Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 29, 2014

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΩΣ ΝΟΜΙΚΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ag.vasileiosΙωάννη Ελ. Σιδηρά
Θεολόγου – εκκλησιαστικού ιστορικού – νομικού
 Η Αγία Μητέρα Ορθόδοξος κατ’ Ανατολάς Εκκλησία του Χρστού την 30η Ιανουαρίου εορτάζει τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειον τον Μέγα, Γρηγόριον τον Θεολόγον και Ιωάννην τον Χρυσόστομον. Οι τρεις Ιεράρχες και Οικουμενικοί διδάσκαλοι υπήρξαν κατά την εποχή τους όντως Πανεπιστήμονες και πολυγραφότατοι θεολογικοί συγγραφείς. Εθεράπευσαν με την μελέτη και τα πνευματικά πονήματά τους, τόσον την εκκλησιαστική, όσον και την θύραθεν παιδεία και γι’ αυτό η πολιτεία ανεγνώρισε αυτούς ως προστάτες των γραμμάτων.
 Οι τρεις Ιεράρχες έλαβαν πλήρη και πολύπλευρη φιλοσοφική και θεολογική μόρφωση, συνάμα όμως έλαβαν γνώση και όλων των τότε γνωστών και ολοκληρωμένων επιστημών, όπως της ιατρικής, της νομικής, της ρητορικής, της αστρονομίας κ.α.
 Από τους τρεις φωστήρες Ιεράρχες, εκείνος που περισσότερο ησχολήθη με την νομική επιστήμη και ήσκησε το επάγγελμα του μαχόμενου νομικού, δικηγόρου, την Καισάρεια, διδάσκοντας παράλληλα και την ρητορική τέχνη, ήταν ο Βασίλειος, πριν βεβαίως εγκαταλείψει τα εγκόσμια και αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Τότε συνέγραψε τρία σημαντικά ασκητικά συγγράμματα τα οποία τιτλοφορούνται: “όροι κατά πλάτος”, “όροι κατ’ επιτομήν” και “όροι Ηθικοί”.
 Στους μεν “όρους κατά πλάτος” πραγματεύεται περί των γενικών προβλημάτων του μοναχικού βίου, του οποίου ως θεμέλιο χαρακτηρίζει την αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον. Στους δε “’όρους κατ’ επιτομήν”, αναλύονται τα γενικά προβλήματα, αλλά και τα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν εν τοις πράγμασιν την ορθοπραξία, την εφαρμογή δηλαδή στην πράξη της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας από τους μοναχούς και τις μοναχές. Πρόκειται ουσιαστικά για πρακτικές απαντήσεις, υπό την μορφή συστήματος μοναχικού τρόπου βιώσεως του αγγελομίμη του βίου, που δίδονται για κάθε ειδική περίπτωση. Τέλος, στους “όρους Ηθικούς” περιέχονται κείμενά της Αγίας Γραφής, τα οποία αναφέρονται στον πνευματικό και ηθικό βίο των Χριστιανών.
 Ο Μέγας Βασίλειος όμως, πριν από την εισαγωγή του στον Ιερό κλήρο, επειδή όπως προ αναφέραμε ήσκησε το επάγγελμα του μαχόμενου δικηγόρου και τους διδασκάλου της ρητορικής τέχνης στην Καισάρεια, συνέγραψε 99 πολύ σημαντικούς κανόνες τους οποίους επεσφράγισε και επικύρωσε δια του Β’ κανόνος αυτής η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συνεκλήθη το 691 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη.
 Στο παρόν άρθρο θα παραθέσουμε τους σπουδαιότερους από τους 92 κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου. Έτσι, στον Α’ κανόνα ο Ιεράρχης δίδει με μοναδική ακρίβεια, σαφήνεια και περιεκτικότητα τους ορισμούς των μεγάλων “εκκλησιαστικών αδικημάτων”, τα οποία είναι αιρέσεις, τα εκκλησιαστικά σχίσματα και οι παρασυναγωγές εντός του εκκλησιαστικού σώματος.
 Στη συνέχεια προβαίνει δια του Η’ κανόνος του στην οριοθέτηση και διάκριση του ακούσιου και του εκούσιου φόνου. Με τα σημερινά δεδομένα του ποινικού δικαίου κάνει λόγο για την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, την ανθρωποκτονία εξ’ αμελείας, για το σημερινό έγκλημα εκ του αποτελέσματος, για την θανατηφόρο σωματική βλάβη. Η δε αναφορά του στα “εμβρυοκτόνα δηλητήρια” συνδέεται προφανώς με τα αδικήματα της ετεραμβλώσεως και αυταμβλώσεως.
 Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο Μέγας Βασίλειος, συλλαμβάνει και τη σημερινή θεωρία του “Ενδεχόμενου δόλου” για τον οποίο ορίζει ότι “αν κάποιος προσφέρει σε άλλο πρόσωπο “περίεργον φάρμακον” για να τον ελκύσει σε σαρκικό έρωτα και το άτομο αυτό αποθάνει, τότε ο προσφέρων το φάρμακο, όπως λέγει, είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του προσώπου, όπως εκείνος που διαπράττει ανθρωποκτονία εκ προθέσεως με ευθύ δόλο.
 Στο Β’ κανόνα του κάνει λόγο για τα αδικήματα της αμβλώσεως, εκτρώσεως, αλλά ακόμη και για την θεωρία της αληθούς συρροής ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως κα αμβλώσεως.
 Στο Δ’ κανόνα του ασχολείται με τους δίγαμους και τρίγαμους. Ο ίδιος όμως ακολουθεί τους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας και αποδέχεται μόνο την μονογαμία, ενώ απορρίπτει με κάθε τρόπο τη διγαμία και τριγαμία. Μόνο δε σε ορισμένες περιπτώσεις κατ’ οικονομία δέχεται την διγαμία, μόνο και μόνο, για να μην χαρακτηρισθεί μοιχεία.
 Στο Ζ’ κανόνα ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στις ακόλαστες και ανήθικες σαρκικές πράξεις της “αρσενοκοιτίας” και την “κτηνοβασίας”, τις οποίες εξομοιώνει με τον φόνο εκ προθέσεως. Για δε τους εν αγνοία τελέσαντες κάποια από τα ως άνω αδικήματα, λέγει ότι είναι άξιοι συγγνώμης ύστερα όμως από τριάντα έτη ειλικρινούς μετάνοιας. Εν προκειμένω, εμμέσως πλην σαφώς κάνει λόγο για την θεωρία του ποινικού δικαίου περί τις λεγομένης πραγματικής πλάνης.
 Στον Θ’ κανόνα του ο νομομαθής Ιεράρχης καταγράφει τους λόγους του διαζυγίου. Ως λόγους διαζυγίου αναγνωρίζει την πορνεία, την μοιχεία, αλλά και την διγαμία, για την οποία αναφέρεται στον ΙΒ’ κανόνα του.
 Το ιδιαιτέρως οξύ στις ημέρες μας ζήτημα της τοκογλυφίας απασχολεί και τον Μέγα Βασίλειο, ο οποίος στον ΙΔ’ κανόνα του αναφέρει ότι ο τοκογλύφος μπορεί να γίνει Ιερεύς εάν το άδικο κέρδος το δώσει στους πτωχούς. Είναι ωσάν να οριοθετεί την έννοια της εξαλείψεως του αξιοποίνου.
 Στο ΙΑ’ κανόνα του ασχολείται με το λεπτό ζήτημα του ποινικού μας δικαίου, το οποίο αφορά την δύσκολη διάκριση ανάμεσα στο αδίκημα της
θανατηφόρου σωματικής βλάβης και της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. Τελικώς, ο Μέγας Βασίλειος καταλήγει να υπογραμμίσει ότι το όλο νομικό ζήτημα μπορεί να επιλυθεί επί τη βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, αναλόγως, βέβαια με την κρινομένη περίπτωση.
 Κατά τον ΚΑ’ κανόνα ο σεπτός Ιεράρχης ορίζει ότι εάν ένας νυμφευμένος άνδρας αμαρτήσει με άλλη νυμφευμένη γυναίκα, τότε λογίζεται ως πόρνος και τιμωρείται βαρύτερα από έναν ανύπανδρο άνδρα που πορνεύει. Καταλήγει δε στην άποψη αυτή επειδή ο ανύπανδρος αναγκάζεται προς το πορνεύειν λόγω της φυσικής επιθυμίας του, ενώ δεν χωρεί συγκατάβαση στον ύπανδρο επειδή εκείνος έχει παρηγοριά της επιθυμίας του την νόμιμη γυναίκα του.
 Πολύ σημαντικός είναι και ο ΚΒ’ κανών του Μεγάλου Βασιλείου στον οποίο γίνεται λόγος για το αδίκημα της απαγωγής. Ορίζεται δηλαδή ότι τιμωρούνται όλοι όσοι απαγάγουν γυναίκες είτε ελεύθερες, είτε “προμεμνηστευμένες”. Κατά κανόνα όμως γίνονται δεκτοί εις μετάνοια εκείνοι που αποδίδουν τις γυναίκες αυτές στους άνδρες ή τους γονείς τους. Αν πάλι οι τελευταίοι επιθυμούν να τις δώσουν στους πρώην απαγωγείς τους, τότε το “συνοικέσιον” θεμελιούται. Στον δε ΚΓ’ κανόνα εισάγεται η απαγόρευση να μην πανδρεύεται κάποιος της αποθανούσας γυναικός του την αδελφή, όπως το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την χήρα γυναίκα η οποία δεν πρέπει να πανδρεύεται τον αδελφό του αποθανόντος ανδρός αυτής.
 Στον ΛΓ’ κανόνα εμμέσως αναφέρεται στο ποινικό αδίκημα της “Εκθέσεως” σε κίνδυνο ζωής, δια το οποίο φέρει ως παράδειγμα την εγκατάλειψη του βρέφους από την μητέρα του επί της οδός αμέσως μετά την γέννηση του.
 Ο ΛΗ’ κανών του Ιεράρχου αναφερόμενος στο αδίκημα της εκούσιας απαγωγής ορίζει ότι οι γυναίκες, που παρά την αντίθετη γνώμη των γονέων τους ακολουθούν τον άνδρα που αγαπούν, θεωρούνται ως πόρνες, ενώ εάν δώσουν την συγκατάθεση τους οι γονείς τους, τότε αναγνωρίζεται ως νόμιμη η έγγαμη συμβίωση τους.
 Ο Μέγας Βασίλειος ως σύγχρονος, θα λέγαμε, ποινικολόγος, κάνει λόγο στον ΜΓ’ κανόνα του για την υπέρβαση των ορίων της άμυνας, την οποία δεν συγχωρεί ως πράξη όταν είναι δυσανάλογα υπερβολική ως προς την επίθεση που δέχεται ο αμυνόμενος, ο οποίος τιμωρείται με ελαττωμένη ποινή.
 Ο ΝΖ’ κανών ορίζει ότι εκείνος που προκαλεί ακούσιο φόνο, πρέπει να απέχει επί 10 έτη από το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αυτό δε ο κανών πρέπει να τύχει ιδιαιτέρας προσοχής από τους κληρικούς μας που οδηγούν αυτοκίνητο, αφού κινδυνεύουν ανά πάσα ώρα και στιγμή να προκαλέσουν ακούσιο φόνο, οπότε είναι πολύ δύσκολη, βάσει των ιερών κανόνων της Εκκλησίας, η άσκηση των ιερατικών τους καθηκόντων. Παρά ταύτα, ο Μέγας Βασίλειος δέχεται ως ελαφρυντικό την έμπρακτη μετάνοια του προκαλέσαντος τον ακούσιο φόνο.
 Επί πνευματικών ακραιφνώς ζητημάτων ο σοφός ιεράρχης ορίζει ότι ο επίορκος πρέπει για 10 έτη, να παραμένει ακοινώνητος. Την ίδια δε ποινή επιβάλλει ο ΞΣΤ’ κανών και στον τυμβωρύχο. Ο δε ΞΖ’ κανών επιλαμβάνεται του ζητήματος της αιμομιξίας μεταξύ των αδελφών, την οποία χαρακτηρίζει απερίφραστα ως έγκλημα. Θεωρεί επίσης ότι “αδελφομιξία” υφίσταται και στην περίπτωση των ετεροθαλών αδελφών. Την ίδια μάλιστα ποινική αντιμετώπιση εφαρμόζει ο ιερός πατήρ και σε εκείνους που έχουν ερωτικές σχέσεις με την μητριά τους.
 Ως προς τα λεγόμενα από την νομική επιστήμη “κωλύματα του γάμου”, ο Μέγας Βασίλειος ορίζει ότι απαγορεύεται ο γάμο συγγενούς εξ’ αίματος μέχρι και του δεύτερου βαθμού του ενός των συζύγων και του δεύτερου βαθμού του άλλου συζύγου. Το δε κώλυμα του το υφίσταται και μετά την λύση η ακύρωση του γάμου, αλλά δεν χαρακτηρίζεται ως μοιχεία εάν τυχόν συμβεί.
 Ο Μέγας Βασίλειος στον ΠΑ’ κανόνα ορίζει ότι εκείνος που αρνήθησαν την εις Χριστόν πίστη τους “εξ’ ανάγκης και εκ βασάνων φρικτών” μπορούν κα πρέπει ν’ αντιμετωπισθούν από την Εκκλησία με περισσότερη επιείκεια και πνεύμα συγχωρήσεως. Ενώ είναι ασυγχώρητοι και παντελώς εκτός του εκκλησιαστικού σώματος όλοι όσοι άνευ ανάγκης ή μαρτυρίου, αλλά εξ’ ιδιοτέλειας και αδιαφορίας περί την πίστη  του Ιησού Χριστού, επρόδωσαν την πίστη τους και έγιναν αρνησίθρησκοι και επίορκοι.
 Στον 90ο κανόνα του ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στο ιδιαίτερο εκκλησιαστικό αδίκημα της σιμωνίας (φιλαργυρία των κληρικών). Ενώ επαινεί και εξυμνεί την αφιλαργυρία και την ανιδιοτέλεια των ιερέων, οι οποίοι τελούν τα μυστήρια της Εκκλησίας χωρίς να απαιτούν από τους πιστούς χρήματα για να επιτελέσουν τα μυστηριακά και ιερατικά τους καθήκοντα. Γι’ αυτό θεωρεί μέγα αμάρτημα την φιλαργυρία, την δε σιμωνία των κληρικών χαρακτηρίζει ως ειδωλολατρεία και βαρεία εκτροπή. 
 Από όσα παραπάνω εκθέσαμε, νομίζουμε ότι φανερούται η νομική κατάρτιση και συγκρότηση του αγίου ανδρός, ο οποίος χωρίς υπερβολή υπήρξε ένας “σύγχρονος” ποινικολόγος και αστικολόγος που μέχρι και σήμερα οι κοσμικοί και εκκλησιαστικοί του κανόνες έχουν εφαρμογή στο ποινικό και αστικό μας δίκαιο. Τέτοιους λοιπόν πανεπιστήμονες φωστήρες και οικουμενικούς διδασκάλους τιμούμε και δοξολογούν σήμερα μαθητές, φοιτητές, δάσκαλοι και καθηγητές της εκπαιδευτικής κοινότητας της χώρας μας. Είναι δε γεγονός ότι απετέλεσαν και οι τρεις την ενσαρκωμένη κοσμική σοφία και επιστήμη, αλλά κυρίως τα αδιάψευστα στόματα της θεολογίας και θεογνωσίας, της ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας. Έθεσαν την γνώση τούτου του κόσμου και την επιστήμη στην υπηρεσία της Εκκλησίας και των συνανθρώπων τους. Γι’ αυτό υπήρξαν μέγιστοι θεολόγοι και μέγιστοι άνθρωποι, που δια της ακτίστου ενέργειας του Παναγίου πνεύματος κατέκτησαν και κυρίως βίωσαν προσωπικά και εμπειρικά την άνωθεν δοθείσα σ’ αυτούς θεία σοφία.
 Τέτοιους δασκάλους θέλουμε και σήμερα προκειμένου και η νεολαία μας να έχει πρότυπα γνήσια για να μιμηθεί και να βρει μια πυξίδα ορθοπορείας στον σύγχρονο κόσμο των τρελών αντιθέσεων, των ατέρμονων αναζητήσεων και των απραγματοποίητων ονείρων. Χρόνια πολλά, σε όλους εκείνους που καλλιεργούν το πνεύμα και αναζητούν βήμα-βήμα την θεογνωσία και τον άνωθεν φωτισμό της τρισηλίου θεότητος.

