Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 22, 2014

Τα αναπάντητα ερωτήματα της κρίσης των Ιμίων



Γράφει ο Νίκος Χειλαδάκης 
Δημοσιογράφος - Συγγραφέας - Τουρκολόγος 

Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για εκείνη την μεγάλη βραδιά της κρίσης των Ιμίων, που είχε σαν τραγική συνέπεια τον θάνατο των τριών ελλήνων αξιωματικών όταν έπεσε το ελικόπτερο που επέβαιναν. Η υπόθεση αυτή τα ελικοπτέρου άφησε μέχρι σήμερα πολλά ερωτηματικά καθώς οι ίδιες οι ελληνικές αρχές έκαναν ότι μπορούσαν για να την «θάψουν» κάτω από μια επίσημη και πολύ αμφισβητουμένη εκδοχή για την απώλεια έλεγχου και ένεκα καιρικών συνθηκών, πτώση του ελικοπτέρου.

Εκείνο όμως που δεν απαντήθηκε και είναι κατά την άποψη μας πολύ σημαντικό που αν εξιχνιάζονταν θα έλυνε πολλά «μυστήρια» από την κρίση των Ιμίων, είναι η τύχη των Τούρκων κομάντος που είχαν αποβιβαστεί και είχαν καταλάβει την δεύτερη βραχονησίδα που είχε μείνει προδοτικά αφύλακτη από ελληνικής πλευράς. 

Τα μεγάλα και πολύ κρίσιμα ερωτήματα είναι δυο: 

1) Γιατί η Τουρκία φρόντισε να «εξαφανίσει» όλους τους Τούρκους κομάντος που είχαν πάρει μέρος σε εκείνη την επιχείρηση, παρά του ότι τους είχε παρασημοφορήσει σαν ήρωες; 
Ορισμένοι από αυτούς μάλιστα χαθήκαν με σκανδαλώδη τρόπο, (περίεργα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα και επέμβαση περιθωριακών που μαχαίρωσαν τον αρχηγό τον κομάντος στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης ). 
Βέβαια μετά οι Τούρκοι ισχυριστήκαν ότι οι κομάντος ζουν και παρουσίασαν κάποιους «αδέσποτους» που μάλιστα έγραψαν και βιβλίο για εκείνη την βραδιά. Μονό που οι νέοι κομάντος των Ιμίων που παρουσιαστήκαν ήταν κάθε φορά… άλλοι, με αποτέλεσμα να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο η κατάσταση...

Και, το δεύτερο ερώτημα, 
2) Γιατί κάθε χρόνο η Τουρκία την επέτειο εκείνης της βραδιάς που θεωρήθηκε τότε σαν μια από τις μεγαλύτερες στρατηγικές νίκες της Τουρκίας, δεν κάνει κανένα λόγο για την κρίση των Ιμίων και κανένα σχεδόν τουρκικό ΜΜΕ δεν κάνει καμία αφιέρωση για την κρίση πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως ο αείμνηστος πια πρώην υφυπουργός Εξωτερικών, Ινάν Μπατού, που ήταν και ο μόνος επίσημος που είπε κάποια λίγα για εκείνη την βραδιά σε μια εδική εκπομπή στο τουρκικό κανάλι, CNNTürk; 
Οι κάποιες άλλες λίγες τουρκικές αναφορές, είναι το λιγότερο παραπλανητικές. Κατά τα αλλά, «μαύρη» σιωπή για τα γεγονότα από τουρκικής πλευράς  και για όσους παρακολουθούν τα τουρκικά πράγματα αυτό, συν τα προηγούμενα, είναι το λιγότερο ανεξήγητα.

Αλλά ας έρθουμε στην βραδιά της κρίσης. 
Η επιχείρηση απόβασης των Τούρκων στην δεύτερη βραχονησίδα ήταν από την αρχή μια καλά στημένη θεατρική επιχείρηση που στολίστηκε από κάποιες εντυπωσιακές δημοσιογραφικές «μαρτυρίες», οι οποίες όμως μάλλον συνεπικουρούν στην όλη θεατρικότητα της επιχείρησης. 

Η πιο εντυπωσιακή μαρτυρία είναι αυτή του πολύ γνωστού δημοσιογράφου της Sabah, Fatih Altaylı, ο οποίος σε μια διήμερη δημοσιογραφική του αναφορά του στην εφημερίδα στις 5-6 Φεβρουαρίου του 2006, «αποκαλύπτει» ένα επεισόδιο που υποτίθεται ότι έγινε εκείνη την βραδιά και ενώ ξημέρωνε. 
Ο δημοσιογράφος αυτός, αφού διηγείται πως ενώ είχε αρχίσει η μεγάλη κρίση αφού έφυγε άρων άρων από την Κωνσταντινούπολη περνώντας εντολή από την αρχισυντάκτη της εφημερίδας, Ertuğlul Özkök, έφτασε μετά από περιπέτειες στο Bodrum. Εκεί πρόλαβε την ομάδα των Τούρκων κομάντος που ετοιμάζονταν να φύγει για την «ιστορική» τουρκική απόβαση.  
Ο Fatih Altaylı τους… παρακάλεσε να πάει και αυτός μαζί τους για να καλύψει δημοσιογραφικά την απόβαση αλλά εκείνοι, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, αρνήθηκαν με… ευγενικό τρόπο. Αυτός όμως απτόητος πήγε και βρήκε τον… μπακάλη που είχε ένα ταχύπλοο και του ζήτησε να το νοικιάσει για να πάει με τους φωτογράφους του στις βραχονησίδες όπου εκτυλίσσονταν η μεγάλη κρίση. Αυτός, στην αρχή αρνήθηκε, μπροστά όμως στην μεγάλη  επιμονή του δημοσιογράφου τότε του είπε με… ηρωικό ύφος ότι παρά τις πολύ άσχημες καιρικές συνθήκες θα τους πηγαίνει εκεί ο ίδιος. 
Έτσι ο Τούρκος δημοσιογράφος, Fatih Altaylı, μαζί με τους δυο φωτορεπόρτερ και την σύζυγο του αποβιβάστηκαν με τον μπακάλη στο ταχύπλοο και κατευθύνθηκαν  προς τα Ίμια. Εκεί όμως υπήρχε το πρόβλημα ότι δεν γνώριζαν σε ποια βραχονησίδα βρίσκονταν οι Τούρκοι κομάντος. 
Τελικά, αφού έφτασαν  περνώντας(;;;),  μέσα από όλα τα πολεμικά που βρίσκονταν στην περιοχή, αποβιβάστηκαν σε μια βραχονησίδα και κατευθύνθηκαν προς το στρατιωτικό άγημα. 
Τότε ακουστήκαν φωνές σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαιναν και αμέσως αντιλήφτηκαν ότι βρίσκονταν στην βραχονησίδα όπου ήταν οι Έλληνες κομάντος. 
Ο Τούρκος δημοσιογράφος αμέσως πήδηξε με τους άλλους στο ταχύπλοο και ανενόχλητοι αφού οι Έλληνες κομάντος δεν τους πείραξαν ούτε… μια τρίχα, πέρασαν στην άλλη βραχονησίδα. 
Εκεί οι Τούρκοι κομάντος ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν γιατί ήδη είχε κλειστεί η συμφωνία αποχώρησης των δυο ομάδων από τις βραχονησίδες. Οι Τούρκοι μόλις τους είδαν τους είπαν ότι δεν μπορούσαν να αποβιβαστούν, ενώ  προηγουμένως ανενόχλητοι σχεδόν είχαν αποβιβαστεί στην βραχονησίδα των Ελλήνων κομάντος. Έτσι γύρισαν πίσω. 
Σε λίγο έφτανε και η τουρκική άκατος με τους Τούρκους κομάντος και άρχισε η «παράσταση» επίδειξης των Τούρκων «ηρώων» που κατήγαγαν την μεγάλη νίκη στα Ίμια, μόνο που όπως εξελιχτήκαν στη συνέχεια τα γεγονότα, όλοι αυτοί οι Τούρκοι «ήρωες» ήταν ήδη μελλοθάνατοι. 

Αλήθεια, έγινε αυτή η απόβαση των Τούρκων δημοσιογράφων στην ελληνική βραχονησίδα εκείνο το ξημέρωμα ενώ ήταν σε εξέλιξη η κρίση; 
Πάντως, όλα αυτά δίνουν άλλη μια εντυπωσιακή διάσταση στην βραδιά εκείνη, που σημάδεψε την ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Αλλά αυτό είναι το μικρότερο ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο. Το μεγάλο ερώτημα είναι πως έπεσε το ελληνικό ελικόπτερο που στοίχησε την ζωή στους τρεις Έλληνες αξιωματικούς. 

Στις 19 Ιουλίου του 2010, ο αρθρογράφος της Hürriyet, Ertuğrul Özkök, αποκάλυπτε, (αν  πιστέψουμε στην τουρκική εκδοχή), πως είχε εδώ και καιρό ένα μυστικό γράμμα από ένα ανώτερο Τούρκο αξιωματικό του ναυτικού. 

Στο γράμμα αυτό ο Τούρκος αξιωματικός του φανέρωνε πως εκείνη την βραδιά είχε υπηρεσία στην περιοχή της κρίσης και αποκάλυπτε πως ενώ είχαν «πιάσει» την ελληνική εντολή να απογειωθεί το ελικόπτερο καθώς είχε δοθεί με διεθνή συχνότητα, είχε επικοινωνήσει μετά την απογείωση με το πλήρωμα του ελληνικού ελικοπτέρου. Αντιλαμβανόμενος την δυσχέρεια που αντιμετώπιζαν το ελληνικό πλήρωμα ένεκα των καιρικών συνθηκών, τους πρότεινε να προσγειωθούν στο κατάστρωμα του τουρκικού πλοίου. 
Η απάντηση όμως , όπως αναφέρουν οι Τούρκοι, ήταν δυο φόρες, Negative Negative. 

Στη συνέχεια όπως όλοι γνωρίζουμε, το ελικόπτερο έπεσε παρασύροντας στον θάνατο τους ηρωικούς Έλληνες αξιωματικούς. 
Στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται και ένα άλλο ένα επεισόδιο. Ο διοικητής της φρεγάτας Yavuz, που επρόκειτο να καλύψει την ομάδα των Τούρκων κομάντος για να καταβάλουν την δεύτερη βραχονησίδα, ήταν ο Ahmet Erol. 
Επειδή όμως, όπως αναφέρει το δημοσίευμα, ο… μισθός του δεν ήταν για αυτόν επαρκής, είχε παραιτηθεί για οικογενειακούς λόγους. Εκείνη την βραδιά επρόκειτο να παραδώσει την διοίκηση της φρεγάτας στον νέο διοικητή, τον Cem Orçun (ένας από αυτούς έγραψε το «μυστικό» γράμμα αλλά δεν αποκαλύπτεται). 
Την ώρα όμως εκείνη της τελετής παράδοσης και παραλαβής, σήμανε συναγερμός και έτσι και οι δυο διοικητές, ο πρώην και ο νυν, αναγκάστηκαν να πλεύσουν προς τις βραχονησίδες. Ήταν αυτοί που είχαν δώσει εντολή να ετοιμαστεί το κατάστρωμα για να προσγειωθεί το ελληνικό ελικόπτερο.

Αλλά εκτός από το ελικόπτερο και το πώς έπεσε υπάρχουν και άλλα πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα. 

Μήπως οι πραγματικοί Τούρκοι κομάντος που αποβιβάστηκαν στην δεύτερη βραχονησίδα είχαν «χαθεί» από εκείνο το βραδύ και γι’ αυτό έπρεπε να εμφανιστούν άλλοι στα τουρκικά ΜΜΕ για να τους ηρωοποιήσει η Τουρκία; 
Μήπως άλλοι ήταν οι κομάντος που αποβιβάστηκαν στα Ίμια, και άλλοι εμφανιστήκαν σαν «ήρωες»;  
Και μήπως οι υποτιθέμενοι "ήρωες"επειδή ήξεραν το μυστικό έπρεπε να  παύσουν να υπάρχουν; 
Είναι χαρακτηριστικό πως όταν τον Φεβρουάριο του 2003 στήθηκε στην περιοχή του Beykoz της Κωνσταντινούπολης, το μνημείο πεσόντων στα Ίμια, (KARDAK ŞEHİTLERİ PARKI), πολλοί Τούρκοι θεώρησαν ότι είναι το μνημείο πεσόντων Τούρκων κομάντος ακριβώς την βραδιά της κρίσης. 


Όλα αυτά όμως τα ερωτήματα δεν μειώνουν με τίποτα το μέγεθος της ελληνικής  προδοσίας. Μιας προδοσίας  αυτών που παρέδωσαν για πρώτη φορά στην σύγχρονη ελληνική ιστορία χερσαίο έδαφος στην τουρκική βουλιμία. 

Έκτοτε, χάριν αυτών των προδοτών που ποτέ δεν τιμωρήθηκαν, χάθηκε η ελληνική κυριαρχία σε δυο ελληνικότατες βραχονησίδες που συμβόλιζαν την ελληνική ταυτότητα του από αιώνων ελληνικού Αιγαίου πελάγους.
πηγή

Γιατί οἱ νέοι φεύγουν ἀπό τήν Ἐκκλησία; Ἀπαντᾶ ὁ Ἅγιος Πορφύριος.


