Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2015

Η γνήσια πνευματικότητα - Kυριακή της Τυροφάγου


Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα προέρχεται από την «Έπί του όρους ομιλία» του Χριστού- είναι η περικο­πή Ματθ. 6, 14-21 που ακολουθεί ευθύς μετά την Κυριακή Προσευχή. Έτσι, οι πρώτοι στίχοι της, που αποτελούν σχόλιο στο πέμπτο αίτημα της προσευχής: («Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών...»), είναι σε μετάφραση οι εξής: «Άν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέ­ρας σας. Άν όμως δεν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα».
Η εμπειρία της συγγνώμης, που προσφέρει ο Θεός στον άνθρωπο, δημιουργεί μέσα του την αυτονόητη υπο­χρέωση να φέρεται και αυτός με την ίδια επιείκεια στον συνάνθρωπό του. Όταν η προς τον Θεό σωστή τοποθέτη­ση του χριστιανού δεν αντανακλάται στις σωστές σχέσεις του με τον άλλον άνθρωπο, όταν δηλ. η θεία αγάπη που εκφράζεται σαν άφεση αμαρτιών δεν γεμίζει με ευγνωμο­σύνη τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην ίδια συγχωρητικότητα έναντι του αδελφού, τότε ή έχει εσφαλμένη περί Θεού αντίληψη ή η θρησκευτικότητά του είναι υποκριτι­κή. Στην περίπτωση αυτή το σφάλμα του συνίσταται στο ότι θεωρεί την προς τον Θεό σχέση του σαν κάτι ανεξάρτητο από την κοινωνία και τα καθήκοντά του μέσα σ’ αυτή, σαν κάτι ιδιαίτερο που δεν ρυθμίζει και δεν προσ­διορίζει τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής του. Πολύ εύκολα όμως μπορεί αυτό να οδηγήσει στην υποκρισία- γιατί έτσι νομίζει κανείς ή μάλλον θέλει να νομίζει ότι βρίσκεται σε αρμονία με το θείο θέλημα, ενώ στην πραγματικότητα το περιφρονεί, εφόσον το εντοπίζει μόνο στις προσωπικές σχέ­σεις του με τον Θεό και δεν το επεκτείνει σ’ ολόκληρη τη ζωή του με τις πολλές εκδηλώσεις της μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων.
Στο θέμα της υποκρισίας αναφέρονται και οι επόμε­νοι στίχοι του αναγνώσματος που είναι οι εξής: «Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους άνθρώπους πως νηστεύουν. Σας διαβεβαιώνω πως έτσι έ­χουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νη­στεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις· και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πρά­ξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά» (16, 18).
Τά λόγια αυτά υπογραμμίζουν την ακόλουθη αλήθεια: Όταν η νηστεία από παιδαγωγικό μέσο πνευματικής προόδου του χριστιανοΰ γίνεται σκοπός της θρησκευτικής ζωής, ή όταν αποβλέπει στην ικανοποίηση της συνειδήσεως, ή αποβαίνει πιστοποιητικό για την καλή γνώμη των άλλων για μας, τότε πλέον δεν έχει καμμιά σχέση με τη γνήσια πνευματική ζωή· είναι τύπος χωρίς περιεχόμε­νο, είναι απαλλαγή από ορισμένες τροφές απλώς, χωρίς βαθύτερο πνευματικό νόημα. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύοντας τη σχετική διδασκαλία της Κ. Διαθήκης τονίζουν επανειλημμένως ότι η αληθινή και ευάρεστη στον Θεό νηστεία δεν είναι η αποφυγή ορισμέ­νου είδους τροφών -που στην εποχή μας άλλωστε αποβλέπει και σε άλλες σωματικές σκοπιμότητες- αλλ’ η απαλλαγή από πάθη και φιλοδοξίες, από κακότητες και πονηριές, στα οποία είναι υπόδουλο το εγώ και με τα οποία αμύνεται ή και επιτίθεται έναντι των άλλων. Γιατί τελικά εκείνο που μολύνει τον άνθρωπο δεν είναι ό,τι μπαίνει μέσα στο στόμα του και χωνεύεται στο στομάχι αλλά ό,τι βγαίνει από το στόμα σαν έκφραση του περιεχο­μένου της καρδιάς του.Ο Ιησούς με άλλα λόγια προτρέπει, η φαινομενική κατάσταση του ανθρώπου να υπολείπεται της πραγματικότητας, γιατί το αντίθετο (το να φαίνεται ο άνθρωπος καλύτερος από ό,τι είναι) συνιστά υποκρισία.
Και το ανάγνωσμα τελειώνει μ’ ένα τρίτο θέμα: τη στροφή της προσοχής του ανθρώπου στη συγκέντρωση θησαυρών αιώνιων και άφθαρτων και όχι επίγειων που φθείρονται και κινδυνεύουν να κλαπούν, να υποτιμηθούν, να χαθούν: «Μη συγκεντρώνετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέ­φτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να συγκεντρώνετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (19- 21).
Βέβαια, τα λόγια αυτά ως προς τις χρησιμοποιούμενες εικόνες απηχούν συνθήκες ανασφάλειας της εποχής εκεί­νης, μένει όμως αναλλοίωτη από το πέρασμα των αιώνων η τελική παρατήρηση του Κυρίου ότι η καρδιά του αν­θρώπου προσκολλάται εκεί όπου βρίσκεται ο θησαυρός, είτε στη γη. και τότε παγιδεύεται μέσα στα άγχώδη οικο­νομικά προβλήματα των καιρών, είτε στον Θεό και τότε σκέπτεται τους μελλοντικούς θησαυρούς της βασιλείας του.
Ένα μήνυμα, λοιπόν, αληθινής και γνήσιας πνευματι­κότητας περιέχει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα. Χα­ρακτηριστικά αυτής της πνευματικότητας είναι:
α) Η ε­πιείκεια και συγχωρητικότητα έναντι των συνανθρώπων μας σαν έκφραση ευγνωμοσύνης για την αγάπη του Θεού προς τον κόσμο,
β) Η αποφυγή της υποκριτικής προβο­λής των αρετών και εν προκειμένω της νηστείας, προς ψευδή ικανοποίηση της συνειδήσεως και προς εξασφάλι­ση της καλής γνώμης των άλλων για μας,
καί γ) η στροφή της καρδιάς μας προς τους μόνιμους και άφθαρτους θη­σαυρούς του ουρανού.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΕΣΠΟΤΟΚΡΑΤΙΑ +Μητροπολιτης Φλωρίνης Αυγουστίνος

παραθέτουμε ένα απόσπασμα ομιλίας του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου, πού λέει·
πάρχει ἕνας  δεσποτικός νόμος για ἐμᾶς τοὺς κληρικούς, που τον πρόσθεσαν στον Δεκάλογο οἱ ἁγιοι ἀρχιερεῖς και εἶναι τρόπον τινα ὁ ἑνδέκατος νόμος τῆς δεσποτοκρατίας. 
 Καὶ αὐτὸς εἶναι· ΑΚΟΥΕ- ΒΛΕΠΕ-ΣΙΩΠΑ.  
Εγώ, μέ τὴν βοήθεια του Θεοῦ, σπάω το φίμωτρο των δεσποτάδων, ανοίγω το στόμα μου καὶ θὰ σᾶς πῶ ὅπως πάντα γυμνή την ἀλήθεια….. Προτιμῶ να είμαι ένας καλόγερος ασυμβίβαστος με τον κόσμο καὶ μὲ τὸν διάβολο, παρά νὰ εἶμαι ἐπίσκοπος καὶ ἀρχιεπίσκοπος και πατριάρχης καὶ νὰ συμβιβάζομαι μὲ τὸ διάβολο. 
Χαρίζω σ᾽ ὅλους τοὺς κυρίους αυτοὺς ὅλα τὰ μπαστούνια, ὅλες τις μήτρες, ὅλες τις πατερίτσες ὅλα τὰ ἐγκόλπια καὶ κρατῶ ἕνα και μόνο· 
 Κρατῶ το ρητό τῆς Ἁγίας Γραφῆς. 
«Ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ» (Σ. Σειρ. 4,28).

Να τα θυμάσαι αυτά, λίγο πριν κοιμηθείς…


Τώρα που θα πέσεις για ύπνο, να εύχεσαι για όλους! 
Αυτό σε ενώνει, σε κάνει μέτοχο χωρίς να σε γκρεμίζει ψυχολογικά.
 Και όταν Τον παρακαλέσεις, η καρδιά σου θα μαλακώσει. 
Θα γλυκαθεί. 
Θα έρθει ο ύπνος, θα σφαλίσει τα μάτια σου, κι εσύ θα κοιμηθείς μέσα στην προσευχή…
 Να τα θυμάσαι αυτά, λίγο πριν κοιμηθείς…

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2015

Κυριακή της Τυρινής: «Η νύχτα όπου νά ‘ναι φεύγει, και η μέρα κοντεύει.»

