Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Κυριακή, Ιουνίου 24, 2012

H EKKΛΗΣΙΑ ΦΤΩΧΥΝΕ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΜΕΛΕΤΙΟ







Oταν λέγαμε ότι εχουμε ΠΕΝΤΕ καλους αρχιερεις απο τους ΟΓΔΟΝΤΑ, εναν απο αυτους εννοουσαμε τον Πρεβεζης Μελετιο. 
Ηταν δυνατον να βγη απο την Σεραφειμικη ...κλωσσομηχανη εναρετος δεσποτης;
Κι ομως,ο Μελετιος τους ξεφυγε.


Γνωριζα τον Πρεβεζης Μελετιο απο τις μερες που σπουδαζα στην Αθηνα.
Καναμε μια καταγγελια στην Ιερα Συνοδο στηριζομενοι σε εγγραφη καταγγελια του Χαλκεντερου μητροπολιτου Ελευθερουπολεως Αμβροσιου που εξεφραζε τις επιφυλαξεις του για μερικα προσωπα που ηταν υποψηφιοι για αρχιερεις στο οποιο κατεληγε οτι καποια απο αυτα τα προσωπα εκφραζουν την αγανακτησι και την οργην δυσκολως συγκρατουμενην.
Μετα απο αυτην, μηνυθηκαμε απο τεσσερις απο αυτους μεταξυ των οποιων ενας ηταν ο αρχιμανδριτης Μελετιος Καλαμαρας.
Με την αισια εξελιξη εκεινης της υποθεσεως γιναμε πολυ καλοι φιλοι με τον π. Μελετιο.
Και αυτην την φιλια την διατηρησαμε ολα τα επομενα χρονια μεχρι και τους τελευταιους μηνες που μπηγε στο μοναστηρι αρρωστος.


Επικοινωνουσαμε τηλεφωνικα παντοτε στην μητροπολι του και μου εστελνε παντοτε πρωτος αυτος τις πασχαλιατικες και τις χριστουγεννιατικες ευχες.


Ενθυμουμαι το ονομα του Μελετιου Καλαμαρα απο τοτε που πρωτοεισηλθα εις τα ....ναματα της αγωνιστικοτητας, το 1966-67 οταν ηταν υπουργος Παιδειας ο αθρησκος Θεολογος Ευαγγελος Παπανουτσος και ψηφιζε νομοσχεσια εναντιον της Πιστεως.
Τοτε ΔΕΚΑ (10) αρχιμανδριται τον καλουσαν σε ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΑΛΟΓΟ, ενας μεταξυ των οποιων ηταν και ο Μελετιος Καλαμαρας, κοντα στον Αυγουστινο Καντιωτη, Χαραλαμπο Βασιλοπουλο, Βασιλειο Γιαννακακη, Χριστοφορο Καλυβα, Επιφανιο Θεοδωροπουλο, Φιλοθεο Ζερβακο, Ιωηλ Γιανανακοπουλο,....
Ενδοξες μερες της Εκκλησιας...προσφατα περασμενα Μεγαλεια...και διηγωντας τα να κλαις...
Που σημερα τετοιες εκκλησιαστικες μαχες και δοξες.
Με τον ανικανο, κατα τον φιλο του Χρυσοστομο Συνετο, Ιερωνυμο Λιαπη, η Εκκλησια ειναι ανυπαρκτος και ο Διαβολος χορευει και πανηγυριζει αφου χανονται ολες οι μαχες της Εκκλησιας.


Αυτος ηταν ο Μελετιος Καλαμαρας.
Ενας εναρετος, ασκητικος, αγωνιστικος, κληρικος που αφησε μνημη καλου ιεραρχου που δοξασε το ονομα του Θεου και της Αγιας μας Εκκλησιας.
Ο Θεος να τον αναπαυση.

Ο μείζων και οι ασήμαντοι...







Ύστερα από τον κάθε ρυπογόνο-πνευματικά και ηθικά-κατακλυσμό, αισθανόμαστε την ανάγκη της κάθαρσης.
Και ασφαλώς την ανάγκη αυτή την αισθανόμαστε περισσότερο έντονη, αυτές τις μέρες, ύστερα απ’ την, ιδιαίτερα, ρυπογόνα προεκλογική και μετεκλογική περίοδο. 
Αφού έτσι κι αλλιώς, τον τελευταίο καιρό, ζούμε και αναπνέουμε μια υπερβολικά επιβαρημένη ατμόσφαιρα:
Με τους ανούσιους και ανόητους λόγους, τους τρομοκρατικούς εκβιασμούς και τις απατηλές υποσχέσεις των κατ’ επάγγελμα απατεώνων πολιτικών. 
Οι οποίοι, ιδιαίτερα, αυτή την εκλογική περίοδο φρόντισαν να δολοφονήσουν, πέρα απ’ την πατρίδα μας και το λαό της και τις λιγοστές ακόμη ελπίδες μας.
Γεγονός, για το οποίο είμαστε πολύ φορτισμένοι. Και για τα όσα, οδυνηρά, μέχρι τώρα, έχουμε πάθει, αλλά ακόμη περισσότερο για τα όσα χειρότερα μας περιμένουν. 
Καθώς οι κανίβαλοι της τρόικας του εξωτερικού παρέδωσαν τη συνταγή της εξόντωσής μας στα ασπόνδυλα της τρόικας του εσωτερικού.
Ευκαιρία για μια τέτοια κάθαρση από τους ρύπους των ημερών μας προσφέρουν τα Γενέθλια του Προδρόμου, τα οποία γιορτάζουμε την Κυριακή, που μας έρχεται (24 Ιουνίου).
Και δεν θ’ αναφερθούμε, ιδιαίτερα, στα σχετικά με τη γέννησή του περιστατικά. Αφού, περισσότερο ή λιγότερο, μας είναι γνωστά.
Θα εστιάσουμε κυρίως την προσοχή μας στην προαναγγελία του αγγέλου προς τον πατέρα του Προδρόμου ότι ο γιος του θα γινόταν μέγας.
Η οποία προαναγγελία ενισχύεται περισσότερο από τη γνώμη του Χριστού γι’ αυτόν, όταν ο Πρόδρομος ήταν στη φυλακή.

Οπότε και είπε ότι μεταξύ όλων των ανθρώπων και των προφητών ακόμη δεν υπήρξε μεγαλύτερος απ’ τον Ιωάννη.
Αλλά ο πατέρας του Προδρόμου, προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η προαναγγελία του αγγέλου, δεν θα μπορούσε να στείλει το γιο του, σε κάποια περίφημη στρατιωτική σχολή. Με δεδομένες τις πολιτικοστρατιωτικές, για το Ισραήλ, συνθήκες κατά την εποχή εκείνη.
Για να μπορέσει, έτσι, να γίνει ο γιος του ένας απ’ τους μεγάλους καταστροφείς της ιστορίας.
Απ’ αυτούς, των οποίων η μεγαλοσύνη μετριέται, συνήθως, απ’ τις χιλιάδες και τα εκατομμύρια των ανθρώπων, που εξοντώνουν. Απ’ τις πόλεις και τις χώρες, που καταστρέφουν. Και τα πάσης φύσεως κακουργήματα , που τους επιτρέπει η «ύβρις» της τερατώδους εξουσίας τους να διαπράττουν.
Ούτε οι πολιτικοοικονομικές δυνατότητες πιθανώς επέτρεπαν, σ’ έναν φτωχό ιερωμένο της ορεινής Ιουδαίας, να στείλει το γιό του σε κάποια απ’ τις περίφημες ρητορικές σχολές της εποχής εκείνης.
Ώστε να γίνει πολιτικός απατεώνας, τον οποίο η κυρίαρχη Ρώμη, θα τον χρησιμοποιούσε, για να ληστεύει τους υποταγμένους σ’ αυτήν λαούς. 
Όπως τώρα συμβαίνει με την Αμερική και τη Γερμανία ή τις διάφορες πολιτικοοικονομικές μαφίες, όπως η Μπίλντεμπεργκ…
Που χρησιμοποιούν, προδότες πολιτικούς, για να καταδυναστεύουν χώρες και λαούς. Μεταξύ των οποίων και το δικό μας λαό και την πατρίδα μας.

