Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 27, 2014

Η αγνότητα αποτελεί κέρδος ή ζημιά για τον άνθρωπο;



«Μεγαλύτεροι, διεφθαρμένοι νέοι συνηθίζουν να κουρδίζουν τους αγνούς φίλους των:
‘'Δεν έχεις το θάρρος να το κάνης αυτό... Έτσι, καϋμένε, δεν ξέρεις τι θα πη ζωή! Όποιος δεν τα κάνει αυτά, είναι ακόμη παιδί. Δεν έχει πείρα της ζωής. Δεν μπορεί να κουβεντιάση κανείς μαζί σου. Μπέμπη!...
Λοιπόν τι θα απαντήσης στα κοροϊδευτικά αυτά λόγια; 

Μπορείς να του πης: ‘'Όσο γι' αυτό έχεις κάποιο δίκηο, ότι εκείνου που ζη μια ζωή αγνή, του λείπει μια πείρα Αντ' αυτού όμως είμαι πλουσιώτατος σε μια άλλη, πολύ πολυτιμότερη, πείρα: γιατί είναι μια βασιλική χαρά να κυριαρχής στον εαυτό σου! Όποιου δεν αρρώστησε ποτέ, του λείπει κι αυτού κάποια πείρα∙ αλλά - δεν είναι έτσι; - ευχαρίστως κανείς παραιτείται από αυτή την πείρα προκειμένου να μείνη πάντοτε υγιής. Εσύ στερήθηκες την αγνή ζωή, εγώ την ακάθαρτη. Εσύ απέκτησες μια καινούργια πείρα, εγώ επίσης. Μόνο που η δική μου είναι πολύ πιο άξια! Εγώ με τη δική μου πείρα έγινα περισσότερο άνθρωπος, εσύ περισσότερο κτήνος. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά.''» (Tihamer Toth, Ο Χριστός και οι νέοι, εκδ. Η Δαμασκός, Αθήνα 1956, 67)
Όχι μόνο, λοιπόν, δεν πρέπει να αισθάνωνται μειονεκτικά οι αγνοί νέοι και νέες, αλλά, αντιθέτως, πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι ακριβώς η ζωή της αμαρτίας είναι εκείνη που αφαιρεί από τον άνθρωπο και του προσθέτει αντί της ηδονής, αηδία:
  «Ο Νάνσεν, ο εξερευνητής του Βορείου Πόλου, διηγείται στις εντυπώσεις του από τις εξερευνήσεις, πως, στις παγωμένες αρκτικές θάλασσες, οι σύντροφοί του κι αυτός χρησιμοποιούσαν για φωτισμό κεριά που έφτιαχναν οι ίδιοι από λίπος φώκιας. Ό,τι περίσσευε από τα λαρδιά αυτά τα έτρωγαν ύστερα από πολλή όρεξι, για να σιγάσουν την πείνα τους. Σ' εκείνες τις παγωμένες χώρες, που κινδυνεύει κανείς να παγώση από ώρα σε ώρα, τα εύρισκαν εξαιρετικά νόστιμα.
  Όταν λοιπόν ξαναγύρισαν στην πατρίδα τους, ύστερα από τόσων μηνών κακουχίες, κι όταν ξανάφαγαν τα περιποιημένα σπιτικά φαγητά, όπως όλοι οι άνθρωποι που ζουν με φυσιολογικό ρυθμό, αηδίαζαν στην ανάμνησι των λαρδινών κεριών. Όταν για πρώτη φορά έφαγε πολιτισμένο φαγητό ο Νάνσεν, μόλις τα θυμήθηκε, φώναξε με αηδία: ‘'Θεέ μου πως μπορούσα να καταπίνω εκείνα τα απαίσια πράγματα!''
Το ίδιο αίσθημα δοκίμασα τώρα κι εγώ [μπορεί να πη ο κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός], ύστερα από τον απολογισμό των θλιβερών μου αμαρτημάτων, τώρα που ξαναστέκομαι στα πόδια μου, ύστερα από τόσες πτώσεις, τώρα που σφιχταγκαλιάζω τη ζωή και γλύτωσα από το θάνατο που απειλούσε την ψυχή μου. Θεέ μου, πως είχα τυφλωθή έτσι, ώστε να ζω μέσα σ' εξευτελιστικές αμαρτίες και να μ' ευχαριστούν; Ω! Τώρα καταλαβαίνω τη βασιλική ευτυχία της αγνής ζωής!» (Tihamer Toth, Για μια όμορφη ζωή, εκδόσεις Κ.Κακουλίδη, Αθήναι χ.χ., 168)
  Για το ίδιο θέμα γράφει και ο Ελβετός γιατρός Paul Tournier:
«Είναι ένας παγκόσμιος νόμος, ότι κυνηγώντας την απόλαυσι, οι άνθρωποι δεν κάνουν άλλο παρά να τη χάνουν, όπως ένας κοιλιόδουλος εξοικειωμένος με μια πολύπλοκη κουζίνα αδυνατεί να εκτιμήση ένα καλό και απλό φαγητό με φυσική γεύσι, και καταντά να μη βρίσκη τρόπο να ευχαριστήση την ακόρεστη λαιμαργία του. Έτσι ο νεαρός υπάλληλος, που αναζητά με ζήλο τους επαίνους του διευθυντή του, στο τέλος γίνεται ενοχλητικός. Το ίδιο και ο ερωτευμένος, που δεν σκέφτεται παρά μόνο την απόλαυσι, δεν αργεί να καταστρέψη την ευτυχία του. Το αντίθετο, εκείνος που σκέφτεται να ευχαριστήση μόνο εκείνη που αγαπά, διατηρεί την ευτυχία του μέσα σε μια φλόγα πάντα καινούργια.» (περ. Ακτίνες, Δεκ. 1972, 370)
Ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος τονίζει ότι η ικανοποίησι του πάθους προσθέτει στην αδηφαγία του:
«Εκείνος που διαπράττει την αμαρτία έχει περισσότερο πόλεμο από κείνον  που εγκρατεύεται. Διότι, όπως εκείνος που χύνει σ' έναν τόπο βρωμιές, αυξάνει τη δυσωδία, έτσι και κείνος που δεν εγκρατεύεται αυξάνει το πάθος.» (Έργα, τόμ. γ', εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσ/νίκη 1990, 225)
  Ο π. Βασίλειος Μπακογιάννης υπογραμμίζει ότι αληθινός ήρωας είναι ο αγνός:
«Το να αμαρτάνης, μοιχεύης λ.χ., είναι εύκολο, ιδιαίτερα σήμερα. Το να μη μοιχεύης είναι δύσκολο, ιδιαίτερα σήμερα. Και ποιος είναι ήρωας; Εκείνος που κάνει τα εύκολα ή τα δύσκολα; Εκείνος που αντιστέκεται στην αμαρτία ή αυτός που παρασύρεται από την αμαρτία; Εκείνος που νικά το πάθος ή εκείνος που νικιέται απ' αυτό; Εκείνος δηλαδή που εφαρμόζει το θείο νόμο ή Εκείνος που τον περιφρονεί; Ασφαλώς ήρωας είναι εκείνος που αντιστέκεται στην αμαρτία· που νικά τα πάθη· την ηδονή. Που εφαρμόζει το νόμο του Θεού. ‘'Το όχι είναι μια μικρή λέξι· αλλά πόση δύναμι χρειάζεται γι' αυτήν!'' (Αννίβας)» (Κάτι για τον άνθρωπο, εκδ. Ν. Παναγοπούλου, Αθήνα 1993, 37)
Ο π. Παΐσιος απαντά ευστοχώτατα σ' αυτούς που κατηγορούν τα χριστιανικά «μη!» στην αμαρτία, ως ανελευθερία:
«Δεν είναι ελευθερία όταν πούμε στους ανθρώπους ότι όλα επιτρέπονται. Αυτή είναι σκλαβιά. Για να προκόψη κανείς πρέπει να δυσκολευθή. Να ένα παράδειγμα: Έχουμε ένα δεντράκι. Το περιποιούμαστε, του βάζουμε πάσσαλο και το δένουμε με σχοίνι. Δεν το δένουμε όμως με σύρμα, γιατί θα του κάνουμε κακό. Με τους τρόπους αυτούς δεν περιορίζουμε το δέντρο; Και όμως δεν γίνεται αλλιώς. Για κοιτάξτε και το παιδάκι. Του περιορίζουμε την ελευθερία από την αρχή. Μόλις συλλαμβάνεται είναι περιορισμένο το κακόμοιρο στην κοιλιά της μητέρας· μένει εκεί εννιά μήνες... μόλις αρχίζει να μεγαλώνη του βάζουν κάγκελα κ.λ.π... Όλα αυτά είναι απαραίτητα για να μεγαλώση. Φαίνονται ότι του στερούν την ελευθερία, αλλά δίχως αυτά τα προστατευτικά μέτρα το παιδί θα πέθαινε από την πρώτη στιγμή.» (Διονυσίου Τάτση, Αθωνικόν Ημερολόγιον, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου, Αθήναι 1988, 71)

