦμε τάχα πὼς ἐτούτη εἶναι ἡ ἀναλογία; Πὼς ἕνας στοὺς δέκα βρίσκεται νὰ 'χη εὐγνωμοσύνη κι ἐννέα εἶν' ἀχάριστοι; Ἂς μὴν τὸ ποῦμε αὐτό, μόνο ἂς παραδεχθοῦμε γενικὰ πὼς ἡ ἀρετὴ στὸν κόσμο εἶναι πάντα λιγοστή. Τὸ εἶπε ὁ Χριστὸς πὼς πολλοὶ εἶναι οἱ κλητοί, μὰ λίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ποὺ πάει νὰ πῆ πὼς κι οἱ ἀχάριστοι πλεονάζουνε μεταξύ μας, πὼς εἶναι πάντα λιγοστοὶ ὅσοι ἔχουνε μέσα τους αἴσθημα εὐγνωμοσύνης. Καὶ πρέπει νὰ ξέρουμε, χριστιανοί μου, πὼς ὅπου δὲν ὑπάρχει εὐγνωμοσύνη δὲν θὰ βροῦμε κι ἄλλη καμιὰ ἀπὸ τὶς ἀρετές. Ἡ εὐγνωμοσύνη εἶναι πρωταρχικὴ ἀρετή, εἶναι ἡ ἀρετὴ ποὺ γεννάει μία μία τὶς ἄλλες ἀρετές· ἂν πῆς ὅμως γιὰ τὴν ἀχαριστία, αὐτὴ ὅπου ὑπάρχει παίρνει μαζί της κι ὅλες τὶς ἄλλες κακίες. Νὰ μὴ φοβᾶσαι τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει νὰ εὐγνωμονῆ, ἂς εἶναι ξένος, ἂς εἶναι ἀλλόφυλος, ἂς εἶναι κι ἐχθρός. Ἀλλόφυλος ἦταν ὁ Σαμαρείτης κι ὅμως αὐτὸς ἐσώθηκε μέσα στοὺς δέκα λεπροὺς κι ἂς ἦταν οἱ ἄλλοι ἐννέα Ἰουδαῖοι. Γιατί ὁ Χριστὸς δὲν εἶπε σ' ἐτοῦτο τὸν εὐγνώμονα Σαμαρείτη· «πήγαινε καὶ ἡ πίστις σου σ' ἔκαμε καλά». Μὰ τοῦ εἶπε· «Πήγαινε καὶ ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε». Αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὸν εὐγνώμονα Σαμαρείτη κι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς εἶναι πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴ θεραπεία τῆς σωματικῆς του ἀρρώστιας· εἶναι σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Οἱ ἐννέα μόνο ποὺ θεραπεύθηκαν, ὁ ἕνας ἐσώθηκε. Κι ὁ Χριστὸς εἶπε πὼς τὸν ἔσωσε ἡ πίστη του, ποὺ δὲν ἦταν πίστη λειψή, μὰ πίστη σωστὴ κι ἀληθινή, συνταιριασμένη μὲ τὴν εὐγνωμοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη. Ὁ ἕνας ἐτοῦτος δὲν ἤξερε μόνο νὰ παρακαλῆ μὲ πίστη, μὰ ἤξερε καὶ νὰ πιστεύη μ' εὐγνωμοσύνη. Οἱ ἐννέα βρῆκαν τὸ Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν παρακαλέσουν, μὰ δὲν βρέθηκαν ὕστερα γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν. Οἱ ἐννέα δὲν βρέθηκαν, ὁ ἕνας ἦταν παρών, γιατί ὅπως τὸ εἴπαμε κι ἄλλη φορά, ἡ ἀγάπη εἶναι παρουσία. Ὅποιος ἀγαπᾶ, ὅποιος εὐγνωμονεῖ δὲν χάνεται, μὰ εἶναι πάντα παρών· ἡ πίστη του τὸν ὁδηγάει νὰ βρίσκη τὸ Θεὸ κι ἡ εὐγνωμοσύνη του τὸν φέρνει νὰ βρίσκεται πάντα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.


Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Σὲ μιά του ἐπιστολὴ ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει· «Εὐχαριστεῖτε πάντοτε ὑπὲρ πάντων», ποὺ θὰ πῆ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ καὶ πατέρα μας γιὰ ὅλα ποὺ μᾶς δίνει· γιατί ὅλα συνεργοῦνε στὴ σωτηρία μας, φτάνει μόνο ἐμεῖς νὰ ξέρουμε νὰ τὰ δεχθοῦμε. Ἂς ἔχουμε τὸ λοιπὸν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ κι ἂς εἴμαστε καὶ μεταξὺ μας εὐγνώμονες κι ἂς εἶναι πάντα στὰ χείλη μας ἡ δοξολογία τῶν Ἁγίων· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἀμήν.

Κυριακή ΙΒ Λουκά Ἐκεῖνος κι ἐμεῖς (Λουκ. ιζ΄ 12-19) Ἀρχιμανδρίτης Δανιήλ Ἀεράκης



 
«Ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἵ ἔστησαν πόρρωθεν...» (Λουκ. 17, 12)
 



Θαῦμα καὶ διδασκαλία

Ἕνα θαῦμα, ἀγαπητοί, ἕνα θαῦμα βλέπουμε στὸ Εὐαγγέλιο τῆς ΙΒ' Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ. Βλέπουμε ἕνα θαῦμα, ποὺ ’νε συγχρόνως καὶ μία διδασκαλία. Εἶναι τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τῶν 10 λεπρῶν. Ἀλλὰ πρὸς αὐτοὺς τοὺς 10 λεπροὺς παραβάλλονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Πραγματικὰ λεπροὶ ἐκεῖνοι οἱ 10 δυστυχισμένοι ἄνθρωποι. Συμβολικὰ λεπροὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἢ μᾶλλον ψυχικὰ λεπροί. Λεπροὶ μὲ λέπρα χειρότερη ἀπ’ τὴ λέπρα τὴ σωματική, ποὺ εἶχαν οἱ ἄνδρες τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὅλοι οἱ χανσενικοὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν.

Οἱ δέκα λεπροὶ κι ὁ Χριστὸς εἶναι τὰ πρόσωπα τοῦ θαύματος. Ἂς δοῦμε τὴ στάση τῶν 10 λεπρῶν μπροστὰ στὸ Χριστό! Ποιὰ ἦταν αὐτὴ ἡ στάση; Δὲν ἦταν μιὰ ἡ στάση. Τέσσερις στάσεις βλέπουμε ν’ ἀλλάζουν οἱ λεπροί. Ἀλλὰ κι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι μπροστὰ στὸ Χριστὸ παίρνουν, πρέπει νὰ παίρνουν, αὐτὲς τὶς στάσεις τῶν 10 λεπρῶν. Ἂς δοῦμε αὐτὲς τὶς τέσσερις στάσεις, ὅπως φωτογραφίζονται μέσα στὸ Εὐαγγέλιο.


