Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2012

Τυπικόν της 1ης Ἰουλίου 2012



Κυριακή: Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ.
Τῶν Ἁγίων καί Θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ
 τῶν ἐν Ῥώμῃ μαρτυρησάντων. 
Σύναξις πάντων τῶν ἐν Κρήτῃ διαλαμψάντων Ἁγίων. 
 
   
Ἦχος γ΄ – Ἑωθινόν Δ΄.
Τῷ Σαββάτῳ ἑσπέρας: Θ΄ ΩΡΑ
Ἀπολυτίκια: 
1.– «Οἱ τῶν Ἀποστόλων...».
2.– Δόξα·«Ἀπόστολοι ἅγιοι...».
Κοντάκιον: 
«Τούς ἀσφαλεῖς καί θεοφθόγγους κήρυκας...».
Ἀπόλυσις:
 Μικρά.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ
Προοιμιακός – Ψαλτήριον.
Εἰς τό·«Κύριε, ἐκέκραξα...».
Ἑσπέρια: 
1.– Τά 3 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· «Τῷ σῷ Σταυρῷ... 
– Πεφώτισται τά σύμπαντα...
 – Δοξάζω τοῦ Πατρός...». 
2.– Τά 3 Στιχηρά Ἀνατολικά· «Τόν Σταυρόν σου τόν τίμιον... 
– Ὑμνοῦμεν τόν Σωτῆρα... 
– Τοῖς ἐν ᾅδῃ καταβάς...»καί 
3.– Τό 1 Στιχηρόν Αὐτόμελον τῶν Ἁγίων· «Ὅλην ἀποθέμενοι...» 
καί τά 2 Στιχηρά Προσόμοια· «Ὕλην ἐβδελύξαντο...
 – Ὅλην εἰσοικήσασα...» εἰς 4, τό πρῶτον δίς.
Δόξα: Τό Ἰδιόμελον τῶν Ἁγίων· «Ἀτελεύτητος ὑπάρχει...».
Καί νῦν: 
Τό α΄ Θεοτοκίον τοῦ ἤχου· «Πῶς μή θαυμάσωμεν...».
Εἴσοδος:
 «Φῶς ἱλαρόν...». Τό Προκείμενον τῆς ἡμέρας καί τά Ἀναγνώσματα.
Ἀπόστιχα:
 Τό Ἀναστάσιμον Στιχηρόν· «Ὁ τῷ πάθει σου, Χριστέ...»
 καί τά κατ’ Ἀλφάβητον τοῦ ἤχου· «Ἡ ζωοδόχος σου ἔγερσις...
 – Θεός ὑπάρχων ἀναλλοίωτος... – Ἵνα τό γένος ἡμῶν...»
.
Δόξα:
 Τό ἕτερον Ἰδιόμελον τῶν Ἁγίων· «Πάντοτε ἔχοντες Χριστόν...».
Καί νῦν:
 Τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Ὁ ποιητής καί λυτρωτής μου...».
Τρισάγιον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...».
 2.– Δόξα, τῶν Ἁγίων· «Ἅγιοι Ἀνάργυροι...» καί 
3.– Τό ὁμόηχον Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Ὁ δι’ ἡμᾶς γεννηθείς...».
 Ἀπόλυσις: «Ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Τῇ Κυριακῇ πρωΐ: ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΚΟΝ
Μετά τόν Ν΄ Ψαλμόν, ὁ Τριαδικός Κανών·
 «Ἀκατάληπτε μόνη κυριαρχία...», τά διά τήν
 Λιτήν Στιχηρά Ἰδιόμελα τῶν Ἁγίων·
 «Ἡ πηγή τῶν ἰαμάτων...», κτλ. μετά τοῦ Δόξα, Καί νῦν αὐτῶν,
 τά Τριαδικά· «Ἄξιόν ἐστιν...».
 Τρισάγιον καί τό Ἀπολυτίκιον τῶν Ἁγίων· «Ἅγιοι Ἀνάργυροι...».
ΟΡΘΡΟΣ
Ἑξάψαλμος.
Εἰς τό· «Θεός Κύριος...».
Ἀπολυτίκια:
 Τά τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Καθίσματα:
 Τά Ἀναστάσιμα τῆς α΄ Στιχολογίας μετά Θεοτοκίου εἰς τό
 Καί νῦν·«Σέ τήν μεσιτεύσασαν...» (πρβλ. ὑποσημ.14) καί τῆς
 β΄ Στιχολογίας μετά τοῦ Θεοτοκίου αὐτῶν.
Τά Εὐλογητάρια – ἡ Ὑπακοή – οἱ Ἀναβαθμοί καί
 τό Προκείμενον τοῦ ἤχου.
Κανόνες: 
1.– Ὁ Ἀναστάσιμος· «Ὁ τά ὕδατα πάλαι νεύματι θείῳ...», μετά τῶν
Εἱρμῶν αὐτοῦ καί 
2.– Τῶν Ἁγίων· «Καταστραπτόμενοι δόξῃ τῇ θεϊκῇ...»,ἀμφότεροι εἰς 4.
Ἀπό γ΄ ᾨδῆς·
Τό Κοντάκιον καί ὁ Οἶκος τῶν Ἁγίων (χῦμα) καί τό·
Μεσῴδιον Κάθισμα:
 Τῶν Ἁγίων· «Ἰαμάτων δοτῆρες θαυματουργοί...»,
 μετά τοῦ Θεοτοκίου αὐτοῦ· «Πειρασμοί πολυπλόκοις περιπεσών...».
Ἀφ’ ς΄ ᾨδῆς·
Κοντάκιον – Οἶκος: 
Τά Ἀναστάσιμα.
Συναξάριον: 
Τῆς ἡμέρας.
Καταβασίαι:
 «Ἀνοίξω τό στόμα μου...».
Εὐαγγέλιον Ὄρθρου: 
Τό Δ΄ Ἑωθινόν· «Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος...»,κτλ.
Ἡ Τιμιωτέρα.
Εἱρμός θ΄ ᾨδῆς: 
«Ἅπας γηγενής...».
«Ἅγιος Κύριος...».
Ἐξαποστειλάρια: 
1.– Τό Δ΄ Ἀναστάσιμον· «Ταῖς ἀρεταῖς ἀστράψαντες...».
 2.– Τῶν Ἁγίων· «Τήν χάριν τῶν ἰάσεων...» καί
 3.– Τό Θεοτοκίον αὐτοῦ· «Ἐκύησας Πανάχραντε...».
Αἶνοι: 
1.– Τά 4 Στιχηρά Ἀναστάσιμα· «Δεῦτε πάντα τά ἔθνη... 
– Διηγήσαντο πάντα τά θαυμάσια... 
– Χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται... 
– Ἐν τῷ φωτί σου Δέσποτα...»καί 
2.– Τά 3 Στιχηρά Προσόμοια τῶν Ἁγίων· 
«Νάμασι τοῦ Πνεύματος... 
–Πάθη ἀλογώτατα... 
– Ὁ θεῖος ναός ὑμῶν...» εἰς 4, τό πρῶτον δίς, μετά στίχων
 εἰς τά δύο τελευταῖα: 
α΄.– «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος,
 πάντα τά θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς».
β΄. «Ἰδού δή τί καλὸν ἤ τί τερπνόν, ἀλλ’ ἤ τό κατοικεῖν 
ἀδελφούς ἐπί τό αὐτό».
Δόξα: 
Τό Δ΄ Ἑωθινόν· «Ὄρθρος ἦν βαθύς...».
Καί νῦν:
 «Ὑπερευλογημένη...».
Δοξολογία:
 Μεγάλη.
«Σήμερον σωτηρία...».
ΕΙΣ ΤΗΝ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ
«Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...».­
Εἴσοδος.
Εἰσοδικόν: «Δεῦτε προσκυνήσωμεν... ὁ ἀναστάς ἐκ νεκρῶν...».
Μετά τήν Εἴσοδον.
Ἀπολυτίκια: 
1.– Τό Ἀναστάσιμον· «Εὐφραινέσθω τά οὐράνια...».
 2.– Τῶν Ἁγίων· «Ἅγιοι Ἀνάργυροι...» καί 
3.–Τοῦ Ναοῦ.
 Κοντάκιον: «Προστασία...».
Τρισάγιον.
Ἀπόστολος:
 Τῶν Ἁγίων· «Ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ...» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27-31, ιγ΄ 1-8).
Εὐαγγέλιον: 
Κυριακῆς δ΄ ἑβδομάδος Ματθαίου· «Ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναούμ...»
(Ματθ. η΄ 5-13).
Εἰς τό Ἐξαιρέτως:
 «Ἄξιόν ἐστιν...».
Κοινωνικόν:
 «Αἰνεῖτε...».
«Εἴδομεν τό φῶς...», κτλ.
Ἀπόλυσις:
Ἡ τοῦ Ἑσπερινοῦ.
 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ -Η ΑΓΑΠΗ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΚΠΙΠΤΕΙ π. ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΜΟΥΡΤΖΑΝΟΣ


