Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Απριλίου 25, 2015

Κυριακή Γ΄από του Πάσχα των Αγίων Μυροφόρων γυναικών, του Ιωσήφ του εξ’ Αριμαθαίας και Νικοδήμου του νυχτερινού μαθητού. “…ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε…”

Αποτέλεσμα εικόνας για των Αγίων Μυροφόρων γυναικών, του Ιωσήφ του εξ’ Αριμαθαίας και Νικοδήμου του νυχτερινού μαθητού του Κυρίου.
Κυριακή Γ΄από του Πάσχα
των Αγίων Μυροφόρων γυναικών,
του Ιωσήφ του εξ’ Αριμαθαίας
και Νικοδήμου του νυχτερινού μαθητού.
“…ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε…”
Σήμερα, την Τρίτη Κυριακή από το Πάσχα, η Αγία Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία  προτάσσει στο συναξάρι της  όλα αυτά τα πρόσωπα που πήραν ενεργό μέρος κατά τα δρώμενα της αποφράδας ημέρας της Μεγάλης Παρασκευής και όλων των γεγονότων που ακολούθησαν.
Ο Ιησούς είναι πάνω στον Σταυρό φαινομενικά νεκρός και από κάτω οι δικοί του άνθρωποι παρά τον πόνο που τους προκαλεί ο θάνατος του Κυρίου τους, βρίσκουν το κουράγιο και προετοιμάζονται για την ταφή Του.
Ζητά με μεγάλη τόλμη ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας το Σώμα του Ιησού από τον Πιλάτο και αυτός αφού βεβαιώνεται από τους ακολούθους του για τον θάνατο του, δίνει την άδεια. Έτσι αυτός μαζί με τον Νικόδημο, και οι δύο εξέχοντα μέλη του Συμβουλίου των Ιουδαίων, ο κρυφός και ο νυχτερινός μαθητής, όπως αναφέρονται στις Γραφές,  αγοράζουν λευκά σεντόνια και μύρο για να ασχοληθούν με την τελετή της ταφής του Κυρίου τους.
Παρούσες σε όλα αυτά που διαδραματίστηκαν, ήταν πάντα η Παναγία μητέρα του Χριστού μας, η Μαρία η Μαγδαληνή, η Σαλώμη, η Ιωάννα και άλλες γυναίκες που ακολουθούσαν την Μητέρα του Χριστού σε κάθε βήμα της για να την παρηγορούν και να συμπαρασταθούν στον πόνο του χαμού του παιδιού της.
Βιαστικά και με πολύ φόβο γίνεται η ταφή του Κυρίου μέσα σε σκαλισμένο τάφο και μια πέτρα φράζει την είσοδο του και έτσι το πρωΐ της Κυριακής, οι Μυροφόρες είναι αυτές που αναλαμβάνουν να μυρώσουν κατά το ιουδαϊκό έθιμο το Σώμα του Ιησού.
Όμως, όπως τους το είχε υποσχεθεί ο Διδάσκαλος, «…γέρθη, οκ στιν δε·...» και έτσι έμελε σε αυτές τις γυναίκες να γίνουν οι πρώτοι μάρτυρες της Ανάστασης του Κυρίου τους και οι Αγγελιοφόροι του χαρμόσυνου αυτού γεγονότος στους μαθητές Του αρχικά και κατόπιν σε όλον τον κόσμο.
"Οι Μυροφόρες της καρδιάς μας"
Στο πρόσωπο αυτών των γυναικών, των Μυροφόρων της Ευαγγελικής περικοπής, που κάθε Γ΄Κυριακή μετά το Πάσχα ακούγεται από τα χείλη τον ιερέων μας, στην δική μας σημερινή, περίεργη και αποκαλυπτική εποχή, βλέπουμε όλες αυτές τις γυναίκες, τις μικρότερες ή τις μεγαλύτερες σε ηλικία ηρωΐδες μας, που αθόρυβα, αγόγγυστα, με αυτοθυσία και αυταπάρνηση διακονούν την Εκκλησία του Χριστού, χρόνια τώρα με περισσή ευλάβεια και αγάπη.
 Άλλες φροντίζουν για την καθαριότητα του Ιερού Ναού της Ενορίας τους, κάθε Πέμπτη πρωΐ, θυμάστε που συχνά-πυκνά σας ζητώ για να μας βοηθήσετε και εσείς σ'αυτό το ευλογημένο διακόνημα, άλλες συμμετέχουν στο Ενοριακό Φιλόπτωχο Ταμείο της και όποτε παραστεί ανάγκη ετοιμάζουν τα δέματα και τα μοιράζουν διακριτικά στους αναγκεμένους συμπολίτες μας, άλλες γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι στον ετήσιο Έρανο της Αγάπης, άλλες βοηθούν και κουράζονται στις Πανηγύρεις των Αγίων της, το μεγάλο Πανηγύρι μας, των Δικαίων Θεοπατόρων τον Σεπτέμβριο στις 9, της Αγίας Άννας στην Σύλληψη της Παναγίας κόρης της από αυτήν την 9η Δεκεμβρίου και στην Αγία Κοίμηση της, την 25η Ιουλίου, αλλά και του Αγίου Χριστοφόρου στις 9 Μαΐου και του Αγίου Παχωμίου του Ευκαρπιώτου στις 7 του Μάη επίσης, που πανηγυρίζουν τα παρεκκλήσια τους.
  Και περισσότερες ακόμα "Μυροφόρες", όλες οι Ανθοκηπιώτισσες, άλλες που με ιδιαίτερη μαεστρία και ικανότητα φτιάχνουν τα εδέσματα για τα τραπέζια που κατά καιρούς γίνονται για την φιλοξενία των επισκεπτών και των προσκυνητών των Αγίων μας, άλλες που φροντίζουν την Έκθεση της εκκλησίας τους φτιάχνοντας διάφορα εργόχειρα και διαθέτοντας τα για την αποπεράτωση του ναού τους, που τώρα χτίζεται και όλες μα όλες οι κυρίες της δικής μας τουλάχιστον Ενορίας που γνωρίζω από πρώτο χέρι, είναι οι Μυροφόρες της καρδιάς μας, που χωρίς αυτές τίποτε δεν θα ήταν τόσο ωραίο και πετυχημένο όσο είναι τώρα.  
Θα ήθελα με αφορμή αυτήν την Κυριακή, την τρίτη από του Πάσχα, την Κυριακή των Μυροφόρων, όλοι μας να τους πούμε ένα μεγάλο ευχαριστώ και να τους δείξουμε μέσα από την καρδιά μας, την ευγνωμοσύνη μας για ότι προσφέρουν εθελοντικά τόσα χρόνια στην εκκλησιά τους, αλλά και για όσα έχουν ακόμα να προσφέρουν. Και μέσω της ιστοσελίδας του ναού μας αυτήν την αγάπη να την βγάλουμε προς τα έξω και να την μοιραστούμε με κάθε "Μυροφόρα" όπου και αν βρίσκεται αυτή, σε όποιο μετερίζι της Εκκλησίας του Χριστού και αν προσφέρει την διακονία της.
Και η Εκκλησία πάντα θα τις τιμά όλες αυτές τις «Μυροφόρες» της, έχοντας καθημερινά τα ονόματα τους γραμμένα με άσβηστο μελάνι και μνημονεύοντας τα μέσω των ιερέων της στα ουράνια δίπτυχα της κάθε εκκλησιάς, μικρής ή μεγάλης, φτωχής ή πλούσιας, δεν έχει σημασία, υπόγειας όπως η δική μας προσωρινά τώρα ή υπέργειας αύριο-μεθαύριο, αφού ήδη τελειώσαμε το πρώτο μέρος της κατασκευής της, την ολοκληρωτική κάλυψη της με τον τσιμεντένιο σκελετό της και βρισκόμαστε πολύ κοντά πια στο να ολοκληρώσουμε το μεγάλο μας όνειρο, να λειτουργήσουμε στον επάνω ναό μας, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Αυτή ήταν η αμοιβή όλα αυτά τα χρόνια της προσφοράς τους, αυτός ήταν ο μισθός τους, που για κάποιους μπορεί να μην έχει καμιά αξία, για αυτές τις άξιες γυναίκες όμως ήταν είναι και θα είναι η μεγαλύτερη αμοιβή που μπορεί κανείς να εισπράξει για την εργασία που προσφέρει στον Μέγα Εργοδότη τους, τον ίδιο τον Χριστό.
Μαζί λοιπόν με τις Μυροφόρες του Χριστού μας, σήμερα και κάθε τέτοια μέρα εδώ στην εκκλησιά μας, των γονιών της Παναγίας μας, των Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, στους Ανθόκηπους της Νέας Ευκαρπίας, θα γιορτάζουμε και αυτές τις «Μυροφόρες», που κρυμμένες τις περισσότερες φορές πίσω από κοπιαστικές εργασίες και την φροντίδα των αναγκεμένων συμπατριωτών μας, έχουν την ένια όταν έρχεστε όλοι εσείς στην εκκλησιά σας να μην σας λείπει τίποτα και όλα να είναι καθαρά και τακτοποιημένα.
    Χριστός Ανέστη αδελφοί μου,
                 Χρόνια Πολλά και ευλογημένα
  στις άξιες διακόνισσες της Ενορίας μας,
  τις «Μυροφόρες» της καρδιάς μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Μάρκ. ιε΄ 43–ις΄ 8) Ο ΙΩΣΗΦ Ο ΑΠΟ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ & Ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ.

"...ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε·  Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε·..."