Πού πάει η ψυχή μας όταν πεθάνουμε;

Στο ερώτημα μας έχουμε την αποκάλυψη του αγγέλου του Κυρίου στον Μακάριο τον Αιγύπτιο. Επίσης και πολλοί Άγιοι Πατέρες ιδιαίτερα οι νηπτικοί.(βλ.Ευερ.τ.Α υπόθεση 10) καθώς και ο Μέγας Αντώνιος μας λέει ότι όταν ο Απόστολος Παύλος μιλάει για τα εναέρια πνεύματα, εννοεί τα δαιμόνια, (τελώνια)
που βρίσκονται μεταξύ ουρανού και γης. Επιπλέον γράφει ο υμνωδός στα τροπάρια των ακολουθιών των Χαιρετισμών της Θεοτόκου  «αερίων τα πλήθη ήττηνται».
Όταν λοιπόν η ψυχή βγαίνει από το σώμα και ταξιδεύει προς τον ουρανό περνά μέσα από αυτά τα πνεύματα που σίγουρα θα προσπαθήσουν να κάνουν δύσκολο το ταξίδι της ψυχής. Θα προσπαθήσουν να μην φτάσει στον ουρανό και αν είναι δυνατόν να την κατασπαράξουν.
Άγγελο Κυρίου ζητεί ο υμνωδός όταν πεθάνει από τον Θεό. «Άγγελον χαροποιόν του ευθυπορήσαι την άνοδον την εν τω αέρι» (Παρακλητική, ήχος πλ. β΄.) «όπως ακωλύτως διέλθω τούς έν τώ αέρι εστώτας άρχοντας του σκότους, Θεονύμφευτε». Αλλά και στη Θεία Λειτουργία παρακαλούμε το Θεό και μάλιστα 2 φορές «άγγελον ειρήνης πιστόν οδηγόν φύλακα των ψυχών και των σωμάτων ημών παρά του Κυρίου αιτησώμεθα»
Μόλις λοιπόν η ψυχή αρχίσει την άνοδο της τότε τα τελώνια την εξετάζουν για τις ανεξομολόγητες πράξεις της. Ένα φρικτό δικαστήριο. Εκεί τα τελώνια αναφέρουν όλες τις αμαρτίες και τις ξέρουν όλες μα όλες εκτός από αυτές που έχουμε εξομολογηθεί. Είναι με βάση τις μαρτυρίες σχετικά με τις μεταθανάτιες εμπειρίες τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα μας πραγματικά εκπληκτικό το γεγονός ότι τα πάντα που κάνουμε καταγράφονται, κυριολεκτικά τα δαιμόνια δεν αφήνουν τίποτε να πάει χαμένο.
Ο Δαυίδ μας λέει. «Μακάριοι ών αφέθησαν αί ανομίαι, καί ών έπεκαλύφθησαν αί αμαρτίαι» (Ψαλμ.31:1).

