Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2014

Τίποτε δεν είναι τόσο δυνατό στο να σβήνει τη φωτιά των αμαρτημάτων, όσο η ελεημοσύνη.


1“Παρ’ όλο που η παρθενία, η νηστεία και το να κοιμάται κανείς στο χώμα έχουν πιο δύσκολο κόπο από την ελεημοσύνη, όμως τίποτε δεν είναι τόσο δυνατό στο να σβήνει τη φωτιά των αμαρτημάτων, όσο αυτή. Αυτή είναι ανώτερη απ’ όλα, στήνει τους εραστές της κοντά στον ίδιο το βασιλιά. Και πολύ σωστά.

Γιατί η παρθενία, η νηστεία και το να κοιμάται κανείς στο χώμα σταματάει μόνο γύρω απ’ αυτόν που την ασκεί και δεν σώνει κανέναν άλλο, η ελεημοσύνη όμως απλώνεται σε όλους και αγκαλιάζει τα μέλη του Χριστού. Άλλωστε τα κατορθώματα εκείνα που απλώνονται σε πολλούς είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά που σταματούν γύρω από έναν.

Η ελεημοσύνη είναι η μητέρα της αγάπης, της αγάπης που χαρακτηρίζει το χριστιανισμό, που είναι μεγαλύτερη απ’ όλα τα θαύματα, με τα οποία φαίνονται οι μαθηταί του Χριστού. Αυτή είναι φάρμακο για τα δικά μας αμαρτήματα, σαπούνι για την ακαθαρσία της ψυχής μας, σκάλα στηριγμένη στον ουρανό, αυτή συνδέει το σώμα του Χριστού. Θέλετε να μάθετε πόσο μεγάλο αγαθό είναι αυτή; Στην εποχή των αποστόλων όλοι πουλούσαν τα υπάρχοντά τους και έφερναν σ’ αυτούς τα χρήματα, τα οποία και μοιράζονταν… “Όλοι είχαν μια καρδιά και μια ψυχή” και η χάρη του Θεού ήταν επάνω σε όλους αυτούς και ζούσαν με πολύ όφελος.”

“Γιατί βέβαια αυτό κυρίως σημαίνει να περιφρονείς τα χρήματα, αυτό σημαίνει να θρέψεις αληθινά το Χριστό, όταν δεν το κάνεις αυτό με αλαζονεία και εγωϊσμό, όταν δίνεις σαν να ευεργετείς τον εαυτό σου περισσότερο παρά εκείνον που τα παίρνει. Γιατί αν θεωρείς ότι δίνεις μάλλον παρά παίρνεις, μη δίνεις.

Γι’ αυτό θαυμάζουμε και τον Αβραάμ, όχι μόνον γιατί θυσίασε μοσχάρι ούτε γιατί ζύμωσε αλεύρι, αλλά γιατί με πολλή ευχαρίστηση και ταπεινοφροσύνη υποδεχόταν τους ξένους, τρέχοντας κοντά του, εξυπηρετώντας τους, αποκαλώντας τους κυρίους, νομίζοντας πως βρήκε θησαυρό απείρων αγαθών, αν κάποτε έβλεπε να πλησιάζει ξένος. Έτσι λοιπόν γίνεται διπλή η ελεημοσύνη, όταν και δίνουμε και δίνοντας τα προσφέρουμε με προθυμία. Γιατί λέγει “Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός”. Γιατί και αν ακόμη άπειρα τάλαντα προσφέρεις με αλαζονείς και εγωϊσμό και ματαιοδοξία, έχασες τα πάντα, όπως ακριβώς εκείνος ο Φαρισαίος που πρόσφερε το ένα δέκατο από τα υπάρχοντά του, επειδή υπερηφανευόταν και φούσκωνε από υπερηφάνεια γι’ αυτό, αφού τα έχασε όλα, έτσι κατέβηκε από το ναό.”


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

 
  πηγή
το είδαμε εδώ

Τιμάται ο Ζηζιούλας στην αίθουσα του "Πρωτόκλητου" στὴν Πάτρα



νας-ἕνας (πρόσωπα καὶ χριστιανικοὶ σύλλογοι) ὑποκλίνονται στὴ Νέα Θρησκεία τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ὑπὸ τὸν νέο Πάπα τῆς Ἀνατολῆς Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καὶ τὸν δεξιό του βραχίονα Μητροπ. Περγάμου, Ἰωάννη Ζηζιούλα, μὲ πρώτους τοὺς Ἐπισκόπους (φανεροὺς Οἰκουμενιστὲς ἢ ἀδιαφοροῦντες σιγονταρο-Οἰκουμενιστές).

Προχθὲς ὁ Κ. Χολέβας ὡς περιοδεύων ὑποψήφιος Εὐρωβουλευτής, δέχθηκε τὶς εὐλογίες τοῦ Οἰκουμενιστὴ Μητροπολίτη Δημητριάδος Ἰγνάτιου, καὶ λίγες μέρες πρὶν ἀπὸ τὸν καταλαβόντα τὴν θέση τοῦ ἀείμνηστου Θεολόγου Μητροπολίτη Λαρίσης Ἰγνάτιου.

Σήμερα –ἄλλη ἔκπληξη– ὁ Σύλλογος Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολῆς “Ὁ Πρωτόκλητος”» φιλοξενεῖ στὴν αἴθουσά του Ἐπιστημονικὸ Συνέδριο, τὸ ὁποῖο «ἀφιερώνεται στὸν ἐξέχοντα ἐκπρόσωπο τῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας, Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ἰωάννη (Ζηζιούλα)»!

Μέχρι τώρα, οἱ διευθύνοντες τὸν Σύλλογο, ἔκαναν τὰ «στραβὰ μάτια» γιὰ τὰ Οἰκουμενιστικὰ παρατράγουδα τῶν Ἑλλήνων Ἐπισκόπων, τώρα, ἀποδέχονται νὰ τιμᾶται στὴν αἴθουσά τους ὁ Μεγάλος αἱρετικὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Μητροπολίτης κ. Ἰωάννης Ζηζιούλας!
Τὴν ἐκλεκτὴ ὁμήγυρη συμπληρώνουν οἱ θαυμαστὲς τοῦ Ζηζιούλα καὶ θεολόγοι τοῦ «Καιροῦ» Γιαγκάζογλου Σταῦρος, Ἀγόρας Κωνσταντῖνος, Καλαϊτζίδης Παντελῆς, Παπαθανασίου Ἀθανάσιος.
Παρακαλοῦμε  κάποιον ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τοῦ «Πρωτοκλήτου» ἢ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀκροατὲς νὰ ρωτήσει τοὺς διοργανωτές, ἂν ὁ Περγάμου, μετανόησε ἢ διόρθωσε τὶς ἕως τώρα αἱρετικές του διδασκαλίες περὶ Βαπτισματικῆς Θεολογίας ἢ δύο ἀπὸ τὶς κακοδοξίες του ποὺ στὴ συνέχεια ἐνδεικτικὰ παραθέτουμε:

1. Γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὸ προωθούμενο «ὀρθοδοξοποιημένο» Πρωτεῖο τοῦ Πάπα, μᾶς διδάσκει τὴν κακόδοξη θεωρία ὅτι μέσα στὴν Ἁγία Τριάδα ἔχουμε «διαβάθμηση»! Εἶπε τὴν 23 Φεβρουαρίου 2008 στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδημία Βόλου: 
«Ὁ πρῶτος λοιπὸν αὐτομάτως γεννᾷ τὴν Ἱεραρχία. Ὀντολογικὰ ἡ Ἱεραρχία ὑπάρχει καὶ στην Ἁγ. Τριάδα. Ἡ πηγή, ἡ Ἀρχή, εἶναι ὁ Πατήρ, ἀπὸ ’κεῖ πηγάζουν τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγ. Τριάδος. Στὴν Ἁγία Τριάδα, λοιπόν, ἔχουμε μία διαβάθμιση, δὲν ἔχουμε αὐτόματη συνύπαρξη, ἀλλὰ ἔχουμε ὕπαρξη ἡ ὁποία μεταφέρεται ἀπὸ τὸν ἕναν στὸν ἄλλον. Ἐὰν βάλουμε τὰ πρόσωπα νὰ ἐμφανίζονται ἔτσι ταυτόχρονα, τότε καταργοῦμε τὴν ἔννοια τῆς αἰτιότητος. Ἡ αἰτιότητα δὲν εἶναι κάτι ποὺ μποροῦμε νὰ παραβλέψουμε».
Πέρασαν ἀπὸ τότε 6 χρόνια. Ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις γιὰ τὴν κακοδοξία αὐτὴ ποὺ μᾶς γυρίζει πίσω στὸν Ἀρειανισμό, ἀλλὰ δὲν ἀπάντησε.

2. Ἰσχύει ἀκόμα γιὰ τὸν κ. Ζηζιούλα ὅσα δίδαξε γιὰ τὸν Ἐπίσκοπο στὴν Πάτρα; Ὅτι δηλ., «δὲν μποροῦμε νὰ παρακάμψουμε τὴν εἰκόνα καὶ νὰ φθάσουμε ἀπευθείας στὸ πρωτότυπο. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν μποροῦμε νὰ προσευχόμεθα ἀπευθείας στὸ Χριστό, ἀλλὰ πρέπει νὰ παρεμβάλλεται ἡ εἰκόνα του, ὁ Ἐπίσκοπος»! Διαφορετικὰ «ἡ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸ Θεὸ παρακάμπτει τὸν ἀνθρωπο καὶ πραγματοποιεῖται μέσῳ τῆς φαντασίας»! (περ. “Διάβαση”, Ἱ. Μ. Περιστερίου τ. 54ο, 2005).