Κατά ἕνα παλαιό λειτουργικό ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἑπομένη τῶν μεγάλων ἑορτῶν τελεῖται ἡ «Σύναξις», πανηγυρική δηλαδή συνάθροισις τῶν πιστῶν, πρός τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων, πού διεδραμάτισαν ἕνα σπουδαῖο ρόλο στό ἑορτασθέν γεγονός. 
τσι τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων, ἑορτάζουμε τήν Σύναξη τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν μετά τά Χριστούγεννα Κυριακή, τήν μνήμη Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων τήν Σύναξη τοῦ Προδρόμου. Τήν ἑπομένη τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Σύναξη τοῦ δικαίου Συμεών τοῦ θεοδόχου καί τῆς προφήτιδος Ἄννης. Τήν ἑπομένη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν Σύναξη τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, και βέβαια να μην λησμονούμε πως την επομένη της 8ης Σεπτεμβρίου όπου στην Αγία Εκκλησία μας εορτάζεται η Γενέθλιος ημέρα της Θεοτόκου, δηλαδή την 9η Σεπτεμβρίου, έχουμε την Σύναξη των Αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννης, των δικών μας Αγίων, μα και γονέων της Παναγίας μας, όπου πανηγυρικά και μεγαλόπρεπα για χάρη των Αγίων προστατών και πολιούχων μας, εορτάζει και όλη η Ενορία με πολλές λατρευτικές Ακολουθίες, αλλά και εκδηλώσεις, χορούς, τραγούδια, φαγητό και διασκέδαση μπροστά από τον Ιερό Ναό μας και στο μεγάλο προαύλιο του. 
Στό ἴδιο προφανῶς αἴτιο ὀφείλεται καί ὁ ἑορτασμός τήν δευτέρα Κυριακή μετά τοῦ Πάσχα, δύο ὁμάδων προσώπων πού ὑπηρέτησαν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑνός δηλαδή τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τοῦ Νικοδήμου, πού ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πού ἦλθαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα καί πρῶτες ἄκουσαν τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως καί πρῶτες εἶδαν τόν ἀναστάντα Κύριο. 
Σύμφωνα λοιπόν πρός τά ἀνωτέρω ἡ σύναξις πρός τιμήν τῶν ἱερῶν αὐτῶν προσώπων θά ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, τήν Δευτέρα δηλαδή τῆς Διακαινησίμου. Ἀλλ᾽ ὅλη ἐκείνη ἡ ἑβδομάδα, ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο, κατείχετο ἀπό τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐλογίζετο» ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα. Ἡ μετά τό Πάσχα πάλι Κυριακή λόγῳ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατ᾽ αὐτήν, τῆς ἐμφανίσεως δηλαδή τοῦ ἀναστάντος στόν Θωμᾶ καί στούς μαθητάς, ἦταν ἤδη κατειλημμένη ἀπό τόν ἑορτασμό τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἑορτασμός του διήρκεσε ὅλη τήν ἐπακολουθοῦσα ἑβδομάδα καί ἡ πρώτη μετά τό Πάσχα ἐλευθέρα ἡμέρα γιά τήν τοποθέτηση τῆς «Συνάξεως» ἔμενε ἡ δευτέρα μετά τό Πάσχα Κυριακή.
τσι κατά τόν Ι’ αἰῶνα βρίσκουμε στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀναγράφεται στήν Κυριακή αὐτή ἡ «μνήμη τῶν δικαίων Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί Μαρίας τῆς Μαγδαληνῆς καί τῶν λοιπῶν μαθητριῶν τοῦ Κυρίου», γιά νά προστεθῇ ἀργότερα σ᾽ αὐτούς καί ἡ μνήμη τοῦ «νυκτερινοῦ μαθητοῦ» τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Νικοδήμου. Ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας, ἐκτός ἀπό τό γνωστό «Ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ...», ἦταν καί τό παλαιό τροπάριο «Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός...», πού σήμερα, κάπως παρηλλαγμένο, ἀπαντᾷ σάν δεύτερο κάθισμα τοῦ ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων μετά τήν γ’ ᾠδή τοῦ κανόνος καί στήν Παρακλητική σάν δεύτερο καί πάλι κάθισμα μετά τήν δευτέρα στιχολογία στόν ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ β’ ἤχου. Ἀκριβῶς δέ τό τροπάριο αὐτό, πού ἔχει εἰδικά γραφῆ καθώς φαίνεται γιά τήν παροῦσα ἑορτή, μᾶς δίδει καί τό θέμα τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων καί τήν συνάρτηση του πρός τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου: 
«Τῶν μαθητῶν σου ὁ χορός σύν μυροφόροις γυναιξί ἀγάλλονται συμφώνως, κοινήν γάρ ἑορτήν αὐτοῖς ἑορτάζομενεἰς δόξαν καί τιμήν τῆς σῆς ἀναστάσεως καί δι᾽ αὐτῶν δεόμεθα, φιλάνθρωπε Κύριε,τῷ λαῷ σου παράσχου τό μέγα ἔλεος».
 κοινή ἑορτή τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου, τοῦ Ἰωσήφ καί τοῦ Νικοδήμου, καί τῶν Μυροφόρων γυναικῶν ἑορτάζεται πρός δόξαν καί τιμήν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι δηλαδή μία ἀνακίνησις, μία ἀνανέωσις τοῦ ἀναστασίμου πανηγυρισμοῦ μέ νέο κέντρο, τά πρόσωπα πού ἄμεσα συνεδέθησαν μέ αὐτόν.
 Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος κατεῖχαν ὑψηλά ἀξιώματα στήν Ἰουδαϊκή κοινωνία. Ἦσαν μέλη τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου, τῆς Βουλῆς. Ὁ πρῶτος, ὁ Ἰωσήφ ὁ ἀπό Ἀριμαθαίας, πόλεως τῶν Ἰουδαίων (Λουκ. 23, 51), «ἄνθρωπος πλούσιος» (Ματθ. 27, 57), «εὐσχήμων βουλευτής» (Μάρκ. 15, 43), «μαθητής κεκρυμμένος διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων» (Ἰω. 19, 38. Ματθ. 27, 57), πού «προσεδέχετο τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 23, 51. Μάρκ. 15, 43) καί δέν συγκατετίθετο μέ τά λοιπά μέλη τοῦ Συνεδρίου στήν κατά τοῦ Χριστοῦ βουλήν καί πρᾶξι των (Λουκ. 23, 51), κατά τίς πληροφορίες τῶν Εὐαγγελίων, ἀναλαμβάνει τόν τολμηρό ρόλο νά ζητήσῃ γιά ταφή τό σῶμα τοῦ ἐκτελεσθέντος ὡς ἐπαναστάτου κατά τῆς Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς βασιλέως τῶν Ἰουδαίων. 
Προσέρχεται στόν Πιλάτο καί ζητεῖ τό σῶμα. Λαμβάνει τήν ἄδεια τῆς ταφῆς, τοῦ ἀποδίδει πρόχειρες νεκρικές τιμές καί τό θάπτει στό κενό μνημεῖο, πού εἶχε ἑτοιμάσει γιά τόν ἑαυτό του. Στό ἔργο του αὐτό βοηθεῖται καί ἀπό ἕναν ἄλλον ἄρχοντα τῶν Ἰουδαίων, τόν Νικόδημο, φαρισαῖο (Ἰω. 3, 1), μέλος καί αὐτόν τοῦ Συνεδρίου, πού παλαιότερα εἶχε ἔλθει μία νύκτα νά συναντήσει τόν Χριστό καί νά ἀκούσῃ τήν διδασκαλία Του (Ἰω. 3, 1 ἑξ.) καί εἶχε ἐπιχειρήσει νά τόν ὑπερασπίσει ἀργότερα στό Συνέδριο (Ἰω. 7, 50). Αὐτός φέρνει καί μία μεγάλη ποσότητα ἀρωμάτων «μίγμα σμύρνης καί ἀλόης ὡσεί λίτρας ἑκατόν» γιά νά ἐνταφιάσουν τόν Χριστό κατά τά Ἰουδαϊκά ἔθιμα (Ἰω. 19, 39-40).

Τά δύο λοιπόν αὐτά σοβαρά καί εὐϋπόληπτα πρόσωπα προσάγονται ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν δύο ἀψευδεῖς μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί Τόν εἶδαν νεκρό, ζήτησαν τό σῶμα ἀπό τήν Ρωμαϊκή ἀρχή, τό κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό, τό ἄλειψαν μέ τά ἀρώματα καί τό τύλιξαν στά σάβανα, τό μετέφεραν καί τό ἔθαψαν καί προσεκύλησαν «λίθον μέγαν» στή θύρα τοῦ μνημείου. Εἶναι σάν μία ἔμμεσος ἀπάντησις σ᾽ ἐκείνους πού τυχόν θά ἀμφέβαλλαν γιά τόν πραγματικό θάνατο τοῦ Σταυρωθέντος. «Ἐπί στόματος δύο μαρτύρων καί ἐπί στόματος τριῶν μαρτύρων στήσεται πᾶν ρῆμα», ἔλεγε ὁ Μωσαϊκός νόμος (Δευτ. 19, 15). Καί ἐδῶ μάρτυρες τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι μόνο οἱ στρατιῶται τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος, ὁ ἑκατόνταρχος, ὁ Πιλᾶτος, οἱ παριστάμενες γυναῖκες. Ἀλλά καί δύο ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων. Δύο κοινῶς ἀνεγνωρισμένα καί τιμώμενα πρόσωπα.
Οἱ ἐκκλησιαστικοί ποιηταί ἔβαλαν στό στόμα τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν θαυμασίους ἐπικηδείους θρήνους. Ἕνας ἀπό αὐτούς εἶναι καί ἐκεῖνος πού πλέκεται στό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. α’ ἤχου. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς ὡραιοτέρους ὕμνους καί ψάλλεται καί κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου, τήν Μεγάλη Παρασκευή, καί κατά τήν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων:

«Σέ τόν ἀναβαλλόμενον τό φῶς ὥσπερ ἱμάτιον, καθελών Ἰωσήφ ἀπό τοῦ ξύλου σύν Νικοδήμῳ καί θεωρήσας νεκρόν, γυμνόν, ἄταφον, εὐσυμπάθητον θρῆνον ἀναλαβών, ὀδυρόμενος ἔλεγεν·
Οἴμοι, γλυκύτατε Ἰησοῦ! ὅν πρό μικροῦ ὁ ἥλιος ἐν σταυρῷ κρεμάμενον θεασάμενος ζόφον περιεβάλλετο καί ἡ γῆ τῷ φόβῳ ἐκυμαίνετο καί διερρύγνυτο ναοῦ τό καταπέτασμα· ἀλλ᾽ ἰδού νῦν βλέπω σε δι᾽ ἐμέ ἑκουσίως ὑπελθόντα θάνατον. 
Πῶς σέ κηδεύσω, Θεέ μου; ἤ πῶς σινδόσιν εἰλήσω; ποίαις χερσί δέ προσψαύσω τό σόν ἀκήρατον σῶμα; ἤ ποία ᾄσματα μέλψω 
τῇ σῇ ἐξόδῳ, οἰκτίρμον;
Μεγαλύνω τά πάθη σου, ὑμνολογῶ καί τήν ταφήν σου 
σύν τῇ ἀναστάσει κραυγάζων· Κύριε, δόξα σοι».
ν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος εἶναι οἱ μάρτυρες τοῦ θανάτου καί τῆς ταφῆς, αἱ μυροφόροι γυναῖκες εἶναι οἱ πρῶτοι μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές πού ἐπεθύμησαν νά συμπληρώσουν τίς ἐλλείψεις τῆς ἐσπευσμένης ταφῆς, ἀλλ᾽ ἀντί νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό νεκρό σῶμα, ἀντί νά κλαύσουν γιά τόν νεκρό, ἔγιναν οἱ πρῶτοι θεαταί τοῦ κενοῦ τάφου καί πρῶτες αὐτές ἄκουσαν ἀπό τό στόμα τοῦ λευκοφόρου ἀγγέλου τό χαρούμενο καί παράδοξο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτές ἔγιναν ἀπό Μυροφόροι εὐαγγελίστριαι κι᾽ ἔφεραν τό εὐαγγέλιο τῆς ἐγέρσεως στούς μαθητάς καί στόν κόσμο.

