Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2012

ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕ Η ΑΡΧΑΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ;


Του Μανόλη Καλομοίρη, πρώην προτεστάντη που μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία μετά από προσεχτική και αγωνιώδη έρευνα.
Οι θνητοψυχίτες ["Ν": αυτοί που πιστεύουν πως οι ψυχές πεθαίνουν μαζί με το σώμα, ή πέφτουν σε ύπνο, για να αφυπνιστούν στη Δευτέρα Παρουσία, και μάλιστα μόνον οι ψυχές που πρόκειται να πάνε στον παράδεισο, ενώ οι άλλες θα αφανιστούν] ισχυρίζονται ότι οι πρώτοι Χριστιανοί ασπάζονταν τον θνητοψυχισμό, και πως δήθεν αργότερα αποστάτησαν και υιοθέτησαν την αθανασία της ψυχής και την κόλαση των αιωνίων βασάνων. Και να η πρόκληση που κάνουν: 
«…Ποιοι περπατούν στην αλήθεια σήμερα; Ποιοι διδάσκουν πραγματικά την αλήθεια σε όλα τα έθνη; Αναλύοντας αυτά τα ερωτήματα, θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας στους πρώτους Χριστιανούς…». 
Και συνεχίζουν: 
«Επειδή πίστευαν αυτά που αναφέρονται στις Γραφές, οι πρώτοι Χριστιανοί δίδασκαν την αλήθεια σχετικά με την ψυχή….Σαν τους πρώτους Χριστιανούς, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά υποστηρίζουν την Γραφική αλήθεια σχετικά με την ανθρώπινη ψυχή, το θάνατο και την ανάσταση». 
Μάλιστα ως ανήκοντα στους πρώτους Χριστιανούς αναγνωρίζουν ότι είναι «ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, που έζησε τον δεύτερο και τρίτο αιώνα [1]». 

Θα εξετάσουμε λοιπόν την πίστη και την διδασκαλία των πρώτων Χριστιανών σχετικά με την μεταθάνατον ζωή, καλύπτοντας την περίοδο αμέσως μετά τους αποστόλους από το τέλος του 1ου αιώνα μέχρι τις αρχές του  3ου αιώνα.  Και έτσι θα ανακαλύψουμε αν οι πεποιθήσεις τους ήταν ίδιες με αυτές των σημερινών θνητοψυχιτών ή αν ήταν διαφορετικές. 

Στο ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ 14:1-2 (αρχές 2ου αιώνα), διαβάζουμε στην προσευχή του Πολυκάρπου, επισκόπου Σμύρνης:
«Κύριε Θεέ, Παντοκράτορα…σε δοξολογώ που με αξίώσες την ημέρα και την ώρα αυτή, για να συναριθμηθώ μεταξύ των μαρτύρων… μαζί με τούς οποίους είθε να γίνω δεκτός μπροστά σου σήμερα, θυσία λιπαρή και ευπρόσδεκτη». 
Πίστευε ο Πολύκαρπος ότι εκείνη την ίδια μέρα που θα φονεύονταν, θα εισέρχονταν στον ουρανό, στην παρουσία του Θεού όπου ήταν και οι μάρτυρες που έδωσαν την ζωή τους για τον Χριστό. Πίστευε ότι η ψυχή του θα συνέχιζε να ζει μετά θάνατον στον ουρανό.
Το μαρτύριο του αγίου Ιγνάτιου

Στην Προς Ρωμαίους επιστολή του Ιγνατίου, κεφ. 4, μαθητή του αποστόλου Ιωάννη, διαβάζουμε: 
«Αφήστε μου να γίνω βορά [=τροφή] των θηρίων, γιατί έτσι θα απολαύσω τον Θεό… Ίσα-ίσα, να καλοπιάσετε τα θηρία, για να μου γίνουν τάφος και να μην αφήσουν τίποτε από το σώμα μου, ώστε πανάλαφρος να ’μαι στον ύπνο μου. Τότε θάμαι αληθινά μαθητής του Ιησού Χριστού, όταν ούτε το σώμα μου δεν θα δη πια ο κόσμος».
Πίστευε ο Ιγνάτιος ότι όταν θα πέθαινε θα απολάμβανε τον Θεό και ότι όταν δεν θα είχε σώμα, θα ήταν αληθινά μαθητής του Ιησού Χριστού. Προφανώς δεν δέχονταν ότι ο θάνατός του θα έφερνε την εξαφάνισή του.

Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας γράφει σχετικά: 
«Πράγματι παρατηρήσατε το τέλος εκάστου των προηγουμένων βασιλέων, ότι απέθανον τον κοινόν εις όλους θάνατον, αυτή δε η πορεία, αν κατέληγε εις αναισθησίαν, θα ήτο τύχη δι’ όλους τους αδίκους. Αλλ’ επειδή εις όλους όσοι έζησαν και συνείδησις παραμένει και κόλασις επίκειται, μη αμελήσετε να πεισθήτε και πιστεύσετε ότι ταύτα είναι αληθινά. Διότι αι νεκρομαντείαι, αι οράσεις αθώων παιδιών, αι επικλήσεις ψυχών αποθανόντων ανθρώπων, οι λεγόμενοι από τους μάγους ονειροπομπές και φύλακες και τα γινόμενα από τους γνωρίζοντας ταύτα ας σας πείσουν, ότι και μετά τον θάνατον αι ψυχαί έχουν συνείδησιν» (Α΄ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 18: 1-3).
 Ξεκάθαρη διακήρυξη ότι οι ψυχές έχουν συνείδηση μετά θάνατον, και ότι η εξαφάνιση δεν είναι ο  προορισμός των ασεβών!
«Αι μεν ψυχαί των ευσεβών λέγω ότι μένουν κάπου εις ανώτερον χώρον, αι δε άδικοι και πονηραί εις χειρότερον, αναμένουσαι κάποτε τον χρόνον της κρίσεως. Ούτως αι μεν φανείσαι άξιαι του Θεού δεν αποθνήσκουν πλέον, αι δε άλλαι τιμωρούνται, όσον καιρόν θέλει ο Θεός να υπάρχουν και να τιμωρούνται» (ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΡΥΦΩΝΑ 5:3).
Και στην μέση κατάσταση των ψυχών, υπάρχει συνειδητότητα.

Ο Αθηναγόρας (180 μ.Χ. περίπου), στο έργο του ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ, 31 κεφάλαιο, γράφει σχετικά: 
«Έχομεν δε την πεποίθησιν ότι, όταν απαλλαγώμεν από τον εδώ βίον, θα ζήσουμεν άλλον βίον ανώτερον από τον παρόντα και επουράνιον, όχι επίγειον, ούτως ώστε να μένωνεν πλησίον του Θεού και μαζί με τον Θεόν αμετακίνητοι και απαθείς κατά την ψυχήν, όχι ως σάρκες, έστω και αν έχωμεν σάρκας, αλλ’ ως ουράνιον πνεύμα, ή εάν καταπέσωμεν μαζί με τους άλλους, χειρότερον βίον εις το πυρ». 
Οι πρώτοι Χριστιανοί πίστευαν με σαφήνεια ότι οι ψυχές επιβιώνουν απ’ τον σωματικό θάνατο, και πηγαίνουν στον αντίστοιχο προορισμό τους, ανάλογα με το αν ήταν δίκαιες ή άδικες.
«Αυτοί, οι οποίοι νομίζουν ότι ούτε λόγον θα δώσουν δια τον εδώ βίον, είτε πονηρόν είτε αγαθόν, ούτε ανάστασις θα υπάρχη, αλλάφρονούν ότι θα συγκαταστραφή με το σώμα και η ψυχή, δεν πρόκειται να απόσχουν από κανένα τόλμημα» (ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΠΕΡΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ, κεφ.36). 
Οι ασεβείς πίστευαν ότι θα καταστραφεί η ψυχή με το σώμα, και όχι οι πρώτοι Χριστιανοί! 

Ο Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου, γράφει σχετικά: 
«Αι ψυχαί απέρχονται εις τον τόπο τον ωρισμένον αυταίς από του Θεού, κακεί μέχρι της αναστάσεως φοιτώσι, περιμένουσαι την ανάστασιν, έπειτα απολαβούσι τα σώματα, και ολοκλήρως αναστάσαι, τουτέστι σωματικώς, καθώς και ο Κύριος ανέστη, ούτως ελεύσονται εις την όψιν του Θεού» (ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΤΑ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΥ ΓΝΩΣΕΩΣ, Βιβλίον Ε΄, 31:2). 
Οι ψυχές συνεχίζουν να ζουν μετά τον θάνατο σε όλη την χρονική περίοδο μέχρι την ανάσταση.

ΣΥΝΕΙΔΗΤΗ ΤΙΜΩΡΙΑ, ΚΙ ΟΧΙ ΕΚΜΗΔΕΝΙΣΗ

Στην Β΄ επιστολή του Κλήμη, τρίτου επισκόπου Ρώμης, διαβάζουμε:
«Και ο σκώληξ αυτών ου τελευτήσει και το πυρ αυτών ου σβεσθήσεται, και έσονται εις όρασιν πάση σαρκί. Για την ημέρα της κρίσεως μιλά, που θα γίνουν οικτρό θέαμα όσοι μας καταδίωξαν και δεν κατάλαβαν τις εντολές του Ιησού Χριστού. Και όσο για τους δικαίους που στάθηκαν στερεοί και υπέμειναν τα βασανιστήρια και μίσησαν τις ηδυπάθειες, όταν δουν εκείνους που απέτυχαν και αρνήθηκαν με λόγια ή με έργα τον Ιησού να κολάζωνται με δεινά βάσανα μέσα στο άσβεστο πυρ, θα δώσουν δόξαν τω Θεώ, λέγοντας ότι πράγματι υπάρχει ελπίδα σε όποιον δουλεύει στον Θεό μ’ όλη του την καρδιά» (17: 5-7).
Πίστευαν οι πρώτοι Χριστιανοί στην συνειδητή τιμωρία των ασεβών, κι όχι στην εκμηδένισή τους. [Σημ. του blog μας: το πυρ της κολάσεως, αντίθετα με ό,τι διδάσκουν οι ρωμαιοκαθολικοί, είναι το Φως του Θεού, που το αισθάνονται ως πυρ εκείνοι που το βλέπουν μέσα από την παραμόρφωση της αμαρτίας και του εγωισμού. Σχετικές αναφορές εδώ & εδώ].

Στο ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ διαβάζουμε: 
«Και αφοσιωμένοι στη χάρη του Θεού περιφρονούσαν τα κοσμικά βασανιστήρια, εξαγοράζοντας με μια την αιώνια κόλαση. Και η φωτιά των απάνθρωπων βασανιστηρίων ήταν ψυχρή. Διότι μπροστά τους είχαν το να αποφύγουν το αιώνιο πυρ, που ποτέ δεν σβήνει, και με τα μάτια της καρδιά τους έβλεπαν τα αγαθά που φυλάσσονται γι’ αυτούς που υπομένουν» (2:3).
Προφανώς δεν πίστευαν ότι η κόλαση είναι η εκμηδένιση, για να υπομένουν φοβερά βασανιστήρια επι της γης, προκειμένου να την αποφύγουν.
Επίσης διαβάζουμε στο 11:2: 
«Και ο Πολύκαρπος είπε: ‘Απειλείς με φωτιά αυτό που καίεται προσωρινά και ύστερα από λίγο σβήνει, διότι αγνοείς τη φωτιά της μέλλουσας κρίσης και της αιώνιας κόλασης που επιφυλάσσεται για τους ασεβείς’».
 Ο Πολύκαρπος πίστευε ότι η τιμωρία ήταν αιώνια και συνειδητή, γιατί την αντιπαραβάλλει με την προσωρινή φωτιά η οποία μετά από λίγο σβήνει.
Ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυρας

Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας γράφει σχετικά: 
«..θα παρουσιασθούν κατά τα ίδια σώματα με τας ψυχάς [οι άδικοι] και θα τιμωρηθούν με αιωνίαν κόλασιν, αλλ’ όχι μόνον δια μια χιλιετή περίοδον, όπως είπε εκείνος [ο Πλάτων]» (Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 8:4-5). 
«Εάν εγνώριζον ταύτα όλοι οι άνθρωποι, κανείς δεν θα εξέλεγε την κακίαν έστω και δι’ ολίγον χρόνον, διότι θα εγνώριζε ότι πορεύεται εις αιωνίαν καταδίκην δια πυρός, αλλά θα συνεκράτει εαυτόν και θα τον εστόλιζε δι’ αρετής με πάντα τρόπον, ώστε να επιτύχη τα παρά Θεώ αγαθά και απαλλαγή των τιμωριών» (Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 12: 2).
Δεν περιμένει τους ασεβείς η εξαφάνιση, αλλά αιώνια τιμωρία με πυρ. 
«Η δε γέεννα είναι τόπος όπου πρόκειται να τιμωρούνται οι αδίκως ζήσαντες» (Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 19: 8).
«Λέγομεν ότι αι ψυχαί των αδίκων τιμωρούνται ευρισκόμεναι εις αίσθησιν μετά θάνατον» (Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 20:4). 
Ακόμα και τώρα, πριν την ανάσταση, οι ψυχές των αδίκων έχουν συνείδηση.
«Ημείς δε έχομεν διδαχθή ότι απαθανατίζονται μόνον οι οσίως και εναρέτως ζωντες πλησίον του Θεού, πιστεύομεν δε ότι τιμωρούνται με το αιώνιον πυρ οι αδίκως ζώντες και μη μεταστρεφόμενοι» (Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 21: 6). «Τους δε αδίκους έχοντας αιωνίως συνείδησιν θα στείλει εις το αιώνιον πυρ μετά των φαύλων δαιμόνων… Εις ποίαν δε αίσθησιν και τιμωρίαν πρόκειται να ευρεθούν οι άδικοι, ακούσατε τα λεχθεντα ομοίως περί τούτου. Είναι δε ταύτα: ’ο σκώληξ αυτών δεν θα παύση και το πυρ αυτών δεν θα σβεσθή’. Και θα μετανοήσουν τότε, οπότε δεν θα ωφεληθούν εις τίποτε» (Α’ ΑΠΟΛΟΓΙΑ 52: 3, 7-8). 
Ξεκάθαρη διακήρυξη ότι οι ασεβείς θα υποστούν συνειδητή τιμωρία. 
«Όταν άλλοι μεν σταλούν εις την κρίσιν και την καταδίκην του πυρός δια να κολάζωνται απαύστως» (ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΡΥΦΩΝΑ 45: 4).
Ο Ειρηναίος γράφει σχετικά: 
«Οι ουν δια της αποστασίας αποβάλλοντες τα προειρημένα, άτε εστερημένοι πάντων των αγαθών, εν πάσει κολάση καταγίνονται…Αιώνια δε και ατελεύτητα παρά Θεού τα αγαθά, και δια τούτο η στέρησις αυτών αιώνιος και ατελεύτητος, ως διηνεκούς του φωτός όντος, οι τυφλώσαντες εαυτούς, ή και υπό άλλων τυφλωθέντες, διηνεκώς αποστερούνται της του φωτός απολαύσεως, ου του φωτός αυτοίς την εν τυφλώσει τιμωρίαν» (ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΤΑ ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΥ ΓΝΩΣΕΩΣ, Βιβλίον Ε', 37:2). 
Ατελεύτητη θα είναι η τιμωρία των ασεβών, ήταν η πίστη των πρώτων Χριστιανών.