Τρεις Ιεράρχες: Oι μεγάλοι της εκκλησίας μας δάσκαλοι

3 ierarxesΜυριάδες ανθρώπων που δούλεψαν πολύ και διακρίθηκαν, έχουν περάσει από τον κόσμο αυτό. Πολλά ονόματα έχουν μείνει αλησμόνητα, γιατί προσέφεραν μεγάλης σπουδαιότητας υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. Ανάμεσά τους είναι οι τρεις μεγάλοι της εκκλησίας μας που γιορτάζουμε σήμερα. Οι Τρεις Ιεράρχες, οι πατέρες της Εκκλησίας, μορφές αιώνια ζωντανές.
Έζησαν σε μια εποχή ταραχής και αβεβαιότητας. Η χριστιανική θρησκεία μόλις είχε αναλάβει από τους διωγμούς και τις καταστροφές, ενώ την τάραζαν θανάσιμα οι διάφορες αιρέσεις. Η αίρεση του Αρείου, με τις τεράστιες διαστάσεις της, απειλούσε να καταπνίξει τα αληθινά και ιερά δόγματα της Αγίας μας θρησκείας.
Βρέθηκαν όμως οι γεμάτοι δύναμη, σύνεση και αγάπη άντρες, για να δώσουν νέα δύναμη και νέα λάμψη στην ιερή θρησκευτική παράδοση. Η ζωή τους και το έργο τους ήταν πραγματικά λαμπρό. Είχαν την ευτυχία να μορφωθούν άριστα σε μια εποχή που η μόρφωση ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είχαν σπάνια δύναμη λόγου, γλυκύτητα, σαφήνεια, θεία πνοή, που οι λόγοι τους έμειναν παροιμιώδεις. Ήταν τα ζωντανά παραδείγματα της αυταπάρνησης, της φιλανθρωπίας και της ευσέβειας. Υπηρέτησαν το Θεό, γιατί υποστήριξαν με σθένος την ακεραιότητα της χριστιανικής πίστης, αλλά υπηρέτησαν και τους ανθρώπους, γιατί τους αφιέρωσαν κάθε υλική, σωματική και πνευματική τους δυνατότητα. Αλλά ας γνωρίσουμε αυτούς τους φωτισμένους και θεόπνευστους άνδρες.
Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε περίπου το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η γιαγιά και η μητέρα του Εμμέλεια, κόρη μάρτυρα του Χριστιανισμού, που διακρινόταν για την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία της, του έδωσαν την αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στη Καισάρεια, στο Βυζάντιο και στην Αθήνα, όπου έμεινε πάνω από τέσσερα χρόνια. Όταν γύρισε στον Πόντο διακρίθηκε σαν ρήτορας. Αργότερα πήγε στην Παλαιστίνη και Αίγυπτο, όπου επισκέφτηκε τους πιο φημισμένους ασκητές της εποχής εκείνης. Γυρνώντας στην πατρίδα του ποτισμένος από τις αλήθειες και τα διδάγματα της θρησκείας μας και πλημμυρισμένος από αγάπη και συμπόνια για κάθε αδύνατο και δυστυχισμένο πλάσμα, μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και πήγε σ” ένα μοναστήρι. Την εποχή εκείνη, που οι αιρέσεις τάραζαν τη θρησκεία μας, τέτοια πνεύματα σπάνια και δυνατά, είχε ανάγκη η χριστιανοσύνη για να σωθεί.
Έτσι το 370 τον βρίσκουμε επίσκοπο στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η φιλανθρωπία του, η αγάπη, καλοσύνη και συμπόνια του για τους αδύνατους, τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους τον κάνουν να ξεχωρίζει σαν επίσκοπο. Ιδρύει τη Βασιλειάδα, όπου κάθε άρρωστος γέρος, ανήμπορος εύρισκε προστασία και ανακούφιση. Εκεί εργαζόταν και ο ίδιος για να περιποιηθεί γέρους και αρρώστους. Γίνεται αγαπητός και σεβαστός από όλους. Δίνει τα πάντα για τους άλλους, ενώ για τον εαυτό του αρκεί ένα παλιό ράσο και ένα ζευγάρι παπούτσια που μαζί με λίγα βιβλία αποτελούσαν όλη την περιουσία του. Το σθένος και η τόλμη του υπήρξαν υποδειγματικά. Όταν π.χ. ο Μόδεστος, απεσταλμένος του αυτοκράτορα, τον απείλησε με δήμευση της περιουσίας του, με εξορία και θάνατο, γιατί δεν ασπάστηκε τον Αρειανισμό, απάντησε ότι δεν φοβάται τίποτε απ” αυτά, γιατί δεν έχει παρά λίγα παλιά ενδύματα, οι κακουχίες δε και ο θάνατος, θα τον φέρουν πιο γρήγορα κοντά στο Θεό, πράγμα που επιθυμεί τόσο πολύ.
Έγραψε πολλά σπουδαία συγγράμματα, ασκητικά, ηθικά, παιδαγωγικά, ομιλίες, επιστολές και λειτουργίες. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου 379 σε ηλικία 48 χρονών. Ο θάνατός του λύπησε χιλιάδες λαού, γιατί είχαν χάσει τον προστάτη και τον συμπαραστάτη τους.
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του ήταν επίσκοπος Ναζιανζού και μητέρα του ήταν η Νόννα. Άργησαν οι γονείς του να τον αποκτήσουν γι” αυτό, όπως ο Ιωάννης και η Άννα, τον αφιέρωσαν στο Θεό. Η μητέρα του με συστηματική θρησκευτική αγωγή, προσπάθησε να τον κάνει αντάξιο της υπόσχεσής της. Έτσι ο Γρηγόριος ανατράφηκε με μεγάλη θρησκευτικότητα, αγάπησε υπερβολικά τη θρησκεία του και αποφάσισε να τη βοηθήσει. Πήγε λοιπόν, για να πραγματοποιήσει το σκοπό του, στην Καισάρεια, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα για να μορφωθεί.
Όταν γύρισε χειροτονήθηκε πρεσβύτερος Ναζιανζού. Το 379 τον κάλεσαν στην Κων/πολη, γιατί είχε επικρατήσει ο Αρειανισμός και η αληθινή χριστιανική θρησκεία κινδύνευε να καταποντιστεί. Ελάχιστους ορθόδοξους βρήκε στην Κων/πολη. Αλλά η ευγλωττία του και η δύναμη του λόγου του γοήτευσαν και ενθουσίαζαν τους ακροατές του που κάθε μέρα γίνονταν και περισσότεροι. Οι γεμάτοι σύνεση, σοφία και θεία πνοή λόγοι του ονομάστηκαν θεολογικοί γι΄ αυτό ακριβώς και ο ίδιος ονομάστηκε Θεολόγος.
Έγινε αρχιεπίσκοπος Κων/πολης και έλαβε μέρος στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου το σοφό πνεύμα του έδωσε σπουδαίες συμβουλές και κατευθύνσεις. Αργότερα αποσύρθηκε στην Αριανζό, σε μόνωση και ησυχία, όπου και πέθανε σε ηλικία 90 χρονών. Μεγάλης σπουδαιότητας οι 45 λόγοι που ειπώθηκαν από το Γρηγόριο στην Κων/πολη και που ενώ ακόμη ζούσε μεταφράστηκαν στη λατινική, στην αρμενική και στη συριακή γλώσσα.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 345 στην Αντιόχεια. ο πατέρας του, στρατηλάτης Σεκούνδος, πέθανε λίγο μετά τη γέννηση του μικρού Ιωάννη. Η μητέρα του Ανθούσα, υπόδειγμα αρετής, τιμιότητας και ευσέβειας αν και 20 χρονών αφιέρωσε τη ζωή της στην ανατροφή του παιδιού της. Τον ανέθρεψε με ευσέβεια και ρίζωσε στην ψυχή του το σεβασμό και την αγάπη στα διδάγματα του Σωτήρα μας.
Ο Ιωάννης προοριζόταν για δικηγόρος και έτσι διδάχτηκε ρητορική και φιλοσοφία από το σοφιστή Λιβάνιο και το φιλόσοφο Ανδραγάθιο. Όμως το επάγγελμα αυτό το άφησε, αν και ήταν πράγματι φοβερός στο λόγο, για να ζήσει πολλά χρόνια τη ζωή του ασκητή. Όταν γύρισε στην Αντιόχεια, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος και διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη φιλανθρωπία του, αλλά περισσότερο για την εξαιρετική ευγλωττία του. Οι λόγοι του προκαλούσαν ρίγη ενθουσιασμού. Από το στόμα του έρευσαν ποταμοί μέλιτος και θεωρείτο ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της ορθοδοξίας. γι” αυτό ακριβώς ονομάστηκε και Χρυσόστομος. Η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά. Γρήγορα τον κάλεσαν στη Κων/πολη, όπου χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος. Έδειξε εξαιρετική τόλμη. Προσπάθησε να σταματήσει τα έκτροπα, που γινόταν στους κόλπους της εκκλησίας και του κράτους. Καυτηρίαζε το ίδιο κληρικούς και πολίτες, και δε δείλιασε να επιτεθεί εναντίον της αυτοκρατόρισσας και στη παράνομη ζωή που ζούσε. Οργίστηκε λοιπόν η αυτοκρατόρισσα και έπεισε τον αυτοκράτορα να εξορίσουν τον Ιωάννη. Φοβήθηκαν όμως την οργή του λαού, που υπεραγαπούσε τον Ιωάννη και ανακάλεσε τη διαταγή. Αλλά ο Ιωάννης με θάρρος και ελευθεροστομία δε σταμάτησε να στρέφεται εναντίον κάθε παραβάτη και είχε δημιουργήσει εχθρούς ισχυρούς, που αυτή τη φορά κατάφεραν να τον εξορίσουν. Στο δρόμο όμως, από τις ταλαιπωρίες και τις κακουχίες, πέθανε το 407. Έγραψε πολλά συγγράμματα και βοήθησε με πολλούς τρόπους την εκκλησία. Γι” αυτό ονομάστηκε στύλος της εκκλησίας και φως της αλήθειας.
Αυτοί υπήρξαν οι μεγάλοι της εκκλησίας μας δάσκαλοι. Τα φωτισμένα πνεύματά τους είχαν πολύ σωστά αντιληφτεί ότι για να αλλάξει η ανθρωπότητα, για να περιμένουν ένα μέλλον καλύτερο, ψηλότερο και ιδανικότερο, έπρεπε να στραφούν στη παιδεία. Στράφηκαν λοιπόν σ” αυτή, την υποστήριξαν και την υπηρέτησαν με όλη τους τη δύναμη.
Τούτοι οι φωστήρες του πνεύματος δεν τιμούνται μόνο από μας τους ορθόδοξους, αλλά από ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, γιατί πραγματικά μεγάλη υπήρξε η συμβολή τους.
Γι΄ αυτό αποδίδουμε φόρο τιμής στους σημερινούς Ιεράρχες. Τους τιμούμε σαν Άγιους, γιατί με τα έργα τους και τη συμπεριφορά τους εδραίωσαν και ανύψωσαν τη χριστιανική πίστη.