Αὐτήν δέ ἀκριβῶς τήν μετάβαση τῶν Μυροφόρων στό μνῆμα καί τό ἀγγελικό μήνυμα, τό ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως, ποιητικά ἐπεξεργάζεται τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ β’ ἤχου. Εἶναι ποίημα τοῦ βασιλέως Λέοντος τοῦ Σοφοῦ καί ἐμπνέεται ἀπό τήν σχετική ἀναστάσιμο περικοπή τοῦ Κατά Μάρκον Εὐαγγελίου (Μάρκ. 16, 1-8), τό Β’ ἑωθινό Εὐαγγέλιο τῶν Κυριακῶν:

«Μετά μύρων προσελθούσαις ταῖς περί τήν Μαριάμ γυναιξί
καί διαπορουμέναις πῶς ἔσται αὐταῖς τυχεῖν τοῦ ἐφετοῦ
ὡράθη ὁ λίθος μετῃρμένος καί θεῖος νεανίας καταστέλλων τόν θόρυβον αὐτῶν τῆς ψυχῆς· Ἠγέρθη γάρ, φησιν, Ἰησοῦς ὁ Κύριος·
διό κηρύξατε τοῖς κήρυξιν αὐτοῦ μαθηταῖς εἰς τήν Γαλιλαίαν δραμεῖν καί ὄψεσθαι αὐτόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν,
ὡς ζωοδότην καί Κύριον».
Καί πάλι λοιπόν τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων θά δοξολογηθεί ὁ νικητής τοῦ θανάτου καί τοῦ Ἅδου. Ὁ νεκρός – τό βεβαιώνουν ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος- πού ἔγινε ζῶν – τό βεβαιώνουν αἱ Μυροφόροι. «Ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος» πού κατέβη στό βασίλειο τοῦ Ἅδου καί ἐνέκρωσε τόν Ἅδη μέ τό ἀνέσπερο φῶς Του, μέ τήν ἀστραπή τῆς Θεότητός Του. Αὐτός πού ἀνέστησε τούς πεθαμένους ἀπό τά σκοτεινά μνήματα. Ὁ ζωοδότης, πού μέ τήν ἀνάσταση Του σύναψε σέ ἀτελεύτητο δοξολογία τίς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν καί τούς λαούς τῆς γῆς. Αὐτός πού ἀπέθανε καί κατέβει στόν Ἅδη, γιά νά μᾶς ἀνεβάσει μέ τήν ἔγερση Του στούς οὐρανούς.
Αὐτό ἀκριβῶς ψάλλει ὁ ὑμνῳδός τοῦ ἀναστασίμου ἀπολυτικίου τοῦ β’ ἤχου, πού θά ἀκουσθεί τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων στούς ναούς μας:
«Ὅτε κατῆλθες πρός τόν θάνατον, ἡ ζωή ἡ ἀθάνατος, τότε τόν Ἅδην ἐνέκρωσας τῇ ἀστραπῇ τῆς Θεότητος· ὅτε δέ καί τούς τεθνεῶτας ἐκ τῶν καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον· Ζωοδότα Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, δόξα σοι».
πηγή

Κυριακή των Μυροφόρων «Ἠγόρασαν ἀρώματα και λίαν πρωΐ ἔρχονται ἐπί τό μνημεῖον»