Ὁ ἔπαινος κάνει τούς νέους ἐγωιστές, ἀπροσάρμοστους καί ἄθεους.
Δίδασκε ὁ θεόσοφος Παιδαγωγός Ἅγιος Πορφύριος:
«Ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ τονίζει ὅτι, ἅμα ἐπαινεῖς ἕναν ἄνθρωπο, τόν κάνεις ἐγωιστή. Ὁ ἐγωιστής εἶναι ὁ μπερδεμένος, ὁ ὁδηγούμενος ὑπό τοῦ διαβόλου καί τοῦ κακοῦ πνεύματος. Ἔτσι, μεγαλώνοντας μέσα στόν ἐγωισμό, ἡ πρώτη του δουλειά εἶναι ν’ ἀρνεῖται τόν Θεό καί νά εἶναι ἕνας ἐγωιστής ἀπροσάρμοστος μέσα στήν κοινωνία».
Νά γιατί εἶναι ἄρρωστη ἡ κοινωνία μας καί ἄθεα τά παιδιά μας. Ἐπειδή ἀπό μικρά τούς τρέφουμε τόν ἐγωισμό, τήν ὑπερηφάνεια πού εἶναι κορυφαία ἀκαθαρσία στόν ἄνθρωπο καί ἁμαρτία. Γίνονται ἔτσι τά παιδιά εὐάλωτα στίς δαιμονικές ἐνέργειες καί ὑποχείρια τοῦ πονηροῦ πνεύματος. Ὁ ἔπαινος δημιουργεῖ μία ψεύτικη μεγάλη ἰδέα στό παιδί γιά τόν ἑαυτό του. Αὐτήν τήν ἰδέα οἱ πατέρες τήν ὀνομάζουν οἴησι καί εἶναι ἡ βαθειά ρίζα τοῦ ἐγωισμοῦ καί τῆς ὑπερηφάνειας. Ὁ κόσμος τό ὀνομάζει «ὑπερεγώ». Δίδασκε ὁ Θεόσοφος σύγχρονος Ἅγιος Πορφύριος:
«Ὅταν, λοιπόν, ἐμεῖς στό παιδί μέ τούς ἐπαίνους δημιουργοῦμε αὐτό τό «ὑπερεγώ», τοῦ φουσκώνουμε τόν ἐγωισμό, τοῦ κάνομε μεγάλο κακό. Τό κάνουμε νά γίνεται πιό ἐπιρρεπές στά διαβολικά πράγματα»1. Ἀνοίγουμε τούς «ἀσκούς τοῦ Αἰώλου» καί μετά ἀναρωτιόμαστε γιατί ἔφυγε ἀπό τήν Ἐκκλησία, τό σπίτι, τήν ὑπακοή, τόν σεβασμό πού εἶχε πρός τούς μεγαλυτέρους κ.λ.π.
Ὁ ἔπαινος εἶνα ἕνα ψέμμα γι’ αὐτό καί συνιστᾶ μίμηση τοῦ διαβόλου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὅ,τι καλό ἔχει τό παιδί μας εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί ὅ,τι καλό ἔκανε (ἄν ἔκανε κάτι καλό) εἶναι ἐνέργεια τῆς Θείας Χάρης καί ὄχι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς του ἱκανότητας καί δυνάμεως. Γιαυτό θά πρέπει νά τό παρακινοῦμε σέ ὅλα νά ζητάει τήν Θεία Βοήθεια καί νά ἐμπιστεύεται τήν Θεία Πρόνοια. «Σ΄ ὅλα τά θέματα νά μάθουν τά παιδιά νά ζητᾶνε τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ»2.
Πῶς ἐνθαρρύνουμε τά παιδιά; Θέλει προσοχή, ὅταν ἐνθαρρύνετε τά παιδιά» δίδασκε ὁ σοφός Ἅγιος Παιδαγωγός Πορφύριος. «Στό παιδί δέν πρέπει νά λέτε: «Ἐσύ θά τά καταφέρεις, ἐσύ εἶσαι σπουδαῖος, εἶσαι νέος, εἶσαι ἀνδρεῖος, εἶσαι τέλειος!…». Δέν τό ὠφελεῖτε ἔτσι τό παιδί. Μπορεῖτε ὅμως, νά τοῦ πεῖτε νά κάνει προσευχή. Νά τοῦ πεῖτε: «Παιδί μου, τά χαρίσματα πού ἔχεις, ὁ Θεός σοῦ τά ἔδωσε. Προσευχήσου νά σοῦ δώσει ὁ Θεός τήν χάρι Του». Τοῦτο δῶ εἶναι τό τέλειο»3
Ἄν κάνει κάτι καλό νά μήν τό ἐπαινοῦμε αὐτονομημένα ἀλλά νά δοξάζουμε τό Θεό πού τό βοήθησε καί νά τό παρακινοῦμε καί ἐκεῖνο νά δοξάσει καί νά εὐχαριστήσει τόν Θεό ὁ Ὁποῖος καταδέχθηκε νά ἐνεργήσει μέσα ἀπό αὐτό.
Τό νά ἀποκρύπτουμε τήν πραγματικότητα ἀπό τά παιδιά γιά τόν ἑαυτό τους, εἶναι ἀδικία καί ἀτιμία ἀπό μέρους ἡμῶν τῶν μεγαλυτέρων, τῶν γονέων καί ὅσων ἄλλων ἐμπλέκονται στήν ἀγωγή. «Πρέπει νά πεῖς τήν ἀλήθεια» δίδασκε ὁ Ἅγιος Γέροντας, «νά τή μάθει ὁ ἄνθρωπος. Ἀλλιῶς τόν ὑποστηρίζεις στήν ἀμορφωσιά του. Ὅταν πεῖς στόν ἄλλο τήν ἀλήθεια, αὐτός κατατοπίζεται, προσέχει, ἀκούει καί τούς ἄλλους, ἐγκρατεύεται. Ἔτσι καί στό παιδί θά πεῖς τήν ἀλήθεια, θά τό μαλώσεις, γιά νά κατατοπισθεῖ ὅτι αὐτό πού κάνει δέν εἶναι καλό. Τί λέγει ὁ σοφός Σολομών: «Ὅς φείδεται τῆς βακτηρίας, μισεῖ τόν υἱόν αὐτοῦ, ὁ δέ ἀγαπῶν, ἐπιμελῶς παιδεύει»4. Ὄχι ὅμως νά τό δέρνεις μέ τή μαγκούρα. Τότε φεύγουμε ἀπό τά ὅρια καί γίνεται τό ἀντίθετο»5.
Ἡ ἀθεΐα, ἡ ἀσέβεια, ἡ θρασύτης, ἡ σκληρότης, ἡ βλασφημία τῶν παιδιῶν εἶναι καρποί τῆς κακῆς ἀγωγῆς. «Οἱ γονεῖς» παρατηροῦσε ὁ σοφός καί Ἅγιος Γέροντας «εὐθύνονται πρῶτοι γιά τήν ἀποτυχία τῶν παιδιῶν στή ζωή καί οἱ δάσκαλοι καί οἱ καθηγητές μετά. Τά ἐπαινοῦν διαρκῶς. Τούς λένε ἐγωιστικά λόγια. Δέν τά φέρνουν στό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τ’ ἀποξενώνουν ἀπ’ τήν Ἐκκλησία. Ὅταν μεγαλώσουν λίγο τά παιδιά καί πᾶνε στό σχολεῖο μ’ αὐτό τόν ἐγωισμό, φεύγουν ἀπ’ τή θρησκεία καί τήν περιφρονοῦν, χάνουν τό σεβασμό πρός τόν Θεό, πρός τούς γονεῖς, πρός ὅλους. Γίνονται ἀτίθασα καί σκληρά καί ἄπονα, χωρίς νά σέβονται οὔτε τή θρησκεία, οὔτε τόν Θεό. Βγάλαμε στή ζωή ἐγωιστές καί ὄχι χριστιανούς»6. Μεγάλο μερίδιο εὐθύνης φέρνει ἡ σύγχρονη ψευτοεπιστήμη πού διαστρέφει καί δέν οἰκοδομεῖ τά παιδιά μέσῳ τῆς διδασκαλίας τῆς ἄθεης ψυχολογίας καί παιδαγωγικῆς. Ὁ διάβολος κρύβεται πίσω της. «Ὁ διάβολος» δίδασκε ὁ σοφός Ἅγιος Παιδαγωγός Πορφύριος «κατόρθωσε νά ἐξαφανίσει τόν ἑαυτό του καί νά κάνει τούς ἀνθρώπους νά χρησιμοποιοῦν ἄλλα ὀνόματα. Οἱ γιατροί, οἱ ψυχολόγοι λένε συχνά, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος πάσχει: «Ἄ, νεύρωση ἔχεις! Ἄ, ἄγχος ἔχεις!» καί τά τοιαῦτα. Δέν παραδέχονται ὅτι ὁ διάβολος ὑποκινεῖ καί διεγείρει στόν ἄνθρωπο τόν ἐγωισμό. Κι ὅμως ὁ διάβολος ὑπάρχει, εἶναι τό πνεῦμα τοῦ κακοῦ»7. Ὁ διάβολος εἶναι ὁ πρῶτος διδάξας τό ψέμμα καί τόν ἔπαινο καί διά τοῦ ἐπαίνου ἔβγαλε τούς Πρωτόπλαστους ἀπό τόν Παράδεισο ὅπως δίδασκε ὁ Ἅγιος Πορφύριος: «Οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι, ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα, ἦταν ἁπλοί καί ταπεινοί, γι’ αὐτό ζοῦσαν στόν Παράδεισο. Δέν εἶχαν ἐγωισμό… Μετά…ὁ διάβολος κατόρθωσε μέ τόν ἔπαινο καί τούς ἐπλάνησε. Γεμίσανε ἐγωισμό»8. Τά παιδιά δέν πρέπει νά ἀκοῦνε τό «μπράβο» οὔτε νά τό θέλουν. «Ὁ ἔπαινος κάνει κούφιο τόν ἄνθρωπο καί διώχνει τή χάρι τοῦ Θεοῦ»9 ἔλεγε ὁ Ἅγιος Πορφύριος. Καί συμπλήρωνε: «Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μόνο μέ τήν ἁγία ταπείνωση»10. Καί συμπέραινε: «Πρέπει νά μάθομε στά παιδιά νά ζοῦν ταπεινά καί ἁπλά καί νά μή ζητοῦν τόν ἔπαινο καί τό «μπράβο». Νά τά μάθομε ὅτι ὑπάρχει ἡ ταπείνωση, πού εἶναι ἡ ὑγεία τῆς ζωῆς»11. Καί τῆς ψυχῆς καί τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, θά τολμούσαμε νά συμπληρώσουμε.
Μακάρι τά διδάγματα τοῦ Ἁγίου Παιδαγωγοῦ Γέροντα Πορφύριου νά ἀποτελέσουν ὁδηγητικά σήματα ἀγωγῆς γιά τούς γονεῖς καί ὅλους ὅσους ἀσχολοῦνται μέ τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν.

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης.

 
1Ἁγίου Πορφυρίου, Βίος καί Λόγοι, ἔκδοση Ζ΄, σελ. 442.
2 Ὅ.π. σελ. 437.
3Ὅ.π.   σελ. 437.
4Παρ. 13, 24.
5 Ἁγίου Πορφυρίου, Βίος καί Λόγοι, ἔκδοση Ζ΄, σελ. 439.
6Ὅ.π. σελ. 437-438.
7Ὅ.π. σελ. 443.
8Ὅ.π. σελ. 442.
9Ὅ.π. σελ. 441.
10Ὅ.π. σελ. 441.

11Ὅ.π. σελ. 443-444.

Τα παιδιά μας στή δίνη της νέας εποχής

Του Κωνσταντίνου Γανωτή
«...᾿Εμεῖς, οἱ γονεῖς τῆς σύγχρονης νεολαίας, πυργώσαμε πάνω στὴ γῆ τὸν τερατώδη τεχνικὸ πολιτισμὸ μὲ ἀλαζονεία, ὥστε νὰ μᾶς χρησιμεύει πιὸ πολὺ γιὰ τὸ θάνατο παρὰ γιὰ τὴ ζωή.»
Παλαιότερα οἱ γονεῖς χαίρονταν τὰ παιδιά τους καὶ τὰ καμάρωναν, καθὼς μεγάλωναν καὶ φαίνονταν οἱ ἀρετές τους. Στὴν ἐποχή μας οἱ γονεῖς πανικοβάλλονται, καθὼς ἀντικρύζουν τὰ συμπτώματα τῆς ἐνηλικίωσης τῶν παιδιῶν τους. Πέρασε πιὰ ἡ ἐποχή, ποὺ τὰ παιδιὰ καυχῶνταν γιὰ τοὺς γονεῖς τους, γιὰ τὴν πατρίδα τους, γιὰ τὴ θρησκεία τους. Σὰν νὰ μὴν ἀνήκουν σὲ καμμιὰ κοινότητα, οἰκογένεια, πατρίδα, σὰν νὰ μὴ γεννήθηκαν μέσα σὲ μιὰ ζεστὴ ἀγκαλιὰ οἰκογένειας, νιώθουν τὰ παιδιὰ σήμερα σὰν ἄτομα χαμένα μέσα σ’ ἕνα ἀπρόσωπο σύνολο καὶ φτιάχνουν μόνα τους καὶ ἐπιλέγουν τὶς ὁμάδες γι’ αὐτό, ὅπου θέλουν νὰ ἀνήκουν. Κι ἐνῷ δὲν ἀναγνωρίζουν καμμιὰ ὑποχρέωσή τους τὰ σημερινὰ παιδιά, προβάλλουν διαρκῶς δικαιώματα καὶ ἀπαιτήσεις.

Βέβαια οἱ παραπάνω χαρακτηρισμοὶ καὶ περιγραφὲς ἀναφέρονται στὶς ἀκραῖες περιπτώσεις, οἱ ὁποῖες ὅμως γίνονται κάθε μέρα καὶ λιγότερο ἀκραῖες. Μόνο τὰ σχολικὰ βιβλία σήμερα νὰ διαβάσει κανείς, θὰ ἰδεῖ ὅτι ὁλόκληρη ἡ παιδεία ὁδηγεῖ σ’ αὐτὲς τὶς ἀκραῖες περιπτώσεις.

Καὶ οἱ γονεῖς σὰν ἥρωες τραγῳδίας προσπαθοῦν νὰ σύρουν τὰ παιδιά τους στὸν τρόπο ζωῆς, ποὺ ἔχουν συνηθίσει οἱ ἴδιοι καὶ ποὺ τὸν θεωροῦν ὡς τὸν μόνον ὀρθό. Καὶ δὲν ὑποψιαζόμαστε ὅτι μέσα σ’ αὐτὸ τὸ λεγόμενο συντηρητικὸ ἦθός μας κρύβεται ἡ ῥίζα καὶ ἡ αἰτία τῆς λεγόμενης προοδευτικῆς φιλοσοφίας, ποὺ διέλυσε τὶς οἰκογένειες κι ἐξαφάνισε τὴ χαρά, τὴν εὐθυμία, τὴν παρηγοριὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων.