 

Συνέδριο Ανοικτού Πανεπιστημίου για τις Θεολογικές Σπουδές

Δημοσιεύθηκε: 28 Απριλίου 2014
 

Το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία» της Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου διοργανώνει το Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο, το οποίο θα πραγματοποιηθεί στην πόλη των Πατρών, στις 3 και 4 Μαΐου 2014, και στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Ορθόδοξης Ιεραποστολής «Ο Πρωτόκλητος» (Πάτρα, Μιαούλη 68, τηλ: 2610.329737).
Χειροφίλημα τοῦ πασιχαρῆ Πάπα ἀπὸ Ζηζιούλα!
Το Συνέδριο, παράλληλα, αφιερώνεται στον εξέχοντα εκπρόσωπο της Ορθόδοξης Θεολογίας, Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη (Ζηζιούλα). Όπως φαίνεται και από το Πρόγραμμα του Συνεδρίου, το οποίο παρατίθεται κατωτέρω, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα επιστημονική συνάντηση, με επιφανείς προσωπικότητες της σύγχρονης ελλαδικής Θεολογίας, και με μια άκρως επίκαιρη θεματική, που περιλαμβάνει όλο το φάσμα των κοινωνικών προκλήσεων που απευθύνει η τρέχουσα πραγματικότητα στη θεολογική σκέψη.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ
 Α΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΣΑΒΒΑΤΟΥ (03-05-14)
Προεδρείο: Δεσπότης Σωτήριος & Παπαθανασίου Αθανάσιος
10.25 Έναρξη Συνεδρίου από τον καθ. κ. Χρήστο Τερέζη
10.30 Καραμούζης Πολύκαρπος, Δρ., O θρησκευτικός εαυτός και η διαμόρφωση των θρησκευτικών αντιλήψεων στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία
11.00 Φανάρας Γ. Βασίλειος, Δρ.. Μεταμοσχεύσεις: η θεολογική συζήτηση στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα έτη
11.30 Ζαφειρόπουλος Δ. Ανδρέας, υπ. M.Sc., Οι σχέσεις της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Πολιτεία την περίοδο του κομμουνισμού στην τέως Γιουγκοσλαβία (1943-1990)
12.00 Αντωνόπουλος Αθανάσιος, Δρ., Η αναζήτηση του Ιστορικού Ιησού και οι προσπάθειες οπτικής αποτύπωσής της. Αισθητική και θεολογική ανάλυση
12.30 Φίλιας Γεώργιος, Δρ., Από τη θρησκεία του Νόμου στη θρησκεία της Χάριτος»: η λατρεία στον αρχέγονο Χριστιανισμό ως συστατικό στοιχείο της Εκκλησίας.
13.00 Συζήτηση
13.45 Λήξη Α΄ Συνεδρίας
Β΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΣΑΒΒΑΤΟΥ (03-05-14)
Προεδρείο:  Αγόρας Κωνσταντίνος & Γιαγκάζογλου Σταύρος
17.30 Λόης Αθ. Γεώργιος Νεκτάριος, Δρ., Η πολιτική και η εκκλησιαστική κατάσταση στην Σερβία μετά τον Στέφανο Δουσάν και η είσοδος των Οθωμανών στα Βαλκάνια (1355-1389)
18.00 Μαράς Γ. Αναστάσιος, Δρ., Οι Διδάσκαλοι της πρώτης Εκκλησίας
18.30 Τερέζης Χρήστος, Δρ, Γρηγορίου Νύσσης. Προς Σιμπλίκιον περί πίστεως. Ο Θεός ως τριάδα και ως δημιουργική «πρόοδος».
19.00 Χαιρετισμός Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Χρυσοστόμου
19.10 Χαιρετισμός Προέδρου Διοικούσας Επιτροπής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Καθηγητού κ. Δρ. Χαράλαμου Κοκκώση
Προεδρείο: Τερέζης Χρήστος & Λόης Γεώργιος Νεκτάριος
19.20 Δεσπότης Σωτήριος, Δρ., Αναψηλάφηση του ονόματος και του λειτουργήματος του Επισκόπου στην χριστιανική κοινότητα στη σύγχρονη εποχή επί τη βάσει της μαρτυρίας της Α΄ Τιμόθεον
19.50 Παπαθανασίου Ν. Αθανάσιος, Δρ., Ο νόμος των αθώων. Αποστολή του κέλτικου Χριστιανισμού και η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
20.20 Καλαϊτζίδης Λ. Παντελής, Δρ., π. Ιωάννης Μέγιεντορφ και π. Ιωάννης Ρωμανίδης: δύο αντικρουόμενες ερμηνείες της παλαμικής θεολογίας
20.50 Συζήτηση
21.30 Λήξη Β΄ Συνεδρίας
Γ΄ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (04-05-14)
8.30 Επίσκεψη και Εκκλησιασμός στον Νέο Ιερό Ναό του Αγίου Ανδρέου Πατρών
Προεδρείο: Καλαϊτζίδης Παντελής & Μαράς Αναστάσιος
10.30 Μαντζανάρης Κωνσταντίνος, Δρ., Σχοινοβασίες στη χώρα του εαυτού: η αναζήτηση της αγιότητας στον Ο. Ελύτη
11.00 Κασσελούρη-Χατζηβασιλειάδη Ελένη, Δρ., Η Ερμηνευτική των Γραφών και η Ορθόδοξη Θεολογία τον 21ο αιώνα. Ερωτήματα, προκλήσεις, προοπτικές
11.30 Γιαγκάζογλου Σταύρος, Δρ., Ο χριστοκεντρικός μυστικισμός του Αποστόλου Παύλου στη θεολογία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα
12.00 Αγόρας Κωνσταντίνος, Δρ., Πίστη και Ιστορία στη χριστιανική θεολογία
12.30 Αθανασοπούλου-Κυπρίου Σπυριδούλα, Δρ., Η σχέση λογοτεχνίας και θρησκείας και ο ρόλος των λογοτεχνικών αφηγήσεων στη θρησκευτική εκπαίδευση
13.00 Συζήτηση
13.45 Συμπεράσματα Επιστημονικού Συνεδρίου από τον καθ. κ. Χρήστο Τερέζη
14.00 Λήξη Γ΄ Συνεδρίας
Η Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου αποτελείται από τους:
Δρ. Τερέζης Χρήστος (Πρόεδρος)
Δρ. Λόης Γεώργιος Νεκτάριος
υπ. M.Sc. Ζαφειρόπουλος Ανδρέας
Περισσότερα στοιχεία και Περιλήψεις των εισηγήσεων του Συνεδρίου μπορούν να βρεθούν στον ιστότοπο:  www.eap-orthodoxi-theologia.blogspot.gr
 Πηγή: http://www.diakonima.gr

Ο Άγιος Άγγελος άνοιξε διάπλατα

1Ένα συγκινητικό περιστατικό, που αποδεικνύει αφ’ ενός τη δύναμη και τη θεϊκή Χάρη που έχει η Παναγία μας και αφ’ ετέρου το πόσο την αγαπούν και Την σέβονται οι άγιοι Άγγελοι, συνέβη προσφάτως σε έναν Έλληνα ξενιτεμένο.

Μια συγγενής του πιστή και ευλαβής, όταν συναντηθήκαν, του έδωσε σαν ευλογία και φυλαχτό έναν Σταυρό, στο κέντρο του οποίου ήταν τοποθετημένη μια μικρή εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου της Βαρνάκοβας. Εκείνος με ευλάβεια την έβαλε στην τσέπη του για προστασία, γιατί είχε κάποια προβλήματα με την καρδιά του και οι γιατροί είχαν τοποθετήσει στο στήθος του βηματοδότη για την καλή λειτουργία της.

Μια μέρα, αιφνίδια, ο βηματοδότης χάλασε τόσο πολύ, που σχεδόν διαλύθηκε! Η καρδιά του έμεινε αβοήθητη και η ζωή του έσβηνε! Εκείνη τη μεγάλη στιγμή που βρέθηκε μεταξύ ζωής και θανάτου, είδε τί πραγματικά συμβαίνει στον πνευματικό κόσμο! 

Είδε τον άγιο Άγγελό του αλλά και το κακό πνεύμα, που με θράσος και μανία διεκδικούσε την ψυχή του. “Αυτός είναι δικός μου!”, φώναζε. Έφριξε ο άνθρωπος και απλώνοντας το χέρι του στην τσέπη του έπιασε τον Σταυρό με την εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και φώναξε “Παναγία μου!”

Και τότε – πόση Χάρη στ’ αλήθεια έχει το άγιο όνομά Της! – ο άγιος Άγγελος άνοιξε διάπλατα τις φωτεινές φτερούγες του και στοργικά αλλά και με χαρά τον έκλεισε μέσα τους!… Η πίστη του και η ένθερμη επίκληση της Υπεραγίας Θεοτόκου άνοιξαν τη θύρα του θείου ελέους. Η καρδιά του άντεξε με θείο “βηματοδότη”, ώσπου να τον πάνε στο νοσοκομείο και να αντικαταστήσουν τον χαλασμένο βηματοδότη, τον ιατρικό. Π

αράταση ζωής του εδόθη άνωθεν, ασφαλώς για να καλλιεργηθεί βαθύτερα και να προετοιμαστεί καλύτερα για την αιωνιότητα, έτσι ώστε ο ανθρωποκτόνος αντίδικος να μην έχει κανένα δικαίωμα επ’ αυτού. Όχι μόνον επί του συγκεκριμένου ανθρώπου, αλλά και σε όλους. Είθε !

ΝΕΩΤΕΡΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑ & ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ
EΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ, ΔΩΡΙΔΑ 2007
πηγή

Τα τρία εἴδη ἀθεΐας κατά τόν Ἁγίο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ


Κατά τόν Ἁγίο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὑπάρχουν τρία εἴδη ἀθεΐας· στὸ πρῶτο ἀνήκουν οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν ἄθεοι, ὅσοι, δηλαδή, δὲν πιστεύουν στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, στὸ δεύτερο ἀνήκουν οἱ αἱρετικοὶ ποὺ διαστρέφουν τὰ τοῦ Θεοῦ ...καὶ στὸ τρίτο ὅσοι κινούμενοι ὑπό «ἀνευλαβοῦς εὐλαβείας»...
...Σιωποῦν καὶ δὲν ὁμιλοῦν γιὰ τὴν διαστροφὴ τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας. 
«Τρίτον δὲ ἐστιν εἶδος, οὐ πόρρῳ τῆς ἀνωτέρω πονηρᾶς ξυνωρίδος, τὸ παραιτεῖσθαί τι λέγειν τῶν δεδογμένων περὶ Θεοῦ».

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359), ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, σὲ ἐπιστολὴ τοῦ πρὸς «Τὸν εὐλαβέστατον μοναχὸν κὺρ Διονύσιον»(Ε.Π.Ε.4,404) γράφει ὅτι τρία εἶναι τὰ εἴδη τῆς ἀθεΐας. 

Α) Ἢ πολυειδὴς πλάνη τῶν ἑλληνιζόντων φιλοσόφων. 

Αὐτοὶ δέχονται ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεὸς παρὰ μόνο οἱ κατ’ αἴσθηση ἡδονές (Ἐπίκουρος) ἢ ὑπάρχουν κάποια στοιχεῖα ὕλης (Ἐμπεδοκλῆς, Ἠράκλειτος, Ἀναξιμένης, Δημόκριτος) ἢ ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἀκαταληψία τῶν ὄντων ἀπὸ ὅλους' σὲ ὅλα ἐπικρατεῖ ἡ δόκηση (Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος) ἢ φαντάσθηκαν τὸν Θεό, ἀλλὰ πολὺ ἀμυδρά (Σωκράτης, Πλάτων). 

Ὁ αἱρετικὸς Βαρλαὰμ τὸν ὁποῖο ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς ὁ Παλαμᾶς ἀνήκει στὴ πρώτη αὐτὴ κατηγορία τῶν ἀθέων διότι ἰσχυριζόταν ὅτι ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ δὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν ἄκτιστη ἐνέργεια. Αὐτὸς ὅμως ποὺ ταυτίζει οὐσία καὶ ἐνέργεια, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰουστίνο τὸ φιλόσοφο καὶ μάρτυρα καὶ ἄλλους πατέρες, ἀναιρεῖ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Διότι αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει καμμία ἐνέργεια, οὔτε ὑπάρχει, οὔτε εἶναι κάτι. 