Κυριακή σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, της Τυρινής ή της Τυροφάγου όπως την αποκαλούμε, μια που από σήμερα παύουμε την κατάλυση γαλακτοκομικών προϊόντων και από αύριο εισερχόμαστε με την αυστηρή νηστεία, στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. 
Αυτήν την αγία περίοδο της εντατικής πνευματικής μας άσκησης και προετοιμασίας, προκειμένου να αξιωθούμε στο τέλος της να εορτάσουμε τα κοσμοσωτήρια γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος, των Παθών δηλαδή και της Αναστάσεως του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού. Έτσι το Αποστολικό Ανάγνωσμα που πριν από λίγο ακούσαμε και που προέρχεται από την επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς τους Χριστιανούς της Ρώμης, έχει σαν σκοπό να μας μυήσει στο βαθύτερο νόημα της περιόδου που ανοίγεται μπροστά μας. 
Ας ακούσουμε όμως το ιερό κείμενο ξανά στην καθημερινή μας γλώσσα, για να το κατανοήσουμε καλύτερα και να ωφεληθούμε από αυτό.
Γράφει ο θείος Παύλος: «Αδελφοί μου, τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε. Η νύχτα όπου νά ‘ναι φεύγει, και η μέρα κοντεύει. Γι’ αυτό ας πετάξουμε από πάνω μας τα έργα του σκότους, κι ας φορέσουμε τα όπλα του φωτός. Η διαγωγή μας ας είναι κόσμια, τέτοια που ταιριάζει στο φως. Ας πάψουν τα φαγοπότια και τα μεθύσια, η ασύδοτη κι ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες και οι φθόνοι. Ντυθείτε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μην αφήνετε τον αμαρτωλό εαυτό σας να σας παρασύρει στην ικανοποίηση των επιθυμιών σας. Να δέχεστε όποιον έχει ασθενική πίστη, χωρίς να επικρίνετε τις απόψεις του. Για παράδειγμα, ένας πιστεύει πως μπορεί να φάει απ’ όλα, ενώ κάποιος άλλος, που έχει ασθενική πίστη, τρώει μόνο χόρτα. Αυτός που τρώει απ’ όλα, ας μην περιφρονεί εκείνον που δεν τρώει· κι εκείνος που δεν τρώει, ας μην κατακρίνει εκείνον που τρώει, γιατί ο Θεός τον έχει δεχτεί στην Εκκλησία Του. Ποιός είσαι εσύ που θα κρίνεις έναν ξένο υπηρέτη; Μόνο ο Κύριός του μπορεί να κρίνει αν στέκεται ή όχι στην πίστη του, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον στηρίξει»(Ρωμαίους, κεφ. 13, στίχ. 11-14 & κεφ. 14, στίχ. 1-4).
Η επιλογή του συγκεκριμένου Αποστολικού Αναγνώσματος δεν είναι φυσικά τυχαία. Όπως ακούσαμε στην αρχή, γίνεται λόγος για το ζοφερό σκοτάδι της νύχτας, μέσα στο οποίο είναι βυθισμένος ο κόσμος της αμαρτίας. Από την άλλη, για το καθάριο φως της ημέρας που ξεπροβάλει, καθώς ανατέλλει ολόλαμπρος ο νοητός ήλιος της δικαιοσύνης, ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός. Η χρήση αυτού του παραλληλισμού, έχει να κάνει με το θλιβερό εκείνο γεγονός, στο οποίο έχει αφιερώσει τη σημερινή ημέρα η Αγία μας Εκκλησία, την έξοδο δηλαδή των πρωτοπλάστων από τον κήπο της Εδέμ. Τότε που ο άνθρωπος -εξ’ αιτίας όχι απλά της παρακοής αλλά κυρίως της αμετανοησίας του- έχασε τη χαρά της κοινωνίας με το Θεό Δημιουργό του. Τότε που βγήκε από το φως της αγάπης του Ουράνιου Πατέρα και μπήκε μέσα στο βαθύ σκοτάδι της κακίας και του εγωισμού. Από τότε ήταν σαν να πλάκωσε τον κόσμο μια απόκοσμη και φοβερή νύχτα, η νύχτα της αμαρτίας και της σκλαβιάς του ανθρώπου στα ίδια του τα πάθη.
Όμως όπως και ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιώνει οι ώρες της νύχτας είναι πλέον λιγοστές. «Η νύχτα όπου νά ‘ναι φεύγει…» γιατί τη διώχνει η μέρα που φέρνει μαζί του ο Χριστός. Γιατί Αυτός είναι  «…τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Για τον ερχομό αυτό και τη συνάντηση της ανθρωπότητας με τον Κύριο Ιησού, θα πρέπει όλοι μας να προετοιμαστούμε. Και πως; Με το να  «…πετάξουμε από πάνω μας τα έργα του σκότους, – όπως μας προτρέπει ο ιερός Παύλος- κι να φορέσουμε τα όπλα του φωτός». Και ποια είναι αυτά;
Τα έργα του σκότους δεν είναι άλλα από τις κακές επιθυμίες του αμαρτωλού μας εαυτού. Μερικά μάλιστα από αυτά τα σκοτεινά έργα, μας τα απαριθμεί: «…τα φαγοπότια και τα μεθύσια, η ασύδοτη κι ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες κι οι φθόνοι» και κοντά τους η κατάκριση. Φυσικά όμως δεν είναι μόνο αυτά -μια που όπως λέγεται, τα πάθη δεν έχουν πυθμένα- αναφέρει όμως αυτά που είναι συνηθέστερα στη ζωή των απρόσεκτων ανθρώπων και πολλές φορές γίνονται αφετηρία άλλων φοβεροτέρων πτώσεων.
Από την άλλη τα όπλα του φωτός είναι όλα εκείνα τα πνευματικά μέσα, που μας προσφέρει η Χάρις του Θεού, με τα οποία μπορούμε να αγωνιστούμε κατά του σκοταδιού που φωλιάζει μέσα μας και παραμονεύει γύρω μας. Αυτά τα περιγράφει γλαφυρά ο Παύλος σε μια άλλη επιστολή του: «Σταθείτε, λοιπόν, σε θέση μάχης· ζωστείτε την αλήθεια σαν ζώνη στη μέση σας· φορέστε σαν θώρακα τη δικαιοσύνη. Για υποδήματα στα πόδια σας βάλτε την ετοιμότητα να διακηρύξετε το Ευαγγέλιο της ειρήνης. Εκτός απ’ όλα αυτά, κρατάτε πάντα την πίστη σαν ασπίδα, πάνω στην οποία θα μπορέσετε να σβήσετε τα φλεγόμενα βέλη του πονηρού. Η σωτηρία ας είναι η περικεφαλαία σας, και ο λόγος του Θεού η μάχαιρα που σας δίνει το Πνεύμα» (Εφεσίους κεφ.6, στίχ.14-17).
Εμπρός, λοιπόν αδελφοί μου, ας ριχτούμε με θάρρος και προθυμία στον καλό αγώνα της περιόδου που ανοίγεται μπροστά μας, για να διώξουμε με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, τη νύχτα και το σκοτάδι από τον εαυτό και τον κόσμο μας. Αμήν.

αρχιμ.Διονύσιος Ανθόπουλος
πηγή
Το είδαμε εδώ

΄΄Ἡ θέση τοῦ Κοινωνικοῦ στὴ θεία Λειτουργία΄΄ του Αιδεσιμολ. Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου Γεωργίου Λαδουκάκη.