᾿Εμεῖς, οἱ γονεῖς τῆς σύγχρονης νεολαίας, πυργώσαμε πάνω στὴ γῆ τὸν τερατώδη τεχνικὸ πολιτισμὸ μὲ ἀλαζονεία, ὥστε νὰ μᾶς χρησιμεύει πιὸ πολὺ γιὰ τὸ θάνατο παρὰ γιὰ τὴ ζωή. ᾿Εμεῖς διατυπώσαμε καὶ ἐφαρμόσαμε τὴν ᾿Επικούρεια φιλοσοφία ζωῆς παζαρεύοντας τὶς ἡδονές μας σὰν τὸ μόνο κεφάλαιο εὐτυχίας. ᾿Εμεῖς φύγαμε καὶ πήραμε μαζί μας καὶ τὰ παιδιά μας ἀπὸ τὴν ἁπλή, τὴν ὑγιεινὴ καὶ πανέμορφη φύση καὶ τὰ στοιβάξαμε μέσα στὶς σύγχρονες τερατουπόλεις. ᾿Εμεῖς κατασκευάσαμε, ἀποδεχτήκαμε καὶ βάλαμε σὲ ἐνέργεια τὴν ἀχόρταστη πορνοψυχαγωγία καὶ τὴν χρηματοδοτήσαμε μὲ δισεκατομμύρια δολλάρια. ᾿Εμεῖς στήσαμε τοὺς πολέμους γιὰ τὸ χρῆμα, γιὰ τὸ πετρέλαιο, γιὰ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ὀνόματός μας. Μετατοπίσαμε τὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιά μας ἀπὸ αὐτό, ποὺ ὁ λαὸς ἔλεγε καλὸ κι εὐλογημένο, στὴ σκοπιμότητα τοῦ κέρδους καὶ τῆς ἡδονῆς.

Καὶ γιὰ νὰ ἰδοῦμε πόσο παλιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ συμπυκνωμένη καὶ μεθοδευμένη ἁμαρτία, ποὺ τὴν κληρονομήσαμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ἀλλὰ καὶ τὴν κληροδοτήσαμε στὰ παιδιά μας, ἂς διαβάσομε τὸν ἱστορικὸ τῆς ἀρχαιότητας Θουκυδίδη, ποὺ μᾶς μαρτυρεῖ στὸ Α´ βιβλίο του ’75 ὅτι οἱ ᾿Αθηναῖοι τοῦ χρυσοῦ αἰώνα οἱ ἴδιοι ὁμολογοῦν ὅτι καταδυναστεύουν καὶ ἀφανίζουν τοὺς ὑποδουλωμένους σ’ αὐτοὺς «συμμάχους», δηλ. τοὺς ἄλλους ῞Ελληνες, ὑποκύπτοντας σὲ τρία κίνητρα, στὴ δόξα, στὸ φόβο καὶ στὸ συμφέρον. ῎Ετσι ἀπολογεῖται ἡ κάθε κακὴ γενιὰ στὰ παιδιά της καὶ στὸν κόσμο ὅλο. Τί τὸ παράξενο λοιπόν, ἂν καὶ τὰ παιδιά μας ἐπικαλοῦνται τοὺς ἴδιους λόγους, γιὰ νὰ διεκδικήσουν κι αὐτὰ τὴν εὐτυχία τους, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνονται;

Εἴμαστε λοιπὸν μιὰ γενεὰ ἀναπολόγητη ἀπέναντι στὰ παιδιά μας καὶ γι’ αὐτὸ ἔνοχη. Τὰ παιδιά, ποὺ ἔχομε, εἶναι ὅσα ἐπιτρέψαμε νὰ γεννηθοῦν· τὰ ὑπόλοιπα τὰ θερίζομε σὲ ῥυθμὸ περίπου χίλια κάθε μέρα στὴν ῾Ελλάδα.

Κανένας ῾Ηρώδης καὶ κανένας σουλτάνος ἢ Χίτλερ ἢ Στάλιν δὲν μπόρεσε οὔτε θὰ μποροῦσε νὰ ἐξοντώσει τόσα ἀνυπεράσπιστα ῾Ελληνόπουλα. Καὶ τὸ λεγόμενο δημογραφικὸ πρόβλημα μὲ τὰ παράγωγά του προβλήματα, τὸ ἐθνικὸ τὸ ἀσφαλιστικὸ κλπ., δὲν εἶναι τίποτε μπροστὰ στὸ ἠθικὸ καὶ ψυχικὸ πρόβλημα, ποὺ κρατᾷ καρβουνιασμένες τὶς ψυχές μας, τὶς ψυχὲς μαννάδων καὶ πατεράδων, παππούδων καὶ γιαγιάδων, ποὺ συνέπραξαν στοὺς φόνους αὐτοὺς ἑκατομμυρίων βρεφῶν.

῾Η ἀλαζονεία τοῦ πολιτισμοῦ ἔλυσε πολλὰ προβλήματα ἀλλὰ δημιούργησε περισσότερα καὶ μεγαλύτερα. ῾Η γυναικολογία λ.χ. μὲ τὴ βοήθεια καὶ τῆς παιδιατρικῆς περιόρισε πολὺ τὴν παιδικὴ θνησιμότητα ἀλλὰ αὔξησε τὶς ἐκτρώσεις. Καὶ ἡ μὲν παιδικὴ θνησιμότητα ἄφινε ἀθῷες τὶς καρδιὲς τῶν θλιμμένων γονέων, ἐνῷ οἱ ἐκτρώσεις τὶς ἀφίνουν νὰ καίγονται μέσα στὴν κόλαση.

Καὶ τονίζομε μὲ κάθε εὐκαιρία ὅτι ἡ ζωὴ στὴν ἐποχή μας εἶναι δύσκολη, ἔχει ἀπαιτήσεις καὶ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μεγαλώσει ἀξιοπρεπῶς πολλὰ παιδιά, γιατὶ δὲν θἄχει νὰ τοὺς δώσει τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια γιὰ τὴ ζωή. Καὶ τὰ λένε αὐτὰ παρὰ τὶς ἐπανειλημμένες διαψεύσεις ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, ποὺ δείχνει τὰ παιδιὰ τῶν πολυτέκνων οἰκογενειῶν νὰ γίνονται πιὸ προκομμένα, πιὸ εὐχαριστημένα ἀπὸ τὴ ζωή τους καὶ τὸ κυριότερο μὲ περισσότερη ψυχικὴ ὑγεία ἀπὸ τὰ ἄλλα παιδιά.

῞Ολα αὐτὰ εἶναι ἡ νέα ἐποχή, ποὺ ἐμεῖς παραλάβαμε καὶ τελειοποιήσαμε, γιὰ νὰ βάλομε τὰ παιδιά μας μέσα σ’ αὐτὴ καὶ νὰ ζήσουν. ῎Ερχονται ὅμως καὶ ἄλλες προσπάθειες πιὸ ὀργανωμένες, πιὸ μεθοδευμένες, γιὰ νὰ ὑλοποιήσουν τὸ κακὸ καὶ νὰ τὸ ντύσουν μὲ τὸ κῦρος τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φιλοσοφίας. Εἶναι οἱ ὀργανωμένες προσπάθειες ποὺ ξεκινοῦν κυρίως ἀπὸ τὶς μεγάλες δυτικὲς χῶρες καὶ κυριεύουν τὴν παιδεία πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, τὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ ψυχαγωγίας, τὴ μόδα, τὴν τέχνη, τὴ θρησκεία καὶ γενικὰ ὅλο τὸ φάσμα τοῦ πολιτισμοῦ. ῎Εργο τους εἶναι νὰ κάνουν τὴ νέα γενιὰ νὰ σκέφτονται πάνω σὲ προδιαγεγραμμένες γραμμές, ὅπως δηλ. οἱ ὑπολογιστές, χωρὶς νὰ ἀναφέρονται στὴν ἀφετηρία μιᾶς ἀνάλυσης. ῎Ετσι θὰ σκέφτονται πάνω στὴ ζωὴ καὶ στὸν ἄνθρωπο, πάνω στὴ γραμμὴ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζῷο ἐξελιγμένο μὲ ἐκλεπτυσμένες ἀνάγκες καὶ ἀπαιτήσεις. ῾Η ἠθική, ἡ θρησκεία καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ «ἀνώτερες» ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δευτερογενεῖς προσθῆκες πάνω στὴν αὐθεντική του φύση σὰν κάποιες ἱκανότητες, ποὺ ἀποκτοῦν τὰ ζῷα τοῦ τσίρκου. ῞Ενας τέτοιος ἄνθρωπος ἐλαχιστοποιεῖ τὶς ἀναστολές του μπροστὰ σὲ ὁποιαδήποτε ἐπιθυμία του. Καὶ φυσικὰ ὅσοι παράγουν προϊόντα, ποὺ ἱκανοποιοῦν τὶς ἀτελείωτες ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων, ἔχουν νὰ κερδίσουν πολλὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιου τύπου ἄνθρωπο. ῾Ο ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν θὰ μπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ σὲ καμμιὰ διαφήμιση καὶ ἔτσι θὰ καταναλώνει πάντα ὅ,τι διαφημίζεται περισσότερο.

Αὐτὴ ἡ νέα τάξη στὴν παιδεία στοχεύει στὸν ἀφανισμὸ τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας, τῆς ἐθνικῆς γλώσσας καὶ τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς στὰ σχολεῖα. Καὶ εἴδαμε πόσο μεθοδικὰ καὶ ἐπίμονα ἔκανε κιόλας τὸ ἔργο της καὶ καρποφόρησε μέσα στὴ νεολαία. Οἱ σκαπανεῖς αὐτῆς τῆς νέας ἐποχῆς μέσα στὴν παιδεία καὶ σὲ ὅλη τὴν κοινωνία εἶναι οἱ διανοούμενοι. Εἶναι οἱ διανοούμενοι, ποὺ σκέφτονται καὶ καλλιεργοῦν ἰδέες προσπαθῶντας νὰ φτιάξουν ἕναν κόσμο διαφορετικὸν ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, ἕνα κόσμο ποὺ νὰ ἔχει αὐτοὺς ὡς Θεό. Τέτοιοι ἦταν οἱ σοφιστὲς στὴν ἀρχαία ᾿Αθήνα καὶ ὅλοι οἱ ἰδεολόγοι σὲ κάθε ἐποχή, ποὺ ὁ λαός μας τοὺς ὀνόμασε αἱρετικούς.

Οἱ αἱρετικοὶ αὐτοὶ τῆς νέας ἐποχῆς ὅπως καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν κερδίζουν ἀπὸ τὸ ἔργο τους τὴν ἑωσφορικὴ γλύκα τοῦ ἁλαζόνος, ποὺ μέσα στὴν ψεύτικη ἰδεολογικὴ κοινωνία, ποὺ κατασκευάζει, φαντάζει σὰν Θεός. Θύματα αὐτῶν τῶν αἱρετικῶν εἶναι ὅλοι, ὅσοι ἔχουν κι αὐτοὶ τὴ διάθεση νὰ πέσουν σ’ αὐτὴ τὴν κόλαση, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴ δύναμη νὰ γίνουν αἱρεσιάρχες. ῾Απλῶς διαλέγουν αἵρεση ἀπ’ αὐτὲς ποὺ διαφημίζονται καὶ γίνονται ὀπαδοί. Καὶ συνήθως παρασύρονται ἀπὸ τὴν πιὸ πολὺ διαφημιζόμενη.

Οἱ πιὸ ἀποτελεσματικοὶ συνεργάτες αὐτοῦ τοῦ ὀργανωμένου ῥεύματος τῆς νέας ἐποχῆς εἴμαστε ἐμεῖς, τὸ ἀνώνυμο πλῆθος, ποὺ ἀνυποψίαστοι μέσα στὴ βολικὴ γιὰ τὴ νωθρότητά μας βλακεία καὶ ἄγνοια, ἀφινόμαστε στὸ ῥεῦμα σὰν τὰ φύλλα τοῦ φθινοπώρου στὸν ἄνεμο καὶ φυσικὰ ἐγκαταλείπομε καὶ τὰ παιδιά μας μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ῥεῦμα. ᾿Αφίνομε τὴν ἐκκλησιαστική μας ζωὴ νὰ ἐκπέσει σὲ μιὰ ἀόριστη θρησκευτικότητα, κρατᾶμε ἀπὸ τὴν ἐθνική μας ἱστορία μόνο μερικὰ συγκινητικὰ σύμβολα σὰν ἐκφυλισμένους θρύλους, περιορίζομε τὴ γλῶσσά μας μόνο σὰν μέσο συνεννόησης γιὰ καθημερινὲς ἀνάγκες καὶ διαβάζομε καὶ τραγουδᾶμε μόνον ὅ,τι μᾶς σερβίρει ἡ τηλεόραση. ῎Ετσι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς «πολιτισμοῦ» ἔχουν τὸ μέλλον τοῦ κόσμου στὰ χέρια τους.

Καὶ ὁ γονιός, ποὺ ἔχει χάσει τὴν πίστη του καὶ δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὸ χτύπημα τῆς καμπάνας, γιὰ νὰ σηκωθεῖ τὸ Κυριακάτικο πρωϊνὸ καὶ νὰ πάρει τὰ παιδιά του νὰ τὰ πάει στὴ θεία λειτουργία, γίνεται ὁ ἱεραπόστολος τῆς νέας ἐποχῆς στὰ παιδιά του. Καὶ χρησιμοποιῶ τὸν ὅρο ἱεραπόστολος, γιατὶ αὐτὴ ἡ προσφορὰ ἐκδούλευσης γίνεται δωρεὰν καὶ γιὰ νὰ πολεμήσει ὁ γονιὸς τὶς ἀναστολές του τὴν κάνει μὲ ζῆλο. ῎Ετσι κι ἂν τὸ παιδὶ ἐκδηλώσει ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία, ὁ συγχρονισμένος γονιὸς θὰ τὸ ἀποτρέψει. Γι’ αὐτοὺς εἶπε ὁ Χριστὸς· «῎Αφετε τὰ παιδία ἐκθεῖν πρός με».

Αὐτοὶ οἱ γονεῖς δὲν θὰ γιορτάσουν τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς γιορτές μας καὶ δὲν θὰ ἀλλάξει ἡ ὄψη καὶ ὁ ῥυθμὸς τῆς ζωῆς μέσα στὸ ἀστικὸ σπίτι, γιὰ νὰ γίνουν αἰσθητὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ τὸ Πάσχα. ῞Ενα πλουσιότερο γεῦμα καὶ μιὰ μακρινὴ ἐκδρομὴ θὰ εἶναι τὰ περισσότερα ποὺ θὰ κάνει στὶς γιορτὲς ἡ ἀστικὴ οἰκογένεια. Τὸ ἴδιο βέβαια θὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἐθνικὲς γιορτές. ῾Η ῾Ελληνικὴ σημαία δὲν θὰ στολίσει τὸ μπαλκόνι τοῦ ἀστικοῦ σπιτιοῦ.