Β) Ἢ πολυσχιδὴς καὶ πολύμορφος πλάνη τῶν αἱρετικῶν. 

Ἄλλοι θεωροῦν τὸν πατέρα ἄτεκνο (Ἰουδαῖοι), ἄλλοι τὸν θεωροῦν υἱό- πάτορα (Σαβέλλιος ποὺ δίδασκε ὅτι Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα εἶναι μία ὑπόσταση καὶ ἁπλῶς φέρει διαφορετικὰ ὀνόματα ἢ φορεῖ διαφορετικὲς μάσκες κατὰ καιρούς), ἄλλοι τὸν θεωροῦν ἄκτιστο πατέρα κτιστοῦ υἱοῦ καὶ πνεύματος(Ἄρειος, Εὐνόμιος, Μακεδόνιος) καὶ ἄλλοι ἄλλα.

Ὅλοι αὐτοὶ δὲν διαφέρουν σὲ τίποτα ἀπὸ τοὺς ἀθέους. Λυμαίνονται τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν θεία φύση τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Αὐτοὺς ζήλεψαν ὁ Βαρλαὰμ καὶ ὁ Ἀκίνδυνος οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑνὸς ταύτιζαν ἄκτιστη οὐσία καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια ὅπως προαναφέραμε, ἀφ’ ἑτέρου στὶς σχέσεις τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο δεχόταν κτιστὴ ἐνέργεια. Ἔτσι ἔκαναν τὸ Θεὸ κτίσμα ἀφοῦ δεχόταν κτιστὴ ἐνέργεια' διότι ἀπὸ τὴν ἐνέργεια φαίνεται ἡ φύση λένε οἱ πατέρες. 

Γ) Τὸ ν’ ἀποφεύγει κανεὶς ν’ ἀναφέρει ὅλα τὰ δόγματα περὶ Θεοῦ. 

Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀθεΐας δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τὴν προηγούμενη πονηρὴ δυάδα. Κι ὅμως τὸ μετέρχονται θεολόγοι καὶ κληρικοὶ καὶ δὲν ἀναφέρονται σ’ αὐτὰ ποὺ εἶναι δύσληπτα στὸ μυαλὸ τῶν πολλῶν. 

Δὲν ἐξηγοῦν τὶς θεολογίες τῶν ἁγίων πατέρων σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν τὶς ξέρουν, προφασιζόμενοι ὅτι δὲν εἶναι εὔληπτες οὔτε ἐφικτὲς γιὰ τὸν πολὺ κόσμο.

Κι ὅμως ἂν ἀποσιωπήσεις ἀκόμη καὶ μία δογματικὴ διδασκαλία καταστρέφεται ὁ δογματικὸς φράκτης τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ εἰσβάλλει ἔτσι τὸ δηλητήριο τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας.

Οἱ αἱρετικοὶ φοβοῦνται καὶ δυσαρεστοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς συνολικῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδοξίας. Διότι ἔτσι πέφτει τὸ προσωπεῖο τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εὐσεβείας ποὺ αὐτοὶ φέρουν. 

Συνοψίζοντας' Πρῶτο εἶδος ἀθεΐας ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. - Δεύτερο' ὅτι ὑπάρχει ἀλλ’ ὄχι ἀλάθητα.  -  Τρίτο ἡ ἐλλειπῇς παρουσίαση τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ.

Η σιωπηλή προσευχητική υπέρβαση της “Κοινωνίας του Θεάματος”

Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου – Φιλολόγου,
Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
Η φράση του Perniola στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα ότι «η φαινομενικότητα κινδυνεύει να επεκταθεί τόσο ώστε να καλύψει το ¨Είνα騻[1], συνετάραξε τα δεδομένα της φαινομενικής πραγματικότητας της ¨Κοινωνίας του Θεάματος¨. OPerniola εστιάζει τις παρατηρήσεις του γύρω από την έννοια
 