Οι Τρεις Ιεράρχες — Οι ασυμβίβαστοι

Οι Τρεις Ιεράρχες πρώτευσαν σε όλους τους τομείς της πνευματικής ζωής. Κατέκτησαν με τον προσωπικό τους αγώνα και την βοήθεια της θείας Χάριτος τις κορυφές της αγιότητος και καλούσαν τους πιστούς να ανεβαίνουν στις ωραίες πνευματικές αναβάσεις.
Άσκησαν στον ύψιστο βαθμό την φιλανθρωπία και ανακούφισαν τον πόνο χιλιάδων αναξιοπαθούντων.
Δίδασκαν καθημερινά τους πιστούς αναλύοντάς τους τις θεόπνευστες αλήθειες της Πίστεώς μας και διαφωτίζοντάς τους για τα μεγάλα θέματα, που απασχολούν την ψυχή κάθε ανθρώπου.
Καθόρισαν συστηματικά την λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, για να μπορούν να λατρεύουν οι πιστοί θεάρεστα τον Κύριο.
Συνέγραψαν θαυμάσια συγγράμματα, τα οποία ξεπέρασαν τη φθορά του χρόνου και ισχύουν και για τις μέρες μας. Ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι με τα συγγράματά τους οι Τρεις Ιεράρχαι «απετελέσαν εποχήν λόγου νέαν, μεγάλην και ένδοξον διά το ανθρώπινον γένος» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. 2ος, μέρος Β’ σελ. 1, 6).
Πολύ εύστοχα ελέχθη γι’ αυτούς ότι ήταν «εύγλωττοι κατά τον λόγον, ευγλωττότεροι κατά τον βίον, ευγλωττότατοι κατά τον θάνατον».
Άγ. Βασίλειος ο Μέγας & Γρηγόριος ο ΘεολόγοςΒασικό στοιχείο της αγιότητος και των τριών είναι ότι ήταν ασυμβίβαστοι με το κακό, την αμαρτία και την αίρεση. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και της διπλωματίας. Προτιμούσαν να χάσουν τη θέση τους και αυτή τη ζωή τους, παρά να συμβιβαστούν σε θέματα αρχών και πίστεως. Δε σκέφτηκαν ποτέ εάν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή σοφοί διάφοροι ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη και ζωή αψηφώντας τις συνέπειες.
Εμείς, έπαρχε Μόδεστε, είπε στον απεσταλμένο του αρειανού αυτοκράτορα Ουάλη ο Μ. Βασίλειος, είμαστε ήρεμοι και πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό, «ὅταν Θεός ᾖ τό κινδυνευόμενον» δεν υπολογίζουμε τίποτε, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. «Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς». Να τα πεις και να τ’ ακούσει αυτά κι ο βασιλιάς (PG 36, 561).
Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους αρειανούς και πήρε πίσω τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης, που τους είχαν καταπατήσει αυτοί, και ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες επισκόπου αμφισβήτησαν την εκλογή του, παρητήθη αμέσως. Δε θέλησε να έλθει σε συμβιβασμούς με μοχθηρούς ανθρώπους. Παρητήθη και από την προεδρία της Β’ Οικουμενικής Συνόδου και από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Αντί της θέσεως προτίμησε την ακεραιότητα και το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος του. Δεν γνώριζε τους διπλωματικούς ελιγμούς, αλλά γνώρισμά του ήταν όπως έγραφε, το «μή παρασυρῆναι», να μη παρασύρεται και να έχει «παρρησίαν» (PG 37, 32-33).
Άγ. Ιωάννης ΧρυσόστομοςΚαι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και θέλησε να καθαρίσει την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς, οι οποίοι είχαν την προστασία της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, δεν εδίστασε να ελέγξει και την αυτοκράτειρα  για τη ζωή της. Δεν συμβιβάστηκε μαζί της. Γι’ αυτό και εξορίστηκε και πέθανε εξόριστος μέσα σε αφάνταστες κακουχίες, με πνεύμα όμως απτόητο και αδούλωτο. Χαρακτηριστικό του γενναίου και ασυμβίβαστου φρονήματός του βλέπουμε στην ομιλία, που εκφώνησε φεύγοντας για την εξορία:«Πολλά τά κύματα καί χαλεπόν τό κλυδώνιον· ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δεν φοβόμαστε) μή καταποντισθῶμεν· ἐπί γἀρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται· ἐγειρέσθω τά κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427).
Τέτοιους άγιους, γενναίους και ασυμβίβαστους με το κακό και την αίρεση εκκλησιαστικούς ηγέτες χρειαζόμαστε και σήμερα. Και ας παρακαλούμε την Ιδρυτή της Εκκλησίας μας να μας τους χαρίζει.
“Η Δράσις μας”, τεύχος 465, Ιανουάριος 2009

Ιησούς Χριστός ο μοναδικός Primus sine paribus.Σχολιασμός στην πρόσφατη δημοσίευση του Μητροπ. Προύσης Ελπιδοφόρου Λαμπρυνιάδη, Καθηγητού του Α.Π.Θ.


ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Εν Πειραιεί τη 23η Ιανουαρίου 2014
Ιησούς Χριστός ο μοναδικός  Primus sine paribus.
Σχολιασμός στην πρόσφατη δημοσίευση (8.1.2014) του Μητροπολίτου Προύσης Ελπιδοφόρου Λαμπρυνιάδη, Καθηγητού του Α.Π.Θ.
    Ως «Κεραυνός εν αιθρία» θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί η απόφαση-διακήρυξη της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου της Ρωσίας σχετικά με το «πρωτείο» στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Απόφαση στην οποία προχώρησε με αφορμή το κοινό κείμενο της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Ρωμαιοκαθολικών στη Ραβέννα της Ιταλίας (Οκτώβριος 2007).Θα μπορούσαμε να την θεωρήσουμε ως θεόθεν ενέργεια και ως πρόνοια του Θεού, που έρχεται να αποτρέψει ηγεμονικές τάσεις και προσπάθειες ερμηνείας του θεσμού των πρεσβειών τιμής της ανά την οικουμένη Ορθοδόξου Εκκλησίας πάνω σε παπικά πρότυπα με Ορθόδοξο θεολογικό και εκκλησιολογικό «μανδύα». 

