Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν· μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν, καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

Σάββατο, Νοεμβρίου 29, 2014

Ἡ νέα ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου

τοῦ περιοδ. «ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ»


.             Μέ θλίψη γίναμε ὅλοι μάρτυρες τῶν διαδραματισθέντων πρό ὀλίγων μηνῶν στήν Ἁγία Γῆ. Μεταξύ τῶν ἄλλων, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος διατύπωσε στό πλαίσιο τῆς συναντήσεώς του μέ τόν Πάπα Φραγκῖσκο στά Ἱεροσόλυμα στίς 25 Μαΐου τρ.ἔ. μία καινοφανῆ καί ἐντελῶς ξένη πρός τήν Ὀρθοδοξία ἐκκλησιολογία· ὡς ἡ χειρότερη ἔκφανση καί τό ἀποκορύφωμα μιᾶς παρεκκλίνουσας ἐκκλησιολογικῆς πορείας πού ἔχει ἐκκινήσει ἤδη ἀπό πολλοῦ, ἡ νέα αὐτή ἐκκλησιολογία, ἀπορρίπτει τό ἀκατάλυτον καί ἄφθαρτον τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί Αὐτή, κατά τούς ἁγίους Πατέρες, εἶναι «ὁ Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος εἰς ὅλους τούς αἰῶνας καί εἰς ὅλην τήν αἰωνιότητα. Διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία δέν ἔχει “σπίλον ἤ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων”»[1] . Ἀντιθέτως, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Πατριάρχου, ἡ Ἐκκλησία, παρά τό θέλημα τοῦ Παντοδυνάμου Χριστοῦ, ἔχει διασπασθεῖ.

  1. Διατυπώσεις τῆς ἐκκλησιολογίας τῆς «διεσπασμένης ἐκκλησίας»

.             «Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπό τοῦ ἐν “ἀρχῇ Λόγου”,  τοῦ “ὄντος πρός τόν Θεόν”, καί “Θεοῦ ὄντος” Λόγου, κατά τόν εὐαγγελιστήν τῆς ἀγάπης, δυστυχῶς κατά τήν ἐπί γῆς στρατείαν αὐτῆς, λόγῳ τῆς ὑπερισχύσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας καί τοῦ πεπερασμένου θελήματος τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, διεσπάσθη ἐν χρόνῳ. Οὕτω διεμορφώθησαν καταστάσεις καί ὁμάδες ποικίλαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη διεκδικεῖ “αὐθεντίαν” καί  “ἀλήθειαν”. Ἡ Ἀλήθεια ὅμως εἶναι Μία,  ὁ Χριστός, καί ἡ ἱδρυθεῖσα ὑπ᾿ Αὐτοῦ Μία Ἐκκλησία»..         «Ἀτυχῶς, ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων, καί διά τῆς συσσωρεύσεως προσθηκῶν “θεολογικῶν”, “πρακτικῶν” καί “κοινωνικῶν” αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ὡδήγηθησαν εἰς διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς πίστεως, εἰς ἀπομόνωσιν, ἐξελιχθεῖσαν ἐνίοτε εἰς ἐχθρικήν  πολεμικήν» [2]..             Ἡ θέση αὐτή δέν εἶναι παντελῶς νέα· ἤδη πολύ ἐνωρίς ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶχε ἐκφράσει τήν ἄποψή του ὑπέρ τῆς ἰσότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ:
.             «Μιά κοινή μυστηριακή κατανόηση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀναδυθεῖ, διατηρηθεῖ καί μεταδοθεῖ διαχρονικῶς ἀπό τήν ἀποστολική διαδοχή […] ἡ Μεικτή Ἐπιτροπή ἔχει δυνηθεῖ νά διακηρύξει, ὅτι οἱ Ἐκκλησίες μας ἀναγνωρίζουν ἡ μία τήν ἄλλη ὡς Ἀδελφές Ἐκκλησίες, ἀπό κοινοῦ ὑπεύθυνες γιά τή διαφύλαξη τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ, μέ πιστότητα πρός τό θεῖο σχέδιο, καί μέ ἕναν τελείως ἰδιαίτερο τρόπο ὅσον ἀφορᾷ στήν ἑνότητα […] Μέ αὐτήν τήν προοπτική παρακινοῦμε τούς πιστούς μας, Καθολικούς καί Ὀρθοδόξους, νά ἐνισχύσουν τό πνεῦμα τῆς ἀδελφοσύνης, τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό τό ἕνα Βάπτισμα καί ἀπό τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή»[3]..             «Διά τήν συνειδητοποίησιν τῶν ἐπιβλαβῶν στοιχείων τῆς παλαιᾶς ζύμης, ἥτις ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τῆς ἀληθοῦς καί σῳζούσης μετανοίας, ὠφελιμότατος εἶναι ὁ διάλογος […] Ἐφ’ ὅσον δηλονότι μία Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι ἄλλη τις Ἐκκλησία εἶναι ταμιοῦχος τῆς θείας χάριτος καί ἀρχηγός τῆς σωτηρίας,ἀποκλείεται, ὡς ἀντιφάσκουσα εἰς τήν παραδοχήν ταύτην, ἡ προσπάθεια ἀποσπάσεως πιστῶν ἀπό τῆς μιᾶς καί προσαρτήσεως αὐτῶν εἰς τήν ἑτέραν. Διότι ἑκάστη τοπική Ἐκκλησία δέν εἶναι ἀνταγωνίστρια τῶν ἄλλων τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀλλ᾽ ἕν σῶμα μετ’ αὐτῶν καί ἐπιθυμεῖ τήν βίωσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς ἐν Χριστῷ, τήν ἀποκατάστασιν δηλονότι αὐτῆς, διαταραχθείσης κατά τό παρελθόν, καί ὄχι τήν ἀπορρόφησιιν τῆς ἄλλης»[4]..             Ἡ παράδοξη αὐτή διεύρυνση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἄφησε ἐκτός τοῦ περιβόλου της τούς αἱρετικούς Προτεστάντες· περί τῆς 9ης Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας (Φεβρουάριος 2006), ὁ κ. Βαρθολομαῖος ἐδήλωσε τό ἔτος 2008:
.             «Ἀπηλλαγμένοι λοιπόν τῶν ἀγκυλώσεων τοῦ παρελθόντος καί ἀποφασισμένοι νά παραμείνωμεν ἡνωμένοι καί νά ἐργασθῶμεν ἀπό κοινοῦ, ἐθέσαμεν, πρό δύο ἐτῶν, κατά τήν διάρκειαν τῆς Θ’ Συνελεύσεως ἐν Porto Alegre Βραζιλίας, τάς βάσεις μιᾶς νέας περιόδου εἰς τήν ζωήν τοῦ Συμβουλίου»[5].             Πρός κοινή ἔκπληξη, τό τελικό κείμενο τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης διακηρύσσει περί τῶν «ἐκκλησιῶν» τοῦ Π.Σ.Ε.:
.             «Κάθε ἐκκλησία εἶναι ἡ Καθολική Ἐκκλησία, ἀλλά ὄχι ἡ ὁλότητά της.Κάθε ἐκκλησία ἐκπληρώνει τήν καθολικότητά της ὅταν εἶναι σέ κοινωνία μέ τίς ἄλλες ἐκκλησίες […] Ὁ ἕνας χωρίς τόν ἄλλο εἴμαστε πτωχευμένοι»[6].
.             Ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), θεολογικός σύμβουλος τοῦ Πατριάρχου, ἐπίσης θεωρεῖ ὡς ἐντός «ἐκκλησίας» ὅσες (δι)αιρέσεις καί σχίσματα ἐφαρμόζουν ἕνα ὁποιοδήποτε «βάπτισμα»:
.             «Τό βάπτισμα δημιουργεῖ ἕνα ὅριο στήν Ἐκκλησία. Τώρα μέ αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο εἶναι κατανοητό νά ὑπάρξει διαίρεση, ἀλλά ὁποιαδήποτε διαίρεση μέσα σέ αὐτά τά ὅρια δέν εἶναι τό ἴδιο μέ τήν διαίρεση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί αὐτῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό αὐτό τό βαπτιστικό ὅριο […]Ἐντός τοῦ βαπτίσματος, ἀκόμη καί ἄν ὑπάρχει μία διάσπαση, μία διαίρεση, ἕνα σχίσμα, ἀκόμη μπορεῖς νά μιλᾶς γιά Ἐκκλησία»[7]..             Διευρύνοντας αὐθαιρέτως τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ὁ κ. Ἰωάννης περιόρισε τό ἐπ’ αὐτῷ καί τό πεδίο τῶν αἱρέσεων· κατ’ αὐτόν«ἐκκλησιαστικοποιεῖται» κάθε αἵρεση ἡ ὁποία δέν ἀντιπίπτει ἐκπεφρασμένως στό Σύμβολον τῆς Πίστεως, ὅπως δηλαδή ὁ Μονοφυσιτισμός-Μονοθελητισμός (τῶν λεγομένων «προχαλκηδονίων»), ἡ Εἰκονομαχία, ὁ ἀντι-ησυχασμός, ὁ ἐθνοφυλετισμός κ.λπ. :
.             «Ἡ αἵρεση, δηλαδή ἡ ἀπόκλιση ἀπό αὐτό πού πιστεύει καί ὁμολογεῖ μέ τό Σύμβολο τῆς πίστεώς της ἡ Ἐκκλησία, ὁδηγεῖ αὐτομάτως ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Τό πρόβλημα ὅμως ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή πού ἡ ὀπτική αὐτή γωνία ἀπολυτοποιεῖται […]»[8].

Ὅλα τά παραπάνω φαίνονται ὡς προβολή καί προέκταση τῆς παλαιᾶς προτάσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, μέντορος τῶν μετά ταῦτα πρωτεργατῶν τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ:
.             «Εἰς τήν κίνησιν πρός ἕνωσιν, δέν πρόκειται ἡ μία Ἐκκλησία νά βαδίσῃ πρός τήν ἄλλην, ἀλλ’ ὅλαι ὁμοῦ νά ἐπανιδρύσωμεν τήν Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἐν συνυπάρξει εἰς τήν Ἀνατολήν καί τήν Δύσιν, ὅπως ἐζῶμεν μέχρι τοῦ 1054, παρά καί τάς τότε ὑφισταμένας θεολογικάς διαφοράς»[9].

  1. Ἔμπρακτη ἐφαρμογή διαχρονικῶς τῆς νέας ἐκκλησιολογίας

.             Οἱ πεποιθήσεις αὐτές τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἔχουν ἐμπράκτως βεβαιωθεῖ μέ διάφορες παλαιότερες ἐκδηλώσεις τοῦ οἰκουμενιστικοῦ γίγνεσθαι: ἐπί παραδείγματι, μέ τήν παρουσία ἤ καί συμπροσευχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου σέ ἑσπερινό τῆς Θρονικῆς Ἑορτῆς τῆς Ρώμης (Ἰούνιος 1995), στήν κηδεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη Παύλου Β΄ (Ἀπρίλιος 2005), σέ παπική λειτουργία στό Βατικανό (Ἰούνιος 2008), σέ συνεδρία τῆς Συνόδου τῶν Καθολικῶν Ἐπισκόπων (Ὀκτώβριος 2008) καί στήν πρώτη ἐπίσημη λειτουργία τοῦ Πάπα Φραγκίσκου (Μάρτιος 2013). Μέ τήν ἀπό κοινοῦ εὐλόγηση τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν Καρδινάλιο Cassidy (Φανάρι, Θρονική Ἑορτή 1992), καθώς καί μέ τή συμμετοχή τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ σέ Πατριαρχική Λειτουργία στό Φανάρι (Νοέμβριος 2006), ὅπου ὁ Πάπας, φορώντας ὠμοφόριο, ἀπήγγειλε τό «Πάτερ ἡμῶν» καί τοῦ ἐψάλη Πολυχρόνιον! Μέ τήν πρόσφατη (Μάιος 2014) συμπροσευχή στήν Ἱερουσαλήμ, ἐνώπιον τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἀκόμη, μέ τήν ἐπίδοση ἁγίου Ποτηρίου ὡς δώρου στόν νεο-εκλεγέντα οὐνίτη (ἐν Ἀθήναις) ἐπίσκοπο «Καρκαβίας», Δημήτριο Σαλάχα (Μάιος 2008). Μέ τή συμμετοχή τοῦ παπικοῦ ἐπισκόπου Louis Pelâtre στόν ἑσπερινό τῆς ἀγάπης στό Φανάρι τό Πάσχα τοῦ 2009, ἔθος πού συνεχίσθηκε καί τά ἑπόμενα ἔτη, μέ εἴσοδο τῶν ἑτεροδόξων στό ἱερό Βῆμα διά τῆς Ὡραίας Πύλης. Μέ τή συμμετοχή τοῦ κ. Βαρθολομαίου στή Σύνοδο τῶν Ἀγγλικανῶν στό Labeth Palace (Νοέμβριος 1993). Ὅλα αὐτά καί πολλά ἄλλα, διανθίσθηκαν μέ συμπροσευχές, προσφωνήσεις ἤ καί κοινές ἐκκλησιολογικές δηλώσεις. Στό πλαίσιο τῆς οἰκουμενιστικῆς στοχεύσεώς του ὁ κ. Βαρθολομαῖος δέν παρέλειψε νά παροτρύνει καί τόν νέο Πατριάρχη Βουλγαρίας, Μακαριώτατο κ. Νεόφυτο, νά ἐπανέλθει τό Πατριαρχεῖο Βουλγαρίας στήν οἰκουμενική κίνηση ἀπ᾽ ὅπου ἀπεχώρησε τό 1998[10].

  1.  Ἄρνηση τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πίστεως «εἰς Μίαν Ἐκκλησίαν»

.             Οἱ ὡς ἄνω δηλώσεις καί τά γεγονότα προσδιορίζουν τή σταθερή ἐκκλησιολογική γραμμή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Ἡ πρόσφατη ἐν Ἱεροσολύμοις δήλωσή του, ἀναδεικνύει σαφῶς καί τήν προφανῆ ἀντιφατικότητα ἤ τή διγλωσσία τῆς ἐκκλησιολογίας αὐτῆς, χαρακτηριστικές τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθώς προβάλλει μέν τήν Μίαν Ἐκκλησίαν, ἀλλ’ ὡς «διεσπασμένην ἐν χρόνῳ». Ἐν προκειμένῳ τό πατριαρχικό κείμενο δημιουργεῖ σύγχυση καί σαφῶς δέν ὑπαγορεύεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖο εἶναι Πνεῦμα «εὐθές»[11]. Εἶναι ἀκόμη εὐνόητο, ὅτι ἡ θέση αὐτή συνιστᾷ συνειδητή ἄρνηση τοὐλάχιστον τῆς ἑνότητος τῆς «Μιᾶς» Ἐκκλησίας ὡς ἰδιότητος καί ὀντολογικοῦ Της δεδομένου. Ἡ συμπερίληψη τῆς ἰδιότητος αὐτῆς στό ἐκκλησιολογικό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀποτελεῖ τήν ἔκφραση τῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ἐκκλησίας καί κατά συνέπειαν ὅποιος – κληρικός ἤ λαϊκός– ἀμφισβητεῖ συνειδητῶς ἤ ἀπορρρίπτει τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτή ὁριοθετεῖται μέ κάθε ἀκρίβεια στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἰδιαιτέρως στά μονοσήμαντα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, εὐλόγως ἐκπίπτει ἀπό τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὑποκείμενος σέ καθαίρεση ἤ ἀφορισμό κατά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους[12].