του «ομοιοματικού φαινομένου»[2], υποστηρίζοντας ότι το τελευταίο, επειδή δεν εντάσσεται στο ίδιο το ¨Είναι¨, βρίσκεται σε μια αέναη πορεία και αναζήτηση ανάμεσα στο ¨Είναι¨ και στο ¨τίποτα¨[3]. Ο άνθρωπος αδυνατεί να παρακολουθήσει αυτή την επέκταση της φαινομενικότητας, γιατί ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι αδυνατεί πρωτίστως να αντιληφθεί την ψευδεπίφαση του φαινομένου, την έντεχνη «απόκρυψη του γεγονότος ότι η φαινομενικότητα έχει αποκρύψει το ¨Είναι¨, είναι με άλλα λόγια απόκρυψη μιας απόκρυψης»[4].
Χωρίς υπερβολή, η επέκταση της φαινομενικότητας καταργεί την ίδια την κριτική ικανότητα του ανθρώπου, τη δυνατότητα της διάκρισης και θέασης της επίπλαστης παρουσίας της. Κατά συνέπεια, το φαινόμενο «δοξάζεται ως ¨Είνα騻[5], το ομοίωμα λαμβάνει τη θέση του πρωτοτύπου, το φαινομενικό προωθείται ως πραγματικό και παράλληλα αυτοδεσμεύει και αυτοκαταργεί τη δυνατότητα θέασης και βιωματικής σύμπραξης στην αποκαλυπτική έκφανσή του. Ο Perniola τονίζει χαρακτηριστικά: «Το ομοίωμα δεν είναι ούτε αγία εικόνα, ούτε όραμα. Δεν έχει μία σχέση ταυτότητας με το πρωτότυπο, με το πρότυπο, ούτε συνεπάγεται τη συντριβή όλων των επιφάσεων και την αποκάλυψη μιας καθαρής ουσιαστικής αλήθειας. Το ομοίωμα είναι μια εικόνα χωρίς πρωτότυπο, εικόνα κάποιου πράγματος που δεν υπάρχει. Εικονολάτρες και εικονοπλάστες το θεωρούν σχεδόν συνώνυμο του ειδώλου και ως τέτοιο ¨prope nixil¨ σχεδόν τίποτε»[6]. Παρουσιάζει δηλαδή, όχι την αλήθεια καθεαυτή, αλλά ¨ομοίωμα¨ της αλήθειας ή καλύτερα τη ¨φαινομενική¨ αλήθεια χωρίς οντολογικό περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, το θέαμα υπάρχει ως καθαρή εξωτερικότητα και ταυτόχρονα αναδύεται ως βαρύνουσα αλήθεια, που όμως δεν περιλαμβάνει ¨υπόσταση¨, αλλά περιορίζεται στην κάλπικη έκδοση της φαινομενικότητας της αλήθειας. Έτσι, αμαυρώνεται ή και εξαλείφεται παντελώς η ανθρώπινη δυνατότητα της διάκρισης ανάμεσα στο αναγκαίο και στο περιττό, στο αληθινό και στο ψεύτικο, στο φανταστικό και πραγματικό. Το θέαμα καλλιεργείται στους κόλπους και αρμούς μιας κοινωνίας, η οποία, όχι μόνο αναζητά να χαράξει και να οριοθετήσει τον προσδιορισμό της, αλλά και ¨αναπαύεται¨ εφησυχασμένη σε μια συνειδητά φανταστική διάσταση της φαινομενικής πραγματικότητας. Αυτό είναι και το πραγματικό περιεχόμενο της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨. Προωθεί την προβολή ενός κάλπικου φαινομένου, ένα αλλότριο και οξύμωρο προς το πρότυπο και αρχέγονό του και μέσω αυτού ή καλύτερα εξαιτίας αυτού, εξαιτίας δηλαδή της παρωχημένης, όπως παρουσιάζεται, πραγματικότητάς του εδραιώνει την κυριαρχία του ¨θεάματος¨ στη σημερινή πραγματικότητα.
Και συνεχίζει ο Perniola: «Το θέαμα της εποχής είναι μια σκηνοθεσία στερημένη από οντολογική αξία […] Σε αντίθεση, το προφητικό όραμα είναι ουσιαστικά εσχατολογικό και μεσσιανικό. Διεκδικεί το επικείμενο ενός ¨ δέοντος γενέσθαι¨, που φωτίζει και αποκαλύπτει το υπέρτατο πεπρωμένο της ανθρωπότητας και αναγγέλλει την έλευση μιας έσχατης εποχής σωτηρίας και την εγκαθίδρυση του βασιλείου του Θεού στη γη»[7]. Υποστηρίζει δηλαδή, ότι το θέαμα επειδή αυτούσιο αδυνατεί να θεαθεί και να κατανοήσει τη δυνατότητα μεταφυσικής αναγωγής και προσέγγισης Θείου και ανθρώπινου, την αυτοκαταργεί. Έτσι, στα πλαίσια της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨, τέχνη, πολιτιστική παράδοση, συμφέρον, χρήσιμο, απαραίτητο, αναγκαίο, περιττό, αλληλοσυγχωνεύονται και οδηγούν στο μηδενισμό, παραμερίζοντας κριτήρια, ηθικούς φραγμούς και λειτουργική λογική. ¨Φετιχισμός¨ και ¨ναρκισσισμός ¨ αποποιούνται τον αυτοπροσδιορισμό τους και τη σημασιολογία τους και καταντούν ισοδύναμοι στα φαινομενικά πλαίσια της ιδιοπροσωπίας τους.
Γίνεται λοιπόν κατανοητό, ότι η ¨Θεαματική Κοινωνία¨ στην προσπάθειά της να εδραιωθεί και να διατηρηθεί ως κοινωνία ¨θεαματική¨, εισήγαγε το ομοίωμα – είδωλο του φαινομένου και το αντικατέστησε στη θέση του πραγματικού. Η αδυναμία της να οδηγηθεί στο αρχέτυπο και στην ¨ουσία¨ των όντων καλύφθηκε με τη σχάση και τη διάσταση που επέφερε μεταξύ του ανθρώπου και του εαυτού του. Όμως , αυτή η σχάση δεν είναι οντολογική. Πρόκειται για διακοπή της σύμπραξης του ανθρώπου με το ψευδοείδωλό του, με την κάλπικη δηλαδή ¨ταυτότητα¨ του εαυτού του, που το θέαμα μέσω της διαφήμισης προωθεί. Η διακοπή της κοινωνίας του υποκειμένου με τη συνείδησή του δεν αποτελεί διάσταση ουσίας, καθώς το ίδιο το υποκείμενο εδράζεται με ασφαλώς αλλοτριωμένη λειτουργική διάκριση στο χώρο του ¨Θεάματος¨, στη χώρα της φαινομενικής αλήθειας και της επίπλαστης πραγματικότητας.
Όμως, το αίτημα του σύγχρονου ανθρώπου «δεν είναι η ύπαρξη, αλλά η συνύπαρξη, όχι απλώς η ατομική επιβίωση, αλλά η κοινωνική συμβίωση»[8]. «Άν δεν υπάρξει η οντολογική προϋπόθεση μιας ¨πνευματικής ετερότητας¨ μέσα σ΄ έναν ολοκληρωμένο κόσμο, οι ιδεολογίες ήδη θα βρουν μέσα στο πλαίσιο τους διαλεκτικούς όρους της αλλοτρίωσης. Θα προσπαθούν από την αρνητικότητα να γεννήσουν μια θετικότητα. Αλλά θα το επιχειρούν ήδη μέσα στα όρια της ξεπεσμένης πτώσης. Και έτσι, το θέαμα, ως ύψιστη ¨αρνητική ετερότητα¨, θα εξακολουθεί να παραμένει»[9].
Η υπέρβαση της ¨πραγματικότητας¨ της κοινωνίας του θεάματος έγκειται στην προσευχή ως ουσιαστική προσέγγιση και κοινωνία με το Υπερβατικό, ως οντολογική μέθεξη στην πραγματικότητα, που δεν είναι άλλη από τη Σάρκωση. Η μέθεξη του ανθρώπου στην Κοινωνία του Σώματος του Χριστού ενέχει και την πραγματική λύτρωση[10], καθώς η αγιοπνευματική προσευχή «όχι μόνο δεν ακυρώνει την πνευματική υπόσταση του προσώπου, αλλά και μεταβάλλει την ίδια τη χωροχρονική διάσταση της ύλης σε ¨κοινωνία¨ των δύο θεμελιωδών στοιχείων: της θείας ενέργειας και της ανθρώπινης συνείδησης»[11]. Η προσευχή, ως θεωρία της θέας και δόξας του Θεού υπερβαίνει κάθε ψεύτικη έκφανση και έκδοση του ¨κοσμικού θεάματος¨. Είναι ουσιαστική και πραγματικά αληθινή αναγωγή προς το πρωτότυπο γιατί είναι Χριστολογική και κατά συνέπεια Τριαδολογική και καθιστά τον άνθρωπο εξαγιασμένη και ανεπανάληπτη προσωπικότητα.
Είναι γεγονός ότι η ¨Θεαματική Κοινωνία¨ αποδείχθηκε ανίκανη να κατανοήσει τις ύψιστες αλληγορίες και τις συμβολικές εκφράσεις των γεγονότων. Παρέμεινε εγκλωβισμένη στη μίμηση της εξωτερικότητας[12], στηριζόμενη στην εικονοκεντρική σκέψη και οδήγησε στη διάλυση της πνευματικής ταυτότητας του προσώπου[13]. Ο άνθρωπος αυτοδεσμευμένος στην κίβδηλη μίμηση του εαυτού του, απορρίπτει το ¨λογοκεντρικό¨ κριτήριο διαβίωσης και «δια της μαζικής διαφυγής» οδηγείται στην ομοιομορφοποίηση και ομαδοποίηση[14], χωρίς αναφορά σε αξίες και ιδανικά, σε πνευματικές αρχές και ανθρωπολογικούς ενδοιασμούς. «Το θέαμα είναι έτσι, η έσχατη και πιο πλήρης ¨αποπλάνηση¨. ¨Επιφάνεια¨ και ¨φαινόμενο¨ είναι τα δύο κυρίαρχα σημεία του. Η ¨επιφάνεια¨ σημαίνει στο βάθος της, την ¨εξαϋλωμένη οντολογία¨, την πρωτοκαθεδρία του ¨φαίνεσθαι¨ έναντι του ¨είναι¨. Το ¨φαίνεσθαι¨ απολυτοποιείται ως ¨είναι¨ και αποπλανά το υποκείμενο, το οποίο όμως θέλει κατά βάθος ν΄ αποπλανηθεί. Πρόκειται για μια ¨οντολογική λευχαιμία¨, για ένα ¨ξέπλυμα¨ του ίδιου του όντος από το υπερβατικό νόημά του»[15]. Έτσι, η κοινωνία του θεάματος χωρίζει το πρόσωπο από την ψευδοταυτότητά του και ακολούθως από την κοινωνία, αλλοτριώνοντας την ιδιοπροσωπία του και επιφέροντας καίριο πλήγμα στη δυνατότητα της επανόδου της λογοκεντρικής διάκρισης, καθώς επενδύει και συνεχώς προκαλεί χάσμα μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού κόσμου.
Σε αντίθεση, στην Ορθόδοξη Θεολογία μέσω της αγιοπνευματικής προσευχής, ο άνθρωπος οδηγείται στην ενότητα , στη «συμφιλίωση»[16] με τους συνανθρώπους του και με την κτίση ολόκληρη, καθώς η ένταξή του στο Σώμα του Χριστού συνεπάγεται την «χαρισματική μετοχή του στον ίδιο τον Χριστό, εξαιτίας της ενανθρωπίσεώς Του»[17]. Η προσευχή ως προσέγγιση του Θείου δύναται να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ¨Θεωρία ¨ του Θεού. Βέβαια, το φως που θεωρείται από τον θεωρητικό κατά την θεωρία, θεωρείται κατά τρόπο ενυπόστατο, καθώς «η θεωρία και το πάθος της λαμπρότητας του Θεού είναι η θεωρία της άκτιστης ενέργειάς Του, μια και η ουσία Του είναι απρόσιτη και αμέθεκτη»[18]. Παρ΄όλα αυτά, ας γίνει κατανοητό ότι η θεωρία δεν είναι μόνο αφαίρεση και αποφατική κατάσταση, αλλά και επιπλέον ένωση με την Παναγία Τριάδα και επομένως και εκθέωση. Άλλωστε, ως τονίσαμε, η προσευχητική διάσταση περιθωριοποιεί τα επιφαινόμενα και αναζητά το βάθος του ανθρωπίνου προσώπου, στοχεύει στην ουσία των όντων χωρίς να παραγράφει τη μεταφυσική αναγωγή τους. Δεν διεκδικεί τα πρωτεία στη μίμηση, ούτε προτάσσει τον εικονοκεντρικό – εγωκεντρικό νομιναλισμό. Αντίθετα, αναπαύεται στην ησυχία και στη σιωπηλή αγιότητα.
Να λοιπόν γιατί η προσευχή αποτελει σιωπηλή υπέρβαση της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨. Γιατί μακριά από επίπλαστες και ανούσιες φαινομενικότητες της πραγματικότητας, μπορεί και αφουγκράζεται την ουσία των όντων, την ουσιαστική δηλαδή πραγμάτωση της μαρτυριακής και βιωματικής παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο. Έχει με άλλα λόγια τη δυνατότητα να ¨μεταμορφώνει¨ την ανθρώπινη ύπαρξη με μυσταγωγικό – ουράνιο τρόπο και να την οδηγεί στην χαρισματική ταύτιση συνείδησης και υποκειμένου, προς αγιασμό του προσευχόμενου και απώτερο φωτισμό της συμπαντικής κτίσης. Γι΄ αυτό η προσευχή βιώνεται σιωπηλά και αθόρυβα, ακριβώς γιατί εστιάζει και κοινωνεί το φως της Αποκαλυπτικής δόξας του Λυτρωτού Κυρίου Ιησού Χριστού. Γι΄αυτό και τελικά αποτελεί υπέρβαση της θεαματικής κοινωνίας, διότι έχει την αγιοπνευματική χάρη και δωρεά να «κατεβάζει τον Ουρανό στη γη».
Παραπομπές:
1. Perniola Mario, Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1991, σελ. 69. Σχετικά με την ¨Κοινωνία του θεάματος¨ βλ., Debord Guy, Η Κοινωνία του θεάματος, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, Postman N., Amousing Ourselves to Death, Discoursein the Age of the Show Business, Penguin Books, NewYork 1985.
2.Γαϊτάνη Βασιλείου, Homo mediator and homo theologicus, Γρηγόρη, Αθήνα 2008, σελ. 281.
3. Αυτόθι, σελ. 281.
4. Αυτόθι, σελ. 282.
5. Αυτόθι, σελ. 282.
6. Perniola M., Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων, σελ. 130.
7. Αυτόθι, σελ. 126.
8.Μπέγζου Μάριου, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ. 239.
9.Γαϊτάνη Β., Η Ετερότητα της Επικοινωνίας, Η δυνατότητα μιας Ορθόδοξης Επικοινωνίας σε αλλοτριωμένους καιρούς, Αθήνα 2004, σελ. 8.
10. Πρβλ., Του Ιδίου, Το κείμενο του Zean Baudrillard  «The procession of Simulacra» και η ερμηνεία των διαστάσεων της Υπερπραγματικότητας, Αθήνα 2008, σελ. 76.
11.Του Ιδίου, Η θεώρηση της «Παγκοσμιοποίησης»(Globalisierung) στον επικοινωνιολόγο Ulrich Beck και η υπέρβαση της «Επικοινωνιακής Θεολογίας», Αθῆναι 2002, σελ. 653.12
12. Πρβλ., Του Ιδίου, Homo mediator and homo theologicus, σελ. 348.
13. Αυτόθι, σελ. 343.
14. Αυτόθι, σελ. 345.
15. Γαϊτάνη Β., Το κείμενο του Zean Baudrillard  «The procession of Simulacra» και η ερμηνεία των διαστάσεων της Υπερπραγματικότητας, σελ. 67.
16. Γιαννουλάτου Αναστασίου(Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας, Αθήνα 2005, σελ. 51.
17. Γαϊτάνη Β., Από την Επικοινωνία στην Κοινωνία, Σύγχρονες θεωρίες Επικοινωνίας και Ορθόδοξος Επικοινωνιακή Θεολογία, Γρηγόρη, Αθήνα 2008, σελ. 275.
18. Καρανικόλα Παντελεήμονος(Πρ. Μητροπολίτου Κορινθίας), Μυστική Θεωρία, στο περιοδικό ¨Χριστιανικόν Συμπόσιον¨, τόμος Δ΄, Εστία, Αθήνα 1970, σελ. 25.