«Ἠγόρασαν ἀρώματα και λίαν πρωΐ ἔρχονται ἐπί τό μνημεῖον»
myroforesΑγαπητοί μου αδελφοί. Όλη τη νύχτα άγρυπνες οι άγιες γυναίκες, με την ψυχή πλημμυρισμένη από αγωνία και πόνο. Απέ­ραντη οδύνη και βαθειά ή πληγή στην καρδιά τους, για τον άδικο, θάνατο του αγαπημένoυ τους δασκάλου. Ολόκληρη ή σκέ­ψη είναι κοντά του και από τα μάτια τους θερμά κυλούν δά­κρυα. Πέρασε ή δραματική εκείνη ημέρα του Σαββάτου. Ετοίμασαν τα αρώματά τους για να έλθουν στον τάφο να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα και «νά ἀλείψωσι τόν Ἰησοῦν». Ήταν βαθειά ξημερώματα, «ὄρθρου βαθέως»,σαν ξεκίνησαν, με απέραντη θλίψη, αλλά και με ανυποχώρητη απόφαση. Τίποτε άλλο δεν συλλογίζονται πα­ρά την άπειρη αγάπη πού σταυρώθηκε με τόσο μίσος.
Σκιές αμίλητες προχωρούν προς το μνημείο και μονάχα μια δυ­σκολία έρχεται να διακόψει τη σιωπή τους και συζητούν ποιος θα βηθήση να«ἀποκυλίσουν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου». Με αυτή την ανησυχία έφτασαν στον τάφο και διαπίστωσαν πώς ό λίθος ήταν αποκεκυλισμένος, και ο τάφος κενός, ενώ την ίδια στιγμή ασπροντυμένοι άγγελoι μηνούσαν την Ανάσταση του Κυρίου. Οι στρατιώτες της κoυστω­δίας είχαν φύγει και οι άγγελοι παράγγελναν στις Μυροφό­ρες να τρέξουν πίσω και να ειδοποιήσουν τους Μαθητές ότι «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν».
Ήταν ή πρώτη ανταμοιβή στην αγάπη τους, το πρώτο δώρο στην αυταπάρνησή τους. Έγιναν Απόστολοι στους Αποστόλoυς. Με πολλή βιασύνη και με μεγάλη συγκίνηση πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Δεν είχαν κάνει μεγάλη απόσταση όταν νέα έκπληξη τις περίμενε. Αυτός ό ίδιος, ό Αναστη­μένος Κύριος, τις συνάντησε και τις προσφώνησε με τον ωραίο χαιρετισμό «χαίρετε». Την πονεμένη καρδιά τους πλημμύρισε ή χαρά της Αναστάσεως. Τον είδαν, τον άκου­σαν και με απερίγραπτη αγαλλίαση και ευγνωμοσύνη προ­σκύνησαν και κατεφίλησαν τα άχραντα πόδια του. Σκηνή θεία, Ιερή, ατίμητη, υπερκόσμια. Ταπεινά και ευλαβικά θα στρέψουμε και εμείς τη σκέ­ψη μας και την καρδιά μας για να εξηγήσουμε και να νιώ­σουμε γιατί ο Κύριος έκανε τόση τιμή στις Μυροφόρες και ποιο είναι το πολύτιμο δίδαγμα πού μας δίδουν με το παρά­δειγμα κα τη ζωή τους. Οι Μυροφόρες γυναίκες τιμήθηκαν τόσο για την πολλή αγάπη και αφοσίωση στο Κύριο.  
Η αγάπη, τονίζει η Αγία Γραφή, είναι «κραταιά ως ό θάνατος». Οι άγιες γυναίκες νίκησαν τον φόβο του θανάτου. Ξεπέρασαν τη φυσική αδυναμία της γυναίκας με ηρωϊσμό. Δεν φοβήθηκαν τούς πονηρούς Φαρισαίους, τα αμαρτωλά Συνέδρια, τούς αδί­στακτους άρχοντες. Δεν σκέφτηκαν τούς κινδύνους στο σκοτάδι και στην ερημιά ούτε τούς ληστές ούτε τούς στρα­τιώτες τις κουστωδίας και τον σκληρό ρωμαϊκό νόμο. Αγάπησαν πολύ τον Κύριο και τις αντάμειψε γενναία. Πόνεσαν πολύ και τούς πλημμύρισε από χαρά. Πότισαν τη γη με δάκρυα και ανοίχτηκαν στην ψυχή τους οι καταρράκτες της θείας χάριτος. Έδειξαν αυτοθυσία και βρήκαν στέφανα δόξας. Πέρασαν ώρες αγωνίας και βρήκαν απέ­ραντη χαρά και ευτυχία.
Δεν μπορούσε να υπάρξει ωραιό­τερος χαιρετισμός από την προσλαλιά «χαίρετε». Στις Μυροφόρες απευθύνει το «χαίρετε». Η γυναίκα έ­χει περισσότερη ανάγκη από χαρά για να γίνεται πηγή χαράς. Ή γυναίκα έδιωξε τα χαρά με την πτώση, ή γυναίκα ακούει το «χαίρετε», για να ξαναφέρει την αληθινή και αναν­τικατάστατη χαρά στον πονεμένο κόσμο. Η Παναγία Μητέρα του, πρώτη Μυροφόρα, είχε μεγαλύτερο δικαίωμα να ακούσει το«χαίρετε», για να σβήσει την οδύνη της μάνας, καθώς ή ρομφαία του πόνου είχε ξεσχί­σει την καρδιά της την ώρα του σταυρού. Στάθηκαν κοντά στόν σταυρό του, τον βλέπουν τώρα αναστημένο. Εκείνες έμειναν κοντά στο μαρτύριό του, τώρα χαίρονται την ευλο­γία του.
Στις γυναίκες απλώνει τη χαρά γιατί ή γυναίκα θλίβεται περισσότερο, πονάει και στενάζει. Σε λίγο πού θα συναντήσει τούς Αποστόλους στο υπερώον θα τούς χαιρετίσει με το «εἰρήνη ὑμῖν» Οι άνδρες έχουν περισσότερη ανάγκη από ειρήνη γιατί είναι πολεμικοί, σκληροί και ταρα­γμένοι μέσα στη βιοπάλη, στους πολέμους, στην ακαταστα­σία και την κακία του κόσμου. Απόστολοι των Αποστόλων, Διδάσκαλοι των Διδασκά­λων. Οι άγιες Μυροφόρες θα είναι πάντα ο τύπος και ο κα­νόνας των πραγματικών Μυροφόρων κάθε εποχής. Ηρωϊ­κό παράδειγμα, σωτήριο μάθημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία όρισε τούτη την Κυριακή, Τρίτη από του Πάσχα, σαν ξεχωριστό και επίσημο τον εορτασμό των Αγίων Μυρο­φόρων γυναικών.
Η Εκκλησία τις τιμά με βαθύ σεβασμό για την αγάπη, την αυταπάρνηση, τον ηρωϊσμό. Ο. Θεός τις δόξασε. Οι γενεές των πιστών τις προσκυνούν, ολό­κληρος ο κόσμος τις θαυμάζει, το Ευαγγέλιο τις εγκωμιά­ζει και η ιστορία τις απαθανατίζει και μένουν πάντα τύπος και υπογραμμός αληθινής αγάπης. Μυροφόρες της αγάπης του Θεού και των ανθρώπων πρέπει, να είναι όλες οι γυναίκες του κόσμου. Αυτή είναι η αγία αποστολή .τους. Εκεί που το καθήκον προστάζει. Να είναι ο ευλογημένος ειρηνικός στρατός πού θα δίνει τη μάχη στην υπηρεσία της αγάπης, εφοπλισμένος με την πίστη στον Αναστημένο Χριστό και με τη βαθειά αγάπη στον πονεμένο άνθρωπο. Γυναίκες, γίνετε Mυροφόρες της αγάπης.
Xαρίσετε στον Σωτήρα και Λυτρωτή την καρδιά σας και διακηρύσσετε το μήνυμα της Αναστάσεως του, Χριστού. Η ζωή είναι πλημμυρισμένη από πόνο και έχει τόση ανάγκη από παρηγοριά, από χαρά. Όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από πονεμένους, άρρωστους, απόκληρους, δυστυχισμένους, αδικημένους και κατατρεγμένους. Κάνετε να ανθίσει το γέλιο στα μαραμένα χείλη των ορφανών και απροστάτευτων. Φέρετε τη χαρά στα σπίτια, στους συζύγους, στα παι­διά. Θα είναι τα πολυτιμότερα μύρα ο αγώνας σας να φέρετε ψυχές κοντά στο Χριστό. Κρατήσετε, οι κοπέλλες, ακέραιοι και αμόλυντη την αγνότητά σας και μη πλανάσθε από τις ματαιότητες του κόσμου, από τις ασεβείς διδαχές της άτακτης, της άσωτης και αμαρτωλής ζωής. Τιμήσετε τον εαυτό σας με σεμνότητα.
Η τιμή είναι το πολυτιμότερο μύρο που μπορείτε να φέρετε στο Χριστό. Μή σπάσετε με δυνατή γροθιά το αλάβαστρο της ανθρωπιάς. Η ζωή αξίζει μονάχα στο φως της αρετής και στο δρόμο της αγιότητας. Γυναίκες, ή καρδιά σας είναι πλασμένη να αγαπά και το έργο της καλωσύνης, της φιλανθρωπίας και της ηθικής καθαρότητας είναι στα χέρια σας. Κάνετε την καρδιά σας δοχείο θεϊκής αγάπης και προχωρείτε χωρίς αναβολή και χωρίς δισταγμό στο έργο της μεγάλης αποστολής σας. Ακολουθήστε τις πρώτες Μυροφόρες και φέρετε στο νε­κρό και αποστατημένο κόσμο το μήνυμα της πνευματικής και ηθικής Αναστάσεως. Τρέξετε μαζί με όλες τις ηρωΐδες της αγάπης, όπου υπάρχουν δάκρυα πόνοι και στεναγμοί από τις φτωχικές καλύβες, ως τα λαμπερά ανάκτορα.
Μή χάσετε τον προ­σανατολισμό σας. Οδηγός είναι ο ήλιος της δικαιοσύνης που «ἀνέτειλε ζωηφόρρς ἐκ τάφου». Διαφορετικά θα παρασυρθείτε από τα ορμητικά και θολά ρεύματα της απιστίας και όλα τα ωραία ιδανικά θα σωριαστούν στην άκρη, άχρηστα και περιφρονημένα. Μην αργείτε. «Λίαν πρωΐ» αρχινάτε το σωτήριο έργο σας. Η Εκκλησία, η οικογένεια, η Πατρίδα, ή ανθρωπότητα ολόκληρη έχουν ανάγκη από Άγιες Μυροφόρες. Αυτός είναι ό δρόμος της τιμής και της δόξας, μέσα στο μηδενιστικό γκρέμισμα και το αβυσσαλέο χάος της ασέβειας και της αμαρτίας, που συντρίβει με τόση αφροσύνη την ηθική και πνευματική υπόσταση και προσωπικότητα του ανθρώπου.
Η καρδιά της γυναίκας, οπλισμένη με την πίστη στο Χριστό και την αγάπη στον άνθρωπο, μπορεί να κάνει τη γη να ευωδιάσει από αρετή και να δημιουργήσει ένα σωστό και ευτυχισμένο κόσμο. Γυναίκες, γίνετε Μυροφόρες της αγάπης του Χριστού. Το στόλισμα των αρετών στην ψυχή της γυναίκας είναι τα ωραιότερα και πολυτιμότερα καλλιστεία. Το τρέξιμο κοντά στο πόνo είναι ο ευγενέστερος τί­τλος. Η ανατροφή των παιδιών σας «ἐν παιδία και νουθεσία Κυρίου» είναι ή γλυκύτερη και ανεκτίμητη θυσία. Ή χριστιανική συμπεριφορά είναι η υψηλότερη κοινω­νικότητα. Ένα στοργικό βλέμμα στον πονεμένο, μια σωστή συμβουλή στον παραστρατημένο είναι θυμίαμα ευλαβικής θυσίας. ΑΜΗΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ – 26 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
(Μαρκ. ιε΄43 – ιστ΄8)
 Ἀγαπητοί μου χριστιανοί,
Πέρασαν ἤδη δύο ἑβδομάδες ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς λαμπρῆς καὶ πανεφρόσυνης ἡμέρας τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐμεῖς ὡς μέλη τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας συνεχίζουμε νὰ πανηγυρίζουμε καὶ νὰ ζοῦμε μέσα στὴν ἴδια ἀναστάσιμη χαρά. Αὐτὸ τὸ ἀναστάσιμο πανηγύρι εἶναι πανηγύρι διαρκείας. Δὲν εἶναι μόνον οἱ τρεῖς ἡμέρες τὴς κύριας ἑορτῆς. Οὔτε μόνον οἱ σαράντα ἡμέρες μετὰ τὴν Κυριακὴ τὴς Ἀναστάσεως. Εἶναι ὁλόκληρο τὸ ἔτος, ἀφοῦ κάθε Κυριακὴ μὲ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας γιορτάζουμε πανηγυρικὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ λατρευτικὸ πρόγραμμα τῆς Ἐκκλησίας ἀρκεῖ γιὰ νὰ δείξει ποιὰ εἶναι ἡ θέση τῆς Ἀναστάσεως στὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν. Εἶναι αὐτὴ ποὺ φωτίζει καὶ νοηματοδοτεῖ τὸν βίο μας. Εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνει ἀπαντήσεις καὶ λύσεις στὰ πιὸ ζωτικὰ προβλήματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν, ὅπως τὸ πρόβλημα τοῦ θανάτου καὶ τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς.
Κάθε ἀναστάσιμη γιορτινὴ ἡμέρα φωτίζει καὶ μία ξεχωριστὴ πτυχὴ τῆς ζωῆς τῶν χριστιανῶν. Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων τονίζει ἰδιαίτερα τὴν σχέση τῶν χριστιανῶν γυναικῶν μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστό. Κι αὐτὸ τὸ ἐπιτυγχάνει προβάλλοντας ἐνώπιόν μας τὸ παράδειγμα τῶν μυροφόρων γυναικῶν.
Ποιὲς ἦταν αὐτὲς οἱ μυροφόρες γυναίκες; Ἦταν μία ὁμάδα γυναικῶν, οἱ ὁποῖες τρία χρόνια ἀκολουθοῦσαν καὶ διακονοῦσαν τόν Ἰησοῦ. Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ἀναφέρονται τρεῖς ἀπὸ αὐτές: ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή, ἡ Μαρία τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὲς, ἄλλες γνωστὲς ἦταν ἡ Μαρία, ἡ μητέρα τοῦ Ἰωσῆφ, καὶ ἡ Παναγία. Ὅλες αὐτές, μαζὶ καὶ μὲ ἄλλες, εἶχαν μεγάλο πόθο νὰ ἀκοῦν τὴν διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ παρακολουθοῦν τὴ δράση του. Ἔβλεπαν τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε. Πίστευαν στὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀγαποῦσαν πολύ. Ἔδειχναν τὴν ἀγάπη τους μὲ τὴν θυσία. Δὲν ὑπολόγιζαν τὸν ἑαυτό τους. Δὲν πτοοῦνταν ἀπὸ τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἐχθρότητα τῶν ἀρχόντων πρὸς τὸν Χριστό. Γιὰ τοὺς ἄρχοντες, τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς φαρισαίους, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἦταν στιγματισμένος. Τὸν ἐχθρεύονταν καὶ τὸν περιφρονοῦσαν. Κι ὁπωσδήποτε περιφρονοῦσαν καὶ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκολουθεῖς κάποιον περιφρονημένο, παρὰ μόνον ἐὰν τὸν ἀγαπᾶς εἰλικρινὰ καὶ θυσιαστικά.
Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ μεγαλεῖο τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Αὐτὸν ποὺ οἱ ἄλλοι τὸν ὀνομάζουν πλάνο, τρελλό, φίλο τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν τελώνων, αὐτὸν ποὺ οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τὸν καταφρονοῦν, τὸν ἐχθρεύονται, τὸν δικάζουν, τὸν καταδικάζουν καὶ τὸν σταυρώνουν, οἱ Μυροφόρες τὸν ἐκτιμοῦν, τὸν ἀγαποῦν, τὸν διακονοῦν καὶ μένουν κοντά του ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ κρίσιμες ὧρες. Ὅταν ὁ Κύριος δικάζεται ἀπὸ τὸν Ἄννα καὶ τὸν Καϊάφα, ὅταν ἀποστέλλεται στὸν Ἡρώδη καὶ ὅταν ἀνακρίνεται ἀπὸ τὸν Πιλάτο, ἐκεῖνες παρακολουθοῦν μὲ χτυποκάρδι τὴν κάθε κίνηση. Ὅταν ἀνεβαίνει στὸν Γολγοθᾶ φορτωμένος τὸν βαρὺ σταυρό, τὸν ἀκολουθοῦν μὲ σφιγμένη τὴν καρδιά. Ὅταν τὰ καρφιὰ τρυποῦν τὰ ἄχραντα χέρια του, ἐκεῖνες σφίγγουν τὰ δικά τους χέρια. Ὅταν δέχεται τοὺς χλευασμοὺς καὶ τὶς ὕβρεις κι ὅταν ἡ λόγχη τρυπάει τὴν ἁγία του πλευρά, περνάει δίστομη ρομφαία τὴν δική τους τὴν καρδιά. Στέκονται δίπλα στὸν σταυρὸ βουβές, ἀμίλητες, γεμάτες ἀπὸ τὸν ἀνθρώπινο πόνο.
Καὶ ὅταν ὅλοι ἐγκαταλείπουν τὸν Χριστό, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ μαθητές του κρύβονται «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», οἱ Μυροφόρες ὑπερνικοῦν ὅλα τὰ ἐμπόδια. Ἔρχοναι «λίαν πρωῒ, σκοτίας ἔτι οὔσης» στὸ μνημεῖο, γιὰ νὰ ἐπιτελέσουν μὲ ἀκρίβεια τὰ νεκρικὰ ἔθιμα. Νὰ μυρώσουν τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. Δὲν τοὺς σταματᾶ κανένας φόβος. Οὔτε τῶν ἀρχόντων μὲ τὴν ἔχθρα, οὔτε τῶν στρατιωτῶν μὲ την σκληρότητα, οὔτε τῆς νύχτας μὲ τὸ σκοτάδι. Ὅλα τὰ νικᾶ ἡ μεγάλη καὶ ἀληθινὴ ἀγάπη, ποὺ εἶναι «κραταιὰ ὡς ὁ θάνατος».
Αὐτὲς οἱ γυναῖκες, οἱ Μυροφόρες τοῦ Χριστοῦ, εἶναι πρότυπα καὶ παραδείγματα γιὰ τὶς χριστιανὲς γυναῖκες ὅλων τῶν αἰώνων. Κάθε ἀληθινὴ χριστιανὴ εἶναι καὶ μία μυροφόρα τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν ἐποχή της. Κύριο γνώρισμά της εἶναι ἡ γνήσια, ἡ θυσιαστικὴ της ἀγάπη. Ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Ἐκκλησία.
Ἡ πραγματικὴ χριστιανὴ ὡς μυροφόρα παραμερίζει τὸν ἑαυτό της καὶ σκέπτεται συνεχῶς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Κύριό της. Φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ βρίσκεται ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός. Στὸν ἱερὸ ναό, στὴ Θεία Λειτουργία, στὸ κήρυγμα, στὴν κατήχηση. Ὅπως ἀκριβῶς οἱ Μυροφόρες, ποὺ παρευρίσκονταν ὅπου περιόδευε ὁ Χριστός. Ἡ πραγματικὴ χριστιανὴ γυναίκα ἐπιθυμεῖ καὶ ἀγωνίζεται νὰ κάνει ὅ,τι ἀρέσει στὸν Χριστό. Θέλει ὁ Χριστὸς νὰ εἶναι ταπεινή, ὑπάκοη, ἐξυπηρετική; Τὸ κάνει μὲ ὅλη της τὴν καρδιά. Τὴν θέλει ὁ Χριστὸς ἁπλῆ στὴν ἐμφάνισή της, σεμνὴ στὸ ντύσιμο, διακριτικὴ στὴν συμπεριφορά της; Τὸ κάνει μὲ πολὺ χαρά. Τὴν θέλει ὁ Χριστὸς νὰ προσφέρει στὴν Ἐκκλησία, στὴν καθαριότητα τοῦ ναοῦ, στὶς δραστηριότητες τοῦ Φιλοπτώχου τῆς Ἐνορίας, στὴ διακονία τῶν ἀσθενῶν; Τὸ κάνει ὁλοπρόθυμα.
Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ Μυροφόρες τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας σ’ ὅλους τοὺς αἰῶνες, ἀλλὰ καὶ στὶς μέρες μας, μαρτυροῦν περίτρανα τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴ δίνη τῆς ἀπιστίας τοῦ κόσμου, ποὺ βιώνει τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο, ἐκεῖνες φωνάζουν αὐθεντικά: «Χριστός Ἀνέστη»! Ἀμήν.
Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως  Σερβιων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (Μρ. 15, 43 – 16, 8)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
(Μρ. 15, 43 – 16, 8)
Κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­δε τὸν Ἀ­δὰμ νὰ πλά­θε­ται καὶ νὰ ζω­ο­ποι­εῖ­ται. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­λα­βε τὴν πνο­ὴ τῆς ζω­ῆς μὲ τὸ θεῖ­ο ἐμ­φύ­ση­μα, πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους τὸν εἶ­δε μί­α γυ­ναῖκα, δη­λα­δὴ ἡ Εὔα, ἀ­φοῦ ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο καὶ τὸν δεύ­τε­ρο Ἀ­δάμ, δη­λα­δὴ τὸν Κύ­ρι­ο, κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δὲν τὸν εἶ­δε ὅ­ταν ἀ­νί­στα­το ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὅ­μως τὴν ἀνά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πὸ τὸν λαμ­προ­φο­ροῦν­τα ἄγ­γε­λο πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λους μί­α γυ­ναῖκα.
Ἡ ἀ­νά­στα­ση ἔ­γι­νε καὶ ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­ξῆλ­θε, ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὁ λί­θος ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ τὶς μυ­ρο­φό­ρες καὶ γιὰ τοὺς μα­θη­τές, καὶ ὄ­χι γιὰ τὸν Κύ­ρι­ο. Δη­λα­δὴ ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε γιὰ νὰ εἰ­σέλ­θουν οἱ μυ­ρο­φό­ρες καὶ οἱ μα­θη­τὲς καὶ ὄ­χι γιὰ νὰ ἐ­ξέλ­θει ὁ Κύ­ρι­ος. Ὅ­πως λέ­ει καὶ ἕ­να Ἀ­να­στά­σι­μο Στι­χη­ρό: «Κύ­ρι­ε, ἐ­σφρα­γι­σμέ­νου τοῦ τά­φου ὑ­πὸ τῶν πα­ρα­νό­μων, προ­ῆλ­θες ἐκ τοῦ μνή­μα­τος, κα­θὼς ἐ­τέ­χθης ἐκ τῆς Θε­ο­τό­κου. Οὐκ ἔ­γνω­σαν πῶς ἐ­σαρ­κώ­θης οἱ ἀ­σώ­μα­τοί σου Ἄγ­γε­λοι˙ οὐκ ᾔσθον­το πό­τε ἀ­νέ­στης οἱ φυ­λάσ­σον­τές σε στρα­τι­ῶ­ται».
Ἔ­τσι λοι­πόν, τὴ χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση τῆς ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου, πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ὅ­πως ἦ­ταν καὶ πρέ­πον καὶ δί­και­ο, τὴ δέ­χθη­κε ἡ Θε­ο­τό­κος καὶ αὐ­τὴ πρὶν ἀ­πὸ ὅ­λους τὸν εἶ­δε ἀ­να­στη­μέ­νο. Καὶ ὄ­χι μό­νο τὸν εἶ­δε μὲ τὰ μά­τια της καὶ τὸν ἄ­κου­σε μὲ τὰ αὐ­τιά της, ἀλ­λὰ καὶ ἄγ­γι­ξε, πρώ­τη αὐ­τὴ καὶ μό­νη, τὰ ἄ­χραν­τα πό­δια του.
Ὅ­ταν ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ ὁ Νι­κό­δη­μος ζή­τη­σαν καὶ ἔ­λα­βαν ἀ­πὸ τὸν Πι­λά­το τὸ δε­σπο­τι­κὸ σῶ­μα, τὸ ξε­κρέ­μα­σαν ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τὸ πε­ρι­τύ­λι­ξαν σὲ σά­βα­να μα­ζὶ μὲ ἀ­ρώ­μα­τα, τὸ το­πο­θέ­τη­σαν μέ­σα σὲ λα­ξευ­τὸ μνη­μεῖ­ο καὶ ἔ­βα­λαν μί­α με­γά­λη πέ­τρα στὴ θύ­ρα τοῦ μνη­μεί­ου, πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νή «καὶ ἡ ἄλ­λη Μα­ρί­α» κα­θή­με­ναι ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ τά­φου. Μὲ τὴ φρά­ση «καὶ ἡ ἄλ­λη Μα­ρί­α» ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ Θε­ο­μή­τωρ. Δι­ό­τι αὐ­τὴ ἐ­κα­λεῖ­το καὶ Ἰ­α­κώ­βου καὶ Ἰ­ω­σῆ μή­τηρ, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νοι ἦ­ταν γιοὶ τοῦ Ἰ­ω­σὴφ τοῦ Μνή­στο­ρος. 
Δὲν πα­ρευ­ρί­σκον­ταν βέ­βαι­α μό­νο αὐ­τὲς ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρῶν­τας, ὅ­ταν ἐν­τα­φι­α­ζό­ταν ὁ Κύ­ρι­ος, ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, αὐ­τὲς ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με Μυ­ρο­φό­ρες: ἡ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Κλω­πᾶ, ἡ Ἰ­ω­άν­να, ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Χου­ζᾶ, ἐ­πι­τρό­που τοῦ Ἡ­ρώ­δη, ἡ Σα­λώ­μη, ἡ μη­τέ­ρα τῶν υἱ­ῶν Ζε­βε­δαί­ου καὶ ἡ Σω­σάν­να. Αὐ­τές, με­τὰ τὸν ἐν­τα­φι­α­σμό, ἐ­πέ­στρε­ψαν καὶ ἀ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα καὶ μύ­ρα, ἀφε­νὸς μὲν γιὰ νὰ τι­μή­σουν τὸν κεί­με­νο νε­κρό, ἀφε­τέ­ρου δὲ ἐ­πι­νο­ῶν­τας μὲ τὸ ἄ­λειμ­μα αὐ­τὸ καὶ κά­ποια πα­ρη­γο­ριὰ γι᾽ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ἤ­θε­λαν νὰ πα­ρα­μεί­νουν κον­τὰ στὸ σῶ­μα, κα­θὼς αὐ­τὸ θὰ ἀ­νέ­δι­δε τὴ δυ­σω­δί­α τῆς σή­ψε­ως. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν ἑ­τοί­μα­σαν τὰ μύ­ρα καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὸ μὲν Σάβ­βα­το ἡ­σύ­χα­σαν κα­τὰ τὴν ἐν­το­λή, ἐ­νῷ τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, τὴ μί­α τῶν Σαβ­βά­των, «ὄρ­θρου βα­θέ­ως ἦλ­θον ἐ­πὶ τὸ μνῆ­μα, φέ­ρου­σαι ἃ ἡτοί­μα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα».
Πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες ἦλ­θε στὸν τά­φο τοῦ Υἱ­οῦ καὶ Θε­οῦ της ἡ Θε­ο­τό­κος, ἔ­χον­τας μα­ζί της καὶ τὴ Μα­γδα­λη­νὴ Μα­ρί­α. Τὴ στιγ­μὴ δὲ ποὺ ἀ­να­ρω­τι­όν­του­σαν γιὰ τὸ ποιὸς θὰ τοὺς με­τα­κι­νή­σει τὸν ὀγ­κώ­δη λί­θο ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴν εἴ­σο­δο τοῦ τά­φου ἔ­γι­νε κά­τι τὸ θαυ­μα­στό˙ ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ ἀστραπόμορφος ἄγγελος Κυρίου μετακίνησε τὸν λίθο τῆς θύρας τοῦ μνημείου: «Καὶ ἰ­δοὺ σει­σμὸς ἐ­γέ­νε­το μέ­γας· ἄγ­γε­λος γὰρ Κυ­ρί­ου κα­τα­βὰς ἐξ οὐ­ρα­νοῦ προ­σελ­θὼν ἀ­πε­κύ­λι­σε τὸν λί­θον ἐκ τῆς θύ­ρας τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἐ­κά­θη­το ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ· ἦν δὲ ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τοῦ ὡς ἀ­στρα­πὴ καὶ τὸ ἔν­δυ­μα αὐ­τοῦ λευ­κὸν ὡ­σεὶ χι­ών· ἀ­πὸ δὲ τοῦ φό­βου αὐ­τοῦ ἐ­σεί­σθη­σαν οἱ τη­ροῦν­τες καὶ ἐ­γέ­νον­το ὡ­σεὶ νε­κροί».
Ἡ Παρ­θε­νο­μή­τωρ ἑ­πο­μέ­νως ἦ­ταν ἐ­κεῖ τὴ στιγ­μὴ ποὺ γι­νό­ταν ὁ σει­σμὸς καὶ πα­ρα­με­ρι­ζό­ταν ὁ λί­θος καὶ ἀ­νοι­γό­ταν ὁ τά­φος. Κα­τὰ τοὺς Πα­τέ­ρες μά­λι­στα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας -οἱ ὁ­ποῖ­οι λέ­νε πὼς γι᾽ αὐ­τὴ καὶ δι᾽ αὐ­τῆς ὅ­λα μᾶς ἀ­νοί­χθη­καν, ὅ­σα εἶ­ναι ἐ­πά­νω στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ὅ­σα εἶ­ναι ἐ­δῶ κά­τω στὴ γῆ- ὁ ζω­η­φό­ρος ἐ­κεῖ­νος τά­φος γι᾽ αὐ­τὴ πρώ­τη ἀ­νοί­χθη­κε, καὶ ὅ­τι γι᾽ αὐ­τὴ ἔ­λαμ­ψε ἔ­τσι ὁ ἄγ­γε­λος, ὥ­στε αὐ­τή, ἂν καὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη σκο­τει­νά, ὄ­χι μό­νο τὸν τά­φο νὰ δεῖ κε­νό, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἐν­τά­φι­α τα­κτο­ποι­η­μέ­να, ἔ­τσι ποὺ νὰ μαρ­τυ­ροῦν μὲ κά­θε τρό­πο τὴν ἔ­γερ­ση τοῦ ἐν­τα­φι­α­σθέν­τος. Ὅλες οἱ ἄλ­λες Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες ἦλ­θαν με­τὰ τὸν σει­σμὸ καὶ τὴ φυ­γὴ τῶν στρα­τι­ω­τῶν καὶ βρῆ­καν τὸν τά­φο ἀ­νοιγ­μέ­νο καὶ τὸν λί­θο πα­ρα­με­ρι­σμέ­νο. 
Προ­φα­νῶς δὲ ὁ ἄγ­γε­λος ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος ὁ Γα­βρι­ήλ. Δι­ό­τι μό­λις τὴν εἶ­δε νὰ σπεύ­δει ἔ­τσι πρὸς τὸν τά­φο, αὐ­τὸς ποὺ πα­λαιό­τε­ρα τῆς εἶ­χε πεῖ, «μὴ φο­βοῦ, Μα­ρι­ὰμ εὗρες γὰρ χά­ριν πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ», σπεύ­δει καὶ τώ­ρα καὶ κα­τε­βαί­νει νὰ πεῖ καὶ πά­λι τὸ ἴ­διο στὴν Ἀ­ει­πάρ­θε­νο καὶ νὰ τῆς εὐ­αγ­γε­λι­στεῖ τὴν ἐκ νε­κρῶν ἀ­νά­στα­ση ἐ­κεί­νου ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­σπό­ρως ἀ­πὸ αὐ­τή, νὰ ση­κώ­σει τὸν λί­θο, νὰ ἐ­πί­δει­ξει κε­νὸ τὸν τά­φο καὶ τὰ ἐν­τά­φι­α καὶ ἔ­τσι νὰ τὴ δι­α­βε­βαι­ώ­σει γιὰ τὴ χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση. Λέ­ει λοι­πὸν ὁ ἄγ­γε­λος στὶς γυ­ναῖ­κες: «μὴ ἐκ­θαμ­βεῖ­σθε˙ Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τὸν Να­ζα­ρη­νὸν τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον˙ ἠ­γέρ­θη, οὐκ ἔ­στιν ὧ­δε˙ ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν».
Ὅ­λα τοῦ­τα ὅ­μως γέ­μι­σαν μὲ φό­βο τὶς μυ­ρο­φό­ρες, δι­ό­τι δὲν κα­τά­λα­βαν τὴ ση­μα­σί­α τῶν λό­γων τοῦ ἀγ­γέ­λου οὔ­τε μπό­ρε­σαν νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦν μὲ ἀ­κρί­βει­α τὸ γε­γο­νός. Ἡ Πα­να­γί­α ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἐ­πλή­σθη χα­ρᾶς με­γά­λης, δι­ό­τι κα­τε­νό­η­σε τὰ λό­γι­α τοῦ ἀγ­γέ­λου, πί­στε­ψε σὲ αὐ­τὰ καὶ γνώ­ρι­σε μὲ βε­βαι­ό­τη­τα τὴν ἀ­λή­θει­α. Πῶς ἄλ­λω­στε ἀ­πὸ τέ­τοια γε­γο­νό­τα στὰ ὁποῖα πα­ρευ­ρέ­θη­κε, νὰ μὴ κα­τα­λά­βει ἡ Παρ­θέ­νος τὸ τί εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ; Εἶ­δε τὸν σει­σμό. Εἶ­δε ἀ­στρα­πο­βό­λο ἄγ­γε­λο νὰ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Εἶ­δε τὴ νέ­κρω­ση τῶν φυ­λά­κων καὶ τοῦ λί­θου τὴ με­τα­κι­νή­ση καὶ τὸν κε­νὸ τά­φο καὶ τὰ ἐν­τά­φι­α σπάρ­γα­να ἄ­δει­α ἀ­πὸ τὸ ζω­η­φό­ρο σῶ­μα, πλήν, ὅ­μως τυ­λιγ­μέ­να καὶ συγ­κρα­τη­μέ­να σὲ σχῆ­μα. Ἄ­κου­σε τὴ χαρ­μό­συ­νη ἀγ­γε­λί­α τοῦ ἀγ­γέ­λου πρὸς αὐ­τή.
Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ ἡ Θε­ο­μή­τωρ, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λες Μυ­ρο­φό­ρες, ἐ­πέ­στρε­φαν στὰ σπί­τια τους. Καθ᾽ ὁ­δὸν τὶς συ­νάν­τη­σε ὁ Κύ­ρι­ος, λέ­γον­τάς τους «χαί­ρε­τε». Αὐ­τὲς ἔ­σπευ­σαν νὰ τὸν προ­σκυ­νή­σουν: «αἳ δὲ προ­σελ­θοῦ­σαι, ἐ­κρά­τη­σαν αὐ­τοῦ τοὺς πό­δας καὶ προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ». Ὅ­πως δέ, ὅ­ταν ἡ Θε­ο­τό­κος ἄ­κου­σε μα­ζὶ μὲ τὴ Μα­γδα­λη­νὴ Μα­ρί­α τὴ χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση τῆς ἀ­να­στά­σε­ως ἀ­πὸ τὸν ἄγ­γε­λο, μό­νη αὐ­τὴ κα­τά­λα­βε τὴ ση­μα­σί­α ἐ­κεί­νων τῶν λό­γων, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα, ποὺ ἦ­ταν μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, ὅ­ταν συ­νάν­τη­σε τὸν Υἱ­ὸ καὶ Θε­ό της, πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες εἶ­δε καὶ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸν ἀ­να­στάν­τα καὶ προ­σπί­πτον­τας ἄγ­γι­ξε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­γι­νε ἀ­πό­στο­λός του πρὸς τοὺς Ἀ­πο­στό­λους. 