1. Συναίσθηση

Ἡ πρώτη στάση: Ποῦ στέκουν οἱ 10 λεπροί; Στέκουν μακριά, πολὺ μακριά. «Ἔστησαν πόρρωθεν». Βλέπουν τὸ Χριστὸ ἀπὸ μακριά, ἀπ’ τὸν ἔρημο τόπο ποὺ μένουν. Θέλουν νὰ τὸν πλησιάσουν, νὰ τὸν δοῦν ἀπὸ κοντά. Μὰ δὲν μποροῦν. Δὲν τολμοῦν νὰ πλησιάσουν κανένα ἄνθρωπο τῆς κοινωνίας. Καταραμένη καὶ κολλητικὴ τότε ἡ ἀρρώστια τῆς λέπρας, τοὺς ὑποχρέωνε νὰ μένουν μακριὰ ἀπ’ τὶς πόλεις καὶ τὰ χωριά, μακριὰ ἀπ’ τοὺς ὑγιεῖς ἀνθρώπους. Νόμοι αὐστηροί τοὺς καθήλωναν στὴν ἐρημιά. Ἀλλὰ κι οἱ ἴδιοι, εὐγενικὲς ὑπάρξεις, αἰσθάνονται τὴ βρῶμα τους, ἔχουν συναίσθηση τῆς καταστάσεώς τους, καὶ δὲν θέλουν νὰ κάμουν κακὸ στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Δὲν θέλουν νὰ μεταδώσουν τὴν ἀρρώστια τους καὶ στοὺς ὑπολοίπους. Αὐτοὶ εἶναι ἀκάθαρτοι. Δὲν πρέπει νὰ γίνουν κι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι λεπροὶ κι ἀκάθαρτοι. Αὐτοὶ εἶναι ἀκάθαρτοι. Δὲν θέλουν νὰ πλησιάσουν τοὺς καθαρούς.

Ἀκάθαρτοι οἱ 10 λεπροὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Μὰ καὶ σήμερα ὑπάρχουν οἱ ἀκάθαρτοι. Ὄχι οἱ ἀκάθαρτοι ἀπ’ τὴ λέπρα καὶ τὶς ἄλλες κολλητικὲς ἀρρώστιες. Αὐτοὶ εἶναι λίγοι, γιατί ἡ ἐπιστήμη συνεχῶς προοδεύει καὶ βρίσκει φάρμακα, ποὺ ἀρρώστιες ἀγιάτρευτες ἄλλοτε καὶ κολλητικές, σὰν τὴ λέπρα, θεραπεύονται καὶ γίνονται ἀκίνδυνες. Τί γίνεται ὅμως μὲ τοὺς ἄλλους τοὺς πολλούς, ποὺ ’νε ἀκάθαρτοι στὴν ψυχή; Καὶ ποιὸς εἶναι καθαρὸς στὴν ψυχή; «Τὶς γὰρ καθαρὸς ἔσται ἀπὸ ρύπου; Ἀλλ’ οὐδείς, ἐὰν καὶ μία ἡμέρα ὁ βίος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς» (Ἰὼβ 14, 4. 5). Ποιὸς εἶναι καθαρὸς ἀπ’ τὴν ἁμαρτία; Δεῖξτε μου ἕναν. Κανένας δὲν ὑπάρχει. Ὅλοι ἁμαρτωλοί, ὅλοι βρωμεροί. Λέπρα ἡ ἁμαρτία ἔχει πληγιάσει τὴν ψυχή μας. Πυορροοῦσα πληγὴ ἡ ὕπαρξή μας. «Ἐπισυρόμενον μιαντήριον» ἔχουνε καταντήσει. Πίσω ἀπ’ τὸ εὔρωστο καὶ ὄμορφο κορμὶ κρύβεται βρῶμα καὶ δυσωδία.

Ἀκάθαρτοι ὅλοι ἀπ’ τὴ λέπρα τῆς ἁμαρτίας. Ὅλοι ἀνεξαιρέτως. Ἕνας ὑπῆρξε ὁ Καθαρός. Ἕνας βρέθηκε, ποὺ μπόρεσε ν’ ἀπευθύνει τὸ ἐρώτημα: «Τὶς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰωάν. 8, 46). Εἶχε συνείδηση τῆς ἀναμαρτησίας του. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Ἄσπιλος καὶ ἄμωμος! Δὲν βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του καὶ ἁμαρτία δὲν ἔκαμε καμιὰ (Ἡσ. 53, 9). Μάταια θέλησαν οἱ ἀρνητές του νὰ βροῦν μῶμο στὴν ἀναμάρτητη, στὴν ὁλοκάθαρη, στὴν πάναγνη ζωή του.

Ἐκεῖνος Καθαρός, ἐμεῖς ἀκάθαρτοι. Πῶς νὰ τὸν πλησιάσουμε; Οἱ 10 λεπροὶ στέκονταν «πόρρωθεν». Καὶ οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ ἔχουν συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους, τῆς βρωμιᾶς καὶ ἀκαθαρσίας τους, στέκουν «πόρρωθεν». Στέκουν μὲ ἕνα βαθὺ δέος, μὲ μιὰ θεία συστολή, μὲ μιὰ βαθειὰ συναίσθηση ἀπέναντι στὸ Χριστό. -Χριστέ μου, ποιὸς εἶμαι ἐγὼ γιὰ νὰ σὲ πλησιάσω; Χριστέ μου, εἶμαι ἀκάθαρτος. Πῶς νὰ πλησιάσω ἐσένα, ποὺ ’σαι καθαρός, ὁ μόνος καθαρὸς καὶ ἀκήρατος Κύριος; Χριστέ μου, πῶς ν’ ἀνοίξω τὴν ἀκάθαρτή μου γλώσσα γιὰ νὰ μιλήσω γιὰ τὸ ὄνομά σου; Πῶς νὰ σηκώσω τὰ ἀκάθαρτά μου χέρια γιὰ νὰ προσευχηθῶ σ’ ἐσένα; Πῶς νὰ φέρω τ’ ἀκάθαρτά μου πόδια μέσα στὸ ναό σου; Πῶς νὰ βαδίσω μέσα στὸ ἅγιό σου βῆμα; Πῶς ν’ ἀγγίξω τὴν ἁγία σου τράπεζα καὶ νὰ ψαύσω τὰ κράσπεδα τῆς μεγαλοσύνης σου; Χριστέ μου, πῶς ν’ ἀνοίξω τ’ ἀκάθαρτά μου χείλη γιὰ νὰ δεχτοῦν ἐσένα, τὸ θεῖο μαργαρίτη, αὐτὸ τὸ πανακήρατο Σῶμα σου καὶ αὐτὸ τὸ πανάγιο Αἷμα σου; Πῶς; Πῶς;...