Κοινωνικὸν ὀνομάζεται ὁ ψαλμικὸς ὕμνος ὁ ὁποῖος συνοδεύει τὴ μετάδοση τῆς θείας Κοινωνίας στὸν Κλῆρο καὶ τὸν λαό. Φαίνεται ὅτι κατ’ ἀρχὰς ἡ μετάδοση τῆς θείας Κοινωνίας γινόταν χωρὶς συνοδία ὕμνου. Πολὺ νωρὶς ὅμως κρίθηκε σκόπιμο, νὰ τὴ συνοδεύει καὶ κάποιος ψαλμός, ποὺ θεωροῦνταν ἁρμοδιότερος καὶ καταλληλότερος γιὰ τὴ θεία κοινωνία. Ἔτσι γύρω στὸν Δ' αἰώνα ἀπαντοῦν οἱ πρῶτες μαρτυρίες «περὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν θείαν λατρείαν τοῦ κοινωνικοῦ», ποὺ ταυτιζόταν πάντοτε μὲ τὸν 33ο ψαλμό: «Εὐλογήσω τὸν Κύριον ἐν παντὶ καιρῷ...».
Ὁ ψαλμὸς αὐτὸς ψαλλόταν ἀπὸ τὸν Ψάλτη, ἐνῶ συγχρόνως ὁ λαὸς ἔψαλλε τὸν στίχο· «Γεύσασθε καὶ ἴδετε...» ἢ τό· «Ἀλλη­λούϊα», ἦταν δὲ ἀρκετὰ ἐκτενής, ὥστε νὰ καλύπτει τὸν χρόνο τῆς κοινωνίας τοῦ Κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ. Ἂν πάλι αὐτὴ παρατεινόταν γιὰ μακρότερο χρονικὸ διάστημα, προσθέτοντα καὶ ἄλλοι εὐχαριστιακοὶ ψαλμοί, ὅπως μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ἀπὸ τὴ λειτουργία τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ὅπου πλὴν τοῦ 33ου μαρτυροῦνται ὡς ψαλμοὶ κοινωνικοῦ καὶ οἱ 22ος· «Κύριος ποιμαίνει με...», 144ος· «Ὑψώσω σε, ὁ Θεός μου...» καὶ 116ος· «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον πάντα τὰ ἔθνη...».
Ὅταν ἀργότερα τὸ δικαίωμα «τοῦ ψάλλειν ἐπ’ ἐκκλησίαις» περιορίσθηκε μόνο στὸν χορὸ τῶν Ψαλτῶν καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ μειώθηκε στὸ ἐλάχιστο, ἔγινε δυνατὴ ἡ εἰσαγωγὴ μεγαλύτερης ποικιλίας ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴ καὶ τὴν ψαλμωδία τοῦ κοινωνικοῦ. Στὴν Ἀνα­τολὴ καὶ στὴ Δύση ἄρχισε σιγὰ σιγὰ ἡ ἀντικατάσταση τοῦ 33ου ψαλμοῦ μὲ περισσότερους ψαλμούς, ποὺ λαμβάνονταν κατὰ σειρὰ ἀπὸ τὸ Ψαλτήριο, εἴτε κατ’ ἐπιλογή.
Ἔτσι στὴ Ρώμη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς ψάλλονταν ὡς κοινωνικά, οἱ ψαλμοὶ 1ος ἕως καὶ 26ος. Στὴν Ἀνατολὴ προτιμοῦνταν ψαλμοί, τῶν ὁποίων στίχοι ἢ καὶ κάποιες λέξεις θεωροῦνταν ὅτι ἀναφέρονται στὴ θεία Κοινωνία, τὴν ἑορτὴ ἢ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἁγίου, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορταζόταν.
Ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὸν ἀποκλεισμὸ τοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν ψαλ­μωδία ὑπῆρξε δυνατὴ ἡ ἐκτέλεση συνθετότερων μελω­διῶν, πράγμα τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ βαθμιαία ἐλάττωση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στίχων μέχρι καὶ τοῦ περιορισμοῦ τους σὲ μόνο ἕνα καὶ σπουδαιότερο στίχο ἢ καὶ σὲ κάποιο ἡμιστίχιο, στὸ ἀρχικὸ δηλαδὴ ἐφύμνιο ἢ στὸν πρὸς τὴν ἑορτή ἢ τὸν Ἅγιο προσαρμοζόμενο στίχο. Ἔτσι ἔχομε σήμερα κοινωνικὰ ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ μιὰ ψαλμι­κὴ φράση, ὅπως εἶναι τό· «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος» τοῦ Προδρόμου, «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν...» τῶν Ἀποστόλων, «Ἐπεφάνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ...» τῶν Θεοφανείων, «Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ...» τῆς Ἀναλήψεως κλπ. Ἄλλα πάλι ἀποτελοῦν λείψανα παλαιῶν κοινωνικῶν ὅπως τό· «Γεύσασθε καὶ ἴδετε...» τῶν Προηγιασμένων, «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι...» τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν, «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν...» τῶν Κυριακῶν κτλ.
Ὅλα τὰ κοινωνικὰ ἔχουν ληφθεῖ ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων ποὺ ἔχουν ληφθεῖ ἀπὸ ἄλλα βιβλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅπως· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα...» τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἢ ἀποτελοῦν ἐκκλησιαστικὲς συνθέσεις, ὅπως τό· «Ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν Κύριος...» τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, καὶ τό· «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε...» τοῦ Πάσχα, ἐνῶ ἕνα εἶναι ὁλόκληρο τροπάριο· «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστι­κοῦ...» τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
Τέλος καὶ νέος παράγοντας ἐπέδρασε στὴ διαμόρφωση τῶν κοινωνικῶν· ἡ ἐλάττωση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσερχομένων στὴ θεία κοινωνία πιστῶν. Αὐτὸ συντέλεσε στὴ μὲν Δύση στὴ μετάθεση του μετὰ τὴ θεία κοινωνία, ἐνῶ στὴν Ἀνατολὴ στὸν περιορισμὸ του μόνο στὴν κοινωνία τῶν Ἱερέων, δηλαδὴ ἐκεῖ μὲν ὁ ἀρχικὸς σκοπὸς καὶ ὁ προορισμὸς του λησμονήθηκε ἐντελῶς, ἐνῶ ἐδῶ περιορίστηκε στὸ μισό.
Ποιά ὅμως εἶναι ἡ θέση τοῦ κοινωνικοῦ στὴ θεία Λειτουργία; Μετὰ τὴν ἐκφώνηση τοῦ Διακόνου· «Πρόσσχωμεν», θέλει μὲ αὐτὸ νὰ ἀφυπνίσει τὴν προσοχὴ τοῦ λα­οῦ στὴν ἐπικείμενη πρόσκληση ἀπὸ τὸν τελετουργὸ γιὰ τὴ θεία κοινωνία· «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις» ἢ στὴ θεία Λειτουργία τῶν προηγιασμένων Δώρων· «Τὰ προηγιασμένα Ἅγια τοῖς ἁγίοις» καὶ ἀποκριθεῖ ὁ λαὸς μέσω τοῦ δεξιοῦ Χοροῦ· «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος...», ἐνῶ ὁ ἀριστερὸς Χορὸς ψάλλει τὸ κοινωνικό.
Τὰ κοινωνικὰ ψάλλονται «εἰς ἀργὸν παπαδικὸν μέλος», εἶναι δὲ αὐτὰ τὰ ἑξῆς:
Γιὰ τὴν Κυριακή, ἀφιερωμένη στὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, τὸ ἡμιστίχιο· «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν» (ψαλ. 148ος στ.1ος) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴ Δευτέρα, ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων, ὁ στίχος· «Ὁ ποιῶν τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ πυρὸς φλόγα» (ψ. 103, 4) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Τρίτη, ἀφιερωμένη στὸν τίμιο Πρόδρομο, τὸ ἡμιστίχιο· «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος» (ψ. 111, 6β΄) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Τετάρτη, ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῆς Θεοτόκου, ὁ στίχος· «Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου ἐπικαλέσομαι» (ψ. 115, 4) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Πέμπτη, ἀφιερωμένη στοὺς Ἀποστόλους, ὁ στίχος· «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ρήματα αὐτῶν» (ψ. 18, 5) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Παρασκευή, σὲ ἀνάμνηση τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, ἡ σύμφωνη μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ στίχου 12 τοῦ 73ου ψαλμοῦ συντεταγμένη ἐλεύθερη ποιητικὴ σύνθεση· «Σωτηρίαν εἰργάσω ἐν μέσῳ τῆς γῆς, Χριστὲ ὁ Θεός», καὶ τὸ ἡμιστίχιο· «Ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, Κύριε» (ψ. 4, 7) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὸ Σάββατο, ἀφιερωμένο στὴ μνήμη «πάντων τῶν Ἁγίων καὶ τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς», τὰ ἡμιστίχια· «Μακάριοι, οὓς ἐξελέξω καὶ προσελάβου, Κύριε· καὶ τὸ μνημόσυνον αὐτῶν εἰς γενεὰν καὶ γενεὰν» (ψ. 64, 4 καὶ 101, 13) Ἀλληλούϊα καὶ ὁ στίχος· «Ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, ἐν Κυρίῳ, τοῖς εὐθέσι πρέπει αἴνεσις» (ψ. 32, 1) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὶς ἑορτὲς καὶ μνῆμες Ἁγίων:
Τῶν Χριστουγέννων (Δεκ. κε'), τὴν πρώτη μεθέορτη  ἡμέρα τους (Δεκ. κστ') καὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως τους (Δεκ. λα') τὸ ἡμιστίχιο· «Λύτρωσιν ἀπέστειλε Κύριος τῷ λαῷ αὐτοῦ» (ψ. 110, 9) Ἀλληλούϊα. Τὴν παραμονή τους (Δεκ. κδ'), ἐὰν μὲν τύχει αὐτὴ Σάββατο· «Μακάριοι, οὓς ἐξελέξω...», ἂν ὅμως τύχει ἄλλη ἡμέρα· «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον...».
Τῶν Φώτων (Ἰαν. στ΄) καὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως τους (Ἰαν. ιδ') ὁ καινοδιαθηκικὸς στίχος· «Ἐπεφάνη ἡ χά­ρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις» (Τίτ. γ΄, 11) Ἀλληλούϊα.
Τῆς Μεταμορφώσεως (Αὐγ. στ') καὶ τὴν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως της (Αὐγ. ιγ') τὰ ἡμιστίχια· «Ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀγαλλιασόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα» (ψ. 88, 16β΄ – 17α΄) Ἀλληλούϊα.
Τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (Σεπτ. η΄), τῶν Εἰσοδίων (Νοεμ. κα'), τῆς Ὑπαπαντῆς (Φεβ. β'), τῆς Κοιμήσεως (Αὐγ. ιε') καὶ στὶς ἡμέρες τῆς ἀποδόσεως τους (Σεπτ. ιβ', Νοεμ. κε΄, Φεβ. θ', Αὐγ. κγ') ὅπως καὶ τὸ Σάββατο τοῦ Ἀκαθίστου, ἐὰν δὲν συμπέσει ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὁ στίχος· «Ποτήριον σωτηρίου...».
Τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου (Μαρτ. κε΄) ὁ στίχος· «Ἐξελέξατο Κύριος τὴν Σιών· ᾑρετίσατο αὐτὴν εἰς κατοι­κίαν ἑαυτῷ» (ψ. 131, 13) Ἀλληλούϊα.
Τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ (Σεπτ. ιδ'), στὴν ἀπόδοση της (Σεπτ. κα'), ὅπως καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως (Γ΄ Κυρ. τῶν νηστειῶν), ἐὰν δὲν συμπέσει ἡ  ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τὸ ἡμιστίχιο· «Ἐσημειώθη ἐφ’ ἡμᾶς...».
Στὴ σύναξη τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ (Νοεμ. η'), ὁ στίχος· «Ὁ ποιῶν τοὺς Ἀγγέλους...».
Τῆς Ἰνδίκτου, δηλ. τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους (Σεπτ. α') ὁ στίχος· «Εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου, Κύριε» (ψ. 64, 12) Ἀλληλούϊα.
Τοῦ Προδρόμου (Ἰαν. ζ', ’Ιουν. κδ', ἐὰν τὸ Γενέσιον αὐτοῦ δὲν τύχει τὴν Κυριακὴ ἢ τὴ Δευτέρα τῆς Πεντη­κοστῆς ἢ τὴν Κυριακὴ τῶν ἁγίων Πάντων καὶ Αὐγ. κθ'), τὸ ἡμιστίχιο· «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον...».
Τῶν ἀποστόλων Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου (Σεπτ. κστ΄), Λουκᾶ (Ὀκτ. ιη'), Ματθαίου (Νοεμ. ιστ'), Ἀνδρέου (Νοεμ. λ'), Πέτρου καὶ Παύλου (Ἰουν. κθ'), τῶν ιβ' (Ἰουν. λ') καὶ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν (Ἰαν. λ') ὁ στίχος· «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν...».
Τὰ κοινωνικὰ αὐτὰ ψάλλονται ὁποιαδήποτε ἡμέρα τύχει ἡ ἑορτὴ ἢ ἡ μνήμη τοῦ Ἁγίου, ἐνῶ παραλείπεται τὸ κοινωνικὸ τῆς ἡμέρας ἀκόμη καὶ τῆς ἴδιας τῆς Κυριακῆς.
Γιὰ τὶς θεῖες Λειτουργίες τῶν προηγιασμένων Δώρων, ἐὰν στὸν Ὄρθρο ψάλθηκε Ἀλληλούϊα, τὸ ἡμιστίχιο· «Γεύσασθε καὶ ἴδετε, ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (ψ. 33, 9) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου, τὸ ἡμιστίχιο· «Ἐκ στό­ματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον» (ψ. 8, 3) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, τὸ ἡμιστίχιο· «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (ψ. 117, 26α΄) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Μεγ. Πέμπτη, τὸ τροπάριο· «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ...».
Γιὰ τὸ Μέγα Σάββατο, τὸ ἡμιστίχιο· «Ἐξηγέρθη ὡς ὁ ὑπνῶν, Κύριος» (ψ. 77, 65α΄) μαζὶ μὲ τὴν ἐλεύθερη ποιητικὴ σύνθεση· «καὶ ἀνέστη σῴζων ἡμᾶς» Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὸ Πάσχα καὶ τὶς μεθέορτες ἡμέρες μέχρι καὶ τὴν ἀπό­δοσή του ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα, τὸ Σάββατο τῆς ἴδιας ἑβδομάδας, τὴν ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς καὶ τὴν ἀπόδοσής της, ἡ ἐλεύθερη ποιητικὴ σύνθεση· «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε, πηγῆς ἀθανάτου γεύσασθε», χωρὶς ὅμως τὸ Ἀλληλούϊα.
 Γιὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Ἀντίπασχα καὶ γιὰ τὸ Σάββατο τῆς ἀποδόσεώς της, ὁ στίχος· «Ἐπαίνει, Ἱερουσαλήμ, τὸν Κύριον, αἴνει τὸν Θεόν σου, Σιών» (ψ. 147, 1) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεσοπεντηκοστῆς καὶ τὴν ἀπόδοσή της, ὁ καινοδιαθηκικὸς στίχος· «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰω. στ', 56), συμπληρωμένος μὲ τὴ φράση· «εἶπεν (ἢ λέγει) ὁ Κύριος».
 Γιὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως καὶ τὴν ἀπόδοσή της, ὁ στίχος· «Ἀνέβη ὁ Θεὸς ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος» (ψ. 46, 6) Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τὴν ἀπόδοσή της, τὸ ἡμιστίχιο· «Τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ» (ψ. 142, 20» Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τὸ ἡμιστίχιο· «Τὸ πνεῦμά σου τὸ ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀφ’ ἡμῶν» (ψ. 50, 13β΄) συμπληρωμένο μὲ τό· «δεόμεθα, φιλάνθρωπε» Ἀλληλούϊα.
Γιὰ τὴν ἑορτὴ τῶν ἁγ. Πάντων, ὁ στίχος· «Ἀγαλλιᾶσθε, δίκαιοι, ἐν Κυρίῳ...».
Γιὰ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν καθημερινῶν, στὴ μνήμη Ἁγίου ποὺ ἔχει μεγάλη Δοξολογία, ψάλλονται τὰ ἑξῆς κοι­νωνικά: στοὺς Ἀσωμάτους· «Ὁ ποιῶν τοὺς Ἀγγέλους αὐτοῦ πνεύματα...», στοὺς Ἀποστόλους καὶ Ἰσαποστόλους (Κων/νο καὶ Ἑλένη)· «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν...», στοὺς Προφῆτες καὶ Δικαίους· «Ἀγαλλιᾶσθε δίκαιοι...», σὲ Μάρτυρες, Ἱερομάρτυ­ρες, Ἱεράρχες καὶ Ὁσίους, ἄνδρες καὶ γυναῖκες· «Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον...», στὴν ἑορτὴ τῆς Περιτομῆς· «Αἰνεῖτε...», σὲ Ἐγκαίνια, ὁ στίχος· «Κύριε, ἠγάπησα εὐπρέπειαν οἴκου σου καὶ τόπον σκηνώματος δόξης σου» (ψ. 25, 8) Ἀλληλούϊα.
 Ἡ ὥρα τοῦ κοινωνικοῦ εἶναι ἡ ὥρα τῆς γαλή­νης. Ἡ ὥρα ποὺ θὰ γευθοῦν ἐντὸς τοῦ ἁγίου Βήματος οἱ λειτουργοῦντες τὸ ἄχραντο Σῶμα καὶ τὸ τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου μας, πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα. Εἶναι ἡ ὥρα ποὺ προετοιμάζονται οἱ πιστοί, γιατὶ σὲ λίγο θὰ κληθοῦν νὰ κοινωνήσουν, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ διακόπτεται τὸ κοινωνικὸ ἀφοῦ πεῖ ὁ Ἱερέας· «Μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως...», ἀλλὰ πρέπει νὰ συνεχίζεται ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ Χορό, μέχρι νὰ κοινωνήσει καὶ ὁ τελευταῖος πιστὸς.
Ἡ ἁγία καὶ ἱερὰ Σύνοδος τοῦ Οἰκ. Π/χείου πρὶν ἀπὸ μιὰ τριετία ἀποφάσισε ὅτι πρέπει νὰ συνεχίζεται καὶ κατὰ τὴν ὥρα τῆς θ. Μεταλήψεως τῶν πιστῶν τὸ κατὰ τὴν παράδοση κοινωνικὸ καὶ ὄχι νὰ ψάλλεται· «Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ...», δηλ. τὸ κοινωνικὸ τῆς Μ. Πέμπτης τὸ ὁποῖο ἐπικράτησε κατὰ τὸν προηγούμενο αἰῶνα.
Πολὺ συχνὰ ὅμως σήμερα καὶ μάλιστα στὶς μεγάλες πόλεις, παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο στοὺς περισσοτέρους ἱεροὺς ναοὺς κατὰ τὴ θεία Λειτουργία νὰ ψάλλονται στὸ τέλος ἀντὶ τοῦ καθιερωμένου ἀπὸ τὸ Τυπικὸ κοινωνικοῦ τῆς ἡμέρας διάφοροι ἄλλοι ὕμνοι ἢ Ψαλμοί, Παρακλητικὸς Κανὼν, Κανὼν μικροῦ Ἁγιασμοῦ, Πολυέλεοι, κρατήματα, τό· «Ἁγνὴ Παρθένε...» τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, ἄγνωστο γιατὶ - ἴσως ἐξ αἰτίας ἀμηχανίας τοῦ Ψάλτη, ἢ ὡς δῆθεν ἄκουσμα ὡραιότερο - καὶ ἔτσι καταργήθηκε σχεδὸν τελείως τὸ κοινωνικό.
Τὸ ἐπισφράγισμα τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι τὸ κοινωνικό. Πρέπει νὰ ἐπανέλθει καὶ πάλι ἡ παλαιὰ τάξη καὶ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, καθότι τὸ κοινωνικὸ, τὸ ὁποῖο δίδει τὴν ἀπαραίτητη κατάνυξη στὸ τέλος τῆς θείας Λειτουργίας, εἶναι τὸ ἀντίβαρο τοῦ Χερουβικοῦ μὲ τὸ ὁποῖο καὶ ὁ ἀριστερὸς Ψάλτης παρουσιάζει τὸ μουσικό του "ταλέντο" μὲ τὸ ὁποῖο ὑμνεῖ καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεό.
Στὸν Πατριαρχικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὸ Φανάρι, ποτὲ δὲν ψάλλουν τὴν ὥρα αὐτὴ τοῦ κοινωνικοῦ Ψαλμοὺς ἢ Πολυελέους ἢ καλλοφωνικοὺς εἱρμοὺς ἢ τρίσημους ῥυθμούς, κήρυγμα ἢ ὅ,τιδήποτε ἄλλο. "Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ" ὅτι τὸ κή­ρυγμα γίνεται μετὰ τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα σύμφωνα μὲ τὴν τάξη.
Στὸ τὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ θυμηθοῦμε, ὅπως ἀναφέρει ὁ πατὴρ Σεραφεὶμ Φαράσογλου, τὸν ἀείμνηστο ἄρχοντα Λαμπαδάριο Θρασύβουλο Στανίτσα, ποὺ ὡς γνωστὸν διέπρεψε ὡς Λαμπαδάριος τοῦ πάνσεπτου Πατριαρχικοῦ ναοῦ.  "Ἀνεπανάληπτος· ἄφησεν ἐποχὴ μὲ τὰ κοινω­νικά του, μὲ τὴ γλυκιὰ φωνή του, μ’ ἐκεῖνα τὰ "ἐκ τῶν οὐρανῶν", ποὺ δὲν ἤθελες νὰ τελειώσει, καὶ ποὺ συνέχισεν ὁ διάδοχος καὶ μαθητής του, μελιστάλακτος κι’ αὐτός, Βασίλειος ’Εμμανουηλίδης.
Καὶ μετὰ τὸ κοινωνικό, οἱ χριστιανοὶ ποὺ "ἐθεάσαντο τὸ πρόσωπον τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς" μὲ τὴ θεία Κοινωνία καὶ μὲ τὸ Ἀντίδωρο ποὺ παίρνουν ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ λειτουργοῦ Ἱερέα ἢ τοῦ Ἀρχιερέα, μαζὶ μὲ τὴν εὐλογία του, ἥσυχοι καὶ εἰρηνικοὶ πλέον ἐπιστρέφουν στὰ σπίτια καὶ στὶς ἐργασίες τους.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφέρω τὴν προσπάθεια διάσωση τῆς ψαλτικῆς παράδοσης τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἀπὸ τὸ Σύλλογο "ΕΝΩΜΕΝΗ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ" ποὺ ἑδρεύει στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὁ ὁποῖος ἐξέδωσε μουσικὸ βιβλίο ποὺ περιέχει τὰ κοινωνικὰ παλαιῶν διδασκάλων. Τοὺς ἀξίζουν πράγματι θερμὰ συγχαρητήρια καὶ πρὲπει ὁλόψυχα νὰ ἐπαινέσομε τὴν πρωτοβουλία τους αὐτὴ ποὺ φέρνει στὸ φῶς παλαιὲς αὐθεντικὲς ἐκτελέσεις τῶν κοινωνικῶν ἀπὸ τοὺς μεγάλους διδασκάλους τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς.