  1. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αἰωνίως ἀκατάλυτη, ἡ ἑνότητα Χριστοῦ καί πιστῶν ἀδιάσπαστη

.             Ἡ σαφής ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου, ὅτι «πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσι» [13]τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον ἐπειδή «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστίν καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί»[14],καταρρίπτει κάθε ἰσχυρισμό τοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ὑπερίσχυσεν ὁ ἀνθρώπινος παράγων» στή β΄χιλιετία τῆς ἱστορίας Της! Εἶναι σαφεῖς ἐν προκειμένῳ οἱ διαπιστώσεις τῶν ἁγίων Πατέρων: γιά τόν Μ. Βασίλειο ὁ Χριστός «ἐν μέσῳ» τῆς Ἐκκλησίας «ἐγένετο, χαριζόμενος αὐτῇ τό μή σαλεύεσθαι»[15]· ὁ Θεολόγος Γρηγόριος ὀνομάζει τήν Ἐκκλησία «κληρονομίαν Χριστοῦ μεγάλην καί οὐ παυσομένην, ἀλλ’ ἀεί βαδιουμένην», ὁ δέ Χρυσόστομος Ἰωάννης διακηρύσσει ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζεται ἀπό τήν Γραφή «ὄρος, διά τό ἀπερίτρεπτον καί πέτρα, διά τό ἄφθαρτον»[16]. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ὁ Πενταπόλεως, ὁμόφωνος μέ τήν ὁμολογία πάντων τῶν ἁγίων Πατέρων, βεβαιώνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία «μόνη ἐστίν ὁ στύλος καί τό ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας[17], διότι τό Πνεῦμα τό παράκλητον μένει ἐν αὐτῇ εἰς τόν αἰῶνα»[18]Ἡ συνεχής παρουσία τοῦ Πνεύματος διασφαλίζει τήν Ἐκκλησία, καί γι΄ αὐτό εἶναι ὁλοκληρωμένο, «περατωθέν», τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος«ἔργον ἐκπεράνας εὔφρανε φίλους»[19]..           Στήν Ἐκκλησία πιστεύουμε ὡς εἰς αἰώνιο θεανθρώπινο καθίδρυμα τό ὁποῖον «οὐ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης ἐκταθήσεται μόνον, ἀλλά καί πανταχοῦ τοῦ αἰῶνος»[20] καί συνεπῶς δέν ἡττᾶται ἤ παρέρχεται· εἶναι πασιφανές, ὅτι αὐτή ἡ χωροχρονική ἔκταση δέν ἀφορᾷ μιά νοητή «ἄχρονη» Ἐκκλησία, ἀλλά τήν «ἐν χρόνῳ» στρατευομένη, ἡ ὁποία εἶναι καί ἱστορικῶς ἐμφανέστατη ὡς ἑνότητα-κοινωνία πιστῶν[21], διότι εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» καί «οἶκος τοῦ Θεοῦ περίοπτος τοῖς ἁπανταχοῦ»[22].
.             Ἡ ὑπερφυής ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ εἶναι κάτι τό δεδομένο, ἀπολύτως καί ἀμετακλήτως διασφαλισμένο ἀπό τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας[23], τόν Χριστό, μέ τή συνεχῆ παρουσία τοῦ Παρακλήτου Πνεύματός Του σ’ Αὐτήν[24], ἕως τῆς συντελείας, ἤδη ἀπό τήν Πεντηκοστή. Οἱ πιστοί, ὡς τό Σῶμα τῆς Κεφαλῆς, τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀπαραίτητο συμπλήρωμά Της, «τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» Χριστοῦ[25], γι’ αὐτό δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἡ Μία Ἐκκλησία «ἐκτός χρόνου», δηλαδή χωρίς ἐπί γῆς πιστούς· γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Ἔνθα γάρ ἡ κεφαλή, ἐκεῖ καί τό σῶμα· οὐδενί γάρ μέσῳ διείργεται ἡ κεφαλή καί τό σῶμα· εἰ γάρ διείργετο, οὐκ ἄν εἴη σῶμα, οὔκ ἄν εἴη κεφαλή […] Ὅρα πῶς αὐτόν κοινῇ πάντων χρῄζοντα εἰσάγει […] Διά πάντων οὖν πληροῦται τό σῶμα αὐτοῦ. Τότε πληροῦται ἡ κεφαλή, τότε τέλειον σῶμα γίνεται, ὅταν ὁμοῦ πάντες ὦμεν συνημμένοι καί συγκεκολλημένοι»[26]Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός δοξάζεται καί ἐν Χριστῷ καί ἐν τῷ Σώματι τοῦ Χριστοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ, τῆς ὁποίας μόνης εἶναι Σωτήρ ὁ Θεάνθρωπος[27], ὁ ὁποῖος «ἐκτρέφει καί θάλπει αὐτήν»[28]. Ὅποιος δέν πιστεύει στή συνέχεια τῆς Ἐνσαρκώσεως, τήν Ἐκκλησία, δέν πιστεύει στόν Χριστό· ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ἐντός τοῦ χρόνου Σαρκώσεως. Καί ὅπως ὁ Κύριός μας ἐθέαθη, ψηλαφήθηκε καί προσκυνήθηκε ἐν σαρκί, ἐν χρόνῳ, ἔτσι ἐπίσης συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ τό Σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία – ἑνωμένη καί ἁγία – ἐν χρόνῳ. Ἄν θά δεχόμασταν τή διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας, θά δεχόμασταν λοιπόν τήν ἐκμηδένιση τῆς Ἐνσαρκώσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου[29].

  1. Ἐπειδή ὁ Χριστός «οὐ μεμέρισται» ἡ ἑνότητα εἶναι δεδομένον «κτῆμα» τῆς Ἐκκλησίας

.             Ἡ Ἐκκλησία ἔχοντας ὡς ὀντολογικό Της δεδομένο τήν ἑνότητα, δέν τήν ἐπιζητεῖ, ἁπλῶς τήν διατηρεῖ – «τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης»[30] -, εἶναι δέ αὐτή οὐσιῶδες  χαρακτηριστικό Της, καθ΄ὅσον «τό τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλ΄ ἑνώσεώς ἐστι καί συμφωνίας ὄνομα»[31]Ἐκκλησία διῃρημένη καί διεσπασμένη εἶναι τραγέλαφος καί ψιλή φαντασία. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος Αἰγίνης ὁ Θαυματουργός στρεφόμενος κατά τῆς προτεσταντικῆς θεωρίας περί «ἀοράτου Ἐκκλησίας» φαίνεται νά ἐρωτᾷ τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη: «Πρός τί καί τό ὄνομα Ἐκκλησία, ἀφοῦ τά μέλη εἰσί μεμονωμένα καί πρός ἄλληλα ἄγνωστα, καί δέν ἀποτελοῦν ὀργανικόν τι σύστημα οὐδ’ ἕνωσιν ἀδιάσπαστον κατά τήν ἀληθῆ σημασίαν τοῦ ὀνόματος αὐτῆς;»[32].          Ἡ ἑνότης τῆς δογματικῆς πίστεως εἶναι λοιπόν ἐπίσης δεδομένον τῆς Ἐκκλησίας· διότι καθώς ἡ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστός δέν μπορεῖ νά διασπασθεῖ – «οὐ μεμέρισται ὁ Χριστός»[33] -,  ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία ὑφίσταται«εἷς Κύριος, μία πίστις, ἕν βάπτισμα»[34] καί ὄχι δογματική πολυφωνία· ἡ Ἐκκλησία διαμορφώνει ἑνιαία πίστη στό χριστεπώνυμο πλήρωμα, «κατά μίαν τῆς πίστεως καί χάριν καί κλῆσιν τούς πιστούς ἀλλήλοις ἑνοειδῶς συνάπτουσα»[35].

  1. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν δέν βλάπτει τήν Ἐκκλησία

.             Ὅποιος ἐκπίπτει ἀπό τήν ὁμοφωνία τῆς θεολογικῆς ὁμολογίας, καί καθίσταται λοιπόν ξηρό κλῆμα πού ἀπεκόπη ἀπό τήν Ἄμπελο[36], εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος, καθώς σαφῶς προειδοποιεῖ ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης: «Μένε εἰς Ἐκκλησίαν καί οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας. Ἐάν δέ φύγῃς ἀπό Ἐκκλησίας, οὐκ αἰτία ἡ Ἐκκλησία […] Ἐάν δέ ἐξέλθῃς ἔξω, θηριάλωτος γίνῃ· ἀλλ’ οὐ παρά τήν μάνδραν τοῦτο, ἀλλά παρά τήν σήν μικροψυχίαν […] Ἐκκλησία γάρ οὐ τοῖχος καί ὄροφος, ἀλλά πίστις καί βίος»[37].
.            Σύμφωνα μέ τά παραπάνω, ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν Λατίνων καί ἡ ἀπουσία τῶν αἱρετικῶν Προτεσταντῶν ἀπό τή Μία καί Καθολική Ἐκκλησία δέν Τήν ἔβλαψε («οὐ προδίδοσαι ὑπό τῆς Ἐκκλησίας») καί οὔτε θά μποροῦσε νά τήν βλάψει· σαφέστατα δηλώνουν οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχες σέ Σύνοδο τοῦ 18ουαἰῶνος τήν θεανθρώπινη ἀρτιμέλεια τῆς Ἐκκλησίας καί τήν ἔκπτωση τῶν Λατίνων ἐξ ὑπερηφανίας τοῦ Πάπα: «Ὕστερον μέντοι πρό χρόνων τινῶν ἐπηρείᾳ τοῦ πονηροῦ ὁ Ῥώμης πάπας ἀποσφαλείς καί εἰς ἀλλόκοτα δόγματα καί καινοτομίας ἐμπεσών, ἀπέστη τῆς ὁλομελείας τοῦ σώματος τῆς εὐσεβοῦς Ἐκκλησίας καί ἀπεσχίσθη […] Νῦν δέ τά μέν τέσσαρα μέρη τοῦ ῥηθέντος ἱστίου ἐνέμειναν κατά χώραν συνημμένα τε καί συνεραμμένα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἡμεῖς διαπλέομεν καί ἀκυμάντως τό τοῦ βίου τούτου πέλαγος […]. Οὕτως οὖν ἡ καθ’ ἡμᾶς τοῦ Χριστοῦ εὐσεβής Ἐκκλησία ἐπί τέσσαρσιν νῦν ἐρείδεται στύλοις, τοῖς τέσσαρσι δηλαδή Πατριάρχαις, καί μένει ἀδιάσειστος καί ἀκλόνητος»[38].
.             Βεβαίως, ἡ αἵρεση δέν εἶναι μόνον ἡ εἰς τά καίρια βλάβη τῆς ἐκκλησιαστικῆς πίστεως, ἀλλά καί στά ἐλάχιστα, τά ὁποῖα πάντοτε ἐξελίσσονται ἐπί τά χείρω. Μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους ὁ Πατριάρχης ΚΠόλεως ἅγιος Ταράσιος παρατηρεῖ: «Τό γάρ ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι· ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται»[39]Καί ὁ μέγας Πατριάρχης ΚΠόλεως Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος συμφωνεῖ: «Εἴτε γοῦν ἐν μείζονι εἴτε ἐν ἐλάττονι διαμαρτάνοι τις τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως, αἱρετικός ἐστιν»[40].

  1. Ἔχει καταλυθεῖ ἡ Ἱερωσύνη τῶν Ἐπισκόπων;

.             Συνεπής ἑρμηνεία τῆς νέας αὐτῆς ἐκκλησιολογίας, καθιστᾷ τόν Πατριάρχη καί ἅπαντες τούς Ἐπισκόπους «ἐλλιπεῖς» ὡς πρός τήν πραγματική Ἱερωσύνη τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς τοποτηρητές, ἀλλ΄ ὄχι διαδόχους τῶν Θρόνων τους, καί ἐπόπτες, ἀλλ’ ὄχι τελειωτές τῶν θείων Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐπίσκοποι δέν μετέχουν στό πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀληθεύει ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Ἄν διεσπάσθη ἐν χρόνῳ ἡ Μία Ἐκκλησία, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, ἡ ὁποία εἶναι ἐν Πνεύματι κοινωνός τῆς ἐπουρανίου Ἱεραρχίας κατά τόν ἅγιο Μάξιμο[41], ἔχει «θρυμματισμένο»  τόν φωτισμό τῆς Ἱερωσύνης, διότι «θεοπτικῶς ὁ ἱεράρχης πρῶτον ἐλλάμπεται, εἶτα μεταδίδωσι τοῖς ὑπ΄ αὐτόν, εἶτα τελειοῖ τούτοις, οἷς μεταδίδωσι τῆς ἐλλάμψεως» [42].

.             Ἀπό τίς παραπάνω σύντομες, κατά τό δυνατόν περιεκτικές, δογματικές διαπιστώσεις καθίσταται ἡλίου φαεινοτέρα ἡ ἀπόσταση τῶν κατά καιρούς πατριαρχικῶν δηλώσεων ἀπό τήν Ὀρθοδοξία: ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος πιστεύει σέ μία «διευρυμένη καί διῃρημένη» Ἐκκλησία· διευρυμένη, διότι θεωρεῖ τούς αἱρετικούς ὡς ἀνήκοντες σέ αὐτήν δυνάμει ὁποιουδήποτε «βαπτίσματος», παρά τά αἱρετικά τους δόγματα καί τό σχίσμα τῆς ἀκοινωνησίας, διῃρημένη δέ, διότι δέν ὑπάρχει «διακοινωνία» ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν. Μολονότι διῃρημένη «ἐντός τῆς ἱστορίας», ἡ Μία Ἐκκλησία συνεχίζει νά ὑφίσταται «κάπου-κάπως», κατά τόν κ. Βαρθολομαῖο. Εἶναι ὅμως καταφανές στήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἑνότητά Της εἶναι ὀντολογικό καί ἀναφαίρετο γνώρισμά Της, διότι Αὐτή εἶναι Σῶμα τοῦ ἀδιαιρέτου καί Παντοδυνάμου Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὡς Σῶμα Χριστοῦ καί ὁλοκλήρωση τοῦ ἔργου Του, ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διαιρεθεῖ, διότι αὐτό εἶναι κατάλυσή Της καί «ἧττα» τῆς Θεότητος, οὔτε μπορεῖ νά παύσει νά ὑφίσταται, διότι Αὐτή ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς αἰωνίου ἐπί γῆς σωτηρίας. Ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μεταξύ ἄλλων καί στήν ἑνιαία δογματική πίστη, ἡ ἀμφισβήτηση τῆς ὁποίας συνιστᾷ αἵρεση, ἀμφισβήτηση τῶν προϋποθέσεων τῆς σωτηρίας μας. Ὁ Χριστός ἀπεφάνθη, ὅτι ὅποιος χωρισθεῖ ἀπό τήν Ἄμπελο, δηλ. τόν Ἴδιο, ξηραίνεται ὡς τό κλῆμα καί ἀπόλλυται[43]. Ὁ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ ὅτι ἡ Ζῶσα καί εὔχυμος Ἄμπελος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος χωρίς τά ξηρά κλήματα πού μέ δική τους εὐθύνη ἀπεκόπησαν εἶναι ἐλλιπής, «διεσπασμένη», καί πρέπει ὁπωσδήποτε νά τά «ἐγκεντρίσουμε» σέ Αὐτήν ἐκ νέου, νεκρά ὄντα, στό ἐκκλησιαστικό Σῶμα τῆς ὄντως Ζωῆς, τοῦ Ζῶντος Χριστοῦ.