Ούτε ακόμη θα μπορούσε να τον στείλει σε κάποια απ’ τις περίφημες φιλοσοφικές σχολές της εποχής εκείνης.
Για να γίνει κάποιος απ’ αυτούς, των οποίων οι πέννες και τα λόγια γίνονται λόγχες για την περιφρούρηση του εκάστοτε κατεστημένου και τη δολοφονία των ανθρώπων του λαού.

Αλλά κι αν ακόμη το μπορούσε το πιθανότερο ή μάλλον το απολύτως βέβαιο είναι ότι δεν θα υπέκυπτε σε κανέναν απ’ τους παραπάνω προκλητικούς πειρασμούς.
Γιατί τα δικά τους ιδανικά ήταν τελείως διαφορετικά.
Γι’ αυτό, ύστερα απ’ τα όποια τα παιδιά της εποχής εκείνης μάθαιναν γράμματα, ο Πρόδρομος τις «μεταπτυχιακές» του σπουδές τις έκαμε στην έρημο. 
Στην οποία έτρεχαν πλήθη λαού, για να διδαχθούν τρόπους ζωής: Ατομικής και κοινωνικής. Με κυρίαρχα, βέβαια, μαθήματα τη μετάνοια, στο προσωπικό επίπεδο και τη δικαιοσύνη, στο κοινωνικό.
Αλλά τα τέτοιου είδους μαθήματα ήταν φυσικό και επόμενο να ενοχλήσουν θανάσιμα το κατεστημένο της εποχή τους. Με πρώτο βέβαια και χειρότερο τον μεγαλειότατο Ηρώδη.
Ο οποίος και έλαβε εναντίον του Προδρόμου τα γνωστά, προσήκοντα στα ήθη των εκάστοτε εξουσιαστών, δολοφονικά μέτρα.

Ανάλογα με αυτά, που χρησιμοποιούν οι εντιμότατοι και εξοχότατοι διαχρονικοί Ηρώδες. 
Για να δολοφονούν τους λαούς και τους αντίστοιχα, αληθινούς, κατά το μάλλον ή ήττον, πνευματικούς ανθρώπους.
παπα-Ηλίας

ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ




Τῌ ΚΔ' ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ
ΙΟΥΝΙΟΥ

Τὸ Γενέσιον τοῦ τιμίου ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου
 καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.
Τῇ ΚΔ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, τὸ Γενέθλιον ἑορτάζομεν τοῦ τιμίου
 καὶ ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.

Ζαχαρία, χόρευε σὺν τῇ συζύγῳ
Οὐ πολλὰ μὲν τίκτοντες, ἓν δὲ καὶ μέγα.
Πρόδρομον ἀμφὶ τετάρτην εἰκάδα γείνατο μήτηρ.

Ταῖς αὐτοῦ Ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Σάββατο, Ιουνίου 23, 2012

Οι απαρχές της αιρέσεως του Οικουμενισμου (Β μέρος)



ΤΟ ΡΗΓΜΑ

            Τον ΙΗ΄ αιώνα η πνευματική αποσύνθεση της Δύσης είχε πια επηρεάσει επικίνδυνα τις ορθόδοξες χώρες της Ανατολής. Ο ουμανισμός και η κοσμικοφροσύνη άρχισαν να έρπουν παντού και να κρυφοδαγκάνουν τις ψυχές. Η ευρωπαϊκή κουλτούρα άρχισε να λάμπει στις αληθινά χριστιανικές χώρες της Ανατολής σαν «άγγελοι φωτός». Η ψεύτικη γνώση έκανε να χάσουν οι άνθρωποι σιγά - σιγά τη γλυκύτητα του αληθινού φωτός. Αγνοώντας την όντως Ζωή και συνεπαρμένοι από τα κεράτια της δυτικής σοφίας έχασαν την ευαισθησία που χαρακτήριζε τους πατέρες τους και τους έκανε ικανούς να διακρίνουν το γνήσιο από το κάλπικο. Το λεπτότατο πνεύμα της εκκοσμίκευσης εκθήλυνε ύπουλα τον τόνο της ψυχής, άμβλυνε τις πνευματικές αισθήσεις, παρέλυσε τις αντιδράσεις. Χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε απ’ έξω άλλαξε κάτι μέσα στις ψυχές. Και τότε άρχισαν τα: «Τι πειράζει αυτό;, «σε τι βλάπτει εκείνο;». Η κάθοδος στον κατήφορο έγινε στην αρχή ανεπαίσθητα. Αν ένα φράγμα ραγίσει δε θα γίνει βέβαια κατακλυσμός. Θ’ αρχίσει όμως να περνάει λίγο νερό από τη ρωγμή. Το λίγο αυτό νερό θα διευρύνει σιγά - σιγά το ρήγμα ώσπου θα έρθει κάποτε η ώρα που το φράγμα θα σπάσει και θα πλημμυρίσουν τα πάντα.