Επίσης στην ερώτηση: Πως μπορούν οι άνθρωποι στον κόσμο να διαγράψουν τις αμαρτίες τους από τα βιβλία των εναέριων δαιμόνων;
Η απάντηση είναι: Με την μετάνοια και την εξομολόγηση! Απάντησαν οι άγγελοι (Γρηγορίου Μοναχού, το μυστήριον του θανάτου,σελ.6). Και όσοι είναι δίκαιοι έρχονται άγγελοι και παραλαμβάνουν την ψυχή τους και τα τελώνια δεν έχουν κανένα δικαίωμα επάνω τους. Μα λύνονται τελικά οι αμαρτίες επί της γης; Βεβαίως και λύνονται, ο ίδιος ο Χριστός μας το λέει αυτό:
ΙΗ 18 Αμήν λέγω υμίν, όσα εάν δήσητε επί της γής, έσται δεδεμένα εν τώ ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της γής, έσται λελυμένα εν τώ ουρανώ. (Κατά Ματθαίον)
Ποιοι όμως λύνουν την αμαρτία σήμερα; Οι ιερείς μας που με την αποστολική διαδοχή από τότε μέχρι σήμερα έλαβαν τη Χάρη και με την επίθεση του πετραχειλίου αναγνώνουν τη συγχωρητική ευχή στο τέλος του Μυστηρίου της ιεράς εξομολογήσεως.
Σε αυτό το δύσκολο ταξίδι πως βοηθιέται η ψυχή;
Με την Θεία Κοινωνία. «Αυτός πού πρόκειται να αναχωρήση από ’δώ, αν κοινωνήση με καθαρή συνείδηση, όταν πεθαίνει, την ψυχή του την παραλαμβάνουν άγγελοι, καί την περιστοιχίζουν, χάρη στη Θεία Κοινωνία» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περί ιερωσύνης, Λόγος ΣΤ, 4). Γι’ αυτό και κοινωνούμε τον ετοιμοθάνατο. (Κανών ΙΓ, Α Οικουμενικής Συνόδου,). Αλλά και εδώ τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα:
ΣΤ Αμήν αμήν λέγω υμίν, εάν μη φάγητε την σάρκα τού υιού τού ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς. 54 ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ αναστήσω αυτόν εν τή εσχάτη ημέρα. (Κατά Ιωάννην)
Αυτός όμως που μεταλαμβάνει αξίως, όχι αναξίως.
Αυτό πιθανότατα δεν σημαίνει ότι όποιος δεν έχει κοινωνήσει πηγαίνει στην κόλαση, αλλά μόνο ότι όποιος το έχει κάνει σωστά έχει ένα επιπλέον λόγο να αισθάνεται σίγουρος. Αυτός που δεν το έχει πράξει, θα χρειαστεί οι δικοί του άνθρωποι να κάνουν μεγάλο αγώνα με προσευχές, ελεημοσύνες κλπ για να τον βοηθήσουν.
Επίσης μεγάλη βοήθεια παίρνει η ψυχή του νεκρού από το ψαλτήρι, το θυμίαμα, το κερί, και την προσευχή του πλήθους κατά την ώρα της κηδείας.
Μόλις η ψυχή περάσει τα εναέρια τελώνια και κατά την τρίτη ημέρα βρίσκεται μπροστά στον Κριτή. Εκεί η ψυχή πέφτει και προσκυνά τον Κριτή. Γι’ αυτό τον λόγο και οι συγγενείς την τρίτη ημέρα κάνουν και τα τριήμερα για να ενισχυθεί η ψυχή ατενίζοντας τον Κριτή.
Μετά την προσκύνηση και από την τρίτη ημέρα έως την ένατη άγγελοι ξεναγούν την ψυχή στην γη και εκεί βλέπει τις καλές και τις κακές πράξεις της. Για τον ίδιο λόγο πάλι οι συγγενείς κάνουν τα εννιάμερα προς ενίσχυση της. Μετά την ενάτη μέρα έρχεται πάλι η ψυχή για να προσκυνήσει για δεύτερη φορά τον Κριτή.     Ύστερα άγγελοι ξεναγούν την ψυχή στον παράδεισο και στην κόλαση έως την τεσσαρακοστή ημέρα. Μετά η ψυχή έρχεται να προσκυνήσει για τρίτη και τελευταία φορά τον Κριτή. Γι’ αυτό παλιότερα τις σαράντα αυτές ήμερες της αγωνιάς της ψυχής όταν πέθαινε κάποιος οι συγγενείς έκαναν σαράντα Θειες Λειτουργίες (σαρανταλείτουργο). Στις μέρες μας και όχι πάντα και παντού ανάβουμε ένα καντήλι στον τάφο του νεκρού. Δεν είναι όμως λίγοι αυτοί που κάνουν σαρανταλείτουργο στις μέρες μας. Η μνημόνευση άλλωστε στη Θεία Λειτουργία όπως θα δούμε παρακάτω κατά τους Πατέρες είναι η καλύτερη προσφορά στο νεκρό. Αυτό το χαρτάκι το «υπέρ αναπαύσεως» που τόσο εύκολα μπορούμε να γράψουμε και να αφήσουμε στην εκκλησία είναι σπουδαία ευεργεσία στο νεκρό.
Και φτάνουμε στην συγκλονιστικότερη στιγμή για την ψυχή.
Η στιγμή που θα βρεθεί ενώπιων του φρικτού δικαστηρίου. Το πιο πιθανό να μη μπορούμε να φαντασθούμε το μέγεθος της  αγωνίας που θα έχει η ψυχή την ώρα της κρίσης της. Την ώρα που μοναδικός συνήγορος και μάρτυρες υπεράσπισης της ψυχής είναι οι καλές πράξεις της. Τότε κάνουμε και το τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής. Εκεί ο φιλάνθρωπος Θεός θα αποφασίσει για την ψυχή. Και ακριβώς επειδή είναι φιλάνθρωπος και μας αγαπά θα λάβει υπ’όψιν τις προσευχές μας και τις ικεσίες μας για την ψυχή του νεκρού.
«Αρθήτω ο ασεβής ίνα μη ήδη την δόξα Κυρίου» (Ησ.26:10) Για την ψυχή που πρόκειται να πάει στην κόλαση. Δαίμονες που καιροφυλακτούσαν θα την αρπάξουν και θα την οδηγήσουν στην κόλαση.
Ντροπή για τους δαίμονες όταν η ψυχή βρεθεί καθαρή από τις αμαρτίες. Τότε άγγελοι την αρπάζουν και την οδηγούν με μεγάλη χαρά στον παράδεισο. Λαμπάδες ψαλμωδίες αγγέλων θυμιάματα και φωτοχυσίες συνοδεύουν την ψυχή.
Ο γέροντας Παισιος έλεγε για το αν βλέπουν οι νεκροί ο ένας τον άλλο. Παραλλήλισε τον παράδεισο με ένα φωτεινό δωμάτιο που όσοι βρίσκονταν μέσα σε αυτό έβλεπε ο ένας τον άλλον και χαίρονται, αλλά όχι τι γινόταν στο σκοτάδι. Αντίθετα όσοι βρισκόταν στο σκοτάδι έβλεπαν τι γινόταν στον παράδεισο επειδή ήταν στο φως και μεγάλωνε η θλίψη τους γι’ αυτό που έχασαν. Λένε ότι οι κολασμένοι δεν βλέπουν ο ένας τον άλλον ούτε για να παρηγορηθούν. Αντίθετα αυτοί που είναι στον παράδεισο δεν τους βλέπουν γιατί τότε θα στενοχωριόνταν. Για τους κολασμένους δε ατέλειωτη μοναξιά ούτε ο ένας τον άλλον δεν μπορεί να δει. Τι τραγική τελικά μια τέτοια κατάληξη για τον άνθρωπο, το κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν δημιούργημα του Θεού.
Αυτό είπε και ο ιερέας των ειδώλων στον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο. «δεν μπορούμε να κοιτάξουμε κάποιον πρόσωπο με πρόσωπο» (γεροντικό Αββά Μακαρίου). Το ίδιο είπε και ο άγγελος Κυρίου: «οι δε αμαρτωλοί και τούτο εστερήσανται». «Το πυκνότατο σκοτάδι υψώνεται σαν τοίχος ανάμεσα στους κολασμένους, οπότε οι κολασμένοι αδυνατούν παντελώς να δουν ο ένας τον άλλον» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλ.εις μθ ψλμ.).
Αν τώρα μια μάνα που είναι στον παράδεισο αναζητήσει το παιδί της και μάθει ότι βρίσκεται στην κόλαση πως θα αισθανθεί;
Εδώ κάνουμε κάποιο λάθος. Κρίνουμε εξ’ ιδίων τα αλλότρια. Βλέπουμε τον άλλο κόσμο με επίγειο μάτι. Νομίζουμε, πως όπως είμαστε επί γης, θα είμαστε και εν ουρανοίς! Εκεί όμως ο άνθρωπος, θα είναι κατά χάριν Θεός. Θα έχει ταυτισθεί πλήρως με το δίκαιο, και την αρετή. Και η μάνα αναγνωρίζει ότι δίκαια τιμωρείται το παιδί της. «αν και τώρα μερικοί γονείς, όταν δουν τα παιδιά τους να είναι φαύλα, τα αποκηρύττουν και τα αποκόβουν από την συγγένεια τους, πόσο μάλλον αυτό θα γίνει στη μέλλουσα ζωή. Εκεί πια δεν υπάρχει η εκ φύσεως συμπάθεια (που έχει η μάνα προς το παιδί). Αν υπήρχε, θα εξαφάνιζε την χαρά του παραδείσου» (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, περί αγάπης).
«΄Ινα μη και αυτοί έλθωσιν είς τον τόπον της βασάνου» (Λουκ.16:27).
Εδώ στην παραβολή του πλουσίου  ο πλούσιος κολασμένος νοιάσθηκε για τους συγγενείς του αλλά όχι για τις βιοτικές ανάγκες τους αλλά μονά για την σωτηρία της ψυχής τους.
Επίσης οι νεκροί που βρίσκονται στον παράδεισο προσεύχονται για μας και μπορούν να μας βοηθήσουν. «Μακάριος ός έχει σπέρμα έν Σιών και οικείους έν Ιερουσαλήμ» (Ησ.31:9). «Ανακούφισε τον πλησίον σου, ώστε όταν αναχωρήση έκ τού κόσμου αυτού πρός τόν Κύριον, νά τόν παρακαλέση διά σε, καί θα εύρης καλόν» (Άγιος ο Αρσένιος ό Μέγας, Ευεργέντινος, τόμ.Α,σελ.538). Βλέπουμε ότι οι ψυχές των νεκρών προσεύχονται  και ικετεύουν συνέχεια για μας  και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν θέλει  να τους λυπήσει αφού και αυτοί δεν τον λύπησαν όσο ήταν εν ζωή. «Έκραξαν φωνή μεγάλη λέγοντες» (Αποκ. 6,10).  Έχουν υπάρξει ειλικρινά σπουδαίες μαρτύριες και μία την είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Δημήτρης Πανάγοπουλος για μια νέα όπου η πορνεία, οι εκτρώσεις και η βλασφημία πήγαινε όπως λέμε σύννεφο. Σε κάποια εγχείριση όμως που έκανε τα πράγματα δεν πήγαν καλά και ετοιμάστηκε για να αφήσει τα εγκόσμια, τότε εμφανίστηκε ο Κύριος και είπε ότι για χάρη του πατέρα της που τόσο τον παρακαλά διαρκώς όντας δίπλα Του και χάρη στις ελεημοσύνες του, της δίνει μια ακόμη ευκαιρία, την οποία τελικά η νέα δεν άφησε ανεκμετάλλευτη.
Αλλά και εμείς μπορούμε να βοηθήσουμε τους κεκοιμημένους.
Το πόσο μεγάλη ωφέλεια βρίσκουν οι κεκοιμημένοι από τις μνημονεύσεις των ονομάτων τους κατά τις Θ. Λειτουργίες μας αναφέρει ο γέροντας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης μια οπτασία ενός επισκόπου, που είδε, και την οποία άκουσε από το στόμα του επισκόπου.
Μας λέει ότι ήταν ένας παπάς, που τον είχε νικήσει το κρασί και συχνά μεθούσε (εργασία ετών) κατά τα αλλά ήταν ενάρετος και ευλαβής. Μια των ήμερων κατά την συνηθεία ήπιε και λειτούργησε και κατά παραχώρησιν Θεού του έπεσε το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου! Ο καημένος πάγωσε από τον φόβο του, συνάμα δε εσκέπτετο και τον μεγάλο κανόνα του επισκόπου του!
Τέλος αφού εξομολογήθη, του λέγει ο επίσκοπος. «Πήγαινε, και θα σε ειδοποιήσω να έλθεις και θα σου δώσω τον κανόνα>>.
Εκεί λοιπόν που εσκέπτετο ο επίσκοπος και διελογίζετο και έλαβεν εις το χέρι του την πέννα να γράψει την καθαίρεσιν της ιεροσύνης, ευρισκόμενος μόνος του, βλέπει εμπρός του να εκτυλίσσεται σαν ταινία κινηματογραφική, ένα άπειρον πλήθος κόσμου, παντός είδους, ηλικίας και τάξεως. Ο επίσκοπος έμειναν έκθαμβος από το πράγμα, αλλά και συνάμα από τον φόβον. Τότε του λέγουν όλοι μαζί οι άνθρωποι αυτοί: «Σεβασμιότατε, μη κανονίσετε τον παπά, μη τον καθαιρείτε!». Κατόπιν ολίγον κατ’ ολίγον έγιναν άφαντοι.
Φωνάζει ο επίσκοπος τον παπά να έλθει, έμφοβος ο καημένος ο παπάς εσκέπτετο την καθαιρεσίν του. Του λέγει ο επίσκοπος. «Δεν μου λέγεις, μνημονεύεις πολλά ονόματα εις την Θείαν Λειτουργίαν;». Ο παπάς απαντά: «Εις την προσκομιδών, δέσποτα, πολλήν ώραν μνημονεύω από βασιλείς, αυτοκράτορας μέχρι και τον πλέον φτωχό». Ο επίσκοπος του λέγει: <<Πήγαινε λοιπόν και όταν λειτουργείς μνημόνευε όσον ημπορείς και πρόσεχε του λοιπού μη μεθύσης, είσαι συγχωρημένος». Κατόπιν και ο παπάς με την βοηθειαν του Θεού ελυτρώθη από την μέθην».
Άλλοτε ο γέροντας Ιάκωβος για να τονίσει πόσο μεγάλη παρρησία έχουν οι προσευχές για του κεκοιμημένους είπε:
«Είδα και την ψυχή του πατέρα μου, έλεγε ο γέροντας, να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελλάκι και του λέω:
-Πατέρα μου, εσύ που ήσουν και χτίστης, δεν έκτιζες ένα μεγαλύτερο σπίτι να μείνεις άνετα, αλλά κάθεσαι σ’ ένα τέτοιο μικρό σπιτάκι; Τότε μου λέει:
-Παιδί μου, εσύ με τις προσευχές σου και τις ελεημοσύνες σου μου έκτισες το σπιτάκι αυτό και το έχω και μένω».
Αλλά και ο Γέροντας Παϊσιος θεωρούσε πολύ μεγάλο πράγμα τις προσευχές και τις ελεημοσύνες για τις ψυχές. Συγκεκριμένα έλεγε:
«Πρέπει να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους. Οι καημένοι είναι υπόδικοι και άμα τους δώσει κανείς μια πορτοκαλάδα, τους βγάζει από τα σίδερα.
«Εν τω άδη» λέει «ουκ έστι μετάνοια». Αυτοί οι καημένοι δεν μπορούν να βοηθηθούν. Εμείς όμως μπορούμε και θέλει ο Θεός να υπάρχουν άνθρωποι να παρακαλούν για να τους βοηθήσει»
Επίσης έλεγε:
«Για τους άσπλαχνους που πεθαίνουν να κάνετε μνημόσυνα και προπαντός ελεημοσύνη. Υπάρχουν πολλοί φτωχοί. Είναι προτιμότερο να δίνετε κατ’ ευθείαν στους φτωχούς παρά στα ιδρύματα».
Σχετικά με την πολύ μεγάλη βοήθεια επίσης λαμβάνουν οι νεκροί από τις Θείες Λειτουργίες και τα κόλλυβα ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων παρακινούσε κι αυτός και συμβούλευε το ποίμνιο του, να τελεί συχνά λειτουργίες και μνημόσυνα για τους πεθαμένους, βεβαιώνοντας, πως αυτό το πράγμα ανακουφίζει και αφελή πολύ τις ψυχές τους. Και για να στηρίξει την πεποίθηση σ’ αυτά που τους έλεγε, τους διηγήθηκε το εξής:
Κάποτε, τους είπε, έπιασαν αιχμάλωτον οι Πέρσες και τον πήρανε στην Περσία. Τον έριξαν λοιπόν δεμένο σε μια φυλακή, που την έλεγαν λήθη και του βάλανε φρουρούς. Κι αυτή την φυλακή την ονοματίζανε έτσι, γιατί όποιος έμπαινε μέσα σ’ αυτή δεν ξανάβγαινε ποτέ.
Συνέβηκεν όμως, να το κατορθώσουνε ν’ αποδράσουνε μερικοί και να φτάσουνε στην Κύπρο. Διαδώσανε λοιπόν, πως ο αιχμάλωτος εκείνος πέθανε μέσα στη φυλακή. Κι όταν το μάθανε οι δικοί του τον έκλαψαν, και τρεις φόρες το χρόνο έκαναν για την ψυχή του Θεία Λειτουργία και μνημόσυνο. Κι’ αυτό γινότανε επί τέσσερα χρόνια. Κάποτε λοιπόν ο άνθρωπος εκείνος τα κατάφερε να δραπετέψει κι αυτός και να φθάση στο σπίτι του και στους δικούς του. Και τα γονικά του τον είδαν, όχι σαν αιχμάλωτο, παρά σαν αναστημένο νεκρό. Και σαστισμένοι τον καμάρωναν και τον κανάκιζαν, λέγοντας του όλα τα ρυπαρολογία που μπορεί να ειπεί ο άνθρωπος σε μια τέτοια περίσταση.
Του είπαν λοιπόν, πως του κινάνε και μνημόσυνα στα Θεοφάνεια και το Πάσχα και κάθε Αγία Πεντηκοστή. Κι αυτός, σαν τ’ άκουσεν αυτό, αναθυμήθηκε και τους ωρκιζότανε, πως κάθε τέτοια ημέρα, του παρουσιαζότανε κάποιος λαμπροφορεμένος άνθρωπος και τον έλυνε απο τα δεσμά του. Και πως οταν περνούσανε οι ημέρες αυτές, ξαναβρισκότανε πάλιν αλυσοδεμένος».
Αν προσέξουμε την επιμνημόσυνη δέηση θα δούμε ότι πουθενά δεν μιλάει για μετάνοια. Και είναι επόμενο αφού «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια».
Οι φράσεις που λέγονται εέναι: «ανάπαυσον τήν ψυχήν του δούλου Σου….», «ώς αγαθός και φιλάνθρωπος Θεός συγχώρησον…». Ο λόγος είναι ότι επειδή το έλεος του Θέου είναι άπειρο, μπορεί να φτάσει και μέχρι την κόλαση και να χαρίσει ή να ελαφρύνη την ποινή αν Αυτός θέλει.
Είναι πολλοί αυτοί που στηριζόμενοι στο «εν τω Άδη ούκ έστι μετάνοια» και την παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου όπου γράφεται «και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν.» Εδώ πατούν πολλοί και λένε ότι σωτηρία δεν υπάρχει μετά θάνατον.
Εδώ είναι ένα σημείο πολύ βασικό και παραξηγημένο. Το χάσμα, την αδυναμία διάβασης τη δημιουργούν οι διαφορετικές συμπεριφορές μας, οι αμαρτίες μας, που μας χωρίζουν από τους δίκαιους. Αντίστροφα πάλι οι ενάρετοι με τη ζωή τους απομακρύνονται από τον τόπο των αδίκων. Άνθρωποι όντες, κανείς δεν μπορεί να μεταπηδήσει από τη μία μεριά στην άλλη. Γνωρίζουμε όμως από την Ιερά Παράδοση όπου η προσευχή και η ελεημοσύνη τρίτων έσωσαν ανθρώπους. Θα πει κανείς, πώς συμβαδίζει; Πολύ απλό. Για τον άνθρωπο είναι αδύνατο να μεταπηδήσει όπως λέει ο Αβραάμ. Ο Θεός όμως τα πάντα μπορεί να κάνει κι αν θέλει να σώσει κάποιον τον σώζει. Δε λέει το ιερό κείμενο ότι κι ο Θεός αδυνατεί να μεταθέσει κάποιον. Ο Παντοδύναμος Θεός τα πάντα μπορεί. Λέει ο Ιησούς ειδικά για το θέμα αυτό -τη σωτηρία του ανθρώπου- στο κατά Ματθαίον απαντώντας σε ερώτηση των μαθητών:
ΙΘ 25 Τίς άρα δύναται σωθήναι; 25 εμβλέψας δε ο Ιησούς είπεν αυτοίς· Παρά ανθρώποις τούτο αδύνατόν έστι, παρά δε Θεώ πάντα δυνατά εστι.
Δηλαδή κι οι ενάρετοι που σώζωνται χάρη στο Θεό το πετυχαίνουν, όχι βασιζόμενοι στη δική τους αξία. Η παντοδυναμία όμως αυτή του Θεού δε σημαίνει ότι εμείς μπορούμε να κάνουμε τη ζωούλα μας κατά το «φάγομεν, πίομεν, αύριο γαρ αποθνήσκομεν» διότι τα ιερά κείμενα και οι προφητείες της Βίβλου μας μιλούν και για την Κρίση αλλά και για το ότι δε θα σωθούν όλοι. Βλέπετε ο Θεός είναι ελεήμων αλλά είναι και δίκαιος. Ας φροντίσουμε λοιπόν εμείς να γίνουμε αιτία σωτηρίας και των εαυτών και άλλων και όχι άλλοι αιτία σωτηρίας δικής μας, αν μάλιστα γίνουν.
βιβλιογραφία:
Μετά θάνατον.(Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη)
Τα Ιερά Μνημόσυνα.(Πρεσβυτέρου Θεμιστοκλέους Στ. Χριστοδούλου)