Αὐτὴ ἡ βαθειὰ συναίσθηση, ἡ ὁποία συνέχει τὸν ἁμαρτωλὸ ποὺ πιστεύει, τὸν κάνει νὰ στέκει «πόρρωθεν», μακριά. Νὰ στέκει μὲ δέος καὶ εὐλάβεια. Καὶ ἂν τελικὰ ὁ ἁμαρτωλὸς προσέρχεται καὶ πλησιάζει τὸ Χριστὸ καὶ δέχεται τὴ θεία Κοινωνία, τὸ κάνει ὄχι γιατί θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του ἄξιο, ἀλλὰ γιατί «θαρρεῖ εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας» τοῦ Θεοῦ. Πλησιάζει τὸ Χριστὸ μὲ τὸ θάρρος ποὺ τοῦ δίνει ὁ ἴδιος, ὅταν λέει: «Δεῦτε πρὸς με πάντες». Πλησιάζει, ἀλλὰ πλησιάζει ὄχι μηχανικὰ ἢ ἀσυναίσθητα, ἀλλὰ «τρέμων τε καὶ χαίρων ἅμα».


2. Κραυγὴ ἱκεσίας

Μακριὰ ἀπ’ τὸ Χριστό, «πόρρωθεν», εἶναι ἡ μία στάση τῶν 10 λεπρῶν, ἡ στάση τῆς συναισθήσεως. Μὰ εὐθὺς ἀμέσως ἀκολουθεῖ δεύτερη στάση. Τὸ φὶλμ τοῦ θαύματος προχωρεῖ. Ποιὰ ἡ δεύτερη στάση; Εἶναι ἡ σκηνὴ τῆς κραυγῆς. Οἱ 10 λεπροὶ κραυγάζουν. Ἡ λέπρα δὲν τοὺς ἀφήνει νὰ πλησιάσουν τὸ Χριστὸ καὶ νὰ ἐπικοινωνήσουν μαζί του. Ἀλλ’ αὐτοὶ βρίσκουν τρόπο νὰ ἐπικοινωνήσουν μὲ τὸ Χριστό. Ἐπικοινωνοῦν μὲ τὴ φωνή τους. Ἡ φωνὴ τους εἶναι φωνὴ πίστεως. Μὲ τὰ λόγια ποὺ λένε ἀναγνωρίζουν τὸ Χριστὸ σὰν Κύριο, σὰν παντοδύναμο Κύριο, ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἐλεήσει καὶ νὰ τοὺς κάνη καλά. «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Ἡ φωνὴ τους ἦταν ἀκόμα μιὰ κραυγὴ ἱκεσίας. Δὲν ἄνοιξαν ἁπλῶς τὸ στόμα τους νὰ παρακαλέσουν. Ὄχι! «Ἦραν φωνήν». Σήκωσαν φωνὴ μεγάλη. Ἄρχισαν ὅλοι μαζὶ οἱ 10 λεπροὶ νὰ παρακαλοῦν μὲ δυνατὴ φωνή, μὲ κραυγή. Σπαρακτικὴ ἀκούγεται ἡ κραυγή τους, ποὺ διασχίζει τὸν ἀέρα καὶ φτάνει μέχρι τὸν Ἰησοῦ. Ἀκούγεται ὁ ἀντίλαλός της: «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς»...

Ἀκάθαρτοι οἱ λεπροί. Μὰ πιστεύουν στὴν δύναμη τοῦ καθαροῦ καὶ ἀναμάρτητου Ἰησοῦ, ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα περνᾶ πιὸ πέρα ἀπ’ αὐτούς. Ἀκάθαρτοι κι ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε κι ἐμεῖς. Μὰ πιστεύουμε στὴ δύναμη καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ κι ἐπαναλαμβάνουμε τὴ σύντομη ἱκεσία τῶν 10 λεπρῶν. Πολλὲς φορὲς τὴν ἐπαναλαμβάνουμε στὴ θεία λειτουργία: «Κύριε, ἐλέησον». Πολλὲς φορὲς τὴ λέμε στὴ νοερὰ προσευχή: «Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ καὶ Λόγε τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Ἁμαρτωλοὶ εἴμαστε, ἀλλ’ ὄχι ἀσεβεῖς. Παραβάτες τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ὄχι ἀρνητὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀκάθαρτοι καὶ ἐλεεινοί, ἀλλὰ πιστεύουμε στὸν ἀναμάρτητο καὶ νοσταλγοῦμε τὸ καθαρὸ καὶ ἅγιο. «Σοὶ μόνῳ, Κύριε, ἁμαρτάνομεν, ἀλλὰ καὶ σοὶ μόνῳ λατρεύομεν».

Καὶ ὅσοι πιστεύουν κραυγάζουν ὅπως οἱ 10 λεπροί. Κραυγάζουν τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Δὲν τὸ λένε μονάχα ψαλτά. Τὸ λένε καὶ μὲ κραυγή, μὲ ἀγωνία, μὲ πίστη. Εἶναι ἡ πιὸ σύντομη, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐπιτυχὴς ἱκεσία τοῦ ἁμαρτωλοῦ πρὸς τὸν Δεσπότη θεό. «Ταύτην σοι τὴν ἱκεσίαν ὡς Δεσπότῃ οἱ ἁμαρτωλοὶ προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς». Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, Χριστέ, μὰ πιστεύουμε σ’ ἐσένα καὶ θέλουμε νάχουμε σχέσεις μ’ ἐσένα Κι ἡ γέφυρα ποὺ θὰ μᾶς ἑνώνει εἶναι τὸ ἔλεός σου... Ἐλέησέ μας!


3. Ὑπακοὴ

Εἴδαμε τὶς δύο στάσεις τῶν 10 λεπρῶν. Ἡ μία στάση τὸ «πόρρωθεν», ἡ δεύτερη στάση ἡ κραυγὴ τῆς ἱκεσίας. Ἀλλ’ ἔρχεται ἀμέσως ἡ τρίτη στάση. Ποιὰ εἶναι; Εἶναι ἡ στάση τῆς ὑπακοῆς. Γιὰ κοιτάξτε τους, ὑπακούουν πιστὰ σὲ κάτι ποὺ τοὺς λέει ὁ Χριστός. Ἄκουσε ὁ Χριστὸς τὴν κραυγή τους καὶ τοὺς ἐλεεῖ. Βλέπει τὸν πόνο τους καὶ τὴ δυστυχία τους καὶ τοὺς θεραπεύει. Ἀλλὰ πῶς τοὺς θεραπεύει; Δὲν τοὺς θεραπεύει ἀμέσως μ’ ἕνα του λόγο ἢ μία του ἐνέργεια, ὅπως ἔκαμε σὲ τόσα ἄλλα θαύματα. Τοὺς θεραπεύει διὰ τῆς ὑπακοῆς. Τοὺς θεραπεύει, ἀφοῦ προηγουμένως δοκίμασε τὴν πίστη τους μὲ ἕνα πρόσταγμα ποὺ τοὺς ἔδωσε. Τί τοὺς εἶπε; «Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Τρέξτε, τοὺς λέει, πηγαίνετε νὰ δείξετε τοὺς ἑαυτούς σας στοὺς ἱερεῖς.

