Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 23, 2015

Τὸ Μέγα Ἀπόδειπνο

Ἰωάννη Μ. Φουντούλη, «Λογικὴ Λατρεία», 
Θεσσαλονίκη 1971 σελ. 199-204. 

Εἶναι μέσα στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ριζωμένο ἕνα ἀλλόκοτο πρωτόγονο συναίσθημα μπροστὰ στὸ φαινόμενο τοῦ ὕπνου. Ὁ ζωντανός, ὁ ἐργαζόμενος, ὁ σκεπτόμενος, ὁ γεμάτος δραστηριότητα ἄνθρωπος, καμπτόμενος ἀπὸ τὴν φυσιολογικὴ κόπωση, καταλαμβάνεται ἀπὸ μία ἀκατανίκητη ἀνάγκη νὰ παραδοθεῖ στὴν ἀγκάλη τοῦ ὕπνου. Οἱ αἰσθήσεις, οἱ διανοητικὲς λειτουργίες, οἱ δυνάμεις τοῦ σώματος ἀτονοῦν καὶ ὁ ζωντανὸς γίνεται σὰν νεκρός. Εἰκόνα τοῦ θανάτου ὁ ὕπνος. 
Μυστήριο γιὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους τῶν περασμένων ἐποχῶν. Ὥρα ποὺ ἐνεδρεύουν οἱ πονηρὲς δυνάμεις τοῦ κόσμου τούτου, ὁρατὲς καὶ ἀόρατες, γιὰ νὰ κακοποιήσουν ἢ καὶ ἁπλῶς νὰ πειράξουν τὸν ἀνυπεράσπιστο ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν θὰ ὑπάρχει ἀνθρώπινο ὂν ποὺ νὰ μὴν αἰσθάνθηκε τὴν ἀνάγκη, ἀφήνοντας προσωρινὰ τὸν κόσμο τῶν ζώντων γιὰ νὰ περάσει στὸ μυστήριο τῆς εἰκόνας τοῦ θανάτου, νὰ στρέψει τὸ νοῦ του στὸ Θεό του καὶ νὰ ζητήσει ἀπὸ αὐτὸν προστασία καὶ σκέπη. 
Σ’ αὐτὸ τὸ ὑπόβαθρο τῆς ἰδιωτικῆς πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχῆς στηρίχθηκε καὶ ἡ πράξη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὅταν ἔδινε στὴν ἀτομικὴ αὐτὴ προσευχὴ τὴ μορφὴ ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας. 
Ἡ μετατροπὴ ἔγινε κατ’ ἀρχὰς στὶς μοναχικὲς ἀδελφότητες, ποὺ τὰ πάντα, καὶ ἰδίως ἡ προσευχή, ἤσαν κοινά. Ἡ κοινὴ αὐτὴ προσευχὴ γινόταν στὴν ὥρα τῆς...
ἰδιωτικῆς, δηλαδὴ ἀμέσως μετὰ τὸ δεῖπνο καὶ πρὶν τὸν ὕπνο. Γι’ αὐτὸ καὶ τῆς δόθηκε τὸ ὄνομα «ἀπόδειπνο» ἢ «ἀπόδειπνα» καὶ «προθύπνια». 
Εἶναι δὲ ἡ ἀκολουθία τοῦ ἀποδείπνου μία πολὺ μεγάλη ἀκολουθία. Τὸ μῆκος της δὲν πρέπει νὰ μᾶς παραξενεύει. Εἶναι καθαρὰ μοναστηριακὴ καὶ γνωρίζομε πόσο οἱ μοναχοὶ ἤθελαν νὰ παρατείνουν τὴν προσευχή τους, τόσο πού, ἂν ἦταν φυσικῶς δυνατόν, δὲν θὰ διέκοπταν ποτὲ τὴν δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Η εἴσοδός της ὅμως στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς καὶ ἡ χρήση της ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς ἱερεῖς καὶ τὸ λαὸ ὁδήγησε γρήγορα σὲ ἀδιέξοδο.

Ἔτσι κατὰ τὸν ΙΔ’ μὲ ΙΕ’ αἰώνα ἀναγκάσθηκαν νὰ κάνουν καὶ μία ἐπιτομή της, ποὺ ὀνομάσθηκε, γιὰ νὰ διακρίνεται ἀπὸ τὴν ἀρχικὴ ἐκτενῆ μορφή, «μικρὸ ἀπόδειπνο». Τὸ ἄλλο, τὸ πλῆρες καὶ παλαιό, ὀνομάσθηκε τώρα «μέγα ἀπόδειπνο». Εἶναι κοινὸς νόμος, ὅτι τὰ νεώτερα πράγματα καὶ τὰ συντομότερα κερδίζουν γρήγορα ἔδαφος. Αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο. Τὸ «μικρὸ» καὶ νεώτερο ἐπισκίασε τὸ παλαιὸ καὶ μεγάλο, καὶ περιόρισε τὴν τέλεσή του μόνο κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ποὺ λόγω τῆς ἱερότητας τῆς περιόδου αὐτῆς καὶ τῆς συντηρητικότητας τῶν ἀκολουθιῶν της, μποροῦσε νὰ βαστάσει τὸ βάρος τῆς ἐκτενοῦς ἀρχαϊκῆς ἀκολουθίας. Ἔτσι σήμερα ἔχομε τὴν εὐκαιρία νὰ παρακολουθήσουμε τὴν τέλεση τοῦ μεγάλου ἀποδείπνου καὶ στοὺς ἐνοριακοὺς ναοὺς ἀπὸ τὴν Δευτέρα ὡς τὴν Πέμπτη τῶν ἑβδομάδων τῆς μεγάλης Νηστείας, τὶς δὲ Παρασκευὲς μαζὶ μὲ τοὺς χαιρετισμοὺς τὴν ἀκολουθία τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Στὶς ὑπόλοιπες ἐκτός της Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡμέρες τελεῖται, κατ’ ἰδίαν στὰ σπίτια ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ εὐλαβεῖς λαϊκοὺς ἢ ἀπὸ κοινοῦ στὰ μοναστήρια, τὸ μικρὸ ἀπόδειπνο. 
Τὸ θέμα τοῦ ἀποδείπνου εἶναι διπλό, ἀνάλογο πρὸς τὴν ὥρα τῆς τελέσεώς του· εὐχαριστία δηλαδὴ κατὰ πρῶτον καὶ δοξολογία γιὰ τὴν διέλευση τῆς ἡμέρας καὶ δέηση γιὰ τὴν «ἀπρόσκοπτο» καὶ «ἐλευθέρα φαντασιῶν», κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ἀνάπαυση κατὰ τὴν ἐπερχόμενη νύκτα. Μὲ τὸ πρῶτο θέμα συμπλέκονται καὶ ἄλλα συναφῆ. Μία ἀνασκόπηση τῶν ἔργων τῆς ἡμέρας γεννᾶ ἀσφαλῶς τὴν ἀνάγκη γιὰ αἴτηση συγγνώμης γιὰ τὶς ποικίλες παραβάσεις μας, ἕνα ἔντονο συναίσθημα μετανοίας. Ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἀδελφούς μας γέννησε ἀσφαλῶς δυσαρέσκειες καὶ ἐνδεχομένως προκάλεσε ἀντιδικίες καὶ μίση. Εἶναι καιρὸς ὅλα αὐτὰ νὰ ἐπανορθωθοῦν μὲ τὴν ἀμοιβαία συγχώρηση καὶ συνδιαλλαγή. Μὲ τὸ δεύτερο πάλι θέμα συνδέεται ἡ ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως, γιὰ νὰ μᾶς βρεῖ ὁ θάνατος στερεὰ στερεωμένους στὴν ἀληθινὴ μαρτυρία καὶ ὁμολογία, κατὰ τοὺς Πατέρες. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα κατακλείει καὶ ἡ δέηση γιὰ τὴν ταχεία ἀπὸ τὸν ὕπνο ἐξανάσταση γιὰ νὰ μὴ σιγήσει ἐπὶ πολὺ τὸ στόμα ποὺ δοξολογεῖ τὰ «κρίματα» τοῦ Θεοῦ. 
Ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας ἔτσι καὶ τὸ ἀπόδειπνο ἀποτελεῖται ἀπὸ ψαλμούς, ὕμνους καὶ εὐχές. Ὅλα ἔχουν ἐκλεγεῖ μὲ βάση τὰ πιὸ πάνω θέματα. Στὰ τρία μέρη τοῦ μεγάλου ἀποδείπνου καὶ στὴν ἐπιτομὴ τῶν «καιριωτάτων» τοῦ μεγάλου, ποὺ περιέχονται στὸ ἕνα μέρος τοῦ μικροῦ, βρίσκει κανεὶς ἐκλεκτοὺς νυκτερινοὺς ψαλμούς, ὅπως ὁ 4ος μὲ τὸ «ἐν εἰρήνη ἐπὶ τὸ αὐτῶ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω», ὁ 6ος μὲ τὸ «λούσω καθ’ ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω», ὁ 12ος μὲ τὸ «φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον», ὁ 30ός μὲ τὸ «εἰς χείρας σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμα μου», ὁ 90ός μὲ τὸ «οὐ φοβηθήση ἀπὸ φόβου νυκτερινοῦ… ἀπὸ πράγματος ἐν σκότει διαπορευομένου». Φράσεις γεμάτες βαθειὰ πίστη καὶ ἐγκατάλειψη στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Θὰ βρεῖ τὸν περίφημο ψαλμὸ τῆς μετανοίας, τὸν 50ό. τὸ «Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου…», καὶ κείμενα γεμάτα μετάνοια καὶ συντριβή, ὅπως τὴν προσευχὴ τοῦ Μανασσῆ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας. 
Ἀπὸ τὶς εὐχὲς ἐκτὸς ἀπὸ τὴν τόσο γνωστὴ εὐχὴ πρὸς τὴν Θεοτόκο τοῦ μοναχοῦ της Μονῆς τῆς Εὐεργέτιδος Παύλου «Ἄσπιλε, ἀμόλυντε…» καὶ τὴν σύντομη καὶ περιεκτικὴ «ἐπικοίτιο» εὐχὴ στὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ τοῦ μοναχοῦ Ἀντιόχου τοῦ Πανδέκτου «Καὶ δὸς ἠμίν, δέσποτα, πρὸς ὕπνον ἀπιούσιν ἀνάπαυσιν σώματος καὶ ψυχῆς … », θὰ ἔπρεπε νὰ μνημονεύσουμε τὴν θαυμάσια εὐχὴ ποὺ ἀποδίδεται στὸν Μέγα Βασίλειο «Κύριε. Κύριε, ὁ ρυσάμενος ἠμᾶς ἀπὸ παντὸς βέλους πετομένου ἡμέρας…». Αὐτὴ συγκεφαλαιώνει κατὰ ἕνα ἀπαράμιλλο τρόπο τὰ αἰτήματα τῆς πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχῆς τοῦ πιστοῦ. Βρίσκεται στὰ «Ὡρολόγια» καὶ σὲ ὅλα τὰ προσευχητάρια, ποὺ κυκλοφοροῦν μεταξὺ τῶν πιστῶν. Καὶ μόνη ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωσή της, καὶ μάλιστα στὴν πρὸ τοῦ ὕπνου προσευχή, εἶναι ἱκανὴ νὰ γεμίσει τὴ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ πιὸ ἱερὰ αἰσθήματα. 
Τὸ ἀπόδειπνο περιλαμβάνει καὶ τὴν ψαλμωδία τροπαρίων καὶ μάλιστα τριῶν ἀρχαίων ὕμνων, ποὺ ἔχουν ὅμως παραλειφθεῖ κατὰ τὴν σύνταξη τῆς ἀκολουθίας τοῦ μικροῦ ἀποδείπνου. Σήμερα δὲν ψάλλονται πιὰ παρὰ μόνο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, στὸ μέγα ἀπόδειπνο. 
Ὁ πρῶτος, τὸ γνωστὸ «Μεθ’ ἠμῶν ὁ Θεός», εἶναι μία ἐκλογὴ ἀπὸ τὴν ὠδὴ τοῦ Ἠσαΐα, ποὺ βρίσκεται στὸ 8ο καὶ 9ο κεφάλαιο τοῦ ὁμώνυμου προφητικοῦ βιβλίου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἶναι ἕνας ὕμνος θριάμβου καὶ ἐγκαρτερήσεως. Ψάλλεται κατὰ στίχο κατὰ τὸν ἀρχαῖο τρόπο, μὲ ἐφύμνιο τὸ «ὅτι μεθ’ ἠμῶν ὁ Θεός». Κατὰ τὸν ἅγιο Πατέρα Μάρκο τὸν Εὐγενικὸ ὁ ὕμνος αὐτὸς ψάλλεται στὸ ἀπόδειπνο «κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν δαιμόνων… ποὺ ἐκδηλώνουν τὴν πονηρὴ δύναμή τους κατὰ τὴ νύκτα». 
Ὁ δεύτερος ὕμνος εἶναι ἕνα ἀρχαϊκὸ πρωτοχριστιανικὸ ποιητικὸ κείμενο σὲ στίχους ἑνδεκασύλλαβους, ποὺ τὸ βρίσκομε καὶ σὲ πάπυρο τοῦ 6ου αἰώνα. Δοξολογία ἀγγελικὴ καὶ ἀνθρώπινη πρὸς τὸ δημιουργὸ καὶ δέηση ἑνώνονται ἁρμονικὰ στὸ ὡραῖο αὐτὸ ὑμνογράφημα τὸ «Ἡ ἀσώματος φύσις τὰ χερουβείμ…» 
Τέλος ἕνας τρίτος ὕμνος λαϊκῆς ἐμπνεύσεως. Εἶναι γεμάτος κατάνυξη καὶ σύντονη δέηση. Ὅλοι οἱ ἅγιοι προβάλλονται στὸ Θεὸ γιὰ πρεσβεία ὑπὲρ ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἀρχίζει μὲ τὸ «Παναγία δέσποινα Θεοτόκε πρέσβευε ὑπὲρ ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν». 
Το είδαμε εδώ