Φώτης Μιχαήλ, Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς γνώμονας χρηστῆς διοίκησης

Ὁ Μέγας Φώτιος ὡς γνώμονας χρηστῆς διοίκησης
( Πρός ὑποψηφίους γιά τό ''ἄθλημα τῆς πόλης'' )
Τοῦ Φώτη Μιχαήλ -Ἰατροῦ
            Τό «ἄθλημα τῆς πόλης», δηλαδή ἡ ὑπεύθυνη καί σοβαρή ἐνασχόληση μέ τά κοινά, ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἀνθρώπους χαρισματούχους καί ἀξιόπιστους.
Τό ἐρώτημα εἶναι: Ποῦ θά ψάξουμε νά βροῦμε αὐτά τά πρόσωπα καί μέ ποιά κριτήρια ἀναζήτησης; Μέ ποιό μέτρο;
Τό μέτρο, πού μετράει μέ ἀκρίβεια τό μπόϊ μας τό πολιτικό, θά ἐπιχειρήσουμε νά τό δανειστοῦμε ἀπό μιά κορυφαία μορφή τῆς Βυζαντινῆς Ἀναγέννησης, τόν Μέγα Φώτιο.
Σέ παραινετική του ἐπιστολή, πού απευθύνεται, τόν Μάϊο του 861, πρός τόν τότε νεοφώτιστο χριστιανό ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Βόγορι-Μιχαήλ, ὑποδεικνύει ὅλες τίς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις χρηστῆς καί ἐπιτυχημένης διοίκησης.
Ἡ παρουσίαση ὀλόκληρης τῆς ἐπιστολῆς, γιά λόγους πρακτικούς, δέν εἶναι ἐφικτή, γι' αὐτό καί θά περιοριστοῦμε μόνον σέ μιά σύντομη ἀλλά ἀρκούντως σαφή και διαφωτιστική ἀναφορά.