῎Ετσι χάνει ἡ ζωὴ τὸ νόημά της καὶ τὰ πρόσωπα τὴν ἱερότητά τους. Τὰ παιδιὰ δὲν λογαριάζουν τὰ πρόσωπα ἀλλὰ τὶς ἡδονές, ποὺ ἀποκομίζουν ἀπ’ αὐτά. Κι ἐπειδὴ οἱ καρδιὲς ἀδρανοῦν ἀπὸ εὐγενικὰ συναισθήματα, ἔρχεται μιὰ κατάθλιψη καὶ πέφτει μέσα στὰ σπίτια αὐτά, μιὰ κατάθλιψη, ποὺ γέμισε τὶς ψυχιατρικὲς κλινικὲς μὲ νέους καὶ νέες. Ποιός δὲν ἔχει προσέξει ὅτι οἱ σημερινοὶ νέοι δὲν τραγουδοῦν πιά; ῾Οποιαδήποτε μουσικὴ ἀκούγεται εἶναι μόνο ἠλεκτρονική.

Αὐτὰ ὅλα τὰ ζοῦν καὶ τὰ αἰσθάνονται οἱ νέοι μας, ἀκόμα κι ἂν δὲν τὰ συνειδητοποιοῦν καὶ δὲν τὰ κρίνουν μέσα τους, γιατὶ δὲν ἔχουν ἐμπειρία διαφορετικῆς ζωῆς, γιὰ νὰ τὰ συγκρίνουν. Καὶ ἡ ἀβάσταχτη θλίψη τους γιὰ τὴ διάψευση τῶν ἐμφύτων μέσα στὸ ἀσυνείδητο ἀρχετύπων εἰκόνων τὰ ὁδηγεῖ στὰ παραισθησιογόνα. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι μὲ τὰ ναρκωτικὰ μπλέκουν κυρίως οἱ νέοι. Αὐτοὶ αἰσθάνονται ἀκόμα τὴν ἀρχέτυπη εἰκόνα τῆς ζωῆς καὶ νιώθουν προδομένοι. Οἱ μεγάλοι νιώθουν τὴ σκλήρυνση τῆς ἐνοχῆς μόνο. Κι ὅταν ἀνησυχοῦν γιὰ τοὺς νέους καὶ παλεύουν νὰ τοὺς ἀποεξαρτήσουν, δὲν ὑποπτεύονται ἢ δὲν θέλουν νὰ παραδεχτοῦν ὅτι βγάζοντάς τους ἀπὸ τὴν τάξη τῶν θυμάτων τὰ φέρνουν στὴν τάξη τῶν θυτῶν, ποὺ μάλιστα δὲν προκαλοῦν καμμιὰ συμπάθεια, ὅπως ὅταν ἦταν θύματα, οὔτε τοῦ ἑαυτοῦ τους.

Εἴδαμε τὰ δυτικὰ κράτη μεγάλα καὶ μικρὰ στοὺς τελευταίους πολέμους στὴ Γιουγκοσλαβία καὶ στὴ Μέση ᾿Ανατολὴ μέχρι τὸ ᾿Αφγανιστὰν νὰ μὴ διαθέτουν ἀνθρώπινο ἰδανικό, γιὰ νὰ πολεμήσουν, καὶ νὰ ἐξευτελίζονται ἀπὸ τοὺς ἄθλιους καὶ ἀλληλοσπαρασσόμενους λαούς, ποὺ δέχονταν τὴν τρομακτικὴ δύναμη ὄχι τῶν δυτικῶν «σταυροφόρων» ἀλλὰ τῶν ὅπλων τους, τὰ ὁποῖα συχνὰ πολεμοῦν μόνα τους. ᾿Απέναντι στοὺς νεαροὺς ῎Αραβες, ποὺ αὐτοκτονοῦν τραγουδῶντας, δὲν ἔχουν οὔτε ἕνα στρατιώτη πρόθυμο νὰ κινδυνέψει. Κι ἂν ἔλειπαν οἱ νηστικοὶ μετανάστες τῆς Λατινικῆς ᾿Αμερικῆς, γιὰ νὰ προσφέρουν μισθοφόρους, οἱ ᾿Αμερικανοὶ θὰ εἶχαν φύγει ἀπὸ τὴ Μεσοποταμία, ὅπως ἔφυγαν καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Ινδοκίνα.

᾿Αλλὰ τὸ προζύμι τῆς ἀγανάκτησης καὶ τῆς ἀπελπισίας φουσκώνει. Σὲ λίγα μόνο χρόνια τὰ παράλυτα χέρια τῶν σημερινῶν ἐξαρτημένων νέων δὲν θὰ μποροῦν νὰ κυβερνήσουν τὶς μηχανές. ῾Ο δυτικὸς κόσμος θὰ παραδοθεῖ ἀμαχητὶ στοὺς μετανάστες. Οἱ μετανάστες ἢδη ἐκπαιδεύονται στὴν ὑψηλὴ τεχνολογία. ῾Η Γερμανία γερμανοποιεῖ -ποιός θὰ τὸ πίστευε;- τοὺς Τούρκους μετανάστες καὶ προσκαλεῖ ᾿Ινδοὺς χειριστὲς τῶν ὑπολογιστῶν της. ῾Η νέα ἐποχὴ ἐκεῖ ὅπου πετυχαίνει περισσότερο, ἐκεῖ παραλύει τὴ ζωὴ τῶν θυμάτων της κι ἐκεῖ ποὺ βρίσκει ἀντίσταση θὰ ἀναδείξει νέους ἐπικοὺς ἥρωες. ῾Οπωσδήποτε στόν 21ο αἰῶνα ὁδηγούμαστε σὲ μιὰ ἔκρηξη, ἔκρηξη πιὸ ἔντονη ἀπὸ τοὺς παγκοσμίους πολέμους τοῦ 20οῦ αἰώνα.

῞Οταν οἱ μοναχικοὶ γέροντες ἔρημοι κι ἐγκαταλειμμένοι θὰ πεθαίνουν μέσα στὰ διαμερίσματα καὶ θὰ τοὺς καταλαβαίνουν ἀπὸ τὴ μυρωδιά τους, ὅταν ὁ μισὸς πληθυσμὸς κυρίως ὁ νεανικὸς θὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ μετανάστες, ὅταν ὁ στρατός μας θὰ εἶναι τραγικὰ ἀνεπαρκὴς καὶ θὰ βρεθοῦμε στὸ ἔλεος τῶν γειτόνων μας, ὅταν οἱ Οὐκρανές, Βουλγάρες, ῾Ρουμάνες καὶ ᾿Αλβανὲς ὑπηρέτριες θὰ πάρουν τὰ ἀκίνητα τῶν γερόντων, γιατὶ δὲν θὰ ἐπαρκοῦν οἱ συντάξεις τους γιὰ νὰ τὶς πληρώσουν, τότε δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ τὸ Παιδαγωγικὸ ᾿Ινστιτοῦτο νὰ ἀφαιρέσει τὸν ἐθνικό μας ὕμνο ἀπὸ τὰ σχολικά μας βιβλία, γιατὶ σχεδὸν κανένας πιὰ δὲν θὰ θεωρεῖ τὸ ποίημα αὐτὸ σὰν ᾿Εθνικό του ὕμνο.

Σὲ κάποιο σημεῖο κατὰ τὴ διάρκεια τῆς διαδικασίας αὐτῆς θὰ ξυπνήσουν κάποιοι σ’ αὐτὸν τὸν τόπο καὶ θὰ κάνουν τὴν ἐπανάσταση. Θὰ εἶναι οἱ πρῶτοι καὶ ἴσως οἱ μόνοι νέοι μας, ποὺ δὲν θὰ χρειάζονται ψυχίατρο.

Θὰ δεχτῶ ὅτι ὑπερβάλλω ἀπὸ ἀπαισιοδοξία καὶ ὅτι κινδυνολογῶ, ἄν διαπιστώσω ὅτι ἡ ἐπανάσταση αὐτὴ δὲν ἔχει ἀρχίσει. ᾿Αλλὰ ἔχει -δόξα τῷ Θεῷ- ἀρχίσει· ἀπόδειξη εἶναι αὐτὴ ἡ σελίδα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ἀναγνωστῶν νὰ τὴν διαβάσουν. Ζητῶ αὐτούς, ποὺ θ’ ἀγαπήσουν τὸ Χριστὸ μὲ συνέπεια καὶ θὰ κάνουν τὴ ζωή τους «θυσίαν ζῶσαν». Τότε θ’ ἀρχίσουν νὰ ἀναπαύονται καὶ τὰ παιδιά μας, θ’ ἀρχίσουν νὰ ντρέπονται, ν’ ἀγαποῦν, νὰ πιστεύουν, νὰ ὀνειρεύονται, ἐπὶ τέλους νὰ εὐτυχοῦν. Τότε θ’ ἀρχίσουν νὰ τραγουδοῦν ξένιαστα στοὺς δρόμους καὶ νὰ ξαναπαίζουν ἀθῷα στὶς γειτονιές.


Από το βιβλίο «Η εξομολόγηση ενός γονιού» που κυκλοφορείτε από τις εκδόσεις ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ σε Δ´ έκδοση.

Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΗ ΛΥΠΗ

altΕυχάριστο είναι το λιβάδι και ο κήπος, αλλά πολύ πιο ευχάριστη είναι η ανάγνωση των θείων Γραφών.

- Γιατί εκεί υπάρχουν άνθη που μαραίνονται, ενώ εδώ νοήματα που πάντοτε είναι ακμαία.

- Εκεί ζέφυρος που φυσάει, ενώ εδώ η αύρα του Αγίου Πνεύματος. 
- Εκεί τα αγκάθια που περιτειχίζουν, ενώ εδώ η πρόνοια του Θεού που ασφαλίζει.

- Εκεί τζιτζίκια που τραγουδούν, ενώ εδώ οι προφήτες που κελαηδούν.

- Εκεί τέρψη από την εμφάνιση, ενώ εδώ ωφέλεια από την ανάγνωση.

- Ο κήπος βρίσκεται σε έναν τόπο, ενώ οι Γραφές σε όλα τα μέρη της οικουμένης.

- Ο κήπος υποτάσσεται στις ανάγκες των καιρών, ενώ οι Γραφές και μέσα στο χειμώνα και μέσα στο καλοκαίρι έχουν πολλά φύλλα και είναι γεμάτες καρπούς.

Ας προσέχουμε λοιπόν στην ανάγνωση των Γραφών, γιατί εάν προσέχεις στην Γραφή, σου ξεριζώνει τη λύπη, σου φυτεύει την ευχαρίστηση, αναιρεί την κακία, ριζώνει την αρετή, δεν αφήνει μέσα στην αναταραχή των πραγμάτων να παθαίνεις όπως οι ναυτικοί στην τρικυμία. Η θάλασσα μαίνεται, αλλά εσύ πλέεις με γαλήνη, γιατί έχεις κυβερνήτη την ανάγνωση των Γραφών, επειδή αυτό το σκοινί δεν το σπάζει η δοκιμασία των περιστάσεων.


Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Προς Ευτρόπιον Β΄ επιστολή

Πῶς μπορῶ νὰ δῶ ἄν ἔχω ταπείνωση; Γέρων Γερμανὸς Σταυροβουνιώτης





Περὶ ταπεινώσεως

Ὅποιος ἔχει τήν ταπείνωση μιμεῖται τόν ἴδιο τόν Χριστό. Οὐδέποτε παρεκτρέπεται, οὔτε κατακρίνει, οὔτε ὑπερηφανεύεται. Τίς ἐξουσίες ποτέ δέν τίς ἐπιθυμεῖ. Ἀποφεύγει τίς τιμές τῶν ἀνθρώπων. Δέν φιλονικεῖ γιά κανένα πράγμα τοῦ κόσμου τούτου!

Δέν ἔχει παρρησία, ὅταν ὁμιλῆ, καί δέχεται πάντοτε τίς συμβουλές τῶν ἄλλων. Ἀποφεύγει τά ὡραῖα ἐνδύματα, καί ἡ ἐξωτερική του ἐμφάνιση εἶναι ἁπλή καί ταπεινή.

Ὁ ἄνθρωπος, πού ὑπομένει ἀγόγγυστα ταπεινώσεις καί ἐξουδενώσεις, πάρα πολύ ὠφελεῖται. Γιά τοῦτο, ὄχι νά λυπῆσαι, ἀλλά ἀπεναντίας νά χαίρεσαι γι’ αὐτά, πού ὑποφέρεις. Κερδίζεις ἔτσι τήν πολύτιμη ταπείνωση, μέ τήν ὁποία σώζεσαι.

«Ἐταπεινώθην καί ἔσωσέ με (ὁ Κύριος)» (Ψαλμ. Ριδ΄ 6). Αὐτή τή ρήση πρέπει νά τήν ἔχωμεν πάντοτε κατά νοῦν.

Δέν ὠφελεῖ νά λυπῆσαι, ὅταν σέ κατηγοροῦν. Ἡ λύπη στίς περιπτώσεις αὐτές σημαίνει ὅτι ἔχεις κενοδοξία. Ἐκεῖνος, πού θέλει νά σωθῆ, ὠφείλει νά ἀγαπᾶ νά τόν καταφρονοῦν, διότι ἡ καταφρόνηση φέρνει τήν ταπείνωση. Καί ἡ ταπείνωση ἀπαλλάττει τόν ἄνθρωπο ἀπό πλῆθος πειρασμῶν.

Ποτέ σου μή ζηλέψης, μή φθονήσης, μή ἐπιθυμήσης δόξες, μή ποθήσης ἀξιώματα. Πάντα νά ἐπιδιώκης νά ζῆς στήν ἀφάνεια. Σέ συμφέρει νά μή σέ ξέρει ὁ κόσμος, γιατί ὁ κόσμος εἶναι πλάνος. Μέ τά κενόδοξά του λόγια καί τίς μάταιες παρακινήσεις του μᾶς πλανᾶ καί μᾶς βλάπτει πνευματικά.

Ὁ σκοπός εἶναι νά κατορθώσης νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωση. Νά εἶσαι ὑποκάτω πάντων. Νά θεωρῆς πώς τίποτε δέν κάνεις ἄξιο γιά τή σωτηρία σου, ἀλλά νά παρακαλῆς τό Θεό νά σέ σώση μέ τήν εὐσπλαχνία του.

Ἡ ταπείνωση μαζί μέ τήν ὑπακοή καί τή νηστεία γεννοῦν τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, καί εἶναι αὐτός ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ἡ ἀρχή τῆς ἀληθινῆς σοφίας.

Ὅτι πράττεις νά τό πράττης μέ ταπείνωση, γιά νά μή ζημιώνεσαι ἀπό τά καλά σου ἔργα.