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ

            Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έφθασε στο σημερινό οικουμενισμό ξαφνικά. Το πρώτο ρήγμα ήταν μια «μικρή» υποχώρηση στους πλούσιους και δυνατούς της Πόλης, που είχαν την απαίτηση να γίνονται τα μνημόσυνα των νεκρών ημέρα Κυριακή, για να τα παρακολουθεί πολύς κόσμος. Έτσι, όταν άρχισε στο Άγιον Όρος η περί μνημοσύνων έρις, το Πατριαρχείο ήταν ήδη εκτεθειμένο από τη δική του παρανομία. Γι’ αυτό πήρε στην αρχή αμφίρροπη στάση: «Οι μεν γαρ εν Σάββασι τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καλώς ποιούσιν, οι δε δ’ αν εν Κυριακή ουκ υποκείνται κρίματι..» Αλλά και προσπάθησε να δικαιολογήσει την παράβαση της εκκλησιαστικής παραδόσεως με την συνήθεια που επικράτησε: «.. όπερ και είθισται εν τοις κατά πόλεις εκκλησίαις εν Κυριακή δηλαδή τελείν τα μνημόσυνα διά τας εν ταύταις συναθροίσεις των Χριστιανών...» (Πρώτη επιστολή του Πατριαρχείου προς τους Αγιορείτες, Ιούλιος 1772). Συνέπεια της στάσεως αυτής, που αποφεύγει να υπερασπιστεί την αλήθεια είναι να ζητήσει το Πατριαρχείο από τους Αγιορείτες τον επόμενο χρόνο να εφαρμόσουν στο επίμαχο θέμα συγκρητισμό: «Νουθετούμεν άπαντας τους περί τοιούτων διαφερομένους, όπως από του νυν και εις το εξής να παύσωσι από τοιαύτας ταραχώδεις και ακαίρους διενέξεις, τας μηδόλως αυτάς ανηκούσας, και ούτε και οι εν Σαββάτω τελούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας, ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς, δηλαδή τους καλώς τελούντας εν Σαββάτω τα μνημόσυνα, να τους ονομάζουν αιρετικούς και καινοτόμους, ή άλλα τοιαύτα δύσφημα ονόματα να επιφέρωσι κατ’ αυτών αδίκως, και να ταράττωσι και την των λοιπών μοναχών ησυχίαν, αλλά να ειρηνεύσωσι και να συγκοινωνώσι και να συναναστρέφονται εν αγάπη και ομονοία...» (Δεύτερη επιστολή του Πατριαρχείου από 10 Ιουνίου 1773). Δηλαδή: «ειρήνη» και «αγάπη» και εκκλησιαστική κοινωνία σε βάρος της αλήθειας, η πεμπτουσία του Οικουμενισμού.
            Τα ίδια συνεχίζει να γράφει το Πατριαρχείο στους Αγιορείτες και στην τρίτη επιστολή του, γύρω στα 1774, παρά την αλλαγή του Πατριάρχου και την άνοδο στο θρόνο του Σαμουήλ Χατζερή: «Να παύσωσιν από τας τοιαύτας φιλονεικίας και ούτε οι εν Σαββάτω τελούντες τα των αποιχομένων μνημόσυνα, κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθνος, να μέμφωνται τους εν Κυριακή ταύτα τελείν εθέλοντας ούτε εκείνοι ανθιστάμενοι προς αυτούς να τους ονομάζουν αιρετικούς ή καινοτόμους ή άλλα δύσφημα ονόματα, να λέγωσιν αδίκως κατ’ αυτών...
            Οι σύγχρονοι συγκρητιστές προσπαθούν να δικαιολογήσουν το Πατριαρχείο λέγοντας ότι αγωνιζόταν για την ειρήνη και την ομόνοια των πιστών εφαρμόζοντας εκκλησιαστική οικονομία. Ακριβώς δηλαδή ό,τι λένε και σήμερα οι Οικουμενιστές για να δικαιολογήσουν τον αδιάντροπο οικουμενισμό των ημερών μας. Ταλαίπωρη έννοια η εκκλησιαστική οικονομία! Χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει του κόσμου τις εκκλησιαστικές παρανομίες. Όμως στην πραγματικότητα, η οικονομία που δίδαξαν οι Πατέρες είναι ποιμαντική διάκριση και ευλυγισία μέσα στα όρια του νόμιμου και του αληθινού. Σε καμία περίπτωση δε δίνει άδεια στους ποιμένες να παρανομούν. Και στην περίπτωση των μνημοσύνων της Κυριακής υπήρχε σαφής παρανομία, αθέτηση της Παραδόσεως και του αναστάσιμου χαρακτήρα της Κυριακής. Το Πατριαρχείο απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια ότι δεν επιτρέπονται μνημόσυνα την Κυριακή, γιατί την Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση και δε γίνεται να ασχολούμαστε συγχρόνως και με το νικημένο θάνατο. Αλλά όχι μόνον απέφυγε να ομολογήσει την αλήθεια. Έβαλε τους Αγιορείτες - ουσιαστικά μόνον τους ορθόδοξους Κολλυβάδες - μπροστά στο δίλημμα να διαλέξουν ή την ειρήνη και την αγάπη ή την αλήθεια. Κι αυτό είναι μεγάλη αμαρτία κατά της ίδιας της ειρήνης, της αγάπης και της αλήθειας, που δε χωρίζονται ούτε διασπώνται ποτέ σε αντίθετα στρατόπεδα, αφού ειρήνη, αγάπη και αλήθεια είναι ο ίδιος ο Θεός που ποτέ δεν έρχεται σε αντίθεση με τον εαυτό Του. Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει ειρήνη και αγάπη χωρίς αλήθεια; Χωρίς αλήθεια αυτή η «ειρήνη» κι αυτή η «αγάπη» είναι κάτι το επίπλαστο, κάτι το ψεύτικο, και απατηλό, κοσμική συνύπαρξη με εγκόσμιες κοινωνικές σκοπιμότητες ξένες προς την πραγματικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας. Αυτό το τεχνητό δίλημμα ανάμεσα στην αγάπη και την αλήθεια είναι το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της αίρεσης του Οικουμενισμού που, όπως βλέπουμε, τα σπέρματά του έχουν τουλάχιστον δύο αιώνων ηλικία.
            Όμως οι Κολλυβάδες έμειναν στην αλήθεια, και μαζί με την αλήθεια κράτησαν και την αγάπη και την ειρήνη. Αποσύρθηκαν στα ησυχαστήριά τους και εν αληθεία αγάπησαν το Θεό και εν ειρήνη κοινώνησαν μαζί Του. Και επειδή κοινώνησαν εν αγάπη με το Θεό γι’ αυτό αγάπησαν και αγαπήθηκαν από τους Χριστιανούς των τόπων της εξορίας τους και γι’ αυτό έδωσαν καρπούς πνευματικούς, τέκνα και τέκνα τέκνων, τον καιρό που το Όρος έπεφτε σε μια χωρίς προηγούμενο προοδευτική παρακμή και συρρίκνωση. Το ψέμα τα κάνει όλα ψεύτικα και φθαρτά. Η αλήθεια τα κάνει όλα αληθινά, φωτεινά και άφθαρτα, και δημιουργεί μια κοινωνία ανθρώπων, πεσμένων μεν και αμαρτωλών και μετανοημένων και αγίων μέσα στο φως του Χριστού, «ασπρισμένη όλη», «ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών, του Τρισαγίου».