Η σιωπηλή προσευχητική υπέρβαση της “Κοινωνίας του Θεάματος”

Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου – Φιλολόγου,
Υπ. Δρος Παν/μίου Αθηνών
Η φράση του Perniola στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα ότι «η φαινομενικότητα κινδυνεύει να επεκταθεί τόσο ώστε να καλύψει το ¨Είνα騻[1], συνετάραξε τα δεδομένα της φαινομενικής πραγματικότητας της ¨Κοινωνίας του Θεάματος¨. OPerniola εστιάζει τις παρατηρήσεις του γύρω από την έννοια
 
του «ομοιοματικού φαινομένου»[2], υποστηρίζοντας ότι το τελευταίο, επειδή δεν εντάσσεται στο ίδιο το ¨Είναι¨, βρίσκεται σε μια αέναη πορεία και αναζήτηση ανάμεσα στο ¨Είναι¨ και στο ¨τίποτα¨[3]. Ο άνθρωπος αδυνατεί να παρακολουθήσει αυτή την επέκταση της φαινομενικότητας, γιατί ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι αδυνατεί πρωτίστως να αντιληφθεί την ψευδεπίφαση του φαινομένου, την έντεχνη «απόκρυψη του γεγονότος ότι η φαινομενικότητα έχει αποκρύψει το ¨Είναι¨, είναι με άλλα λόγια απόκρυψη μιας απόκρυψης»[4].
Χωρίς υπερβολή, η επέκταση της φαινομενικότητας καταργεί την ίδια την κριτική ικανότητα του ανθρώπου, τη δυνατότητα της διάκρισης και θέασης της επίπλαστης παρουσίας της. Κατά συνέπεια, το φαινόμενο «δοξάζεται ως ¨Είνα騻[5], το ομοίωμα λαμβάνει τη θέση του πρωτοτύπου, το φαινομενικό προωθείται ως πραγματικό και παράλληλα αυτοδεσμεύει και αυτοκαταργεί τη δυνατότητα θέασης και βιωματικής σύμπραξης στην αποκαλυπτική έκφανσή του. Ο Perniola τονίζει χαρακτηριστικά: «Το ομοίωμα δεν είναι ούτε αγία εικόνα, ούτε όραμα. Δεν έχει μία σχέση ταυτότητας με το πρωτότυπο, με το πρότυπο, ούτε συνεπάγεται τη συντριβή όλων των επιφάσεων και την αποκάλυψη μιας καθαρής ουσιαστικής αλήθειας. Το ομοίωμα είναι μια εικόνα χωρίς πρωτότυπο, εικόνα κάποιου πράγματος που δεν υπάρχει. Εικονολάτρες και εικονοπλάστες το θεωρούν σχεδόν συνώνυμο του ειδώλου και ως τέτοιο ¨prope nixil¨ σχεδόν τίποτε»[6]. Παρουσιάζει δηλαδή, όχι την αλήθεια καθεαυτή, αλλά ¨ομοίωμα¨ της αλήθειας ή καλύτερα τη ¨φαινομενική¨ αλήθεια χωρίς οντολογικό περιεχόμενο. Με άλλα λόγια, το θέαμα υπάρχει ως καθαρή εξωτερικότητα και ταυτόχρονα αναδύεται ως βαρύνουσα αλήθεια, που όμως δεν περιλαμβάνει ¨υπόσταση¨, αλλά περιορίζεται στην κάλπικη έκδοση της φαινομενικότητας της αλήθειας. Έτσι, αμαυρώνεται ή και εξαλείφεται παντελώς η ανθρώπινη δυνατότητα της διάκρισης ανάμεσα στο αναγκαίο και στο περιττό, στο αληθινό και στο ψεύτικο, στο φανταστικό και πραγματικό. Το θέαμα καλλιεργείται στους κόλπους και αρμούς μιας κοινωνίας, η οποία, όχι μόνο αναζητά να χαράξει και να οριοθετήσει τον προσδιορισμό της, αλλά και ¨αναπαύεται¨ εφησυχασμένη σε μια συνειδητά φανταστική διάσταση της φαινομενικής πραγματικότητας. Αυτό είναι και το πραγματικό περιεχόμενο της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨. Προωθεί την προβολή ενός κάλπικου φαινομένου, ένα αλλότριο και οξύμωρο προς το πρότυπο και αρχέγονό του και μέσω αυτού ή καλύτερα εξαιτίας αυτού, εξαιτίας δηλαδή της παρωχημένης, όπως παρουσιάζεται, πραγματικότητάς του εδραιώνει την κυριαρχία του ¨θεάματος¨ στη σημερινή πραγματικότητα.
Και συνεχίζει ο Perniola: «Το θέαμα της εποχής είναι μια σκηνοθεσία στερημένη από οντολογική αξία […] Σε αντίθεση, το προφητικό όραμα είναι ουσιαστικά εσχατολογικό και μεσσιανικό. Διεκδικεί το επικείμενο ενός ¨ δέοντος γενέσθαι¨, που φωτίζει και αποκαλύπτει το υπέρτατο πεπρωμένο της ανθρωπότητας και αναγγέλλει την έλευση μιας έσχατης εποχής σωτηρίας και την εγκαθίδρυση του βασιλείου του Θεού στη γη»[7]. Υποστηρίζει δηλαδή, ότι το θέαμα επειδή αυτούσιο αδυνατεί να θεαθεί και να κατανοήσει τη δυνατότητα μεταφυσικής αναγωγής και προσέγγισης Θείου και ανθρώπινου, την αυτοκαταργεί. Έτσι, στα πλαίσια της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨, τέχνη, πολιτιστική παράδοση, συμφέρον, χρήσιμο, απαραίτητο, αναγκαίο, περιττό, αλληλοσυγχωνεύονται και οδηγούν στο μηδενισμό, παραμερίζοντας κριτήρια, ηθικούς φραγμούς και λειτουργική λογική. ¨Φετιχισμός¨ και ¨ναρκισσισμός ¨ αποποιούνται τον αυτοπροσδιορισμό τους και τη σημασιολογία τους και καταντούν ισοδύναμοι στα φαινομενικά πλαίσια της ιδιοπροσωπίας τους.
Γίνεται λοιπόν κατανοητό, ότι η ¨Θεαματική Κοινωνία¨ στην προσπάθειά της να εδραιωθεί και να διατηρηθεί ως κοινωνία ¨θεαματική¨, εισήγαγε το ομοίωμα – είδωλο του φαινομένου και το αντικατέστησε στη θέση του πραγματικού. Η αδυναμία της να οδηγηθεί στο αρχέτυπο και στην ¨ουσία¨ των όντων καλύφθηκε με τη σχάση και τη διάσταση που επέφερε μεταξύ του ανθρώπου και του εαυτού του. Όμως , αυτή η σχάση δεν είναι οντολογική. Πρόκειται για διακοπή της σύμπραξης του ανθρώπου με το ψευδοείδωλό του, με την κάλπικη δηλαδή ¨ταυτότητα¨ του εαυτού του, που το θέαμα μέσω της διαφήμισης προωθεί. Η διακοπή της κοινωνίας του υποκειμένου με τη συνείδησή του δεν αποτελεί διάσταση ουσίας, καθώς το ίδιο το υποκείμενο εδράζεται με ασφαλώς αλλοτριωμένη λειτουργική διάκριση στο χώρο του ¨Θεάματος¨, στη χώρα της φαινομενικής αλήθειας και της επίπλαστης πραγματικότητας.
Όμως, το αίτημα του σύγχρονου ανθρώπου «δεν είναι η ύπαρξη, αλλά η συνύπαρξη, όχι απλώς η ατομική επιβίωση, αλλά η κοινωνική συμβίωση»[8]. «Άν δεν υπάρξει η οντολογική προϋπόθεση μιας ¨πνευματικής ετερότητας¨ μέσα σ΄ έναν ολοκληρωμένο κόσμο, οι ιδεολογίες ήδη θα βρουν μέσα στο πλαίσιο τους διαλεκτικούς όρους της αλλοτρίωσης. Θα προσπαθούν από την αρνητικότητα να γεννήσουν μια θετικότητα. Αλλά θα το επιχειρούν ήδη μέσα στα όρια της ξεπεσμένης πτώσης. Και έτσι, το θέαμα, ως ύψιστη ¨αρνητική ετερότητα¨, θα εξακολουθεί να παραμένει»[9].