-Μὰ Χριστέ, πῶς νὰ πᾶμε μὲ τέτοια κατάσταση λέπρας στοὺς ἱερεῖς; Πρῶτα - πρῶτα δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ πλησιάσουμε τὴν πόλη καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Κι ἔπειτα οἱ ἱερεῖς τί μποροῦν νὰ μᾶς κάνουν; Εἶναι ἀνάγκη νὰ πᾶμε στοὺς ἱερεῖς; Δὲν μπορεῖς, Χριστέ, νὰ μᾶς θεραπεύσεις, ὅπως θεράπευσες τόσους ἄλλους; Κάνε μας καλά, κι ὕστερα πηγαίνουμε στοὺς ἱερεῖς νὰ πιστοποιήσουν τὴ θεραπεία μας, σύμφωνα μὲ τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς...

Ἀλλ’ ὄχι, τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν σκέφτηκαν οὔτε εἶπαν οἱ 10 λεπροί. Κάνουν τυφλὴ ὑπακοὴ στὴν προσταγὴ τοῦ Χριστοῦ. Πιστεύουν ἀκράδαντα πὼς θὰ γίνουν καλά. Γι’ αὐτὸ καὶ ξεκινοῦν. Καὶ δὲν προλαβαίνουν νὰ ξεμακρύνουν πολύ, καὶ τὸ θαῦμα γίνεται στὸ δρόμο ποὺ τρέχουν γιὰ τοὺς ἱερεῖς. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν». Ἡ πίστη τους καὶ ἡ ὑπακοή τους στὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ βραβεύτηκε. Ἡ λέπρα ἔφυγε ἀπὸ πάνω τους. Ἡ βρῶμα καὶ ἡ δυσωδία ἐξαφανίστηκε. Καθαρίστηκαν.

Γιὰ φαντασθῆτε νά ’ταν οἱ 10 λεπροὶ αὐθάδεις καὶ ἀνυπότακτοι, σὰν μερικοὺς σημερινοὺς χριστιανούς, καὶ νὰ περνοῦσαν τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπ’ τὸ κόσκινο τῆς λογικῆς τους!

-Καὶ γιατί νὰ πᾶμε στοὺς Ἱερεῖς νὰ ἐξομολογηθοῦμε; Δὲν μπορεῖ ἀπ’ εὐθείας ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες; Ἐγὼ θὰ πάω ἀπ’ εὐθείας στὸ Χριστό, θὰ γονατίσω καὶ θὰ τοῦ πῶ τ’ ἁμαρτήματά μου καὶ θὰ συγχωρεθῶ...

Αὐτὰ λένε πολλοὶ χριστιανοί, ποὺ δὲν θέλουν νὰ ταπεινωθοῦν μπροστὰ στὸν πνευματικὸ καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦν μὲ συντριβὴ τὰ ἁμαρτήματά τους. Οἱ δυστυχεῖς! Ξεχνοῦν πὼς εἶναι προσταγὴ τοῦ Χριστοῦ. «Ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι». Δεῖξτε τὸν ἑαυτό σας, τὶς πληγές σας, τὶς ἁμαρτίες σας στὸν ἱερέα, στὸν πνευματικό. Πήγαινε, ἐξομολογήσου, θὰ ἐπιστρέψεις καθαρός. Τὸ ἔλεος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ὅλα τὰ ἁμαρτήματα.


4. Εὐγνωμοσύνη

Εἴδατε, ἀδελφοί μου, τὶς τρεῖς στάσεις τῶν 10 λεπρῶν; Καὶ στὶς τρεῖς στάσεις εἶναι καὶ οἱ 10 μαζί. Ὅ,τι κάνει ὁ ἕνας κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι. Μαζὶ στὴν ἀπομόνωση, μαζὶ στὴ θλίψι, μαζὶ στὴν κραυγὴ τῆς ἱκεσίας, μαζὶ στὸ τρέξιμο γιὰ τοὺς ἱερεῖς. Δὲν εἶναι ὅμως μαζὶ στὴν τέταρτη καὶ τελευταία στάση. Ἐκεῖ χωρίζουν. Δὲν εἶναι μαζὶ στὴν ἐπιστροφή.

Οἱ 9 ἐπιστρέφουν στὰ σπίτια τους, στοὺς δικούς τους. Ὁ ἕνας μονάχα ἐπιστρέφει στὸ Χριστό. Τὸν βρίσκει, καὶ μὲ μάτια πλημμυρισμένα ἀπὸ δάκρυα πέφτει στὰ πόδια του καὶ μὲ φωνὴ μεγάλη καὶ ἰσχυρὴ δοξάζει τὸ Θεό, εὐχαριστεῖ τὸ Χριστὸ γιὰ τὴ μεγάλη δωρεά. Ὅπως κραύγαζε, ὅπως φώναζε παρακαλώντας, ἔτσι τώρα φωνάζει δοξολογώντας.

-Χριστέ, σ’ εὐχαριστῶ... Μὰ εἶναι μόνος στὴ στάση αὐτὴ τῆς εὐγνωμοσύνης. Κι ὁ Χριστὸς ἐκφράζει τὸ παράπονο: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;».

Χριστέ μου, σ’ ἀκούω καὶ σήμερα νὰ κάνεις τὸ ἴδιο παράπονο:

-Ὅλους δὲν τοὺς ἀγαπῶ; Γιὰ ὅλους δὲν σταυρώθηκα; Ποῦ ’νε τώρα οἱ 9; Ποῦ ’νε οἱ πολλοί; Ποῦ ’νε οἱ περισσότεροι; Δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκη νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεό;