ΑΠΟ ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΠΤΩΣΗ

            Η πατριαρχική αμαρτία όμως δε σταμάτησε στο συγκρητισμό. Έδειξε το πραγματικό πρόσωπο της εμπάθειας και του μίσους κατά της αλήθειας και προχώρησε στο κακούργημα. Ενώ το Φανάρι στην αρχή παραδεχόταν ότι οι Κολλυβάδες «καλώς ποιούσιν» κατά το αρχαίον της Εκκλησίας έθος», και μάλωνε τους Αγιορείτες που τους ονόμαζαν «αιρετικούς» και «καινοτόμους», τώρα κάνει αυτό που πρώτα θεωρούσε απρεπές και άδικο και χαρακτηρίζει τους υπερασπιστές της Παραδόσεως «κακόδοξους», «δοκησίσοφους», «δοκόφρονες», «καινοτόμους», «ανταρσίαν νοσούντας». Ισχυρίζεται τώρα το Πατριαρχείο, αντίθετα προς ό,τι έλεγε πριν, ότι η τέλεση μνημοσύνων την Κυριακή είναι η «ανέκαθεν ιερά της Εκκλησίας τάξις και κανονική διατύπωσις» και «αποστολική Παράδοσις»! Και όλα αυτά τα πρωτάκουστα, ψευδή και άδικα λόγια δεν τα γράφει ένας Πατριάρχης μόνον αλλά ολόκληρη Σύνοδος, συγκληθείσα το έτος 1776 ακριβώς για να καταδικάσει τους ορθοδόξους Αγιορείτες, που χλευαστικά ονόμαζαν Κολλυβάδες, και να τους αφορίσει. Ο κατάπτιστος αυτός και εμπαθής αφορισμός (βλέπε «Ρίζες» 23) δεν αφορά μόνον τους Κολλυβάδες της εποχής εκείνης αλλά καταδικάζει όλους τους Ορθοδόξους, όλους τους υπερασπιστές της Ιεράς Παραδόσεως όλων των εποχών, διότι εξαιρεί του αφορισμού και συγχωρεί μόνον όσους παρανομούν κατά της Παραδόσεως και τελούν μνημόσυνα την Κυριακή. Αλλά και κάτι πιο φοβερό ακόμη^ ο αφορισμός δεν αναφέρεται μόνο στην πράξη αλλά και στο φρόνημα. Συγχωρεί όσους φρονούν κακόδοξα και αφορίζει όσους φρονούν ορθόδοξα στον αιώνα, ρίχνοντας επάνω τους «άλυτο αφορισμό»! Ο συνοδικός αυτός αφορισμός, που όπως όλοι οι άδικοι αφορισμοί επέστρεψε στα κεφάλια αυτών που τον πρόφεραν, είναι ποιμαντική αμαρτία που δεν ξεπλύθηκε ποτέ, γιατί ποτέ το Πατριαρχείο δεν μετάνοιωσε γι’ αυτήν αλλά, αντίθετα, όπως θα δούμε, την επικύρωσε αργότερα επανειλημμένα και με τον ίδιο φανατισμό. Η αθώωση του Αθανασίου Παρίου από τον Πατριάρχη Γαβριήλ το 1781 δεν αφορούσε τους Κολλυβάδες γενικά αλλά μόνον το πρόσωπο του Αθανασίου, το οποίο απάλλαξε αυθαίρετα από τις κατά των Κολλυβάδων κατηγορίες, ενώ ο Αθανάσιος ποτέ δεν έπαψε να είναι Κολλυβάς. Η λεπτομέρεια αυτή δείχνει την ασυναρτησία και ασυνέπεια του Πατριαρχείου και την κακή του συνείδηση που ποτέ δεν μπόρεσε να φθάσει στη μετάνοια.
            Οι Κολλυβάδες και όσοι φρονούν όπως αυτοί, έμειναν αφορισμένοι, μισημένοι και χλευασμένοι, γιατί διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία με τους συνασκητές τους και έμειναν αλύγιστοι και ανυποχώρητοι για ένα τόσο «ασήμαντο» πράγμα όπως είναι τα κόλλυβα την Κυριακή. Τους έλεγαν στενοκέφαλους και φανατικούς, μισαλλόδοξους και ανθρώπους των άκρων, όπως γίνεται πάντοτε με όλους τους Ορθοδόξους που δεν υποκύπτουν στο ψεύδος. Τους μισούσαν οι εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες τους στο όνομα μιας εξωτερικής εκκλησιαστικής ενότητας που, όταν δεν θεμελιώνεται στην αλήθεια, καταστρέφει την εσωτερική μυστική ενότητα της Εκκλησίας. Οι Κολλυβάδες έμειναν ενωμένοι εκκλησιαστικά με τους Αποστόλους και όλους τους Αγίους, και αυτή η ενότητα με την θριαμβεύουσα Εκκλησία τους ήταν υπέρ αρκετή, έστω και εάν επρόκειτο να μείνουν μόνοι τους επί της γης.
            Το έτος 1807 ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ θεώρησε υποχρέωσή του να υπομνήσει με συνοδικό γράμμα προς όλους τους υποκείμενους στη Μ. Εκκλησία, μητροπολίτες, επισκόπους, κληρικούς, μοναχούς και πιστούς τον αφορισμό των Κολλυβάδων «προς τελείαν εξάλειψιν, όπως έγραφε, της πάλαι ποτέ αναφνείσης εκείνης των δοκοφρόνων διενέξεως» . Έγραφε μεταξύ άλλων: «Διά ταύτα οριζόμεθα εν πνεύματι αγίω και θεσπίζομεν, ίνα τα συμβάντα μνημόσυνα των ευσεβώς κοιμηθέντων επιτελώνται απαρατηρήτως και εν Κυριακαίς και εν Σάββασιν, ως και εν ταίς λοιπαίς ημέραις της εβδομάδος». (Βλέπε Μ. Γεδεών, «Διατάξεις τ. Β΄ σ. 125) Ένα χρόνο αργότερα άλλος Πατριάρχης, ο Καλλίνικος Ε΄ γράφει προς τους Αγιορείτες τα παρακάτω: «Επειδή έφθασε και διωρίσθη παρά του προκατόχου της Αυτού Σεβασμιωτάτης Παναγιότητος εκ της συμμορίας των κολλυβιστών είς Ιερομόναχος Πνευματικός της Κοινότητος του Όρους τούνομα Ιερόθεος και ανακαινεί την αναφυείσαν ποτέ δολοφροσύνην και αλληλομαχίαν περί τε των κολλύβων και της Ιεράς Μεταλήψεως, και διά Συνοδικών Τόμων καταργηθείσαν... διά τούτο, ως εναντίον όντα τοις Αποστολικοίς και Συνοδικοίς κανόσι και τοις εκδοθείσιν Εκκλησιαστικοίς Τόμοις, να αποβάλωσι της πνευματικής διαγωγής και να εκλέξωσιν έτερον..» (Βλέπε Μ. Γεδεών «Ο Άθως» 1885 σ. 150).
            Επισφράγισμα της κατά των Κολλυβάδων μήνης του Πατριαρχείου ήταν η επιστολή του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄ προς τους Αγιορείτες, κατά την τρίτη Πατριαρχεία του, τον Αύγουστο του 1819. Στο γράμμα αυτό ο Γρηγόριος Ε΄ περιέγραφε την αδαμάντινη Ορθοδοξία των Κολλυβάδων σαν «ευρωτιώσα εκείνη και πεπαλαιωμένη σαθρά ιδέα», και βεβαίωνε ότι είναι «έθος αρχαίον της Εκκλησίας τα μεν κόλλυβα να προφέρονται εις τον θείον και ιερόν ναόν και να εκτελώνται μνημόσυνα... κατά Κυριακήν», και ότι «το τοιούτον, κοντά όπου παντελώς δεν κωλύεται είναι και ακαταιτίατον και πάντη ανέγκλητον, καθώς περί τούτου τρανώς απεφήνατο η Εκκλησία εν τω προεκδοθέντι Πατριαρχικώ ημών και συνοδικώ τόμω». (Παρά Μ. Γεδεών «Διατάξεις» τ. Β΄ σ. 152-155).
            Ύστερα απ’ αυτά δεν πρέπει, να απορεί κανείς γιατί ο Θεός εγκατέλειψε τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, και την άφησε να τη συρρικνώσουν οι αμαρτίες της και επέτρεψε να χάσει συν τω χρόνω το ποίμνιό της, που είχε μείνει ακμαίο κατά τη διάρκεια τόσων αιώνων οθωμανικής τυραννίας, και να καταντήσει σήμερα, χωρίς ποίμνιο, στη χειρότερη αίρεση της Ιστορίας. Το Πατριαρχείο έχασε πρώτα την Εκκλησία της Ελλάδος, με το «αυτοκέφαλο» του Φαρμακίδη. Έχασε ύστερα την Εκκλησία της Βουλγαρίας με το περίφημα «σχίσμα». Έχασε αργότερα τις «Νέες Χώρες» με τους βαλκανικούς πολέμους, όλη τη Βόρειο Ελλάδα και την Ήπειρο. Και, μετά την ανοικτή διακήρυξη του Οικουμενισμού με την εγκύκλιο του 1920, έχασε και την καρδιά της Ορθοδοξίας, όλο το ποίμνιο της Μικράς Ασίας. Τέλος, το 1955, όσο βυθιζόταν στην αίρεση, έχασε και το μόνο ποίμνιο που της είχε μείνει, τους Χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως.
            Όπως έγραψε ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης: «Η εν ολίγω της αληθείας παρατροπή τη ασεβεία την πάροδον δέδωκεν». (P.G. 44, 1249) Και η ασέβεια σιγά - σιγά, όσο μένει αμετανόητη, υψώνει τείχος και κλείνει έξω τη Χάρη και την Ευλογία του Θεού. Ό,τι γίνεται με τα πρόσωπα γίνεται και με τις τοπικές Εκκλησίες. Αυτό παθαίνουμε όταν τα του Θεού χάσουν για μας την ιερότητά τους και συμπεριφερθούμε προς αυτά σα να ήσαν πράγματα ανθρώπινα. Όποιος ξεχωρίζει μικρά και μεγάλα στα του Θεού δεν ξέρει με ποιόν έχει να κάνει και δεν έχει πραγματική ευσέβεια, και τότε οι συνέπειες είναι φοβερές. «Ου μικρόν εν τοις περί Θεού το παραμικρόν» (Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Συγγρ. Α΄, σ. 24).
 Πηγή Περιοδικό Οι Ρίζες
Φθινόπωρο 1988
Τεύχος 24
Copyright Εκδόσεις Ζέφυρος

Τυπικόν της 24ης Ἰουνίου 2012.Τό Γενέθλιον τοῦ τιμίου καί ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου.


Κυριακή: Τό Γενέθλιον τοῦ τιμίου καί ἐνδόξου Προφήτου, 
Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου. 
Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀθανασίου τοῦ Παρίου.
 