Από όλο αυτό το πλήθος των μαρτυριών, βλέπουμε ότι οι πρώτοι Χριστιανοί, δεν ασπάζονταν τον θνητοψυχισμό, αλλά αντιθέτως πίστευαν στην επιβίωση της ψυχής μετά θάνατον, και επίσης ότι η κατάληξη των ασεβών δεν θα είναι η εκμηδένιση, αλλά η συνειδητή και αιώνια τιμωρία.
Συνεπώς είναι ψευδείς οι ισχυρισμοί των σημερινών θνητοψυχιτών, πως δήθεν οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν την δική τους διδασκαλία. Οπότε το μόνο που μένει, αν ειλικρινά εκζητούν την αλήθεια, είναι να εγκαταλείψουν τον θνητοψυχισμό και να αγκαλιάσουν την γνήσια χριστιανική διδασκαλία για την κατάσταση των νεκρών μετά θάνατον, αν θέλουν να έχουν την ίδια πίστη με αυτή των πρώτων Χριστιανών.
Και ουσιαστικά, η αυθαίρετη ερμηνεία της Αγίας Γραφής, ξεκομμένη από την πίστη και  την διδασκαλία των πρώτων Χριστιανών, οδηγεί στην αίρεση και την πλάνη. Οπωσδήποτε, καλύτερα γνωρίζουν την αλήθεια όσοι έζησαν κοντά στην εποχή των αποστόλων, παρά οποιοιδήποτε άλλοι!



[1] Όλες οι παραθέσεις των ισχυρισμών που κάνουν οι θνητοψυχίτες, προέρχονται από την ΣΚΟΠΙΑ 15-7-02 σελ. 18.

Εκοιμήθει ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος


Εκοιμήθει ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος





'Εφυγε απ΄την ζωή σήμερα το πρωί ο Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελέτιος σε ηλικία 79 ετών.
Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης χειροτονήθηκε το 1980.

Ο μακαριστός μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία λόγω προβλήματος της υγείας τους από τον περασμένο Νοέμβριο έκλεισε τα μάτια του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλεία στα Φλάμπουρα όπου βρίσκονταν τους τελευταίους μήνες. 

Ήταν συγγραφέας πολλών εποικοδομητικών βιβλίων και είχε βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών για το βιβλίο του «Η Πέμπτη Οικουμενική Σύνοδος».

Η σωρός του θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στον Μητροπολιτικό ναό της Πρέβεζας... Η εξόδιος ακολουθία θα ψαλεί στον Ιερό Καθεδρικό Ναό Αγίου Χαραλάμπους στην Πρέβεζα στις 11 το πρωί του Σαββάτου προεξάρχοντος του Αρχιεπίσκοπου Ιερωνύμου.

Μοναχή Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα (1939-1960) Η αγιασμένη κόρη που ζήτησε να πάρει την αρρώστια του πατέρα της




Στη φωτογραφία: η Αικατερίνη Πατέρα και η κόρη της, οσία Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα.
Η Ειρήνη Πατέρα γεννήθηκε το 1939 και ήταν κόρη των εφοπλιστών Πανάγου και Αικατερίνης Πατέρα. Η οικογένειά της, αν και οικογένεια εφοπλιστών, ήταν πολύ πιστοί χριστιανοί και η Ειρήνη κληρονόμησε την πίστη και την καλοσύνη των γονιών της από πολύ μικρή. Ταπεινή και σεμνή, απόχτησε αγάπη για όλους τους ανθρώπους, αλλά και της άρεσε να προσεύχεται και να πηγαίνει στην εκκλησία, να διαβάζει ορθόδοξα βιβλία, από βίους αγίων μέχρι τους Χαιρετισμούς της Παναγίας κ.τ.λ.
Έτσι, γνώρισε από μικρή τη σοφία των αγίων διδασκάλων της Ορθοδοξίας και έγινε κι η ίδια σοφή, ενάρετη και υπεύθυνη.
«Ξεχώρισε από τ’ αδέλφια της και τ’ άλλα παιδιά της ηλικίας της. Είχε πολλή υπακοή στους γονείς της και με τη μητέρα της τη συνέδεε βαθύς και δυνατός πνευματικός δεσμός. Στο σχολείο ήταν συνεπής και επιμελής στα μαθήματά της. Την διέκρινε πνεύμα θυσίας, υπομονή και σοβαρότητα, ενώ στα θέματα της πίστεως είχε το θάρρος των ομολογητών. […] Όταν την έβλεπες, ειρήνευες, όποια στενοχώρια κι αν είχες» (από αφιέρωμα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου, τ. 15, Σεπτ.-Δεκ. 2005 - από εκεί είναι και τα επόμενα παραθέματα).
Το 1952 ο πατέρας της αρρώστησε από τη νόσο του Hodgkin. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, η κατάστασή του ήταν κρίσιμη. Τότε η Ειρήνη άρχισε να παρακαλεί κρυφά το Θεό να πάρει εκείνη την ασθένεια του πατέρα της.
Η επιθυμία της εκπληρώθηκε και αρρώστησε και η ίδια από τη νόσο του Hodgkin. Ο γιατρός της οικογένειας δρ Rhor από τη Ζυρίχη είπε:
«Σε 10.000 οικογένειες δεν το έχω συναντήσει αυτό, δηλ. την ίδια αρρώστια Hodgkin's σε δύο πρόσωπα της ίδιας οικογένειας. Δεν είναι κληρονομική, ούτε μεταδοτική και ομολογώ ότι, αν ποτέ μου ζητούσαν την προσωποποίηση της υγείας, θα έστελνα της φωτογραφία της Ειρήνης».
Η έφηβη κοπέλα αντιμετώπισε την αρρώστια τους για πέντε χρόνια με γενναιότητα αγίου μάρτυρα. Οι γονείς της την πήγαν στην Ελβετία για θεραπεία κι εκείνη έλεγε στη μητέρα της:
«Αχ, μανούλα μου, τι θ’ ακούσω εγώ από το Χριστό μας… Ξέρεις τι θα μου πει μόλις με δει; “Εσύ απόλαυσες στη γη τα αγαθά σου”… Μανούλα μου, εγώ μόλις αρρωστήσω, αμέσως αεροπλάνο και στην Ελβετία. Η δεσποινίς Πατέρα από δω, η δεσποινίς Πατέρα από κει. Καθαρά σεντόνια, καλό κρεβάτι, τα καλύτερα φάρμακα, η πιο τέλεια θεραπεία. Μανούλα μου, δεν θυμάσαι όταν πηγαίναμε επισκέψεις στα νοσοκομεία στην Ελλάδα και βλέπαμε τους ασθενείς στους διαδρόμους και φωνάζανε “νοσοκόμα, νοσοκόμα” και δεν τους έδινε κανείς σημασία; Εκείνοι δεν ήταν άνθρωποι; Τι λόγο θα δώσω εγώ;».
Η Ειρήνη ήθελε να γίνει μοναχή, αλλά ένιωθε ανάξια και αμαρτωλή. Ζούσε όμως σαν μοναχή, φορώντας φτωχά και σκούρα ενδύματα, ενώ τα ακριβά και όμορφα ρούχα της, μαζί με τσάντες, παπούτσια κ.τ.λ., τα δώρισε όλα σε φτωχούς. Και έλεγε στη μητέρα της:  
«Μανούλα μου, με 6 δραχμές τον πήχυ φτάνει να ντυθούμε. Τα υπόλοιπα είναι περιττές σπατάλες και φαντασίες».
Κατά το διάστημα αυτό εξομολογούνταν στον Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο (1884-1980), ενώ επισκεπτόταν και το  Γέροντα Ιερώνυμο της Αίγινας. Είχε δηλαδή πνευματική σχέση με δύο από τους σημαντικότερους αγίους ορθόδοξους διδασκάλους της εποχής της. Η οικογένειά της, επίσης, είχε στενές επαφές με πνευματικούς ανθρώπους όπως ο Φώτης Κόντογλου, ο άγιος ιεροκήρυκαςΔημήτριος Παναγόπουλος και η σύζυγός του Αγγελική, ο Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης κ.ά. Ο Κόντογλου αγιογράφησε και το παρεκκλήσι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου που ίδρυσαν στο σπίτι τους, στο Παλαιό Ψυχικό, ενώ παρέδωσε και μερικά μαθήματα αγιογραφίας στην Ειρήνη. Αυτό το σπίτι «ήταν για πολλά χρόνια μια πνευματική όαση και τόπος παραμονής και φιλοξενίας πολλών πνευματικών ανθρώπων, κληρικών και λαϊκών» (ό.π.).
Τον Οκτώβριο του 1960, σε ηλικία 21 ετών, η άρρωστη κοπέλα, που ήδη ζούσε σαν ασκήτρια έχοντας διαμορφώσει σαν καλογερικό κελί το δωμάτιό της, έγινε μοναχή από το Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο. Έλαβε το όνομα Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα, λόγω της μεγάλης αγάπης της προς τη συγκεκριμένη ιστορική και θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.
Κατά τη διάρκεια της κουράς της (της τελετής, με την οποία έγινε μοναχή στο παρεκκλήσι του σπιτιού τους) η υγεία της βελτιώθηκε εκπληκτικά, βελτίωση που διατηρήθηκε περίπου ένα μήνα. Όμως τέλη Νοεμβρίου του ίδιου έτους η υγεία της επιδεινώθηκε. Μεταφέρθηκε στην κλινική «Τίμιος Σταυρός», όπου πέρασε με ηρωική αντοχή, αλλά και συνεχή προσευχή, τις τελευταίες μέρες της γήινης ζωής της. Στις 26 Νοεμβρίου 1960, αφού είχε λάβει τη θεία μετάληψη και βρισκόταν σε αναμονή του γεγονότος, κοιμήθηκε.
«Και τώρα τι να ψάλουμε, νεκρώσιμη ή αναστάσιμη ακολουθία;» αναρωτήθηκε ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης, καθώς οι παρευρισκόμενοι, ακόμη και οι γονείς της, ένιωθαν μια ανεξήγητη γαλήνη και τη βεβαιότητα πως η αγνή αυτή πνευματική αγωνίστρια ταξίδευε προς το Φως του Χριστού. Η μοναχή Ειρήνη Μυρτιδιώτισσα ετάφη με τον τρόπο των μοναχών, χωρίς φέρετρο (κατευθείαν στο χώμα), στο κοιμητήριο της μονής αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, οικισμού Παπάγου, πρώην Χολαργού.

Το άφθαρτο σώμα της

Το μοναστήρι του Ευαγγελισμού στις Οινούσσες.

Τρία χρόνια αργότερα, το Σεπτέμβριο του 1963, έγινε η εκταφή της, δηλ. η ανακομιδή των λειψάνων της.
Προς έκπληξη όλων, το σώμα της ανακαλύφθηκε άφθαρτο, όπως του αγίου Σπυρίδωνα, του αγίου Γεράσιμου και άλλων μεγάλων αγίων της Ορθοδοξίας. Μεταφέρθηκε με ευλάβεια στο σπίτι της οικογένειάς της και τοποθετήθηκε στο κρεβάτι του κελιού της, όπου ευωδίασε μυστηριωδώς. Ενημερώθηκε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος, ο οποίος έδωσε εντολή να μεταφερθεί στο μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, που είχε χτιστεί από τους γονείς της στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, τις Οινούσσες. Εκεί, με την άδεια του μητροπολίτη Μυτιλήνης Ιακώβου, που ήταν τοποτηρητής της αρμόδιας μητρόπολης Χίου, τοποθετήθηκε σε λάρνακα και εναποτέθηκε ως ιερό λείψανο σε παρεκκλήσι της μονής.
Πέντε χρόνια αργότερα όμως, η μονή κατηγορήθηκε έντεχνα ότι διατηρεί «άταφο πτώμα» και το εκθέτει σε κοινή θέα προς κίνδυνο της δημόσιας υγείας. Για το λόγο αυτό, το σκήνωμα της οσίας εξετάστηκε από το νομίατρο Χίου και από το γιατρό Αλέξανδρο Καλόμοιρο.
Ο νομίατρος αποφάνθηκε ότι το σώμα «εταριχεύθη ατελώς δι’ αγνώστου υμίν τρόπου». Ο γιατρός Καλόμοιρος σε δικό του δημοσίευμα αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει ταρίχευση αλλά πρόκειται περί θαύματος. Σ' αυτό συνηγόρησαν και όλοι όσοι παρευρέθηκαν στο διάστημα από την κοίμηση μέχρι την κηδεία της Ειρήνης (που έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας), ανάμεσα στους οποίους και ο Ελβετός γιατρός Walter Bessler, που είχε έρθει από την Ελβετία ειδικά για να παρασταθεί στην τελευταία φάση της ασθένειάς της.
Ο Γέροντας Φιλόθεος έγραψε ότι δεν πρόκειται περί «άταφου πτώματος», αφού η οσία μοναχή ετάφη κανονικά, αλλά για ιερό λείψανο, που ο Θεός παραχώρησε να ανακαλυφθεί άφθορο.
Ωστόσο, η μητρόπολη Χίου έδωσε εντολή να ταφεί εκ νέου, κι έτσι τοποθετήθηκε στον οικογενειακό τάφο των δικών της, όπου μάλλον παραμένει μέχρι σήμερα.