  1. Ἡ παλαιά ἀντίδραση μέ διακοπή μνημονεύσεως τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα

.             Ἡ καινοτόμος ἐκκλησιολογία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου ἔχει προωθήσει τόν Οἰκουμενισμό ἀπό τό σημεῖο τῆς ἀπαξιώσεως τῶν δογμάτων, ἴδιον τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, στήν παροῦσα φοβερή διαστρέβλωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως· προφανῶς ἡ διακήρυξη «διαλύσεως» τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπαραίτητη γιά τόν Οἰκουμενισμό, ὥστε ἡ «νέα-ἐκκλησία» νά «ἐπανιδρυθεῖ» σέ ἁρμονία μέ τίς οἰκουμενιστικές προδιαγραφές.
.             Ἐπί Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, τό Ἅγιον Ὄρος σύσσωμο εἶχε ἀντιδράσει στά οἰκουμενιστικά του ἀνοίγματα. Τρεῖς Μητροπολῖτες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐφάρμοσαν τήν προβλεπόμενη ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες καί τούς ἱερούς Κανόνες, τόν 31ον Ἀποστολικό καί τόν 15ον τῆς Πρωτοδευτέρας, νόμιμη ἐκκλησιαστική ἀντίσταση διά τῆς διακοπῆς τοῦ μνημοσύνου. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὀκτώ ἀθωνικές ἱερές Μονές: «διά τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐκτάκτου Διπλῆς Ἱερᾶς Συνάξεως, Συνεδρίᾳ ΝΒ΄ τῆς 13ης Νοεμβρίου 1971, […] ἑκάστη Ἱερά Μονή, ὡς αὐτοδιοίκητος, ἀφέθη ἐλευθέρα νά πράττη κατά συνείδησιν εἰς τό θέμα τοῦτο»[44].Ἡ διακοπή ἐκείνη τοῦ μνημοσύνου, χωρίς περαιτέρω ἀποτείχιση ἤ παντελῆ ἀκοινωνησία, ἀποτελοῦσε ἐπαινετή στάση, διότι καθώς ὁρίζει ὁ 15ος ἱερός Κανών τῆς Πρωτοδευτέρας[45] (ἔτους 861), ὅσοι ἀμύνονται ἔτσι «οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι»· ὅσοι μέ τέτοια πρόθεση διακόπτουν τό μνημόσυνον Ἐπισκόπων ἑτεροφρόνων, «οὐκ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν» καί γι΄ αὐτό «οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται […] ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται»[46]Λυπούμεθα, διότι ἡ πορεία τῶν πραγμάτων δέν ἐμπνέει αἰσιοδοξία γιά ἀλλαγή πλεύσεως τοῦ κ. Βαρθολομαίου. Στήν προσεχῆ ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα Φραγκίσκου στό Φανάρι, γιά τή Θρονική Ἑορτή τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου, στά τέλη τοῦ ἐρχομένου Νοεμβρίου καί πάλιν ἀναφαίνεται στόν ζοφερό ὁρίζοντα τυπικόν αὐξημένης λειτουργικῆς συμμετοχῆς τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα στήν Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, φοροῦντος ὠμοφόριο, μέ λειτουργικό ἀσπασμό πρός αὐτόν (πού δέν προβλέπεται γιά ὅσους δέν λειτουργοῦν ἀλλά παρίστανται μόνον), μέ ἀπαγγελία ἀπό αὐτόν τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», προσευχῆς μέ σαφῆ εὐχαριστιακή ἀναφορά («τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον») καί πού πρέπει νά ἀπαγγέλλεται ἀπό τόν Προεστῶτα ἐκ μέρους τοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ· ἀκόμη μέ θυμιάτιση τοῦ Πάπα καί μέ παραχώρηση σέ αὐτόν τοῦ ἄμβωνος, γιά νά κηρύξει. Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἁπλῆ συμπροσευχή, διότι ἀσφαλῶς, ἡ Θεία Λειτουργία δέν ἄρχεται ἀπό τό «Μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», ἀλλά ἀπό τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία»[47]. Κατά τόν π. Ἀλέξανδρο Σμέμαν «ἀπό τήν πλευρά τῆς Παραδόσεως, ὁ μυστηριακός χαρακτήρας τῆς Εὐχαριστίας δέν μπορεῖ τεχνητῶς νά περιορισθεῖ σέ μία πράξη, σέ μία στιγμή τοῦ ὅλου τυπικοῦ. Ἔχουμε μία “τάξη” στήν ὁποία ὅλα τά μέρη καί ὅλα τά στοιχεῖα εἶναι ἀναγκαῖα, εἶναι ὀργανικῶς συνδεδεμένα μετ΄ ἀλλήλων σέ μία μυστηριακή δομή. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ Εὐχαριστία εἶναι μυστήριο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους καί ἡ ἐκπλήρωση ἤ ὁλοκλήρωσή της “καθίσταται ἐφικτή” ἀπό ὅλη τή Λειτουργία»[48]..             Εὐχόμεθα, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος νά ἀναλογισθεῖ τή μέγιστη εὐθύνη του ἔναντι ἐκείνων τούς ὁποίους ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί τήν ἀπογύμνωση τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τόν «χιτῶνα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας»[49]Τίποτε ἀπό τά ὀρθόδοξα δόγματα δέν θά ἐκπέσει ποτέ. Τίποτε δέν θά μεταβληθεῖ ποτέ. Καί ποτέ δέν θά προστεθεῖ καμμία ἀπόφαση νέα πού νά ἀλλοιώνει τίς παλαιές.  Δογματική ἐξέλιξη δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρξει  καμμία, κανενός εἴδους[50].

«Ὁ δέ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τό κρῖμα, ὅστις ἄν ᾖ»[51]

Ἀκολουθοῦν μετά τίς ὑποσημειώσεις οἱ ὑπογραφές δύο χιλιάδων περίπου προσώπων, Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτῶν, κληρικῶν, μοναχῶν καί λαϊκῶν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ὅσοι ἐκ τῶν κληρικῶν, μοναχῶν, μοναζουσῶν καί λαϊκῶν ἐπιθυμοῦν νά συμμετάσχουν στήν μικρή αὐτή κατάθεση ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἠμποροῦν νά τό δηλώσουν γράφοντας: «Συμφωνῶ μέ τό κείμενο ἐναντίον της ”Νέας Ἐκκλησιολογίας τοῦ Πατριάρχου Βαρθο­λομαίου” καί προσυπογράφω». Νά  ἀποστείλουν δέ τήν δηλωση μέ τό ὄνομά τους καί τήν κληρική, μονα­στι­κή ἤ ἐπαγγελματική τους ἰδιότητα στή διεύθυνση: Περιοδικό «Θεοδρομία», Τσιμισκῆ 128, 546 21 Θεσσαλονίκη, Fax: 2310.276590 καί e-mail:synaxisorthkm@gmail.com 

[1]. ΑΓ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος· μελετήματα  Ὀρθοδόξου Θεολογίας,ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1987, σελ.182 (Κεφάλαια Ἐκκλησιολογικά, §33). Βλ. καί Ἐφ. 5, 27. 
[2]. «Οικουμενικός Πατριάρχης προς Πατριάρχη Ιεροσολύμων: Αμφότεροι φυλάσσσομεν πνευματικάς καί κυριαρχικάς Θερμοπύλας», Amen.gr (24 Μαϊ 2014) amen.gr/article18151(παράγραφος §4).
[3]. «Common Declaration Signed in the Vatican by Pope John Paul II and Patriarch Bartholomew I, June 29, 1995», EWTN Global Catholic Network,ewtn.com/library/PAPALDOC/BARTHDEC.HTM. Βλ. καί Ἐπίσκεψις 520 (31-7-1995) 20.
[4]. Προσφώνησις πρός τήν παπικήν ἀντιπροσωπείαν ὑπό τόν Καρδινάλιο William Keeler, κατά τήν Θρονική Ἑορτή τοῦ Πατριαρχείου ΚΠόλεως (1998) ἐν Ἐπίσκεψις, ἔτος 29ον, ἀρ. 563 (31-11-1998).
[5]. « Ὁμιλία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἑξηκοστῆς ἐπετείου ἀπό τῆς ἱδρύσεως τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» (Καθεδρικός Ναός Ἁγίου Πέτρου Γενεύης, τήν 17ην Φεβρουαρίου 2008) ἐν ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=876&tla=gr
[6]. Μτφρ. ἀπό τό Called to be the One Church, §6 καί 7 ἐν God, in your Grace … Official Report of the Ninth Assembly of the World Council of Churches, ὑπό Luis N. Rivera-Pagán, WCC Publications, Geneva 2007, σ. 257.
[7]. «Orthodox Ecclesiology and the Ecumenical Movement», Sourozh Diocesan Magazine (Ἀγγλία), τόμ. 21 (Αὔγουστος 1985), σ. 16.
[8]. «Ἐκκλησία καί ἔσχατα», Ἐκκλησία καί Ἐσχατολογία, Ἱ.Μ. Δημητριάδος, Ἀκαδημία Θεολογικῶν Σπουδῶν, ἐκδ. Καστανιώτη, Ἀθήνα 2001, σ. 30.
[9]. Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἑορτῇ τῶν Χριστουγέννων 1967, ἐν Α. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀπό τήν πορείαν τῆς ἀγάπης: ἡ ἐπίσκεψις τῆς Α.Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμεν. Πατριάρχου Ἀθηναγόρου εἰς Ἀγγλίαν –Νοέμβριος 1967, Ἀθῆναι 1968, σελ. 87.
[10]. «Χαιρετισμός τῆς Α. Θ. Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου κατά τήν Ὑποδοχήν ἐν τῇ Αἰθούσῃ τοῦ Θρόνου τοῦ Μακ. Πατριάρχου Βουλγαρίας κ. κ. Νεοφύτου» (Φανάριον, 20 Σεπτεμβρίου 2013) ἐν ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=1757&tla=gr· «Ἔχομεν δι᾿ ἐλπίδος ὅτι ἡ Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας ὑπό τήν Ὑμετέραν πεπνυμένην καθοδήγησιν, Μακαριώτατε, θά συμμετέχῃ, κατά παράδοσιν καί πανορθόδοξον ἐν Διασκέψεσιν ἀπόφασιν, εἰς τούς διορθοδόξους καί διαχριστιανικούς διαλόγους».
[11]Ψαλμ. 50, 12· πρβλ. καί Ἰακ. 5, 12· «ἤτω δέ ὑμῶν τό ναί ναί καί τό οὔ οὔ, ἵνα μή εἰς ὑπόκρισιν πέσητε».
[12]. Βλ. ἱερόν ζ΄Κανόνα τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (ACO 1,1,7,105ἑ.).
[13]Ματθ. 16, 18.
[14]Α΄ Κορ. 1, 25.
[15]. Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Ὁμιλία εἰς τόν με΄ Ψαλμόν 5, PG 29B, 424B.C.
[16]. ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Λόγος Δ΄ (Κατά Ἰουλιανοῦ Βασιλέως Α΄) 67, PG 35, 588C-589A. Τό χωρίον τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου παρά τῷ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἱερά Παράλληλα, Στοιχεῖον Ε, τίτλος ΣΤ΄, PG 95, 1436A.  
[17]Α΄ Τιμ. 3, 15
[18]. ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, Μελέται δύο· Α΄: Περί τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Β΄: Περί τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως, ἐκδ. Ν. Παναγόπουλος, Ἀθῆναι 1987, σ. 32.
[19]Πεντηκοστάριον, Ὄρθρος Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ἰαμβικός κανών, ᾠδή α΄. 
[20]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ,  Εἰς τόν Ψάλμ. 44, PG 55, 203.
[21]. Ὅτι εἶναι ὁρατή εἶναι ἐμφανές καί στήν Ἁγία Γραφή· βλ. Πράξ. 2, 41 καί 2, 47: «ὁ δέ Κύριος προσετίθει καθ΄ ἡμέραν τούς σῳζομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ».
[22]Ματθ. 5, 14 καί ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Ἐξήγησις ὑπομνηματική εἰς τόν Προφήτην Ἠσαΐαν 1, 2 PG 70, 69A.B. Βλ. καί ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εὐαγγελική προπαρασκευή 6, 18 PG 22, 457D
[23]Ἐφ. 1, 22.23
[24]Ἰω. 14, 16 καί Λουκ. 24, 49
[25]Ἐφ. 1, 22.23· «καί αὐτόν ἔδωκε κεφαλήν ὑπέρ πάντα τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἥτις έστί τό σῶμα αὐτοῦ, τό πλήρωμα τοῦ τά πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου»
[26]Εἰς τήν πρός Ἐφεσίους 1, 3, 2· PG 62, 26.
[27]Ἐφ. 3, 21· «αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ εἰς πάσας τάς γενεάς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν»· Ἐφ. 5, 23· «… ὡς καί ὁ Χριστός κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, καί αὐτός ἐστι σωτήρ τοῦ σώματος».
[28]Ἐφ. 5, 29 
[29]. ΑΝΩΝΥΜΟΣ (Ὀρθόδοξος Ἱερεύς), Τά προσφάτως διαδραματισθέντα στήν Ἁγία Πόλη καί τό ἐκκλησιολογικό τους ὑπόβαθρο, impantokratoros.gr/B15881B3.el.aspx  
[30].  Ἐφ. 4, 3.
[31]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Εἰς τήν Πρός Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολήν 1, PG 61, 13
[32]. ΑΓ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, αὐτόθι, σ. 27.
[33]Α΄ Κορ. 1, 13 
[34]Ἐφ. 4,5 
[35]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Μυσταγωγία 24, PG 91, 705Β.
[36]Ἰω. 15, 4-6
[37]. ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὅτε τῆς Ἐκκλησίας ἔξω εὑρεθείς Εὐτρόπιος 1, PG 52, 397.
[38]Ἀποκρίσεις (1716/1725) τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς πρός τούς Ἀγγλικανούς Ἀνωμότους, (Ἀπόκρισις 5), εἰς ΙΩ. ΚΑΡΜΙΡΗΣ, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐν Ἀθήναις 1953, τόμ. Β’, σ. 794ἑξῆς.
[39]Ζ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος,Πράξις Α’, Mansi 12, 1031-1034. 
[40]Πρός τόν Βασιλέα· ἐπέμφθη αὐτῷ τῇ ιβῃ τοῦ Μαρτίου 6,  ἐν Γενναδίου Σχολαρίου Ἅπαντα τά Εὑρισκόμενα, τόμ. 3, ἐκδ. Louis Petit – X.A. Siderides, Paris 1930, σ. 161.
[41]Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας  5, 2.4 PG 4,161A.  
[42]. ΑΓ. ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Σχόλια εἰς τό Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραχίας  5, 2.4 PG 4,164Α. Πρβλ. ΑΓ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας 3,2 PG 3, 428A.
[43].  Ἰω. 15, 4-6 
[44]. Βλ. τό σχετικόν Γράμμα τῆς Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου ἐν Θεοδρομία ΙΑ΄1 (Ἰαν-Μάρ 2009) 77. Τά συναφῆ ὅλα στίς σσ. 75-81.
[45]. ΑΓ. ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆναι 1982, σ. 358. 
[46]. Βλ. τή γνώμη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου (αὐτόθι, σ. 344) περί τῶν Κανόνων τῆς Πρωτοδευτέρας «… ἀναγκαῖοι μέν ὄντες εἰς τήν τῆς Ἐκκλησίας εὐκοσμίαν καί κατάστασιν, βεβαιούμενοι δέ καί ἐπικυρούμενοι ἀπό τε τοῦ Νομοκάνονος τοῦ Φωτίου, ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῶν κανόνων καί ἀπό ὅλην τήν Ἐκκλησίαν».
[47]. Πρβλ. ΠΡΕΣΒ. ΑΝ. ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Ἡ Συμπροσευχή μέ αἱρετικούς· προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 118 καί γενικῶς σσ. 113-118.  
[48]«Theology and Eucharist» (§6), schmemann.org/byhim/theologyandeucharist.html  
[49]Κοντάκιον τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (13-19  Ἰουλίου) 
[50]. Πρβλ. ΠΡΩΤΟΠΡ. Γ. ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ, «Ὁ Οἶκος τοῦ Πατρός», ἐν Ἀνατομία Προβλημάτων τῆς Πίστεως, μτφρ. Ἀρχιμ. Μελετίου Καλαμαρᾶ, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 133. 
[51]Γαλ. 5, 10

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ πολιοῦχος ἅγιος τῶν Πατρῶν

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ
Ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως
καὶ πολιοῦχος ἅγιος τῶν Πατρῶν