Πηγή


Η χριστιανική ζωή και διδασκαλία είναι γεμάτη από αναφορές και βιώματα αγάπης, τόσο που ενίοτε πολλοί άνθρωποι κουράζονται να ακούνε και να διαβάζουν. Είναι άλλωστε δύσκολο να αγωνιστεί κάποιος για κάτι που απουσιάζει ως προτεραιότητα από την καρδιά του. Συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπούμε τον εαυτό μας, είτε δημιουργικά είτε καταστροφικά. Δημιουργικά σημαίνει ότι είμαστε σε θέση να χτίσουμε εντός μας και να μοιραστούμε με τους άλλους αυτό που έχουμε. Καταστροφικά σημαίνει την πρόταξη του εαυτού μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να αδυνατούμε να μοιραστούμε, αλλά και να μην μπορούμε να δεχθούμε την αγάπη των άλλων, για την οποία συνήθως αμφιβάλλουμε ότι υφίσταται. Ό,τι δεν λειτουργεί εντός μας, συνήθως θεωρούμε ότι δεν υφίσταται σε κανέναν και αυτό είναι η τραγικότητα της ύπαρξής μας. 
Για την πίστη η αγάπη είναι ο μοναδικός ορισμός του Θεού. «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α’ Ιωάν. 4, 8). Αυτό συνεπάγεται ότι, επειδή είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού, και εμείς καλούμαστε στη ζωή μας να είμαστε αγάπη. Δεν είναι ένας συναισθηματικός δρόμος αυτός. Συνήθως η αγάπη θεωρείται το ωραιότερο και δυνατότερο συναίσθημα, είτε αυτή εκφράζεται δια του έρωτα είτε δια της γονεϊκής ιδιότητας είτε δια της φιλίας είτε δια της προσφοράς. Όμως η έννοια του συναισθήματος περιορίζει την αγάπη σε μία πρόσκαιρη και φθαρτή κατάσταση. Η αγάπη είναι οντολογική, υπαρξιακή κατάσταση. Είναι η δωρεά του «είναι» του Θεού στον άνθρωπο και μας οδηγεί στη θέωση. Και υπάρχει και λειτουργεί σταυρικά. Καθέτως προς το Θεό και οριζοντίως προς το συνάνθρωπο. Στην πράξη αυτό σημαίνει την έλξη που ο Θεός, αλλά και ο συνάνθρωπος ασκούνε προς τον καθέναν μας. Η έλξη συνεπάγεται την αναζήτηση και την δίψα για κοινωνία, χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς συμφέρον, χωρίς υπολογισμούς. Η αμαρτία όμως έρχεται να αλλοτριώσει την σταυρική διάσταση της αγάπης και να την συνδέσει με την ιδιοτέλεια. Έτσι τη θέση του Θεού υποκαθιστά ο θεοποιημένος εαυτός μας. Τη θέση του άλλου, οι επιθυμίες και οι ηδονές μας, που τοποθετούνται πιο πάνω από την αγάπη. Όλη η ζωή του ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απόπειρά μας να καθαρθούμε από την ιδιοτέλεια και να βρούμε την αγάπη στην πληρότητά της, να γίνουμε υπάρξεις που αγαπούνε, νικώντας τον θάνατο και το κακό. Άλλωστε, όπως καθαρά τονίζει ο απόστολος Παύλος «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α’ Κορ. 13,8). Ούτε ο θάνατος την νικά, αλλά συνοδεύει τον άνθρωπο στην αιωνιότητα ή η απουσία της του την στερεί.
«Κόλαση είναι το μαρτύριο να μην αγαπάει κανείς» (Ντοστογιέφσκυ). Ο καθένας μας καλείται να ξαναδεί τον εαυτό του στην εποχή της κρίσης, της ρευστότητας και της διάλυσης, να διαπιστώσει κατά πόσον έχει κάνει μέσα στη ζωή της Εκκλησίας το βήμα να νικήσει την ιδιοτέλεια και να καταστήσει την αγάπη προτεραιότητα της ζωής του. Η οικονομική τραγωδία που βιώνουμε αποτελεί την κατεξοχήν απόδειξη της κόλασης για όλους τους ανθρώπους. Οι αγορές δεν αγαπούνε κανέναν, παρά μόνο την ιδιοτέλειά τους. Αλλά και ο φιλήδονος κόσμος, που θεοποιεί τις ηδονές και τα πάθη, δεν αγαπά κανέναν, παρά μόνο τον εαυτό του. Κι αυτό τελικά γίνεται κόλαση, γιατί ο εξαρτημένος από τον εαυτό του και τις επιθυμίες του άνθρωπος δεν μπορεί να ελευθερωθεί εντός του, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ανοιχτεί ηθικά και πνευματικά στην αιωνιότητα. Μπορεί να κάνει φιλανθρωπία, να ψωμίζει πάντα τα υπάρχοντά του, αλλά δεν ωφελείται, γιατί η αγάπη δεν έχει γεμίσει την καρδιά του.
Πώς μπορούμε να νικήσουμε την κόλαση του να μην αγαπούμε; Η ασκητική ζωή της Εκκλησίας, η νηστεία, η προσευχή, το να αρκείται κανείς στα λιτά και να μπορεί να χαρεί με την κοινωνία με τους ανθρώπους και όχι με την επίδειξη των αγαθών, η εμπιστοσύνη στο Χριστό και στη σχέση μαζί Του, αλλά και η νίκη ακόμη και κατά του εαυτού, των παθών και των δικαιωμάτων αποτελούν την μόνη ίσως ασφαλή οδό προς την αγάπη. Να νικούμε καθημερινά τις ιδιοτέλειές μας. Να χαιρετούμε αυτούς που κανονικά θα έπρεπε να μας φέρνουν αποστροφή. Να συγχωρούμε όλους εκείνους που ο λογισμός μας μάς λέει ότι μας έβλαψαν και δεν αξίζουν την αγάπη μας. Να κάνουμε τον αγώνα μας και να αφηνόμαστε στο θέλημα του Θεού, αφού το έχουμε αναζητήσει μέσα από το Ευαγγέλιο, χωρίς αγωνία και άγχος, ακόμη και στις δυσκολίες, και να ζητούμε δια της προσευχής και της νήψεως την κοινωνία με το πρόσωπό Του. Όλοι αυτοί οι δρόμοι μας κάνουν να συναντιόμαστε σταυρικά με Θεό και πλησίον, όχι γενικά και θεωρητικά, αλλά στην πράξη, στο σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία και αποτελούν υπομνήσεις για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στον αγώνα της αγάπης.
Οι Άγιοι Ανάργυροι, προς τιμήν των οποίων διαβάζουμε το απόσπασμα από την Α’ προς Κορινθίους επιστολή του Παύλου, αποτελούν τους οδοδείκτες νίκης κατά της ιδιοτέλειας. Γιάτρευαν όχι μόνο τις πληγές του σώματος με την ιατρική τους επιστήμη και δεινότητα. Πρωτίστως έδιδαν θεραπεία στις ψυχές των ασθενών τους δείχνοντάς τους το Χριστό. Κι εδώ έγκειται ίσως η ωραιότερη αλλά και πιο δύσκολη διάσταση της αγάπης. Αυτή που γίνεται μέριμνα για τη σωτηρία του άλλου. Όχι συναισθηματικά, αλλά με γνώμονα την αλήθεια. Το συναίσθημα μας κάνει να στρογγυλεύουμε το λόγο μας. Η αλήθεια στοχεύει στην καρδιά του άλλου. Και αποκαλύπτει τις βαθιές πληγές που ο καθένας φέρει μέσα του. Αυτές που τον κάνουν να αρνείται το Θεό, την σωτηρία, την αγάπη και τον οδηγούν στην παράδοση στην ιδιοτέλεια. Γι’ αυτό και ουδέποτε εκπίπτει η αγάπη. Γιατί στοχεύει στην υπαρξιακή αλλαγή αυτού που αγαπάμε και ταυτόχρονα τη δική μας. Κι αυτό γίνεται μόνο με την παρουσία του Χριστού στην ζωή και την ύπαρξή μας, που είναι η όντως αλήθεια και που δεν φεύγει ποτέ αφ’ ημών. Εκτός εάν εμείς επιλέξουμε αλλιώς. 
Στην περίπτωση πάντως των αγίων Αναργύρων και μόνο ότι εξακολουθούμε να τους τιμούμε αιώνες μετά το μαρτύριό τους αποδεικνύεται ότι ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι ξεχάσαμε την αγάπη τους. Ας είναι λοιπόν αυτοί που θα μας την υπενθυμίζουν, για να αγωνιζόμαστε να την βιώσουμε. 

Κέρκυρα, 1 Ιουλίου 2012

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου – Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού ΑρχιμΑνδρίτης Επιφάνιος Οικονόμου



Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού
Η συκοφαντία
Τους εκ Ρώμης καταγόμενους Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό, εορτάζει και τιμά σήμερα, αδελφοί μου, η Αγία μας Εκκλησία. Οι Άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός, οι οποίοι έζησαν την εποχή πού αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Κάρινος,  ήταν γιατροί στο επάγγελμα και παρείχαν ιάσεις σε όλους όσοι είχαν ανάγκη. Αμοιβή τους δεν ήταν τα χρήματα, αλλά η οικειοθελής πίστη στον Χριστό των θεραπευθέντων ανθρώπων. Κάποιοι, όμως, καλοθελητές συκοφάντησαν τους Αγίους στον αυτοκράτορα, λέγοντας ότι τις θεραπείες και τα θαύματα πού επιτελούσαν τα έκαναν χρησιμοποιώντας μαγικές τέχνες. Πληροφορούμενοι την διαβολή οι Άγιοι Ανάργυροι προσήλθαν μόνοι τους ενώπιον του αυτοκράτορα, ο οποίος προσπάθησε να τούς μεταπείσει να αρνηθούν τον Χριστό.

Εκείνοι, όμως, όχι μόνο δεν αρνήθηκαν την πίστη τους, αλλά κατάφεραν να μεταπείσουν και να αλλάξουν και τον ίδιο τον Κάρινο, τον οποίο, με θαυματουργικό τρόπο, θεράπευσαν. ΢υγκεκριμένα, όταν ο Κάρινος ανέκρινε τούς Αγίους, μετατοπίστηκε η θέση του προσώπου του και στράφηκε προς την ράχη του. Αμέσως τότε οι Άγιοι τον θεράπευσαν με την προσευχή τους στον Χριστό. Εξαιτίας αυτού του θαύματος, πίστεψαν στον Χριστό όλοι οι μάρτυρες του θαύματος και ο Αυτοκράτορας τούς έστειλε πίσω στους συγγενείς τους με μεγάλες τιμές. Αργότερα, όμως, οι Άγιοι φθονήθηκαν από τον ίδιο τον δάσκαλό τους στην ιατρική επιστήμη, γιατί είχαν αποκτήσει μεγάλη δόξα και φήμη. Ο δάσκαλός τους τούς ανέβασε σε κάποιο όρος για να μαζέψουν δήθεν ιατρικά βότανα και εκεί τούς επιτέθηκε με πέτρες και τούς θανάτωσε.
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός της συκοφαντίας των Αγίων Κοσμά και Δαμιανού, από τους ειδωλολάτρες της εποχής τους, προκειμένου να αναστείλουν και καταστρέψουν την θεραπευτική τους δράση, που αποσκοπούσε όχι απλώς στην θεραπεία των σωματικών ασθενειών, αλλά κυρίως στην γνωριμία των ανθρώπων με τον Χριστό, τον μόνο Ιατρό ψυχών και σωμάτων και στην δι’ Αυτού σωτηρία. Δεν είναι, όμως, πρωτοφανές. Θυμίζουμε ότι και ο Ίδιος ο Κύριος συκοφαντήθηκε επανειλημμένως από την φαρισαϊκή υποκρισία της εποχής Σου, η οποία ακριβώς την ίδια συκοφαντία χρησιμοποιούσε εναντίον Σου:  εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια1· ενώ και πλήθη  Αγίων Μαρτύρων σύρονταν στους δημίους τους, με χαλκευμένες κατηγορίες και απίστευτες συκοφαντίες ανθρώπων που ζούσαν στην δαιμονική πλάνη.
Δυστυχώς, το φαινόμενο της συκοφαντίας συναντάται ευρύτατα και στην εποχή μας και χαρακτηρίζει ανθρώπους που δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο για να επικρατήσουν, κάθε άνομο τρόπο για να βλάψουν τους αξίους, κάθε ψεύδος για να εξυπηρετήσουν υπόγεια και ιδιοτελή συμφέροντα. Η συκοφαντία είναι η εκδίκηση των άνανδρων. Γι’ αυτό και ο πόνος που προκύπτει από την συκοφαντία είναι μαρτυρικός για τον συκοφαντούμενο. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ομολογεί ότι «δεν υπάρχει πόνος βαρύτερος και δεν υπάρχει πληγή περισσότερο θανάσιμη από τη συκοφαντία»2.  Την ίδια, όμως, στιγμή και η πνευματική ωφέλεια για τον αδίκως συκοφαντούμενο είναι μεγάλη. Γιατί, όπως διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «αυτός που μάς συκοφαντεί μάς προξενεί μεγάλο μισθό. Γιατί ο Κύριος είπε χαίρετε και αγαλλιάσθε, όταν είπωσι πάν πονηρόν ρήμα καθ’ υμών…»3
Πολλές φορές και μεταξύ των Χριστιανών παρατηρούνται φαινόμενα συκοφαντίας, προερχόμενα, ίσως, από υπερβάλλοντα ζήλο, σίγουρα, όμως, από ξεστρατισμένη ευσέβεια, που έχασε τα πνευματικά χαρακτηριστικά της και εκτραχύνθηκε σε άδικη και απάνθρωπη κρίση, στηριζόμενη, συνήθως, στα φαινόμενα, τα οποία συχνά απατούν. Ένα τέτοιο περιστατικό πνευματικής πλάνης, που εξέθεσε τον συκοφάντη, διασώζεται στην Ασκητική Γραμματεία της Εκκλησίας μας, η οποία διδάσκει ότι «κι αν ακόμη ψηλαφίσετε κάτι με τα χέρια σας, μη το θεωρήσετε βέβαιο. Διότι ένας αδελφός γελοιοποιήθηκε σε τέτοια περίπτωση. Αυτός είχε πονηρές υποψίες εναντίον του αδελφού του. Και μια μέρα, που τον είδε τάχα να αμαρτάνει με μία γυναίκα, ταράχθηκε και πολεμήθηκε φοβερά από κακούς λογισμούς. Πλησίασε, λοιπόν και τους σκούντησε με το πόδι του, λέγοντας: πάψτε πια, ως πότε; Και να! Σότε διεπίστωσε πως ήταν δύο δεμάτια στάρι, το ένα πάνω στο άλλο! Γι’ αυτό σάς λέγω: ακόμα κι αν ψηλαφίσετε με τα χέρια σας, μη βιαστείτε να κατηγορήσετε»4
Αν ψάξουμε λίγο μέσα μας, αγαπητοί μου, ίσως να διαπιστώσουμε ότι κι εμείς έχουμε υποκύψει τον πειρασμό της συκοφαντίας των αδελφών μας. Αν, μάλιστα, η συκοφαντία, γενικώς, συνιστά μέγα αμάρτημα ενώπιον του Θεού, η συκοφαντία των κληρικών, ειδικότερα, συνιστά τραγική εκτροπή, καθότι οι κληρικοί έχουν αναλάβει το βαρύτατο έργο της διαποίμανσης του λαού, πολεμούμενοι διαρκώς από τον μισόκαλο διάβολο και τα όργανά του.Εκείνος που διακρίνεται από αυτογνωσία και ταπείνωση κοιτά τις δικές του  ελλείψεις και δεν ασχολείται με τους άλλους. ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου
1. Ματθ. 9,34
2. Ε.Π.Ε. 2, 220
3. Ε.Π.Ε. 17, 38-40
4. Μ. Ευεργετινός. Ιερομ. Γρηγορίου, «Τα πάθος της κατακρίσεως», σελ. 21

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου Anthony Metropolitan of Sourozh





 
26 Ἰουνίου 1988

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πόσο μεγάλη πρέπει νά ἦταν ἡ πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου πού ἦρθε στόν Κύριο ζητώντας του νά θεραπεύσει τόν ὑπηρέτη του πού ἀγαποῦσε, πού τοῦ ἦταν πιστός. Ἄκουσε τόν Χριστό νά λέει: « Θά ἔρθω νά κάμω ἕνα θαῦμα στό σπίτι σου», καί θά μποροῦσε νά ἀπαντήσει, « Μήν ἔλθεις, ἕνας λόγος Σου εἶναι ἀρκετός γιά νά ἀποκατασταθεῖ ἡ ὑγειά τοῦ ὑπηρέτη μου!».