Μια τέτοια προσπάθεια κατέστη φανερή από την πρόσφατη δημοσίευση (8.1.2014) του Σεβ. Μητροπολίτου Προύσης κ. Ελπιδοφόρου, Ιεράρχου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και Καθηγητού του Α.Π.Θ. Στη δημοσίευσή του αυτή, που ανακοινώθηκε στο εκκλησιαστικό ειδησεογραφικό ιστολόγιο «Αμήν», επιχειρεί να ανασκευάσει την πρόσφατη συνοδική απόφαση της Ρωσικής Εκκλησίας, προκειμένου να στηρίξει το «πρωτείο» του Οικουμενικού Πατριάρχου με οικουμενιστική, γλώσσα, μη έχουσα κανένα πατερικό και ιεροκανονικό έρεισμα, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Κατ’ αρχήν ο συγγραφέας εκφράζει την πεποίθηση, ότι το συνοδικό κείμενο αποσκοπεί «να υπονομεύσει το κείμενον της Ραβέννας». Αγνοεί όμως (ή θέλει να αγνοεί), ότι το κείμενο αυτό δεν έτυχε δυστυχώς ακόμη της συνοδικής εξετάσεως και αξιολογήσεως, (όπως το έπραξε ήδη η Ρωσική Εκκλησία με το πρόσφατο συνοδικό κείμενό της), από τις Ιεραρχίες των άλλων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Το κείμενο αυτό βρίσκεται ακόμη υπό Συνοδική κρίση και εξέταση, και επομένως κάθε λόγος περί «υπονομεύσεως» είναι τουλάχιστον ατυχής, διότι ενδεχομένη απόρριψή του από τις Ιεραρχίες και άλλων Εκκλησιών (εφ’ όσον κριθεί, ότι δεν εκφράζει την Ορθόδοξο Εκκλησιολογία), δεν σημαίνει «υπονόμευση», αλλά μια επιβεβλημένη ενέργεια διασφαλίσεως και διαφυλάξεως ανόθευτης της Ορθοδόξου δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας. Κατά την ταπεινή μας δε γνώμη το κείμενο αυτό επιβάλλεται να απορριφθεί, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας δύο ευστοχότατες κριτικές μελέτες, που έγιναν πάνω σ’ αυτό και δημοσιεύθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν: α) αυτήν της Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους[1] και β) αυτήν του καθηγητού της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. κ. Δημ. Τσελεγγίδη[2]. Οι μελέτες αυτές απέδειξαν σαφέστατα, ότι πρόκειται για ένα διάτρητο κείμενο με πλείστες όσες προβληματικές και εκκλησιολογικώς απαράδεκτες θέσεις.
  Στη συνέχεια ο συγγραφέας ομιλεί περί του «πρωτείου» του Οικουμενικού Πατριαρχείου και εκφράζει την άποψη, ότι το Συνοδικό κείμενο προσπαθεί «να αμφισβητήσει  με τον πλέον σαφή και επίσημον τρόπον (δηλαδή  με συνοδικήν απόφασιν) το πρωτείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Ωστόσο από την μελέτη του συνοδικού κειμένου δεν διαφαίνεται μια τέτοια προσπάθεια. Το κείμενο σαφέστατα λέγει: «τα πρωτεία τιμής σε παγκόσμιο επίπεδο στην Ορθόδοξη Εκκλησία ανήκουν στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ως πρώτο μεταξύ ίσων Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών». Θεμελιώνει δε αυτά τα «τα πρωτεία τιμής» σε Κανόνες Οικουμενικών Συνόδων (Γ΄ της Β΄ Οικουμενικής, ΚΗ΄ της Δ΄ Οικουμενικής και ΛΣΤ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής) και στην ιστορική επιβεβαίωσή των κατά την διάρκεια της μακραίωνος ιστορικής διαδρομής της Εκκλησίας. Βέβαια το συνοδικό κείμενο δεν περιγράφει τον τρόπο διαμορφώσεως της διοικήσεως των κατά τόπους μεγάλων εκκλησιαστικών περιφερειών, που αργότερα ονομάσθηκαν Πατριαρχεία, όπως διευκρινίζει σαφέστατα σε πρόσφατη επιστολή του (9.1.2014) ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ προς τον Μακαριωτάτον Πατριάρχην Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ. Κύριλλον: «…διά την οργάνωσι των Εκκλησιαστικών πραγμάτων ίσχυσεν αρχικώς σύστημα συγγενές προς την πολιτικήν διοίκησι διά της δημιουργίας εκκλησιαστικών επαρχιών. Αι μεγάλαι περιφέρειαι ωργανώθησαν κατά τον 34ον Αποστολικόν Κανόνα, ως ευρέα εκκλησιαστικά τμήματα, επί κεφαλής έχοντα τον ‘Πρώτον’ διά τας διοικήσεις Ανατολής (Αντιόχεια), Αιγύπτου (Αλεξάνδρεια), Καππαδοκίας-Πόντου (Καισάρεια), Ασίας (Έφεσος) οι πρώτοι εκλήθησαν Έξαρχοι. Περί των Εξάρχων λόγος γίνεται εις τούς Κανόνας θ΄ καί ιζ΄ της εν Χαλκηδόνι Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Οι Έξαρχοι Αλεξανδρείας και Αντιοχείας ωνομάσθησαν αργότερα Πατριάρχαι, ο  τίτλος επεξετάθη και επί τους Κωνστατινουπόλεως καί Ιεροσολύμων». Επίσης το συνοδικό κείμενο χρησιμοποιεί τον αδόκιμο όρο «παράδοση των Ιερών Διπτύχων», για να αποδώσει σ’ αυτά την πηγή προελεύσεως του πρωτείου σε παγκόσμιο επίπεδο, αντί του ορθού όρου «Κανονική και Συνοδική Παράδοση», πράγμα το οποίο μπορεί να δημιουργήσει συγχύσεις και παρανοήσεις με τα γνωστά σ’ όλους μας Δίπτυχα των Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
   Παρά κάτω ο συγγραφέας αναφέρει, ότι το Συνοδικό κείμενο «εισάγει αντιδιαστολήν μεταξύ  του πρωτείου, ως τούτο εφαρμόζεται εις την ζωήν της Εκκλησίας (εκκλησιολογία), και του πρωτείου ως τούτο νοείται εις την θεολογίαν» και ότι μέσω αυτής της διακρίσεως επιδιώκεται  «διαχωρισμὸς της εκκλησιολογίας απὸ την θεολογίαν». Αναφέρει επίσης ότι εισάγει «καινοφανή διάκρισιν μεταξὺ αφ’ ενὸς του ‘πρωτεύοντος’ πρωτείου του Κυρίου καὶ αφ’ ετέρου των ‘δευτερευόντων’ πρωτείων (‘various forms of primacy…are secondary’) των επισκόπων».Τέτοια όμως διάκρισις και διαχωρισμός ουδόλως υφίσταται. Το Συνοδικό κείμενο πολύ ορθά παρουσιάζει κατ’ αρχήν τον ένα και μοναδικό πρώτο, τον Κύριο Ιησού Χριστό, που είναι ο μόνος αληθινά πρώτος άνευ ίσου, ο Primus sine paribus. Από Αυτήν δε την πρώτη και μοναδική πηγή εξουσίας πηγάζει στη συνέχεια και καθιερούται πλέον ως θεσμός εν τη καθ’ όλου εκκλησιαστική ζωή κάθε άλλη εκκλησιαστική αυθεντία και κάθε μορφή πρωτείου σε ανθρώπινο κτιστό επίπεδο:«Και αυτός έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους…» (Εφ.4,11). Εάν λοιπόν «Αυτός» είναι εκείνος που «έδωκε…», τότε δεν είναι δυνατόν να νοηθεί οποιαδήποτε «αντιδιαστολή», η «διαχωρισμός», ή «καινοφανής διάκρισις». Επί πλέον «αυτός έδωκε» διά του αγίου Πνεύματος, ως άνωθεν δωρεά, την λειτουργία του Συνοδικού Πολιτεύματος: «Έδοξε γαρ τω Αγίω Πνεύματι και ημίν…» (Πραξ.15,28). Η παρά πάνω φράση σημαίνει ότι οι απόστολοι με τον φωτισμό και την καθοδήγηση του αγίου Πνεύματος, συγκροτήσαντες την Αποστολικήν Σύνοδον (49μ.Χ.), καθιέρωσαν πλέον στη ζωή της Εκκλησίας τον Συνοδικό Θεσμό ως βασικό και θεμελιώδη εκκλησιαστικό και διοικητικό θεσμό για την ρύθμιση και επίλυση των πάσης φύσεως εκκλησιαστικών ζητημάτων.
  Ένα δε από αυτά τα ζητήματα υπήρξε η ανάγκη του καθορισμού των πρώτων στις μεγάλες εκκλησιαστικές περιφέρειες, που αργότερα ονομάσθηκαν Πατριαρχεία, του καθορισμού της διαλεκτικής σχέσεως, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κατά τόπους πρώτων και των επισκόπων, μετά των οποίων συγκροτούν σύνοδον, αλλά και της ιεραρχικής τάξεως που πρέπει να υφίσταται μεταξύ αυτών των πρώτων, δηλαδή των Πατριαρχών. Τα ζητήματα δε αυτά ερυθμίσθησαν, όπως είναι γνωστό, οριστικώς, τελεσιδίκως και θεοπνεύστως από τις άγιες Οικουμενικές Συνόδους με τους Ιερούς Κανόνες που μνημονεύσαμε παρά πάνω, καθώς και με τον 34ον Αποστολικόν Κανόνα (βεβαιούμενον από τον Η΄ Κανόνα της Γ΄ Οικουμενικής). Επομένως τα πρωτεία τιμής (ή ορθότερα «τα πρεσβεία τιμής») των πρώτων σε επαρχιακό και παγκόσμιο επίπεδο έχουν την πηγή και προέλευσή τους στις Οικουμενικές Συνόδους και συνεπώς δεν επέχουν θέση δευτερευόντων πρωτείων, όπως εσφαλμένα θεωρεί ο συγγραφέας, αλλά τριτευόντων, διότι θέση δευτερεύοντος πρωτείου κατέχει η Οικουμενική Σύνοδος. Όπως ορθότατα σημειώνει εις πρόσφατον επιστολήν του ο άγιος Πειραιώς προς τον Μακαριώτατο Πατριάρχῃ Μόσχας και πάσης Ρωσίας κ. Κύριλλον:«υπό την υψίστην κεφαλήν τον Χριστόν, ως ορατή κεφαλή της Εκκλησίας ίσταται η Οικουμενική Σύνοδος» και όχι κάποιο, ή κάποια πρόσωπα επισκόπων. Όπως παρατηρεί ο αείμνηστος καθηγητής της Δογματικής κ. Παναγιώτης Τρεμπέλας: «Ανωτάτη δ’ αρχή της καθ’ όλου Εκκλησίας είναι η Οικουμενική Σύνοδος…»[3] και παρά κάτω: «…αποτελούσιν ιδία αι Οικουμενικαί Σύνοδοι την υψίστην εξωτερικήν αυθεντίαν εν τη Εκκλησία, την θεοπνεύστως διακριβούσαν και διερμηνεύουσαν την αλήθειαν της πίστεως».[4]
Εν συνεχεία ο συγγραφέας κάνει μια εναγώνια προσπάθεια να παρουσιάσει με σοφιστικούς συλλογισμούς τον πρώτο ως πηγή του πρωτείου και όχι ως αποδέκτη και ότι δήθεν η προσπάθεια του Συνοδικού κειμένου «είναι να απεξαρτηθή ο πρώτος ως πηγὴ του πρωτείου, ο πρώτος να είναι αποδέκτης του πρωτείου αντὶ να είναι η πηγή του». Και παρά κάτω: «Εὰν θέλωμεν να ομιλήσωμεν περὶ πηγής ενὸς πρωτείου εις την ανὰ την οικουμένην Εκκλησίαν, αύτη είναι αυτὸ τούτο το πρόσωπον του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος, ως αρχιερεὺς είναι μεν πρώτος ‘μεταξὺ ίσων’, ως Κωνσταντινουπόλεως, όμως, και συνεπώς ως Οικουμενικὸς Πατριάρχης, είναι πρώτος δίχως ίσον (primus sine paribus)». Το ότι οι παρά πάνω ισχυρισμοί του συγγραφέως είναι τελείως αυθαίρετοι, μόλις είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί. Δεν υπάρχουν Ιεροί Κανόνες ή πατερικές μαρτυρίες, που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του. Αντιθέτως με όσα αναφέραμε παρά πάνω αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος,(είτε σε επαρχιακό, είτε στο παγκόσμιο επίπεδο), δεν είναι η πηγή του πρωτείου, αλλά ο αποδέκτης του πρωτείου, το οποίο (πρωτείο) θεσμοθετείται από τους παρά πάνω αναφερθέντες Συνοδικούς Κανόνες.
 Στη συνέχεια ο συγγραφέας προχωρεί σε άλλο σοβαρότερο ολίσθημα. Επιχειρεί να θεμελιώσει τον θεσμό του πρωτείου πάνω στις ενδοτριαδικές σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδος και κατηγορεί την Ιεραρχία της Ρωσικής Εκκλησίας, ότι δεν έλαβε υπόψη της την «μοναρχία» του Θεού Πατέρα, η οποία, κατ’ αυτόν πρέπει να μεταφέρεται και να εφαρμόζεται και στο «πρωτείο» του πρώτου στην ανά την Οικουμένην Εκκλησία!: «Διά την κατανόησιν των καινοφανών απόψεων του Πατριαρχείου Μόσχας, ίδωμεν τι θα εσήμαινον πάντα ταύτα εάν τα ανεφέρομεν και τα εφηρμόζαμεν εις την ενδοτριαδικήν πραγματικότητα, την πραγματικήν πηγήν παντός πρωτείου... Παλαιόθεν και συστηματικώς η Εκκλησία εξέλαβε το πρόσωπον του Πατρός ως τον Πρώτον (‘η μοναρχία του Πατρός’) της κοινωνίας των προσώπων της Αγίας Τριάδος». Και επικαλείται δύο μαρτυρίες από τους θεολογικούς λόγους του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, τον τρίτο[5],και τον πέμπτο[6] για να καταλήξει στο εσφαλμένο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, συμπέρασμά του ότι δήθεν  «ο Θεολόγος των Πατέρων ομιλεί περὶ μοναρχίας και πρωτείου του Θεού και Πατρός». Λυπούμεθα για την στρέβλωση των λόγων του αγίου, προερχομένη μάλιστα από ένα ακαδημαϊκό διδάσκαλο και δή καθηγητή Πανεπιστημίου! Το κείμενο λέγει επί λέξει: «Ημίν δε μοναρχία το τιμώμενον. Μοναρχία δε, ουχ ήν έν περιγράφει πρόσωπον (έστι γαρ και το έν στασιάζον προς εαυτό πολλά καθίστασθαι), αλλ’ ήν φύσεως ομοτιμία συνίστησι και γνώμης σύμπνοια και ταυτότης κινήσεως και προς το έν των εξ’ αυτού σύννευσις (όπερ αμήχανον επί της γεννητής φύσεως), ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι». Εδώ ο άγιος δεν ομιλεί περί μοναρχίας ενός προσώπου, του Πατρός, («Μοναρχία δε, ουχ ήν εν περιγράφει πρόσωπον»), όπως θέλει ο συγγραφέας, αλλά περί της μοναρχίας της (μιάς) φύσεως και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος («αλλ’ ήν φύσεως ομοτιμία συνίστησι»). Αυτή δε η ομοτιμία της φύσεως γεννά την ομοτιμία των προσώπων, αφού και τα τρία πρόσωπα μετέχουν της αυτής φύσεως. Περί αυτής δε της ομοτιμίας των προσώπων μας βεβαιώνει ο ίδιος ο Κύριος: «ίνα πάντες τιμώσι τον Υιόν καθώς τιμώσι τον Πατέρα» (Ιω. 5,23). Εφ’ όσον, σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου, η ίδια τιμή που ανήκει στον Πατέρα, ανήκει και στον Υιόν, τότε δεν είναι δυνατόν να νοήσουμε προβάδισμα πρωτείου στον Πατέρα σε σχέση προς τον Υιόν. Επίσης εάν αποδώσουμε στον Πατέρα πρωτείο, κατά το γεγονός ότι αποτελεί πηγή της Θεότητος και της Πατρότητος, όπως αφήνει να εννοηθεί ο συγγραφέας, τότε αναγκαίως θα πρέπει να θεωρήσουμε τον Υιόν ως δεύτερον Θεόν, κατώτερον προς τον Πατέρα. Στην περίπτωση αυτή καταλήγουμε στις Ωριγενιστικές αιρετικές θεωρίες σχετικά με το δόγμα της  Αγίας Τριάδος, τις οποίες κατεδίκασε η Εκκλησία κατά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο: «ο μεν Θεός και Πατήρ, συνέχων τα πάντα φθάνει εις έκαστον των όντων, μεταδιδούς εκάστω από του ιδίου το είναι (ών γαρ εστίν). Ελάττων δε προς τον Πατέρα ο Υιός, φθάνων επί μόνα τα λογικά (δεύτερος γαρ εστί του Πατρός), έτι δε ήττον το Πνεύμα το άγιον, επί μόνους τους αγίους διικνούμενον».[7]
  Αναφέρει επίσης ο συγγραφέας ορισμένα προνόμια, τα οποία έχει δήθεν μόνος ο Οικουμενικός, για να κατοχυρώσει την παγκοσμιότητα του Πρωτείου του: «Τὸ τρισσὸν πρωτείον τούτο μεταφράζεται εις συγκεκριμένα προνόμια, ως το έκκλητον και το δικαίωμα του παρέχειν ή αίρειν το αυτοκέφαλον…». Και περί μεν του εκκλήτου, γίνεται λόγος στον 9ον Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου: «…Ει δε και κληρικός πράγμα έχοι προς τον ίδιον, ή και προς έτερον επίσκοπον,  παρά τη Συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω. Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας Μητροπολίτην επίσκοπος, ή κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω, ή τον Έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της Βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον και επ’ αυτόν δικαζέσθω».[8]  Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, άριστος κανονολόγος της Εκκλησίας, διασαφίζων έτι περαιτέρω τα του εκκλήτου, παρατηρεί στην υποσημείωση 1 τα εξής: «Ότι μεν γαρ ο Κωνσταντινουπόλεως  ουκ έχει εξουσίαν ενεργείν εις τας διοικήσεις και ενορίας των άλλων Πατριαρχών, ούτε εις αυτόν εδόθη από τον Κανόνα τούτον η έκκλητος εν τη καθόλου Εκκλησία… δήλον εστί».[9] Και αναφέρει στη συνέχεια δύο αποδεικτικά στοιχεία, που επιβεβαιώνουν την θέση του αυτή: α) το γεγονός ότι «οι πολιτικοί και βασιλικοί νόμοι δεν προσδιορίζουν ότι η του Κωνσταντινουπόλεως μόνον κρίσις και απόφασις δεν δέχεται έκκλητον, αλλ’ αορίστως εκάστου Πατριάρχου και των Πατριαρχών πληθυντικώς», και β) αναφέρει την περίπτωση του Κωνσταντινουπόλεως Ανατολίου, ο οποίος «ενεργήσας υπερόρια… εμέμφθη και από τους άρχοντας και από την Σύνοδον (Δ΄Οικουμενική) διά τούτο».
Εις ό,τι αφορά δε το δικαίωμα του παρέχειν ή αίρειν το αυτοκέφαλον, σημειώνομε, ότι όντως το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας παρέσχε το αυτοκέφαλο, ή ακόμη και την πατριαρχική αξία σε διάφορες τοπικές Εκκλησίες, όπως στην Εκκλησία της Ελλάδος, στην Εκκλησία της Σερβίας, της Βουλγαρίας, της Ρωσίας κ.λ.π. Ωστόσο όλες αυτές οι κατά τόπους εκκλησιαστικές περιφέρειες ανήκαν προηγουμένως στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όχι σε κάποιο άλλο Πατριαρχείο, ενώ αντιθέτως ποτέ δεν υπήρξε περίπτωση χορηγήσεως αυτοκεφάλου, ή πατριαρχικής αξίας υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε εκκλησιαστική δικαιοδοσία άλλου Πατριαρχείου. Επί πλέον όλες οι εν λόγω αποφάσεις χορηγήσεως αυτοκεφάλου ήταν αποφάσεις συνοδικές και όχι αποφάσεις ενός προσώπου, του Οικουμενικού.
   Περαίνοντες την μικρή αυτή αναφορά μας, υπενθυμίζουμε τους λόγους τους οποίους απηύθυνε ο Κύριος προς τους μαθητές του, όταν διαπίστωσε ανάμεσά τους τάσεις και επιθυμίες για πρωτεία και θρόνους:«οίδατε, ότι οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσι αυτών. Ουχ ούτω δε έσται εν υμίν, αλλ’ ός αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος και ός αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.10,42-44). Τους λόγους αυτούς πάντοτε θα πρέπει να έχουμε προ οφθαλμών όλοι μας από του Οικουμενικού Πατριάρχου μέχρι του τελευταίου λαϊκού μέλους της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως όμως οι επίσκοποί μας, οι κατ’ εξοχήν έχοντες εκκλησιαστική εξουσία, ενθυμούμενοι ότι και αυτοί έχουν υπεράνω αυτών τον δικαιοκρίτην Κύριον, από τον οποίον θα κριθούν αυστηρότατα για τον τρόπο, με τον οποίο ασκούν την εις αυτούς εμπεπιστευμένη εκκλησιαστική εξουσία, την οποία μάλλον ως διακονία θα πρέπει να θεωρούν, παρά ως κοσμικού τύπου εξουσία, σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου: «ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι» (Ματθ.20,28). Οι επιθυμίες για πρωτεία και οι φιλονικίες γι’ αυτά έγιναν πολλάκις αιτία πολλών σχισμάτων και διαιρέσεων, εξ ών το σπουδαιότερο, το μεγάλο σχίσμα Ανατολής και Δύσεως, οφειλόμενο όπως είναι γνωστό, πρωτίστως και κυρίως, στην αξίωση των παπών για παγκόσμια εκκλησιαστική κυριαρχία εφ’ όλης της ανά την Οικουμένην Εκκλησίας. Είναι δε εξόχως λυπηρό το γεγονός, ότι οι εσχάτως παρατηρούμενες ηγεμονικές τάσεις επί παγκοσμίου επιπέδου, κατατείνουν σαφέστατα στην προσπάθεια ανοικοδομήσεως ενός πρωτείου αναλόγου προς αυτό του Παπισμού, δηλαδή Πρωτείο «θείω δικαίω», εδραζόμενο όχι στο «Πέτρειο δόγμα» του Παπισμού αλλά στο δόγμα της Αγίας Τριάδος.
Εκ του Γραφείου Αιρέσεων και Παραθρησκειών.
Ο υπεύθυνος
Αρχ. Παύλος Δημητρακόπουλος.
Ο Γραμματέας
κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος.