Κληρονομείται το προπατορικό αμάρτημα; Γιατί να πληρώνω εγώ τα λάθη των Πρωτοπλάστων;

Δεν κληρονομείται η ενοχή της προπατορικής αμαρτίας, αλλά οι συνέπειές της. Μ’ αυτήν, λόγω της απομάκρυνσης από το Θεό, ξέπεσε ολόκληρη η ανθρώπινη φύση και βρίσκεται στη φθορά και στην τάση προς το κακό. Αυτό μπορούμε να το παραλληλίσουμε με το εξής παράδειγμα: εάν το φυσικό περιβάλλον λόγω της σημερινής άλογης χρήσης του καταστραφεί ανεπιστρεπτί, οι επόμενες γενεές των ανθρώπων, ενώ δε θα έχουν καμία ευθύνη για το κακό που τους βρήκε θα κληρονομήσουν τη φθορά της φύσης.

 Παρατηρούμε να κληρονομείται σε μεγάλο βαθμό ο χαρακτήρας των γονέων στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Η επιθετικότητα που κληρονομείται π.χ. εκδηλώνεται, πριν ακόμα το μωρό επηρεασθεί από το περιβάλλον του.


Το Μυστήριο της Βαπτίσεως μάς επαναφέρει στο Θεό, καθώς σβήνει τη συνέπεια της πτώσης, την απομάκρυνση από το Θεό. Η τάση προς το κακό, όμως, παραμένει, γι’ αυτό η Εκκλησία μας προσφέρει με το επόμενο Μυστήριο, το Χρίσμα, τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, για να παλέψουμε εναντίον του κακού, εναντίον των παθών μας. Αυτά τα πάθη αναπτύχθηκαν, γιατί φύγαμε από το Θεό. Ο Αδάμ μετά την πτώση απέκτησε την ευθυνοφοβία και το μίσος. Δεν πήρε πάνω του το μέρος που του αναλογούσε για την πτώση και την απέδωσε στην Εύα και στο Θεό, που του έδωσε την Εύα.
Το κακό που υπάρχει στον καθένα μας, υπάρχει ως τάση όχι ως πράξη, υπάρχει «εν δυνάμει», όχι «εν ενεργεία». Η πράξη εξαρτάται από μας. Όταν με την προσευχή και τα Μυστήρια της Εκκλησίας αναζητούμε τη θεία χάρη, νικάμε ευκολότερα το κακό μέσα μας.

Το κακό είναι σαν ένας σπόρος. Αν το ποτίσεις θα γίνει φυτό, αν όχι, δε θα αναπτυχθεί. Όλοι έχουμε το σπόρο του κακού, ακόμα και οι άγιοι. Οι άγιοι δεν πότιζαν το σπόρο, δε δημιουργούσαν ευκαιρίες αμαρτίας με τις σκέψεις, τις επιθυμίες και τα έργα τους.

Ο θάνατος των Πρωτοπλάστων, ως απομάκρυνση από τον αγαθό Θεό, ακολούθησε και στους απογόνους τους. Ο πνευματικός θάνατος, η προς το κακό ροπή της ψυχής και ο σωματικός θάνατος, η φθαρτότητα του σώματος, είναι σύμπτωμα όλης της ανθρωπότητας. Μετά την κοινή Ανάσταση και κρίση θα εξαλειφθούν τελικά η αμαρτία και ο θάνατος. Γράφει ο απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. 15,26): «Έσχατος (τελευταίος) εχθρός καταργείται ο θάνατος».

Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις - Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.111-112), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

«Ψυχή μου, ψυχή μου, άνάστα τί καθεύδεις;»



«ΨΥΧΗ ΜΟΥ... ΑΝΑΣΤΑ ΤΙ ΚΑΘΕΥΔΕΙΣ;»
 Η ΨΥΧΗ μας! ’Άπειρη ή άξια της. Αιώνιο το μέλ­λον της. Γι’ αυτήν την αθάνατη ψυχή μας, την πνοή του Θεού, πού μας ξεχωρίζει από όλη την άλλη υλική δημιουργία, ήρθε ό Χριστός στον κόσμο. Ήλθε και πρόσφερε την σταυρική Του θυσία, για να λυτρώσει την ψυχή μας, από τη δουλεία της αμαρτίας και την εξουσία του Πονηρού. Και θα ερχόταν, έστω και αν επρόκειτο να σώσει και μία μόνο ψυχή. Τόσο ανυπολόγιστη είναι ή άξια της. «Ήγοράσθητε τιμής» ' Κορινθ. στ' 20). «Έλυτρώθητε... τιμίω αίματι» (Α' Πέτρ. α' 18­19)διακηρύττουν οι δυο κορυφαίοι Απόστολοι, Παύλος και Πέτρος. Είσαστε εξαγορασμένοι με το τίμιο αίμα του Σωτήρος Χριστού. Αδυνατεί να συλλάβει ή ανθρώπινη σκέψη το μέγεθος της αγάπης του Θεού, αφού, για την σωτηρία της ψυχής του, «τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστευων εις αυτόν μη αποληται, αλλ εχει ζωήν αιώνιον» (Ιωάν. γ' 16).