Οἱ δὲ μα­θη­τές, ὅ­ταν κατ᾽ αὐ­τὴ τὴν ἴ­δια μέ­ρα τῆς ἀ­να­στά­σε­ως ἄ­κου­σαν ἀ­πὸ τὶς Μυ­ρο­φό­ρες καὶ τὸν Πέ­τρο καὶ τὸν Λου­κᾶ καὶ τὸν Κλε­ό­πα ὅ­τι ὁ Κύ­ρι­ος ζεῖ καὶ τὸν εἶ­δαν, ἀ­πί­στη­σαν. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὀ­νει­δί­ζον­ται ἀ­πὸ τὸν Κύριο, ὅ­ταν ὕ­στε­ρα τοὺς ἐμ­φα­νί­σθη­κε, κα­θὼς ἦ­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νοι. Ἀ­φοῦ ἐνώπιον πολ­λῶν προ­σώ­πων καὶ μὲ πολ­λοὺς τρό­πους φα­νέ­ρω­σε τὸν ἑ­αυ­τό του ὡς ἀ­να­στάν­τα καὶ ζῶν­τα, ὄ­χι μό­νο πί­στε­ψαν ὅ­λοι, ἀλ­λὰ καὶ κή­ρυ­ξαν παν­τοῦ: «Εἰς πᾶ­σαν τὴν γῆν ἐ­ξῆλ­θεν ὁ φθόγ­γος αὐ­τῶν καὶ εἰς τὰ πέ­ρα­τα τῆς οἰ­κου­μέ­νης τὰ ρή­μα­τα αὐ­τῶν, τοῦ Κυ­ρί­ου συ­νερ­γοῦν­τος καὶ τὸν λό­γον βε­βαι­οῦν­τος δι­ὰ τῶν ἐ­πα­κο­λου­θούν­των ση­μεί­ων».