Ἦχος β΄ – Ἑωθινόν Γ ΄.
Τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκιον: 
«Ἀπόστολοι, Μάρτυρες...».
Κοντάκιον:
 «Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως...».
Ἀπόλυσις:
 Μικρά.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό· «Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 1.– Τά 3 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· 
«Τόν πρό αἰώνων ἐκ Πατρός γεννηθέντα... 
– Χριστός ὁ Σωτήρ ἡμῶν... 
– Σύν Ἀρχαγγέλοις ὑμνήσωμεν...».
 2.– Τό 1 Στιχηρόν Ἀνατολικόν·
 «Σέ τόν σταυρωθέντα...» καί 
3.– Τά 6 Στιχηρά Ἰδιόμελα τοῦ Προδρόμου· 
«Λύει τοῦ Ζαχαρίου τήν σιωπήν... 
– Σήμερον ἡ φωνή τοῦ Λόγου... 
– Θεοῦ Λόγου μέλλοντος...
 – Ἐπέφανε σήμερον... 
– Προφήτης καί Πρόδρομος... 
– Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος...».
Δόξα:
 Τό Ἰδιόμελον τοῦ Προδρόμου· «Σήμερον τοῦ φωτός ὁ λύχνος...».
Καί νῦν: 
Τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· «Παρῆλθεν ἡ σκιά τοῦ νόμου...».
Εἴσοδος:
 «Φῶς ἱλαρόν...». Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί τά Ἀναγνώσματα.
Ἀπόστιχα:
 Τό Ἀναστάσιμον Στιχηρόν· «Ἡ ἀνάστασίς σου...» καί τά 
κατ’ Ἀλφάβητον τοῦ ἤχου· 
«Διά ξύλου, Σῶτερ... 
– Ἐν τῷ Σταυ­ρῷ , Χριστέ...
 – Ζωοδότα Χριστέ...».
Δόξα, Καί νῦν: 
Τό ἕτερον Ἰδιόμελον τοῦ Προδρόμου· «Βλέπε τήν Ἐλισάβετ...».
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Ὅτε κατῆλθες...». 
2.– Δόξα, τοῦ Προδρόμου·«Προφῆτα καί Πρόδρομε...» καί
 3.– Καί νῦν, τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· 
«Τό ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον...».
Ἀπόλυσις: 
«Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Τῇ Κυριακῇ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν, ὁ Τριαδικός Κανών τοῦ ἤχου·
 «Τήν τριττήν καί μίαν ἀρχικήν...», τά διά τήν Λιτήν
 Στιχηρά Ἰδιόμελα τοῦ Προδρόμου· «Σταλάξατε τά ὄρη γλυκασμόν...»,
 κτλ. μετά τοῦ Δόξα, Καί νῦν αὐτῶν, τά Τριαδικά· «Ἄξιόν ἐστιν...».
Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον τοῦ Προδρόμου· 
«Προ­φῆ­τα καί Πρόδρομε...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια: 
Τά τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Καθίσματα: 
Τό Ἀναστάσιμον τῆς α΄ Στιχολογίας, Δόξα τοῦ Προδρόμου, 
Καί νῦν τό Θεοτοκίον·«Πάντα ὑπέρ ἔννοιαν...» (πρβλ. ὑποσημ.14). 
Τό Ἀναστάσιμον τῆς β΄ Στιχολογίας, Δόξα τοῦ Προδρόμου,
 Καί νῦν τό Θεοτοκίον αὐτοῦ καί τό μετά τόν Πολυέλεον 
Κάθισμα τοῦ Προδρόμου μετά τοῦ Θεοτοκίου αὐτοῦ.
Τά Εὐλογητάρια – ἡ Ὑπακοή – οἱ Ἀναβαθμοί καί τό 
Προκείμενον τοῦ ἤχου.
Κανόνες: 
1.– Ὁ Ἀναστάσιμος· «Ἐν βυθῷ κατέστρωσέ ποτε...», μετά τῶν Εἱρμῶν 
αὐτοῦ καί 
2.– Οἱ δύο τοῦ Προδρόμου· 
«Ὡς ὄρθρος εὐπρεπής...», ἄνευ Εἱρμῶν καί· 
«Κοσμεῖται τήν χάριν νῦν...», ἅπαντες εἰς 4.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Τό Ἀναστάσιμον Κοντάκι­ον καί ὁ Οἶκος (χῦμα) καί τό·
Μεσῴδιον Κάθισμα:
 Τοῦ Προδρόμου·«Ὥσπερ ἥλιος φαιδρός...», μετά 
τοῦ Θεοτοκίου αὐτοῦ· «Κατεπλάγησαν Ἁγνή...».
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος: 
Τοῦ Προδρόμου.
Συναξάριον:
 Τῆς ἡμέρας.
Καταβασίαι:
 «Ἀνοίξω τό στόμα μου...».
Εὐαγγέλιον Ὄρθρου: 
Τό Γ΄ Ἑωθινόν· «Ἀναστάς ὁ Ἰησοῦς πρωΐ πρώ­τῃ Σαββάτου...», κτλ.
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς:
 «Ἅπας γηγενής...».
«Ἅγιος Κύριος...».
Ἐξαποστειλάρια:
1.– Τό Γ΄ Ἀναστάσιμον· «Ὅτι Χριστός ἐγήγερται...». 
2.–Τοῦ Προδρόμου· «Τό τοῦ Προδρόμου σήμερον...» καί
 3.– Τό Θεοτοκίον αὐτοῦ·«Προφῆται προεκήρυξαν...».
Αἶνοι: 1.– Τά 4 Στιχηρά Ἀναστάσιμα·
 «Πᾶσα πνοή καίπᾶσα κτίσις...
– Εἰπάτωσαν Ἰουδαῖοι... 
– Χαίρετε, λαοί... 
– Ἄγγελος μέν τό χαῖρε...» καί
 2.– Τά 4 Στιχηρά Προσόμοια \
τοῦ Προδρόμου· 
«Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος...
 – Ὤ τοῦ παραδόξου 
θαύματος... 
– Ὤ τοῦ παραδόξου θαύματος... 
– Ὤ τοῦ παραδόξου
 θαύματος...»,μετά στίχων εἰς τά δύο τελευταῖα: 
α΄.– «Εὐλογητός Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καί 
ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ». 
β΄.– «Καί σύ, παιδίον, Προφήτης Ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ 
γάρ πρό προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδούς αὐτοῦ».
Δόξα: 
Τό Ἰδιόμελον τοῦ Προδρόμου· «Ἀστήρ ἀστέρων Πρόδρομος...».
Καί νῦν:
 «Ὑπερευλογημένη...».
Δοξολογία:
 Μεγάλη.
«Σήμερον σωτηρία...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
«Ὅτε κατῆλθες...».
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν:
 «Δεῦτε προσκυνήσωμεν... ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια:
 1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Ὅτε κατῆλθες...».
 2.– Τοῦ Προδρόμου·«Προφῆτα καί Πρόδρομε...» καί
 2.–Τοῦ Ναοῦ.
Κοντάκιον: «Προστασία...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τοῦ Προδρόμου· «Νῦν ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία...»
 (Ῥωμ. ιγ΄ 11-14, ιδ΄ 1-4), μετά τοῦ Προκειμένου αὐτοῦ, ζήτει 
τοῦτον τῇ Κυριακῇ Τυροφάγου.
Εὐαγγέλιον:
 Ὁμοίως· «Ἐπειδήπερ πολλοί ἐπεχείρησαν...» 
(Λουκ. α΄ 1-25, 57-68, 76, 80).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως:
 «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν:
 «Εἰς μνημόσυνον...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις:
 Ἡ τοῦ Ἑσπερινοῦ.

Το Γενέσιον του Προδρόμου, Αποστ.: Προς Ρωμαίους 13,11 – 14,4 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