Η υπέρβαση της ¨πραγματικότητας¨ της κοινωνίας του θεάματος έγκειται στην προσευχή ως ουσιαστική προσέγγιση και κοινωνία με το Υπερβατικό, ως οντολογική μέθεξη στην πραγματικότητα, που δεν είναι άλλη από τη Σάρκωση. Η μέθεξη του ανθρώπου στην Κοινωνία του Σώματος του Χριστού ενέχει και την πραγματική λύτρωση[10], καθώς η αγιοπνευματική προσευχή «όχι μόνο δεν ακυρώνει την πνευματική υπόσταση του προσώπου, αλλά και μεταβάλλει την ίδια τη χωροχρονική διάσταση της ύλης σε ¨κοινωνία¨ των δύο θεμελιωδών στοιχείων: της θείας ενέργειας και της ανθρώπινης συνείδησης»[11]. Η προσευχή, ως θεωρία της θέας και δόξας του Θεού υπερβαίνει κάθε ψεύτικη έκφανση και έκδοση του ¨κοσμικού θεάματος¨. Είναι ουσιαστική και πραγματικά αληθινή αναγωγή προς το πρωτότυπο γιατί είναι Χριστολογική και κατά συνέπεια Τριαδολογική και καθιστά τον άνθρωπο εξαγιασμένη και ανεπανάληπτη προσωπικότητα.
Είναι γεγονός ότι η ¨Θεαματική Κοινωνία¨ αποδείχθηκε ανίκανη να κατανοήσει τις ύψιστες αλληγορίες και τις συμβολικές εκφράσεις των γεγονότων. Παρέμεινε εγκλωβισμένη στη μίμηση της εξωτερικότητας[12], στηριζόμενη στην εικονοκεντρική σκέψη και οδήγησε στη διάλυση της πνευματικής ταυτότητας του προσώπου[13]. Ο άνθρωπος αυτοδεσμευμένος στην κίβδηλη μίμηση του εαυτού του, απορρίπτει το ¨λογοκεντρικό¨ κριτήριο διαβίωσης και «δια της μαζικής διαφυγής» οδηγείται στην ομοιομορφοποίηση και ομαδοποίηση[14], χωρίς αναφορά σε αξίες και ιδανικά, σε πνευματικές αρχές και ανθρωπολογικούς ενδοιασμούς. «Το θέαμα είναι έτσι, η έσχατη και πιο πλήρης ¨αποπλάνηση¨. ¨Επιφάνεια¨ και ¨φαινόμενο¨ είναι τα δύο κυρίαρχα σημεία του. Η ¨επιφάνεια¨ σημαίνει στο βάθος της, την ¨εξαϋλωμένη οντολογία¨, την πρωτοκαθεδρία του ¨φαίνεσθαι¨ έναντι του ¨είναι¨. Το ¨φαίνεσθαι¨ απολυτοποιείται ως ¨είναι¨ και αποπλανά το υποκείμενο, το οποίο όμως θέλει κατά βάθος ν΄ αποπλανηθεί. Πρόκειται για μια ¨οντολογική λευχαιμία¨, για ένα ¨ξέπλυμα¨ του ίδιου του όντος από το υπερβατικό νόημά του»[15]. Έτσι, η κοινωνία του θεάματος χωρίζει το πρόσωπο από την ψευδοταυτότητά του και ακολούθως από την κοινωνία, αλλοτριώνοντας την ιδιοπροσωπία του και επιφέροντας καίριο πλήγμα στη δυνατότητα της επανόδου της λογοκεντρικής διάκρισης, καθώς επενδύει και συνεχώς προκαλεί χάσμα μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού κόσμου.
Σε αντίθεση, στην Ορθόδοξη Θεολογία μέσω της αγιοπνευματικής προσευχής, ο άνθρωπος οδηγείται στην ενότητα , στη «συμφιλίωση»[16] με τους συνανθρώπους του και με την κτίση ολόκληρη, καθώς η ένταξή του στο Σώμα του Χριστού συνεπάγεται την «χαρισματική μετοχή του στον ίδιο τον Χριστό, εξαιτίας της ενανθρωπίσεώς Του»[17]. Η προσευχή ως προσέγγιση του Θείου δύναται να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ¨Θεωρία ¨ του Θεού. Βέβαια, το φως που θεωρείται από τον θεωρητικό κατά την θεωρία, θεωρείται κατά τρόπο ενυπόστατο, καθώς «η θεωρία και το πάθος της λαμπρότητας του Θεού είναι η θεωρία της άκτιστης ενέργειάς Του, μια και η ουσία Του είναι απρόσιτη και αμέθεκτη»[18]. Παρ΄όλα αυτά, ας γίνει κατανοητό ότι η θεωρία δεν είναι μόνο αφαίρεση και αποφατική κατάσταση, αλλά και επιπλέον ένωση με την Παναγία Τριάδα και επομένως και εκθέωση. Άλλωστε, ως τονίσαμε, η προσευχητική διάσταση περιθωριοποιεί τα επιφαινόμενα και αναζητά το βάθος του ανθρωπίνου προσώπου, στοχεύει στην ουσία των όντων χωρίς να παραγράφει τη μεταφυσική αναγωγή τους. Δεν διεκδικεί τα πρωτεία στη μίμηση, ούτε προτάσσει τον εικονοκεντρικό – εγωκεντρικό νομιναλισμό. Αντίθετα, αναπαύεται στην ησυχία και στη σιωπηλή αγιότητα.
Να λοιπόν γιατί η προσευχή αποτελει σιωπηλή υπέρβαση της ¨Θεαματικής Κοινωνίας¨. Γιατί μακριά από επίπλαστες και ανούσιες φαινομενικότητες της πραγματικότητας, μπορεί και αφουγκράζεται την ουσία των όντων, την ουσιαστική δηλαδή πραγμάτωση της μαρτυριακής και βιωματικής παρουσίας του ανθρώπου στον κόσμο. Έχει με άλλα λόγια τη δυνατότητα να ¨μεταμορφώνει¨ την ανθρώπινη ύπαρξη με μυσταγωγικό – ουράνιο τρόπο και να την οδηγεί στην χαρισματική ταύτιση συνείδησης και υποκειμένου, προς αγιασμό του προσευχόμενου και απώτερο φωτισμό της συμπαντικής κτίσης. Γι΄ αυτό η προσευχή βιώνεται σιωπηλά και αθόρυβα, ακριβώς γιατί εστιάζει και κοινωνεί το φως της Αποκαλυπτικής δόξας του Λυτρωτού Κυρίου Ιησού Χριστού. Γι΄αυτό και τελικά αποτελεί υπέρβαση της θεαματικής κοινωνίας, διότι έχει την αγιοπνευματική χάρη και δωρεά να «κατεβάζει τον Ουρανό στη γη».
Παραπομπές:
1. Perniola Mario, Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1991, σελ. 69. Σχετικά με την ¨Κοινωνία του θεάματος¨ βλ., Debord Guy, Η Κοινωνία του θεάματος, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2000, Postman N., Amousing Ourselves to Death, Discoursein the Age of the Show Business, Penguin Books, NewYork 1985.
2.Γαϊτάνη Βασιλείου, Homo mediator and homo theologicus, Γρηγόρη, Αθήνα 2008, σελ. 281.
3. Αυτόθι, σελ. 281.
4. Αυτόθι, σελ. 282.
5. Αυτόθι, σελ. 282.
6. Perniola M., Η Κοινωνία των Ομοιωμάτων, σελ. 130.
7. Αυτόθι, σελ. 126.
8.Μπέγζου Μάριου, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1995, σελ. 239.
9.Γαϊτάνη Β., Η Ετερότητα της Επικοινωνίας, Η δυνατότητα μιας Ορθόδοξης Επικοινωνίας σε αλλοτριωμένους καιρούς, Αθήνα 2004, σελ. 8.
10. Πρβλ., Του Ιδίου, Το κείμενο του Zean Baudrillard  «The procession of Simulacra» και η ερμηνεία των διαστάσεων της Υπερπραγματικότητας, Αθήνα 2008, σελ. 76.
11.Του Ιδίου, Η θεώρηση της «Παγκοσμιοποίησης»(Globalisierung) στον επικοινωνιολόγο Ulrich Beck και η υπέρβαση της «Επικοινωνιακής Θεολογίας», Αθῆναι 2002, σελ. 653.12
12. Πρβλ., Του Ιδίου, Homo mediator and homo theologicus, σελ. 348.
13. Αυτόθι, σελ. 343.
14. Αυτόθι, σελ. 345.
15. Γαϊτάνη Β., Το κείμενο του Zean Baudrillard  «The procession of Simulacra» και η ερμηνεία των διαστάσεων της Υπερπραγματικότητας, σελ. 67.
16. Γιαννουλάτου Αναστασίου(Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Ακρίτας, Αθήνα 2005, σελ. 51.
17. Γαϊτάνη Β., Από την Επικοινωνία στην Κοινωνία, Σύγχρονες θεωρίες Επικοινωνίας και Ορθόδοξος Επικοινωνιακή Θεολογία, Γρηγόρη, Αθήνα 2008, σελ. 275.
18. Καρανικόλα Παντελεήμονος(Πρ. Μητροπολίτου Κορινθίας), Μυστική Θεωρία, στο περιοδικό ¨Χριστιανικόν Συμπόσιον¨, τόμος Δ΄, Εστία, Αθήνα 1970, σελ. 25.