Κυριακή των Μυροφόρων – Με τόλμη και σταθερότητα





ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Πράξ. ε´ 12 - 20
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ἰωάν. κ΄ 19 - 31
Ἦχος.– Ἑωθινόν: Α´
ΜΕ ΤΟΛΜΗ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΟΤΗΤΑ
1. Χρειάζεται τόλμη
   Κυριακὴ τῶν ­Μυροφόρων σήμερα, καὶ τὸ εὐαγγελικὸ ἀ­­νάγνωσμα μᾶς μεταφέρει νοερὰ στὰ Ἱεροσόλυμα, τὸ ἀπόγευμα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. 
   Ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὕστερα ἀ­­­πὸ τὴν ἀνόσια καταδίκη καὶ τὰ φρικτὰ Πάθη ποὺ ὑπέφερε, βρίσκεται ἤδη νεκρὸς πάνω στὸ Σταυρό. Οἱ Μαθητές Του ἔχουν διασκορπιστεῖ. Ἄραγε θὰ βρεθεῖ κάποιος νὰ φροντίσει νὰ ἐνταφιάσει τὸ ἄχραντο Σῶμα Του;... Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει κάτι ἀμέσως, διότι σὲ λίγες ὧρες ἀρχίζει ἡ μέρα τοῦ Σαββάτου, αὐστηρὴ ἀργία γιὰ τοὺς Ἑβραίους.
   Στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ ἐμ­φανίζεται ὁ Ἰωσήφ, ποὺ καταγόταν ἀπ’ τὴν πόλη Ἀρι­μα­­θαία, ἄνδρας σεμνὸς καὶ σοβαρὸς καὶ ἐπίσημο μέλος τοῦ ἰουδαϊκοῦ Συ­ν­εδρίου, ὁ ὁποῖος προσδοκοῦσε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὅπως δίδασκε ὁ Χριστός. Αὐτὸς λοιπόν, «τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ»· τόλμησε καὶ παρουσιά­στηκε στὸν Πιλάτο καὶ ζήτησε τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