            Γράφει λοιπόν ὁ Ἅγιος καί Μέγας διδάσκαλος τῆς οἰκουμένης Φώτιος:

1ον). «Ὁ τῶν ἀρχόντων τρόπος νόμος γίνεται τοῖς ὑπό χεῖρα».
Τό ἦθος τῶν ἀρχόντων γίνεται νόμος γιά τόν ἁπλό λαό. Πρῶτοι καί κύριοι ὑπεύθυνοι γιά τήν φαυλότητα (ἤ τήν σπουδαιότητα) μιᾶς χώρας εἶναι οἱ ἄρχοντές της, πού ἀποτελοῦν ''ὑπογραμμόν καί παράδειγμα''. Φαῦλοι ἄρχοντες διαπλάθουν φαύλους πολῖτες.

2ον). «Οἱ περί τόν ἄρχοντα φαῦλοι καί τόν ἐκείνου συνδιαβάλλουσι τρόπον».
Στόν ἐκφαυλισμό τῶν ἀρχόντων (καί συνακόλουθα τοῦ λαοῦ) συμβάλλει τά μέγιστα τό ''περιβάλλον'' τους.

3ον). «Ὅταν τις ἄρχῃ ἑαυτοῦ, τότε νομιζέτω καί τῶν ὑπηκόων ἄρχειν ἀληθῶς».
Ὅταν ὀ ἄρχων ἄρχει στόν ἑαυτό του (καί στό περιβάλλον του), τότε ἄρχει πραγματικά καί στόν λαό.

4ον). «Κτῷ τοίνυν φίλους μή τούς φαύλους, ἀλλά τούς ἀρίστους».
Κάνε, λοιπόν, φίλους, ὄχι τούς φαύλους, ἀλλά τούς πιό καλούς.

5ον). «Μή ζήτει δέ παρά φίλων ἀκούειν τά ἡδέα, ἀλλά τά ἀληθῆ μᾶλλον. Διό μέγιστον ἡγοῦ φίλους κολάκων διαφέρειν».
Μή ζητᾶς ἀπό τούς φίλους νά ἀκοῦς ὅ, τι σέ εὐχαριστεῖ, ἀλλά τήν ἀλήθεια. Ἄλλο πρᾶγμα οἱ φίλοι καί ἄλλο οἱ κόλακες.

6ον). «Πολλαχόθεν δεῖ τόν ἄρχοντα θηρεύειν τῶν ὐπηκόων τάς γνώμας, καί οὕτω κοινωνοῖς χρῆσθαι φιλίας καί ἀρχῆς καί βουλευμάτων».
Στίς ἀποφάσεις γιά τήν εὐδαιμονία τῶν πολιτῶν ἀνάγκη νά ζητᾶς τήν γνώμη τους, ὥστε νά τούς κάνεις μετόχους καί φιλίας καί ἀρχῆς καί ἀποφάσεων. (Φωνή λαοῦ καί στά ''μεσαιωνικά'' Βαλκάνια...). 

7ον). «Ἄρχοντας μέν τινες ἔφησαν ἀρετήν ἐκ μικρᾶς μεγάλην πόλιν ποιῆσαι· ἐγώ δέ μᾶλλον ἄν φαίην τό ἐκ φαύλης σπουδαίαν παρασκευάσαι».
Λένε πώς ἄξιος ἄρχοντας εἶναι ὅποιος κάνει μεγάλη μιά μικρή χώρα. Ἐγώ ὅμως λέω πώς ἀκόμα σημαντικότερο εἶναι ἄν κατορθώσει νά κάνει σπουδαία μιά πολιτεία φαύλη.

8ον). «Τάς μετά σφοδρότητος ὑποσχέσεις εὐλαβεῖσθαι χρή».
Πρέπει νά προσέχεις τίς ὑπερβολικές ὑποσχέσεις.

9ον). «Χρυσός ἅπαντα τά ἀνθρώπινα στρέφει. Ἄχρηστον καί νομίζων καί πᾶσιν ἐπιδεικνύς τόν τοῖς φιλοῦσιν ἰσχυρόν ἐπίβουλον, χρυσόν».
Τό χρυσάφι ἀνατρέπει τά πάντα στούς ἀνθρώπους. Νά θεωρεῖς ἄχρηστον τόν χρυσό, πού εἶναι φοβερή παγίδα ὅσων τόν ἀγαποῦν, καί νά τό δείχνεις σέ ὅλους.  

10ον). «Ὅσῳ δέ τις προέχει τῇ αρχῇ, τοσούτῳ χρεωστεῖ πρωτεύειν καί τῇ ἀρετῇ».
Ὅσο πιό μεγάλη ἐξουσία ἀποκτᾶ κάποιος, τόσο πιό πολύ ὀφείλει νά διακρίνεται καί στήν ἀρετή.

            Στήν τοπική αὐτοδιοίκηση, ἀλλά καί στήν κεντρική πολιτική σκηνή τῆς Πατρίδας μας, ὑπάρχουν ἄραγε ἱκανοί καί πρόθυμοι ἄνθρωποι να βάλουν σέ ἐφαρμογή τίς πολύτιμες  αὐτές παραινέσεις τοῦ Μεγάλου Φωτίου;
Προσωπικῶς ἐκτιμῶ πώς ὑπάρχουνε καί μάλιστα πολλοί. Ἁπλῶς ἡ φανέρωσή τους θά ἔρθει στήν ὥρα πού θά τό δικαιούμαστε: Ὅταν δηλαδή, ὡς λαός, ὁμολογήσουμε μέ εἰλικρινή συντριβή τά λάθη μας καί ἀποφασίσουμε μέ πίστη καί θάρρος νά τά διορθώσουμε.
Τά ξένα πρότυπα, δυστυχῶς,  ἀποδείχθηκαν ὀλέθρια γιά τό Γένος μας. Καιρός λοιπόν νά ξαναγυρίσουμε στίς ρίζες μας· νά ἐπιστρέψουμε στίς πατροπαράδοτες ἀξίες καί τά πανάρχαια ἰδανικά μας. Διότι ἐκεῖ μονάχα θά ξαναβροῦμε τίς δυνάμεις καί τό κουράγιο, πού τώρα χρειαζόμαστε.


Σημείωση:

          Τά παρατεθέντα ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς καί ἡ νεοελληνική τους ἀπόδοση προέρχονται ἀπό τό βιβλίο, τῶν ἐκδόσεων ΑΡΜΟΣ, μέ τίτλο ''Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως- Ο ΗΓΕΜΩΝ''. 