γράφει ὁ Ἀριστείδης Θεοδωρόπουλος
Ἐκπαιδευτικός

.                 Μέσα στὴ σεπτὴ χορεία τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ τιμώμενος ὑπὸ τῆς Ἀνατολικῆς [καὶ Δυτικῆς] Ἐκκλησίας στὶς 30 Νοεμβρίου Ἅγιος Ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἄσημος καὶ ἁπλοϊκὸς ψαρὰς κατέστη «ἁλιεὺς τῶν ἀνθρώπων» καὶ ἀναδείχθηκε μέγας διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ καὶ φλογερὸς Ἀπόστολος τοῦ Γένους μας. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὑπῆρξε κατ’ ἐξοχὴν Ἀπόστολος τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ ἦρθε στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο γιὰ νὰ κηρύξει τὸν σωτηριώδη λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἱδρύσει Ἐκκλησίες. Ἔτσι μετὰ ἀπὸ μία καρποφόρα ἱεραποστολικὴ περιοδεία, κατέληξε στὴν Πάτρα, τὴν ὁποία ἐπορφύρωσε μὲ τὸ τίμιο αἷμα του καὶ καθαγίασε μὲ τὸν ἔνδοξο σταυρικό του θάνατο γιὰ νὰ πρεσβεύει ἀδιάλειπτα στὸν Πανάγαθο Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία καὶ προστασία τοῦ πατραϊκοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους.
.           Ὁ Πρωτόκλητος μαθητὴς τοῦ Κυρίου μας γεννήθηκε στὴν κωμόπολη Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴ δυτικὴ ὄχθη τῆς λίμνης Τιβεριάδος (Γεννησαρέτ). Τόσο ὁ πατέρας του, ὁ Ἰωνᾶς, ὅσο καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἀνδρέας, ἀλλὰ καὶ ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ὁ Σίμων Πέτρος, ἐξασκοῦσαν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ψαρᾶ. Παρόλο ὅμως ποὺ δὲν ἀπέκτησαν τὰ δύο ἀδέλφια ἰδιαίτερη μόρφωση, χαρακτηρίζονταν ἀπὸ τὴν εὐσέβειά τους, ἀφοῦ ὑπῆρξαν μαθητὲς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ πύρινο κήρυγμα σαγήνευσε τὶς ψυχές τους. Μάλιστα ὁ Ἀνδρέας, ὁ ὁποῖος εἶχε φύγει ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ καὶ συγκατοικοῦσε μαζὶ μὲ τὸν ἔγγαμο ἀδελφό του, τὸν Πέτρο, στὴν Καπερναούμ, εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ἀκολουθεῖ συχνότερα τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὰ κηρύγματά του. Ἔτσι ὅταν ὁ Πρόδρομος εἶδε τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ «περιπατοῦντα» στὴν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας, ἀπευθυνόμενος στὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν Ἰωάννη, τὸν υἱὸ τοῦ Ζεβεδαίου, τὸν καὶ μετέπειτα Εὐαγγελιστὴ καὶ ἠγαπημένο μαθητὴ τοῦ Κυρίου, τοὺς εἶπε: «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α´ 36). Ἡ φράση αὐτὴ σαγήνευσε σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς δύο ἁπλοϊκούς, ἀλλὰ εὐσεβεῖς ψαράδες, ὥστε θέλησαν νὰ γνωρίσουν ἀπὸ κοντὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Μόλις ἀντιλήφθηκε ὁ Κύριος τὴν ἐπιθυμία τους γιὰ ἐπικοινωνία, ἀπευθύνθηκε σ’αὐτοὺς καὶ τοὺς ρώτησε τί θέλουν. Ἐκεῖνοι τότε τὸν ρώτησαν: «Ραββί -ποὺ σημαίνει Διδάσκαλε- ποῦ μένεις;» Τότε ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε: «Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε», δηλαδὴ ἐλᾶτε καὶ θὰ δεῖτε. Κατόπιν οἱ δύο ψαράδες πῆγαν καὶ εἶδαν ἀπὸ κοντὰ τὸν χῶρο, ὅπου ἔμενε ὁ Κύριος. Μόλις ὁ Ἀνδρέας γνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἐνθουσιάσθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἔτρεξε ἀμέσως νὰ ἐνημερώσει τὸν ἀδελφό του, τὸν Σίμωνα Πέτρο. Ὅταν τὸν βρῆκε, τοῦ εἶπε: «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσία», δηλαδὴ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀνδρέας ἔλαβε τὸ τιμητικὸ καὶ ἔνδοξο προσωνύμιο «Πρωτόκλητος», ἀφοῦ ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ δέχθηκε τὴν κλήση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στὴ συνέχεια ὁδήγησε τὸν ἀδελφό του στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Ἐσὺ εἶσαι ὁ Σίμων, ὁ γιὸς τοῦ Ἰωνᾶ, ἐσὺ θὰ ὀνομασθεῖς Κηφᾶς, ποὺ σημαίνει Πέτρος». Ἀλλὰ ὁ Ἀνδρέας δὲν περιορίσθηκε στὸ νὰ φέρει κοντὰ στὸν Χριστὸ μόνο τὸν ἀδελφό του, τὸν Πέτρο, ἀλλὰ παρακίνησε καὶ τὸν φίλο του, τὸν Φίλιππο, τὸν συμπατριώτη του ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδά, ὥστε καὶ αὐτὸς νὰ γευθεῖ τὴν πνευματικὴ χαρὰ τῆς γνωριμίας καὶ συναναστροφῆς μαζί Του.
.           Ὅμως ἡ ἐπίσημη καὶ ὁριστικὴ κλήση στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα τόσο τῶν δύο ἀδελφῶν, Ἀνδρέου καὶ Πέτρου, ὅσο καὶ τῶν υἱῶν τοῦ Ζεβεδαίου, Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου, θὰ γίνει ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς «περιπατῶν παρὰ τὴν θάλασσα τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸ αὐτοῦ… καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων, οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ (Ματθ. δ´ 18-20). Ἀκούγοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια, ἄφησαν ἀμέσως τὰ δίχτυά τους καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἔκτοτε ὁ Ἀνδρέας κατετάγη στὸν κύκλο τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου, ἡ δὲ παρουσία του ἦταν ἐξέχουσα, ἀλλὰ καὶ ἡ σχέση του μὲ τὸν Χριστὸ ἦταν ξεχωριστή. Ἄλλωστε οἱ Εὐαγγελιστὲς Ματθαῖος, Μάρκος καὶ Λουκᾶς τὸν ἀναφέρουν δεύτερο στὴ χορεία τῶν Ἀποστόλων μετὰ τὸν ἀδελφό του, τὸν Σίμωνα Πέτρο. Ἀλλὰ τὸ ὄνομα τοῦ Πρωτοκλήτου Ἀποστόλου Ἀνδρέου ἀναφέρεται καὶ στὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν (Ἰω. ϛ´ 5-8), ἀλλὰ καὶ στὸ περιστατικὸ τῆς ἐπιθυμίας τῶν Ἑλλήνων «τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ» γιὰ νὰ δοῦν τὸν Ἰησοῦ (Ἰω. ιβ´ 20-23), καθὼς καὶ στὴ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὸν Ἀνδρέα, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη περὶ τῶν ἐσχάτων, ὅταν εἶχε προαναγγείλει ὁ Κύριος τὴν καταστροφὴ τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα (Μάρκ. ιγ´ 3-4). Ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας ἦταν παρὼν μαζὶ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου (Πράξ. α´ 9-14), ἐνῶ κατὰ τὴν εὐφρόσυνο ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς δέχθηκε τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. β´ 1-13). Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὁ Πρωτόκλητος Ἀνδρέας βρισκόταν στὸ ὑπερῶο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἦταν μεταξὺ αὐτῶν ποὺ κατέβηκε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι».
.             Μετά τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἄρχισε ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας τὴν ἱεραποστολική του περιοδεία σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη…». Σύμφωνα μὲ τὴ γραπτὴ παράδοση

Ὁ Πρωτόκλητος Μαθητής, καὶ μιμητὴς τοῦ πάθους ...

Από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Πατρών
 Νικόδημο  Βαλληνδρά (1915-2009)


Ἰδιόμελον   Ἦχος α’

 Πρωτόκλητος Μαθητής, καὶ μιμητὴς τοῦ πάθους,
 συμμορφούμενός σοι Κύριε, Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος, 
τοὺς ἐν βυθῷ τῆς ἀγνοίας πλανωμένους ποτέ,
 τῷ  ἀγκίστρῳ τοῦ Σταυροῦ σου ἀνελκύσας, 
προσήγαγέ σοι, ταῖς  πρεσβείαις αὐτοῦ Ὑπεράγαθε,
 τὴν     ζωὴν ἡμῶν εἰρήνευσον, καὶ σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν. 


Το κήρυγμα της Κυριακής: Αποστόλου Ανδρέου

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης


Ο Κύριος με την παρουσία του και μόνο επιβλήθηκε σε όσους πλησίασε. Η γαλήνια μορφή Του, τους ειρήνευσε. Τα λόγια του μάγευαν τα πλήθη. Η προσωπικότητα του τους έθελξε. Η χάρη του δημιούργησε κάτι νέο και συνταρακτικό στην ψυχή τους. Επιθυμούσαν να τον πλησιάσουν, να είναι πάντα κοντά του. 
Οι δύο μαθητές του Τιμίου Προδρόμου, ο Ανδρέας και ο Ιωάννης, κινούμενοι από μια ακαταμάχητη εσωτερική δύναμη, αφήνουν το διδάσκαλό τους και τρέχουν να ακολουθήσουν τον Μεσσία. Και ο Καρδιογνώστης – αφού αυτοί δεν του είπαν για ποιο λόγο τον ακολουθούν και τι θέλουν – τους ρωτά: «Τί ζητεῖτε;»
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις και στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να απαντήσει κατ’ ευθείαν και ή σιωπά ή δίνει άλλη διαφορετική απάντηση από την αληθινή. Το δεύτερο συνέβη  με τους δύο αυτούς Μαθητές. Ο Κύριος τους ρωτά «τί ζητεῖτε», αυτοί ξαφνιάζονται από την ερώτηση και δεν απαντούν αμέσως, αλλά τον ρωτούν που μένει. Κι τους απαντά να έρθουν κοντά του και να δουν που μένει, να Τον ακολουθήσουν. Ήταν κι αυτό μια έκφραση του πόθου τους να επικοινωνήσουν με τον Σωτήρα. Τον προσδοκούσαν. Τον περίμεναν. Και τώρα που ο Πρόδρομος Ιωάννης τους έδειξε τον Μεσσία, τρέχουν κοντά του. Πρώτος ο Απόστολος Ανδρέας. Οι μιμητές του. οι Απόστολοι. Πάτησαν πάνω στα ίχνη των βημάτων τους. Πέρασα απ’ όπου πέρασε κι Εκείνος. Στην αρετή και την αγνότητα. Στην θυσία και στην αγάπη. 
Αλλά ο Πρωτόκλητος Μαθητής δεν μένει μέχρι εδώ. Δεν του είναι αρκετό ότι βρήκε αυτός τον Μεσσία. Θέλει να κάνει μετόχους της χαράς του και άλλους. Βρίσκει τον αδελφό του, τον Σίμωνα και του λέει: «Εὑρύκαμεν τόν Μεσσίαν˙ ὃ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός».
Ο άνθρωπος δια μέσου των αιώνων, έκανε και κάνει συνεχώς καταπληκτικές και εκθαμβωτικές ανακαλύψεις και ποιος μπορεί να φαντασθεί πόσες θα κάμει ακόμα. Αλλά αυτό που βρήκε ο Ανδρέας είναι και θα παραμείνει στους αιώνες ασύγκριτη ανακάλυψη. Τι βρήκε; Βρήκε τον Μεσσία. Ότι μεγάλο και πολύτιμο ήταν δυνατόν να ποθήσει και να βρει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος όμως της εποχής μας άλλα διψά και άλλα ζητάει. Λίγο ή καθόλου δεν αναζητά τον Κύριο και Θεό του. Αν όμως με όση δίψα επιδιώκει τόσες άλλες ανακαλύψεις, ζητούσε να βρει και τον Μεσσία, πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας, η κοινωνία μας. Γιατί η γνωριμία με τον Χριστό και ο σύνδεσμος του ανθρώπου μαζί του τον μεταμορφώνει, τον αλλάζει. Τον κάνει άνθρωπο αγάπης, δικαιοσύνης, τιμιότητας και ειλικρίνειας. Τον κάνει ομολογητή, άνθρωπο γεμάτο αυταπάρνηση και αυτοθυσία, όπως ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση του Πρωτόκλητου Μαθητή.
Ο Πρωτόκλητος Ανδρέας όταν έγινε μαθητής του Κυρίου και δέχθηκε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος κατά την ημερά της Πεντηκοστής, αναδείχθηκε διδάσκαλος της Οικουμένης. Με ζήλο και εν μέσω πολλών διωγμών διέδωσε το μήνυμα του Ευαγγελίου στην Ασία, το Βυζάντιο, την ηπειρωτική Ελλάδα και την Πάτρα. Εκεί προσέφερε την ίδια του τη ζωή στο βωμό της πίστεως.
Ο Ανθύπατος Αιγεάτης προσπάθησε με κάθε τρόπο να κάνει τον Απόστολο να αρνηθεί την χριστιανική του πίστη. Ο Πρωτόκλητος όμως έμεινε ακλόνητος. Τότε ο σκληρός και απάνθρωπος τύραννος διέταξε να τεντωθεί το σώμα του Αποστόλου και να δεθούν τα πόδια του επί του Σταυρού. Σε σχήμα χιαστή πάνω σε ελιά σταυρώθηκε ο Απόστολος Ανδρέας, γράφει ο Ιππόλυτος Ρώμης. Σκληρός ο θάνατος αυτός του Αποστόλου. Όμως τον υπέμεινε με αξιοθαύμαστη καρτερία, ατενίζοντας ένα άλλο σταυρό, που λίγα χρόνια πριν είχε στηθεί στον Γολγοθά.
Η αγιασμένη ζωή του, οι θυσίες του και το ένδοξο μαρτύριο του θα παραμείνουν ως το πιο εύγλωττο κήρυγμά του. ένα κήρυγμα που διασαλπίζει σε όλους μας, ότι δεν αρκεί μόνο να γνωρίσουμε τον Μεσσία, αλλά οφείλουμε πάνω απ’ όλα να Τον ακολουθούμε και στο δρόμο της αυταπάρνησης και της θυσίας. Ίσως από μας δεν ζητηθεί να χύσουμε το αίμα μας, ούτε να ανέβουμε στο σταυρό, θα μάς ζητηθούν όμως μικρές καθημερινές προσφορές και θυσίες στο όνομα του Χριστού. Θα μας ζητηθεί να συγχωρέσουμε τον εχθρό μας, να ανεχθούμε τις ιδιοτροπίες των συγγενών μας, να ζήσουμε με δικαιοσύνη και τόσα άλλα.
Θα μάς ζητηθεί να παραμελήσουμε το εγώ μας και να προσφέρουμε κάτι στον αδελφό μας. Να βοηθήσουμε κάποιον που έχει ανάγκη, να συμπαρασταθούμε στον άρρωστο, στον φτωχό. Κι αυτά ίσως μάς ζητήσουν κάποια προσφορά, κάποια θυσία χρημάτων, ανέσεως, ξεκούρασης. Όταν όμως δε θέλουμε να δώσουμε κάτι από αυτά τα μικρά, που μάς ζητούνται, πως μπορεί κατόπιν να θυσιάσουμε και την ζωή μας;
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από τις μικρές και ανώδυνες θυσίες. Ακόμη κι αυτές είναι ευπρόσδεκτη προσφορά στο βωμό του Θεού. Είναι η καλή απαρχή για να προχωρήσουμε και στις μεγάλες θυσίες, από τις οποίες ο στέφανος που θα λάβουμε είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερος στη βασιλεία του Θεού. Αμήν.

Μητροπολίτης Γόρτυνος Ἰερεμίας, Όχι συμπροσευχές με «ακοινώνητους». Ο δέκατος και ενδέκατος Αποστολικός Κανόνας.



  

        ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ
1. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς ἑρμηνεύσω δύο ἱερούς Κανόνες. Τόν δέκατο καί τόν ἑνδέκατο Ἀποστολικό Κανόνα. Ὁ δέκατος Κανών λέει ὅτι ἄν ἕνας χριστιανός προσευχηθεῖ, ἔστω καί σέ ἕνα σπίτι, μέ κάποιον «ἀκοινώνητο», αὐτός νά ἀφορίζεται. «Ἀκοινώνητο» λέγουμε ἐκεῖνον πού ἡ Ἐκκλησία, γιά παιδαγωγικό λόγο, ἀπέκοψε ἀπό τήν σύναξη τῶν πιστῶν γιά τήν Θεία Κοινωνία. Εἶναι «ἀκοινώνητος» αὐτός, γιατί δέν μπορεῖ νά λάβει τήν Θεία Κοινωνία. Ὁ «ἀκοινώνητος» λέγεται καί «ἀφορισμένος», χωρισμένος δηλαδή ἀπό τό σῶμα τῶν πιστῶν, πού μετέχουν στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Θεοῦ γιά τήν Θεία Κοινωνία. Μέ αὐτόν τόν «ἀκοινώνητο» δέν ἐπιτρέπεται κανείς χριστιανός νά προσευχηθεῖ μαζί του. Ἄν τό κάνει αὐτό, ὄχι μόνο σέ Ἱερό Ναό, ἀλλά καί σέ ἕνα ἰδιωτικό σπίτι, αὐτός πρέπει νά ἀφοριστεῖ, λέγει ὁ Κανόνας μας ἐδῶ.