    Γι ’ αυτήν, λοιπόν, την ψυχή, τη δική μας ψυχή, ή Εκκλησία αυτή την εβδομάδα βάζει στα χείλη μας ένα «έκ βαθέων» άναστεναγμό:«Ψυχή μου, ψυχή μου, άνάστα τί  καθεύδεις;» Ή κραυγή αυτή προέρχεται από τον Μεγάλο Κανόνα πού μάς δίνει υπέροχα πνευματικά συνθήματα για τη Μ. Τεσσαρακοστή και είναι ή ηχώ και ό αντίλαλος των λόγων της Αγίας Γραφής: «ώρα ήμάς ήδη έξ υπνου έγερθήναι» (Ρωμ. ιγ' 11).'Ύπνος! Κάτι το φυσικό και απαραίτητο για το σώμα, μα κάτι επικίνδυνο και ολέθριο για την ψυχή. Ψυχή μου, δεν είναι νοητό, δεν μπορείς, δεν πρέπει να κοιμάσαι.
Ό ύπνος της ψυχής είναι ό ύπνος της ραθυμίας, λέει ό υμνογράφος του Μ. Κανόνος. Αμέλεια για προσευχή και επικοινωνία με τον Θεό. Ραθυμία στη σκέψη. Αμέλεια στις θυρίδες, δηλαδή στις αισθήσεις και μάλιστα στα μάτια, από όπου εισέρχεται ό εχθρός. Ραθυμία και αμέλεια «του άκούσαι λόγον Θεού». Κάποτε ή ψυχή λαχταροϋσε τον θείο λόγο. Κάποτε «ήδολέσχει έν τοΐς δικαιώμασι» του Κυρίου. Τώρα όμως με την ραθυμία «ό νόμος ησθένησεν, αργεί το Εύαγγέλιον, Γραφή δε πάσα, έν σοι παρημέληται. Προφήται ητόνισαν και πας δικαίου λόγος- αί τραυματίαι σου, ώ ψυχή, έπληθύνθησαν, ούκ όντος ιατρού του ύγιούντος σε».
    Μια τέτοια αμέλεια εξαρθρώνει την ψυχή, αποχαυνώνει το πνεύμα και το σώμα. Παραλύει και αχρηστεύει τις πνευματικές δυνάμεις. Αναιμική και άτονη ή ηθική ζωή. Και καταλήγει σ ’ αυτό πού πάλι σημειώνει ό ιερός υμνωδός: «Ό νους τετραυμάτισται, το σώμα μεμαλάκισται (άποχαυνώθηκε από την μαλθακότητα), νοσεί το πνεύμα, ό λόγος ησθένισεν, ό βίος νενέκρωται». Και ύστερα άκολουθεί ό θερισμός, ή θλιβερή συγκομιδή, ή πνευματική ξεραΐλα. «Τη δρεπάνη έθέρισας τούς στάχυας της άμελείας». Να ή συγκομιδή. Τα στάχυα της άμελείας πού δεν είναι άλλα από την αμαρτία και τον θάνατο.«Ψυχή μου, ψυχή μου, άνάστα, τί καθεύδεις; Το τέλος έγγίζει». Αύτός είναι ό μεγάλος λόγος για τον όποιο πρέπει να ξυπνήσεις, να εγερθείς.Κάθε ώρα, κάθε στιγμή πού περνάει σε φέρνουν πιο κοντά στο τέρμα:
«Το τέλοςέγγίζει». Μήν καθυστερείς.Μήναναβάλλεις: «Ύπνον άπώθου (άπώθησε, διώξε), ψυχή, της δεινής ραθυμίας, και προθύμως γρηγόρει, προς τάς θείας έντολάς. Έγγίζει ό Νυμφίος, λαμπαδηφόρος σπεύσον αύτώ προϋπαντήσαι». Και όχι μόνον«άνάστα». Αλλά και «άνάνηψον». Να γίνει μέσα σου το ξύπνημα. Να άκουσθεί καλά το σάλπισμα στα βάθη της ψυχής σου. Να άφανισθεί ή ραθυμία, «ίνα φείσηταί σου Χριστός ό Θεός, ό πανταχού παρών και τά πάντα πληρών».Κύριε, ιδού στέκομαι μπροστά Σου. Είμαι μόλις στην αρχή αυτής της αγίας και κατανυκτικής περιόδου. Άκουσέ με, Κύριε Ιησού: «Εξαγγέλλω σοι, Σωτήρ, τάς αμαρτίας άς είργασάμην, και τάς της ψυχής και του σώματός μου πληγάς, άς μή ένδον μιαιοφόνοι λογισμοί ληστρικώς έναπέθηκαν». Και πάλι σε ικετεύω. Ακουσέ με, μίλησέ μου, πρόσταξέ με. Άς γίνει και σε μένα αύτό πού ό ψαλμωδός Σου είπε: «Έβόησα έν όλη καρδία μου προς τον οΐκτίρμονα Θεόν, και έπήκουσέ μου, έξ 'Άδου κατωτάτου, και άνήγαγεν έκ φθοράς την ζωήν μου».

"ΖΩΗ"
ΠΗΓΗ

Κήρυγμα ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

(Ματθ. ς΄ 14-21)
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,
Ἡ σημερινή Κυριακή τῆς Τυρινῆς μᾶς φέρνει στό κατώφλι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας παρομοιάζει μέ ἕνα ὄμορφο θαλασσινό ταξίδι.

Ἕνα ταξίδι πνευματικό ξεκινᾶ ἀπό αὔριο, Καθαρά Δευτέρα ἕως καί τήν Παρασκευή πρό τοῦ Λαζάρου, μέ κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα τήν προσευχή, τήν ἔντονη λατρευτική ζωή καί τή νηστεία καί σκοπό τήν πνευματική προετοιμασία μας, γιά νά προσκυνήσουμε τά ἄχραντα Πάθη καί τήν ζωοποιό Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Νά ἑορτάσουμε τό ἐτήσιο Πάσχα καί νά λάβουμε ἀφορμή νά ἑορτάζουμε τό Πάσχα καί κάθε Κυριακή τοῦ χρόνου.

Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ ὅλους μας γιά 40 ἡμέρες νά μιμηθοῦμε τόν Θεάνθρωπο Κύριό μας, ὁ Ὁποῖος πρίν ξεκινήσει τήν ἐπί γῆς δημόσια δράση του γιά τή σωτηρία μας νήστευσε στήν ἔρημο 40 ἡμερονύκτια. Κατόπιν ἀντιμετώπισε τούς γνωστούς τρεῖς πειρασμούς τοῦ διαβόλου (Βλ. Ματθ. δ, 1-11), ὁ πρῶτος ἀπό τούς ὁποίους σχετίζεται μέ τήν τροφή. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὁ Ἀδάμ νικήθηκε ἀπό τόν πειρασμό τῆς τροφῆς καί ἔχασε τήν ὡραιότητα τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Χριστός, ὡς ἀπόγονος καί ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θά λέγαμε, ἐνίκησε τόν διάβολο καί θριάμβευσε ἐπί τοῦ πειρασμοῦ στόν ὁποῖον καταδέχθηκε νά ὑποβληθεῖ γιά νά μᾶς ἀποδείξει τήν ἄμετρη συμπάθειά Του, στόν ἀγῶνα μας ἐναντίον τῶν πειρασμῶν.

Ὡς πιστοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, λοιπόν κι ἐμεῖς, καθώς προετοιμαζόμαστε νά ἑορτάσουμε τήν ἀπόλυτη νίκη τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ ἐπί τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, ἀποδυόμαστε μέ τή σειρά μας σέ ἕνα ἀνάλογο πνευματικόἀγώνα, μέ κύριο χαρακτηριστικό γνωρισμα τήν νηστεία. Ἄλλωστε στή γλῶσσα μας ἡ λέξη Τεσσαρακοστή εἶναι σχεδόν συνώνυμη μέ τή λέξη νηστεία.

Ἡ νηστεία, λέει ὁ Μ. Βασίλειος εἶναι συνομήλικη μέ τόν ἄνθρωπο, γιατί ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ σ’αὐτόν, ὅπως περιγράφεται στό βιβλίο τῆς Γενέσεως (Β,17) τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Ἀπὸ τὸ δένδρον ὅμως τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ κακοῦ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ φάγετε...». Ἡ ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή, μαζί μέ τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή ἀποτελοῦν ἐπίσης τίς ἀρχαιότερες νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, καθορισμένες ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὁ Κύριός μας διδάσκει, ὅτι ἀνάμεσα στήν ἀμνησικακία, τήν ἀληθινή νηστεία καί τήν ἀποφυγή τῆς πλεονεξίας ὑπάρχει μία ἐσωτερική συνάφεια, πάνω ἀκριβῶς στήν ἔννοια τῆς νηστείας.

Ἡ νηστεία, ὅπως ἀκοῦμε καί στά τροπάρια αὐτῶν τῶν ἡμερῶν δέν εἶναι ἀποχή μόνο ἀπό ὁρισμένες τροφές, ἀλλά ἀποχή καί ἀπό τίς κακίες, πού δύο ἀπό τίς πιό συνηθισμένες μεταξύ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ μνησικακία: νά θυμᾶσαι δηλαδή τό κακό, πού σοῦ ἔκανε κάποιος καί νά μήν τόν συγχωρεῖς καί ἡ πλεονεξία: δηλαδή νά θέλεις ὅλο καί περισσότερα, πολλές φορές εἰς βάρος τῶν ἄλλων καί νά μήν εἶσαι ποτέ εὐχαριστημένος καί μέ τίποτε.

Ὁ Μ. Βασίλειος σέ μία ὁμιλία του γιά τήν νηστεία τονίζει: «Δέν φτάνει ἡἀποχή καί μόνο ἀπό τίς τροφές γιά νά εἶναι ἄξια ἐπαίνου ἡ νηστεία μας. Ἄς νηστέψουμε νηστεία εὐπρόσδεκτη καί εὐάρεστη στόν Θεό. Ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡἀπομάκρυνση ἀπό ὁ,τιδήποτε τό κακό καί ἐφάμαρτο. Ἡἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡἀποχή ἀπό τόν θυμό, ὁ χωρισμός ἀπό τίς αἰσχρές ἐπιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψέμμα καί τήν ἐπιορκία. Ἡἀπουσία καί ἡ στέρηση ἀπό αὐτά εἶναι ἀληθινή νηστεία. Ὅταν ἀγωνιζόμαστε γιά ὅλα αὐτά τότε ἡ νηστεία μας εἶναι καλή καί ὠφέλιμη». Τόσο σημαντική εἶναι αὐτή ἡ διευκρίνηση, ὥστε αὐτά τά ἴδια λόγια ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία καί τά ἔκανε ὕμνο, μέ τόν ὁποῖον συντροφεύει τήν εἴσοδό μας στήν ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή.