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΓΙΑ ΓΝΩΣΤΕΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΩΝ ΣΕ CD ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ "ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ"

Μια νέα εφημερίδα με τον τίτλο «Ορθόδοξη Αλήθεια» κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, προσφέροντας στους αναγνώστες της ένα τριπλό cd με ηχογραφήσεις Πρωτοψαλτών, μεγάλων δασκάλων της Ψαλτικής τέχνης (όπως σημειώνεται στο εξώφυλλο της ψηφιακής έκδοσης). 
Ο υποψιασμένος ακροατής θα καταλάβει ότι πολλές από τις ηχογραφήσεις της εν λόγω έκδοσης είναι προ πολλού γνωστές και δημοσιευμένες, μάλιστα, σε πολύ σοβαρές εκδόσεις, όπως είναι, π.χ., οι Καταβασίες της Υπαπαντής του Ματθαίου Τσαμκιράνη (περιλαμβάνονται στην έκδοση «Μνημεία Εκκλησιαστικής Μουσικής» / Ειρμοί Κανόνων Πέτρου Βυζαντίου του Κέντρου Ερευνών και Εκδόσεων) ή οι ηχογραφήσεις του Σίμωνα Καρά που προέρχονται από τις σχετικές εκδόσεις του Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ζώντος του Σίμωνος Καρά. 
Στα ψιλά γράμματα της ψηφιακής έκδοσης της εφημερίδας Ο.Α., αποδίδονται ευχαριστίες σε συλλέκτες για την παραχώρηση υλικού, αλλά δεν γίνεται καμία μνεία για άδεια χρήσης του υλικού από τους φορείς που έχουν εκδώσει αρκετές από τις ηχογραφήσεις του τριπλού ψηφιακού δίσκου. Προφανώς υπάρχει κάποιο κενό εδώ… 
Άρα, δεν είναι δυνατόν να αναγράφεται στην ψηφιακή έκδοση της εφημερίδας ότι «η παραγωγός εταιρεία έχει όλα τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του ψηφιακού δίσκου. Επιτρέπεται η χρήση μόνο για ιδιωτική, κατ’ οίκον προβολή. Απαγορεύεται η αντιγραφή, αναπαραγωγή...». Είναι γνωστό ότι τέτοιες απαγορεύσεις ισχύουν όταν τις υπαγορεύει ο δημιουργός ενός προϊόντος κι όχι κάποιος που το αναπαράγει, και κατά πως φαίνεται δίχως άδεια των δημιουργών. 
Με την ευκαιρία και μια παρατήρηση στο άρθρο για τον Σταυρό του Αγίου Ανδρέου που φυλάσσεται στο Ναό του Πρωτοκλήτου στην Πάτρα (σ. 10). Ως γνωστόν ο Σταυρός επέστρεψε στην Πάτρα επί μακαριστού Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου, το 1980. Αναγράφεται λοιπόν στο σχετικό ρεπορτάζ
- προφανώς ο …δαίμων έβαλε το χέρι του: «Ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Πατρών κ. Νικόδημος είπε στην ορθόδοξη Αλήθεια». Ακολουθεί δήλωση, η οποία δεν ανήκει φυσικά στον μακαριστό Μητροπολίτη Νικόδημο, ο οποίος δεν συνήθιζε ούτε δηλώσεις ούτε συνεντεύξεις - και δη μακροσκελείς - ακόμα και στα λεγόμενα «εκκλησιαστικά» ΜΜΕ. 
Π.Α.Α. 

ΧΑΝΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ ; - ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ

Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τοὺς πιὸ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τὸ νὰ παρακολουθοῦν καθημερινὰ τὶς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς περιόδου εἶναι πέρα ἀπὸ κάθε συζήτηση. Ἐξακολουθοῦν φυσικὰ νὰ ἐκκλησιάζονται τὴν Κυριακή, ἀλλὰ τὶς Κυριακὲς τῆς Σαρακοστῆς ἡ Θεία Λειτουργία, τουλάχιστον ἐξωτερικά, δὲν ἀντανακλᾶ κάτι ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ καὶ ἔτσι δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχει οὔτε κὰν τὴν αἴσθηση τοῦ λατρευτικοῦ τυπικοῦ τῆς Σαρακοστῆς, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ λατρεία εἶναι τὸ μόνο μέσο ποὺ μᾶς μεταφέρει στὸ πνεῦμα τῆς Σαρακοστῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Σαρακοστὴ μὲ κανένα τρόπο δὲν χρωματίζει τὸν πολιτισμὸ στὸν ὁποῖο ἀνήκουμε, δὲν εἶναι ν’ ἀπορεῖ κανεὶς ποὺ ἀρνητικὰ καταλαβαίνουμε τὴ Σαρακοστή, δηλαδή, σὰν μία περίοδο στὴν ὁποία ἀπαγορεύονται μερικὰ πράγματα, ὅπως τὸ κρέας, τὰ λίπη, οἱ χοροὶ καὶ οἱ διασκεδάσεις. Ἡ συνηθισμένη ἐρώτηση: «τί προσπαθεῖς νὰ στερηθεῖς τούτη τὴ Σαρακοστή;» συνοψίζει τέλεια τὴν ἀρνητικὴ προσέγγιση τῆς Σαρακοστῆς. Σὰν θετικὴ προσέγγιση, θεωρεῖται ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ὁ καιρὸς γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῆς ἐτήσιας «ὑποχρέωσης» τῆς Ἐξομολόγησης καὶ τῆς θείας Κοινωνίας («...καὶ ὄχι ἀργότερα ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων...» ἔγραφε ἕνα φυλλαδιάκι μιᾶς ἐνορίας). Καὶ ἀφοῦ ἐκπληρωθεῖ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωση τότε τὸ ὑπόλοιπο τῆς Σαρακοστῆς φαίνεται νὰ χάνει ὅλα τὰ θετικὰ νοήματα.
Ἔτσι εἶναι φανερὸ ὅτι ἔχει ἀναπτυχθεῖ μία, μᾶλλον βαθιά, διαφωνία ἀνάμεσα στὸ πνεῦμα τὴ «θεωρία» τῆς Σαρακοστῆς, ποὺ προσπαθοῦμε νὰ σκιαγραφήσουμε μὲ βάση τὴ λατρεία, καὶ στὴν κοινὴ καὶ συνηθισμένη ἀντίληψη ποὺ ἐπικρατεῖ καὶ ὑποστηρίζεται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς λαϊκοὺς ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς κληρικούς. Γιατὶ εἶναι πάντοτε πολὺ πιὸ εὔκολο νὰ περιορίσεις κάτι πνευματικὸ μέσα σὲ κάτι τυπικὸ παρὰ ν’ ἀναζητήσεις τὸ πνευματικὸ μέσα στὸ τυπικό. Μποροῦμε νὰ ποῦμε, χωρὶς καμιὰ ὑπερβολή, ὅτι ἂν καὶ ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ «τηρεῖται» ἀκόμα, ὅμως ἔχει χάσει τὴν ἐπίδρασή της στὴ ζωή μας, σταμάτησε νὰ εἶναι τὸ λουτρὸ τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἀνανέωσης ποὺ εἶχε σὰν σκοπό της, σύμφωνα μὲ τὴ λειτουργικὴ καὶ πνευματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ τότε, μποροῦμε ἄραγε νὰ ξαναβροῦμε καὶ νὰ ξανακάνουμε τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ μία πνευματικὴ δύναμη γιὰ τὴν καθημερινὴ πραγματικότητα τῆς ὕπαρξής μας; Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτὴ τὴν ἐρώτηση ἐξαρτᾶται πρῶτα πρῶτα – θὰ ἔλεγα καὶ μοναδικὰ – ἀπὸ τὸ ἂν ἐπιθυμοῦμε νὰ πάρουμε στὰ σοβαρὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἢ ὄχι. Ὅσο καὶ ἂν εἶναι νέες ἢ διαφορετικὲς οἱ συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ζοῦμε σήμερα, ὅσο καὶ ἂν εἶναι πραγματικὲς οἱ δυσκολίες καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ ὑψώνονται ἀπὸ τὸ σύγχρονο κόσμο μας, τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἀποτελεῖ ἀμετάκλητο ἐμπόδιο, τίποτε δὲν κάνει τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ «ἀδύνατη».
Ἡ πραγματικὴ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία βαθμιαῖα χάνουμε τὴν ἐπίδραση τῆς Σαρακοστῆς στὴ ζωή μας βρίσκεται βαθύτερα. Εἶναι ἡ δική μας συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη μείωση τῆς θρησκείας σὲ ἕνα ἐπιπόλαιο τυπικισμὸ καὶ συμβολισμό, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ ξεστράτισμα καὶ μετριάζει τὴ σοβαρότητα τῶν ἀπαιτήσεων τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴ ζωή μας, τὴν αἴτηση γιὰ δέσμευση καὶ προσπάθεια. [...]
Σὲ σχέση μὲ τὴ Μεγ. Σαρακοστή, ἀντὶ νὰ κάνουμε οὐσιαστικὲς ἐρωτήσεις – «τί εἶναι νηστεία;» ἢ «τί εἶναι Σαρακοστή;» – ἐμεῖς ἱκανοποιούμαστε μὲ τὰ σύμβολά της. Στὰ ἐκκλησιαστικὰ περιοδικὰ καὶ φυλλάδια ἐμφανίζονται συνταγὲς γιὰ «ἕνα ὑπέροχο νηστήσιμο πιάτο»! Μπορεῖ ἀκόμα ἡ ἐνορία καὶ νὰ συγκεντρώσει μερικὰ παραπάνω χρήματα ὀργανώνοντας ἕνα καλοδιαφημισμένο «σαρακοστιανὸ γεῦμα». Εἶναι τόσα πολλὰ ἐκεῖνα ποὺ στὶς ἐκκλησίες μας ἐξηγοῦνται συμβολικὰ σὰν ἐνδιαφέροντα, πολύχρωμα καὶ διασκεδαστικὰ ἔθιμα καὶ παραδόσεις, σὰν κάτι δηλαδὴ ποὺ μᾶς δένει ὄχι τόσο πολὺ μὲ τὸ Θεὸ καὶ μὲ μία νέα ζωὴ «ἐν Αὐτῷ», ὅσο μὲ τὸ παρελθὸν καὶ τὶς συνήθειες τῶν προγόνων μας, ὥστε γίνεται ὅλο καὶ περισσότερο δύσκολο νὰ διακρίνουμε πίσω ἀπ’ αὐτὰ τὰ λαϊκὰ ἔθιμα τὴ σοβαρότητα τῆς θρησκείας σὲ ὅλη της τὴν ἔκταση.
Θέλω νὰ τονίσω ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτα τὸ ἄσχημο στὰ διάφορα ἔθιμα. Ὅταν αὐτὰ πρωτοεμφανίστηκαν ἦταν τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία μποροῦσε νὰ δείξει ὅτι ἔπαιρνε στὰ σοβαρὰ τὴ θρησκεία. Τότε τὰ ἔθιμα δὲν ἦταν σύμβολα, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ καὶ ἔπαψε λίγο λίγο ἡ θρησκεία νὰ τὴ διαμορφώνει στὴν ὁλότητά της. Λίγα ἀπὸ τὰ ἔθιμα διασώθηκαν σὰν σύμβολα ἑνὸς τρόπου ζωῆς ποὺ δὲν ὑπῆρχε πιά. Καὶ αὐτὸ ποὺ διασώθηκε ἦταν ἐκεῖνο πού, ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ἔντονα ζωντανὸ καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι λιγότερο δύσκολο. Ὁ πνευματικὸς κίνδυνος ἐδῶ εἶναι ὅτι σιγὰ σιγὰ ἀρχίζει κανεὶς νὰ καταλαβαίνει τὴ θρησκεία σὰν ἕνα σύστημα ἀπὸ σύμβολα καὶ ἔθιμα μᾶλλον παρὰ νὰ ἑρμηνεύει ὅλα αὐτὰ σὰν μία πρόκληση γιὰ πνευματικὴ ἀνανέωση καὶ προσπάθεια.
Μεγαλύτερη εἶναι ἡ προσπάθεια ποὺ γίνεται γιὰ νὰ προετοιμάζονται νηστήσιμα φαγητὰ ἢ γιὰ τὸ πασχαλινὸ τραπέζι, παρὰ γιὰ τὴ νηστεία καὶ τὴ συμμετοχὴ στὴν πνευματικὴ πραγματικότητα τοῦ Πάσχα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσο τὰ ἔθιμα καὶ οἱ παραδόσεις δὲ συνδεθοῦν καὶ πάλι μὲ τὴ γενικὴ θρησκευτικὴ ἀντίληψη ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχονται, ὅσο δηλαδὴ δὲν παίρνουμε στὰ σοβαρὰ τὰ σύμβολα, ἡ Ἐκκλησία θὰ παραμένει χωρισμένη ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ δὲν θὰ τὴν ἐπηρεάζει καθόλου. Ἀντὶ νὰ παριστάνουμε μὲ σύμβολα τὴν «πλούσια κληρονομιά» μας καιρὸς εἶναι ν’ ἀρχίσουμε νὰ τὴν ἐνσωματώνουμε στὴν καθημερινὴ ζωή μας.
Τὸ νὰ πάρουμε λοιπὸν στὰ σοβαρὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ σημαίνει ὅτι θὰ τὴ θεωροῦμε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα μὲ τὴν πιὸ βαθιὰ ἔννοια, μιὰ πνευματικὴ πρόκληση ποὺ ἀπαιτεῖ ἀντίδραση, ἀπόφαση, πρόγραμμα καὶ συνεχὴ προσπάθεια. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ὅπως ξέρουμε, θεσπίστηκαν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία οἱ ἑβδομάδες προετοιμασίας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Ἡ περίοδος αὐτὴ εἶναι καιρὸς γιὰ δράση, γιὰ ἀπόφαση, γιὰ προγραμματισμό. Καὶ ὁ καλύτερος καὶ εὐκολότερος τρόπος εἶναι ν’ ἀκολουθήσουμε τὴν καθοδήγηση τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ μελέτη καὶ ὁ στοχασμὸς πάνω στὰ πέντε εὐαγγελικὰ θέματα ποὺ μᾶς προσφέρονται τὶς πέντε Κυριακὲς τῆς περιόδου πρὶν ἀπὸ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι: ἡ διακαὴς ἐπιθυμία (Ζακχαῖος), ἡ ταπείνωση (Τελώνης καὶ Φαρισαῖος), ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία ( Ἄσωτος), ἡ κρίση (Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω) καὶ ἡ συγχωρητικότητα (Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου). Αὐτὲς οἱ εὐαγγελικὲς περικοπὲς δὲν διαβάζονται μόνο καὶ μόνο γιὰ ν’ ἀκουστοῦν στὴν Ἐκκλησία, σκοπὸς εἶναι νὰ τὶς «πάρω μαζί μου στὸ σπίτι» καὶ νὰ στοχαστῶ πάνω σ’ αὐτὲς σχετίζοντάς τις μάλιστα μὲ τὴ ζωή μου, τὴν οἰκογενειακή μου κατάσταση, τὶς ἐπαγγελματικὲς ὑποχρεώσεις μου, τὸ ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὰ ὑλικὰ πράγματα, τὶς σχέσεις μου μὲ τοὺς συγκεκριμένους ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους ζῶ. Ἂν σ’ αὐτὴ τὴν προσπάθεια περισυλλογῆς προσθέσει κανεὶς καὶ τὴν προσευχὴ αὐτῆς τῆς περιόδου: «τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλαις ζωοδότα...» καὶ τὸν ψαλμὸ 136 «ἐπὶ τῶν ποταμῶν τῆς Βαβυλῶνος ἐκεῖ ἐκαθήσαμεν...» μπορεῖ νὰ καταλάβουμε τί σημαίνει νὰ «νιώθεις ὅτι εἶσαι μὲ τὴν Ἐκκλησία» καὶ πῶς μπορεῖ μία λειτουργικὴ περίοδος νὰ χρωματίσει τὴν καθημερινὴ ζωή. Ἐπίσης εἶναι μία πολὺ καλὴ εὐκαιρία νὰ διαβάσει κανεὶς κάποιο θρησκευτικὸ βιβλίο. Ὁ σκοπὸς δὲ αὐτοῦ τοῦ διαβάσματος δὲν εἶναι μόνο ν’ αὐξήσουμε τὶς θρησκευτικὲς γνώσεις μας, εἶναι βασικὰ νὰ καθαρίσουμε τὸ μυαλό μας ἀπ’ ὅλα ὅσα συνήθως τὸ πλημμυρίζουν. Εἶναι πραγματικὰ ἀπίστευτο πόσο στὸ μυαλό μας συνωστίζονται ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ ἔννοιες, τὰ ἐνδιαφέροντα, οἱ ἀγωνίες καὶ οἱ ἐντυπώσεις καὶ πόσο ἐλάχιστο ἔλεγχο ἀσκοῦμε πάνω σ’ ὅλα αὐτά. Διαβάζοντας ἕνα θρησκευτικὸ βιβλίο συγκεντρώνουμε τὴν προσοχή μας σὲ κάτι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ συνηθισμένο περιεχόμενο τῶν σκέψεών μας, δημιουργεῖται ἔτσι μιὰ ἄλλη διανοητικὴ καὶ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ὅλα αὐτά, φυσικά, δὲν εἶναι «συνταγές», ἴσως νὰ ὑπάρχουν ἄλλοι τρόποι γιὰ νὰ προετοιμαστεῖ κανεὶς γιὰ τὴ Σαρακοστή. Τὸ βασικὸ σημεῖο εἶναι ὅτι στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς περιόδου βλέπουμε τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ σὰν νὰ βρίσκεται σὲ κάποια ἀπόσταση, σὰν κάτι δηλαδὴ ποὺ ἀκόμα ἔρχεται καὶ ποὺ μᾶς τὸ στέλνει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σὰν εὐκαιρία γιὰ ἀλλαγή, γιὰ ἀνανέωση, γιὰ ἐμβάθυνση, καὶ ὅτι παίρνουμε αὐτὴ τὴν ἐπερχόμενη εὐκαιρία πολὺ στὰ σοβαρά. Ἔτσι, ὅταν τὴν Κυριακὴ τῆς Συγγνώμης ἀφήνουμε τὸ σπίτι μας καὶ πᾶμε στὸν Ἑσπερινό, μπορεῖ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ κάνουμε δικά μας – ἔστω καὶ γιὰ λίγο – τὰ λόγια ἀπὸ τὸ Μεγάλο Προκείμενο ποὺ ἀνοίγει τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Μὴ ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι...
ΠΗΓΗ : "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ", τευχ. 212, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2010, σ. 22 κ.ε.