[1]Αρχ. Γεωργίου, Καθ. Ιεράς Μονής Γρηγορίου αγίου Όρους, «Τό κείμενο τής Ραβέννας καί τό Πρωτείο του Πάπα»,Άγιον Όρος, 30 Δεκεμβρίου 2007, στο Εν Συνειδήσει, Οικουμενισμός, ιστορική καί κριτική προσέγγιση, Έκδ. . Μ. Μ. Μετεώρου, Άγια Μετέωρα, Ιούνιος 2009, σσ. 90-99.
[2]«Ορθόδοξοι προβληματισμοί μέ αφορμή τό κείμενο της Ραβέννας»,Εν Συνειδήσει….Ο.π., σσ. 100-111.
[3] Παναγιώτου Τρεμπέλα, Καθ. Θεολογικής Σχολής Παν. Αθηνών, Δογματική, Έκδ. Αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήναι 1979, τομ Β΄, σ. 402.
[4] Ο.π. σ. 402.
[5]Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος Θεολογικός τρίτος, PG 36, 76.
[6] Ο.π., Λόγος Θεολογικός πέμπτος, PG 36, 164.
[7] Ωριγένους, Περί αρχών, 1,3,5
[8] Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον, Εκδ. Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 191.
[9]Νικοδήμου Αγιορείτου…Ό.π. σ.192