Το οσιακό τέλος των γονιών της

Ο Πανάγος Πατέρας, ο πατέρας της Ειρήνης Μυρτιδιώτισσας, πάλεψε κι εκείνος την ασθένειά του μέχρι το 1966. Στη συνέχεια, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 66 ετών. Τρία χρόνια πριν την κοίμησή του είχε γίνει μοναχός με το όνομα Ξενοφών. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και η σύζυγός του, που έγινε μοναχή με προτροπή του Γέροντα Ιερώνυμου της Αίγινας, με το όνομα Μαρία Μυρτιδιώτισσα.
«Η μακαριστή Γερόντισσα έζησε και άλλες πίκρες. Όλη της η ζωή ήταν γεμάτη πόνο. Το 1978 πέθανε η άλλη της κόρη, η Καλλιόπη, παντρεμένη με τρία παιδιά, στο Λονδίνο. Και το έτος 1983 ο γιός της Διαμαντής, σε νεότατη ηλικία, από καρδιακή προσβολή.
Η Γερόντισσα υπέμεινε τα πάντα και το μόνο που ψιθύριζε το στόμα της ήταν το “Δόξα σοι ο Θεός”. 
Η μορφή, το έργο και η δράση της μακαριστής Γερόντισσας Μαρίας-Μυρτιδιώτισσας Πατέρα θα μείνει στην ιστορία του τόπου αλλά και της Εκκλησίας με γράμματα χρυσά, ανεξίτηλα στο διάβα των αιώνων. 
Η Γερόντισσα ήταν αυστηρή Μοναχή για τον εαυτό της και πρώτη απ’ όλες τις Μοναχές έδινε το καλό παράδειγμα στην προσευχή, τη μελέτη, την άσκηση. 
Με την Ιερή της σοφία οδήγησε πολλούς χριστιανούς στο σωστό δρόμο και έσωσε άλλους από σίγουρο ψυχικό μαρασμό. 
Ήταν φιλόξενη, ελεήμων, στοργική και γενναία. 
Δωρεές της, αρκετών εκατοντάδων εκατομμυρίων δραχμών, έγιναν από την ίδια και όταν ήταν λαϊκή μα, κυρίως, ως Ηγουμένη. 
Τα νοσοκομεία των Αθηνών, όπως το Γενικό Νοσοκομείο Άνω Πατησίων, το Αντικαρκινικό (Άγ. Σάββας), ο Ευαγγελισμός, το νοσοκομείο της Χίου, κ.α. έτυχαν τέτοιων δωρεών. 
Εκατοντάδες άπορες οικογένειες βοηθήθηκαν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να παντρέψουν τις κόρες τους, να βρουν στέγη και δουλειά. 
Καλές πράξεις ανθρωπιάς “ων ουκ έστιν αριθμός”, αναρίθμητες, που μόνον οι οφθαλμοί του Θεού γνωρίζουν. 
Αυτή ήταν η μακαριστή Γερόντισσα που σήμερα (από το 2005) αναπαύεται στην Ιερά Μονή της, πλάι στον σύζυγό της Μοναχό Ξενοφώντα, τη θυγατέρα της Μοναχή Ειρήνη-Μυρτιδιώτισσα, τα υπόλοιπα παιδιά και τους γονείς της. Αγία Οικογένεια.»
Περισσότερα για τη Γερόντισσα Μαρία Μυρτιδιώτισσα, εδώ.

Ο πνευματικός των κωφών αδελφών μας



Εφημερίδα «Κυριακάτικη Δημοκρατία»
Πρακτορείο ειδήσεων "Αμήν"
πηγή
Μια φορά τον χρόνο, στον Εσπερινό της Αγάπης, ένας αρχιμανδρίτης, ο πατήρ Ιωάννης Καραμούζης, βγαίνει στην ωραία πύλη και αποδίδει το Ευαγγέλιο στη νοηματική γλώσσα προκειμένου να αντιληφθούν το κείμενο οι κωφοί. Πρόκειται για τη μοναδική ακολουθία (μέχρι στιγμής) όπου ο κληρικός ενδεδυμένος με τα άμφια «μεταφράζει» τα ιερά κείμενα. Ο παπα-Γιάννης έχει αφιερώσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στη διακονία των κωφών και των βαρήκοων και είναι ένας από τους τέσσερις ιερείς σε όλη την Ελλάδα που γνωρίζει τη νοηματική.

«Η ενασχόλησή μου ξεκίνησε πριν από 11 χρόνια όταν με πλησίασε η μητέρα ενός κωφού παιδιού και μου ζήτησε να ασχοληθώ μαζί του διότι είχε τελειώσει το λύκειο των κωφών, είχε επιστρέψει στο σπίτι του στη Χαλκίδα, αλλά δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με κανέναν ακούοντα. Θεώρησα, λοιπόν, ότι ήταν ένα μήνυμα από τον Θεό να ασχοληθώ με τους κωφούς και να τους δώσω όλο το ενδιαφέρον και την ενέργειά μου» λέει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο αρχιμανδρίτης. Για τον π. Ιωάννη άνοιξε ένας νέος δρόμος στη ζωή του και αποφάσισε να ασχοληθεί όχι μόνο ποιμαντικά αλλά και επιστημονικά με το θέμα.

Οι σπουδές

Σπούδασε την ελληνική νοηματική γλώσσα, την οποία πλέον γνωρίζει σε επίπεδο διδασκαλίας και διερμηνείας, ενώ έκανε τη διατριβή του στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με θέμα την ποιμαντική των κωφών. Είναι ιεροκήρυκας της Ιερής Μητρόπολης Χαλκίδας και συνεργάζεται με την επιτροπή διαχριστιανικών σχέσεων της Ιεράς Συνόδου. «Την τελευταία Κυριακή κάθε μήνα στην ενορία Αγίων Πάντων στην Καλλιθέα γίνεται Θεία Λειτουργία με ταυτόχρονη διερμηνεία στη νοηματική, από λαϊκό. Ερχονται κωφοί απ' όλα τα μέρη της Αθήνας σ’ αυτή τη σημαντική πρωτοβουλία» λέει ο π. Ιωάννης και συμπληρώνει: «Ταυτόχρονα σε διάφορες Μητροπόλεις γίνονται λειτουργικές συνάξεις και καλύπτονται σε έναν βαθμό οι ανάγκες, ίσως όχι στο επίπεδο που θα θέλαμε, αλλά έστω κι έτσι είναι μια σημαντική προσφορά».

Η προσέγγιση των κωφών είναι μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Χρειάζεται εξειδίκευση, υπομονή και απεριόριστη αγάπη. «Είναι απαραίτητο να μάθουν περισσότεροι τη νοηματική γλώσσα» λέει ο π. Ιωάννης, προσθέτοντας: «Θα μπορούσε στις μέρες μας να ''μεταφράζεται'' όλη η Θεία Λειτουργία στη νοηματική από ιερείς, διότι μας δίνει τα ''όπλα'' η επιστήμη. Οι κωφοί δεν είναι μια κοινότητα ανάπηρων ανθρώπων, αλλά μια ''πολιτισμική μειονότητα'', σύμφωνα με τις νεότερες ιατρικές απόψεις. Αυτή η μειονότητα έχει τη δική της γλώσσα, που πρέπει να μάθουμε για να την πλησιάσουμε. Πιθανόν να χρειαστούν πολλά χρόνια για να γίνει αυτό, αλλά αξίζει να το προσπαθήσουμε».

Κλειστή κοινότητα

Η κοινότητα των κωφών είναι ιδιαίτερα κλειστή και επιφυλακτική. «Οταν πλησιάσεις έναν κωφό πρέπει να ξέρεις πώς να τον αντιμετωπίσεις για να γίνεις αποδεκτός. Για παράδειγμα, αν ένας κωφός έχει στραμμένη την προσοχή του κάπου και ένας ακούων έρθει και τον χτυπήσει στην πλάτη, ο κωφός το θεωρεί εχθρική και όχι φιλική ενέργεια. Αυτούς τους ''κώδικες'' οφείλεις να τους γνωρίζεις και αυτό γίνεται μόνο αν συναναστραφείς μαζί τους» λέει ο παπα-Γιάννης. Το στοίχημα του ιερέα είναι να αντιληφθεί την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση των κωφών. Πρόκειται για ανθρώπους κοινωνικά απομονωμένους και καχύποπτους. Επιπλέον έχουν τον φόβο ότι δεν θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν και θα απογοητευτούν.

Ο π. Ιωάννης μελετά με επιστημονικό τρόπο όλα αυτά τα δεδομένα για να τα εφαρμόσει αλλά και να τα διδάξει σε άλλους ιερείς. Οι προκαταλήψεις άλλωστε είναι πολλές. «Παλαιότερα υπήρχαν επιστήμονες που έλεγαν ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται η νοηματική γιατί είναι μιμητική γλώσσα. Στη Γαλλία τη δεκαετία του '60 προκειμένου να αποτρέψουν τους κωφούς από το να χρησιμοποιούν τα χέρια τους, τους τα έδεναν για να επικεντρωθούν στο ''διάβασμα'' των χειλιών. Αυτό επιστημονικά κατέρρευσε ως απάνθρωπο. Μετά είπαν ότι η νοηματική τούς υποβαθμίζει νοητικά. Μόλις το 2000 η νοηματική αναγνωρίστηκε επίσημα» λέει ο π. Ιωάννης.

Στην Ελλάδα ο πρώτος κληρικός που αφιερώθηκε στους κωφούς ήταν ο μακαριστός μητροπολίτης Θηβών Νικόδημος, που έμαθε τη νοηματική και επικοινωνούσε μαζί τους από τη δεκαετία του '50, ενώ έδωσε και μέρος της προσωπικής του περιουσίας για να αγοραστεί το κτίριο του πρώτου συλλόγου, που ασχολήθηκε με την ποιμαντική των κωφών.
Η δυσκολότερη όμως στιγμή για τον παπα-Γιάννη είναι αυτή της εξομολόγησης. «Ο κάθε άνθρωπος έχει τη δική του συναισθηματική φόρτιση και την ανάγκη να την εκφράσει με τέτοιον τρόπο που να φανεί η μετάνοιά του» μας λέει, προσθέτοντας: «Ο ποιμένας που θα ακούσει την εξομολόγηση πρέπει να γνωρίζει άριστα τη νοηματική, συναισθηματικά να είναι παρών και να γνωρίζει ότι οι αντιδράσεις του κωφού ενδεχομένως να είναι περισσότερο έντονες γιατί δεν μπορεί να εκφράσει με λόγια αυτά που έχει μέσα του».

Αγνωστη η αμαρτία

«Ο ποιμένας χρειάζεται να ξέρει όλες τις παραμέτρους της ζωής ενός κωφού. Το βασικότερο όλων είναι ότι ο κωφός δεν έχει τις προσλαμβάνουσες των ακουόντων και είναι πιο επιρρεπής στη διάπραξη της αμαρτίας, επειδή κανείς δεν του εξήγησε τι είναι αμαρτία και τι όχι. Ο κληρικός έρχεται πολλές φορές σε αντιπαράθεση με μια ολόκληρη κοσμοθεωρία των κωφών. 
Για παράδειγμα, έχω εξομολογήσει κωφούς που δεν θεωρούσαν αμαρτία την έκτρωση γιατί κανένας δεν τους το είχε πει. Οταν τους το εξήγησα, ήταν πολύ δύσκολο να πειστούν. Αισθάνθηκα τη δυσκολία του να πείσεις έναν άνθρωπο ότι αυτό που σε όλη του τη ζωή έκανε, νομίζοντας ότι είναι σωστό, είναι αμαρτία και πρέπει να αλλάξει. Ουσιαστικά όταν έρχεσαι σε επαφή με έναν κωφό που δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία είναι σαν να αντιμετωπίζεις ένα μικρό παιδάκι που πρέπει να το διδάξεις».

Αφοσίωση

«Θέλει πάρα πολύ κόπο και αφοσίωση η διακονία των κωφών» δηλώνει ο αρχιμανδρίτης. Στη Χαλκίδα γίνονται εδώ και 9 χρόνια από τη Μητρόπολη σεμινάρια εκμάθησης της νοηματικής. Η φοίτηση διαρκεί 2 χρόνια και σε κάθε κύκλο περίπου 30 ακούοντες μαθαίνουν τον τρόπο επικοινωνίας με τους κωφούς. Επίσης έχει χειροθετηθεί ως αναγνώστης από τον μητροπολίτη Χαλκίδας ο Δημήτρης Μπουλέρος, που είναι ο πρώτος κωφός που τοποθετείται σε τέτοια θέση από την Ελλαδική Εκκλησία.

Κάθε Κυριακή ο π. Ιωάννης συγκεντρώνει όλους τους κωφούς της περιοχής του και συζητά μαζί τους για τα προβλήματα που έχουν. Κυρίως όμως είναι πάντα σε ετοιμότητα να βοηθήσει έναν κωφό στις συναλλαγές με το κράτος, τις υπηρεσίες και σε έκτακτες περιπτώσεις. «Υπάρχουν περιστατικά όπου ένας κωφός αρρωσταίνει και μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Εκεί δεν μπορεί να εξηγήσει από τι πάσχει, ούτε να μάθει τι εξετάσεις και ποια θεραπεία θα του κάνουν οι γιατροί. Καταλαβαίνετε ότι βρίσκεται σε πανικό. Σκεφτείτε κάποιον που πρέπει να χειρουργηθεί και δεν ξέρει αν κινδυνεύει ή όχι. Σ' αυτές τις περιπτώσεις σπεύδω να αποκαταστήσω τη φωνή και την ακοή του και κυρίως να τον στηρίξω ψυχολογικά» αναφέρει ο π. Ιωάννης.

Νιώθουν θυμό για τον Θεό

Ο π. Ιωάννης πραγματοποιεί δυο σημαντικές επιστημονικές έρευνες που είναι σε εξέλιξη. Στην πρώτη μελετά κατά πόσο η κώφωση επηρεάζει τη θρησκευτικότητα και την κοινωνικότητα. Με ειδικά ερωτηματολόγια μελετάται αν η κώφωση επηρεάζει την πίστη και τη σχέση με τον Θεό. Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα δείχνουν ότι η κοινότητα των κωφών σε μεγάλο ποσοστό είναι μακριά από τον Χριστό, γιατί οι περισσότεροι μεγάλωσαν σε οικογένειες που δεν τους είχαν μιλήσει για το θέμα, αφού οι γονείς δεν ήξεραν τη νοηματική. Το 99% των κωφών γεννιούνται σε οικογένειες ακουόντων και μέχρι την ενηλικίωσή τους δεν είχαν επικοινωνία με τους γύρω ανθρώπους. 

«Πολλοί απαντούν ότι νιώθουν θυμό για τον Θεό λόγω του προβλήματός τους. Αρκετοί λένε ότι ο Θεός δεν τους ενδιαφέρει και κάποιοι άλλοι (λιγότεροι) λένε ότι πιστεύουν γιατί ελπίζουν ότι ο Θεός θα τους θεραπεύσει. Οπως και να έχει, πρέπει ως Εκκλησία να δούμε αυτά τα συμπεράσματα με προσοχή για να καταλάβουμε καλύτερα το πρόβλημα» καταλήγει ο π. Ιωάννης.

Η δεύτερη έρευνα σε δείγμα περίπου 500 ανθρώπων μελετά τις απόψεις ακουόντων που θρησκεύουν για το θέμα ώστε να φανεί η αντιμετώπιση των κωφών από ανθρώπους που έχουν ένα πνευματικό υπόβαθρο. Και σ' αυτή τα πρώτα αποτελέσματα προβληματίζουν, αφού σε μεγάλο βαθμό φαίνεται να υπάρχει αδιαφορία, ενώ πολλοί απαντούν ότι θα θεωρούσαν τιμωρία του Θεού το ενδεχόμενο να φέρουν στον κόσμο ένα κωφό παιδί. «Αρκετοί που θεωρούνται πιστοί δεν αντιμετωπίζουν ένα κωφό παιδί ως ευλογία του Θεού κι αυτό  είναι απογοητευτικό» λέει ο π. Ιωάννης.

Η πλάνη των λογισμών




Η πλάνη των λογισμών.

«Πριν από τους αισχρούς λογισμούς προηγούνται οι σεμνοί, και από τους φιλάργυρους οι φαινομενικά σπλαχνικοί και ελεήμονες, που υπόσχονται τη διόρθωση των μνησίκακων, η οποία κινεί τα αίτια της λύπης, και από τους κενοδόξους και υπερήφανους προηγούνται αυτοί που υπόσχονται την τελειότητα της αρετής, και γενικά από όλους τους πονηρούς λογισμούς προηγούνται εκείνοι που φαίνονται εξαίρετοι, παραπλανώντας με την εικόνα του καλού, που είναι επιθυμητό, εκείνους που δεν έχουν πείρα της απάτης αυτού του είδους, στην συνέχεια όμως τους παραδίδουν στους αντίθετους νικημένους, σε κατάσταση που μόλις μπορούν να διορθώσουν κάπως την απάτη ή και καθόλου.