Ο Θεός δεν ζητά συνηγόρους στα λόγια, αλλά πιστούς στα έργα... Του π. Αρσενίου Κατερέλου

 

                                   ΟΧΙ στο θρησκευτικό φανατισμό


Ὁ Θεός δέν ζητᾶ συνηγόρους, πού προβάλλουν μέ τά λόγια τους τήν ἀξία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ζητᾶ πιστούς, πού νά δείχνουν μέ τόν ἄψογο βίο τους, τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἡ καλύτερη ὑπεράσπιση τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλά καί ἡ χειρότερη δυσφήμισή του, προέρχεται ἀπό τόν βίο καί τήν πολιτεία τῶν φερομένων ὡς πιστῶν
του. Πολλοί μιλοῦν γιά τόν Χριστιανισμό μέ τό μέτρο, ἀλλά τόν ζοῦν μέ τόν πόντο. Ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ φανατισμοῦ καί τῆς πίστης εἶναι, ὅτι τήν πίστη μπορεῖς νά τήν ἐξηγήσης, χωρίς νά γίνης ἔξω φρενῶν. Ὁ φανατικός ἄνθρωπος εἶναι σάν ἐκεῖνον πού φωνάζει δυνατά, μόνο καί μόνο γιά νά ἀκούη τόν ἀντίλαλο τῆς φωνῆς του ὁἴδιος. Ποιός εἶναι ὁ φανατικός; Ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἀλλάζει γνώμη, ἀλλά δέν ἀλλάζει καί θέμα.

Πολλοί ἄνθρωποι φιλονεικοῦν γιά τήν θρησκεία, γράφουν περί αὐτῆς, μάχονται γι᾽ αὐτή, λένε ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νά πεθάνουν χάριν αὐτῆς, ἐκτός ἀπό τό νά ζοῦν σύμφωνα μέ αὐτήν.

Ἕνας σοφός εἶπε γιά τόν δραστήριο ἄνθρωπο, πού ἀγωνίζεται χωρίς σκοπό: «Τρέχει, τρέχει ἀκούραστα, πάνω - κάτω στό γήπεδο, μόνο πού ξεχνάει πώς ὑπάρχει καί μπάλα»!

"ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ"


ΜΠΟΡΕΙ ΟΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΜΕΝΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΗΓΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ, ΝΑ ΞΕΚΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΧΟΜΕΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ - ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ ΝΑ ΠΕΡΙΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ "ΓΡΑΨΑ" ΑΠΟ ΤΟΝ Π.ΚΑΜΕΝΟ, ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ !!!
ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΒΓΑΖΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ "ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ" ΤΙΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ "ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟ" ...
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΚΗΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΕ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ ΜΕ ΕΚΕΙΝΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟΥ, ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΣ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΦΟΡΟΥΣ, ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ 10 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ "ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΕΘΟΥΝ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΝΑ ΠΡΟΒΕΙ ΣΕ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ;" ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΟΤΙ: "ΟΛΟΣ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΜΕ ΘΕΛΗΜΑ ΘΕΟΥ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ" ...
Η ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕ ΔΙΚΑΙΟ ΤΡΟΠΟ ΚΑΙ Η ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΜΕΣΑ ...
"ΘΑ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΤΑ ΕΓΚΑΤΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΘΑ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΕΙ Ο ΧΡΥΣΟΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ Ο ΥΠΟΛΟΙΠΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ", ΑΝΕΦΕΡΕ ΑΛΛΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ  ...
ΤΑ ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ ΘΑ ΑΝΤΙΔΡΑΣΟΥΝ, Η "ΠΕΙΘΩ" ΟΜΩΣ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΕΥΟΜΕΝΟΥ  ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΕΤΟΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΑΦΗΝΕΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ
ΑΝΥΠΑΚΟΗΣ ...
ΟΛΟΙ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΝΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΧΘΟΥΝ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕ ΠΡΩΤΟ ΟΡΟ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΑΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ, ΣΑΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ...
"Η ΕΠΙΓΕΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΑΞΙΤΩΝ ΘΑ ΚΑΤΑΛΥΘΕΙ ΜΕ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΑΤΣΑΛΙ, ΕΝΩ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΘΑ ΔΟΘΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ" , ΔΗΛΩΣΕ ΑΛΛΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΣ ΣΤΙΣ ΤΩΡΙΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΡΟΟΡΗΣΕ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΠΟΛΥ ΣΥΝΤΟΜΑ !!!
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΘΕΟΣ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΠΡΟΦΗΤΩΝ ΟΜΙΛΕΙ, ΕΜΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΟΙ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ ΜΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΤΗΤΑ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ...
ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΙΓΟΥΡΟΙ ΟΤΙ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΘΑ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕΙ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΑΦΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΧΟΥΜΕ ΓΡΑΨΕΙ ΟΤΙ Η ΛΥΣΗ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ...
ΔΗΛΩΝΟΥΜΕ ΣΥΝΤΑΥΤΙΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ, ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΤΩΡΑ ΝΑ ΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΤΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ ΤΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΟΥ ΠΛΗΣΙΑΖΟΥΝ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΑ ΣΑΝ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΥΝΕΦΟ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΗΝ ΜΠΟΡΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ ...
ΖΗΤΑΜΕ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΝΑ ΑΝΤΕΞΟΥΜΕ ΤΑ ΔΕΙΝΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΞΙΟΙ ΛΑΜΠΑΔΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, Η ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΑΣ !!!
+++
Υ.Γ ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΖΗΤΗΣΑΝ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΝΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΩ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΥΡΙΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΗΣΥΧΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ ΑΠΕΡΙΣΠΑΣΤΟΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ !!! 