Μή νομίζης ὅτι μόνο ὅποιος ἐργάζεται πολύ ἔχει τόν μισθό.

Ὅποιος ἔχει τήν προαίρεση νά κάνη τό καλό καί ἔχει συνάμα τήν ταπείνωση, αὐτός, ἔστω καί ἄν δέν μπορῆ νά φέρη εἰς πέρας πολλή ἐργασία, ἔστω καί ἄν δέν μάθη τέχνες, ὅμως δέν ἐμποδίζεται ἀπό τό νά σωθῆ.

Ἡ ταπείνωση κατορθώνεται μέ τήν αὐτομεμψία, μέ τό νά πιστεύης δηλαδή γιά τόν ἑαυτό σου ὅτι κανένα καλό οὐσιαστικά δέν ἔχεις. Ἀλίμονο σ’ ἐκεῖνον, πού νομίζει τίς ἁμαρτίες του μικρές. Αὐτός σίγουρα θά πέση σέ χειρότερες!

Αὐτός, πού ὑπομένει τίς ἐναντίον του κατηγορίες μέ ταπείνωση, πλησίασε τήν τελειότητα. Αὐτόν τόν θαυμάζουν ἀκόμη καί οἱ Ἄγγελοι, γιατί καμμιά ἄλλη ἀρετή δέν εἶναι τόσο δυσκολοκατόρθωτη καί μεγάλη ὅσο ἡ ταπείνωση.

Ἡ πτωχεία, ἡ θλίψη καί ἡ καταφρόνηση εἶναι οἱ στέφανοι τοῦ μοναχοῦ. Ὅταν ὁ μοναχός ὑπομένη ἀγόγγυστα τίς ὕβρεις, τίς συκοφαντίες, τήν καταφρόνηση, ἀπαλλάττεται εὔκολα ἀπό τούς αἰσχρούς λογισμούς.

Ὁπωσδήποτε εἶναι ἀξιέπαινο τό νά ἀναγνωρίζης τήν ἀδυναμία σου ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι τό γνῶθι σαὐτόν. «Κλαίω καί κατανύσσομαι», λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ὅταν τό φῶς μοὶ λάμψη, καί ἴδω τήν πτωχείαν μου,καί γνῶ τό πῶς ὑπάρχω». Ὅταν ἐννοήση κανείς τήν ψυχική του πτωχεία καί συνειδητοποιήση τό ποῦ καί σέ ποιό πράγματι ἐπίπεδο εὑρίσκεται, τότε, ὤ τότε! λάμπει μέσα στήν καρδία του τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, κι ἀρχίζει νά κλαίη. (Καί διηγούμενος αὐτά ὁ Γέροντας κατενύχθη καί ἄρχισε ὁ ἴδιος νά κλαίη).

Ἄν σοῦ πῆ ὁ ἄλλος «εἶσαι ἐγωιστής», νά μή σοῦ βαρυφαίνεται, οὔτε καί νά λυπῆσαι. Νά πῆς μέ τόν λογισμό σου «μπορεῖ νά εἶμαι καί νά μή τό καταλαβαίνω»! Ἐξ ἄλλου δέν πρέπει νά ἐξαρτώμεθα ἀπό τή γνώμη τῶν ἄλλων. Ὁ καθένας ἄς κοιτάζη τή συνείδησή του καί τά λόγια τῶν ἐμπείρων καί γνωστικῶν του φίλων, πρό πάντων ὅμως ἄς ζητῆ τή γνώμη τοῦ πνευματικοῦ του. Καί μέ αὐτά τά δεδομένα ἄς ρυθμίζη τήν πνευματική του πορεία.

Μοῦ γράφεις πώς δέν τά καταφέρνεις στόν ἀγώνα σου. Ξέρεις ἀπό ποῦ προέρχεται αὐτό. Ἐπειδή δέν ἔχεις ταπείνωση πολλή. Νομίζης ὅτι μέ τήν ἰδική σου δύναμη θά κατορθώσης κάτι. Ἐνῶ, ὅταν ταπεινωθῆς καί πῆς «μέ τή δύναμη τοῦ Ἰησοῦ, μέ τή βοήθεια τῆς Παναγίας καί μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά μου θά τό κατορθώσω ἐκεῖνο, πού θέλω», νά εἶσαι βέβαιος πώς θά τό κατορθώσης! Ἐγώ βέβαια δέν ἔχω τή δύναμη νά βάζω τέτοιες εὐχές, ἀλλά, ὅταν ἐσύ ταπεινωθῆς καί πῆς «μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντά μου θά τό κάνω», τότε, γιά τήν ταπείνωσή σου, ἐνεργεῖ ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί θά τό κατορθώσης!

Στόν «ταπεινό καί ἡσύχιον» ἐπιβλέπει ὁ Θεός (Ἡσ. ξστ΄ 2), ἀλλά, γιά νά ἔλθη ἡ πραότης, ἡ ἡσυχία, ἡ ταπείνωση, ἀπαιτεῖται κόπος. Μά ἐκεῖνος ὁ κόπος πληρώνεται! Γιά νά ἀποκτήσης τήν ταπείνωση, κατά τή δική μου ἀντίληψη, δέν χρειάζονται τόσο, οὔτε οἱ πολλές μετάνοιες (γονυκλισίες), οὔτε οἱ πολλές ἐργασίες, ἀλλά πρό πάντων ὁ λογισμός σου νά κατεβῆ κάτω-κάτω, νά φθάση στό ἐπίπεδο τῆς γῆς! Τότε δέν ἔχεις φόβο νά πέσης, γιατί εἶσαι χαμηλά. Κι ἄν ἀκόμη πέσης ἀπό τά χαμηλά, δέν θά πάθης τίποτε.

Τό κατ’ ἐμέ, ἄν καί βεβαίως, οὔτε πολλά διαβάζω, οὔτε καί κάνω τίποτε σπουδαῖο, ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιό σύντομη ὁδός γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἀββᾶς Ἡσαΐας λέγει: «Ἔθισον τήν γλῶσσαν σου τοῦ λέγειν συγχώρησον, καί ἡ ταπείνωσις ἐπελεύσεται ἐπί σέ». Μάθε τή γλώσσα σου νά λέγει, «συγχώρησέ με», κι ἄν ἀκόμη δέν τό λές μέ συναίσθηση, ὅμως λίγο λίγο θά συνηθίσης, ὄχι μόνο νά τό λέγης, ἀλλά καί νά τό νοιώθης μέσα σου!

Λέγουν οἱ Ἅγιοι ὅτι σύμφωνα μέ τήν καλή διάθεση, πού ἔχεις, πηγαίνοντας νά ζητήσης συγχώρηση, δηλαδή ἄν ἔχης ταπείνωση, θά φωτίση ἀνάλογα ὁ Θεός τόν ἄλλο, γιά νά ἐπιτευχθῆ ἡ ἐπιζητούμενη συνδιαλλαγή. Ὅταν λ.χ. συντριβῆς καί πῆς μέ τόν λογισμό σου, «φταίω καί δέν τό καταλαβαίνω», μετά λίγο λίγο θά πῆς ὅτι «πράγματι φταίω». Καί, ὅταν βάλης στόν λογισμό σου ὅτι πράγματι φταίεις, θά ἀλλάξη μετά καί ὁ ἄλλος διάθεση.

Νά ζητῆς μέ ἐπιμονή ἀπό τόν Θεό νά σοῦ δωρήση τό χάρισμα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτομεμψίας καί ταπείνωσης.

Στήν προσευχή σου νά παρακαλῆς νά σοῦ δώση ὁ Κύριος τό χάρισμα νά βλέπης τά δικά σου ἁμαρτήματα μόνο καί νά μή δίδης σημασία στά ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. «Δός μοι, Κύριε, τό ὁρᾶν τά ἐμὰ πταίσματα καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου», λέγει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σῦρος.

Ὁ ταπεινός θεωρεῖ τόν ἑαυτό του «ὑποκάτω πάντων». Γι’ αὐτό τόν λόγο ὅλους τοὺς ἀγαπᾶ, ὅλους τοὺς συγχωρεῖ καί πρό πάντων κανένα δέν κατηγορεῖ.

πηγή

Η ΜΟΔΑ ΤΗΣ ΑΘΕΊΆΣ ΕΙΝΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ



Πολλοί χαρακτηρίζουν τον εαυτό τους "άθεο". Όμως απ' όλους αυτούς, ελάχιστοι έχουν κατανοήσει τη σημασία τής φράσης αυτής και τών λογικών αντιφάσεων που προϋποθέτει η αποδοχή της. Ποιος είναι "άθεος"; Αυτός που ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ. Και μόνο με τη διατύπωση αυτή, γίνεται εμφανές ότι ο αθεϊσμός, προϋποθέτει πίστη στην ανυπαρξία τού Θεού. Και εδώ, δεν παίζουμε με τις λέξεις, Όταν θα το αναλύσουμε λίγο ακόμα στη συνέχεια, θα γίνει εμφανές ότι είναι έτσι ακριβώς. Πολλοί αθεϊστές λένε: "εγώ δεν πιστεύω στον Θεό, επειδή δεν έχω αποδείξεις γι' αυτό". Όταν όμως τους πεις: "Τι αποδείξεις έχεις για το αντίθετο;" τότε μόνο υποθέσεις έχουν να αντιτάξουν, χωρίς την παραμικρή απόδειξη. Έτσι, η αθεϊστική τους θέση, δεν είναι αποτέλεσμα αποδείξεων, αλλά απλώς ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ μεταξύ δύο αναπόδεικων θέσεων: τής ύπαρξης και τής μη ύπαρξη τού Θεού. Κάποιοι απ' αυτούς, βλέποντας το παραπάνω αδιέξοδο, για να ξεφύγουν από τη λογική αυτή αντίφαση, λένε: "εγώ δεν απορρίπτω την ύπαρξη τού Θεού, απλώς δεν έχω κάποια απόδειξη για να πιστέψω στον Θεό".
Οι άνθρωποι αυτοί, είναι συνεπείς σε αυτό που λένε. Μόνο που ΔΕΝ ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΙ ΑΘΕΪΣΤΕΣ. ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΙ ΑΓΝΩΣΤΙΚΙΣΤΕΣ. Γιατί Αθεϊστής είναι εκείνος που απορρίπτει την ύπαρξη τού Θεού. Αγνωστικιστής είναι αυτός που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχει Θεός αλλά απλώς δεν έχει πειστεί. Στη σειρά τών θεμάτων αυτών λοιπόν, ασχολούμαστε με τους Αθεϊστές, και όχι με τους Αγνωστικιστές, οι οποίοι είναι λογικότεροι.
Και μιλάω για τους πραγματικούς Αγνωστικιστές, εκείνους που αναγνωρίζουν τη διαφορά αυτή. Επειδή υπάρχουν και εκείνοι, που λένε ότι αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο τής ύπαρξης τού Θεού, αλλά δηλώνουν "αθεϊστές", δείχνοντας ότι στην πραγματικότητα έχουν πάρει θέση, και μόνο ως δικαιολογία λένε ότι αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης τού Θεού, για να μη φανεί η αντίφασή τους. Όμως γίνονται αντιληπτοί από το μίσος τους προς οτιδήποτε έχει σχέση με τον Θεό. Και μόνο όμως το ότι λένε πως αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης Θεού, δείχνει ότι ή δεν είναι πραγματικοί αθεϊστές, αλλά βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση εννοιών, ή ότι είναι πράγματι αθεϊστές, και ψάχνουν να καλύψουν το φανατισμό τους πίσω από την κάλυψη τού αγνωστικισμού. Είναι λοιπόν σημαντικό σε μια συζήτηση με αθεϊστές, να ξεκαθαρίζουν τι ακριβώς εννοούν και ποια η σχέση τους με τον Αγνωστικισμό. Από τη στιγμή λοιπόν που κάποιος θα πει: "είμαι αθεϊστής", δηλώνει πίστη σε μία αναπόδεικτη δήλωση, ότι "δεν υπάρχει Θεός". Και είναι τόσο αναπόδεικτη, όσο και η παραδοχή ότι "υπάρχει Θεός". Ο αθεϊσμός λοιπόν, δεν συμβαδίζει με τον ορθολογισμό και τη λογική. Είναι απλώς μία ακόμα θρησκεία.
Η αρνητική έννοια τού Θεού
Όμως υπάρχει και άλλη αντίφαση στη λογική τού αθεϊσμού: Παρ’ όλο που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι η αθεϊα απορρίπτει κάθε έννοια περί Θεού, στο βάθος, είναι αδιανόητο να πάρει κανείς μια θέση απορριπτική πριν ταυτίσει κάτι. Απορρίπτουμε κάτι το οποίο κατά κάποιο τρόπο ταυτίζουμε. Συνεπώς υπάρχει μια έννοια Θεού πίσω στο μυαλό μας, την οποία θέλουμε να απορρίψουμε. Δεν είναι δυνατόν να ξεφύγει κανείς από το περί Θεού ερώτημα είτε είναι Χριστιανός, είτε είναι οπαδός μιας άλλης θρησκείας, είτε είναι ακόμη αρνητής κάθε εννοίας περί Θεού. Θα πρέπει να έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του, τι είναι αυτό το οποίο απορρίπτει πριν το απορρίψει.
Όταν λοιπόν κάποιος άθεος λέει: "εγώ απορρίπτω την ύπαρξη τού Θεού", είναι συνεπές να τον ρωτήσουμε: "Πώς αντιλαμβάνεσαι την έννοια ΄΄Θεός΄΄;" Γιατί ΚΑΤΙ έχει στο μυαλό του, το οποίο απορρίπτει. Και αν τον ρωτήσουμε αναλυτικά, αντιλαμβανόμαστε συνήθως ότι μιλάει για έναν συγκεκριμένο "τύπο" θεού που κατανοεί αυτός ως "Θεό".
Το να κατανοήσουμε τι είδους "θεό" έχει στο μυαλό του, είναι πολύ σημαντικό για εμάς τους Χριστιανούς, και ιδιαιτέρως για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Γιατί στην Ορθόδοξη θεολογία, και η παραμικρή λεπτομέρεια περί Θεού έχει μεγάλη σημασία, που αλλάζει τα πάντα. Γιατί θα αντιληφθούμε ότι συνήθως (αν όχι πάντα), ένας άθεος έχει μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη για το "τι είναι θεός", ή για το "τι" και "ποιος" είναι ο Θεός.
Αν ο αθεϊστής είναι απλώς προκατειλημμένος όπως είναι η συντριπτική πλειονότητά τους, θα διαπιστώσουμε ότι έχει εντελώς εσφαλμένες αντιλήψεις για όλα αυτά, και ότι μιλάει για θεούς - τέρατα τους οποίους ούτε εμείς δεν αποδεχόμαστε. Οι λίγοι άθεοι που απορρίπτουν τον Θεό για πραγματικούς φιλοσοφικούς και συνεπείς λόγους, θα διαπιστώσουμε ότι απορρίπτουν ανύπαρκτους θεούς τών Δυτικών και Ανατολικών θρησκειών. ΠΟΤΕ αυτοί δεν απορρίπτουν τον Θεό τής Ορθοδοξίας. Εναντίον τού Θεού τών Ορθοδόξων, στρέφονται μόνο άνθρωποι που έχουν πλήρη φιλοσοφική άγνοια και πολλές προκαταλήψεις και εμμονές. Συνήθως αυτοί οι τελευταίοι, παπαγαλίζουν τα λόγια φιλοσόφων αθεϊστών, χωρίς όμως να γνωρίζουν τις βάσεις αυτών τών λόγων, για να καταλάβουν ότι δεν στρέφονται κατά τού Χριστιανικού Θεού, αλλά κατά τού θεού τής Δύσης.
Όμως για τα επιχειρήματα αυτά και τις προκαταλήψεις τους, θα μιλήσουμε σε ξεχωριστό άρθρο.