Γιατί ο νους, επηρεασμένος από όσα ήδη έχει σκεφτεί, ακόμα και αν αντιληφθεί την πλάνη, είναι δύσκολο να αποχωριστεί από αυτήν, επειδή γοητεύεται από την τέρψη των ευχάριστων περισσότερο, από όσο θα ήταν πρόθυμος να αποφύγει τη βλάβη από αυτά που δεν του συμφέρουν. 

Επειδή λοιπόν αυτά έτσι είναι και χρειάζονται τόσο μεγάλη προσοχή, που σου υπολείπεται καιρός κατάλληλος για να κοπιάζεις άδικα περισσότερο από όσο πρέπει; Ή δεν βλέπεις ότι τα πράγματα που γίνονται την ημέρα, την νύχτα μας στενοχωρούν οι αναμνήσεις τους, κάνοντας τον χρόνο της ανάπαυσής μας οδυνηρό; 

Γιατί, τότε αυτές παρουσιάζοντας εκείνους που πέρασαν τα σύνορα, εκείνους που έβλαψαν τους καρπούς, εκείνους που εμπόδισαν το πότισμα, εκείνους που βόσκησαν τα λιβάδια και εκείνους που κάνουν ή έκαναν οποιαδήποτε άλλη ζημιά, ότι τάχα φιλονικούν και πολεμούν μαζί μας, κάνουν το θυμικό μέρος της ψυχής να κυριεύεται από μανία για να αμυνθεί, και δεν μας αφήνει καιρό για ανάπαυση, ούτε φυσικά για προσευχή, η οποία χρειάζεται πολύ ησυχία από παντού και ηρεμία, αλλά παρέχει λίγη μόνο αμεριμνησία».

(Έργα αγίου Νείλου, Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών τ. 11Β, Απόσπασμα από την επιστολή προς την Μάγναν, κεφ. 35ο).
πηγή   

Τυπικόν της 22ας Ἰουνίου 2012



Παρασκευή: Τοῦ Ἁγίου ἱερομάρτυρος Εὐσεβίου, 
Ἐπισκόπου Σαμοσάτων.
 Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζήνωνος καί Ζηνᾶ.
 
Ἀπόστολος: 
Τῆς ἡμέρας· Παρασκευῆς γ΄ ἑβδομάδος Ἐπιστολῶν (Ῥωμ. θ΄ 6-19).
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· Παρασκευῆς γ΄ ἑβδομάδος Ματθαίου (Ματθ. ι΄ 32-36).
 

Σημείο αναφοράς ο νέος ορθόδοξος Καθεδρικός Ναός των Τιράνων.


Του Λεωνίδα Παππά*.
Ο νέος Καθεδρικός των Τιράνων ,είναι από τα σπουδαιότερα αρχιτεκτονήματα, όχι μόνο της Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και της Αλβανίας γενικότερα που χτίσθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια.
Κατασκευάστηκε στο οικοδομικό δακτύλιο που περιβάλει την κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας και ήρθε να προστεθεί στα μνημειώδη κτήρια σε αυτό το χώρο, που ανήκουν σε τρεις ιστορικές περιόδους,  της τουρκοκρατίας που ...
είναι το τζαμί του Etem Beu (1794) και ο πύργος ωρολογίου (1822),  στα λεγόμενα «ιταλικά» της δεκαετίας 30-40 όπου στεγάζονται ο δήμος και τα περισσότερα υπουργεία και  σε αυτά της κομουνιστικής περιόδου που είναι η όπερα, το εθνικό μουσείο, το 15όροφο ξενοδοχείο (που χτίσθηκε σε σημείο που προϋπήρχε ορθόδοξη εκκλησία), η κεντρική τράπεζα κλπ.
Ο 35 μέτρων πύργος του ωρολογίου που αποτελεί σήμα κατατεθέν για τα Τίρανα, πλέον δεν θα είναι μόνος του αφού λίγα μέτρα πιο νότια και στο ίδιο ύψος, θα είναι το νέο καμπαναριό της εκκλησίας.



Στιλιστικά και μορφολογικά στοιχεία του νέου ναού
Ο ναός αρχιτεκτονικά αποτελεί μύξη δύο μορφών της Παλαιοχριστιανικής Περιόδου, του περίκεντρου και της βασιλικής.

Ο περίκεντρος ναός έχει άξονα αναφοράς την κατακόρυφη στο κέντρο του τρούλου και όλα αναπτύσσονται γύρο από αυτόν. Το μοναδικό αρχαίο περίκεντρο κτήριο που σώζεται μερικώς στην περιοχή μας είναι το Βαφτιστήρι του Βουθρωτού και είναι ίσως το σπουδαιότερο μνημείο που έχουμε, όχι μόνο για την αρχαιολογική, αρχιτεκτονική και τη διακοσμητική με ψηφιδωτά αξία αλλά για το συμβολισμό που έχει, ως ιστορικός σταθμός στην αλλαγή εποχής, δηλαδή τον εκχριστιανισμό της περιοχής. Αυτής της μορφής οι ναοί σταμάτησαν να χτίζονται περίπου τον 5ο αιώνα γιατί ήθελαν να δώσουν περισσότερη έμφαση στο ιερό.

Οι βασιλικού ρυθμού ναοί, έχουν σημείο αναφοράς το ιερό και αυτό υλοποιείται αρχιτεκτονικά με την κόγχη (άγιο βήμα) και τις κιονοστοιχίες (στρόγγυλες κολώνες) που δίνουν την αίσθηση μιας πορείας που οδηγεί στο ιερό θυσιαστήριο.

Οι παραπομπές στην Αγία Σοφία
Η Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης είναι από τα σπουδαιότερα αρχιτεκτονήματα παγκοσμίως και με μεγάλο συμβολισμό για την Ορθοδοξία, όποτε κάθε αναφορά σε αυτή δεν είναι μόνο θεμιτή αλλά κάποιες φορές επιβάλλεται... Οι τέσσερεις πεσσοί (κολώνες) και ο τρούλος του νέου Καθεδρικού των Τιράνων παραπέμπουν στην Αγία Σοφία.
Οι μεγάλοι περιμετρικοί πεσσοί της Αγίας Σοφίας, ο τρούλος με τα παράθυρα δεν έχουν μόνο τέλειες αρχιτεκτονικές αναλογίες αλλά έπρεπε να γίνουν έτσι για την στατικότατα (αντοχή) του κτηρίου που είναι με πέτρες και κονίαμα (λάσπη). Με τα υλικά που χρησιμοποιούμε σήμερα δεν ήταν απαραίτητοι οι μεγάλοι πεσσοί και τα μικρά παράθυρα, έγιναν όμως όπως προείπα για να παραπέμπουν εκεί.


Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μοντέρνα αρχιτεκτονική στους ναούς;
Οι δυτικοί μας κατηγορούν (και έχουν δίκιο) ότι στην ορθόδοξη ναοδομία είμαστε συντηρητικοί. Οι χριστιανοί ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν όλα τα «τάλαντα» που είχαν, προς δόξα θεού. Η μουσική, η ζωγραφική, η γλυπτική (τέμπλα), η αρχιτεκτονική και κάθε μορφής τέχνη ήταν και είναι εκφράσεις λατρευτικότατες προς το θείο, οπότε γιατί να μην ισχύει αυτό και για τη σύγχρονη αρχιτεκτονική;

Βεβαίως έχουν γίνει και κάποια «τέρατα», αυτό όμως δε σημαίνει ότι πρέπει μόνο να αντιγράφουμε τα στιλιστικά και μορφολογικά στοιχεία βυζαντινών εκκλησιών. Δεν είναι εύκολο να καινοτομεί όποιος στην ναοδομία, στην προκειμένη περίπτωση όμως έγινε διαγωνισμός από τα πιο ειδικά αρχιτεκτονικά γραφεία και στην επιτροπή αξιολόγησης συμμετείχε η παγκόσμια αφρόκρεμα της ναοδομίας. Εγγύηση για το καλό αποτέλεσμα ήταν και ο μακαριότατος, που ως καθηγητής πανεπιστημίου, δεν έχει μόνο πολλές γνώσεις αλλά και εξαιρετική αίσθηση της τέχνης και της αρχιτεκτονικής.



Συμβολισμοί
Ο ναός είναι γεμάτος με ορθόδοξους συμβολισμούς. Ο σταυρός τα στάχια, οι τέσσερεις λαμπάδες του καμπαναριού που συμβολίζουν τους τέσσερεις ευαγγελιστές είναι κάποιοι από αυτούς. Είναι πραγματικά ένας αξιόλογος προορισμός κάθε φοιτητή της θεολογίας και της αρχιτεκτονικής.

Σημείο αναφοράς
Παρά την ανεξιθρησκία και την ειρηνική συμβίωση των θρησκευτικών κοινοτήτων που τόσο πολύ φημίζεται η Αλβανία, η Ορθόδοξη, που είναι πληθυσμιακά δεύτερη στη χώρα, αντιμετωπίζεται με την μεγάλη καχυποψία μέχρι εχθρότητας.

Στους καθολικούς που αποτελούν το 1/3 των ορθοδόξων, το αλβανικό κράτος έδωσε πολύ πρόθυμα μεγάλο οικόπεδο στο κέντρο των Τιράνων ενώ για τους ορθοδόξους που προϋπήρχε εκκλησία στο κέντρο και έπρεπε να αποζημιωθεί, έπρεπε να γίνουν τεράστιες προσπάθειες του μακαριότατου κ. Αναστασίου και το θέμα διευθετήθηκε μετά από 15 χρόνια.

Ας γίνει αυτό άλλη μία αφορμή για να αγαπήσουμε περισσότερο αυτή την εκκλησία και να γίνει σημείο αναφορά για κάθε ορθόδοξο που διαβιεί ή περνάει από τα Τίρανα. Γιατί η αρχιτεκτονική αναφορά δεν έχει κανένα νόημα αν δεν αποκτήσει χρηστικότητα. Γιατί τα κτήρια δεν έχουν καμία αξία αν δεν τα «αξιοποιούμε», γιατί η ίδια η λέξη εκκλησία σημαίνει συνέλευση ή συνάθροιση.

Λεωνίδας Παππάς
Πολιτικός Μηχανικός
MSc Monument Restauration 

Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Γέροντά μου Ἰωσὴφ -Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης (Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)






Ὅταν ἀκόμη ἤμεθα κοντὰ στὸν μακαριστὸ Γέροντά μου Ἰωσήφ, πολλὲς φορές, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει, ἔπιανε καὶ μᾶς ἐδιηγεῖτο τὴν ζωή του. Ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ λέγοντάς μας ὅσα πράγματα εἶχε γνωρίσει μᾶς ὠφελοῦσε πολύ. Μᾶς ἔλεγε πράγματα ποὺ ἐμεῖς δὲν ἐγνωρίζαμε καί, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, μᾶς ὠφέλησαν πολὺ μετὰ τὴν ἀποδημία του γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐκθέσω μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ μάθαμε ἢ βιώσαμε κοντά του καὶ πρὸς ἰδικὴν σας ὠφέλεια.

Ὅπως ξέρετε, ὅταν ὁ Γέροντας ἦταν στὸν κόσμο, δὲν εἶχε καθόλου θρησκευτικότητα, ἦταν ἕνας ἁγνὸς νέος, λογικός, δίκαιος, τίμιος καὶ μισοῦσε πάρα πολὺ τὸ ἄδικο. Προήρχετο ἀπὸ πολὺ φτωχὴ οἰκογένεια καὶ ἀπὸ νωρὶς ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὸ ἐμπόριο, μὲ σκοπὸ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ πλουτίσει. Μὲ τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὶς ἱκανότητές του κατάφερε, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀφ’ ὅτου ἦλθε στὴν Ἀθήνα, νὰ προκόψει στὸ ἐμπόριο καὶ νὰ δημιουργήσει ἱκανὴ περιουσία. Πρὶν τὸν ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεὸς καὶ τοῦ δώσει τὴ μεγάλη μετάνοια, εἶχε ἀρραβωνιασθεῖ, ἀλλά, καθὼς ἔλεγε ὁ ἴδιος, ζοῦσε τόσο προσεκτικά, ὥστε ποτὲ δὲν ἄγγισε τὴ μνηστὴ του φοβούμενος μήπως φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν ἀσπασθεῖ.

Κάποια μέρα διάβασε ἕνα θρησκευτικὸ βιβλίο καὶ τὸν σαγήνευσε. Δημιουργήθηκε μέσα του μία λύπη, μία ἀθυμία καὶ μία βαριεστημάρα πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὅταν τὸν εἶδαν ἔτσι ἄκεφο οἱ κόρες τῆς ἰδιοκτήτριας τοῦ σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ἔμενε, τὸν ρώτησαν τὴν αἰτία καί, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν, τοῦ ἔδωσαν νὰ διάβασει τὸ «Νέον Ἐκλόγιον», ἕνα βιβλίο μὲ μία πολὺ καλὴ ἐπιλογὴ βίων Ἁγίων.

Ἀπόρησε ὁ Γέροντας ὅταν τὸ διάβασε, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς ὑπῆρχαν τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὸ Θεὸ τόσο σκληρὰ στὴ ζωή τους, ποὺ ἔκαμαν μὲ τὴ βοήθειά Του τόσα καὶ τέτοια τέρατα καὶ σημεῖα. Τότε τοῦ ἦρθε ἡ μνήμη τοῦ θεοῦ κι ἀπὸ τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε τὴ μετάνοια, ἔστειλε τὸ φωτισμό του, τοῦ ἄνοιξε τὸ νοῦ κι ἄρχισε νὰ σκέπτεται γιὰ τὴν ψυχή του.

Ἀπὸ τότε ἄρχισε ἡ νέα πνευματικὴ σταδιοδρομία του. Ἐξομολογήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του στὸν πνευματικὸ τὶς ἁμαρτίες του μὲ πολλὰ-πολλὰ δάκρυα, ἄρχισε νὰ «κρυώνει» πρὸς τὸ ἐμπόριο, ποὺ τὸ θεωροῦσε πλέον ἐμπόδιο καὶ ἁμαρτία στὴν καινούρια του πορεία, τὸ ἐγκατέλειψε κι ἄρχισε νὰ ἐργάζεται πολὺ ἁπλὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ, γιὰ νὰ κερδίζει μόνο τὸ ψωμί του.

Τὶς μέχρι τότε οἰκονομίες του ἄρχισε νὰ τὶς δίνει ἐλεημοσύνη, γιὰ νὰ συγχωρηθεῖ ὁ πατέρας του, ἐνῶ παράλληλα πήγαινε σὲ διάφορα προσκυνήματα, γιὰ νὰ τονωθεῖ ἡ πίστη του καὶ ἡ μετάνοιά του.