Εορτή του Αγίου Προφήτου Ιερεμία














Εορτή του Αγίου Προφήτου Ιερεμία
Γιορτάζουμε σήμερα 1 Μαΐου, ημέρα μνήμης του Αγίου Προφήτου Ιερεμία.
Ο Προφήτης Ιερεμίας γεννήθηκε πιθανώς κατά το 650 π.Χ., στην μικρή πόλη της φυλής Βενιαμίν Αναθώθ, βορειοανατολικά της Ιερουσαλήμ. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και ονομαζόταν Χελκίας. Ανατράφηκε στην ιερατική αυτή οικογένεια με αυστηρότητα. Μελετούσε τους προ αυτού Προφήτες Ησαΐα και Ωσηέ.
Νεότατος στην ηλικία, περίπου 23 - 25 ετών, περί το 627 - 625 π.Χ., καλείται από τον Θεό στο προφητικό αξίωμα. Ανταποκρίνεται στο θέλημα του Κυρίου και έτσι το όνομά του (Ιερεμίας), που σημαίνει ο Θεός ανυψώνει ή καθιστά, εκφράζει και την αποστολή του.
Κατάπληκτος από την τιμή αυτή ο Ιερεμίας, αρνείται την υψηλή τιμητική κλήση, προβάλλοντας τις ασθενείς νεανικές του δυνάμεις. Ο Θεός όμως ενισχύει αυτόν υποσχόμενος, όχι υλικές αμοιβές και τιμές, αλλά το πολυτιμότερο όλων: τη βοήθειά Του. Ο Ιερεμίας υπακούει.
Ο Προφήτης Ιερεμίας καθαγιάσθηκε πριν από τη γέννησή του, όπως γράφει ο Άγιος Ιερώνυμος. Πράγματι, στην αρχή του προφητικού του βιβλίου ο Ίδιος ο Θεός του λέγει: «Προ του με πλάσαι σε εν κοιλία επίσταμεί σε και προ του σε εξελθείν εκ μήτρας ηγίακά σε, προφήτην εις έθνη τέθεικά σε».
Σε τέσσερις περιόδους δυνάμεθα να διαιρέσουμε την δημόσια δράση του. Πρώτον, επί του βασιλέως Ιωσίου προ της μετερρυθμίσεως (627 - 621 π.Χ.), δεύτερον, επί του βασιλέως Ιωακείμ μέχρι του Σεδεκίου (609 - 598 π.Χ.), τρίτον, επί Σεδεκίου (598 - 586 π.Χ.) και τέταρτον, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ και την αιχμαλωσία του Σεδεκίου.
Μετά την καταστροφή του βασιλείου του Ισραήλ, το βασίλειο του Ιούδα, όπου βρισκόταν ο Προφήτης Ιερεμίας, τελούσε υπό την επίδραση των Ασσυρίων, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Η πολυθεΐα των Ασσυρίων είχε εισχωρήσει στους Ιουδαίους, διότι ο βασιλέας Μανασσής (693 - 639 π.Χ.) ήταν υποτελής των Ασσυρίων και είχε παραδοθεί σε θρησκευτικό συγκρητισμό και σε ειδωλολατρία. Όσες πόλεις υπήρχαν στην Ιουδαία, τόσοι ήταν και οι θεοί, όσοι οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ, τόσα θυσιαστήρια του Βαάλ.
Υπήρχε η ειδωλολατρία του Μολώχ με τα ανθρώπινα θύματα. Στις αυλές του ναού ήταν θυσιαστήρια των Ασσυρίων θεών και το είδωλο της Αστάρτης. Ο Ιερεμίας, επί της βασιλείας του Ιωσίου, από το 627 π.Χ., επέρχεται κατά της πολυθεΐας κηρύσσοντας τον Ένα και Μόνο Αληθινό Θεό και στηλιτεύοντας τη διαφθορά. Εκτός της ειδωλολατρίας και ανηθικότητας, ο Ιερεμίας πολεμάει κατά την περίοδο αυτή και τους ψευδοπροφήτες, οι οποίοι παραπλανούσαν τον λαό με ψευδείς προφητείες. Ο Προφήτης διαισθάνεται κάποια μεταβολή του λαού, κάποια μετάνοια, διότι στην πρόσκληση του Θεού, ο λαός απαντά: «Ὁδοῦ, πρὸς Σὲ ἔρχομαι».
Η μετάνοια όμως αυτή ήταν πρόσκαιρη λόγω της ανομβρίας. Ο Προφήτης πονάει, υποφέρει. Περιέρχεται σε απόγνωση. Όμως η μακροθυμία του Θεού δεν εξαντλείται. Ο Θεός συμβουλεύει τον Προφήτη να ερευνήσει την υπό του κακού τρυγηθείσα άμπελο, το λαό Του, μήπως εύρει ρώγα σταφυλιού, κάποιον άνθρωπο ευσεβή, ατρύγητο από το κακό. Έτσι τονίζεται η μεγάλη αξία του ανθρώπου. Ο Προφήτης δεν βρίσκει δυστυχώς καμία ρώγα σταφυλιού ατρύγητη από το κακό. Στην άκαρπη αυτή προσπάθεια του Προφήτη, ο Θεός συνιστά σε αυτόν και πάλι να συνεχίσει την εργασία του, για να πεισθεί και ο ίδιος ο Προφήτης για το αδιόρθωτο του λαού και τη δίκαιη τιμωρία του.
Ο Θεός παρομοιάζει τον Προφήτη με μεταλλουργό που δοκιμάζει τα μέταλλα και φροντίζει από το μείγμα να εξαγάγει αυτά που είναι ευγενή, δηλαδή το χρυσό και τον άργυρο. Μάταια όμως.
Εδώ τερματίζεται η πρώτη περίοδος της δράσεως του Προφήτη Ιερεμία. Κατόπιν έρχεται η κατάλυση του Ασσυριακού βασιλείου διά της πίστεως της Νινευή το 621 π.Χ. Ο ευσεβής βασιλέας Ιωσίας, επωφελούμενος από την κατάρρευση αυτή, ανέλαβε πολιτική εξωτερικής ανεξαρτησίας και προέβη σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, για να ορθώσει την πίστη στον Θεό. Ο Ιερεμίας, κατά το χρονικό διάστημα 621 - 608 π.Χ., αποσύρθηκε πιθανότατα σε μόνωση. Χαρακτηριστικό της ασκητικής του ζωής ήταν ότι αυτός «λινοῦν περίζωμα εἶχε μόνον. Ὡς δὲ τὰ εὐτραφῆ τῶν σωμάτων γυμνούμενα φανερωτέραν δείκνυσι τὴν ἀκμήν, οὕτω καὶ τῶν ἠθῶν τὸ κάλλος, μὴ ἀνειλούμενον ἀπειροκάλοις φλυαρίαις, τὸ μεγαλοπρεπὲς ἐνδείκνυται».
Κατά την δεύτερη περίοδο της δράσης του, επί της εποχής του βασιλέως Ιωακείμ (609 - 598 π.Χ.), ο Προφήτης Ιερεμίας στρέφεται κατά των ατόπων της Ισραηλιτικής θρησκείας. Ο μαγικός χαρακτήρας, τον οποίο απέδιδαν οι Ιουδαίοι στο ναό και στις τελετές, τον ενοχλούσε. Έλεγε δε, ότι «ο ναός, ο οποίος χρησιμεύει να καλύπτει τα κακουργήματα, είναι όχι ναός Θεού, αλλά σπήλαιο ληστών».
Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Ιωακείμ, σε κάποια μεγάλη εορτή, εμφανίζεται ο Προφήτης Ιερεμίας στην αυλή του ναού και μέσα στο ενθουσιώδες από τη θέα του ναού πλήθος, προσβάλλει την εσφαλμένη αυτή πίστη, την οποία είχε ο λαός περί του ναού και κηρύσσει την επερχόμενη καταστροφή του ναού. Όλος ο λαός εξεγείρεται και ζητεί τον θάνατό του. Σώζεται με την επέμβαση του Αχικάμ.
Μεταβαίνει στο εργαστήριο του κεραμέως και παρατηρεί ότι ο κεραμέας μεταπλάσσει όσα από τα πήλινα δοχεία δεν αρέσουν σε αυτόν. Έτσι, λέγει ο Προφήτης, θα κάνει ο Θεός σε έθνη και ανθρώπους, τα οποία δεν αρέσουν σε Αυτόν. Για την αποφυγή της καταστροφής συνιστά την εσωτερική μετάνοια του ανθρώπου. Άρχοντες και λαός αντιδρούν. Κουρασμένος ο Προφήτης από τους άκαρπους αγώνες του ζητεί τη μόνωση και προβλέποντας την αμετανοησία του λαού του Θεού, προλέγει την καταστροφή του.
Κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν να τον δηλητηριάσουν στην Αναθώθ. Συνωμοτούν εναντίον του και συγγενείς του. Ο Ιερεμίας αποδίδει την σωτηρία του στον Θεό. Στρέφεται κατά των αρχόντων, του βασιλέως Ιωακείμ και των ανακτόρων, των οποίων κηρύσσει την καταστροφή. Όλος ο κόσμος είναι εναντίον του.
Προς στιγμήν κάμπτεται, διότι νομίζει ότι έχει εγκαταλειφθεί από τον Θεό και παραπονείται. Συνέρχεται όμως και συνεχίζει το έργο του. Στην αυλή του ναού κηρύσσει και πάλι την καταστροφή του ναού. Το κήρυγμα αυτό προκαλεί αναταραχή. Γι' αυτό ο στρατηγός του ιερού χώρου του ναού Πασχώρ τον ραβδίζει και τον ρίχνει στη φυλακή. Τα κηρύγματά του γίνονται δεκτά με ειρωνείες. Του απαγορεύουν να επισκέπτεται το ναό.
Ο Προφήτης σκέπτεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Η φωτιά όμως του λόγου του Θεού, που είναι μέσα του, δεν τον αφήνει. Κατά το τέλος του 605 π.Χ., μετά την ήττα των Αιγυπτίων στο Χαρκαμύς, επειδή ο ίδιος δεν ήταν δυνατόν να εισέλθει στην αυλή του ναού, δίδει στον μαθητή του Βαρούχ να αναγνώσει στο μέσο της αυλής του ναού, προφητεία, διά της οποίας κηρυσσόταν η καταστροφή του ναού. Όλοι τότε επαναστατούν εναντίον του. Ο Ιερεμίας και ο Βαρούχ κρύβονται, για να μη συλληφθούν. Η προλεχθείσα όμως καταστροφή επήλθε.
Οι Βαβυλώνιοι κατέστησαν φόρου υποτελή, το βασιλέα Ιωακείμ. Αυτός, επιθυμώντας την ανεξαρτησία και αφού παρακινήθηκε από άκριτους ανθρώπους, προκαλεί τη Βαβυλώνιο εκστρατεία κατά της Ιερουσαλήμ. Ο Ναβουχοδονόσωρ επέρχεται εναντίον του και πολιορκεί την Ιερουσαλήμ. Ο Ιερεμίας μάταια συνιστά στον βασιλέα Ιωακείμ, υποταγή στους Βαβυλώνιους. Ο Ιωακείμ πεθαίνει και η πόλη καταλαμβάνεται και πολιορκείται.
Ο ναός καταστρέφεται. Ο άμεσος διάδοχος του Ιωακείμ, ο Ιωαχείμ (Ιεχονίας) πορεύεται σε αιχμαλωσία με τους αξιωματούχους της χώρας και δέκα χιλιάδες από το λαό. Ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ ορίζει ως διάδοχο του Ιεχονίου, τον Σεδεκία.
Κατά την Τρίτη περίοδο της δράσεως του Προφήτη Ιερεμίου, το 594 π.Χ., απεσταλμένοι των Ιδουμαίων, Αμμωνιτών, Τύρου και Σιδώνος, παρακάλεσαν τον Σεδεκία να συμμαχήσουν κατά των Βαβυλωνίων. Οι ψευδοπροφήτες κηρύσσουν ότι τα ιερά σκεύη του ναού που είχαν κλαπεί θα επιστραφούν. Ο Ιερεμίας αντιτίθεται και συμβολικά θέτει ζυγό στον τράχηλό του, για να δηλώσει ότι θα είναι δούλοι του Ναβουχοδονόσορ.
Ο ψευδοπροφήτης Ανανίας σπάζει το ζυγό πάνω στον τράχηλο του Ιερεμία, για να τονίσει την αποτίναξη του ζυγού των Βαβυλωνίων. Ο Ιερεμίας απαντά: «Έσπασες ξύλινους ζυγούς; Σιδερένιους θα θέσει ο Θεός στον τράχηλό σας».
Ο Σεδεκίας τήρησε συνετή πολιτική προς τους απεσταλμένους των άλλων περιοχών και ενέκρινε την γνώμη του Προφήτη Ιερεμία. Όμως, κατά το 588 π.Χ., ο φαραώ της Αιγύπτου Ουαφρής επαναστατεί κατά των Βαβυλωνίων. Το φρόνημα των Ιουδαίων αναπτερώνεται και λαμβάνουν και αυτοί μέρος στην επανάσταση αυτή. Ο Ιερεμίας τους αποτρέπει από το να συμμαχήσουν με τους Αιγυπτίους κατά των Βαβυλωνίων.
Οι Ιουδαίοι δεν υπακούν και επαναστατούν. Ο Ιερεμίας επιμένει ότι η πόλη των Ιεροσολύμων θα καταστραφεί. Οι άρχοντες τον ρίχνουν σε λάκκο βορβορώδη, διότι με τον τρόπο που ο Προφήτης ομιλούσε παρέλυε τα χέρια των πολεμιστών. Με την επέμβαση όμως του Αβδεμέλεχ αποσύρεται από τον λάκκο. Η πόλη των Ιεροσολύμων καταλαμβάνεται και ο βασιλέας Σεδεκίας συλλαμβάνεται, τυφλώνεται και οδηγείται στη Βαβυλώνα. Η πόλις παραδίδεται στις φλόγες.
Κατά την τέταρτη περίοδο της δράσεώς του, ο Ιερεμίας, μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ, αποφασίζει να διαμείνει πλησίον του Γοδολίου. Τον Γοδολία, ο βασιλέας Ναβουχοδονόσωρ εγκαθιστά κυβερνήτη της Ιουδαίας. Μετά από λίγο, όμως, ο Γοδολίας δολοφονείται και ο Ιουδαϊκός λαός, φοβούμενος την τιμωρία από τους Βαβυλωνίους, αποφασίζει να απέλθει στην Αίγυπτο παρά την γνώμη του Ιερεμίου και την εντολή του Θεού.
Χωρίς την θέλησή του, παίρνουν μαζί τους και τον Ιερεμία, ο οποίος κηρύττει και στην Αίγυπτο. Προλέγει την εισβολή του Ναβουχοδονόσωρ, η οποία και έγινε. Εκεί οι Ιουδαίοι περιπίπτουν σε ειδωλολατρία. Ο Προφήτης επέρχεται και πάλι εναντίον αυτών. Εκείνοι όμως δεν υπακούουν και ο Προφήτης προλέγει την καταστροφή τους.
Ο Προφήτης Ιερεμίας λιθοβολήθηκε από τους συμπατριώτες του στην πόλη Τάφνα της Αιγύπτου ή απήχθη μαζί με τον Βαρούχ αιχμάλωτος από τον βασιλέα Ναβουχοδονόσωρ σε κάποια εισβολή του στην Αίγυπτο το 568 π.Χ., ως λέγει κάποια Ραββινική παράδοση.
Η Σύναξη αυτού ετελείτο στο ναό του Αποστόλου Πέτρου, που ήταν κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.
Το βιβλίο του Προφήτη Ιερεμία στην Παλαιά Διαθήκη δεν παρουσιάζει μόνο υψηλές θρησκευτικές ιδέες, αλλά κυρίως μια ζωηρή θρησκευτική προσωπικότητα, διότι ο Ιερεμίας δεν κήρυττε μόνο, αλλά ζούσε την διδασκαλία αυτή με τόση επιμονή, ώστε όχι μόνο ο θάνατός του υπήρξε μαρτυρικός, αλλά και ολόκληρη η ζωή του ήταν ένα διαρκές μαρτύριο. Η διδασκαλία του Προφήτη Ιερεμία αφορούσε, α) τον άνθρωπο, β) τον Θεό και γ) το λαό του Θεού. Κέντρο και των τριών αυτών είναι η καρδιά, η βάση της προσωπικότητας του ανθρώπου.
Στους εορτάζοντες και στις εορτάζουσες, χρόνια πολλά και ευάρεστα στο Θεό !!!
Απολυτίκιο:
Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Εκ γαστρός ηγιάσθης τη προγνώσει του Κτίσαντος, και προφητικής επληρώθης εκ σπαργάνων συνέσεως, εθρήνησας την πτώσιν Ισραήλ, σοφέ Ιερεμία εν στοργή, διά τούτο ως Προφήτην και Αθλητήν, τιμώμεν σε κραυγάζοντες, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω χορηγούντι διά σού, ημίν τα κρείττονα.