2. Ἄς προσέχουμε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, μήπως ἀπό καλή διάθεση γίνουμε παραβάτες τοῦ ἐδῶ Κανόνα μας. Γιατί μπορεῖ κάποιος νά πεῖ: Ἡ προσευχή εἶναι καλό πράγμα. Ἄς κάνω λοιπόν μιά προσευχή μέ αὐτόν τόν ἀφορισμένο, πού βρέθηκε στό σπίτι μου. Μπορεῖ ἔτσι νά τόν προσελκύσω καί νά μετανοήσει. Ὅποιος τό κάνει αὐτό εἶναι παραβάτης τοῦ Κανόνα μας ἐδῶ καί πρέπει νά ἀφοριστεῖ καί αὐτός, γιατί, ὅποιος προσευχηθεῖ μέ ἀφορισμένο – γνωρίζοντας ὅτι εἶναι ἀφορισμένος – καταφρονεῖ τήν Ἐκκλησία πού τόν ἀφόρισε, ὅτι δῆθεν ἄδικα ἔπραξε (ἡ Ἐκκλησία). Τό νόημα τοῦ Κανόνας μας, ἀδελφοί μου χριστιανοί, εἶναι ὅτι πρέπει νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στήν Ἐκκλησία καί κοινωνία μέ αὐτήν. Ἐάν ἡ Ἐκκλησία διακόπτει τήν κοινωνία της μέ κάποιον, πρέπει καί ὁ πιστός χριστιανός νά διακόπτει τήν κοινωνία του μ᾽ αὐτόν, γιατί ἔτσι ἔπραξε ἡ Μητέρα του Ἐκκλησία. Ὅταν ὅμως λέμε νά διακόπτουμε τήν κοινωνία μέ ἕναν «ἀκοινώτητο», μέ ἕναν δηλαδή ἀφορισμένο, ἐννοοῦμε νά διακόπτουμε τήν κοινωνία προσευχῆς μόνο μαζί του καί δέν ἐννοοῦμε ὅτι ἀπαγορεύεται νά συνομιλοῦμε ἤ νά ἐπικοινωνοῦμε ἐπαγγελματικά μαζί του.
3. Κατά τόν Κανόνα μας ἐδῶ καταδικάζεται καί ἡ συμπροσευχή μέ τούς αἱρετικούς, γιατί οἱ αἱρετικοί, ἀφοῦ προσεχώρησαν σέ αἵρεση, ἔπαυσαν νά ἔχουν κοινωνία μέ τήν πραγματική Ἐκκλησία, δηλαδή τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ αἱρετικοί εἶναι «ἀκοινώνητοι», γιατί δέν μπορεῖ νά λάβουν τήν Θεία Κοινωνία. Καί ὁ δέκατος λοιπόν Ἀποστολικός Κανόνας πού μελετᾶμε μᾶς ἀπαγορεύει νά συμπροσευχόμαστε μέ ἀκοινωνήτους, ἔστω καί σέ ἰδιωτικό σπίτι ἀκόμη, πολύ περισσότερο μᾶς τό ἀπαγορεύει αὐτό σέ Ἱερό Ναό. Πονοῦμε πραγματικά ὅταν ἀκοῦμε, ὄχι μόνο, ἀλλά καί βλέπουμε, συμπροσευχές μεγαλοσχήμων ρασοφόρων μέ τούς αἱρετικούς Παπικούς, ἀκόμη καί μέ αὐτόν τόν ἴδιο αἱρετικό Πάπα. Ὁ ἁγιασμένος Γέροντας Πατήρ Παΐσιος μᾶς λέγει ὅτι γιά νά προσευχηθοῦμε μέ κάποιον πρέπει νά ἔχουμε τήν ἴδια πίστη μέ αὐτόν. Ἀλλά ὁ Πάπας καί οἱ Παπικοί, ὅπως μᾶς τό λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί τόσοι ἄλλοι ἅγιοι Πατέρες καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι, εἶναι αἱρετικοί. Ὅσοι κληρικοί καί λαϊκοί συμμετέχουν στίς συμπροσευχές μέ τούς ἀκοινωνήτους Παπικούς ἤ ἄλλους αἱρετικούς, πρέπει νά ἀφορίζονται κατά τόν δέκατο Ἀποστολικό Κανόνα. – Πῶς ἐγίναμε ἔτσι, ἀδελφοί χριστιανοί; Ἄς μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεός γι᾽ αὐτές τίς ὠμές παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, πού βλέπουμε νά γίνονται στίς μέρες μας.
4. Στό ἴδιο πνεῦμα τοῦ δεκάτου Ἀποστολικοῦ Κανόνος εἶναι καί ὁ ἑπόμενος ἑνδέκατος Ἀποστολικός Κανόνας, ὁ ὁποῖος λέει ὅτι ὅποιος κληρικός, ἕνας ἱερέας, «συνεύξηται», προσευχηθεῖ δηλαδή μέ ἕναν ἄλλο καθηρημένο ἱερέα, νά καθαιρεθεῖ καί αὐτός. Ἀλλά γεννᾶται τό ἐρώτημα: Γιατί εἶναι ἁμαρτία νά συμπροσευχηθεῖ ἕνας κληρικός μέ ἕνα ἄλλο καθηρημένο κληρικό; Ὁ καθηρημένος κληρικός ἀνήκει πλέον στήν τάξη τῶν λαϊκῶν καί σάν λαϊκός – βιώνοντας τήν μετάνοια βέβαια γιά τήν ἁμαρτία πού διέπραξε καί καθαιρέθηκε – μπορεῖ, σάν λαϊκός, λέγω,νά συμμετέχει καί στήν Θεία Λειτουργία καί στήν Θεία Κοινωνία. Ἐπιτρέπεται λοιπόν ἕνας Ἱερεύς νά συμπροσευχηθεῖ με ἕναν καθηρημένο κληρικό στήν τάξη τῶν λαϊκῶν εὑρισκόμενο. Γι᾽ αὐτό, ἐκεῖνο τό «συνεύξηται» πού λέγει ὁ Κανόνας, δέν πρέπει νά τό ἑρμηνεύσουμε ὡς νά «συμπροσεύχεται», ἀλλά ὡς νά «συλλειτουργήσει». Ἕνας λοιπόν κληρικός ἀπαγορεύεται ὄχι νά προσευχηθεῖ μέ ἕναν καθηρημένο κληρικό, ἀλλά νά συλλειτουργήσει μαζί του. Ἄν ὅμως ἐπιμένουμε καί θέλουμε νά ἑρμηνεύσουμε τόν Κανόνα μας ὅτι ἀπαγορεύει στό κληρικό νά συμπροσευχηθεῖ μέ ἕνα καθηρημένο κληρικό, τότε πρέπει νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ κληρικός αὐτός εἶναι ὄχι μόνο καθηρημένος ἀλλά καί ἀφορισμένος ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἔτσι ἐρχόμαστε στήν περίπτωση τοῦ προηγουμένου δεκάτου Κανόνα. Ἐάν λοιπόν κατά τόν προηγούμενο δέκατο Ἀποστολικό Κανόνα ὁ λαϊκός ἀφορίζεται, ἄν συμπροσευχηθεῖ μέ ἀφορισμένο, τότε ὁ κληρικός ὄχι μόνο ἀφορίζεται, ἀλλά καί καθαιρεῖται, ἄν συμπροσευχηθεῖ μέ ἕναν καθηρημένο καί συνάμα ἀφορισμένο κληρικό. Οἱ παπικοί καί οἱ ἄλλοι αἱρετικοί εἶναι, ξαναλέγουμε, «ἀκοινώνητοι», ἀφοῦ δέν μποροῦμε νά τελέσουμε μαζί τους τήν Θεία Λειτουργία καί νά κοινωνήσουμε μαζί τους ἀπό τό Ἅγιο Ποτήριο. Γι᾽ αὐτό λέγονται «ἀκοινώνητοι»·ἐπειδή δέν μποροῦν νά μετέχουν στήν Τράπεζα τοῦ Θεοῦ καί νά κοινωνήσουν μαζί μας. Πῶς λοιπόν συμπροσεύχονται μέ τούς ἀκοινωνήτους παπικούς δικοί μας μεγαλοσχήμονες κληρικοί; Εἶναι δυνατόν νά ἀκουστεῖ ἀπό τόν Θεό μας αὐτή τους ἡ προσευχή; Συγχωρήσατέ μας ῞Αγιοι Πατέρες, γιατί εἴμαστε ἀδιάφοροι σέ τέτοιες ὠμές παραβάσεις τῶν Ἱερῶν σας Κανόνων καί ἱκετεύσατε τόν Κύριο νά μήν μᾶς τιμωρήσει καί μᾶς πάρει τήν Χάρη Του γιά τήν ἀδιαφορία μας αὐτή. Σεῖς ὅμως, ἀδελφοί χριστιανοί, μή βλέπετε τό δικό μας κακό παράδειγμα, ἀλλά νά εἶστε ἀγωνιστές καί θερμοί ὑπερασπιστές τῶν ἱερῶν Κανόνων τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθόδοξης Πίστης μας. Βλέποντας ἐμεῖς οἱ κληρικοί σας τόν δικό σας θερμό ζῆλο γιά τήν πίστη καί τήν διαμαρτυρία σας καί τόν ἀγώνα σας γιά τίς συμπροσευχές δικῶν μας μεγαλοσχήμων κληρικῶν μέ τούς ἀκοινωνήτους Παπικούς καί ἄλλους αἱρετικούς, ξυπνᾶμε ἀπό τήν ἀδιαφορία μας καί ξεχυνόμαστε καί ἐμεῖς μαζί σας σέ ἱερό ἀγώνα γιά τίς παρατηρούμενες καταπατήσεις τῶν ἱερῶν Κανόνων.
Κάτω ὁ Παπισμός καί ὁ Οἰκουμενισμός καί ψηλά τά λάβαρα, τῆς ἀμωμήτου πίστης μας τά λάβαρα!
Μέ πολλές εχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
πηγή

Παρασκευή, Νοεμβρίου 28, 2014

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ



῾῏Ην δέ ᾽Ανδρέας...᾽ (᾽Ιωάν. 1, 41)

α. Τά συγκεκριμένα ἀναγνώσματα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἀποστολικό καί εὐαγγελικό, ἀντιστοιχοῦν στήν ἑορτή τοῦ ἁγίου ἀποστόλου ᾽Ανδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου. ῞Ο,τι συμβαίνει γενικῶς ὅταν πρόκειται γιά ἑορτές ἀποστόλων ἡμέρα Κυριακή, ὅπου ἀφήνονται κατά μέρος τά ἀναγνώσματα τοῦ Κυριακοδρομίου, τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν Κυριακή αὐτή. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ προσωπικότητα τοῦ ἁγίου ᾽Ανδρέου, ἑνός ἀπό ῾τούς θεμελίους᾽ τῆς ᾽Εκκλησίας, ὥστε ἡ κλήση του ἀπό τόν Κύριο καί ἡ ἀποστολική του ἰδιότητα προβάλλονται στήν ἐκκλησιαστική σύναξη.

β. 1. Καταρχάς, πρίν ποῦμε ὁτιδήποτε γιά τήν  πνευματική πορεία του, θά πρέπει νά θυμηθοῦμε ὅτι ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας σχετίζεται ἰδιαιτέρως, περισσότερο ἴσως ἀπό ὅλους τούς ἄλλους ἀποστόλους, μέ ἐμᾶς τούς ῞Ελληνες. Τό ἴδιο τό ἑλληνικό ὄνομά του ἀποτελεῖ τήν ἐπιβεβαίωση. Κι ἴσως φαίνεται ὅτι γνώριζε, ὅπως καί ὁ ἄλλος μέ ἑλληνικό ὄνομα ἀπόστολος, ὁ Φίλιππος, τήν ἑλληνική γλώσσα. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὅταν προσῆλθαν ῞Ελληνες ὀλίγον πρό τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου στόν Φίλιππο, προκειμένου νά τοῦ ζητήσουν νά δοῦν τόν Διδάσκαλό τους, στόν ᾽Ανδρέα ἀπευθύνθηκε ὁ Φίλιππος καί ἐκεῖνος στόν ᾽Ιησοῦ, γιά νά ἀκουστεῖ τό μεγαλειῶδες ῾ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου᾽.  ῞Οπως τό σημειώνει καί ὁ μεγάλος Φώτης Κόντογλου: ῾Συμπεραίνω πὼς οἱ Ἕλληνες πήγανε καὶ τὄπανε στὸν Φίλιππο γιατὶ θἄξερε ἑλληνικά, ἀφοῦ καὶ τὄνομά του ἤτανε ἑλληνικό, μακεδονικό. Κι᾿ αὐτὸς πάλι τὸ εἶπε στὸν Ἀνδρέα, ποὺ εἶχε κι᾿ αὐτὸς ἑλληνικὸ ὄνομα, κ᾿ ἴσως γνώριζε καὶ τὴ γλώσσα. Ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, μοναχὰ αὐτοὶ οἱ δυὸ εἴχανε ἑλληνικὰ ὀνόματα᾽. Κι ἀκόμη περισσότερο: μετά πολλές ἱεραποστολικές ὁδοιπορίες, ὁ ᾽Ανδρέας κατέληξε στήν ᾽Αχαΐα, κι ἰδίως στήν Πάτρα, ὅπου ὄχι μόνο κήρυξε ἀλλά καί παρέδωσε ἐκεῖ μέ μαρτυρικό θάνατο τήν ἁγιασμένη του ψυχή. Ξεχωριστή σχέση λοιπόν μέ τούς ῞Ελληνες ὁ θεωρούμενος ἁπλός ψαράς, στήν πραγματικότητα ὅμως σοφός, ὀλιγόλογος, βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας ἅγιος ᾽Ανδρέας.

2. Καταγόταν ἀπό τή Βηθσαϊδά τῆς Γαλιλαίας ὁ πρωτόκλητος ἀπόστολος καί μαζί μέ τόν ἀδελφό του πρωτοκορυφαῖο καί πρωτόθρονο ἀπόστολο Πέτρο ὑπῆρξε πρῶτα μαθητής τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννου τοῦ Προδρόμου κι ἔπειτα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Μετά τήν ᾽Ανάληψη ᾽Εκείνου κι ἰδίως μετά τήν πλήρωση τοῦ ᾽Ανδρέα ἀπό τό πυρφόρο Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς τόν βλέπουμε νά κηρύσσει καί νά θαυματουργεῖ στή Βιθυνία, στόν Εὔξεινο Πόντο, στίς περιοχές τοῦ Βυζαντίου, στή Θράκη, στή Μακεδονία, στήν Ἤπειρο, στήν ᾽Αχαΐα. Στήν ᾽Αχαΐα μάλιστα παρέμεινε ἐπ᾽ ἀρκετόν καί ἐκεῖ θεράπευσε μεταξύ ἄλλων τή Μαξιμίλλα, σύζυγο τοῦ Ρωμαϊκοῦ ἐπάρχου Αἰγεάτη. ῾Ο Αἰγεάτης ἦταν ἐκεῖνος μάλιστα πού ἐπειδή ἡ γυναίκα του πίστεψε στόν Χριστό ὁδήγησε στά βανιστήρια καί στό τελικό μαρτύριο τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κατά πῶς τό ἀναφέρει καί πάλι ὁ Κόντογλου: ῾Γυρίζοντας στὴν Πάτρα ὁ Αἰγεάτης καὶ μαθαίνοντας αὐτὰ ποὺ γινήκανε, πρόσταξε νὰ πιάσουνε τὸν Ἀνδρέα καὶ νὰ τὸν βάλουνε στὴ φυλακή, καὶ σὲ λίγες μέρες, ἀφοῦ τὸν δίκασε, ἔβγαλε ἀπόφαση νὰ σταυρωθεῖ…Σὰν ξημέρωσε ἡ μέρα ποὺ θὰ τὸν σταυρώνανε, οἱ Ρωμαῖοι στρατιῶτες, ἀφοῦ τὸν βασανίσανε, τὸν πήγανε στὴν ἀκροθαλασσιά, στὸν τόπο ποὺ εἶναι σήμερα χτισμένη ἡ ἐκκλησιά του καὶ ποὺ τότες ἤτανε χτισμένος ὁ ναὸς τῆς Δήμητρας. Γύρισε καὶ κοίταξε ἀτάραχος τὸ σταυρὸ καὶ τὸν βλόγησε, βλόγησε καὶ τὸν κόσμο, κ᾿ ὕστερα τὸν σταυρώσανε, γέρον, παραπάνω ἀπὸ ἑβδομήντα χρονῶν. Ὁ σταυρὸς ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ἤτανε κανωμένος ἀπὸ δυὸ ἴσια σταυρωτὰ ξύλα σὲ σχέδιο X, καὶ κατὰ τὴν παράδοση ἤτανε ἀπὸ ξύλο τῆς ἐληᾶς. Μαρτύρησε βασιλεύοντας στὴ Ρώμη ὁ Νέρωνας. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, «ἤτανε μεγαλόσωμος, λίγο σκυφτός, μὲ γυριστή μύτη καὶ μὲ πυκνὰ φρύδια᾽. Γι᾽ αὐτό εἶναι εὐνόητο πού ἡ  Πάτρα καυχᾶται, γιατί ὄχι μόνο τά χώματά της ἁγιάσθηκαν ἀπό τό τίμιο αἷμα τοῦ μαθητῆ τοῦ Κυρίου, ἀλλά καί γιατί κατέχει, μετά ἀπό πολές περιπέτειες βέβαια, τμῆμα ἀπό τήν κάρα του καί τόν ἅγιο σταυρό του.