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ


            Σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητοί γονείς, καλά μας παιδιά,
            Γιορτάζουμε σήμερα και τιμούμε τους 3 Ιεράρχες ως Χριστιανοί, ως Έλληνες, ως δάσκαλοι και ως γονείς μαθητών.
            Ως Χριστιανοί, γιατί καθάρισαν και στερέωσαν τη Χριστιανική ορθόδοξη πίστη. Ως Έλληνες, γιατί διέγνωσαν τη μεγάλη πολιτιστική αξία του κλασσικού αρχαιοελληνικού μας πολιτισμού και διέδωσαν τα ελληνικά γράμματα. Τιμούμε ακόμα τους 3 Ιεράρχες εμείς οι δάσκαλοι ως λαμπρούς παιδαγωγούς. Η διδασκαλία τους και τα συγγράμματά τους για την ορθή αγωγή και ανατροφή των νέων ούτε σήμερα, αλλά ούτε και στο μέλλον θα πάψουν να έχουν μεγάλη παιδαγωγική αξία. Αλλά περισσότερο από τα λόγια και τα γραπτά τους στέκουν ανάμεσά μας παιδαγωγοί άφταστοι με το παράδειγμα της πράξης και της ζωής τους. Μιας ζωής γεμάτης αγώνες για το καλό, για το υψηλό, για το σεβασμό προς το υπέρτατο Ον. Αλλά ας γνωρίσουμε καλύτερα αυτές τις θεϊκές και σπάνιες μορφές που μπόρεσαν να δώσουν τόσα πολλά, αυτούς τους φωτισμένους, θεόπνευστους άνδρες.
            Ο Μέγας Βασίλειος γεννήθηκε περίπου το 330 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Η γιαγιά του και η μητέρα του ανέλαβαν να πλάσουν την ψυχή του μικρού Βασιλείου. Του έδωσαν λοιπόν την αγάπη για το Θεό και τους ανθρώπους. Έτσι ριζώθηκαν βαθιά στην ψυχή του τα ανώτερα και αγνά ιδανικά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε από τον πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια, στο Βυζάντιο και στη συνέχεια στην Αθήνα. Όταν γύρισε στον Πόντο διακρίθηκε ως ρήτορας. Έκανε μεγάλη εντύπωση τους ακροατές του η μεγάλη του μόρφωση, η πλούσια πείρα του και η θεία πνοή των λόγων του. Την τεράστια περιουσία του τη μοίρασε στους φτωχούς και ίδρυσε τη Βασιλειάδα, μια μεγάλη έκταση με πτωχοκομεία, γηροκομεία, νοσοκομεία και πολλά άλλα. Τα πάντα τα έδινε στους άλλους, ενώ για τον εαυτό του αρκούσε μόνο ένα απλό ράσο και ένα ζευγάρι παπούτσια, πράγματα που μαζί με λίγα βιβλία αποτελούσαν όλη την περιουσία του. Το σθένος του και η τόλμη του μπροστά στους ισχυρούς, υπήρξαν υποδειγματικά. Δε δίστασε ούτε μπροστά στο Μόδεστο, τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα, όταν τον απείλησε με δήμευση της περιουσίας του, εξορία και θάνατο, γιατί δεν ασπάστηκε τον αρειανισμό, να του πει ότι δε φοβάται τίποτε απ’ αυτά, γιατί δεν έχει παρά λίγα παλιά ενδύματα, ενώ οι κακουχίες κει ο θάνατος θα τον φέρουν πιο γρήγορα κοντά στο Θεό, πράγμα που επιθυμεί τόσο πολύ. Πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379, σε ηλικία 49 χρονών. Ο θάνατός του λύπησε χιλιάδες λαού, γιατί είχε χάσει τον προστάτη του, το βοηθό, το συμπαραστάτη του.
            Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό, κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας. Ανατράφηκε με μεγάλη θρησκευτικότητα και γι’ αυτό αγάπησε πολύ την πίστη του και θέλησε να τη βοηθήσεις μ’ όλες του τις δυνάμεις. Σκέφτηκε όμως ότι για να τη βοηιήσει αποτελεσματικά πρέπει να μορφωθεί. Πήγε λοιπόν να πραγματοποιήσει το σκοπό του στην Καισάρεια, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα. Όταν γύρισε, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Ναζιανζό. Το 378 τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, γιατί είχε επικρατήσει ο Αρειανισμός και η ορθόδοξη πίστη κινδύνευε να καταποντιστεί. Ελάχιστους ορθοδόξους βρήκε ο Γρηγόριος στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά η ευγλωττία του και δύναμη του λόγου του βοήθησαν και ενθουσίασαν τους ακροατές του, που κάθε μέρα γίνονταν και περισσότεροι. Η μεγάλη σοφία, η σύνεση και η θεία πνοή που χαρακτήρισαν του λόγους του έγιναν αιτία να ονομαστούν θεολογικοί, γι’ αυτό ακριβώς και ο ίδιος ονομάστηκε Θεολόγος. Έγινε αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και έλαβε μέρος στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, όπου το σοφό και διαυγές πνεύμα του έδωσε σπουδαίες συμβουλές και κατευθύνσεις. Αργότερα αποσύρθηκε στην Αριανζό σε μόνωση και ησυχία, όπου και πέθανε σε ηλικία 90 χρονών.
            Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 345 στην Αντιόχεια. Η μητέρα του τον ανέθρεψε με ευσέβεια και φύτεψε στην ψυχή του το σεβασμό και την αγάπη στα διδάγματα του Σωτήρα μας. Προοριζόταν για το νομικό στάδιο και διδάχτηκε ρητορική και φιλοσοφία. Λίγο καιρό ήταν δικηγόρος ο Ιωάννης, αν και ήταν πράγματι φοβερός στο λόγο. Γρήγορα άφησε το επάγγελμα αυτό για να ζήσει τη ζωή του ασκητή για κάποια χρόνια. Επιστρέφοντας στην Αντιόχεια χειροτονείται διάκονος και πρεσβύτερος. Εκεί διακρίθηκε για την ευσέβεια, τη φιλανθρωπία, το πνεύμα, αλλά περισσότερο για την εξαιρετική ευγλωττία του, που γινόταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστη αφού τη σφράγιζε και της έδινε πνοή ο Λόγος του Θεού, που τόσο πιστά υπηρετούσε. Οι λόγοι του προκαλούσαν ρίγη ενθουσιασμού. Από το στόμα του έρρεαν ποταμοί μέλιτος. Θεωρείται ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της ορθοδοξίας, γι’ αυτό ακριβώς και ονομάστηκε Χρυστόστομος. Σε λίγο η φήμη του είχε φτάσει πολύ μακριά. Γρήγορα τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος. Ως αρχιεπίσκοπος έδειξε αγάπη και τόλμη εξαιρετική. Οργάνωσε συσσίτια, στα οποία κάθε μέρα μοιραζόταν φαγητό σε 7000 φτωχούς. Προσπάθησε επίσης να σταματήσει τα έργα του σκότους που συνέβαιναν στους κόλπους της Εκκλησίας και του κράτους. Με την ευφράδεια του λόγου του καυτηρίαζε το ίδιο κληρικούς και πολίτες και δε δίστασε να ελέγξει και την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία για την παράνομη ζωή που ζούσε. Οργίστηκε λοιπόν η Ευδοξία και έπεισε τον αυτοκράτορα να εξορίσουν τον Ιωάννη. Φοβήθηκαν όμως την οργή του λαού, που υπεραγαπούσε τον Ποιμένα του και ανακάλεσε τη διαταγή. Ωστόσο ο Ιωάννης με θάρρος και παρρησία δεν έπαψε να στρέφεται εναντίον κάθε παραβάτη και έτσι δημιούργησε εχθρούς ισχυρούς, που αυτή τη φορά κατάφεραν να τον εξορίσουν. Από τις πολλές ταλαιπωρίες όμως και κακουχίες πέθανε στο δρόμο για την εξορία το 407.
            Αυτοί υπήρξαν οι μεγάλοι της Εκκλησίας μας διδάσκαλοι, που με τα φωτισμένα τους πνεύματα είχαν πολύ σωστά αντιληφθεί ότι για να αλλάξει η ανθρωπότητα πρέπει να δοθεί έμφαση στην παιδεία. Αυτή ήταν η αρχή και η βάση μιας φωτισμένης κοινωνίας, όπως την οραματίστηκαν και όπως θέλησαν να την πλάσουν. Αυτοί οι φωστήρες του Πνεύματος τιμούνται σήμερα απ’ όλο το χριστιανικό κόσμο για την όντως τόσο πολύτιμη προσφορά τους.
            Η Εκκλησία μας όρισε να τους τιμάει και τους 3 μαζί έπειτα από ένα παράδοξο γεγονός που συνέβη στην Κωνσταντινούπολη τον 11ο αιώνα. Οι Χριστιανοί είχαν χωριστεί σε τρεις ομάδες, οι οποίες φιλονικούσαν και μάλωναν μεταξύ τους. Η μια μερίδα ήταν οι Βασιλίτες, αυτοί δηλαδή που θαύμαζαν το Βασίλειο και έλεγαν ότι αυτός υπήρξε ο σπουδαιότερος άγιος. Η άλλη μερίδα ήταν οι Γρηγορίτες, που θεωρούσαν το Γρηγόριο τον πιο μεγάλο πατέρα της Εκκλησίας και η τρίτη μερίδα ήταν οι Ιωαννίτες, που θαύμαζαν και θεωρούσαν σπουδαιότερο πατέρα το Χρυσόστομο, γιατί υπήρξε γλυκύτατος και φωτισμένος στο λόγο. Πολλές φορές αγρίευαν οι Χριστιανοί των διαφόρων μερίδων και δημιουργούσαν δυσάρεστες καταστάσεις. Την εποχή εκείνη ζούσε κάποιος άγιος επίσκοπος, ο Ιωάννης, ο οποίος θλιβόταν πολύ βλέποντας αυτή την κατάσταση των Χριστιανών, γιατί δεν ήθελε να είναι οι Χριστιανοί χωρισμένοι και μαλωμένοι. Μια νύχτα είδε ένα παράξενο όραμα: Είδε να κατεβαίνουν από τον ουρανό οι 3 Ιεράρχες ενωμένοι και αγαπημένοι. Είπαν λοιπόν στον έκθαμβο επίσκοπο: «Όπως βλέπεις, είμαστε και οι 3 μαζί ενωμένοι στον ουρανό και δοξασμένοι κοντά στο Θεό. Τίποτε δε μας χωρίζει. Έτσι θέλουμε να είμαστε και στη γη. Να βρεις λοιπόν τους Χριστιανούς και να τους πεις να μονοιάσουν. Να σταματήσουν οι φιλονικίες και οι τσακωμοί, που φέρνουν μεγάλο κακό στις ψυχές και στην κοινωνία και να είναι αγαπημένοι. Εμείς όσο ζούσαμε διδάσκαμε την αγάπη, γιατί μόνο αυτή κάνει όμορφη τη ζωή». Αυτά είπαν και εξαφανίστηκαν. Ο επίσκοπος Ιωάννης την άλλη μέρα έκανε ακριβώς όπως του είπαν. Κάλεσε τους χριστιανούς, τους είπε την επιθυμία των αγίων και όρισε την 30η Ιανουαρίου να τιμούνται μαζί, αφού και οι τρεις γιορτάζουν και μεμονωμένα μέσα στον Ιανουάριο. Έτσι ο μήνας θα σφραγίζεται με την κοινή γιορτή των 3 Ιεραρχών, που δεν υπήρξαν απλώς 3 άνθρωποι με αίγλη και δόξα, αλλά 3 ήλιοι, 3 φωστήρες που φωτίζουν ολόκληρη την οικουμένη. Χίλια πεντακόσια χρόνια και περισσότερο πέρασαν από τότε που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, κι όμως τα άστρα τους δεν έδυσαν, το φως τους δεν εξαφανίστηκε. Τα ονόματά τους είναι πασίγνωστα.
            Αυτούς λοιπόν αξίζει να μιμούμαστε και να έχουμε όλοι και ιδιαίτερα οι νέοι προστάτες στη ζωή, αυτούς και όχι τα ψευτοαστέρια της τηλεόρασης και της μπάλας, που βαδίζουν προς τη δύση, καθώς ύστερα από λίγο καιρό θα εξαφανιστούν από το στερέωμα της επικαιρότητας και το όνομά τους θα λησμονηθεί.
            Ας βάλουμε λοιπόν τους αγίους μας οδοδείχτες στη ζωή μας, γιατί από τότε μέχρι σήμερα μας δείχνουν το σωστό δρόμο προς τον ουρανό, και ας γίνουμε όχι μόνο των λόγων τους εραστές, αλλά και προπάντων των έργων τους μιμητές. Γιατί γιορτή αγίου σημαίνει μίμηση αγίου.

Σας ευχαριστώ.

Η επικαιρότητα του λόγου των Τριών Ιεραρχών ׃ Ένα μήνυμα ανθρωπισμού και παρρησίας

Tρεις Ιεραρχες
Το να μιλήσει κάποιος για τους Τρεις Ιεράρχες δεν είναι μια εύκολη υπόθεση καθώς πρέπει μέσα σε λίγα λεπτά να σκιαγραφηθούν 16 αιώνες επίδρασης τής πνευματικής τους παρουσίας στην Οικουμένη. Ο ομιλητής κινδυνεύει να βρεθεί και πάλι στη δίνη των μεγαλόστομων εκφράσεων και των πολυειπομένων πληροφοριών και λεπτομερειών.
Μελετώντας αναλυτικότερα όμως το έργο τους και την εν γένει βιοτή τους, θεωρώ πως έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον η αναγωγή στο σήμερα και κατά πόσο μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα για όλους μας στην πολυεπίπεδη κρίση που διέρχεται η χώρα.
Η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες κλπ. Το μήνυμα τους επίκαιρο, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις που γεμίζουν ελπίδα. 
Ο Μ. Βασίλειος πριν δεκαεφτά αιώνες περιγράφει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σημερινή οδυνηρή πραγματικότητα και τα λόγια του αποκτούν προφητική σημασία. «Γεγενήμεθα καθάπερ η ψάμμος, διηρημένοι, ού συνημμένοι αλλήλοις». Έχουμε φτάσει δηλαδή εξαιτίας της ατομικότητας μας να είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας, όπως η άμμος, φαίνεται από μακριά σαν κάτι ενιαίο, αλλά από κοντά είναι κόκκοι διηρημένοι. Λείπει η κατακόρυφη κίνηση κοινωνίας με το Θεό από όπου αντλείται η οριζόντια, με τον κάθε άνθρωπο.

Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο από δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Ο ιερός Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Όσοι έχουν ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοούν το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους, ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη και ευρύτητα γνώσεων. Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες τονίζουν κατ’ επανάληψη στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις ακραίων χριστιανών που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι» όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων». Ο Χρυσόστομος προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του και δε χάνει ευκαιρία να υμνήσει την προσφοράς της φιλοσοφίας στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.
Οι Τρεις αντιδρούν στην επιφανειακή πίστη και σε μια εκκλησία που είναι μέσο στα χέρια των ισχυρών για χειραγώγηση ανθρώπων και λαών. Δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία κάποιων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν, προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια, ενώ ούτε έναν οβολό δε δίνουν στους θλιβομένους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού». 
Η παιδεία είναι γι’ αυτούς ένα είδος ποιμαντικής αγωγής. Ο δάσκαλος κατευθύνει, οδηγεί, μεταδίδει ζωή, όχι μόνο γνώσεις, παραδίδοντας τη σκυτάλη στους μαθητές του. Η παιδεία δεν είναι “ξηρή πολυμάθεια”, αλλά κατά τον Βασίλειο, «ανατροφή μετ’ ευλαβείας και μετάληψις αγιότητος». Πέρασαν δεκαεφτά περίπου αιώνες στην Ιστορία της ανθρωπότητας για να φτάσει η σύγχρονη Παιδαγωγική επιστήμη να προσεγγίσει τις βασικές βιωματικές αρχές πάνω στις οποίες θεμελίωσαν τα παιδαγωγικά τους αξιώματα.
Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν πανεπιστήμονες με την κυριολεκτική σημασία του όρου και δε διακρίθηκαν σ’ έναν τομέα γνώσης. Χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, το ελεύθερο πνεύμα και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στο συνάνθρωπο.
Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Από τα κείμενα βλέπουμε ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.
Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. 
Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο, αποτέλεσε την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.
Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας και άλλοτε δυναμικά ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.
Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτούς οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρίσκονταν στην πόλη.
Υποστηρίζει όποιον αδικείται από την πολιτική εξουσία, φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων. Ανυποχώρητος στα πιστεύω του δε συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στους πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια και όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την εξουσία, γι’ αυτό και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές.
Βασικό στοιχείο της αγιότητάς τους ήταν η στάση τους σε θέματα αρχών και πίστης. Ασυμβίβαστοι, δε δίστασαν να συγκρουστούν με την εξουσία προκειμένου να υπερασπιστούν την δικαιοσύνη ή την ορθόδοξη πίστη γεγονός που τους οδήγησε σε πικρίες, εξορίες, διωγμούς. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και δε σκέφτηκαν αν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη αψηφώντας τις συνέπειες.
Έτσι δε δίστασε ο Μεγ. Βασίλειος να αρνηθεί την φιλία του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη, λέγοντας του "Την βασιλέως φιλίαν μέγα μεν ηγούμαι μετ' ευσέβειας, άνευ δε ταύτης, ολεθρίαν αποκαλώ". Επίσης στον έπαρχο Μόδεστο, απεσταλμένο του ίδιου αυτοκράτορα ο ιεράρχης απαντά: «Είμαστε πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό δεν υπολογίζουμε τίποτα, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. Να τα πεις να τ’ ακούσει αυτά ο βασιλιάς...» (PG 36,561).
Ανάλογη είναι η απάντηση του Μεγ. Βασιλείου πάλι στο Μόδεστο όταν αποπειράται να τον τρομοκρατήσει με δήμευση περιουσίας, εξορία, θάνατο. «Μ’ άλλο τίποτα φοβέριξέ με αυτά δε με φοβίζουν». Ο Έπαρχος απορεί. «Κανείς μέχρι τώρα δεν μίλησε με τέτοιο θάρρος μπροστά μου» λέει και ο Βασίλειος που υπήρξε πάντα ταπεινός, στην ιστορική αυτή στιγμή δεν διστάζει να πει: «Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό Επίσκοπο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον ίδιο τρόπο, αφού θα αγωνίζονταν για τόσο υψηλά πράγματα».
Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους Αρειανούς και πήρε πίσω τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης, που είχαν καταπατήσει, ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες αμφισβήτησαν την εκλογή του ως επισκόπου, παραιτήθηκε από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης και την προεδρία της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Γνώρισμά του ήταν όπως έγραφε, το «μή παρασυρῆναι» και να έχει «παρρησίαν» (PG 37, 32-33).
Ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και θέλησε να καθαρίσει την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς που είχαν την προστασία της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, δε δίστασε να ελέγξει και εκείνη  για τη ζωή της. "Ο Θεός" της γράφει "σου έδωσε το βασιλικό σκήπτρο για να απονέμεις παντού την δικαιοσύνη. Χώμα και στάχτη, χόρτο και σκόνη, σκιά και καπνός και όνειρο είναι ο άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι ισχυρός άρχοντας. Δώσε τέλος στον πόνο και στη δυστυχία των απελπισμένων. Μήπως θα κατέβουν μαζί σου στον τάφο τα σταφύλια των κλημάτων, τα χρήματα και η δόξα της εξουσίας;". 
Δεν συμβιβάστηκε μαζί της γι’ αυτό εξορίστηκε και πέθανε από αφάνταστες κακουχίες. Χαρακτηριστικό του ασυμβίβαστου φρονήματός είναι η ομιλία, που εκφώνησε φεύγοντας για την εξορία: «Πολλά τά κύματα καί χαλεπόν τό κλυδώνιον• ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δεν φοβόμαστε) μή καταποντισθῶμεν• ἐπί γἀρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται• ἐγειρέσθω τά κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427). Έτσι έδωσε παράδειγμα αιώνιο στους εκκλησιαστικούς ηγέτες κάθε εποχής, τονίζοντας πως όποιος θέλει να είναι πρώτος, πρέπει να είναι υπηρέτης όλων.
Μέλημα των Τριών Ιεραρχών ήταν η διατήρηση της πίστης, από παραχαράξεις της διδασκαλίας του Ευαγγελίου. Όπως φαίνεται από τα συγγράμματά τους, συχνά μιλούσαν για τις αιρέσεις και τους αιρετικούς, ορθώνοντας το πνευματικό τους ανάστημα. Τα πνευματικά τους βέλη δεν τα έστρεφαν εναντίον των ανθρώπων, αλλά της αιρέσεως που αυτοί δίδασκαν και διέδιδαν. Χαρακτηριστικά έλεγε ο ιερός Χρυσόστομος: “Χρησιμοποιώ ως άλλο όπλο το λόγο και τον στρέφω όχι εναντίον των ανθρώπων, που είναι θύματα της αιρέσεως, αλλά εναντίον της αιρέσεως” (ΕΠΕ 37, 296). Για τους καθοδηγητές δε δίσταζαν να γράψουν και τους πιο βαρείς χαρακτηρισμούς, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να ξεφύγουν από τις πλεκτάνες τους. Έτσι ο άγιος Γρηγόριος τους ονομάζει “βαρείς λύκους… ληστάς και κλέπτας” (ΕΠΕ 2, 156, 242).
Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι σύγχρονες και εξαιρετικά προωθημένες για την εποχή τους. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς ως χριστιανοί οφείλουμε να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β). 
Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει. Είναι γνωστή η άποψη του Γρηγορίου δεκαεπτά αιώνες πριν, όταν στιγμάτιζε, τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους: "Δε δέχομαι αυτή τη νομοθεσία" έλεγε. "Άνδρες ήταν οι νομοθέτες γι' αυτό ενομοθέτησαν κατά των γυναικών. Ουκ ένι άρσεν ή θήλυ είπεν ο Κύριος". Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου. 
Το θέμα στο οποίο επανέρχονταν συχνά ήταν το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών. Πλούσιοι και οι τρεις μοίρασαν τις περιουσίες τους και αφιέρωσαν το χάρισμα του λόγου και της πέννας, που τους χάρισε ο Θεός, στο να γίνουν πιο αδελφικές οι σχέσεις των ανθρώπων.  Επανειλημμένα και οι τρεις έκαναν λόγο για τον πλούτο.
«Η θάλασσα» έλεγε ο Μέγας Βασίλειος μιλώντας για τον πλεονέκτη, «γνωρίζει τα όριά» της, η νύχτα δεν υπερβαίνει τις οροθεσίες που καθόρισε ο Δημιουργός• ο πλούσιος όμως δεν χορταίνει• ο πόθος του να αυξήσει τα πλούτη του μοιάζει με ασταμάτητη πυρκαγιά». Έχεις «τόσα και τόσα» αγαθά, ρωτά. Τι θα γίνει τελικά; Τρεις πήχεις γης δεν περιμένουν και σένα –όλοι κι όλοι– όταν πεθάνεις; Ποιος θα σε υπερασπιστεί την ώρα της Κρίσεως; Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου θα βλέπεις τις όψεις εκείνων προς τους οποίους έδειξες ασπλαχνία• εδώ του ορφανού τα δάκρυα, εκεί της χήρας το στεναγμό, από αλλού τους δούλους που ταλαιπωρούσες» (ΕΠΕ 6, 308).
Παρόμοια εκφραζόταν για τον πλούτο ο άγιος Γρηγόριος. Ο πλούσιος έλεγε ούτε συγκινείται από τη δυστυχία των πτωχών ούτε υπολογίζει «την του Θεού τιμωρίαν». Διότι ο πλούτος δημιουργεί προβλήματα που έχουν σχέση με τη σωτηρία της ψυχής (ΕΠΕ9,140 190).
Είναι πραγματικά «ολέθριον» το πάθος του πλουτισμού, έλεγε και ο ιερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 14, 248). Αλλού τονίζει ότι ούτε ο πλούτος είναι κάτι κακό ούτε η πενία κάτι καλό αλλά ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται αποκτά το καθένα κακή ή καλή σημασία (ΕΠΕ 32, 456). «Πλούσιο σε έκανε ο Θεός έλεγε για να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη, για να εξαλείψεις τα αμαρτήματά σου με τις ελεημοσύνες σου (ΕΠΕ 31, 664). Να θυμάσαι, πρόσθετε, ότι ο πλούτος είναι κάτι «ευρίπιστον», γλιστρά και χάνεται γρήγορα (ΕΠΕ 36, 602). "Άσκησε την ψυχή του παιδιού πρώτα…Θέλεις να το αφήσεις πλούσιο; Μάθε το να είναι καλός άνθρωπος... Γιατί πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει ανάγκη από πολλά αλλά εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε". Ηχούν παράξενα τα λόγια προς γονείς του αγ. Ιωάννη στο σημερινό κόσμο που έχει επιδοθεί στο κυνήγι του εύκολου πλουτισμού, της καλοπέρασης και της επίδειξης.
Ο Μέγας Βασίλειος ανατρέπει τις αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια στα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες αλλά κάποιοι…που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών…άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι εκείνοι που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα, για οποιουσδήποτε λόγους. Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν εύκολα τους απλώνουν το χέρι και τους μακαρίζουν».
Ο Βασίλειος και ο Ιωάννης θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν ως πρότυπο την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά. (PG 2,123). Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν πως τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την πείνα και την εξαθλίωση. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», ενώ ο Βασίλειος διερωτάται «ως πότε θα κυβερνά ο πλούτος που είναι η αιτία του πολέμου; Οι εξοπλισμοί» συμπληρώνει «γίνονται για την απόκτηση πλούτου». Ο Γρηγόριος συμπληρώνοντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα καταδίκη των πολιτών», (ΒΕΠ 59, 141).
Σήμερα βλέπουμε στα σχολεία μας, στον ελλαδικό χώρο, μία συνειδητή προσπάθεια υποβάθμισης της γιορτής σε αντίθεση με την Κύπρο και την Ομογένεια όπου το περιεχόμενο του εορτασμού είναι πιο ουσιαστικό και πνευματικό. Στη χώρα μας κάποιοι προσπαθούν αποκόπτοντας την παιδεία μας από τον ανθρωπιστικό και ηθοπλαστικό προσανατολισμό της, να αλλοιώσουν πρότυπα, ώστε να κάνουν τους μαθητές εύκολη βορά στα κελεύσματα της τρόικας και της παγκοσμιοποίησης. Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.
Οι Τρεῖς Ἱεράρχες διδάσκουν ὅτι ἡ κοινωνικὴ εὐαισθησία δὲν ἔχει ὅρια θρησκευτικὰ ἢ φυλετικὰ καὶ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ΘΥΣΙΑΣ. Ἡ ἐξάλειψη τῆς διαφθορᾶς δὲ διασφαλίζεται μόνο μὲ τὴ διαμόρφωση ἑνὸς ὑγιοῦς πολιτικοῦ πλαισίου καὶ τὴν ἐξασφάλιση ἰσορροπιῶν σὲ πολιτικοοικονομικὸ ἐπίπεδο. Προϋποθέτει ἀνθρώπους μὲ πνευματικότητα καὶ ἦθος. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης μας δίνουν το μήνυμα, πως μπορούμε να επιβιώσουμε, μιμούμενοι το ήθος, και την αγωνιστικότητα τους. Η σύνδεσή μας με την παράδοση των Τριών Ιεραρχών και των μεγάλων μορφών του Γένους μας αποτελεί ίσως τη μόνη ελπίδα για διατήρηση της ταυτότητας μας, αλλά και αναμόρφωσης του δυτικού κόσμου. Τέτοιους ηγέτες, γενναίους και ασυμβίβαστους με το κακό χρειαζόμαστε σήμερα. Και ας παρακαλούμε την Ιδρυτή της Εκκλησίας μας να μας τους χαρίζει.
Δημήτριος Κανελλόπουλος
Φιλόλογος - Θεολόγος
Ομιλία προς εκπαιδευτικούς