Τετάρτη, Απριλίου 30, 2014

Τα εμπόδια για την εξομολόγηση

Η άγνοια, ο εγωισμός και η αμαρτωλή ζωή είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους πολλοί χριστιανοί δεν εξομολογούνται.
Άλλοι λόγοι είναι η ιεροκατηγορία, το αντιεκκλησιαστικό πνεύμα, η πολεμική κατά της πίστεως και η ολιγοπιστία.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έρχεται και ο αντίδικος ημών διάβολος. Και προσπαθεί με κάθε τρόπο να μας εμποδίσει από την εξομολόγηση. Γιατί;
Διότι γνωρίζει τα ευεργετικά και σωτήρια αποτελέσματα της εξομολογήσεως και διότι ενώ χαρά μεγάλη γίνεται στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί (Λουκ.ιε' 7), την ίδια ώρα ο διάβολος καίγεται από τον φθόνο και την κακία του. Αμφιβάλλετε; Ακούστε λοιπόν, ένα γεγονός, που συνέβη στην Μονή Γηροκομείου Πατρών.
Κάποια μέρα πήγε στη Μονή ένας νέος. Μόλις μπήκε στον ναό της Παναγίας, μια δαιμονισμένη την οποία ουδέποτε είχε συναντήσει του είπε: «Βρε, καλώς τον φίλο μου τον Κώστα! Τώρα που πήραμε και αυτοκίνητο, θα γυρίζουμε με γυναίκες!».
Ο νέος συγκλονίστηκε έτρεξε και γονάτισε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και άρχισε να προσεύχεται. Σε λίγο η δαιμονισμένη άρχισε να ουρλιάζει και να λέει: «Μην το κάνης αυτό. Δεν σου είπα αυτά για να κάνεις αυτό; Μην το κάνης αυτό». 
Αργότερα πλησίασε το νέο ένας αρχιμανδρίτης και τον παρακάλεσε να του πει τι έλεγε στην Παναγία την ώρα που φώναζε η δαιμονισμένη.
Και ο νέος είπε: «Παρακαλούσα την Παναγία να με συγχωρήσει για την αμαρτωλή μου ζωή. Και υποσχόμουν ότι θ’ αλλάξω ζωή και θα πάω να εξομολογηθώ». Βλέπετε, αδελφοί μου, ότι ο διάβολος καίγεται και μόνο με την απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος να εξομολογηθεί;
Γι’ αυτό με διάφορες σκέψεις, με την ειρωνεία των άλλων και των συγγενών καμιά φορά και με άλλους τρόπους προσπαθεί να μας εμποδίσει να μην εξομολογηθούμε.
Δύο όμως είναι τα κυριότερα εμπόδια του διαβόλου: α) η απόγνωση και β) η αμέλεια.
Α) Σε πολλούς ανθρώπους οι οποίοι συναισθάνονται την αμαρτωλότητά τους, ο διάβολος βάζει την εξής σκέψη: «Για σένα δεν υπάρχει πια σωτηρία». Έτσι προσπαθεί να τους ρίψη σε απόγνωση, σε απελπισία. Και δυστυχώς, πολλοί πιστεύουν αυτά τα λόγια και νομίζουν ότι είναι αδύνατο να σωθούν. Όμως ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο Προφήτης Ησαΐας φωνάζει: «Επιστράφητε προς Κύριον και ελεηθήσεσθε ότι επί πολύ αφήσει τας αμαρτίας υμών». Στην δε Καινή Διαθήκη, βλέπομε τον Θεό να συγχωρεί την πόρνη, τον τελώνη, τον άσωτο και τον ληστή. Ακόμα τον βλέπομε να παίρνει έναν τελώνη και να τον κάνη Απόστολο Ματθαίο, να παίρνει τη Σαμαρείτιδα και να την κάνει Αγία Φωτεινή, να παίρνει έναν διώκτη και να τον κάνη Απόστολο των Εθνών. Και από τότε μέχρι σήμερα ο Θεός κανέναν άνθρωπο που μετανόησε ειλικρινά δεν απεστράφει, όσες αμαρτίες και αν είχε κάνη, αλλά όλους τους μετανοημένους αμαρτωλούς τους εκαθάρισε από την αμαρτία, τους έκανε υιούς Του και τους ανέδειξε εργάτες της αρετής και Αγίους. Και έπραξε και πράττει έτσι ο Θεός, διότι θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και έναν πόθο έχει: Να ελεή. Να ελεή. Ναι, να ελεή.
Ποτέ λοιπόν, να μην απελπιζώμεθα, όσες αμαρτίες και αν έχουμε διότι έστω κι αν οι αμαρτίες μας είναι σαν μια πελώρια φωτιά, η φωτιά αυτή σβήνει μέσα στον ωκεανό, δηλαδή στο άπειρο έλεος του Θεού.
Β)Σε άλλους ανθρώπους, οι οποίοι αισθάνονται την ανάγκη να εξομολογηθούν, ο διάβολος βάζει την σκέψη: «Έχεις καιρό». Έτσι, πολλοί ακούοντας αυτή την φωνή, λένε: «Θα πάω να εξομολογηθώ αύριο». Το αύριο όμως γίνεται η άλλη εβδομάδα, ο άλλος μήνας, ο άλλος χρόνος … ποτέ. Και δυστυχώς, έτσι χάνονται πολλές ψυχές.
Αλλ’ όχι, αδελφοί μου, μην αμελούμε. Σήμερα ας μετανοήσουμε, σήμερα ας εξομολογηθούμε, διότι δεν ξέρουμε πόσο θα ζήσουμε και διότι με το πέρασμα του χρόνου σκληραίνει η ψυχή.
Νικολάου Βοϊνέσκου 
πηγή

Χωρίς ταπείνωση και υπακοή μάταια κοπιάζουμε!

                                  Χωρίς ταπείνωση και υπακοή μάταια κοπιάζουμε!
Μπορεί κάνεις ίσως εύκολα να κάνει πεντακόσιες μετάνοιες ακολουθώντας το θέλημά του, τη γνώμη του, την κρίση του, έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Το να κάνει όμως εκατό με υπακοή είναι πιο δύσκολο, επειδή στην περίπτωση αυτή είναι ο πονηρός που εμποδίζει και πολεμά, ενώ στην πρώτη περίπτωση ενδυναμώνει και ενισχύει.
Η διαφορά μεταξύ Ορθοδόξου ασκήσεως από τη μία πλευρά και δαιμονικής «ασκήσεως» από την άλλη, φαίνεται στη διήγηση του «Γεροντικού» τη σχετική με τον αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο.
«Ενώ ο αββάς Μακάριος πήγαινε κάποτε από το έλος στο κελλί του, φορτωμένος φοινικοβλαστούς, τον συνάντησε ο διάβολος στον δρόμο, με δρεπάνι. Και καθώς θέλησε να τον χτυπήσει, δεν μπόρεσε. Και του λέγει: «Πολλή αντίσταση βρίσκω σε σένα, Μακάριε, μη μπορώντας να σου κάμω κακό. Και όμως, ό,τι κάνεις το κάνω και εγώ. Συ νηστεύεις; Και εγώ δεν τρώγω καθόλου. Αγρυπνείς; Και εγώ δεν κοιμάμαι καθόλου. Ένα μονάχα έχεις και με νικάς». Τον ρωτά ο αββάς Μακάριος «Ποιο είναι αυτό;» Και εκείνος αποκρίνεται∙ «Η ταπείνωσή σου. Αυτή με εξουδετερώνει».
 πηγή

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ – ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ Ένας ανούσιος χαιρετισμός ή μία ελπιδοφόρα είδηση;


anastasis_294Ζήση Μαριάννα

Ένας χαιρετισμός, που είθισται να ανταλλάσσεται μετά την Ανάσταση και για σαράντα ολόκληρα εικοσιτετράωρα ανεξαρτήτου ώρας και στιγμής. Όμως δημιουργείται το ερώτημα, κατά πόσο κατανοούμε αυτό που λέμε; Όταν το λέμε! Αν το λέμε!
Πολλές φορές η απάντηση στο Χριστός Ανέστη είναι χρόνια πολλά. Εκεί μάλλον τεχνηέντως δίδεται η συγκεκριμένη απάντηση, προφανώς επειδή το άτομο που απαντά δεν πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού.
Όμως, στις περιπτώσεις των ανθρώπων που χρησιμοποιούμε τον συγκεκριμένο χαιρετισμό συνειδητοποιούμε τι λέμε; Και αν ναι, πιστεύουμε αυτό που λέμε;
Δυστυχώς, νομίζω ότι και αυτός ο χαιρετισμός ανήκει στην πολύ μεγάλη κατηγορία των λέξεων που όταν χρησιμοποιούμε δεν τις εννοούμε. Όπως για παράδειγμα δεν εννοούμε και τη λέξη «σ’ αγαπώ». Μια που όταν μας θίξει ή μας πληγώσει το άτομο που υποτίθεται ότι αγαπάμε τότε η αγάπη μετατρέπεται σε ΄΄μίσος΄΄. Κάτι που επί της ουσίας είναι αδύνατον να συμβεί όταν η αγάπη είναι αυτή που πρέπει. Μας το επιβεβαίωσε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό του μαρτυρίου.
Στο ίδιο πλαίσιο λοιπόν ανήκει και το «Χριστός Ανέστη», διότι όταν το λέμε δεν συνειδητοποιούμε ότι ο Χριστός Αναστήθηκε, Ζει και Υπάρχει μέσα στους αιώνες και μας περιμένει.
Ο χαιρετισμός αυτός της Αναστάσεως είναι ο πιο αισιόδοξος, γεμάτος πίστη, δύναμη και ελπίδα χαιρετισμός που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Ο ένας ανακοινώνει το μήνυμα της Αναστάσεως του Χριστού λέγοντας «Χριστός Ανέστη» και ο άλλος επιβεβαιώνει λέγοντας ότι είναι Αλήθεια, «Αληθώς Ανέστη», γιατί στ’ Αλήθεια Αναστήθηκε.
Σήμερα η γλώσσα βάλλεται είτε με τον ανούσιο επιδειξιομανή βερμπαλισμό είτε με την ισοπέδωση. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπηρετεί την αλήθεια. Καταλήγει να είναι ένα εργαλείο για το θεαθήναι χωρίς ουσία, χωρίς νόημα, χωρίς συνέπεια, χωρίς συναίσθηση, χωρίς οξυγόνο, χωρίς ζωή.
Εύχομαι με αφορμή αυτόν τον χαιρετισμό να προβληματιστούμε και να αποδώσουμε ζωή στη ζωή μας και ζωή στα λόγια μας.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
πηγή

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...