ΑΠΑΝΤΕΣ ΧΡΗΖΟΜΕΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ*


ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Σεβασμιώτατος  Μητροπολίτης Αιτωλίας και Ακαρνίας κ. Κοσμάς
«Ἠμεῖς Χριστιανοί μου, δίκαιοι ἤ ἁμαρτωλοί εἴμεθα; Ἀνίσως καί εἴμεθα δίκαιοι, καλότυχοι καί τρισμακάριοι. Εἰ δέ καί εἴμεθα ἁμαρτωλοί, τώρα εἶναι καιρός νά μετανοήσωμεν, νά παύσωμεν ἀπό τά κακά καί νά κάμνωμεν τά καλά, διότι ἡ κόλασις μᾶς καρτερεῖ.
Πότε θά μετανοήσωμεν; Ὄχι αὔριον ἤ μεθαύριον, ἀλλά σήμερον, διότι ἕως αὔριον, δέν ἠξεύρομεν τί θά πάθωμεν».
Αὐτά τά πατρικά, τά προτρεπτικά, τά ἁγιασμένα λόγια περιλαμβάνονται στήν πρώτη διδαχή τοῦ μεγάλου μας ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ κήρυκος τῆς μετανοίας.
Ἐκεῖνος πού ἄφησε τήν προσωπική του ἡσυχία, τήν ἄσκησί του καί τήν ἀγαπημένη του ἔρημο, πού προτιμοῦσε νά χαθῆ γιά νά σωθοῦν οἱ ἀδελφοί του, καλεῖ ὅλους νά μετανοήσουν.
Ἁγιασμένος, καθαρός στή ζωή, ἄγγελος ἐπίγειος, γνωρίζει σάν πνευματέμφορος πατέρας, τί εἶναι ἁμαρτία, τί εἶναι μετάνοια, ποῦ ὁδηγεῖται ἡ ψυχή ὅταν κλείσει ὁ ἄνθρωπος τά μάτια καί φύγει ἀμετανόητος ἀπό τόν πρόσκαιρο καί μάταιο αὐτό κόσμο, ἀλλά καί πῶς ἐλευθερώνεται, σώζεται, ἁγιάζεται, ὅταν, εἰλικρινά καί συνειδητά, μετανοήσει…
Αὐτή τήν ἀνάγκη τῆς μετανοίας, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἅς ἐπιτραπῆ νά σχολιάσουμε μέ ἁπλές σκέψεις:
Ἡ μετάνοια, προϋποθέτει τήν παρουσία, τήν ὕπαρξι, τήν διάπραξι τῆς ἁμαρτίας. Ἡ μετάνοια ἐπιδιώκεται καί βιώνεται ἀπό τόν χριστιανό, μέ ἀνύστακτη ἐπιμέλεια, γιά νά ἐλευθερωθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν θανατηφόρο ἁμαρτία. Ὁ ἄνθρωπος, ὁ χριστιανός πού ζεῖ μέσα στήν ἁμαρτία, εἶναι ἐκτός ἑαυτοῦ. Γιά νά μετανοήση, πρέπει νά ἔλθη εἰς ἑαυτόν, στά λογικά του.
Σ’ ὁλόκληρη τήν πατερική παράδοσι, τονίζεται, ὅτι ἡ μετάνοια δέν ἐξαντλεῖται σέ ὁρισμένες ἀντικειμενικές βελτιώσεις τῆς συμπεριφορᾶς, οὔτε σέ τύπους καί σχήματα ἐξωτερικά, ἀλλά ἀναφέρεται σέ μιά βαθύτερη καί καθολικώτερη ἀλλαγή τοῦ ἀνθρώπου.
Δέν εἶναι μιά παροδική συντριβή ἀπό τή συναίσθησι διαπράξεως κάποιας ἁμαρτίας, ἀλλά μιά μόνιμη πνευματική κατάστασι, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνσι τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό, καί συνεχή διάθεσι γιά ἀνόρθωσι, θεραπεία καί ἀνάληψι τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνα.
Μετάνοια εἶναι τό νέο φρόνημα, ἡ νέα σωστή πνευματική κατεύθυνσι, πού πρέπει νά συνοδεύη τόν ἄνθρωπο, μέχρι τή στιγμή τοῦ θανάτου.
Μετάνοια εἶναι, ἡ δυναμική μετάβασι ἀπό τήν παρά φύσι κατάστασι τῶν παθῶν καί τῆς ἁμαρτίας, στήν περιοχή τῆς ἀρετῆς καί τοῦ κατά φύσιν, εἶναι ἡ τελεία ἀποστροφή τῆς ἁμαρτίας καί ἡ πορεία ἐπιστροφῆς στό Θεό.
Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, εἶναι τό ξεκίνημα γιά τήν ἀνακάλυψι τῆς κάθε ἁμαρτίας, τήν ἀληθινή μετάνοια, τήν εἰλικρινῆ ἐξομολόγησι καί τήν ἀπάλειψι τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Χρειάζεται ὅμως νά συνειδητοποιήση ὁ ὁδηγούμενος στήν μετάνοια, τό φοβερό, τό καταστρεπτικό, τό θανατηφόρο τῆς ἁμαρτίας, καί νά θελήση νά τήν ἀποτινάξη χωρίς ἐπιφυλάξεις.
Τί εἶναι ἁμαρτία;
«Ἁμαρτία ἐστίν ἀνομία» (Ἀ’ Ἰωάννου 3, 4) μᾶς λέει τό Πανάγιο Πνεῦμα διά τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου.
Ἁμαρτία εἶναι, παράβασις τοῦ Θείου Νόμου.
Ὁ Θεός μας ἐνομοθέτησε τόν νόμον Του, ὄχι γιά τή ἐξυπηρέτησι τῶν ἰδικῶν Του συμφερόντων, οὔτε γιά τή δόξα Του καί τήν ἁγιωσύνη Του, διότι εἶναι ἀνενδεής.
Τόν νόμον Του τόν ἐνομοθέτησε, γιά τό δικό μας ψυχικό συμφέρον, ἀπό ἀγάπη καί εὐσπλαχνία κινούμενος.
Ὅποιος ἁμαρτάνει, παραβαίνει τόν θεῖο νόμο καί γίνεται παραβάτης καί ἔνοχος ἔναντι τοῦ Θεοῦ, δέν ἀναγνωρίζει Κύριό του τόν Θεό, ἀλλά τόν διάβολο. Ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὀνομάζει τό προπατορικό ἁμάρτημα «ἀπάτη τοῦ διαβόλου».
Κατά τούς θεοφόρους Πατέρας ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἀρχηγός καί πρωταίτιος τῆς ἁμαρτίας, καί ὁ ἄνθρωπος συναίτιος.
Οἱ πρωτόπλαστοι μποροῦσαν νά ἐπιλέξουν, εἴτε νά ζοῦν κοντά στόν Θεό, εἴτε νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό Αὐτόν.
Ὁ Ἀδάμ ἐπέλεξε τό δεύτερο. Παρήκουσε τόν Δημιουργό, καί ἀντάλλαξε τήν φιλία τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ὑποδούλωσι στόν διάβολο. Καί ἀπεκόμισε μέ τήν ἁμαρτία του, τίς γνωστές συνέπειες οἱ ὁποῖες ἁπλώθηκαν σέ ὅλο τόν κόσμο.
Τό ἴδιο ἔκανε καί ὁ ἐπιστρέψας βέβαια, ἄσωτος υἱός.
Ὁ ἄσωτος ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ἀγάπη, τή σκέπη, ἀπό τήν φροντίδα, ἀπό τήν ἀγκάλη τοῦ πατέρα, πορεύθηκε «εἰς χώραν μακράν». Καί ἐκεῖ ἔζησε πάλι τίς φοβερές συνέπειες τῆς ἁμαρτίας του.
Ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης μᾶς γνωρίζει ὅτι: «ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν» (Α’ Ἰωάν. γ’).
Ἀπό κάθε ἄνθρωπο ὀφείλει νά γίνη συνείδηση, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι θέλημα καί ἐπιδίωξη τοῦ διαβόλου καί φέρει στόν ἄνθρωπο τήν ἀποξένωσι καί τόν χωρισμό ἀπό τόν Θεό. Εἶναι πνευματική θανατηφόρος ἀσθένεια τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἔξοδος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό κατά φύσιν, καί κίνησίς του, πρός τό παρά φύσιν.
Νοιώθει αὐτή τήν ἀσθένεια ὁ προφήτης Δαυίδ καί φωνάζει πρός τόν μέγα Ἰατρόν: «ἴασαι τήν ψυχήν μου ὅτι ἥμαρτόν σοι». Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας ὀνομάζει τήν ἁμαρτία ἀσθένεια. «Οὔ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες Ἰατροῦ, ἀλλά οἱ κακῶς ἔχοντες» (Λουκ. ε΄, 31).
Αὐτή ἡ ἀσθένεια τήν ὁποία φέρει στόν ἄνθρωπο ὁ διάβολος, δέν μᾶς ἀφήνει νά γευώμαστε τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ μας. Αὐτός πού ἁμαρτάνει σκοτίζεται, χάνει τήν πνευματική διαύγεια, δέν μπορεῖ νά γνωρίση, νά νοιώσει, νά δῆ τό Θεό, ἀποστερεῖται τή χάρι τοῦ Θεοῦ Πατρός, ἀποκόπτεται ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν εὐλογία της, ἀπό τά χαριτόβρυτα ἁγιαστικά, ἀπό τά σωστικά μυστήρια, ἀπό τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ, καί πορεύεται εἰς «χώραν ξένην» ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Γιά παράδειγμα, ἀφοῦ ὁ ἄσωτος διεσκόρπισε τίς θεῖες δωρεές μέ τήν ἀποστασία του, ἔζησε τόν λιμό τόν ἰσχυρό, μέ τήν «παντελῆ σπάνιν τῶν τήν ψυχήν συγκρατούντων πνευματικῶν βρωμάτων», ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής «Ἤρξατο ὑστερεῖσθαι ὁ ἄσωτος» (Λουκ. ιγ΄, 14).
Ὅπως ὁ ἀσθενής σωματικῶς δέν μπορεῖ νά ἀπολαύσῃ ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, ἔτσι ὁ ψυχικά ἀσθενής, ὁ ἐν ἁμαρτίᾳ παραμένων, δέν μπορεῖ νά χορτάσῃ τά πνευματικά ἀγαθά, νοιώθει κενός – ἔρημος, γιατί μόνο ὁ Θεός, ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, φέρει χορτασμό στόν ἄνθρωπο.
Οἱ ἄνθρωποι σήμερα, ἔχουν ὅλα τά ἀγαθά τῆς γῆς. Τά χαίρονται; Τά ἀπολαμβάνουν μέ πηγαία χαρά, εἰρήνη, εὐτυχία;
Μέ πολλή ἀγωνία, ταραχή καί ἀβεβαιότητα ζοῦν, δέν μποροῦν νά χαροῦν τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς καί τῆς εἰρήνης, γιατί ἡ ἁμαρτία δέν ἀφήνει νά κατοικήσει στήν καρδιά ὁ εἰρηνοποιός Χριστός. Καί αὐτά τά ὑλικά ἀγαθά δέν τά χαίρονται ὅπως θά ἐπιθυμοῦσαν. Γιατί ζοῦν, ἁμαρτάνοντες, μέσα σέ διαρκῆ σύγχυσι.
Ἡ ἁμαρτία ἀπό τή φύσι της εἶναι γεννήτρια τῆς συγχύσεως καί τῆς ταραχῆς.
Δέν τό ὁμολογεῖ ὁ προφήτης; «Ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου».