Αὐτό εἶναι ἕνα γεγονός ἀπό τήν ζωή τοῦ Κυρίου· ἕνα γεγονός πού ἄγγιξε ὄχι μόνο τόν Ἑκατόνταρχο, ὄχι μόνο τόν ὑπηρέτη του, ἀλλά κάθε μέλος τοῦ σπιτιοῦ. Ἦλθε χωρίς τόν Χριστό, καί ὁ ὑπηρέτης θεραπεύτηκε.

Ποιός ἀπό ἐμᾶς μπροστά σ’ ἕνα τρομερό, ἀγωνιώδη πόνο, μπορεῖ νά στραφεῖ πρός τόν Κύριο, νά παρουσιάσει τό αἴτημά του, νά Τοῦ ζητήσει ἔλεος καί νά ἐκδηλώσει τή δύναμή Του, καί ὅταν μᾶς λέει, ὅταν πληροφορεῖ τήν καρδιά μας, «Θά ἔλθω, θά κάνω σ’ ἐσένα αὐτό τό θαῦμα» - ποιός ἀπό ἐμᾶς θά εἶχε τό θάρρος νά πεῖ, «Ὄχι, Κύριε! Ἀρκεῖ ὁ λόγος Σου!»…

Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἔχουμε τό παράδειγμα τῶν Ἁγίων πού πολλοί ἔκτισαν μιὰ ζωή ἁγιότητος, ἀπό ἕνα λόγο τοῦ Εὐαγγελίου πού πῆραν σοβαρά καί στόν ὁποῖο ἀφιέρωσαν ὅλη τους τήν ἐνέργεια, ὅλη τους τήν ζωή. Ἔχουμε τό Εὐαγγέλιο, ἕναν λόγο, ἐκεῖνον τόν λόγο πού μπορεῖ νά θεραπεύσει μιά ζωή, πού μπορεῖ νά μεταμορφώσει ἀνθρώπους, σχέσεις, ψυχές καί ζωές. Ποιός ἀπό ἐμᾶς εἶπε ποτέ στόν Κύριο, «Τό Εὐαγγέλιο μοῦ εἶναι ἀρκετό»; Καί πόσο συχνά στρεφόμαστε στόν Κύριο γιά νά ποῦμε «Ναί, Κύριε – Τό διάβασα ὅλο τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά ἔλα ἐσύ ὁ ἴδιος, μίλησέ μου, πές μου ἕναν λόγο πού δέν εἶναι γραμμένος, πές ἕναν λόγο πού θά διαπεράσει τήν ζωή μου, τήν καρδιά μου σάν τή φωτιά καί τό σίδερο! Μίλησε, πάλι καί πάλι, Κύριε!»…Καί ἔτσι παραβλέπουμε ὅλο τό Εὐαγγέλιο, τό μήνυμα τοῦ Θεοῦ, τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ὅ,τι βλέπουμε στούς Ἀποστόλους, καί στούς μετέπειτα Ἁγίους, ἐπειδή θέλουμε μιὰ νέα ἀποκάλυψη, ἕναν νέο λόγο.

Καί θυμάστε ἐπίσης, πώς, ὅταν ὁ Χριστός ἔδωσε τήν ἐντολή στούς μαθητές νά ρίξουν τό δίχτυ τους στήν θάλασσα καί αὐτό τό δίχτυ ἔφερε πλῆθος ἀπό ψάρια, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, κατάλαβε ξαφνικά ποιός ἦταν ὁ Κύριος. Τά εἶχε ἀκούσει ὅλα, τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, ἦταν ἀπό τήν ἀρχή μέ τόν Κύριο – καί ἀμυδρά μόνο εἶχε καταλάβει ποιός ἦταν. Ἐκείνη τήν στιγμή συνειδητοποίησε ποιός ἦταν στήν βάρκα του καί εἶπε, «Κύριε, φύγε ἀπό τήν βάρκα! Εἶμαι ἁμαρτωλός, εἶμαι ἀνάξιος τῆς παρουσίας Σου! »

Καί πάλι, ποιός ἀπό ἐμᾶς, σέ στιγμές πού ὁ Κύριος ἦρθε κοντά μας, σκέφτηκε νά πεῖ τέτοια λόγια, ἔχοντας ἀντιληφθεῖ, ἐξαιτίας τῆς ἁγιότητας τοῦ Χριστοῦ, τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ, πόσο δέν ἀξίζουμε τήν ζωή Του, τό θάνατό Του, τήν κάθοδό Του στήν κόλαση, τό κατώτερο σημεῖο τοῦ κακοῦ. Καί αὐτή ἡ κόλαση δέν εἶναι μοναχά μία εἰκόνα· δέν ὑπάρχει μέσα μας ; Δέν ὑπάρχει μέσα μας ἕνα σκοτάδι, πού χρειάζεται κάτι παραπάνω ἀπό φώτιση – τό Φῶς τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό, τό φῶς τοῦ κόσμου.

Ἄς σκεφτοῦμε αὐτό πού ἀκοῦμε. Μόλις ἐπέστρεψα ἀπό τή Ρωσσία, καί κάθε πού ἔρχομαι, ἔχω ἕνα δέος γιά ὅ,τι εἶδα ἐκεῖ. Ὄχι ἀπό τίς σπουδαῖες λειτουργίες, ἀλλά ἀπό τούς ἀνθρώπους πού γιά περισσότερο ἀπό μισό αἰώνα, ἔφεραν τό βάρος τοῦ Σταυροῦ, καί πόσο τρομερό – πῶς ἐμπνέει – πόσο ταπεινωτικό εἶναι γιά κάποιον νά πρέπει νά μιλήσει σέ ἀνθρώπους πού ἡ ζωή τους εἶναι ἕνα κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνῶ ἡ δική μας εἶναι ντροπή τοῦ Χριστοῦ. Ναί, εἶναι αὐτό πού λέει τό Εὐαγγέλιο ὅτι ἀπό τούς λόγους μας θά κριθοῦμε, θά σωθοῦμε ἤ θά καταδικαστοῦμε. Πόσο τρομαχτικό εἶναι νά πρέπει νά ποῦμε λόγους ἀληθείας ἀπό καθῆκον, ἀπό ἀνάγκη καί νά γνωρίζουμε ὅτι κάθε λόγος μᾶς καταδικάζει.

Καί ἔτσι ὅταν ἕνας ἱερέας ἐξέρχεται στό Ἅγιο Βῆμα, κάνει τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, μπαίνοντας κάτω ἀπό τήν προστασία τοῦ Ἐσταυρωμένου, τοῦ θανάτου, τήν θυσιαστική ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ – προσευχηθεῖτε γι’ αὐτόν πού πρόκειται νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο, ἴσως τό κήρυγμα αὐτό νά τόν κρίνει καί νά τόν καταδικάσει– καί γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς σας. Καί τότε, ἴσως αὐτή ἡ προσευχή νά στηρίξει τόν ἱεροκήρυκα καί λέγοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τήν βοήθεια τῆς Θ. Χάριτος, ἴσως νά δυναμώσει τή ζωή σας καί σᾶς βοηθήσει νά φθάσετε τόν Χριστό, ὄχι ἐκεῖνον: νά συνειδητοποιήσετε ξαφνικά ὅτι ὁ ἱεροκήρυκας δέν ὑπάρχει – ὑπάρχει μόνο ἕνα μήνυμα. Θυμηθεῖτε! Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής δέν ὀνομάστηκε κήρυκας τοῦ Θείου Λόγου· λέγεται γι’ αὐτόν ὅτι ἦταν «φωνή βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Δέν ἦταν ἄνθρωπος, ἀλλά μήνυμα. Λάβετε τό μήνυμα, μήν σταθεῖτε στόν ταχυδρόμο, καί λάβετε τό μήνυμα καθώς τό περιγράφει ὁ Χριστός, ὅπως ἡ γῆ ἡ καλή πού θάβει μέσα της τόν σπόρο, τόν τρέφει καί φέρνει καρπούς, καρπούς ζωῆς: ὄχι καρπούς συναισθημάτων, σκέψεων, ἀλλά μιὰ ζωή πού εἶναι αὐτή τοῦ Θεοῦ, σαρκωμένη, ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ σέ μᾶς. Ἀμήν.

 
Ἀπόδοση Κειμένου:www.agiazoni.gr



Πρωτότυπο Κείμενο

THE FAITH OF THE CENTURION

26 June 1988
 

In the name of the Father, of the Son and of the Holy Ghost.

How great must have been the faith of the Centurion who came to Christ asking for a healing of his servant, whom he loved, who was faithful to him. He heard Christ say, ‘I shall come and work a miracle in thy home’, and he could answer, ‘Don't come! A word of Thine would be enough to restore the health of my servant!’

This is an event of the life of Christ; it is an event that touched not only the Centurion, not only his servant, but every member of the household. He came without Christ, and the servant was healed.

Who of us, in dire, agonising pain is capable of turning to the Lord, present Him his request, ask Him to show mercy and to manifest His power, and when the Lord says to us, in our hearts, ‘I shall come, I shall work this miracle for you’ - who of us would have the courage to say, ‘No, Lord! Thy word is enough!'...

We have the Gospel, we have the example of the Saints of whom many, many built a life of saintliness on one saying of the Gospel which they took se­riously and to which they devoted all their energies, all their life. We have the Gospel, a word, that word that can heal a life, that can transform
people, that can transfigure relationships, and human souls, and human lives. Who of us ever said to the Lord, ‘Thy Gospel suficeth unto me’? And how often we turn to the Lord and say, ‘Yes, Lord - I have read it all, but come Thyself, speak to me, speak a word which is not written, speak a word that would like iron or fire penetrate into my heart! Speak again, again, again, Lord!’.. And so, we pass by the whole Gospel, all the message of God, all the example of Christ, all that we see in the Apostles and the later Saints because we want a new revelation, a new word.

And you remember also how, when Christ commanded His disciples to cast a net into the sea and this net brought a multitude of fish, Saint Peter suddenly saw Who He was. He had heard it all, he had heard the Sermon on the Mountain, he had been with Christ from the beginning - and he saw only dimly who He was. At that moment, the moment of a material miracle he realised Who was in his boat, and he said, ‘Lord, leave this boat! I am a sinner, I am unworthy of Thy presence!’

And again, who of us, at moments when the Lord came close to us, have the thought of saying such words, realising because of the holiness of Christ, the holiness of God, how unworthy we are of Him, of His life, His teaching, His example, His death, His descent into hell, to the very rock bottom of evil. And this hell is not only an image; isn't it within us? Isn't there in us a darkness that needs more than enlightment - the Light of God, God, the light of the world.