Η κατ΄ οίκον Εκκλησία Εάλω

Το σπίτι ήταν πάντα ένα ιερό καταφύγιο αγάπης, ησυχίας και σωφροσύνης και, γιά τους χριστιανούς, μια δεύτερη μικρή εκκλησία. Πρίν χρόνια όμως οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν και μπήκε μέσα ένας δούρειος ίππος, ένα πολύ διασκεδαστικό κουτί, που σε πάει όπου θέλει και σού δείχνει περισσότερα και μακρινότερα πράγματα απ΄ όσα οι μαγικοί καθρέφτες των παραμυθιών, δώρο ακριβό των Δαναών της Τεχνολογίας. Μέσα απ’  αυτό το κουτί, μπήκε στα σπίτια μας ο δρόμος, θορυβώδης και πολύφωτος, με όλα όσα έχουν οι δρόμοι, όχι μόνον οι δικοί μας αλλά του κόσμου ολόκληρου πιά. Μπήκαν μέσα στη μέχρι τότε ήσυχη γωνιά μας, οι φωνές των δρόμων, οι μηχανές τους, τα τραγούδια τους, οι γυναίκες του δρόμου, οι άνδρες του δρόμου, οι θεατρίνοι, οι πολιτικοί, τα σύγχρονα κολοσσαία, οι θηριώδεις φωνές των οπαδών, το αληθοφανές ψέμα, τα πυροτεχνήματα της πολυποίκιλης «γνώσης», όλα όσα γοητεύουν τις αισθήσεις του συνηθισμένου ανθρώπου και τεργιάζουν στη μέτρια νοημοσύνη του. Βάλαμε τη φωτοχυσία του δρόμου δίπλα στό ιλαρό φώς του καντηλιού, και ο συμπυκνωμένος κόσμος εκτόπισε τις αχνές μορφές των εικόνων, τις έσβησε μέσα στην ίδια μας την ψυχή. Από εκκλησία το σπίτι μας έγινε κόσμος, και ο κόσμος έδιωξε τον Θεό και την χάρη Του. Μαράθηκε η στοργή στην οικογένεια. Δεν κοιτάζει πιά η μάνα το παιδί, ο σύζυγος τη σύζυγο, ο αδελφός τον αδελφό, το εγγόνι τη γιαγιά, όλοι κοιτάζουν το κουτί. Αυτό είναι η εστία των σημερινών σπιτιών, το «εικονοστάσι» τους, το ιερό τους, το επίκεντρο της καθημερινής πολύωρης λατρείας τους. Το σπίτι έγινε κοιτώνας, εστιατόριο, αίθουσα κινηματογράφου. Η τηλεόραση έκανε και το σπίτι δρόμο, γιά να μην έχει πιά ο άνθρωπος που να επιστρέψει όταν κουραστεί απ’  τους δρόμους. Κάθονται οι άνθρωποι μαζί δίπλα-δίπλα και όμως πόσο ξένοι και αδιάφοροι γίνονται, μέρα με τη μέρα, ο ένας γιά τον άλλον! Δεν συνομιλούν πιά, μιλάει μόνο το κουτί και όλοι ακούν. Οι καρδιές κρυώνουν, οι ευκαιρίες επαφής των ψυχών λιγοστεύουν ακόμα και οι φίλοι που έρχονται να μας δούν και να μιλήσουν μαζί μας, πιάνονται όπως κι εμείς στην παγίδα. Η νέα γενιά βέβαια, που είναι και το μεγάλο θύμα, δεν καταλαβαίνει τι έχασαν οι άνθρωποι, γιατί δεν γνώρισε ποιές ήταν πρίν οι ανθρώπινες σχέσεις. Δέχεται την ψυχρή φωτοχυσία σαν το φυσιολογικό πεπρωμένο της. Τα βάζει με όλους, και με όλα χωρίς να ξέρει ότι αυτό που της λείπει, και τόσο βίαια αναζητά, είναι η θέρμη της αγάπης που ποτέ δεν γεύθηκε..
Και οι χριστιανοί τι κάνουν μπροστά σ’ αυτήν την κατάσταση; Αυστηροί νηστευτές, ικανοί να κεραυνοβολήσουν όποιον τολμήσει να γευθεί λάδι σε νηστήσιμη μέρα, κάθονται μπροστά στην τηλεόραση και τρώνε με τα μάτια και τ’ αυτιά ό,τι τους προσφέρει χωρίς να τους περνάει από το μυαλό ότι αυτό είναι κατάλυση μιας άλλης νηστείας πολύ σπουδαιότερης και παντοτινής. Και το χειρότερο γίνεται όταν απαγορεύουν στα παιδιά τους να δούν αυτό που βλέπουν αυτοί. Τα παιδιά πονηρεύονται, εκνευρίζονται, αγανακτούν για την αδικία, δεν καταλαβαίνουν πώς είναι δυνατόν κάτι να είναι καλό γιά τους γονείς αλλά κακό γι’  αυτά, χάνουν λίγο-λίγο κάθε εκτίμηση πρός τους γονείς τους και φυσικά, αναζητούν το απαγορευμένο θέαμα στό κουτί της γιαγιάς ή του φίλου. Ύστερα απορούμε γιατί από τα παιδιά, χάθηκε ο σεβασμός, γιατί είναι εκνευρισμένα, ευέξαπτα, σκληρά, γιατί έχουν τη νύχτα εφιάλτες. Πώς ν’ αντέξει το νευρικό σύστημα των παιδιών σ’ αυτή τη δοκιμασία των θεαμάτων της βίας, της πονηρίας, της κακίας, της έντονης εντύπωσης και της δυνατής συγκίνησης; Μα, άραγε, κι μείς οι μεγάλοι έχουμε μήπως καλύτερον ύπνο με όλες αυτές τις εικόνες να στριφογυρίζουν στό μυαλό μας; Ή, παθαίνουμε λιγότερο αυτό που παρατηρούμε στα παιδιά μας; Κι άς μη μιλήσουμε γιά την ποιότητα της προσευχής μας, μόνον να συνεχίσουμε να διδάσκουμε τους άλλους περί νήψεως, φυλακής των αισθήσεων και καθαρότητος καρδίας..!

Ο Καθηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας μιλά για τη ζωή των μοναχών (φωτο)

Καθηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας μιλά για τη ζωή των μοναχώνΣημαντικές -άγνωστες εν πολλοίς- λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή των Αγιορειτών, τους χώρους όπου ασκούνται, καθώς και το πώς κατανέμουν το 24ωρό τους μας δίδει ο Καθηγούμενος της Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμανδρίτης Ελισαίος.

- Μανώλης Μελινός: Αγιε Καθηγούμενε, παρακαλώ να μπούμε στο καθολικό σας, όπως λέγεται ο κεντρικός ναός κάθε μοναστηριού. Εκεί συναντούμε πολλούς διακονητές, πολλά διακονήματα άγνωστα στο ευρύτερο κοινό αλλά και σε πολλούς από ημάς, που έχουμε κάποια στοιχειώδη εκκλησιαστική παιδεία.  

Μιλήστε μας γι’ αυτά, διότι εν πολλοίς μας ξενίζουν διάφορα πράγματα όπως λ.χ. η συνεχής κίνηση κατά τη διάρκεια των ακολουθιών. Μας κάνει εντύπωση το ότι ένας μοναχός ειδοποιεί έναν άλλο να αναγνώσει ή να ψάλει κάτι. Αμέσως μετά ειδοποιεί κάποιον άλλον ή κάποιος μοναχός ανάβει συγκεκριμένα καντήλια ή λαμπάδες την τάδε στιγμή, σβήνει κάποιο ή κάποια άλλα την άλλη στιγμή κ.ο.κ.

- Αρχιμ. Ελισαίος Σιμωνοπετρίτης: Η τελετουργία των ακολουθιών είναι σε κάθε περίπτωση κάτι το ξεχωριστό. Επειδή οι περισσότερες ώρες των μοναχών είναι αφιερωμένες στη θεία λατρεία, αντιλαμβάνεσθε ότι έχει αναπτυχθεί η λεγομένη τυπική διάταξη μέσα στον ναόν. Η λατρευτική ζωή του μοναχού είν’ ένας ολόκληρος κύκλος. Αυτός που κυριαρχεί -από πλευράς διακονίας πρακτικής μέσα εις τον ναό- είναι ο εκκλησιάρχης. Ας πούμε ότι διευθύνει την όλη υπόθεση της εκκλησιαστικής διακονίας. Ο εκκλησιαστικός είναι αυτός που εκτελεί. Διακονεί πάντοτε με μανδύα. Αυτό είναι το ένδυμα του μοναχού που διακονεί στον ναό.

- Μ. Μ.: Τι ακριβώς συμβολίζει ο μοναχικός μανδύας;

- Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Στην κουρά του μοναχού λέμε: «Ελαβε το μέγα…». Εννοούμε ότι με αυτό το ένδυμα θα διακονήσει σε ολόκληρη τη μοναχική ζωή. Είναι το ένδυμα το οποίον ενδύεται ο μοναχός απ’ αρχής και φέρει μέχρι τέλους. Δηλαδή όπως ένας μοναχός ενδύεται τον θάνατο που είναι ζωή, ακριβώς τον παίρνει και μαζί του. Από τη στιγμή που νεκρώνεται για τον κόσμο, σημαίνει ότι ενδύεται τον θάνατον. Ενδεδυμένος τον θάνατο φέρει τον μανδύα μέσα στον οποίο ραμμένος θάπτεται κατά γης. Εμείς οι μοναχοί περιτυλιγμένοι με τον μανδύα μπαίνουμε στο χώμα, δίχως φέρετρο. Σαν έμβρυο μέσα στον πλακούντα, βρισκόμαστε στα σπλάγχνα της μητέρας γης περιμένοντας την ανάσταση των νεκρών, για ν’ αναγεννηθούμε και να κατευθυνθούμε «εις απάντησιν του Κυρίου εις αέρα…». Ενα άλλο κεντρικό διακόνημα μέσα στον ναό είναι του τυπικάρη, που μνημονεύσατε. Εκείνος διευθύνει την ακολουθία. Γι’ αυτό βλέπετε ότι τα πάντα εξαρτώνται από τον τυπικάρη. Ειδικώς εδώ στο Αγιον Ορος -χωρίς αυτό να σημαίνει μείωση του Γέροντος- είχε και έχει μεγάλη επιβολή ο τυπικάρης. Διηύθυνε και διευθύνει τα πάντα στη εκκλησίαν. Επομένως, ακόμη και ο Γέροντας να πει κάτι, ουσιαστικώς ο τυπικάρης θα του υποδείξει το πότε και το πώς. Αυτός, λοιπόν, διευθύνοντας τη λατρεία, προσπαθεί να κρατήσει μία συμμετοχή καθολική των μοναχών σε όλα, κατά τη διάρκεια της ακολουθίας. Αρα σημαίνει ότι μπορεί να αλλάξει τους ψάλτες, να πει τι θα κάνουν, μπορεί να ορίζει τον κανονάρχη κ.λπ.

- Μ. Μ.: Εκείνη την ώρα τα κάνει αυτά ή πρέπει να τους έχει ενημερώσει από πριν;
- Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Εξαρτάται·περισσότερο εκείνη την ώρα. Δεν μπορεί από πριν, διότι την κατάλληλη ώρα θα τους πει. Π.χ., όταν θέλουμε να τιμήσουμε κάποιον, θα του προσφέρουμε να ψάλει «Την τιμιωτέραν…». Είναι μία ένδειξη τιμής και προς την Παναγία, βεβαίως, και προς το πρόσωπο που θα την ψάλει. Επιλέγει, λοιπόν, ο τυπικάρης, γνωρίζοντας για παράδειγμα ποιος έχει δυνατότητα καλής αναγνώσεως, ποιος ψέλνει όμορφα, ποιος πρέπει να αναγνώσει (γιατί το έχει ανάγκη…). Είναι μία ισορροπία που διατηρείται από τον τυπικάρη. Ακόμη, μπορεί να επέμβει λ.χ. και στο πότε θα ανάψουν ή θα σβήσουν συγκεκριμένα καντήλια και λαμπάδες. Βέβαια, υπάρχει το τυπικόν, αλλά ο τυπικάρης μπορεί για κάποιους λόγους να το τροποποιήσει. Η έκφρασις «όπως δόξη τω προεστώτι» κατ’ ουσίαν σημαίνει «όπως δόξη τω τυπικάρη»! Σε άλλες εποχές και άλλες περιπτώσεις, ο τυπικάρης έφερνε απλά μέλη της Εκκλησίας στον χώρο της ενεργού συμμετοχής στη λατρεία, όπως π.χ. ανάγνωση προφητειών, ψάλσιμο εύκολων τροπαρίων κ.λπ.