«Γιά τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους, δέν ὑπάρχει ποτέ γαλήνη… ἀλλά νοιώθουν ταραχή μεγαλύτερη ἀπό ὁποιοδή-ποτε πέλαγος…», λέει ὁ Ἰ. Χρυσόστομος καί συνεχίζει: «Ὅσοι ἁμαρτάνουν καί δέν μετανοοῦν, συζοῦν μέ τό διαρκῆ φόβο».
Καί ὁ ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει: «Ἐάν ἐσύ ζητᾶς νά ἔχης εἰρήνην μέ τήν ἁμαρτίαν καί μέ τούς ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ δαίμονας, ἤξευρε ὅτι ἡ συνείδησίς σου, δέν θέλει παύση ἀπό τό νά σέ πολεμᾶ…».
Μόνον ὁ Χριστός, μπορεῖ, νά προσφέρῃ ἐκ νέου στόν ἄνθρωπο τήν ἀληθινή εἰρήνη.
Ἀκόμη ἡ ἀσθένεια, ἡ ἁμαρτία, ἐξασθενεῖ τόν ἄνθρωπο, τόν ὑποδουλώνει στά πάθη καί τόν κάνει δοῦλο τοῦ Σατανᾶ. «Ὦ, τίς ἤττηται, τοῦτο καί δεδούλωται…» (Β’ Πετρ. β΄, 19). Ἡ ἁμαρτία εἶναι σκληρή δουλεία τοῦ ἀνθρώπου στά πάθη καί τό διάβολο. Πόσο ὠραία παριστάνει αὐτή τήν πραγματικότητα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ τά θεόπνευστα λόγια του:! «Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν. ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν, τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. ζ’, 19).
Τήν ζεῖ τή δουλεία ὁ ἄνθρωπος πού ἁμαρτάνει. Ὑποφέρει ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀλλά δέν μπορεῖ νά ἐλευθερωθῇ μόνος του. Πόσο ἁπλό π.χ. φαίνεται τό πάθος τοῦ καπνίσματος. Πόσο δύσκολο, ὅμως, εἶναι νά ἐλευθερωθῇ ὁ ἄνθρωπος, πού ἄφησε τόν ἑαυτό του νά ὑποχωρήσῃ σέ αὐτή τήν ἀδυναμία, τήν ἀσθένεια. Προμηθεύς δεσμώτης, ἀλύτρωτος καταντᾶ.
Τό διακηρύσσει καθαρά ὁ Κύριος: «Πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν δοῦλος ἐστι τῆς ἁμαρτίας…», φυσικά καί τῶν συνεπειῶν της.
Γλυκάθηκε στήν ἀρχή μέ τήν ἁμαρτία του ὁ ἄσωτος, ἀλλά στή συνέχεια ἄφησε μόνιμη αἴσθησι στυφότητος καί πικρίας, ἡ ἁμαρτία. Μά αὐτή ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας, εἶναι ρίζα πικρίας. Ὅπως γράφει ὁ Ζυγαβηνός «εἶναι κεράτια, κατά ἀναγωγήν αἱ ἡδοναί … Ὥσπερ ἐκεῖνα γλυκαίνουσιν ἐπί βραχύ τήν γεῦσιν, εἶτα στύφουσιν ἐπί πλεῖον, οὕτω καί αὗται τό μέν ἡδῦνον πρῶτον καί πρόσκαιρον ἔχουσι, τό δέ πικραῖνον ὕστερον καί αἰώνιον».
Ἡ γλυκύτητα τῆς ἡδονῆς εἶναι πρόσκαιρη, ἡ πικρότητα τῆς ὀδύνης μακροχρόνια καί αἰώνια. Γιατί ἄν δέν θεραπευθεῖ ἡ ἀσθένεια, θά ἔλθῃ ὁ θάνατος, ὁ αἰώνιος θάνατος. Μή λησμονοῦμε ποτέ αὐτό πού ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς μᾶς λέει: «Νά παύσωμεν τά κακά, νά κάμωμεν τά καλά, διότι ἡ κόλασις μᾶς καρτερεῖ».
Ὁ ἄνθρωπος πού ζεῖ μέ τό Θεό, ζεῖ ζωή ἀληθείας, φωτός, ἀναγεννήσεως, μεταμορφωμένη ζωή, ἡ ὁποία τόν ἑνώνει μέ τόν Θεό καί τόν καθιστᾶ ἄξιο, νά ἀναστηθῆ κατά τήν Δευτέρα Παρουσία καί νά ζήσῃ αἰωνίως.
Ἡ ἁμαρτία, σάν ἄρνησι τοῦ Θεοῦ, ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Θεό, τοῦ στερεῖ τό Θεό ἀλλά καί τήν ἀνάστασι ζωῆς, τήν αἰωνιότητα.
«Ζωή γάρ ὁ Θεός, στέρησις δέ τῆς ζωῆς, θάνατος», λέει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Μετά τή διάπραξι τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος, ἐφ’ ὅσον παραμένει σ΄ αὐτή, ζῆ βίο νεκρό: «Νεκρός ἡμᾶς διεδέξατο βίος, αὐτῆς τρόπον τινά τῆς ζωῆς ἡμῶν ἀποθανούσης», γράφει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης.
Ὅταν ζοῦμε στήν ἁμαρτία, δέν μπορεῖ τό Πανάγιο Πνεῦμα, πού φέρει σέ μᾶς ζωή καί ἁγιασμό, νά ἀναπαύεται μέσα μας. Ζοῦμε χωρίς Θεό, χωρίς ζωή, καί ἄν φύγουμε ἀπό τή ζωή αὐτή ἀμετανόητοι, πορευόμαστε εἰς κόλασιν αἰώνιον. Τό διακηρύσσει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. ζ΄, 23).
Ὁ ψυχικός αὐτός θάνατος εἶναι τό ἀποκορύφωμα τῶν συνεπειῶν τῆς ἀσθενείας πού φέρει ἡ ἁμαρτία, γιατί ἡ ψυχή τοῦ ἀμετανοήτου ἁμαρτωλοῦ, τοῦ ἀνθρώπου πού ζεῖ στήν ἀποστασία, στήν παρακοή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, στήν ζωή τῶν παθῶν, μετά τόν σωματικό θάνατο, ὁδηγεῖται σέ χῶρο ἀπό τόν ὁποῖο, ἀπουσιάζει αἰωνίως ὁ Θεός, εἶναι ξένος ἀπό τή δόξα καί τήν μακαριότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ μας. Γράφει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος: «Τόσο μεγάλο κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία. Δέν μᾶς ἀπομακρύνει μόνο ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μᾶς ὁδηγεῖ καί σέ μεγάλη ἐντροπή καί ταπείνωσι. Καί ἀφοῦ μᾶς στερήσῃ τά ὑπάρχοντα ἀγαθά, μᾶς ἀφαιρῇ ἐντελῶς τήν παρρησία πρός τό Θεό…». «Ἡ ἁμαρτία εἶναι, (ὅπως λέει ὁ Ἰ. Χρυσόστομος) μιά φοβερή τυραννία, ἕνα θανατηφόρο καρκίνωμα, θά προσθέσουμε, ἀπό τήν ὁποῖα μόνος ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς ἀπαλλάξη μέ τή μετάνοια».
Ὅμως προσοχή μεγάλη, ὀφείλουμε.
Ἐμεῖς πού ζοῦμε μέσα στήν ἀτμόσφαιρα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐμεῖς πού ζοῦμε ὅπως λέμε ἐκκλησιαστική ζωή, μπορεῖ νά εἴμαστε κληρικοί, ἐκκλησιαστικά πρόσωπα, νά διακονοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία μας σέ διάφορες θέσεις, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά βιώνουμε κάθε στιγμή τή μετάνοια καί ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ νά γινώμαστε ἁγιώτεροι, πολλές φορές δέν ἔχουμε τήν ἀληθινή γνῶσι, σχέσι, μέ τή μετάνοια, ἀπαξιώνουμε νά ἀσχοληθοῦμε, μέ τή μετάνοια.
Ὅταν ἀκοῦμε κηρύγματα μετανοίας, πρόσκλησι γιά μετάνοια, ἐλεγκτικά πνευματικά κηρύγματα, ἀναζητοῦμε τούς ἁμαρτωλούς, τούς ἐνόχους ἐκείνους, πού πρέπει νά μετανοήσουν…
Μετατοπίζουμε τήν ἁμαρτία στούς ἄλλους, γιατί ἐμεῖς δέν εἴμεθα «ὥσπερ οἱ λοιποί, οἱ ἁμαρτωλοί…».
Ἡ ἁμαρτωλότητα, ὑπάρχει στούς ἄλλους, καί ἡ μετάνοια εἶναι ἀναγκαία γιά τούς ἄλλους!!
Ἐμεῖς, κηρύττουμε γιά τή μετάνοια, μιλᾶμε μέ φλογερά κηρύγματα γιά νά μετανοήσουν οἱ ἄλλοι, ἐκτός ἀπό μᾶς.
Φοβερό τό κατάντημά μας αὐτό!!!
Ἡ μετάνοια ὑπῆρξε πάντοτε ἀναγκαία, γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους…
Δέν θά εἶναι ὑπερβολή, ἐάν σημειώσουμε ὅτι καί οἱ πρό Χριστοῦ ἄνθρωποι, ὄχι μόνο ὅσοι ἐλάτρευαν τόν ἀληθινό Θεό, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ εἰδωλολάτρες, δηλαδή, αἰσθανόταν ἔστω συνεσκιασμένα τήν ἀνάγκη τῆς μετανοίας.
Βλέπουμε καί στούς εἰδωλολάτρες ἀκόμη, αἰσθητή τήν ἀνάγκη νά ἐξιλεώσουν τό Θεό τους.
Ἔχουμε καί σ’αὐτούς ἐκδηλώσεις, ἀνάλογες πρός τή μετάνοια πού ἔδειχναν οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν γνῶσι τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ…
Τί νά ποῦμε ἐμεῖς; Πῶς θά ἀπολογηθοῦμε στό Θεό μας, ἐμεῖς, πού ζοῦμε στήν ἐποχή τῆς Καινῆς Διαθήκης, στήν ἐποχή τῆς χάριτος· Ἐμεῖς πού ἀξιωθήκαμε νά γίνουμε μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας;
Αὐτή τήν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου θέλησε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός νά ἱκανοποιήση μέ τό μυστήριο τῆς μετανοίας, πού προσφέρει.
Ἐμπιστεύθηκε στήν Ἐκκλησία Του τήν ἐξουσία, νά συγχωρῆ ἁμαρτίες, χωρίς κανένα περιορισμό.
Διάκρισι προσώπων ἤ παραβάσεων ἤ πλήθους ἁμαρτημάτων, δέν γίνεται καμμία. Ἀρκεῖ νά μετανοῆ ὁ χριστιανός εἰλικρινά καί ἀληθινά…
«Ὁ Θεός μας θέλει πάντας σωθῆναι…»
Θέλει ὅλοι νά ἐπστρέψουμε πρός Αὐτόν ὁλοκληρωτικά, νά μᾶς ἀγκαλιάση μέ τήν πατρική ἀγάπη, νά μᾶς ἐλευθερώση ἀπό τίς φοβερές συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, νά μᾶς σώση ἀπό τόν αἰώνιο θάνατο.
Ἀναζήτησε τό χαμένο πρόβατο, καί ἀφοῦ τό βρῆκε, τό πῆρε στούς ὤμους Του καί τό ἐπανέφερε στόν Παράδεισο τῆς ἀγάπης Του.