“Δίκαιοι εις τον αιώνα ζώσι”: Γέρ. Κύριλλος Γεραντώνης

1. ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Συμπληρώθηκε ήδη ένας χρόνος από την ιερή εκδημία του απλού και πράου, του σεμνού και ταπεινού, του ευγενικού και προσηνούς, του ελεήμονος και επιεικούς, του υπομονετικού και γλυκύτατου, του χαριτωμένου και χαρισματικού Γέροντος Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Γεραντώνη, του Πατρός και Καθηγουμένου μας.
Τα εβδομήντα τρία χρόνια της επίγειας βιοτής του ήταν μία γνήσια και αυθεντική μαρτυρία Χριστού. Ήταν μία πορεία που χαράχτηκε με την τελεία υπακοή, την ιώβειο υπομονή, την άμετρη αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, την ολόθερμη προσευχή.
1
Άξιος διάδοχος του προκατόχου του, Οσίου Γέροντος π. Ιακώβου, στην θέση του Ηγουμένου και Πνευματικού Πατρός της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαυίδ του Γέροντος, επί είκοσι και πλέον έτη, στήριξε και καθοδήγησε τόσο τους πατέρες της Μονής, όσο και πλήθος άλλων ανθρώπων, που συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ελλάδος και όχι μόνον, σε δύσκολες ώρες λύπης, ασθένειας, πόνου και απόγνωσης.
Ήθελε να μοιράζεται την ευλογία του Αγίου Δαυίδ με όλους, γι’ αυτό, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, που αντιμετώπιζε εξαιτίας της επιβαρυμένης, λόγω μακροχρόνιων προβλημάτων, υγείας του, συνόδευε με μεγάλη χαρά την Αγία Κάρα του Οσίου Δαυίδ, όπου οι πιστοί χριστιανοί καλούσαν τον Άγιο για βοήθεια και ευλογία.
Αναμφισβήτητα, ο μακαριστός Γέροντας δεν ζούσε για τον εαυτό του άλλα για τον Θεό και τους ανθρώπους, που Εκείνος του εμπιστεύτηκε. Γι’ αυτό δεν επέτρεπε στον εαυτό του ξεκούραση, αλλά αναλώθηκε στην διακονία του Θεού και του ανθρώπου. Ακόμη και στο κρεβάτι του πόνου, όταν νοσηλευόταν στα διάφορα νοσοκομεία, ενώ ψηνόταν στον πυρετό, δεν σταμάτησε την εξομολόγηση και την ακρόαση των προβλημάτων των ανθρώπων και τους καθοδηγούσε με τις φωτισμένες του νουθεσίες.
Κανείς δεν ξέρει πόσο υπέφερε από τα προβλήματα υγείας και τις ποικίλες επώδυνες ιατρικές πράξεις και επεμβάσεις, κατά τα δύο τελευταία μαρτυρικά χρόνια, γιατί όχι μόνο δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ, άλλα ούτε με κάποια σύσπαση του προσώπου του επέτρεπε να φανεί ότι πονούσε. Δεχόταν όλες τις δοκιμασίες αγόγγυστα και με ιώβειο υπομονή, γιατί, όπως χαρακτηριστικά έλεγε: «εγώ με τον Θεό δεν τσακώνομαι». Στην ερώτηση μάλιστα «πως είστε, Γέροντα;», απαντούσε μέχρι τις τελευταίες στιγμές: «Δόξα τω Θεώ καλά, πολύ καλά».
Έχοντας σε όλη την διάρκεια της επίγειας πορείας του ισχυρούς αρωγούς και οδοδείκτες τον Άγιο Δαυίδ, τον Μακαριστό Γέροντα π. Ιάκωβο και την «Γλυκιά του Μανούλα», όπως συνήθιζε να προσφωνεί την Παναγία μας, πέτυχε μία άμεση και ειλικρινή, αξιοζήλευτη και αξιομίμητη σχέση με τους Αγίους και τον Θεό.
Φιλόθεος, λοιπόν, και φιλάγιος, φιλόπονος και φιλακόλουθος, φιλάδελφος και φιλεύσπλαχνος, εφάρμοσε πιστά και με συνέπεια το Ευαγγέλιο της αγάπης σε όλη του την ζωή και πολύ περισσότερο τα χρόνια, που εγκαταβίωσε στην αγιοτρόφο Μονή του Οσίου Δαυίδ. «Ταπεινός τη καρδία» φρονούσε τα υψηλά, τα οποία και έβλεπε με τα μάτια της αγνής, παιδιόθεν, ψυχής του, όπως ο ίδιος πολλές φορές μας αποκάλυπτε.
Σε όσους είχαμε την ιδιαίτερη ευλογία να τον αναστραφούμε και να μαθητεύσουμε κοντά του, ο άγιος Γέροντας, αποτελεί φωτεινό παράδειγμα στον αγώνα για την σωτηρία της ψυχής μας. Το κενό που άφησε τεράστιο. Η αίσθηση από την απουσία του οδυνηρή.
Μεγάλη μας όμως παρηγοριά το ότι η προς όλους αγάπη του μας συνοδεύει πάντα. «Η των πραγμάτων αλήθεια» αποδεικνύει ότι οι υπέρ ημών πρεσβείες του προς τον Κύριον της Δόξης, Εκείνον, που τόσο πολύ σ’ όλη του τη ζωή αγάπησε, είναι συνεχείς και αδιάλειπτες.
Ευσεβής πόθος μας ήταν, στο Ετήσιο Μνημόσυνο του Μακαριστού Γέροντος μας, να προσφερθεί στους πιστούς, ως ευλογία, ένα εκτενές περί αυτού πόνημα, αλλά τούτο δεν κατέστη δυνατό. Ευχαριστούμε πάντως και δοξάζουμε τον Θεό, που μας αξίωσε να εκδώσουμε, έστω και αυτό, το μικρό τεύχος προς δόξαν Αυτού, εις ένδειξη τιμής, σεβασμού και αγάπης προς το ιερό πρόσωπο του Μακαριστού Γέροντος μας, και προς ωφέλεια των πιστών.
Ελπίζουμε, ευχόμαστε και προσευχόμαστε ο Χορηγός όλων των αγαθών Παντοκράτωρ Κύριος μας, με τις πρεσβείες της Καλής μας Παναγίας και του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Δαυίδ του Γέροντος του θαυματουργού, και τις ευχές των μακαριστών αγίων Γερόντων Ιακώβου και Κυρίλλου να μας βοηθήσει να προβούμε και στη νέα έκδοση.
Στην έκδοση αυτή που ήδη ετοιμάζεται και η οποία ελλείψει χρόνου έχει καθυστερήσει, καταγράφεται κατά πλάτος ο πολύτιμος πνευματικός θησαυρός της ενάρετης ζωής, των θείων εμπειριών αλλά και των ισχυρών δοκιμασιών του Γέροντος καθώς και των θεοσόφων διδαχών του.
Θα συμπεριληφθούν επίσης και οι μαρτυρίες πολλών άλλων ακόμη αδελφών μας που είχαν την καλωσύνη να τις καταθέσουν στην Ιερά Μονή μας για το πρόσωπο του Γέροντος, ώστε και δί’ αυτών να δοξασθεί το Πανάγιο Όνομα του Θεού και να προστεθεί πίστη στους ανθρώπους.
Θερμότατα ευχαριστούμε τον Σεβασμιώτατο Ποιμενάρχη μας κ.κ. Χρυσόστομο διά την παροχή της σχετικής ευλογίας και διά την προς ημάς εν γένει πατρική στοργή, στήριξη και αγάπη του.
Ευχαριστίες, επίσης, εκφράζουμε και προς τις αδελφές του τυπογραφείου «Μέλισσα», για την πολύτιμη βοήθειά τους αλλά και προς όλους τους πνευματικούς αδελφούς που συνέβαλαν στην έκδοση του παρόντος.
Η ευχή του Αγίου Γέροντος να μας σκεπάζει.
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Δαυίδ του Γέροντος
Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ και οι συν εμοί εν Χριστώ αδελφοί
 2
2. ΣΥΝΤΟΜΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ TOY ΓΕΡΟΝΤΟΣ
Ο Γέροντας Κύριλλος γεννήθηκε στον Κρυονερίτη της Βορείου Ευβοίας το 1938 και από την μικρή του ηλικία γαλουχήθηκε με τα νάματα της Ορθοδόξου Πίστεως.
Προσήλθε στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαυίδ του Γέροντος στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και εκάρη Μοναχός την 2α Οκτωβρίου 1965 από τον μακαριστό Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αρχιμανδρίτη Νικόδημο Θωμά († 1977), λαβών το όνομα Κυπριανός. Ως Μοναχός διακρίθηκε για την ταπείνωσή του, την υποδειγματική υπακοή του και την διάθεσή του να υπηρετεί τους πάντες.
Στις 27 Μαρτίου του 1971 χειροτονήθηκε Διάκονος στον Ιερό Ναό Γενεθλίου της Θεοτόκου Λίμνης, λαβών το όνομα Κύριλλος και στις 28 Μαΐου 1972 Πρεσβύτερος στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαυίδ, από τον μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Νικόλαο († 1975).
Ως ιερομόναχος εξυπηρέτησε την Ιερά Μονή της μετανοίας του, μαζί με τον μακαριστό Γέροντα Αρχιμανδρίτη Ιάκωβο Τσαλίκη († 1991), όπως και τα γύρω χωριά, τα οποία εστερούντο μονίμου εφημερίου. Παράλληλα και για 20 και πλέον χρόνια, μαζί με τον μακαριστό π. Ιάκωβο και τον επίσης μακαριστό Μοναχό π. Σεραφείμ († 2009) κράτησαν την Ιερά Μονή του Οσίου Δαυίδ του Γέροντος και διηκόνησαν τους αναρίθμητους προσκυνητές της.
Το 1991 και μετά την κοίμηση του μακαριστού Ηγουμένου Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη, εξελέγη με την ψήφο όλης της Αδελφότητος Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαυίδ και ενθρονίστηκε επισήμως στην Ιερά Μονή από τον μακαριστό Μητροπολίτη Χαλκίδος Χρυσόστομο Α’ (†2010) στις 5 Αυγούστου του 1992.
Στα 20 χρόνια της ηγουμενίας του ο π. Κύριλλος, με γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και άριστη συνεργασία με τους Μητροπολίτες Χαλκίδος Χρυσόστομο Α’ και Χρυσόστομο Β’, ανεκαίνισε το κτιριακό συγκρότημα της Ιεράς Μονής, ανεδέχδη δεκάδα και πλέον νέων Μοναχών στην Ιερά Μονή του, πρωτοστάτησε στον τομέα της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης, ανεδείχδη πνευματικός πατέρας και εξομολόγος αναριθμήτων Κληρικών, Μοναχών και Λαϊκών σε όλη την Ελλάδα και ευρύτερα και με οδηγό την υψοποιό ταπείνωση, το αόργητο και πράο του χαρακτήρος του και την ακρίβειά του στα θέματα της Ορθοδόξου Πίστεως, έδωσε την καλή μαρτυρία του Μοναχού και του Ηγουμένου που ζεί για την Εκκλησία και αναπνέει στον χώρο της Ορθοδόξου Λατρείας.
Το τελευταίο διάστημα ταλαιπωρήθηκε από σοβαρά προβλήματα της υγείας του και νοσηλεύθηκε πολλές φορές. Όμως και στο πρόβλημα της υγείας του, έγινε παράδειγμα μίμησης για όλους, αφού το χαμόγελο δεν έλειψε ποτέ από τα χείλη του και η φράση «Δόξα σοι ο Θεός», ήταν η μόνιμη απάντηση σε όσους τον ρωτούσαν για την πορεία της υγείας του, δείγμα ότι εμπιστευόταν ολοκληρωτικά τον εαυτό του στην προστασία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και των Αγίων Του.
Εκοιμήθη εν Κυρίω τις πρωινές ώρες της Παρασκευής του Ακαθίστου στις 30 Μαρτίου 2012 στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Η εξόδιος Ακολουθία του έλαβε χώρα στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαυίδ του Γέροντος, την επομένη, Σάββατο του Ακαθίστου με την συμμετοχή δέκα Αρχιερέων και άλλων πολλών Κληρικών και με την παρουσία πλήθους Μοναχών και εκατοντάδων πιστών από την Ελλάδα και το Εξωτερικό, οι οποίοι προσκύνησαν το ζεστό και εύκαμπτο σκήνωμά του και τους οποίους όλους ευχαρίστησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ.κ. Χρυσόστομος.

Λαχτάρα Αἰωνιότητος - Ἀρχιμανδρίτης Δαμασκηνὸς Κατρακούλης



Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν. ναὶ ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. (Ἀποκ. κβ’ 12, 20)1

Ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα ἀληθείας καὶ θεογνωσίας. Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου νὰ εἶναι ἡ τρυφὴ καὶ ἡ τροφὴ τῆς ζωῆς μας.

Ἐγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Εὐαγγέλιο γιὰ νὰ εἰσχωρήση μέσα μου ὁ Κύριος. Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο γίνεται ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τοῦ ἡμαγμένου Ἀμνοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληθήκαμε ν’ ἁγιάσωμε. Νὰ γίνωμε εὐωδία Χριστοῦ. Σκοπὸς μας εἶναι νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν κλῆσι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γίνωμε φῶς. Μὲ τὴν τήρησι τοῦ Εὐαγγελίου νὰ γίνωμε λόγος τοῦ Θεοῦ.