- Μ. Μ.: Γέροντα, κάτι που με έχει εντυπωσιάσει μέσα στο καθολικό των αγιορειτικών μονών είναι το ότι κατά τη διάρκεια του εσπερινού ο εφημέριος παραμένει την περισσότερη ώρα έξω του Αγίου Βήματος, έχοντας κρεμάσει το πετραχήλι του στην ωραία πύλη. Το φορά μόνον όταν πρόκειται να κάνει αίτηση, να εκφωνήσει κ.λπ.

- Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Κατ’ αρχάς, γνωρίζετε ότι κάθε ακολουθία έχει τον χώρο όπου τελείται. Για παράδειγμα, η ενάτη τελείται στη λιτή, ο εσπερινός στο καθολικό, η λιτή στον ομώνυμο χώρο, το απόδειπνο στη λιτή, ο όρθρος και η θεία Λειτουργία στο καθολικό. Μάλιστα, σε πολλά μοναστήρια που η άνεση των χώρων το επιτρέπει, μπορεί σε άλλον ναό να γίνει ο όρθρος και σε άλλον η θεία Λειτουργία. Ο ιερεύς είναι ένας συνδιακονητής στον χώρο της θείας λατρείας. Δεν είναι κάτι «ξένο», κάτι έξω από την αδελφότητα. Απολαμβάνει, βεβαίως, σεβασμού εκ της ιεροσύνης του. Στις αδελφότητες ο διάκονος και ο ιερεύς δεν ποιμαίνουν -εκ του υπουργήματός των- αλλά συνδιακονούν. Επιτρέψτε μου, σ’ αυτό το σημείο, να επανέλθω στα διακονήματα που λέγαμε πριν και να συμπληρώσω ότι μέσα στον ναό έχουμε και το διακόνημα του ταξιάρχη, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τις θέσεις που θα καταλάβουν οι προσκυνηταί. Επίσης ο κανονάρχης, ο κανδηλάριος. Εκτός ναού -να πούμε για να συμπληρώσουμε την προηγουμένη αναφορά μας- ο επιτηρητής, ο αφυπνιστής που έχει την ευθύνη να ειδοποιήσει τους πατέρες για τη νυκτερινή ακολουθίαν, ο νοσοκόμος, ο γηροκόμος, ο σκυτεύς (υποδηματοποιός), ο αμπελουργός, ο κηπουρός, ο αροτριών, ο ξυλουργός, ο ναυπηγός, ο βιβλιοφύλαξ, ο καλλιγράφος (τα παλαιότερα χρόνια), ο ακεστής (διορθωτής σχισμένων ενδυμάτων), ο κοσμήτης, ο υφάντης (παλαιότερα, επίσης), ο αλιεύς και διάφορα άλλα…

- Μ. Μ.: Μιλήστε μας για τη διοικητική διάρθρωση μιας αγιορειτικής μονής. Επικεφαλής ο ηγούμενος, ο Γέροντας. Δεν είναι όμως μόνος. Πλαισιώνεται από τη Γεροντία, τους επιτρόπους κ.ά. Πείτε μας σχετικά.

- Αρχιμ. Ελ. Σιμ.: Πάντοτε, ως προς τη διοίκηση του μοναστηριού, ο Γέροντας ενεργούσε «μετά βουλής». Είχε κάποιους πρεσβύτερους συμβούλους που τους συμβουλευόταν, ατύπως μεν το έπραττε όμως. Πολλά ξεκίνησαν κάπως έτσι, αλλά στην πορεία προσέλαβαν συγκροτημένη μορφή. Κάτι ανάλογο έγινε και στο Αγιον Ορος. Εδώ, προ του 1924, δεν υπήρχε κωδικοποιημένη κατάστασις, αλλά όλα εδράζονταν στην ιερή συνήθεια, στις παραδόσεις δηλαδή. Τώρα έχουμε μία γενική λογική διοικήσεως του Αγίου Ορους, αλλά και, ειδικότερα, διοικητική πρακτική διέπει την ζωή κάθε μοναστηριού. Οσον αφορά τα διοικητικά, τα οικονομικά κ.λπ., το μοναστήρι συνδιοικείται από τη Γεροντική Σύναξη, η οποία αποτελείται από έξι, οκτώ, 10 πατέρες οι οποίοι ονομάζονται προϊστάμενοι. Αυτοί αποτελούν το σώμα που αποφασίζει. Προεδρεύει ο Γέροντας. Η Γεροντική Σύναξη, τα μέλη της οποίας είναι αιρετά και ισόβια, είναι, ας πούμε, το διοικητικό συμβούλιον. Η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από τους επιτρόπους, οι οποίοι συνήθως είναι δύο ή τρεις, αναλόγως με τα θέματα που έχει ένα μοναστήρι. Βέβαια, ο Γέροντας μπορεί να αναθέσει και κάποιους άλλους τομείς σε προϊσταμένους, όπως λ.χ. ο δασάρχης για το μοναστηριακό δάσος. Το αρχονταρίκι πρέπει επίσης να το αναλαμβάνει προϊστάμενος, γιατί πρόκειται περί σοβαρού διακονήματος.

Μανώλης Μελινός
Θεολόγος συγγραφέας,
διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου
a(1)aa(2)psalm-144-cf88ceb1cebbcebccf8ccf82-144_std_originalsimonopetra12




 Δημοκρατία

Σημείον αντιλεγόμενον (†)Νικοδήμου Βαλληνδρά Εις την Υπαπαντήν του Κυρίου

Εις την Υπαπαντήν του Κυρίου
του μακαριστού Μητροπολίτη Πατρών
(†)Νικοδήμου Βαλληνδρά

«Ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ
και εις σημείον αντιλεγόμενον»(Λουκ. β' 34 )
Με συγκίνησιν πολλήν ο δίκαιος Συμεών κρατεί εις τας αγκάλας του το θείον βρέφος. Η καρδία του είναι πλημμυρισμένη από αγαλλίασιν. Έχει εστραμμένον το βλέμμα προς τον ουρανόν και τα χείλη του κινούνται ευλαβικά, δια να προφέρουν θερμήν εύχήν, την οποίαν ή μακαριά εκείνη στιγμή έφερεν εις το στόμα του, «νυν απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα...» Ό τρισευτυχισμένος εκείνος πρεσβύτης στρέφεται κατόπιν προς την Παναγίαν, δια να της είπη βαρυσήμαντους λόγους. Με σοβαρότητα, ή οποία χαρακτηρίζει προφήτην φωτισμένον από το πνεύμα του Θεού και αποκαλύπτοντα τας βουλάς του Υψίστου, λέγει: «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον».
Λόγοι αληθώς προφητικοί, τους οποίους ή Παναγία ακούει, όχι απλώς με συγκίνησιν, άλλα με δέος. Διότι προφητεύουν γεγονότα θλιβερά και δυσάρεστα, έφ' όσον μάλιστα συνεχίζονται με την διαβεβαίωσιν: «και σου δε αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία», τ.ε και την ιδικήν σου μητρικήν καρδίαν θα διατρυπήση δίστομος μάχαιρα. Αι τελευταίαι λέξεις της προφητείας αυτής αναφέρονται εις το πάθος του Κυρίου, ενώπιον του οποίου θα εσπαράσσετο η μητρική καρδία. Τα προηγούμενα όμως προφητικά λόγια «ιδού ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον» είχον και έχουν την πραγματοποίησιν των εις πάσαν εποχήν.
1. «Σημείον αντιλεγόμενον». Αφ' ότου ήλθεν εις τον κόσμον ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού, έγινε το σοβαρώτερον σημείον της αντιλογίας των ανθρώπων. Ή προσωπικότης Του και ή διδασκαλία Του υψώνονται ως στήλη φωτεινή' πού ελκύει οπωσδήποτε την προσοχήν όλων, αλλά και καλεί όλους να λάβουν θέσιν απέναντι της. Αναλόγως δε προς την στάσιν πού παίρνουν απέναντι του Χρίστου, χωρίζονται πάντοτε εις δύο παρατάξεις οι άνθρωποι. Και όλη ή ιστορία της ανθρωπότητας κινείται περί άξονα τον Χριστόν. Το βαθύτερον νόημα των ιστορικών γεγονότων κάθε εποχής δεν είναι — όπως ηθέλησαν αυθαιρέτως να υποστηρίξουν μερικοί — απαύγασμα υλικών (και δη οικονομικών) παραγόντων, άλλ' είναι έκφρασις και εκδήλωσις της στάσεως πού λαμβάνουν εκάστοτε οι λαοί απέναντι του Χριστού και του Νόμου Του. Αυτός είναι το «αντιλεγόμενον σημείον». Άλλοι Τον δέχονται και άλλοι Τον αρνούνται. Άλλοι τάσσονται υπό την σημαίαν Του, πιστοί στρατιώται της βασιλείας Του, και άλλοι πολεμούν τα ιδανικά πού Εκείνος έγραψε με το Αίμα της θυσίας Του. Και ή μετά Χριστόν Ιστορία δια μέσου ποικίλων γεγονότων, δεικνύει την κίνησιν και την πορείαν πού ακολουθεί ή καμπύλη της χριστιανικότητος ή μη της ζωής των ατόμων και των κοινωνιών. Πράγματι! Άτομα και οικογένειαι πού Τον δέχονται και συμμορφώνονται προς το θέλημα Του έχουν μίαν εξέλιξιν «εις ανάστασιν», τ.ε. εξέλιξιν ευτυχή, παρ' όλας τας τυχόν δοκιμασίας των. Αντιθέτως, εκείνοι πού παίρνουν αρνητικήν στάσιν και δεν δέχονται υποταγήν εις το θείον Του θέλημα, εξελίσσονται κατά τρόπον πού οδηγεί «εις πτώσιν», δηλ. επακολουθεί εις αυτούς κατάπτωσις και καταστροφή, «σύντριμμα και ταλαιπωρία εν ταις οδοίς αυτών, και οδόν ειρήνης ουκ έγνωσαν» (Ρωμ. γ' 16-17), διότι το είπε προ αιώνων πολλών ο προφήτης «οι μακρύνοντες εαυτούς από του Θεού απολούνται». (Ψαλμ. οβ' 27) Και κοινωνίαι ολόκληροι οδηγούνται «εις ανάστασιν» ή εις «πτώσιν», αναλόγως της επικρατήσεως εις αυτάς χριστιανικού ή αντιχριστιανικού πνεύματος. Υπάρχει και του πολιτισμού πτώσις και ανάστασις (άνοδος), αναλόγως προς το κλίμα και τα ρεύματα πού επικρατούν. Με την χριστιανικήν πνοήν προάγεται ό πολιτισμός, και χωρίς αυτήν φθάνει γρήγορα εις την παρακμήν και την δύσιν του. Είναι αδιάψευστος ή προφητεία, ότι ό Κύριος Ιησούς Χριστός «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών... και εις σημείον αντιλεγόμενον».
2. Ήδη επί των ήμερων της επιγείου ζωής του Κυρίου ετέθη αυτό το δίλημμα εις τους ανθρώπους, και παρουσιάζετο η Προσωπικότης Του και το κήρυγμα Του ως «σημείον αντιλεγόμενον» υπό διπλήν έννοιαν. Πρώτον μεν πολλοί διηρωτώντο: «Τις άρα ούτος εστίν»; (Μάρκ. δ' 41). Μήπως άλλωστε και ό Κύριος δεν ηρώτησε τους μαθητάς Του, δια να ακουσθή ή απήχησις της κοινής γνώμης, «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» (Ματθ. ιστ' 13). Και ή απάντησις, εκ μέρους των μαθητών, ήτο: «οι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν, άλλοι δε Ηλίαν, έτεροι δε Ιερεμίαν ή ένα των προφητών». Άλλα και, πάλιν ερωτά ο Κύριος: «Υμείς δε τίνα με λέγετε είναι;» Και, εξ ονόματος των, ό Πέτρος εκφράζει το αληθές φρόνημα περί του Χρίστου, και πανηγυρικώς ομολογεί: «συ ει ό Χριστός ό υιός του Θεού του ζώντος» (αύτ. 14-16). Έκτοτε, δια μέσου των αιώνων και των γενεών, όλοι οι σοβαρώς σκεπτόμενοι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το ερώτημα τούτο: «τις άρα ούτος εστίν»; Ποίος είναι λοιπόν Εκείνος, ό Όποιος παρουσιάζεται ως θεία μορφή, ως προσωπικότης αγιωτάτη και ως διδάσκαλος υψηλοτάτων αληθειών;
Άλλοι μεν ευλαβώς υποκλίνονται ενώπιον της αγίας Του προσωπικότητας και ευλαβώς υπακούουν εις το θείον Του θέλημα. Και σοφοί του κόσμου και απλοϊκοί του λάου. Υπό την σημαίαν του Κυρίου και επί των γραμμών του Ευαγγελίου Του, συναντώνται όσοι ομολογούν πίστιν και αφοσίωσιν εις Αυτόν λατρεύοντες την θεότητα Του. Άλλοι όμως έχουν τας επιφυλάξεις των. Τον θεωρούν απλώς ως μίαν υπέροχον φυσιογνωμίαν, αλλά προβάλλουν τας αμφιβολίας των εν σχέσει προς την Θεότητα Του.
Δεν είναι όμως ό Κύριος μόνον επί του πεδίου της πίστεως «σημείον αντιλεγόμενον», αλλά και επί του ηθικολογικού πεδίου. Δια τούτο κυρίως «σχίσμα εγένετο εν τω όχλω δι' αυτόν». (Ίω. ζ' 43) Διότι ό Κύριος δεν προβάλλει μόνον ως διδάσκαλος, αλλά και με την απαίτησιν της συμμορφώσεως της ζωής μας σύμφωνα με την διδασκαλίαν Του. Διχάζονται λοιπόν οι άνθρωποι. Και άλλοι μεν, κατανοοΟν-τες δτι ή διδασκαλία αυτή είναι ή υψίστη ηθική διδασκαλία, την αποδέχονται και συμμορφώνονται προς αυτήν άλλοι όμως επαναλαμβάνουν «σκληρός εστίν ούτος ό λόγος, τις δύναται αυτού ακούει ν;» (Ίω. στ' 60). Σκληραί δηλ. αι απαιτήσεις της διδασκαλίας αυτής, ποίος μπορεί να την ακούη και να την αποδέχεται; Στρέφουν λοιπόν τα νώτα και εγκαταλείπουν την γραμμήν του Κυρίου, καθ' ον χρόνον άλλοι, συνετώτεροι και με ειλικρινεστέραν διάθεσιν, επαναλαμβάνουν δια μέσου των αιώνων: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις», (αύτ. 68) Που άλλου να καταφύγωμεν έκτος από Σένα; Συ δίδεις την ορθήν κατεύθυνσιν του βίου και εξασφάλισιν ζωής αιωνίου.
3. Ενώ όμως ό Κύριος, κατ' αυτόν τον τρόπον, παρουσιάζεται ως «σημείον αντιλεγόμενον» και «κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών», αναλόγους της στάσεως ενός εκάστου, μένει πραγματικότης ανεπίδεκτος αμφισβητήσεως, ότι ό κάθε άνθρωπος εξάπαντος θα πάρη θέσιν ή μετά του Χριστού, ή κατά του Χριστού. Εκείνο το οποίον φαντάζονται πολλοί, ότι είναι δυνατόν να γίνη, να λάβουν δηλαδή μίαν στάσιν αδιάφορον, και ούτε ένθερμον αποδοχήν της χριστιανικής πίστεως να έχουν, αλλά ούτε και πολεμικήν, είναι αυταπάτη. Διότι «ό μή ων με τ' εμου κατ' εμού εστίν» (Ματθ. ιβ' 30) είπεν ό Κύριος. Εκείνη ή δήθεν ουδετερότης, ή οποία και εις τα επίμαχα διεθνή ζητήματα δίδει την εντύπωσιν ότι πρόκειται περί αρνήσεως και απροθυμίας δια σύμπραξιν και βοήθειαν, δεν είναι δυνατόν να υπάρχη εις τας σχέσεις μας απέναντι του Κυρίου. Διότι ό θέλων να εμφανίζεται ότι είναι αδιάφορος και ουδέτερος, εις την πραγματικότητα είναι αρνητής. Είναι δε και ένοχος, ως σύμμαχος του κάκου, και υπολογίζεται εις την παράταξιν των αρνουμένων τον Κύριον και το θέλημα Του. Μεγάλη, δυστυχώς, μερίς των ανθρώπων δεν είναι ούτε θερμοί ούτε ψυχροί. Είναι χλιαροί. Και ό Κύριος λέγει, ότι το χλιαρόν, όταν τίθεται εις το στόμα, προκαλεί τον έμετον, (είναι φράσις της Αποκαλύψεως του Κυρίου γ' 16), δια να δήλωση ότι μας θέλει θερμούς και αφοσιωμένους εις Αυτόν με αγωνιστικήν προσπάθειαν και θέλησιν να εφαρμόσωμεν την γραμμήν της διδασκαλίας Του εις τον βίον μας. Αν είμεθα χλιαροί, δεν μας θεωρεί ότι είμεθα μαζί Του. Αντιθέτως θεωρεί ότι οι χλιαροί είναι πραγματικώς ψυχροί και σύμμαχοι εις το κακόν.
Ιδού ποιαι απόψεις, άξιαι πολλής προσοχής, ανακύπτουν από την προφητείαν του δικαίου Συμεών, πού ελέχθη κατά την Υπαπαντήν του Κυρίου, την οποίαν σήμερον εορτάζομεν. Ας είναι αι σκέψεις αύται αφορμή, δια να συνειδητοποίηση ό καθένας εξ ημών την θέσιν την οποίαν έλαβεν, ή θα λαβή, απέναντι του Κυρίου. Και είθε ή κατανόησις αυτή να μας οδήγηση είς οριστικήν απόφασιν να μείνωμεν πολίται και κληρονόμοι της βασιλείας του Θεού εις τους αιώνας.

από το βιβλίο του «Εόρτια Μηνύματα»,
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας

Η Υπαπαντή του Κυρίου στις χριστιανικές παραδόσεις και το λαϊκό εορτολόγιο



Μια απο τις τέσσερις γιορτές του χρόνου, αφιερωμένες στην Пαναγία, είναι η Υπαπαντή του Σωτήρος. 40 μέρες μετά την γένηση του Ιησού η μητέρα του τον πήγε στο ναο, όπου σύμφωνα με την παράδοση, όντας το πρώτο της αγόρι, τον αφιέρωσε στον Θεό.
Η Βουλγάρικη Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά την Υπαπαντή στις 2 Φεβρουαρίου, μια μέρα πριν τη γιορτή του Αγίου Συμεών και της προφήτου Άννας. Η γιορτή αυτή η οποία χρονολογείται απο τις αρχές του Xριστιανισμού, αρχίζει να τιμάται κανονικά την εποχή που αυτοκράτορας του Βυζάντιου είναι ο Ιουστινιανός ο Μέγας τον 4ο αιώνα.
Στη Βουλγαρία την μέρα αυτή συγκεντρώνωνται πολλοί πιστοί, για να προσκυνήσουν τη Θεομήτορα, η οποία προστατεύει τη γυναίκα, τη μητρώτητα, την οικογένεια και το σπίτι. Οι γυναίκες πάνε τα παιδιά στην εκκλησία και κανουν αφιερώματα στην εικόνα της. Η μέρα αυτή σημειώνει το τέλος της περιόδου, κατα την οποία η μητέρα και το παιδί είναι ευάλωτοι απο τα κακά πνεύματα. Μετά από αυτή την περίοδο ακολουθεί η κάθαρση. Για το λόγο αυτό οι επισκέπτες των ναών την μέρα αυτή είναι κυρίως γυναίκες και παιδιά. Μια από τις προσευχές τοποθετείται μέσα σε μια πίτα, την οποία σπάνε μπροστά στην εικόνα με τα αναμένα κεριά και με την ελπίδα το παιδί που θα γεννηθεί να είναι γερό και η χρονιά καλή.
Όπως οι περισσότερες χριστιανικές γιορτές, ετσι κι αυτή έχει ειδολολατρικά στοιχεία. Η λατρεία στην Παναγία για τη νίκη κατά των κακών δυνάμεων περιέχει και πολλές μαγικές απαγορεύσεις. Τη μέρα αυτή κανείς δεν πρέπει να δουλεύει για να μην γεννηθούν σημαδεμένα τα παιδιά. Ο μελλοντικός γαμπρός της κοπέλας θα μοιάζει σε ηθικό και εμφάνιση με τον πρώτο άντρα που θα συναντήσει τη μέρα αυτή. Όποιος πάρει λεφτά, θα παίρνει μέχρι το τέλος του χρόνου, όποιος δώσει, θα δίνει ολόκληρο το χρόνο. Αν χιονίζει, οι μέλλισες θα δώσουν πολύ μέλι, αν ο καιρός είναι καλός, για σαράντα μέρες θα είναι.

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...