Let us think of what we hear. I have just come back from Russia, and when­ever I come, I am awed by what I see there. Not by great services, but the people who for more than half a century have carried the burden of the cross, and how awe-inspiring - I was to say, how humiliating it is to one to has to speak to people whose life is a preaching of the Gospel, while one's own is a shame of Christ. Yes, it is true what the Gospel says that by our words shall we be judged, saved or condemned. How frightening it is to have by duty, by necessity to speak words of truth and to know that every word condemns you.

And so, when a priest comes out, makes a sign of the Cross, putting himself under the protection of the Crucifix, the death, the sacrificial love of Christ - pray for him who is to declare the Gospel, perhaps unto judgment and condemnation of self - and for the salvation of you souls. And then perhaps this prayer will sustain the preacher, and the preacher speaking God's own words, helped by the grace of God, may sustain your life and help you to reach Christ, not him: suddenly to realise that the preacher does not exist - there is only a message. Remember! Saint John the Baptist was not called a ‘preacher’ who proclaimed the word of God; it is said of him ‘a Voice, shouting in the wilderness’. It was not a man, it was a message. Receive the message, pass by the messenger, and receive the message as Christ describes, as good earth that engulfs the seed, feeds it and brings fruit, fruit of life: not of feelings, not of thoughts, but a life which is that of God incarnate, Christ's life in us. Amen.

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου - Ο δρόμος της ζωής εκ της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου




 
(Ματθ. η΄ 5 - 13)                   (Α΄ Κορ. ιβ΄ 27 - ιγ΄ 8) 
Ο δρόμος της ζωής
“Κύριε, ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης”
Η συναίσθηση της αναξιότητας του εκατόνταρχου και κατ΄ επέκταση η ταπείνωσή του, είναι στοιχείο από το οποίο θα μπορούσαμε ν΄ αντλήσουμε ένα ισχυρό μήνυμα για την πορεία που ακολουθούμε στη ζωή μας. “ Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχθώ στο σπίτι μου, πες όμως μόνο ένα λόγο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου”.  Συγκλονίζουν πράγματι τα λόγια αυτά γιατί σηματοδοτούν μια στάση, την οποία δύσκολα ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο σημερινός υιοθετεί.  Είναι η περίπτωση που αποτολμά να γκρεμίσει τα οχυρά που συνήθως ανεγείρει για να αφήνει τον εαυτό του σε μια παγερή απόσταση από το Θεό και το συνάνθρωπο.  Είναι η περίπτωση που έχει συναίσθηση της δικής του αδυναμίας και κάνει τη μεγάλη κίνηση: να ζητήσει τη βοήθεια του Θεού, τον οποίο πλησιάζει με πίστη και ελπίδα. 
Μια τραγικότητα που βιώνει ο σημερινός άνθρωπος είναι ότι πολλές φορές αυτοθεοποιείται και απομακρύνεται από την αγάπη του Θεού τρέφοντας την ψευδαίσθηση ότι με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να επιτύχει στη ζωή του.  Επιχειρεί με τις δικές του και μόνο δυνάμεις να κάνει ακόμα και “θαύματα”  αλλά εκείνο που συνεχώς δοκιμάζει είναι την απογοήτευση και την αγωνία.  Και αυτό γιατί αρνείται την παρουσία του Κυρίου στη ζωή του, ο Οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να μας προσφέρει θεραπεία σε κάθε μας ασθένεια και βοήθεια σε κάθε μας περίσταση.
 Ο εκατόνταρχος
Όταν ο Χριστός μπήκε στην Καπερναούμ, ο εκατόνταρχος τον πλησίασε και τον παρακάλεσε για ένα δούλο του.  Τον παρακάλεσε συγκεκριμένα να θεραπεύσει τον παράλυτο δούλο του.  Η καρδιά του ρωμαίου στρατιωτικού δεν αντέχει να το βλέπει να υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου. 
Σε μια εποχή που οι ρωμαίοι, θεωρούσαν τους δούλους περίπου σαν αντικείμενα, ο εκατόνταρχος παρά τη θέση και το αξίωμα του, θεωρεί το δούλο του σπιτιού του σαν δικό του παιδί.  Ταπεινώνεται μπροστά στο Χριστό και ζητά το έλεος του.  Παρακαλεί να τον θεραπεύσει και ο Κύριος ανταποκρίνεται αμέσως. 
Ο εκατόνταρχος μπροστά στην προθυμία του Χριστού να έλθει στο σπίτι του για να θεραπεύσει τον άρρωστο δούλο του, αισθάνεται τη δική του αναξιότητα και ομολογεί: “ Κύριε, ουκ ειμί ικανός, ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης”.  Συνεχίζοντας, εκφράζει δημόσια την πίστη του στην Θεότητα του Χριστού, λέγοντας: “ Μόνον ειπέ λόγον και ιαθήσεται ο παις μου”. Σαν Θεός που είσαι πες ένα λόγο.  Αυτός και μόνον αρκεί για να θεραπευθεί ο δούλος μου. 
Είναι πράγματι αξιοθαύμαστη και η ταπείνωση του εκατόνταρχου, αλλά και η μεγάλη πίστη που επέδειξε.  Ένας πολύ αρμονικός συνδυασμός αρετών που ανεβάζει τον άνθρωπο πολύ ψηλά και τον καταξιώνει σαν εικόνα του Θεού στην πιο αυθεντική της μορφή. 
Αγαπητοί, ιδιαίτερα στην εποχή μας σήμερα που μαστίζεται από τόσα πάθη και ο εγωϊσμός και η υπερηφάνεια, αλλά πολλές φορές και η απιστία εμφωλεύουν στις καρδιές των ανθρώπων, ο εκατόνταρχος της διήγησής μας έρχεται να φωτίσει ένα άλλο δρόμο ζωής.  Εκείνο που περνά μέσα από τη συναίσθηση της αναξιότητάς μας και οδηγεί στην ταπείνωση για να επιζητούμε το έλεος και την ευσπλαχνία του Θεού.  Είναι ένας δρόμος μέσα από τον οποίο προβάλλεται η πίστη, η οποία εκφράζεται ως απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό, ο οποίος είναι η μόνη ελπίδα και σωτηρία μας.

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου – Το χάρισμα των χαρισμάτων (Αποστολικό Ανάγνωσμα)




Αποστολικό Ανάγνωσμα: Α΄ κορ. ΙΒ΄ 27 - ΙΓ΄ 8
ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ
«Ζηλοῦτε τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα»
Στὸ σημερινὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, τό ὁποῖο ἀναγινώσκεται πρὸς τιμὴν τῶν ἑορταζομένων ἁγίων Ἀναργύρων, ὁ ἀπόστολος  Παῦλος κάνει λόγο γιὰ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Προτρέπει ὅμως νὰ ἐπιδιώκουμε τὰ ἀνώτερα ἀπὸ αὐτά: «Ζηλοῦτε τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα», γράφει.
Εἶναι λοιπὸν εὐκαιρία σήμερα, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἑορτὴ τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, νὰ δοῦμε τὴ ζωὴ αὐτῶν τῶν δύο Ἁγίων καὶ πῶς καλλιέργησαν τὰ ἀνώτερα χαρίσματα στὴ ζωή τους.
1. Ιατροὶ θαυματουργοὶ
Οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι Κοσμᾶς καὶ Δαμιανὸς ἦταν ἀδέλφια καὶ ἔζησαν στὴ Ρώμη γύρω στὰ τέλη τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Πιστοὶ χριστιανοὶ καὶ οἱ δύο, σπούδασαν τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη μὲ σκοπὸ νὰ ἀφιερώσουν τὴ ζωή τους στὴ διακονία τῶν συνανθρώπων τους. Καὶ πράγματι ἔγιναν λαμπροὶ ἐπιστήμονες καὶ καταξιωμένοι γιατροί.  Ὡστόσο τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιτυχίας τους δὲν ἦταν οἱ – γιὰ τὰ δεδομένα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς – ἄριστες γνώσεις τῆς ἰατρικῆς ποὺ ἀπέκτησαν, ἀλλὰ ἡ θερμὴ πίστη τους στὸν Θεό.

Σὲ κάθε περίπτωση ἀρρώστου ποὺ κατέφευγε σ’ αὐτούς, δὲν παρέλειπαν νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τοῦ Ἰατροῦ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, κι ἔτσι θεράπευαν κάθε εἴδους ἀσθένεια.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ σωματικὴ φρόντιζαν καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ὑγεία τῶν ἀνθρώπων ποὺ τοὺς πλησίαζαν. Δὲν ἔχαναν εὐκαιρία νὰ μιλοῦν στοὺς ἀσθενεῖς τους γιὰ τὴν ἀληθινὴ πίστη καὶ νὰ τοὺς ὁδηγοῦν στὴ μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία. Δικαίως λοιπὸν ψάλλει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία: «Πηγὴν ἰαμάτων ἔχοντες, Ἅγιοι Ἀνάργυροι, τὰς ἰάσεις παρέχετε πᾶσι τοῖς δεομένοις... ἰατρεύοντες τὰ πάθη τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν», ποὺ σημαίνει ὅτι οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι ἔλαβαν εἰδικὴ χάρη ἀπὸ τὸν Θεό, ὥστε νὰ καταστοῦν «πηγὴ ἰαμάτων»καὶ νὰ προσφέρουν σὲ ὅσους τοὺς παρακαλοῦσαν τὴν «ἴασιν ψυχῆς τε καὶ σώματος».
Ἦταν λοιπὸν ἡ θερμὴ πίστη τους στὸν Θεὸ καὶ ἡ βαθιὰ ταπείνωσή τους οἱ ἀρετὲς ἐκεῖνες, ποὺ τοὺς κατέστησαν ἄξιους γιὰ νὰ λάβουν τὸ χάρισμα τῶν ἰάσεων καὶ μὲ αὐτὸ νὰ βοηθοῦν πολλοὺς ἀνθρώπους.
Ναί! Ἔκαναν θαύματα! Ὡστόσο,ὅσο κι ἂν ἀκούγεται μεγάλο κι ἐντυπωσιακὸ αὐτό, διέθεταν καὶ κάποιο ἄλλο χάρισμα ἀκόμη ἀνώτερο, τὸ ὁποῖο θά δοῦμε στὴ συνέχεια.
2.  Καὶ ἀνάργυροι
Ἡ φήμη τῶν ἁγίων Ἀναργύρων σύντομα ἐξαπλώθηκε στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ ἄνθρωποι ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο ἔρχονταν νὰ τοὺς συναντήσουν στὸν τόπο ὅπου διέμεναν κοντὰ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ ζητήσουν τὶς προσευχές τους ἀλλὰ καὶ τὴ θεραπεία διαφόρων νοσημάτων. Ἦταν κάτι τὸ ἐκπληκτικό! Μέρα νύχτα οἱ δύο ἀδελφοὶ γιατροὶ δὲν ἔπαυαν νὰ προσφέρουν τὶς ὑπηρεσίες τους σὲ καθέναν ποὺ τοὺς ζητοῦσε βοήθεια. Τὸ πιὸ ἐκπληκτικὸ ὅμως δὲν εἶναι τὰ ἀναρίθμητα θαύματα ποὺ ἔκαναν ἀλλὰ ἡ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη τους. Διότι παρεῖχαν τὴ θεραπεία σὲ ὅλους δωρεάν! Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε τοὺς ἐδόθη καὶ ἡ ἐπωνυμία «Ἀνάργυροι», ποὺ τοὺς συνοδεύει ἀπὸ τότε ὡς τιμητικὸς τίτλος, ἐπειδὴ δὲν δέχονταν χρήματα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προσέφεραν.
Τί θαυμαστό! Ἐπιστήμονες αὐτοί, καὶ ὅμως ἔθεσαν ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἐπιτυχίες τους στὴ διακονία τῆς ἀγάπης!
Τελικὰ αὐτὸ ἦταν τὸ ἀνώτερο χάρισμα ποὺ ἀπέκτησαν: ἡ ἀγάπη. Ἀγάπη πρὸς ὅ λους, χωρὶς διακρίσεις. Ἀγάπη γνήσια καὶ θυσιαστική. Ἀγάπη σὰν αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἀπόστολος Παῦλος πλέκει τὸ γνωστὸ ὑπέροχο ἐγκώμιο ποὺ βρίσκεται στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ καὶ ἀκούσαμε σήμερα. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στ’ ἄλλα, ἀναφέρεται ὅτι ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς», δηλαδὴ δὲν ἐπιδιώκει τὸ δικό της συμφέρον.
Πράγματι! Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀγαπᾶ δὲν ὑπολογίζει οὔτε κόπο, οὔτε ἔξοδα, οὔτε τὴν προσωπική του ἄνεση, ἀλλὰ προτιμᾶ νὰ θυσιάζεται γιὰ χάρη τῶν ἄλλων. Τέτοια θυσιαστικὴ ἀγάπη εἶχαν οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πανάγαθος Θεὸς τοὺς χάρισε αἰώνια τιμὴ καὶ δόξα!
Πόσα ἔχει νὰ μᾶς διδάξει αὐτὴ ἡ ἀγάπη τῶν ἁγίων Ἀναργύρων! Εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ἀγάπης καὶ θυσίας. Ὁ καθένας μας ἔχει χαρίσματα ποὺ τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός. Ἂς μὴν τὰ κρατᾶμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Ἂς σκεφθοῦμε τρόπους γιὰ νὰ τὰ ἀξιοποιήσουμε βοηθώντας τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας ποὺ ἔχουν τόσο πολὺ ἀνάγκη! 
«Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν»,  ψάλλουμε στὸ Ἀπολυτίκιό τους. Ἂς παρακαλοῦμε λοιπὸν τοὺς ἁγίους καὶ θαυματουργοὺς Ἀναργύρους νὰ πρεσβεύουν στὸν Δωρεοδότη Κύριο, ὥστε κάθε χάρισμα ποὺ μᾶς  ἔδωσε Ἐκεῖνος νὰ τὸ καλλιεργοῦμε ταπεινά, μὲ τὴ συναίσθηση ὅτι τίποτε δὲν μποροῦμε νὰ κατορθώσουμε χωρὶς τὴ βοήθειά του, καὶ μὲ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γύρω μας, διότι δὲν ὑπάρχει καλύτερο πράγμα ἀπὸ τὸ νὰ μοιράζεται κανεὶς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀδελφούς του.