Πρὶν ἀναχώρησει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἤθελε νὰ ἐλέγξει κάπως τὶς δυνατότητές του γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀσκηθεῖ, ὅσο μποροῦσε, μέσα στὸν κόσμο. Πήγαινε στὴν Πεντέλη καὶ θέλοντας νὰ μιμηθεῖ τοὺς στυλίτες ξενυχτοῦσε πάνω στὰ δένδρα, νήστευε πολὺ (περνοῦσε τὸ εἰκοσιτετράωρο μὲ λίγο ψωμὶ ἢ ἕνα-δύο λουκούμια), ντυνόταν ἁπλά, σκορποῦσε τὰ χρήματά του καὶ μὲ λίγα λόγια ἄρχισε νὰ μιμεῖται τοὺς ἁγίους.

Ὅταν πιὰ εἶδε ὅτι μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ, νὰ γίνει μοναχός, τὸ ἀποφάσισε. Ἀφοῦ ἀποκατέστησε τὴν ἀδελφή του δίνοντάς της τὴν ἀνάλογη προίκα καὶ σὲ ἡλικία 24-25 ἐτῶν ξεκίνησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Σκοπὸς του ἦταν νὰ μπεῖ στὴν ὑπακοὴ κάποιου ἀσκητῆ ποὺ νὰ τρώει μόνο χόρτα, νὰ ἀγρυπνᾶ ὅλη τὴ νύχτα καὶ νὰ νήφει. Γι’ αὐτὸ καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν ἔρημο. Μὰ τέτοιον ἀσκητὴ ποὺ γύρευε δὲν βρῆκε, γιατί, καθὼς τοῦ εἶπαν, οἱ τέτοιου εἴδους ἀγωνιστὲς εἶχαν ἐκλείψει. Ὑπῆρχαν κάποιοι ἀσκητὲς ποὺ ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα, ἀλλὰ ὄχι μόνο χόρτα. Μπῆκε στὴν ὑπακοὴ τοῦ γέρο-Δανιήλ, τοῦ Γέροντα τῶν Δανιηλαίων, ἀνθρώπου πολὺ πνευματικοῦ, ἔμεινε ἕνα διάστημα κοντά του, τοῦ διάβαζε τὸ Ψαλτήρι κι ἀπὸ τὴν πολλὴ κατάνυξη ἔκλαιγε. Εἶδε ὁ γερὸ-Δανιὴλ τὴν πνευματικότητά του καὶ τὸν ἔστειλε πάλι στὴ σπηλιά του, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ μόνος του. Σὲ λίγο, γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ πλάνη, πράγμα ποὺ κινδυνεύουν νὰ πάθουν ὅσοι ἀσκοῦνται μόνοι τους, τοῦ ἔστειλε τὸν γέρο-Ἀρσένιο, ἕναν ἁπλοϊκὸ μοναχὸ ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ποθοῦσε τὴν ἡσυχία. Μὲ τὴν ὑπόδειξη τότε τοῦ γέρο-Δανιὴλ ὁ Γέροντας καὶ ὁ γέρο-Ἀρσένιος πήγανε καὶ κοινοβιάσανε στὸ γέρο-Ἐφραὶμ καὶ τὸν γέρο-Ἰωσήφ, οἱ ὁποῖοι ἦταν συγγενεῖς, Ἀρβανίτες στὴν καταγωγή, καὶ μόναζαν μαζὶ στὰ Κατουνάκια.

Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα περιστατικό, γιὰ νὰ δεῖτε πόσο ὁ Γέροντας ἀγωνίσθηκε πάνω στὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, γιατί, ὅπως ξέρετε, ἦταν λίαν θυμώδης. Κάποια μέρα ἕνας γείτονας μοναχὸς Κρητικὸς ἄρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ βρίζει τὸν γέρο-Ἐφραὶμ ἄδικα γιὰ κάποιο λόγο. Ὁ Γέροντας, νέος μὲ ζωντανὰ τὰ πάθη ἀκόμα μέσα του, σκέφθηκε νὰ βγεῖ ἔξω ἀγανακτισμένος νὰ «τακτοποίησει» τὸν μοναχό, γιατί ἄδικα στενοχωροῦσε τὸ Γέροντά του. Ὅμως κρατήθηκε, μπῆκε στὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἔπεσε στὸ ἔδαφος κι ἄρχισε νὰ ἐπικαλεῖται τὴν Παναγία νὰ τὸν συγκράτησει ἀπὸ κάποια ἐνδεχομένως ἀκραία συμπεριφορά. Κλαίγοντας καὶ ὀδυρόμενος, βρέχοντας τὸ ἔδαφος μὲ τὴν πλημμύρα τῶν δακρύων του εἶδε ὅτι τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ὑποχώρησε, ἠρέμησε, λογικεύθηκε καὶ βγαίνοντας ἔξω τακτοποίησε τὸ πράγμα μὲ πολλὴ ἀγάπη.

Ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ὁμολογοῦσε ὁ Γέροντας, ἂν δὲν κυριαρχοῦσε στὸ θυμὸ του ἐκείνη τὴ μέρα, ἴσως καὶ νὰ σκότωνε τὸν μοναχὸ γιατί εἶχε τόση ἀνδρεία καὶ δύναμη μέσα του, ποὺ μποροῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ δέκα καὶ νὰ τοὺς νικήσει. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη νίκη στὸ μοναχικό του στάδιο.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γέρο-Ἐφραὶμ καὶ τοῦ γέρο-Ἰωσὴφ οἱ δύο μοναχοὶ φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο γιὰ σκληρότερη ἀσκητικὴ ζωὴ ἀνέβηκαν στὸν Ἅγιο Βασίλειο ποὺ τοὺς ἦταν γνωστὸς ὅπως καὶ ἄλλες σπηλιὲς μεγάλων ὁσίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους — τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Λαυριώτου, τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλήτου, τοῦ ἅγιου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου — πρὶν μονάσουν κοντὰ στὸν παπποὺ Ἐφραίμ. Μία φορὰ βαδίζοντας ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βασίλειο πρὸς τὴν Λαύρα, ὅπου ἦταν ὁ πνευματικός τους, γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν, καθὼς ἔφθασαν στὴ θέση «Κρύα Νερὰ» κάτω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα, ἀπὸ τὸ πολὺ χιόνι, τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἐξάντληση ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ νηστεία ὁ Γέροντας ἀπέκαμε. Σταμάτησαν ἄναψαν λίγη φωτιὰ νὰ ζεσταθοῦν κι ὅλη τὴ νύχτα τὴν πέρασαν κάνοντας μετάνοιες, μέχρι ποὺ ξημέρωσε καὶ γύρισαν πίσω.

Γιὰ νὰ βιάζει ὁ Γέροντας τὸν ἑαυτό του σὲ ὁλονύχτια ὀρθοστασία (δέκα ὧρες), ἔφτιαξε ἕνα μπαστούνι κάπως διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ συνηθισμένα, ὅπως ἔχετε δεῖ, καὶ κεῖ πάνω ἀκουμποῦσε καὶ προσηύχετο μὲ ἢ χωρὶς τὸ κομποσχοίνι. Μία φορὰ — ποιὸς ξέρει μετὰ ἀπὸ πόσες ὧρες τέτοιας ἀγρυπνίας — ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του καὶ ἔπεσε κάτω. Ὅταν συνῆλθε, ἔνιωσε τὸν ἑαυτὸ του πεσμένο κάτω, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὸ καντηλάκι του πεσμένο κάτω καὶ χυμένο πλάι του, τὸ μπαστούνι πεταμένο πέρα μακρυά.

Ἄλλοτε πάλι ἔκανε ἔγκλειστος, δὲν ἔβγαινε καθόλου. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι κατὰ διαστήματα ὁ γέρο-Ἀρσένιος τοῦ ἔδινε τὸ παξιμαδάκι. Μία νύχτα ἄνοιξε τὸ παράθυρο νὰ πάρει ἀέρα, ζαλίστηκε κι ἔπεσε ἀπ’ τὸ παράθυρο.

Κάποτε σὲ μίαν ἑορτή, ὁ γέρο-Ἀρσένιος πῆγε σὲ γειτονικὴ καλύβη γιὰ νὰ κοινωνήσει, ἐνῶ ὁ Γέροντας ἀγρυπνοῦσε μόνος του μὲ πολὺ πένθος καὶ μία αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἀναξιότητός του, διότι οἱ ἄλλοι πατέρες θὰ μεταλάμβαναν, ἐνῶ αὐτὸς θὰ ἔμενε ἄμοιρος αὐτῆς τῆς χάριτος γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Ξαφνικὰ ἔνιωσε ἕνα σκούντημα στὸ κεφάλι, σήκωσε τὸ κεφάλι, κοίταξε καὶ μέσα στὰ σκοτεινὰ εἶδε μία λάμψη. Μέσα στὴ λάμψη ἦταν ἕνας ὡραιότατος ἄγγελος ποὺ κρατοῦσε στὸ ἀριστερό του χέρι ἕνα κουτάκι ὁλόλαμπρο καὶ στὸ δεξὶ μία λαβίδα. Ὁ Γέροντας εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φαινομένου καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς χάριτος τῆς ὀπτασίας κατάλαβε ἀθέλητα καὶ χωρὶς νὰ σκεφθεῖ — γιατί σ’ αὐτὲς τὶς στιγμὲς ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ σκέφτεται αἰσθάνεται κατὰ τὸ σύνηθες — ἔκαμε αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔλεγε νὰ κάνει: Ἄνοιξε τὸ στόμα του, κοινώνησε ἀπὸ τοῦ ἀγγέλου τὸ χέρι μὲ Ἅγιον Ἄρτον καὶ ἔφυγε ὁ ἄγγελος, ἔσκυψε πάλι τὸ κεφάλι του καὶ δυναμωμένος ἀπὸ τὸ γεγονὸς συνέχισε τὴν εὐχή.

Πολλὲς εἶναι οἱ ἀσκήσεις ποὺ ἔκαμνε ὁ Γέροντας καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ κατάφερε νὰ ἁγνίσει τελείως τὸν ἑαυτὸ του κυρίως ἀπὸ τὸ σαρκικὸ πάθος. Ἡ θέση τοῦ μονάχου ἀπέναντι στὸ πάθος τὸ σαρκικό, πρέπει νὰ εἶναι πόλεμος στῆθος μὲ στῆθος. Οἱ σαρκικοὶ λογισμοὶ νὰ ἀντιμετωπίζονται μὲ ξύλο. «Σκοτῶστε τὸν ἑαυτό σας», μᾶς ἔλεγε, «γιὰ νὰ ζήση ἡ ψυχή». Ἐὰν δὲν ἀντιμετωπίσομε αὐτὸ τὸ θηρίο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτάσσεται ἡ σάρκα στὸ πνεῦμα. «Τὸ ξύλο θὰ τόχετε κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι καί, μόλις ἔλθουν οἱ λογισμοί, ξύλο! Ἔτσι σιγὰ-σιγὰ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὸ ἄνθος καὶ τὴν εὐωδία τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς καθαρότητας, πράγμα ποὺ ἔχει πολλὴ παρρησία στὸ Θεό».

Ἡ ἁγνότης τοῦ Γέροντος ἦταν κάτι τὸ θαυμαστό. Θυμᾶμαι, ὅταν ἔμπαινα τὸ βράδυ στὸ κελλάκι του, εὐωδίαζε ὅλο. Ἡ δὲ ὀσμὴ τῆς προσευχῆς του αἰσθανόμουν νὰ διαποτίζει ὅ,τι τὸν περιέβαλε, ἐπηρεάζοντας ὄχι μόνο τὶς ἐσωτερικὲς ἀλλὰ καὶ τὶς ἐξωτερικές μας αἰσθήσεις. Ὅταν μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς καὶ σώματος, ἔφερνε πάντοτε ὡς παράδειγμα τὴν Παναγία μας. «Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω», ἔλεγε, «πόσο ἀρέσει στὴν Παναγία μας ἡ καθαρότης καὶ ἡ σωφροσύνη. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἁγνὴ Παρθένος, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλους ἔτσι μᾶς θέλει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ». Καὶ πάλι ἔλεγε: «Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πιὸ εὐωδιαστὴ θυσία πρὸς τὸν Θεό, σὰν τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματος, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ ἀγώνα καὶ αἷμα. Γι’ αὐτὸ βιασθεῖτε! Μὴ δέχεσθε καθόλου τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς!»

Ὅταν ἤμεθα στὴ Νέα Σκήτη, ἦρθε κάποιος μοναχὸς καὶ εἶπε στὸν Γέροντα ὅτι εἶχε σαρκικὸ πόλεμο καὶ τὰ σχετικά. Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε νὰ κόψει τὸ κρασί, νὰ «σφίξει τὴ ζώνη του», νὰ διώχνει τὶς αἰσχρὲς φαντασίες, νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ξύλο καὶ νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι ὁ πόλεμος θὰ ὑποχώρησει. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ξανάρθε ὁ μοναχὸς καὶ εἶπε ὅτι ἀκολούθησε τὴν ἐντολή, ἀλλὰ ὁ πόλεμος συνεχιζόταν. Τοῦ ‘δωσε τὸ ξύλο ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ τοῦ δείξει πῶς χτυπάει τὸν ἑαυτό του, μὰ ἐκεῖνος στὴν οὐσία χάιδευε τὸ σῶμα του. Τότε ὁ Γέροντας ἅρπαξε τὸ ξύλο, σήκωσε τὸ ζωστικὸ καὶ μὲ τρεῖς ποὺ ἔδωσε στὰ πόδια τόσπασε τὸ ξύλο. Ἀπόρησε ὁ μοναχός. «Παιδάκι μου, ἔτσι βγαίνουν τὰ δαιμόνια! Ὄχι μὲ χαϊδέματα!»

Ἔλεγε μάλιστα ὁ Γέροντας σχετικά, ὅτι μία μέρα κάνοντας τὴν εὐχή, καθὼς ἔκλεισε τὰ μάτια του, εἶδε μπροστά του ἕνα δαίμονα. Φώναξε τὸν γέρο-Ἀρσένιο ν’ ἀνάψει φωτιά, μιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ πάλη τὸν εἶχε δέσει, ὥστε νὰ τὸν κάψουν. Ὅταν κατάλαβε ὁ δαίμονας, ἔγινε κόρακας κι ἔφυγε. Ὅταν ξύπνησε ὁ Γέροντας, εἶδε ὅτι εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς σαρκός. Οἱ τοῖχοι τοῦ κελλιοῦ του ἦταν χαλασμένοι ἀπὸ τὶς μπουνιὲς καὶ τὰ κτυπήματα, δείγματα τῆς πάλης του μὲ τοὺς δαίμονες.