 Αρχιμανδρίτου Αυγουστίνου Κκαρά, θεολόγου
Πρωτότυπο κείμενο
11. Αδελφοί, νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. 12. η νύξ προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. αποθώμεθα ούν τα έργα του σκότους και ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. 13. ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις και μέθαις, μη κοίτας και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλω, 14. αλλ᾿ ενδύσασθε τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και της σαρκός πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας. 
1. Τον δε ασθενούντα τη πίστει προσλαμβάνεσθε, μη εις διακρίσεις διαλογισμών. 2. ος μεν πιστεύει φαγείν πάντα, ο δε ασθενών λάχανα εσθίει. 3. Ο εσθίων τον μη εσθίοντα μη εξουθενείτω, και ο μη εσθίων τον εσθίοντα μη κρινέτω· ο Θεός γαρ αυτόν προσελάβετο. 4. συ τις ει ο κρίνων αλλότριον οικέτην; τω ιδίω Κυρίω στήκει ή πίπτει· σταθήσεται δε· δυνατός γαρ εστιν ο Θεός στήσαι αυτόν.
Απόδοση
Αδελφοί, τώρα είναι πιο κοντά μας η σωτηρία, παρά τότε που πιστέψαμε. Η νύχτα πέρασε και η ημέρα έφθασε. Ας πετάξουμε λοιπόν από πάνω μας, τα σκοτεινά έργα της αμαρτίας κι ας ενδυθούμε σαν όπλα τα φωτεινά έργα της ημέρας, όχι σε ξεφαντώματα και μεθύσια, όχι σε μοιχείες και ασελγείς πράξεις, όχι μέσα στη φιλονικία και τη ζηλοφθονία. Αλλά ντυθείτε τον Κύριο Ιησού Χριστό κι ας μην είναι όλη σας η φροντίδα για το σώμα, ώστε να θεριεύουν έτσι μέσα σας οι διάφορες επιθυμίες. 
 Να συμπαθάτε και να αποδέχεσθε όποιον δεν έχει δυνατή πίστη και να μη σας σκανδαλίζει γι' αυτόν ο λογισμός σας. Όποιος έχει δυνατή πίστη αυτός κρίνει ότι μπορεί να φάγει απ' όλα• όποιος όμως έχει αδύνατη πίστη, αυτός τρώγει χόρτα. Κι όποιος τρώγει να μην περιφρονεί, εκείνον πού δεν τρώγει. Κι όποιος δεν τρώγει να μην κατακρίνει εκείνον πού τρώγει. Γιατί αυτός είναι άνθρωπος πού τον δέχθηκε ο Θεός.
 Ποιός είσαι συ, πού κρίνει τον ξένον υπηρέτη; Τώρα αν αυτός είναι καλός ή κακός αυτό αφορά τον δικό του Κύριο. Είναι βέβαιο όμως πώς θα σταθεί, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον κάνει να σταθεί.
Η σωτηρία του κόσμου
 Η Εκκλησία μας στις 24 Ιουνίου τιμά το γενέθλιον του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος υπήρξε ο Πρόδρομος της παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο και ο προάγγελος της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι ίδιο με εκείνο της Κυριακής της Τυροφάγου και προέρχεται από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Η περικοπή αναφέρεται στην εγγύτητα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, γεγονός που απαιτεί εντατικότερη προσπάθεια και αγώνα από τους πιστούς, ώστε να είναι έτοιμοι όταν έλθει ο Κύριος. Η επιλογή του συγκεκριμένου αποστολικού αναγνώσματος κατά την εορτή του Τιμίου Προδρόμου δεν είναι τυχαία. Το κήρυγμα του Τιμίου Προδρόμου είχε κατεξοχήν εσχατολογικό χαρακτήρα και συνοψιζόταν μέσα σε λίγες λέξεις: «μετανοείτε ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.3,2). Αυτή την ίδια εσχατολογική διάσταση δίνει και ο Απόστολος Παύλος στο παρόν αποστολικό ανάγνωσμα. Ο χρόνος και η ιστορία της ανθρωπότητας καθώς προχωρούν μας φέρνουν πιο κοντά στην Παρουσία του Κυρίου.
 Ο Απόστολος Παύλος χωρίς να επιθυμεί να προσδιορίσει χρονικά τη δεύτερη έλευση του Χριστού, άλλωστε το απροσδιόριστο του χρόνου της δευτέρας παρουσίας το διεκήρυξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός: «περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24,36), προτρέπει τους πιστούς σε εγρήγορση και αναμονή της ημέρα εκείνης.  Όσο περνά ο χρόνος της παρούσας ζωής, τόσο και πλησιάζουμε προς την έλευση του Κυρίου.  Η δεύτερη έλευση του Χριστού θα σημάνει την ώρα της πλήρους συμμετοχής των πιστών στο μυστήριο της σωτηρίας.  Η σωτηρία αποτελεί βέβαια γεγονός από τη στιγμή της βάπτισης κάθε ανθρώπου, ωστόσο η πληρότητά της θα επέλθει με την έλευση της ημέρας του Κυρίου.  Επομένως ο κάθε πιστός ζει και πορεύεται στην παρούσα ζωή, αναμένοντας την ένδοξη έλευση του Κυρίου, κατά την οποία προσδοκά να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού.
 Η παρούσα ζωή παρομοιάζεται από τον Παύλο ως «νυξ», επειδή βρίσκεται υπό την επήρεια της αμαρτίας που συμβολίζεται με το σκοτάδι.  Η μέλλουσα ζωή αντίστοιχα παρομοιάζεται με «ημέρα», γιατί κατ΄ αυτήν  θα επικρατήσει το φως της βασιλείας του Θεού.  Οφείλουν λοιπόν οι πιστοί να απορρίψουν τα «έργα του σκότους», δηλαδή την αμαρτία και να ενδυθούν «τα όπλα του φωτός», τα χαρίσματα δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.  Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι το ένδυμα του πιστού από την ώρα της βάπτισής του.  Από τη στιγμή που ο Χριστός ενοικεί μέσα στον πιστό άνθρωπο, τότε το θέλημά του συνταυτίζεται με το θέλημα του Κυρίου και άρα «τα έργα του σκότους» δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν με «τα έργα του φωτός».
 Η σωτηρία του ανθρώπου στηρίζεται στην πίστη του Ιησού Χριστού, και όχι στις διάφορες τυπικές και νομικές διατάξεις.  Πολλοί χριστιανοί που ανήκαν προηγουμένως στην Ιουδαϊκή θρησκεία, εξακολουθούσαν να τηρούν ορισμένες διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου.  Μια από αυτές ήταν και η διάκριση των τροφών σε «καθαρές» και «ακάθαρτες».  Έτσι επιδίωκαν να απέχουν από τις «ακάθαρτες» τροφές όπως το κρέας και το κρασί από φόβο μήπως επιδράσουν στην ηθική τους κατάσταση ή από την επιθυμία τους να φθάσουν σε ψηλότερα μέτρα αγιότητας από τους άλλους.  Ο Παύλος κρίνοντας τα ζητήματα αυτά δευτερεύοντα ως προς την ουσία τους, συνιστά από τη μια ο καθένας να πράττει σύμφωνα με τις προσωπικές του πεποιθήσεις και από την άλλη «ασθενείς» και «δυνατοί» να αποφεύγουν τη μεταξύ τους κατάκριση, η οποία δημιουργούσε εντάσεις και φιλονικίες.
 Η κατάσταση αυτή επηρέαζε αρνητικά τις σχέσεις των χριστιανών και δημιουργούσε πρόβλημα στην ενότητα της εκκλησιαστικής κοινότητας.  Οι «δυνατοί» που έτρωγαν τα πάντα ενέπαιζαν και εξουθένωναν τους «ασθενείς» που δεν έτρωγαν.  Από την άλλη πλευρά οι «ασθενείς» κατέκριναν τους «δυνατούς» ως παραβάτες του νόμου.  Ο Παύλος επισημαίνει ότι είναι ανεπίτρεπτο γεγονός η κατάκριση των αδελφών.  Ο κάθε πιστός είναι δούλος Κυρίου και ανήκει σε αυτόν, όποια και αν είναι η πνευματική του κατάσταση.  Ο καθένας «στήκει ή πίπτει τω ιδίω Κυρίω», γι΄ αυτό η κατάκριση δεν έχει θέση μεταξύ των πιστών.  Ακόμα και αυτός που «πίπτει» θα σταθεί στη συνέχεια, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει.  Επομένως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τον άλλο, έστω και αν έχει πέσει, έστω και αν ζει μέσα στην αμαρτία και την αμετανοησία, γιατί πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα της ανόρθωσής του με την σωστική παρέμβαση του παντοδύναμου Θεού.
 Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής ενός πιστού ανθρώπου είναι η εν Χριστώ αγάπη. Μια αγάπη που αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός είναι «δυνατός», είτε είναι «ασθενής» στην πίστη. Ακόμα αγκαλιάζει και εκείνον που δεν πιστεύει στον Χριστό και την Εκκλησία. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει όρια, ούτε προϋποθέσεις. Αυτό άλλωστε έκανε και ο Τίμιος Πρόδρομος, απηύθυνε το κήρυγμά του σε όλους ανεξαιρέτως, αγωνιώντας για την σωτηρία ακόμα και των εχθρών του. Αυτή είναι η σωστή διάσταση του κηρύγματος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κηρύττει την σωτηρία του κόσμου που προσφέρεται από τον Ιησού Χριστό. Η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είναι ήδη γεγονός, αλλά αναμένεται η τελική επικράτησή της με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η ζωή και η πορεία των πιστών μέσα στον κόσμο λαμβάνει την εσχατολογική διάσταση της ζωής του Τιμίου Προδρόμου, αλλά και όλων των Αγίων που ποθούσαν την έλευση του Κυρίου και την επικράτηση της Βασιλείας του Θεού.