Κυριακή Δ΄ Ματθαίου – «Η Αγάπη : οδός θεώσεως». (Αποστολικό Ανάγνωσμα) Αρχιμανδρίτης Καλλίνικος Νικολάου



Ἀπόστολος Ἁγίων Ἀναργύρων Α΄Κορ. ιβ΄ 27-ιγ΄8
«Ἡ Ἀγάπη : ὁδός θεώσεως».
«Ἔτι καθ’ ὑπερβολήν ὁδόν ὑμῖν δείκνυμι»
Ὅσο καί ἄν μᾶς φαίνεται παράδοξο, ἡ ἀγάπη ὅπως τήν προβάλλει ἡ Ἐκκλησία ἐνσαρκωμένη, εἶναι ἄγνωστη γιά τόν πολύ κόσμο. Ἡ μνήμη λοιπόν τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων Κοσμᾶ καί Δαμιανοῦ καί τό σημερινό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα πού εἶναι ἀφιερωμένο σ’ αὐτήν, εἶναι δύο ἄριστες εὐκαιρίες, ὥστε νά μαθητεύσουμε στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν ἀγάπη.
1) Ἡ ἀγάπη συνιστᾶ τήν ἐν Χριστῷ ζωή.
Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι μαζί μέ τήν κατάρτισή τους στήν ἰατρική τέχνη, μορφώθηκαν καί πνευματικά. Ἔγιναν ζωντανές εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωποι ἀληθινῆς ἀγάπης καί ἔζησαν εὐεργετώντας ψυχικά καί σωματικά τούς ἀνθρώπους παρέχοντας δωρεάν τίς ἰατρικές τους ὑπηρεσίες. Γι’ αὐτό ὀνομάσθηκαν Ἀνάργυροι.

Κατευθυντήρια δύναμη τους ἦταν ἡ ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί πρός κάθε ἀνεξαιρέτως συνάνθρωπο, χάρη στήν ὁποία ἔγιναν κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Γιατί «ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὅποιος μένει στήν ἀγάπη μέσα στό Θεό μένει, καί ὁ Θεός μέσα σ’ αὐτόν» (Α΄ Ἰωάννου δ΄16). Ἡ Πατερική θεολογία τονίζει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ταυτόσημη μέ τήν ζωή, ἐφόσον αὐτή καί μόνη κινεῖ τούς ἀληθινῶς ζώντας ἀνθρώπους ἀπό τόν παρόντα μέχρι καί τόν μέλλοντα αἰώνα. Κι ἄν ἐξετάσουμε τήν ἐν Χριστῷ ζωή τῶν ἁγίων ἀπό τήν ἄποψη τῆς δικῆς τους συνεισφορᾶς καί συνεργίας, τότε θά διαπιστώσουμε ὅτι τίποτε ἄλλο δέν συνιστᾶ αὐτή τήν ζωή παρά μόνο ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο. Ἄλλωστε ὅλες οἱ ἐντολές τοῦ Κυρίου, ὅλη ἡ ἀσκητική διδασκαλία τῶν Πατέρων, ὅλοι οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας δέν ἀποτελοῦν παρά τούς ὁδοδείκτες στήν ὁδό τῆς ἀγάπης, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἕνωση μέ τόν Θεό. Μήπως αὐτό δέν ἔλεγε ὁ Κύριος στίς τελευταῖες Του παρακαταθῆκες πρός τούς Μαθητές : «Ἐάν ἀγαπᾶτε με, θά τηρήσετε τίς ἐντολές μου. Καί ἐγώ θά παρακαλέσω τόν Πατέρα καί θά σᾶς δώσει ἄλλον Παράκλητον γιά νά μείνει μαζί σας αἰώνια» (Ἰωάν. ιδ΄ 15-16).
Μέσα σ’ αὐτήν τήν προοπτική, καταλαβαίνουμε γιατί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θεωρεῖ ὅλα τά ἄλλα χαρίσματα κι αὐτόν ἀκόμη τόν μαρτυρικόν θάνατον ἀνεπαρκή, ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀγάπη. Πλέκοντας τόν ὕμνο τῆς ἀγάπης, λέγει ὅτι αὐτή εἶναι ἡ κοινή πηγή ὅλων τῶν ἀρετῶν τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδας, τῆς ὑπομονῆς, τῆς μακροθυμίας, τῆς ἀγαθοεργίας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς ἀοργησίας, τῆς ἁπλότητος, τῆς συνέσεως, τῆς χαρᾶς γιά τήν ἀλήθεια, τῆς ἀποφυγῆς κάθε ἀδικίας καί κακίας.
Ἑπομένως ὅταν ἀναφερόμαστε στήν ζωή τῶν Ἁγίων, τῶν προτύπων μας γιά τήν ἐν Χριστῷ ζωή πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι αὐτή ἡ ζωή εἶναι ἕνα ἑνιαῖο καί ἄρτιο σῶμα μέ κεφαλή τήν ἀγάπη.
Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει, ὅτι χωρίς τήν κεφαλή τό ὑπόλοιπο σῶμα τῶν ἀρετῶν εἶναι τελείως νεκρό καί ἀνενέργητο, ὅπως καί ἡ κεφαλή δίχως τό σῶμα δέν μπορεῖ νά ἐνεργήσει. Οἱ Ἅγιοι Ἀνάργυροι λοιπόν δέν εἶχαν ἁπλῶς κάποια φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ὥστε νά προσφέρουν δωρεάν τήν διακονία τους, ἀλλά ἐνσάρκωναν τήν καθολική ἀγάπη, τήν συνισταμένη τῶν ἄλλων ἀρετῶν.
2) Ἡ ἀγάπη εἶναι σταυρός.
Μέ τά προηγούμενα τονίσαμε ὅτι ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, ἀλλά ἡ οὐσία της. Δέν εἶναι κάποια ἰδιότητα τοῦ χριστιανοῦ, ἀλλά τό βαθύτερο βίωμά του, τό ὁποῖο καί ἐκφράζεται διά μέσου τῶν ἐπιμέρους ἀρετῶν. Πῶς ὅμως καλλιεργεῖται καί κατακτᾶται ἡ ζωή τῆς ἀγάπης καί πρός τά ποῦ συγκεκριμένα ἀπευθύνεται;
Ἡ ἀγάπη ἐκδηλώνεται σταυρικά, ἑνώνοντας τόν πνευματικό ἀγωνιστή μέ τόν Θεάνθρωπο καί τόν συνάνθρωπο. Ὁ Ὅσιος ἀββᾶς Δωρόθεος θέλοντας νά μιλήσει γιά τήν φύση αὐτή τῆς ἀγάπης, χρησιμοποιεῖ τό παράδειγμα τοῦ κύκλου. Ἄς θεωρήσουμε λέγει ὅτι ὁ κόσμος μας εἶναι σάν ἕνας κύκλος μέ τόν Θεό στό κέντρο καί τούς διαφόρους τρόπους ζωῆς τῶν ἀνθρώπων σάν ἀκτῖνες.
Ὅπως λοιπόν οἱ ἀκτῖνες συγκλίνουν καί ἑνώνονται ὅταν φθάσουν στό κέντρο τοῦ κύκλου, ἐνῶ ἀποκλίνουν καί διαχωρίζονται μεταξύ τους, ὅταν ἀπομακρύνονται ἀπό τό κέντρο κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει καί μέ τούς ἀνθρώπους. Ὅσο δηλαδή πλησιάζουν μέ τήν ζωή τους τόν Θεό, συγχρόνως πλησιάζουν καί μεταξύ τους. Ὅσο πάλι, προσεγγίζει ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ἄλλο τόσο προσεγγίζει καί τόν Θεό. Ἀντίθετα, ὅταν ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Θεό ἀποξενώνονται καί μεταξύ τους. Αὐτή ἡ παρομοίωση ἀνακεφαλαιώνει τήν σχετική πατερική διδασκαλία, ἡ ὁποία ἄλλοτε τονίζει ὅτι «ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό δέν μπορεῖ παρά καί κάθε ἄλλο ἄνθρωπο νά ἀγαπήσει σάν τόν ἑαυτό του» (Ἅγιος Μάξιμος Ὁμολογητής) καί ἄλλοτε ὅτι «ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό προηγουμένως ἔχει ἀγαπήσει τόν ἀδελφό του» (Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος).
Μποροῦμε νά ποῦμε μέ βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀληθινή φιλανθρωπία εἶναι φιλόθεη, ὅπως καί ἡ πραγματική φιλοθεΐα εἶναι φιλάνθρωπη.
Ἀλλά ἡ ζωή τῆς ἀγάπης ὄχι μόνο ἐκτυλίσσεται σταυρικῶς, συνάμα ἀποτελεῖ σταυρό πραγματικό. «Μή θέλεις νά ἀρέσεις στόν ἑαυτό σου καί δέν θά μισεῖς τόν ἀδελφό σου. Μήν εἶσαι φίλαυτος καί θά γίνεις φιλόθεος» συμβουλεύει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ὅποιος λοιπόν δέν σταυρώνει –νεκρώνει τό ἐγωϊστικό του φρόνημα εἶναι ἀδύνατο νά κατακτήσει τήν ἀγάπη. Ἡ Ἐκκλησιαστική παράδοση ὁμόφωνα τονίζει ὅτι προϋπόθεση τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἀσκητική αὐταπάρνηση καί ἡ ζωή τῆς ὁλοκληρωτικῆς μετάνοιας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει τήν ἀποχή ἀπό ὅλα τά κακά καί τήν καλλιέργεια ὅλων τῶν ἀρετῶν, ὅπως προαναφέραμε. Μόνο ἔτσι μπορεῖ κανείς νά ἀγαπήσει τόν Χριστό μέ ὅλη τήν ψυχή του καί τήν καρδιά του μέ ὅλο τόν νοῦ του καί τήν δύναμη ἀλλά καί τόν ὁποιοδήποτε ἀδιακρίτως πλησίον του σάν τόν ἑαυτό του. Μόνο ἔτσι μπορεῖ νά φθάσει στήν τελειότητα τῆς ἀγάπης.
Ἀδελφοί μου
Ἀπό ὅλα αὐτά μποροῦμε νά ἀντιληφθοῦμε πόσο πολύ ἔχει ἀλλοιώσει ἡ κοσμική νοοτροπία τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, ὥστε νά χωράει στά μέτρα τοῦ πτωτικοῦ καί ἐγωκεντρικοῦ ἀνθρώπου. Τήν ἀποκαθήλωσε ἀπό τό ὕψος τοῦ σταυροῦ της, γιά νά μήν ἔχει τήν δύναμη ποτέ πιά νά ἀνασταίνει στίς καρδίες τῶν ἀνθρώπων τήν πεσούσαν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μέ τίς κοσμικές προϋποθέσεις εἶναι ἀποπροσανατολιστικό νά ἐπικαλούμαστε τήν χριστιανική ἀγάπη σάν ἕνα πολιτικό-κοινωνικό σύνθημα, γιά νά καλύψουμε τόν ἀναιμικό ἀνθρωπισμό μας. Τήν ὁδό τῆς ἀγάπης τήν φανερώνουν ἀποκλειστικά οἱ ἅγιοι ὁδοιπόροι της, γιά νά γίνουμε καί μεῖς συνοδοιπόροι τους καί νά ἀκολουθήσουμε μαζί τους τήν Αὐτοαγάπη, τόν Χριστό. Ἀμήν