   Ἔμεινε ἔκπληκτος ὁ Πιλάτος, ὅταν ἄ­­­κουσε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἤδη πεθάνει. Θέλησε, λοιπόν, πρῶτα νὰ ἐξακριβώσει τὴν πληροφορία ἀπὸ τὸν ἑκατόνταρχο, κι ἀ­­­φοῦ ἔγινε αὐτό, χάρισε τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ στὸν Ἰωσὴφ ποὺ τὸ ζήτησε. 
   Ἔτσι ὁ Ἰωσὴφ ἀνέλαβε τὸ ἱερὸ ἔργο τῆς ταφῆς τοῦ Κυρίου. Μὲ συνοχὴ ψυχῆς καὶ εὐλάβεια πολλή, κατέβασε τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν Σταυρό, τύλιξε τὸ σῶμα Του σὲ καθαρὸ σεντόνι ποὺ εἶχε ἀγοράσει καὶ Τὸν τοποθέτησε στὸ δικό του καινούργιο μνημεῖο, τὸ ὁποῖο ἦταν λαξευμένο σὲ βράχο· ἔπειτα κύλισε ἕνα μεγάλο λίθο κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου. 
   Ἦταν ἰδιαίτερη τιμὴ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωσὴφ «τὸν ἀπὸ Ἀριμαθαίας» τὸ γεγονὸς ὅτι ἀξιώθηκε νὰ κρατήσει στὰ χέρια του τὸ παν­ακήρατο Σῶμα τοῦ Κυρίου. Τιμὴ ποὺ ἄξιζε σ’ αὐτὸν ὁ ὁποῖος τόλμησε νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Πιλάτο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου καὶ νὰ τὸ ἐνταφιάσει χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὶς ἀντιδράσεις τῶν Ἰουδαίων ἢ ὅποιους ἄλλους κινδύνους.
   Ὁ ἅγιος Ἰωσὴφ «ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας» προβάλλει ὡς αἰώνιο παράδειγμα ­τόλμης καὶ ἀνδρείας, καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἀναλογιστοῦμε: Ἄραγε ἐμεῖς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὁμολογήσουμε τὴν πίστη μας, ἀκόμα κι ἂν διακινδυνεύει ἡ θέση μας, τὸ ἀξίωμά μας, ἡ περιουσία μας; Ἔχουμε τὴν τόλμη νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν ἀλήθεια, ὅταν βλέπουμε ὅτι ἀδικεῖται ὁ συνάνθρωπός μας; Εἴμαστε πρόθυμοι νὰ ἐγκαταλείψουμε τὴν ἄνεσή μας γιὰ νὰ συμπαρασταθοῦμε στὸν πονεμένο ἀδελφό μας; Χρειάζεται τόλμη γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς γνήσιος μαθητὴς τοῦ Κυρίου. Καὶ τέτοια τόλμη εἶχε «ὁ εὐσχήμων Ἰωσήφ», ὁ ὁποῖος ἀποδείχθηκε ἄξιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ οἱ Μυροφόρες γυναῖκες ποὺ ἐμφανίζονται στὴ συνέχεια.
2. Σταθερότητα στς δυσκολίες
   Αὐτὲς οἱ ἀφοσιωμένες μαθήτριες τοῦ Κυρίου παρακολουθοῦσαν ἀπὸ κάποια ἀπόσταση, ἀλλὰ μὲ πολὺ ἐνδια­φέ­ρον καὶ προσοχή, ποῦ τοποθετήθηκε τὸ σῶμα τοῦ λατρευτοῦ τους Διδασκάλου. 
   Ὅταν λοιπὸν πέρασε τὸ Σάββατο, ἡ Μα­ρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη, ἀγόρασαν ἀρώματα γιὰ νὰ ἔλθουν τὸ πρωὶ στὸν τάφο καὶ νὰ ἀλείψουν τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 
   «Καὶ λίαν πρωῒ τῆς μιᾶς ­σαββάτων», πολὺ πρωὶ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, ­πήγαιναν πρὸς τὸ μνημεῖο, κα­θὼς ὁ ἥλιος ἄρ­χι­ζε ν’ ­ἀνατέλ­λει. Ἀλ­λὰ εἶ­χαν καὶ ­κά­ποια ­ἀ­­­γωνία: «τίς ἀποκυλί­σει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς ­θύρας τοῦ ­μνημείου;»· ποιὸς θὰ μᾶς ἀποσύρει τὴ μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου;...
   Καθὼς πλησίασαν ὅμως, εἶδαν μὲ ἔκ­πληξη ὅτι ἡ πέτρα, ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν πολὺ μεγάλη, εἶχε μετατοπισθεῖ μακριά!
   Ἔτσι προχώρησαν καὶ μπῆκαν στὸ μνημεῖο, ὅπου τοὺς περίμενε ἄλλη ἔκπληξη: στὰ δεξιὰ τοῦ τάφου καθόταν ἕνας νέος ντυμένος μὲ ὁλόλευκη στολή. Ἦταν ἄγγελος. Τὸν εἶδαν καὶ τρόμαξαν! 
   Ἐκεῖνος ὅμως τὶς καθησύχασε: 
  –Μὴ φοβάστε! Ξέρω ποιὸν ζητᾶτε. Ζη­τᾶτε τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζαρηνὸ τὸν Ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε! Δὲν εἶναι ἐδῶ! Νά, εἶναι ἀδειανὸ τὸ μέρος ὅπου τὸν ἔβαλαν. Ἀλλὰ πηγαίνετε καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές Του, καὶ ἰδι­αι­τέρως στὸν Πέτρο, ὅτι πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴ Γαλιλαία καὶ σᾶς πε­ρι­μένει ἐκεῖ. Ἐκεῖ θὰ Τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶπε πρὶν σταυ­ρω­θεῖ.
   Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ, οἱ Μυροφόρες ἔφυγαν ἀπὸ τὸ μνημεῖο γεμάτες τρόμο καὶ ἔκπληξη, καὶ γι’ αὐτὸ δὲν εἶπαν τί­­ποτε σὲ κανένα. 
   Κάνει ἐντύπωση ἡ τόλμη καὶ ἡ σταθερότητα τῶν Μυροφόρων γυναικῶν. Ὁ βράχος ἦταν ἕνα σοβαρὸ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἐκτέλεση τοῦ σχεδίου τους. «Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον;», ἔλεγαν, καθὼς προχωροῦσαν πρὸς τὸ μνημεῖο. Παρ’ ὅλα αὐτὰ δὲν γύρισαν πίσω. Τίποτε δὲν ὑπελόγιζαν: οὔτε τὸ σκοτάδι τῆς νύκτας, οὔτε τὸν φόβο τῶν Ἰουδαίων. Καὶ γιὰ τὴ σταθερότητά τους ἀξιώθηκαν πρῶτες αὐτὲς νὰ δεχθοῦν τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.
   Δυσκολίες καὶ ἐμπόδια συναντοῦμε κι ἐμεῖς συχνὰ στὴ ζωή μας. Κάποτε τὰ προβλήματα φαίνεται ὅτι ὁδηγοῦν σὲ ἀδιέξοδο. Ἂς μὴν ἀπογοητευόμαστε ὅμως. Ἂς προχωροῦμε πάντοτε μὲ πίστη κι ἐλπίδα στὸν Ἀναστάντα Κύριο, ὁ Ὁποῖος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει καὶ δὲν θὰ μᾶς διαψεύσει ποτέ.
Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
το είδαμε εδώ

Κυριακή των Μυροφόρων Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΧΑΡΑ (Μαρκ. 15, 43-47 και 16, 1-8) †ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

                                            Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΧΑΡΑ (Μαρκ. 15, 43-47 και 16, 1-8)
†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ
(Διασκευή ομιλίας στον Ωρωπό, στις 7/5/1995).

1. Η χαρά των αγίων

           Τα πρώτα λόγια που είπε ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μετά την ανάσταση ήταν το «χαίρετε». Συγκινούμεθα βαθειά. Όλοι μας ποθούμε να έχουμε στη ζωή μας χαρά. Όλοι αγωνιζόμαστε να βρούμε χαρά. Κανένας δεν θέλει την λύπη. Παρά ταύτα, πρέπει να προσέξουμε, γιατί κάτω από το όνομα «χαρά», κρύβονται χίλιες δυό απομιμήσεις της. Ο άνθρωπος επί παραδείγματι, αισθάνεται χαρά όταν κάνει το καθήκον του. Αισθάνεται χαρά και όταν συμπεριφέρεται στον άλλο με εγωισμό, όταν τον ταπεινώνει. Αισθάνεται χαρά όταν θυμώνει. Αισθάνεται χαρά όταν ικανοποιεί τα πάθη του, όποια και αν είναι.
Και το ερώτημα: Είναι ποτέ δυνατόν αυτή η χαρά να είναι υγιής; Αφού είναι έκφραση καταστάσεως που όλοι την καταλαβαίνουμε, τουλάχιστον όταν την βλέπουμε στους άλλους, ότι είναι κατάσταση νοσηρή. Είναι δυνατόν ποτέ, άρρωστο πράγμα να δίνει υγιή χαρά;
Γι' αυτό ο Κύριος όταν ανέστη εκ νεκρών είπε το «χαίρετε». Για να μας υποδείξει ότι πρέπει να ψάχνουμε για την αληθινή χαρά.
Μας λέει το Ευαγγέλιο, ότι «έσπασε» η καρδιά του άγιου και δίκαιου Ιωσήφ, του από Αριμαθαίας, όταν ο Χριστός, παρέδωκε το πνεύμα του και πέθανε κατά το ανθρώπινο πάνω στο Σταυρό. Δεν μπορούσε ούτε να το σκεφθεί, πως είναι δυνατόν να τον αφήσει να μείνει κρεμασμένος στο Σταυρό, άταφος. Και πήγε στον Πιλάτο, «τολμήσας», μετά από τόσο μίσος που είχαν δείξει οι Εβραίοι εναντίον του Χριστού. Πήρε το θάρρος ή καλύτερα έδειξε τον ηρωισμό, να πάει στον Πιλάτο και να τον παρακαλέσει να πάρει το σώμα του Ιησού. Κινδύνευε να βρει τον μπελά του, αν τον έπιαναν. Και όταν αποκαθήλωναν τον Κύριο και τον τοποθετούσαν στο μνημείο, οι μεγάλοι αυτοί απόστολοι Ιωσήφ και Νικόδημος, θρηνούσαν τον Χριστό.
Όμως, όταν κάνει ο άνθρωπος το καθήκον του, αισθάνεται χαρά. Άγία. Γλυκειά. Ειρηνική. Και προπαντός ακαταίσχυντη. Δεν έχει να ντροπιαστεί από κανένα. Δεν μπορεί κανείς να του παρατηρήσει ότι είναι έκφραση πάθους. Ότι κείνο που την γέννησε είναι σιχαμερό. Είναι χαρά αγία. Το ίδιο λέγει το Ευαγγέλιο για τις μυροφόρες.
Τι λέει η πείρα μας; Κλαίει το παιδί τον πατέρα του... Κλαίει, πονάει, αλλά ταυτόχρονα τελειώνοντας, έχει χαρά. «Έκανα το καθήκον μου σωστά», λέει, και γεμίζει από ειρήνη. Η χαρά αυτή προέρχεται από τον πόνο. Πονεμένος, την έχεις. Όχι τραγουδώντας, ούτε γλεντώντας, ούτε ηδονιζόμενος. Αλλά είναι χαρά, ειρηνική, ήρεμη, γλυκυτάτη.
Υπάρχει βέβαια η χαρά της αμαρτίας. Αλλά όταν την δοκιμάζεις, αμέσως μετά γεμίζεις ταραχή.
Έκανες την αμαρτία, και γεμίζεις ταραχή…

2. Για ποιά χαρά μιλάμε;

Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπάρχει χαρά που φέρνει ταραχή.
Και υπάρχει χαρά που φέρνει ειρήνη και γαλήνη και ηρεμία. Η μία, είναι η χαρά που μας την δίνει η υπακοή στις εντολές του Θεού. Η άλλη είναι η χαρά των παθών σώματος και ψυχής. Και ξέρετε αδελφοί ένα παράξενο πράγμα; Όταν ο άνθρωπος δοκιμάσει την χαρά την πνευματική, δεν του χρειάζεται πια χαρά σωματική. Είναι ικανοποιημένος. Δεν τον απασχολεί τι φαΐ θα φάει, για να το γλεντήσει το φαΐ. Δεν τον απασχολεί η παράνομη ηδονή. Δεν θέλει να ταπεινώσει τον άλλο άνθρωπο για να αισθανθεί χαρά. Δεν έχει καμιά όρεξη να πάει να γλεντήσει στα νυχτερινά κέντρα. Έχει μέσα του χαρά. Δεν ζητάει χαρά.
Και έχει χαρά, είτε είναι μόνος του είτε είναι παρέα με ανθρώπους. Είτε είναι νηστικός, είτε ευρίσκεται σε μία παρέα και ευφραίνονται. Είτε έχει πένθος, είτε έχει γάμο, είτε έχει οποιοδήποτε άλλο γεγονός στη ζωή του.
Αντίθετα, η αμαρτία δημιουργεί στην ψυχή και στη συνείδηση του ανθρώπου ταραχή, και η ταραχή ξεσπάει, φωνάζει. Και κάνει τον άνθρωπο θλιμμένο και πικραμένο. Να μην του αρέσει τίποτα. Από κει και πέρα, ο άνθρωπος μη ξέροντας τι του φταίει, έστω και αν παριστάνει τον έξυπνο και τον μορφωμένο, προσπαθεί να σβήσει τον στεναγμό της ψυχής του, με τον θόρυβο και με τη συνεχή απασχόληση. Τραγούδια, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ντόρο, τρέξιμο. Με ένα και μοναδικό σκοπό. Να ξεχάσει την φωνή της συνειδήσεώς του που του λέει: «Δεν έχεις δικαίωμα να έχεις χαρά, γιατί τα έργα σου δεν είναι καλά». Και όσο πιο πολύ, αναζητεί την χαρά στην αμαρτία, τόσο περισσότερο στενάζει η ψυχή του και ψάχνει να βρει μεγαλύτερη αμαρτία, για να σιγάσει τον πόνο της ψυχής του.

3. Γεμάτο πορτοφόλι, άδεια καρδιά

Και το αποτέλεσμα; Βλέπουμε στον σύγχρονο κόσμο, ότι μερικοί ποδοπάτησαν και ισοπέδωσαν τις εντολές του Θεού και τη συνείδηση και τρέχουν και κάνουν αμαρτίες. Που όμως χαρά; Πουθενά! Και διαβάζουμε στις εφημερίδες, ότι νεαρά παιδιά, που τα δίδαξαν οι γονείς τους και το περιβάλλον τους, ότι δεν είναι τίποτα η πορνεία και τα οποιαδήποτε άλλα αισχρά πάθη, είναι δυστυχισμένα. Και ας λένε μερικοί χαζογέροντες: «Ρε τρελλά που είναι τα παιδιά σήμερα. Σήμερα δένουν τα σκυλιά με τα λουκάνικα. Να ήμουν εγώ νεαρός...» Ω ταλαίπωρε γέρο που δεν έχεις κουκούτσι μυαλό, γι' αυτό ήθελες να είσαι νεαρός σήμερα;»
Και τι γίνονται οι νεαροί; Παρότι έχουν όλη την ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν, ακούμε κάθε τόσο αυτοκτονίες νέων παιδιών. Ποιά παιδιά είναι αυτά; Εκείνα που πηγαίνουν στην Εκκλησία; Εκείνα που συμβουλεύονται τους ιερείς; Εκείνα που κάνουν το καθήκον τους; Ακούσατε ποτέ να αυτοκτόνησε κανένα από αυτά τα παιδιά;
Και γιατί αυτοκτονούν; Το εξηγούν τα ίδια σε γραπτά τους.
Αισθάνονται: «άδεια». Ποιός αισθάνεται άδειος, απογοητευμένος, απελπισμένος; Ένα παιδί είκοσι χρονών. Γιατί; Γιατί άδειασε την καρδιά του και την ψυχή του με την αμαρτία. Ενώ ο Χριστός μας είπε: «Χαίρετε, εν Κυρίω». «Χαίρετε», με την ελπίδα της αναστάσεως, με την ελπίδα της αιώνιας ζωής και με την εκπλήρωση του καθήκοντος απέναντι του Θεού και απέναντι του πλησίον.
Για να πράξει κανείς το καθήκον του απέναντι του πλησίον και του εαυτού του και του Θεού, έχει ανάγκη από πίστη. Πίστη στον Χριστό. Γι' αυτό, μας διδάσκει η Αγία Γραφή: «όποιος επικαλεσθεί το όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού θα σωθεί». Το είπαν και το κήρυξαν οι απόστολοι μπροστά σε όλους τους άρχοντες των Ιουδαίων. «Αυτός που εσταυρώθη και απέθανε, είναι ο σωτήρας του κόσμου. Και όποιος επικαλεστεί το όνομά του και του ειπεί: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησέ με τον αμαρτωλό», θα σωθεί».
Θα σωθεί και σ’ αυτή τη ζωή γιατί θα γεμίσει η καρδιά του γαλήνη, ειρήνη, χαρά. Χαρά μόνιμη και ακαταίσχυντη. Θα σωθεί και εκεί στην αιώνια ζωή, για να χαίρεται ατελεύτητα μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους.

4. Η ανάσταση και οι μάρτυρές της

Πηγή αληθινής χαράς είναι η ανάσταση του Χριστού. Και δυναμώνει την απόφασή μας να κάνουμε ό,τι πρέπει για τον Χριστό και για την ψυχή μας.
Πέθανε ο Χριστός στο Σταυρό. Όμως δεν έμεινε στον τάφο. Για να μας αποδείξει ότι δεν τελειώνει εδώ η ζωή. Αλλά θα αναστηθούμε και θα ζήσουμε στην αιώνια ζωή. Ακούσατε κανένα πεθαμένο να αναστηθεί ποτέ; Αν σας πει κανένας, «ξέρεις αναστήθηκε ο παππούς μου ή η γιαγιά μου ή ο θείος μου» το πιστεύετε ποτέ;
Τότε, πώς μιλάμε για την ανάσταση του Χριστού;
Την ανάσταση του Χριστού οι απόστολοι δεν την έγραψαν από κάποιες ψεύτικες εντυπώσεις τους. Τον είδαν τον Χριστό ολοζώντανο μπροστά τους, μετά από την ανάστασή του. Πρώτη, δεύτερη, τρίτη ημέρα. Σαράντα ημέρες τον έβλεπαν συνεχώς. Ερώτημα: Μπας και μας λένε ψέματα; Μήπως απατούν;
Ε, πώς να μας απατούν ευλογημένε. Όλοι για την δόξα και για την πίστη του Χριστού σφαγήκανε. Από τους δώδεκα αποστόλους, ο μόνος που πέθανε φυσικό θάνατο, ήταν ο Ιωάννης ο Θεολόγος. Αλλά και αυτός υπέφερε τα πάντα. Όλοι οι άλλοι υπέμειναν σταυρό, μαρτύρια, κρέμασμα, σφαγή με ξίφος. Μπορούν να λένε ψέματα εκείνοι που σφάζονται για κάτι που πιστεύουν; Δεν είναι δυνατόν ποτέ;
Ερώτημα δεύτερον: Οι απόστολοι λένε ότι τον είδαν τον Χριστό και τον ψηλάφησαν. Μήπως απατήθηκαν; Μήπως δεν κατάλαβαν καλά; Απάντηση: Τα συναισθήματα που έχω στην καρδιά μου, μπορούν να με επηρεάσουν και να κάνω λάθος. Το ίδιο και οι ιδέες που έχω στο μυαλό μου. Αλλά ο,τι πιάνω με τα χέρια μου, ξέρω με βεβαιότητα τι είναι. Σίδερο, ξύλο, φωτιά που καίει. Αυτά, τα χειροπιαστά, δεν είναι ιδέες για να κάνω λάθος είναι συγκεκριμένα πράγματα. Και κάτι ακόμη: δεν είναι ένας άνθρωπος που μαρτυρεί για την ανάσταση. Δώδεκα απόστολοι μαζί τον είδαν τον Χριστό. Μπορούν να απατηθούν δώδεκα άνθρωποι μαζί; Μήπως το περίμεναν; Δεν το περίμεναν!
Κάποια άλλη φορά που τον είδαν, ήταν πεντακόσιοι μαζί. Πεντακόσιοι άνθρωποι μαζί, κάνανε λάθος; Και κουβέντιασαν μαζί του και έφαγαν. Βάλανε τα χέρια τους στην πλευρά του. Αγκάλιασαν τα πόδια του και τα φίλησαν. Πώς είναι δυνατόν να κάνουν λάθος; Ούτε απατούν οι απόστολοι ούτε απατήθηκαν.
Τι μένει; Είναι αληθινά όσα λένε για την ανάσταση του Χριστού.
Και σήμερα, έχουμε τους ανθρώπους που πίστευσαν στην αγία ανάσταση. Ο άγιος Νεκτάριος πίστευσε σωστά στην ανάσταση του Χριστού και στην αιώνια ζωή και γι' αυτό κάνει θαύματα. Ο άγιος Γεράσιμος στην Κεφαλληνία, για την ανάσταση του Χριστού και την αιώνια ζωή, μπήκε σ’ ένα υπόγειο σπήλαιο. Και έζησε χρόνια πολλά. Πώς έζησε; Γεμάτος ειρήνη και χαρά, προσευχόμενος προς τον Χριστό. Ήταν πιο ευτυχισμένος από εκείνους που γλεντάνε στα νυχτερινά κέντρα. Και μέχρι σήμερα, όχι μόνο θαύματα κάνει, αλλά τα δαιμόνια τον τρέμουν.
Ας καταλάβουμε πόσο αδικούμε τον εαυτό μας, που αναζητούμε την χαρά όχι στην ανάσταση, όχι κοντά στον Χριστό, σύμφωνα με τις εντολές του, αλλά μακρυά από τον Χριστό και στην αμαρτία.
Και ας τον παρακαλέσουμε, να μας φωτίζει και να μας συνετίζει, να επικαλούμεθα το όνομά του το άγιο όχι τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Το «Κύριος», να το λέμε από τα βάθη της καρδιάς μας. Και το «ελέησόν με», να το λέμε με κατάνυξη. Παρακαλώντας τον Χριστό να μας στείλει την χάρη του Παναγίου Πνεύματός του, να μας φωτίσει, να μας καθαρίσει, να μας αγιάσει, να γεμίσει την καρδιά μας ειρήνη και χαρά. Αμήν.-

ΕΠΙ ΤΟΝ ΙΟΡΔΑΝΗΝ ΔΡΑΜΩΜΕΝ!

  « Τήν Βηθλεέμ ἀφέμενοι, τό καινότατον θαῦμα, πρός Ἰορδάνην δράμωμεν, ἐκ ψυχῆς θερμοτάτης, κἀκεῖσε κατοπτεύσωμεν τό φρικτόν Μυστήριον· θεοπ...