Μέσα στὴν ἀδελφότητά μας, στὴ μικρή μας συνοδεία, βασικὸ στοιχεῖο τῆς μοναστικῆς μας ζωῆς ἦταν καὶ ἡ ἀγρυπνία. Μᾶς τὸ τόνιζε ὁ Γέροντας ὅτι χωρὶς ἀγρυπνία προκοπὴ δὲν γίνεται, δὲν ἀποκτᾶ θεμέλιο ὁ μοναχός. Καὶ ὅπως ξεύρετε, ἦταν καθιερωμένο, ἀπὸ τὴν πρώτη νύχτα ποὺ θὰ ἐρχόταν κάποιος δόκιμος στὴ συνοδεία μας ἔπρεπε οὕτως ἢ ἄλλως νὰ ἀγρυπνήσει. Ἀγρυπνούσαμε ὅλη τὴ νύχτα, Ἰδιαίτερα τὸ καλοκαίρι ποὺ ἡ νύκτα εἶναι μικρή. Ἡ ἀγρυπνία μας ἦταν δέχα ὧρες: κομποσχοίνι, μετάνοιες, μελέτη καὶ λογισμοὶ στὸν Γέροντα. Μὰ μπόρεσες νὰ κοιμηθεῖς τὸ ἀπόγευμα, μὰ δὲν μπόρεσες ἐξαιτίας πειρασμοῦ ἢ γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο, ἡ ἀγρυπνία σου θὰ γίνει! Αὐτὸ ἦταν τὸ τυπικό. Οὐδεμία συγκατάβασις συγχωρεῖτο ἀπὸ μέρους τοῦ Γέροντος, ὥστε νὰ μὴν ἀγρυπνήσει ὁ ἀδελφός. Μᾶς γύμναζε πάντοτε στὴν ἀγρυπνία καὶ μᾶς ἔλεγε τὸ πόσον ὠφέλιμη εἶναι. Πόσα εἶναι τὰ κέρδη τὰ πνευματικά, πόσο πλουτίζει τὸν ἄνθρωπο, πῶς τὸν κρατάει νηφάλιο. Πόσα εἶναι τὰ χαρίσματα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μᾶς ὑπενθύμιζε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐγκαταλείψαμε τὸν κόσμο καὶ πήγαμε κοντὰ του ἔχοντας γνώση τοῦ αὐστηροῦ τυπικοῦ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μὲ κάμει μοναχό, μοῦ εἶπε: «Θάνατος! Εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, εἴτε ζῆς, εἴτε ἀρρωστήσης, εἴτε πόνεσης, ἕνα θα ’χης στὴ σκέψη σου: ὅτι ὁ θάνατος μόνο θὰ σὲ χωρίσει ἀπὸ ἐδῶ. Μὴ ζήτησης παράκληση, μὴ ζητήσης θεραπεῖες». «Νά ’ναι εὐλογημένο, Γέροντα. Θάνατος, θάνατος!»

Ὁ λογισμὸς βέβαια, πότε τῆς ὑπερηφάνειας, πότε τῆς ἀμελείας ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, μὲ πολεμοῦσε πολύ, ἀλλὰ μᾶς ἔλεγε νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε μὲ τέλεια καταφρόνηση καὶ ἀδιαφορία. «Κράτα τὴν εὐχή! Θὰ περάσει. Φουρτούνα εἶναι- ἐπίθεσις. θὰ ὑποχώρησει. Ὅταν ἐσὺ ἀντισταθεῖς, ὅταν κρατήσεις τὸ μέτωπο γερά, ὅταν δὲν χάσεις τὸ θάρρος σου, θὰ ὑποχώρησει. Οὕτως ἢ ἄλλως αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική τοῦ διαβόλου: νὰ ἐπιτίθεται, γιὰ νὰ σπάσει τὸ μέτωπο, νὰ ρίξει τὸ τεῖχος, νὰ προχωρήση ἡ ὁρμητικότητα τοῦ νεροῦ, νὰ κατακλύσει, νὰ γκρεμίσει ὅ,τι ὄρθιο ὑπάρχει. Κράτα τὸ τεῖχος γερά, καὶ αὐτὸς θὰ ὑποχώρησει». Καὶ ὑποχωροῦσαν οἱ λογισμοί.

Ἀγρυπνούσαμε κάθε νύχτα. Ὧρες στὴν προσευχή. Ἄλλος στὸ σκαμνάκι, ἄλλος κάτω, εἰσπνέαμε καὶ ἐκπνέαμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη. Μᾶς πολεμοῦσε ὁ ὕπνος; Ἀντιστεκόμεθα, βγαίναμε ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα. Μὰ κρύο, μὰ βροχή, μὰ παγωνιά, ἔξω! Προκειμένου νὰ κοιμηθοῦμε καὶ νὰ χάσουμε τὴν ἀγρυπνία, προτιμότερος ὁ πόλεμος, προτιμότερη ἡ δυσκολία. Κι ἂς μὴ καταλαβαίναμε τὴν εὐχή, ἀρκεῖ νὰ ἤμεθα ἄγρυπνοι καὶ νὰ μαχώμεθα. Μᾶς συνιστοῦσε ἐπίσης ὁ Γέροντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ λείπουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία τοῦ μοναχοῦ. Ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ κλαίει συνεχῶς, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπη.

Μᾶς ἔλεγε ἐπίσης ὅτι, ὅταν ἡ προσευχὴ προχώρησει καὶ καλλιεργηθεῖ προφορικὴ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀρχίζει σταδιακὰ ὁ νοῦς νὰ ἁπαλάσσεται ἀπὸ τὸν μετεωρισμὸ καὶ νὰ κατακτᾶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ὁ νοῦς πάρει ὅλη τὴν προσευχή, τότε ἀρχίζει νὰ ἀνοίγεται ἡ καρδιὰ καὶ νὰ δέχεται τὸ κατέβασμα τῆς προσευχῆς. Καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια, μετὰ ἀπὸ βία περιεκτική, δηλ. βία γενίκη σ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως, ἡ καρδιὰ δέχεται ὁλόκληρη τὴν προσευχὴ καὶ δημιουργεῖται ἡ καρδιακὴ κατάστασις, ποὺ εἶναι μία κατάκτηση βασιλική τῆς καρδιᾶς πάνω στὴν εὐχὴ καὶ στὰ πάθη. Κυριαρχεῖ μία εἰρήνη καὶ μία ὑποταγὴ τῶν πάντων στὴν κυβέρνηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βασιλεύει διὰ τοῦ θείου ὀνόματός Του.

Πρωτοπόρος στὴν εὐχὴ ἦταν ὁ Γέροντας. Ἀγρυπνοῦσε πάντα μὲ μεγάλες ἐπιτυχίες. Νοερὰ προσευχὴ ἑπτὰ-ὀκτὼ ὧρες, ὀκτὼ ὧρες ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά. Σκεφθεῖτε δουλειὰ μὲ τὸ ὄνομα τοϋ Χριστοῦ! Ὀκτὼ ὧρες μέσα στὴν καρδιά! Σκεφθεῖτε τὸ ὄργωμα τῆς καρδιᾶς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἐξ οὗ γινόταν ὁ κλαυθμός, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ παράκλησις, ὁ κλαυθμὸς ἐστρέφετο πενθικὸς γύρω ἀπὸ τὸν θάνατο, γύρω ἀπὸ τὴν σταύρωση τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ μας, γύρω ἀπὸ τὴν προσευχὴ γιὰ τὸν κόσμο — γιατί εἶχε πάρα πολὺ μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν κόσμο. Ἂν κάποτε δὲν εἶχε ἄμεσα τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, τὴν προκαλοῦσε: Ἔψαλλε κανένα νεκρώσιμο τροπάριο, ἔφερνε στὴ μνήμη του ἄλλους ἀγωνιστὲς κι ἔτσι προσπαθοῦσε νὰ ξεπεράσει τὴ δυσκολία καὶ νὰ ἑλκύσει τὴ θεία χάρη. Ὅλη τὴ μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε: «Κρατᾶτε τὴν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!»

Πήγαινα τὸ βράδυ, ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὴν καλύβα του, τὸν πλησίαζα καὶ τοῦ ἔλεγα ὅτι ὁ ὕπνος μὲ πολεμᾶ. «Κράτα γερά! Κράτα τὸ ὅπλο καὶ μὴ φοβᾶσαι», μοῦ ἀπαντοῦσε. Τὸ καλοκαίρι ἔρχονταν οἱ βάρκες καὶ ψάρευαν μὲ τὸ φῶς, μὲ τὶς λάμπες. «Βλέπεις παιδί μου, ἔλεγε, πῶς ἀγωνίζεται αὐτὸς ἐδῶ ὁ ψαρᾶς ὅλη τὴ νύχτα, γιὰ νὰ πιάσει μία χούφτα ψάρια, νὰ τὰ πάει στὸ σπίτι του, καὶ παρακολουθεῖ καὶ ἀγρυπνεῖ γιὰ κάτι τὸ γήινο; Βλέπεις, καμιὰ φορὰ τραγουδάει, γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα. Ἐμεῖς ποὺ ἤλθαμε, γιὰ νὰ ψαρέψουμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀγρυπνοῦμε; Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ τραγουδοῦμε, δηλαδὴ νὰ ψάλλουμε, νὰ ὑμνολογοῦμε τὸν Θεὸ- νὰ ἀγρυπνοῦμε στοὺς λογισμούς, νὰ μὴ κοιμώμεθα. Αὐτὸς ἐδῶ κάτω ὁ ψαρᾶς γιὰ τὰ λίγα ψαράκια, ἐμεῖς ὅμως γιὰ πνευματικὴ ἄγρα, γιὰ τὸ ψάρεμα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιὰ χάρη περισσότερη, γιὰ μισθὸ αἰώνιο ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Μεγάλη ὑπόθεσις!». «Εἶναι ἀλήθεια, Γέροντα…». Κι ἔτσι μᾶς δυνάμωνε.

Ὁ Γέροντας ἀγωνιζότανε πολὺ καὶ στὴν ἐγκράτεια. Ὅταν ἔφθανε ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἐκεῖ πιὰ ἐκορυφώνετο ἡ νηστεία του. Στὴν πρώτη Σαρακοστὴ ποὺ ἤμουν κοντά Του, ἡ νηστεία ποὺ μᾶς ἐπέβαλε μοῦ φάνηκε ὑπερβολική, ἀλλὰ ἦταν πολὺ πιὸ ἤπια ἀπ’ αὐτὴν ποὺ ἔκαναν μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο τὰ προηγούμενα χρόνια. Εἶχαν κάτι πιατάκια ποὺ χωροῦσαν μερικὲς μόνο κουταλιὲς φαγητό. Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητὸ τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ χωρὶς βέβαια ψωμί. Ἔπαιρναν ἐλάχιστη τροφή, ἴσα-ἴσα νὰ μποροῦν νὰ στέκουν στὰ πόδια τους, γιὰ νὰ ἀγωνίζονται.

Ὅταν τὸν συνάντησα ἐγώ, ἦταν μέτριος στὴν αὐστηρότητα ἐν συγκρίσει μὲ τὴν αὐστηρότητα ποὺ εἶχε, ὅταν ἦταν στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Εἶχε ἀκουσθεῖ ἡ φήμη του ὡς μεγάλου ἀσκητοῦ καὶ πῆγαν ἀρκετοί, γιὰ νὰ μονάσουν κοντά του, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν, γιατί ἦταν ἀπαιτητικός. Ὅταν κατέβηκε στὴ Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, ὅπου τὸν βρῆκα ἐγώ, ἦταν αὐστηρός. Κυρίως μὲ μένα ἦταν ἕνας συνεχὴς καταπέλτης. Βέβαια ὁ θεὸς τὸν φώτιζε νὰ μὲ μεταχειρισθεῖ ἔτσι, γιατί εἶχα ἀνάγκη καθαρισμοῦ ἀπὸ τὸν πολὺ ἐγωισμὸ καὶ τὴν σκουριὰ ποὺ εἶχα μέσα μου. Ἔτσι ἦταν αὐστηρότατος στὸν Ἅγιο Βασίλειο, μέτρια αὐστηρὸς στὴν Ἁγία Ἄννα καὶ ἀκόμη λιγότερο στὴ Νέα Σκήτη. Ὅταν εἶχε ἔρθει ὁ π. Παντελεήμων ἀπὸ τὴν Ἀμερική, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του πόσο ἤπιος καὶ μαλακὸς εἶναι ὁ Γέροντας, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει τὴν παιδαγωγία στὴν ὁποία μὲ ὑπέβαλε. Κι ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ὁμολογοῦσε ὅτι στὸν Ἅγιο Βασίλειο, ὄντας νέος ἦταν πολὺ αὐστηρός, προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου θεώρησε προτιμότερο καὶ ἀποτελεσματικότερο νὰ ἐπιβάλλεται ὄχι μὲ τὴν αὐτστηρότητα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συγκατάβαση.

Στὴν πρώτη Σαρακοστὴ ποὺ κάναμε πάνω τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος δὲν μᾶς ἔδινε οὔτε φαγητό, οὔτε ψωμί. Μία φορὰ τὸ εἰκοσιτετράωρο τρώγαμε χυλό, ποὺ φτιάχναμε μὲ 25 δράμια ἀλεύρι. Τὸ Σαββατοκύριακο μᾶς ἔκαμνε φαγητὸ μὲ ψωμί. Τὸ βράδυ δέκα ὧρες ἀγρυπνία μὲ προσευχή, μὲ διπλάσιο καὶ τριπλάσιο κανόνα σὲ κομποσχοίνια καὶ μετάνοιες, καὶ τὴν ἡμέρα πολὺ σκληρὴ δουλειά, πράγμα ποὺ ὁπωσδήποτε μᾶς ὠφελοῦσε ψυχικά. Ἐνῶ ἐμεῖς σήμερα, ὄντες πολὺ ἀδύναμοι ψυχοσωματικά, δὲν μποροῦμε κἄν νὰ διανοηθοῦμε τέτοια ἄσκηση. Τὰ κελλιά μας δὲν εἶχαν τὴν ἀνάπαυση τῶν σημερινῶν κελλιῶν. Ἡ ζωὴ μας ἦταν ἀνθρωπίνως δύσκολη, ἀλλὰ μὲ τὸ λογισμὸ τῆς αὐταπαρνήσεως εὔκολη. Ὅταν μᾶς καλλοῦσε ἡ ὑπακοὴ νὰ τρέξουμε ἀπὸ τὸ βουνὸ κάτω καὶ νὰ φορτωθοῦμε φορτίο, πολλὲς φορὲς πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, τὸ κάναμε ἀμέσως, χωρὶς καμία ἀντίρρηση. Μὰ αὐτὴ ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ Γέροντος: Ὁ πρόθυμος ἄνθρωπος εἰς τὰ σωματικὰ εἶναι καὶ στὰ πνευματικὰ πρόθυμος, ὅταν ἐγκεντρισθεῖ τὸ πράγμα- ὅταν γίνει σὲ μία ὑπόσταση. Τότε ὁλοκληρώνεται ὁ ἀγωνιστὴς εἰς πνευματικὸν ἄνθρωπον. Διότι ὁ κόπος ὁ σωματικὸς ἐν γνώσει καὶ ἀληθείᾳ βοηθᾶ θαυμάσια τὸν ἄνθρωπο, τὸν μοναχὸ εἰς μετάνοια, εἰς πένθος καὶ εἰς δάκρυα. Αὐτοὶ οἱ κόποι τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύκτας, μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ Γέροντος, μᾶς ἔφερναν δάκρυα νύχτα-μέρα. Μὰ στὴν προσευχὴ ἦταν αὐτά, μὰ στὸ διακόνημα, μὰ πάνω στὸν κόπο, τὰ μάτια δὲν σταματοῦσαν. Φθάναμε στὸ σημεῖο νὰ μὴ νιπτώμεθα μὲ νερό, ἀλλὰ μὲ τὰ δάκρυα. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορές, ὅταν πέφταμε νὰ κοιμηθοῦμε, εὐωδία Θεοῦ μᾶς κύκλωνε. Οἱ εὐχὲς τοῦ Γέροντα ἦταν πολὺ δυνατές.

Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι στοὺς μεγάλους πειρασμοὺς γνώρισε χειροπιαστὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἀνάλογα μὲ τὸν πειρασμὸ ποὺ ὑπομένει κάποιος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται διὰ τὸν Θεὸν μὲ πολὺ καλὴ προαίρεση, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πειρασθεῖ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών του. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ εἶναι ἀνάλογη. Μᾶς τὸ λέει αὐτὸ κι ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Ὅταν κανεὶς περνάει μεγάλο πειρασμὸ καὶ παρακάλεσει τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει καὶ εἰσακουσθεῖ, ὁ ἄνθρωπος στερεῖται ἀνάλογης χάρης, ὅσο ἦταν τὸ μέγεθος τοῦ πειρασμοῦ τὸν ὁποῖον τοῦ ἀφαίρεσε»*. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅποιος θέλει νὰ γνωρίσει τὴν χάρη τὸ πολύ, νὰ κάνει ὑπομονὴ στοὺς πειρασμούς. Μὲ πίστη κι ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ νὰ κράτηση τὸ μέτωπο, κι ὁ Θεὸς εἶναι παρών.

Κάποτε ὁ Γέροντας περνοῦσε κάποιο μεγάλο πειρασμὸ ἐξωτερικά, ἀλλὰ κοπίαζε πάρα πολὺ καὶ ψυχικά. Κατέφυγε λοιπὸν στὴν ἐκκλησία καὶ ἔχυσε ὅλο τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς του μπροστὰ στὴν Παναγία, τὴν ὁποία λάτρευε κυριολεκτικά. Τότε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, ἔκλεισαν τὰ σωματικά του μάτια κι ἄνοιξαν τὰ ψυχικά. Εἶδε ὅτι ἡ Παναγία βγῆκε, ξεκόλλησε ἀπὸ τὸ τέμπλο κι ὁλοζώντανη στάθηκε μπροστά του ἔχοντας στὴν ἀγκαλιὰ της τὸν Κύριο, βρέφος μικρό. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ εἶπε, ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Κι ἁπλώνοντας τὸ βρέφος τὸ χεράκι Του τὸν θώπευε στὸ πρόσωπο καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Γέροντα γέμισε μὲ ἀπέραντη ἀγάπη καὶ ἔρωτα Θεοῦ. Ἡ στενοχώρια ἔφυγε καὶ ἡ ὑπόθεση τακτοποιήθηκε πολὺ καλά.

Ἂν πεῖτε γιὰ τὴ σιωπή, λόγο δὲν ἔβγαζε χωρὶς ἀνάγκη. Ἰδιαιτέρως τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, ὅταν ἦταν μόνοι τους μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο, τηροῦσαν σιωπὴ ὅλη τὴν ἑβδομάδα. Μιλοῦσαν μόνο ἀπὸ τὸν ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου ἕως τὸ ἀπόδειπνο τῆς Κυριακῆς καὶ μετὰ πάλι σιωπηλοὶ ὅλη τὴν ἑβδομάδα- μὲ νοήματα συνεννοοῦντο. Καὶ ἐπειδὴ πολλὴ ὠφέλεια εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς σιωπῆς, ἀπαγόρευε καὶ σὲ μᾶς νὰ μιλοῦμε μεταξύ μας, μόνο γιὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔπρεπε νὰ χαλοῦμε τὴ σιωπή. Ὅταν μᾶς ἔστελνε ἔξω ἀπ’ τὸ ἡσυχαστήριό μας γιὰ κάποια διακονία, δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ μιλήσουμε μὲ κανένα. Θυμᾶμαι, ὅταν ἐπέστρεφα, πάντοτε μοῦ ἔκαμε ἀκριβῆ ἐξέταση, ἂν ἐτήρησα ἀπόλυτη ὑπακοὴ καὶ σιωπή. Σὲ παράβαση δύο-τριῶν λέξεων ὁ πρῶτος μου κανόνας ἦταν διακόσιες μετάνοιες.

Ὅπως σᾶς ἔχω ξαναπεῖ, ὅταν ὁ Γέροντας ἤθελε κάπου νὰ πάει μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο, σὲ κάποιο μοναστήρι φερ’ εἰπεῖν, ξεχώριζαν, κρατοῦσαν μία ἀπόσταση καθ’ ὁδὸν καὶ λέγανε τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν πηγαίνανε μαζί, γιὰ νὰ μὴ τοὺς νικήσει ὁ διάβολος τῆς ἀργολογίας καὶ ἀπὸ τὴν ἀργολογία ξεκινήσει ἡ κατάκριση καὶ τόσα ἄλλα. Γιατί παίρνανε τὸ μέτρο αὐτό; Μὰ γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν πειρασμό. Γιατί ὁ πειρασμὸς παίρνει τὴν εὐκαιρία καὶ προσπαθεῖ νὰ ρίξει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία.

Καμιὰ φορὰ ὁ γέρο-Ἀρσένιος, εἴτε γιατί ἦταν παππούλης εἴτε γιατί ἦταν ἁπλός, πήγαινε νὰ πεῖ κανένα λόγο γιὰ κάποιον ἀδελφὸ ἐκτός τῆς συνοδείας ἢ ἐντὸς ἢ κάποιο νέο ποὺ ἔμαθε. Μόλις ἄρχιζε, μὲ τὶς πρῶτες λέξεις, ὁ Γέροντας σήκωνε τὸ χέρι του, τοῦ δινε μιὰ στὸ κεφάλι κι ἔλεγε: «Ἀρσένιε, πρόσεχε- μὴ κατακρίνεις, δὲν ἐπιτρέπεται- θὰ χάσεις τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ». «Ἔλα, τζάνεμ, τί εἶπα;», ἀπαντοῦσε. «Αὐτὸ ποὺ εἶπες εἶναι εἰς θέσιν νὰ σοῦ στερήσει τὴν εὐλογία τῆς προσευχῆς. Τί ἄλλο θέλεις;». «Εὐλόγησον!». Ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ νεότεροι ν’ ἀνοίξουμε τὸ στόμα νὰ μιλήσουμε, αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζαμε, ἢ νὰ μιλήσουμε μεταξύ μας καὶ νὰ ἀργολογήσουμε, δὲν τὸ εἴδαμε ποτέ.

Ἔμπαινε στὸ καράβι ὁ Γέροντας νὰ πάει π.χ. ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἄννα στὴ Δάφνη: Τὸ κεφάλι κάτω καὶ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με…» Πήγαινε κάποιος πατέρας: «Τί κάνετε, π. Ἰωσήφ, πῶς πάει ἡ συνοδεία;». «Καλά, καλά, εὐλογεῖτε. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», τὸν ἔκοβε.

Ἐπιστατοῦσε πολὺ στὸ θέμα τῆς ἀργολογίας. Ἡ κατάκριση ἦταν ἀνύπαρκτη. Ὅταν ἐπιχειροῦσε κανεὶς νὰ μιλήσει, καταπέλτης ὁ Γέροντας: «Ἐδῶ μέσα δὲν χωροῦν νέα καὶ εἰδήσεις. Μόνο μπροστά! Σιωπὴ καὶ εὐχή! Τίποτ’ ἄλλο! Δὲν ἤρθαμε ἐδῶ νὰ περάσουμε τὸν καιρό μας. Ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ, ἄγρυπνει τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν λιοντάρι, ποιὸν νὰ βρεῖ σὲ ἀμέλεια, σὲ ραθυμία, σὲ ἀπρόσεκτη κατάσταση, νὰ τὸν ἁρπάξει. Πρέπει νὰ ‘χωμε τὸ νοῦ μας». Αὐτὰ καὶ τόσα ἄλλα, γιὰ μᾶς τοὺς νεωτέρους, τοὺς νέους μοναχοὺς ποὺ ἤμεθα κοντὰ στὸ Γέροντα, ἦταν ὁ θεμέλιος λίθος, τὸ βαθὺ θεμέλιο. Ἐὰν δὲν εἴχαμε αὐτὲς τὶς νουθεσίες τοῦ Γέροντος κι ἐμεῖς ἀπὸ πλευρᾶς μας δὲν τὶς ἐφαρμόζαμε καὶ δὲν τὶς ὑλοποιούσαμε δὲν θὰ γινόταν τίποτε ἀπολύτως.

Μόλις κάποιος νέος ἀδελφὸς προσετίθετο στὴν συνοδεία μας, ἡ πρώτη διδασκαλία ποὺ τοῦ ἔκανε ἦταν: «Παιδί μου, τὴν εὐχή, θέλω νὰ σὲ ἀκούω νὰ λὲς τὴν εὐχή!». Κι ὅταν μεγαλώσαμε καὶ γίναμε Ἱερεῖς καὶ ὅ,τι ἄλλο, συνέχεια τὴν εὐχή! Τοῦ ἔλεγα χαρακτηριστικὰ κάποτε: «Γέροντα, ἀπὸ τὴν εὐχὴ πονάει τὸ στόμα μου ἡ γλώσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου, δὲν μπορῶ νὰ ἀναπνεύσω- πονάει ἡ καρδιά μου». «Δὲν παθαίνεις τίποτα, ὑπομονή!» μοῦ ἀπάντησε. Καὶ πράγματι ἡ ὠφέλεια ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Πολλὲς φορὲς ἐρχόταν τόση χάρις ἀπὸ τὴν προφορικὴ εὐχή, ποὺ ἔνιωθε κανεὶς μέσα του τόση θεία ἀγάπη, τόση ἁρπαγὴ τοῦ νοῦ του. Καὶ πάνω στὸ διακόνημα κατὰ περίεργο τρόπο ὁ νοῦς δὲν ἦταν ἁπλῶς στὴν προσευχὴ ἀλλὰ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, στὴ θεωρία — ἐν αἰσθήσει — τοῦ ἄλλου κόσμου.

Ὅταν τὸν ρωτοῦσα γιατί καμιὰ φορὰ ἡ προσευχή μου δὲν μπορεῖ νὰ περάσει τὴ σκεπὴ τοῦ κελλιοῦ μου, ὁ Γέροντας ἀπαντοῦσε ὅτι τὴν ἐμποδίζουν τὰ δαιμόνια κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ γιὰ πείρα. Ἄλλοτε ἔβλεπες τὸν νοῦ, νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει ἀπολύτως τίποτε τὸ πνευματικὸ καὶ σὰν σφαίρα μὲ ἀφάνταστη καὶ ἀσύλληπτη ταχύτητα νὰ ἀνεβαίνει καὶ νὰ ἅπτεται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ξεπερνοῦν τὴν ὑλικὴ φύσι.

Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, δὲν νιώθω δυσκολία πάνω στὰ ἁμαρτήματά μου, δυσκολία στὴ σκέψη καὶ στὴ θεωρία τῆς ἐξόδου, δυσκολία στὸ ξεπέρασμα τῶν τελωνίων; Προσπαθῶ νὰ βάλω τὸν νοῦ μου, τὸν ἑαυτό μου στ’ ἀριστερά τοῦ Κριτοῦ γιὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ δὲν πηγαίνει, ἀλλὰ ἀθέλητα, ἀνεμπόδιστα καὶ ἀβίαστα πηγαίνει πρὸς τὰ δεξιά». «Καλά, δὲν καταλαβαίνεις;» μοῦ λέει. «Δὲν καταλαβαίνω ἀπαντῶ. «Τὴ στιγμὴ ποὺ σὰν ὑποτακτικὸς ἄφησες τὸ φορτίο σου ὅλο ἐπάνω στοὺς δικούς μου ὤμους, ἐσὺ ἐλάφρωσες. Γιὰ ποιὰ πράξη θὰ δώσεις ἀπολογία, τὴ στιγμὴ ποὺ ὅλα τὰ ἔχεις ἀναθέσει σ’ ἐμένα, τὰ ἔχεις ἐναποθέσει μπροστά μου, τὰ ἔχω ἀναλάβει ἐγὼ καὶ σὺ εἶσαι ἐλεύθερος; Πῶς νὰ μὴν πᾶς πρὸς τὰ κεῖ, ποιὸ πράγμα θὰ σ’ ἐμποδίσει;». Καὶ εἶχε δίκιο ὁ Γέροντας, γιατί δὲν κάναμε τίποτε χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσουμε.

Ὅταν, ἐνῶ ἤμασταν ἀκόμη στὴν Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, εἶδε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ παραμείνουμε ἄλλο λόγω τῶν δυσμενῶν συνθηκῶν διαβίωσης, τῆς σκληρῆς ζωῆς, τῶν ταλαιπωριῶν καὶ τοῦ ἀνθυγιεινοῦ κλίματος (γιατί αὐτοὶ ἦταν προχωρημένης ἡλικίας κι ἐμεῖς οἱ νέοι μὲ σακατεμένη ὑγεία, αἱμοπτύσεις κ.λ,π.), πῆρε στὴν προσευχὴ του τὴν πληροφορία νὰ φύγουμε γιὰ τὴ Νέα Σκήτη, ποὺ ἦταν πιὸ χαμηλὰ καὶ πιὸ ὑγιεινὲς οἱ συνθῆκες διαβίωσης. Μείναμε γιὰ λίγο διάστημα μέσα στὴ σκήτη, στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους. Ὅμως τὸ καθεστὼς καὶ κάποιες διενέξεις δὲν μᾶς ἀνέπαυαν καὶ σὰν ἄνθρωποι εἰρηνικοὶ ἀποφασίσαμε νὰ φύγουμε. Ὁ ἡγούμενος ὅμως τοῦ Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἀνήκει ἡ σκήτη, μᾶς παρεχώρησε δωρεὰν κάτι ἡσυχαστικὰ καλύβια ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴ Σκήτη, τὰ ὁποία καὶ μᾶς ἀνέπαυσαν πλήρως, γιατί καὶ σχέσεις διοικητικῆς φύσεως δὲν θὰ εἴχαμε μὲ τὴ σκήτη καὶ τὸ τυπικό τῆς ἐρήμου θὰ μπορούσαμε νὰ τηρήσουμε. Καὶ πράγματι μέχρι τελευταία τὸ τηρήσαμε.