3. Δέν χρειάζονται πολλά λόγια γιά τόν ἅγιο ᾽Ανδρέα. Κάποια καίρια στοιχεῖα ὅμως πρέπει νά ἐπισημανθοῦν:

(1) ῾Ο ἅγιος ἀπόστολος ὑπῆρξε ὅπως εἴπαμε βαθύς ἀναζητητής τῆς ἀλήθειας. Ψαράς στό ἐπάγγελμα ἀλλά μέ μεγάλο πόθο νά βρεῖ ἀπαντήσεις γιά τό νόημα τῆς ζωῆς. Μαθητής τοῦ ἁγίου Προδρόμου μελετᾶ τόν Νόμο καί τούς προφῆτες, κι ὅταν ὁ δάσκαλός του ὑποδεικνύει τόν Μεσσία πού ῾αἴρει τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου᾽, τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἐγκαταλείπει τόν ᾽Ιωάννη γιά νά ἀφοσιωθεῖ ἔκτοτε στόν Κύριο τῆς ζωῆς του. Στόν πρῶτο πού κλήθηκε ἀπό τόν Κύριο ἐπισημαίνουμε τήν ἀλήθεια ὅτι ὅποιος μέ γνησιότητα ἀναζητεῖ αὐτήν, τήν ἀλήθεια, θά βρεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό νά γίνεται ὁ ῾κυνηγός᾽ τῆς ὕπαρξής του, ὁ ῾Οποῖος τοῦ διανοίγει τά πνευματικά ὦτα γιά Τόν ἀκούσει. ῾Πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς᾽.

(2) ῾Ο ἀπόστολος διακατείχετο ἀπό τόλμη, καρπό τῶν πνευματικῶν του ἀναζητήσεων. Δέν διστάζει νά γίνει μαθητής τοῦ ἀσκητικοῦ καί αὐστηροῦ ᾽Ιωάννη, δέν διστάζει καί νά τόν ἀφήσει γιά νά ἀκολουθήσει τόν ῾ἄγνωστο᾽ Δάσκαλο, δέν διστάζει νά ἐπιμείνει στήν ἀκολουθία ᾽Εκείνου, ἔστω καί μέ θυσία τῆς ζωῆς του. Στόν ἀπόστολο ᾽Ανδρέα διαπιστώνουμε λόγω καί τῆς παρουσίας πιά τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὅ,τι διεκήρυξε ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος: ῾οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽.

(3) ῾Ο ἅγιος ᾽Ανδρέας ἀπαρχῆς νιώθει τήν ἀνάγκη νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό. ῎Οχι μόνο μέ τήν ἔννοια τῆς προσφορᾶς τῆς ζωῆς – αὐτό θά ἔλθει ἀρκετά ἀργότερα - ἀλλά πρωτίστως μέ τήν ἔννοια τῆς κατάθεσης τῆς ἐμπειρίας ἀπό τή συνάντηση μαζί Του. Καλεῖται ἀπό τόν Κύριο κι εὐθύς σπεύδει νά προσκαλέσει καί τόν ἀδελφό του Σίμωνα Πέτρο. Τήν προσωπική του χαρμόσυνη ἐμπειρία θέλει νά τή μοιραστεῖ, κι ὁ πρῶτος γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ ἀδελφός του. ῞Ολη ἡ μετέπειτα ζωή του βεβαίως συνιστᾶ τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἀνάγκης του αὐτῆς, ἡ ὁποία ταυτοχρόνως ἀποτελεῖ καί τήν ὑπακοή του στόν Κύριο καί Διδάσκαλό Του. ῾Καί ὑμεῖς μαρτυρεῖτε περί ἐμοῦ᾽. ῾Καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς᾽.

(4) Κι ἀκριβῶς καί στόν ἅγιο ᾽Ανδρέα ἐπισημαίνουμε τόν πνευματικό νόμο ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως στόν Χριστό ὡς κατάθεσης ἐμπειρίας συνυπάρχει συνήθως καί μέ τό μαρτύριο τοῦ αἵματος. ῾Ο Κύριος ῾ἔδεσε᾽ τίς δύο αὐτές συνιστῶσες τῆς ἀκολουθίας Του: ὅποιος Τόν ἀκολουθεῖ καί τόν ἐξαγγέλλει, ὁ ἴδιος καί θά γεύεται τόν καρπό: τή φονική διάθεση τῶν ἀνθρώπων ἀπέναντί του. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Κι αὐτό βεβαίως θά εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ ἀνάστασή του, ὅπως καί ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία πού μπορεῖ νά προσφέρει στό ἀνθρώπινο γένος. 

γ. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ᾽Ανδρέα ἀποτελεῖ παράδειγμα καί γιά μᾶς. ῞Οπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος καλοῦσε σέ μίμηση τῆς ζωῆς του - ῾μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἀγώ Χριστοῦ᾽ - τό ἴδιο καλεῖ καί ὁ ἑορταζόμενος σήμερα ἀπόστολος ᾽Ανδρέας. Πού σημαίνει: δέν πρέπει νά αὐταπατόμαστε ὅτι εἴμαστε χριστιανοί χωρίς καθ᾽ ἡμέραν ἀναζήτησης τοῦ Χριστοῦ πρός συνάντησή Του – τό νά βρίσκουμε τόν Χριστό, κατά τούς Πατέρες μας, εἶναι τό ῾ἀεί ζητεῖν Αὐτόν᾽ -, χωρίς παράλληλα μαρτυρίας ᾽Εκείνου πρωτίστως ἔργῳ καί ὕστερα λόγῳ, ὅταν μᾶς ζητεῖται κάτι τέτοιο, χωρίς ἑτοιμότητα θυσίας καί τῆς ζωῆς μας γι᾽ Αὐτόν. 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)




῾῾Ο Θεός ἡμᾶς τούς ἀποστόλους ἐσχάτους  ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους᾽ (Α´ Κορ. 4, 9)

Δραματική ἔνταση χαρακτηρίζει τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή του. Κι αὐτό γιατί ὁ ἀπόστολος ἀπευθύνεται ὡς πατέρας στά πνευματικά του παιδιά προκειμένου νά τούς δώσει νά καταλάβουν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι, αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, νά ὑποστοῦν τά πάντα, ἀκόμη καί ἐξευτελισμούς καί θάνατο, γιά νά γνωρίσουν τόν Χριστό πού εἶναι ἡ σωτηρία τους. Παιδαγωγούς μπορεῖ νά ἔχετε μύριους, σημειώνει ὁ ἀπόστολος, ἀλλά ἐγώ εἶμαι ὁ πνευματικός πατέρας σας. Γιατί σᾶς γέννησα ἐν Χριστῷ μέ τό εὐαγγέλιο. Τούς καλεῖ γι᾽ αὐτό νά τόν ἀκολουθήσουν στή ζωή του πού εἶναι βεβαίως ζωή Χριστοῦ. ῾Η συγκεκριμένη φράση του μάλιστα ὅτι ῾ὁ Θεός ἔδωσε στούς ἀποστόλους τήν ἐλεεινότερη θέση, σάν νά εἶναι καταδικασμένοι νά πεθάνουν στήν ἀρένα᾽ - ῾ὁ Θεός ἡμᾶς τούς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους᾽ - ἀκούγεται προκλητική καί παράδοξη καί χρήζει κάποιας διασαφάνισης.

1. Πράγματι, πῶς νά μήν ἠχεῖ παράδοξος ὁ λόγος ὅταν γνωρίζουμε ὅτι οἱ ᾽Απόστολοι εἶναι αὐτοί πού συνιστοῦν ῾τά θεμέλια τῆς ᾽Εκκλησίας᾽, κατά τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Βασικός θεμέλιος λίθος εἶναι ὁ Κύριος, ἄλλοι θεμέλιοι κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ μαθητές Του, οἱ ᾽Απόστολοι. Ἡ θέση τους λοιπόν ὄχι μόνο δέν φαίνεται νά εἶναι ῾ἐσχάτη᾽ καί ἐλεεινή, ἀλλά πρώτη καί διαπρεπής. Κι οἱ ᾽Απόστολοι δέν εἶναι ἐπίσης ἐκεῖνοι πού κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς Του, ἔχοντας μάλιστα τίς δοσμένες ἀπό Αὐτόν δυνάμεις Του, ὥστε ὅ,τι ἔκανε κι ᾽Εκεῖνος νά κάνουν ἀντιστοίχως κι αὐτοί;῾᾽Ιδού δίδωμι ὑμῖν τήν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσει᾽, τούς εἶπε. Μέ ἀποκορύφωση τήν πνευματική ἐξουσία, ἐξουσία κυριολεκτικά θεϊκή, ῾τοῦ δεσμεῖν καί λύειν τάς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων᾽. ῾Λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον. ῎Αν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. ῎Αν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται᾽. Νά ἔχεις τή δύναμη νά κυριαρχεῖς πάνω στά θηρία, ἀκόμη καί στόν Πονηρό διάβολο καί στόν θάνατο, καί νά θεωρεῖσαι τελευταῖος καί ἐλεινός, εἶναι πράγμα ἀνάποδο.

2. Κι ὅμως! Ὁ ἀπόστολος μέ ἐπίγνωση τῶν ἐξουσιῶν τοῦ ἴδιου καί τῶν λοιπῶν ἀποστόλων στόν κόσμο, φυσικό καί πνευματικό, φανερώνει τήν  παράδοξη θέση πού τούς ἔχει ἐπιφυλάξει ὁ Θεός: ῾ἐσχάτους ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους᾽. Γιατί ῾θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καί ἀγγέλοις καί ἀνθρώποις᾽. Γίναμε θέαμα σ᾽ ἀγγέλους καί ἀνθρώπους. Ἡ ἀπαρίθμηση πού κάνει προκειμένου νά ἐξηγήσει τό ῾ἀνεξήγητο᾽ εἶναι ἀναλυτική: Γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ παρουσιαζόμαστε ἀνόητοι, περιφρονημένοι, πεινασμένοι καί διψασμένοι, ξυλοδαρμένοι, διωγμένοι, κυριολεκτικά σκουπίδια καί ἀποβράσματα τοῦ κόσμου.
Ποιό τό ἑρμηνευτικό κλειδί τῆς κατάστασης αὐτῆς; Πῶς οἱ προικισμένοι μέ τίς δυνάμεις τοῦ Θεοῦ θεωροῦνται τόσο ἐξευτελισμένοι; ῾Η ἑρμηνεία βρίσκεται ἀφενός στό ῾διά Χριστόν᾽ καί ἀφετέρου στό ὅτι ῾ὁ κόσμος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ᾽. Σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού δέν δίστασε νά ἀπορρίψει καί νά σκοτώσει καί τόν ἴδιο τόν Δημιουργό Του, δέν ὑπάρχει ἄλλη στάση ἔναντι τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. ῞Ο,τι στάση ἐπεφύλαξε ὁ πονηρός κόσμος στόν Χριστό, τήν ἴδια στάση κράτησε καί κρατάει καί γιά τούς δικούς Του πιστούς. Δηλαδή τόν διωγμό καί τόν θάνατο. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Καί: ῾πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, διωχθήσονται᾽. Κι εἶναι ῾λογικό᾽: ὁ ἁμαρτωλός κόσμος δέν ἀνέχεται ὁποιονδήποτε τόν ἀρνεῖται καί τόν ἐλέγχει. ῾Η παρουσία τοῦ Κυρίου ὡς ἡ φανέρωση τῆς ἀλήθειας συνιστοῦσε ἀποκάλυψη τοῦ σκότους καί τῆς πονηρίας. ῾Νῦν κρίσίς ἐστιν τοῦ κόσμου τούτου᾽. ῎Επρεπε λοιπόν νά ἐξαφανισθεῖ. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως παλαιότερα τό ἴδιο διώχθηκαν καί τέλος θανατώθηκαν καί οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

3. Αὐτό συμβαίνει διαχρονικά καί μέ τήν ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ἡ ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ φανερώνει τή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀρχηγοῦ της ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, θά ὑφίσταται, κατά παραχώρηση πάντοτε βεβαίως τοῦ Θεοῦ, διωγμούς καί βασανιστήρια. ῞Ολη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἐπιβεβαίωση  τῆς πραγματικότητας αὐτῆς: τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου τῶν συνεπῶν μελῶν της. Δέν ὑπάρχει σχεδόν ἡμέρα στό καθημερινό ἑορτολόγιό της πού νά μήν ἔχει ὄχι ἕναν ἀλλά περισσοτέρους ἁγίους μάρτυρες πού ἑορτάζουν, γιατί κράτησαν ἀνοικτή τήν ψυχή τους στό ὀξυγόνο τοῦ οὐρανοῦ καί ὑπέστησαν γι᾽ αὐτό τή φονική ἔκφραση τοῦ πνιγμοῦ τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας οὐδέποτε αἰσθάνθηκε ἄνετα μέ τίς πρωτοκαθεδρίες τοῦ κόσμου τούτου, καλύτερα: θεωροῦσε ὁποιεσδήποτε τιμές τοῦ κόσμου πρός αὐτήν ὡς ἀπάδουσες πρός τό πνεῦμα τοῦ ᾽Αρχηγοῦ της καί ὡς προδοσία τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς της. Τό ῾περιθώριο᾽  λοιπόν εἶναι ἡ φυσιολογική θέση τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως περιθωριοποιημένο εἶχαν οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου τόν ἴδιο τόν Κύριο.

4. Κι ἐκεῖ ἀρχίζει τό ἄλλο παράδοξο: στό περιθώριο ἡ ᾽Εκκλησία, ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀτίμωση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἀμφισβήτησης, προβάλλει τήν ἀναστημένη ζωή τοῦ ἀρχηγοῦ της. Στό περιθώριο κυοφοροῦνται οἱ δυνάμεις τῆς ζωῆς πού τελικῶς θέτουν τήν ᾽Εκκλησία, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Χριστό, στό κέντρο ὄχι τοῦ κόσμου, ἀλλά στό κέντρο τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν, ἐφόσον αὐτές διακρατοῦν κάποια γνήσια ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. ῾Λίθον ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας᾽. ῾Ο Κύριος ἐπάνω στόν Σταυρό ἦταν ὁ παντοδύναμος ἐν σαρκί Θεός. ῾Ο Σταυρός φανέρωνε τή δόξα Του. Στόν τάφο διέλυσε τό βασίλειο τοῦ ῞Αδου καί ἀνέστη τριήμερος, φανερώνοντας ὅτι ἡ ζωή κυριεύει τοῦ θανάτου. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ᾽Εκκλησία: ὅσο ὁ πονηρός κόσμος θά τήν ἀμφισβητεῖ καί θά τήν θέτει στόν τάφο, τόσο ὁ Θεός θά τήν ἀναδεικνύει, θά τήν ἀνασταίνει καί θά τήν καθιστᾶ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι τόν τελευταῖο λόγο πάντοτε τόν ἔχει ὄχι ὁ παρερχόμενος καί ἐν θανάτῳ κόσμος, ἀλλά ὁ παντοδύναμος Θεός.

᾽Ελεεινοί οἱ ἀπόστολοι λοιπόν σ᾽ ἕναν κόσμο φθορᾶς καί θανάτου. ᾽Αλλά γι᾽ αὐτό καί πλήρεις δόξης καί δυνάμεως καί σωφρονισμοῦ. ῾Ο ἀπόστολος ἀποκαλύπτει ἐν Πνεύματι κρυμμένα μυστήρια, πού δόξα τῷ Θεῷ οἱ πιστοί φωτιζόμαστε λίγο νά τά καταλαβαίνουμε καί νά τά κατανοοῦμε. ᾽Αλλά πρέπει νά εἴμαστε κι ἐμεῖς συντονισμένοι στήν ἴδια συχνότητα μ᾽ ἐκείνους, πού σημαίνει νά εἴμαστε ἕτοιμοι καί γιά τό μαρτύριο πρός χάρη τῆς πίστης μας. 

Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2014

Γιώργος Ν. Παπαθανασόπουλος, Πατριαρχικός έλεγχος



Πατριαρχικός έλεγχος
Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
            Ο μακαριστός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Άνθιμος και τα περί Αυτόν μέλη της Συνόδου(1), που αγωνίσθηκαν κατά του παπικού πρωτείου,  από την θριαμβεύουσα Εκκλησία ελέγχουν αυστηρά τα όσα διαπράττονται αυτές τις ημέρες στο Φανάρι, αλλά και τις απόψεις περί του πρωτείου του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου και του Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου.
            Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του Πατριάρχου Ανθίμου και της περί Αυτόν Συνόδου εξαπολύθηκε τον Αύγουστο του 1895 και αποτελεί απάντηση στις περί πρωτείου επιδιώξεις του Πάπα. Πρόκειται για «Πατριαρχική και Συνοδική επιστολή», που απευθύνεται  «Προς τους Ιερωτάτους και Θεοφιλεστάτους εν Χριστώ αδελφούς Μητροπολίτας και επισκόπους και τον περί αυτούς ιερόν και ευαγή κλήρον και άπαν το ευσεβές και ορθόδοξον πλήρωμα του Αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως». Περιέχεται στον 19ο Τόμο της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας», επισήμου οργάνου του Πατριαρχείου, που τυπωνόταν στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο ( Έτος ΙΕ΄, Αρ. τεύχους 31, Εν Κων/λει, 29 Σεπτεμβρίου 1895, σελ. 241-249).

            Στην αρχή της Εγκυκλίου αναφέρεται:
            «Εν εσχάτοις δε χρόνοις ο πονηρός διέσπασεν από της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού και έθνη ολόκληρα της Δύσεως, εμφυσήσας τοις επισκόποις της Ρώμης φρονήματα υπερφιάλου αλαζονείας, ποικίλας γεννησάσης καινοτομίας αθέσμους και αντιευαγγελικάς. Και ου μόνον τούτο, αλλά δη και παντί τρόπω αγωνίζονται οι κατά καιρόν πάπαι της Ρώμης, ίνα υποτάξωσιν εις τας εαυτών πλάνας την ακραδάντως ανά την Ανατολήν τη πατροπαραδότω της πίστεως ορθοδοξία στοιχούσαν καθολικήν Εκκλησίαν του Χριστού, ενώσεις κατά την ιδίαν φαντασίαν επιδιώκοντες απλώς και αβασανίστως».
            Στη συνέχεια στην εγκύκλιο εξηγείται ότι αυτή εξαπολύθηκε λόγω του ότι ο πάπας Λέων ΙΓ΄, εξ αφορμής του επισκοπικού του Ιωβηλαίου, δημοσίευσε εγκύκλια επιστολή « προς τους ηγεμόνας και τους λαούς της οικουμένης» με την οποία τους προσκάλεσε να ενωθούν με τον παπικό θρόνο, δια της αναγνωρίσεως  αυτού ως«άκρου αρχιερέως και υπερτάτου πνευματικού τε και κοσμικού άρχοντος της καθόλου Εκκλησίας και μόνου αντιπροσώπου του Χριστού επί της γης και πάσης χάριτος διανομέως».
Ως προς τις περί πρωτείου επιδιώξεις του Πάπα – και εσχάτως του Φαναρίου - στην Πατριαρχική Εγκύκλιο αναφέρεται, μεταξύ των άλλων:
            «Οι θείοι Πατέρες τιμώντες τον επίσκοπον Ρώμης μόνον ως επίσκοπον της πρωτευούσης πόλεως του κράτους, απέδωκαν αυτώ προεδρείας πρεσβεία τιμητικά, θεωρήσαντες αυτόν απλώς ως πρώτον τη τάξει επίσκοπον, τουτ΄ έστι πρώτον εν ίσοις, άπερ πρεσβεία και τω Κωνσταντινουπόλεως απένειμαν κατόπιν, ότε η πόλις αύτη εγένετο πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους…».
            Η Πατριαρχική Εγκύκλιος στον επίλογο της τονίζει:
            «Ημείς δε, οι χάριτι και ευδοκία του παναγάθου Θεού μέλη τίμια τυγχάνοντες του σώματος του Χριστού, ήτοι της μιας αγίας, καθολικής και αποστολικης αυτού Εκκλησίας, αντεχώμεθα της πατρώας και αποστολοπαραδότου ευσεβείας. Προσέχωμεν πάντες από των ψευδαποστόλων, οίτινες ερχόμενοι εν σχήματι προβάτων πειρώνται δελεάζειν τους απλοϊκωτέρους εν ημίν δια ποικίλων και υπούλων υποσχέσεων, τα πάντα θεμιτά ηγούμενοι και επιτρέποντες προς ένωσιν εάν μόνον αναγνωρισθή ο της Ρώμης πάπας ως υπέρτατος  και αλάθητος άρχων και απόλυτος κυριάρχης της καθόλου Εκκλησίας και μόνος επί της γης αντιπρόσωπος του Χριστού και πηγή πάσης χάριτος!».
            Και αποτεινόμενος ο Πατριάρχης Άνθιμος ειδικότερα στους Επισκόπους τους επισημαίνει:
            «Ιδία δε οι χάριτι και ελέω Θεού τεταγμένοι επίσκοποι και ποιμένες και διδάσκαλοι των αγίων του Θεού Εκκλησιών <προσέχομεν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω, εν ω ημάς το Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Θεού ην περιποιήσατο δια του ιδίου αίματος>(2) ως λόγον αποδώσοντες».
            Στην «Εκκλησιαστική Αλήθεια», της Πατριαρχικής Εγκυκλίου ακολούθησε μια σωρεία άρθρων κατά του παπικού πρωτείου. Μεταξύ αυτών, στον ίδιο, 19ο Τόμο και στο τεύχος αριθμ. 50 (Σελ. 394) αρχίζει να δημοσιεύεται σε συνέχειες «ιστορική απολογητική μελέτη» στα από τους «παπιστές» γραφέντα κατά της Πατριαρχικής Εγκυκλίου. Σ’ αυτήν επισημαίνονται, μεταξύ των άλλων, οι λόγοι του ιερού Κυπριανού, ότι «Έκαστος Επίσκοπος είναι ανεξάρτητος  τη Εκκλησία του και υπόλογος μόνον τω Θεώ». Στον 20ό Τόμο, του έτους 1900,  της «Εκκλησιαστικής Αληθείας» υπάρχει σειρά άρθρων, σε συνέχειες, με τίτλο «Σύντομος απαρίθμησις και ανατροπή των καινοτομιών της παπικής Εκκλησίας και ιδία του πρωτείου του Ρώμης». Σ’ αυτά, μεταξύ άλλων, τονίζεται:
            « Τω επισκόπω της παλαιάς Ρώμης εδόθη το πρωτείον της τιμής, ουχί διότι εν τη Ρώμη επεσκόπευσε και απέθανεν ο Απόστολος Πέτρος, ούτε διότι ο Απόστολος ούτος είχε την κυριαρχία επί των λοιπών Αποστόλων, αλλ’ απλώς διότι η Ρώμη ήτο η παλαιά πρωτεύουσα του κράτους…. Δυστυχώς οι επίσκοποι της Ρώμης, τυφλούμενοι υπό της εωσφορικής υπερηφανείας και εθνικής αυτών φιλοδοξίας δεν ηρκέσθησαν εις μόνα τα υπό των Οικουμενικών Συνόδωνπαρασχεθέντα αυτοίς πρεσβεία της τιμής χάριν της πολιτικής σημασίας της εν η ήδρευον πόλεως…».
             Το παπικό πρωτείο έχουν απορρίψει, μεταξύ των άλλων, ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο Μελέτιος Πηγάς, ο Ιωσήφ Βρυένιος, ο Πατριάρχης Αντιοχείας Πέτρος, αλλά και ο Σεβ. Ιωάννης Ζηζιούλας, στη διδακτορική του διατριβή, που έχει κυκλοφορηθεί ως μελέτη με τον τίτλο «Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας» (Εκδόσεις Γρηγόρη, Β΄ Έκδοσις, Εν Αθήναις, 1990). Αναφέρει στην κατακλείδα της μελέτης του (σελ. 202):
            « Το κολλέγιον των Δώδεκα και η εν αυτώ προέχουσα <καθέδρα του Πέτρου> απετέλουν το θεμέλιον ουχί μιας, αλλ΄ εκάστης επισκοπικής Εκκλησίαςδιότι έκαστοςΕπίσκοπος ενοείτο ως διάδοχος πάντων των Αποστόλων – και του Πέτρου… Έκαστος των Επισκόπων εκάθητο επί της καθέδρας του Πέτρου, της Εκκλησίας του θεωρουμένης πλήρως αποστολικής και στηριζομένης επί του θεμελίου πάντων των Αποστόλων.…Από το καίριον τούτο σημείον, το οποίον εκφράζει την πληρότητα του επισκοπικού βαθμού, εξακολουθεί και παρά την εμφάνισιν της περί συλλογικότητος των Επισκόπων θεωρίας, να εκπηγάζη πάσα ουσιαστική διαφωνία προς την ουσίαν της όλης Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησιολογίας υπό το φως της συνειδήσεως των τριών πρώτων αιώνων»(3).-
 1. Κυζίκου Νικόδημος, Νικομηδείας Φιλόθεος, Νικαίας Ιερώνυμος, Προύσης Ναθαναήλ, Σμύρνης Βασίλειος, Φιλαδελφείας Στέφανος, Λήμνου Αθανάσιος, Δυρραχίου Βησσαρίων, Βελεγράδων Δωρόθεος, Ελασσώνος Νικόδημος και Ελευθερουπόλεως Διονύσιος.
2. Πραξ. κ΄ 28

3. Ο τονισμός στο πρωτότυπο. Η υπογράμμιση του υπογράφοντος.

Κάθε διψασμένο γιὰ ἀγάπη ποτίζει ὁ Θεός. Κάθε διψασμένο γιὰ ἀπάτη ποτίζει ὁ πονηρός.


Γράφει ὁ Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας
 
Μὲ τὸν ἐρχομό μας σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ξεκινᾶμε μιὰ ἐξαντλητικὴ πορεία πρὸς τὸ ἄγνωστο. Καθημερινὰ διψᾶμε καὶ ἀποκάμνουμε ἀπὸ τὴν κόπωση καὶ τὸν ἱδρώτα τοῦ ἀνηφορικοῦ μας Γολγοθᾶ. Καὶ ἡ δίψα μας εἶναι διπλή, σωματικὴ καὶ ψυχική, ἀφοῦ ὡς ἄνθρωποι ἔχουμε σῶμα καὶ ψυχή. Καὶ ὅπως διψάει τὸ σῶμα καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς νερό, ἔτσι διψάει καὶ ἡ ψυχή. Ποιά, ὅμως, εἶναι ἡ δίψα της; Μὰ οἱ εὐγενεῖς πόθοι, οἱ ἐπιθυμίες καὶ τὰ ὄνειρα. Ἂν στὰ ζῶα πετάξεις λίγο σανὸ μένουν εὐχαριστημένα, τὸν ἄνθρωπο, ὅμως, μπορεῖ νὰ τὸν βάλεις μέσα σὲ παλάτι, μπορεῖ νὰ τοῦ δώσεις ὅλα τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, μπορεῖ νὰ τὸν ντύσεις μὲ μετάξια καὶ πορφύρες καὶ νὰ παραμένει ἀνικανοποίητος. Τοῦτο συμβαίνει γιατὶ αὐτὸς  ζητάει κάτι ἀνώτερο, κάτι ὑψηλότερο.
Ὁ Δημιουργὸς καὶ Θεός μας ἔχει μεριμνήσει τόσο γιὰ τὸ ξεδίψασμα τοῦ σώματός μας ὅσο καὶ τῆς ψυχῆς μας. Στὴν πορεία μας ἔχει δημιουργήσει πηγὲς μὲ ὁλόδροσο νερό, ποὺ εὐφραίνει καὶ δυναμώνει σωματικὰ τοὺς ὁδοιπόρους τῆς ζωῆς. Δὲν φτάνουν, ὅμως, μόνο λίγες πηγές, γιατὶ τὸ ξεδίψασμά μας εἶναι προσωρινό. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο θὰ θελήσουμε πάλι νὰ πιοῦμε νερὸ καὶ μέχρι τὸ τέλος τῆς πορείας μας θὰ χρειασθοῦμε ἀμέτρητες πηγές, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε ἀπὸ τὴ δίψα. Γιὰ τὸ ξεδίψασμα τῶν ψυχῶν χρειάζεται νερὸ ἄϋλο, νερὸ τονωτικὸ μεγάλης διάρκειας, καὶ γι’ αὐτὸ μᾶς προσφέρεται ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος, ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ μᾶς φωνάζει: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰωάν. ζ΄ 37). Ὅποιος διψάει ἂς ἔρθει σ’ Ἐμένα καὶ ἂς πιεῖ. Καὶ ὅποιος πιεῖ ἀπὸ τὸ νερό, ποὺ Ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω «οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. δ΄ 14), δὲν πρόκειται νὰ ξαναδιψάσει μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, ποὺ θὰ τὸν φέρει κοντά Μου, στὴν οὐράνια Βασιλεία Μου.
Δὲν εἶναι τραγικὸ νὰ ἔχουμε δίπλα μας ὁλόδροσα, τρεχούμενα νερά, νὰ μᾶς περιβάλλουν καταρράκτες χάριτος, καὶ ἐμεῖς νὰ καιγόμαστε ἀπὸ δίψα; Νὰ βλέπουμε τὰ νερὰ καὶ νὰ μὴν τὰ πλησιάζουμε; Νὰ διψοῦμε μέχρι θανάτου καὶ νὰ μὴν σκύβουμε νὰ πιοῦμε ἀπὸ τὸ νερὸ ποὺ μᾶς προσφέρεται πλούσια ἀπὸ τὸ Χριστό μας, τὸν μόνο ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ εἰλικρινὰ καὶ θέλει τὴ σωτηρία μας;      
Δυστυχῶς γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κυριαρχεῖ τὸ ἀναπάντητο ἐρώτημα: Ἀλήθεια, διψᾶμε γιὰ τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν» (Ἰωάν. δ΄ 11), διψᾶμε γιὰ ἀλήθεια, γιὰ δικαιοσύνη, γιὰ ἀγάπη, γιὰ εἰλικρίνεια, γιὰ εἰρήνη; Διψοῦμε γιὰ ζωή, μιᾶς ἄλλης ποιότητας; Ἂν ναί, τότε διψᾶμε γιὰ Χριστὸ καὶ Ἐκεῖνος μᾶς ποτίζει μὲ τὸ τὸ νερὸ τῆς χάριτός Του, τῆς παντοτινῆς χαρᾶς, τῆς θεϊκῆς Του δυνάμεως, τῆς ὑγείας, τῆς ἐπιζητήσεως τῆς αἰωνιότητος. Ἂν ὄχι τότε προσπαθοῦμε νὰ σβήσουμε τὴ δίψα μας μὲ διάφορες φιλοσοφικὲς θεωρίες, μὲ διασκεδάσεις, μὲ ξέφρενο κυνήγι χρημάτων, φήμης καὶ δόξας ποὺ δὲν μᾶς συνοδεύει μετὰ τὸ θάνατό μας, ἀφοῦ εἶναι δόξα πρόσκαιρη, δόξα ποὺ τὴν παρασύρει σὰν ἀτμὸ ὁ ἀέρας τοῦ θανάτου. Καὶ τότε ἡ καρδιά μας παραμένει ἀνικανοποίητη, στεγνή.
Διψᾶμε γιὰ ἀγάπη; Θέλουμε νὰ μᾶς ἀγαποῦν ἀνυπόκριτα οἱ ἄλλοι καὶ νὰ ἀγαπᾶμε πραγματικά; Νά, ὁ Χριστός μας, ἡ αὐταγάπη, ποὺ μᾶς καλεῖ κοντά Του λέγοντάς μας: «Ἐλᾶτε κοντά μου, νὰ μάθετε νὰ ἀγαπᾶτε ἄδολα ὅλους, «καθὼς ἐγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς».Ἐλᾶτε κοντά μου καὶ προσπαθεῖστε νά βρίσκεσθε σέ συνεχὴ ἐγρήγορση καί ἀγώνα. Ἀλλά μήν ἐλπίζετε ὅτι θὰ ξεδιψάσετε μέ τά ἔργα σας ἢ μέ τήν ἀξία καί τά προσόντα σας, αὐτὰ ποὺ Ἐγὼ σᾶς ἔδωσα.Μόνο τό ἔλεος Μου ξεδιψάει καὶ σώζει. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν λαμβάνεται ὡς ἀντιμίσθιο τῶν ἔργων σας, ἀλλά χάρη τῶν οἰκτιρμῶν Μου, γι’ αὐτὸ μὲ ταπεινὸ φρόνημα, αὐτὸ ποὺ Μὲ συγκινεῖ, νὰ λέτε: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17. 10).
Ὅταν διψᾶμε γιὰ ἀγάπη μᾶς ποτίζει μὲ τὸ νερὸ τῆς ἀγάπης Του ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας. Ὅταν, ὅμως, διψᾶμε γιὰ κακία καὶ ἀπάτη, τότε μᾶς ποτίζει μὲ τὸ φαρμακερὸ νερό του ὁ πονηρός, καὶ φαρμακωμένους μᾶς ὁδηγεῖ κοντά του, στὸ «σκότος τὸ ἐξώτερον» (Ματθ. κε΄ 30). 
Διψᾶμε γιὰ ἐλευθερία; Οἱ ἡγέτες μιλοῦν γιὰ ἐλευθερία, ἐνῶ φτιάχνουν θηλιὲς γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν λαῶν τους. Μόνον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τῆς Ἀγάπης μπορεῖ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὰ πάθη ποὺ μᾶς πνίγουν καὶ νὰ εἴμαστε ἀληθινὰ ἐλεύθεροι.
Τὸ νερὸ δὲν μᾶς ξεδιψάει, ὅταν τὸ κοιτᾶμε, ἀλλ’ ὅταν τὸ πίνουμε. Καὶ πρέπει νὰ πιοῦμε πολύ. Ὁ Χριστὸς νὰ μπεῖ μέχρι τὸ βάθος τῶν σκέψεων, τῶν αἰσθημάτων, τῆς ὑπάρξεώς μας μὲ τὴ διαρκῆ ἐπιζήτησή Του, μὲ τὴν ἀσίγητη προσευχή μας καὶ μὲ τὴ μετάληψη τοῦ Σώματος καὶ Αἵματός Του.
Σκεφθεῖτε ἕνα ζωγράφο νὰ ἔχει πάρει ὅλα τὰ σύνεργά του μαζὶ μὲ ραδιόφωνα, καπέλλα, φωτογραφικὲς μηχανὲς καὶ ὅ,τι ὁ τεχνικὸς πολιτισμὸς προστάζει καὶ νὰ ἔχει πάει σὲ μιὰ ἔρημο νὰ ζωγραφίσει ἔχοντας ὅμως ξεχάσει τὸ πιὸ ἀπαραίτητο, τὸ παγούρι μὲ τὸ νερό. Μπορεῖ νὰ ἀνοίγει τὸ ῥαδιόφωνο καὶ νὰ ἀκούει ἀπατηλὰ λόγια καὶ τραγούδια. Ὅταν, ὅμως, θὰ διψάσει, τί νὰ τὰ κάνει ὅλα αὐτὰ ποὺ προσφέρει ὁ μηχανικὸς πολιτισμός; Μένει διψασμένος στὴν ἔρημο. Αὐτὴ τὴν εἰκόνα παρουσιάζει ὁ προφήτης Δαυῒδ λέγοντας· Δίψασε ἡ ψυχή μου, Κύριε, μέσα σὲ τούτη τὴν ἔρημο· «Ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ» (Ψαλ. 62,1).
Ἐμεῖς οἱ πιστοὶ διψασμένοι ὁδοιπόροι στὴν ἔρημο τῆς ζωῆς δὲν χρειάζεται παρὰ νὰ σκύψουμε καὶ νὰ πιοῦμε. Ἡ πίστη μας εἶναι πηγὴ ὕδατος ζῶντος. Τὸ λέει καὶ ὁ Προφήτης Ἰεζεκιὴλ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Εἶδε αὐτὸς ἕνα ὅραμα. Εἶδε νὰ βγαίνει νερὸ ἀπὸ τὸ Ναὸ καὶ νὰ γίνεται ῥυάκι. Γιὰ χίλια μέτρα μῆκος τὸ νερὸ ἔφτανε μέχρι τὸν ἀστράγαλο. Στὰ ἑπόμενα χίλια μέτρα ἀνέβηκε ὡς τὰ γόνατα, στὰ ἑπόμενα χίλια ἔφτασε μέχρι τὴ ζώνη, καὶ στὰ ἑπόμενα χίλια ἔγινε πλέον ποταμὸς ἀδιαπέραστος. Στὶς ὄχθες του ἀναπτύχθηκε πλουσία βλάστηση καὶ καρποφόρα δέντρα, ἐνῶ στὰ ζωογόνα νερά του κατοικοῦσαν ἄφθονα ψάρια. Ὁ ποταμὸς αὐτὸς εἰκονίζει τὴν πίστη μας καὶ τὴν αὔξησή της μέσα στοὺς αἰῶνες. Εἶναι τὸ ῥυάκι, ποὺ πήγασε ἀπὸ τὶς πληγὲς τοῦ Ἐσταυρωμένου. Σιγὰ - σιγὰ μεγάλωσε καὶ ἔγινε ἀείρροος ποταμὸς ποὺ ἀρδεύει συνεχῶς μὲ τὰ νάματά του τὸ πρόσωπο ὅλης τῆς γῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ εὐλογούμενος καὶ ὑπερυψούμενος εἰς τοὺς αἰῶνας.
ΠΗΓΗ www.orthodoxia.gr ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ τευχ. ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014