Γιά μᾶς φόρεσε τήν ἀνθρωπίνη φύσι ὁ Κύριος, καί ὅλους μας διά τῶν ἁγιαστικῶν μυστηρίων, θέλει νά μᾶς θεραπεύσῃ, νά μᾶς ἀναγεννήσῃ, νά μᾶς φέρει ὑγιεῖς καί ἀξίους στή δόξα τοῦ Παραδείσου, νά μᾶς κάνη πολίτας τοῦ οὐρανοῦ.
«Πόση ἄμετρη ἡ χρηστότητα τοῦ Θεοῦ»! λέει ὁ ἅγ. Ἰσαάκ ὁ Σῦρος. Ἐγείρει αὐτόν πού παρέβη τήν ἐντολή Του, καί τόν ἐβλασφήμησε. Ὁ ἁμαρτωλός δέν εἶναι ἰκανός νά ἐννοήση τή χάρι τῆς ἀναστάσεώς Του. Αὐτή ἡ χάρι, πού μᾶς ἀνέστησε μετά τήν ἁμαρτία, εἶναι μεγαλύτερη ἀπό ἐκείνη τή χάρι ἡ ὁποία μᾶς ἔφερε στήν ὕπαρξι, ἀπό τήν ἀνυπαρξία.
«Ἐκατεδέχθη καί ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί ἀπό τά καθαρότατα αἵματα τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας, διά νά μᾶς κάμη νά ἔβγωμεν ἀπό τάς χείρας τοῦ διαβόλου καί νά μᾶς κάνη υἱούς καί κληρονόμους τῆς Βασιλείας Του, νά χαίρωμεν πάντοτε εἰς τόν Παράδεισον μαζί μέ τούς ἀγγέλους καί νά μή καιώμεθα εἰς τήν κόλασιν…». (Διδαχή Α΄, Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ».
(σ. 49) «Ὁ Πατέρας», λέει ὁ Μ.Βασίλειος, «ὅς στέκεται καί περιμένει τήν ἐπάνοδό μας ἀπό τήν πλάνη, μόνο νά ἐπιστρέψουμε θέλει, καί ἐνῶ θά εἶναι ἀκόμη μακρυά, θά τρέξη θά πέση στόν τράχηλό μας καί θ’ ἀγκαλιάση μέ φιλικούς ἀσπασμούς τήν καθαρισθεῖσα ἤδη ἀπό τῆς μετανοίας ψυχή μας.
Καί θ’ἀναγγείλει ἡμέρα εὐφροσύνης καί χαρᾶς στούς δικούς του, καί ἀγγέλους καί ἀνθρώπους, καί θά ἑορτάσῃ μέ κάθε τρόπο τήν σωτηρία μας».
Ὅλους μᾶς περιμένει ὁ Θεός μας. Θέλει νά ἐπιστρέψουμε πρός Αὐτόν, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μας, καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μας, ὥστε ὅλους καί ὁλοκλήρους νά μᾶς ἀγκαλιάση καί μᾶς ὁδηγήση στήν πατρική δόξα καί χαρά.
Γιά ὅλους μας, ἐκένωσε ἑαυτόν, γιά ὅλους μας ἄπλωσε τά χέρια Του στό Σταυρό, γιά ὅλους μας προσφέρει τήν Ἐκκλησία Του γιά νά μή μείνη κανείς, ἔξω τοῦ νυμφῶνος.
Ἀφοῦ «τά φάρμακα τῆς μετανοίας εἶναι ὠφέλιμα γιά ὅλους, ἐπειδή κανείς δέν εἶναι ἐλεύθερος ἀπό ἁμαρτία, γίνεται φανερό ὅτι δέν ὑπάρχει κανείς πού νά μήν ἔχη ἀνάγκη ἀπό μετάνοια…», ὑπογραμμίζει ὁ Ἰ. Χρυσόστομος.
Ἀπό τό Γεροντικό:
Ἕνας ἀδελφός ἔκανε συνεχῶς αὐτή τήν προσευχή στό Θεό:
- Κύριε, δέν ἔχω φόβο Θεοῦ! Στεῖλε μου λοιπόν κεραυνό ἤ καμμίαν ἄλλη τιμωρία ἤ ἀρρώστια ἤ διαμόνιο, μήπως κι ἔτσι ἔρθει σέ φόβο ἡ πωρωμένη μου ψυχή.
***
Ἄλλοτε πάλι παρακαλοῦσε κι ἔλεγε:
- Ξέρω πώς ἔχω πολύ ἁμαρτήσει ἐνώπιόν Σου, Δέσποτα, καί πώς εἶναι ἀναρίθμητα τά σφάλματά μου. Γι’ αὐτό καί δέν τολμῶ νά Σοῦ ζητήσω νά μέ συγχωρέσεις. Ἄν ὅμως εἶναι δυνατόν, συγχώρεσέ με γιά τήν εὐσπλαγχνία Σου. Ἄν πάλι εἶναι ἀδύνατον, τουλάχιστον τιμώρησέ με στή ζωή αὐτή, καί μή μέ κολάσεις στήν ἄλλη. Κι ἄν εἶναι καί τοῦτο ἀκόμη ἀδύνατον, στεῖλε μου ἐδῶ ἕνα μέρος τῆς τιμωρίας καί ἀλάφρωσέ μου ἐκεῖ τήν κόλαση. Ἄρχισε μόνο ἀπό τώρα νά μέ τιμωρεῖς. Ἀλλά τιμώρησέ με σπλαγχνικά, ὄχι μέ τήν ὀργή Σου, Δέσποτα.
Ἔτσι, λοιπόν, μετανοοῦσε ἕναν ὁλόκληρο χρόνο κι αὐτά ἔλεγε μέ δάκρυα ἱκετευτικά, ὁλόθερμα καί ὁλόψυχα, λιώνοντας καί τσακίζοντας σῶμα καί ψυχή, μέ νηστεία καί ἀγρυπνία καί ἄλλες κακουχίες.
Μιά μέρα καθώς καθόταν καταγῆς, ὅπως συνήθιζε, θρηνώντας καί φωνάζοντας σπαραχτικά, ἀπό τήν πολλή του λύπη, νύσταξε κι ἀποκοιμήθηκε.
Καί νά ! Παρουσιάζεται μπροστά του ὁ Χριστός καί τοῦ λέει μέ φωνή γεμάτη ἱλαρότητα:
  • Τί ἔχεις, ἄνθρωπέ μου; Γιατί κλαῖς ἔτσι;
Ὁ ἀδελφός, Τόν ἀναγνώρισε, καί ἀποκρίθηκε ἔντρομος:
- Γιατί ἔπεσα, Κύριε!
- Ἔ, σήκω!
- Δέν μπορῶ, Δέσποτα, ἄν δέν μοῦ δώσεις τό χέρι Σου!
Τότε Ἐκεῖνος ἅπλωσε τό χέρι Του, ἔπιασε τόν ἀδελφό καί τόν σήκωσε.
Μά κι ὅταν αὐτός σηκώθηκε, συνέχισε νά θρηνεῖ.
  • Γιατί κλαῖς, ἄνθρωπέ μου; Γιατί εἶσαι λυπημένος; Τοῦ ξαναλέει ὁ Κύριος μέ ἁπαλή καί ἱλαρή πάλι φωνή.
  • Δέν θέλεις, Κύριε, νά κλαίω καί νά λυπᾶμαι, ἀπάντησε ὁ ἀδελφός, πού τόσο πολύ Σέ πίκρανα, ἄν καί ἀπόλαυσα τόσα ἀγαθά ἀπό Σένα;
Ἐκεῖνος ἅπλωσε ξανά τό χέρι Του, τ’ ἀκούμπησε στό κεφάλι τοῦ ἀδελφοῦ καί τοῦ εἶπε:
  • Μή λυπᾶσαι πιά. Γιατί ἄν ἔδωσα τό αἷμα μου γιά σένα, πολύ περισσότερο θά δώσω συγχώρηση καί σέ σένα, καί σέ κάθε ἄλλη ψυχή πού γνήσια μετανοεῖ.
  • Μόλις συνῆλθε ὁ ἀδελφός ἀπό τήν ὀπτασία, ἔνιωσε τήν καρδιά του γεμάτη χαρά. Ἔτσι πληροφορήθηκε πώς ὁ Θεός τόν ἐλέησε. Κι ἀπό τότε ζοῦσε μέ πολλή ταπείνωση, εὐχαριστώντας Τον.
Δέν εἶναι φοβερό, ἀκατανόητο ἐκ μέρους μας, νά περιφρονοῦμε τόση ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μας, τόση μακροθυμία καί νά ἀμελοῦμε τό ψυχοσωστικό ἔργο τῆς μετανοίας;
Ἀνυπακούουμε, ἀσεβοῦμε, περιφρονοῦμε τόν Θεό μας, ἀπαξιοῦμε τήν πατρική Του ἀγάπη, τή θυσία Του τήν σταυρική, τήν φωτεινή καί ἁγιαστική ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας, καί ἀμελοῦμε ἤ περιφρονοῦμε τήν μετάνοια.
«Ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἐπιστορφή πρός τό Χριστό καί πρός τό βίο τόν σύμφωνο μέ τό θέλημά Του», λέει ὁ Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί συνεχίζει: «Ἄν λοιπόν κανείς διαπράξη τήν θανατηφόρο ἁμαρτία, τήν ἀποστραφῆ δέ ἀπό ψυχῆς, καί ἐπιστρέψη πρός τόν Κύριο, ἄς ἔχει θάρρος καί μεγάλη ἐλπίδα, διότι δέν θά ἀστοχήση ἀπό τήν ἀίδιο ζωή καί σωτηρία…».
Ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρει τό παράδειγμα μιᾶς ἁμαρτωλῆς γυναικός, ἡ ὁποία ἐνῶ κατεῖχε τά πρωτεῖα τῆς ἁμαρτίας, ξαφνικά ἄλλαξε τρόπο ζωῆς. «Διότι, μετενόησε, ἀπέσπασε τή χάρι τοῦ Θεοῦ… καί ἔτρεξε πρός τόν οὐρανό. Μολονότι δέν ὑπῆρχε τίποτε πιό αἰσχρό ἀπό αὐτήν, ὅμως μέ τήν (ἀληθινή της μετάνοια) καί τήν ὑπερβολική της ἐγκρά-τεια, ξεπέρασε πολλές. Καί ἀφοῦ ἐνδύθηκε τό σάκκο τῆς μετανοίας, ἔζησε ὅλο τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς της ἀσκουμένη… Καί ἀφοῦ καταξιώθηκε τῶν ἀπορρήτων Μυστηρίων, δηλαδή τῆς θείας Κοινωνίας, καί ἐπέδειξε ζῆλο ἀντάξιο τῆς Θείας Χάριτος, ἔτσι τελείωσε τή ζωή της».
Πόσα τέτοια γεγονότα ζήσαμε στή διακονία τῆς Ἐξομολογήσεως!!!
«Ἀδελφέ μου», λέει ὁ Ἁγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, «ἥξευρε ὅτι ἡ μετάνοια κατά τόν Θεῖον Ἰωάννην τόν Δαμασκηνόν εἶναι μία ἐπαναστροφή ἀπό τόν διάβολο πρός τόν Θεόν, ἡ ὁποία γίνεται μέ πόνον καί ἄσκησιν.
Λοιπόν καί σύ, ἐάν θέλης νά μετανοήσης καθώς πρέπει χρεωστεῖς νά ἀφήσης τόν διάβολον καί τά ἔργα τά διαβολικά καί νά ἐπαναγυρίσης πρός τόν Θεόν, καί τήν κατά Θεόν πολιτείαν, νά ἀφήσης τήν ἁμαρτίαν ὅπου εἶναι παρά φύσιν καί νά ἐπαναγυρίσης εἰς τήν ἀρετήν, ὅπου εἶναι κατά φύσιν…».
Ὅσο καί ἄν εἶναι τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας μεγάλο, οἱ ἁμαρτίες μας δέν μποροῦν νά νικήσουν τήν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ μας.
«Ἀκόμη καί σέ θανάσιμη ἁμαρτία καί ἄν πέση κανείς, ὁ Κύριος μέ ἀγάπη θά τήν ἀπαλείψη», ὑπογραμμίζει ὁ Ἁγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.
(Γέρων Ἐφραίμ προηγούμενος Φιλοθέου).
«Αὐτό κάνει ὁ οὐράνιος Πατέρας, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἁμαρτωλός ἐπιστρέψει κοντά Του. Τόν καθαρίζει, τόν πλένει, τοῦ δίνει τήν πρώτη στολή τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ δίνει τήν υἱοθεσία καί τόν ἀξιώνει τῆς Βασιλείας Του· ὅλα δωρεάν. Ὅταν ἐπέστρεψε ὁ ἄσωτος, δέν τοῦ ζήτησε λογαριασμό οὔτε τόν ἐπέπληξε οὔτε τοῦ ζήτησε εὐθύνες. Ἀρκεῖ πού ἐπέστρεψε· αὐτό, τοῦ ἔφθανε τοῦ Πατέρα.
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλός πού θά ἐπιστρέψει. Μόνο νά πεῖ τό ἥμαρτον, νά ἀφήσει εἰλικρινά καί ἀμετάκλητα τά
ἁμαρτήματά του, νά καταλάβη τά λάθη του καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα εἶναι λυμένα
».