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. Η΄ 5-13) Η πίστη του εκατοντάρχου


Ταπείνωση μοναδική

Όταν o Κύριος κάποια ημέρα ήλθε στην Καπερναούμ, Τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος και Τον παρακαλούσε: Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι και βασανίζεται τρομερά από τους πόνους του. Τότε ο Κύριος του άπαντα: Θα έλθω στο σπίτι σου και θα τον θεραπεύσω. Ο εκατόνταρχος όμως του αποκρίνεται: Κύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη του σπιτιού μου, αλλά μόνο πες ένα λόγο και θα γίνει καλά ο δούλος μου. Διότι κι εγώ άνθρωπος είμαι κάτω από εξουσία, και έχω κάτω από τις διαταγές μου στρατιώτες και λέω στον ένα· πήγαινε, και πηγαίνει· και στον άλλον· έλα, και έρχεται. Και στο δούλο μου λέω, κάνε αυτό, και το εκτελεί.
Πόση ταπείνωση είχε αυτός ο ειδωλολάτρης αξιωματικός! Ενώ δεν είχε μεγαλώσει και δεν είχε ζυμωθεί με τις παραδόσεις και τις διδαχές της αληθινής πίστεως στον ένα Θεό, έχει επίγνωση ανεξήγητη, ταπείνωση μοναδική. Θεωρεί τον εαυτό του αντάξιο της παρουσίας του Κυρίου στο σπίτι του. Συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του στη θέα της ακτινοβόλου αγιότητας του Χριστού μας. Συναισθάνεται ακόμη και τη μεγαλειότητά του. Κατανοεί ότι ο Κύριος έχει εξουσία πάνω στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων. Και δεν ζητά από Αυτόν να παρακαλέσει, αλλά να διατάξει την ίαση του δούλου του. Δείχνει λοιπόν μία τόσο μεγάλη πίστη, μία πίστη που θαύμασε και ο ίδιος ο Κύριος και την επαίνεσε δημοσίως.
Αυτήν ακριβώς τη φράση του εκατόνταρχου την πήραν στα χείλη τους αμέτρητοι άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι αισθάνονταν τη δική τους μικρότητα μπροστά στο μεγαλείο του Κυρίου. Και η φράση αυτή έγινε προσευχή. Μία προσευχή που ψελλίζουμε με πίστη, συναίσθηση και ταπείνωση όλοι οι πιστοί, όταν στεφόμαστε με δέος μπροστά στο άγιο Ποτήριο. Και επαναλαμβάνουμε με ταπείνωση και συναίσθηση τα λόγια του εκατόνταρχου: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Διότι η ψυχή μου είναι έρημη από αρετές και κατερειπωμένη από τις αμαρτίες μου. Πού να βρεις, Κύριε, τόπο να κλίνεις την κεφαλή σου; Αλλά Εσύ που ταπείνωσες τον εαυτό σου, καταδέξου να εισέλθεις στον οίκο της αμαρτωλής μου ψυχής και να με θεραπεύσεις.

Στη Βασιλεία Του

Όταν ο Κύριος άκουσε τα λόγια του εκατόνταρχου, θαύμασε και είπε σ’ εκείνους που Τον ακολουθούσαν: Αληθινά σας λέω ότι δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη ούτε μεταξύ των Ισραηλιτών, οι όποιοι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Σας διαβεβαιώνω ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από όλα τα μέρη του κόσμου και θα καθίσουν στο τραπέζι της Βασιλείας των ουρανών. Ενώ εκείνοι που κατάγονται από τον Αβραάμ θα ριχτούν στο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Ύστερα είπε ο Κύριος στον εκατόνταρχο: Πήγαινε στο σπίτι σου και ας γίνει όπως πίστεψες. Και εκείνη τη στιγμή θεραπεύθηκε ο δούλος του.
Η πίστη όμως αυτή του ειδωλολάτρη αξιωματικού έγινε αφορμή να προφητεύσει ο Κύριος μία οδυνηρή αλήθεια: ότι στη Βασιλεία του θα βρεθούν πολλοί ειδωλολάτρες, ενώ θα αποκλεισθούν οι περισσότεροι Ιουδαίοι που λάτρευαν τον αληθινό Θεό. Είναι τραγικό.
Πόσο τίμησε ο Θεός τον ιουδαϊκό λαό! Του έδωσε τα πάντα. Απελευθέρωσε τους Ιουδαίους από τη στυγνή δουλεία της Αιγύπτου. Τους διαπέρασε από το βυθό της Ερυθράς θαλάσσης. τους παρέδωσε τον Νόμο του. Τους έθρεψε στην έρημο. Τους εγκατέστησε στη γη Χαναάν. Τους έστειλε προφήτες για να τους καλέσει σε μετάνοια. Όμως ανταπόκριση δεν έβλεπε. Γι’ αυτό και έγινε άνθρωπος και κήρυξε μετάνοια και επιτέλεσε θαύματα μοναδικά. Όμως οι Ιουδαίοι δεν Τον δέχθηκαν. Και οδήγησαν τον Χριστό στον πλέον φρικτό θάνατο. Πήρε λοιπόν ο Θεός τη χάρη του από τον Ισραήλ. Η Ιερουσαλήμ καταστράφηκε. Αμέτρητοι Ιουδαίοι σφαγιάσθηκαν, πουλήθηκαν, διασκορπίσθηκαν στα πέρατα της γης. Έχασαν την πατρίδα τους, έχασαν και τη βασιλεία του Θεού.
Αυτό ακριβώς πρέπει να φοβίσει πολύ εμάς τους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Διότι σε μας χάρισε ασυγκρίτως ανώτερες δωρεές από ό,τι στον ιουδαϊκό λαό. Μας χάρισε την Εκκλησία του, τα Μυστήρια της σωτηρίας μας, τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Και ιδιαιτέρως εμείς οι Έλληνες πρέπει να φοβηθούμε ακόμη περισσότερο. Διότι είμαστε πλημμυρισμένοι από ακόμη περισσότερες ευεργεσίες. Στη χώρα μας διάβηκαν τόσοι Απόστολοι, την πότισαν με το αίμα τους εκατομμύρια μάρτυρες, την αγίασαν αμέτρητοι όσιοι, ασκητές, διδάσκαλοι. Στη χώρα μας γράφτηκε η Αποκάλυψη του Ιωάννου, συνήλθαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι· στη χώρα μας υπάρχουν ιερά Λείψανα και θαυματουργές εικόνες, μοναστήρια και προσκυνήματα. Όλα μας τα έδωσε ο Χριστός! Γι’ αυτό περιμένει πολλά. Και προπαντός καρπούς μετανοίας, πνευματικής καρποφορίας και αγιότητας.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Το μεγαλείο της πίστεως (Ματθαίου 8,5 – 13), 1- 7- 2012 του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεραφείμ Κυκκώτη