Το Γενέσιον του Προδρόμου, Αποστ.: Προς Ρωμαίους 13,11 – 14,4 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


 Αρχιμανδρίτου Αυγουστίνου Κκαρά, θεολόγου

Η σωτηρία του κόσμου
 Η Εκκλησία μας στις 24 Ιουνίου τιμά το γενέθλιον του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, ο οποίος υπήρξε ο Πρόδρομος της παρουσίας του Ιησού Χριστού στον κόσμο και ο προάγγελος της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι ίδιο με εκείνο της Κυριακής της Τυροφάγου και προέρχεται από την προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Η περικοπή αναφέρεται στην εγγύτητα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, γεγονός που απαιτεί εντατικότερη προσπάθεια και αγώνα από τους πιστούς, ώστε να είναι έτοιμοι όταν έλθει ο Κύριος. Η επιλογή του συγκεκριμένου αποστολικού αναγνώσματος κατά την εορτή του Τιμίου Προδρόμου δεν είναι τυχαία. Το κήρυγμα του Τιμίου Προδρόμου είχε κατεξοχήν εσχατολογικό χαρακτήρα και συνοψιζόταν μέσα σε λίγες λέξεις: «μετανοείτε ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ.3,2). Αυτή την ίδια εσχατολογική διάσταση δίνει και ο Απόστολος Παύλος στο παρόν αποστολικό ανάγνωσμα. Ο χρόνος και η ιστορία της ανθρωπότητας καθώς προχωρούν μας φέρνουν πιο κοντά στην Παρουσία του Κυρίου.
 Ο Απόστολος Παύλος χωρίς να επιθυμεί να προσδιορίσει χρονικά τη δεύτερη έλευση του Χριστού, άλλωστε το απροσδιόριστο του χρόνου της δευτέρας παρουσίας το διεκήρυξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός: «περί δε της ημέρας εκείνης και ώρας ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ει μη ο πατήρ μου μόνος» (Ματθ. 24,36), προτρέπει τους πιστούς σε εγρήγορση και αναμονή της ημέρα εκείνης.  Όσο περνά ο χρόνος της παρούσας ζωής, τόσο και πλησιάζουμε προς την έλευση του Κυρίου.  Η δεύτερη έλευση του Χριστού θα σημάνει την ώρα της πλήρους συμμετοχής των πιστών στο μυστήριο της σωτηρίας.  Η σωτηρία αποτελεί βέβαια γεγονός από τη στιγμή της βάπτισης κάθε ανθρώπου, ωστόσο η πληρότητά της θα επέλθει με την έλευση της ημέρας του Κυρίου.  Επομένως ο κάθε πιστός ζει και πορεύεται στην παρούσα ζωή, αναμένοντας την ένδοξη έλευση του Κυρίου, κατά την οποία προσδοκά να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού.
 Η παρούσα ζωή παρομοιάζεται από τον Παύλο ως «νυξ», επειδή βρίσκεται υπό την επήρεια της αμαρτίας που συμβολίζεται με το σκοτάδι.  Η μέλλουσα ζωή αντίστοιχα παρομοιάζεται με «ημέρα», γιατί κατ΄ αυτήν  θα επικρατήσει το φως της βασιλείας του Θεού.  Οφείλουν λοιπόν οι πιστοί να απορρίψουν τα «έργα του σκότους», δηλαδή την αμαρτία και να ενδυθούν «τα όπλα του φωτός», τα χαρίσματα δηλαδή του Αγίου Πνεύματος.  Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός είναι το ένδυμα του πιστού από την ώρα της βάπτισής του.  Από τη στιγμή που ο Χριστός ενοικεί μέσα στον πιστό άνθρωπο, τότε το θέλημά του συνταυτίζεται με το θέλημα του Κυρίου και άρα «τα έργα του σκότους» δεν είναι δυνατόν να συνυπάρξουν με «τα έργα του φωτός».
 Η σωτηρία του ανθρώπου στηρίζεται στην πίστη του Ιησού Χριστού, και όχι στις διάφορες τυπικές και νομικές διατάξεις.  Πολλοί χριστιανοί που ανήκαν προηγουμένως στην Ιουδαϊκή θρησκεία, εξακολουθούσαν να τηρούν ορισμένες διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου.  Μια από αυτές ήταν και η διάκριση των τροφών σε «καθαρές» και «ακάθαρτες».  Έτσι επιδίωκαν να απέχουν από τις «ακάθαρτες» τροφές όπως το κρέας και το κρασί από φόβο μήπως επιδράσουν στην ηθική τους κατάσταση ή από την επιθυμία τους να φθάσουν σε ψηλότερα μέτρα αγιότητας από τους άλλους.  Ο Παύλος κρίνοντας τα ζητήματα αυτά δευτερεύοντα ως προς την ουσία τους, συνιστά από τη μια ο καθένας να πράττει σύμφωνα με τις προσωπικές του πεποιθήσεις και από την άλλη «ασθενείς» και «δυνατοί» να αποφεύγουν τη μεταξύ τους κατάκριση, η οποία δημιουργούσε εντάσεις και φιλονικίες.
 Η κατάσταση αυτή επηρέαζε αρνητικά τις σχέσεις των χριστιανών και δημιουργούσε πρόβλημα στην ενότητα της εκκλησιαστικής κοινότητας.  Οι «δυνατοί» που έτρωγαν τα πάντα ενέπαιζαν και εξουθένωναν τους «ασθενείς» που δεν έτρωγαν.  Από την άλλη πλευρά οι «ασθενείς» κατέκριναν τους «δυνατούς» ως παραβάτες του νόμου.  Ο Παύλος επισημαίνει ότι είναι ανεπίτρεπτο γεγονός η κατάκριση των αδελφών.  Ο κάθε πιστός είναι δούλος Κυρίου και ανήκει σε αυτόν, όποια και αν είναι η πνευματική του κατάσταση.  Ο καθένας «στήκει ή πίπτει τω ιδίω Κυρίω», γι΄ αυτό η κατάκριση δεν έχει θέση μεταξύ των πιστών.  Ακόμα και αυτός που «πίπτει» θα σταθεί στη συνέχεια, γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη να τον ανορθώσει.  Επομένως κανένας δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει τον άλλο, έστω και αν έχει πέσει, έστω και αν ζει μέσα στην αμαρτία και την αμετανοησία, γιατί πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα της ανόρθωσής του με την σωστική παρέμβαση του παντοδύναμου Θεού.
 Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ζωής ενός πιστού ανθρώπου είναι η εν Χριστώ αγάπη. Μια αγάπη που αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, είτε αυτός είναι «δυνατός», είτε είναι «ασθενής» στην πίστη. Ακόμα αγκαλιάζει και εκείνον που δεν πιστεύει στον Χριστό και την Εκκλησία. Η αγάπη του Χριστού δεν έχει όρια, ούτε προϋποθέσεις. Αυτό άλλωστε έκανε και ο Τίμιος Πρόδρομος, απηύθυνε το κήρυγμά του σε όλους ανεξαιρέτως, αγωνιώντας για την σωτηρία ακόμα και των εχθρών του. Αυτή είναι η σωστή διάσταση του κηρύγματος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία κηρύττει την σωτηρία του κόσμου που προσφέρεται από τον Ιησού Χριστό. Η σωτηρία του ανθρωπίνου γένους είναι ήδη γεγονός, αλλά αναμένεται η τελική επικράτησή της με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Η ζωή και η πορεία των πιστών μέσα στον κόσμο λαμβάνει την εσχατολογική διάσταση της ζωής του Τιμίου Προδρόμου, αλλά και όλων των Αγίων που ποθούσαν την έλευση του Κυρίου και την επικράτηση της Βασιλείας του Θεού.

Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)