Συντάκτης: Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Πηγή: ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (ΤΕΥΧ. 160) ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2014

Τετάρτη, Νοεμβρίου 26, 2014

Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Ευαγγελικό ανάγνωσμα Εορτής Αποστόλου Ανδρέου (Ιωάν. Α' 35-52)

Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΙ Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Ευαγγελικό ανάγνωσμα
Εορτής Αποστόλου Ανδρέου
(Ιωάν. Α' 35-52)

Ίσως δεν έχει εκτιμηθεί όσο πρέπει η ευλογία που έχουμε ως Έθνος, το να δεχθούμε δηλ. την πίστη τού Χριστού από αυτούς τους ίδιους τούς Αγίους Αποστόλους.
Θαυμάζει κανείς όταν μελετά τις Πράξεις των Αποστόλων, τα ιερά συναξάρια και αυτή την ιστορία. Θαυμάζει και εκπλήσσεται από το γεγονός ότι τόσο ο ελεύθερος Ελλαδικός χώρος, όσο και αυτές οι αλύτρωτες εισέτι πατρίδες, δέχθηκαν τον σπόρο τού λόγου τού Θεού από τους θεμελίους της πίστεως, τους Αποστόλους.
Όταν όμως ο λόγος στρέφεται στον Πρωτόκλητο Απόστολο, τον Ανδρέα, τότε η συγκίνησις αλλά και το αίσθημα της συνεπείας στην πίστη τού Χριστού και η εφαρμογή τής ζωής τής Εκκλησίας μας, πραγματικά κορυφώνεται. Βλέποντας το μαρτύριο του μεγάλου Αποστόλου στην Πελοπόννησο, στην πόλη των Πατρών, δεν μπορεί παρά να αναθεωρεί πολλά μέσα του που έχουν σχέση με την αυθεντική μας πίστη.
Όμως, μια σύντομη αναφορά στη ζωή τού Απ. Ανδρέου καθίσταται αναγκαία. Έζησε και μεγάλωσε στη μικρή κωμόπολη Βηθσαϊδά, δίπλα στη λίμνη τής Γαλιλαίας, όπου μαζί με τον αυτάδελφό του Σίμωνα έμαθαν και εξασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά. Το σκληρό όμως αυτό επάγγελμα δεν στάθηκε εμπόδιο στις υψηλές εφέσεις τής καρδιάς του. Αυτός ο φαινομενικά σκληρός, λόγω του επαγγέλματός του άνδρας, έκρυβε μια ευαίσθητη στα πνευματικά καρδία, γι' αυτό και παρακολουθούσε το κήρυγμα της μετανοίας τού Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Αυτός δε ήταν και ο λόγος που ως πιστός Ιουδαίος ανέμενε μέρα με την ημέρα, με πόθο άγιο και λαχτάρα σωτηρίας τον ερχομό τού Μεσσία. Και έφθασε η ευλογημένη εκείνη ημέρα όπου ο Τίμιος Πρόδρομος Τον είδε, Τον αναγνώρισε και ομολόγησε: “Ίδε ο αμνός τού Θεού”!
Αυτό ήταν. Ο Ανδρέας με τον φίλο και συνάδελφό του Ιωάννη τρέχουν με ενθουσιασμό να τον γνωρίσουν.
- “Τι ζητάτε;”
- “Ραββί, πού μένεις;”
- “Έρχεσθε και ίδετε”. Ελάτε και θα δείτε.
Ήταν μέχρι τότε η συγκλονιστικότερη στιγμή τής ζωής τους. Γι' αυτό και ο Ιωάννης θα σημειώσει στο Ευαγγέλιό του ότι ήταν περίπου τέσσερις η ώρα το απόγευμα. Και έμειναν μαζί με τον Ιησού έως ότου νύχτωσε.
Στιγμές μοναδικές και φύσει ανέκφραστες προς όσους πεισματικά παραμένουν άγευστοι της ευαγγελικής δηλ. της Ορθοδόξου παραδόσεως.
Ο Ανδρέας δεν κρατιέται. Ενώ είχε σκοτεινιάσει σπεύδει στον αδελφό του Σίμωνα και του ανακοινώνει ότι βρήκαν Αυτόν που περίμεναν, εκφράζοντας έτσι και την πρώτη ομολογία αυτός ο πρωτόκλητος μαθητής : “Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν”, τον Χριστό. Αυτόν που είχαν προφητεύσει οι προφήτες και αυτόν που αναμένει το Ιουδαϊκό έθνος αλλά και ο κόσμος ολόκληρος.
Φυσικά ο Ανδρέας, όπως και οι άλλοι μαθητές, ακολούθησε τον Κύριο τα τρία έτη που εκήρυσσε και θαυματουργούσε. Είδε από κοντά τα άχραντα πάθη, την ένδοξη Ανάσταση και έζησε το μοναδικό γεγονός τής Αναλήψεως. Η βίωση όμως του γεγονότος τής Πεντηκοστής γεμίζει την ύπαρξή του με τις αποστολικές δωρεές τού Αγίου Πνεύματος, πυρπολεί τον ζήλο του και με τις ευχές και προσευχές τής Κυρίας Θεοτόκου, φεύγει από τα όρια της Παλαιστίνης. Φεύγει γεμάτος Ιερό ζήλο για την διάδοση της Χριστιανικής πίστεως, έχοντας συνάμα και μια ιδιαίτερη σχέση και σύνδεσμο με το σύμβολο της νίκης. Με τον Τίμιο του Κυρίου Σταυρό.
Στη θαρραλέα και ακούραστη αποστολική του δράση, οφείλουν πάρα πολλά οι μαρτυρικές πόλεις και κωμοπόλεις τού Πόντου και της ευρυτέρας περιοχής. Ο Απόστολος Ανδρέας, επίσης είναι ο ιδρυτής τής Εκκλησίας τού Βυζαντίου! Δικαίως λοιπόν καυχώνται όσοι είναι διάδοχοι του Πρωτοκλήτου στην χρονική αποστολική διαδοχή, αλλά η καύχησις επιφέρει την ευλογία και το χάρισμα της πίστεως, όταν βεβαίως συνοδεύεται αδιασπάστως και από την Αποστολική διδαχή στο θέμα της μοναδικότητας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
Αυτός δε είναι και ο λόγος που ολόκληρη η πονεμένη Ρωμιοσύνη, βλέποντας και ακούοντας τα αλλοπρόσαλλα κηρύγματα του Οικουμενισμού και τις θεατρικές λειτουργικές παραστάσεις Ορθοδόξων και κακοδόξων, ιδιαιτέρως τον παρακαλεί ώστε να προστατεύσει τους συνειδητούς και ακεραίους στην πίστη ποιμένες με το ποίμνιο, και σε όσα σημεία τής γης υφίσταται η Εκκλησία, ως φάρος τηλαυγής να λάμπει και να εξαποστέλλει το φως τής πίστεως του Χριστού. Το μοναδικό φως τής Ορθοδοξίας μας.
Το Αποστολικό του κήρυγμα ακούστηκε ακόμη στη Θράκη, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία, έως και την περιοχή τής Αχαΐας. Έτσι η Πάτρα έχει την ιδιαιτέρα τιμή και ευλογία να δέχεται τις ευλογίες τού πολιούχου της και φυσικά να κατέχει θησαυρό της πολύτιμο την αγία κάρα, αλλά και τμήματα από τα ιερά του λείψανα.
Είναι λοιπόν άξιος ο Πρωτόκλητος Ανδρέας να κατέχει τιμημένη θέση ανάμεσα στους δώδεκα Αποστόλους, τους διαδόχους τού Κυρίου. Είναι ένας από τους πολυτίμους λίθους που στολίζουν αλλά και που στηρίζουν την Εκκλησία μας.
Ένα άλλο όμως σημείο που θα πρέπει να σταθούμε είναι η προσωπική γνωριμία τού Ανδρέου με τον Χριστό. Δεν αρκέσθηκε απλώς στην ομολογία τού Ιωάννου τού Βαπτιστού. Θέλησε να Τον γνωρίσει από κοντά και να Τον ζήσει. Να μείνει κοντά σε Αυτόν που μας γνωρίζει πριν ακόμα έλθουμε στην ύπαρξη. Και τούτο το βλέπουμε στη συνέχεια της Ευαγγελικής περικοπής με τον Φίλιππο και τον Ναθαναήλ.
- Κύριε, “πόθεν με γινώσκεις;” Από που με γνωρίζεις;
Και ο Κύριος απαντά: - Πριν σου μιλήσει για μένα ο Φίλιππος, σε είδα με τα θεϊκά μου μάτια κάτω από την συκιά.
- Διδάσκαλε, εσύ είσαι αληθινά ο υιός τού Θεού, ο βασιλιάς τού Ισραήλ!
Και φυσικά τα λόγια αυτά του Ναθαναήλ δεν αποτελούσαν μια απλή έκφραση εκπλήξεως αλλά συνειδητή ομολογία πίστεως. Ομολογία πίστεως στον Υιό τού Θεού.
Ναι, ο Χριστός μάς γνωρίζει πολύ περισσότερο απ' όσο γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας. Μια εκ των ιδιοτήτων τού Θεού είναι και η Παγγνωσία του. Το θέμα όμως είναι εμείς να έχουμε αγαθή διάθεση – καλή προαίρεση, κάτι βεβαίως που εξαρτάται αποκλειστικώς από εμάς. Στην συνέχεια δε με κάθε ειλικρίνεια να στεκόμαστε μπροστά σε Αυτόν, που γνωρίζει τα “άδηλα και κρύφια” των καρδιών μας. Τούτο θα έχει ως συνέπεια την έκφραση και την ομολογία της πίστεως προς όλες τις κατευθύνσεις. Προς όλους τους ανθρώπους και φυσικά μέσα σε όλες τις καταστάσεις που εφ' εξής έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε έως το τέλος τής ζωής μας.
Φίλοι μου, είναι αδύνατον να αποφύγουμε την ομολογία τού Χριστού ενώπιον των ανθρώπων. Αντιθέτως μάλιστα, αυτό αποτελεί τιμή και καύχημά μας και οπωσδήποτε σηματοδοτεί αυτή την σωτηρία μας. Είτε η ζωή μας είναι πολυκύμαντη, είτε ταπεινή, ήρεμη και ήσυχη, οι περιστάσεις μέσω των πνευματικών νόμων θα μας φέρουν σε στιγμές που είτε θα ομολογήσουμε την θεότητα του Χριστού και την μοναδικότητα της Εκκλησίας Του, είτε θα αρνηθούμε ό,τι πολυτιμότερο μπορούμε να δώσουμε για την αγάπη Του, δηλ. την πίστη Του.
Απομένει λοιπόν στον καθένα μας να παρακολουθήσουμε την Αποστολική και καρτερική πορεία αλλά και το θριαμβευτικό τέλος διά του Σταυρού τού Αποστόλου Ανδρέου, ή αλλοίμονο να αισχυνθούμε για τον Σταυρό και την πίστη μας με όλες τις συνέπειες επιλέγοντας μια νοθευμένη πίστη. Μια πίστη “χριστιανική” που αποσυνδέει την Ανάσταση από τον Σταυρό και καταντά την πίστη ένα απλό συναίσθημα. Μια δηλ. κατάσταση που μπορεί να περιέχει εξωτερικό φολκλόρ με φορτισμένο συναίσθημα και αγαπολογική συνθηματολογία, που όμως ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με την Αποστολική πίστη. Την πίστη που μας παρέδωκαν οι άγιοι Απόστολοι. Την πίστη για την οποία σταυρώθηκε ο Πρωτόκλητος Ανδρέας. Την πίστη που μας διασώζουν οι επίσημοι Άγιοι μέσα στο Σώμα τής Εκκλησίας μας.
Αμήν.


Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος

  Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι' ἡμᾶς ὑπέμεινε τὰς ἀκάνθας ἡ κεφαλή ἡ ὄψις τὰ ἐμπτύσματα αἱ σιαγόνες τὰ ῥαπίσματα τὸ στό...