Ἀλήθεια πῶς θά βροῦμε ἔλεος, ἀγαπητοί, ἄν περιφρονήσουμε τέτοια ἀγάπη τοῦ Λυτρωτοῦ μας καί τό τόσο μεγάλο καί σωτήριο δῶρο, τή μετάνοια;
Τί λόγο θά δώσουμε ἔπειτα στόν Κύριο, ἄν ἀμελοῦντες τή μετάνοια, πλησιάζουμε ἀκάθαρτοι στό ἅγιο Ποτήριο;
«Ἀνίσως καί ἡμεῖς θέλωμεν νά ὠφεληθῶμεν ἀπό τά Ἄχραντα Μυστήρια ὡσάν τούς ἔνδεκα Ἀποστόλους τούς καλούς, καί νά μή βλαφθῶμεν ὡσάν τόν Ἰούδαν τόν κακόν, νά ἐξομολογούμεθα καθαρά καί νά κοινωνῶμεν μέ φόβον καί τρόμον καί εὐλάβειαν καί τότε νά φωτιστῶμεν…
Εἰ δέ καί πηγαίνομεν ἀνεξομολόγητοι, ἀμετανόητοι, μεμολυσμένοι μέ ἁμαρτία καί τολμῶμεν νά μεταλαμβάνωμεν τά Ἄχραντα Μυστήρια, βάζομεν φωτιά καί καιόμεθα». (Ἅγ. Κοσμᾶς).
Χωρίς μετάνοια, οὔτε τό Θεό μας μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί νά δοῦμε, ἀφοῦ «οἱ καθαροί τόν Θεόν ὄψονται» οὔτε στά μυστήρια νά πλησιάσουμε ἀξίως, οὔτε στόν Παράδεισο νά φθάσουμε…
Ποτέ δέν πρέπει ἔπειτα νά φέρουμε στό νοῦ μας τό λογισμό τῆς ἀναβολῆς τῆς μετανοίας.
Σκεπτώμαστε καί λέμε: Ἄς ἁμαρτήσουμε τώρα… καί ἀργότερα μετανοοῦμε… ἤ ἔχουμε καιρό νά μετανοήσουμε…
Εἶναι γραμμένο πώς «Θεός οὑ μυκρητίζεται, δηλαδή, ὁ Θεός δέν ἐμπαίζεται. Κι εἶναι ἀλήθεια ἐμπαιγμός τοῦ Θεοῦ νά παραδινόμαστε στήν ἁμαρτία, ἐπειδή ξέρομε πώς ὑπάρχει μετάνοια. Γιατί εἶναι πολλοί πού λένε: – κάνω σήμερα τήν ἁμαρτία κι αὔριο μετανοῶ. Αὐτός εἶναι πονηρός λογισμός πού δέν τόν δέχεται ὁ Θεός· δέν συνθηκολογεῖ μαζί μας ὁ Θεός ὅταν εἶναι νά ἁμαρτήσουμε.
Ἀλλά τάχα κι ἔχουμε στά χέρια μας τόν καιρό γιά νά μετανοήσουμε; Ὅσοι κάνουν αὐτό τόν πονηρό λογισμό μεταθέτουν τήν μετάνοια πιό πέρα ἀπό τό βίο τους. Δέν προφταίνουν νά μετανοήσουν καί πεθαίνουν ἐν ἁμαρτίαις αὐτῶν…». Ἀλλά τέτοιο πράγμα ἐμεῖς νά μή τό πάθουμε, χάριτι καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γράφει σχετικά ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: «Καί αὐτοί ὁποῦ πρότερον ἔλεγον: Ἄς ἁμαρτήσω τώρα καί ἔπειτα θέλω ἐξομολογηθῆ, θέλω μετανοήσει, καταντοῦν εἰς ἕνα βαθμόν, ὅπου ἀφοῦ φθάσουν εἰς τό βάθος τῶν κακῶν, δέν θέλουν πλέον νά μετανοήσουν, νά ἐξομολογηθοῦν. Καί ἄν τύχη καμμίαν φοράν νά θελήσουν, ἀλλά δέν ἠμποροῦν, διότι ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας ἔγινεν ἕξις εἰς αὐτούς, καί ἡ ἕξις ἔγινεν ὡσάν φύσις καί ἐσκλήρυνεν ὡσάν πέτραν τήν καρδίαν των, καί τήν ἔκαμεν ἀναίσθητον καί ἀνεπίδεκτον μετανοίας καί διορθώσεως. Καί οὕτως ἀποθαίνουν οἱ ἄθλιοι ἀδιόρθωτοι, καί ἀμετανόητοι…».
Ὁ Ἅγ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
Ἕνας νέος ζοῦσε μέσα στήν ἀκολασία. Ἐλεγχθείς ἀπό τούς γονεῖς του, τούς καλούς συγγενεῖς του καί τόν πνευματικό του, ἀπεφάσισε νά σπάση τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας καί νά λυτρωθῆ μέ τήν μετάνοια καί τήν ἐξομολόγησι…
Συγκεντρώνοντας τά πλήθη τῶν ἁμαρτημάτων του, τά ἔγραψε σέ ἕνα χαρτί…
Δέν συγκλονίστηκε, ὅμως, δέν ἔζησε τήν συντριβή καί τήν ἀληθινή μετάνοια, τήν ἀπόφασι τήν ἀμετάκλητη, τῆς ἐπιστροφῆς.
Πῆρε τό δρόμο γιά τόν πνευματικό, ἀλλά δυστυχῶς βαδίζοντας πέρασε κοντά ἀπό τό σπίτι ὅπου ἁμάρτανε…
Νικημένος ἀπό τόν λογισμό του εἶπε: Ἄς πάω νά ἁμαρτήσω μία ἀκόμη φορά καί μετά θά πάω νά ἐξομολογηθῶ στόν πνευματικό. Δυστυχῶς διέπραξε καί πάλι τήν ἁμαρτίαν…
Ἐξερχόμενος, ὅμως, ἀπό τό σπίτι τῆς ἀνομίας, συνάντησε τόν συνεραστή τῆς πόρνης γυναικός, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐπετέθη καί τόν ἐφόνευσε…
Ἐκείνοι πού πῆραν τό λείψανό του νά τό ἐνταφιάσουν, βρῆκαν τό χαρτί μέ τά ἁμαρτήματά του.
Τί κι ἄν τά ἔγραψε; Δέν ἔζησε τήν μετάνοια. Ἔφυγε γιά νά μήν ἀναστηθῆ καί ζήση στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Λέει ὁ ἅγ. Ἐφραίμ ὁ Σῦρος:
«Ἀδελφοί, ὁ τωρινός καιρός, εἶναι καιρός γιά μετάνοια. Μακάριος, λοιπόν, εἶναι ἐκεῖνος πού δέν ἔπεσε καθόλου στά δίχτυα τοῦ ἐχθροῦ. Μακάριος εἶναι γιά μένα, κι ἐκεῖνος, πού ἔπεσε στά δίχτυα τοῦ ἐχθροῦ, , ἀλλά κατόρθωσε νά τά σκίσει καί νά τοῦ ξεφύγει, ὅσο βρίσκεται στήν παρούσα ζωή.
Αὐτός ζῶντας ἀκόμη σωματικά, μπόρεσε νά ξεφύγει ἀπό τόν πόλεμο γιά νά σωθεῖ, ὅπως ξεγλιστράει τό ψάρι ἀπό τό δίχτυ. Γιατί τό ψάρι καί νά πιαστεῖ, ἄν σκίσει τό δίχτυ καί ὁρμήσει πρός τό βυθό, ὅσο βέβαια εἶναι ἀκόμα στό νερό, σώζεται…
Ἄν ὅμως τό τραβήξουν στή στεριά τότε πιά, δέν μπορεῖ νά βοηθήσει τόν ἑαυτό του.
Ἔτσι κι ἐμεῖς, ὅσο εἴμαστε σ’αὐτή τή ζωή, ἔχουμε πάρει τή δύναμι καί τήν ἐξουσία ἀπό τό Θεό νά σπάσουμε μόνοι μας τίς ἀλυσίδες τῶν θελημάτων τοῦ ἐχθροῦ, νά πετάξουμε τό φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν μας μέ τή μετάνοια καί νά σωθοῦμε, κερδίζοντας τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἄν ὅμως μᾶς προφτάσει τό φοβερό ἐκεῖνο πρόσταγμα, ἄν ἡ ψυχή χωριστεῖ ἀπό τό σῶμα καί τό σῶμα μπεῖ στόν τάφο, τότε δέν μποροῦμε πιά νά βοηθήσουμε τόν ἑαυτό μας – ὅπως συμβαίνει καί μέ τό ψάρι, πού τό τράβηξαν ἀπό τό νερό καί τό ἔκλεισαν μέσα σέ δοχεῖο…
Ἀδελφέ μή πεῖς, σήμερα ἁμαρτάνω καί αὔριο μετανοῶ, γιατί δέν ἔχεις σιγουριά. Στόν Κύριο ἀνήκει ἡ φροντίδα γιά τό αὔριο».
Παραγγέλλει ὁ Ἰ. Χρυσόστομος: «Γέρων εἶ, καί πρός ἐσχάτην ἀπήντησας ἔξοδον; Μή νομίσης μηδέ οὕτως ἐκπεπτωκέναι μετανοίας, μηδέ ἀπογνῶς τῆς σωτηρίας τῆς σεαυτοῦ.
Νέος εἶ, μή θαρσήσης τῇ νεότητι, μηδέ νομίσης ἰκανήν ἔχειν προθεσμίαν ζωῆς. Ἡ γάρ ἡμέρα Κυρίου, ὡς κλέπτης ἐν νυκτί οὕτως ἔρχεται…».
«Ἰδοῦ καιρός μετανοίας καί καθαρᾶς ἐργασίας. Ἐπεργάζου τά ἔργα, φεῦγε τό σκότος τῶν παθῶν, τόν ὕπνον ἐκδίωξον τῆς κακίστης ραθυμίας ψυχή μου, ὅπως γένης θείου φέγγους κοινωνός». (Ὄρθρος Τρίτης α΄Ἦχος).
Ὅλα αὐτά, τά ἁπλά βέβαια, μᾶς ὑπογραμμίζουν τό πόσο ὅλοι κάθε στιγμή ὀφείλουμε νά καλλιεργοῦμε τήν προσωπική μας μετάνοια…
Θυμᾶμαι ἕναν ἅγιο γέροντα μοναχό, πρότυπο βέβαια ὁσιότητος καί ἀληθινῆς μοναχικῆς ζωῆς.
Νέοι ἐμεῖς τόν πλησιάσαμε καί τόν παρακαλέσαμε νά μᾶς πῆ λόγον ὠφέλιμο.
Καί ἐκεῖνος μέ πολύ ταπείνωσι μᾶς ἀπάντησε: «Σᾶς παρακαλῶ παιδιά μου προσεύχεσθε, νά βάλω ἀρχή μετανοίας».
(π. Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής):
«Βάζε μετάνοιαν συνεχῶς ὅταν σφάλης, καί μή χάνης καιρόν. Καθότι, ὅσον ἀργεῖς νά ζητήσης συγχώρησιν, τόσον δίδεις ἄδειαν εἰς τόν πονηρόν νά ἁπλώνη μέσα σου ρίζες. Μήν τόν ἀφήνης νά κάμη νεῦρα εἰς βάρος σου».
Αὐτήν τήν ἀρχή τῆς μετανοίας, τήν συνεχῆ μετάνοια, ὅλοι μας, ὅλοι μας, κληρικοί καί λαϊκοί, χωρίς ἀναβολή, ὀφείλουμε νά ἐπιδιώξουμε.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στήν προτροπή του γιά μετάνοια δέν ξεχωρίζει κανέναν. Ὅλους καλεῖ νά μετανοήσουν. Καί τούς λαϊκούς καί τούς κληρικούς, προτρέπει νά μετανοήσουν, καί γιά τόν ἑαυτό τοῦ μιλάει, ὅτι ἔχει ἀνάγκη μετανοίας. Πρῶτο πληθυντικό πρόσωπο χρησιμοποιεῖ.
«Πότε θά μετανοήσωμεν;» λέει.
Ποιός ἀπό μᾶς ἀγαπητοί καί ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νά πῆ ὅτι δέν ἔχει ἁμαρτία;
«Ἐάν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτούς πλανῶμεν καί ἡ ἀλήθεια οὐκ ἐστιν ἐν ἠμῖν» (Α’ Ἰωαν. α’, 8).
«Πάντες ἥμαρτον καί ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ», συμπληρώνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. (Ρωμ. γ’ 23).
Ὅλοι μας εἴμαστε υἱοί τοῦ Ἀδάμ. Ὅλοι ἁμαρτάνουμε καί ὅλοι μας ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας. Γιατί ὅλοι μας ὀφείλουμε νά ἐπιτύχουμε χωρίς ἀμφισβήτησι τόν προσωπικό μας ἁγιασμό.
«Τοῦτο γάρ ἐστί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμός ἠμῶν». (Α’ Θεσ. δ’ 3).
Χωρίς ἁγιασμό κανείς μας δέν θά μπορέση νά συναντήση καί νά ζήση τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Χωρίς τόν ἁγιασμό, «οὐδείς ὄψεται τόν Κύριο».
Μέ τήν παραβολή τῶν Βασιλικῶν Γάμων, μᾶς βεβαιώνει ὁ Κύριος πώς ὁ ἄνθρωπος, ὁ μή ἔχων ἔνδυμα γάμου, ἄρα καθαρότητα, ἀρετές, ἁγιασμό, θά ἐκδιωχθῆ ἀπό τό δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ…
Χωρίς μετάνοια, ἁγιασμός δέν κατορθώνεται.
Τό ἀναλογιζώμαστε αὐτό;
Τώρα νά ζοῦμε, ὅπως λέμε, μέσα στήν Ἐκκλησία, νά ἀσχολούμαστε μέ τά ἐκκλησιαστικά δρώμενα, νά μᾶς τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι, νά μᾶς συμβουλεύονται ἀκόμη γιά πνευματικά θέματα, νά χαιρώμαστε τίς ἀνέσεις μας, τά ἀγαθά μας, ἀλλά καί τίς ἐκκλησιαστικές ἐκδηλώσεις, καί τήν μεγάλη ἐκείνη καί φοβερά ἡμέρα τῆς ἀδεκάστου κρίσεως, νά ἀκούσουμε ἀπό τά χείλη τοῦ Κυρίου μας τό «οὐκ οἶδα ὑμᾶς» καί τό «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον»; (Ματθ. κε’, 41).
Καί αὐτά ὅλα γιά τήν ἀμετανοησία μας;
Φανταζώμαστε τί φοβερό θά εἶναι ἐμεῖς οἱ κληρικοί νά ἀκούσουμε αὐτά τά ἐπιτιμητικά λόγια τοῦ Κυρίου μας ἐπειδή δέν μετανοοῦμε;
Ἅς θυμηθοῦμε τήν φοβερή προφητεία τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ «οἱ κληρικοί θά γίνουν χειρότεροι καί ἀσεβέστεροι ὅλων».
«Τόν παλαιόν καιρόν οἱ ἄνθρωποι ὅταν ἤθελαν νά παιδεύσουν κανέναν ἄνθρωπον, ἔκαναν ὅρκον καί ἔλεγαν, νά δώση ὁ Θεός νά τόν βάλη μέ τούς ἱερεῖς τοῦ 18ου αἰ.»
Καί συνεχίζει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς: «διά τοῦτο ἀδελφοί μου εἶναι δύσκολον τήν σήμερον ἡμέραν νά σωθοῦν Πατριάρχαι, ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς. Διά τοῦτο σᾶς συμβουλεύω ἅγιοι Ἱερεῖς, τώρα πού ἔχετε καιρόν, μετανοήσατε ἵνα σωθῆτε…».
            Τί νά ποῦμε ἐμεῖς ὅταν αὐτά λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός; Οὔτε τά ἀξιώματα, οὔτε οἱ τιμές, οὔτε -συγχωρήσατέ με – τά ἐγκόλπια, οὔτε οἱ μίτρες, οὔτε οἱ κολακεῖες δέν θά συνηγοροῦν τότε, γιά νά γίνουμε ἄξιοι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἡ ἀληθινή, ἡ εἰλικρινής, ἡ συνειδητή μας μετάνοια…
(Ἀββᾶς Ἰσαάκ Σῦρος, Μετάνοια «ἰσόβια»):
«Ἐφ’ ὅσον ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, καί κανένας δέν μπορεῖ νά ξεφύγει τούς πειρασμούς, ἄρα, καμμία ἀπό τίς ἀρετές, δέν εἶναι σπουδαιότερη ἀπό τή μετάνοια. Γι’ αὐτό καί ποτέ δέν τελειώνει τό ἔργο τῆς μετανοίας. Ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, ὅλοι ὅσοι ποθοῦν νά πετύχουν τή σωτηρία, πάντοτε χρειάζονται τή μετάνοια, ὅλοι, καί αὐτοί πού προχώρησαν σέ τελειότητα. Γιατί δέν ὑπάρχει ὄριο τελειώσεως. Καί τῶν τελείων ἡ τελειότης εἶναι ἀτελής. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἡ μετάνοια δέν περιορίζεται σέ καιρούς καί σέ ἔργα. Εἶναι ἰσόβια, Μέχρι τό θάνατο».
            Ὄχι, λοιπόν, αὔριο, ὄχι ἀργότερα, ἀλλά τώρα αὐτή τή στιγμή εἰ δυνατόν ὅλοι μας, κληρικοί καί λαϊκοί, σωτήριο ἀπόφασι ἄς πάρουμε, νά ἀρνηθοῦμε τήν ἁμαρτία, νά ἀγαπήσουμε τό Χριστό μας, νά ζήσωμε τήν ὑπακοή στό Εὐαγγέλιο, νά ζητοῦμε συνεχῶς τό ἔλεός Του, νά μιμούμαστε τούς ἁγίους μας, νά πορευώμαστε πρός τά αἰώνια.
«Στόν μέλλοντα αἰῶνα, δέν θά κολασθοῦμε ἐπειδή ἁμαρτήσαμε, οὔτε θά κατακριθοῦμε γι’ αὐτό· ἐπειδή ἔχουμε φύσι τρωτή καί ὑφίσταται μεταβολές καί ἀλλοιώσεις. Ἀλλά θά κολασθοῦμε καί θά κατακριθοῦμε γιατί, ἐνῶ ἁμαρτήσαμε, δέν μετανοήσαμε, δέν ἀποστραφήκαμε τούς δρόμους τῆς πονηρίας, γιά νά στραφοῦμε πρός τόν Κύριο, ἐνῶ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἡ ἐξουσία καί χρόνος μετανοίας.
Καί νά προσευχόμαστε θερμά. Θερμά νά προσευχόμαστε νά μᾶς φωτίζει, νά μᾶς ἐνισχύη, νά μᾶς ὁδηγῆ ὁ Κύριος στήν εἰλικρινῆ μετάνοια».
Ἔλεγε ὁ σύγχρονος ἅγιος γέροντας Παΐσιος: «Νά μή ζητᾶ κανείς ἀπό τό Θεό οὔτε φώτα οὔτε χαρίσματα, παρά μετάνοια. Λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι στήν πνευματική ζωή».
            Θά τελειώσω μέ τήν προτροπή τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου:
«Ἀγαπητοί μου ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, εἰς τήν μετάνοιαν σᾶς προσκαλῶ μέ τόν παρόντα λόγον, ὅλους μικρούς καί μεγάλους, ἱερωμένους καί λαϊκούς, εἰς τήν μετάνοιαν ἄς προστρέξωμεν, ἀδελφοί ἄνδρες καί γυναῖκες, νέοι καί γέροντες∙ εἰς τάς ἀγκάλας τῆς μετανοίας ἄς καταφύγωμεν ὅλοι, ὅλοι χωρίς νά ἐξαιρεθῇ κανείς∙ διατί ἄλλη ἀρετή δέν δύναται νά μᾶς φιλιώσῃ μέ τόν Θεόν ἡμᾶς ὅλους, ὅπου μίαν φοράν ἡμαρτήσαμεν, πάρεξ ἡ μετάνοια. Ὅλοι φωνάζομεν πρός τόν Θεόν· Κύριε ἐλέησον».
            Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν ἔχει νά μᾶς ἐγκαλέσῃ, νά μᾶς κατακρίνῃ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ θανάτου καί τῆς κρίσεως διότι δέν ἐθεολογήσαμεν, ἤ δέν ἐκάμαμεν θαύματα, ἤ δέν ἐγενήκαμεν θεωρητικοί…Ὄχι. Ἀλλά διατί δέν ἐμετανοήσαμεν…
            Διά τοῦτο ἁμαρτωλοί σύντροφοι ἐδικοί μου, ἄς φωνάξωμεν πάντοτε πρός τόν Θεόν τάς κοινάς ἐκείνας τῆς Ἐκκλησίας δεήσεις: «Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἡμῶν ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου καί Ἐπουράνιε Βασιλεῦ, ἡμᾶς ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει παρέλαβε ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος».
Ἀγαπητοί,
Ὅλοι μας ζοῦμε τήν δοκιμασία τῆς Πατρίδος μας. Ἡ Ὀρθοδοξία μας, ἡ Πατρίδα μας, οἱ ἀξίες μας, τά ἰδανικά μας δοκιμάζονται. Κίνδυνοι πανταχόθεν περίζωσαν τήν Ἑλλάδα.
Ἄς εὐχηθοῦμε νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός.
Τώρα ἰδιαιτέρως εἶναι ἀναγκαία ἡ μετάνοιά μας. Ἡ εἰλικρινής μετάνοια ὅλων τῶν Ἑλλήνων, κληρικῶν καί λαϊκῶν. Γιά νά μή μᾶς ὀργισθῆ ὁ Κύριος, γιά νά σκεπάση καί σώση το γένος μας. Ἀμήν.
*Εἰσήγηση στήν ἡμερίδα τῆς Ε.ΡΩ. στήν Ἀθήνα, Σεπτέμβριος 2011
πηγή