Αρνείται η πίστη την χαρά της ζωής; (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου)
Άνθρωποι αμαρτωλοί είμαστε όλοι μας, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Και δεν είναι εύκολο σήμερα να γίνει αυτό, διότι έχουμε μάθει την αμαρτία να την θέτουμε στο περιθώριο της ζωής μας. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του πολιτισμού μας αποδέχεται ως δικαίωμά μας τις «κώμες», δηλαδή το φαγοπότι, την μέθη, «τις κοίτες και τις ασέλγειες», δηλαδή την ασύδοτη και ακόλαστη ζωή, «την έριδα και τον ζήλο», δηλαδή την φιλονικία και τον φθόνο. Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία στα λόγια καταδικάζει όλες αυτές τις συμπεριφορές, στην πράξη τις ανέχεται και δεν θεωρεί πως δεν πειράζει εάν ο άνθρωπος υποκύπτει σε τέτοιους πειρασμούς. Άλλωστε, δεν είναι προτεραιότητα η ένδυση του Χριστού από τον καθέναν μας, αλλά η πρόνοια της σαρκός, που οδηγεί στην ικανοποίηση των επιθυμιών μας (Ρωμ.13,14).
Ίσως αναρωτηθούμε γιατί να είναι αμαρτία το να φάμε και να πιούμε, να απολαύσουμε δια της σαρκός μας τη ζωή, να είμαστε μαχητικοί και να έχουμε την άποψή μας έναντι των άλλων και, ταυτόχρονα, να θέλουμε να είμαστε καλύτεροι και ανώτεροι από εκείνους, αφού η ζωή περνά και πρέπει να τη χαρούμε, καθότι δεν θα ξαναέρθει. Άλλωστε, συνήθως έχουμε δίκιο από τη σκοπιά που βλέπουμε τα πράγματα. Παράλληλα, βλέπουμε τους ανθρώπους που ζούνε κατ’ αυτό τον τρόπο να χαίρονται τη ζωή τους, ενώ εμείς που επιλέγουμε στο όνομα της πίστης στο Χριστό μία ζωή λιτότητας, εγκράτειας, υποχωρητικότητας και συγχωρητικότητας, να περιφρονούμαστε και να περιθωριοποιούμαστε από την κοινωνία. Γιατί λοιπόν να μην έχουμε δικαίωμα να παλεύουμε για τις απόψεις μας και να ζούμε τις χαρές της ζωής, όπως τις ζούνε εκείνοι που προβάλλονται ως πρότυπα από την τηλεόραση, από την κρατούσα ηθική, από την φιλοσοφία της ζωής;
Ο απόστολος Παύλος προτάσσει έναντι αυτού του ήθους της ζωής, την ένδυση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτή η ένδυση δεν συνεπάγεται την άρνηση της κατά κόσμον χαράς, την οποία, άλλωστε, ο Χριστός ευλόγησε και είναι πλήθος τα παραδείγματα που έχουμε στην Γραφή, με αποκορύφωμα τον γάμο της Κανά, όπου εκτός από την ευλογία στη χαρά της ζωής, στην ενότητα και την δημιουργία σάρκας και πνεύματος που χαρακτηρίζουν τον κατά Θεό γάμο, ο Κύριος προσέφερε κρασί στους μετόχους του γαμήλιου δείπνου, οι οποίοι, όπως διαφαίνεται, ήταν μεθυσμένοι. Και ο Κύριος ευλόγησε το νερό, κάνοντάς το κρασί, για να συνεχίσουν να χαίρονται με τη χαρά του ζευγαριού και μάλιστα, με ανώτερης ποιότητας οίνο! Αυτό δείχνει ότι η πίστη στο Χριστό δεν μας κάνει να αρνούμαστε την χαρά της ζωής, αλλά μας δείχνει πού αυτή βρίσκεται αληθινά και από Ποιον πρέπει να ξεκινά. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός είναι η αρχή και το τέλος της ζωής μας και η ένδυσή Του πρέπει να είναι η κύρια μέριμνά μας. Αν Αυτός υπάρχει στη ζωή μας, τίποτε τότε δεν μας λείπει.
Ο Παύλος στην ουσία θέλει να μας δείξει ότι η ζωή χωρίς το Χριστό στηρίζεται μόνο στις κώμες, τις μέθες, τις κοίτες και τις ασέλγειες, την έριδα και τον ζήλο. Κι αυτό διότι δεν στηρίζεται στην αληθινή αγάπη, η οποία βρίσκει το μέτρο και το νόημα, ακόμη και στη χαρά, αλλά αποθεώνει το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει αυθύπαρκτος. Εκεί που ο Χριστός είναι παρών, είναι και η Εκκλησία. Και Εκκλησία σημαίνει κοινωνία αγάπης και όχι κοινωνία δικαιωμάτων και αυθυπαρξίας. Γιατί αγάπη σημαίνει μοίρασμα, σημαίνει χαρά με τους άλλους, σημαίνει σεβασμός στους άλλους, στα μέτρα και τα όριά τους, όπως αυτό διαφαίνεται από την ευλόγηση από τον Χριστό και την Εκκλησία του γάμου και όχι της ακόλαστης και ασύδοτης ζωής, όπως αυτό διαφαίνεται από την συγκατάνευση στη χαρά του έκτακτου γεγονότος της ζωής των άλλων και όχι στην υιοθέτηση της κώμης και της μέθης ως επαναλαμβανόμενης διασκέδασης, η οποία όμως δεν μας επιτρέπει να σεβαστούμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους, όπως αυτό διαφαίνεται από τις σαφείς απαντήσεις που ο Χριστός δίνει σε όσους Τον αμφισβητούν και όχι στην υιοθέτηση μιας άκριτης σιωπής, αλλά και στην συγχωρητικότητα έναντι όσων Τον βλάπτουν και την άρνησή Του να ανταποδώσει με κακό, το κακό που Του κάνουν, ακόμη κι αν διαπιστώνει την φιλονικία και τον φθόνο ανάμεσα στους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται.
Υπάρχει όμως και άλλη μία παράμετρος που έχει αξία. Είναι η επιθυμία. Για την πίστη υπάρχουν οι επιθυμίες της σαρκός και οι επιθυμίες του πνεύματος. Δεν υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα, γιατί τότε η σωτηρία δεν θα είχε να κάνει με τον όλο άνθρωπο. Η διάκριση θέλει να δείξει ότι υπάρχουν επιθυμίες που κρατούνε τον άνθρωπο προσκολλημένο στον παρόντα κόσμο και δεν τον αφήνουν να ανοίξει την ύπαρξή του προς την σχέση με το Θεό και την αιωνιότητα. Αυτές οι επιθυμίες, τις οποίες παρωθεί και ο διάβολος, δεν επιτρέπουν στον άνθρωπο να υπερβεί τον παρόντα χρόνο, με αποτέλεσμα να τον κάνουν να παραδίδεται σ’ αυτόν. Είναι αδύνατον λοιπόν να βρει μέτρο και προσανατολισμό αιωνιότητας, όταν κινείται με βάση τις σαρκικές επιθυμίες. Κι εδώ έγκειται ο πνευματικός αγώνας στη ζωή της Εκκλησίας. Να συνειδητοποιήσουμε ότι οι επιθυμίες της σαρκός γίνονται βαρίδια στην πνευματική μας πορεία, όχι για να απορρίψουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας ή για να γίνουμε κατ’ αποκλειστικότητα μοναχοί και αναχωρητές, αλλά για να μπορούμε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η σχέση με το Χριστό προηγείται και είναι η ωραιότερη και σπουδαιότερη επιθυμία την οποία καλούμαστε να έχουμε. Κι αυτή η επιθυμία εκπληρώνεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, με την θεία Ευχαριστία που γίνεται τροφή και κώμη πνευματική, με την προσευχή που γίνεται η νηφάλιος πνευματική μέθη, με τη αγάπη και τον σεβασμό στον άλλο, που γίνεται χαρά αληθινή κοινωνίας, με την ταπείνωση και την ανοχή, που νικά τον θυμό και την ζήλια, γιατί οι άλλοι δεν είναι όπως ίσως θα τους θέλαμε.
Μέσα από τον λόγο του αποστόλου Παύλου και τη ζωή της Εκκλησίας καταλαβαίνουμε ότι η σχέση με το Χριστό δίνει την υπέρτατη χαρά στον άνθρωπο. Χωρίς να του στερεί τις κατά κόσμον χαρές, τις οριοθετεί, με την παρουσία του Χριστού, η οποία δίδει μέτρο, σεβασμό και ευλογία και η οποία αποτρέπει τον άνθρωπο από το να παραδοθεί στα πάθη που το σαρκικό φρόνημα και η ροπή για αυθυπαρξία, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις του διαβόλου γεννούν. Η συνεχής μετάνοια, δηλαδή η επιστροφή στη ζωή της Εκκλησίας, μας καθιστά ανθρώπους που γνωρίζουμε μέχρι πού φτάνουν τα όρια μας, αλλά και που αναγνωρίζουμε το Χριστό ως προτεραιότητα της ύπαρξής μας. Αυτός ο δρόμος τελικά μας προστατεύει από την παράδοσή μας στην πρόνοια της σαρκός και στο θρίαμβο των επιθυμιών, που μας καθιστούν ανθρώπους χωρίς πνεύμα Θεού και χωρίς νόημα ζωής, ακόμη κι αν απολαμβάνουμε φαινομενικά τα δικαιώματά μας κι αν μας δοξάζουν οι άλλοι. Είμαστε όμως παραδομένοι στο πνεύμα της ανομίας και τελικά και στον παρόντα και στον αιώνιο χρόνο η αληθινή ευτυχία θα απουσιάσει.
π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 24 Ιουνίου 2012

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...