Περί της τέλειας αγάπης (Συμεών Ν. Θεολόγος)

Και ότι εάν δεν γίνομε από εδώ ήδη με προθυμία μέτοχοι της μεθέξεως του Πνεύματος, ούτε πιστοί Χριστιανοί μπορούμε να είμαστε, αλλά ούτε υιοί και τέκνα του Θεού θα γίνομε.
«Αδελφοί και πατέρες, εάν αυτός που υποκρίνεται την αρετή προς απάτη και απώλεια πολλών είναι πράγματι άθλιος και θεωρείται καταδικασμένος και σιχαμερός από τον Θεό και τους ανθρώπους, είναι φανερό ότι αυτός που εμφανίζεται προσποιητά με κάποια εμπάθεια, ενώ είναι απαθής, προς σωτηρία και ωφέλεια πολλών, σύμφωνα με τους παλαιούς πατέρες, είναι επαινετός και μακάριος. Διότι, όπως ο διάβολος με το πρόσχημα του όφεως και συμβουλής, που φαινομενικά βέβαια ήταν χρήσιμη και ωφέλιμη, στην πραγματικότητα όμως συνέβαινε να είναι θανάσιμη, αποστερώντας τον άνθρωπο από τον Θεό και από όλους τους καρπούς του παραδείσου, αποδείχθηκε θεομάχος και ανθρωποκτόνος, έτσι και αυτός που με το πρόσχημα της κακίας προφέρει φαινομενικά πονηρούς λόγους, με σκοπό να μάθει καλά τα τελούμενα από τον διάβολο, δι’ αυτών που υποκρίνονται, την αρετή και ευλάβεια, ώστε να οδηγήσει τους δράστες των κακών σε μετάνοια και σωτηρία και εξομολόγηση, γίνεται προφανώς πράγματι χριστομίμητος και συνεργός του Θεού και σωτήρας ανθρώπων. Αυτό όμως είναι έργο εκείνων μόνο, των οποίων η αίσθηση είναι αναίσθητη για τον αέρα τούτον και τον κόσμο και τα αισθητά πράγματα, των οποίων η διάνοια δεν πάσχει μαζί με τα ορώμενα, αλλά έφυγε έξω από το σώμα της ταπεινώσεως· είναι έργο των ισαγγέλων, δηλαδή εκείνων που ενώθηκαν τελείως με τον Θεό και απέκτησαν μέσα τους τελείως όλον τον Χριστό με έργο και εμπειρία, με αίσθηση και γνώση και θεωρία
Πράγματι είναι κακό το να κρυφακούει ή να παρατηρεί κανείς κρυφά τι συζητά ή διαπράττει ο πλησίον, αλλά μόνο όταν αυτό γίνεται με σκοπό να κατηγορήσει ή εξευτελίσει ή κακολογήσει ή διασύρει σε κατάλληλη ευκαιρία όσα είδε ή άκουσε. Εάν όμως αυτό το κάνει για να διορθώσει τα σφάλματα του πλησίον με συμπάθεια και σοφία και φρόνηση και να προσευχηθεί γι’ αυτόν με όλη την καρδιά του και με δάκρυα, τότε το έργο αυτό δεν είναι πονηρό. Διότι εγώ είδα άνθρωπο να χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους και πολλές μεθόδους, για να μη του ξεφύγει τίποτε απαρατήρητο από όσα λέγονταν ή γίνονταν από τους συνανθρώπους του. Δεν το έκαμε αυτό για να τους βλάψει, μη γένοιτο, αλλά για να τους απομακρύνει από τις αντίθετες πράξεις και τους λογισμούς, άλλον με τον λόγο, άλλον με δώρα, και άλλον με κάποια άλλη δικαιολογία. 
Και είδα τον άνθρωπο αυτόν άλλοτε να κλαίει για τον τάδε, άλλοτε να θρηνεί για έναν άλλο, και άλλοτε να χτυπά και το πρόσωπό του και το στήθος του για κάποιον άλλο, αποδεχόμενος δηλαδή το πρόσωπο του αμαρτήσαντος με λόγο ή έργο, και θεωρώντας τον εαυτό του ότι αυτός είναι εκείνος που έκανε το κακό και εξομολογούμενος στον Θεό και προσπίπτοντας και πενθώντας σφοδρώς. Και είδα άλλον να χαίρεται τόσο πολύ γι’ αυτούς που κατορθώνουν πολλά και αγωνίζονται και να αναγνωρίζει την προκοπή εκείνων, ώστε να φαίνεται σαν να πρόκειται να λάβει αυτός μάλλον τους μισθούς των αρετών και των κόπων παρά εκείνοι. 
Αντίθετα, τόσο λυπούνταν και στέναζε γι’ αυτούς που με λόγο ή έργο καταπίπτουν και επιμένουν στα κακά, ώστε να φαίνεται ότι αυτός μόνο στ’ αλήθεια θ’ αποδώσει για όλους εκείνους τον απαιτούμενο λόγο και ότι θα παραδοθεί στην κόλαση
Και είδα άλλον να ενδιαφέρεται και να επιθυμεί τη σωτηρία των αδελφών του τόσο, ώστε πολλές φορές να δέεται στον φιλάνθρωπο Θεό με δάκρυα θερμά από το βάθος της καρδιάς του ή και εκείνοι να σωθούν, ή και αυτός μαζί με εκείνους να κατακριθεί, επειδή από διάθεση θεομίμητη και μωσαϊκή δεν ήθελε καθόλου να σώσει μόνο τον εαυτό του. Διότι αφού συνδέθηκε προς αυτούς πνευματικά με την αγία αγάπη εν Αγίω Πνεύματι, προτιμούσε να μη εισέλθει ούτε στην βασιλεία των ουρανών και χωρισθεί  απ’ αυτούς. Ω δεσμός άγιος, ω δύναμη απερίγραπτη, ω ψυχή ουρανόφρονη, ή καλύτερα να πούμε, ψυχή θεοφορούμενη και τελειωμένη μέσα στην αγάπη του Θεού και του πλησίον!
Αυτός λοιπόν που δεν έφθασε σε τέτοια αγάπη, ούτε είδε ίχνος απ’ αυτήν μέσα στην ψυχή του, ούτε αισθάνθηκε καθόλου την παρουσία της, συμβαίνει να κρύβεται ακόμα στην γη και στα της γης ή καλύτερα κάτω από την γη, όπως ο τυφλοπόντικας, είναι δηλαδή και αυτός τυφλός όπως εκείνος και με μόνη την ακοή ακροάζεται αυτούς που ομιλούν πάνω στην γη. Αλλοίμονο για τη συμφορά, διότι, ενώ γεννηθήκαμε από τον Θεό και γίναμε αθάνατοι και αξιωθήκαμε να είμαστε μέτοχοι επουρανίου κλήσεως και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού και πολίτες των ουρανών, ακόμη δεν γνωρίσαμε τα τόσα αγαθά. Αλλά με αναισθησία, για να ομιλήσω απλά, όπως ο σίδηρος ρίχνεται μέσα στην φωτιά ή όπως το άψυχο δέρμα βάφεται ανεπαίσθητα με την κόκκινη βαφή, έτσι και εμείς βρισκόμαστε ακόμα στο κέντρο τόσων αγαθών του Θεού, ομολογώντας ότι δεν έχουμε καμία αίσθηση μέσα μας. Και καυχόμαστε ότι είμαστε ήδη σεσωσμένοι και συναριθμημένοι με τους αγίους, προσποιούμενοι και ενδυόμενοι και υποκρινόμενοι την αγιοσύνη, σαν να ζούμε αθλίως πάνω σε ορχήστρα ή σκηνή, και γινόμαστε όμοιοι με τους μίμους και τις πόρνες, οι οποίες, επειδή δεν έχουν τη φυσική ομορφιά, με αφροσύνη επιδίδονται στο στολισμό τους με χρώματα και ξένες βαφές. Αλλά, δεν είναι τέτοιοι οι χαρακτήρες των αγίων που γεννώνται από τον ουρανό».
(Απόσπασμα από την 8η Κατήχηση του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, Τ Φ 19Δ, σελ.19- 25). 

"Τη μυστική εν φόβω τραπέζη προσεγγίσαντες πάντες". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Πέμπτη

  Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού «Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε τ...