Ὤ, ἡ ἀγνωμοσύνη τῶν ἀνθρώπων! Ἐδῶ κάποιος μεγάλος καὶ ἰσχυρός τῆς ἡμέρας σὲ ἐξυπηρετεῖ, καταδέχεται νὰ σὲ δεχθεῖ καὶ νὰ σ’ ἀκούσει, ἢ ἱκανοποιεῖ κάποιο αἴτημά σου, καὶ λειώνεις μπροστά του ἐκφράζοντας τὴν εὐχαριστία σου. Χίλια «εὐχαριστῶ» στοὺς ἀνθρώπους! Κι ὁ Θεός, ποὺ μέρα - νύχτα σὲ εὐεργετεῖ- ὁ Θεός, ποὺ ἔστειλε τὸ μονογενῆ του Υἱὸ γιὰ νὰ σὲ καθαρίσει ἀπὸ τὴ λέπρα τῆς ἁμαρτίας, ἕνα «εὐχαριστῶ» δὲν ἀκούει ἀπὸ τὸ στόμα σου. Ποῦ ’νε οἱ πιὸ πολλοὶ ἄνθρωποι; Ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεὸς» δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα τους. Μιὰ ὥρα δὲν θυσιάζουν νά ’ρθουν νὰ δοξολογήσουν τὸ Θεὸ στὴν ἐκκλησία... Κι ὄχι μονάχα αὐτό. Ὄχι ἁπλῶς δὲν εὐχαριστοῦν τὸν Εὐεργέτη τους. Ὄχι ἁπλῶς δὲν ὑμνοῦν καὶ δὲν δοξολογοῦν. Ὄχι ἁπλῶς λησμονοῦν νὰ ἐπιστρέψουν. Ἀλλὰ καὶ ἀνοίγουν τὸ βρωμερὸ τους στόμα καὶ βλαστημοῦν τὸ Χριστό. Σὰν λυσσασμένα σκυλιὰ δαγκώνουν τὸ χέρι τοῦ Εὐεργέτη τους.

Χριστέ, ἀκοῦμε καὶ σήμερα ν’ ἀπευθύνεις τὸ παράπονο: «Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;». Σὺ γνωρίζεις ποῦ εἶναι οἱ 9, ποῦ γυρίζουν οἱ πιὸ πολλοί. Ἐμεῖς τίποτε ἄλλο δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε, παρὰ νὰ σὲ ἱκετεύσουμε νὰ μᾶς ἐλεήσεις. Ἐλέησε τὸν κόσμο σου, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, γιὰ τὴν ἀποστασία του, καὶ πρὸ παντὸς γιὰ τὴν ἀχαριστία του. «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς».



 

ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ΙΖ' 12-19)

ΟΥΔΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΕΡΓΕΤΗΘΕΝΤΑ ΑΧΑΡΙΣΤΟΝ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΒ' ΛΟΥΚΑ
(Λουκά ΙΖ' 12-19)