Σύγχρονοι Γέροντες για τον Παπισμό - Όσιος Γέρων Παΐσιος Αγιορείτης

Γέρων Παΐσιος Ἁγιορείτης:
«Οἱ Ἅγιοι Πατέρες κάτι ἤξεραν καὶ ἀπαγόρευσαν τὶς σχέσεις μὲ αἱρετικό. Σήμερα λένε: «Ὄχι μόνο μὲ αἱρετικὸ ἀλλὰ καὶ μὲ Βουδιστὴ καὶ μὲ πυρολάτρη καὶ μὲ δαιμονολάτρη νὰ συμπροσευχηθοῦμε. Πρέπει νὰ βρίσκωνται στὶς συμπροσευχές τους καὶ στὰ συνέδρια καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι. Εἶναι μία παρουσία». Τί παρουσία; Τὰ λύνουν ὅλα μὲ τὴν λογικὴ καὶ δικαιολογοῦν τὰ ἀδικαιολόγητα. Τὸ εὐρωπαϊκὸ πνεῦμα νομίζει ὅτι καὶ τὰ πνευματικὰ θέματα μποροῦν νὰ μποῦν στὴν Κοινὴ Ἀγορά. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἔχουν ἐλαφρότητα καὶ θέλουν νὰ κάνουν προβολή, «Ἱεραποστολή», συγκαλοῦν συνέδρια μὲ ἑτεροδόξους, γιὰ νὰ γίνεται ντόρος καὶ νομίζουν ὅτι θὰ προβάλουν ἔτσι τὴν Ὀρθοδοξία, μὲ τὸ νὰ γίνουν δηλαδὴ ταραμοσαλάτα μὲ τοὺς κακοδόξους.
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο», Λόγοι Α΄, σελ. 347-349, Ἐκδόσεις Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης)
Από το περιοδικό «Άγιον Όρος – Διαχρονική μαρτυρία στους αγώνες υπέρ της Πίστεως», Έκδοση Αγιορειτών Πατέρων, Άγιον Όρος 2014.

Σκέψεις γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή



Εἶναι γνωστὸ πὼς στὴν περίοδο αὐτὴ ἔχουμε δυὸ νηστεῖες. Εἶναι περίπου ἑπτὰ ἑβδομάδες αὐστηρῆς νηστείας καὶ μία ἡ ἑβδομάδα τῆς Τυρινῆς ποὺ προηγεῖται, ὀκτώ. Γιὰ πολλοὺς εἶναι μία εὐχάριστη καὶ ἐπιθυμητὴ περίοδος, ἐνῶ γιὰ ἄλλους εἶναι δύσκολη καὶ γιὰ ἄλλους καθόλου εὐχάριστη. Θὰ προσπαθήσουμε νὰ ποῦμε λίγες σκέψεις γιὰ τὴν περίοδο αὐτή, ὅπως τὴν ἔχουν χαρακτηρίσει οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

Πρῶτα πρῶτα νὰ θυμηθοῦμε τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Δαμασκηνό, ποὺ κάνει μία γενικὴ παρατήρηση γιὰ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστή. Λέγει πρὸς ὅλους μας: «Τὴν Τεσσαρακοστὴν μὴ ἐξουθενεῖτε· μίμησιν γὰρ περιέχει τῆς τοῦ Χριστοῦ πολιτείας». Εἶναι σημαντικὴ παρατήρηση αὐτή. Ὁ Χριστὸς δὲν ἐξουθενώνει, δηλ. δὲν ἀφαιρεῖ τὴ δύναμη τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πιὸ πλατειὰ θὰ λέγαμε, δὲν περιφρονεῖ τὴν μεγάλη Τεσσαρακοστή. Δὲ λέγει πὼς ἡ περίοδος αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή, οὔτε κοροϊδεύει τὴ νηστεία τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε τὴν ἀτιμάζει, οὔτε δυσανασχετεῖ μὲ τὸν ἐρχομό της, οὔτε εὔχεται νὰ περάσει γρήγορα, οὔτε καταλύει τὴ νηστεία ἐπιδεικτικὰ καὶ χωρὶς λόγο, οὔτε προπαγανδίζει πὼς οἱ καιροὶ ἄλλαξαν καὶ πρέπει νὰ ἀλλάξουμε καὶ ἐμεῖς.

Ἡ ἁγία Τεσσαρακοστὴ εἶναι μία μίμηση τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ βάπτισή Του πῆγε στὴν ἔρημο καὶ ἐκεῖ «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασεν» (Ματθ. 4,2). Ὁ Χριστὸς ἦταν τέλειος ἄνθρωπος καὶ μέσα Του δὲν εἶχε τὴν ἁμαρτητικὴ φορά, ἀλλὰ χρειαζόταν νὰ μᾶς δώσει τύπο ζωῆς. Ἔπρεπε νὰ ἔχουμε μία εἰκόνα ἀσκήσεως μπροστά μας, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε τοῦ σκοποῦ μας, ποὺ εἶναι ἡ ἕνωσή μας μὲ τὸ Θεό. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ δέχθηκε καὶ τοὺς πειρασμοὺς τοῦ διαβόλου καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πειρασμῶν Του «ἄγγελοι διηκόνουν αὐτῷ» (Μάρκ. 1,13). Πολλὰ διδάγματα ἔχει νὰ μᾶς δώσει ἡ περίοδος τῶν πειρασμῶν τοῦ Κυρίου.

Ὁ Χριστὸς ἐκπαιδεύθηκε τρόπον τινα στοὺς πειρασμοὺς μὲ τὴ νηστεία. Ἀργότερα ὁ διάβολος σὰν μία φοβερὴ θύελλα θὰ ἐπιπέσει ἐπάνω Του. Σ᾿ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς βγῆκε νικητής. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πιστός. Στὴ ζωή μας θὰ ἔχουμε πολλοὺς πειρασμούς. Χρειαζόμαστε ἐκπαίδευση. Ἡ περίοδος τῆς νηστείας εἶναι μία πνευματικὴ ἐκπαίδευση τοῦ Χριστιανοῦ. Μαθαίνει νὰ πολεμᾶ. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδειξε τὸν τρόπο, ἀφοῦ πρῶτα αὐτὸς πειράσθηκε.

Ὁ Χριστὸς μέσα στὴν περίοδο τῆς νηστείας πειράσθηκε καὶ νίκησε. Ἐπίσης καὶ οἱ πιστοὶ πειράζονται. Γιατί παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς ὁ Θεός; Γιὰ νὰ πληροφορηθοῦμε πὼς εἴμαστε ἀνώτεροι ἀπ᾿ αὐτούς. Γιὰ νὰ ταπεινωνόμαστε. Γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ ὁ δαίμονας πὼς τὸν ἐγκαταλείψαμε. Γιὰ νὰ ἀσκηθοῦμε. Γιὰ νὰ λάβουμε σαφῆ πείρα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ. Ἄγγελοι Κυρίου στηρίζουν τοὺς ἀγωνιστές.

Ὁ διάβολος πείραξε τὸ Χριστὸ κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας ὄχι μόνο μὲ τὸν τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν τόπο. Ἡ μοναξιὰ καὶ ἡ ἀπομόνωση εἶναι πολλὲς φορὲς ὄπλα τοῦ διαβόλου. Παράδειγμα ἡ Εὔα, τὴν ὁποία πείραξε, ὅταν ἦταν χωρισμένη ἀπὸ τὸν Ἀδάμ. Ἀκόμη, ἡ ἀπομόνωση φέρνει μερικὲς φορὲς τὴν μονοτονία, τὴν ἀκηδία, τὴν πείνα, τὴν ἀδημονία. Τότε κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας παίρνει θάρρος καὶ ἐπιτίθεται ἐναντίον μας. Ὅταν ὅμως μᾶς δεῖ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους καὶ συγκεκροτημένους, δὲν ἔχει τὸ θάρρος (γράφει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος) νὰ μᾶς κάνει μεγάλη ζημιά. Γι᾿ αὐτό, λοιπόν, στὴν περίοδο τῆς νηστείας νὰ συχνάζουμε στὴν Ἐκκλησία, στὶς ἀκολουθίες, καὶ ὅλοι μαζὶ νὰ στηρίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο γιὰ νὰ ἐνθαρρυνόμαστε πὼς στὸν ἀγώνα μας δὲν εἴμαστε μόνοι, ἀλλὰ μαζί μας εἶναι ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Τὸν Κύριο Τὸν ἐνθάρρυναν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Καταλαβαίνουμε, συνεπῶς, πόση μεγάλη ὠφέλεια παίρνουμε ἀπὸ τὴν ἁγία Τεσσαρακοστή.

Μετά, ἕνας ἄλλος Ἅγιος της Ἐκκλησίας μας, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, γράφει πὼς κατὰ τὴν περίοδο τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὁ ἄνθρωπος ἐμπορεύεται τὴν πνευματικὴ ἐμπορία καὶ συγκεντρώνει πολὺ πλοῦτο ἀρετῆς. Τονίζει πὼς δὲν εἶναι μεγάλο κατόρθωμα νὰ διέλθουμε τὶς ἡμέρες ἁπλῶς τῆς νηστείας, ἀλλὰ σημασία ἔχει νὰ διορθώσουμε κάτι ἀπὸ τὰ ἐλαττώματά μας καὶ νὰ πλυθοῦμε ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματά μας, «εἰ διωρθώσαμεν τί τῶν ἡμετέρων ἐλαττωμάτων, εἰ τὰ ἁμαρτήματα ἀπενιψάμεθα».

Συνηθίζουμε νὰ ρωτᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς «πόσας ἕκαστος ἑβδομάδας ἐνήστευσε· καὶ ἔστιν ἀκοῦσαι λεγόντων τῶν μέν, ὅτι δυό, τῶν δὲ ὅτι τρεῖς, τῶν δέ, ὅτι πάσας ἐνήστευσαν τὰς ἑβδομάδας», δηλαδὴ συμβαίνει νὰ ἀκοῦς νὰ λένε ἄλλος μὲν πὼς νήστευσε δυό, ἄλλος τρεῖς καὶ ἄλλος ὅλες τὶς ἑβδομάδες. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ κέρδος, ἐὰν δίχως κατορθώματα ἀρετῆς περάσουμε τὴν περίοδο τῆς νηστείας;

Ἐὰν κάποιος λέγει, ὅτι νήστευσα ὅλη τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς, σὺ εἰπέ, ὅτι εἶχα ἐχθρὸν καὶ συμφιλιώθηκα μ᾿ αὐτόν· εἶχα συνήθεια νὰ κατηγορῶ καὶ τὴν ἐσταμάτησα· εἶχα συνήθεια νὰ ὁρκίζομαι καὶ ἀπαλλάχθηκα ἀπὸ τὴν κακὴ συνήθεια.... Καμία ὠφέλεια δὲν θὰ ἔχουμε ἀπὸ τὴν νηστεία, ἂν ἁπλῶς καὶ μόνο τὴν περάσουμε εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Ἂν περάσουμε τὴ νηστεία τῶν φαγητῶν, ὅταν περάσουν οἱ σαράντα ἡμέρες, περνᾶ καὶ ἡ νηστεία· ἂν ὅμως ἀπέχουμε ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα καὶ ἡ περίοδος τῆς νηστείας νὰ περάσει, ἐκείνη ἡ νηστεία (δηλ. τῶν ἁμαρτημάτων) πάλιν μένει καὶ θὰ εἶναι συνεχὴς ἡ ὠφέλεια σὲ μᾶς καὶ πρὶν ἀκόμα ἀπὸ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν θὰ μᾶς χαρίσει ὄχι μικρὲς ἀμοιβὲς ἐδῶ.

Βλέπουμε πὼς ἡ μεγάλη Τεσσαρακοστὴ δὲν εἶναι μία περίοδος γιὰ νὰ νηστεύσουμε μόνο ἀπὸ φαγητά, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξασκούμαστε στὴν ἀρετή. Ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ κατορθώσουμε, τότε θὰ ἀξιωθοῦμε τὴν κυρία ἡμέρα νὰ προσέλθουμε στὴν πνευματικὴ τράπεζα, δηλ. στὴ θεία Εὐχαριστία, γιὰ νὰ κοινωνήσουμε. Ἡ προσέλευση στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς εἶναι ἱκανὸ κίνητρο, γιὰ νὰ μᾶς παρακινεῖ στὴν πνευματική μας ἄσκηση.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τονίζει πὼς ἡ νηστεία εἶναι καὶ καθάρσιο τοῦ ἐαυτοῦ μας. Πρὸ τῆς μεγάλης ἡμέρας τοῦ Πάσχα, «κάθαρσίς ἐστι προεόρτιος». Ὁ χριστιανὸς ἐπιτυγχάνει τὴ «συννέκρωση» μὲ τὸ Χριστό, συμμετέχει στὴ νέκρωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως ὁ Κύριος νεκρώνει τὴ σάρκα Του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ἔτσι καὶ οἱ χριστιανοὶ νεκρώνουν τὰ πάθη τους γιὰ τὴ σωτηρία τὴν ἰδική τους. Ὁ Κύριος νήστευσε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν πειρασμό, ἐμεῖς πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα.

Μὲ τέτοιες σκέψεις ἂς διέλθουμε τὸ στάδιο τῆς μεγάλης Τεσσαρακοστῆς γιὰ νὰ ὠφεληθοῦμε πολύ.
πηγή

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...