Μέσα στὴν Ἐκκλησία, λοιπόν, ἁρπάζει ὁ ἕνας τὸν θεῖο λόγο καὶ πηγαίνει εἰς τὰς ἐρήμους, γιὰ νὰ πραγματώση τὸ Εὐαγγέλιον. Ὁ ἄλλος τὸ ἁρπάζει καὶ πηγαίνει στὴν Ἀφρική, στὴν Ἀσία κ.λπ. νὰ φωτίση τοὺς ἀνθρώπους ὡς ἱεραπόστολος. Ὁ ἄλλος παίρνει τὸν θεῖο σπόρο καὶ τὸν καλλιεργεῖ μέσα στὴν κοινωνία ὡς ἐπίσκοπος, ὡς ἱερεύς, ὡς οἰκογενειάρχης καὶ κάνει ἔργο του τὴν σπορὰ τοῦ θείου λόγου. Ἐμεῖς πήραμε τὸ Εὐαγγέλιον ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα ὁ καθένας καὶ ἤλθαμε στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ δοξάσωμε τὸν Θεὸ μὲ τὴν τήρησι τῶν ἐντολῶν Του.

Κάθε μοναστήρι εἶναι ἕνα πέραμα, ἕνα φεριμπότ, ποὺ θὰ μᾶς περάση ἀπέναντι, στὴν ὄχθη τοῦ οὐρανοῦ. Σήμερα αὐτὸ μὲ ἀπησχόλησε ἐμένα· αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ταξίδι. Πρέπει νὰ σπάσωμε τὸν φραγμὸ τοῦ θανάτου μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πῶς θὰ μπορέσωμε τὸ μήνυμα τοῦ θανάτου νὰ τὸ περιμένωμε ὡς τὴν πλέον εὐχάριστη ἀγγελία. Προχθὲς ἀναφέραμε μερικὲς θεῖες ἀποκαλύψεις, ποὺ εἶχε ὁ Μητροπολίτης Ε. στὶς τελευταῖες του στιγμές. Καὶ χάρηκε ἡ ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζομε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀγαπήσας τὸν Θεόν, δέχεται τέτοιες ἀποκαλύψεις στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριος τοῦ παρουσιάζει ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωὴ τί ἀπολαύσεις τὸν ἀναμένουν στὴν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ ποὺ βασιλεύει τὸ φῶς, τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ γλυκύτατο ὡς ἡ χιών.

Ἡ ζωὴ τοῦ οὐρανοῦ εἶναι φῶς, γλυκύτατο, λευκότατο. Ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν λευκοτάτη, τὴν χιονάτη ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γιατί δὲν ὑπάρχει πιὸ εὐχάριστο γεγονὸς ἀπὸ αὐτὴν τὴν διάβασι στὴν ἀντίπερα ὄχθη. Ἐὰν νοσταλγοῦμε νὰ μεταβοῦμε σὲ μία παραλία, π.χ. στὴν Κέρκυρα ἢ στὸν Ἅγιο Διονύσιο, ὅπου θὰ ἀντικρύσωμε γήινες ὀμορφιές, ποὺ παρόμοιες ἔχομε ἤδη ἀπολαύσει, σκεφθῆτε πῶς πρέπει νὰ νοσταλγοῦμε αὐτὸ τὸ πέραμα στὴν ἄλλη ζωή, στὸ αἰώνιο Φῶς. Μέσα στὸ μοναστήρι γίνεται αὐτὴ ἡ ἑτοιμασία γιὰ τὴν μετάβασι στὴν οὐράνια ὄχθη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἂν ἀπὸ τώρα γνωρισθοῦμε γιὰ τὰ καλὰ μὲ τὸν ἄνω κόσμο, θὰ ἔχωμε μία καλὴ συνοδεία φίλων Ἁγίων κατὰ τὴν ἔξοδό μας.

Μὲ πόση εὐχαρίστησι πρέπει νὰ ἀναμένωμε τὸν θάνατο! Νὰ μὴν τὸν ἀντικρύζωμε ὡς μάχαιρα ποὺ θὰ μᾶς κόψη ἀπὸ τὴν ζωή, ἀλλὰ σὰν φωτεινὴ πύλη, ποὺ θὰ μᾶς εἰσαγάγη στὴν αἰωνιότητα. Αὐτὴ ἦταν ἡ σκέψις μου ἐμένα σήμερα. Ἄλλωστε, ἔχομε πεῖ πολλὲς φορὲς ὅτι πρέπει νὰ κάνωμε τὸν θάνατο εὐχάριστο. Νὰ μὴν τὸν ἀντιμετωπίζωμε μὲ φόβο. Ἅπαξ καὶ ὁ Χριστὸς ἐσταυρώθη καὶ ἀνέστη, κατελύθη ἡ ἰσχὺς τοῦ θανάτου, ἐσπάσθησαν τὰ κλεῖθρα τοῦ ἅδου. Ἡ θύρα ἠνοίχθη. καὶ ἐλευθέρως πλέον κάθε πιστὸς ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθη στὴν αἰώνια μακαριότητα.

-Τί εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς κάνη νὰ ἐπιθυμήσωμε τὸν θάνατο;

-Ἡ φλόγα τῆς δροσερῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν ἀνάβει τὴν δίψα τῆς αἰωνίου ζωῆς.

«Ἀγαπήσατε τὸν Θεὸν καὶ εὑρήσετε χάριν αἰώνιον… καὶ ἀνάπαυσιν μετὰ πάντων τῶν ἁγίων», λέγει ὁ ὑμνωδὸς (Ἀκολουθία Ἁγ. Ἀντωνίου, δοξαστικόν τῆς Λιτῆς).

Ἐὰν ἡ καρδιὰ μας φλέγεται ἀπὸ θεῖον ἔρωτα, ὁ Κύριος θὰ ἀνταποκριθῆ ἀμέσως στὴν ἀγάπη ποὺ θὰ τοῦ προσφέρωμε ἐμεῖς καὶ θὰ μᾶς χαρίση τὴν αἰώνιο ἀτένισι τῆς θεϊκῆς Του μορφῆς.

Θὰ μοῦ πῆτε: «Καλὰ τὸ συζητᾶμε τώρα αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλὰ μόλις φθάσωμε στὴν ὥρα τοῦ θανάτου, ἀμέσως μᾶς καταλαμβάνει ἕνας φόβος». Πράγματι ἔτσι λέει ἡ πείρα τῆς ζωῆς. Ὁ πιστὸς ὅμως δὲν συναντᾶ αὐτὴ τὴν δειλία. Καὶ σκεπτόμουν σήμερα πῶς θὰ νιώθουν αὐτοὶ οἱ πιστοί, οἱ μεγάλοι ἀγωνισταί, ποὺ ὁ Κύριος τους πληροφορεῖ -εἴτε ὁ Ἴδιος, εἴτε διὰ τῆς Θεοτόκου εἴτε διὰ τῶν Ἁγίων Του- ὅτι «ἐντὸς ὀλίγου θὰ σὲ πάρω». Σκεφθῆτε τί θὰ αἰσθάνωνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μέσα στὴν ψυχή τους! Τί ἀγαλλίασις θὰ πληρώνη τὴν ὕπαρξί τους, ὅταν θὰ ἐτοιμάζωνται νὰ μεταβοῦν πρὸς τὴν αἰωνιότητα! Αὐτὴν τὴν μεγάλη δωρεὰ ὁ Θεὸς δὲν τὴν παρέχει μόνο σὲ ὡρισμένους, ἀλλὰ σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ τὴν ἐπιθυμοῦν. Καὶ ἔλεγα σήμερα μόνος μου: «Ἄραγε εἶναι δύσκολο ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἀξιώση καὶ μᾶς νὰ φθάσωμε στὴν εὐχάριστη αὐτὴ στιγμὴ καὶ νὰ ἀκούσωμε τὴν εὐφρόσυνη ἀγγελία;»2

Λέμε ὅτι ἀγαπήσαμε τὸν Θεόν… Τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Χαρὰ καὶ ἀγαλλίασις! Πῶς, λοιπόν, εἶναι δυνατόν, ὅταν φθάνη ὁ θάνατος, νὰ μᾶς καταλαμβάνη δυστυχία καὶ σκότος, ἀφοῦ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς καὶ αἰωνιότης καὶ εἰρήνη ἄφραστος; Αὐτὸ τὸ θέμα τοῦ θανάτου δὲν τὸ ἔχομε πολὺ καλλιεργήσει μέσα μας καὶ δὲν φθάσαμε ἀκόμη στὸ σημεῖο νὰ ἔχωμε πλήρη τὴν συνείδησι τῆς ἀθανάτου ζωῆς καὶ τὴν πληροφορία τῆς αἰωνιότητος. Τὸ πιστεύομε, τὸ ξέρομε ὅλοι, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀναμένομε ὡς ἕνα γεγονὸς εὐχάριστο, ἐνῶ γι’ αὐτὸ φύγαμε ἀπὸ τὸν κόσμο. γιὰ νὰ φθάσωμε σ’ αὐτὴ τὴν εὐφρόσυνο στιγμή, ν’ ἀναχωρήσωμε ἀπὸ τὸν παρόντα αἰώνα πρὸς τὸ μέλλοντα, πρὸς τὴν αἰωνιότητα.

«Ἀγαπήσατε τὸν Θεόν»! Πῶς τὸν ἀγαπᾶμε τὸν Θεό; Μόνο μὲ τὰ λόγια; Εἶναι δυνατὸν νὰ λέη ἕνας ἄνθρωπος «Ἀγαπῶ τὸν Θεὸν» καὶ τὰ ἔργα του νὰ εἶναι ἀνάποδα, ἀντίθετα ἀπὸ τὸν θεῖο νόμο; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματώνη τὸ Εὐαγγέλιο; Ὅταν λέμε ὅτι πήραμε στὰ χέρια μας τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὑποσχεθήκαμε ὅτι θὰ τὸ πραγματώσωμε, τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πράγμα; Σημαίνει ὅτι θὰ ζήσωμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. θὰ τηρήσωμε τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ θὰ τὸ ἐναποθέσωμε πάλι στὴν ἁγία Τράπεζα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὁμολογώντας ὅτι μείναμε «πιστοὶ ἄχρι θανάτου», μὲ τοὺς λόγους: «Τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα. λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτὴς» (Β’ Τιμ. δ’, 7-8). Εἴθε νὰ ἀξιωθῆ ἡ ψυχή μας νὰ πῆ αὐτὸν τὸν λόγο πρὸς τὸν Θεό, πρὸς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὅ,τι καὶ νὰ κάνωμε, ὅσο καὶ νὰ προσπαθήσουμε καὶ νὰ ἀγωνισθοῦμε, ἐὰν δὲν προσανατολισθοῦμε πρὸς τὴν αἰώνιο ζωὴ καὶ τὴν ἀνέσπερη βασιλεία, νομίζω ὅτι μέσα μας δὲν θὰ ἔχωμε τὴν πληροφορία τῆς σωτηρίας. Ὅταν τηρῶ τὰς ἐντολάς, ἡ συνείδησίς μου εἶναι ἀναπαυμένη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιτύχωμε τὴν τελεία ἀνάπαυσι, εἶναι ἀπαραίτητη καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς προσδοκίας τῆς ἀναχωρήσεώς μας καὶ ἡ δίψα αὐτῆς τῆς στιγμῆς τοῦ θανάτου.

Εἴδατε; Μόλις ἀκοῦμε τὴν λέξι «θάνατος», μᾶς πιάνει φόβος. Πρέπει ὅλοι ὅμως νὰ ἔχωμε δίψα θανάτου. ἰδιαίτερα οἱ μοναχοί, ἀλλὰ καὶ κάθε χριστιανός. Νὰ διψᾶμε αὐτὴν τὴν ὥρα τῆς μεταβάσεώς μας στὰ οὐράνια σκηνώματα. Αὐτὴν τὴν δίψα εἶχαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ αὐτὴν ἔχουν καὶ οἱ σημερινοὶ ἅγιοι καὶ εἰδικώτερα οἱ Ἁγιορεῖτες. Ἀλλὰ καὶ οἱ πιστοὶ στὸν κόσμο καὶ οἱ ἐργᾶται τοῦ Εὐαγγελίου καὶ οἱ ἱεραπόστολοι, μὲ αὐτὴν τὴν δίψα τοῦ θανάτου πραγματώνουν τὸν θεῖο λόγο καὶ τελοῦν τὰ ἔργα τῆς πίστεως. μετακινοῦν ἀκόμη καὶ ὄρη. Καὶ ἐμεῖς, λοιπόν, διὰ τῆς πίστεως νὰ μετακινήσωμε τὴν ψυχή μας. Καὶ ἀπὸ τὸν ἅδη νὰ τὴν ἀνεβάσωμε στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἂς παρακαλοῦμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς ἀνοίγη φωτεινοὺς ὁρίζοντας πίστεως καὶ ἀγάπης πρὸς Αὐτόν. Ἡ πίστις δὲν εἶναι ἁπλὸ πράγμα. οὔτε ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἄπειρες διαστάσεις. Ἐπειδὴ ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ, κατευθύνεται πρὸς τὸ ἄπειρο, πρὸς τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ὅταν λέω «κατευθύνομαι πρὸς τὸν ἄπειρο», σημαίνει σκέπτομαι τὸν ἄπειρο Θεὸ καὶ τὴν μετάβασί μου στὴν αἰωνιότητα.

Ἀλλὰ πῶς θὰ ἀγαπήσω τὸν Θεόν; πῶς θὰ ἀνοίξω τὴν ψυχή μου πρὸς Αὐτὸν καὶ πῶς θὰ διαθέσω ὅλη μου τὴν ὕπαρξι στὴν ἀγάπη Του; Ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι διατεθειμένος νὰ θυσιάζεται γιὰ τὸν Θεόν, δὲν κάνει καὶ ἁμαρτίες. Ἔτσι δὲν εἶναι, παιδιά; Προσέχει τὸν λόγο του, προσέχει τὶς σκέψεις του, τὶς διαθέσεις του.

Μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἀνοίγει ὁ ὁρίζων τῆς ψυχῆς ἀμέσως καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται διάπλατος. Ἡ ὕπαρξίς του ἀμέσως εὐρύνεται, γιατί τείνει πρὸς τὸν ἄπειρο Θεὸν καὶ τὴν αἰώνιο ζωή. Αὐτὸν τὸν ἄπειρο Θεὸν ἀγαπήσαμε καὶ ξεκινήσαμε νὰ Τὸν συναντήσωμε. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἀναπαύει ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἐρημία. Δὲν μᾶς ἀναπαύει ὁ κόσμος καὶ τὰ τοῦ κόσμου, παρὰ μόνον ἡ ἡσυχία καὶ ἡ ἐρημία. Καὶ ἐπιθυμοῦμε νὰ βασιλεύη στὴν ψυχή μας ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν λέγω «ἀγαπῶ τὸν Θεόν», ἡ καρδία μου πλαισιώνεται ἀμέσως μὲ εὐλογία. Ὁ Θεὸς -ὅπως ἔχομε συζητήσει πολλὲς φορὲς- εἶναι «ζηλότυπος» γιὰ κάθε ψυχή. Τὴν θέλει ὅλη δική Του. Θέλει δηλαδὴ νὰ τὴν δοξάση, θέλει νὰ τὴν γεμίση μὲ τὴν χάρι Του. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τῆς ἰδικῆς μας ἀγάπης. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Ἴδιος ἔχει ἄπειρον ἀγάπη καὶ ἀπερινόητον, θέλει τὴν ψυχὴ μας ὁλόκληρη κοντά Του. Ἐὰν ἐμεῖς τολμᾶμε νὰ λέμε ὅτι ἀγαπήσαμε τὸν Θεόν, ἀντιλαμβάνεσθε ποία εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς ἡμᾶς! Γι’ αὐτὸ πρέπει ἡ σκέψις μας νὰ εἶναι ὅλη τὴν ἡμέρα προσηλωμένη στὸν Θεό. Οὔτε τρίχα νὰ μὴν κάνωμε πέρα ἀπὸ τὴν δική Του ἀγάπη. Οὐδεμία ματιὰ νὰ ρίχνωμε πρὸς τὸν κόσμο. οὔτε ἀριστερά, οὔτε δεξιά. Μόνο τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς ἑλκύη. Τὸ βλέμμα μας νὰ ἀτενίζη διαρκῶς τὴν ἀντίπερα ὄχθη. Νὰ ἀναμένωμε τὴν εὐχάριστο διάβασι. ὄχι τὸν θάνατο τοῦ ἀφανισμοῦ καὶ τοῦ σκότους, ἀλλὰ τὴν διάβασι πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο, πρὸς τὸ ἄκτιστο φῶς, τὸ αἰώνιο φῶς, τὴν λαμπρὰν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄφατον λαμπρότητα τῆς βασιλείας Του. Μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας νὰ ἔχωμε «συνόρασι» μετὰ τοῦ θείου ὀφθαλμοῦ. Νὰ θέτωμε τὸν ἑαυτό μας εἰς τὸν θεῖον ὀφθαλμὸν καὶ ἐκεῖ νὰ ἀναπαυώμεθα. Τότε θὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι γιὰ τὰ ἀνοίγματα εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς αἰωνιότητος.

Οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας περιέχουν τὶς εὐχὲς τῶν Πατέρων, ποὺ ἐκφράζουν ὅλα τὰ αἰτήματα τῆς ψυχῆς μας. Ἀλλὰ ἔχομε καὶ ἐμεῖς μία δική μας γλώσσα ὁ καθένας, μὲ τὴν ὁποία ἀναφέρομε τὰ μυστικά μας πρὸς τὸν Θεό. Θέλομε νὰ ὁμιλήσωμε μὲ τὸν πιστό μας Φίλο. Ἔτσι δὲν εἶναι; Τὸ θέμα τῆς διαβάσεώς μας εἶναι ἕνα μυστικό της ζωῆς. Καὶ θέλω νὰ τὸ συζητήσω ἀπὸ κοντὰ μὲ τὸν Θεό, γιὰ νὰ μοῦ ἑτοιμάση τὴν ἐκδημία. Ἅπαξ καὶ ἀναμένω αὐτὸ τὸ Πάσχα τῆς ψυχῆς μου, δὲν θὰ πρέπη νὰ ἔχω οὐδεμία ἀνάπαυσι μέχρις ὅτου μιλήσω ἀπὸ κοντὰ μὲ τὸν Θεό, γιὰ νὰ τακτοποιήση μέσα μου αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία, αὐτὴν τὴν λαχτάρα -νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι-.

Μὴ μὲ παρεξηγήσετε ποὺ λέγω «λαχτάρα» γιὰ τὸν θάνατο. Λαχταρῶ τὴν μετάβασι στὸν οὐράνιο κόσμο. Ἔτσι εἶναι! Γιατί ἐμεῖς, ποὺ πιστεύομε εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἤλθαμε ἐδῶ πέρα ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ τὸ ταξίδι. Μᾶς ἀναμένει ὁ Θεός, ἡ ζωή, ἡ αἰωνιότης, ἡ μακαριότης! Δὲν πρέπει νὰ ἔχωμε οὐδένα δισταγμὸ γιὰ τὸν θάνατο, ἀλλὰ μία εὐχάριστη ἀναμονή, μία λαχτάρα πότε θὰ ἔλθη. Ὁ θάνατος δὲν μᾶς ξενίζει καθόλου. Εἶναι γιὰ μᾶς μία ἑορτή. Εἶναι ἡ ἑορτὴ τῆς μεταβάσεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἑορτάζομε τοὺς Ἁγίους τὴν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας τους. Εἴδατε, ὁ Μέγας Βασίλειος 49 ἐτῶν ἀπέθανε. Παληκάρι ἀπέθανε. Ὅμως δὲν τὸν ἐνδιέφερε τίποτε. Εἶχε ἑτοιμάσει τὸ εἰσιτήριό του. Μπῆκε μέσα στὸ φεριμπὸτ καὶ πέρασε ἀπέναντι, στὴν ὄχθη τὴν οὐράνιο.

Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ φεύγη ποτὲ ἀπὸ τὸ μυαλό μας ὅτι θὰ πεθάνωμε. Ὄχι ἁπλῶς ἔχω φόβο, ἐπειδὴ θὰ πεθάνω. Οὔτε, ἐπειδὴ θὰ πεθάνω, προσέχω νὰ μὴν ἁμαρτήσω. Ὄχι τέτοια πράγματα! Νὰ ἑτοιμασθῶ καλύτερα, ν’ ἀγαπήσω τὴν διάβασι, γιατί ἀγαπῶ τὸν Θεό! Θέλω νὰ πάω νὰ Τὸν δῶ. Πῶς τὸ λένε; Θέλω νὰ Τὸν δῶ! Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε «ἐπιθυμίαν ἔχω ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι» (Φιλιπ. α’ 23). Ἤθελε νὰ Τὸν ἰδῆ, τέλος πάντων, καὶ νὰ Τοῦ ὁμιλήση πρόσωπον πρὸς Πρόσωπον.

Διότι, ἐὰν εἴμαστε ξεροὶ μοναχοὶ καὶ ὄχι μουσκεμένοι μὲ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐχαριστίας, ἂν δὲν εἴμαστε δοσμένοι στὸν θεῖο ἔρωτα, ἐὰν δὲν εἴμαστε οἱ ψυχὲς οἱ ἐρῶσες τὸν Νυμφίο Χριστό, τί ἤρθαμε νὰ κάνωμε ἐδῶ πέρα; Νὰ κακομοιριάσωμε; -Ὄχι! Νὰ εἴμαστε οἱ ζωντανοὶ ἄνθρωποι, οἱ ἀγρυπνοῦντες, οἱ «λαχταρισταὶ» τῆς διαβάσεως. Τότε πᾶνε περίπατο καὶ τὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ κόσμου καὶ οἱ μέριμνες τοῦ κόσμου καὶ οἱ ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου. Ὅταν εἴμαστε προσηλωμένοι μόνο στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε εἴμαστε ἑνωμένοι καὶ ὅλοι μαζὶ μεταξύ μας. Νὰ μᾶς καίη αὐτὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ὁ ἔρωτας τῆς μεταβάσεως στὴν ἔπαυλι τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ!

Ἔχω ἔρωτα γι’ αὐτὸ τὸ ταξίδι! Ἐπιθυμῶ νὰ πάω ἐκεῖ πέρα! Ἐὰν τόσο ἐπιθυμοῦμε νὰ πᾶμε νὰ προσκυνήσωμε ἕναν ἅγιο τόπο, σκεφθῆτε πόσο περισσότερο πρέπει νὰ ἔχωμε αὐτὴ τὴ λαχτάρα γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι, ποὺ θὰ μᾶς φέρη στὴν ἁγία Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία «οὐ χρείαν ἔχει τοῦ ἡλίου οὐδὲ τῆς σελήνης· ἡ γὰρ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτὴν καὶ ὁ λύχνος αὐτῆς τὸ Ἀρνίον», ὅπως γράφει ἡ Ἀποκάλυψις (Ἀποκ. κα’ 23). Αὐτὴ ἡ δόξα μᾶς ἀναμένει.

Πρέπει, λοιπόν, νὰ εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι, ὥστε ὁ θάνατος νὰ μὴ μᾶς ξενίση οὔτε νὰ μᾶς φοβίση. Ἀντιθέτως νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐκδημία ἀπὸ ἐδῶ καὶ τὴν ἐνδημία ἐκεῖ. Νὰ μᾶς ἀπασχολὴ ὁ ὡραῖος «μετεωρισμός». Ἐδῶ εἴμεθα, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ εὐρισκόμεθα νοητῶς. Νὰ ἐπιθυμήσωμε τὸν ζωηφόρο θάνατο. Αὐτὸς ὁ θάνατος εἶναι ζωή. Συνεχῶς νὰ μὲ ἀπασχολῆ πῶς θὰ κάνω τὴν ὥρα τοῦ θανάτου, τὴν ἡμέρα τῆς κλήσεως τοῦ Κυρίου, ἡμέρα χαρᾶς καὶ ἑορτῆς! Τὴν ἔξοδό μας νὰ τὴν θεωροῦμε τὸ μεγαλύτερο πανηγύρι, τὴν πιὸ χαρμόσυνη ἡμέρα, ἐπειδὴ θὰ μεταβοῦμε εἰς τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ! Ὄχι νὰ λυπηθῶ, ἐπειδὴ θὰ πεθάνω, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ χαρῶ καὶ νὰ πῶ: «Δόξα Σοι ὁ Θεός! Δόξα Σοι ὁ Θεός, ποὺ μὲ κάλεσες νὰ φύγω!».
Εἶναι μία ἐργασία πολὺ λεπτὴ αὐτή. νὰ μπορέσωμε αὐτὴ τὴν κρίσιμη στιγμὴ νὰ ποῦμε: «Δόξα Σοι ὁ Θεός, ποὺ μὲ κάλεσες νὰ φύγω ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο, γιὰ νὰ ἀτενίζω τὴν δόξαν τοῦ προσώπου Σου στὴν αἰωνιότητα!».

Ἀλλὰ χρειάζεται μεγάλη προσοχὴ αὐτὴ ἡ ἐργασία, ταπεινοφροσύνη μεγάλη καὶ ἀγάπη πολλὴ πρὸς τοὺς ἐχθρούς. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε. Αὐτὸ εἶναι τὸ διαβατήριο γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι.

Ἂς ἔχωμε βεβαία τὴν ἐμπιστοσύνη εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ μᾶς ἐλεήση ὁ Κύριος. Ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου δὲν εἶναι ὑπόθεσις ἀπελπισίας καὶ ἀπογοητεύσεως, ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἐλπίδα εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ μᾶς ἐλεήση ὁ Θεός. Παρ’ ὅλη τὴν ἀναξιότητά μας, θὰ μᾶς ἐλεήση ὁ Θεός! Νὰ ἔχωμε βεβαία τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησι στὸ ἔλεος τοῦ οὐρανίου Πατρὸς καὶ νὰ σκεπτώμεθα τὴν συνάντησι μετὰ τοῦ Κυρίου. «Πότε θὰ ἔλθω, Κύριε, κοντά Σου; Πότε θὰ Σὲ ἰδῶ; Πότε τὸ Πρόσωπό Σου διηνεκῶς θὰ εὐφραίνη τὴν ψυχή μου;»
΄
Ἂς δουλέψωμε, λοιπόν, τὸ πέραν τοῦ τάφου… Ἂν εἶναι ὁ νοῦς μου συνεχῶς στὸν Θεό, δὲν ἁμαρτάνω. καὶ θὰ μπορέσω νὰ σπάσω αὐτὴ τὴν πύλη τοῦ θανάτου, ὥστε νὰ εἶναι ἀνοικτὴ σὲ μένα ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Νὰ στέκωμαι στὴν ἀκτὴ τῆς παρούσης ζωῆς καὶ ἐκεῖ νὰ ἔχω στημένο τὸ ἐκτοξευτήριο, ἀπ’ ὅπου θὰ πετάξω πλέον μὲ χαρὰ στὴν ἀτελεύτητη μακαριότητα… Γιατί θὰ φύγωμε ἀπὸ τὸν βίο ἀπότομα… Μᾶς ἀναμένει ὁ Κύριος… Μᾶς ἀναμένει…

Μᾶς ἀναμένει…. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀνεκλάλητη χαρά, ἡ αἰώνιος Ζωή, ἡ καυστικὴ γλυκύτης, ἡ τρισήλιος δόξα! Εὐχηθῆτε στὸν Θεὸ νὰ μοῦ δώση χριστιανὰ τὰ τέλη. νὰ πεθάνω ὄρθιος καὶ νὰ μὲ ἀξιώση νὰ πεθάνω γιὰ τὴν ἀγάπη Του.

Ὁ θάνατος εἶναι ἐλευθερία! Νὰ ἔχωμε εὐφροσύνη ὅταν σκεπτώμεθα τὸν θάνατο. Αὐτὸ θὰ βοηθήση ἐμᾶς προσωπικά, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἐκκλησία.




1. Ὁμιλία τοῦ Πατρὸς Δαμασκηνοῦ πρὸς τὰς ἀδελφὰς τῆς Ι. Μ. Ἁγ. Ἰωάννου, τὴν 23ην Αὐγούστου 1984.

2. Πράγματι ὁ Θεὸς ἐξεπλήρωσε τὴν ἐπιθυμία τοῦ Γέροντα. Λίγες ἡμέρες πρὸ τῆς ἐκδημίας του ἔλαβε τὸ οὐράνιο μήνυμα τῆς ἀναχωρήσεώς του.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...