Μετὰ τὴν πολυχρόνια πείρα του ὁ Γέροντας εἶχε καταλήξει ὅτι συμφέρει σὲ κάποιον νὰ βρεῖ ἕνα πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ νὰ μπεῖ σὲ ἕνα πρόγραμμα μὲ λίγους κόπους πάνω στὰ σωματικὰ καὶ νὰ ἔχει ἕνα τυπικὸ πάνω στὸ θέμα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐγκράτειας. Αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ βρήκαμε, ὅταν κατεβήκαμε στὴ Νέα Σκήτη. Τηρήσαμε ἀκριβῶς τὸ τυπικό μας, τὴν τάξη μας, τὴν προσευχή μας, τὶς λειτουργίες, κάθε μέρα τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἀκρίβεια στὶς ὁμιλίες καὶ ζούσαμε πάρα πολὺ ὄμορφα, ἕως ὅτου ὁ Θεὸς ἔκρινε, ἀποφάσισε καὶ πῆρε τὸν Γέροντα στοὺς Οὐρανούς.

Τὴ μνήμη τῆς ἐξόδου ὁ Γέροντας προσπαθοῦσε μὲ τὴν διήγηση διαφόρων Ἱστορικῶν γεγονότων νὰ μᾶς τὴν ἐμφυτεύσει πολὺ βαθιά, γιὰ νὰ ἔχουμε ἀδολεσχία πνευματικὴ καὶ γιὰ νὰ λεπτύνει ἡ συνείδησή μας πρὸς καλύτερη αὐτοκριτική, τὴν ὁποία ἐπιμελέστατα ἐφρόντιζε κι ὁ Γέροντας, κυρίως τὸ βράδυ. Μᾶς ἔλεγε ὅτι κάθε βράδυ στὴν ἀγρυπνία ἐξέταζε σὲ τί ἔσφαλε, ποιὸ πάθος κινήθηκε τὴν ἡμέρα, ποιοὶ λογισμοὶ πέρασαν ἀπ’ τὸ νοῦ του κι ἀμέσως, ὅπου ἔβλεπε ὅτι ἔσφαλε, ζητοῦσε συγχώρηση κι ἔπαιρνε ἀπόφαση γιὰ ἕνα καινούργιο ξεκίνημα καὶ ἀνάλογον γιὰ τὸ κάθε πάθος ἀγώνα τὴν ἑπόμενη μέρα. Σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξετάζει τὴ συνείδησή του, νὰ τὴν συμβουλεύεται καὶ νὰ τῆς κάμνει ὑπακοή. Κι ἔτσι ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ μὴν τὸν κατηγορεῖ σὲ τίποτε. Ἀπὸ δῶ ἡ παρρησία στὴν προσευχή, ἀπὸ δῶ ἡ σιγουριὰ γιὰ τὸν Παράδεισο. Τὸ ἴδιο συνιστοῦσε καὶ σέ μᾶς. Ὅταν κουραζόμαστε ἀπὸ τὴ νοερὰ προσευχή, μᾶς συνιστοῦσε μελέτη, θεωρία πνευματική, αὐτοκριτικὴ καὶ πάλι νὰ ἐπανερχόμαστε στὴ νοερὰ προσευχή. Καὶ οἱ διδασκαλίες διανθίζονταν μὲ διάφορα γεγονότα καὶ ἀνάλογα περιστατικὰ Πατέρων καὶ γνωστῶν μοναχῶν.

Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κοιμηθεῖ ὁ Γέροντάς του ὁ γέρο-Ἐφραίμ, τὸν ρώτησε σὰν ἀρχάριος ποὺ ἦταν ἂν εἶχε πληροφορία ὅτι θὰ σωθεῖ. Ὁ γέρο-Ἐφραὶμ τοῦ ἀπάντησε πὼς νιώθει ὅτι ὅλοι θὰ σωθοῦν καὶ μόνον αὐτὸς θὰ πήγαινε στὰ ἀριστερά τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ δικαιολογοῦσε ὕστερα αὐτὸ ὁ Γέροντας λέγοντας ὅτι ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ προφύλαξει τὸν ἄνθρωπο στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν ἀπώλεια, τὸν κάνει νὰ αἰσθάνεται πολὺ ἁμαρτωλός.

Μία συνοδεία εἶχε φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν Γέροντα καὶ τὸν Γέροντα Ἀρσένιο καὶ τοὺς ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς καὶ πνευματικὴ ὠφέλεια. Ὁ π. Ἰωαννίκιος, ὁ νεώτερος ἀδελφός τῆς συνοδείας, ἕνα χαριτωμένο, γεροδεμένο παιδὶ ἀπέκτησε πιὸ στενὴ πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν Γέροντα καὶ τὸν συμβουλευόταν σὲ θέματα προσευχῆς. Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα εἶχαν ἀποτέλεσμα μέσα του καὶ σὲ λίγο ἡ προσευχὴ ἄρχισε νὰ λέγεται ἄνετα καὶ νὰ τοῦ δημιουργεῖ καρδιακὴ θέρμη, ὁπότε ὁ νέος μοναχὸς ἐπιδόθηκε ὁλόψυχα σ’ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἐργασία. Τὸ Θέλημα ὅμως τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ μοναχὸς αὐτὸς νὰ φύγει ἐνωρὶς ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀρρώστησε ἀπὸ φυματίωση, ἡ ὁποία τότε ἦταν ἀνίατη καὶ θανατηφόρα. Οἱ τῆς συνοδείας του τὸν περιποιόνταν στὰ σωματικά, ἀλλὰ καὶ τὸν προετοίμαζαν γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο. Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ὁ Γέροντάς μου, ὁ ὁποῖος, ὅταν διαπίστωσε ὅτι ὁ π. Ἰωαννίκιος δὲν μποροῦσε πλέον λόγω γενικώτερης κατάπτωσης τῶν δυνάμεών του νὰ ἀνηφορίζει μέχρις αὐτόν, προσφέρθηκε νὰ κατεβαίνει ὁ ἴδιος τὴ νύχτα, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας μὲ τὸ κομποσχοίνι, ὥστε νὰ τὸν βλέπει, νὰ τὸν τονώνη καὶ νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ τὴν ἔξοδο.

Ὅταν πλέον ὁ Γέροντας διαπίστωσε ὅτι πλησιάζει ἡ ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ εἶπε, ὅταν θὰ ἀνηφορίζει πρὸς τὰ πάνω μὲ τὸν ἄγγελό του, νὰ περάσει νὰ τὸν χαιρετήσει. «Νὰ ’ναι εὐλογημένο Γέροντα», ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ ὑποτακτικοῦ. Σὲ λίγες μέρες κι ἐνῶ ὁ Γέροντας μὲ τὸν π. Ἀρσένιο κάθονταν ἔξω κι ἔφτιαχναν σταυρουδάκια, πέρασε ὁ π. Ἰωαννίκιος ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσει. Ὁ Γέροντας τὸν αἰσθάνθηκε, τὸ εἶπε στὴν συνοδεία καὶ σὲ λίγο ἀκούστηκε κάτω ἀπὸ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν αὐτῶν τὸ καμπανάκι, δηλωτικό τοῦ θανάτου τοῦ π.Ἰωαννικίου. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ὑπακοὴ τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν Γέροντα, παρὰ τὸ ὅτι τὸν εἶχε Γέροντα μόνον «δυνάμει».

Λίγες μέρες πρὸ τῆς δικῆς του κοιμήσεως πρὸς νουθεσία μου καὶ βοήθεια πνευματικὴ ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε: «Παιδί μου νιώθω μέσα μου ὁλόκληρο Παράδεισο. Χάρι πολὺ μεγάλη, εὐλογία Θεοῦ. Βλέπεις οἱ κόποι τῆς νεότητος τί κέρδος ἔφεραν. Βλέπεις ὅτι τίποτε δὲν πῆγε χαμένο; Τὸ κάθε τι τὸ μέτρησε ὁ Θεός. Καὶ γιὰ ἕνα ποτήρι νερὸ ἀξιώνεται μισθοῦ ὁ Χριστιανός. Πολλῷ μᾶλλον οἱ κόποι οἱ μοναχικοὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τυγχάνουν ἀνταποδόσεως ἐδῶ μὲν μὲ χάρη καὶ εὐλογία, στὸν ἄλλο κόσμο κατατίθενται στὴν τράπεζα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ὁ μοναχὸς ἀπέλθη ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο, ὅλο αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ τὸ «σηκώσει», ὅταν βρεθεῖ ἐπάνω στὸν ἄλλο κόσμο. Δηλαδὴ οἱ καταθέσεις τῶν κόπων τὸν περιμένουν καὶ ἀνάλογα τοῦ ποσοῦ ποὺ θὰ ἔχει ἀπ’ ἐντεῦθεν κατατεθεῖ ἐκεῖ θὰ γίνει καὶ ὁ ἄνθρωπος πλούσιος ἐν τῷ Παραδείσῳ».

Τέλος ἦλθε καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἀναχωρήσεώς του. Τὸν θάνατο τὸν ἀνέμενε σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Γιατί ἡ παραμονὴ του ἐδῶ ἦταν ἀγώνας καὶ κόπος καὶ πόνος. Λαχταροῦσε ἡ ψυχὴ του ἀνάπαυση, καὶ τὸ σῶμα του ἐπίσης. Καὶ σ’ ἐμᾶς, παρ’ ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μᾶς εἶχε ἐμφυτεύσει ἔντονη τὴν μνήμη τοῦ θανάτου, μᾶς ἔκανε πολὺ δυνατὴ ἐντύπωση ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φοβερὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Ἔδειχνε ὅτι ἑτοιμάζεται γιὰ πανηγύρι. Τόσο ἡ συνείδησίς του τὸν πληροφοροῦσε γιὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως τὶς τελευταῖες μέρες ἔκλαψε πάλι πέραν τοῦ συνηθισμένου. Τοῦ λέει ὁ γέρο- Ἀρσένιος, νὰ τὸν παρηγόρησει: «Γέροντα, τόσους κόπους, τόση προσευχὴ ἔκανες σ’ ὅλη σου τὴ ζωή, τόσα κλάματα, πάλι κλαῖς;». Τὸν κοίταξε ὁ Γέροντας καὶ ἀναστέναξε: «Ἔ, γέρο-Ἀρσένιε! Ἀλήθεια εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες, ἀλλὰ ἄνθρωπος εἶμαι. Μήπως γνωρίζω ἂν ἦσαν ἀρεστὰ ὅσα ἔπραξα στὸ Θεό μου; Αὐτὸς Θεὸς εἶναι- δὲν κρίνει καθὼς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Καὶ μήπως θὰ ξαναγυρίσουμε πάλι ἐδῶ, γιὰ νὰ κλάψουμε; Τώρα ὅ,τι προλάβει ὁ καθένας μας. Ὅσο πενθήσει καὶ κλάψει, τόσο θὰ παρακληθεῖ».

Σᾶς ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγία μας. Ἦταν ἀνωτέρα κάθε περιγραφῆς. Μόνο ποὺ ἀνέφερε τὸ ὄνομά της τὰ μάτια του ἔτρεχαν. Τὴν παρακαλοῦσε λοιπὸν ἀπὸ καιρὸ νὰ τὸν πάρει, νὰ ξεκουρασθεῖ. Καὶ τὸν εἰσήκουσε. Τὸν ἐπληροφόρησε ἕνα μήνα πρὶν γιὰ τὴν ἀναχώρησή του. Μὲ κάλεσε τότε ὁ Γέροντας καὶ μοῦ εἶπε τί νὰ ἑτοιμάσουμε.

Τὴν παραμονὴ τῆς κοιμήσεώς του —14 Αὐγούστου 1959 — πέρασε νὰ τὸν δεῖ ὁ κ. Σχοινᾶς ἀπὸ τὸν Βόλο, μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν πολὺ γνώριμοι. «Τί κάνετε, Γέροντα, τοῦ λέγει, πῶς πάει ἡ ὑγεία σας;» «Αὔριο φεύγω, Σωτήρη. Ὅταν ἀκούσεις τὶς καμπάνες, νὰ θυμηθεῖς τὸν λόγο μου».

Τὴν ἄλλη μέρα στὴ λειτουργία τῆς Παναγίας μας ὁ Γέροντας ἔψαλε μὲ κόπο τὸ Τρισάγιο καὶ τὴν ὥρα ποὺ κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε: «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου». Ὅταν ξημέρωσε, ὁ Γέροντας παρέμενε καθισμένος (λόγω δύσπνοιας) στὴ μαρτυρική του πολυθρονίτσα στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου μας, περιμένοντας τὴν ὥρα καὶ τὴν στιγμή. Ἦταν σίγουρος γιὰ τὴν πληροφορία ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἡ Παναγία μας, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ὥρα νὰ περνᾶ καὶ τὸν ἥλιο νὰ ἀνεβαίνει τοῦ ἦλθε κάτι σὰν στενοχώρια, σὰν ἀγωνία γιὰ τὴν καθυστέρηση. Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέει: «Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρει; Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀκόμη ἐδῶ!». Βλέποντας ἐγὼ τὸν Γέροντά μου νὰ ἀδημονεῖ τοῦ λέω μὲ θάρρος: «Γέροντα, μὴ στενοχωρῆστε. Τώρα ἐμεῖς θὰ κάνουμε εὐχὴ καὶ θὰ φύγετε». Τότε σταμάτησαν τὰ δάκρυά του. Οἱ πατέρες, ὁ καθένας τὸ κομποσχοίνι καὶ ἔντονη τὴν εὐχή. Δὲν πέρασε ἕνα τέταρτο καὶ μοῦ λέει: «Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοια, διότι φεύγω». Βάλαμε τὴν τελευταία μετάνοια. Μετὰ ἀπὸ λίγο σήκωσε τὰ μάτια του ψηλὰ καὶ κοιτοῦσε ἐπίμονα γιὰ δύο περίπου λεπτά. Κατόπιν γυρίζει καὶ λέει: «Ὅλα τελείωσαν. Φεύγω. Εὐλογεῖτε!». Καὶ μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις ἔγειρε τὸ κεφάλι του δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δύο-τρεῖς φορὲς ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια καὶ αὐτὸ ἦταν! Θάνατος ὄντως ὁσιακός. Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ τὸ αἴσθημα ποὺ κυριαρχοῦσε τότε μέσα μας. Μπροστὰ μας εἴχαμε νεκρὸ καὶ μέσα μας ζούσαμε ἀνάσταση. Κι ἀπὸ τότε αὐτὸ τὸ αἴσθημα συνοδεύει πάντοτε τὴν μνήμη τοῦ Γέροντα μέσα μας.

Τώρα ἐπάνω ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται, βλέπει πιὸ καθαρὰ τὰ πράγματα πῶς γίνονται. Μᾶς βλέπει πῶς ἐργαζόμεθα. Προσεύχεται, πρεσβεύει, παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς φροντίζει κάπως περισσότερο, γιατί ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ἄσκηση τὴ δική του. Βλέπει τοὺς κινδύνους ποὺ διερχόμεθα, τὶς ἀτασθαλίες μας, τὰ πάθη μας, τὰ σφάλματά μας, βλέπει τόσα καὶ τόσα καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ γίνει ἴλεως. Εἴθε οἱ εὐχές του νὰ μὴ πάψουν ποτὲ νὰ μᾶς σκεπάζουν ὅλους μας στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας καὶ στὸν ἀγώνα μας γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν.



* Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ σωζόμενα ἄσκητιχα, Λόγο

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...