Όχι μόνο μας αποκαλύπτει τις μεγάλες αλήθειες της Πίστεώς μας το Ιερό Ευαγγέλιο, αλλά ταυτοχρόνως φωτίζει και όλες τις πλευρές της ζωής μας.
Φέρει στην επιφάνεια ακόμα και όσα αρνητικά κρύπτονται κάτω από μια κρούστα κοινωνικού καθωσπρεπισμού, ή τι πραγματικά συμβαίνει όταν ξεχειλίζει μια ανάρμοστη συμπεριφορά.
Αυτό ακριβώς βλέπουμε να πραγματοποιείται στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής της ΙΒ' Λουκά, όπου συμπίπτει και η μνήμη του Μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού.
Όλοι σχεδόν γνωρίζουμε το θαύμα της θεραπείας των δέκα λεπρών. Και όλοι λυπούμαστε από το θλιβερό γεγονός που παρεμβάλλεται. Το γεγονός της αχαριστίας των εννέα από αυτούς, και μάλιστα Ιουδαίων. Αυτός δεν είναι και ο λόγος που δικαίως ο Κύριος διατύπωσε το παράπονό του «ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν;» ερώτησε, «Οι δε εννέα πού;». Δεν έπρεπε να επιστρέψουν και αυτοί, για να δοξάσουν τον Θεό, όπως επέστρεψε και ο ένας μόνο, «ο αλλογενής», ο Σαμαρείτης;
Αχαριστία λοιπόν. Αυτό είναι το αγκάθι που εάν δεν προσέξει ο άνθρωπος, είναι δυνατόν να φυτρώσει στην ψυχή και να καταστρέψει πρωτίστως τη σχέση με τον ίδιο τον Θεό, αλλάταυτοχρόνως να καταπνίξει και τις σχέσεις με τον αδελφό.
Το ότι βεβαίως ο Ίδιος ο Κύριος επισημαίνει το καρκίνωμα αυτό στην εν γένει συμπεριφορά, αλλά και το ότι οι Άγιοι που έχουν Χριστοποιηθεί, κάνουν λόγο για το επικίνδυνο αυτό σύμπτωμα που καταντά βαριά ασθένεια, τούτο σημαίνει ότι θα πρέπει να απασχολήσει κι εμάς. Να δούμε τι ακριβώς είναι η αχαριστία και στη συνέχεια πώς θεραπεύεται.
Και πριν απ' όλα να τονίσουμε πως ο αχάριστος άνθρωπος, είναι και εμφανίζεται πάντοτε διπλά αχάριστος. Αρνείται να εκφράσει την ευχαριστία του προς τον Θεό, ο οποίος «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. Ε' 45), και επιπλέον δένεται η γλώσσα του μπροστά στον άνθρωπο που τον βοήθησε ποικιλοτρόπως.
Επομένως, η αχαριστία με την εμφάνισή της γεννά την αδικία. Την μεγάλη αυτή κατάρα που σε κάθε εποχή μαστίζει την κοινωνία. Όσο δε κι αν αυτό ακούγεται ως υπερβολή, είναι όμως πραγματικότητα και τούτο διότι, εφ' όσον έχεις δεχθεί ευεργεσίες, είναι απολύτως δίκαιο να ευχαριστήσεις και να δείξεις την ευγνωμοσύνη σου, την οποία υπαγορεύει η χριστιανική και όχι μόνο συμπεριφορά.
Εάν δεν συμβεί αυτό, τότε πράγματι ο άνθρωπος ξεπέφτει στην αδικία. Ο Θεόπνευστος λόγος της Γραφής, σε μια μικρή φράση συμπυκνώνει όλη αυτή την πραγματικότητα που κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί την αιώνια ευγνωμοσύνη του έναντι του Θεού: «τι έχεις ο ουκ έλαβες; ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;» (Α' Κορ. Δ' 7). Δηλ. ποιο χάρισμα έχεις το οποίο δεν έλαβες από τον Θεό; Όλα από το Θεό τα έχεις. Και εάν κάθε τι που έχεις το πήρες από το Θεό, γιατί λοιπόν καυχιέσαι σαν να μην πήρες τίποτε;
Είναι μάλιστα πολύ χαρακτηριστική η φράση του Αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου, ο οποίος προφανώς είχε πικρή εμπειρία από τέτοιου είδους συμπεριφορές, όταν έλεγε: «ουδείς χειρότερος εχθρός από τον ευεργετηθέντα αχάριστο».
Μάλιστα, έτσι δείχνει η ίδια η πραγματικότητα. Η μικρή κορυφή που φαίνεται λίγο επάνω από την επιφάνεια της ήρεμης ίσως προσωπικότητας, κρύπτει όγκο ολόκληρο αρνητικών προδιαγραφών και παγιωμένων ψυχικών και κοινωνικών συμπεριφορών.
Και το πράγμα γίνεται έτι πλέον δραματικό γι΄ αυτόν που έχει βραχυκυκλωθεί στην κακία αυτής της αχαριστίας, Όταν ο ίδιος έχει βοηθηθεί, προωθηθεί και ευεργετηθεί από ανθρώπους της Εκκλησίας. Εκεί πλέον τα πράγματα είναι όντως τραγικά, αφού στο χώρο της Χάριτος, οι σχισμές και τα τραύματα φωτίζονται θέλοντας και μη, με αποτέλεσμα να δείχνουν καθ' υπερβολήν την ασχήμια της πληγής και ν' αποκαλύπτουν την αποφορά της πυορροούσης καρδίας.
Και ναι μεν, αυτή είναι η ασθένεια και η πληγή, με τόσες άλλες παραμέτρους, που ενδεχομένως ο κάθε ένας να έχει υπόψιν του.
Ας περάσουμε όμως τώρα να δούμε και την θεραπεία του πάθους. Να δούμε το πώς θα επανέλθει η υγεία στην προσβεβλημένη από την νόσο, άρρωστη ψυχή.
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Το πρώτο και βασικό είναι να καταστεί κατανοητόν και να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι η αχαριστία και η αγνωμοσύνη είναι μια εντελώς αφύσικη, παράλογη και καθαρώς αντιχριστιανική συμπεριφορά.
Ταυτοχρόνως δε να έχουμε συνεχώς στο νου μας ότι ο ίδιος ο Θεός καταδικάζει την αχαριστία. Και όταν ο Θεάνθρωπος πονά για την συμπεριφορά αυτή και την στιγματίζει στον λόγο Του, τότε τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά.
Χρειάζεται όμως και κάτι που είναι το ίδιο σημαντικό. Και αυτό ονομάζεται συστηματική προσπάθεια, στο να κρατούμε στην διάνοια και κυρίως στην καρδιά τις ποικίλες, αναρίθμητες και σκανδαλωδώς επαναλαμβανόμενες ευεργεσίες του Τριαδικού Θεού προς εμάς.
Όταν με τη Χάρη του Θεού γίνει αυτό, τότε, φυσικώ τω τρόπω θα αισθανόμαστε και τις ευεργεσίες των ανθρώπων, των αδελφών μας. Τότε όντως θα γίνει το ευχάριστο και ευλογημένο. Θα ανοίξουν οι οφθαλμοί της καρδιάς μας και θα δούμε ότι όσο κι αν έχουμε πληγωθεί από κάποιους ανθρώπους, αυτοί που μας αγαπούν και ενδιαφέρονται για εμάς είναι πολλοί περισσότεροι από όσους νομίζουμε. Είναι πολύ μεγαλύτερος ο κύκλος των αδερφών μας που ειλικρινώς ενδιαφέρονται και πονούν για εμάς, παρά αυτοί που φανταζόμαστε ότι δήθεν μας αποστρέφονται.
Όσο δε περισσότερο γλυκασμό στην ψυχή μας σταλάζει η χάρις της ευχαριστίας μας προς τους αδελφούς, τόσο και περισσότερο θα αυξάνει η ευγνωμοσύνη μας προς τον Κύριο Ιησού Χριστό. Έτσι, τώρα ο πιστός ευαισθητοποιείται στην σωστή έννοια και κατάσταση της ευαισθησίας και οι ψυχικές του κεραίες συλλαμβάνουν ακόμα και τις μικρές αφορμές για να ξεδιπλώσουν τους ύμνους ευχαριστίας και ν' ανταποδώσουν την αγάπη προς τους ομοιοπαθείς μας αδελφούς.
Τι να πούμε αδελφοί μου πρώτο και τι ν' αφήσουμε δεύτερο για το θέμα αυτό. Το βέβαιο είναι ότι η ύπαρξή μας θα πρέπει να ξεχειλίζει από το άρωμα της ευγνωμοσύνης!
Σε ποια, αλήθεια, από τις ευεργεσίες του Θεού να σταθούμε; Στην άφεση των αμαρτιών, που μας χαρίζει διά του Σώματος και του Αίματός του και που διά του Ιερωτάτου μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας μας προσφέρει; Στην Σταυρική του Θυσία ή στο μεγάλο μυστήριο της Θείας ενανθρωπήσεως και στην Ταπείνωση της Βαπτίσεώς Του υπό του Ιωάννου στα Ιορδάνια νάματα;
Αδελφοί μου, οι δέκα ταλαίπωροι λεπροί, απαλλάχθηκαν από την φοβερή ασθένεια της λέπρας. Ας προσέξουμε όμως διότι υφίσταται μια άλλη πολύ χειρότερη λέπρα που ονομάζεται αχαριστία και αυτή προσβάλλει όχι το σώμα που θεραπεύεται, αλλά την αθάνατη ψυχή μας.
Οπωσδήποτε, το να προλαμβάνει κανείς, είναι σοφότερο από το να θεραπεύει. Αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία οι ακτινογραφίες του Ευαγγελικού μας Αναγνώσματος, δείξουν προσβολή από την νόσο της αχαριστίας και πάλι δεν χρειάζεται να μας καταλάβει σύγχυση και πανικός.
Η μέθοδος της θεραπείας μέσω των Ιερών μυστηρίων, της θερμής προσευχής και της Ορθοδόξου Πνευματικότητος, θα επιφέρουν την ευλογημένη θεραπεία και την χαρά της ευχαριστίας. Η δε ευγνωμοσύνη θα μας κάνει ώστε συνεχώς να ανακαλύπτουμε ολοένα και περισσότερο τα ατίμητα δώρα της αγάπης του Θεού.
Επομένως, δεν έχουμε παρά να συνοψίσουμε τώρα μελωδικώς, αυτές τις εκφάνσεις της Θείας Οικονομίας, δοξάζοντας τον ενανθρωπήσαντα Κύριο μας και Θεό μας Ιησούν Χριστόν.
«Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω περί πάντων ων ανταπέδωκεν ημίν; Δι ημάς Θεός εν ανθρώποις, δια την καταφθαρείσαν φύσιν ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, προς τους αχαρίστους ο Ευεργέτης, προς τους αιχμαλώτους ο Ελευθερωτής, προς τους εν σκότει καθημένους ο Ήλιος της δικαιοσύνης. Επί τον Σταυρόν ο απαθής, επί τον Άδην το φως, επί τον θάνατον η ζωή, η ανάστασις δια τους πεσόντας, προς ον βοήσωμεν , ο Θεός ημών δόξα Σοι» (Στιχηρό Αίνων του Βαρ. ήχου).