«Νά ἀποξενωθεῖς ἀπό τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες» συμβουλεύει σέ ἄλλο σημεῖο καί πάλι ὁ Μ.Βασίλειος. «Νά μήν ἀδικήσεις κανένα. Νά συγχωρήσεις τόν ἀδελφό σου γιά τή λύπη, πού σοῦ προξένησε, γιά τό κακό, πού σοῦ ἔκανε, γιά τά λεφτά, πού σοῦ χρωστάει. Διαφορετικά μολονότι δέν τρῶς κρέας, τρῶς τόν ἴδιο τόν ἀδελφό σου. Μολονότι ἐγκρατεύεσαι στό κρασί, δέν κρατᾶς τό στόμα σου στίς ἄσχημες κουβέντες. Μολονότι νηστεύεις ὡς τό βράδυ, ΄ξοδεύεις τή μέρα σου στά δικαστήρια.»

Εὔκολα ἀντιλαμβανόμαστε, πώς ἡ νηστεία ὡς ἄσκηση δέν σημαίνει μόνο ἀποχή ἀπό ὁρισμένες τροφές, πού ἴσως εἶναι καί τό εὐκολώτερο. Ἐάν ἡ νηστεία μας δέν σημαίνει καί νηστεία ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη, τότε ἐκπίπτει σέ δίαιτα. Ἡ νηστεία εἶναι ἡ αὐθεντική ἔκφραση τῆς ψυχῆς πού ἀγωνίζεται νά ἀρέσει στόν Θεό. Ἐκεῖνος πού νηστεύει, ὡς ἄλλος Μωϋσῆς βρίσκεται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μέ τόν Θεό καί ἀπεκδέχεται τήν μυστική χαρά τῆς οὐράνιας εὐλογίας.

Ἡ νηστεία δέν πρέπει νά γίνεται καταναγκαστικά, ἀλλά ἀπό ἀγάπη γιά τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀναμάρτητος Ὤν καταδέχθηκε νά πεθάνει πάνω στόν Σταυρό γιά τίς ἁμαρτίες μας, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό κράτος τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου.Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεινάει ἀπό τή νηστεία, πού ἐπέβαλε στόν ἑαυτό του γιά τήν ἀγάπη καί τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἐπιμερίζει και στούς ἐμπερίστατους ἀπό τά ἀγαθά του καί θυσιάζει τό θέλημα τῆς ἄνεσης καί τοῦ συμφέροντός του γιά τήν Νηστεία, τοῦτο εἶναι λατρεία, πού τήν δέχεται ὁ Θεός.

Σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή ἔχουμε ἀνάγκη νά νηστεύσωμε. Ὄχι ἐπειδή πρέπει, ἀλλά ἐπειδή ἀγαπᾶμε τόν Χριστό. Ἄς μήν ξεχνᾶμε δέ ὅτι, ἡ νηστεία πάντοτε ἦταν ὁ τρόπος τοῦ ἀνθρώπου νά ἑλκύει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί νά ζητεῖ τήν συγγνώμη Του. Καί σήμερα μπορεῖ νά ἀποτελέσει τό μέσο γιά νά ἐλκύσουμε τήν χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά τίς δύσκολες στιγμές, πού περνᾶμε καί ὡς πρόσωπα, ἀλλά καί ὡς Ἔθνος. Βλέποντας τή νηστεία μας ὁ Θεός, ἴσως ἀποτρέψει χειρότερες καταστάσεις, ἀσκώντας τήν πατρική του παιδαγωγία.

«Τό στάδιο τῶν ἀρετῶν ἔχει ἀνοίξει, ὅσοι θέλετε νά ἀθληθεῖται ἐλάτε μέσα σ’ αὐτό...» Μέ αὐτά τά λόγια ἡ Ἐκκλησία, μᾶς καλωσορίζει στά πνευματικά ἀγωνίσματα τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς καί τῆς μετανοίας, τά ὁποῖα εἶναι ἀλληλένδετα καί μαζί μέ τήν φιλανθρωπία προάγουν τήν πνευματική μας ἀναβάθμιση. Ἄς ἀγωνισθοῦμε μέ ταπεινό φρόνημα, διακριτικά καί θεάρεστα, μέ τή βεβαιότητα, ὅτι Θεός θά ἀποδώσει στόν καθένα τό ὀφειλόμενον. Ἄς μή δειλιάσουμε ἐξαιτίας τοῦ μεγέθους ἤ τοῦ ὄγκου τῶν ἀγωνισμάτων. Ὁ καθένας μέ τή δύναμή του ἄς ἀγωνισθεῖ κι ὁ Θεός θά σκεπάσει μέ τή χάρη Του τόν ἀγῶνα μας, ἀφοῦ γιά τήν ἀγάπη του γίνεται. Διότι εὐτυχῶς «ἡ μεγαλύτερη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶναι πώς ὄχι ἀνάλογα μέ τό ἀποτέλεσμα, ἀλλά ἀνάλογα μέ τή διάθεση καί τήν προαίρεση μετράει ὁ Θεός τήν ἐπίδοσή μας καί παρέχει τήν εὐλογία Του.»

Καλή καί εὐλογημένη ἡ ἐπί θύραις Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
π. Σ.Κ

Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή της Τυρινής


Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης


Το στάδιο των αρετών εγκαινιάζει η αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Οι αθλητές των πνευματικών αγώνων καλούνται στα πνευματικά αγωνίσματα. Ο δρόμος της αρετής είναι μακρύς. Η άνοδος της κλίμακας της αγιότητας είναι τέχνη τεχνών και επιστήμη ψυχής. Η Εκκλησία μας καθοδηγεί τους αθλητές με τα συνθήματά της. Και είναι πολλά τα γυμνάσματα, στα οποία μάς προτρέπει. Εμείς σήμερα ας σταθούμε στο θέμα της συγχωρητικότητας και της μνησικακίας.
    Ο Κύριος του ουρανού και της γης μάς αναμένει με ανοικτή και στοργική αγκαλιά για να μάς δεχθεί κοντά του, για να ξεκουράσει την ψυχή μας από το βάρος της ενοχής, με μια όμως βασική προϋπόθεση, που σήμερα, Κυριακή της Τυρινής, με το ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούσαμε μάς θέτει. Ποια είναι αυτή;  Να συγχωρήσουμε κι εμείς όσους μάς έχουν κάνει κάποιο κακό. Τότε και Εκείνος θα συγχωρήσει και σε μάς οποιοδήποτε αμάρτημα έχουμε διαπράξει εναντίον του. Το βεβαιώνει ο ίδιος κατηγορηματικά. «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ πατήρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος».
    Ο Κύριος θεωρεί την προϋπόθεση αυτή τόσο απαραίτητη, ώστε δήλωσε το ίδιο κατηγορηματικά ότι χωρίς αυτή δεν μπορούμε να πετύχουμε τη δική μας συγχώρηση. «Ἐάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τα παραπτώματα ὑμῶν».
    Θα θεωρούσαμε ανόητο τον άνθρωπο εκείνο που δεν αγοράζει κάτι, που θα του προσφερόταν νόμιμα και σε πολύ χαμηλή τιμή, σχεδόν δωρεάν. Οι περισσότεροι όμως από μας διαπράττουν ένα σφάλμα ακόμη μεγαλύτερο. Εκείνος που δεν ανταλλάσσει τα λίγα χρήματά του με κάτι πολύτιμο που του προσφέρεται, στο τέλος κρατάει τα λίγα χρήματά του. Ενώ εμείς χάνουμε ένα ολόκληρο θησαυρό, την συγχώρηση των αμαρτιών μας, για να κρατήσουμε στην ψυχή μας την μνησικακία, που είναι ένα πάθος τόσο βλαβερό. Ένα πάθος που τόσο πολύ μάς ταλαιπωρεί.
    Νοιώθω τόσο άσχημα και όμως δεν θέλω να τον συγχωρήσω, λένε μερικοί. Μου έκανε τόσο και τόσα, με έβλαψε, με κατέστρεψε. Ζω σε δυστυχία εξ αιτίας του. Μου διέλυσε το σπίτι, την οικογένεια. Έβλαψε τα παιδιά μου. Γι’ αυτό τον μισώ. Και το πάθος της μνησικακίας τον κάνει να βλέπει βουνά και τις πιο μικρές αδικίες.
    Στον καθένα μας φαίνεται υπεράνθρωπο να συγχωρήσει τον άλλο. Κι όσο καλοί κι αν παρουσιαζόμαστε σε άλλες περιπτώσεις, δύσκολα διώχνουμε την αντιπάθεια, την εχθρότητα που μάς αναστατώνει. Το μίσος και η αντιπάθεια δεν φωλιάζουν στις ψυχές για πρόσωπα μακρινά μας, μα κάποιες φορές και για τα πιο αγαπημένα. Γονείς και παιδιά, αδέλφια μισούνται μεταξύ τους γιατί κάτι έκανε ο ένας στον άλλο, τον έβλαψε, τον αδίκησε.
    Με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τόσες και τόσες αναστατώσεις καθημερινά. Σπίτια συγκλονίζονται, επιχειρήσεις διαλύονται, κοινωνικά δράματα παρατηρούνται. Αιτία όλων αυτών η αντιπάθεια, το μίσος που έχει φωλιάσει στις ψυχές των ανθρώπων.
    Αναμφίβολα εκείνος που αδικεί τον άλλο, που του κάνει κακό, που τον βλάπτει, είναι ένοχος και θα δώσει λόγο των πράξεων του αυτών στον ουράνιο Πατέρα. Κανείς δεν αμνηστεύει τον αδελφό, που καταπατεί το δίκαιο του αδελφού.
    Με αφορμή όμως το ευαγγελικό ανάγνωσμα, θα πρέπει όλοι μας να δούμε πως αντιμετωπίζουμε το κακό που μάς κάνουν οι άλλοι ή σωστότερα πως πρέπει να το αντιμετωπίζουμε, αν θέλουμε να πάρουμε και εμείς τη συγγνώμη από τον ουράνιο Πατέρα μας.
    Θα μιλήσουμε σε εκείνο που μάς βλάπτει και μάς αδικεί, θα του υποδείξουμε με ευγένεια του σφάλμα του. Θα ζητήσουμε να του μιλήσουν κι άλλοι. Να του πουν ότι η συμπεριφορά του δεν είναι η πρέπουσα. Αν παρ’ όλα αυτά, εκείνος συνεχίζει να μάς αδικεί, να μάς βλάπτει, δεν επιτρέπεται να κυριαρχήσει μέσα μας το μίσος, η αντιπάθεια, την ώρα που εμείς ζητάμε από τον Θεό να μάς συγχωρήσει από τόσα και τόσα παραστρατήματα. Πως τότε τολμάμε κάθε μέρα να επαναλαμβάνουμε στη Κυριακή Προσευχή: «Καί ἂφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν»;
    Ζητάμε κάτι που δεν δίνουμε. Είναι ανάρμοστη εντελώς μια τέτοια συμπεριφορά. Παρουσιάζει μια φοβερή αντινομία, την οποία όταν κι εμείς την δούμε στον άλλο δεν τη συγχωρούμε.
    Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βάση του θέματός μας. «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος». Με τη σκέψη μας, τα λόγια μας, την συμπεριφορά μας καθημερινά παραβαίνουμε το θέλημα του Θεού. Και συχνά ζητούμε την συγχώρηση. Δεν την παίρνουμε όμως όταν αρνούμαστε να συγχωρήσουμε τον συνάνθρωπό μας. Την λαμβάνουμε όταν κι εμείς, συχνά με σκληρό αγώνα, με πολύ προσπάθεια και θερμή προσευχή, ξεχνούμε τι μάς έκανε ο άλλος, τον συγχωρούμε, και τρέχουμε πρώτοι να συμφιλιωθούμε μαζί του.
    Θα αφήσουμε με τη συμπεριφορά μας αυτή για πολύ ακόμα κλειστή τη θύρα του θείου ελέους, κλείνοντας την πόρτα της ευσπλαχνίας στον συνάνθρωπό μας;
     Η δύναμη της συγχωρήσεως είναι καρπός της εν Χριστώ αναγεννήσεως του ανθρώπου, γιατί προϋποθέτει ταπείνωση και αυτογνωσία. Σημαίνει συναίσθηση της συγκαταβάσεως του Θεού απέναντι σε όλους μας. Γιατί ο Θεός είναι πάντα πρόθυμος να μάς συγχωρήσει. Περιμένει συνεχώς την μετάνοιά μας, για να μάς δώσει απλόχερα την αγάπη Του. Τότε μόνο αποκτάμε την δύναμη να συγχωρούμε και να ανεχόμαστε ο ένας τον άλλο, όταν ακριβώς βρισκόμαστε σε ορθή σχέση με τον Θεό – Πατέρα και έχουμε συνειδητοποιήσει το μέγεθος της αγάπης Του.

Κυριακής της Τυροφάγου - Η νυξ προέκοψεν


 


Στον καιρό της ελευθεριότητας, σε χρόνους που η αμαρτία σαν έννοια παράβασης νόμων ηθικών χάνει μεγάλο μέρος της σημασίας της, έρχεται ο Απόστολος  Παύλος να μας επαναφέρει στην εν Χριστώ ζωή, εφ’ όσον θέλουμε να λεγόμαστε χριστιανοί και έτσι ουσιωδώς να αισθανόμαστε.
Προσεγγίζοντες την έναρξη της κατ’ εξοχήν κατανυκτικής περιόδου του λειτουργικού χρόνου της Εκκλησίας μας που είναι η Μεγάλη Σαρακοστή, οφείλουμε σαν Χριστιανοί να προσαρμόσουμε ανάλογα και την δική μας προς εαυτούς και αλλήλους συμπεριφορά.

  Ο Χριστιανισμός είναι ένα αγώνισμα, μια αρένα που μέσα της αγωνιζόμαστε όχι με θηρία ή μονομάχους, αλλά με τον έσω άνθρωπο, που λόγω της πεπτωκυΐας φύσεώς του αναζητά εφήμερους τρόπους καταξίωσής του. Και το άσχημο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι αυτή η καταξίωση είναι τόσο εφήμερη και περιστασιακή όσο η αλληλοδιαδοχή του νυχθημέρου.
    «Η νυξ προέκοψεν η δε ημέρα ήγγικεν», βροντοφωνάζει ο Απόστολος των εθνών. Θα το λέγαμε σήμερα με τη λαϊκή φράση, απευθυνόμενοι σε εκείνους που αμέριμνοι εφησυχάζουν και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, «ξυπνήστε μην κοιμάσθε». Ο ύπνος σαν φυσική ανάγκη ξεκούρασης από τον κάματο της ημέρας, είναι αναγκαίος. Ο ύπνος όμως ο πνευματικός, ο εφησυχασμός, η ακηδία, η ραθυμία και η αδιαφορία είναι τόσο επικίνδυνος και χιμαιρικός όσο η βεβαιότητα του ονείρου.
   Στα έργα του σκότους ο Απόστολος κατατάσσει όλα εκείνα που ομολογουμένως κάθε νουνεχής αποφεύγει να διαπράττει υπό το φως της ημέρας, την άσκοπη σπατάλη για την ικανοποίηση του στομαχιού και του φάρυγγα, την υπερβολική οινοποσία, την ακόλαστη ζωή.  Όλα αυτά ίσως να είναι η αιτία και το αποτέλεσμα των διαφόρων οικονομικών προβλημάτων για τα οποία και τόσος λόγος γίνεται σήμερα, αλλά και τόσα άλλα ζητήματα δημιουργούν, όχι μόνο καταναλωτικά αλλά και κοινωνικά.
   Μήπως είναι λίγα τα οικογενειακά δράματα και οι ενδοοικογενειακές διενέξεις εξ αιτίας της μέθης; Μήπως είναι μια αφορμή και αιτία τα διαλυμένα νοικοκυριά, οι διαμελισμένες οικογένειες, τα απροστάτευτα παιδιά και τα παραμελημένα γηρατειά;
  Βέβαια το κύριο θέμα που απασχολεί τον Απόστολο Παύλο δεν περιορίζεται στη διαμόρφωση κοινωνικών δομών και μόνο. Ο Παύλος θεολογεί και δεν κοινωνιολογεί. Το αν αυτά που θέλει να πει ενέχουν και αυτά τα στοιχεία, δεν παύει από το να τονίζει το έσχατο και κύριο μήνυμά του που είναι η θέωση. Το να ξανάβρει ο πεπτωκός άνθρωπος τον χαμένο του Παράδεισο, την πρόσωπο προς πρόσωπο επικοινωνία με τον Θεό, με τη δυναμική που δίνει η θυσία του Σταυρού αλλά και η ελπίδα του Αναστημένου Χριστού. 
   Η αρμονία του πρώτου ανθρώπου, προτού αμαρτήσει, τόσο με την άλογη φύση όσο και με την έλλογη ήταν δεδομένη. Η αμαρτία και τα παρεπόμενά της είναι εκείνη που θολώνει τον νου του ανθρώπου, που ενδόμυχα αισθανόμενος το λάθος των επιλογών του αναζητά στο έρεβος την χαμένη του προσωπικότητα και κρίνει τους γύρω του με  τέτοια διάθεση όπως η κολοβή αλεπού που την συνέλαβε ο ιδιοκτήτης του ορνιθώνος και της έκοψε την ουρά και, κατά την λαϊκή παροιμία, θεωρούσε το άνουρο σαν μόδα. Μέσα από την κρίση αυτή διαφαίνεται μια προσπάθεια εγωπαθής είτε για να προβληθούμε είτε να μειώσουμε τους άλλους, πλην όμως και στις δύο περιπτώσεις η συνιστώσα είναι η έλλειψη της αγάπης και της αρμονικής συμβίωσης μέσα στην κόλαση της αμαρτίας.

Μ.Φ.Ν.Θ

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...