Η  Ευαγγελική Περικοπή αυτής της Κυριακής αναφέρεται στη μεγάλη αρετή της πίστεως στο Θεό, η οποία όμως πάντοτε πρέπει να συνοδεύεται κι από τις άλλες μεγάλες αρετές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη ζωή του καλού χριστιανού, όπως είναι οι αρετές της ταπεινοφροσύνης και της αδιάκριτης αγάπης προς κάθε άνθρωπο που έχει την ανάγκη μας.
Η όλη στάση του Ρωμαίου αξιωματικού προς τον Ιησού αποδεικνύει ότι κοντά στο Θεό βρίσκεται αυτός που έχει τις αρετές αυτές. Έτσι στο διάλογο του με τον Ιησού ο Ρωμαίος εκατόνταρχος ομολογεί με πολύ ταπείνωση "Κύριε,ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης". Θα περίμενε κανείς, ως συνήθως, ότι ο Ρωμαίος εκατόνταρχος ως αξιωματούχος των κυρίαρχων κατοχικών στρατευμάτων στη περιοχή της Καπερναούμ, αλλά και λόγω της Ρωμαϊκής υπεροψίας και του επαγγέλματος του να παρουσιάζεται με ένα συναίσθημα υπεροχής, περιφρόνησης και με ύφος δεσποτικό, όπως δηλαδή συνέβαινε το 1974 με τους βάρβαρους Τούρκους αξιωματικούς στη Κύπρο που βίαζαν ανήλικα παιδιά και ηλικιωμένες γριές γιαγιάδες και πυροβολούσαν ανυπεράσπιστα άοπλα γεροντάκια, ή όπως συμπεριφέρονται τώρα οι Εβραίοι αξιωματικοί στους άοπλους αδελφούς μας Παλαιστινίους, ή όπως χιλιάδες συνάνθρωποί  μας υπόφεραν για σχεδόν μισό αιώνα ως δούλοι και σκλάβοι στην Αφρική και αλλού  την απαράδεκτη πολιτική των φυλετικών διακρίσεων και της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Ο Θεός όμως αναδεικνύει ηγέτες που σώζουν τους λαούς τους. Τέτοιοι ηγέτες ήταν ο Μωϋσής, ο Γκάντι, ο Κενυάτα, ο Νάσσερ, ο Νυερέρε, ο Μακάριος, ο Νέλσων Μαντέλα, ο Αραφάτ, ο Οτσαλάν.
Το παράδειγμα του Ρωμαίου εκατόνταρχου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κάθε εποχή για τη συναδέλφωση των λαών και την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων. Έτσι βλέπουμε τον Ρωμαίο εκατόνταρχο να πλησιάζει τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν με ένα τρόπο όλο μετριοφροσύνη και ικετευτικά να παρακαλεί τον Ιησού για την θεραπεία του δούλου του.
Για να καταλάβουμε το μεγαλείο της πράξεως του Ρωμαίου εκατοντάρχου πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι την εποχή εκείνη οι δούλοι από κοινωνικής πλευράς δεν θεωρούντο άνθρωποι. Τους έβλεπαν ως πράγματα όπως είναι τα άλλα  υλικά πράγματα που τα χρειάζεται ο άνθρωπος για μια καλύτερη ζωή. Θεωρούσαν δηλαδή τους δούλους πράγματα καλά, όχι όμως απαραίτητα. Φαίνεται ότι η μόνη εξαίρεση σ' αυτή την κοινωνική αδικία ήταν ο Ρωμαίος εκατόνταρχος που με πολύ αγάπη βλέπει τον δούλον του ως τον συνάνθρωπόν του που πρέπει να βοηθούσε όπως θα αντιδρούσε για να βοηθήσει έναν από τους γονείς του ή ένα από τα παιδιά του ή ένα από τους συγγενείς του.
Στο διάλογο του Χριστού με τον Ρωμαίο εκατόνταρχο, ο εκατόνταρχος αποδεικνύεται ότι είναι ένας άνθρωπος εκλεκτός που προκαλεί ένα μοναδικό θαυμασμό γιατί σύμφωνα με το λόγο του Χριστού "ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον".
Και στην περίπτωση αυτή το θαύμα είναι καρπός της πίστεως του ανθρώπου που βρίσκεται σε ανάγκη και ζητά από το Χριστό να επέμβει για να λυτρωθεί, έστω κι αν η ωφέλεια του θαύματος αναφέρεται σε κάποιο άλλον από το πρόσωπο που το ζητά. Από εδώ φαίνεται η μεγάλη αξία της προσευχής μας για τα πρόσωπα που αγαπούμε. Γι' αυτό η προσευχή μας για τους άλλους είναι απαραίτητη, είναι έκφραση της πίστης μας στο Χριστό ότι η δύναμη του Θεού είναι πάντοτε μεγαλύτερη από τη δύναμη της κακίας των κακών ανθρώπων.
Όταν λέμε ότι πιστεύω σε κάποιον σημαίνει ότι τον εμπιστεύομαι (πιστεύω τω φίλω =έχω εμπιστοσύνη στο φίλο μου  = όταν έχεις ένα πραγματικό φίλο, έχεις το κόσμο όλον). Έτσι στη περίπτωση του εκατόνταρχου το μεγαλείο της πίστεως του στον Ιησού Χριστόν φαίνεται από το μέγεθος της εμπιστοσύνης του στο πρόσωπο του Χριστού, όπου πιστεύει ακράδαντα όχι μόνο η παρουσία του Χριστού κοντά στον άρρωστο δούλο θα επιφέρει τη θεραπεία του, αλλά ότι και ο απλός λόγος του ακόμη μπορεί να το θεραπεύσει. Γι' αυτό και ο Χριστός θαυμάζοντας τη μεγάλη του πίστη, του είπε "ύπαγε, και ως επίστευσας γεννηθήτω σοι". Και πραγματικά, από την στιγμή εκείνη, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ευαγγελιστή Ματθαίου, ο Παραλυτικός δούλος του εκατόνταρχου έγινε καλά.
Η πίστη του εκατόνταρχου δημιουργείται από την αγάπη του προς τον συνάνθρωπό του, που στην προκειμένη περίπτωση εκφράζεται με το άμεσον ενδιαφέρον του για την θεραπεία του δούλου του, ο οποίος έστω και δούλος δεν παύει να είναι δημιούργημα κατ' εικόνα Θεού, παιδί του Θεού, γι' αυτό και αδελφός μας.
Ανάμεσα στα άλλα προσόντα που διέκριναν τον Ρωμαίο εκατόνταρχον ήταν και το ταπεινό του φρόνημα, ήταν άνθρωπος ταπεινός. Άλλωστε αυτό που τον οδηγεί στην ομολογία της αναξιότητας του να φιλοξενήσει στο σπίτι του τον Ιησού είναι το ταπεινό του φρόνημα. Η διαπίστωση αυτή του εκατόνταρχου δεν γίνεται βέβαια λόγω ακαταλληλότητας του σπιτιού του, αλλά διότι έχει συναίσθηση της προσωπικής του αναξιότητας σε σχέση με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Και το πιο σημαντικό είναι ότι αναγνωρίζει κι ομολογεί και γνωστοποιεί την αναξιότητα του δημόσια.
Είναι γνωστόν από την κοινή πείρα, όταν μας συμβεί κανένα κακό, μια ασθένεια, ένα δυστύχημα, μια αναποδιά, είμαστε έτοιμοι να δηλώσουμε δημόσια και έμπρακτα την μικρότητα μας και την αναξιότητα μας. Αυτό που ακριβώς έκανε κι ο Ρωμαίος εκατόνταρχος και δικαιώθηκε.
Εμείς τι κάνουμε σε τέτοιες περιπτώσεις; Μένουμε στα λόγια ή προχωρούμε στα έργα, κάνουμε δηλαδή αυτό που γνωρίζουμε ότι είναι σωστό και καλό, ή απλώς έχουμε στην αρχή την καλή διάθεση και τον ενθουσιασμό και μετά δεν κάνουμε τίποτα που μπορεί να μας αλλάξει τη ζωή και να μας φέρει πιο κοντά στον Θεό. Τις περισσότερες φορές μένουμε στα λόγια μέχρι που να την ξαναπάθουμε. Η μετάνοια και η συγχωριτικότητα και η φιλανθρωπία πρέπει να είναι βασικές πτυχές της καθημερινής μας ζωής.
Είναι γι' αυτό που είναι τιμή και δόξα σ' αυτούς που μένουν πιστοί και συνεπείς ως το τέλος, όχι μόνο γιατί έτσι μιμούνται τις αρετές του Ρωμαίου εκατόνταρχου, αλλά κι επειδή έτσι εκφράζουν έμπρακτα την πορεία τους προς την Μετάνοια που μας ζητά επίμονα ο λόγος του Θεού για να μπορέσουμε να εισέλθουμε στην Βασιλεία των Ουρανών. "Μετανοείτε ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών".
Σ' αυτή την κατεύθυνση όμως ακολουθούν ελάχιστοι, οι εκλεκτοί, γιατί συνήθως η υπερβολή που δίνουμε στις υλικές αξίες, η οικονομική άνεση, τα κοσμικά προσόντα, η δόξα του κόσμου κι αμαρτωλά πάθη, χωρίς να το συνειδητοποιούμε μας παρέχουν ένα συναίσθημα υπεροχής έναντι των άλλων ανθρώπων, που τους θεωρούμε κιόλας πιο αδύνατους από μας σε όλα. Φαινομενικά το συναίσθημα αυτό μας ικανοποιεί γιατί μας τροφοδοτεί με ένα εφησυχασμό που μας κάνει να νοιώθουμε άνετα κι ανώτεροι. Στη πραγματικότητα όμως ζούμε μέσα στην αυταπάτη που εκφράζεται με τη λήθη των ορίων μας. Αυτή η αυταπάτη έστω και αργά συνειδητοποιείται μέσα από τα γεγονότα της ζωής μας όταν κάνουμε λάθη που δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι τα κάναμε εμείς. Τα προβλήματα όμως που μας περιβάλλουν μαρτυρούν επίμονα το αντίθετο. Την αυταπάτη μας τη δημιουργούμε οι ίδιοι. Ό,τι σπείρουμε θερίζουμε. Τα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία μας τα δημιουργούμε οι ίδιοι είτε με τη συμμετοχή μας στη δημιουργία τους, είτε με τη ανοχή μας στις κοινωνικές αδικίες που επιτρέπουμε να διαπράττουν οι άνομοι, οι άδικοι κι οι εκμεταλλευτές κι οι απατεώνες.
Μπορεί κάποιος να τα αποφύγει όλα αυτά, μόνο αν έχει ταπεινό φρόνημα, που σύμφωνα με την χριστιανική αντίληψη αποτελεί και το θεμέλιο της πνευματικής ζωής. Ο άνθρωπος που ζει πνευματικά δεν ξεχνά τα όρια του, κι όταν δεν ξεχνάς τα όρια σου τα λάθη σου ή τα προλαμβαίνεις και τα αποφεύγεις ή τουλάχιστον περιορίζονται στο ελάχιστον βρίσκοντας τη δύναμη με τη βοήθεια του Θεού να τα αντιμετωπίσεις με τις καλύτερες δυνατές λύσεις ή τουλάχιστον τις λιγώτερο οδυνηρές λύσεις.
Γι' αυτό το λόγο καμιά αρετή δεν μπορεί να έχει αξιολογικό περιεχόμενο χωρίς την ταπεινοφροσύνη. Όλοι οι καρποί της πνευματικής ζωής όπως είναι η αγάπη, η αλήθεια, η πίστη, η προσευχή, η μετοχή μας στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας χάνουν το νόημα τους όταν δεν στηρίζονται στο ταπεινό φρόνημα. Γιατί, από τη στιγμή που μια αρετή γίνεται "προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις" και υπηρετεί την υποκρισία και την ατομική και εγωϊστική προβολή, παύει να έχει Χριστολογικό περιεχόμενο και κατά συνέπεια κάποιο πνευματικό κίνητρο που να μας οδηγεί στην εν Χριστώ σωτηρία.
Ο άνθρωπος που είναι ταπεινός αδειάζει τα εγωϊστικά στοιχεία που έχει μέσα του και έτσι αντιμετωπίζει τον εγωκεντρισμό του αποτελεσματικά και νικηφόρα. Τότε ο πνευματικός άνθρωπος με το δυναμικό όπλο του ταπεινού φρονήματος γκρεμίζει τείχη που τον χωρίζουν από την επαφή του με την κοινωνία του με τους ανθρώπους και το Θεό.
Με τον τρόπο αυτό ο αγωνιζόμενος άνθρωπος ξεφεύγει από τον κίνδυνο της απομόνωσής του, παύει πλέον να απολυτοποιεί τον εαυτό του μέσα στον χώρο που ζει, έχει συναίσθηση των ορίων του, δεν περιφρονεί τους συνανθρώπους του που συναντά στο περιβάλλον του γιατί ξέρει ότι τους έχει ανάγκη, όχι  τόσο για να τον βοηθήσουν, όσο για να εκδηλώσει ο ίδιος την αγάπη του προς αυτούς, γιατί μόνο μέσα από την αγάπη μας προς τον κάθε άνθρωπο θα μπορέσουμε να φθάσουμε στο δρόμο της αγάπης του Θεού.
Αυτό ακριβώς έκανε κι ο Ρωμαίος εκατόνταρχος. Μέσα από την αγάπη του προς τον δούλο του έφθασε στην αγάπη του Χριστού. Γι' αυτό με την αγάπη μας προς τους άλλους μεταμορφωνόμαστε σε οικοδόμους της κοινωνίας που πασχίζουν με την κοινωνική τους προσφορά να μεταβάλουν τη κόλαση του κόσμου σε βασιλεία του Θεού.
Τότε ο άνθρωπος που κινείται μέσα σ' αυτή την κατεύθυνση γίνεται μιμητής Χριστού, γίνεται πραγματικός Χριστιανός, γιατί χριστιανός δεν είναι απλώς όποιος έτυχε να βαπτισθεί από μικρός, αλλά όποιος το επιβεβαιώνει μέσα από τη συνέπεια της ζωής του να ζεί σύμφωνα με τις θείες εντολές του Χριστού, έτοιμος να θυσιάζει τη ζωή του για να προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων εκείνων των ανθρώπων που αδικούνται και υποφέρουν. Αυτό ακριβώς έκαναν οι θαυματουργοί ιατροί Άγιοι Ανάργυροι που σήμερα η Εκκλησία μας τιμά. Γι’ αυτό οι Άγιοι Ανάργυροι αποτελούν ζωντανο παράδειγμα, όχι μόνο για όσους φέρουν το όνομα τους και τους ιατρούς, αλλά για όλους μας.













ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματθ. Η΄ 5-13) του Αρχιμανδρίτου Ιωήλ Κωνστάνταρου


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Ματθ. Η΄ 5-13)

Δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει εποχή, κατά την οποία θα παύσει να υφίσταται η επικαιρότητα του Ιερού Ευαγγελίου. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στην Ευαγγελική περικοπή της Δ΄Κυριακής του Ματθαίου.  Ο Ρωμαίος Εκατόνταρχος, δεν ήλθε να παρακαλέσει ούτε για τον εαυτό του, ούτε για τη σύζυγό του ή τα παιδιά του, αλλά για τον δούλο του. Δηλ. για μια ύπαρξη η οποία κατά την εποχή εκείνη, δεν εθεωρείτω καν άνθρωπος. Αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στην ιστορία εκείνης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και αμέσως θα διαπιστώσει την αξία του ανθρώπου. Περισσότερη αξία έδιναν οι πλούσιοι στα ζώα τους παρά στους ταλαίπωρους δούλους τους.
Ο εκατόνταρχος όμως, ξεκινά με κίνητρο την αγάπη. Την ανιδιοτελή αγάπη. (Και να σημειωθεί ότι δεν ανήκει στον «εκλεκτό λαό» του Ισραήλ).
Ας τον ακούσουμε: «Κύριε, είπε προς τον Χριστό, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι μου, παράλυτος και βασανίζεται από τρομερούς πόνους». Στη συνέχεια,καθώς ξεδιπλώνει το μεγαλείο της καρδιάς του, δείχνοντας μαζί με την αγάπη, ταπείνωση και κυρίως πίστη στο πρόσωπο του Ιησού, έλαβε αυτό που ποθούσε. Δηλ. τη θεραπεία του δούλου του. «Και είπεν ο Ιησούς τω εκατοντάρχω, ύπαγε και ως επίστευσας γενηθήτω σοι, και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. Η΄ 13). Και είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο: Πήγαινε στο σπίτι σου και όπως επίστευσες, ότι δηλ. με μόνο τον λόγο και από μακρυά μπορώ να θεραπεύσω τον δούλο σου, έτσι ας γίνει σε σένα. Πράγματι δε, κατά την στιγμή εκείνη εθεραπεύθει ο δούλος του.
Σε πολλά σημεία θα μπορούσαμε να σταθούμε. Ας ρίξουμε όμως μια ματιά, που το λιγότερο θα μας προβληματίσει, στή στοργή που έδειξε ο εκατόνταρχος για τον δούλο του, σε σχέση με την σημερινή πραγματικότητα.
Ήδη είπαμε ότι την εποχή εκείνη οι δούλοι εθεωρούντο όχι άνθρωποι αλλά πράγματα. Και θαυμάζουμε σε μεγάλο βαθμό την ευαισθησία του ειδωλολάτρη εκατόνταρχου!
Όμως, για μια στιγμή φίλοι μου. Μήπως ξεφεύγει από τον φακό της συνειδήσεώς μας η σημερινή κατάσταση της κοινωνίας μας; Μήπως δηλ. τα πράγματα σήμερα, μετά τόσους αιώνες, κοντεύουν να φθάσουν, εάν ήδη δεν έχουν καταντήσει σε ζοφερότερη κατάσταση; Ούτε υπερβολικός είναι ο λόγος μας, ούτε φυσικά ζούμε εκτός πραγματικότητας. Αρκεί κανείς να δει την κοινωνική κατάσταση των ανθρώπων σήμερα και μάλιστα αυτών που κατά το κοινώς λεγόμενον «δεν έχουν στον ήλιο μοίρα». Αλήθεια, πώς μπορούν να βολεύουν τη ζωή τους μερικοί συνάνθρωποί μας, με τα τόσα και τόσα προβλήματα που βιώνουν καθημερινώς; Πώς είναι δυνατόν να ανθίζει στα πικραμένα τους χείλη λίγο χαμόγελο και στην καρδιά τους να ανατέλλει η ελπίδα;
Και πώς θα μπορέσει να συνεχίσει, αλλά και να βελτιωθεί μια κοινωνία, όταν ως λύση των ποικίλων προβλημάτων που τη στραγγαλίζουν, η ίδια εμφανίζει την απογοήτευση με πράξεις αυτοκαταστροφής;  
Βεβαίως, θα απαντήσουν ορισμένοι, ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. Ότι τελικώς θα θριαμβεύσει η αισιόδοξη πλευρά των πραγμάτων. Ναι. Δεν θα διαφωνήσουμε. Έτσι είναι. Όταν όμως ο άλλος δεν βρίσκεται σ΄αυτά τα πνευματικά επίπεδα αλλά πνίγεται στα προβλήματα της καθημερινότητας, όταν του στερούν την εργασία, κι όταν, αλλοίμονο, ψάχνει να βρει «τον άρτον τον επιούσιον» στον κάδο των απορριμμάτων, εκεί τότε τί γίνεται; Ποιος «εκατόνταρχος» θα βρεθεί για να παρακαλέσει γι΄αυτόν;
Τουλάχιστον εμείς που γνωρίζουμε, που λέμε ότι γνωρίζουμε, μιμούμαστε τον Ρωμαία εκατόνταρχο; (Που παρά τα όσα ισχυρίζονται περί των στρατιωτικών και μάλιστα του ρωμαϊκού στρατού, αυτός τελικά ήταν μια ευαίσθητη και τρυφερή ψυχή;).
Ξεκινούμε εμείς να παρακαλέσουμε τον Ιησού, όχι για τον υπηρέτη μας, αλλά για τον συνάνθρωπο και άρα σύνδουλό μας; Ή τον αφήνουμε στα βάσανά του, και αν μπορέσει,  και όταν μπορέσει και μάθει κάτι περί του Ιησού, ας σηκωθεί, ώστε να τον βρει ο ίδιος, δίχως να κουραστούμε εμείς;
Το θαυμαστό στον εκατόνταρχο, πλην των άλλων, είναι ότι όχι απλώς βλέπει το πρόβλημα του δούλου, αλλά το κάνει δικό του, προσωπικό του πρόβλημα!
Ζει τον πόνο του «παιδός του» ίσως περισσότερο και από τον ίδιο τον δούλο, αφού όσο περισσότερη είναι η γνήσια αγάπη, τόσο βαθύτερος ο πόνος…
Να τολμήσουμε τώρα να κάνουμε συγκρίσεις των σημερινών Χριστιανών (;) με τις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας μας στο θέμα της αγάπης και της προσφοράς στον άνθρωπο; Ούτε για αστείο ας μην το αναφέρουμε. Εδώ αγαπητοί μου δεν τολμούμε να συγκριθούμε με τον ειδωλολάτρη εκατόνταρχο στην έκφραση της ταπεινώσεως, της αγάπης, και της πίστης του στον Ιησού, να σκεφθούμε την σύγκριση με τη χριστιανική αγιότητα;
Για να μην αγγίξουμε και το άλλο κεφάλαιο που ονομάζεται χριστιανική κοινωνική δικαιοσύνη. Αλήθεια, πού και πότε; Σε ποιό μήκος και πλάτος της υφηλίου κατορθώθηκε να εφαρμοστεί αυθεντική Ευαγγελική δικαιοσύνη; Παρά μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες στiς εκκλησιαστικές αρχές, ευρίσκονταν, χωρίς οι ίδιοι να το έχουν επιδιώξει, ηγετικές μορφές, που μαζί με την γνήσια δογματική Πίστη, αγωνίζονταν να εφαρμόσουν και αυτή την Ευαγγελική ζωή στη σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων. Οι ανυπέρβλητες σε δόξα  σελίδες της Ιστορίας στο κεφάλαιο αυτό, συγκλονίζουν κάθε καλοδιάθετη ψυχή, όταν βλέπει ότι οι Άγιοι αυτοί ποιμένες, αρκετές φορές, μετέτρεπαν την γλυκυτάτη τους γλώσσα σε τρίπλοκο φραγγέλιο! Και για να μην επέλθει κάποια παρεξήγηση, διευκρινίζουμε, ότι η πρακτική Ευαγγελική δικαιοσύνη, στις μάζες των Χριστιανικών λαών, δεν εφαρμόστηκε και δεν εφαρμόζεται, όχι φυσικά διότι αντικειμενικά είναι αδύνατον να εφαρμοστεί. Όχι τέτοιο πράγμα, αλλά διότι τόσο οι ταγοί ολοκλήρου του πολιτειακού και πολιτικού φάσματος δεν θέλουν για ποικίλους λόγους να την εφαρμόσουν, όσο και διότι, δυστυχώς, οι πνευματικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες, στην σκέψη και μόνο ότι θα κονταροχτυπηθούν με τη σκληρή και εν πολλοίς αισχρή εξουσία, προτιμούν την «σιωπήν των αμνών», με αποτέλεσμα να κατορθώνεται να παρουσιάζεται η δειλία με ένα όμως διάτρητο μανδύα συνέσεως…
Το δε κατάντημα και ο συμβιβασμός του Χριστιανικού κόσμου (που τελικώς δεν είναι καθόλου Χριστιανικός), με το άθλιο κοινωνικό κατεστημένο της αδικίας, κάποιες φορές φθάνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε άθεοι και αντίχριστοι να φέρουν τη συνθηματολογία της δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα να μπλέκει ο απλός κοσμάκης σε δήθεν κοινωνικούς αγώνες. Αποτέλεσμα όλων αυτών; Να αλυσοδένονται πολύ χειρότερα οι προδομένοι λαοί και να χάνουν εντελώς και αυτή τη ζωή τους, αφού πρώτα έχει εξαφανιστεί αυτή η κοινωνική ισότητα και η έρημη δικαιοσύνη… (Η πρόσφατη ιστορία των λαών, έχει να παρουσιάσει πολλές τέτοιες μαύρες σελίδες).
Το να θεολογεί κανείς, είναι εύκολη υπόθεση. Άλλωστε και ο ίδιος ο διάβολος γνωρίζει τέλεια σε θεωρητικό επίπεδο την πίστη. Το να δείχνει όμως κανείς έμπρακτα την πίστη του και να κάνει τον πόνο του άλλου πόνο δικό του, εκεί είναι η ουσία της υποθέσεως, στο παράδειγμα του εκατόνταρχου. Και ας μη φέρει τώρα κανείς αντίρρηση ότι εμείς οι Χριστιανοί καθοδηγούμαστε από τους επίσημους Αγίους της Εκκλησίας μας, και όχι από ειδωλολάτρες, διότι στην πράξη μόνο αυτό δεν συμβαίνει (Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν των κανόνα). Ούτε βεβαίως θα πρέπει να περιορίσουμε την αγάπη και στοργή της Εκκλησίας στην προσφορά φαγητού και όχι μόνο. Καλά και άγια όλα αυτά, αλλά οπωσδήποτε είναι προτιμότερο να προλαμβάνουμε παρά να θεραπεύουμε, αφού άλλωστε, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου μας «τους πτωχούς πάντοτε θα τους έχουμε».
Φυσικά για την όλη κατάσταση, το μόνο που δεν ευθύνεται είναι το Ευαγγέλιο.
Σε τί μπορεί να φταίει, επί παραδείγματι, ο λόγος του Θεού, για την εκμετάλλευση που υφίστανται οι λαοί της Αφρικής από τους «πολιτισμένους και μη ειδωλολάτρες λευκούς»; (Αναμφιβόλως, δεν υφίστανται δράκουλες και ζόμπι, υπάρχουν όμως οι πολιτισμένοι εκμεταλλευτές που ροφούν το αίμα των ανθρώπων «με το καλαμάκι»).
Και σε τί μπορεί να κατηγορήσει κανείς αυτή καθαυτή την Ορθοδοξία, για το κατάντημα της πατρίδας μας σήμερα; Όχι αδελφοί μου. Τα λάθη πρωτίστως των Χριστιανών που ανέχονται την ποικίλη αδικία, ας μην τα φορτώνουμε στο Σώμα του Χριστού.
Τουλάχιστον ας είμαστε ειλικρινείς. Ας παραδεχθούμε ότι ούτε πίστη ζωντανή στον Χριστό διαθέτουμε, εφ΄όσον αφήνουμε ανεκμετάλλευτη και έχουμε θέσει σε αχρηστία την Ευαγγελική δικαιοσύνη. Ας ομολογήσουμε ότι «δι ημών βλασφημείται το όνομα του Θεού εν τοις έθνεσι». Ας σταθούμε, εάν τολμούμε, απέναντι στον εκατόνταρχο. Ας συγκρίνουμε «εαυτούς και αλλήλους» με την ταπείνωση, την δικαιοσύνη, την αγάπη και την πίστη του Ρωμαίου αξιωματικού.
Επιτέλους, ας γίνουμε περισσότερο ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τότε θα ανθίσει η ελπίδα. Η ελπίδα αλλά και η βεβαιότητα ότι ήδη βρισκόμαστε εις οδόν θεραπείας…    
Και ας μη λησμονούμε ποτέ ότι: «Κανείς δεν μπορεί να απολαύσει την δικαιοσύνη και την δόξα του Θεού, εάν πρώτα δεν αγωνιστεί για την δικαιοσύνη και την ευτυχία των ταπεινών και ανήμπορων συνανθρώπων του».
Αμήν.


π. Ιωήλ
Κόνιτσα

«Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι»...

  Γράφει η Σοφία Τσέκου Τι γίνεται επιτέλους στη Μητρόπολη Πατρών; Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τα όσα κατά καιρούς βλέπουν το φως της δημοσιότ...