Αμήν


Άρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΟΡΜΠΑΡΑΚΗΣ






Νυνί δέ ἀπόθεσθε καί ὑμεῖς τά πάντα, ὀργήν, θυμόν...᾽
(Κολ. 3, 8)

α. Μία σειρά προτροπῶν γιά τό τί δέν πρέπει νά κάνει ὁ χριστιανός ἀκοῦμε στό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός Κολασσαεῖς ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Μία σειρά ἀπό ῾μή᾽ καί ῾δέν πρέπει᾽, πού ἄν δέν τά δεῖ κανείς μέσα στό πλαίσιο πού τά θέτει ὁ ἀπόστολος, ἀσφαλῶς καί μπορεῖ νά τά παρεξηγήσει. Γιατί συχνά ἀκοῦμε καί διαβάζουμε ὅτι ἡ χριστιανική πίστη δέν ἔχει ῾μή᾽. Δέν εἶναι πορεία ἄρνησης. Εἶναι πολύ περισσότερο θέση, δηλαδή πορεία πρός τά ἐμπρός πάνω στά ἴχνη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ. Καί πράγματι ἔτσι εἶναι: τά ῾μή᾽ καί τά ῾δέν πρέπει᾽ θεωροῦνται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ.  Ὅταν πορεύομαι μαζί μέ τόν Χριστό πάνω στόν δρόμο πού εἶναι ἡ ζωή Του, κατ᾽ ἀνάγκην θά ἀπαμακρυνθῶ ἀπό ὅ,τι εἶναι ἀλλότριο τῆς ζωῆς αὐτῆς. ῾Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν᾽. Λοιπόν, βγάλτε καί πετάξτε ἀπό πάνω σας κι ἐσεῖς, σάν ἀκάθαρτο ἔνδυμα, ὅλα τά κακά: τήν ὀργή, τόν θυμό... ῾Νυνί δέ ἀπόθεσθε καί ὑμεῖς τά πάντα, ὀργήν, θυμόν...᾽.

β. 1. Ποιό εἶναι τό πλαίσιο τῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ, μέσα στό ὁποῖο, κατά τόν ἀπόστολο, δέν μπορεῖ νά χωράει ὁποιαδήποτε κακία, μέ πρῶτα τήν ὀργή καί τόν θυμό; Μᾶς τό λέει ὁ ἀπόστολος καί στή συγκεκριμένη ἐπιστολή του ἀλλά καί στίς ἄλλες, δείγμα τοῦ πόσο θεμελιακό θεωρεῖται τοῦτο γιά τόν πιστό: ὁ ἄνθρωπος ἀφότου ἔγινε χριστιανός διά τοῦ βαπτίσματος, ντύθηκε τόν Χριστό - ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - ἔγινε δηλαδή Χριστός καί ὁ ἴδιος , ῾ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ᾽ μία ἄλλη δική Του παρουσία στόν κόσμο· συνεπῶς ἐνσωματωμένος στόν Χριστό καλεῖται νά ἐπιβεβαιώνει κάθε στιγμή τή ζωή ᾽Εκείνου. ῾᾽Απεθάνετε γάρ᾽, εἶπε στούς Κολασσαεῖς μόλις πρίν τούς δώσει τίς ῾κανονιστικές᾽ ἀρνητικές ἐντολές, ῾καί ἡ ζωή ὑμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ᾽. Δηλαδή: Μέ τό ἅγιο βάπτισμα πεθάνατε μυστηριακά μαζί μέ τά παλαιά καί γήινα φρονήματά σας. Καί ἡ θεία χάρη σᾶς ἔδωσε νέα ζωή, ἡ ὁποία εἶναι κρυμμένη μαζί μέ τόν Χριστό μέσα στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ. Καί παρακάτω: τούς τονίζει νά μή λένε ψέματα μεταξύ τους, γιατί ξεντύθηκαν τόν παλαιό ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καί ντύθηκαν τόν καινούργιο πού συνεχῶς ἀνανεώνεται κατ᾽ εἰκόνα τοῦ Δημιουργοῦ Χριστοῦ. ῾Μή ψεύδεσθε εἰς ἀλλήλους, ἀπεκδυσάμενοι τόν παλαιόν ἄνθρωπον σύν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καί ἐνδυσάμενοι τόν νέον τόν ἀνακαινούμενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν᾽. ῾Ως ῾ἄλλος Χριστός᾽ λοιπόν ὁ χριστιανός μετά τό βάπτισμά του δέν μπορεῖ νά ἐπανέρχεται στήν προ-χριστιανική ἐποχή του, νά ζεῖ δηλαδή μέ κακία, μέ ὀργή καί θυμό.

2. Ἡ χαρισματική αὐτή πραγματικότητα: νά εἶναι κανείς μέλος Χριστοῦ, ἡ ὁποία συνιστᾶ ὅ,τι πιό καίριο καί οὐσιαστικό στήν πίστη μας, εἶναι κρυμμένη ἀπό τούς σωματικούς ὀφθαλμούς, μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος. Βιώνεται ἐσωτερικά στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου - ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι᾽ λέει ὁ Κύριος – γι᾽ αὐτό καί ὁ ἐν αἰσθήσει χριστιανός ἀφενός εἶναι στραμμένος πρός τόν ἐσωτερικό του κόσμο γιά τήν εὕρεση καί τή βίωση τοῦ θησαυροῦ αὐτοῦ,  ἀφετέρου προσδοκᾶ  τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ στή Δευτέρα Του Παρουσία προκειμένου τότε μαζί μέ ᾽Εκεῖνον νά φανερωθεῖ καί ὁ ἴδιος ὡς μέλος Του  ἐν δόξῃ. ῾῞Οταν ὁ Χριστός φανερωθῇ, ἡ ζωή ὑμῶν, τότε καί ὑμεῖς σύν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ᾽.
Μέχρι τότε ὅμως, παρ᾽ ὅλη τήν κεκρυμμένη δόξα τῆς χάρης ἀπό τόν ἐνδεδυμένο ἀπό αὐτόν Χριστό, βρίσκεται ὁ πιστός στόν κόσμο τοῦτο  ὅπως ὁ Κύριος στήν πρώτη Του παρουσία: ταπεινός καί ἄδοξος ἐξωτερικά,  μέ θλίψεις καί δοκιμασίες, ἀλλά καί μέ ἀγώνα νά ἐνεργοποιεῖ τή δοσμένη σ᾽ αὐτόν χάρη τοῦ βαπτίσματος, ἡ ὁποία κινδυνεύει ἀνά πᾶσα στιγμή νά ἀπολεσθεῖ, ἄν δέν προσέξει καί χαλαρώσει τόν πνευματικό του ἀγώνα. ῾Ο πονηρός καιροφυλακτεῖ, ὡς γνωστόν, ῾ὡς λέων ὠρυόμενος᾽, νά διαρπάσει αὐτό πού ἀνήκει στόν Κύριο, τόν ἄνθρωπο, γι᾽ αὐτό καί δέν χωρεῖ στήν πορεία τοῦ χριστιανοῦ χαλάρωση καί λησμοσύνη.

3. Μακριά λοιπόν – φωνάζει ὁ ἀπόστολος - ἀπό κάθε κακία, καί μάλιστα τήν ὀργή καί τόν θυμό. Εἴμαστε ντυμένοι τόν Χριστό, συνιστοῦμε μέλη Του, εἴμαστε προορισμένοι νά μετάσχουμε στήν πληρότητα τῆς δόξας τῆς Βασιλείας Του, γι᾽ αὐτό δέν πρέπει νά ἐπανερχόμαστε στά πρό Χριστοῦ πάθη μας. ᾽Επικεντρώνει μάλιστα ὁ ἅγιος Παῦλος πρῶτα ἀπό ὅλα στήν ὀργή καί τόν θυμό, διότι γνωρίζει ὅτι ἡ ἔξαψη τοῦ θυμικοῦ στόν ἄνθρωπο ταράζει καί τό λογιστικό του - ὁ ταραγμένος συναισθηματικά ἄνθρωπος δέν σκέφτεται καί σωστά: γίνεται ῾ἔξω φρενῶν᾽ - ἐνῶ ἡ ἔξαψη αὐτή τῆς ὀργῆς προϋποθέτει συνήθως ἐπιθυμίες μή σύμφωνες πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἐμπαθής ἁμαρτωλή ἐπιθυμία: γιά ἱκανοποίηση τῆς φιληδονίας ἤ τῆς φιλαργυρίας ἤ τῆς φιλοδοξίας, προκαλεῖ ταραχή τῶν συναισθημάτων καί θόλωση τῆς διανοίας. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι δεδομένο: ὁ ἡγεμών νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔστω καί βαπτισμένου,  χάνει τήν ἐνέργεια τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ λόγω τοῦ ἐγωιστικοῦ φρονήματός του, μένει μόνος καί μετέωρος μέσα στά πάθη του, ἕρμαιο κυριολεκτικά τοῦ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου.  ῾᾽Ανήρ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων᾽, σημειώνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ταυτοχρόνως βεβαιώνει ὅτι ὁ Κύριος ἐπιβλέπει ῾ἐπί τόν πρᾶον καί ἡσύχιον, καί τρέμοντα τούς λόγους αὐτοῦ᾽.

4. Πῶς μπορεῖ λοιπόν κανείς νά ξεπεράσει τά πάθη αὐτά, τήν ὀργή καί τόν θυμό; Πῶς μπορεῖ νά διακρατηθεῖ στή χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματός του; ῎Οχι βεβαίως ῾νεκρώνοντας᾽ τόν θυμό ὡς δύναμη τῆς καρδιᾶς – ὁ θυμός κατά τήν πίστη μας ἀποτελεῖ τήν κινητήρια δύναμη γιά νά πορευτεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν δρόμο τῆς ἁγιότητας: πρόκειται γιά τήν ἀρετή τῆς ἀνδρείας πού λένε οἱ ἅγιοί μας - ἀλλά στρέφοντάς τον ἐκεῖ πού εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στήν ταπεινή ἀγάπη.  ῞Οσο κανείς θά ὑπενθυμίζει στόν ἑαυτό του ὅτι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ χριστιανοῦ, ὅσο θά κινητοποιεῖ τή βούλησή του σέ ἔμπονη προσευχή καί σέ διακονία τοῦ πλησίον του, τόσο καί θά βλέπει ὅτι τό πάθος τῆς ὀργῆς θά μειώνεται καί θά μορφοποιεῖται σέ ὀργή μόνον κατά τῆς κακίας καί κατά τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος.

5. ῾Η πορεία μάλιστα αὐτή τῆς ἀοργησίας ὡς πορεία τῆς ἀγάπης περνᾶ καί ἀπό ὁρισμένα στάδια πού μᾶς τά ἔχουν ἐπισημάνει οἱ ἅγιοι Πατέρες μας, σάν τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τῆς Κλίμακος. Τί μᾶς διδάσκει ὁ μεγάλος αὐτός ἀσκητικός διδάσκαλος ἐπί τοῦ θέματος; Πρῶτο στάδιο τῆς ἀοργησίας, μᾶς λέει, εἶναι νά σιωποῦν τά χείλη μας, ὅταν ἡ καρδιά μας εἶναι πολύ ταραγμένη. Μπορεῖ δηλαδή κανείς νά σκέφτεται ἄσχημα γιά τόν ἄλλον, παλεύει ὅμως νά μή βγεῖ κακός καί ὑβριστικός λόγος γι᾽ αὐτόν. Τότε ἔρχεται στό δεύτερο στάδιο: νά σιωποῦν οἱ λογισμοί του, ἔστω κι ἄν ἀκόμη εἶναι ἐλαφρῶς ταραγμένη ἡ διάνοια. ᾽Ελέγχει τούς λογισμούς του καί δέν σκέπτεται κάτι ἄσχημο γιά τόν συνάνθρωπό του, ὁ ὁποῖος γιά διαφόρους λόγους τόν ἐξόργισε. Κι ὅταν κι αὐτό μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τό κατορθώσει, τότε φθάνει καί στήν τελειότητα: ὅ,τι κι ἄν συμβαίνει κι ὅ,τι ταραχή μπορεῖ νά ὑπάρχει, ὁ πιστός εἶναι μέσα του γαληνεμένος κρατώντας τήν ἀληθινή ἀγάπη.
Μέ τά ἴδια τά λόγια τοῦ ὁσίου: ῾᾽Αρχή ἀοργησίας, σιωπή χειλέων ἐν σφοδρᾷ ταραχῇ καρδίας· μεσότης, σιωπή λογισμῶν ἐν ψιλῇ ταραχῇ διανοίας· τέλος δέ, πεπηγμένη γαλήνη ἐν πνοῇ ἀνέμων ἀκαθάρτων᾽.

γ. Μακάρι νά ἀποδυόμαστε πάντοτε στόν ἀγώνα αὐτόν τῆς ἀοργησίας καί τοῦ ἐλέγχου τοῦ ἐμπαθοῦς θυμοῦ. Μέσα σ᾽ ἕναν κόσμο πού ἔχουν περισσέψει δυστυχῶς τά νεῦρα καί ἡ ὀργή – δείγμα τῆς μεγάλης ἐπήρειας σ᾽ αὐτόν τοῦ πονηροῦ - ἕνας τέτοιος ἀγώνας θά φανέρωνε πολύ ἁπτά καί ἄμεσα ὅτι ζοῦμε τό ἔνδυμα τοῦ βαπτίσματός μας, τόν ἴδιο τόν Χριστό, καί φανερώνουμε Αὐτόν μέ τόν πυρήνα τῆς ζωῆς καί τῆς διδασκαλίας Του, τήν ἀγάπη. Αὐτό θά συνιστοῦσε καί τή μεγαλύτερη κοινωνική προσφορά μας.


"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...